© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
«Ήμουν ένα πράγμα σαν αγρίμι»: Ένας έρωτας, ένα προξενιό και πολλά έθιμα
Κωδικός Ιστορίας
21372
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Αικατερίνη Νικολαΐδου (Α.Ν.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
15/02/2022
Ερευνητής/τρια
Ραφαέλα Νίκα (Ρ.Ν.)
Καλησπέρα, θα μας πείτε το ονοματεπώνυμό σας;
Ναι, λέγομαι Αικατερίνη Γραμματικού Νικολαΐδου.
Είναι Τετάρτη 16/02/2022 βρισκόμαστε με την Αικατερίνη Γραμματικού Νικολαΐδου στη Λητή Θεσσαλονίκης. Εγώ ονομάζομαι Ραφαέλα Νίκα, είμαι ερευνήτρια στο istorima και ξεκινάμε. Θέλετε να μας πείτε λίγα λόγια για εσάς;
Ναι. Γεννήθηκα στη Λητή από γονείς Ληταίοι και η μητέρα μου και ο πατέρας μου. Βέρα Μακεδόνισσα από τη Λητή, παππού προς παππού. Μεγάλωσα στη Λητή, πήγα στο σχολείο στη Λητή μέχρι την Ε’ τάξη, διότι δεν υπήρχαν τότε αμάξια. Θέλαμε να σπουδάσουμε. Ήμασταν 4 παιδιά, 3 αδερφές και ο μικρότερος ήταν ο αδερφός μου. Τον πατέρα μου τον λέγανε Αναστάσιο Γραμματικό και τη μητέρα μου Δάφνη Γραμματικού, το γένος Νίκα.
Εμείς θέλαμε να σπουδάσουμε, αλλά δεν υπήρχαν αμάξια. Ήμασταν παιδιά της Κατοχής και μετά Κατοχής. Οι αδερφές μου ήταν μεγαλύτερες. Δε μας άφησε ο πατέρας μου. Δε μας επέτρεψε να πάμε να νοικιάσουμε στο διπλανό χωριό, στον Λαγκαδά, στην κωμόπολη Λαγκαδά. Δεν ήθελε να φύγουμε γιατί είχανε εκείνα τα κεφάλια τα μακεδονικά, τα παλιά. Να μην μπλέξουμε, να μην παραστρατήσουμε. Δεν μας άφησαν. Η αδερφή μου έγινε μοδίστρα. Η άλλη αδελφή μου -είχαμε αλευρόμυλο- δούλευε στον μύλο. Και ο πατέρας μου… Και εγώ δεν είχα πάει πουθενά.
Μετά, 14 χρονών πήγα στην Οικοκυρική Σχολή. Στην Οικοκυρική Σχολή που πήγαμε, μετά από πόσα χρόνια μου ήρθε να πάω στη Γεωργική Αμερικανική Σχολή για να μάθω ή χαλιά ή κάτι άλλο - διάλεξαν δύο κοπέλες. Και πάλι δεν μπόρεσα να πάω, διότι παντρεύτηκα και δεν μπόρεσα να πάω.
Πότε είπατε ότι γεννηθήκατε;
Το 1943, 17/07. Συγγνώμη, 16/07.
Και για πόσα χρόνια σπουδάζατε; Μέχρι;
Τρία χρόνια, κάναμε. Σπουδάσαμε, δηλαδή. Έρχονταν εδώ στο χωριό, γιατί δεν υπήρχε συγκοινωνία για να πάμε στην Αμερικανική Γεωργική Σχολή κάτω. Έρχονταν εδώ δύο της Οικοκυρικής -δασκάλες- Σχολής και μας μάθαιναν. Δεν ήμουν η μονή, ήταν πολλά κορίτσια από το χωριό, κάτι ξαδέρφες και κάτι… Μας μάθανε πώς να μαγειρεύουμε, πώς να κάνουμε τα γλυκά. Μας μάθαιναν να κάνουμε -γιατί τότε δεν υπήρχαν κονσέρβες και τέτοια- να κάνουμε τις ντομάτες, κολοκυθάκια, μελιτζάνες. Αυτά να τα βάζουμε. Μας είχαν δώσει και βάζα από τη Γεωργική Σχολή. Μας δώσαν βάζα και τα κάναμε αυτά τα πράγματα για φαγητά για το χειμώνα. Μας μάθανε να βάζουμε ενέσεις, να κάνουμε τις νοσοκόμες και πολλά άλλα, διάφορα κάναμε. Είχαμε τον καιρό εκείνο τα χοιρινά, τα γουρούνια. Κάναμε πολύ ωραία σουτζουκάκια. Πάρα πολλά μάθαμε. Και πήγαιναν και στα γύρω χωριά. Έρχονταν δύο φορές την εβδομάδα, δηλαδή, εδώ στο χωριό αυτές και μας μάθαιναν.
Μετά όμως έγινε αυτό που με διάλεξαν εμένα και μου είπαν να πάω στην Αμερικανική Γεωργική Σχολή να μάθω ότι θέλω. Ήταν τώρα… Δεν θυμάμαι και καλά. Εγώ μόνο ζήτησα να πάω να μάθω χαλιά χειροποίητα. Και μια άλλη κοπέλα από εδώ από ένα διπλανό χωριό και εκείνη ήταν. Τώρα και από αλλού μπορεί να ήταν. Αλλά εδώ από τα γύρω χωριά που ήταν αυτές οι δύο δασκάλες. Και δεν μπόρεσα να πάω, διότι αρραβωνιάστηκα και δεν μπόρεσα να πάω.
Άρα, πρώτα πήγατε στην Οικοκυρική Σχολή και έπειτα-
Ναι, εδώ έρχονταν στο χωριό. Κάναμε εδώ πέρα τα μαθήματα αυτά. Και μετά πέρασαν αρκετά χρονάκια, καμιά 5-6 χρόνια - πόσα είχαν περάσει; Τότε μας ζήτησαν να πάμε στην Αμερικανική Γεωργική Σχολή. Να πάμε εκεί για να μας δείξουν. Γιατί ήταν με την Γεωργική Αμερικανική Σχολή αυτές οι δασκάλες που… Τον καιρό εκείνο ήταν. Τώρα δεν υπάρχουν αυτές οι δασκάλες, ας πούμε. Τώρα πηγαίνουν αλλού, μαθαίνουν άλλα πράγματα. Τότε δεν υπήρχαν και σχολεία πολλά, γιατί ήταν μετά την Κατοχή. Δεν ήμασταν παιδιά που υπήρχαν σχολεία και τέτοια. Δεν υπήρχαν. Ήταν πολύ δύσκολο ούτε συγκοινωνία είχε ούτε τίποτε. Αλλά δεν μπόρεσα. Εκείνο με στενοχώρησε πολύ. Πολλές φορές είχαμε πάει και στη Γεωργική Σχολή με ένα λεωφορείο -έτσι- σαν εκδρομικό. Μας πήγανε με τα χωριάτικα τα ρούχα, οι ίδιες οι δασκάλες. Και πήγαμε όταν είχε έρθει… Κάποτε είχε έρθει ο Πρόεδρος ο Τζόνσον. Ο παλιός ο Αμερικάνος, ο Τζόνσον. Χορέψαμε και μάλιστα είχε δει αυτά τα μακεδόνικα τα ρούχα που είχαμε. Και χόρεψε και η κόρη του. Είχε μια κόρη και μάλιστα θυμάμαι ότι φορούσε ένα ωραίο κίτρινο φόρεμα και ήταν μία ωραία κοπέλα και μου έκανε εντύπωση εμένα.
Στην Οικοκυρική Σχολή που λέτε ότι ήταν εδώ πέρα στην Κοινότητα-
Και στο σχολείο μετά πηγαίναμε, παντού.
Ήσασταν μόνο γυναίκες, κορίτσια;
Μόνο κορίτσια. Οι άντρες δεν ήταν. Τα παιδιά τα στέλνανε… Πολλοί πήγαν στην Αμερικανική Γεωργική Σχολή από εδώ. Καμιά 5-6 παιδιά είχαν πάει, αλλά δεν τα άφηναν οι γονείς, γιατί είχε και πολλή φτώχεια μετά την Κατοχή και τα παιδιά τα περισσότερα δεν τέλειωσαν. Εγώ είχα στο σχολείο συμμαθητές που από την Ε’ τάξη και μετά σταμάτησαν. Τα στέλναν να πάνε στα λιβάδια κάτω να βόσκουν τα γελάδια για να έχουν να φάνε τα παιδιά. Έκαναν πολλά παιδιά τότε τον καιρό εκείνο και δεν είχανε και να φάνε. Έστω εκείνο το γάλα, εκείνο το τυρί και το ψωμάκι να φάνε τα παιδιά και τα παρατούσανε.
Και μετά ήρθαν στο σχολείο το δημοτικό δάσκαλοι που δίδασκαν σε άλλα παιδάκια. Αυτοί οι μεγάλοι τους μάθαιναν έστω να μάθουν την αλφαβήτα να μιλάνε, να ξέρουν να γράφουν. Μεγάλοι στην ηλικία, δηλαδή άλλος τριαντάρης, άλλος είχε πάει φαντάρος. Τους μάθανε. Ήταν καλοί μαθητές, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν, δεν είχανε… Δεν τους στέλνανε. Είχαν μικρότερα παιδιά και τους στέλνανε να πάνε να βόσκουν γελάδια και πρόβατα. Τότε έτσι ήταν. Αυτά είχαμε στο χωριό. Δεν είχαμε άλλες δουλειές. Μόνο αυτό που ήταν ο πατέρας μου που είχε τον αλευρόμυλο και κάναμε αυτές τις δουλειές. Δεν υπήρχε, δεν είχανε. Και μερικά μπακάλικα. Καμιά 4-5 μπακάλικα εκεί πέρα. Αυτή ήταν η δουλειά που κάνανε οι Ληταίοι.
Εσείς, ουσιαστικά, γιατί σταματήσατε το σχολείο;
Το σταμάτησα γιατί δεν μπορούσα, δεν υπήρχε η συγκοινωνία για να πάω. Εγώ είπαμε το ’43 γεννήθηκα. Δεν είχε λεωφορεία. Μετά ήρθαν τα λεωφορεία. Είχε ένα το πρωί που πήγαινα Θεσσαλονίκη, επέστρεφε το μεσημέρι και ένα γύριζε πίσω πάλι Θεσσαλονίκη και ξαναερχόταν αυτό στη Λητή. Περνούσε από τη Λητή το βράδυ στις 20:00 και πήγαινε Μελισσοχώρι-Δρυμό-Λητή-Μελισσοχώρι-Δρυμό και ξαναέφευγε πάλι Θεσσαλονίκη. Δεν υπήρχε συγκοινωνία. Οπότε έπρεπε να πάμε εμείς ή στη Θεσσαλονίκη ή στον Λαγκαδά.
Στον Λαγκαδά πήγανε μερικές συμμαθήτριες από τις αδερφές μου, που ήταν πιο μεγάλες. Αλλά ο πατέρας μου κάτι είχε ακούσει, δεν του άρεζε, δεν ήθελε να νοικιάσουμε και δεν με άφηνε. Δεν μας άφηνε εμάς και έλεγε: «Αν ακουστείτε, θα ακουστείτε στο χωριό. Θα σας κρεμάσουν κουδούνια. Την καλύτερη προβατίνα κρεμάνε τις κουδούνες. Γι’ αυτό καθίστε εδώ πέρα και δεν χρειάζεται». Η αδερφή μου έμαθε -η μεγάλη- μοδίστρα. Η άλλη -όπως είπα- δούλευε στον μύλο. Τύλιγε τις καραμέλες - την είχαν βάλει. Δεν ήταν πολύ μεγάλη, αλλά αυτήν τη δουλειά μπορούσε να την κάνει, να βοηθήσει εκεί στον αλευρόμυλο που είχαμε. Κάναμε αυτά τα άλλα, τις καραμέλες, τα λουκούμια, τους χαλβάδες και αυτά.
Αυτός ο αλευρόμυλος πού ήταν;
Ο αλευρόμυλος ήταν μέσα στην αγορά. Εγώ μεγάλωσα και έζησα μέσα στον μεγάλο μαχαλά, εκεί που ήταν η αγορά. Και όσοι ήταν στην αγορά τη μεγάλη, αυτοί ήταν και ανάλογα με αυτό, όπου καθόταν ο καθένας όταν πέθαιναν -μακριά από δω- τους βάζανε ανάλογα εκεί που ήταν η γειτονιά τους. Στην πρώτη θέση. Δηλαδή, ήταν οι καλύτεροι μέσα στον μεγάλο μαχαλά, εκεί στην αγορά που ζούσα εγώ.
Εγώ έζησα πολύ καλά παιδικά χρόνια. Δηλαδή, και στην Κατοχή που ήμουν -που γεννήθηκα το ’43- και μετά είχαμε να φάμε, γιατί κάναμε τους χαλβάδες, είχαμε το γάλα, τη σκόνη γάλα τότε, που έκανε το χαλβά, είχαμε σταφιδίνη, με εκείνο εκεί τρώγαμε. Χρήμα υπήρχε, αλλά δεν υπήρχε είδος για να πάρουμε, για να αγοράσουμε. Πολύ δύσκολα για να πάμε στη Θεσσαλονίκη. Όταν πήγαινε ο αδερφός του πατέρα μου πριν πάρει το φορτηγό -γιατί το πήρε το ’47- είχε το κάρο με το άλογο. Πήγαινε στη Θεσσαλονίκη και έφερνε τον χαλβά.
Κάναμε και σαπούνια εκείνο το πράσινο. Τα τετράγωνα τα σαπούνια κάναμε. Είχαμε πάρε-δώσε και με Εβραίους στη Θεσσαλονίκη. Είχαν συνεργασία και τα πήγαιναν εκεί πέρα. Δεν μπορούσε να το πάρει εδώ στο χωριό ο κόσμος γιατί δεν είχαν και λεφτά. Τι να παρουν; Είχαν πολύ λίγα και εκείνα τόσο λίγο που δεν μπορούσαν να πάρουν. Και δεν είχε. Ήταν πολύ δύσκολα, πάρα πολύ δύσκολα χρόνια περάσαμε. Δεν είχαν πρώτα-πρώτα στυλό, βιβλία. Φυσικά, εγώ είχα, βέβαια, βιβλίο. Έρχονταν και έπαιρναν οι συμμαθήτριές μου ένα βιβλίο, δύο - πόσα;. Έρχονταν μετά να πάρουν… Η μία δεν είχε ιστορία και ερχόταν να διαβάσει από μένα την ιστορία, η άλλη δεν είχε γεωγραφία. Δεν υπήρχαν χρήματα, δεν υπήρχαν χρήματα, δεν είχαν χρήματα.
Τα βιβλία αυτά που λέτε τα είχατε όταν ήσασταν στο σχολείο-
Στο δημοτικό, βέβαια. Δεν πήγα εγώ στο γυμνάσιο. Στην οικοκυρική δεν μας δώσανε βιβλία. Απλώς μας δίνανε τις συνταγές, γράφαμε. Κάναμε και θέατρο. Εδώ στο σπίτι που είμαι εγώ ήταν στρατώνες. Το είχε επιτάξει ο στρατός ο ελληνικός. Και ήταν τα τολ. Ήμασταν μεγαλούτσικες και παίξαμε θέατρο. Είχε έρθει ένας από το στρατιωτικό. Υπήρχε ένα στρατιωτικό θέατρο στη Θεσσαλονίκη και ήρθε από εκεί. Η αδερφή αυτουνού ήταν δασκάλα της οικοκυρικής και έφερε τον αδερφό της που ήταν σκηνοθέτης και μας έκανε κάτι σκηνικά και ήταν πάρα πολύ ωραίο το έργο.
Φορούσαμε τα χωριάτικα. Ήταν ένα έργο που λεγότανε «Κρυστάλλω». Όλες φορούσαμε αυτά τα μακεδόνικα τα ρούχα, γριές. Η μητέρα μου ήταν με τα παλιά τα ρούχα τα μακεδόνικα. Η αδερφή μου και αυτή φορούσε τέτοια. Και εγώ φορούσα πάλι τέτοια ρούχα. Ήταν πάρα πολύ ωραία. Ήταν κάποιος διοικητής εδώ πέρα στο χωριό τον καιρό εκείνο και ήταν και ένας θειός μου. Γαβότσης λέγεται. Είναι γιατρός τώρα. Πρόεδρος του χωριού ήταν ο γιος. Ήταν -πώς λέγεται;- δήμαρχος ο πατέρας του. Εγώ πάνω στη σκηνή τους έβλεπα και κλαίγανε. Πάρα πολύ ωραία παίξαμε. Δηλαδή, ο σκηνοθέτης μας το τι μας τυράννησε! Πάρα πολύ, για να παίξουμε ωραία.
Μετά αυτό κόπηκε, δηλαδή τελειώσαμε το αυτό. Μετά από 3-4-5 χρόνια -πόσο ήταν;- με κάλεσαν εμένα να πάω στην οικοκυρική. Τελείωσε μετά αυτό. Δεν μπόρεσα. Μόνο έβγαλα το δημοτικό. Ήμουν και καλή μαθήτρια. Με 9 το πήρα το απολυτήριο. Ήμουν σε όλους τους χορούς πρώτη, στη γυμναστική. Λίγο στα μαθηματικά δεν ήμουν γερή όπως ήταν τα αδέρφια μου. Λίγο δυσκολευόμουν στα μαθηματικά, αλλά ήθελα όμως να πάω να γίνω γιατρός. Ήθελα να γίνω γιατρός! Ή τραγουδίστρια ή γιατρός. Ένα από τα δύο αυτά.
Άρα, αν σας δινόταν η ευκαιρία να σπουδάσετε, μάλλον-
Θα πήγαινα, θα πήγαινα. Και ο αδερφός μου ήταν. Δεν ήταν όπως ήταν η μεγάλη μου αδερφή, η Αρετή. Καλή μαθήτρια ήταν, γερή στα μαθηματικά, γιατί ο πατέρας μου ήταν πολύ καλός στα μαθηματικά. Ήθελε και αυτή να σπουδάσει, αλλά δεν μπόρεσε, αλλά ο αδερφός μου σπούδασε. Και στα γαλλικά τον στείλαμε. Έμαθε και γαλλικά. Εκτός στο σχολείο, έκαναν τότε γαλλικά στη Θεσσαλονίκη. Στα λεμονάδικα πήγαινε -στη Συγγρού εκεί πήγαινε- σε αυτό το γυμνάσιο. Πήγαινε και ήταν τόσο καλό παιδί που η καθηγήτρια αυτή εκεί που είχε, η μαντάμ Μοσάν, και ο γιος της, ήταν τόσο ήσυχος ο αδερφός μου που μετά, στο τέλος, δεν μας έπαιρναν και χρήματα. Τον αγαπούσαν πάρα πολύ, γιατί ήταν καλό παιδί και πήγαιναν κάτι άλλα παιδιά που δεν ήτανε. Σπούδασε και ήξερε και γαλλικά ο αδερφός μου. Μετά πήγε σπούδασε χημικός.
Είπατε ότι στο σχολείο είχατε εσείς βιβλία, αλλά δεν είχαν πολλοί-
Δεν είχαν τα άλλα τα παιδιά, ναι.
Τα βιβλία αυτά τα παρείχε το κράτος;
Όχι, δεν τα έδινε το κράτος. Τα αγοράζαμε, τα αγοράζαμε. Επίσης, στο σχολείο δεν είχαμε ξύλα. Όταν πήγαινα εγώ στο σχολείο δεν είχε ξύλα. Και του πατέρα μου αδερφός του έλεγαν να κάνει… Πώς λέγονται αυτοί τώρα βρε παιδιά; Και εγώ λίγο ξεχνάω. Είναι που είμαι και στην ηλικία αυτή. Για να πάει στο σχολείο... Αυτοί που πηγαίνουν και κάνουν… Πώς τους λένε; Μου διαφεύγει. Που πάνε οι γονείς τώρα -πώς λέγονται;- που παρακολουθούν τα παιδιά στο σχολείο; Να είναι αυτός εκεί πέρα στο σχολείο σαν επιβλέπων, σαν… Πώς είναι τώρα πού πηγαίνουν, πώς τους λένε αυτούς; Τώρα μου διαφεύγει.
Να φανταστείς που δεν είχε ζέστη στο σχολείο και είχε το φορτηγό και μίλησαν με τον πατέρα μου… Δεν υπήρχε. Ένα φορτηγό ήταν εδώ στο χωριό δεν υπήρχε άλλο. Πήρε εκείνα τα ξύλινα -όχι ξύλινα, σιδερένια- από πάνω με ένα σχέδιο. Ήταν εξατάξιο το χωριό, το δημοτικό. Εξατάξιο και το νηπιαγωγείο. Τα μικρά νήπια και τα μεγάλα. Και τα ξύλα τα αγοράζαμε και τα κάναμε δωρεά στο σχολείο για να ζεσταθούν, να ζεσταθούμε εμείς τα παιδιά που πηγαίναμε στο σχολείο.
Και εκείνα τα χρόνια και πιο παλιά οι δάσκαλοι δεν ήταν δημόσιοι υπάλληλοι. Γιατί και πολλοί φύγανε στην Αμερική, όπως έφυγε από δω ο ξάδελφος του παππού μου και ο παππούς μου, που πήγαν στην Αμερική. Αυτό. Το σχολείο δεν είχε πόρους και για αυτό πηγαίναμε και τραγουδούσαμε τη χελιδόνα. Την 01/04.
«Χελιδόνα έρχεται, απ'τη Μαύρη Θάλασσα.
Θάλασσα επέρασε, τη φωλιά θεμέλιωσε.
Μάρτη-Μάρτη βροχερέ και Φλεβάρη χιόνερέ.
Τα πουλάκια κελαηδούν και τα δένδρα όλα ανθούν.
Ζώα, άνθρωποι, πουλιά. Χαίρονται με την καρδιά.
Και καλή νοικοκυρά, δώστε μας 5-6 αυγά.»
Και μας έδιναν αυγά και άλλοι, αν είχαν λεφτά, μας έδιναν λεφτά. Αυτά τα έπαιρναν στο σχολείο για να κάνουν κάτι στο σχολείο και να πάρουν και οι δάσκαλοι, αν περίσσευε κάτι. Γιατί το σχολείο δεν είχε πόρους από το κράτος εκείνα τα χρόνια.
Δηλαδή, η χελιδόνα τι ακριβώς ήταν; Ήταν έθιμο;
Ναι, ήταν έθιμο. Για την άνοιξη το έκαναν αυτό. Όταν ήταν άνοιξη. Σου λέω, 01/04. Ήταν ένα ξύλο, μια χελιδόνα ξύλινη. Εγώ πάντα την έφτιαχνα αυτήν την χελιδόνα. Δεν μπορούσαν να τη φτιάξουν. Τη τραβούσες και η χελιδόνα γύριζε. Στο καλάμι επάνω ήταν και την τραβούσες τη χελιδόνα και η χελιδόνα γύριζε. Και τραγουδούσαν τα παιδάκια. Τα αγόρια πηγαίναν από τη μία άκρη του χωριού και τα κορίτσια πήγαιναν από την άλλη άκρη. Και ποιος θα μάσει πιο πολλά αυγά τρέχαμε. Μετά είχαμε κάτι του σταυρού, όταν ήταν η γιορτή του Σταυρού. Είχαν φέρει από τα Ιεροσόλυμα ο παππούς μου. Ο παππούς μου, ο Χατζηαποστόλης Τσακίρης, είχε φέρει ένα στρογγυλό ένα σαν στεφάνι και στη μέση ήταν ένας σταυρός. Όλο άγιοι ήταν γραμμένοι. Από τα Ιεροσόλυμα τα είχανε φέρει. Δύο, ένα για τα αγόρια, ένα για τα κορίτσια. Αυτό πάλι γινόταν για να βοηθήσουν το σχολείο και πάλι πηγαίναμε και τραγουδούσαμε τον Σταυρό. «
Τον σταυρό σου Δέσποινα» - τώρα δεν μπορώ να το θυμηθώ. Δεν το θυμάμαι καλά τώρα αυτό-. Τραγουδούσαμε και πηγαίναμε μαζεύαμε πάλι αυγά. Μας έδιναν αυγά και χρήματα. Αυτά ήταν για το σχολείο. Αυτό είχαμε στο σχολείο και μου άρεσε πάρα πολύ. Έτσι, το περίμενα! Και όταν ερχόταν μετά που μεγάλωσα και μεγάλη που ήμουν κοπέλα 16-15 χρονών, έρχονταν τα παιδιά και δε μπορούσαν να τη φτιάξουν τη χελιδόνα. Τους την έφτιαχνα εγώ. Λέω: «Άντε, αφήστε να τη γυρίσω και εγώ». Και εγώ τη γύριζα και γύριζε. Ξέρεις τι ωραία; Πολύ ωραία ήταν η χελιδόνα. Είχαμε πολλά έθιμα έτσι παλιά. Από την αρχαία Λητή αυτά τα είχαμε. Από εκείνα τα χρόνια.
Τα αυγά το σχολείο τι τα έκανε;
Τα περνάνε. Τα πουλούσαν για να πάρουν λεφτά για το σχολείο. Ό,τι θέλανε, ό,τι χρειαζόταν. Τι χρειαζόταν στο σχολείο; Και μερικά παίρνανε και οι δάσκαλοι, γιατί τα χρόνια εκείνα ο δάσκαλος δεν ήταν δημόσιος υπάλληλος. Όπως η γιαγιά μου, η Δέσποινα που ήταν δασκάλα, δεν είχε… Έτσι και παντρευόταν… Δύο χρόνια -δύο ή τρία χρόνια μου είχε πει- δίδαξε στον Λαγκαδά γιατί ήταν Θεσσαλονικιά και τρία χρόνια μόλις παντρεύτηκε τον παππού μου, που ήταν πλούσιος και ωραίος ήταν και μορφωμένος, είχε τελειώσει Γαλλική Εμπορική Σχολή στη Θεσσαλονίκη… Ήταν οικότροφος. Τον είχε στείλει ο πατέρας του Χατζημήτσου. Ο Χατζηαποστόλης έστειλε τον γιο του, τον Χατζημήτσο τον Τσακίρη, τον έστειλε στην Γαλλική Εμπορική Σχολή. Ήταν μια του Νούκα. Και έχω και το απολυτήριό του. Την παντρεύτηκε και τις γυναίκες τις σταματούσαν. Σου λέει: «Θα κάνεις παιδιά -αυτό μου έλεγε η γιαγιά μου- θα κάνεις παιδιά και το μυαλό σου θα είναι στα παιδιά». Οπότε τις σταματούσαν και δεν τις έπαιρναν στο σχολείο. Και να μεγάλωναν τα παιδιά, δεν τις έπαιρναν.
Και μάλιστα, είχαν έρθει δύο συμμαθήτριές της από τη Θεσσαλονίκη και μου είχαν πει ότι ήταν πολύ όμορφη -την έχω φωτογραφία θα τη δεις- και πολύ έξυπνη ήταν, πάρα πολύ έξυπνη ήταν. Ήταν δύο, η γιαγιά μου ήταν πιο… Τότε στο σχολείο οι δασκάλες μαθαίναν και… Μας έραβε και ρούχα. Ήταν πρώτη και στη ζωγραφική. Έκανε κάδρα και την έβαλαν αυτοί 10 με οξεία. Εκείνοι τη βάλανε 10 για να μην αδικήσουν - την άλλη τη φιλενάδα της. Και είπαν αυτές οι δύο οι συμμαθήτριες ότι ήταν πάρα πολύ έξυπνη και πολύ όμορφη και παντρεύτηκε. Η άλλη όμως είχε παντρευτεί. Η μία ήταν δασκάλα, η άλλη ήταν πλουσιοκόριτσο στη Θεσσαλονίκη. Αυτές καθόταν στον Λευκό Πύργο. Εκεί ήταν οι Έλληνες, τον καιρό εκείνο - οι Έλληνες και οι Χριστιανοί. Εκεί καθόταν η γιαγιά μου. Ήταν το σπίτι της Νικηφόρου Φωκά με Τσιμισκή γωνία. Έβγαινες ίσια και ακριβώς ευθεία θα έβλεπες από την Τσιμισκή τον Λευκό Πύργο. Εκεί ήταν -το χαμηλό- και πηγαίναμε μικρά στη γιαγιά τη Μαριγώ - η μόνη που ήταν Θεσσαλονικιά. Βέρα Θεσσαλονικιά ήταν. Αυτή η φιλενάδα της -η άλλη η συμμαθήτρια- παντρεύτηκε. Την είχαν σταματήσει. Μετά την πήραν, είχε ένα μέσον, γιατί δεν έκανε παιδιά, συγχωρέθηκε ο άντρας της και έγινε δασκάλα. Ήταν δύο ωραίες κυρίες και ήρθαν να δουν τη γιαγιά μετά από πολλά χρόνια, γιατί δε μπορούσαν να έρθουν να ανταμώσουν, γιατί δεν υπήρχε μέσο για να έρθουν. Έπρεπε να έρθουν πρωί-πρωί και να φύγουν το μεσημέρι, ενώ ερχόταν το απόγευμα-βράδυ, αργά. Πολύ δύσκολα ήταν για να έρθουν. Είχαν έρθει και τη βρήκαν.
Αυτά ήταν τα παιδικά μου χρόνια, δηλαδή που… Κι άλλα πολλά μου έλεγε η γιαγιά μου, γιατί έμενα μαζί της εγώ πολλά χρόνια. 19 χρόνια μαζί στο ίδιο σπίτι. Οι αδερφές μου παντρεύτηκαν κι εγώ έμεινα μαζί με αυτή. Μου τα έλεγε αυτά όλα και όλα τα έθιμα του χωριού μου τα έλεγε. Της άρεζε η Λητή. Μάλιστα, την είπα: «Γιαγιά, πώς ήρθες εσύ εδώ πέρα στο χωριό από τη Θεσσαλονίκη; Και ήρθες εδώ μες στο χωριό, δεν υπήρχανε…». Ήταν όμορφο όμως. Ωραίο το χωριό, δεν μπορώ να πω. Εμένα μου άρεσε όπως ήταν τα παλιά τα σπίτια. Τώρα δεν μου αρέσει γιατί τα κατεδαφίσαν όλα. Και μου λέει: «Καλέ, εγώ τον άγαπησα τον παππού σου. Ήταν ωραίος και πλούσιος και για αυτόν τον πήρα», «Είσαι υπέρ συμφέροντος», λέω. Αυτά μου έλεγε. Τώρα ό,τι θέλεις, πες μου κι άλλα. Ρώτησέ με.
Είπατε ότι πηγαίνατε και στη Θεσσαλονίκη, στη γιαγιά;
Ναι, πηγαίναμε στη γιαγιά, τη Μαριγώ -την έχω και στη φωτογραφία- για να πάει να δει τη γιαγιά, τη μαμά της, εκεί πέρα. Μάλιστα, από εκεί πέρασα τώρα τελευταία και είναι γωνιακό το σπίτι και ακριβώς από πίσω είχαν και κοτούλες. Δεν υπήρχε η Χ.Α.Ν.Θ., μετά έγινε. Η Χ.Α.Ν.Θ. έγινε πολύ παλιά, όταν ο άνδρας μου, που ήταν Θεσσαλονικιός, μου είπε ότι πήγε και δούλεψε. Φέρανε ό,τι μπακιρένιο είχαν, ό,τι έβρισκαν στο δρόμο και πήγαιναν μικρά παιδάκια και έφερναν τις πέτρες για να κτιστεί η Χ.Α.Ν.Θ. Για αυτό το ξέρω αυτό. Από εκεί και πέρα δεν υπήρχαν σπίτια -από της γιαγιάς μου-. Ακόμη μια πολυκατοικία στη γωνία. Όχι πολυκατοικία, σπίτι. Τώρα έγιναν αυτές οι πολυκατοικίες, αλλά από πίσω πλευρά ακόμη έχει μια αυλή. Δηλαδή, άφησαν σαν πρασιά και μεγαλούτσικο είναι και λέω: «Αχ, εδώ ήταν τα κοτοπουλάκια». Πηγαίναμε με τη γιαγιά μου από εδώ, με τη γιαγιά τη Δέσποινα, πηγαίναμε. Ήθελε παραλία για να θυμηθεί και την παραλία.
Μάλιστα, όταν πια γέρασε -έγινε 86 χρονών- είχε πάθει Αλτσχάιμερ, παρ’ όλο που ήταν τόσο έξυπνη. Την είχαμε πει: «Είχε 400 δράμια μυαλό». Τόσο έξυπνη ήταν! Και έλεγε: «Καλέ το βουλεβάρτο», «Ποιο είναι το βουλεβάρτο;», την έλεγα. Το ιπποδρόμιο, στον Άγιο Κωνσταντίνο που υπήρχε ιπποδρόμιο. Και τώρα που περνάω από τον Βαρδάρη στην έκθεση που είναι το σιντριβάνι. «Εγώ στο σιντριβάνι -όλα τα παλιά θυμόταν και δεν με άφηνε να κοιμηθώ το βράδυ- εγώ στο σιντριβάνι πήγαινα εκεί πέρα με τις φιλενάδες μου και κατεβαίναμε και μετά πηγαίναμε», έλεγε και πώς πήγαν οι Τουρκαλάδες. Υπήρχαν Τούρκοι και πήγαν να τις πιάσουν για να τις φιλήσουν. Ήταν κοπέλες -συμμαθήτριες- και ήταν με τη μητέρα της. «Μεχμέτ, αφέντη», λέει τους είπε η μάνα της για να τις αφήσουν και να μην τις πειράξουν. Αυτά τα θυμόταν και λέω: «Πού είναι τώρα η γιαγιά μου να δει που έβαλαν το συντριβάνι». Το στήσανε τώρα το συντριβάνι, δεν υπήρχε. Το είχαν πάρει το σιντριβάνι από εκεί. Όλα αυτά τα θυμόταν που έπαθε το Αλτσχάιμερ και θυμόταν τα παλιά. Ωραία χρόνια ήταν, πέρασα πολύ καλά χρόνια και με τους γονείς μου και με τους παππούδες μου. Δόξα τω Θεώ, δεν πεινάσαμε, ήμασταν καλά.
Αλλά και πολύ βοήθησε ο πατέρας μου, ο παππούς βοήθησε πάρα πολύ. Πάρα πολύ. Έκαναν και πολλές δωρεές. Έκαναν και το σχολείο. Αυτό το σχολείο, το δημοτικό, το έκαναν ο παππούς, μετέπειτα, όχι ο πατέρας του, Ο Δημήτρης Τσακίρης, ο Χατζηδημήτριος Τσακίρης - έτσι έγραφε. Το έκαναν το σχολείο και μπήκαν κλέφτες να μας πάρουν τα χρήματα στο σπίτι. Αλλά την ώρα εκείνη η γιαγιά τελείωσε από το μύλο, που έκαναν τον λογαριασμό με τον μπαμπά μου, πήγε στο σπίτι, είδε τις λάμπες αναμμένες, φώναξε τον παππού τον Χατζημήτσο και πήγαν στο σπίτι. Ευτυχώς δεν πρόλαβαν! Αλλά δεν μπορούσαν να τα βρουν τα λεφτά εκεί που τα είχαμε. Τα είχαμε κάτω στην αυλή. Γιατί ήταν τρία πατώματα αυτό το σπίτι, το αρχοντικό. Μεγάλο! Και είχε και κάτω ακόμη ένα υπόγειο. Δύο πατώματα, υπόγειο και ακόμη ένα που έβαζαν τα τυριά και αυτά για ψυγεία. Δεν υπήρχαν τότε ψυγεία. Εκεί πέρα κάτω, στην αυλή από κάτω, είχαν κάνει ένα κοτέτσι, γιατί ήταν με κολώνες το κάτω μέρος και ήταν ανοιχτό. Εκεί είχαν κάτω τα κοτόπουλα και μέσα στο πανέρι εκείνο το κοφίνι -κoφίνι, έτσι τα λέγαμε- το ψάθινο, κάτω-κάτω είχαν βάλει τα λεφτά. Και ήταν πολλά λεφτά, δεν ήταν λίγα. Και έκανε αυτό το σχολείο της Λητής. Είχε κάνει -εκτός από την εκκλησία- τις δωρεές, που είχαν φέρει, τα υπόλοιπα αυτά, τις εικόνες, τα εξαπτέρυγα. Αυτά όλα τα είχαν φέρει στη Λητή, αλλά τώρα όμως τα πήραν. Τα πήραν όλα και πάρα πολύ με στεναχωρεί.
Τώρα τελευταία πήραν και μια άλλη εικόνα από εκεί, τέλος πάντων, που είναι ο Χριστός ο Εσταυρωμένος σε βελούδο και όλο χρυσοκέντητος. Μόνο δύο υπάρχουν, ένα εδώ στη Λητή… Αυτό το έφεραν από τα Ιεροσόλυμα από ένα ρωσικό μοναστήρι που ήταν μία οσία Μελανία και έχει κάνει αυτή μοναστήρι και υπάρχει οσία Μελανία εκεί πέρα. Η βαφτισιμιά μου, που την έχω βαφτίσει και είναι καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο, με ρώτησε και της είπα ότι: «Υπάρχει μία οσία Μελανία που ήταν συγγενής του παππού σου που εκείνη τους πήγε και πήραν αυτά όλα -τι έφεραν;- για το χωριό». Το χωριό μας έχει πολύ μεγάλη ιστορία, είναι από αρχαιοτάτων χρόνων. Δηλαδή, όλοι ντόπιοι, όλοι Μακεδόνες ήταν.
Είπατε ότι ο πατέρας σας είχε αλευρόμυλο σε αυτό το χωριό; Εσείς δουλέψατε εκεί πέρα;
Εγώ δούλεψα όταν ο πατέρας μου πια αρρώστησε. Μετά δεν είχαμε. Ήταν πια μεγάλος ο πατέρας μου. Πέθανε ο παππούς ο Χατζημήτσος. Μας φορολόγησαν πάρα πολύ, όλα αυτά εδώ πέρα, και είχαμε πληρώσει πολλά. Να πω το ποσό;
Ναι, αν-
Ναι, να το πω. Τον καιρό εκείνο -δηλαδή το ’51 πέθανε- μας ήρθε μια εφορία 120.000 δραχμές. Ήταν πολλά τα λεφτά. Μετά ανοίξανε οι κυλινδρόμυλοι. Δεν είχαμε τόση δουλειά. Ο πατέρας μου, δεν μπορούσε. Όλοι οι άλλοι φύγανε. Μετά άνοιξαν δουλειές. Πήγαν στη Θεσσαλονίκη. Άλλοι πήγαιναν αλλού για να μπορέσουν να κάνουν μια σύνταξη. Οπότε ο πατέρας μου είχε μόνο τον αλευρόμυλο. Μέχρι που να παντρευτώ και εγώ, να πάει να τελειώσει ο αδερφός μου να σπουδάσει, έκανε ζωοτροφές. Ζωοτροφές έκανε. Αρρώστησε ο πατέρας μου, ο αδερφός μου πήγε φαντάρος, δεν μπόρεσε… Ποιος θα το δουλέψει; Με της αδερφής μου τον πεθερό, που τον είχαμε παλιά υπάλληλο, τον πήραμε. Τον είχα αυτόν και μαζί δουλέψαμε. Δούλεψα 3 χρόνια εκεί. Βέβαια, όταν μπορούσα τον βοηθούσα τον πατέρα μου, γιατί εγώ δεν ήμουν μόνο στον μύλο.
Μετά μεγάλωσα και πήγα και στη Θεσσαλονίκη. Δούλεψα και στη Θεσσαλονίκη και ο πατέρας μου μετά περίμενε τον αδερφό μου, ο αδερφός μου ήρθε, το δούλεψε κάνα 3-4 χρόνια, 5 -πόσο; Δεν θυμάμαι- ώσπου, να βρει μια δουλειά. Βρήκε δουλειά και πήγε υπάλληλος και δούλεψε χημικός. Εγώ πήγα στη Θεσσαλονίκη, εκεί δούλεψα πρώτα σε ένα με παπούτσια. Ήταν στη Θεσσαλονίκη. Αυτό ήταν τρία πατώματα στο Καραβάν Σαράι, λεγόμενο. Τότε το λέγαμε Καραβάν Σαράι αυτό το κτίσμα. Εκεί δούλεψα στο παπουτσάδικο.
Μετά είχαμε πάρα πολλά χιόνια. Στο 10ο χλμ. από τη Θεσσαλονίκη μας άφησε ένα βράδυ ο οδηγός γιατί ήταν και μικρά τα λεωφορεία. Ήταν εκείνα τα πολύ παλιά τα λεωφορεία. Δεν μπορούσε να προχωρήσει. Έχει πάρα πολύ χιόνι το Δερβένι εκεί που είναι οι τάφοι. Εκεί ακριβώς μαζεύει πάρα πολύ χιόνι. Ο οδηγός μας λέει: «Ρε παιδιά, γυρίστε πίσω. Πού θα πάτε; Δε μπορείτε να πάτε στο χωριό». Περπατήσαμε 10 km από το Δερβένι μέχρι τη Λητή με τα πόδια. Είχα παγώσει.
Ήμασταν καμιά 2 κοπέλες και 6 αγόρια. Ο ένας αρρώστησε μάλιστα τώρα και μόλις πήγα στο σπίτι μου λέει ο πατέρας μου: «Μην πας να δουλέψεις. Φτάνει τόσο. Άστο και θα δούμε τι θα κάνεις. Άστο μη γίνει». Εγώ ξαναπήγα στη Θεσσαλονίκη, συνέχισα εκεί να δουλεύω. Πήγα. Έγινε ο στρατιωτικός νόμος. Δεν μπορούσαμε να έρθουμε. Ώσπου να προλάβουμε να πάμε στο λεωφορείο, μείναμε στο πρακτορείο εκεί πέρα.
Μετά σταμάτησα εκείνη τη χρονιά. Μετά, όλα τα κορίτσια από το χωριό, άλλες πήγαιναν τότε υπηρέτριες στα σπίτια στους Εβραίους. Οι φίλες, όλες οι συμμαθήτριές μου ήταν φτωχοκόριτσα. Η μια ήταν καλά, αλλά πήγε να δουλέψει. Ο πατέρας της ήταν τσαγκάρης εδώ, καλός τσαγκάρης. Οι άλλες ήταν ορφανές. Αυτές πήγαν, δούλεψαν στα σπίτια και εγώ δεν είχα παρέα. Λέω του μπαμπά, του πατέρα μου: «Εγώ θα πάω. Εγώ θα πάω να δουλέψω», «Τι θέλεις να πας να δουλέψεις;». Ακόμη, όμως, το είχαμε εκείνον τον μύλο. Ο αδερφός μου: «Εδώ κάτσε, εδώ. Θα βοηθήσεις, θα κάνεις». Θα δούμε τι θα κάνω. «Όχι, εγώ δεν θέλω ξανά. Δεν θέλω. Θέλω να πάω».
Ξαναπήγα. Με πήρε η φιλενάδα μου, που αυτή δούλευε στο εργοστάσιο αυτό και παράλληλα κοιμόταν στο σπίτι του αφεντικού για τα παιδιά το βράδυ που πήγαιναν αυτοί στη λέσχη. Με πήρε και εμένα. Πήγα κι εγώ εκεί. Ήταν σαπωνοποιείο, «Σαπωνοποιείο Λεών». Κάπου εκεί προς το αυτό… Έχει και ένα τραγούδι. Αυτό ήταν το παλιό Φιξ κάπου εκεί πέρα. Εκεί δούλεψα καλά. Ήμουν καλά. Ευχαριστημένη. Ήταν και πολλά παιδιά από το χωριό. Πολλοί και μεγάλοι. Πιο μεγάλοι, πολύ πιο μεγάλοι από εμένα και πιο μικρά παιδάκια. Ορφανά ήταν αυτά.
Στο σαπωνοποιείο τι κάνατε;
Εμείς, τα κορίτσια, συσκευάζαμε τα σαπούνια στα κιβώτια, ενώ αυτοί -τα αγόρια- δούλευαν σε βαριές δουλειές. Εμείς δεν ήμασταν για βαριές δουλειές, κατάλαβες; Εκεί. Ήμουν ευχαριστημένη, καλά. Αλλά, μετά όμως χώρισαν τα αδέρφια και έκλεισε το εργοστάσιο. Το είχε αυτός ο μεγαλύτερος -ήταν μεγάλος, κάπου 84 χρονών- αυτός το έκλεισε και όλοι φύγαμε.
Μετά δεν δούλεψα για πόσο καιρό. Η αδερφή μου έγινε μοδίστρα. Δούλευε. Ήταν εδώ στο χωριό. Μετά έφυγε, πήγε στη Θεσσαλονίκη. Στη Θεσσαλονίκη που πήγε ήθελε να νοικιάσει ένα σπίτι. Η ξαδέρφη μου ήταν ορφανή. Μπήκαν τότε οι αντάρτες που έρχονταν και έφυγε με μια άλλη κοπέλα, 9 χρόνων, με τα πόδια από τη Λητή -15 χλμ.- στη Θεσσαλονίκη. Και πήγε -ήταν πανέξυπνη- πήγε, βρήκαν σπίτι και πήγαν υπηρέτριες. Αλλά ήταν εκεί πού πήγε αυτή ήταν πάρα πολύ καλή αυτή η Εβραία. Η αδερφή μου πήγαινε και τους έβλεπε εκεί πέρα και της λέει: «Έλα εδώ να δουλέψεις στη Θεσσαλονίκη. Θα σε συστήσω εγώ σε όλες τις Εβραίες». Η αδερφή μου ήταν από μένα 10 χρόνια πιο μεγάλη - η μεγαλύτερη. Η άλλη η μικρή ήταν 8,5 χρόνια πιο μεγάλη -η δεύτερη- και εγώ ήμουν η τρίτη.
Εσείς τότε που δουλεύατε;
Εγώ δεν δούλευα - τώρα θα σου πω. Η αδερφή μου τη σύστησε στις Ισραηλίτισσες και έραβε εκεί πέρα. Εγώ μετά πήγα και δούλεψα πάλι πωλήτρια σε ένα κατάστημα ρούχων. Και τη λέω: «Ρε αδερφή, να νοικιάσουμε ένα σπίτι». Γιατί πολύ δύσκολα ήταν. Δεν υπήρχαν, είπαμε, τα λεωφορεία. Τρεις φορές την ημέρα είχε λεωφορείο. Γυρίζει η Εβραίισσα και λέει... Αυτή δεν είχε συγγενείς. Mόνο είχε τον άντρα της και τα τρία παιδιά. Ο ένας ήταν από μένα ένα χρόνο μεγαλύτερος και τα άλλα ήταν πιο μικρά. Λέει -και μάλιστα το είπε και στα ισπανικά: «Dio Santos! Τι θέλεις να πας να δουλέψεις; Τι θέλετε να νοικιάσετε σπίτι; Εγώ δεν έχω αδέρφια». Τον αδερφό της τον πήραν οι Γερμανοί και τη μάνα της και έναν αδερφό είχε. Ούτε ο Σαλβατόρ, ο άντρας της, είχε συγγενείς. «Έχουμε τόσο μεγάλο…», είχαν ένα σπίτι. Αυτοί το κτίσανε στην Αγίας Σοφίας, στην πλατεία εκεί πέρα -πάνω- και ήταν γωνιακό. «Εδώ να έρθεις, εδώ να έρχεσαι, εδώ. Εφόσον πηγαίνεις, εγώ θέλω παρέα».
Και η αδερφή μου. Εγώ θύμωνα, βέβαια, δεν ήθελα. Εγώ ήθελα... Μου άρεζε το χωριό. Ήθελα εκεί πέρα. Και μετά, πριν πιάσω δουλειά, πήγαινα εκεί και πολλές φορές η αδερφή μου ήταν στο μεροκάματο, γιατί έραβε στα σπίτια. Αργούσε να έρθει. Η ξαδέρφη μου έβγαινε έξω. Είχε έναν. Ήταν αρραβωνιασμένη. Και καθόμουν εγώ με τα παιδιά και μου έλεγαν πολλές ιστορίες και μου άρεσε. Αλλά παράλληλα Σάββατο και Κυριακή ερχόμουν στη Λητή. Ήθελα εδώ στο χωριό, στις φιλενάδες μου. Η αδερφή μου όμως καθόταν εκεί. Καθόταν εκεί. Περάσαμε πολύ καλά.
Μετά με έβαλε και ο γαμπρός μου. Μετά παντρεύτηκε η αδερφή μου, πήρε έναν από εδώ χωριανό. Τον περίμενε πολλά χρόνια, από το δημοτικό. Και με έβαλε… Είχε σπουδάσει και με έβαλε... Ήταν στον Ο.Α.Ε.Δ. και με βρήκε δουλειά. Πήγα δούλεψα, δούλεψα σε πολλές δουλειές. Με έβαλε σε αυτό το κατάστημα. Μετά με έβαλε σε ενα Piccolino -και ακόμη είναι αυτό- αλλά δεν πήγα. Μετά ξαναπήγα σε ένα άλλο που πουλούσε πάλι παπούτσια. Μετά πήγα στη Μέλισσα. Ήταν η Μέλισσα. Ήταν πολύ μεγάλο κατάστημα αυτό. Μετά αρραβωνιάστηκα, σταμάτησα για ένα διάστημα και αυτά έκλειναν τα μαγαζιά και πολλοί δεν μας έβαζαν τα ένσημα, δεν μας έβαζαν ένσημα και θυμώναμε και φεύγαμε εμείς. Δεν μας ασφάλιζαν.
Στο σπίτι των Εβραίων που πηγαίνατε, πληρωνόσασταν;
Όχι καθόλου, αλλά μας έκανε χαρτζιλίκια. Όταν πήγαινε στο Ισραήλ, μας έφερναν δώρα. Τα παιδιά όταν πηγαίναν στο Λονδίνο -ο μεγάλος βέβαια, τα αλλά ήταν μικρά- πάντα μας έφερνε δώρα και εμένα και την ξαδέρφη μου και την αδελφή μου, την Αρετή, και εμένα. Εγώ θυμάμαι τελευταία μου είχε φέρει -τότε δεν ήταν έτσι τόσο τα καταστήματα στη Θεσσαλονίκη- μου είχε φέρει κάτι παντόφλες χρυσές, αυτές που μπαίνει το δάχτυλό -τις σαγιονάρες- αλλά σε δέρμα και μια τσάντα βινύλ για την αγορά. Όλοι με κοίταζαν στη Θεσσαλονίκη που δούλευα. Με ρωτούσαν από πού την πήρα. Από το Λονδίνο, όταν έγιναν οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες, στο Λονδίνο που είχαν γίνει.
Ήμασταν σε αυτό το σπίτι. Ό,τι θέλαμε, κάναμε. Μας έδινε πάντα χαρτζιλίκι. Όταν τα παιδιά γιόρταζαν, είχανε κόσμο. Ήταν σιδηρέμποροι αυτοί. Και πολλοί δούλεψαν εκεί πέρα στο σπίτι αυτουνού. Από δω ένας ξάδερφος, τον έβαλε η ξαδέρφη μου να δουλέψει και κάποιον θείο μου. Ναι, και κάποιον θείο. Ένας θείος μου και εκείνος δούλεψε, ήταν κτίστης, αλλά είχε πρόβλημα με τα χέρια του και τον έβαλαν εκεί πέρα και δούλευαν υπάλληλοι. Ήταν στο μύλο, στο μαγαζί.
Θέλετε να ξαναγυρίσουμε λίγο στον αλευρόμυλο; Γιατί δεν κατάλαβα ακριβώς τι κάνατε εσείς εκεί πέρα.
Εγώ μόνο, γιατί ήμουν μικρή όταν δούλευε η αδερφή μου, η Χαρίκλεια. Όταν μεγάλωσα εγώ και τον καιρό εκείνο που πήγαινα και στην Οικοκυρική Σχολή, πήγαινα και βοηθούσα. Βοηθούσα να ζυγίσω, να γράψω. Ποιος έφερε; Ποιος πήρε; Να πληρωθώ, κατάλαβες; Ήταν ο πατέρας μου και ο υπάλληλος. Έναν υπάλληλο μόνο είχαμε, τον πεθερό. Μετά έγινε πεθερός της αδερφής μου, της Χαρίκλειας. Έγινε πεθερός και πήρε τον γιο του. Τον αγαπούσε. Τον αγάπησε και τον πήρε. Αυτή τη δουλειά έκανα. Ο πατέρας μου είπαμε ότι ήταν φιλάσθενος. Μετά ήρθε ο αδερφός μου που ήταν φαντάρος. Εγώ σταμάτησα να δουλεύω. Δεν δούλεψα εκεί πέρα ξανά και έφυγα στη Θεσσαλονίκη, όπως είπα.
Σε τι ηλικία φύγατε Θεσσαλονίκη;
Στη Θεσσαλονίκη έφυγα καμιά 16 χρονών. Τόσο. 16 χρονών ήμουν. 16 στα 17 πήγα, γιατί δούλευα εδώ πέρα. Ήμουν εδώ. Έραβε και η θεία Αρετή και βοηθούσα. Παράλληλα, πήγαινα και στην αδερφή μου να τη βοηθήσω. Όταν σχολούσα από τη δουλειά εγώ, πήγαινα στα σπίτια που έκανε η αδερφή μου. Καθόταν περισσότερο, δούλευε για να βγάλει δουλειά. Ήθελε να τελειώσει για να πάει που την περίμεναν την άλλη μέρα. Και η Εβραία τη μάλωνε: «Άστα, παράτα τα», «Μα, δεν μπορώ. Με περιμένουν κι άλλοι να πάω. Έδωσα τον λόγο μου». Όχι, περάσαμε...
Πάρα πολύ καλοί άνθρωποι ήταν. Και στα Ιεροσόλυμα που πήγαιναν, πάντα… Πήγε την πρώτη φορά μόνη της, γιατί δεν μπορούσαν να φύγουν από τη δουλειά τους. Πήγε η γυναίκα, η κυρία Άντζελ. Πήγε στα Ιεροσόλυμα, μας έφερε από εκεί πέρα δώρα. Μας έφερε από το αγίασμα, μας έφερε σταυρουδάκια και τέτοια. Παρ’ όλο που δεν ήταν φανατικοί Εβραίοι. Πήγε και ο Εβραίος, ο άντρας της. Πήγε μετά από πόσο καιρό εκεί πέρα. Και όταν ήρθε είπε: «Τι πράγμα ήταν εκείνη η εκκλησία που πήγα;». Μας έφερε χώμα από τον τάφο, μας έφερε σταυρουδάκια, μας έφερε αγίασμα.
Δεν ήταν από αυτούς τους φανατικούς τους Εβραίους που δεν θέλανε... Δηλαδή, μας αγαπούσαν. Ήμασταν σαν να ήταν στο σπίτι μας. Πολύ καλύτερα από το σπίτι μας περάσαμε. Ο Θεός θα με τιμωρήσει αν πω κακό, γιατί ήταν πάρα πολύ καλοί, πάρα πολύ καλοί. Κι ακόμη σήμερα τα παιδιά μας αγαπάνε. Ήθελαν τελευταία να έρθουν. Να έρθει να δει την αδερφή μου, γιατί τον μεγάλωσε και μαζί κοιμόταν με την αδελφή μου, την Αρετή. Και ο άλλος, ο πιο μικρός κοιμόταν με τη ξαδέρφη μου στο ίδιο δωμάτιο, δύο κρεβάτια. Ήθελε να τη δει την αδερφή μου και του είπα εγώ: «Δεν μπορείς να έρθεις να τη δεις. Είναι πολύ χάλια». Είχε πάθει εγκεφαλικό. «Όχι, εγώ θέλω να τη δω». Και την ημέρα που με πήρε τηλέφωνο, εκείνη την ημέρα έχασα τον αδερφό μου και ήταν και η ξαδέρφη μου και άκουσε και αυτή. Αυτή σηκώθηκε και πήγε και τον είπε: «Σολομών, έχουμε αυτήν την ώρα…». Και δεν μπόρεσε να έρθει να τη δει την αδερφή μου. Και η αδερφή μου από τη στεναχώρια της, έφυγε, για τον αδερφό μου. Ήταν ο μικρότερος που έφυγε. Αυτά, περάσαμε πολύ καλά.
Η πρώτη σας, δηλαδή, κατοικία στη Θεσσαλονίκη ποια ήταν;
Δεν νοίκιασα, καθόλου. Θείες είχαμε, πηγαίναμε κοιμόμασταν. Αλλά εδώ ήταν στην Εβραία που έμενα εγώ τα βράδια, όταν έμεινα. Αλλά δεν μου άρεζε η Θεσσαλονίκη. Ήθελα να έρθω στο χωριό. Με τραβούσε το χωριό, γιατί είχα και πρόβλημα εδώ. Αγαπούσα κάποιον.
Θέλετε να μας πείτε λίγο περισσότερα για αυτόν τον άνθρωπο;
Να πω. Η αδερφή μου θύμωνε, γιατί εγώ ήθελα να φύγω. Και έλεγε: «Αυτή πρέπει να πάει στο χωριό. Δεν γίνεται άμα δεν πάει». Εγώ ήμουν 16. Μετά που είχα πάει στη Θεσσαλονίκη, ήμουν με τη ξαδέρφη μου, την αδερφή αυτής που κοιμόμασταν μαζί εκεί στο σπίτι. Και εκείνη δούλευε, γιατί ήταν ορφανές αυτές οι αδερφές. Και πήγαμε στην αγορά να πάρουμε -ήθελε να μάθει κοπτική-ραπτική αυτή- και πήγαμε στην αγορά να πάρουμε ένα ύφασμα. Μες το κέντρο στη Θεσσαλονίκη. Οδηγός στο πρακτορείο ήταν. Ήταν το πρακτορείο στο «Δελασάλ», το Γυμνάσιο, στην Φράγκων. Εκεί ήταν από κάτω και με βρήκε αυτός και μου είπε ότι με θέλει.
Εκείνα τα χρόνια έτσι ήταν. Δεν πηγαίναμε, δεν γυρίζαμε, δεν βγαίναμε έτσι έξω εύκολα. Πολύ δύσκολο για να βγούμε. Και μου είπε: «Είσαι μικρή. Να περιμένεις μια από τις τρεις αδερφές να παντρευτούν και να σε πάρω». Κι εγώ, αφού δούλευα, δεν είχα και σκοπό για να παντρευτώ, γιατί η αδερφή μου η Αρετή ήταν ελεύθερη. Τον περίμενε, γιατί σπούδασε. Πήγε στο γυμνάσιο αυτός, πήγε στο πανεπιστήμιο, πήγε φαντάρος, γύρισε και ώσπου να βρει δουλειά τον περίμενε. Και παντρεύτηκε η δεύτερη η αδερφή μου, η Χαρίκλεια. Εγώ έλεγα ότι: «Εγώ θα παντρευτώ; Θα έρχεται ο γαμπρός και θα είναι η αδερφή μου για εμάς να δουλεύει;». Ήταν η μεγαλύτερη και δεν ήθελα να φύγω. Εγώ περίμενα. Αυτό. Αλλά μετά που παντρεύτηκε η αδερφή μου, οι γονείς αυτουνού έμαθαν. Μας είδε εκείνη την ημέρα που μιλούσαμε. Δεν ήμασταν, μέσα στο κέντρο. Μας είδε η νύφη του και πήγε είπε την αδερφή του. Τον έκαναν αυτόν πολύ μεγάλο καυγά και δεν τον άφηναν να με πάρει εμένα. Η μητέρα του, επειδή ζήτησαν την αδερφή μου την Αρετή για τον αδερφό μου -ήταν ένα χωριό, είπαμε, από εκείνα, τους Μακεδόνες με τα κεφάλια τα παλιά- ζήτησαν την αδερφή μου και η αδερφή μου, αφού αγαπούσε τον γαμπρό μου -αυτόν που αγαπούσε- δεν τον ήθελε. Πώς θα τον έπαιρνε; Και τάχα πως την είπανε ότι επειδή ερχόταν αυτή και έπαιρνε από τον μύλο σε ένα τουρβαδάκι μικρό -γιατί ήταν πολλά αδέρφια- αλεύρι και είπε η μάνα μου ότι: «Γύφτος είναι αυτός. Τι θα τον πάρουμε τον γύφτο;». Ενώ η μάνα μου δεν είπε τέτοιο πράγμα. Μια κουτσομπόλα -ποια ήταν αυτή- πήγε και το είπε. Μετά η μάνα του το έδεσε κόμπο και είπε ότι: «Τον γύφτο δεν τον ήθελαν, τώρα αυτόν τον θέλουν;». Και δεν τον άφηναν να με πάρει. Εγώ τον περίμενα πάρα πολλά χρόνια, κάπου 14 χρόνια τον περίμενα. Και άκουγα πάρα πολλά λόγια. Πολλές φορές, ας πούμε, οι αδελφές του έτσι στον δρόμο μου μιλούσαν και άσχημα.
Στο τέλος με ζήτησαν. Μου έκαναν πολλά προξενιά. Πολλά παιδιά με θέλανε από το χωριό, γιατί ήμουν από μια καλή οικογένεια. Ήμουν και λίγο πιο καλύτερη από τις άλλες, γιατί δεν πήγαινα χωράφια, δεν είχαμε αγελάδια. Γιατί αυτές όλες δουλεύανε με τα ζώα. Και με ζήτησαν πολλά παιδιά. Με ζήτησε ένα παλικάρι. Ήταν φαντάρος. Είχαμε πολύ στρατό εδώ στο χωριό. Με ζήτησε ένας, ήταν εξ’ αναβολής, γιατί είχε σπουδάσει αυτός και ήταν πολύ ωραίο παλικάρι και λέω τη μάνα μου, εφόσον… Η μάνα μου δεν τον ήθελε αυτόν. Για να είμαι ειλικρινής, δεν τον ήθελε. Αλλά αφού τον ήθελα εγώ, τι να κάνει;
Συνέχεια μου έλεγε να πάρω εκείνον και εκείνον. Όποιος ερχόταν και με ζητούσε, όποιον ήθελε αυτή. «Όχι ρε μάνα. Όποιον θέλεις εσύ;». Τότε εγώ λέω: «Θα πάρω αυτόν», που εφόσον κατάλαβα ότι δεν μπορούσα άλλο να περιμένω και να μιλάει και το χωριό όλο για μένα. Εγώ δεν είχα τίποτα με αυτόν, δεν έβγαινα ραντεβού. «Θα πάρω αυτόν τον φαντάρο και θα πάω… Είναι από την Φλώρινα». Ήταν μοναχογιός και ήταν ευκατάστατος και είχαν σινεμά μέσα στο κέντρο. Ήταν ο μοναχογιός και καλό παιδί. Είχε πει σε έναν ξάδερφό μου για να μου το πει. Δεν ερχόταν έτσι, δεν ήταν τόσο ελεύθερα εκείνα τα χρόνια. Η μάνα μου μου είπε: «Πού θα πας καλέ; Πού θα πας; Δεν θα πάρεις εδώ από το χωριό; Θα πας στην Φλώρινα; Θα πας στου διαβόλου τη μάνα; Θα πας εσύ εκεί πέρα; Ποιος καλέ θα σε δει άμα αρρωστήσεις; Ξέρεις ένα τραγούδι; Να στο πω...», «Δεν θέλω να με πεις», εγώ της είπα. «Να σ' το πω να το ξέρεις, να το θυμάσαι. Θα πας εκεί πέρα; “Η κουνιάδα, τα προικιά της, συννυφάδα, τα παιδιά της!”. Ποιος καλέ θα σε δει εκεί πέρα; Η συννυφάδα και η κουνιάδα; Αυτό θα σε κάνω. Αυτό το πράγμα». Με κρύωσε η μάνα μου. Δεν τον πήρα αυτόν.
Μετά με έκαναν άλλο προξενιό για τον άντρα μου. Για αυτόν που παντρεύτηκα. Εγώ δεν ήθελα. Μετά ήμουν 26 χρονών και μου φαινόταν ότι ήμουν πολύ μεγάλη, γιατί όλες παντρεύτηκαν εδώ στο χωριό μικρές. Τότε τα κορίτσια 15 χρονών παντρεύονταν. Και δεν ήθελα. Είπα: «Δεν θέλω, μωρέ, να παντρευτώ». Ήμουν καλά, είχα και την προίκα μου, δεν ήθελα. Μου λέει ένας ξάδερφός μου πυροσβέστης και ένας άλλος εκεί χωριανός και συγγενείς ήμασταν μακρινοί -φίλοι ήταν με τον άντρα μου και ήταν Θεσσαλονικιός ο άνδρας μου- μου είπαν: «Θα σε κάνουμε ένα προξενιό». «Όχι, δεν θέλω, δεν θέλω». «Όχι, θα σε πάρουμε». Με πήραν - πώς με καταφέρανε; Ήταν και η μητέρα του ενός: «Να πας να παντρευτείς. Γιατί εδώ άμα παντρευτεί ο αδερφός σου θα σε σπρώχνουν. Θα σε διώχνουν από το σπίτι». Αλλά όσο, όμως, εγώ ήμουν ελεύθερη, ο πατέρας μου δεν το έδινε στον αδερφό μου το σπίτι. Ήθελε το σπίτι να το άφηνε σε μένα για να έχω πού να μείνω.
Τελικά, -πώς με καταφέραν;- πήγα τον είδα. Με έκαναν το προξενιό στη Θεσσαλονίκη. Τον είδαμε. Μετά με ξαναπήραν. Έφυγε ο άντρας μου, γιατί ήταν έμπορος. Πήγε στη Γερμανία. 3 μήνες δεν τον είχα δει, δεν με πήρε τηλέφωνο. Εκεί εγώ, δεν τον ήθελα. Δεν μου άρεσε στην αρχή. Όταν δεν με πήρε τηλέφωνο, τότε με έτσουξε - σοβαρά το λέω, δεν λέω ψέματα. Και λέω: «Αχ, αυτός δεν με πήρε». Μου λέει η μητέρα αυτού του άλλου, που είχε δίπλα το παντοπωλείο - δεν είχαμε και τηλέφωνο τον καιρό εκείνο. Δεν μας έδιναν τηλέφωνο- μου λέει η γειτόνισσα, η κυρία Θεοφανώ: «Έλα εδώ να πάρεις τηλέφωνο», «Όχι, δεν θέλω. Άσ' το. Δεν θέλω. Δεν παίρνω τηλέφωνο».
Με το ζόρι με έβαλε να πάρω τηλέφωνο. Πήρα τηλέφωνο και είχε έρθει από τη Γερμανία και είχε πει να ανταμώσουμε. Εγώ όμως: «Ποιος θα με πάει στη Θεσσαλονίκη;». Με πήγε ο γιος της με το αμάξι εκεί. Είχαν αυτοί το παντοπωλείο. Ήταν το μεγαλύτερο παντοπωλείο εδώ και πήγαμε στη Θεσσαλονίκη. Από τότε τον συμπάθησα. Ήταν καλός. Δηλαδή, ήταν ευκατάστατος. Ήταν πολύ ευγενικός. Ήταν πάρα πολύ καλός, δηλαδή, και όλοι τον σέβονταν. Όπου και να πήγαινα μετά που είχε τη δουλειά του και στην τράπεζα. Ήταν και ο αδελφός του μαζί συνέταιροι. Φέρνανε αμάξια, φέρνανε τέτοια γκρέιντερ, μοτοσυκλέτες. Ήταν έμπορος. Πάντα, δηλαδή, έλεγαν: «Αχ, ο κύριος Κώστας. Τι καλός άνθρωπος; Τι καλός!».
Φυσικά, από αυτό με έκανε εμένα και τον... Όμορφος πολύ δεν ήταν, αλλά ήταν κύριος. Έτσι, ήταν ένας κύριος. Ήταν μεγαλύτερος από μένα, αλλά πάντα εγώ όμως ήθελα και τον άλλον που τον περίμενα, που τον αγάπησα, τον ήθελα και εκείνον οι αδερφές μου μου τον φύτεψαν στο μυαλό και τον έβαλα στο μυαλό μου. Ο άντρας μου ήταν 14 χρόνια και εκείνος ήταν 8,5 χρόνια. 8-9 χρόνια πιο μεγάλος ήταν εκείνος και πάντα ήθελα να έχω έναν άντρα με άσπρα μαλλιά. Και τραγουδούσε. Κι αυτό θα το πούμε μετά.
Το προξενιό πώς ακριβώς έγινε; Θυμάστε έτσι και την πρώτη μέρα που τον συναντήσατε;
Την πρώτη μέρα που τον συνάντησα πήγαμε κάτω εκεί στην Αρετσού. Εγώ τον είδα και ούτε γύρισα να τον δω. Δηλαδή, δεν τον έβλεπα. Ήμουν ένα πράγμα σαν αγρίμι, δεν ήθελα. Δεν ήθελα και πήγαινα με το ζόρι, γιατί δεν ήθελα να παντρευτώ. Τελείωσε! «Μπορώ να ζήσω. Θα δουλέψω πάλι, θα κάνω. Θα ζήσω. Έχω το οικόπεδο, θα κάνω -είχα και χρήματα- θα κάνω ένα σπίτι στο οικόπεδό μου», σε αυτό εδώ που έχω τώρα που ζω. Έφυγα από τη Θεσσαλονίκη, που έκανα αυτό το σπίτι το καινούργιο. Και δεν ήθελα, αλλά με το ζόρι με πήραν 2-3 φορές. Και μετά όταν δεν με πήρε τηλέφωνο -άργησε στη Γερμανία- τότε με έτσουξε εμένα. Τότε άρχισα εγώ να το συνειδητοποιώ. Ίσως ήταν και τυχερό, δεν ξέρω.
Εγώ τον είχα δει και στον ύπνο μου χωρίς να τον ξέρω αυτόν. Και εκείνον τον καιρό με έκαναν δύο προξενιά. Έναν αυτόν -όχι αυτόν, τον άλλο που είχα- και έναν άλλο από μια θεία μου που παντρεύτηκε, τον βρήκε αυτόν και τον είχε για γιο της. Από άλλη μάνα ήταν. Και τους είχα δει. Όμως η μάνα μου ήθελε αυτόν: «Να τον πάρεις τον Χρήστο και να δεις και τη θεία Δάφνη να την έχεις... Καλά να είσαι μαζί». Είχαμε ίδια ηλικία και δεν τον ήθελα. Αυτοί ζούσαν στη Θεσσαλονίκη. Είχαν μπαξέδες. Τότε ήταν με τους μπαξέδες. Και στον ύπνο μου τον είδα τον άντρα μου από δω από το πλάι. Και οι δύο ήταν αξιωματικοί και φορούσαν καπέλο από πάνω στο κεφάλι. Μαυροσκούφηδες και ήταν αξιωματικοί. Είδα δεξιά και αριστερά ένα… Είχε γεμάτο στάχυα… Δηλαδή, εγώ μπήκα σε σπίτι πλούσιο. Δεν πείνασα. Και έκανα… Και τι άλλο ήταν να δεις; Και το «μαυροσκούφης» ήταν που δεν μπόρεσα να κάνω παιδιά. Έμεινα έγκυος. Πέντε φορές έμεινα έγκυος. Έκανα και δύο εξωσωματικές. Πάλι έμενα, αλλά τα παιδιά πέθαιναν. Στον τέταρτο μήνα τα έχανα τα παιδιά και έμεινα χωρίς παιδί. Κατάλαβες; Αυτό ήταν, που δεν έχω παιδιά. Έμεινα άκληρη.
Ξέρετε ποια είναι η βασική αιτία που συνέβη αυτό;
Ναι, πήγα στη Γαλλία που έκανα την εξωσωματική και μου είπαν τρεις μήνες θα μου έκαναν μια θεραπεία. Δεν ταίριαζε με τον σύζυγο, η ιστοσυμβατότις - τώρα τι εννοούσαν με αυτό; Το ξέρουν και πολλοί τώρα το κάνουν εδώ, αλλά δεν μπορούν. Μετά που ήρθα εγώ από τρεις μήνες με τη δουλειά του, αργήσαμε να πάμε. Θα πηγαίναμε ξανά στη Γαλλία, αλλά μετά πια είχα εμμηνόπαυση, ας πούμε. Δεν μπορούσα να κάνω. Ο άντρας μου πάντα με μάλωνε. Μου έλεγε: «Τι να το κάνω εγώ το παιδί; Όταν εσύ πάθεις κακό, εγώ πώς θα το μεγαλώσω; Δεν θέλω παιδιά, τέρμα». Εγώ όμως ήθελα. Δεν μπόρεσα να κάνω όμως παιδί και τώρα βγαίνουν όλα. Όλα. Ό,τι τράβηξα από τότε. Έφαγα πολλές ορμόνες. Πήγα Γερμανία, πήγα Γαλλία, πήγα Βουλγαρία. Παντού πήγα! Γιατί είχα και ξαδέρφια στη Βουλγαρία, οι οποίοι είχαν πάει τότε το ’21.
Του παππού μου ο αδελφός πήγε και δούλευε στον θείο του που τον έλεγαν και Τσορμπατζίδη. Ήταν πλούσιος. Μέσα στο κέντρο στη Σόφια έχει ένα σπίτι. Του το πήρε, βέβαια, το κράτος τότε. Ήταν έμπορος πουλερικών και αυγών. Αυγά που είχε. Εδώ ήταν παντρεμένος. Άφησε τη γυναίκα του με δύο παιδιά, μία κόρη και ένα γιο. Γραμματικού λεγόταν αυτός και ο γιος του εδώ πήγε στην Αμερική με το παππού μου, τον Γραμματικού, τον Αντώνιο Γραμματικού. Και πολλοί άλλοι, ο δάσκαλος... Πήγαν πάρα πολλοί που δούλεψαν. Πολλοί πήγαν -εκτός από τον θείο μου- πήγαν και πολλοί από εδώ στη Βουλγαρία. Πηγαινοέρχονταν. Για αυτό είχαμε και τα λεγόμενα χάνια εδώ πέρα. Είχαμε πολλά χάνια. Έρχονταν, για να έρθουν στη Θεσσαλονίκη και να πάνε. Βούλγαροι, Τούρκοι, από τα Σκόπια, όλοι αυτοί, από αυτά τα μέρη έρχονταν, περνούσαν.
Πρώτα λεγόταν -μετά από την αρχαία Λητή- λεγόταν Αειβάτι. Και μετά ξαναέγινε που τους έπιασε η χολέρα και ήρθαν και έκαναν το καινούριο αυτό το χωριό εδώ πέρα. Ήταν επάνω στο Δερβένι, ήρθαν εδώ πέρα και ξαναέκαναν τη Λητή, γιατί περνούσαν. Από το «Αεί» και «Διαβαίνω» ήταν το Αειβάτι (Aiwat). Λεγόταν μετά Αειβάτι. Είχαμε πάρα πολλά χάνια. Εγώ πρόλαβα τρία χάνια εδώ στο χωριό που ήμουν μικρή. Έρχονταν, τα άφηναν τα ζώα τους εδώ πέρα και μετά την άλλη μέρα το πρωί ξεκινούσαν και πήγαιναν στη Θεσσαλονίκη. Στη Θεσσαλονίκη είχε μόνο δύο χάνια. Και εκείνα τα πρόλαβα εγώ μικρή, τα πρόλαβα. Πήγαινα σε μια θεία εκεί στην Αγίου Δημητρίου και τα είχα δει. Μάλιστα, σε εκείνο το ένα του χάνι βέβαια δεν είχε ζώα, αλλά πουλούσαν μέλι και ταχίνι έκαναν εκεί πέρα. Αγίας Σοφίας επάνω, εκεί πριν βγεις στον Άγιο Δημήτριο δεξιά ήταν, που ήταν εκείνο το Πειραματικό το γυμνάσιο εκεί πέρα ήταν αυτό.
Ωραία χρόνια ήταν. Εμένα μου άρεζε και η Θεσσαλονίκη και η Λητή. Μετά έγινε η Θεσσαλονίκη. Όπως μου έλεγε η γιαγιά μου, η Δέσποινα, η δασκάλα, ότι ήταν η Λητή. Η Λητή είναι, βλέπεις, και αρχαία. Η Λητή είχε δικό της βασίλειο, είχε δικά της νομίσματα και ήταν τριγύρω-γύρω όλο με τοιχίο ήταν. Είχε δύο πορτάρες επάνω στο βουνό, στο 10ο χιλιόμετρο. Η πύλη μέχρι τον Βαρδάρη ήταν, μέχρι εκεί. Οι τουρκαλάδες τότε που ήταν εδώ τον παππού -όχι από τον Χατζημήτσο, από τον Γραμματικό τον παππού- του δίνανε όλα εκείνα, που είναι τα νεκροταφεία της Αγίας Παρασκευής μέχρι κάτω στο... Ένα τραγούδι που έχει -πώς λέγεται μωρέ; «Πάμε τσάρκα πέρα στο μπαχτσέ τσιφλίκι. Και από εκεί στα κούτσουρα του Δαλαμάγκα», πώς λέγεται εκεί πέρα στα αυτά; Πέρα από τον σιδηροδρομικό σταθμό - ναι, δεν το ξέρεις εσύ. Πέρα εκεί όλα τα έδιναν. Λέγανε: «Τι θα τα κάνω εγώ αυτά;». Και του έδωσαν πάνω στο Δερβένι και εδώ προς τον Λαγκαδά. Πέρα προς τη λίμνη. Του τα χαρίζανε, δηλαδή. Μετά φύγανε όταν ήταν… Και αυτός ο -πώς τον λένε;- Κεμάλ Ατατούρκ -όπως το ξέρεις- γεννήθηκε εδώ, στο Καβαλάρι πιο πέρα σε ένα χωριό γεννήθηκε. Τότε ήταν αυτό, δηλαδή, που του έδιναν αυτά. Του μπαμπά μου τον παππού, ενώ ο παππούς μου τον είχε πατέρα. Και αυτά. Πες μου, τι άλλο θέλεις;
Να ξαναγυρίσουμε λίγο στην ιστορία που λέγαμε με τις αποβολές. Πώς συνέβησαν; Πώς νιώθατε τότε;
Τις αποβολές. Την πρώτη φορά που ήμουν στον τρίτο μήνα, λίγο έγινε μια φασαρία. Είχα κουνιάδα ελεύθερη και δεν ήθελε τα αδέρφια της να παντρευτούν. Γιατί άρμεγε τα αδέρφια της. Έπαιρνε τα λεφτουδάκια. Τα κρατούσε αυτή και δεν ήθελε. Ήταν η μεγαλύτερη και ήταν πάρα πολύ γκρινιάρα. Για να μην φωνάζει και να μην στεναχωρούν τη μαμά τους τα αδέρφια, δεν ήθελαν να τη στεναχωρήσουν… Γιατί η πεθερά μου τα άφησε 4 παιδιά ορφανά και στον Βαρδάρη εκεί, στην οδό Λαγκαδά, μόλις έβγαινες από τον Βαρδάρη. Ο πεθερός μου είχαν έρθει από την Κωνσταντινούπολη. Η πεθερά μου ήρθε από την Τυρολόη, είναι μια κωμόπολη πριν μπεις στην Κωνσταντινούπολη, στο αριστερό το χέρι. Ο πεθερός μου ήταν από την Ηράκλεια, στη θάλασσα. Έκανε κάρα εκεί. Έκανε κάρα και ψαράς ήταν. Βάρκες φτιάχνανε έχουν άδεια. Για αυτό τους έδωσαν στη Θεσσαλονίκη το σπίτι επάνω στο καφέ Κουλέ, αλλά κάτω, πίσω από τον Άγιο Δημήτριο. Εκεί πέρα τον έδωσαν δυο πατώματα και είναι ακόμη αυτό. Αλλά επειδή ήταν πολύ ψηλά, το πουλήσαν εκείνο και η πεθερά μου είχε κάτι ομόλογα από την Τουρκία και το αγόρασαν αυτό το οικόπεδο στην οδό Λαγκαδά. Είχε και μαγαζί από κάτω η πεθερά μου. Πέθανε ο πεθερός μου ύστερα το ’40. Είχε βουλκανιζατέρ και βενζινάδικο. Πέθανε. Τα παιδιά έμειναν μικρά. Η πεθερά μου δούλεψε, έκανε εστιατόριο, γιατί κάτω ήταν πρώτα ισόγειο και μετά το έκτισαν από πάνω και είναι ακόμη το πατρικό το σπίτι.
Εγώ είχα πάει εκεί πέρα. Δεν πέρασα καλά. Στεναχωρέθηκα αμέσως εγώ. Το παιδί το έχασα. Κατάλαβα ότι δεν ήμουν καλά και μόλις θα πήγαινα στο γιατρό, είχα 4 μέρες για να πάω να το ακούσω το παιδί. Και όταν πήγαμε, είπα ότι το παιδί δεν το ακούω, αλλά ακόμη ήταν ζωντανό. Έβγαινε το τεστ θετικό. Λέει: «Δεν το ακούω, δεν χτυπάει η καρδούλα του». Συνέχεια γινόταν αυτό.
Τώρα όταν πήγα στη Γαλλία, δεν μπορούσαν να με βρουν τι έχω. Τίποτα, δεν μπορούσαν. Απλώς, το παιδί δεν έπεφτε. Πέθαινε και το πετούσε η μήτρα σε μια άκρη και έπρεπε να πάω να μου το βγάλουν. Τυραννίστηκα πάρα πολύ. Πάρα πολύ κουράστηκα με αυτό το πράγμα. Ήταν πέντε φορές. Δεν ήταν ούτε μια ούτε δύο. Οπότε πήγα στη Γαλλία, πήγα στη Βουλγαρία, πήγα στη Γερμανία. Οι Γερμανοί δεν ήταν τόσο καλοί γιατροί. Όχι, δεν άξιζαν. Μετά έφαγα και πάρα πολλές ορμόνες. Πάρα πολλές ορμόνες για να το κρατήσω. Έμεινα έγκυος, όχι ότι δεν έμεινα. Έμεινα έγκυος, αλλά δεν μπορούσα να τα κρατήσω. Και πήγαμε στη Γαλλία. Εκεί στη Γαλλία μου είπαν ότι τρεις μήνες μια θεραπεία θα μου έκαναν. Και τα παιδιά θα τα... Να μην μείνω έγκυος και θα έκανα παιδί. Δεν ταίριαζε. Μου το είπε και ο Γαβότσης, ο γιατρός, ο ξάδερφος μου το είπε… Αλλά τότε αυτός ακόμη δεν είχε τελειώσει, δηλαδή έπαιρνε την ειδικότητα και μου λέει αυτό ήταν. Εδώ όμως δεν το ήξεραν οι γιατροί.
Εγώ όμως μετά σταμάτησα. Δεν ήθελε και ο άντρας μου. Τελείωσε, λέει: «Προκειμένου να πεθάνεις εσύ, εγώ δεν το θέλω το παιδί». Ήρθαν πολλά παιδιά να τα πάρω, αλλά δεν μπορούσα. Έλεγα να κάνω εγώ ένα παιδί και μου έλεγε η μάνα μου ότι: «Πάρε ένα παιδί», για να στεριώσω. «Όπως και τη γιαγιά σου, δεν τις στέριωναν τα παιδιά και πήραν από το διπλανό χωριό και τις στεριώσανε τα παιδιά». Εγώ όμως δεν μπορούσα να ζεσταθώ. Ενώ η αδερφή μου, η Αρετή, που έκανε μια αποβολή, δεν έκανε και εκείνη παιδιά. Εκείνη ήθελε, ο άνδρας της δεν ήθελε. Εμένα ο άνδρας μου ήθελε να πάρει παιδί, εγώ δεν ήθελα. Δεν μπορούσα να ζεσταθώ, δεν μπορούσα. Ενώ εγώ τα παιδιά τα αγαπούσα πολύ και τα αγαπώ ακόμη. Όλα τα παιδάκια. Και εδώ απέναντι που είναι τώρα, όλα με αγαπάνε: «Κυρία Καίτη, κυρία Καίτη». Έρχονται να μου μιλήσουν, να με κάνουν… Γιατί τα αγαπώ. Δεν τα κάνω τα παιδιά. Από μικρή τα αγαπούσα, τα μάζευα όλα στην αυλή. Είχαμε και μεγάλη αυλή. Να τα δώσω από τα φρούτα που είχαμε. Εδώ γιατροί έγιναν και έφυγαν στην Ιταλία χρόνια, ένας Τάκας Αστέριος και ο καρδιολόγος ο Πίλης, στη Θεσσαλονίκη με είδαν εγώ όταν ζούσα στη Θεσσαλονίκη, μου λέει: «Τι κάνεις;». Δεν τους γνώρισα. «Ποιοι είστε, βρε; Δεν σας ξέρω», λέω εγώ. «Εμείς σε ξέρουμε. Που μας έδινες τα αχλάδια που είχατε στην αχλαδιά και ερχόμασταν στον μύλο, μας έδινες τις καραμέλες και τα λουκούμια», μου έλεγαν. «Αχ, πουλάκια μου. Καλά, εγώ ξέρω στην Ιταλία είστε».
Όλοι με αγαπάνε και τώρα. Σήμερα μάστορα είχα και μου είπε ο μάστορας: «Όλοι τα καλύτερα λόγια λένε στο χωριό». Μα, έτσι μου έμαθε η γιαγιά μου η δασκάλα. Έλεγε: «Δεν θα λέτε ότι έχουμε. Δεν θα έχετε το κεφάλι σας ψηλά, διότι έχουμε ανάγκη από όλον τον κόσμο, από όλους τους χωριανούς. Για να τους έχουμε πελάτες, να μην τους χάσουμε». Δεν έρχονταν μόνο εδώ στο χωριό, οι συγχωριανοί. Έρχονταν από τον Λαγυνά – Λαγυνά, έτσι λεγόταν. Έκαναν τα λαγούμια. Έρχονταν από εκεί στον μύλο εδώ και άλεθαν. Έρχονταν από το Φίλυρο, έρχονταν από τη Νέα Ευκαρπία, έρχονταν από το Μελισσοχώρι. Στο Μελισσοχώρι είχαν έναν αλευρόμυλο, αλλά εκείνος ήταν λίγο… Από τον Δρυμό. Κάναμε τον χαλβά, είχαν και μπακάλικα. Αυτοί που είχαν μπακάλικο έπαιρναν τους χαλβάδες, έπαιρναν λουκούμια, έπαιρναν το σουσαμόλαδο. Από τον Άγιο Βασίλη έρχονταν εδώ. Ο Άγιος Βασίλης, η λίμνη που είναι. Όλοι αυτοί πελάτες ήταν. Και πάντα έλεγε η γιαγιά μου: «Δεν θα λέτε ότι έχουμε, θα λέτε δεν έχουμε». Και για αυτό δεν ήμασταν από εκείνα τα κορίτσια που είχαμε το κεφάλι ψηλά.
Και σήμερα-σήμερα, έτσι είμαι. Και μου είπε ο μάστορας που είχα εδώ στο χωριό -ξένος είναι, Αθηναίος- μου λέει: «Όλοι μου λένε ότι ήσουν η καλύτερη σε όλα. Και πολύ, πάρα πολύ καλή και ωραία». Λέω: «Τώρα, η ομορφιά πήγε στο παζάρι. Τώρα τι είμαι;». Και «Όχι. Όλοι, μου είπαν τα καλύτερα λόγια εδώ στο χωριό για εσένα». «Αφού σου είπαν -λέω- καλά, δόξα τω Θεώ. Κάποτε, με κατηγορούσαν για να μην πάρω αυτόν που αγαπούσα». Αλλά εγώ όμως αυτόν τον έβλεπα. Μετά τον αγάπησα τον άντρα μου. Πέρασα πολύ καλά. Στα χρήματα έκανα κουμάντο εγώ. Όπου ήθελα πήγαινα. Δεν μου έλεγε «Μην πηγαίνεις», γιατί πήγαινε στη Γερμανία. Εγώ όπου ήθελα πήγαινα. Αυτό μου άρεζε πάρα πολύ, γιατί δεν μου έκανε κουμάντο. Παρ’ όλο που ήταν μεγαλύτερος μου, δεν μου έλεγε. Αλλά και εγώ όμως είμαι μια νοικοκυρά, δεν τον άφηνα. Να ράψω; Από όλα ήξερα, δηλαδή τα πάντα. Να μαγειρέψω, να κάνω. Ήμουν νοικοκυρά καθώς πρέπει. Και όλοι οι συγγενείς του στη Θεσσαλονίκη ήταν, όλη η οικογένεια, καλοί. Της πεθεράς μου η αδερφή είχε στην Τσιμισκή -που φαίνεται το λιμάνι εκεί- είχαν αλευρόμυλο. Και τους το πήρε ο δρόμος και άνοιξε. Ήταν απλοί και με αγαπούσαν πάρα πολύ. Κατάλαβαν. Αυτοί νόμιζαν ότι εγώ ήμουν από χωριό, αλλά όταν με είδαν, δεν φαινόμουν ότι ήμουν από χωριό. Αλλά και τα κορίτσια μας εδώ πέρα, δεν φαίνονταν ότι ήταν χωριάτισσες πολύ.
Όταν πηγαίνατε Θεσσαλονίκη, διαπιστώνατε -έτσι- διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους του χωριού και τους ανθρώπους της πόλης;
Πολύ. Ήμουν… Τώρα δεν θέλω να το πω, να μην γίνω πολύ ωραία από την Πέραμο, «Από την ωραία Πέραμο», που έλεγε η πεθερά μου. Με κυνηγούσαν πάρα πολύ στη Θεσσαλονίκη. Ήμουν πολύ ωραία κοπέλα και η Εβραίισσα έλεγε -τώρα τελευταία μου το έλεγε πολύ το μπρε: «Μπρε Κατίνα». Κατίνα με φώναζε, δεν με έλεγε Αικατερίνη ή Καίτη. Άλλοι Καίτη με φωνάζουν και εδώ στο χωριό και Κατερίνα και διάφορα ονόματα, Αικατερίνη… Και μου έλεγε: «Εγώ όταν περπατούσα στον δρόμο…», γιατί βγαίναμε. Με έπαιρνε στην αγορά μαζί της. Είχα πολύ γούστο, ήξερα. Και αυτή ήταν, γιατί είχε τελειώσει την Ιταλική Σχολή, Οικοκυρική Ιταλική Σχολή. Ήθελε να γίνει αρχιτέκτων, άλλα τον καιρό εκείνο κοροϊδεύανε και δεν άφηναν τα κορίτσια να πάνε. Και πανέξυπνη, πάρα πολύ έξυπνη. Και τα παιδιά της στα μαθηματικά ήταν… Και με τα γαλλικά, με τα ιταλικά. «Εγώ -λέει- χαιρόμουν. Όλοι γύριζαν και σε κοίταζαν». Και εγώ την έλεγα: «Καλά, αυτή η ξαδέρφη μου που την έχεις εκεί στο σπίτι, η ανισόρροπη -λέω- μου έλεγε τι άσχημα περπατάς, σαν άλογο!», «Σε ζήλευε για αυτό στο έλεγε αυτό». Και εγώ το είχα πάρει αυτό, δηλαδή είχα ένα κόμπλεξ ότι δεν ήμουν ωραία. «Περπατούσα άσχημα», λέει.
Κι όμως εμένα τα παιδιά με κυνηγούσαν πολύ στη Θεσσαλονίκη. Με κοίταζαν όλοι. Εφόσον στον Λαγκαδά που παντρεύτηκε της αδερφής μου η νύφη, ήρθε ένας. Ήταν στον Λαγκαδά και ήτανε από το διπλανό χώρο, το Καβαλάρι. Το Σαρακλή, εδώ στον Λαγκαδά που είναι κοντά. Και ήταν γραμματέας στον Λαγκαδά. Λέει: «Εγώ σε ξέρω εσένα», «Από που με ξέρεις -του λέω- εμένα;». «Ε, πώς; Σε έβλεπα στο πρακτορείο. Ερχόσουν -λέει- ήσουν μια ωραία κοπέλα εκεί. Η ωραιότερη κοπέλα».
Δεν είχε ψηλά κορίτσια στο χωριό, αφού σου λέω. Οι φαντάροι μου έλεγαν ότι ήμουν ψηλή, λεπτή και καλοζωισμένη, δηλαδή έτρωγα μπόλικα. Ιδιότροπη στα φαγητά ήμουν. Έλεγε η μάνα μου: «Όλα τα παιδιά πεινάνε και εσένα δεν σου αρέσουν τα φαγητά», «Ε, δεν θέλω, ρε μαμά. Δεν τρώω. Καλύτερα να είμαι νηστικιά. Δεν μπορώ να φάω», την έλεγα. Ενώ οι αδερφές μου όμως έτρωγαν. Προπαντός, η αδερφή μου η Χαρίκλεια. Βούτυρο που μας έφερναν από τα διπλανά χωριά. Έτρωγε το βούτυρο από τα βουβάλια. Μπόλικο βούτυρο.
Πέρασε ο κόσμος πολύ άσχημα. Το μόνο που εμένα με πείραζε, που δεν είχαμε συγκοινωνία. Στο σχολείο λίγο δυσκολευόμασταν. Κρύο είχε. Έδιναν και οι φιλενάδες μου… Λυπόμουν. Είχαμε και στρατό και πήγαιναν στο στρατό και έπαιρναν συσσίτιο. Τους έδινε ο στρατός ότι περίσσευε από φαγητό οι συμμαθήτριες μου. Αυτό με πείραζε πολύ. Στεναχωριόμουν. Πόσο να βοηθήσουμε; Ένα ολόκληρο χωριό, ένα ολόκληρο χωριό. Δηλαδή, δεν μπορούσαμε κιόλας, δεν ήταν και ο παππούς. Η μάνα μου δίσταζε να μην της πουν, νύφη ήταν. Δύσκολα χρόνια, δύσκολα. Παιδιά της Κατοχής, μετά της Κατοχής. Ύστερα ο αδερφός μου όμως καλά πέρασε. Είπαμε ότι πήγε στο γυμνάσιο.
Να ξαναγυρίσουμε λίγο σε αυτά τα παιδικά χρόνια. Θυμάστε, έτσι, κάποια στιγμή που σας σημάδεψε;
Θέλεις να πούμε τα έθιμα του χωριού;
Ναι, αν θέλετε.
Θέλεις πρώτα να πούμε όταν παντρεύτηκα εγώ; Να πούμε τα έθιμα του χωριού.
Ναι, ας ξεκινήσουμε με ένα από τα δύο.
Να πούμε από τους γάμους.
Ό,τι θέλετε.
Για να πούμε για τους γάμους. Τον καιρό εκείνο οι νύφες φορούσαν υφαντά φορέματα. Τα ύφαιναν με μετάξι. Έκαναν τα κουκούλια εδώ, το κουκούλι, αυτόν τον μεταξοσκώληκα. Κάναμε και μεταξοσκώληκα εδώ στο χωριό. Το πρώτο πράγμα που έβαζαν στον αργαλειό, μας έκαναν αυτό το ύφασμα για να γίνουμε νύφες με αυτό το άσπρο. Έτσι ένα εκρού χρώμα ήταν. Για τον γάμο να σου πω. Να πούμε για τον αρραβώνα πρώτα και μετά για τον γάμο.
Αρραβωνιαστήκατε εσείς;
Εγώ αρραβωνιάστηκα, αλλά εγώ δεν έκανα τόσο πολλά, τα έθιμα. Το μόνο που ήρθαν η πεθερά μου - γιατί αυτοί είχαν άλλα έθιμα... Εγώ όταν αρραβωνιάστηκα, είπε ο άνδρας μου μετέπειτα, μoύ είπε πιο μπροστά ότι: «Θα έρθουμε τάδε μέρα και ώρα στο χωριό να σε ζητήσουμε από το σπίτι». Εγώ πήγαινα στην πεθερά μου, αλλά δεν είχαμε βάλει βέρες. Και επειδή έφευγε αυτός στη Γερμανία, δύο χρόνια πήγαινε-έλα, πήγαινε-έλα, έτσι σαν τύπου λογοδοσμένοι. «Θα έρθουμε να πάρουμε βέρες». Και ήρθαν στο χωριό. Μού έφεραν τη βέρα, μού έφεραν και τα λουλούδια, όπως συνήθως φέρνουν. Και εμείς τον κάναμε τον γαμπρό δώρα. Τώρα δεν τα θυμάμαι τι. Και οι υπόλοιποι του έκαναν δώρα. Τι δώρα; Ένα δακτυλίδι είχαμε κάνει και κάτι άλλα -τι τώρα;- πουκάμισο… Ήταν έτσι το έθιμο. Το κάναμε αυτό.
Μετά όταν παντρεύτηκα, παντρεύτηκα όπως εδώ στο χωριό. Αυτός ήταν στη Θεσσαλονίκη. Εγώ ήμουν στη Λητή. Το σπίτι μας, είπαμε, ήταν μέσα στην αγορά. Ήμουν αγαπητή σε όλη την αγορά. Ήμουν αγαπητή. Απέναντι που είχε το καφενείο, ο Βλάχος ο Γιώργος, τους λέει: «Απόψε δεν θα’ ρθείτε στο καφενείο», «Γιατί;», του λένε οι χωριανοί. «Απόψε εγώ το καφενείο το δίνω στην Καίτη. Θα έρθουν…». Το σπίτι μας ήταν δύο πατώματα. Κάτω ήταν η σάλα, το δωμάτιο το μεγάλο, μετά ανέβαινες σκαλοπάτια. Για να μην ανεβαίνουμε σκαλοπάτια, θα καθίσουμε κάτω. Δεν χωράει, δεν χωράει. «To διαθέτω για αυτή». Εγώ συγκινήθηκα μέχρι που δάκρυσα. Η γυναίκα του η Κατίνα κάθισε στο αυτό… Αυτός ήταν στον πάγκο. Δικά τους ήταν τα ποτά. Τα φαγητά τα κάναμε όλα εμείς. Και είχαμε πολύ κόσμο.
Εγώ -όπως σε είχα πει νομίζω πιο μπροστά- όταν παντρεύτηκα ήμουν 29. Στα 29 παντρεύτηκα. Τρία χρόνια -στα 26, μου τον γνώρισαν τον άνδρα μου- τρία χρόνια πήγαινε-έλα, πήγαινε-έλα. Έναν χρόνο αρραβωνιασμένοι. Αυτοί έκαναν τον γάμο εκεί πέρα. Εμείς κάναμε στο χωριό. Και πάντα έλεγα στη ξαδέρφη μου τη Στάσα, της έλεγα: «Εγώ καλέ, τι να παντρευτώ; Δεν θα γίνω νύφη. Είμαι μεγάλη». Γιατί όλες οι συμμαθήτριές μου παντρεύτηκαν από τα 15-16, 18 είχαν παιδιά. Και εμένα ο ένας δεν μου άρεζε, ο άλλος δεν μου άρεζε. Ήμουν και ιδιότροπη, τι να κάνουμε; Ξαφνικά εκεί που κάναμε τα φαγητά στον φούρνο. Ταψιά, πατάτες, φασόλια, ρύζι και κρέας. Κρέας στη σάλτσα μέσα, κοκκινιστό, και στις πατάτες. Σαλάτες, αυτά, διάφορα. Τα φέραμε στο αυτό και τα έκανε κουμάντο αυτός που είχε το καφενείο, ο κύριος Γιώργος.
Ξαφνικά εκεί που ήμασταν βλέπω φέρνει ο αδερφός μου νταούλια. Και γίνεται ένα γλέντι τρελό! Σε όλη την αγορά, όπως είναι φαρδιά, φαρδύς ο χώρος, εκείνος ο μεγάλος μαχαλάς. Χορέψανε. Τραγούδια! Λέγαμε εκείνα τα παλιά τα τραγούδια, τα μακεδονικά τα τραγούδια. Τετραφωνία. Τα ξαδέρφια, οι θείοι, όλοι οι φίλοι, οι συμμαθήτριες. Όλοι ήρθαν. Έγινε ένα γλέντι. Ξαφνικά, έρχεται ο γαμπρός με τον κουμπάρο. Ο κουμπάρος μου ήταν διευθυντής στο γηροκομείο εδώ έξω, στον Άγιο Παντελεήμονα. Ο κουμπάρος τα είδε, τρελάθηκε, αλλά o άντρας μου, ο αρραβωνιαστικός μου κρύωσε. Είχε έρθει από τη Γερμανία. Κρύωσε, με πυρετό ήρθε με παντρεύτηκε. Χόρεψε ο κουμπάρος, τρελάθηκε. Έφαγε από τα φαγητά, τρελάθηκε.
Μετά την Κυριακή, εμείς είχαμε έθιμο. Παίρναμε τρία κουλούρια. Αγοράζαμε τα τρία κουλούρια, τα κρατούσαμε αυτά. Το ένα για την εκκλησία που έβαζε ο παπάς στο ποτήρι για τη μεταλαβιά και ένα για το σπίτι όταν θα έφευγα και ένα όταν θα πήγαινα στο σπίτι της πεθεράς μου. Με ντύσανε νύφη, ήρθαν τα κορίτσια της νύφης, μου τραγουδήσανε και φύγαμε στη Θεσσαλονίκη. Παντρεύτηκα, στεφανώθηκα στη Θεσσαλονίκη. Εκεί ήταν η ενορία του. Πήγαμε στη Θεσσαλονίκη. Όταν έφυγα εγώ από το σπίτι μου, είχα το κουλούρι. Όλες οι ελεύθερες και τα ελεύθερα τα παιδιά ήταν έξω στο δρόμο, από την εξώπορτα έξω στο δρόμο. Περιμένανε να πετάξω το κουλούρι για να να βρουν, άμα το πάρουν το κουλούρι να παντρευτούν. Ήταν αυτό το αυτό. Το κουλούρι το κόβει η νύφη στα τέσσερα, έτσι μια, ακόμη μια. Γίνεται σαν σταυρός και το πετάει μπροστά. Αυτό σημαίνει ότι φεύγω και αφήνω σπίτι… Φεύγω και αφήνω ψωμί, δηλαδή να αφήσω το σπίτι, να μην το πάρω όλο. Κατάλαβες; Αυτό το πράγμα ήταν. Και όταν πήγα στην πεθερά μου για να βρω ψωμί να ζήσω, πάλι το κουλούρι το είχα μαζί μου και το έκοψα και το έριξα μπροστά. Η πεθερά μου με περίμενε στην είσοδο κάτω στην εξώπορτα -γιατί είναι δίπατο το σπίτι στην οδό Λαγκαδά- και είχε ένα βάζο, γλυκό τριαντάφυλλο, από τριαντάφυλλο φτιαγμένο -το είχαν κάνει αυτοί- και ένα κουτάλι. Μου έδωσε εμένα, έδωσε και τον γιο της για να πάνε όλα γλυκά τα πράγματα. Εγώ πέταξα το κουλούρι, για να βρω ψωμί να έχω να φάω. Αυτό ήταν που έκανα εγώ το έθιμο.
Αλλά εδώ στο χωριό εγώ, όταν ήμουν κοπέλα νέα, δηλαδή 15-14, ήμουν καλλίφωνη. Όχι μόνο εγώ, αλλά και η ξαδέρφη που είχα μαζί -συμμαθήτριες ήμασταν- και οι φιλενάδες από τη γειτονιά. Μας καλούσαν και ήμασταν τα κορίτσια της νύφης και ο γαμπρός είχε τα παλικάρια του. 2-3; Ανάλογα πόσο… Αυτά τα παλικάρια φορούσαν εδώ στο στήθος μπροστά ένα κόκκινο. Τότε είχαμε τα μιντέρια κάτω, που βάζανε οι Τουρκαλάδες. Κάτω κοιμόντουσαν με εκείνα τα στρώματα κάτω. Δεν τα προλάβατε εσείς οι νέοι - τώρα δεν ήταν. Εκεί καθόντουσαν οι γέροι. Κοιμόντουσαν χαμηλά. Δεν είχε και κρεβάτια πολλά. Κρεβάτια είχαν μόνο τα παιδιά τους. Αυτοί είχαν τα κρεβάτια. Αυτοί που παντρεύονταν στο σπίτι. Γύρω-γύρω είχε η γιαγιά μου… Γύρω-γύρω είχαν αυτά τα μιντέρια και γύρω-γύρω από αυτά τα μαξιλάρια.
Τότε αυτοί δωρίζανε στα παιδιά τέτοια για να πάνε στα σπίτια τους. Και κρατούσαν και τη σημαία. Η σημαία είχε ένα μήλο από δω και ένα μήλο από εκεί και ένα από πάνω. Πήγαιναν στην εκκλησία με τα νταούλια. Ο γαμπρός πήγαινε με τα νταούλια. Η νύφη δεν πήγαινε. Η νύφη είχε τα κορίτσια και πηγαίναμε στην εκκλησία. Όταν έριξα το κουλούρι, πάντα δεξιά, πηγαίναμε από δρόμο να είναι δεξιά και γυρίζαμε πάλι από δεξί δρόμο. Μπορεί να ήταν ένας πιο κοντινός; Όχι. Από εκεί που δεν μπορούσαμε να γυρίσουμε; Όχι. Πηγαίναμε από τον δεξί τον δρόμο. Εκεί στον δρόμο τραγουδούσαμε τη νύφη και λέγαμε κάτι τραγούδια που λέγαμε στη νύφη. Όταν ανεβαίναμε, γιατί το χωριό, η Λητή, είναι στους πρόποδες του βουνού. Είναι αρχαίο χωριό. Επίσης, και το διπλανό χωριό, ο Λαγυνάς, είναι το ίδιο. Πηγαίναμε στην ανηφόρα και τραγουδούσαμε στην ανηφόρα ένα τραγούδι.
Είχαμε μείνει εκεί που λέγαμε για το έθιμο του γάμου.
Ναι, την ώρα που πηγαίναμε τη νύφη στην εκκλησία. Είπαμε ότι είναι στους πρόποδες του βουνού, ήταν ανηφόρα. Πάντα πηγαίναμε δεξιά. Στον δρόμο που ανεβήκαμε για την εκκλησία -γιατί είναι η εκκλησία ψηλά στο βουνό- τραγουδούσαμε το ίδιο βέβαια τραγούδι, αλλά το τραγουδούσαμε με άλλο σκοπό, με άλλη φωνή, διαφορετικά. Να το πω το τραγούδι; Θέλεις;
Ναι, αν θέλετε.
Ωραία. Τραγουδιστά ή με το αυτό;
Όπως θέλετε εσείς.
«Νύφη μου το φουστάνι, άγγελοι σου το’ράψαν, άγγελοι σου το’ράψαν. Και στο δεξί σου το πλευρό, το όνομά σου γράψαν, το όνομά σου γράψαν. Όμορφο μου πορτοκάλι, πού τα βρήκες τέτοια κάλλη; Πού τα βρήκες τέτοια κάλλη, όμορφο μου πορτοκάλι; Τη νύφη μας την έχουμε στη γλάστρα λουλουδάκι, στη γλάστρα λουλουδάκι. Και τώρα την χαρίζουμε σε ένα παλικαράκι, σε ένα παλικαράκι. Όμορφο μου πορτοκάλι, πού τα βρήκες τέτοια κάλλη; Πού τα βρήκες τέτοια κάλλη, όμορφο μου πορτοκάλι;».
Και όταν φτάναμε στην εκκλησία, μπαίναμε μέσα στον αυλόγυρο της εκκλησίας. Εκεί ο γαμπρός περιμένει, όπως συνήθως, στην αυλή έξω. Τότε τραγουδούσαμε, το αλλάζαμε. Επειδή κουραζόμασταν στην ανηφόρα και τραγουδούσαμε πάλι τα ίδια και λέγαμε:
«Τη νύφη μας την έχουμε στη γλάστρα λουλουδάκι
και τώρα τη χαρίζουμε σε ένα παλικαράκι.
Γαμπρέ, γαμπρέ τη νύφη μας, καλά να μας την έχεις,
γιατί είναι η νύφη μας καλή, να μην μας την παιδεύεις».
Μόλις ξεκινάει να πηγαίνει η νύφη. Φεύγει η νύφη από μας και πάει την παίρνει ο γαμπρός και πηγαίνουν να μπουν μέσα στην εκκλησία και λέμε τη νύφη, την τραγουδάμε τη νύφη:
«Σήκω νύφη το χέρι σου και κάνε τον σταυρό σου,
να σ’ αξιώσει ο Θεός το άξιο στέφανο σου».
Και κάνει η νύφη τον σταυρό της και μπαίνει μέσα στην εκκλησία. Γίνεται το στεφάνωμα μέσα, τελειώνουν. Οι μπομπονιέρες και αυτά, όπως συνήθως γίνονται. Όταν βγαίνουμε, που τελειώνει ο γάμος και βγαίνουμε πάλι έξω στο προαύλιο, συνεχίζουμε το τραγούδι και λέμε ξανά:
«Γαμπρέ, γαμπρέ τη νύφη μας, καλά να μας την έχεις,
γιατί είναι η νύφη μας καλή, να μη μας την παιδεύεις.
Να ζήσει η νύφη και ο γαμπρός, να ζήσει και ο κουμπάρος,
να ζήσουν τα συμπεθεριά, να γίνει κι άλλος γάμος».
Και μετά αρχίζουν τα τραγούδια, τα νταούλια χτυπάνε. Χορεύουν και στην εκκλησία εκεί, χορεύουν πολλοί. Το κάνουν και ακόμη, χορεύουν λίγο στην εκκλησία με τα όργανα. Μετά τώρα πηγαίνουν στα κέντρα, ενώ τότε μαζεύονταν στη γειτονιά. Αν είχαν γειτονιά μεγάλη, αν είχαν μικρή αυλή, βγαίναν αναγκάζονταν και έκαναν στη γειτονιά. Έβαζαν κάτι σανίδια, άλλοι στις πέτρες, γιατί τότε όλο πέτρες μεγάλες είχαμε από πάνω από τα βουνά. Από πάνω από την αρχαία Λητή κουβαλούσαν και έτσι έκτισαν και σπίτια εδώ πέρα. Έτσι ήταν ο γάμος, δηλαδή. Μετά πήγαινε η νύφη στο σπίτι και έριχνε και το κουλούρι, όπως το έριχνε.
Επίσης, στην εκκλησία -μου διέφυγε για να στο πω- ο κουμπάρος που τους στεφανώνει, αλλάζει βέβαια τα στέφανα και μετά ρίχνουν ένα ύφασμα 3 μέτρα περίπου για να τους σκεπάσουν, για να το κάνει και ένα φόρεμα. Την έκανε ο κουμπάρος δώρο, εκτός που την έβαζε ένα χρυσαφικό λύρα ή οτιδήποτε σταυρό, τους δύο μαζί τους σκεπάζανε για να ενωθούνε, το ανδρόγυνο. Το έριχναν στην πλάτη. Από δω το κρατούσε ο γαμπρός και από εκεί οι δυο μαζί. Αυτό ήταν 3 μέτρα ύφασμα για φόρεμα για τη νύφη. Και ένα δώρο για το σπίτι τους έκανε ο κουμπάρος.
Η νύφη είχε πανέρι και έκανε δώρα τον κουμπάρο πουκάμισο, διάφορα. Και την κουμπάρα και αυτήν την αγόραζε και αυτή ύφασμα. Αν είχαν γιαγιά, τη γιαγιά παντόφλες. Δώριζε και τα ξαδέρφια και τα δικά της τα ξαδέρφια, τους συγγενείς, τον κουμπάρο, δηλαδή, τους πιο κοντινούς συγγενείς. Δεν μπορούσε να κάνει, γιατί ήταν πολλά άτομα. Και εμάς τις κοπέλες, τα κορίτσια που τη τραγουδούσαμε, μας κρεμούσαν από ένα μαντηλάκι. Αυτό ήταν το δώρο για τα κορίτσια της νύφης που ήμασταν. Και τελείωνε ο γάμος. Τώρα;
Αυτά υπάρχουν ακόμη και σήμερα; Όλα αυτά τα έθιμα;
Ναι, ναι. Τραγουδήσαμε τώρα τελευταία. Καλά, δεν ήρθα εγώ στο σπίτι όταν κάνατε... Είχα πάει στου ξαδέρφου μου το σπίτι που πάντρεψε την κόρη του και πήγαμε και τραγουδήσαμε, γιατί στρώσανε το κρεβάτι και ρίξανε χρήματα, κουφέτα, καραμέλες. Και τραγουδήσαμε το τραγούδι αυτό για τη νύφη που τραγουδάμε συνήθως τη νύφη.
Ωραία. Άρα είπαμε και για το έθιμο του γάμου σας. Παντρευτήκατε με τον κύριο Κώστα, με τον άνδρα σας. Έπειτα, πώς συνεχίζει η ζωή;
Η δική μου, με τον άντρα μου; Καλά ήταν. Αγαπούσε το χωριό. Του άρεζε το χωριό πολύ με τα ήθη και έθιμα που είχαμε. Του άρεζε, ήθελε να έρθει εδώ, αλλά οι γονείς του θύμωναν. Η μάνα του, η πεθερά μου ήταν πάρα πολύ καλή και μου ζητούσε και συγγνώμη πολλές φορές, γιατί μου έλεγε: «Συγγνώμη, βρε παιδάκι μου, αυτή με βάζει». Ήταν μεγαλοκοπέλα, είχε την τρέλα της. Του άρεζε του άντρα μου, γιατί του άρεζαν αυτά τα έθιμα εδώ που πηγαίνουμε εμείς σε γάμους εδώ στο χωριό. Είχα συγγενείς, είχα ξαδέρφια, είχαμε φίλους και του άρεζε. Για αυτό και εκεί πέρα κάναμε τις καρυδιές που είχαμε πάρει τόσα στρέμματα και ήθελε ένα σπίτι εκεί να κάνει πρώτα σαν αγροικία. Του άρεζε και ερχόταν εδώ. Ήθελε να έρχεται όταν πήρε τη σύνταξη, ήθελε να έρχεται εδώ πέρα, να πηγαίνει εκεί, να περιποιείται τις καρυδιές. Του άρεζε πολύ το χωριό, πάρα πολύ του άρεζε το χωριό.
Όταν παντρευτήκατε, μείνατε έπειτα στη Λητή ή στη Θεσσαλονίκη;
Όχι, εγώ την πρώτη φορά έμεινα στην πεθερά μου στην οδό Λαγκαδά. Δεν ήθελε να φύγουμε από εκεί. Ήταν ο αγαπητός γιος Ήταν πολύ ήσυχος. Και εκεί έζησα. Μετά όταν εγώ έχασα το πρώτο παιδί που στεναχωρέθηκα που ήρθαν οι κουνιάδες μου, που παραθέριζαν στο Λιτόχωρο και τους είπε ο κουνιάδος μου: «Μην τυχόν πείτε τίποτα την Καίτη είναι έγκυος». Λοιπόν, μετά φύγαμε από κει. Όταν έχασα εγώ το παιδί, ήρθα -που έκανα την αποβολή- στη μάνα μου μόνη μου για να μπορέσω να ξεκουραστώ. Και βρήκε ένα σπίτι και φύγαμε από εκεί και πήγαμε εκεί που είχαμε τη μάντρα στην Μοναστηρίου. Εκεί απέναντι ήταν και η μάνδρα από τα αυτοκίνητα που είχαμε το μαγαζί. Έζησα εκεί πέρα 8 χρόνια.
Μετά φύγαμε. Πήρε τη σύνταξη, φύγαμε και πήγαμε... Είχαμε οικόπεδο που το είχαμε αγοράσει στην Αρετσού, κάτω στην Καλαμαριά, μαζί με τον κουνιάδο μου. Από μισό ήταν και το άλλο μισό ήταν εξ αδιαιρέτου. Εκείνο ήταν... Εμείς το αγοράσαμε από μια ξαδέρφη, αυτοί που το πουλήσανε. Η ξαδέρφη ήταν αυτή στην Αθήνα, το πουλήσε και πήρε στο άλλο. Αλλά ο άλλος ήταν πλούσιος. Ήταν δύο αδέρφια. Ήταν και οι δύο ελεύθεροι. Ναι, δεν το δίνανε το σπίτι. Αναγκαστήκαμε και το δώσαμε αντιπαροχή και πήραμε κάτι διαμερίσματα. Πήγα στην Αρετσού και ήταν είναι πάρα πολύ εκεί. Σε εκείνο το μέρος ήταν πολύ καλά, αλλά εγώ αρρώστησα τώρα που μεγάλωσα. Μετά που συγχωρέθηκε ο άντρας μου, έμεινα... Πόσα χρόνια; Έμεινα καμιά 9-10 χρόνια μόνη μου ήμουν στη Θεσσαλονίκη και πηγαινοερχόμουν.
Εντωμεταξύ, είχαμε αρχίσει το σπίτι αυτό που κάθομαι εδώ πέρα να το κτίζουμε και το αφήσαμε. Από το 2002. Το 2000 το ξεκινήσαμε, το 2000 συγχωρέθηκε ο άντρας μου. Στεναχωρέθηκε εδώ. Κουράστηκε -τι έκανε;- και μου το άφησε και το αποτελείωσα εγώ αυτό το σπίτι. Εντωμεταξύ, καθόμουν εγώ στη Θεσσαλονίκη, αλλά αρρώστησα μετά, χειρουργήθηκα. Παιδιά δεν είχα. Ο ανιψιός μου είπε: «Δεν μπορώ εγώ, θεία, να έρχομαι από τη Λητή εδώ κάτω στην Καλαμαριά, μου είναι μακριά. Σήκω και έλα στο χωριό». Κάθισα λίγο καιρό στην αδερφή μου, ώσπου να γίνω καλά και τώρα κάπου το αποτελείωσα το σπίτι μου και κάθομαι στο σπίτι μου. Είμαι στη Λητή. Τώρα πια έγινα Ληταία, ξαναγύρισα πίσω.
Πώς ήταν αυτή η μετάβαση από το χωριό στη Θεσσαλονίκη; Πώς νιώθατε;
Στη Θεσσαλονίκη; Όταν πήγα Θεσσαλονίκη ή όταν ήρθα από την Θεσσαλονίκη;
Αρχικά, όταν ήρθατε από τη Λητή στη Θεσσαλονίκη.
Συγγνώμη. Τι με έπιασε; Ήμουν συνηθισμένη στη Θεσσαλονίκη, γιατί εγώ περισσότερο στη... Μετά όταν χώρισα με αυτόν, δεν ήθελα να είμαι στο χωριό για να τον βλέπω και να με βλέπει. Ζούσα στη Θεσσαλονίκη περισσότερο, σε αυτήν την Εβραίισσα στο σπίτι. Με έπαιρναν τηλέφωνο να κατέβω κάτω.
Είχαμε μείνει στην ερώτηση για το πώς νιώσατε όταν πήγατε Θεσσαλονίκη να μείνετε. Αυτήν τη μετάβαση από την-
Όχι, δεν με πείραξε η Θεσσαλονίκη. Εγώ ήμουν μαθημένη. Μετά κατέβαινα και πολύ στην αγορά να ψωνίσω, να κάνω. Από εκεί πηγαίναμε και ψωνίζαμε. Περνούσα και από τη θεία μου, που ήταν στην Φράγκων. Ήταν και τα ξαδέρφια μου στην Φράγκων εκεί πέρα, τα μικρά. Έρχονταν αυτοί στο χωριό μας, πήγαινα και εγώ στη θεία. Περνούσα εκεί και την ώρα. Κατέβαινα να ψωνίσω και για την αδερφή μου όταν πολλές φορές έραβε στο χωριό. Είχε και πελάτισσες στο χωριό, ψώνιζα εγώ και τα έφερνα για να μη χασομεράει η αδερφή μου. Δεν με πείραξε καθόλου.
Το μόνο πράγμα που είχα αυτά τα προβλήματα με τις κουνιάδες που με ζόριζαν. Εγώ δεν ήμουν μαθημένη σε σπίτι για να μαλώνω. Ο άνδρας μου όμως δεν έλεγε τίποτα. Μου έλεγε: «Εσύ να μαλώνεις, εγώ δεν μπορώ να μαλώσω. Για τη μάνα μου εξαιτίας... Άμα η μάνα μου φύγει, εγώ -όντως μου το είπε αυτό το πράγμα- δεν θα τους δώσω σημασία». Και όπως και έγινε. Εμένα δεν με ενδιέφερε, ότι ήθελαν ας έκαναν. Εμένα να μην με πείραζαν. Αλλά αφού είχα τον άντρα μου μαζί μου -σου λέω- ό,τι ήθελα έκανα, όπου ήθελα πήγαινα, ό,τι ήθελα ψώνιζα. Δε με πείραζε καθόλου. Η αγορά όλη με ήξεραν. Όλοι με ήξεραν στην αγορά αυτή από τα μαγαζιά.
Όταν είχε γίνει το προξενιό με τον άντρα σας, εσείς πώς αισθανόσασταν για τον άλλον άντρα που-
Τίποτα. Εγώ 5 χρόνια είχα κόψει μαζί του. Για αυτό και δεν έμεινα εδώ πέρα. Πήγαινα στη Θεσσαλονίκη, πήγα στην Αθήνα στη θεία μου. Πήγα στη Λάρκο κάτω που ήταν ο αδερφός μου. Ξαναπήγα στην Αθήνα. Εντωμεταξύ, όταν εγώ ήθελα να πάω στη Θεσσαλονίκη δεν ανέβαινα στο λεωφορείο. Περίμενα να φύγει αυτό το δρομολόγιο, γιατί ήμουν μέσα στην αγορά και το έβλεπα/ Αν ήταν αυτός, δεν ανέβαινα στο λεωφορείο εγώ, δεν ήθελα να τον δω. Δεν του κρατούσα κακία, γιατί ήταν καλό παιδί. Δεν μου ζήτησε αντάλλαγμα να με βγάλει έξω. Ήταν πάρα πολύ καλό, με αγαπούσε πολύ! Και το είπε και τελευταία το είπε ότι με αγαπούσε, δηλαδή με αγαπούσε πολύ. Φυσικά και δεν παντρεύτηκε. Μου είπε ότι: «Εγώ δεν θα παντρευτώ. Εσύ να παντρευτείς, εγώ δεν θα παντρευτώ». Τότε όταν μου το είπε αυτό, εγώ ήμουν που αφού μου το έκαναν το προξενιό, τελείωσε. Στην αρχή στεναχωρέθηκα, βέβαια. Στεναχωρέθηκα, αλλά όχι και πολύ, γιατί με είχε πιάσει το πείσμα μου που δεν μπορούσε σαν άντρας να επιβληθεί στους γονείς του. Ήταν μεγάλος πια, μπορούσε!
Αλλά μου έχει πει όμως μια φορά να φύγουμε. Κι εγώ δεν ήθελα να φύγω. Ήθελα να παντρευτώ. Δεν ήθελα τον πατέρα μου να τον στεναχωρήσω και να γίνω στο χωριό να μιλάνε για μένα, όπως λέγαμε εκείνα τα χρόνια: «Την έκλεψε και έφυγε». Αυτό δεν το ήθελα και οπότε άρχισα να αποτραβιέμαι. Πάλι όταν τον είπα ότι φεύγω -για να μην νομίζει ότι τον παράτησα και είχα άλλον- εγώ επιδίωξα σε ένα σπίτι φιλικό, ήρθε εκεί κοντά στο σπίτι του κρυφά και μιλήσαμε και μου είπε: «Εγώ δεν θα παντρευτώ, εσύ να παντρευτείς, εξαιτίας για τη μητέρα μου», μου είπε. Τον άφησα εγώ. Αυτός με έψαχνε εμένα. Αυτός δεν το περίμενε ότι εγώ ύστερα από τόσα χρόνια που περίμενα, δεν το περίμενε ότι εγώ θα αρραβωνιαστώ.
Όταν ήρθαν η πεθερά μου να με ζητήσουν και με την ανθοδέσμη, όλα τα παλικάρια, όλοι ήταν στην αγορά. Και έλεγαν εκεί στο περίπτερο: «Ήρθε η Μερσεντές». Τον καιρό εκείνο δεν υπήρχε, ήταν δύσκολη. Λίγοι είχαν Μερσεντές. Αφού κουβαλούσε αμάξια, είχε Μερσεντές ο άνδρας μου. Ήρθε, που λες, ήρθαν στο σπίτι και είπαν εκεί: «Τι ρε; Ποιος παντρεύεται; Ποιος αρραβωνιάζεται; Την παντρεύει την Καίτη;». Άλλος είπε η Κατίνα. Αυτός βγήκε, λέει και είπε - εμένα μου το είπε η περιπτερού: «Όχι για τον Στέλιο θα είναι». Δεν το περίμενε αυτός αυτό το πράγμα και μετά εγώ τον έβλεπα από το παράθυρο, γιατί ήταν ψηλό το σπίτι μου, κατέβαινε. Αυτός ήθελε, επεδίωκε με δει.
Δεν το περίμενε. Του ήρθε πολύ ξαφνικό. Αφού πήρα και εγώ έναν άνδρα καλό και ήξερε ότι ήταν έμπορας… Αυτός νόμισε ότι εγώ δεν θα κάνω τίποτα, δεν θα παντρευτώ. Θα μείνω να τον περιμένω, να γεράσω. Δεν με έβλεπε… Στη Θεσσαλονίκη όταν πήγαινα και έβλεπα από μακριά ότι ήταν το λεωφορείο στη σειρά για να φύγει, να έρθει είτε να πάει στον Λαγκαδά είτε στη Λητή, εγώ δεν ανέβαινα, δεν πήγαινα κοντά. Περίμενα το άλλο δρομολόγιο για να έρθω, κατάλαβες; Δεν με… Ούτε καν… Μία φορά τυχαία, ύστερα από πόσα χρόνια, τον είδα στη Θεσσαλονίκη. Στην Εγνατία περπατούσα και είδα έναν άνθρωπο έτσι κοκκίνισε. «Αχ, καλέ ποιος είναι αυτός», λέω. Να φανταστείς που τον είχα ξεχάσει και λέω: «Ποιος είναι αυτός; Αμάν, αυτός είναι!».
Μετά, κοίταξε, είχα καλόν άνδρα. Πέρασα καλά, δηλαδή, και τον αγάπησα -πώς να σε πω;- τον αγάπησα πολύ. Και δεν τον θυμόμουν. Αυτός ήταν… Ήμουν μικρή τότε. Μου είπε αυτό το πράγμα. Εντάξει, εγώ δεν ήθελα να πάρω άλλο παιδί από το χωριό, γιατί ήταν όλοι σταβλάρχες και πρόβατα και τέτοια - τι είχανε... Δεν ήθελα. Και το έδεσα κόμπο. Και μικρή ήμουν, 15-16 χρονών, τόσο ήμουν. Και τελικά τον περίμενα αρκετά χρόνια. Κάπου 12 χρόνια, 13… Πόσα χρόνια; Τον περίμενα πολύ. Περίμενα και δεν ήθελα και να παντρευτώ.
Δεν με ενδιέφερε, έτσι, να θέλω να παντρευτώ γρήγορα. Μια χαρά ήμουν. Περνούσα φίνα και ωραία εγώ. Στο σπίτι μου, εκεί που πήγαινα. Μια χαρά. Πήγαινα στην Περαία, πήγαινα στη θάλασσα. Δε με πείραζε, δεν είχα ανάγκη. Μόνο εγώ και η περιπτερού πηγαίναμε στη θάλασσα, πηγαίναμε στην Περαία, κάναμε τα μπάνια μας στην Αγία Τριάδα. Παίρναμε και τα ανίψια μαζί μας. Αυτή την ανιψιά της που είναι γιατρός στην Σουηδία. Εγώ τα δύο. Ήμουν καλά. Ούτε καν. Δεν τον ήθελα μετά. Επειδή είπαν πάρα πολλά λόγια και για τις αδερφές μου -η μάνα του- δεν τον ήθελα, δεν ήθελα. Δε με πείραξε καθόλου. Καθόλου, καθόλου, καθόλου. Απλώς όμως τον λυπήθηκα, γιατί δεν παντρεύτηκε. Εξαιτίας μου, δεν παντρεύτηκε. Τώρα -μεγάλος πια ήταν- συγχωρέθηκε και λέω: «Κρίμα που δεν παντρεύτηκε. Έπρεπε να παντρευτεί». Αλλά δεν μπορούσε να βρει μια καλή.
Και ήταν αγαπητός όμως εδώ στο χωριό. Ήταν και σοβαρό παιδί. Δεν ήταν κανένας… Ήταν πάρα πολύ καλός! Δεν ήταν χωριάταρος. Έτσι, από χωριό να μοιάζει όπως ήταν τα άλλα τα παιδιά. Σου λέω, πολλά, πάρα πολλά παιδιά με ζήτησαν από το χωριό. Μας ζητούσαν πάρα πολλά και τις αδερφές μου τις ζητούσαν. Αυτές οι δύο πήραν αυτόν που ήθελαν. Εγώ όμως δεν πήρα αυτόν. Τον ήθελα, μετά όμως, πέντε χρόνια δεν τον είδα, δεν τον αντάμωσα. Σου είπα, πήγα στην Αθήνα, πήγα στη ΛΑΡΚΟ με τον αδερφό μου να τον δω, ξαναπήγα, γύρισα στη Θεσσαλονίκη, πήγαινα με την αδερφή μου, δούλευα μετά. Δεν τον έκανα. Τέλειωσε αυτό. Τέρμα. Δεν έγινε τίποτε και δεν παντρεύτηκε και αυτός, δεν παντρεύτηκε.
Οι βασικές, δηλαδή, ακριβώς αιτίες που δεν μπορέσατε με αυτόν τον κύριο-
Ήταν η μητέρα του. Γιατί πήγαν και τάχα πως την είπαν ότι τον γύφτο δεν τον ήθελε, γιατί, είπαμε, ο αδερφός του ζήτησε την αδερφή μου τη μεγάλη. Αλλά δεν ήταν η μαμά μου, που τη λέγανε Δάφνη, ήταν μια άλλη Δάφνη και είπε μια γειτόνισσα ότι: «Η Δάφνη είπε ότι είσαι γύφτισσα». Μια άλλη κυρία που μαλώνανε. Η μάνα μου ήταν μέσα στην αγορά, δεν μάλωνε. Είχε άλλες δουλειές, δεν την ενδιέφερε. Αυτή το έδεσε κόμπο και νόμιζε ότι το είπε η μάνα.
Αυτή ερχόταν όμως στο σπίτι. Και να σου πω και κάτι; Ο πατέρας του ήταν πολύ φίλος με τον μπαμπά μου. Ο πατέρας του δούλευε σε δημόσια υπηρεσία, δούλευε. Μόνος του δούλευε. Ήταν σε δημόσια υπηρεσία στον δρόμο που φτιάχνουν τους δρόμους. Εκεί ήταν. Μάλιστα, τότε είχαν βγει κάτι πορτοφολάκια που έκλειναν έτσι μικρά. Έτσι τα άνοιγες, ήταν από δω τα κέρματα και από εδώ ήταν τα χοντρά. Και του λέει ο μπαμπάς: «Τι ωραίο είναι αυτό; Πάρε και τη δικιά μου την κόρη μου, εγώ δεν κατεβαίνω στη Θεσσαλονίκη». Και μου πήρε ο μπαμπάς του, μου πήρε.
Και πήγαινα και στο σπίτι τους. Η αδερφή του μου έκοβε τα μαλλιά. Ήταν κομμώτρια. Τρεις αδερφές είχε. Τρεις. Στάσου. Μια στην Αγγλία και δύο… 4 αδερφές είχε. Η μικρή παντρεύτηκε έναν από δω, στρατιωτικό από το χωριό. Η μόνη που παντρεύτηκε. Οι άλλες δεν παντρεύτηκαν.
Πώς είχατε γνωριστεί ακριβώς;
Εμένα αυτός με έβλεπε εδώ στο χωριό ήμουν εγώ. Και στη Θεσσαλονίκη με βρήκε, με πέτυχε μαζί με τη ξαδέρφη μου και μου είπε να περιμένω να παντρέψει μία από τις τρεις. Δυστυχώς όμως, δεν πάντρεψε. Δεν μπορούσε να τις παντρέψει. Η μία γέρασε μετά πήρε έναν μεγάλο άντρα, ένα γερό και τελείωσε. Δεν παντρεύτηκαν. Περιμένοντας την αδερφή...
Άρα μετά εσείς παντρευτήκατε-
Και ξέρεις και κάτι να σου πω; Όταν ήμουν στη Θεσσαλονίκη που δούλευα και πήγαινα το βράδυ και εμένα πολλές φορές στην Εβραίισσα, μόνο σαββατοκύριακο έφευγα, δεν ήθελα. Ήθελα να έρθω στο χωριό. Ο εβραίος… Καθόμουν εγώ το βράδυ με τα παιδιά. Η ξαδέρφη μου έβγαινε έξω με τον μέλλον αρραβωνιαστικό, η αδερφή μου αργούσε να έρθει και η Εβραίισσα έπαιζε πολύ χαρτί. Ο Εβραίος ήταν εκεί, καθόταν. Ο παππούς, ο γέρος. Μεγάλος ήταν στην ηλικία. Μας αγαπούσε. Με αγαπούσε πολύ και εγώ καθόμουν και κεντούσα μετά το βράδυ κάτι κάδρα που ήταν στην μόδα. Και έλεγε: «Εσύ και η Χάνα -για την ξαδέρφη μου που τον αγαπούσε εκείνον πολλά χρόνια, τον περίμενε και δεν τον πήρε- εσύ και η Χάνα…».
Να σου πω. Είχε η Λιλή, η γυναίκα του, μια θεία που τη μεγάλωσε. Η αδερφή της μαμάς της. Αγαπούσε έναν που τον έλεγαν Σαμουήλ Λέων. Είχε τρεις αδερφές. Τον άφησε η μάνα του έναν όρκο να παντρέψει τις δύο αδερφές. Να παντρέψει τις δύο αδερφές και μετά να παντρευτεί αυτός. Και στη Βενιζέλου είχε ένα μαγαζί, «το Χρυσό Παγώνι». Πουλούσε -τώρα δεν το ξέρω και καλά- τότε πουλούσε υφάσματα και τέτοια εκεί στη Βενιζέλου με Τσιμισκή γωνία και έγραφε: «το Χρυσό Παγώνι». Πήγε στον πόλεμο φαντάρος στον ελληνικό στρατό και έμεινε εκεί αυτός και σκοτώθηκε, δηλαδή, δεν γύρισε πίσω. Και η θεία της τον περίμενε. «Εσείς μοιάζετε στης Λιλής τη θεία», μας κορόιδευε ο Εβραίος. «Όπως η θεία της περίμενε τον Σαμουήλ Λεών και δε γύρισε, έτσι και εσείς περιμένετε αυτούς. Είστε η θεία και περιμένετε τον Σαμουήλ Λέων», μας κορόιδευε. Η ξαδέρφη μου, όμως, θύμωνε. «Εντάξει, όλα τα ξέρεις εσύ. Άντε σταμάτα τώρα, μην με μιλάς», τον έλεγε. Και πράγματι έτσι ήταν. Περιμέναμε και δεν πήραμε ούτε εκείνη, ούτε εγώ πήρα. Μόνο οι αδερφές μου εμένα πήραν αυτούς που ήθελαν.
Δεν με πείραζε καθόλου, ούτε καν. Ούτε τον έβλεπα στο χωριό. Αυτός όμως τώρα τελευταία μπορεί και να νόμιζε ότι εγώ θα τον πάρω αυτόν ξανά όταν χήρεψα και έβγαλα τα μαύρα. Τότε αυτός πάντα… Και ήρθε και στην κηδεία της θείας Αρετής και εγώ έμεινα μέσα στην εκκλησία, έμεινα με ανοιχτό το στόμα. Τώρα αυτός με τη θεία Αρετή πήγαινε -με την αδερφή μου, δηλαδή, την Αρετή- πήγαινε στο σχολείο. Συμμαθητές ήταν στο σχολείο. Και οι αδερφές μου τον ήθελαν και έλεγαν ήταν πολύ καλό παιδί, ήσυχο. Που ήταν με την αδερφή μου τη μεγάλη έλεγε ότι ήταν ήσυχο παιδί και καλός μαθητής. Πολύ ήσυχο παιδί ήταν. «Αυτόν να πάρεις».
Εμένα με ζήτησε και ένα άλλο παλικάρι με ήθελε. Πολλά παιδιά, αλλά ένας ήταν αστυνομικός από το χωριό. Και με είχε συναντήσει στη Θεσσαλονίκη, αλλά όταν τον έβλεπα εγώ κρυβόμουν, γιατί εδώ στο χωριό όταν έβλεπαν μια κοπέλα από το χωριό, δηλαδή τα παιδιά του χωριού, όταν έβλεπαν μια κοπέλα στη Θεσσαλονίκη να μιλάει με ένα χωριανό, νόμιζαν ότι τον είχαν φίλο, γκόμενο. Τα κορίτσια αυτά που δούλευαν στη Θεσσαλονίκη έκαναν βόλτα στην παραλία στη Θεσσαλονίκη. Μόλις έβλεπαν χωριανό, δεν θέλανε να πάνε να τους μιλήσουν. Χώνονταν μέσα στα στενά για να φύγουν, να περάσουν, για να μην τους μιλήσουν και τους δουν οι άλλοι από πίσω. Δηλαδή κάτι πράγματα… Χοντρά κεφάλια. Από εκείνα τα χρόνια, δηλαδή, έτσι έκαναν.
Μετά άλλαξαν. Τώρα δεν είναι πια έτσι. Τώρα τα παιδιά έχουν εξελιχθεί, είναι όλα μορφωμένα. Σου λέω, δύσκολα χρόνια ήταν. Ας πούμε -πώς να σε πω;- και τα σπίτια ήταν πυκνοκατοικημένα. Δεν είναι όπως είναι τώρα, με τα γκαζόν και με τα αυτά. Τότε αν χτυπούσες το ντουβάρι, απ’ το σπίτι σου το τοιχίο ακουγόταν και σε άκουγαν και πώς μιλούσες. Όλα κολλημένα τα σπίτια. Έτσι ήταν τα μακεδόνικα τα σπίτια. Αυτά. Όχι, δεν… Αυτός δεν παντρεύτηκε από μένα. Τον λυπήθηκα, όμως, τι να κάνουμε; Αυτά είναι και τυχερά.
Και ζήσατε μετά στην Θεσσαλονίκη με τον άνδρα σας;
Ναι.
Δεν δουλέψατε; Δουλέψατε;
Όχι, δεν δούλεψα. Πήγαινα όταν φεύγανε μαζί με τον κουνιάδο μου πολλές φορές για να φορτώσουν, για να φέρουν εμπόρευμα, έμενα στο μαγαζί. Μετά έμενα και πολλές φορές έγκυος. Είχα από αυτά τα προβλήματα. Δεν πήγα να δουλέψω. Δεν με άφηνε να δουλέψω, όχι, δεν με άφηνε. «Δεν έχεις να φας -μου έλεγε- τι θα πας να κάνεις;». Δεν με άφηνε κιόλας. Εγώ ήθελα δική μου σύνταξη να βγάλω, γιατί είχα κάτι ένσημα, μερικά ένσημα. Μετά επειδή είχα τα χωράφια, παρέδιδα σιτάρι. Άλλοι τα οργώνανε, άλλοι τα παρέδιδαν. Και έκανα σύνταξη από τον Ο.Γ.Α. να πάρω. Να έχω μια σύνταξη. Και μου έλεγε: «Τι τη θέλεις τη σύνταξη;». Εκεί τον πείραξε. Δεν ήθελε να έχω, ζήλεψε. Δεν ήθελε να έχω σύνταξη εγώ.
Εγώ όμως επέμενα και πλήρωνα για να κάνω αυτό, να πάρω τη σύνταξη. Φυσικά, δεν πήρα τίποτε. Τη μισή μου έδωσαν. Κράτησα τη χηρείας και καλά ήμουν. Δεν είχα… Με τακτοποίησε, μου έγραψε όλη την περιουσία του. Δεν είχα παράπονο. Είχε αρρωστήσει, τον πήγα στη Γερμανία. Πριν πάμε στη Γερμανία που δεν ήταν καλά, πήγαμε στο νοσοκομείο και μου λέει: «Έλα να στα γράψω όλα, γιατί οι αδερφές μου θα σε φάνε». Και μου τα έγραψε τα σπίτια που είχαμε στη Θεσσαλονίκη. Μου έγραψε όλα τα οικόπεδα. Το οικόπεδο στη Χαλκιδική, που είναι πάνω στη θάλασσα, στον Μαρμαρά. Εδώ που έχω στο χωριό, που πήρε αυτά τα στρέμματα, 11 στρέμματα. Και πιο πέρα έχω κι άλλα στο δρόμο του Κιλκίς, στο χωριό πιο έξω. Όχι, δεν έχω παράπονο, με τακτοποίησε μια χαρά.
Τι πρόβλημα υγείας είχε ο άντρας;
Ο άντρας μου έπαθε ένα μικρό ισχαιμικό και δεν μπορούσαν να το καταλάβουν εδώ τι έχει. Δεν μπορούσε να περπατήσει. Μετά, όσο περνούσε ο καιρός, περπατούσε και πήγαινε έτσι, ενώ ήταν γερός. Τα χέρια του τα κουνούσε, τα μάτια του. Είπαν ότι έχει Πάρκινσον. Τον έδιναν χάπια για Πάρκινσον. Δεν είχε Πάρκινσον όμως και τον άνοιξαν το στομάχι. Του το τρύπησαν το στομάχι. Λοιπόν, από αυτό ήμασταν γραμμένοι στο Εξπρές Σέρβις, σε ένα ιδιωτικό. Είπαν: «Δεν γίνεται, κυρία μου, ο άνδρας σου καλά». Πήγαμε στην κλινική και τον χειρούργησαν και τον έβαλαν εδώ κάτι -τι τον έβαλαν;- ένα πράγμα για τα πόδια του για να γίνει καλά. Αντί καλύτερα, βγήκε τέζα από εκεί, δεν μπορούσε καθόλου να περπατήσει.
Μετά βρέθηκε ένας χωριανός εδώ γιατρός. Ήταν πελάτης ο πατέρας του στον αλευρόμυλο τον δικό μας. Είχαμε πολλούς πελάτες και ήταν ένας γιατρός εδώ στο αυτό. Πήγε η αδερφή μου στον Λαγκαδά στο παζάρι και ρώτησε: «Αυτός ο γιατρός που ήταν στη Γερμανία ο χωριανός σας, πού είναι; Είναι ακόμη στη Γερμανία;». «Όχι», λέει, «Εδώ είναι. Μόνο τον χειμώνα φεύγουν». Λοιπόν, πήγαμε, τον είδε και λέει: «Χάνεις αίμα. Από που χάνεις αίμα, δεν μπορούμε να βρούμε». Τον έβαζε κάτι ενέσεις και έχανε αίμα. Λέει: «Θα σε στείλω στη Γερμανία». Και πήγαμε στη Γερμανία, με το καρότσι πάνω στο αεροπλάνο τον βάλαμε. Πήγαμε στη Γερμανία, τον είδαν οι Γερμανοί. Πρώτα τον γιατρέψαν εδώ το στομάχι. 22 μέρες τον έκαναν θεραπεία.
Εντωμεταξύ, μετά τον πήγαμε στο Άαχεν. Μας έστειλαν αλλού. Είχε εδώ πίσω στο κεφάλι ένα μικρό. Έπαθε ένα μικρό ισχαιμικό και τον έπιασε στα πόδια. Άλλον πιάνει -ας πούμε- στα μάτια, δεν μπορεί να τα κουνήσει. Τον χειρούργησαν εκεί, τον έβαλαν εδώ πέρα ένα αυτό. «Αν τυχόν -λέει- γεμίσει, θα έρθετε πίσω». Έγινε μια χαρά. Επί πέντε χρόνια ήταν πολύ καλά. Κάπνιζε, πολλά τσιγάρα κάπνιζε, και έπαθε ένα -αυτό πως λέγεται;- την καρδιά, σαν έμφραγμα. Έφαγε κιόλας. Δεν έπρεπε να τρώει. Αυτός είδε ότι ήταν καλά, περπατούσε, ενώ δεν περπατούσε. Τον είχα 3 χρόνια και συγχωρέθηκε πέρα στις καρυδιές. Και είχαμε κόσμο εκεί πέρα. Μετά από λίγο, μου λέει: «Δεν είμαι καλά. Δεν αισθάνομαι καλά». Από την καρδιά του πέθανε 73 χρονών. 72-73, τόσο ήταν. Αυτό ήταν.
Η ζωή μετά τον κύριο Κώστα, μετά τον άνδρα σας;
Μετά εγώ κουράστηκα πάρα πολύ. Μου άφησε την κληρονομιά, έτρεξα μετά. Πολλές εφορίες είχα, να τακτοποιήσω. Είχα προβλήματα με τη Γερμανία, έπρεπε να τακτοποιήσω πράγματα. Δεν βρήκα αυτά που είχε πάρει, που είχαν μείνει τα αυτοκίνητα επάνω. Τα παράτησα όλα. Οπότε καλά ήμουν. Μου είχε αφήσει, είχα να ζήσω, να κάνω. Δεν είχα παιδιά, δεν με πείραζε. Το μόνο που με πείραξε που τον έχασα και έμεινα μόνη μου και ταλαιπωρήθηκα, δηλαδή, μόνη μου. Μόνος κανείς ούτε για τον Παράδεισο δεν κάνει. Στεναχωρέθηκα. Και τώρα, σήμερα-σήμερα, ακόμη στεναχωριέμαι. Και που είμαι εδώ πέρα στεναχωριέμαι και λέω: «Γιατί το κάναμε αυτό το σπίτι;». Ήθελε εδώ στο χωριό, γιατί του άρεζε στο χωριό, του άρεζε πολύ το χωριό. Αυτός ήταν Θεσσαλονικιός και περνούσαν όλοι από το σπίτι του. Τότε ήταν τα άλογα, «Τάκα-τάκα -έλεγε- τα πεταλάκια θέλω. Καίτη, ησυχία θέλω», μου έλεγε. Και λέω: «Τι το ήθελα εγώ το σπίτι αυτό εδώ πέρα στο χωριό μόνη μου; Θα ήμουν στη Θεσσαλονίκη και θα ήμουν μια χαρά». Δεν μπορώ να συνηθίσω όμως τώρα εγώ εδώ πέρα, δεν μπορώ να συνηθίσω. Είμαι και αποξενωμένη εδώ πέρα, μακριά είμαι. Έχω τόση μεγάλη αυλή, ένα στρέμμα είναι το οικόπεδο. Δεν μου αρέσει, αλλά τι να κάνω τώρα; Αναγκαστικά, δεν μπορώ. Βλέπεις με πηγαίνουν στη Θεσσαλονίκη, με πάνε στον γιατρό. Εδώ-εκεί, δεν μπορώ. Ο ανιψιός μου και αυτός έχει τη δουλειά του, δεν μπορεί να... Έχω πολλούς, πολλά ανίψια. Όλοι δουλεύουν και αυτός δούλευε, αλλά εδώ στο χωριό. Οπότε με πάει αυτός.
Και εγώ τελείωσα, αυτό είναι. Τώρα κάθομαι εδώ. Τώρα εδώ θα μείνω, εδώ. Φυσικά, έγινα και ξαναέγινα δημότης Λητής τώρα εγώ, γιατί ήμουν δημότης Θεσσαλονίκης, είχα γίνει. Τον καιρό εκείνο, για να πάρω το Νικολαΐδου έπρεπε να γίνω δημότης Θεσσαλονίκης. Οπότε λέω: «Δεν θέλω Νικολαΐδου, θέλω το Γραμματικού», «Όχι -μου λέει- δεν γίνεται, κυρία μου», «Εντάξει», λέω. Και τώρα πήρα τα αυτά και είμαι δημότης Λητής. Εδώ είμαι στη Λητή τώρα στο χωριό μου. Λέει: «Πού γυρίζει η αλεπού; Πού πάει; Στο παζάρι, γυρίζει ξανά πίσω». Αυτό είναι, λοιπόν, τώρα πες μου ό,τι θέλεις άλλο.
Πώς είναι η ζωή σας εδώ πέρα τώρα πλέον;
Τώρα, πλέον, τώρα καλά είμαι. Καλά ήμουν και πρώτα, βέβαια, όταν ερχόμουν από τη Θεσσαλονίκη, γιατί στη χορωδία πήγαινα. Πολλές φορές και ο άντρας μου ερχόταν. Και πηγαίναμε και στην εκκλησία, ψάλλαμε στην εκκλησία. Τετραφωνία κάναμε και ήταν πάρα πολύ ωραία, γιατί έχουμε όλες ωραία φωνή. Ήταν κάποιος Γίλλης που είχε πολύ ωραία φωνή και ερχόταν και ο άντρας μου και ψάλλαμε. Μετά αρρώστησε, σταματήσαμε, αλλά εγώ ερχόμουν, γιατί ήμουν στη χορωδία. Με καλούσαν εδώ στο χωριό που έκαναν κάτι ο πολιτιστικός σύλλογος. Με καλούσαν να κάνω τα έθιμα από αυτά που ξέρουμε τώρα.
Τώρα τελευταία, βέβαια, είχα πάει έκανα ξανά, γιατί μετά συγχωρέθηκε άνδρας μου. Δεν ήθελα εγώ πολύ-πολύ να με βλέπουν. Έχασα και τον αδερφό μου. Ήταν πιο μικρός και με παρακάλεσαν, μου λένε: «Έλα να πεις, έλα να πούμε τα τραγούδια». Είχαν έρθει πολλοί σύλλογοι από την Κρήτη. Έκαναν και αυτοί τον γάμο τον κρητικό. Είχαν έρθει και από αλλού - δεν θυμάμαι που, ένα άλλο χωριό. Και από εδώ εμείς στολίσαμε τον γαμπρό και κάναμε τα έθιμα του χωριού. Και με παρακάλεσαν πολύ, με παρακάλεσαν. «Δε μπορώ. Έχασα τον αδερφό μου, δεν έχω διάθεση. Δε μπορώ να τραγουδήσω». Με τα πολλά, η αδερφή μου λέει: «Έλα, μωρέ, τώρα πήγαινε. Τί έγινε; Ο αδερφός μας θα χαρεί». Τέλος πάντων, πήγα και κάναμε, τραγουδήσαμε πολύ ωραία. Ήρθαν και με μεγάφωνα, ήρθε συγκρότημα -ξέρω γω τι ήταν αυτό- με τα αυτά...
Εμείς είχαμε έθιμα εδώ στο χωριό. Τώρα, να πούμε πρώτα του γαμπρού τα έθιμα. Το Σάββατο το βράδυ, στον γαμπρό πηγαίνουν όλοι οι συγγενείς, φίλοι και τον ξυρίζουν. Ξυρίζουν τον γαμπρό. Τον κάνουν, τον κάνουν ένα… Τότε ύφαιναν στον αργαλειό. Τώρα με πετσέτα, με ένα προσόψεως μεγάλο. Τα δύο παλικάρια που είναι στον γαμπρό, που είπαμε προηγουμένως, κρατάνε από τη μια μεριά και από την άλλη το δένουν αυτό εδώ και έρχεται ο κουρέας, ο μπαρμπέρης και τον ξυρίζει. Την ώρα που τον κουρεύει, τον ξυρίζει και του κόβει και λίγο τα μαλλιά και τον κάνει, ο γαμπρός είναι ντυμένος και του ρίχνουμε όλοι του ρίχνουμε λουλούδια, λεφτά, γλυκά, καραμέλες, κουφέτα και τραγουδάμε. Και εμείς το τραγουδήσαμε αυτόν τον γαμπρό ένα τραγούδι. Άμα θέλεις να το πω:
«Είσαι άγγελος ωραίος -ήμασταν τετραφωνία όλη η χορωδία- και έχεις μάτια γαλανά.
Έχεις χείλη κοραλλένια, καμωμένα για φιλιά.
Αν τυχόν και σε πλανέψει, του ανέμου η δροσιά
Τότε εγώ θα σε θερμάνω, στη ζεστή μου αγκαλιά».
Αυτό μέχρι που να τον ξυρίσει ο γαμπρός, να τελειώνει. Τον τραγουδάμε τον γαμπρό και μετά βάζουν ένα τραπέζι, κερνάνε τα κεράσματα και τρώνε. Αυτή είναι από τη σειρά... Στο σπίτι γινόταν αυτό, στου γαμπρού το μέρος.
Στης νύφης την πλευρά, το Σάββατο... Από την Δευτέρα πλένουν τα ρούχα, τα προικιά. Την Τετάρτη πιάνουν το προζύμι, που και πολλοί το κάνουν εδώ πέρα. Μία ξαδέρφη μου έκανε για τον γιο της. Στη Θεσσαλονίκη καθόταν, αλλά ήρθαν εδώ πέρα, τον έκαναν τον γάμο. Είχαν σπίτι και εδώ. Και κάνανε φαγητά. Εντωμεταξύ… Για τι πράγμα είπαμε; Πες μου. Θύμισέ μου.
Για τον γάμο λέγαμε.
Ναι, για τη νύφη. Αυτός ήταν ο γαμπρός. Για τη νύφη. Την Πέμπτη ξεκινούσαν το -και ο γαμπρός το έκανε- προζύμι, γιατί τότε δεν είχε ψωμιά. Και τώρα όμως το συνηθίζουν, το κάνουν αυτό το ψωμί. Κάνουν ψωμί για να έχουν για τον γάμο που θα έχουν το Σάββατο. Αρχίζουν την Τετάρτη το προζύμι, την Πέμπτη το ζυμώνουν. Και μετά, ώσπου να γίνει το ψήνουν και το έχουν για το Σάββατο το βράδυ που κάνουν το τραπέζι. Συγνώμη, τι με έπιασε; Μετά έρχεται από τον γαμπρό στη νύφη. Έχουν ένα πανέρι και φέρνουν αυτό το στεφάνι, το πέπλο που τότε φορούσαν -δεν φορούσαν καπέλα και τέτοια- κι ένα ζευγάρι παπούτσια, ένα ζευγάρι παντόφλες. Αυτές τις παντόφλες της κεντούσε η πεθερά, ήταν μαύρο βελούδο με λουλούδια και εδώ υπήρχαν τσαγκάρηδες που τα έκαναν με τακουνάκι και τα έκαναν αυτά… Ο τσαγκάρης τα έβαζε από πάνω το πανί και τα έβαζε στο δέρμα και το έκανε παντόφλα. Αυτά μετά, την παντόφλα, τη Δευτέρα που πήγαινε η νύφη… Όχι, την Τετάρτη που πήγαινε και έβγαινε η νύφη έξω για να τη δουν τη νύφη, φορούσε αυτές τις παντόφλες. Δεν φορούσε τα παπούτσια, φορούσε αυτές τις κεντημένες τις παντόφλες. Τα παπούτσια τα φορούσε το Σάββατο το βράδυ, που πήγαινε ο κόσμος δηλαδή. Έφερναν τα δώρα. Λίρα, οτιδήποτε χρυσό, δηλαδή, της έφερναν. Η νύφη έκανε στον γαμπρό πουκάμισο. Τώρα, παπούτσια ή παντόφλες κι αυτά κάνανε και η νύφη έδινε τα δώρα της και αποχωρούσαν τα συμπεθέρια. Και ο γαμπρός έκανε τον γάμο στο σπίτι του και η νύφη έκανε τον δικό της γάμο. Για πες μου τι θέλεις άλλο;
Όλα αυτά τα έθιμα ήταν στη Λητή;
Στη Λητή, στη Λητή. Και γίνονται. Πολλοί κάνουν τώρα, το κάνουν αυτό. Μόνο που δεν πηγαίνουν στις βρύσες. Δεν υπάρχουν και οι βρύσες τώρα, τις έκλεισαν.
Εσείς από μικρή θυμάστε κάποιο άλλο έθιμο εδώ στο χωριό που να έχετε συμμετάσχει;
Έθιμα, πολλά έθιμα έχουμε. Να αρχίσουμε από όταν ήμουν μικρή. Όταν ήμουν μικρή, είχαμε ένα έθιμο εδώ πέρα, εκτός από την χελιδόνα που γυρίζαμε και τον σταυρό στο σχολείο, μετά είχαμε ένα έθιμο που ήταν για τις Απόκριες. Την Κυριακή χτυπούσε η καμπάνα και πηγαίναμε 15:00 η ώρα... Φυσικά, πήγαιναν το πρωί στην εκκλησία οι μεγάλοι. Ας πούμε, πήγαιναν όπως πηγαίνουμε κάθε Κυριακή. Το απόγευμα όμως χτυπούσε η καμπάνα η ώρα 15:00 και εμείς τα παιδιά πηγαίναμε στους συγγενείς στη γειτονιά και το λέγαμε «σούρβο». Πηγαίναμε για να μας συγχωρέσουν οι γριές, οι θείες και η γειτονιά που κάναμε ζαβολιές σαν παιδάκια που κάναμε και μας φιλούσαμε τα χέρια. Πολλά παιδάκια. Όλο το χωριό, όσα παιδάκια ήμασταν πηγαίναμε στο κάθε σπίτι και φιλούσαμε τα χέρια για να μας συγχωρέσουν και μας έδιναν και χρήματα. Τα μαζεύαμε αυτά τα χρήματα για τον εαυτό μας.
Το βράδυ όμως οι γονείς μας πήγαιναν πρώτα στον κουμπάρο. Τον είχαν πολύ μεγάλη εκτίμηση τον κουμπάρο. Πήγαιναν στον κουμπάρο και σε μας έρχονταν αυτοί που τους στεφανώσαμε. Στον πατέρα μου και στον παππού μου. Είχαμε πολλά κουμπαριά, γιατί είχαμε τον μύλο και κάναμε πολλά κουμπαριά. Έρχονταν πρώτα και τους βάζαμε ό,τι είχε τον καιρό εκείνο μετά την κατοχή. Και τώρα πηγαίνουν κάπου-κάπου, αλλά τώρα δεν πηγαίνουν πολύ. Οι νέοι δεν θέλουν. Τους έβαζαν ουζάκι - ξέρω γω- ό,τι είχαν, ένα μεζεδάκι. Αμπέλια είχαμε, πολλά αμπέλια. Και σταφύλια βγάζαμε και ούζο βγάζαμε. Μετά πήγαιναν στους συγγενείς και συγχωρούνταν. Ήταν αυτό ένα έθιμο. Μετά ήταν-
Πώς το είπατε αυτό το έθιμο;
«Σούρβο». Και ακόμη ένα όνομα είχε. Πώς λεγόταν; Στάσου δεν μπορώ... «Σούρβο» το έλεγαν οι παλιοί. «Να πρόστιμε», θα πει να συγχωρεθούμε. Το «σούρβο». Όχι «σούρβο», το «σούρβο» ήταν που πηγαίναμε και μαζεύαμε τα αυτά... «Να πρόστιμε», να συγχωρεθούμε. Το λεγόμενο να συγχωρεθούμε. Αυτό ήταν.
Το άλλο που είπα, έκανα ένα μικρό λάθος. Το «σούρβο» είναι όταν πηγαίναμε του Αγίου Βασιλείου, που πηγαίναμε και μαζεύαμε καρύδια. Να το πω. Το «σούρβο», αφού πιάσαμε το «σούρβο». Όλοι πήγαιναν στην εκκλησία την Πρωτοχρονιά. Γυρίζοντας από την εκκλησία, στην κάθε γειτονιά, όλοι μαζί στη γειτονιά, μικροί μεγάλοι, ας πούμε, πρώτα στον δικό μου τον μαχαλά, τον μεγάλο μαχαλά, που ήταν εκεί στην αγορά, εκεί άναβαν φωτιά όλοι μαζί, έψηναν ένα… Βάζανε σκόρδο -δεν μπορούσα να το θυμηθώ, συγγνώμη- σκόρδο, το έβαζαν λίγο να ψηθεί και έτρωγαν από αυτό για υγεία. Όποιος έτρωγε σκόρδο να είναι γερός. Και κερνούσε η καθεμία οτιδήποτε. Τότε εμείς ανοίγαμε φύλλο με το σαραγλί που κάνανε, με φύλλο χωριάτικο, με σουσάμι, με καρύδια. Τέτοιο το κάνανε. Ήταν πολύ ωραίο με σιρόπι.
Και μετά από αυτό πήγαιναν τα μικρά τα παιδάκια στα σπίτια. Έφευγαν οι γονείς, πήγαιναν στα σπίτια και τα παιδάκια πήγαιναν στην κάθε γειτονιά στο σπίτι πήγαιναν να πουν τα κάλαντα. Εμείς κάλαντα δεν λέγαμε από την παραμονή, λέγαμε την ημέρα των Χριστουγέννων εδώ. Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, δεν τα λέγαμε από την παραμονή. Πήγαιναν και τους έδιναν καρύδια. Αλλά ήταν τα παιδιά τα πιο μεγάλα, που ήταν στην Ε’-Στ’ τάξη, κάνα δύο-τρία από τη γειτονιά που ήταν -γιατί τα άλλα ήταν σε άλλη γειτονιά- μπαίνανε μέσα για να κάνουν ποδαρικό. Είχαμε τότε το μαγκάλι και με την μασιά λέγανε: «Καλώς μας ήρθες ο καινούργιος χρόνος, με υγεία και χαρά. Χίλια πουλιά να σας δώσουν. Να έχετε πολλά ζώα, γερά και καλά. Χίλια καλά να σας δώσει ο Θεός». Και έτσι έφευγαν και πήγαιναν στη διπλανή πόρτα. Αυτό γινόταν.
Μετά, κάναμε την ημέρα του Αγίου Αθανασίου, στις 02/05. Επειδή τα σπίτια ήταν πολύ κοντά -δηλαδή, πώς να σε πω;-, δεν ήταν αραιοκατοικημένα, πυκνοκατοικημένα ήταν μέσα στο χωριό, όλο παρεξηγούνταν. «Εσύ έκανες, η κότα σου εκεί, η άλλη χτύπησε στο αυτό». Μάλωναν και όλο θυμωμένοι ήταν. Του Αγίου Αθανασίου, 02/05, πήγαιναν επάνω στο βουνό. Στην εκκλησία δίπλα, είχε ένα παρεκκλήσι, πάλι του Αγίου. Ήταν προστάτης ο Άγιος Αθανάσιος της Λητής. Και εκεί στο παρεκκλησάκι στο βουνό, η κάθε γειτονιά, μικρή-μεγάλη, αυτοί για να μονιάσουν, έκαναν όλοι μαζί ένα φαγητό. Φαγητό: πατάτες, ρύζι και ένα ψωμί που τη λέγαμε τούρτα. Ένα ψωμί-τούρτα και τη στόλιζαν επάνω, τι βάζανε -ξέρω ‘γω- σταυρό, κάτι λουλούδια, έτσι τι έκαναν με το ψωμί. Μετά τη τύλιγαν με ένα ωραίο πανί κεντημένο, ασπροκέντημα πανί και ένα τριαντάφυλλο το τρυπούσαν στο αυτό… Αυτό το κρατούσαν και πήγαιναν εκεί πάνω στο παρεκκλήσι, μαζεύονταν. Και η εκκλησία έκανε φαγητά. Καλούσε η εκκλησία. Ήταν αυτοί οι επίτροποι. Ερχόταν κανένας δεσπότης, κανένας αρχιμανδρίτης από τον Λαγκαδά. Και η εκκλησία έκανα φαγητά. Και κάθονταν και έτρωγαν και έτσι συμφιλιώνονταν αυτοί που ήταν μαλωμένοι επί ένα χρόνο και δύο χρόνια. Πηγαίναν εκεί πάνω στο βουνό.
Μετά, είχαν και νταούλια. Φέρναν από την εκκλησία και τον Άγιο Αθανάσιο. Έψαλε ο παπάς, ευλογούσε τα φαγητά και τότε έτρωγαν. Μόλις τελείωνε το φαγητό, φέρνανε νταούλια, αυτά τα χάλκινα και χορεύαν οι γυναίκες. Μόνο οι γυναίκες. Αυτές που ήταν παντρεμένες. Τα κορίτσια δεν πηγαίναμε. Άμα ήμασταν κορίτσια απαγορευόταν. Εγώ που ήμουν μεγαλύτερη και κάποια που παντρεύτηκε πιο μπροστά από μένα, εμείς δεν πηγαίναμε, πήγαιναν μόνο οι παντρεμένες. Και αυτές που παντρεύονται και που πήγαιναν να πιαστούν στον χορό, πήγαιναν κατά στέφανο, δηλαδή ποια παντρεύτηκε πιο μπροστά. Μπορεί η άλλη να ήταν 20 χρονών και η άλλη 35, δεν χόρευε. Πήγαιναν κατά στέφανο. Πήγα και εγώ μία φορά, επειδή άργησα να παντρευτώ, αυτές παντρεύτηκαν όλες -τότε στη δικιά μου την ηλικία όλες παντρεύτηκαν μικρές- ήμουν τελευταία. Ξανά δεν πάτησα, δεν μου άρεσε. Δεν πήγα ξανά.
Και όταν τελείωνε αυτό, ο παπάς την έκαναν την εικόνα σε δημοπρασία. Αυτός που έπαιρνε την εικόνα, πρώτος πήγαινε και την προσκυνούσε την εικόνα. Έκανε τον σταυρό του και την έπαιρνε και την κατέβαζε στην εκκλησία. Μαζί με τους ψαλτάδες και τον παπά έψελναν και την πήγαιναν πάλι στη θέση της στην εκκλησία. Δηλαδή, την έκαναν δημοπρασία και όποιος θα δώσει πιο πολλά λεφτά. Όποιος έδινε πιο πολλά λεφτά, αυτός ήταν που έπαιρνε αυτό το πράγμα. Μετά τι άλλο;
Είχαμε και όταν είχε ανομβρία. Ήμασταν τρεις ξαδέρφες. Με τη μία ήμουν ίδια ηλικία, δηλαδή, από τον πατέρα μου τον αδερφό. Και δεν έβρεχε στο χωριό -τώρα όμως δεν τα κάνουν αυτά, κι όμως πρέπει. Τη ντύσαμε την πιο… Αυτές ήταν δύο αδερφές, εγώ ήμουν μόνη μου. Τη ντύσαμε τη μία και την κάναμε σαν καρναβαλάκι. Τη βάλαμε στεφάνι με λουλούδια, τη βάλαμε εδώ στη μέση λουλούδια, τη στολίσαμε με λουλούδια και πηγαίναμε στα σπίτια εκεί στις γειτονιές, περισσότερο στα πιο κοντινά σπίτια, και τραγουδούσαμε για να βρέξει και λέγαμε:
«Βρέξε-βρέξε παπαρούνα,
για να γίνουν τα σιτάρια, τα κριθάρια.
Βαϊντούνταλι, βαϊντούνταλι».
Αυτό δεν το ξέρω τι θα πει. Τούρκικο είναι; Δεν ξέρω. Μακεδόνικο είναι; Δεν ξέρω. Το τελευταίο. Και τη ρίχναμε νερό. Εν τω μεταξύ, έριξαν τόσο πολύ νερό στην ξαδέρφη μου και την αρρωστήσαμε εκεί. Η θεία μου θα μας σκότωνε εμάς τις δύο. Έπιανε βροχή -σοβαρά στο λέω- έπιανε βροχή!
Και ο παπάς στην εκκλησία έκανε… Του Προφήτη Ηλία, όταν ήταν και δεν έβρεχε και είχε ανομβρία, γυρίζαμε από την εκκλησία όλο το χωριό. Κατεβαίναμε στον δρόμο των Σερρών και μέσα στο δρόμο γονατούσε ο παπάς και παρακαλούσε τον Προφήτη Ηλία να βρέξει. Και όταν φτάναμε στην εκκλησία επάνω… Δηλαδή, κάναμε δρόμο πολύ. Σε κάθε πλατειούλα, σε κάθε φαρδύ δρόμο καθόταν ο παπάς και έκανε... Και έπιανε βροχή. Τώρα δεν το κάνουν. Και πολλοί, ας πούμε, μεγάλοι, πιο μεγάλοι και από μένα, λένε και εγώ λέω: «Γιατί καλέ δεν κάνουν μία για αυτήν την ανομβρία ή για αυτό το κακό που έχουμε στο χωριό;». Δεν το κάνουν αυτό το πράγμα. Ήταν πολύ ωραία. Άλλο, στάσου να θυμηθώ. Των Αγίων Θεοδώρων. Να το πω το αυτό για τα άλογα;
Ποια; Δεν καταλαβαίνω. Πείτε μου.
Του Αγίου Θεοδώρου, του στρατηλάτη. Έκαναν τα άλογα, έτρεχαν τα άλογα εδώ πέρα στο χωριό.
Ναι.
Εμείς εδώ πέρα στο χωριό δεν είχαμε νεκροθάφτες. Ήταν οι αδελφότητες. Και επίσης, ξέχασα να πω ότι ο δεσπότης του Λαγκαδά και αυτός ο δεσπότης ο παλιός που συγχωρέθηκε τώρα και αυτός ο άλλος, είναι στην Αδελφότητα του Αγίου Σπυρίδωνος. Του άρεζε, του αρέσει πολύ η Αδελφότητα. Είναι Αδελφότητα για αυτό του αρέσει πολύ. Η αδελφότητα έτρεχε στους γάμους, τα κουμπαριά, η αδελφότητα να βοηθήσουν στις κηδείες. Δεν υπήρχαν νεκροθάφτες, όταν πέθαινε κάποιος. Πήγαινε η αδελφότητα.
Η αδελφότητα είναι από το χωριό -πώς να σου πω- οι φίλοι, οι φίλοι. Με κατάλαβες; Αυτοί που ήταν… Προπαντός, αυτοί που είχαν την εικόνα, γιατί υπήρχε μία εικόνα. Αδελφότητα, έτσι λεγόταν. Αδελφότητα. Λεγόταν Αδελφότητα. Γίνονταν όλοι αδέρφια. Και αυτό έμεινε πάππου προς πάππου. Δηλαδή, ο πατέρας μου που πέθανε, το άφησε τον αδερφό μου αυτήν την εικόνα. Ήταν η εικόνα η Μεγάλη Παρασκευή και ακόμη μία εικόνα του Ευαγγελισμού. Αυτές τις δύο εικόνες. Και κάνουν αρτοκλασία και πηγαίνουν στην εκκλησία. Και το κάνουν και στη Θεσσαλονίκη νομίζω αυτό. Αλλά όταν κάνουν, αυτοί βοηθούσαν. Αυτή η αδελφότητα εκείνη την ημέρα γιόρταζε, είχαν τον Άγιο Θεόδωρο. Έρχονταν εδώ νταουλτζήδες, χορεύανε. Τα καφενεία, είχαμε μπόλικα καφενεία. Χόρευαν με τα χάλκινα. Ήταν πολύ ωραία. Μετά το απόγευμα, πήγαιναν ξεκουράζονταν στο σπίτι αφού πήγαιναν πρώτα στην εκκλησία και πήγαιναν εδώ κάπου, έτρεχαν τα άλογα οι χωριανοί. Ποιο θα βγει πρώτο! Ήταν στολισμένα τα άλογα εδώ. Τα έβαζαν ωραία χαμαλίκια εδώ, τα έβαζαν τριαντάφυλλα εδώ, λουλούδια τα έκαναν.
Και μετά, όποιος έβγαινε, το πρώτο και το δεύτερο, τους έκανε η εκκλησία και αυτοί που είχαν την αδελφότητα… Δηλαδή, την αδελφότητα που είχε αυτήν την εικόνα, γιορτάζανε εκείνη την ημέρα. Αυτοί δεν είχαν το όνομα, δηλαδή, αλλά γιόρταζαν αυτή τη γιορτή και έτρεχαν τα άλογα. Ήταν πολύ ωραία. Αυτά ήταν τα γλέντια για εμάς. Τότε δεν υπήρχε τίποτα. Ούτε κινηματογράφο είχαμε, τίποτα δεν είχε. Συνεχίζουν όμως, το κάνουν αυτό το πράγμα. Αλλά, τώρα με τον κορονοϊό, έχει κάνα 2-3 χρόνια που δεν πηγαίνουν επάνω. Δεν πάνε και στην εκκλησία. Του άρεσε του δεσπότη, τότε που ήρθε, του άρεζε αυτή η αδελφότητα και είπε: «Θα με γράψετε και εμένα». Και ήταν σε αυτήν την αδελφότητα που πήγαιναν επάνω στο πανηγύρι. Και όταν αρρώσταινε κάποιος, βοηθούσε ο ένας τον άλλον μετά. Αυτό ήταν.
Εσείς πώς νιώθατε, όταν συμμετείχατε σε αυτά τα έθιμα;
Όχι, εγώ πήγαινα. Ο πατέρας μου δεν μπορούσε να πάει γιατί δούλευε μέρα-νύχτα. Είχαμε πολλή δουλειά. Αυτές που δεν είχαν μπαμπά, οι φιλενάδες μου - κάνα-δύο δεν είχαν, που ήταν εκεί στη γειτονιά- πηγαίναμε, χαζεύαμε εμείς. Πήγαιναν κι άλλοι πολλοί και πιο μεγάλοι στην ηλικία. Μας άρεζε, πολύ μας άρεζε. Ήταν πολύ ωραία, πάρα πολύ ωραία. Ύστερα είχαμε τη Ζωοδόχου Πηγή. Πανήγυρη. Όλος ο Λαγκαδάς, τα τριγύρω αυτά χωριά έρχονταν. Παλιά εκκλησία με πολλές εικόνες παλιές. Γινόταν αυτή η πανηγυρις. Ήταν πολύ ωραία. Μετά βγήκαν οι τηλεοράσεις, σταμάτησαν τα πάντα. Δεν ήταν... Αυτό.
Είχαμε μείνει, ουσιαστικά, στα έθιμα του χωριού που ζήσατε στα παιδικά σας χρόνια.
Ναι.
Θα θέλατε να συμπληρώσετε κάτι άλλο από εκείνα τα χρόνια;
Όχι. Να πω ότι ήταν πολύ ωραία χρονιά, τα παιδικά. Περάσαμε ωραία. Ήταν άλλος κόσμος τότε και ο σημερινός κόσμος είναι διαφορετικός. Αλλιώς περνούσαμε. Ήμασταν και ευχαριστημένοι από αυτά που είχαμε. Ακόμα, νοσταλγώ τα παλιά. Και τώρα καλά είναι, αλλά είναι λίγο διαφορετικά. Ο κόσμος λίγο πιο απομακρυσμένος είναι. Δεν έχει εκείνη τη ζεστασιά που μαζευόμασταν όλοι μαζί στις γειτονιές, στα σπίτια οι συγγενείς. Αυτά δεν έχω, τίποτε άλλο να πω.
Έχοντας κάνει τώρα αυτήν την αναδρομή στη ζωή σας, έστω και αυτή τη σύντομη, υπάρχει κάτι που θα αλλάζατε ή που θα βελτιώνατε από το παρελθόν;
Όχι, όχι, δεν θα είχα να αλλάξω. Πέρασα καλά. Εγώ πέρασα καλά. Πάρα πολύ καλά πέρασα σε όλα. Και στα παιδικά μου και που μεγάλωσα. Παντρεύτηκα. Λίγο δυσκολεύτηκα, βέβαια, είπαμε εκεί πέρα, αλλά καλά είναι. Καλά είναι, δόξα τω Θεώ, ευχαριστημένη είμαι.
Αυτή η εμπειρία της συνέντευξης που κάναμε τώρα σας άρεσε; Θα θέλατε να συμπληρώσετε ίσως κάτι;
Δεν έχω τίποτε άλλο να συμπληρώσω. Αυτά. Όλα τα είπαμε τώρα, τα έθιμα είπαμε, αυτά. Δεν έχω τίποτα άλλο να συμπληρώσω. Αυτό είναι.
Εντάξει.
Τα είπα όλα. Δεν ξέρω αν έχεις… Δεν έχω τίποτε άλλο να πω. Αυτά ήταν. Ωραία χρόνια. Τα νοσταλγώ και πολύ μάλιστα τα νοσταλγώ τώρα που γέρασα κιόλας.
Ωραία. Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω, λοιπόν.
Να είσαι καλά, παιδί μου. Θέλω να είσαι και εσύ ευχαριστημένη, αν τα είπα καλά. Βέβαια, και λίγο μεγάλη είμαι και ξεχνώ. Δεν ξέρω πως τα είδες τα πράγματα εσύ. Εγώ θέλω να είσαι ευχαριστημένη από μένα.
Ευχαριστώ πολύ.
Να είσαι καλά, παιδί μου.