© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
«Από τα τεύτλα της Γιάννουλης στα Heim του Βερολίνου» - Ένα νέο κορίτσι μεταναστεύει για ένα καλύτερο μέλλον
Κωδικός Ιστορίας
21353
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Ειρήνη Τσούκα (Ε.Τ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
17/02/2022
Ερευνητής/τρια
Γιώργος Φρουξυλιάς (Γ.Φ.)
[00:00:00]Καλησπέρα σας, ονομάζομαι Φρουξυλιάς Γεώργιος, είμαι από την ομάδα του Istorima και σήμερα 18 Φεβρουαρίου 2022, βρίσκομαι στη Γιάννουλη με την κυρία Ρένα. Καλησπέρα σας.
Καλησπέρα, Γιώργο.
Πώς ονομάζεστε;
Ονομάζομαι Ειρήνη Τσούκα τώρα, στου άντρα μου το επίθετο. Λοιπόν, μεγάλωσα εγώ σε ένα ορεινό χωριό, στην Χρυσομηλιά Καλαμπάκας. Ένα όμορφο χωριό, αλλά φτωχικό. Δεν μπορώ να πω ότι ήτανε όμορφα χρόνια, αλλά όχι και άσχημα, όμως, ωραία. Εκεί πήγα στο Δημοτικό, το τελείωσα. Παρόλο που δεν είχαμε ούτε βιβλία στο σχολείο, ήμουνα καλή μαθήτρια, ήμουνα -μπορώ να σου πω- πρώτη. Λοιπόν, αγαπούσα τα γράμματα, ήθελα να σπουδάσω, αλλά δεν είχαμε, όμως, δεν είχα περιθώρια, δεν υπήρχε το οικονομικό. Και έτσι έφυγα από τα 14 μου χρόνια από το χωριό και κατέβηκα στην Λάρισα, στην Γιάννουλη, και ασχολήθηκα με την αγροτική δουλειά μετά.
Πριν μου πείτε λίγο για την Γιάννουλη και τη δουλειά εδώ πέρα-
Για την Χρυσομηλιά;
Μιλήστε μου για την Χρυσομηλιά, για την οικογένεια εκεί.
Λοιπόν, ήμασταν μία οικογένεια με δώδεκα άτομα.
Δώδεκα;
Ήμασταν επτά αδέρφια, δύο οι γονείς και δύο οι παππούδες. Ήταν πανέμορφα ομολογώ. Είχαμε τα ζώα μας, τα χωραφάκια μας, ξέρω 'γω τι, ήταν όμορφα. Μου άρεσε, έχω καλές αναμνήσεις από το χωριό μου, πάρα πολύ καλές. Ο μπαμπάς μου δούλευε στα λατομεία, δούλευε και η μάνα μου δούλευε στα χωράφια στα δικά μας τα χωράφια, βέβαια, που είχαμε με τα μπαξέδια μας, με τα ζώα μας, με τα γελάδια μας, με όλα αυτά. Ήταν όμορφα. Λοιπόν, πήγαμε σχολείο, τελειώσαμε το Δημοτικό όλα τα παιδιά και φύγαμε όλοι από το χωριό. Ο καθένας πήρε τον δρόμο του. Και ζούμε οι πιο πολλοί ζούμε, είμαστε εδώ στην Γιάννουλη όλοι, και τα επτά τα αδέρφια ήρθαμε στην Γιάννουλη.
Η ζωή στο χωριό πώς ήτανε; Τι δυσκολίες υπήρχανε;
Τι δυσκολίες υπήρχανε, Γιώργο; Δεν είχαμε ρεύμα, δεν είχαμε νερό στο σπίτι, δεν είχαμε θέρμανση. Τώρα από κει και πέρα αυτά βγάλε τα συμπεράσματά σου, δεν χρειάζεται να πούμε λεπτομέρειες. Λοιπόν, ζεσταινόμασταν με ένα τζάκι, με ένα τζάκι που ζεσταινόσουν μόνο μπροστά, από πίσω κρύωνες. Τα σπίτια δεν είχανε μόνωση, δύσκολα. Το νερό έπρεπε να πας να το πάρεις από τη βρύση που έτρεχε στο χωριό είχανε τρεις-τέσσερις βρύσες, από κει παίρναμε νερό. Όταν χιόνιζε, βάλε με τον νου σου τώρα να έριχνε δύο μέτρα χιόνι -το θυμάμαι εγώ το δύο μέτρα χιόνι- δηλαδή πηγαίναμε και, όταν ανοίγανε τον ντορό που λέμε, τον δρόμο, εμείς που ήμασταν μικρά, δεν φαινόμασταν. Ήταν βέβαια και υπέροχα, αλλά δεν παύει να ήταν, όμως, η επιβίωσή μας αυτή, ήταν δύσκολη. Να πας το νερό από τη βρύση, να μην έχεις φως, να μην έχεις θέρμανση, ήταν δύσκολα, δεν το συζητάμε, αλλά πάλι τονίζω όμορφα. Γιατί είμαι αισιόδοξη και δεν το παίρνω ποτέ έτσι. Ήταν όμορφα, ας ήτανε φτωχά όμως. Πολύ ωραία. Εγώ τα νοσταλγώ πάρα πολύ τα χρόνια αυτά. Ήμασταν εφτά αδέρφια, ήμασταν αγαπημένοι, τέσσερα κορίτσια, τρία αγόρια.
Τους γονείς πώς τους έλεγαν;
Ήταν ο Αποστόλης, ένας πολύ υπέροχος άνθρωπος, άρχοντας ο πατέρας μου. Η μάνα μου ήταν μια είναι πολύ δραστήρια γυναίκα, πολύ εργατική, πάρα πολύ, δηλαδή αντρογυναίκα που λέμε. Λοιπόν, και ήταν καλοί γονείς, παρόλη τη φτώχεια τους, και παρόλο που μεγάλωσαν στο χωριό και αυτοί. Δεν ξέρανε γράμματα. Η μάνα μου δεν είχε πάει σχολείο να φανταστείς και έμαθε να διαβάζει και να γράφει μόνη της.
Πώς κατάφερε-
Μόνη της. Και διάβαζε και έγραφε τα πάντα. Την πολιτική την ήξερε απ’ έξω όλη. Πέθανε στα 88 της χρόνια, υπέροχη.
Διάβαζε μόνη της;
Μόνη της έμαθε τα γράμματα «α,ο,ε» και έμαθε και διάβαζε και έγραφε. Ναι, δηλαδή και η πεθερά μου έτσι έμαθε να διαβάζει μόνη της και να γράφει που δεν πήγανε σχολείο. Πανέξυπνες, όμως, δεν το συζητάμε. Λοιπόν, Γιώργο μου…
Από φαγητό τι είχατε;
Α, είχαμε τα πάντα από φαγητό, Γιώργο. Πρώτα πρώτα, είχαμε τα ζώα, σφάζαμε το γουρούνι τα Χριστούγεννα, 200 κιλά γουρούνι έφτιαχνε η μάνα μου. Είχαμε πρόβατα, είχαμε γελάδια, είχαμε αρνάκια, σφάζαμε δηλαδή. Είχαμε πολύ. Έκανε έναν πολύ ωραίο μπαχτσέ η μάνα μου και είχε τα πάντα μέσα δηλαδή ό,τι θέλεις. Έφτιαχνε τα φαγητά της, τις πίτες της, περιείχε τα πάντα. Και δεν είχαμε… Εμείς δεν πεινάσαμε, δηλαδή πως είναι στα χωριά τότε, μετά τον πόλεμο, ξέρω 'γω τι και αυτά, πέρασε πείνα ο κόσμος. Εμείς είχαμε και χωραφάκια και τα σταράκια μας και το καλαμπόκι μας και ήμασταν καλά, ήμασταν καλά σε γενικές γραμμές. Μετά ο πατέρας μου πήγαινε, δούλευε κιόλας, έβγαζε κάποια χρήματα, είχε κάποιο ρευστό και περνούσαμε καλά. Μέχρι που μεγαλώσαμε και μετά δεν ξέραμε στο χωριό τι να κάνουμε. Φύγαμε όλοι.
Υπήρχε έτσι κάποιο φαγητό που σας άρεσε; Κάποια παραδοσιακή συνταγή;
Έφτιαχνε η μάνα μου ωραίους κεφτέδες στη γάστρα με κρεμμύδια. Να φτιάχνεις αυτό το φαγητό και να γλείφεις τα δάχτυλα, δεν υπάρχει δηλαδή. Όταν το έφτιαχνε, ένα μεγάλο ταψί, τη γάστρα, ξέρεις τι είναι η γάστρα; Ξέρεις ε; Μπράβο. Εκεί ψήναμε, δεν είχαμε φούρνο και όταν έφτιαχνε αυτό το φαΐ, μύριζε όλο το χωριό. Δεν σου λέω τίποτα, δηλαδή. Μιλάμε τέτοια επιτυχία. Και το κάνω και εγώ αυτό το φαΐ και τώρα και γίνεται υπέροχο.
Περιγράψτε μου λίγο τη διαδικασία.
Πώς γίνεται αυτό; Κάνεις τους κεφτέδες κανονικά, όπως κάνεις τους κεφτέδες κανονικά, κόβω τα κρεμμύδια λεπτούλικα, όπως στην σαλάτα, τα ζεματάω και μετά τα τσιγαρίζω λίγο με λίγο λαδάκι και βάζω μέσα μετά όλα τα μπαχαρικά και βάζω και λίγες σταφίδες, τη σάλτσα και τα βάζω στο ταψί. Τους κεφτέδες τους προτηγανίζω λίγο και μετά τους αραδιάζω επάνω στα κρεμμύδια. Και το βάζω μέσα στο φούρνο και αυτά πιάνουν κρουστά και γίνεται, μελώνουν τα κρεμμύδια μέσα. Είναι υπέροχο σου λέω. Το φτιάχνω, 2-3 φορές το χρόνο το φτιάχνω και εγώ, μας αρέσει. Το τρώνε και τα παιδιά. Είναι πολύ ωραίο, να έχεις ωραίο κιμά, χοιρινό και λίγο μοσχαράκι, είναι…
Σας φέρνει αναμνήσεις από παλιά;
Μας φέρνει πάρα πολύ. Έχω και ένα αυτό να σου πω για αυτότο φαγητό, ιδιαίτερο. Για αυτό το θυμάμαι και το αγαπώ πολύ. Όταν το έφτιαχνε η μάνα μου μία φορά, θυμάμαι ήταν κάποια Κυριακή, δεν ξέρω τι γιορτή ήτανε, το έφτιαξε έτσι ωραίο, εγώ πήγα και λέω: «Τι μαγειρεύεις;». Και λέω εγώ: «Δεν μου αρέσει -είπα- δεν μου αρέσει». Και επειδή είπα «δεν μου αρέσει» από τον εγωισμό δεν έφαγα. Και μετά όταν βάλανε στο τραπέζι, τρώγανε όλοι εκεί τέλεια, με έφευγαν τα σάλια, δεν υπάρχει περίπτωση. Αλλά επειδή είχα πει: «Όχι» δεν έτρωγα. Και έκατσα που λες, φάγανε όλοι, μετά αφού τελείωσε ο πατέρας μου, τελειώσαμε το φαγητό, με πήρε και εμένα μαζί κάτω στο μπακάλικο -μπακάλικο και καφενείο μαζί- και μου αγόρασε ένα πάκο μακαρόνια και πήγα στο σπίτι και έβρασα νεροζούμι για μακαρόνια και έφαγα. Δηλαδή, σου λέω τίποτα. Αυτό το θυμάμαι ακόμα, ήταν φανταστικό. Επειδή είπα «όχι», ε; Εγωισμό! Παιδάκι, ήμουνα τώρα, πόσο ήμουνα, εννιά χρόνων.
Γιατί είπατε όχι;
Γιατί έτσι είπα: «Δεν μου αρέσει αυτό το φαΐ εμένα». Και τι να πω, έτσι; Μετά δεν το έπαιρνα πίσω, δεν έπεφτα από τον εγωισμό.
Αλλά σας άρεσε, όμως;
Όχι μου άρεσε λέω, αφού το θυμάμαι ακόμα. Δεν υπάρχει περίπτωση, το θυμάμαι ακόμη. Κι όταν καμιά φορά, εγώ επειδή ήμουνα λίγο αδύνατη και με προσέχανε λίγο πιο πολύ, σου λέει: «Άμα δεν προσέξω, θα πεθάνει και από την πείνα αυτή. Είναι τόσο...». Αφού με λέγανε βλαμμένο, τόσο χάλια ήμουνα. Κι όταν έλεγα: «Δεν θέλω να φάω», μετά έπαιρνα το κουτάλι και μου ‘λεγε η αδερφή μου η Γεωργία: «Μία φορά δεν ήθελε και τώρα τρώει». Τι ήθελε να το πει αυτό; Πέρα το κουτάλι εγώ. Ήμουν πολύ ιδιότροπο παιδί. Για αυτό, τα δικαιολογώ τα παιδάκια τώρα που κάνουνε, ας πούμε. Τα παρακαλώ, για να φάνε.
Έχετε περάσει από την θέση τους για αυτό.
Έτσι, ακριβώς, Γιώργο μου. Λοιπόν…
Αλλά οδηγηθήκατε, όμως, είπατε στο να φύγετε από το χωριό.
Ότι;
Αναγκαστήκατε να φύγετε;
Ναι, βέβαια. Μόλις έβγαλα το Δημοτικό, εφόσον δεν πήγα Γυμνάσιο, γιατί δεν υπήρχαν οι συνθήκες οι σωστές που ήθελα εγώ, κατεβήκαμε εδώ κάτω στην Γιάννουλη, δουλέψαμε. Κατεβήκαμε το ’64-’68, τέσσερα χρόνια δούλεψα εδώ, Μουρίδη, Μπανιό, όλα τα χωράφια, όλους τους Γιαννουλίτες τα χωράφια. Και του ‘68 έφυγα Γερμανία. Και εδώ στην Γιάννουλη δεν ήταν και εδώ ό,τι καλύτερο όταν ήρθαμε. Ούτε η Γιάννουλη ήταν ό,τι καλύτερο. Μες στη λάσπη ήτανε το ’68. Μιλάμε χάλια. Αγοράσαμε οικόπεδο μετά στους Αυλαγάδες κάτω, χτίσαμε σπίτι δικό μας, ήμασταν και τα τρία τα κορίτσια εδώ, ενώ η αδερφή μου η Γεωργία η μεγαλύτερη είχε φύγει από το χωριό στην Γερμανία. Ο ένας ο αδερφός μου ο Κώστας ήταν εδώ, ο Χρήστος ήταν εδώ και ο άλλος αδερφός μου που ήταν στην Καλαμπάκα, μετά ήρθε και αυτός εδώ που είχε το «Τζάκι», αν θυμάσαι το «Τζάκι», μπράβο. Και εγώ ούτε εδώ μου άρεσε Γιώργο, και εγώ πάλι ψαχνόμουνα. Λέω: «Ούτε εδώ μου αρέσει ούτε στα χωράφια θα κάτσω ούτε στα βαμβάκια θα κάτσω. Αυτό το πράγμα δεν το μπορώ». Και έφυγα Γερμανία και ήμουνα, μόλις είχα κλείσει τα 18, ούτε τα είχα κλείσει καλά καλά. Και έφυγα Γερμανία μόνη μου.
Τι ήταν αυτό που δεν σας άρεσε εδώ πέρα;
Δεν μου άρεσαν οι συνθήκες ζωής. Δεν μου άρεσε να δουλεύω στα χωράφια, δεν [00:10:00]μου άρεσε στο σπίτι μετά που δεν είχαμε τις συνθήκες τις σωστές που δεν είχες το μπάνιο, δεν είχες το νερό. Ούτε εδώ είχαμε ρεύμα ούτε νερό. Όπως στην Χρυσομηλιά, συνεχίστηκε και εδώ το θέμα. Γιατί και εδώ που πήγαμε [Δ.Α.] κάναμε το σπίτι κάτω, πότε να πάρουμε ρεύμα στους Αυλαγάδες και πότε να μας στρώσουν άσφαλτο στους Αυλαγάδες. Λάσπη μέχρι εδώ. Βάζαμε μπότες από το σπίτι και βγαίναμε μέχρι στου Αραπατσάνη, στη μάντρα. Ήταν λίγο πιο τσιμέντο, για να πάμε Λάρισα και εκεί είχαμε τα παπούτσια στο χέρι και τα αλλάζαμε. Βεβαίως. Και το νερό… Νερό παίρναμε από την… Το ξέρεις τώρα που είναι εκεί που είχε μάντρα ο Αραπατσάνης; Μπράβο, εκεί από τον Αραπατσάνη, την κυρία Ευφροσύνη Αραπατσάνη, πω, πω πολύ…Αφροδίτη, -πώς τη λέγανε; Αφροδίτη νομίζω. Μας έβαζε μέσα στην κουζίνα, Γιώργο, και παίρναμε νερό από τη βρύση, με λάσπες τόσα άτομα. Δεν μας είπαν ποτέ όχι, όμως. Οφείλω να ομολογήσω ότι ήταν υπέροχοι άνθρωποι. Αυτοί είχαν τηλέφωνο και, όταν πήγα Γερμανία, έπαιρνα τηλέφωνο εκεί και φώναζαν τον μπαμπά μου και μιλούσαμε, δεν τα ξεχνώ.
Πολύ καλό.
Βεβαίως.
Πείτε μου λίγο-
Για πες μου.
Όταν ήρθατε πρώτη στιγμή Γιάννουλη, τι εντύπωση σας έκανε;
Πω, πω τρελάθηκα, Γιώργο. Έκανε πρώτα πρώτα πολλή ζέστη, σπίτι καλό δεν είχαμε, νερό κρύο δεν είχαμε, δεν υπήρχαν ψυγεία, είχαμε μία παγωνιέρα, δεν τις προλάβατε. Παναγία! Παίρναμε τον πάγο και τον βάζαμε εκεί, για να στάζει λίγο κρύο νερό. Ήταν πραγματικά πάρα πολύ δύσκολα. Πιο πολύ δύσκολα ήταν εδώ παρά στην Χρυσομηλιά, ειλικρινά. Πηγαίναμε δουλεύαμε στον Μουρίδη που είχε κλήματα αυτός έφτιαχνε. Από εδώ από τη Γιάννουλη μέχρι στο Jumbo με τα πόδια, κάθε πρωί και κάθε βράδυ. Από κει περνούσε το τρακτέρ και μας έπαιρνε. Τι ώρα; Πέντε η ώρα το πρωί, γιατί δεν υπήρχε οκτάωρο τότε. Τότε υπήρχε μέρα με νύχτα, εκεί πήγαινες. Μόλις νύχτωνε, έφευγες. Και πριν ξημερώσει, έπιανες δουλειά. Και στα χωράφια, έτσι δουλεύαμε, νύχτα με νύχτα. Μετά βγήκανε τα οκτάωρα.
Άρα από την Χρυσομηλιά φύγατε, για να δουλέψετε, κυρίως;
Εννοείται, για να δουλέψουμε ήρθαμε, βέβαια! Βέβαια, το μεροκάματο. Στην Γιάννουλη ήταν δύσκολα. Όταν έφυγα εγώ το ’68 ακόμη, δεν είχαμε ρεύμα, δεν έχει έρθει, μετά ήρθε το ρεύμα.
Πείτε μου λίγο πώς ήταν μία μέρα στα χωράφια και στα κλήματα, όπως είπατε;
Στα κλήματα, Γιώργο, ήμουνα 15 χρονών, και ήμουν μία σταλίτσα παιδάκι που τώρα αυτά τα παιδάκια, τα δεκαπεντάχρονα, δεν ξέρουν να φάνε ακόμα, τα δίνω στο χέρι. Εγώ, η Ειρήνη μου, η εγγονή μου, είναι 15 χρονών, δεν κάνει τίποτα. Και εγώ 15 χρονών και έβγαζα μεροκάματο μαζί με μεγάλους ανθρώπους. Και δεν ήμουνα και έτσι ψηλή, ήμουν αδύνατη, και απορούσα πώς με ‘παιρναν στη δουλειά. Γιατί ήμουν 15 χρονών παιδί, αλλά φαινόμουν και ακόμη πιο μικρή. Κι όμως, με συμπαθούσαν. Δεν ξέρω, είχα αυτό το θετικό, τη θετική ενέργεια και μου δίνανε μεροκάματο κανονικό, όπως οι μεγάλοι. Κι όταν θέλαμε να πάμε έξω να βγάλουμε τα κλήματα από το χώμα, έπρεπε να είσαι δυνατός και κρύο. Εμένα τάχα μου έλεγε: «Εσύ να πας λίγο εκεί να καθαρίσεις αυτά» μου έλεγε ο επιστάτης, επίτηδες, για να μη με στείλει εμένα στα κλήματα έξω. Με προστάτευε, όμως. Τον θυμάμαι τον κύριο Κώστα, ναι. Γιατί σου λέει: «Τώρα μικρό είναι, αλλά προσπαθεί όμως». Μετά δουλεύαμε στον Μπανιό, μαζεύαμε… Δεν πιστεύω να τον θυμάσαι τον Μπανιό, είχε πολλά αχλάδια αυτός, είχε πολλά δέντρα. Δουλεύαμε εκεί μέχρι τέλος Μαΐου. Τον Ιούλιο μετά, όταν βγαίνανε τα βαμβάκια και τα τεύτλα που είχε καλό μεροκάματο, φεύγαμε και από κει. Γιατί τα βαμβάκια μάζευες με το κιλό και έπαιρνες πιο πολλά λεφτά. Ενώ σου έδιναν εκεί 60-70 δραχμές μεροκάματο, στο βαμβάκι βγάζαμε 100 και 120. Κατάλαβες; Δεν καθόμασταν εκεί. Στα τεύτλα, ήταν με τον τόνο, όσο τόνους έβγαζες και φόρτωνες τρακτέρια και τόσο πληρώσουν. Ήτανε πω πω να κάθεσαι το μεσημέρι να φας, τι να φας; Κάτω από την πλατφόρμα καθόμασταν, εκεί είχαμε τον ίσκιο. Άμα δεν είχε δέντρα, λίγο εκεί. Βρώμαγε πετρέλαιο, αυτό το θυμάμαι. Για να φάμε. Και ερχότανε δίπλα η πλατφόρμα να την φορτώσουμε. Γιατί τότε έπαιρνε σειρά στο Ζαχάρεως. Και σηκωνόμασταν νηστικιές να φορτώσουμε και τι να φορτώσεις; Να ρίχνεις τεύτλα, και ήταν -πώς ήταν- πόσο ψηλό ήταν η πλατφόρμα και έβαζαν και άλλα τόσα παραπέτες. Και να σηκώνεις και να πετάς το τεύτλο τόσο ψηλά, 2-3 τεύτλα. Έχεις δει τεύτλα; Τα θυμάσαι; Όχι ε;
Όχι.
Και τα βγάζαμε με το δικέλλι, το πιάναμε, κρακ να τα βγάζεις. Και μετά η άλλη τα έκοβε και καθάριζε το φύλλο, τα βγάζαμε στοίβες. Ερχόταν το τρακτέρ, περνούσε ανάμεσα, και μετά έπρεπε να τα φορτώσουμε. Μιλάμε για πολύ τυράννια, όμως.
Με τι τα βγάζατε;
Με τι τα βγάζαμε; Με μία τσάπα που είχε δύο τσατάλια, και το βάζαμε, το πιάναμε το τεύτλο και κρακ το τραβούσαμε. Άμα ήταν το χώμα αφράτο, έβγαινε. Και άμα ήταν σκληρό, να μη βγαίνει με τίποτα. Τα βγάζαμε και οι άλλοι -είχαμε κάτι μαχαίρια μεγάλα, μας τα έδινε τα αφεντικά- παίρναμε το τεύτλο από κάτω, είχε τα φύλλα, όπως είναι το καρότο που έχει τα αυτά, κόβαμε τα φύλλα και το πετούσαμε στην σειρά. Και συνέχεια κάναμε μια, έναν σωρό από δω εμείς, άλλος σωρό από. Και στη μέση περνούσε το τρακτέρ και έπρεπε να τα φορτώσουμε ό,τι ώρα και ερχότανε. Ακόμη και 12 το βράδυ έπρεπε να πάμε στο χωράφι.
Όλη μέρα να είστε εκεί;
Και να πας και ξανά να το φορτώσεις, γιατί έπρεπε να πάει να παραδώσει.
Δεν ήτανε να πεις ότι ξέρεις, φόρτωνες δύο φορές τη μέρα. Όποτε το δίνανε την σειρά. Τον βλέπαμε από μακριά που ερχόταν: «Ω μπω, έρχεται πάλι» λέγαμε. Τώρα και να μην είχες φάει ακόμη. Και τι θα τρώγαμε νομίζεις; Ξύδι, σκόρδο, γιατί θα έκανε ζέστη και θα μας πείραζε το κοψίδι, άμα το είχαμε. Πω πω, πώς ζούσαμε, ρε συ! Τώρα ήμασταν νέοι, ήμασταν γεροί. Σου λέω. Ξύδι, σκόρδο και λάδι, και φτιάχναμε και βουτούσαμε. Γιατί κάνει ζέστη και τα άλλα θα μας πείραζε στο στομάχι.
Και σας κρατούσε αυτό;
Α, που ξέρω. Πώς ζούσαμε; Σου μιλάω ειλικρινά, ε; Όταν το σκέφτομαι…Να βράζαμε αυγό, να παίρναμε τυρί, ξέρω ΄γω, αυτά ή ελιές. Παίρναμε ελιές, τις παίρναμε, ήταν απαραίτητες, εντάξει. Και δεν τρώγαμε και καλά, γιατί κάναμε οικονομία, μη νομίζεις. Αν ψωνίζαμε πολλά, φεύγανε λεφτά. Θέλαμε να κάνουμε οικονομία. Καμία ελίτσα, λίγο κρεμμυδάκι από τον κήπο και φτιάχναμε… Χαμός. Αλλά τα θυμάμαι ωραία, όμως.
Κρατάτε τις καλές στιγμές;
Παρόλα ταύτα, τις νοσταλγώ τις στιγμές αυτές. Ήμασταν… Δεν είχαμε στο σπίτι κρεβάτι να κοιμηθούμε. Κοιμόμασταν κάτω όλοι στρωματσάδα. Που θα βρίσκαμε τόσα κρεβάτια, και πόσα δωμάτια πρώτα πρώτα; Δεν είχαμε καν στο μπάνιο να πλυθείς, να ξεκουραστείς, παράδειγμα. Πού να πλύνεις; Πού να απλώσεις; Πού να κάνεις; Και όταν πηγαίναμε το πρωί, ανεβαίναμε στο τρακτέρ, Γιώργο, πήγαινε το τραγούδι, ακουγόταν σε όλο τον κάμπο. Που τη βρίσκαμε; Που βρίσκαμε το κέφι; Άραγε είχαμε καλή ψυχολογία, αυτό μετρούσε πάνω από όλα. Δεν μας πείραζε τίποτα. Κατεβαίναμε μετά, αρπάζαμε την δουλειά, την δουλεύαμε, να μαζέψεις βαμβάκια, τώρα να μαζέψεις 150 κιλά βαμβάκι, να σέρνεις την ποδιά. Έχεις δει πώς μαζεύουν το βαμβάκι, ε; Τυράγνια. Σαν μα τι είχαμε, και τα σπορτέξ; Είχαμε τα εφόδια τα καλά; Δεν είχαμε και από αυτό. Και, όμως, τραγουδούσαμε και αυτό μου αρέσει. Και στο χωριό, το βράδυ η γιαγιά τραγουδούσε και χορεύαμε.
Το διατηρήσετε δηλαδή λίγο το έθιμο;
Τραγουδούσε η γιαγιά, μας διασκέδαζε και χορεύαμε. Και εγώ θυμάμαι και από εκεί έμαθα να χορεύω.
Τι τραγούδια λέγατε;
Τι τραγούδι έλεγε; Όλα τα έλεγε η γιαγιά. Τι να σου πω τώρα; Συρτά-
Στο Δημοτικό πάντα. Ποιο να σου πω τώρα; «Κίνησε η γερακίνα» ας πούμε, που το έλεγε, και είναι και εύκολο και να το τραγουδάς και να το χορέψεις. «Κίνησε…» και πιανόμασταν εμείς γύρω γύρω από τη σόμπα θυμάμαι πηγαίναμε και χορεύαμε. Και ήτανε… Μετά μαζευόμασταν στο χωριό -ξανά πάω πίσω- και ερχόταν και οι γειτόνισσές και νυχτερεύαμε, το λέγαμε. Και ερχόταν και έπαιρναν. Άλλη έπαιρνε το πλέξιμο, άλλη έπαιρνε το κέντημα, και ερχότανε εκεί και γύρω γύρω από το τζάκι. Η μάνα έβραζε κάστανα ή οτιδήποτε, ας πούμε, μας έλεγε, τραγουδούσαμε, λέγαμε ιστορίες και περνούσαμε όμορφα. Όλο το χειμώνα έτσι τον περνούσαμε, και στο χωριό και εδώ.
Κατσαμάκα, ναι, ναι.
Τι είναι η κατσαμάκα;
Κατσαμάκα είναι ένα που γινότανε από το λίπος το χοιρινό και με καλαμποκάλευρο. Τώρα πώς το φτιάχνανε, το ανακατώνανε και το φτιάχνανε καλό… Αυτό ήταν σαν το παντεσπάνι τώρα ας πούμε.
Λίγο σερμπέτι μέσα. Το σερμπέτι από τα σταφύλια που βγάζαμε το σιρόπι. Kαι ήτανε ωραία σε γενικές γραμμές. Αλλά το χωριό μου είναι πανέμορφο ξέρεις, μέσα στο έλατο, μέσα στο πράσινο. Καμιά φορά, άμα σε ταιριάσει και θα πας Χρυσομηλιά, θα πεις: «Καλά με έλεγε η Ρένα». Είναι ωραίο χωριό, πολύ ωραίο. Είναι σαν πίνακας ζωγραφικής.
Μακάρι να μπορούσα να πάω να το δω.
Αλήθεια σου λέω. Αυστρία. Όσοι έχουνε πάει, σου λέει: «Δεν παίζεται». Πολύ έλατο, πολύ πράσινο, πολύ αέρα. Έχει υψόμετρο, έχει 1.000, Μάκη; Έχει, και παραπάνω. Είναι και η Εράτυρα ωραίο χωριό, το αγαπώ, αλλά δεν έχει το πράσινο που έχει η Χρυσομηλιά, όμως, είναι λίγο πιο ξεραΐλα.
Υπήρχαν κάποια έθιμα που θυμάστε από το χωριό;
Ναι, τώρα τις Αποκριές φτιάχναμε κούνιες. Σε[00:20:00] κάθε γειτονιά του χωριού, όπου είχε καλό δέντρο και είχε μεγάλο κλωνάρι και ψηλό με την τριχιά. Βάζαμε πολλές τριχιές, για να μην είναι… Μην κοπεί και βάζανε και ένα [Δ.Α.] και ανεβαίναμε και εκεί μαζευόταν μετά η γειτονιά -κάθε γειτονιά- και τραγουδούσαμε, κουνιόμασταν, γινόταν καρναβάλια, γύριζαν τα σπίτια. Ήταν πολύ όμορφα. Και το Πάσχα τρεις μέρες στη σειρά είχαμε πανηγύρι. Πηγαίναμε στην εκκλησία το απόγευμα -ας πούμε- στον Εσπερινό και μετά χορεύαμε στην πλατεία. Και γινόταν τρεις χοροί. Δύο γυναίκες και άντρες. Κι άμα χόρευες εσύ, έπρεπε να χορέψει και η Ευαγγελία, η αδερφή σου, ή η γυναίκα σου. Πηγαίνανε ζευγάρια ζευγάρια. Εκεί γινόταν και το νυφοπάζαρο κατά κάποιον τρόπο. Ο άλλος έβλεπε την κοπέλα, σου λέει: «Αυτή είναι ωραία, μεγάλωσε» και στέλνανε προξενιό.
Πώς λεγόταν ο χορός αυτός, θυμάστε;
Ο χορός είχαμε τα κλαρίνα, τραγουδούσανε και είχαμε τα συρτά, τα τσάμικα, αυτά χορεύαμε.
Δεν ήταν κάποιος συγκεκριμένος;
Όχι, όχι, όλα τα χορούδια τα χορεύανε τότε και τραγουδούσανε επί το πλείστον Δημοτικό με το κλαρίνο ήτανε ας πούμε. Και ήταν όμορφα, ντυνόταν πολύ καρναβάλια και ντύνονταν και μεγάλοι ας πούμε. Γινόταν -ας πούμε- αγόρια νύφη -ξέρω ΄γω τι- με το γαμπρό, παίρναμε και το άλογο. Γιατί εμείς το γάμο εκεί την νύφη την βάζαμε, την πηγαίνανε καβάλα στο άλογο από γειτονιά σε γειτονιά ας πούμε, μην περπατάει στις λάσπες και φορτώναμε την προίκα στα άλογα. Ήταν πολύ ωραία εικόνα. Να παίζουν τα κλαρίνα και να παίζουν και με το κρασί, με τα χορούδια, με τα μπουκάλια στο χέρι, πολύ όμορφα. Μάλιστα.
Για τις κούνιες θα ήθελα να μου πείτε λίγο μία εμπειρία που είχατε.
Η κούνια, μία εμπειρία;
Ναι.
Λοιπόν, ήτανε στην άκρη από το χωριό, ήτανε ένα μεγάλο πλατάνι και είχε ένα πολύ μεγάλο κλωνάρι και όταν κουνιόσουνα, όμως, έφευγες στο γκρεμό παιδιά. Και τώρα που το σκέφτομαι πες ότι κοβόταν το σκοινί αυτό, θα πήγαινες στο ρέμα. Και έχω ανέβει σε αυτήν την κούνια και ήμουνα μικρό παιδάκι και ήταν τώρα εκεί γνωστοί, πιο μεγάλοι: «Θέλω και εγώ λίγο, θέλω και εγώ». Και θυμάμαι όταν πήγαινε προς τα κάτω, κοιτούσες και έλεγες: «Παναγία μου». Δηλαδή ήταν πάρα πολύ γκρεμός. Πώς δεν φοβόμασταν, ρε συ, να κοπεί το κλωνάρι; Και το κάναμε και με δύναμη! Ανέβαιναν και εύσωμοι άνθρωποι, ας πούμε, άντρες. Πες ότι κοβόταν το κλωνάρι. Τώρα άσ’ το, μην το ψάχνεις. Αυτό το πράγμα μου είχε κάνει εντύπωση. Ήταν ίσιωμα, αλλά προς τα κάτω… Όταν κάθονταν εδώ εντάξει η κούνια, αφήναμε πολύ μεγάλο αυτό, και με αυτό το κουνούσαμε, κατάλαβες; Και όταν πήγαινε κάτω, ήταν γκρεμός σου λέω. Χάος. Αλλά όμορφα, όμως.
Εκεί χορεύανε, τραγουδούσανε, μαζευότανε τα αγόρια και άμα ήτανε κανένας που αγαπούσε καμία, αυτά. Γινόταν όλο αυτό το νταλαβέρι.
Ήταν μία ευκαιρία για να γνωριστεί ο κόσμος;
Έτσι, έτσι, το φλερτ, βέβαια. Στις Απόκριες κάναμε καλή, ανάβαμε φωτιές… Ναι, χορεύαμε γύρω γύρω από τις φωτιές. Το Πάσχα γιόρταζαμε πολύ ωραία, το Πάσχα. Κάναμε τα πανηγύρια μας.
Τι πανηγύρι είχατε;
Τρεις μέρες σου λέω.
Του Αγίου Γεωργίου. Α, τον Τσέτο είναι το γιορτάζαμε στις 23 Αυγούστου, στα εννιάμερα της Παναγίας. Είναι ένα μέρος έξω από το χωριό, ένα πολύ μεγάλο λιβάδι και έχουμε το εκκλησάκι εκεί και εκεί κάναμε ημερήσια εκδρομή. Πηγαίναμε το πρωί και φεύγαμε το βράδυ. Με τα κλαρίνα, με τα ψητά, με τα αρνιά, με τα αυτά, έμποροι εκεί με παγωτά. Παιδικές αναμνήσεις! Και εγώ θυμάμαι ένα καλό, ας πούμε, από τότες με τη γιαγιά μου πηγαίναμε και αποβραδίς και κοιμόμασταν στην εκκλησία. Στρώναμε φτέρη κάτω, ξέρεις τι είναι η φτέρη. Φτέρη φυτρώνει στα βουνά τώρα, στα χωριά. Είναι φτέρη. Κόβαμε φτέρη, είχαμε το μαχαιράκι, στρώναμε τη φτέρη και μετά στρώναμε εκεί κάτω και εκεί κοιμόμασταν μέσα στην εκκλησία. Και το πρωί μετά που σηκωνόμασταν, εγώ ήθελα να πιάσω καλό μέρος για να στρώσουμε, που θα ερχόταν η μάνα μου μετά με τα φαγητά, με τις πίτες. Στρώναμε κάτω μία κουβέρτα και βάζαμε και τα αυτά και τρώγαμε εκεί όλοι, πιάναμε όλο το αυτό. Πω πω, τι τέλειο. Είχε και μία ωραία βρύση και ακόμη υπάρχει, πέρναγε, ερχόταν ο σταφυλάς και ψήνανε εκεί, ήταν τα μπακάλικα, οι ταβέρνες από το χωριό, φέρνανε εκεί τα αυτά, τα ψήνανε, τα δίνανε, τα κόβανε και γινότανε χορός. Και παίζανε και μπάλα. Ερχόταν, έπαιζε η «Χρυσομηλιά» με την «Λάρισα». Ερχόταν και από τη Λάρισα παιδιά από ‘δώ και θυμάμαι ερχότανε με μηχανή. Κι έλεγα εγώ: «Από την Λάρισα με μηχανή;». Το θυμάμαι και αυτό. Και παίζανε με τα διπλανά χωριά. Και εμείς εκεί τώρα ήμασταν από εδώ: «Ω» φωνάζαμε ποιος… Παίζανε μπάλα, μετά αρχίζανε να χορεύουνε.
Με την «Αηδόνα», Μάκη, μπράβο. Και το ’70 που ήρθα με άδεια εγώ από την Γερμανία, την πρώτη φορά που ήρθαμε με άδεια με τον Μάκη μαζί, θυμάμαι που πήγαμε στον Τσέτο.
Αυτό πήγαινε όλο το χωριό δηλαδή;
Όλο το χωριό και τα διπλανά χωριά.
Μεγάλο πανηγύρι, τα Εννιάμερα της Παναγίας. Δηλαδή το περιμέναμε αυτό, τι να σου πω τώρα σαν το παζάρι της Λαρίσης. Ναι, για να γίνει. Ήταν όμορφα, μέσα στα έλατα. Λέγαμε: «Να μην νυχτώσει, να μη φύγεις».
Τι σας άρεσε πιο πολύ από αυτό το φεστιβάλ, ας πούμε;
Τα πάντα, τα πάντα. Επειδή ήμασταν και μικροί μας άρεσαν και αυτά που ερχόταν οι έμποροι και πουλούσαν αυτά τα μικροπράγματα, ας πούμε. Τις λιχουδιές, αυτά τα…
Τα γύρω γύρω. Θυμάμαι, είχε το τραπέζι το μεγάλο αυτός ο έμπορας και είχε επάνω από όλα αυτά τα κοκαλάκια, τσιμπιδάκια, μπιχλιμπίδια διάφορα και είχε μία βέργα, γιατί εμείς ήμασταν γύρω γύρω και πηγαίναμε εκεί και άλλα κλέβανε κιόλας, κατάλαβες; Και αυτός είχε τη βέρα, κρακ. Το έκανε και αυτό, για να μας διώχνει. Και θυμάμαι, έφερνε γύρω γύρω έτσι τα μάτια τα αυτά του, για να μην τον κλέψουνε.
Ναι. Ήτανε. Αλλά το θέμα ήτανε, επειδή είχαμε και τέσσερις αγελάδες και τα βοσκούσαμε με τη σειρά. Εμείς είχαμε τέσσερις, πηγαίναμε τέσσερις φορές. Ο άλλος είχε ένα, πήγαινε μία μέρα. Και ήταν, όμως, 100 αγελάδες και μας έπεφτε μία φορά το μήνα να πάμε. Ήταν 100 οικογένειες, πηγαίνανε όλοι. Άλλοι δύο, άλλοι τρεις. Εμείς είχαμε τέσσερις, έπρεπε να πάμε τέσσερις μέρες να τα βοσκήσουμε.
Γιατί ήτανε έτσι το-
Τι να τα κάναμε; Πώς… Να τα πας κάθε μέρα να τα βοσκήσεις; Δύσκολο. Ενώ έτσι… Σήμερα πήγες εσύ, αύριο πήγαινα εγώ, και πήγαιναν όλοι. Το πρωί τα πηγαίναμε σε ένα μέρος όλοι, τα έπαιρνε αυτός που ήταν η σειρά του και τα βοσκούσε. Και εμείς τώρα από την άνοιξη μέχρι τις 23 Αυγούστου έπρεπε να κάνουμε λογαριασμό ποιον θα πέσει σε εκείνη την ημέρα. Ήτανε το πιο μεγάλο άγχος να μην μας πέσει η σειρά στις 23 Αυγούστου, γιατί ήταν το καλύτερο πανηγύρι και έπρεπε να πάμε. Μας έχει πέσει, όμως. Πω πω, με τη Δέσποινα είχα πάει, με την Μπαλαφούτη. Μας είχε πέσει και θυμάμαι και πήγαμε, δεν υπήρχε πιο θλιμμένη μέρα. Λέγαμε: «Πότε να νυχτώσει και να γυρίσουμε σπίτι». Ήταν άδεια όλα, γιατί είχαν φύγει όλοι στο πανηγύρι. Και το θυμάμαι και αυτό, μου έχει μείνει.
Δηλαδή, εσείς μείνατε πίσω αναγκαστικά;
Μείναμε σπίτι να βοσκήσουμε τα γελάδια, βέβαια. Δεν γινόταν διαφορετικά. Τώρα θα μου πεις: «Γιατί δεν πήγε η μάνα και έστειλε εμάς;». Ε, η μάνα είχε άλλα παιδιά, είχε να τα πάει εκεί, να τα πάει τα φαγητά, να τακτοποιήσει. Ο πατέρας δεν πήγαινε, δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση.
Γιατί;
Α, δεν πήγαινε στα γελάδια ο πατέρας. Το μόνο καλό, δεν ήθελε. Ούτε στο μαντρί είχε πάει ποτέ, δεν ασχολούταν με αυτά. Σε αυτά ήταν η μάνα μου μέσα. Ο πατέρας πήγαινε, δούλευε, έφερνε τα λεφτά, μετά στο καφενείο. Αγαπούσε την πρέφα. Έπαιζε την πρεφούλα, ήταν ωραίος.
Στεναχωρηθήκατε λίγο φαντάζομαι που δεν πήγατε εκείνη την ημέρα.
Πάρα πολύ, όχι λίγο, αφού το θυμάμαι ακόμα, ρε συ. Πάρα πολύ. Και ήμασταν μικρά παιδάκια, ρε συ, ούτε δώδεκα. Τώρα, είναι στην καλύτερη φάση. Και μετά μου λένε «Εφηβεία». Πώς είναι εφηβεία, ρε παιδιά; Εμείς γιατί δεν περάσαμε εφηβεία; Δεν τη θυμάμαι αυτή τη φάση. Είχαμε… Ευκαιρούσαμε για εφηβεία; Δεν είχαμε τέτοιες πολυτέλειες, δυστυχώς. Έπρεπε να είμαστε μέσα σε… Και μία άλλη φορά θυμάμαι, Γιώργο, πάλι στο χωριό, είχαμε αρνιά και τα αρνάκια έπρεπε να τα βγάλουμε να τα βοσκήσουμε. Και έλεγε η γιαγιά: «Άντε σηκωθείτε μαρή, βελάζουν, βελάζουν -έλεγε- τα καημένα». Εμείς τώρα να κοιμηθούμε, ήταν καλοκαίρι, δεν είχαμε σχολείο και σηκώθηκα εγώ, θυμάμαι ένα πρωί και πήγα έξω εκεί να τα βγάλω τα αρνιά μαζί με την αδερφή μου την Δέσποινα -πιο μικρή η Δέσποινα- και έλεγα εγώ: «Να ψοφήσουν». Και είχα πει: «Να τα δω με τα ποδάρια προς τα πάνω, νταούλι». Και με άκουσε ο πατέρας, και μου λέει: «Άμα ψοφήσουν -λέει- τι θα φάτε;». Το θυμάμαι αυτό σαν να τον βλέπω μπροστά μου. Δεν τον είδα και εγώ έλεγα: «Να τα ψοφήσουν, Παναγία μου». Ναι, να μην τα έχω εγώ, δεν με ένοιαζε. Και να πάμε να τα βοσκήσουμε και ήτανε πρωί, τα βγάζαμε επάνω από το χωριό, είχαμε έτσι ωραία, αλλά έπρεπε να τα προσέξεις γιατί αυτά πήγαιναν και πήγαιναν στο τριφύλλι. Και άμα πήγαιναν στο τριφύλλι, φούσκωναν. Αυτό το ξέρεις;
Όχι.
Άμα τρώγανε τριφύλλι, γινόταν νταούλι και μπορεί να σκάγανε. Και άσε που έτρωγαν το τριφύλλι και ήταν το ξένο και θα μας έκαναν αυτό. Αλλά θα σκάγανε και αυτά. Και εμείς πηγαίναμε εκεί τώρα, ήταν πρωί και έκανε ψυχρούλα στο χωριό -ορεινό το μέρος καλοκαί[00:30:00]ρι-, και εμείς θα καθόμασταν εκεί, μόλις έβγαινε ο ήλιος, μας έπαιρνε ο ύπνος και φεύγανε στα στάρια και στα τριφύλλια. Και στο σιτάρι. Το σιτάρι τότες ας πούμε ήτανε πράσινο, έτσι τρυφερό, αν μπαίνανε τα αρνιά μέσα, το λαμανούνε. Και καμιά φορά θυμάμαι, ξυπνήσαμε με την Δέσποινα «Πω ρε -λέει-, που είναι;». Ψάχναμε, πουθενά. Κοιτάγαμε, μέσα στο τριφύλλι. Πάμε γρήγορα, τα μαζεύουμε εκεί. Και άμα τρώγανε τριφύλλι, μετά έπρεπε να τα τρέξεις. Να τα κυνηγήσεις πολύ, να τρέξουν για να-
Χωνέψουν. Πω πω, και ειδικά οι αγελάδες. Πω πω, άμα μπαίνανε στο τριφύλλι, τρώνε λαίμαργα και μετά τα πηγαίναμε στη βρύση και τα ρίχναμε νερό. Και υπήρχε και ένα έντομο, Μακούλη.
Και άμα τα τσιμπούσε, δεν τα έφτανες πουθενά, Γιώργο. Φεύγανε τόσο πολύ, δηλαδή μιλάμε, λέγαμε: «Τα έπιασε στρέγκλα» το λέγαμε κιόλας. Περιπέτειες.
Και γενικά εσείς έπρεπε να είστε από κοντά;
Από κοντά. Και όταν θερίζαμε τα σιτάρια, φτιάχνανε τα δεμάτια, ας πούμε, φορτώνανε, μας φορτώνανε τα άλογα, γιατί με τι; Με τα αυτοκίνητα ή με τα 4 επί 4 θα ήμασταν; Πρώτα από όλα, δεν είχαμε δρόμους. Φορτώναμε τα άλογα με τα δεμάτια και με αυτά. Από το ένα το χωράφι στην άλλη άκρη του χωριού και πιο μακριά που έχουμε τα αλώνια, για να πάμε να τα ξεφορτώσουμε και μετά να ξαναπάμε να φορτώσουμε, για να γίνουν. Αλλά πολύ ωραία θυμάμαι, όμως, όταν αλωνίζαμε μετά. Όταν αλωνίζαμε, κοιμόμασταν εκεί το βράδυ στο μαντρί. Πω πω, τι ωραία που ήτανε. Το θυμάμαι αυτό. Πήγαινε η μάνα στο χωριό, μας έφερνε την πίτα και εμείς και εγώ θυμάμαι κοιμόμουνα μες στα άχυρα. Μιλάμε εκεί, το θυμάμαι, ακόμα, το ευχαριστιόμουνα. Παιδάκι εγώ, δεν με ένοιαζε αν βρέξει και αν δεν βρέξει. Και ο παππούς ήταν όλη μέρα, όλη τη νύχτα έξω, να δούμε πώς θα πάει ο καιρός, να μη βρέξει, γιατί είχαμε έτοιμα τα στάχυα, τα δεμάτια στο αλώνι με τα άλογα. Βάζαμε τα άλογα μετά, φέρνανε γύρω και εμείς περιμέναμε να πάμε και να βαράμε, για να τρέχουν γύρω γρήγορα και να αλωνιστούνε. Και μετά αφού τα παίρνουν τα αυτά, το ρίχνουνε επάνω, αλλού να πάει το άχυρο, αλλού να πάει το στάρι. Μεγάλη περιπέτεια.
Το βλέπατε σαν παιχνίδι λίγο;
Εγώ σαν παιχνίδι, ήμουνα παιδί, αλλά η μάνα και ο πατέρας ανησυχούσε να μην βρέξει. Γιατί άμα έβρεχε, άσ’ τα. Ναι.
Και γιατί σας άρεσε η διαμονή στην εξοχή, στο μαντρί;
Μα ήταν πανέμορφα, μα ήταν όμορφα. Δεν υπάρχει. Παρόλα ταύτα όμως, μετά που μεγάλωσα, ήθελα να φύγω. Εντάξει, μετά δεν είχα προοπτικές εκεί. Να κάνω τι; Έπρεπε να κάτσεις εκεί να θερίσεις, να αλωνίσεις, να κάνεις, να ράνεις, φύγαμε μετά. Φύγαμε, κατεβήκαμε κάτω εδώ και δουλεύαμε.
Φύγατε όλα τα αδέρφια;
Όλα, όλα.
Οι γονείς, όμως, παραμείνανε;
Για πολύ λίγο, για κανένα χρόνο. Ήρθαν και οι γονείς μου κάτω, ήρθαμε όλοι κάτω. Ναι. Το θυμάμαι, αφού το εγκαταλείψαμε το σπίτι στο χωριό. Μετά από λίγα χρόνια δεν πηγαίναμε κιόλας, γιατί είχαμε πολύ δουλειά μετά, όταν δουλεύαμε και ρεπό δεν, έπεσε.
Πείτε μου για τη δουλειά εδώ πέρα.
Εδώ στην Γιάννουλη; Εδώ Γιάννουλη δούλεψα 4 χρόνια, Γιώργο. Δούλεψα σε όλους τους Γιαννουλίτες σχεδόν. Εγώ πήγα Γερμανία και γύρισα, τους ήξερα όλους πριν φύγω. Και με ξέρανε και με θυμούνται. Και ο Τουμπακάκης τώρα αυτός που πέθανε, ο Τριαντάφυλλος… Εδώ εγώ και από εδώ δεν έχω ειδικά παράπονα ας πούμε, γιατί όπου πήγαινα, δούλευα. Και όταν δούλευα, με συμπαθούσαν όλοι, γενικώς.
Σας άρεσε η εργασία;
Ναι, η δουλειά μου αρέσει πάντα. Ό,τι δουλειά και να έκανα, την έκανα με μεράκι. Βέβαια. Άμα δεν σου αρέσει κάτι, Γιώργο, δεν κάνεις προκοπή. Πρέπει να το αγαπάς μάλλον. Βέβαια, δεν ήταν ό,τι καλύτερο, δεν θα ήθελα να κάνω αυτό όλη μου τη ζωή -με τίποτα- αλλά όταν πήγαινα να δουλεύω, δούλευα. Μου άρεσε. Δεκαπέντε χρονών βγάζαμε τεύτλα. Τα θυμάμαι τα χρόνια αυτά, όμορφα.
Πείτε μου κανένα περιστατικό που είχατε στην εργασία.
Εδώ στην Γιάννουλη ένα περιστατικό θυμάμαι, πριν πάω στη Γερμανία. Δουλεύαμε, βγάζαμε τα τεύτλα με την Βαΐτσα εδώ αυτήν μπροστά που είναι η Κοντοτόλη -είμαστε και πρώτες ξαδέρφες- και όπως πήγε αυτή να πάρει, να το πετάξει, πάω εγώ και με κοπανάει το τεύτλο εδώ. Ζαλίστηκα. Δηλαδή, τόσο χτύπημα ένα τεύτλο μεγάλο. Εγώ πήγα να… Αυτή πήγε να το ρίξει και εγώ εκείνη την ώρα, δεν ξέρω και με χτύπησε εμένα εδώ. Το θυμάται και η Βαΐτσα ακόμα. Αλλά όταν έφυγα Γερμανία, εκεί ήτανε το καλύτερο μου μετά. Το καλύτερο μου. Ήμουνα… Δεκαοκτώ δεν ήμουνα, γιατί κλείνω τον Σεπτέμβρη αλλάζω τον χρόνο, και εγώ έκανα ότι άλλαξα τον Ιούνιο, για να γίνω δεκαοκτώ. Μου έδωσαν ένα χαρτί για 3-4 μήνες νωρίτερα.
Για να φύγετε πιο νωρίς;
Δηλαδή δεν ήμουνα ούτε καν δεκαοκτώ, Γιώργο. Ξέρεις τι θα πει δεκαεπτά και κάτι παιδάκι, να φύγεις Γερμανία του ’68; Εδώ και 50 χρόνια.
Πριν μου πείτε λίγο για τη Γερμανία, τι αρμοδιότητες είχατε μέσα στη δουλειά; Τι σας βάζανε να κάνετε;
Πού;
Στα τεύτλα σας λέω εγώ.
Α, στα τεύτλα; Στα τεύτλα από την άνοιξη που τα σπέρνανε οι παραγωγοί και φύτρωνε το τεύτλο έπρεπε να πάμε να το αραιώσουμε. Να το αφήνεις μία πιθαμή, δυο πιθαμές, βγάζαμε, ήταν πολλά μαζί αυτά. Βγάζαμε, αφήναμε ένα ένα, το αραιώναμε. Μετά μεγάλωνε. Μετά το σκαλίζαμε δυο-τρεις φορές και μετά γινόταν. Για να βγει, μετά πηγαίναμε, τα βγάζαμε, τα κόβαμε, τα φορτώναμε. Τελείωνε το τεύτλο. Μετά ερχόταν τα βαμβάκια. Τα αραιώναμε, τα σκαλίζαμε, για να κόβεις τα χόρτα, μετά τα μαζεύαμε. Μέχρι τον Οκτώβριο μετά μαζεύαμε βαμβάκι. Και όλο το χειμώνα σχεδόν μετά άρχιζε ο Μουρίδης με τα κλήματα. Δεν σταματούσαμε καθόλου. Είχε δουλειά, όμως.
Στα κλήματα τι κάνατε;
Στα κλήματα ο Μουρίδης εμπορευόταν αυτό το πράγμα. Τα έκοβε, τα παράχωνε στην άμμο, φύτρωνε και πουλούσε τα κλήματα. Τα έπαιρναν και έκαναν τα αμπέλια. Είχε πολλή δουλειά σου λέω. Όλο τον χειμώνα δουλεύαμε στον Μουρίδη, είχε καλή δουλειά. Για τα κλήματα, ήταν ολόκληρη διαδικασία. Έβγαζαν τα κλήματα βέργες μεγάλες, πως είναι πέρα, και μας έβαζε με το ψαλίδι που κλαδεύεις, για να κόβουμε τα μάτια που έβγαζε. Αυτά τα κόβαμε, μετά τα έπαιρναν οι άλλες οι γυναίκες, τα έκοβαν τόσο μικρά, τα έκαναν δεματάκια, τα παραχώναμε στην άμμο και αυτά φύτρωναν μετά, εκεί που τα κόβαμε. Και αφού φύτρωναν, μετά τα παίρναμε και τα ξαναφυτεύαμε. Μετά τα σκεπάζαμε με άμμο πάλι και μετά που φυτρώνανε επάνω αυτά, βγαίνανε επάνω και μετά αυτά βγάζανε και τα πουλούσανε. Σου λέω πολύ πολύ μεγάλη διαδικασία ήτανε. Καταργήθηκαν αυτά τώρα. Ποιος κάνει αμπέλια τώρα; Κανένας. Μιλάμε πριν πενήντα χρόνια. Ο Μουρίδης. Ο ένας είναι ο ηθοποιός ο Μουρίδης, ήταν αδέρφια, ναι.
Αλλά γιατί επιλέξατε να φύγετε κακήν κακώς για Γερμανία;
Α, δεν καθόμουνα εγώ, ούτε τεύτλα να βγάλω ούτε βαμβάκια να μάσω ούτε τίποτα. Όλες οι φιλενάδες μου μείνανε. Εγώ είχα άλλο σκεπτικό, εγώ λέω: «Θα πάω παραπέρα, δεν μπορεί. Κάτι καλύτερο θα βρω, δεν υπάρχει». Και έφυγα Γερμανία. Ήταν η αδερφή μου εκεί, βέβαια, και έκανα και εγώ τα χαρτιά μου κανονικά, βγήκαμε, πήγα, ζήτησα Βερολίνο, με στείλανε. Όχι στο ίδιο εργοστάσιο που ήτανε η αδερφή μου, αλλά στην ίδια πόλη.
Για τα χαρτιά είχε δύσκολη διαδικασία;
Καθόλου, καθόλου. Πήγαμε στο Γραφείο Ευρέσεως Εργασίας στην Λάρισα, κάναμε τα χαρτιά, ήταν Ιούνιος και τον Φεβρουάριο έφυγα. Και τόσο γρήγορα κιόλας.
Οι γονείς πώς το πήρανε;
Ο πατέρας μου ήταν μαζί μου, να φύγω. Η μάνα μου, όταν με ειδοποίησαν και ότι θα φύγω, θυμάμαι γυρίσαμε, βγάζαμε πατάτες θυμάμαι σε ένα χωράφι και είχε και βροχή, και μες στη λάσπη η πατάτα, ξέρεις τώρα. Σαν μα τι; Είχαμε γάντια; Και έλεγα: «Παναγία μου, να έρθουν τα χαρτιά να φύγω» είχα πει. Το θυμάμαι. Ντιπ στο αυλάκι έτσι, να παίρνεις τις πατάτες μέσα από τη λάσπη. Και ήρθα στο σπίτι και με είχανε ειδοποιήσει και είδα την μάνα μου στο κρεβάτι σκεπασμένη στο κεφάλι και τον λέω τον πατέρα μου: «Τι έπαθε -λέω- αυτή;». «Σε ειδοποίησαν για την Γερμανία» λέει. «Α, κατάλαβα» λέω. Γιατί το είχε κάνει και στην αδερφή μου την Γεωργία αυτό. Και λέω: «Δεν πειράζει -λέω- εγώ θα φύγω όπως και να είναι». Και πήγαμε στην Αθήνα, περάσαμε γιατρούς μαζί με τη μάνα μου και τον πατέρα μου. Με πήγανε μέχρι την Αθήνα, περάσαμε τους γιατρούς και ήμουνα 18 χρονών πες και ήμουνα 45 κιλά, δηλαδή αδύνατη. Δεν υπάρχει, 45 κιλά! Και μου είπανε: «Αυτήν θα την κόψουν από τους γιατρούς, θα την κόψουν από τα κιλά». Περάσαμε γιατρούς, άμα είσαι γερός, δεν έχεις πρόβλημα και έφυγα με το καράβι, θυμάμαι τον «Κολοκοτρώνη». Το καράβι από τον Πειραιά, βγήκαμε Ιταλία και από την Ιταλία μετά μπήκαμε στο τρένο και βγήκαμε στο Μόναχο. Εκεί στο Μόναχο που λέει: «Στο σταθμό του Μονάχου» που λέει το τραγούδι. Και από το Μόναχο από εκεί μετά σε συνοδεύουν, σε παίρνουνε, σε πήγαιναν. Από εκεί μπήκα στο αεροπλάνο και μπήκα πήγα Βερολίνο. Δηλαδή μέσα σε 2-3 μέρες μπήκα σε καράβι, σε τρένο, σε αεροπλάνο. Τα έζησα όλα αυτά.
Το ταξίδι πώς ήτανε;
Τέλειο, δεν υπάρχει και στο καράβι και στο τρένο και στο αεροπλάνο. Και εκεί που πήγα στην Γερμανία μετά, έπεσα στην «Τελεφούνκεν», καθαρή δουλειά. Μας βάλανε στο Heim, το λέγανε, το σπίτι που ήταν του εργοστασίου και σου είχε τα δωμάτια[00:40:00], σου είχε την κουζίνα, σου είχε το μπάνιο και μέναμε όλοι. Μέναμε. Τρία-τέσσερα πατώματα ήταν, βέβαια, όπως είναι τα ξενοδοχεία. Εκεί μετά τώρα τι να σου πω τώρα, ρε Γιώργο, τώρα; Ότι έφυγα από τη λάσπη χωρίς ρεύμα, χωρίς νερό, χωρίς θέρμανση και πήγα Γερμανία και βρήκα το μπάνιο, το ντους, μπανιέρα, καλοριφέρ, ζεστά νερά, ρεύματα, στεγνωτήρια, τηλεοράσεις, ηλεκτρικές κουζίνες. Τώρα, τι να σου περιγράψω; Καμία σχέση. Πήγα εκεί, τέλος πάντων, όλα ωραία, λέω: «Δεν υπάρχει». Κρεβάτια το ένα πάνω στο άλλο, τα σεντόνια τα καθαρά. Όλα του εργοστασίου αυτά. Και μετά όταν πήγα στη δουλειά το πρωί, για να πιάσω στο εργοστάσιο ας πούμε, με πήγε ο διερμηνέας παντού, μου τα έκανε όλα, μου έδειξε την δουλειά, μου έδειξε: «Εδώ θα τρως στο εστιατόριο, στην τραπεζαρία. 09:00 η ώρα θα περάσεις από το κυλικείο να πάρεις τα πάντα». Δεν τα είχαμε δει αυτά, ούτε στο… Δεν είχαμε τηλεόραση πρώτα πρώτα, γιατί υπήρχανε κυλικεία, αλλά εμείς δεν τα είχαμε δει. Είχε τα πάντα. Από γλυκά και από τέτοια, ψωμάκια. Έβγαζες, έδινες κάρτα και έβγαζες για όλη την εβδομάδα να τρως στην τραπεζαρία. Τι να σου πω τώρα; Με τα ψωμάκια, με τις σούπες, με τα ωραία τους. Και θυμάμαι, όταν πήγα στη δουλειά και με έβαλαν να δουλέψω, λέω: «Δεν θέλω λεφτά, δουλεύω τζάμπα». Το είπα, στο ορκίζομαι και το θυμάμαι. Το σκέφτηκα. Λέω: «Και καθόλου να μην με πληρώσουν -λέω- δεν υπάρχει πρόβλημα. Φτάνει που βλέπω όλα αυτά εδώ». Τόσο όμορφα.
Ήτανε η μεγάλη αλλαγή από το-
Όχι μεγάλη, μέρα με νύχτα. Δηλαδή, μέρα με νύχτα. Σου λέω μέσα σε ένα μήνα, μη σου πω παραπάνω, έβαλα δεκαπέντε κιλά. Τόσο πολύ δηλαδή που είχα χαλαρώσει εγώ στην Γερμανία, γιατί μου άρεσε. Μετά, είχα και την αδερφή μου εκεί, είχα και το στήριγμα. Κάθε Σάββατο απόγευμα, Παρασκευή, με έπαιρνε ο γαμπρός μου, με έπαιρνε στο δικό του το σπίτι. Ήμασταν μακριά από εδώ έως τα Τρίκαλα, μέσα στην πόλη, μία ώρα δηλαδή. Ε, εντάξει, μετά έμαθα και εγώ, πήγαινα και μόνη μου. Φεβρουάριος… Μέχρι όλο το καλοκαίρι μετά το αυτό, γνώρισα τον Μάκη μετά εγώ. Μέσα σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα. Ο Μάκης είχε τον κινηματογράφο εκεί που είχαμε πει και τον γνώρισα. Μετά παντρεύτηκα με τον Μάκη. Ο Μάκης μου τα έφτιαχνε όλα, δεν υπάρχει περίπτωση μετά, ήξερε τα γερμανικά. Και περάσαμε στην Γερμανία πέρασα πολύ ωραία.
Πείτε μου λίγο και τη δική σας πλευρά με τον κινηματογράφο που γνωριστήκατε.
Για τον κινηματογράφο, Γιώργο! Ήτανε, ο Μάκης ερχότανε στο Heim, αυτό που έμενα, κάθε εβδομάδα και έβαζε το επόμενο έργο. Μας κολλούσε χαρτί τι παίζει την επόμενη εβδομάδα. Και όταν ήρθε εκεί στο Heim, με είδε. Και εγώ τον είδα, κόλλησε τα χαρτιά εκεί, έφυγε, τέλος πάντων. Και στον κινηματογράφο με είδε, εγώ πήγαινα μετά. Κάθε Κυριακή πηγαίναμε, αν δεν είχαμε να κάνουμε και τίποτα άλλο. Ένα σινεμά θα πηγαίναμε ας πούμε. Και ο Μάκης με είχε μπανιάσει, όμως, με είχε βάλει στο μάτι και δεν ήξερε, όμως, ποια είμαι, πού μένω, πώς είναι. Και θυμάμαι -δεν ξέρω Μάκη αν το θυμάσαι- μου λέει όταν περνούσαμε και φεύγαμε από τον κινηματογράφο, μας δίδανε το επόμενο έργο, τη διαφήμιση. Και μου λέει: «Έχουμε και περιοδικό "Ρομάντζο" -λέει- θέλετε -λέει- να σας το στείλουμε στο σπίτι;». Λέω εγώ λέω: «Όχι, έρχομαι την Κυριακή εδώ το παίρνω», λέω εγώ. «Όχι -λέει- μπορούμε να το στείλουμε -λέει αυτός- δεν στοιχίζει τίποτα». Λέω: «Στείλτε το». Μου λέει: «Πού μένεις;», λέω εγώ: «Στο Heim της «Τελεφούνκεν»». Αυτός μετά ήθελε να μάθει πού μένω, κατάλαβες; Πονηρός ο βλάχος! Τέλος πάντων, δεν θυμάμαι αν μου το έστειλες το περιοδικό, δεν θυμάμαι τώρα. Και ρώτησε μετά πώς με λένε -ξέρω ΄γω τι- και εγώ θυμάμαι συγκεκριμένα, μου είχε πει μετά μία Κυριακή, μου λέει: «Θέλω να σου μιλήσω». Λέω… Εγώ ήμουν παλιών αρχών, Γιώργο. Είχα και την Γεωργία εκεί, τον γαμπρό μου, το σεβόμουν και το σέβομαι. Δεν ήθελα εγώ να πουν ότι: «Ξέρω ΄γω τι, η κουνιάδα του…». Α πα πα πα. Και τον λέω… Εγώ πήγα από το σινεμά πήγα στην Γεωργία στην αδερφή μου να μείνω εκεί, γιατί την άλλη μέρα ήμουν απογευματινή, λέω: «Να πάω στην αδερφή μου». Πήγα. «Καλά -λέει ο Μάκης- εγώ θα σε περιμένω» λέει ο Μάκης. Εγώ πήγα εκεί μετά, λέω: «Να πάω -λέω- άμα πάω, τι θα με φάει;», είπα κιόλας, επί λέξει. Λέω στην Γεωργία, λέω: «Θα φύγω -λέω- θα πάω στο δικό μου το Heim -λέω- γιατί είμαι απογευματινή αύριο, αλλά έχω ξεχάσει την ποδιά να την πλύνω», εγώ πονηρή τώρα. Φεύγω εγώ, πάω στο δικό μου το Heim, ο Μάκης περίμενε απ’ έξω, εκεί με περίμενε. Εγώ δεν τον είδα, δεν τον γνώρισα ούτε ήξερα το αμάξι. Έφυγα εγώ, εγώ πήγα πάνω στο δικό μου το δωμάτιο. Κατέβηκε μία άλλη φιλενάδα μου και λέει ο Μάκης, λέει: «Λίγο την Θάνου -λέει- να φωνάξεις». Θάνου στο επίθετο στο πατρικό μου. Θυμάμαι έρχεται η Δήμητρα -την θυμάμαι το όνομα- φώναζε από κάτω: «Θάνου. Καλέ σε περιμένει ο Θωμάς κάτω». Λέω εγώ: «Ποιος Θωμάς;». «Έλα μωρέ -λέει αυτή- τράβα. Θα σε φάει ο άνθρωπος;», μου λέει και αυτή. Τέλος πάντων, κατεβαίνω εγώ κάτω, πάω στον Μάκη, λέει: «Σε περιμένω». «Δεν σε είπα δεν θα έρθω;» τον λέω. «Ε, εντάξει -λέει αυτός- πάμε να πιούμε ένα ποτό -λέει- να μιλήσουμε», λέει. Τέλος πάντων, πήγα εγώ, πήρα το παλτό -θυμάμαι- κατέβηκαμε, πήγαμε. Και με πήγε και με κέρασε martini, Γιώργο. Εδώ και 52 χρόνια αυτά τώρα, ε;
Ο επιμένων νικά.
Με κέρασε martini, πήγαμε σε ένα πολύ ωραίο κέντρο. Πώς το λέγανε, Μάκη; Το «Intermedio».
Ναι, το «Intermedio». Πήγαμε εκεί και μου λέει ο Μάκης ότι: «Μου αρέσεις -ξέρω ΄γω τι». Εγώ του λέω: «Άκου να σου πω, άμα είναι θα πας στην αδερφή μου». Άκου τώρα, ε; Μυαλό. Κι όμως και εμένα μου άρεσε, αλλά πού ξέρω εγώ; Αυτός μπορεί να ήταν παντρεμένος στην Ελλάδα. Γερμανία ξέρεις τι γινόταν, Γιώργο; Χαμός. Παντρεμένοι εδώ και ξαναπαντρευόταν εκεί.
Υπήρχαν τέτοιες περιπτώσεις;
Ναι, έχουν συμβεί, κάνανε παιδιά. Και λέω εγώ: «Θα πας στην αδερφή μου». «Ναι -λέει ο Μάκης- θα πάω». Και πήγε στην αδερφή μου την άλλη μέρα. Πήγε στην Γεωργία, είχε τον χαρτοφύλακα ο Μάκης που είχε τα χαρτιά από το σινεμά, κουστουμαρισμένος πάντα. Πάει εκεί, χτυπάει -η αδερφή μου έμενε σε άλλο Heim στη Lawrence- και μόλις τον είδε η αδερφή μου με τα αυτά, τον λέει: «Αυτός είναι -λέει- από την ασφάλεια» λέει. Γιατί ο Μήτσος μιλούσε κατά της Χούντας τότες που ήτανε και λέει: «Ήρθανε να τον πιάσουνε, δεν υπάρχει περίπτωση». Τότε ήταν-
Ο γαμπρός ήταν ο Μήτσος;
Ο γαμπρός. Εκεί τότε στην Γερμανία, άμα ήσουνα χουντικός -δεν ξέρω… Στο σινεμά μας κάνανε φασαρίες, άμα προβάλαμε τα επίκαιρα της Ελλάδος οι κομμουνιστές. Ερχόταν μέσα, πιάνανε το αυτό και μόλις… Φώναζαν, για να τα κατεβάσουμε. Και λέει η Γεωργία: «Μίλησε ο Μήτσος και ήρθανε». Τέλος πάντων, και λέει: «Τι τον θέλετε τον άντρα μου;». Λέει ο Μάκης: «Πρόκειται για την αδερφή σου», λέει. Και μετά πήγανε με τον Μήτσο, μιλήσανε εκεί και λέει ο Μήτσος: «Α -λέει- κοίταξε μία εβδομάδα αρραβώνα και τον άλλον γάμο», λέει ο Μήτσος. «Εντάξει» λέει ο Μάκης. Σου λέει ο Μάκης: «Για να έρθουν τα χαρτιά από την Ελλάδα θέλουν έναν μήνα, θα περάσει πάνω από μήνα». Δεν γίνεται, δεν σου τα στέλνουν αμέσως. «Εντάξει», λέει. Πήγε ο μπαμπάς μου στο χωριό, από εδώ τον στείλαμε γράμμα, πήγε ο πατέρας μου στα πεθερικά μου. Ο πατέρας μου ωραίος, κύριος, άρχοντας, μίλησαν εκεί με τον πεθερό μου εκεί, όλα καλά. Ο Μάκης τον είπε τον πατέρα μου, όμως, πριν πάει, τον λέει: «Θα πας -λέει- θα γνωρίσεις τους γονείς μου, αλλά θα τους πεις -λέει- ότι η κόρη μου στην Γερμανία έχει και 10.000 μάρκα». Σου λέει για να πουν αυτοί… Ε, παππούδες τώρα και αυτοί. Και εντάξει, οι παππούδες χάρηκαν, τον είδαν τον πατέρα μου. Σου λέει: «Και από την Λάρισα κιόλας». Τους άρεζε η Λάρισα.
Ήθελαν να ακούσουν λίγο για προίκα, δηλαδή;
Ναι, τάχα μου για προίκα. Τι να λέει τώρα; Ήταν όμορφα χρόνια, Γιώργο.
Οπότε παντρευτήκατε εκεί πέρα στη Γερμανία;
Ναι. Σου λέω 29 Νοέμβρη αρραβωνιαστήκαμε, 10 Γενάρη παντρευτήκαμε, 10 Γενάρη. Δεν είχα κλείσει χρόνο εγώ στην Γερμανία, τον Φλεβάρη έκλεινα χρόνο. Μέσα σε έναν χρόνο παντρεύτηκα, ναι. Ναι.
Όχι, εντάξει, μετά από δύο, ένα χρόνο και… Μετά εγώ θα δούλευα, είπαμε: «Θα πάει ο Μάκης στη σχολή και εγώ θα δουλεύω, για να επιβιώσουμε». Αλλά ο Μάκης μετά πήρε την υποτροφία, δεν είχαμε πρόβλημα.
Πείτε μου λίγο τη δουλειά κάνατε στη-
Γερμανία-
«Τελεφούνκεν».
Στην «Τελεφούνκεν» κάναμε τηλεοράσεις. Τότε, ήταν οι λάμπες, μετά βγήκανε τα τρανζιστοράκια, τα αυτά. Λάμπες. Πώς ήταν οι λάμπες έτσι μεγάλες; Εμένα με είχε βάλει - θυμάμαι- με το ένα κατσαβίδι γύρναγα ένα σύρμα, το έβαζα από κει, και το έβαζα στη μηχανή, το πατούσα και το κολλούσα. Μετά το έβαζα παραπέρα, το έπαιρνε άλλος μετά. Και σου λέω: «Τι δουλειά είναι αυτή;». Δεν υπάρχει περίπτωση δηλαδή. Ναι, και μετά δούλεψα εκεί αρκετά χρόνια στην «Τελεφούνκεν». Δεν δούλεψα Μάκη;
Δούλεψα. Ήρθαμε μετά το καλοκαίρι με άδεια. Το καλοκαίρι ήρθα με άδεια παντρεμένη μετά εγώ και ήμουν και έγκυος στον Δημήτρη. Τώρα ακριβώς. Ο Τάκης είναι το ‘71 γεννηθείς. Ήρθαμε στην Ελλάδα, ξαναπήγαμε. Και εδώ που ήρθαμε ωραία. Με το αυτοκίνητο ήρθαμε για πρώτη φορά και φτάσαμε στην Κοζάνη η ώρα 12 το βράδυ. Εγώ ήμουν και τεσσάρων ημερών έγκυος. Καλά που πήγαινα 3.000 χιλιόμετρα; Καθόλου μυαλό, όμως, τι να πω; Φτάσαμε στην Κοζάνη, πήγαμε στην κουνιάδα μου και αυτή είχε πάει στο χωριό μετά, αφού ήταν κοντά Δεκαπενταύγουστος. «Και τώρα τι κάνουμε;». Είπαμε να μείνουμε εκεί το βράδυ και μετά πάμε στο χωριό. Τώρα, υποχρεωτικά φύγαμε στο χωριό. Και φεύγαμε στο χωριό, φτάναμε στην Εράτυρα και, όταν φτά[00:50:00]νουμε επάνω, τον λέω τον Μάκη -φαινόταν η Εράτυρα στο βάθος φωτισμένη και μου λέει ο Μάκης: «Να η Εράτυρα», λέει. Από εκείνη την ώρα, Γιώργο, την ερωτεύτηκα την Εράτυρα. Δεν ξέρω γιατί, ρε παιδί μου. Μου άρεσε τόσο πολύ το βοσκοτόπι! Φτάσαμε στο χωριό, πήγαμε στο σπίτι, είχανε μία ξύλινη πόρτα και από μέσα η γιαγιά έβαζε ένα σίδερο τη νύχτα και το έκλεινε για ασφάλεια. Εμείς πήγαμε εκεί και χτύπησε ο Μάκης το παραθύρι. Ήταν και το παραθύρι που κοιμόταν ο παππούς, ο μπαμπάς. Το θυμάμαι σαν να ακούω την φωνή του: «Αναστασία, τα παιδιά». Ανοίξανε εκεί πέρα, χαμός. Εγώ μία σταλίτσα, ταλαιπωρημένη, τόσο δρόμο, έγκυος. Και θυμάμαι η κουνιάδα μου, Γιώργο, με έπλυνε τα πόδια. Με έπλυνε τα πόδια, δεν το ξεχνάω.
Εκεί γνωριστήκατε πρώτη φορά;
Εννοείται, πρώτη φορά. Από φωτογραφίες μόνο που είχαμε στείλει στον αρραβώνα, στον γάμο. Και έβαλε για να μη σκύψω, ήμουνα και τουρλωμένη. Καλά η Ζωή το έχει αυτό, αλλά… Και θυμάμαι μου έπλυνε τα πόδια, αυτό δεν το ξεχνάω. Ναι. Και όταν κέρδισε ο Μάκης το ταξίδι στην Ισπανία και πλήρωσα και εγώ το δικό μου και πήγαμε μαζί, εγώ μετά τον Δημήτρη τον είχα στην πεθερά μου, τον γιο μου. Και τηλεφωνιόμασταν και λέει: «Έχει λίγο πυρετό το παιδί -λέει- θα το πάω στην Κοζάνη, στον παιδίατρο». Λέω εγώ το Μάκη: «Εγώ θα πάω στην Ελλάδα -λέω- δεν έρχομαι Ισπανία -λέω- πάει το παιδί άρρωστο -λέω- θα πάω -λέω- εγώ Ισπανία; Δεν τρέχει». Και θυμάμαι, πήρα τηλέφωνο στην Ζωή την κουνιάδα μου, και λέω: «Έλα Ζωή -την είχα πει ότι θα πάμε Ισπανία- να πάτε -λέει αυτή- ευκαιρία -λέει- πού θα σου δοθεί τέτοια ευκαιρία;». Δεν το λένε εύκολα οι κουνιάδες. Σου λέει τώρα σιγά μην τρέχει αυτήν και ξέρω ΄γω τι. Και μετά που αρρώστησε ο Δημήτρης και την λέω: «Δεν θα πάω στην Ισπανία -λέω- θα έρθω στην Ελλάδα». «Πας καλά -μου λέει αυτή- που θα έρθεις στην Ελλάδα -λέει- θα πάω εγώ στο χωριό -λέει- θα πάρω το παιδί με τη γιαγιά, θα τους φέρω εδώ, θα το πάω στον γιατρό. Καλύτερα από σένα, μην στεναχωριέσαι καθόλου. Θα πας -λέει- μη χάσεις τέτοια ευκαιρία». Ούτε αυτό το ξεχνάω Γιώργο.
Υπήρχε μια αλληλοστήριξη;
Δεν το ξεχνάω, γιατί μπορούσε να με πει: «Κοίταξε να δεις, εδώ το παιδί σου έχει πυρετό -ξέρω εγώ τι- εσύ πώς μπορείς να πας Ισπανία;». Επέμενε τόσο πολύ και πραγματικά δεν με άφησε να κατέβω. Ναι, εντάξει τον πήγε. Ο Τάκης είχε μία αυτό, παιδικό. Του έδωσαν ένα σιροπάκι, εντάξει. Αλλά θέλω να σου πω ότι και η κουνιάδα μου καλή.
Για να καταλάβει λίγο και ο κόσμος, τι ταξίδι ήταν αυτό στην Ισπανία;
Που το είχε κερδίσει ο Μάκης από ένα διαγωνισμό και είχαμε πάει Ισπανία τον Μάρτιο του ’78, Μάκη; Μετά ήρθαμε οριστικά.
Μάρτης, Μάρτης.
Και πήγαμε για δεκαπέντε μέρες στη Μαγιόρκα στο Cala d'Or, το θυμάμαι. Και περάσαμε υπέροχα. Και έχω βγάλει και ένα βιντεάκι, το έχουμε για ενθύμιο, πολύ όμορφο ήτανε. Ναι, μετά γυρίσαμε. Μάρτιος, Απρίλιος, Μάιος, Ιούνιος. Μετά τον Αύγουστο ήρθαμε οριστικά. Φύγαμε από την Γερμανία μετά, ήρθαμε Ελλάδα.
Θα σας πάω λίγο πίσω τώρα στην Γερμανία.
Για πες.
Γιατί μου είπατε λίγο για το εργοστάσιο. Από δουλειές, τι άλλο μετά κάνατε; Γιατί ήσασταν στην «Τελεφούνκεν» και μετά;
Nαι, συνήθως δούλευα σε τέτοιες, σε ηλεκτρονικά πράγματα. Δούλευα στην «Τελεφούνκεν», μετά πήγα στην «Siemens», «Siemens» ήταν Μάκη τα τηλέφωνα; Πήγα στη «Siemens» που φτιάχνανε ταχυδρομεία. Όπου γινόταν καινούρια ταχυδρομεία-
Και έπρεπε να βάλεις τα τηλέφωνα, όπως είναι τα τηλεφωνεία, πώς να στο πω; Και ήμουνα πάλι, πάλι κολλήτρια ήμουνα. Παίρναμε τα καλώδια, τα βάζαμε εκεί, τα κολλούσαμε και κάναμε τις γραμμές. Εκεί θυμάμαι μας έλεγε το αφεντικό, είχαμε τα ακουστικά και λέει: «Θα πιάνετε τη γραμμή, άμα μιλάει ο κόσμος, μην τον κόψετε, αφήστε, μην τους κόψετε την ομιλία». Τώρα έπρεπε να βάλεις τα ακουστικά συνέχεια. Καμιά φορά βαριόμασταν και το παίρναμε σκοινί κορδόνι, τους κόβαμε κιόλας. Καμιά φορά βάζαμε και ακούγαμε. Καλά, ήταν γερμανικά τώρα, δεν τα καταλαβαίναμε και όλα, και μιλούσε ο κόσμος, αλλά κρίμα να τους διακόψεις, μπορεί να ήταν και αναγκαίο το θέμα.
Άρα πέρα από το να κολλήσετε πράγματα, ήτανε και η επικοινωνία με τον κόσμο;
Όχι, απλά υπήρχαν οι γραμμές και εμείς έπρεπε να τις ανανεώσουμε, αλλά άμα μιλούσανε να μην κόψουμε τη γραμμή. Να μην κόβουμε τη γραμμή, να τους αφήνουμε να τελειώσουν και μετά να το κόβουμε.
Για αυτό είχαμε τα ακουστικά στα αυτιά. Στην «Siemens» ήτανε πολύ ωραία. Μετά ήρθαμε οριστικά στην Ελλάδα. Ναι, είχαμε φύγει το ’73-’74.
Με την Υ.ΕΝ.Ε.Δ. που πήγε ο Μάκης που είχε πάει, και δεν μας άρεσε και ξαναπήγαμε Γερμανία. Και είχαν περάσει και ένα 8 μήνες που ήμασταν στην Ελλάδα και είχε τελειώσει η άδεια εργασίας και η παραμονή. Και ήταν πολύ δύσκολο αν μας δίνανε παραμονή στην Γερμανία ξανά. Και εμείς φύγαμε από δω, άφησε την δουλειά ο Μάκης, τα πράγματα όλα, φύγαμε Γερμανία στο κουτουρού.
Γιατί ήταν τόσο δύσκολο να δώσουν μία άδεια εργασίας;
Κοίταξε, άδεια εργασίας, αφού είχαν περάσει ο χρόνος που έπρεπε να μείνουμε στην Ελλάδα, είχε λήξει.
Στην Γερμανία;
Ναι, είχε λήξει, βέβαια. Έπρεπε να πάμε στους τέσσερις μήνες πίσω, όχι στους οκτώ. Και μετά δεν σε δίνανε.
Έξι μήνες. Αλλά εγώ ήμουνα κολλήτρια, το επάγγελμα εκεί που έγραφε, άμα ζητούσα εγώ κολλήτρια, με τίποτα, δεν θα μου δίνανε καθόλου άδεια εργασίας. Θα έλεγαν: «Στην Ελλάδα πίσω». Και εγώ σκέφτηκα μετά, λέω: «Κολλήτρια δεν θα με δώσουν» λέω και ζήτησα καθαρίστρια. Λέω αυτό, ζητούσαν εκεί, θέλανε χέρια, δεν πήγαιναν εύκολα και το ζήτησα καθαρίστρια και δεν μου κοίταξαν καθόλου ότι έχει λήξει η άδεια. Και μου δίνουν και άδεια, Γιώργο, και μου δώσανε και παραμονή και πήγα εγώ καθαρίστρια και την πέρασα λούφα. Με στείλανε στην «Σέρινγκ» που έφτιαχνε φάρμακα. Φαρμακευτική εταιρεία ήτανε. Φαντάσου πόσο καθαρά ήταν εκεί τώρα και πόσο ωραία ήτανε με τα φάρμακα. Δούλεψα εκεί μετά όλο τον καιρό, δούλεψα εκεί, αρκετά δούλεψα, μετά δεν ξέρω γιατί έφυγα, πήγα σε ένα… Δεν θυμάμαι γιατί έφυγα από την «Σέρινγκ». Ήτανε όμορφα εκεί. Μετά πήγα σε ένα εστιατόριο. Μετά πήγα στο εστιατόριο και το έπαιξα μαγείρισσα.
Περάσατε από όλα τα πόστα;
Όλα. Και στο μαγείρεμα είχα λούφα και εκεί, πολύ όμορφα και εκεί. Ήταν Έλληνας ο Αλέκος, είχε το… Ωραίο μεγάλο μαγαζί, και δούλευα στην κουζίνα εγώ. Και μαγειρεύαμε και πλέναμε τα πιάτα και -ξέρω ΄γω- γενικά όλα αυτά εκεί. Αλλά ήταν πολύ όμορφα κι εκεί στον Αλέκο. Και είχαμε, θυμάμαι, είχε και πιτσαρία αυτός, είχε ψητά, παστίτσια, αυτά, πήγαιναν και Γερμανοί, ωραίο μαγαζί μεγάλο. Και είχαμε την πιτσαρία και ήτανε ο Ιταλός ο Σαλβαντόρ, δούλευε εκεί. Ο Σαλβαντόρ με περίμενε, όταν ήμουνα εγώ ας πούμε απογευματινή, αυτός με περίμενε πότε θα πάω, για να τον κάνω να φάει. Εγώ άλλαζα με μία Τουρκάλα και τον έλεγα εγώ: «Δύο η ώρα». Μου λέει: «Κατερίνα -με έλεγε Κατερίνα με φώναζε- πεινάω». Λέω: «Γιατί δεν έλεγες την Μίνα να σε κάνει;». «Δεν θέλω από την Μίνα» έλεγε. «Εγώ -λέω- θέλω να βάλω τα πιάτα στο πλυντήριο, να τα βγάλω». «Εγώ θα τα βγάλω» έλεγε αυτός, για να τον… Αρκεί να τον κάνω να φάει. Και όταν έφευγα το βράδυ, όταν ήμουν απόγευμα, σχολούσαμε και 22:30-23:00, περνούσα από εκεί, μου είχε έτοιμη την πίτσα και ένα ψωμί που με ζύμωνε. Το ζύμωνε για μένα ειδικά ο Σαλβαντόρ. Ωραίος.
Εσείς τι φτιάχνατε; Τι φαγητό του φτιάχνατε που ήθελε;
Ό,τι με ζητούσε. Μπριζόλα, μπιφτέκι, μουσακά, παστίτσιο. Ό,τι ήθελε, μου έλεγε: «Κάνε με αυτό», με σαλατίτσα και τέτοια.
Κυρίως, ελληνικά δηλαδή;
Ε;
Ελληνική κουζίνα.
Ναι, ναι, ναι, Ελληνικά ναι. Τζατζίκια… Όλα αυτά τα φτιάχναμε εκεί. Είχαμε και μάγειρα, αλλά ήμασταν και εμείς, καθαρίζαμε τις πατάτες, να σκουπίσουμε, να καθαρίσουμε. Ήταν όμορφα και στον Αλέκο. Α, να γιατί έφυγα από την «Σέρινγκ» ρε, γιατί είχα πάθει μια αλλεργία. Είχα πάθει μία αλλεργία-
Ε, Μακούλη μου;
Λες; Μπορεί. Δηλαδή, άμα είχα οτιδήποτε, άμα ξυνόμουνα λίγο έτσι, φούντωνε, γέμιζα κόκκινα. Και να με ξύνει εδώ, παντού. Πω ρε, πήγα γιατρούς, έκανα εξετάσεις, τα πάντα. Και μετά έφυγα από την Σέρινγκ και πήγα στον Αλέκο. Και θυμάμαι με στείλανε, για να περάσω γιατρούς, για να πας σε εστιατόριο να δουλέψεις. Και έλεγα: «Μην τυχόν και έχω». Ειδικά, το πρωί από τον ύπνο πάντα ήμουν γεμάτη. Λέω: «Αν με πιάσει και πάω εκεί τώρα και με το δουν, δεν θα μου δώσουν την άδεια». Όταν πήγα τελικά, δεν είχα τίποτα, πέρασα, πήγα στον Αλέκο και έκανα μία φορά έτσι και μου λέει ο Αλέκος: «Τι έχεις εδώ Κατερίνα;» και αυτός Κατερίνα με έλεγε. Λέω: «Παθαίνω μία αλλεργία, κύριε Αλέκο, δεν ξέρω». «Βάλε ξύδι» μου λέει. Λέω: «Τι ξύδι;». «Ξύδι -με λέει- έχω καλό ξύδι εγώ από το Μέτρο», λέει. Που λες Γιώργο γιατρεύτηκα με το ξίδι. Το ξίδι μετά, μόλις με έτρωγε, αυτό επειδή με έξυνε και το έξυνα εγώ, αυτό μεταδίδονταν. Και έβαζα το ξύδι μετά εγώ έτσι, παντού παντού, διαλύθηκε.
Δεν πήγατε σε γιατρό να μάθετε τι είναι;
Έκανα τα τεστ όλα. Με πείραζαν χίλια δυο πράγματα. Σκόνη… Από τι να φυλαχτείς;
Στα καλύτερα νοσοκομείο είχα πάει, βέβαια. Έκατσα μέσα. Εξετάσεις; Αυτό δεν μπόρεσαν να το βρουν από τι το παθαίνω. Και το γιάτρεψα από το ξύδι. Και είχανε εδώ και μία φίλη μου εδώ στην Ελλάδα, η Ζωή η Ζουλούμη, η Ντούφα, δεν ξέρω αν την ξέρεις. [Δ.Α.]. Και αυτήν θυμάμαι από την αλλεργία αυτή που είχε πάθει, αυτή έκανε κορτιζόνη και είχε γίνει τέτοια. Και την λέω: «Ζωή -λέω- γιατί πάχυνες έτσι;». Μου λέει: «Κάνω κορτιζόνη -λέει- γιατί έχω αλλεργία». Είναι τώρα σαράντα χρόνια. Και της λέω: «Θα βάλεις ξύδι -την λέω- έχω εγώ ξύδι καλό από κρασί» την είπα κιόλας. Και θυμάμαι, έστειλε τον άνδρα της, την έδωσα ξίδ[01:00:00]ι, γιατρεύτηκε η Ζωή, Γιώργο.
Γιατρεύτηκε.
Μια χαρά.
Τη γλίτωσα τη Ζωή με το ξύδι. Μπορεί σε όλους να μην ταιριάζει, έτυχε ας πούμε. Και αυτήν έτυχε που την πέρασε.
Άρα το αφεντικό, ο κύριος Αλέκος, εκεί πέρα βοήθησε;
Ναι, βοήθησε ο Αλέκος, ο Αλέκος ναι. Και από εκεί φύγαμε. Από εκεί έφυγα στην Ελλάδα μετά.
Πείτε μου λίγο συνήθειες που είχατε στην Γερμανία. Πώς ήταν η ζωή;
Η ζωή στην Γερμανία πραγματικά δεν είναι ό,τι καλύτερο. Παρόλο εγώ που πέρασα ωραία πάλι, θέλω να το τονίσω αυτό, γιατί είχα την αδερφή μου, είχαμε κι άλλους συγγενείς, πηγαίναμε στα σπίτια, μέναμε. Είναι λίγο μονότονη η ζωή στην Γερμανία. Στην Γερμανία, θα πας να δουλέψεις, θα πας να κοιμηθείς νωρίς, να σηκωθείς την ημέρα να πας για δουλειά. Και εγώ σηκωνόμουν και πολύ νωρίς, έπρεπε να κοιμηθώ οπωσδήποτε. Εντάξει, θα μου πεις τώρα, όπως θέλεις την ζεις τη ζωή στην Γερμανία, αλλά επειδή εμείς είχαμε σκοπό να μην κάτσουμε εκεί, κοιτούσαμε ας πούμε να κάνουμε πιο πολλή οικονομία, να μαζέψουμε κάποια χρήματα και να έρθουμε οριστικά στην Ελλάδα, γιατί θέλαμε να φύγουμε, δεν καθόμασταν εκεί. Οριστικά, δεν μου άρεσε, Γιώργο, να μείνω. Και τώρα καμιά φορά ονειρεύομαι ότι πάω Γερμανία τάχα μου και θα κάτσω κάνα δυο-τρία χρόνια, και λέω: «Μα πως φεύγω εγώ από την Ελλάδα τώρα; Αφήνω τα παιδιά -λέω- το μαγαζί; Ποιος θα τα δουλέψει;». Πολλές φορές το ονειρευόμουν αυτό. Το σκέφτομαι φαίνεται, για αυτό.
Δηλαδή, πέρα από τον κινηματογράφο που πηγαίνατε δεν υπήρχε κάποιο άλλο χόμπι, κάποια ασχολία εκεί πέρα;
Πως δεν υπήρχε. Αλλά εμάς δεν μας έκοβε. Ναι, πώς δεν υπήρχε; Πρώτα πρώτα -εχθές το έλεγα με την Γεωργία- υπήρχε τόσο ωραία πάρκα, να πάρεις το ποδήλατο και να κάνεις βόλτα. Υπήρχανε να περπατήσεις. Πώς δεν υπήρχε; Υπήρχε. Εμείς πηγαίναμε. Εμείς είχαμε τον κινηματογράφο την Κυριακή, πηγαίναμε και στις ταβερνούλες, πηγαίναμε και για πίτσα.
Στα μπουζούκια. Είχαμε και ελληνικά τα μπουζούκια. Και εμείς, επειδή κάναμε και διαφήμιση στον κινηματογράφο, τους γνωρίζαμε όλους, ας πούμε. Εγώ προσωπικά με τον Μάκη. Άλλοι περάσανε πιο δύσκολα.
Ναι, στον αρραβώνα ήρθε όλο το συγκρότημα από τα μπουζούκια. Τελείωσαν, κλείσανε το μπουζουξίδικο και ήρθανε όλοι στο δικό μας εκεί που ήμασταν εμείς που κάναμε τον αρραβώνα και στήσανε τα μηχανήματα και αρχίσανε να τραγουδάνε. Βάλε τώρα με τον νου σου. Δεν είχαμε βίντεο, ρε γαμώτο, να το τραβήξουμε τότες.
Και τραγουδούσανε, και όσα λεφτά είχαμε βγάλει από τον κινηματογράφο, μας τα πήρανε όλα εκείνο το βράδυ αυτοί μετά. Μετά εμείς μερακλώθηκε ο Μάκης είχε πιει, μία χαρά. Αλλά να έχεις βίντεο να τα θυμάσαι τώρα, αυτό είναι.
Φωτογραφίες έχουμε και από τον αρραβώνα και από τον γάμο, είχα φωτογράφο κανονικό. Αλλά το βίντεο… Στον γάμο θυμάμαι Μάκη, πόσα σε ζήτησε; Εκατό μάρκα;
Και τα λυπηθήκαμε, ρε γαμώτο. Μας τραβούσε και ένα βίντεο, πολύ ωραίο θα ήτανε, είδες;
Ναι, τότε ναι. Τότε βέβαια το θεωρείς «Άντε, ξέρω ΄γω τι», αλλά μετά, όμως, έχουν αξία. Τώρα άμα θα ερχόταν ένας να με πει ότι: «Έχω το βίντεο σου από τον γάμο, θέλω 1.000 ευρώ» θα του τα έδινα, αλήθεια σου λέω. Μόνο και μόνο-
Στον γάμο τι παραδόσεις κρατήσατε; Τι έπρεπε να κάνετε;
Στον γάμο, κανονικά καλέσαμε τους φίλους μας -συγγενείς δεν είχαμε, μόνο την αδερφή μου είχα εγώ- ο Μάκης κανέναν.
Και παντρευτήκαμε. Πού να έρθεις στην Ελλάδα, ρε Γιώργο;
Αλλά τώρα που το σκέφτομαι και το έχω σκεφτεί πολλές φορές, γιατί να παντρευτώ τον Γενάρη; Κάτσε να έρθει το καλοκαίρι να έρθω στην Ελλάδα.
Άσε, ρε τώρα, δεν υπάρχει. Αλλά τώρα, είπαμε τώρα. Και να έρθεις στην Ελλάδα, ήθελες πολλά λεφτά. Γιώργο, ήθελες πολλά λεφτά να έρθεις. Και μετά να έρθεις εδώ, τι να κάνεις δηλαδή; Ποιος θα στον κάνει τον γάμο; Ο πατέρας, η μάνα; Αφού δεν είχανε. Και έτσι έπρεπε να έρθεις εσύ με μάρκα. Και εμείς μέχρι το καλοκαίρι πόσα θα είχαμε; Παρόλα ταύτα, εγώ όταν παντρεύτηκα με τον Μάκη, εγώ είχα και 1.800 μάρκα στην τράπεζα. Εγώ κατευθείαν από τον δεύτερο μήνα άνοιξα βιβλιάριο. Την είχα την τάση της οικονομίας, βέβαια. Της αποταμίευσης, μάλλον, μου άρεσε.
Αλλά μπορέσατε να κρατήσετε το ελληνικό στοιχείο του γάμου;
Δηλαδή;
Παρά ότι ήσασταν στην Γερμανία, ήτανε σε εκκλησία, και όλα;
Όλα. Κανονικά, ναι. Ναι, ναι, στην εκκλησία και μετά στο… Κάναμε γλέντι;
Εννοείται! Και γλέντι στο κέντρο αυτό που είχαμε τον αρραβώνα, ναι. Και είχαμε και καλεσμένους. Εμείς εκεί στο Heim ήταν… Είχαμε πολλά κορίτσια ας πούμε που κάναμε παρέα. Εγώ στο δικό μου το Heim ήταν μόνο γυναίκες. Και όλα τα κορίτσια γνωριστήκαμε, όλες τις είχα καλέσει, με φέρανε δώρα, περάσαμε ωραία. Όλα όλα. Το κάναμε κανονικά, παραδοσιακό, με τα νυφικά μας, με τις ανθοδέσμες μας, με όλα. Και ήταν χειμώνας και είχε και χιόνι, αφού ήταν 10 Γενάρη, Γερμανία κάνει κρύο. Περίμενε να έρθει η άνοιξη τουλάχιστον. Τώρα που το σκέφτομαι…
Έλα, ρε Μακούλη.
Ναι καλά. Τώρα να ήμουνα, να την άκουγα την Γεωργία. Αλλά τότες ήμουνα και εγώ μικρή, δεν ήθελα να τη χαλάσω χατίρι.
Πείτε μου λίγο για τα Heim, γιατί τα Heim είναι κάτι πολύ πρωτόγονο-
Μπράβο.
Για την Ελλάδα.
Heim, Μάκη, τι θα πει Heim;
Σπίτι. Λοιπόν, πώς είναι τα νοσοκομεία; Εγώ το δικό μου… Της Γεωργίας είναι ακριβώς σαν το νοσοκομείο που ήτανε η Γεωργία, δηλαδή διάδρομος και δωμάτια από δω και από κει, ακριβώς νοσοκομείο. Εγώ το δικό μου, όμως ήτανε, όπως είναι το δικό μου το σπίτι τώρα, αλλά έχει ένα δωμάτιο, τρία δωμάτια, τέσσερα δωμάτια. Ένα διαμερισματάκι ήτανε, μπορώ να σου πω και είχε μία μεγάλη, πολύ μεγάλη τραπεζαρία. Ήτανε σαν ξενοδοχείο μπορώ να σου πω. Είχε μεγάλη τραπεζαρία, είχε ένα μέρος που ήταν κουζίνα. Όλοι μαζί μαγειρεύαμε εκεί. Είχε μάτια 4-5-10 μάτια, ας πούμε. Και έλεγες: «Εσύ από το δωμάτιο αυτό έχεις αυτό, εσύ αυτό» και μαγειρεύαμε. Και από κάτω μας είχε και από μία ντουλαπίτσα να βάλουμε τα πράγματα. Και στο δωμάτιο μέσα μέναμε, είχε τέσσερις ή δύο κοπέλες, και ήταν και μονό, άμα ήταν πιο μικρό. Εγώ έμενα με μία, αυτή όλο έλειπε. Την πρώτη φορά που πήγα έμενα κάτω και εμένα με 4 κοπέλες μαζί, μία επάνω, μία κάτω, μία επάνω, μία κάτω. Θυμάμαι έμενα με κάτι Κερκυραίες. Ωραίες. Η Σπυριδούλα, η Μάγδα και η Μίνα, τις θυμάμαι. Αυτή η Μίνα θυμάμαι πήγαμε να ψωνίσουμε, εγώ δεν ήξερα τίποτα. Ηλεκτρικές σκάλες ήταν στην Ομόνοια το ΄50… Κάτσε ρε, το ΄68. Πήγαμε στην Γερμανία, οι ηλεκτρικές οι πόρτες, όλα αυτά, δεν τα είχα δει ποτέ. Εκεί πήγαινες με το καρότσι και ψώνιζες, σούπερ μάρκετ δεν είχαμε δει. Γιατί μετά γίνανε εδώ τα σούπερ μάρκετ, ήταν μπακάλικα. Μόνο ο «Τραγάκης» ήταν που πήγαινες, καθόσουνα εκεί και στα έδινε αυτός τα πράγματα ας πούμε. Μετά πήγαινες εκεί, ήταν διαφορετικά, τα έβλεπες όλα. Και να μην ξέρεις ας πούμε, κοιτούσες εκεί, τα έβρισκες. Ναι, μας είχαν του εργοστασίου, και εμείς δεν πληρώναμε εκεί ούτε ενοίκιο ούτε ρεύμα ούτε τηλέφωνο ούτε τίποτα. Απλά μας κρατούσε κάποιο μικρό ποσό τον μήνα, 50 μάρκα -δεν ξέρω- για όλο αυτό. Μας έδινε κάθε βδομάδα τα σεντόνια, καθαριότητες… Καθαριότητες κάναμε εμείς ας πούμε τα δωμάτια μας και την σάλα. Όλα τα άλλα ήταν του εργοστασίου, ναι, ναι, ναι. Νερά, τα πάντα, όλα δωρεάν. Και εγώ το εργοστάσιο ήταν μακριά από εδώ έως το δικό σου σπίτι και πολύ λέω. Με τα πόδια δηλαδή από το Heim στο εργοστάσιο.
Οπότε η διαβίωση ήταν καλή εκεί πέρα;
Πάρα πολύ καλή, δεν υπάρχει. Ήταν πάρα πολύ όμορφα. Κοντά το εργοστάσιο, καλή δουλειά, γνώρισα φίλους, μετά γνώρισα τον Μάκη. Δεν είχα πρόβλημα δηλαδή, η Γερμανία μου πήγε καλά, πολύ καλά. Έχω καλές αναμνήσεις και, γενικώς, και ό,τι δύσκολα ήταν, πάντα τα θυμάμαι με ανάμνηση, γιατί όλα είναι όμορφα, ό,τι και να βιώσεις.
Είναι πολύ βασικό.
Τι λες τώρα!
Αν και αναγκαστήκατε να φύγετε πολύ μικρή.
Και όμως, τα κατάφερα πάρα πολύ ωραία, όμως. Είχα στόχους, Γιώργο, γιατί στο… Όταν φύγαμε και τη δεύτερη φορά που ξαναπήγα -είδες- που πήγα στην «GEKEBAU» για καθαρίστρια και τέτοια, νοίκιασα ένα σπίτι και εκεί έγινα θυρωρός. Ναι, έγινα θυρωρός εκεί για να μην πληρώνω ενοίκιο. Και δούλευα το πρωί εκεί, πηγαίναμε μέχρι στις δύο η ώρα και μετά πήγαινα και καθάριζα και ένα ιατρείο, παιδιατρείο, δυο φορές, τρεις φορές την εβδομάδα και εκεί δεν πλήρωνα ενοίκιο. Δηλαδή στην ουσία έκανα τρεις δουλειές, δεν έκανα μία. Γλίτωνα το ενοίκιο, έπαιρνα και τα έξτρα μου από εκεί, από τη γιατρέσσα, έπαιρνα και από την δουλειά μου και έκανα τεράστια οικονομία. Εγώ με αυτά που έπαιρνα από το παιδιατρείο περνούσα όλη την εβδομάδα και μου έμενε το δικό μου το μισθό. Ναι.
Αλλά ήτανε όλο αυτό ένας αγώνας ουσιαστικά-
Πολύ-
Για να μαζέψετε λεφτά;
Εννοείται, εννοείται.
Τέλος πάντων, για να κλείνουμε νομίζω κάπου εδώ-
Ναι.
Κάποιες τελευταίες σκέψεις σας για την εμπειρία σας από την μετανάστευση; Δηλαδή, πώς το βλέπετε τώρα που πέρασαν και κάποια χρόνια;
Αν ξαναπήγαινα, αν ξαναξεκινούσα από την αρχή, πάλι τα ίδια θα ήθελα να κάνω, γιατί ήταν όμορφα. Δεν θα άλλαζα τίποτα. Το μόνο πράγμα που δεν θα έκανα, δεν θα άφηνα τα παιδιά στην Ελλάδα. Αυτό με τίποτα ούτε με σφαίρες. Αν τώρα που το σκέφτομαι, θα έκανα άλλη διαδικασία. Μπορεί να καθόμουνα ένα χρόνο-δύο χρόνια να μη δουλεύω -παράδειγμά σου λέω- αλλά είπαμε εκεί να πάμε να δουλέψουμε λίγα χρόνια και να φύγουμε.
Οπότε το είχατε σκοπό από την αρχή;
Ναι, να φύγουμε. Δεν θα καθόμουνα 5-6 χρόνια ξέρω 'γω, άντε δέκα το πολύ, αλλιώς… Τώρα που το σκέφτομαι, θα το έκανα διαφορετικά. Πρώτα πρώτα, θα νοίκιαζα ένα καλύτερο σπίτι, γιατί τα καλύτερα χρόνια περάσαν. Τα καλύτερα ήταν αυτά, τα 10-15 στην αρχή, που είσαι νέος, αυτά[01:10:00]. Αλλά εντάξει, τα ζω τώρα, δεν πειράζει.
Σας έλειπε και λίγο το σπίτι φαντάζομαι πίσω στην πατρίδα-
Ναι, βέβαια.
Πίσω στην πατρίδα.
Ναι, ζούμε τα τώρα τα ωραία, τα έφτιαξα. Γιατί λένε: «Όμορφα νιάτα, κακά γεράματα».
Ωραία.
Έτσι Γιώργο μου.
Ευχαριστούμε πάρα πολύ, κυρία Ρένα.
Εγώ, εγώ ευχαριστώ, να είσαι καλά.
Να είστε καλά και για αυτό.
Έτσι. Όλα καλά. Και ό,τι θέλεις εδώ είμαστε.
Εννοείται. Καλό σας βράδυ.
Μπράβο αγάπη μου, να είσαι καλά.