© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Η κρητική παρέα
Κωδικός Ιστορίας
21070
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Γιώργος Γαγάνης (Γ.Γ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
21/01/2022
Ερευνητής/τρια
Mιχαέλα Τζιράκη (M.Τ.)
[00:00:00]Λοιπόν, καλησπέρα σας. Μπορείτε να μας πείτε το όνομά σας;
Γαγάνης Γιώργης.
Είναι Σάββατο, 22 Γενάρη 2022 και βρισκόμαστε στο Ρέθυμνο μαζί με τον κύριο Γεώργιο Γαγάνη. Ονομάζομαι Μιχαέλα Τζιράκη και είμαι ερευνήτρια στο Istorima. Ξεκινάμε. Λοιπόν, κύριε Γιώργο, θέλω να ξεκινήσουμε και να μου πείτε πού γεννηθήκατε και πού μεγαλώσατε;
Γεννήθηκα και μεγάλωσα και θα πεθάνω στο Ατσιπόπουλο. Και θέλω να πεθάνω στο Ατσιπόπουλο.
Τι θυμάστε από το Ατσιπόπουλο ως παιδί;
Νομίζω ότι ό,τι θυμάται καθένας από το χωριό του, απλά και το Ατσιπόπουλο είναι ένα αστικό χωριό είναι… Είχε λίγο από όλα και μεγάλο χωριό και… Ήταν ένα χωριό με πολλά χρώματα και πολλά παραδοσιακά πράγματα και ήταν και χωριό - χωριό. Επομένως θυμάμαι πάντα έτσι τα καφενεία, τους ανθρώπους, τις έντονες γιορτές, τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, κάθε τι… Σαββατοκύριακα έντονα, θάλασσες να πηγαίνουμε με τα πόδια, ό,τι θέλεις, δηλαδή ό,τι είχε ένα χωριό.
Τι σας έχει μείνει έτσι χαρακτηριστικό που, όταν ακούτε παιδικά χρόνια, σας έρχεται κατευθείαν στο μυαλό;
Η σχέση με τους ανθρώπους. Η σχέση με τους ανθρώπους που είχαμε εμείς τότε στον μικρό οικισμό, που σήμερα που βλέπω τα παιδιά ακόμα και τα δικά μου, που εγώ τα έχω μεγαλώσει, δεν έχουν καμία σχέση με τους ανθρώπους. Δυστυχώς. Εμείς, λοιπόν, είμαστε δεμένοι, ενωμένοι, είμαστε μία παρέα ανθρώπων. Η κάθε μέρα και τα καλά της και τα κακά της, αλλά μαζί, πολλοί μαζί. Τώρα ο καθένας έχει προσωπικό αγώνα
Θέλω να μου πείτε… Μου είπατε ότι μεγαλώσατε στο Ατσιπόπουλο.
Ναι.
Άρα θέλω να μου περιγράψετε πως ήταν τότε το παιχνίδι στις γειτονιές του χωριού.
Θα σου πω το εξής. 08:00 η ώρα το πρωί όποιος - μπορεί και πιο πρωί - βγαίναμε έξω, κατά το μεσημέρι μας κυνηγάνε να μας βάλουνε μέσα να μας ταΐσουνε και κατά το βράδυ τώρα μας ξαναψάχνανε πού να μας βρούνε να μας ξαναβάλουν μέσα να κλειστούμε σιγά να κοιμηθούμε. Όλη μέρα γυρνάγαμε στο χωριό. Όλη μέρα. Μα, μέσα στο χωριό θέλεις, μα, από κάτω στη θάλασσα θέλεις, μα, στα χωράφια θέλεις, στα βουνά πάνω που έχει. Ας πούμε, ένα καλοκαίρι θα σου πω τώρα, ένα καλοκαίρι; Ένα σύνηθες φαινόμενο το καλοκαίρι, Το χωριό έχει καμάρες, δεν ξέρω αν το έχεις δει, έχει μια τεράστια καμάρα. Θυμάμαι, λοιπόν, τα καλοκαίρια να κοιμόμαστε κάτω από την καμάρα το μεσημέρι δέκα παιδιά, ας πούμε, στη σκιά της καμάρας. Δεν πηγαίναμε στο σπίτι μας, όλοι μαζί κοιμόμαστε. Τίποτα άλλο δεν σου λέω, δηλαδή δεν χρειάζεται να σου πω τίποτα. Σου λέω, τα πάντα είναι οι άνθρωποι και η σχέση με τους ανθρώπους, αυτό.
Τι παιχνίδια παίζατε τότε ως παιδί;
Τα κλασσικά, μωρέ, που παίζουν όλα, από το κρυφτό μέχρι, ξέρω 'γώ; Τι να σου πω, ό,τι παίζαμε εκείνη την εποχή. Σχοινάκια, ό,τι θέλεις, ό,τι θέλεις, ό,τι παίζανε εκείνα τα χρόνια. Παιχνίδι παιχνίδι αγοραστό δεν είχαμε, εμείς φτιάχναμε. Εμείς φτιάχναμε, από, ξέρω 'γώ, από ποδήλατα χειροποίητα έως πατίνια έως ό,τι θέλεις.
Φτιάχνατε εσείς τα ποδήλατα;
Όλοι μαζί φτιάχναμε, βρίσκαμε τροχούς από άλλα, φτιάχναμε σκελετούς, κάναμε ό,τι θέλεις με ό,τι θέλεις. Εμείς τα φτιάχναμε. Βέβαια. Λες και μιλάμε για εκατό χρόνια πίσω, κι όμως.
Σαν παιδί τι όνειρα είχατε μικρός δηλαδή λέγατε: «Όταν μεγαλώσω, θέλω να γίνω...», τι;
Επειδή μου αρέσει η θάλασσα, όταν θα μεγάλωνα, ήθελα να ταξιδέψω. Και μου αρέσουν και τα ταξίδια, αλλά όταν ταξίδεψα, είδα ότι εγώ είμαι κολλημένος εδώ. Δεν μπορώ μακριά από εδώ. Έχω μία μεγάλη χαρά, όταν ετοιμάζομαι να πάω ένα ταξίδι, διακοπές. Με το που μπαίνω στο καράβι, παθαίνω κατάθλιψη. Όταν γυρίζω, είμαι μία χαρά. Είναι απίστευτο που σου λέω. Κολλημένος με την μπάλα. Δεν σου κάνω πλάκα. Σχεδόν έχω γυρίσει όλο τον πλανήτη, εκτός από την Αμερική από άποψη, σαν την Κρήτη δεν υπάρχει. Εγώ όταν λέω Ατσιπόπουλο, εννοώ Κρήτη γενικά, αλλά και πιο πολύ το χωριό. Τι να σου πω; Ήθελα, λοιπόν, να ταξιδέψω, αλλά πάντα είχα το μαγαζί. Πάντα είχαμε τη δουλειά του μπαμπά, όλα τα αδέρφια, όλη η οικογένεια και δουλεύαμε θέλοντας και μη εκεί. Αυτό το βρήκαμε, δεν το επιλέξαμε. Όταν ήμουνα νεαρός, δεν μου άρεσε, αλλά αργότερα, όταν κατάλαβα τι θα πει αυτή η δουλειά, την έχω ερωτευτεί. Την έχω καταερωτευθεί. Δεν θα ήθελα ποτέ στη ζωή μου να κάνω κάτι διαφορετικό από αυτό που κάνω. Το έχω επιλέξει και το κάνω συνειδητά.
Θέλω να μου πείτε ποια ήταν η σχέση σας με το σχολείο;
Η σχέση μου με το σχολείο ήταν ένας μέτριος μαθητής. Ένας μέτριος. Ούτε προς άριστος ούτε προς το κακός, μέτριος και για την εποχή εκείνη… Δεν είχαμε και τα κίνητρα, μωρέ, που έχουν σήμερα τα παιδιά που να τα σπρώξουνε και να τα κάνουνε. Επομένως εγώ θεωρώ ότι και αυτό που ήμουνα, ήμουνα παρά κάτι παραπάνω από καλός με αυτά που είχαμε εκείνη την εποχή.
Είχατε… Τι θέλατε… Μου είπατε ότι σας άρεσαν τα ταξίδια και να ταξιδεύετε.
Ήθελα να ταξιδέψω στη θάλασσα, ήθελα να γίνω ναυτικός, αυτό ονειρευόμουνα, αλλά όταν άρχισα να έχω σχέση με τη θάλασσα, αμέσως άλλαξα. Πήγα στο ναυτικό και με το που πήγα στο ναυτικό, λέω: «Ώπα, πίσω». Αυτό.
Μου είπατε ότι ήσασταν στη δουλειά του μπαμπά σας. Τι δουλειά έκανε ο μπαμπά σας;
Ο πατέρας μου, λοιπόν, είχε στη μέση του Ατσιπόπουλου, στη μέση, στη μεσοχωριά είχε καφενείο, κουρείο, μπακάλικο, ό,τι θέλεις, λίγο από όλα και ήτανε το κέντρο του χωριού, ήταν η συνάντηση όλων και ο πατέρας μου το έλεγε παλιά, το έλεγε το μαγαζί μας: «Η συνάντηση». Λοιπόν, κλασικό όνομα στα καφενεία, ταβέρνες εκείνης της εποχής. Και κάναμε και σουβλάκια, κάναμε μεζέδες, κάναμε και καφέδες, κάναμε… Είχε και λίγο από μπακάλικο, λίγο απ' ό,τι θέλεις είχε. Αυτό. Και ο πατέρας μου, λοιπόν, δούλευε παράλληλα και άλλη δουλειά, γιατί εκείνη την εποχή δεν τα βγάζαμε πέρα μόνο με το μαγαζί, επομένως μας είχε εμάς και τη μάνα μας, τη μάνα μας και τα αδέρφια μου, και δουλεύαμε στο μαγαζί. Το μαγαζί το ξεκίνησα… Ο πατέρας μου πήγε και δούλεψε νυχτερινός στα ξενοδοχεία, έκανα την προετοιμασία το πρωί και ήμουνα εγώ εννιά χρόνων σερβιτόρος και ψήστης, ο αδερφός μου δώδεκα, έντεκα, κάπου εκεί, και αδερφή μου η μικρότερη και η μάνα μου. Και δούλευα το μαγαζί από εννιά χρονών μόνος μου, δηλαδή δούλευα σερβιτόρος εννιά χρόνων με δουλειά πάρα πολλή. Χαμός, δηλαδή χαμός για εκείνη την εποχή, όχι τη σημερινή δουλειά, αλλά ήταν για εκείνη την εποχή πολλή κι εγώ τώρα παιδάκι, το μυαλό μου στα παιχνίδια, τα παιδιά όλου του χωριού στην πλατεία κι εγώ να μην μπορώ να παίξω το βράδυ, ας πούμε. Δηλαδή, εντάξει, φρίκη για εκείνη την εποχή και το έκανα ψυχαναγκαστικά, αλλά ήταν και οι πελάτες, ήτανε οι πελάτες, ήταν οι χωριανοί, ας πούμε, που δεν σε αφήναν να ξεφύγεις από τη δουλειά, δεν σε αφήνανε λεπτό: «Έλα εδώ, κάνε μου αυτό, φέρε μου εκείνο...». Επομένως θέλοντας και μη επέλεξα να κάνω αυτό. Το έκανα και, ξαναλέω, δεν το έκανα και με μεγάλη χαρά εκείνη την εποχή. Όταν, όμως, συνειδητοποίησα, ξαναλέω, τι θα πει αυτό το πράγμα, το ερωτεύτηκα. Πώς το συνειδητοποίησα; Η αγάπη αυτής της δουλειάς μεταφράζεται με τα μάτια του πελάτη. Όταν, λοιπόν, άρχισα να αντιλαμβάνομαι τι θέλει ο πελάτης και το πώς νιώθει ο πελάτης με αυτό που κάνεις και το τι κάνει ο πελάτης, το πώς γεμίζει το πρόσωπό του με ένα πιάτο, με ένα οτιδήποτε, με ένα ποτήρι κρασί που θα τους σερβίρεις, τότε κατάλαβα την αξία αυτής της δουλειάς. Αυτό. Η σχέση, λοιπόν, με τον πελάτη, δηλαδή η σχέση με τους ανθρώπους γενικά.
Πότε περίπου έγινε αυτή η συνειδητοποίηση;
Μετά την εφηβεία, μετά τα είκοσι. Μετά τα είκοσι. Μετά τα είκοσι και πάντα την αγαπούσα και ήταν η επιχείρησή μας όλο αυτό, αλλά όταν πλέον άρχισα να καταλαβαίνω ακριβώς τι συμβαίνει, τότε ήτανε ο έρωτας της ζωής μου, δηλαδή άρχισα κι έκανα κι άλλες δουλειές, δούλευα και αλλού παράλληλα, αλλά όταν συνειδητοποίησα αυτό το πράγμα, δόθηκα ολοκληρωτικά. Αυτό.
Μου είπατε ότι δουλεύατε από εννιά χρονών. Άρα...
Από όταν γεννήθηκα δούλευα εκεί, αλλά από εννιά χρονών το ανάλαβα.
Από εννιά χρονών, λοιπόν, ένα παιδί να έχει όλον αυτόν τον φόρτο εργασίας, δεν είναι δύσκολο; Πώς το διαχειριστήκατε;
Τυχερός ήμουνα, γιατί εγώ δούλευα στη δουλειά του μπαμπά μου, ενώ τα άλλα παιδιά στην ηλικία μου δουλεύανε σε ξένες δουλειές, δηλαδή τα παιδιά εκείνη την εποχή δουλεύανε όλα. Τα καλοκαίρια δεν υπήρχε κανένα παιδί να μη δουλεύει. Άρα, λοιπόν, εγώ δούλευα στη δουλειά του μπαμπά μου. Ήμουν τυχερός, τυχερός και μάλιστα και πολύ τυχερός, ενώ τα άλλα [00:10:00]παιδιά δουλεύανε οικοδομές, δουλεύανε, δεν ξέρω τι, δουλεύανε από 'δώ, από 'κεί, δεν υπήρχε παιδί στην εποχή τη δική μου, από δέκα χρονών και μετά τουλάχιστον, σε όλο το δημοτικό τα παιδιά δουλεύανε, κάθε καλοκαίρι δουλεύανε όλο το καλοκαίρι. Κι εγώ δούλευα, δηλαδή παράλληλα, πολλά καλοκαίρια δούλευα και το πρωί και το βράδυ στη δουλειά, δύο δουλειές εκείνη την εποχή.
Έχουν δει τα μάτια σας, μια γενιά χωριανών η οποία τώρα έχει φτάσει… Έχει προχωρήσει δηλαδή κι έχουμε αλλάξει και γενιά κιόλας. Θέλω να μου πείτε ποιες έτσι φυσιογνωμίες θυμάστε παλιών χωριανών που σας έχουν μείνει στο μυαλό από το τότε Ατσιπόπουλο;
Δεν έχω ξεχάσει καμία. Όλοι, δηλαδή τι να σου πω; Όλοι οι πελάτες και μη, αλλά γενικά επειδή ήταν το σημείο που περνούσαν όλοι και ήτανε το κέντρο του χωριού, ρε παιδί μου, και δεν ήταν μόνο το δικό μας το μαγαζί. Στην Μεσοχωριά υπήρχαν κι άλλα μαγαζιά, δηλαδή υπήρχε χασάπικο, φούρνος, μπακάλικο, όπως βλέπεις την πλατεία ήταν σχεδόν γεμάτη μαγαζιά. Επομένως ήτανε το κέντρο του χωριού και ήταν κι όλος ο κόσμος. Ας πούμε, η κεντρική εκκλησία δεν είναι εδώ η Παναγία που έχουμε στο μαγαζί, είναι κάτω στον Άγιο Ελευθέριο. Θυμάμαι, ας πούμε, την Κυριακή μετά την εκκλησία, να αδειάζει από κάτω ο κεντρικός δρόμος, υπήρχαν και στον κεντρικό δρόμο μαγαζιά, αλλά φεύγαν όλοι κι ερχόταν στην Παναγία, ας πούμε, όλοι. Γεμίζαν τα μαγαζιά της Παναγίας και μετά πηγαίνανε στα υπόλοιπα. Γεμάτο κόσμος και σήμερα κυκλοφορείς στο χωριό και δεν βρίσκεις έναν άνθρωπο. Αυτό. Με ρώτησες κάτι άλλο; Δεν θυμάμαι.
Για τις φυσιογνωμίες των χωριανών.
Οι φάτσες, λοιπόν, ήταν όλοι χαρακτηριστικοί, από τους γέρους, ας πούμε, που καθόταν εκεί όλη μέρα μέχρι τα παιδιά, να σου πω ονόματα τώρα νομίζω ότι είναι περιττό και δεν το χρειάζεσαι, αλλά όλοι οι χωριανοί ήταν εκεί. Συν τοις άλλοις, επειδή το Ατσιπόπουλο με την πόλη έχει πέντε χιλιόμετρα απόσταση, το δικό μας το μαγαζί και τα υπόλοιπα τα μαγαζιά του χωριού δουλεύαν με πελάτες χωριανούς και από την πόλη. Δηλαδή ο Ρεθυμνιώτης πάντα είχε το Ατσιπόπουλο, το Γεράνι, τον Πλατανιά, δηλαδή τα χωριά που είναι δίπλα από την πόλη, τα είχε, ρε παιδί μου, να πάει να αλλάξει λίγο παραστάσεις, να βγει, να πάει να πιει έναν καφέ στο χωριό, να πιει ένα κρασί στο χωριό, έναν μεζέ στο χωριό, δηλαδή το Ατσιπόπουλο με την πόλη είχε πάντα αυτή τη σχέση με το φαγητό, με το ποτό, με το… Πάντα είχε και το θυμάται και ο παππούς μου ακόμα έτσι, όχι μόνο ο πατέρας μου. Πάντα ανεβαίνανε οι Ρεθυμνιώτες στο Ατσιπόπουλο. Πάντα, δηλαδή πάντα είχε αυτό το… Εγώ ναι μεν είχαμε μόνιμους πελάτες τους χωριανούς, αλλά είχαμε και από το Ρέθυμνο. Επομένως εγώ θυμάμαι και τους παλιούς Ρεθυμνιώτες, όχι μόνο τους παλιούς Ατσιποπουλιανούς στο μαγαζί, και τους παλιούς Ρεθυμνιώτες.
Και θα σου πω επίσης κάτι άλλο, μια και αναφέρθηκα σε αυτό κι αυτή είναι η σχέση μου και με τη μουσική και με τη…Καταρχάς, μουσικές υπήρχανε στο χωριό και τα λοιπά, αλλά η σχέση μου, που μπορεί να ξέρεις ότι έχω με τη μουσική, είναι η εξής. Το ενετικό λιμάνι, ας πούμε, ήταν η θέση που ήτανε, μαζευόταν οι μερακλήδες, που κρεμούσαν τα όργανα, τα κατεβάζανε, παίζανε, κάνανε, ράνανε. Κάποια στιγμή το ενετικό λιμάνι έγινε, έγινε μέρος για τουρίστες. Επομένως, όλοι οι μερακλήδες του παλιού λιμανιού φύγανε και πήγαν στα χωριά. Παρέες στο Ατσιπόπουλο, στον Πλατανιά, στο Γεράνι. Σε αυτούς. Στο Βογιατζή, ας πούμε, στον Πλατανιά που έπαιζε και αυτός εκεί πέρα μπουλγαρί, ερχότανε, πηγαίνανε στο Γεράνι στου Μήτσου, ερχότανε σ' εμάς και περνάγανε όλοι, Μουντάκης, Σκορδαλός, τα πάντα, όλα, οι καλοί και οι μεσαίοι, όλοι. Επομένως εγώ ήμουνα στο μαγαζί το δικό μας να ακούω λύρα και λαούτο από όταν γεννήθηκα. Κατάλαβες; Δηλαδή αυτή η σχέση μου ήταν πάντα με τη μουσική και με τα μερακλίκια και με τις παρέες και με όλα αυτά. Επομένως, θέλοντας και μη, έβαψα. Και να μη θέλω δεν μπορώ, δεν είναι ότι δεν άκουγα άλλες μουσικές, αλλά αυτή τη μουσική, την κρητική, τη δική μας, κολλημένος.
Θέλω να μου πείτε τι ιστορίες επειδή ξεκινήσαμε για τους χωριανούς στο καφενείο, τι ιστορίες θυμάστε να λένε; Τι έχετε ακούσει;
Οι ιστορίες των χωριανών ήταν η καθημερινότητά τους, δηλαδή, για παράδειγμα, λέμε τώρα, δεν θα σου πω για το ότι μιλάγανε για τον πόλεμο που ήταν κλασική κουβέντα ακόμα, γιατί εγώ γεννήθηκα, ας πούμε, τη δεκαετία του ‘60, αρχές του '70 που αρχίζω να θυμάμαι εγώ, αλλά ο πόλεμος ήταν ακόμα… Πονούσε και λέγανε να τον εμφύλιο, για τον πόλεμο του '40, για όλα αυτά, ήταν συχνή κουβέντα, αλλά η καθημερινότητά τους ήτανε η αγροτιά. Πώς, ας πούμε, πήγα σήμερα κι έσκαψα εγώ αυτό, ο πατέρας μου το έσκαβε έτσι, ο άλλος το έσκαβε διαφορετικά, το πώς κλαδεύουμε, το πώς σκάβουμε, το πώς… Δηλαδή αγροτικές δουλειές ήτανε η μόνιμή τους κουβέντα και οι ιστορίες τους ήταν πιο πολύ για τους παλαιότερους. Για την καθημερινότητα των παλαιότερων, για το πώς διασκεδάζανε οι παλιότεροι, για το πώς κάνανε οι παλιότεροι. Δηλαδή εγώ θυμάμαι, ας πούμε, έχω ακούσει ιστορίες για το πώς διασκεδάζανε και για το 1800, ας πούμε, γιατί υπήρχαν άνθρωποι ζωντανοί που εγώ τους πρόλαβα, έτσι; Ας πούμε, η γιαγιά μου που με μεγάλωσε κιόλας, ήταν γεννημένη το 1911. Επομένως, θυμάμαι ιστορίες να ακούω όλη την ελληνική ιστορία, ας πούμε, να την ακούω από τους μεγαλύτερους κι εγώ σαν παιδάκι, ξαναλέω, ναι μεν μεγάλωσα να παίζω στο χωριό, αλλά εγώ θέλοντας και μη ήμουνα μέσα στις ιστορίες, μέσα στο καφενείο, μέσα στην ταβέρνα, όπως θες πες το, που πάντα τις άκουγα από τους παλιότερους, γιατί ήτανε η καθημερινότητά τους. Το πώς… Τι κάνανε στα χωράφια τους, τι κάναν οι παλιότεροι, το πώς το κάνανε, αυτό. Για το μέλλον δεν νομίζω να συζητάνε, μόνο για τα παλιά λέγανε, το μέλλον δεν τους ενδιέφερε, γιατί το μέλλον ήτανε, το μέλλον; Ο αγώνας τους ήτανε για το τι θα φάνε, τίποτα άλλο. Δεν τους ενδιέφερε. Το πώς θα περάσουνε την κάθε μέρα, όχι το τι θα κάνουμε αύριο, κανείς δεν κουβέντιαζε για το αύριο, μόνο αν θα βρέχει ρωτούσαν. Τίποτα άλλο. Αν βρέχει να πάμε το πρωί στο χωράφι ή να κάτσουμε εδώ να τρώμε και να πίνουμε; Αυτό.
Δεν μπορώ να μην σας ρωτήσω για το τι ιστορίες πολέμου έχετε ακούσει, οι οποίες σας έχουνε μείνει στο μυαλό ακόμα και σήμερα;
Έχω ακούσει, μωρέ, αυτά που… Τους ανθρώπους πώς πήγανε, τις κακουχίες, το πώς πολεμήσανε, την πείνα, τη δυστυχία, τους νεκρούς που χάσαμε εδώ, που χάσαμε στο χωριό, για το μετά τον πόλεμο που έπεσε η πείνα, που… Τα πάντα, αυτά. Τώρα τι να σου πω χαρακτηριστικά, σίγουρα άμα ξεκινήσουμε μια ιστορία, μπορώ να τη θυμηθώ, αλλά τώρα δεν μου έρχεται στο μυαλό κάτι συγκεκριμένο. Αλλά τα θυμάμαι όλα αυτά, να τα λένε και να τα ξαναλένε και να τα ματαξαναλένε μέχρι που δηλαδή αρχίζω, μπορώ να τα γράψω κιόλας, βιβλίο να κάνω και, ξαναλέω, ήταν το πανεπιστήμιο αυτό που εγώ σπούδαζα κάθε μέρα. Αυτό.
Πολύ ωραίο αυτό.
Μα, ήτανε Πανεπιστήμιο όντως. Ναι.
Μου είπατε ότι στο καφενείο γινόντουσαν συνέχεια γλέντια, παρέες. Στην ουσία το πρώτο γλέντι που θυμάστε ποιο ήτανε;
Κοίταξε να δεις, όταν λέμε… Σαν γλέντια, καταρχάς κάθε Δεκαπενταύγουστο είχε πανηγύρι το χωριό και το έκανε ο πατέρας μου. Δεκαπενταύγουστο… Ήταν η Παναγία δίπλα σ΄ εμάς και έκανε ο πατέρας μου πανηγύρι. Θα σου πω, να ξεκινήσουμε από αυτό και μετά θα σου πω για τις παρέες. Θα σου πω, γιατί έχει πλάκα. Φλυαρώ, το ξέρω, αλλά αυτά τα πράγματα αξίζει να τα ακούσεις. Πώς κάνανε ένα πανηγύρι εκείνη την εποχή; Ένα πανηγύρι, τώρα για ένα γλέντι, εγώ μπορεί τώρα στη δουλειά μου να κάνω κάθε βράδυ πανηγύρι, αλλά είναι έτοιμα, εύκολα τα πράγματα. Εκείνη την εποχή, λοιπόν, θα σου πω χαρακτηριστικά. Δεν υπήρχαν ούτε πιρούνια, ούτε ποτήρια, ούτε σερβίτσια, ούτε τραπέζια, ούτε καρέκλες, ούτε τίποτα. Πού βρισκότανε; Πώς βρισκότανε; Υπήρχαν κάποιοι που νοικιάζανε καρέκλες, αλλά τον Δεκαπενταύγουστο είναι το πανηγύρι της Κρήτης. Πού να προλάβεις να νοικιάσεις καρέκλες και τα λοιπά. Επομένως, πηγαίνανε και μαζεύανε καρέκλες και τραπέζια από όλο το χωριό. Ακόμα υπάρχουνε τραπέζια σε παλιά σπίτια, που γράφουν το όνομά τους από κάτω, γιατί ο καθένας, γράφαμε το όνομα του καθενός, γιατί πηγαίναμε το μεσημέρι, παίρναμε τα τραπέζια, το απόγευμα μάλλον, και πηγαίναμε και στήναμε το πανηγύρι. Εγώ το πρόλαβα τώρα αυτά, έτσι; Λοιπόν, θυμάμαι, λοιπόν, πολλές φορές μαζί με τους σερβιτόρους που είχε το μαγαζί, τώρα σερβιτόρους; Οι συγγενείς και οι όλοι αυτοί που βοηθάγανε, να πηγαίνουμε να περιμένουμε να αδειάσει το μεσημεριανό τραπέζι, να αδειάσουν το τραπέζι, να το ξεστρώσουνε, να το πάρουμε, να το πάμε στην πλατεία για να κάνουμε το πανηγύρι το βράδυ. «Μα, κάτσετε να πιείτε ένα κρασί! Μα, ξανακάτσετε να πιείτε». Οι σερβιτόροι πολλές φορές μέχρι να πάνε το πανηγύρι το [00:20:00]βράδυ ήταν μεθυσμένοι από τα κρασιά. Επίσης, θυμάμαι να πηγαίνουμε από τα γειτονικά χωριά, από τους Βεδέρους, από το Μπρινέ, από τη Γωνιά, να μας δίνουν τα άλλα καφενεία, όσα δεν είχανε πανηγύρια, να μας δίνουν καρέκλες, τραπέζια, να μαζεύουμε, ξέρω 'γώ εξακόσια, επτακόσια καθίσματα εκείνη την εποχή αυτήν την πλατεία τόσα στρώναμε, εκείνη την εποχή εξακόσια άτομα, ξέρω 'γώ, ήταν τεράστιο το νούμερο, έτσι; Δεν υπήρχαν οι χιλιάδες που είναι στους γάμους και τα λοιπά. Και να μαζέψουμε τώρα από το χωριό και από τα γύρω χωριά και, θυμάμαι, υπήρχαν άνθρωποι, βοηθοί του πατέρα μου που πηγαίνανε με τον γάιδαρο και φορτώνανε με τον γάιδαρο, ξέρω 'γώ, έξι καρέκλες από το Μπρινέ και τις φέρνανε. Τέτοια πράγματα. Το βράδυ, λοιπόν, εγώ πρόλαβα με το ηλεκτρικό ρεύμα κανονικά τα πανηγύρια, ο πατέρας μου, εννοείται, ότι θυμάται με το λουξ τα πανηγύρια, ούτε καν ηλεκτρικό ρεύμα. Και εκείνη την εποχή, επειδή ήταν μεγάλο όπως ξανάπα το πανηγύρι, περνάγανε όλα τα μεγάλα ονόματα. Όλα τα μεγάλα ονόματα της κρητικής μουσικής στο πανηγύρι το δικό μας. Σκορδαλός, Μουντάκης, Καλομοίρηδες, Ροδάμανθος αργότερα, Κακλής, Μανιάς, ο Μανιάς είναι και νονός μας. Τι να σου πω. Όλα τα μεγάλα ονόματα, εάν ήτανε από κοντά οι λυράρηδες, θα φεύγανε το βράδυ και μπορεί να συνεχίζανε και την άλλη μέρα, αλλά συνήθως αυτοί που ήταν από μακριά, ερχότανε και μένανε στο σπίτι μας. Επομένως και να κοιμόταν το πρωί, τους ξυπνάγανε το μεσημέρι και συνεχίζανε. Και συνεχίζανε τώρα όχι πανηγύρι, παρέες. Αυτό, λοιπόν, ήταν για τα πανηγύρια. Όσον αφορά τις παρέες, οι παρέες ήτανε τι; Καθόμαστε στο μαγαζί, πίνουνε κρασί, ανεβαίνει από το Ρέθυμνο ο Σκορδαλός με τον Μουντάκη, οι δυο τους, παίρνουν, περιμένουν και κανέναν άλλο, κατεβάζουν, φέρνουν δυο όργανα, αυτοί ανεβήκανε για καφέ, δεν ανεβήκανε για να κάνουν παρέα. Και ξαναγυρίζουνε να πάρουν τηλέφωνο ταξί, να πάνε να βρούνε στο κοινοτικό τηλέφωνο, να πάνε στο ταξί, το θυμάμαι σαν σκηνή: «Πήγαινε να μου ξεκρεμάσεις από το σπίτι τα όργανα να μου τα φέρεις και φέρε μου και τον τάδε» και πιάνανε τα όργανα και δώσ' του και κάνανε, ξέρω 'γώ, εκεί τώρα… Θυμάμαι ώρες ατελείωτες, ρακές, όργανα, μουσικές, παρέες. Εντάξει, τι να σου πω. Δεν μπορώ ούτε να τα… Ούτε να τα… Γιατί ο πατέρας μου τα λέει καμιά φορά και κλαίει, άμα τα θυμηθώ εγώ, με παίρνουν κι εμένα τα ζουμιά. Λοιπόν, πραγματικά απίστευτα. Αυτά ήταν, λοιπόν, δεν ήταν σε καθημερινή βάση, εννοείται, ήταν συχνά, συνήθως ήτανε σε καλές μέρες του χειμώνα και το καλοκαίρι ήτανε συχνότερα, πολύ συχνά. Δηλαδή το καλοκαίρι έξω, ανεβαίνανε, ξέρω 'γώ με όργανα με έτσι, με αλλιώς και μετά καντάδα στο χωριό. Ξεκινήσαμε από 'κεί, να πάμε και στο άλλο καφενείο, όπως ήταν, να τραγουδάνε σε όλον τον δρόμο χωρίς κανένα λόγο, να σταματήσουν στο κάθε σπίτι να τους βάλουν μία ρακή, να πάνε στα άλλα καφενεία, να ξαναπιούνε και να κάνουνε τον κύκλο του χωριού δέκα φορές, ξέρω 'γώ, εντάξει. Τα λέω στα παιδιά μου και γελάνε και με κοροϊδεύουν, αλλά εγώ τώρα... Για αυτό σου λέω έχω κολλήσει με το Ατσιπόπουλο. Δεν μπορώ διαφορετικά. Αυτό.
Είναι πολύ έντονες οι μνήμες.
Μα, πάρα πολύ, μα, πάρα πολύ. Ναι. Αυτά για αυτό.
Πιστεύετε ότι επειδή έχετε ζήσει τόσο έντονα το γλέντι, την παρέα, σήμερα πώς το βλέπετε που έχει αλλάξει η εποχή, έχουν αλλάξει οι καιροί, τι διαφορές έχετε δει;
Σήμερα υπάρχουνε καλύτεροι μουσικοί, τη μουσική την έχουν ανεβάσει σε υψηλό επίπεδο αλλά δεν υπάρχουν άνθρωποι με βιώματα, αυτό που περιέγραφα πίσω, δηλαδή τα παιδιά σήμερα μαθαίνουν από το διαδίκτυο μουσική, κάθονται στα σπίτια τους, μαθαίνουνε, γίνονται δεξιοτέχνες, αριστεροτέχνες, καλλιτέχνες, ό,τι θέλεις, αλλά δεν έχουν αυτά τα βιώματα που σου έλεγα πίσω. Δηλαδή η μουσική πλέον είναι μόνο για το γλέντι, άντε και σε καμιά παρέα πού και πού θα τους καλέσουν σε κάνα φανταρικό, σε κανένα δεν ξέρω τι, αλλά αυτό το να… Επειδή είναι, ξέρω 'γώ, να στολίσουν την επίσημη μέρα, επειδή είναι Χριστούγεννα, επειδή είναι Πάσχα, επειδή είναι οτιδήποτε, να την κάνουνε ξεχωριστή με τα βιώματα αυτά που σου περιέγραφα πίσω, δεν το κάνουνε, γιατί δεν το 'χουνε, δεν το 'χουνε ζήσει. Εμάς ήταν και η μοναδική μας διασκέδαση, δεν είχαμε κι άλλους τρόπους διασκέδασης. Αλλά εμάς μας περνούσε στο πετσί μας αυτό το πράγμα. Σήμερα τα παιδιά τα έχουν όλα και δεν είναι ευχαριστημένα με τίποτα. Επομένως, ξαναλέω λοιπόν, δεν υπάρχουν βιώματα, αυτό πιστεύω. Υπάρχουν παιδιά, μουσικοί καλύτεροι από τους παλιότερους, αλλά είναι φλατ τα πράγματα.
Στο μαγαζί τώρα ποια είναι η εξέλιξη; Ποια εξέλιξη βλέπετε από τότε μέχρι σήμερα σε θέμα πελατών, σε θέμα όλων αυτών των αλλαγών;
Πάμε, λοιπόν. Θα σου πω την ιστορία του μαγαζιού, μια και πιάσαμε το μαγαζί για να φτάσουμε εκεί που λες. Η ιστορία του μαγαζιού, λοιπόν, ξεκινάει γύρω στο '28, κάπου εκεί νομίζω, ο παππούς μου στην πλατεία κάνει… Ο προπάππους μου στην πλατεία κάνει το μαγαζί αυτό, κάνει καφενείο. Μετά παντρεύτηκε ο παππούς μου και από καφενείο το 'κανε τσαγκάρικο, γιατί ήταν τσαγκάρης ο ίδιος, το 'χε ο παππούς μου δηλαδή και πιο παλιά από το '28 που είπα, δεν θυμάμαι πότε, ο πατέρας μου τα θυμάται αυτά. Πάντως, καμιά δεκαετία το είχε καφενείο, μετά ο παππούς μου το έκανε για λίγο τσαγκάρικο, μετά πεθαίνει ο παππούς μου, πολύ μικρός και ο πατέρας μου σε ηλικία δώδεκα, δεκατριών, γεννημένος το ‘34 και το άνοιξε το ‘48 ο ίδιος, άρα έξι, οκτώ και έξι, δεκατέσσερα. Δεκατεσσάρων χρόνων ο πατέρας μου μαζί με τον αδερφό του ανοίξανε το μαγαζί το ’48. Το παλιό μαγαζί του πατέρα του, του παππού του, το οποίο είχε κλείσει λόγω που είχε πεθάνει ο πατέρας του και που είχε πεθάνει και ο παππούς του και από το ‘48 και μετά το άνοιξε ο πατέρας μου και δεν το ξαναέκλεισε ποτέ. Εγώ το έχω κλείσει κάνα δυο φορές, όταν κάνω διακοπές, το 'χω κλείσει δυο φορές κάπου εκεί δυο - τρία χρόνια, αλλά ο πατέρας μου δεν το έκλεισε ποτέ. Χειμώνα-καλοκαίρι και εγώ που βέβαια χειμώνα-καλοκαίρι το είχαμε, απλά με την πρώτη καραντίνα και μετά είδα ότι είναι καλά να ξεκουράζεσαι για τον χειμώνα και το έχω κλείσει τώρα τον χειμώνα λόγω συνθηκών πιο πολύ. Λοιπόν, ο πατέρας μου το ’48 ανοίγει το μαγαζί εκεί και είχε, ο πατέρας μου έκανε δύο τέχνες, είχε κουρείο, έκανε τον κουρέα μέσα και είχε και καφενείο και είχε και μεζέδες και σουβλάκια και ό,τι θέλεις. Η εξέλιξη, λοιπόν, τι είναι; Ένας μεζές και κρασί. Αυτό θα πει ταβέρνα. Σήμερα λέμε, εύκολα σήμερα: «Πάμε να πάμε σε μία ταβέρνα» και δεν ξέρουμε τι θα πει η λέξη ταβέρνα. Ταβέρνα θα πει ο χώρος που πας να πιεις κρασί και να το συνοδέψει κι ένας μεζές. Αυτό, λοιπόν, το πράγμα ήτανε ταβέρνα, ήταν όλα τα ταβερνεία, ήταν όλα τα καφενεία, γιατί δεν υπήρχε κανένα καφενείο εκείνη την εποχή που να μην έχει και μεζέ, που να μην έχει φαγητό, που να μην έχει λίγο μεζέ, κάτι. Σουβλάκια - σουβλάκια, όπως το κάνουμε τώρα, πιο πολύ το κάναμε από αρχές του ‘70, δηλαδή πάντα υπήρχε παράλληλα αυτό, αλλά να ασχοληθούμε μόνο σουβλάκι ήταν από τις αρχές του ‘70 που ήταν μόνο σουβλάκι και έσβηνε το καφενείο, το σβήναμε σιγά-σιγά και έγινε μόνο σουβλάκια. Εγώ θεωρώ ότι τι ελληνική ταβέρνα έχει δύο μορφές. Ψαροταβέρνα και κρεατοταβέρνα. Αυτή είναι κλασική ελληνική ταβέρνα. Που σημαίνει τι; Ψάρι, σαλάτα, πατάτες. Κρέας, σαλάτα, πατάτες. Αυτή είναι η κλασική ελληνική διατροφή για το βράδυ και κρασί, ρετσίνα, άντε και μπίρα αργότερα. Το μεσημέρι έχουμε τα μαγέρικα, σάλτσα και τα λοιπά. Εστιατόρια και αυτά τα εστιατόρια τα, είτε τα καλά είτε τα κακά, το βράδυ δεν ήταν επιλογής, ήταν μόνο τη μέρα. Το εστιατόριο ήταν για τη μέρα, είτε το μαγέρικο, είτε το πιο κυριλέ, είτε ό,τι θέλεις ήταν για τη μέρα, το βράδυ έπρεπε να φάνε και οι άνθρωποι, το πρωί δουλεύανε και έπρεπε να χωνέψουνε, επομένως έπρεπε να φάνε κάτι ελαφρύ. Ούτε τηγανιτά τρώγανε ούτε τίποτα. Κρέας στα κάρβουνα που δεν είχε ο κόσμος κάρβουνα στο σπίτι του, κρέας στα κάρβουνα, ψάρι στα κάρβουνα, μία περιποιημένη σαλάτα και μια καλή πατάτα. Αυτό ήταν το κλασικό ελληνικό μενού για το βράδυ σε όλους. Αυτό ήτανε σε όλη την Ελλάδα, όχι μόνο εδώ, παντού. Εμείς, λοιπόν, συνεχίζουμε να κάνουμε τα ίδια πράγματα, κρέας, σαλάτες και πατάτες, τρία απλά πράγματα, απλά το έχουμε εξελίξει. Θα ακουστεί εγωιστικό, αλλά είναι η πραγματικότητα, εμείς σουβλάκια, λοιπόν, κάναμε, εγώ από όταν θυμάμαι τον κόσμο, κάναμε σουβλάκια. Λοιπόν και κάναμε το κλασικό ελληνικό σουβλάκι, χοιρινό σουβλάκι. Η ψαροταβέρνα είχε σουβλάκι ξιφίας, υπήρχε σουβλάκι, γύρος στα σουβλατζίδικα δεν υπήρχε. Δεν υπήρχε. Εγώ θυμάμαι να μην υπάρχει. Αργότερα ήρθε ο γύρος. Σουβλάκι καλαμάκι. Αυτό είναι το ίδιο πράγμα [00:30:00]έτσι; Ή τσίτα που λέμε εδώ ή όπως θες. Και υπήρχε, σαν σουβλατζίδικα κάνανε και σουβλάκι με πίτα και τέτοια, αλλά ήταν κρέας στο καλαμάκι. Εγώ, λοιπόν, τη δεκαετία του ‘80 ξεκίνησα για πλάκα εγώ, πιτσιρικάς εκείνης της εποχής, ξεκίνησα για πλάκα, έκανα δίαιτα, ήμουνα ερωτευμένος και έκανα δίαιτα και ξεκίνησα για πλάκα κι έκανα κοτόπουλο σουβλάκι. Εμείς σουβλάκια κάναμε και πήρα το φιλέτο που είχα κόψει για μένα για να το ψήσω στα κάρβουνα και το έκοψα κομμάτια και το έκανα σουβλάκι και το έψησα. Από μένα, λοιπόν, πολύ εγωιστικά ακούγεται και ντρέπομαι κιόλας που το λέω, αλλά απ' εμένα ξεκίνησε για την πλάκα το σουβλάκι κοτόπουλο που σήμερα όλη η Ελλάδα έχει σουβλάκι κοτόπουλο. Και το έκανα για πλάκα, άρεσε σε κάποιους, κάποιοι το κάνανε και για δίαιτα, όπως θες πες το. Έγινε, πέρασε και έγινε γυναικεία τροφή εκ των πραγμάτων πιο πολύ κι έγινε παράλληλα σουβλάκι χοιρινό και κοτόπουλο, αργότερα αφού άρχισε, λέω, να γεννάει το μυαλό μου σουβλάκια, έβαλα και αρνί, έβαλα και μοσχάρι, έχω όλα τώρα, όλα τα κρέατα σε σουβλάκι κι έχω κάνει το σουβλάκι επιστήμη και καλά. Αλλά είναι, το σουβλάκι είναι κάτι πάρα πολύ εύκολο να ακούγεται και κάτι πάρα πολύ δύσκολο να γίνεται, γιατί το να πάρεις, ας πούμε, ένα φιλέτο μοσχάρι να το ψήσεις στα κάρβουνα, για παράδειγμα, είναι κάτι, άμα είναι καλό το κομμάτι το κρέας κι επιλέξεις καλό πράγμα είναι εύκολο να το κάνεις. Το να το κάνεις μικρά κομμάτια και να το ψήσεις, το πιο εύκολο είναι να το κάνεις λάστιχο παρά να το κάνεις φαγητό. Μέσα από όλα αυτά επιλέξαμε, κάναμε, κάναμε, ράναμε, σου λέω τόση ώρα λόγια και θα σου καταλήξω σε ένα πράγμα. Ένα είναι η επιστήμη στην εστίαση γενικά. Η πρώτη ύλη. Μόνο πρώτη ύλη. Βρίσκουμε καλή πρώτη ύλη, κάνουμε καλά πράγματα, η τέχνη είναι και η τεχνική να διαλέξεις καλή πρώτη ύλη. Διαλέγεις καλή πρώτη ύλη, τη σέβεσαι και σε σέβεται. Απλά είναι τα πράγματα, δεν κάνουμε τίποτα άλλο. Τόσο απλά και να φτάσουμε να κάνουμε ένα φαγητό, γιατί εμείς δεν δουλέψαμε ποτέ μεσημέρι, ξέρω 'γώ, δουλεύαμε μόνο βράδυ, για να φτιάξουμε ένα βραδινό γεύμα, ένα βραδινό φαγητό, όπως ακριβώς το έλεγα πίσω, δηλαδή δεν αλλάξαμε τη φιλοσοφία κρέας, σαλάτα, πατάτες, εξελίξαμε το κρέας, επιλέξαμε το καλύτερο κρέας, προσπαθούμε να επιλέγουμε το καλύτερο κρέας και αυτός είναι ο καθημερινός αγώνας. Ο καθημερινός μας αγώνας είναι η πρώτη ύλη. Τίποτα άλλο, τα υπόλοιπα για εμάς είναι εύκολα. Η πρώτη ύλη είναι μεγάλος αγώνας. Το να επιλέξεις, να πας να διαλέξεις αυτό που χρειάζεσαι, να εμπιστευτείς χασάπη, να σε εμπιστευτεί αυτός κι όλα αυτά. Αυτός, να εμπιστευτείς μανάβη, να εμπιστευτείς, όλα αυτά, να επιλέξεις, να κάνεις, να ράνεις, αυτός είναι ο μεγάλος αγώνας, ο κύριος αγώνας, γιατί η δουλειά… Εγώ δουλεύω μόνο το βράδυ, αλλά δουλεύω όλη τη μέρα, γιατί όλη τη μέρα έχει προετοιμασία έτσι. Όλη τη μέρα έχει προετοιμασία. Ο αγώνας είναι, πιο πολύ είναι τη μέρα παρά το βράδυ. Αυτό. Το πώς θα εξελιχθεί; Δεν ξέρω πώς θα εξελιχθεί, αλλά φαντάζομαι ότι δεν θα ξεφύγει, δηλαδή η εξέλιξη στη δουλειά μου είναι ο τρόπος παρασκευής, τα μηχανήματα, όλα αυτά. Μας έχουνε κάνει, μας έχουνε κάνει πιο εύκολη, αλλά δεν έχουμε ξεφύγει σε τίποτα από τα παλιά, δηλαδή στα κάρβουνα ψήναμε παλιά, στα κάρβουνα ψήνουμε και τώρα. Στα τηγάνια τηγανίζαμε παλιά, στα τηγάνια τηγανίζουμε και τώρα. Όλα, όπως ήτανε και παλιά, απλά έχουμε καλύτερα εργαλεία τώρα και παράγουμε περισσότερα κι όλα αυτά. Θεωρώ, δεν ξέρω αν συνεχίσουνε ο γιος μου, για παράδειγμα, ή η κόρη μου, αλλά αν συνεχίσουν τα παιδιά μου και θέλουν να συνεχίσουν, εγώ πιστεύω ότι έχουν μπει στην φιλοσοφία, γιατί και τα παιδιά δουλεύουν μαζί μου τώρα πολλά χρόνια, πιστεύω ότι και αυτοί θα τα εξελίξουν, πιστεύω θα εξελίξουν αυτά που εξελίσσω κι εγώ κάθε μέρα, αλλά δεν θα εξελίξουν τα βασικά πράγματα, πρώτη ύλη, σεβασμός, σεβασμός σεβασμός, σεβασμός και σχέση με τον κόσμο. Αυτό, τίποτα άλλο. Αυτό, η αγάπη με τον κόσμο. Δίνεις και παίρνεις.
Θέλω λίγο να πάμε στην... Μας είπατε την εξέλιξη ως προς το είδος του μαγαζιού και πώς τελικά είναι τώρα, έχουν εξελιχθεί πιστεύετε και οι παρέες του τότε με το σήμερα; Γίνονται, ας πούμε, στο μαγαζί; Γίνονται οι παρέες που γίνονταν τότε τόσο συχνά;
Σήμερα να σου πω την αλήθεια το αποφεύγω εγώ. Εγώ είμαι της παρέας, αλλά δεν θέλω παρέα στο μαγαζί, γιατί τώρα είναι, είναι διαφορετικά τα πράγματα, δηλαδή το να βρεθεί, ας πούμε, μέσα στη σεζόν την καλοκαιρινή μία παρέα δυο και τρεις φορές, εντάξει, αλλά το κάθε μέρα κάποιους τους ενοχλεί, κάποιους αρέσει, κάποιον… Δεν επιλέγω εγώ. Δεν θέλω, δηλαδή έχω φίλους και μουσικούς και τα λοιπά που μου λένε καμιά φορά: «Να 'ρθούμε το βράδυ;» και τους λέω: «Παιδιά, ελάτε να φάμε, να σας κεράσω εγώ, να πιούμε, αλλά όχι όργανα και τέτοια», γιατί χαλάμε την ησυχία της πλατείας, την ηρεμία που ο άλλος πάει, ανεβαίνει στο χωριό για να ξεφύγει από τη φασαρία της πόλης, από όλα αυτά, επομένως δεν το επιλέγω εγώ, δεν το θέλω εγώ να το κάνω, γιατί συνήθως θα… Και λίγο κρασί παραπάνω θα πιούνε και α και ου και μπορεί να κάνουν φασαρίες, να τραγουδάνε δυνατά, να κάνουνε, να ενοχλούν τους άλλους, επομένως η εικόνα του μαγαζιού είναι διαφορετική τώρα σε σχέση με την παλιότερη. Όμως πολλές φορές θα τελειώσει η δουλειά του μαγαζιού και με τους τελευταίους, αν είναι κανένας μερακλής, να κάτσουμε τις ρακές μας να τις πιούμε και τα όργανα θα πιάσουμε και αν ενοχλούμε τη πλατεία, θα κάνουμε βόλτα στο χωριό, θα καταλήξουμε εδώ πέρα, δηλαδή πάλι θα το κάνουμε, αλλά δεν θα το κάνουμε την ώρα της δουλειάς. Δεν είναι για τους πελάτες, είναι για 'μας. Αυτό.
Θέλω να μου πείτε για εσάς ψυχικά, για την ψυχή σας πώς λειτουργεί η παρέα;
Νομίζω ότι ακριβώς για αυτόν τον λόγο υπάρχει. Η επικοινωνία του κόσμου είναι να αδειάσει η ψυχή σου, δηλαδή όταν επικοινωνείς με φίλους, είτε πίνεις είτε δεν πίνεις και μόνο που είσαι με ανθρώπους αδειάζεις την ψυχή σου, μιλάς, ξεφορτώνεις πράγματα. Εννοείται ότι όταν υπάρχει και ένα κρασάκι και μια ρακή και όλα αυτά είναι ακόμα πιο γλυκά και πιο όμορφα και πιο νόστιμα τα πράγματα και νομίζω ότι αυτή την κουλτούρα την έχουνε όλοι οι Έλληνες, δηλαδή για αυτό δουλεύει και η ταβέρνα και το εστιατόριο και οι… Δηλαδή ο Έλληνας δεν θα πει… Οι πιο πολλοί Έλληνες θα πούνε το βράδυ: «Πάμε να πιούμε ένα κρασί», πολύ πιο πολλοί θα το πουν αυτό, παρά να πάνε μόνο για καφέ. Το να πάνε σε ένα όμορφο καφέ, να ακούνε ωραία μουσική, θα πάει ένα ζευγάρι, μέχρι εκεί, αλλά άμα είναι μία παρέα έξι - επτά ανθρώπων ή πέντε ανθρώπων ή τεσσάρων ανθρώπων θα πάνε να πιούν ένα κρασί. Γιατί; Γιατί είναι η επικοινωνία πιο πολύ. Εγώ αυτό νομίζω. Αδειάζεις την ψυχή σου και για μένα το ίδιο πράγμα συμβαίνει ακόμα και με τους πελάτες, δηλαδή εγώ την ώρα που δουλεύω δεν μπορώ να αδειάσω την ψυχή μου, αλλά και μόνο που έχω κόσμο μαζί μου, μία κουβέντα που θα πω, φτιάχνομαι, δηλαδή αδειάζω, είμαι άλλος άνθρωπος, παρά που είμαι αγχωμένος και πιεσμένος και όλα αυτά. Είναι, ηρεμεί η ψυχή σου με αυτό το πράγμα, δηλαδή για αυτό την αγαπώ κιόλας τη δουλειά, γιατί, σου λέω, είναι πάνω από όλα είναι η επικοινωνία με τον κόσμο.
Και φαντάζομαι θα γίνεται όλο και πιο έντονο, όταν υπάρχει και μουσική, ειδικά στην κρητική παρέα, όταν… Εκεί τι γίνεται;
Όταν, ναι, γιατί για αυτή με ρώτησες, για την κρητική παρέα με ρώτησες, όντως. Η κρητική παρέα, λοιπόν… Εγώ σου είπα, έχω τα βιώματα και έτσι μεγάλωσα, αλλά είμαι τυχερός που τουλάχιστον έχω αρκετούς φίλους, άλλοι που μεγαλώσαν και άλλοι που μεγαλώσανε μαζί μ' εμάς και έχουνε μπει σε αυτό το νόημα και στην κρητική παρέα έχουν… Αρχίζουν και την κάνουν βίωμα πλέον, έχουν πιάσει το νόημα, δηλαδή αυτή η επικοινωνία με το κρασί, με τη ρακή, με τον μεζέ, με το που ξεκινάει και παίζουν τα όργανα, αν είναι ο άνθρωπος μερακλής, με το που θα αρχίζει να τραγουδάει και όχι να μιλάει και να κοιτάζει από 'δώ και από 'κεί, με το που θα αρχίζει να τραγουδάει, είτε ξέρει να τραγουδάει είτε σιγοτραγουδάει από μέσα του, αδειάζει η ψυχή του. Το τραγούδι είναι ακριβώς όπως για τους μουσικούς που αδειάζουν την ψυχή τους, το ίδιο πράγμα είναι και το τραγούδι, δηλαδή όταν αρχίζεις να τραγουδάς, είναι σαν αρχίζεις να γελάς. Όταν γελάς ξέρεις, ότι ευφραίνεσαι, ότι αδειάζει η ψυχή σου, το ίδιο πράγμα είναι και με το τραγούδι και ό,τι τραγούδι και να λες. Μα είτε σοβαρό, μα είτε λυπημένο, μα είτε χαρούμενο, μα ό,τι θέλεις, αδειάζει η ψυχή σου με το που βγάζει μέσα… Αδειάζει που τραγουδάς, είτε καλά, είτε κακά, είτε χαμηλά, είτε έντονα, με το που τραγουδάς η ψυχή σου φτιάχνει. Όταν συμμετέχεις, λοιπόν, σε μία τέτοια παρέα, τις επόμενες μέρες είναι σαν να έχεις πάει στο Άγιο Όρος. Για μία εβδομάδα είσαι καλά. Κατάλαβες; Ακριβώς το ίδιο πράγμα είναι, αδειάζει η ψυχή σου πραγματικά, αδειάζει και γεμίζει, εννοείται, παράλληλα. Αυτό. Αδειάζει από τα καθημερινά και γεμίζει από αυτά. Εγώ δηλαδή άμα μου πεις… Έχω κακή μνήμη, αλλά για τις παρέες τις θυμάμαι όλες. [00:40:00]Γενικά έχω κακή μνήμη, αλλά άμα μου πεις για την παρέα, την τάδε που πήγαμε εκεί, την τάδε, την παρατάδε, τα πάντα τα θυμάμαι, γιατί είναι βαθιά μέσα μου και ξέρω και πού θα πάω, δηλαδή επιλέγω και το πού θα πάω, ας πούμε. Υπάρχουν παρέες που γίνονται μόνο σε συγκεκριμένα μέρη, σε συγκεκριμένα χωριά, δεν γίνονται παντού. Δεν είναι παντού τα ίδια. Και υπάρχουν άνθρωποι μερακλήδες και πάμε και κάνουμε και ράνουμε και είναι, ρε παιδί μου, τι να σου πω, τι να σου πω; Δεν έχω τα λόγια να σου τα πω, εγώ όταν το ζω, το καταλαβαίνω. Με τα λόγια δεν λες τίποτα.
Υπάρχουνε, εντός εισαγωγικών, συστατικά για μια καλή παρέα;
Η καλή παρέα έχει να κάνει με την καλή σύσταση της παρέας, δηλαδή πρέπει να έχουν όλοι το ίδιο μεράκι. Από 'κεί ξεκινάει. Δεν έχει σημασία αν είναι ο καλύτερος λυράρης στην παρέα, αν είναι ο καλύτερος λαουτιέρης ή ο καλύτερος τραγουδιστής, είτε αν είναι καλά κουρδισμένος είτε αν είναι λιγότερο καλά. Σημασία έχει να το αγαπάνε και να ξέρουνε γιατί βρίσκονται εκείνη τη στιγμή εκεί. Όχι επειδή μεθύσανε ή επειδή… Εγώ τις καλύτερές μου παρέες, που εγώ αγαπώ τη ρακή, αγαπώ και το κρασί, τις καλύτερές μου παρέες τις έχω κάνει χωρίς να πιώ τίποτα. Τίποτα, τίποτα. Εγώ μεθώ με τη μουσική, γιατί όλα αυτά που σου περιγράφω, πραγματικά δηλαδή, δεν μπορώ να το περιγράψω, το μυαλό μου εκείνη τη στιγμή, το κεφάλι μου εκείνη τη στιγμή γίνεται κάτι διαφορετικό, συμβαίνει κάτι που δεν μπορώ να σ' το πω με λόγια. Πραγματικά δεν μπορώ. Με περνάει η μουσική και παθαίνω κάτι, τι να σου πω. Ειλικρινά σου μιλώ. Σ' τα λέω λίγο έντονα, αλλά έτσι είναι. Έτσι είναι, αλήθεια σου λέω.
Έχετε ζήσει τις παρέες που ήσασταν εννιά χρόνων με τους τότε μερακλήδες και τους τότε Ατσιποπουλιανούς και όχι μόνο, και ζείτε και τώρα τις παρέες της νέας εποχής. Βλέπετε κοινά, αλλά και διαφορές;
Κοίταξε, μωρέ, εκείνη την εποχή ήταν, περισσότερο ήταν ανάγκη, δεν ήτανε κάτι διαφορετικό, ήτανε μόνο αυτό. Δεν είχε κάτι άλλο, επομένως, ας πούμε, εγώ θυμάμαι να τελειώνει το πανηγύρι τον Δεκαπενταύγουστο, να είμαστε πιτσιρίκια και την ερώτηση την επόμενη μέρα, είναι όπως είναι με το καρναβάλι του Ρεθύμνου που λένε: «Πότε έχουμε Απόκριες του χρόνου», την επόμενη μέρα: «Ποιος θα παίζει του χρόνου στο πανηγύρι», γιατί εάν συνέβαινε να μην είχαμε γάμους ή βαφτίσεις που γινόταν στο χωριό και αυτά, μουσική θα ακούγανε πάλι του χρόνου, αν δεν γινόταν οι παρέες και τέτοια. Επομένως, ήταν άλλες οι ανάγκες. Τώρα το έχουμε κάθε μέρα, παντού και τα λοιπά. Εγώ θεωρώ, λοιπόν, επειδή ήταν η ανάγκη της εποχής, όχι ότι ήταν διαφορετικοί οι άνθρωποι και τα λοιπά, ή καλύτεροι, ή χειρότεροι, ή δεν ξέρω τι, οι ανάγκες της εποχής και τα βιώματα που είχαν όλοι εκείνη την εποχή, τους έκαναν να το ζούνε και να του περνάει στο πετσί τους όλο αυτό το πράγμα. Σήμερα δεν είναι τόσο μεγάλη η ανάγκη. Σήμερα είναι η ανάγκη μόνο της επικοινωνίας, δηλαδή είτε έχουνε μουσική είτε όχι, μία παρέα το ίδιο καλά μπορεί να περάσει ή το ίδιο φλατ να περάσει. Τότε ήταν περισσότερο, ήταν πιο έντονο, δηλαδή έπρεπε να κάνεις κάτι να ξεχωρίσει η βράδια, να γίνει πιο έντονη, να, δηλαδή, ας πούμε, το απλά να είμαστε εδώ και να τρώμε και να πίνουμε και να παίζουμε τη μουσική και να επικοινωνούμε δεν ήταν τόσο πολύ, θέλαμε και το παραπάνω, να πάμε να ξυπνήσουμε τον τάδε. Έφυγε κάποιος; Να πάμε να ξυπνήσουμε τον τάδε, να πάμε να κάνουμε καντάδα, να γυρίσουμε στο χωριό, να κάνουμε αυτό, να κάνουμε εκείνο, δηλαδή ήμασταν ανήσυχοι, γιατί αυτά ήταν τα παζλ, τα κομμάτια που τα κάνανε έντονα και χαραγμένες μέχρι σήμερα στη μνήμη μας. Ήτανε το κάτι το διαφορετικό. Δεν ήταν απλά καθόμαστε, τρώμε, πίνουμε και τραγουδάμε. Δεν μπορούσε… Μία παρέα θα ήτανε καλή, όταν τα έχει όλα μέσα. Σήμερα δεν είναι αυτή η ανάγκη, σήμερα νομίζω ότι δεν έχουνε, όντως δεν έχουμε την ανάγκη, αλλά το κάνουνε, ρε παιδί μου, γιατί ή είναι μουσικοί, αλλά δεν υπάρχουν μερακλήδες πιο πολύ σήμερα, δηλαδή εκτός από τους ίδιους τους μουσικούς δεν υπάρχουν απ’ έξω μερακλήδες. Να πας, ας πούμε, παρά σε δυο, τρία, τέσσερα χωριά που πάμε, στις Μέλαμπες, στις Βρύσες, στην Αγία Γαλήνη, σε αυτά τα χωριά, ας πούμε, που είναι άνθρωποι που θα πας και οι άνθρωποι είναι μερακλήδες, ρε παιδί μου, και θα το δεις ότι δεν χρειάζεται, με μία σπίθα θα γίνει χαμός. Αλλά στο Ατσιπόπουλο που σου κάθομαι εγώ και σου κουβεντιάζω τόση ώρα, αν παίξουμε μουσική στην πλατεία, μπορεί να περάσουν από δίπλα και να μην κοιτάξουνε, ούτε να σταματήσουνε. Αυτό. Που αυτό το πράγμα δεν μπορούσε να διανοηθεί παλιότερα, δηλαδή δεν υπήρχε περίπτωση, ας πούμε, να μην παίζει λύρα ο οποιοσδήποτε σε μία παρέα και να μην μαζευτούνε όλα τα παιδιά του χωριού ή να μη σταματήσει ο κάθε περαστικός να πιεί μια ρακή. Σήμερα ο κόσμος δεν έχει ανάγκη τόσο πολύ να συμμετέχει. Δεν ξέρω γιατί. Αυτό.
Μου είπατε ότι δεν υπάρχουν μερακλήδες. Δεν μπορώ να μη ρωτήσω τι είναι μερακλής για εσάς και τι είναι μερακλίκι;
Είναι αυτό που σου είπα πιο πριν. Το μερακλίκι είναι αυτό το πράγμα που νιώθεις ότι σου βράζει το αίμα, ότι σου ανάβει το αίμα χωρίς άλλους επηρεασμούς, δηλαδή αγαπάμε, ας πούμε, το καλό φαγητό και είναι… Τρέχουμε να βρούμε το καλό φαγητό, να το επιλέξουμε. Αγαπάμε την καλή μουσική, τρέχουμε να ακούσουμε αυτήν την καλή μουσική που γεμίζει την ψυχή μας. Οι μερακλήδες είναι αυτοί που είναι μία ομάδα που αγαπάνε αυτήν τη μουσική. Μερακλήδες είναι αυτοί μία ομάδα που αγαπάει το συγκεκριμένο φαγητό. Μερακλήδες είναι αυτοί που μία ομάδα που αγαπάει το συγκεκριμένο ποτό και αυτοί η ομάδα είναι μερακλήδες. Όμως εγώ θεωρώ ότι το μερακλίκι είναι κάτι που είναι, έχει να κάνει με το μυαλό πιο πολύ, δηλαδή - και την ψυχή. Δηλαδή επικοινωνείς με ανθρώπους που έχουν τα ίδια ενδιαφέροντα και δεν χρειάζεται να πεις τίποτα. Δεν υπάρχουν λόγια, νιώθουν κι αυτοί το ίδιο πράγμα χωρίς να το συζητάς, χωρίς τίποτα, με ένα στραγάλι και μία ρακή και μπορεί να κάθονται μέχρι το πρωί, να τραγουδάνε, ας πούμε, και να επικοινωνούνε και να… Ούτε τίποτα άλλο δεν χρειάζονται και είναι πανευτυχείς, ας πούμε. Παλιότερα ήταν πιο μεγάλη ανάγκη, σήμερα υπάρχουν, υπάρχουν, ευτυχώς υπάρχουν ακόμα, εγώ δεν τα ισοπεδώνω, υπάρχουν και σήμερα μερακλήδες και μερακλίκια και αξίες, γιατί ζούμε σε ένα μαγικό μέρος που έχει να κάνει το κλίμα πιο πολύ που είμαστε αυτό που λένε από την Κρήτη έχει διαφορά από τους άλλους τόπους. Είναι το κλίμα, είναι δηλαδή -κακά τα ψέματα- άμα είναι κρύο, μπαίνεις μέσα, άντε και έχεις και δυο, τρεις ανθρώπους. Άμα έχεις όμως μία λιακάδα, θα βγεις έξω, θα ανοίξει η ψυχή σου, θα δεις ανθρώπους να μιλήσεις, θα επικοινωνήσεις, θα τραγουδήσεις, θα κάνεις, θα ράνεις, θα χαμογελάσεις, ενώ εκεί που βλέπεις και είναι άλλα κλίματα είναι… Οι άνθρωποι είναι πιο κλειστοί, ενώ εμείς για αυτό έχουμε και μερακλήδες εδώ, ρε παιδί μου, με την έννοια αυτή της παρέας της κρητικής και τα λοιπά, γιατί έτσι έχουνε μεγαλώσει οι άνθρωποι, μωρέ, έχουνε μεγαλώσει σε αυτό, να επικοινωνούν με τους άλλους ανθρώπους. Δεν υπάρχει μερακλής ένας μοναχικός άνθρωπος. Τι μερακλής θα είναι αυτός; Ότι του αρέσει τι; Να ακούει μουσική στο σπίτι του; Αυτός δεν είναι μερακλής, αυτός είναι άρρωστος. Αυτό λέμε τώρα.
Θέλω να μου πείτε εάν υπήρξε κάποια στιγμή στη ζωή σας που ψυχικά να μην ήσασταν τόσο καλά και η παρέα να λειτούργησε σαν ψυχοθεραπεία;
Μα μόνο, μα μόνο. Μα μόνο αυτό, μόνο αυτό. Χαίρομαι πολύ για την ερώτηση. Όλοι οι άνθρωποι έχουν περάσει τα δύσκολά τους. Εγώ πάντως, όταν περνούσα δύσκολα, έκανα όπως τον καπετάν Μιχάλη που κατέβαινε στην υπόγα; Έτσι κι εγώ. Φώναζα τους φίλους μου και αυτό έκανα πάντα. Αυτή είναι η ψυχοθεραπεία μου. Εάν δεν έχω ανθρώπους στα δύσκολά μου, θα αυτοκτονήσω. Θα κατέβω, θα βρω τους φίλους μου, θα πιώ το κρασί μου, θα πιώ τη ρακή μου, θα αρχίσουμε τις μουσικές μας, θα κάνουμε τα κόλπα μας αυτά και νομίζω ότι χωρίς να μεθύσεις, χωρίς να πιείς πολύ αλκοόλ, χωρίς να κάνεις… Μόνο που βρήκες ανθρώπους και μίλησες, αδειάζεις και ξαναγεμίζεις την ψυχή σου με… Για το αύριο. Εγώ θεωρώ ότι είναι ό,τι καλύτερο αυτό το πράγμα. Είναι ψυχοθεραπεία καθαρή. Δεν υπάρχει άλλη για μένα κι εγώ το έχω κάνει σε δύσκολα κομμάτια της ζωής μου που πέρασα, μόνο αυτό έκανα. Μόνο αυτό και άλλοι μου λέει, με παίζανε: «Μα, πώς μπορείς και το κάνεις;». Μα, μόνο αυτό με θεράπευσε και είχε και τη δύναμη, δηλαδή είχε και τη δύναμη, μεγαλύτερη δύναμη σε σχέση από τα νορμάλ μου. Όταν ζοριζόμουνα, έχω φύγει και έχω πάει στη Σητεία για παρέα. Το έχω κάνει πολλές φορές. Ναι, το έχω κάνει πολλές φορές, βέβαια. Έχω πάει για παρέα, ας πούμε, το βράδυ, έφυγα βράδυ και έπρεπε να είμαι 06:00 η ώρα το πρωί εδώ και πήγα για μία ώρα και ξαναγύρισα. Μία ώρα έκατσα στη Σητεία και γύρισα πίσω για μία ώρα. Το 'χω κάνει, ναι. Αυτά είναι τα ένσημα της ζωής μου, για μένα αυτά είναι τα ένσημα, ούτε τα λεφτά θέλω εγώ ούτε τίποτα, αυτό. Αυτά είναι, αυτό που μου 'χουνε μείνει και που θα σκέφτομαι για πάντα. Αυτά. Και ψυχοθεραπεία έκανα και το ένσημο που το [00:50:00]θυμάμαι για πάντα και όλα αυτά και οι φίλοι μου που το θυμούνται για πάντα και σου λέει ότι: «Ο Γαγάνης ήρθε εδώ πέρα για μία ώρα και εσύ δεν μπορείς να έρθεις από το δίπλα σπίτι;» και ήρθε από το Ρέθυμνο, ας πούμε. Κατάλαβες; Δηλαδή βοηθάει και τους άλλους, δεν βοηθάει μόνο εμένα.
Πιστεύετε ότι αυτό έχει δημιουργηθεί τόσο έντονα στον χαρακτήρα σας λόγω των βιωμάτων που έχετε ζήσει ή είναι και στον άνθρωπο;
Στον άνθρωπο πιστεύω είναι. Είναι τα βιώματα, αλλά βιώματα έχει και ο αδερφός μου τα ίδια, δεν έχει καμία σχέση. Στο ίδιο σπίτι μεγαλώσαμε, στην ίδια επιχείρηση μεγαλώσαμε, ο άνθρωπος έχει άλλα ενδιαφέροντα, δεν έχει… Είναι στον άνθρωπο πιστεύω εγώ, αυτό πιστεύω, πιο πολύ. Βέβαια, άμα δεν τα έχεις όλα αυτά, δεν μπορείς να φτιάξεις το παζλ, αλλά… Θέλουνε τα βιώματα και όλα αυτά, αλλά νομίζω ότι είναι και στον χαρακτήρα.
Θέλω να μου πείτε για άλλα γλέντια που γινόντουσαν. Μου είπατε το δεκαπεντάρι, άλλα; Ας πούμε τον χειμώνα;
Ωραία. Τα γλέντια γίνονταν μόνο το καλοκαίρι. Τον χειμώνα εγώ δεν πρόλαβα γλέντια, παρά μόνο όταν αρχίσαμε και μεγαλώναμε εμείς παιδιά που κάναμε στον πολιτιστικό σύλλογο, που μαζεύαμε τα παιδιά, που έχει μία αίθουσα, ξέρω 'γώ, που μαζευόμαστε τα παιδιά του χωριού και μαζεύαμε τους νέους λυράρηδες και όλα αυτά και θα κάναμε πάρτι και καλά της εποχής και τα λοιπά. Αλλά γλέντια γινότανε μόνο το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι, λοιπόν, ήταν το πανηγύρι και ήτανε και οι γάμοι. Οι γάμοι, βαφτίσεις που τις κάνανε πάλι στην πλατεία κι εκεί βοηθούσε όλο το χωριό και ήτανε, ρε παιδί μου, δεν είναι μία ώρα που πάμε τώρα σε ένα γάμο και λέμε 18:00 η ώρα και βάζουμε το κουστουμάκι μας και πάμε. Ο γάμος το ζούσες, γιατί ήτανε μέρες πριν, μέρες μετά, προετοιμασίες, να βοηθάς, να κάνεις και όλο αυτό το πράγμα ήτανε κίνηση, ρε παιδί μου, ήτανε εγρήγορση του χωριού. Έβλεπες διαφορετικά πράγματα από τις καθημερινές, ας πούμε. Ήτανε γάμος και φαινότανε στο χωριό ότι ήτανε γάμος από το που θα ασπρίζανε, γιατί θα έρχονταν ξένοι άνθρωποι στο χωριό, μέχρι που βοηθάγανε όλοι, μέχρι ό,τι θέλεις. δηλαδή ήταν ήτανε κάτι διαφορετικό. Τον χειμώνα δεν είχε, όπως σου ξαναλέω τόσα πράγματα, αργότερα εμείς κάναμε, ξέρω 'γώ, ή στα καφενεία παρέες και τέτοια, στα μαγαζιά παρέες, αλλά πιο πολύ ήταν, πιο πολύ ήταν το καλοκαίρι, το καλοκαίρι γίνονταν τα πιο έντονα πράγματα και οι γάμοι και οι βαπτίσεις γίνονταν το καλοκαίρι. Εγώ θυμάμαι δηλαδή γάμους στην πλατεία τη δική μας και σε άλλες πλατείες, αλλά πιο πολύ εδώ, γιατί εδώ είναι η πιο μεγάλη και η πιο κεντρική, αρκετούς, πάρα πολλούς γάμους. Πάρα πολλούς γάμους που βοηθάγανε μόνο οι χωριανοί. Οι χωριανοί, όπως σου είπα, και στα πανηγύρια με τις καρέκλες, τα τραπέζια, να βράσουνε, να ψήσουνε, να κάνουνε, να ράνουνε, να... Θυμάμαι, ξέρω 'γώ, τα ψητά σε κάθε ξυλόφουρνο του χωριού, δηλαδή το βράδυ λέγανε ότι: «Θα φέρεις από τον φούρνο...» το κρέας που το πήγαινα και το ψήνανε οι γύρω γύρω στους φούρνους. Δηλαδή απίστευτα, τώρα να τα πεις, σήμερα κάνουνε κέιτερινγκ, ας πούμε. Αστεία πράγματα. Ναι, ωραία, ευκολία και τα λοιπά, αλλά τι ζει ο άνθρωπος; Θα μου πεις σήμερα έχει να ζήσει άλλα πράγματα. Εκείνη την εποχή εμείς αυτά, αλλά ήτανε έντονα, ήτανε έντονα και σε γέμιζαν συναισθήματα, ρε παιδί μου, γιατί όλα αυτά που σου λέω είναι αυτό το πράγματα. Από την αρχή της κουβέντας μου μέχρι τώρα είναι αυτό το γέμισμα αυτηνής εδώ, της ψυχούλας. Το να το βρεις έτοιμο είναι έτοιμο, ακόμα και στο σπίτι σου να πας να φτιάξεις κάτι είναι αλλιώς να λερώσεις το σπίτι σου, να λερώσεις τα χέρια σου, να λερώσεις την κουζίνα σου, να μυρίσει το σπίτι σου και αλλιώς είναι να παραγγείλεις το καλύτερο πιάτο να σ' το φέρουν στο σπίτι. Άλλο είναι το ένα κι άλλο είναι το άλλο, απλά είναι τα πράγματα. Έτσι είναι.
Στα γλέντια ή στους γάμους και στις βαφτίσεις είχατε αυτό, αυτή την ανάγκη να πάτε με την… Φαντάζομαι η παρέα των μερακλήδων, η ψυχή της παρέας θα ξεχώριζε ποια ήτανε. Πηγαίνατε εκεί; Είχατε την ανάγκη να πάτε να παρακολουθήσετε μικρός κιόλας πώς γινότανε όλο αυτό, πώς λειτουργούσε;
Στα πόδια τους ήμουνα. Δεν κοιμόμουνα. Εγώ θυμάμαι παιδάκι, ας πούμε, γάμος να τελειώνει 08:00 ώρα το πρωί και μέχρι τις 08:00 η ώρα το πρωί να είμαι εκεί. Θυμάμαι μικρό παιδάκι να τρέχω κάτω από τα όργανα, κάτω από τις παρέες και όχι μόνο εγώ, όλα τα παιδιά, όλα τα παιδιά, όχι μόνο εγώ, δηλαδή οι συνομήλικοί μου, τα παιδιά, εγώ νομίζω ότι όλοι το ίδιο πράγμα κάναμε και ακόμα και κάνουνε, δηλαδή με τα παιδιά του χωριού, τους συνομηλίκους μου ακόμα κάνω παρέες, γιατί έτσι μεγαλώσαμε. Είναι τα βιώματα που σου είπα, δηλαδή αυτούς που έκανα παλιά παρέα από πιτσιρικάς ακόμα τους ίδιους κάνω τις παρέες. Ναι.
Επομένως ήτανε άλλο ένα βίωμα αυτό...
Βέβαια. Βέβαια.
Να δεις πώς λειτουργεί η παρέα.
Βέβαια. Βέβαια. Βέβαια. Βέβαια. Βέβαια και υπήρχε και καταρχάς οι μεγαλύτεροι μας φωνάζαν τα παιδιά να κάτσουμε, όχι να συμμετέχουμε και να πίνουμε και να κάνουμε και να ράνουμε, αλλά να κάτσουμε να παρακολουθούμε. Μας φωνάζανε δηλαδή και να περνάγαμε: «Έλα εδώ, κάτσε εδώ, άκουγε, δες», δηλαδή και να 'θελες να ξεφύγεις, δεν σε αφήνανε. Αυτό.
Υπάρχουν ρόλοι σε μια κρητική παρέα;
Βέβαια και υπάρχουνε.
Ποιοι είναι;
Ο σεβασμός. Ο ρόλος στην παρέα είναι ο εξής. Οι αρχές της παρέας, όταν πιάσουμε τα όργανα και μετά, πρέπει να υπάρχει απόλυτη ησυχία. Απόλυτη ησυχία. Να σέβεσαι αυτό που ακούς, αυτό που βγάζει ο άλλος από την ψυχή του. Σήμερα το λέμε ότι αυτό γίνεται στις μελαμπιανές παρέες. Εγώ πιστεύω ότι σε όλη την Κρήτη το ίδιο πράγμα γινότανε. Υπήρχαν νόμοι στην παρέα. Μουσική, ακούμε τη μουσική, γεμίζει η ψυχή, σέβομαι τον λυράρη, δεν μιλάω, δεν βγάζω κιχ, όταν πρέπει να τραγουδήσω, θα τραγουδήσει ένας κι όλοι μετά θα αποπάρουν από πίσω. Θα τραγουδήσει ο επόμενος, ο μεθεπόμενος και τα λοιπά. Αυτός είναι ο νόμος της παρέας, ο οποίος είναι άγραφος. Δεν είναι γραμμένος. Σήμερα, λοιπόν, και παλιότερα… Παλιότερα, λοιπόν, αν υπήρχαν άνθρωποι που κάνανε φασαρίες, γιατί είχανε μεθύσει, όχι φασαρίες καυγάδες, εννοώ να μιλάνε, οι άλλοι του λένε: «Ξέρεις κάτι; Αύριο τέτοια ώρα θα πιάσουμε την κουβέντα. Άμε και έλα αύριο το βράδυ. Σήμερα κάνουμε άλλη δουλειά. Φύγε». Τον έδιωχναν και καθότανε αυτοί που ήταν να κάνουν αυτό το πράγμα, αυτή τη μυσταγωγία, να επικοινωνήσουμε αυτό το πράγμα. «Αύριο το βράδυ θα κουβεντιάσουμε, έλα». Δεν τσακωνότανε. «Άμε στο καλό». Σήμερα υπάρχει ακόμα, γίνεται ακόμα, όμως δεν συμμετέχουν τόσο πολύ τα παιδιά τα σημερινά, δηλαδή, ναι, μου αρέσει να πάω σε μία παρέα, πάνε πολλοί, δεν είναι λίγοι, είναι… Πάνε πολλοί και ήταν πάρα πολύς ο κόσμος, δεν... Όσο και να σεβαστούν, όσο και να κάνουνε, γίνεται φασαρία, δηλαδή οχλαγωγία. Λίγο θα πει ο ένας, λίγο θα μιλήσει ο άλλος, λίγο θα πιάσουν τα κινητά, λίγο θα ακούσεις να μιλάνε στα κινητά, να φωτογραφίζουν, να βγάζουν βίντεο, να αποσπούνε τα πάντα. Αποσπάνε τη προσοχή τους. Εγώ νομίζω ότι αυτός που συμμετέχει και θέλει και το κάνει συνειδητά να συμμετέχει, πάει και πέφτει με παρωπίδες σε αυτό που γίνεται εκείνη τη στιγμή. Όπως βλέπεις μία ταινία που δεν αλλάζει στα μάτια σου, έτσι είναι και εκεί, απλά εκεί συμμετέχεις. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά από αυτό που το βλέπεις έτοιμο σε μία ταινία. Εκεί συμμετέχεις. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά, εκεί αδειάζει η ψυχή σου, τη γεμίζεις, την κάνεις, τη ράνεις.
Υπάρχει ένας ή μια ψυχή στη παρέα;
Χρειάζεται να υπάρχει πάντα ένας με δυο να παρακινούνε, γιατί είναι… Το δύσκολο πράγμα είναι να μαζευτούνε, δηλαδή να σ' το πω διαφορετικά. Εγώ έχω κάνει εδώ πέρα τον χώρο που έχω για παρέες, αν πω γενικά: «Πότε θα κάνουμε μία παρέα;», όλοι θα σου πούνε: «Ναι». Αν τους πω: «Αύριο το βράδυ 21:00 η ώρα θα είμαστε εκεί», θα έρθουνε τουλάχιστον οι μισοί. Άρα, λοιπόν, πρέπει κάποιος να τους βάζει μπροστά. Δεν γίνεται στο φλου. Θέλει θέλει λίγο να τους κουνήσεις. Άμα έρθουνε, θα γίνεται ο χαμός, άμα πιούνε και μια ρακή, παίρνουνε τηλέφωνο: «Έλα και εσύ, έλα και εσύ, έλα και εσύ, έλα και εσύ» και μπορεί να γίνει χαμός. Εδώ πέρα, ας πούμε, εδώ πέρα έχουμε ξεκινήσει πέντε άτομα παρέα και τελειώσαμε τριάντα άτομα, αλλά με απόλυτη ησυχία εννοείται και σεβασμό και ό,τι θες. Μια χαρά, μέχρι το πρωί. Αλλά θέλει πάντα κάποιος να είναι αρχηγός στην παρέα. Η παρέα θέλει κάποιον, όχι για αρχηγός και καλά να κάνει κουμάντο, θέλει κάποιος να τους παρακινεί, να τους βγάζει μπροστά. Άμα βρεθούν ένα, δυο άνθρωποι και τους βάλουνε μπροστά, όλοι μπαίνουνε μετά. Μία χαρά. Αυτό χρειάζεται, χρειάζεται κάποιος να είναι ψυχή. Όντως.
Υπάρχουν λοιπόν άγραφοι νόμοι.
Εννοείται πως υπάρχουν άγραφοι νόμοι. Μα, μόνο, μόνο. Γραμμένος δεν υπάρχει πουθενά, γιατί άμα κάνεις τους γραμμένους, στο τέλος θα παρεξηγηθείς. Μόνο οι άγραφοι νόμοι μπορούνε να ισορροπήσουν τα πράγματα.
Είναι, το περιγράφετε σαν μυστήριο.
Μα, είναι, είναι, είναι και θα το λέω μέχρι το πρωί, είναι, γιατί μόνο όποιος το περάσει στο πετσί του μπορεί να το καταλάβει, ρε παιδί μου, δηλαδή δεν είναι επειδή μεθύσαμε που είπαμε και πριν, δεν είναι επειδή φάγαμε, δεν είναι επειδή έχουμε έναν καλό μουσικό μαζί μας και όλα αυτά. Σημασία έχει να νιώθεις αυτό που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή. Αυτό.
[01:00:00]Αυτό το γέμισμα, αυτό το άδειασμα βασικά που μου έχετε περιγράψει, τι σας έχει… Που σας δίνει η παρέα και όλο αυτό, η επικοινωνία, τα βιώματα, τι σας έχουν διδάξει στη ζωή σας; Ηθικά, σε αξίες, δηλαδή τι σας έχουν δώσει, τι μότο ζωής σάς έχουν δώσει ώστε να πορεύεστε;
Είναι αυτό, μωρέ, που σου είπα και από την αρχή ότι, όταν έχεις να κάνεις με ανθρώπους, κάνεις σαν τον άνθρωπο θέλοντας και μη. Δηλαδή όλοι αυτοί οι άγραφοι νόμοι που λέγαμε πίσω, σε οδηγούνε κάπου. Το ίδιο και με αυτό. Τι να σου πω. Δεν έχω λόγια να σ' το περιγράψω, νομίζω ότι σαν άνθρωπο σε κάνουνε καλύτερο, όλα αυτά που έχει να κάνει το πάρε - δώσε με τους ανθρώπους, δηλαδή το να κάνεις μοναχισμό και να κάνεις τα καλύτερα, εγώ δεν τη θέλω αυτήν τη ζωή. Το να επικοινωνείς με ανθρώπους και να βρεις ανθρώπους που να σου ταιριάζουν και να νιώθεις καλά και να κάνεις αυτά, γίνεσαι και καλύτερος σύζυγος και καλύτερος μπαμπάς και καλύτερος άνθρωπος στους γύρω και καλύτερα ό,τι θέλεις. Υπάρχει μία ισορροπία. Εγώ νομίζω ότι η αυτή η ισορροπία, ναι μεν είναι προσωπικός αγώνας του καθενός, αλλά οι παρέες και οι φίλοι κι όλα αυτά και το πάρε - δώσε με ανθρώπους, για μένα τουλάχιστον είναι η απόλυτη ισορροπία. Αυτό. Που μπορούν να σε πάνε παρακάτω και σαν σύζυγο και σαν γονιό και σαν παιδί και σαν όπως θες. Αυτό.
Πώς βλέπετε το μέλλον της κρητικής παρέας;
Εγώ νομίζω ότι κάποια στιγμή δεν θα γίνεται όπως το περιγράφω εγώ πίσω, αλλά πιστεύω ότι δεν θα σβήσει ποτέ μα ποτέ, γιατί υπάρχουν άνθρωποι που ανάβουν τη φλόγα αυτή. Που τη μεταδίδουνε και που δείχνουνε στους ανθρώπους όχι με λόγια, αλλά με έργα ότι αυτό το πράγμα έχει αξία. Δεν θα σου πω εγώ ότι είναι ωραίο κι επειδή έτσι και επειδή αλλιώς, όταν συμμετέχεις, το βλέπεις, το νιώθεις, το καταλαβαίνεις. Υπάρχει και το διαδίκτυο που -κακά τα ψέματα- έχει κάνει τη δουλειά του. Έχει κάνει τη δουλειά του, δηλαδή το διαδίκτυο τι κάνει; Όταν, ας πούμε, γράφεται ένα βίντεο και περιγράφει και βλέπει ο άλλος, ξυπνάνε πράγματα. Πιστεύω δηλαδή το διαδίκτυο έχει κάνει και καλά και κακά και σε αυτό το κομμάτι, αλλά έχει κάνει και καλό. Και πιστεύω ότι θα υπάρχει μέλλον σε αυτό το πράγμα και βλέπεις τους ανθρώπους, ενώ παλιότερα είχαν απομακρυνθεί λόγω ευημερίας, ας πούμε, ο καθένας κοίταζε μόνο τα λεφτά και πώς θα κάνει τα τόσα άλλα τόσα, εγώ νομίζω τώρα ότι όσο πάει, όσο πάει βλέπεις τους ανθρώπους και έρχονται κοντά. Και θα σου πω κάτι που δεν το περίμενα ποτέ, όπως όλος ο κόσμος, ότι θα κλείνουνε τα μαγαζιά λόγω της - πώς τη λένε - της πανδημίας, θα κλείνανε τα πάντα και θα περίμενε κανείς ότι θα σταματούσε η ζωή. Εγώ αυτά που σου περιέγραφα πίσω τα έζησα στο απρόσωπο πλέον Ατσιπόπουλο. Απρόσωπο γιατί; Γιατί σήμερα στο Ατσιπόπουλο είτε στον παλιό είτε στο νέο χωριό, δεν είναι μόνο χωριανοί, είναι από όλες, είναι ένα κομμάτι της πόλης πλέον το Ατσιπόπουλο. Συνοικισμός. Άμα σου πω, λοιπόν, ότι με την απαγόρευση της κυκλοφορίας, ας πούμε, πέρυσι που σταματούσε 18:00 το βράδυ η κυκλοφορία στον κεντρικό δρόμο δεν κυκλοφορούσε κάνεις και έβλεπες μέσα στο χωριό, στα σοκάκια που ήτανε γεμάτα. Γεμάτα. Στην Παναγία, κάτω εκεί μπροστά στην είσοδο της Παναγίας έχει κάτι κολώνες και είναι σκεπασμένο και έχουνε κάνει απίστευτες παρέες τα παιδιά και έβλεπες τα πιτσιρίκια, ας πούμε, και καθόταν εκεί από κάτω με ένα μπουκάλι ρακή, ας πούμε, και ήταν όλο το βράδυ και κουβεντιάζανε και επικοινωνούσανε και παίζανε όργανα. Σήμερα εδώ πέρα στην περιοχή αυτή, υπάρχουν πάρα πολλά παιδιά που παίζουνε όργανα, γιατί στην εποχή τη δική μου δεν υπήρχανε τόσα πολλά. Σήμερα παίζουν πιο πολλά, γιατί πάνε στους δασκάλους, κάνουνε, ράνουνε. Σήμερα νομίζω ότι εκτός από αυτό που σου περιγράφω είναι περισσότερη ανάγκη να ξαναγυρίσουν, όχι επειδή έτσι ήταν παλιά, γιατί είναι, διαπιστώνουνε ότι είναι πραγματική ανάγκη αυτό το πράγμα, το να βρίσκονται οι άνθρωποι και να επικοινωνούνε είτε με τα όργανα, είτε με το φαγητό, είτε με τον καφέ, είτε με ό,τι θέλεις. Είναι ανάγκη και το βλέπεις κάθε μέρα. Ξαναλέω ότι το χωριό πέρυσι ζωντάνεψε, στην καραντίνα ζωντάνεψε. Έβλεπες, ξέρω 'γώ, παρέες μέσα στο χωριό, στα σπίτια, σε αυλές, όπως είναι οι εσωτερικές αυλές, όπως η δική μου, γεμάτο παρέες. Γεμάτο παρέες και λες: «Ναι, υπάρχει ακόμα αυτό το πράγμα. Είμαστε ακόμα ζωντανοί» και εγώ δηλαδή το χαιρόμουνα πάρα πολύ. Μα πάρα πολύ. Τι να σου πω. Και το λέγαμε σε άλλους εκτός Κρήτης, ξέρω 'γώ, ότι ζούμε αυτό και τα λοιπά και τρελαινότανε οι άνθρωποι… Σε ένα διαμέρισμα και γεια σας. Εμείς δεν περάσαμε… Εντάξει. Τέλος πάντων. Μπορεί να μεταδώσαμε τον ιό, αλλά μεταδώσαμε και άλλα πράγματα
Κύριε Γιώργο, θέλετε να προσθέσετε κάτι άλλο;
Δεν θέλω να σου προσθέσω κάτι άλλο, εγώ θέλω να κάνουμε μία παρέα, να τα δούμε στην πράξη.
Οκ. Ευχαριστούμε πάρα πολύ.
Να 'σαι καλά.