© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Μεγαλώνοντας στο χωριό Μονοφάτσι: Ασχολίες, έθιμα και μύθοι μιας άλλης εποχής

Κωδικός Ιστορίας
21082
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Αφηγήτρια "Ψευδώνυμο" (Αφηγήτρια)
Ημερομηνία Συνέντευξης
19/01/2022
Ερευνητής/τρια
Χαρίκλεια Ψωμά (Χ.Ψ.)
Χ.Ψ.:

[00:00:00]Είναι Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2022. Είμαι η Χαρά Ψωμά, είμαι ερευνήτρια για το Istorima και είμαι μαζί με την αφηγήτρια, έτοιμες να ξεκινήσουμε τη συνέντευξη. Γεια σας!

Αφηγήτρια:

Γεια σας!

Χ.Ψ.:

Θέλεις να μου πεις πόσο χρονών είσαι, με τι ασχολείσαι, τι σου αρέσει να κάνεις στον ελεύθερο σου χρόνο;

Αφηγήτρια:

Είμαι 70 χρονών. Είμαι συνταξιούχος. Ασχολούμαι με δουλειές του σπιτιού, εργόχειρο, τηλεόραση. Τώρα βόλτες και ταξίδια δεν κάνουμε.

Χ.Ψ.:

Και τι δουλειά έκανες πριν πάρεις σύνταξη;

Αφηγήτρια:

Ήμουν νηπιαγωγός σε παιδικό σταθμό. Ναι. Ασχολούμουν με παιδιά προσχολικής ηλικίας.

Χ.Ψ.:

Και θέλεις να μου πεις πού έχεις μεγαλώσει, πού γεννήθηκες;

Αφηγήτρια:

Ναι. Γεννήθηκα σε ένα μικρό χωριό, στην επαρχία Μονοφατσίου. Εκεί τέλειωσα το Δημοτικό, στο χωριό μου. Και συνέχισα -τελειώνοντας το Δημοτικό- συνέχισα για Γυμνάσιο στο Αρκαλοχώρι, όπου τέλειωσα το εξατάξιο Γυμνάσιο. Στη συνέχεια, σπούδασα και στο Ηράκλειο, στο Τμήμα Κοινωνικής Εργασίας. Διορίστηκα μετά σε παιδικό σταθμό. Τα πρώτα χρόνια πήγα στη Μακεδονία, σε κάποιο χωριό της Φλώρινας. Στη συνέχεια, ήρθα με μετάθεση στο Ρέθυμνο και τελικά στο Ηράκλειο, απ’ όπου πήρα και σύνταξη.

Χ.Ψ.:

Και μπορείς να μας πεις έτσι γενικά πώς ήταν τα παιδικά σου χρόνια στο χωριό, πώς τα θυμάσαι; Αν έχουν…

Αφηγήτρια:

Κοίταξε, τα παιδικά ήταν ήρεμα. Στο σχολείο δεν είχαμε πολλές δραστηριότητες άλλες για να ασχοληθούμε, πέρα από τα μαθήματα του σχολείου. Στην εξοχή, στα ζώα πηγαίναμε καμιά φορά. Παίζαμε ομαδικά παιχνίδια. Συνήθως τις Κυριακές που είχαμε περισσότερο χρόνο. Αυτά.

Χ.Ψ.:

Και θυμάσαι να μου πεις τι παιχνίδια παίζατε;

Αφηγήτρια:

Τα παιχνίδια που παίζαμε ήταν ομαδικά, ήταν κρυφτό, το κρυφτό, πεντάβολος.

Χ.Ψ.:

Μπορείς να μας εξηγήσεις τι είναι η πεντάβολος;

Αφηγήτρια:

Παίρναμε πέντε βόλους, στρογγυλούς, πέτρες, τις βρίσκαμε. Συνήθως πηγαίναμε απ’ το ποτάμι που ήτανε… βρίσκαμε στο μέγεθος που θέλαμε πέντε βόλους και με αυτούς παίζαμε έτσι διάφορα παιχνίδια.

Χ.Ψ.:

Δηλαδή, χτυπούσατε με την πέτρα;

Αφηγήτρια:

Ναι. Ναι, ναι, ναι. Τις αφήναμε κάτω, με τα χέρια και τα δύο προσπαθούσαμε να πιάσουμε τους βόλους.

Χ.Ψ.:

Ωραία. Και θυμάσαι κάποιο άλλο παιχνίδι ας πούμε; Για παράδειγμα, είχατε κούκλες;

Αφηγήτρια:

Κούκλες, ναι, εμείς τις φτιάχναμε μόνες μας. Μαζευόμασταν μια ομάδα από κορίτσια, σε διάφορα χρώματα υφάσματα και τις γεμίζαμε από μέσα με άλλα κομμάτια ύφασμα και υποτίθεται τις ράβαμε και αυτές ήταν οι κούκλες μας.

Χ.Ψ.:

Και παίζατε μεταξύ σας.

Αφηγήτρια:

Μεταξύ μας, ναι.

Αφηγήτρια:

Κρυφτό παίζαμε. Παίζαμε κουτσό. Τι άλλα παιχνίδια;

Χ.Ψ.:

Το ντελί;

Αφηγήτρια:

Ναι και αυτό παίζαμε.

Χ.Ψ.:

Μπορείς να το εξηγήσεις και να πεις πώς το λένε και πώς παιζόταν αυτό;

Αφηγήτρια:

Κοίταξε, βάζαμε δύο πέτρες…

Χ.Ψ.:

Μισό.

Αφηγήτρια:

Το ντελί, αυτό. Βάζαμε δύο πέτρες και ανάμεσά τους ένα ξύλο. Ένα άλλο πιο μακρύ, το σηκώναμε ψηλά, το χτυπούσαμε και προσπαθούσαμε να πάει όσο μπορεί πιο μακριά. Μετρούσαμε και σε πόντους και όσο περισσότεροι πόντοι ήτανε, τόσο καλύτερο.

Χ.Ψ.:

Μετά, παίζατε εσείς μπίλιες; Με τις…

Αφηγήτρια:

Κοίταξε, αυτό περισσότερο ήτανε παιχνίδι των αγοριών,[00:05:00] οι μπίλιες. Εμείς τα κορίτσια παίζαμε κουτσό, τις κούκλες, κρυφτό, τυφλόμυγα. Τυφλόμυγα παίζαμε. Έδενε με το… Αυτή που ήταν να κρυφτεί, της δέναμε τα μάτια και προσπαθούσε να πιάσει από την ομάδα. Αυτή που έπιανε, της δέναμε μετά τα μάτια. Τυφλόμυγα.

Χ.Ψ.:

Και το άλλο το παιχνίδι, το κισκιντάνι;

Αφηγήτρια:

Ναι. Αυτό. Πεντάβολο ή κισκιντάκι είναι το ίδιο.

Χ.Ψ.:

Μπορείς να ξαναπείς το κισκιντάνι; Πώς το είπες.

Αφηγήτρια:

Κισκιντάκι. Κισκιντάκι ή πεντάβολο είναι το ίδιο.

Χ.Ψ.:

Το ίδιο.

Αφηγήτρια:

Το ίδιο παιχνίδι. Το παίζαμε πέντε βόλους, στρογγυλές πέτρες, όχι πολύ μεγάλες. Περίπου σαν ένα δέσπολο, σε ένα μεσαίο δέσπολο, τόσο, όχι πολύ μεγάλες, για να χωράνε στη χούφτα.

Χ.Ψ.:

Και έτσι σας άφηναν ελεύθερους να παίζετε; Παίζατε έξω;

Αφηγήτρια:

Κοίταξε, οι γονείς ήτανε στην εξοχή όλη την μέρα. Δεν ήτανε κοντά μας να μας επιβλέπουνε ή να παρακολουθούνε τι κάνουμε. Εμείς παίζαμε όση ώρα θέλαμε και πηγαίναμε μετά διαβάζαμε. Δεν είχαμε περιορισμό δηλαδή. Αν πρωτοδιαβάζαμε, είχαμε μετά περισσότερο χρόνο για παιχνίδι.

Χ.Ψ.:

Και μετά… Ναι, συγγνώμη που σας διέκοψα.

Αφηγήτρια:

Αλλά επειδή τότε το σχολείο ήτανε πρωί-απόγευμα, αρκετό χρόνο δεν είχαμε τις εργάσιμες ημέρες. Βέβαια, και τα Σάββατα εμείς κάναμε τότε σχολείο πρωί. Μόνο το Σάββατο το απόγευμα δεν κάναμε. Και τότε, Σάββατο και Κυριακή δεν μπορούσαμε να παίξομε. Να οργανώσουμε την παρέα και το παιχνίδι που θα παίξουμε.

Χ.Ψ.:

Και στο σχολείο πώς ήταν τα πράγματα; Δηλαδή τι γεύση σου έχει μείνει από τότε;

Αφηγήτρια:

Κοιτάξτε, ήτανε ο δάσκαλος, ο οποίος ήταν πάρα πολύ αυστηρός. Εμείς δεν χρειαζότανε να μας πουν οι γονείς να διαβάσουμε, γιατί αν πηγαίναμε αδιάβαστοι, είχαμε συνέπειες. Έπεφτε ξύλο. Οπότε δε χρειαζόταν να μας επιβάλλει κανείς να διαβάσουμε, έπρεπε μόνοι μας να διαβάσουμε. Πάντα… Δεν υπήρχε έτσι η συνεργασία ας πούμε η τωρινή, μαθητή και δασκάλου. Δεν υπήρχε τότε. Ο δάσκαλος ήτανε αφ’ υψηλού.

Χ.Ψ.:

Και θυμάσαι δηλαδή περιστατικά που να σου έχει μείνει; Να δείρει κάποιος δάσκαλος πολύ έντονα κάποιον συμμαθητή σου;

Αφηγήτρια:

Ναι. Ήτανε κάποια παιδιά που ήταν ζωηρά ή δεν ήταν και καλοί, έτσι επιμελείς μαθητές, και τους χτυπούσε αλύπητα. Μάλιστα, κι εγώ είχα χτυπηθεί μια φορά. Έτυχε να γελάσω για ένα περιστατικό, που κρατούσε τον κύβο και προσπαθούσε να μας δείξει ποια είναι η ακμή του κύβου, ποια είναι η επιφάνεια του κύβου και ο μαθητής που εξέταζε, δεν ήξερε όταν τον ρώτησε ποια είναι η ακμή του κύβου. Ο δάσκαλος θύμωσε, τον εχτύπησε με τον ξύλινο κύβο. Τον χτυπάει και ο πίνακας κι εγώ γέλασα και δέχτηκα κι εγώ το χτύπημα του δασκάλου.

Χ.Ψ.:

Και θυμάσαι έτσι ποιο ήταν ο αγαπημένο σου μάθημα τότε;

Αφηγήτρια:

Κοίταξε, μ’ αρέσανε… Τα μαθηματικά δεν τα συμπαθούσα. Περισσότερο τα ελληνικά μ’ αρέσανε. Καλλιγραφία ας πούμε, έκανα καλά γράμματα. Τα ιστορικά μαθήματα. Μόνο τα μαθηματικά που δεν συμπαθούσα.

Χ.Ψ.:

Και οι γονείς σου πώς ήταν απέναντί σου; Δηλαδή, σου… Μετά το σχολείο είπες κι εσύ ότι δεν σας έλεγαν να διαβάζετε.

Αφηγήτρια:

Όχι, δεν μας είπανε ποτέ. Ποτέ δεν είπαν να διαβάσουμε. Σας είπα και πρωτύτερα τον λόγο, δεν χρειαζόταν να επιβληθούν οι γονείς. Ο δάσκαλος έφτανε.

Χ.Ψ.:

Και η σχέση των γονιών σου μεταξύ τους πώς ήτανε;

Αφηγήτρια:

Ήτανε πολύ αρμον[00:10:00]ικές. Πολύ αρμονικές σχέσεις. Και οι δυο μου γονείς ήτανε ήρεμοι άνθρωποι. Δεν είχαμε έτσι εκνευρισμούς, δεν είχαμε καυγάδες στο σπίτι, φασαρίες, όχι. Υπήρχε μια συνεργασία. Και ένα συναισθηματικό δέσιμο. Ο ένας στήριζε τον άλλον.

Χ.Ψ.:

Ωραία. Και θυμάσαι στον ελεύθερό σου χρόνο τι άλλες… τι άλλο μπορεί να κάνατε στο χωριό; Δηλαδή, πέρα απ’ το παιχνίδι…

Αφηγήτρια:

Όταν δεν είχαμε διάβασμα, πηγαίναμε στην εξοχή που ήταν και οι γονείς και βοηθούσαμε ό,τι μπορούσαμε, ανάλογα τώρα με την ηλικία μας. Πηγαίναμε στην εξοχή με τους γονείς.

Χ.Ψ.:

Και-

Αφηγήτρια:

Γιατί ασχολούνταν όλο το διάστημα. Ήταν οι ελιές, ήταν τα αμπέλια, ήταν οι κήποι, ήτανε… Είχανε τα ζώα, οπότε είχαμε δουλειά πάντα. Δηλαδή, μπορούσαμε να τους βοηθήσουμε αν είχαμε ελεύθερο χρόνο.

Χ.Ψ.:

Και ας πούμε πηγαίνατε σε πανηγύρια, σε γιορτές; Τέτοια πράγματα.

Αφηγήτρια:

Ναι, γινότανε πανηγύρια. Βέβαια, Πολιούχος του χωριού ήταν η Παναγία. Αλλά τότε δεν γινότανε χορός. Δεν ξέρω, δεν το είχανε από παλιά, δεν το είχανε καθιερώσει. Είχαμε του Αγίου Κωνσταντίνου, που ήταν τότε άνοιξη και ο καιρός ήτανε καλύτερος. Τότε ήταν το καλύτερο πανηγύρι, του Αγίου Κωνσταντίνου. Ερχότανε λυράρηδες από διπλανά χωριά και παίζανε στην πλατεία του χωριού. Μαζευότανε και από τα γύρω χωριά, όχι μόνο απ’ το χωριό. Μαζευότανε άνθρωποι ή χωριανοί από τα κοντινά χωριά, όπου μαθαίνανε ότι θα γινότανε γλέντι.

Χ.Ψ.:

Ωραία. Και ας πούμε εσείς τηλεόραση να δείτε στον ελεύθερο σας χρόνο, να ακούσετε ράδιο;

Αφηγήτρια:

Κοίταξε, στο Δημοτικό δεν υπήρχε τηλεόραση.

Χ.Ψ.:

Εσύ ποια χρονιά -για να καταλάβουμε- ποια δεκαετία ήσουν στο Δημοτικό; Το ’60…

Αφηγήτρια:

’52… ‘58-’59; Δεν υπήρχαν τηλεοράσεις. Ρεύμα δεν είχαμε. Ρεύμα… Ξέρεις πότε… Πήγαινα τρίτη Γυμνασίου όταν ήρθε στο Αρκαλοχώρι το ρεύμα. Πήγαινα τρίτη Γυμνασίου. Πρώτη, δευτέρα ήτανε…Είχαμε λάμπα.

Χ.Ψ.:

Με τι; Με; Με τι βλέπατε;

Αφηγήτρια:

Πρώτη, δευτέρα, πρώτη και δευτέρα Γυμνασίου χρησιμοποιούσαμε λάμπα για φωτισμό. Τρίτη Γυμνασίου είχαμε ρεύμα μετά.

Χ.Ψ.:

Και θυμάσαι έτσι ποιες ήταν οι αντιδράσεις στο χωριό; Πώς σου φαινόταν εσένα που είχες συνηθίσει τόσα χρόνια με τη λάμπα του πετρελαίου, εννοείς;

Αφηγήτρια:

Ναι, ναι.

Χ.Ψ.:

Θυμάσαι πώς σου φαινόταν εσένα αυτή η αλλαγή;

Αφηγήτρια:

Κοίταξε, οπωσδήποτε ήτανε κάτι διαφορετικό, γιατί από τη λάμπα να πας στο ηλεκτρικό που ήτανε πιο έντονο το φως, οπωσδήποτε ήταν διαφορετικό.

Χ.Ψ.:

Και με… είχατε τις τηλεοράσεις. Τηλεόραση μετά πότε ήρθε στο χωριό; Θυμάσαι;

Αφηγήτρια:

Τηλεόραση; Μετά…

Χ.Ψ.:

Μετά από πολλά χρόνια;

Αφηγήτρια:

Γιατί βάλανε το ρεύμα, αλλά αμέσως δεν ήρθανε οι τηλεοράσεις. Ναι μεν βάλανε το ρεύμα, αλλά οι τηλεοράσεις δεν είχανε βρεθεί ακόμα. Δεν είχαν εμφανιστεί.

Χ.Ψ.:

Δηλαδή, εσύ θυμάσαι πόσο χρονών ήσουνα περίπου την πρώτη φορά που είδες τηλεόραση; Μπορείς να θυμηθείς; Ή αν δεν θυμάσαι πόσο χρονών ήσουν, την ανάμνηση αυτή την έχεις; Να βλέπεις τηλεόραση πρώτη φορά στη ζωή σου στο χωριό;

Αφηγήτρια:

Κοίταξε, πρέπει… ’68-’69 να ήρθε η τηλεόραση στο χωριό.

Χ.Ψ.:

Και θυμάσαι την πρώτη φορά που είδες κάπως;

Αφηγήτρια:

Ναι. Ήτανε το θέμα συζήτησης. Κάποιος που είχε καφενείο, έφερε πρώτος τηλεόραση και μαζευότανε κάθε βράδυ όλοι οι άνθρωποι και παρακολουθούσανε. Τότε βέβαια ήτανε μόνο δυο κανάλια, να ακούσουνε ειδήσεις, έτσι κάτι ενημερωτικό, όχι σπουδαία. Μετά υπήρχανε άλλες σειρές, όπως σου είχα πει, το «Λούνα[00:15:00] Παρκ», «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» και αυτά, παρακολουθούσαν μετά τα έργα.

Χ.Ψ.:

Και ήτανε έξοδός σου ας πούμε; Να πεις ότι: «Θα πάμε να δούμε τηλεόραση»;

Αφηγήτρια:

Κοίταξε, ούτε στο χωριό υπήρχε. Τι... Πού αλλού να πας; Πέρα από αυτό το καφενείο που είχε την τηλεόραση. Όσο δε και στο διάστημα που ήμουν στο Αρκαλοχώρι, ούτε κι εκεί υπήρχανε κίνητρα. Υπήρχε μόνος ένας σινεμάς, στον οποίο σινεμά δεν επιτρέπαν να πηγαίνουν οι μαθητές. Ήτανε ειδικό πρόγραμμα παδικά, έτσι κινούμενα σχέδια, να μας πάνε από το σχολείο. Όχι εμείς από μόνοι μας να πάμε στο σινεμά. Όχι, δεν υπήρχε. Ύστερα, καμία άλλη δραστηριότητα, ούτε γυμναστήριο υπήρχε, ούτε φροντιστήριο υπήρχε, ούτε τίποτα. Το μόνο που υπήρχε, ένας σινεμάς, αλλά ήτανε για όλο το χωριό. Εμείς τα έργα αυτά δεν μπορούσαμε να τα παρακολουθήσουμε, απαγορευότανε. Απαγορευότανε.

Χ.Ψ.:

Ήτανε… Εννοείς ήτανε για μεγάλους; Τι εννοείς;

Αφηγήτρια:

Ναι, οι μεγάλοι πηγαίναν. Για τους μαθητές ήτανε μόνο ειδικές μέρες, που κανονίζανε από το σχολείο. Παράδειγμα, ας πούμε τις τελευταίες ώρες, δεν θα κάναμε μάθημα δύο ώρες τελευταίες. Δεν θα κάναμε μάθημα, θα μας πηγαίνανε στο σινεμά. Μπαίναμε στη γραμμή και μας πηγαίνανε στο σινεμά, να δούμε κινούμενα σχέδια.

Χ.Ψ.:

Και ήσουν ενθουσιασμένη; Θυμάσαι να το περιμένεις έτσι με αγωνία να πας; Σου άρεσε;

Αφηγήτρια:

Κοίτα, δεν υπήρχε κι άλλη επιλογή. Δεν μπορούσες να συγκρίνεις αν ήτανε κάτι καλό ή κακό. Αυτό ήτανε, αυτό δεχόσουν. Δεν είχες άλλη επιλογή.

Χ.Ψ.:

Κατάλαβα.

Αφηγήτρια:

Εμείς το μόνο που μπορούσαμε, η μοναδική έξοδος, να πάμε -και βέβαια νωρίς, όχι βραδινή ώρα- να πάμε στο ζαχαροπλαστείο, να φάμε ένα γλυκό. Εκεί.

Χ.Ψ.:

Και το αγαπημένο συ γλυκό ποιο ήτανε; Τι ανυπομονούσες να φας;

Αφηγήτρια:

Πάστες. Αυτά δα είχε, αυτά είχε το ζαχαροπλαστείο, αυτά είχε το ζαχαροπλαστείο. Πάστα, κανταϊφι. Αυτά τα δύο.

Χ.Ψ.:

Και σας πήγαιναν εκδρομές με το σχολείο; Τι άλλη έξοδο είχατε ας πούμε;

Αφηγήτρια:

Κοίταξε, πηγαίναμε εκδρομή… Στο Δημοτικό ή στο Γυμνάσιο μετά;

Χ.Ψ.:

Ό,τι θυμάσαι γενικά. Ποια ήταν η εκδρομή σας; Πού σας πήγαιναν;

Αφηγήτρια:

Στο Δημοτικό μας φέρνανε στο Ηράκλειο εκδρομή. Στο Γυμνάσιο πάλι, όχι εκτός Κρήτης, σε άλλους νομούς όμως, σε άλλους νομούς. Ιεράπετρα, Σητεία, αυτά, Χανιά, έτσι.

Χ.Ψ.:

Κι εσύ έφευγες συχνά απ’ το χωριό σου γενικά όταν ήσουνα μικρή ή ήτανε πολύ μεγάλο;

Αφηγήτρια:

Μα δεν είχα πού να πάω. Πού να πάω; Να φύγω απ’ το χωριό να πάω πού; Δεν υπήρχανε. Πού να πάω; Τι να κάνω;

Χ.Ψ.:

Κατάλαβα. Ναι, συγγνώμη.

Αφηγήτρια:

Περιορισμένες οι δραστηριότητές μας.

Χ.Ψ.:

Και θυμάσαι να μου πεις, έτσι επειδή μεγάλωσες σε χωριό, που οι άνθρωποι να φανταστώ οι περισσότεροι ήταν αγράμματοι, έτσι;

Αφηγήτρια:

Βέβαια. Ναι.

Χ.Ψ.:

Θυμάσαι… Ναι, πες.

Αφηγήτρια:

Ναι.

Χ.Ψ.:

Θυμάσαι να μου πεις διάφορα πράγματα που πίστευαν, που δεν μπορούσαν να τα εξηγήσουν και τα… προσπαθούσαν να δώσουν μία απάντηση μέσω δεισιδαιμονιών, προλήψεων και τα λοιπά; Θυμάσαι να μας πεις έτσι τέτοια παραδείγματα; Θες να σε βοηθήσω;

Αφηγήτρια:

Τώρα για πες.

Χ.Ψ.:

Ας πούμε, το ποδαρικό υπήρχε εκείνη την εποχή;

Αφηγήτρια:

Ναι. Αυτά εννοείς; Ναι, από παλιά, την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, συνηθίζανε πιο μπροστά οι γονείς πηγαίνανε ένα εικόνισμα στην εκκλησία, το αφήνανε μερικές μέρες και την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, πηγαίναν στην εκκλησία, παίρνανε το εικόνισμα και πρώτα έμπαινε το εικόνισμα για να κάνει το ποδαρικό. Ή βάζανε ένα ζώο που να είναι αγνό, ή κανένα αρνάκι.

Χ.Ψ.:

Μέσα στο σπίτι εννοείς.

Αφηγήτρια:

Μες στο σπίτι.

Χ.Ψ.:

Και τι το… Το ζώο αυτό τι του κάνανε; Το βάζανε δηλαδή μες στο σπίτι;

Αφηγήτρια:

Αν ήτανε ας πούμε ένα αρνάκι, του δίνανε λίγα χόρτα, να το χαϊδέψουνε, να μείνει μες στο σπίτι[00:20:00] και μετά το βγάζανε έξω. Απλώς έμπαινε μες στο σπίτι, έκανε το ποδαρικό.

Χ.Ψ.:

Και αυτό δηλαδή γιατί το κάνανε; Τι συμβόλιζε; Συμβόλιζε κάτι;

Αφηγήτρια:

Επειδή το ζώο είναι αγνό στην ψυχή και θεωρούσανε ότι ήτανε να υπάρχει αγνότητα, να υπάρχει καλοσύνη στο σπίτι.

Χ.Ψ.:

Ωραία. Και θυμάσαι ας πούμε άλλα… Εκείνες τις μέρες, για παράδειγμα, την Πρωτοχρονιά…

Αφηγήτρια:

Ναι, φτιάχναμε «καλές χέρες» τις λέγαμε εμείς. Οι γονείς, συγγενείς, θείοι, δίνανε στα παιδιά λεφτά. Λέγανε, ανταλλάσσανε ευχές. Λέγανε: «Χρόνια πολλά» και δίνανε λεφτά.

Χ.Ψ.:

Και αυτό το ονομάζανε πώς είπες;

Αφηγήτρια:

«Καλές χέρες». «Καλές χέρες». Επίσης, όταν πηγαίναμε στη νονά μας ή στον νονό, πηγαίναμε έναν δίσκο με γλυκά. Δηλαδή, τα γλυκά που είχανε φτιάξει στο σπίτι οι μανάδες μας, ξεροτήγανα, μελομακάρουνα, κουραμπιέδες, βάζανε και ξηρούς καρπούς, αμύγδαλα ή καρύδια, -ή αμύγδαλα ή καρύδια- που θεωρούσαν να είσαι γερός, δυνατός, σκληρός, όπως είναι το καρύδι ή το αμύγδαλο, γι’ αυτό τα βάζανε. Άσπαστα βέβαια. Άσπαστα.

Χ.Ψ.:

Κι αυτά τα πηγαίνατε πού; Στο…

Αφηγήτρια:

Στη… Άλλοι στη νονά ή στον θείο, που είχαμε υποχρέωση για να πάμε, τα βάζαμε. Ήτανε συνηθισμένο. Τα ξεροτήγανα, οι κουραμπιέδες, τα μελομακάρονα και οι ξηροί καρποί, καρύδια, αμύγδαλα άσπαστα.

Χ.Ψ.:

Ωραία. Και την παραμονή των Φώτων, θυμάσαι να κάνατε κάποιο άλλο έθιμο;

Αφηγήτρια:

Ναι. Την παραμονή των Φώτων, δεν τρώγαμε λάδι, νηστεύαμε και φτιάχναμε… βράζανε όσπρια, αυτά τα λέγανε «παλικάρια», όσπρια, κουκιά, φασόλες, ρεβύθια. Γενικά όσπρια, απ’ όλα τα είδη, κουκιά -το είπα- απ’ όλα τα είδη, και τα βράζανε και τα τρώγανε χωρίς λάδι. Και μάλιστα, το βράδυ, οι άνθρωποι που είχανε ζώα, οι γεωργοί ας πούμε που είχανε ζώα, αγελάδες, πρόβατα, κατσίκες, πήγαιναν και τους έριχναν μια χούφτα, αυτά τα παλικάρια, γιατί πιστεύανε ότι εκείνο το βράδυ, τα ζώα μπορούν να μιλούν και να συνεννοούνται μεταξύ τους.

Χ.Ψ.:

Και αυτό το εξακρίβωσε ποτέ κάποιος; Αν όντως μιλούσαν τα ζώα;

Αφηγήτρια:

Ναι. Μια ιστορία που μου έλεγε ο μπαμπάς μου, ότι παλιά κάποιος δεν πίστευε ότι τα ζώα μιλούσανε και θέλησε να πάει να κρυφτεί στον στάβλο μέσα. Και άκουσε που είπενε η μια αγελάδα στην άλλη, λέει: «Ποιο κουτσούρι είναι αυτό που στέκεται όρθιο στην πόρτα;».

Χ.Ψ.:

Κι εννοούσανε τον αγρότη, αυτόν τον…

Αφηγήτρια:

Ναι. Εννοούσε τον άνθρωπο που στεκόταν.

Χ.Ψ.:

Ωραία. Και θυμάσαι, επίσης, πέρα απ’ τα έθιμα τώρα, να μου πεις για παράδειγμα, αν πίστευαν οι άνθρωποι στο χωριό που μεγάλωσες, αυτά που λένε ότι κάτι έπρεπε να κάνεις συγκεκριμένο τη Δευτέρα ή την πρώτη μέρα του μήνα;

Αφηγήτρια:

Ναι. Την πρώτη μέρα του μήνα, δεν πρέπει να δίνεις τίποτα απ’ το σπίτι. Δηλαδή, αν ερχόταν μια γειτόνισσα, παράδειγμα, να σου ζητήσει κάτι να τη δανείσεις, όχι την πρώτη του μήνα. Και τη Δευτέρα, δεν κόβουν τα νύχια γιατί ήτανε γρουσουζιά. Θα ξόδευες πολλά όλη τη βδομάδα. Και τη Δευτέρα απαγορευόταν να κόψεις τα νύχια.

Χ.Ψ.:

Και θυμάσαι… Μπορείς να μου πεις και αυτό με τη νύφη, τι έπρεπε να κάνει, μια συγκεκριμένη διαδρομή, γιατί θεωρούταν κι αυτό σημάδι καλής τύχης.

Αφηγήτρια:

Ναι. Όταν παντρευότανε μια κοπέλα, έφευγε από το σπίτι το πατρικό ας πούμε σαν νύφη και έπρεπε να ξεκινήσει να πάει από αριστερά, για να επιστρέψει μετά δεξιά. Δηλαδή, στη ζωή της να της έρθουν όλα βο[00:25:00]λικά. Δεξιά που λέμε, απ’ τη δεξιά μεριά, Και πάντα ξεκινούσαν με τη νύφη για να πάει στην εκκλησία, να γίνει το μυστήριο, από αριστερά και επέστρεφε δεξιά, από την άλλη πλευρά.

Χ.Ψ.:

Και θυμάσαι και κάτι άλλο για καλή τύχη να κάνανε, που να… με το νερό για παράδειγμα;

Αφηγήτρια:

Άλλα έθιμα, όταν κάποιος πρόκειται να ταξιδέψει, να φύγει από το σπίτι, πριν ξεκινήσει, πετούσανε, ρίχνανε νερό στο πάτωμα και ευχότανε να είναι καθαρός ο δρόμος, ώστε στο ταξίδι να μη συναντήσει εμπόδια. Τι… Επίσης, άμα παντρευότανε καμιά κοπέλα, μετά που γινότανε το μυστήριο και επέστρεφε το σπίτι, ανέβαινε πάνω σε μια καρέκλα, κάπου που να είναι πιο ψηλά, και πίσω πετούσε ένα κουλούρι ψωμί. Αυτό ήταν έθιμο για να ζήσει πλούσια.

Χ.Ψ.:

Κατάλαβα. Και θυμάσαι… Μπορείς να μου πεις, αν θυμάσαι καθόλου, το χωριό, τις «γυθιές» και να μας εξηγήσεις τι ήταν γενικά;

Αφηγήτρια:

Ναι. Όταν τραυματιζόσουνα με κάτι, με κάποιο αντικείμενο έτσι σιδερένιο και δημιουργούσε πληγή και έτρεχε αίμα, λέγανε μια «γυθιά». Έπαιρνες το μαχαίρι, το σίδερο, ό,τι... με ό,τι είχες χτυπήσει, το σταυρώνανε και λέγανε τρεις φορές: «Ιούδας ο Εβραίος, τον Χριστό ελάβωσε, να μην πάθει, να μην κακοσυνέψει, το όνομα, το όνομα αυτηνού που έχει χτυπήσει» Και το λέγανε τρεις φορές και σταματούσε το αίμα. Και μάλιστα, δεν έπαιρνε και μόλυνση η πληγή.

Χ.Ψ.:

Και μπορείς να μου ξαναπείς αυτό, στην Κρήτη αυτά πώς τα λέγατε;

Αφηγήτρια:

Γυθιές.

Χ.Ψ.:

Και να εξηγήσεις δηλαδή, σήμερα αν ήθελες να το εξηγήσεις σε κάποιον, τι θα έλεγες ότι είναι αυτό το πράγμα δηλαδή; Να πεις ότι είναι… όχι ξεμάτιασμα, σαν…

Αφηγήτρια:

Τι;

Χ.Ψ.:

Σαν ας πούμε πράγματα που λέγατε για να ξορκίζετε το κακό ας πούμε κάπως έτσι.

Αφηγήτρια:

Κάπως έτσι. Πάλι κακό… Ας πούμε για το μάτι, για το «φταρμό» που λέγαμε και για κείνα, λέγαν, υπήρχαν οι γυθιές. Και όταν σε «γυτεύανε», έφευγε ο φταρμός. Και μάλιστα, η γυναίκα που ξεμάτιαζε άρα χασμουριότανε, δακρύζαν τα μάτια της και αυτό ήταν ένδειξη ότι υπήρχε φταρμός, υπήρχε μάτι.

Χ.Ψ.:

Και πώς τις… εσύ πώς έμαθες γυθιές να λες ή πώς τις μαθαίνανε στο χωριό γενικά;

Αφηγήτρια:

Κοίταξε, έπρεπε λέγανε για να πιάνει η γυθιά έπρεπε να τη μάθεις, αν είσαι γυναίκα, να τη μάθεις από άντρα. Αν ήτανε άντρας που θέλει να μάθει τη γυθιά, έπρεπε να τη μάθει από γυναίκα, από το άλλο φύλο δηλαδή.

Χ.Ψ.:

Ενώ άμα τη μάθαινες απ’ το ίδιο φύλο, τι;

Αφηγήτρια:

Λέγανε ότι δεν έπιανε, δεν έπιανε.

Χ.Ψ.:

Ωραία. Και μπορείς να μου πεις και κάποια άλλη γυθιά που να λέγατε για το μάτι ας πούμε;

Αφηγήτρια:

Ναι. Όταν καμιά φορά παρουσιαστεί στο μάτι κριθαράκι ή «τσίτος» που το λένε στο χωριό.

Χ.Ψ.:

Θες να μας εξηγήσεις τι είναι αυτό;

Αφηγήτρια:

Ναι. Βγάζεις στο μάτι έτσι ένα μικρό εξάρτημα, το οποίο δημιουργεί πόνο και φαγούρα συγχρόνως. Τότε παίρνανε τρία κλαδιά σιτάρι και λέγανε, σταυρώνανε το μάτι με το σιτάρι, παίρνανε κάθε φορά από ένα σπυρί και λέγανε: «Απόψε τσίτος και κρίθος, το πρωί ούτε τσίτος ούτε κρίθος» Αυτό τρεις φορές με τα τρία σπυριά το σιτάρι και τα πετούσανε. 

Χ.Ψ.:

Και…

Αφηγήτρια:

Για το ξεμάτιασμα τώρα, λέγανε μια άλλη γυθιά.

Χ.Ψ.:

Ναι. Θες να την πεις;

Αφηγήτρια:

[00:30:00]«Ως ελούσθη κι εχτενίσθη η κυρά η Παναγιά, Χίλιοι αγγέλοι περάσανε, χίλιοι και δυο χιλιάδες και εκατομμυριάδες. Εμιλήσανε, δεν εμιλήσανε -το όνομα αυτουνού που ξεματιάζεις-, Μιλήσαν, δεν μιλήσανε -τάδε-, την -τάδε ας πούμε- δεν εφταρμίσανε. Κοντό και δεν ευρέθηκε άνθρωπος μυρωμένος, βαφτισμένος, τις Μεγάλες Πέμπτες μεταλαβομένος. Κι ο Χριστός κατέβαινε κάτω στο περιγιάλι, του ‘παντήχνη ο κακός φταρμός και του λέει: «Πού πας κακέ φταρμέ;» «Πάω να ξεχωρίσω αντρόγυνα, να μαράνω παιδιά στην κούνια και να ξεκουδουνίσω ωζά». Γύρισε πίσω, μέτρησε τα φύλλα των δέντρων, τη θάλασσα κουπιές και των άμμων χαχαλιές» Για να απασχολήσεις τον φταρμό τάχα. Το λες τρεις φορές, επαναλαμβάνεις. Και λένε ότι περνάει το μάτι, ο φταρμός.

Χ.Ψ.:

Κατάλαβα. Και θες να μου πεις έτσι πώς τα θυμάσαι γενικά αυτά τα χρόνια στο χωριό, αν τα αναπολείς… Πώς τα σκέφτεσαι;

Αφηγήτρια:

Κοίταξε, ήτανε χρόνια ήρεμα,. Δεν είχαμε πολλές έγνοιες, έγνοιες δεν είχαμε. Ήρεμα, πολύ ήσυχα.

Χ.Ψ.:

Κατάλαβα.

Αφηγήτρια:

Πολλά ενδιαφέροντα δεν υπήρχανε.

Χ.Ψ.:

Ωραία. Δεν ξέρω άμα θέλεις να προσθέσεις κάτι άλλο, αν θέλεις να πεις κάτι ακόμα, αλλιώς εγώ έχω καλυφθεί.

Αφηγήτρια:

Τι άλλο; Τι άλλο; Σαν τι άλλο να πεις;

Χ.Ψ.:

Ό,τι είχα σημειώσει, το… Αυτά; Να το κλείσω; Κι άμα είναι να…

Αφηγήτρια:

Δεν θυμάμαι. Αν τίποτα άλλο…

Χ.Ψ.:

Ωραία, εντάξει, ευχαριστώ πολύ!

Αφηγήτρια:

Παρακαλώ.