© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Από την Κατοχή στο σήμερα: ο δάσκαλος -της ζωής και του σχολείου- Γεώργιος Μπασδραβάλας αφηγείται

Κωδικός Ιστορίας
21000
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Γεώργιος Μπασδραβάλας (Γ.Μ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
03/01/2022
Ερευνητής/τρια
Ελένη Μιχάλη (Ε.Μ.)
Ε.Μ.:

Καλησπέρα. Είμαι η Ελένη Μιχάλη, είμαι ερευνήτρια του Istorima, είναι 4 Ιανουαρίου 2022 και βρισκόμαστε στην Ελασσόνα. Πώς ονομάζεστε;

Γ.Μ.:

Γιώργος Μπασδραβάλας.

Ε.Μ.:

Παρακαλώ πείτε μου λίγα λόγια για εσάς.

Γ.Μ.:

Με την έρευνα αυτή με γυρίζετε κάπου 80 έχω χρόνια πίσω, γιατί γεννήθηκα το 1936. Ήδη διανύω το 86o έτος της ηλικίας μου. Tα παιδικά μου χρόνια, τα νηπιακά και παιδικά τα πέρασα στην Καρίτσα της Λάρισας. Τα προεφηβικά μου στη Σκιάθο. Έτσι, θα σας διηγηθώ -μια και βρισκόμαστε ακόμα στον απόηχο των εορτών, μέσα στις γιορτές μάλλον μέχρι τα Φώτα- πώς χαιρόμασταν τα κάλαντα και τι κάλαντα λέγαμε σαν παιδιά, σαν προέφηβοι, μετά έφηβοι δεν ασχολούμασταν. Λοιπόν, στην Καρίτσα λέγαμε τα κάλαντα όπως τα λένε σχεδόν στην περισσότερη Ελλάδα, με τη μόνη διαφορά μες στον σκοπό, το «καλήν ημέραν άρχοντες» πώς λέγεται. Μόνο που είχε κάποιες ποικιλίες εκφράσεων, παράδειγμα: Επειδή το χωριό μου ήταν ναυτικό χωριό, σε ένα που είχε παιδί στα ξένα λέγαμε τα κάλαντα και προσθέταμε μια στροφή να γυρίσει το παιδί γρήγορα απ’ τα ξένα. Επίσης, στα σπίτια που είχανε κόρη της παντρειάς, μια στροφή που έλεγε για να παντρευτεί-καλοπαντρευτεί η κόρη κλπ. Και σε κάθε σπίτι βρίσκαμε -τα είχανε βρει άλλοι βέβαια και τα μαθαίναμε εμείς κάποια ανάλογα κάτι ανάλογο να πούμε. Όταν σ’ ένα σπίτι που είχε, ήταν οικονομικά ελεύθερο, αυτό -ναι καλά λέω- και δεν έδινε τίποτα, τότε του ψέλναμε το εξής:

«Σ’ εσένα πρέπει, αφέντη μου, προβάς και δεκανίκι,

να σε τραβάνε τα σκυλιά και 15 λύκοι».

Μόνον σε πλούσιους αυτό, που δεν θέλανε να ξοδέψουν μια δραχμή ή έναν κουραμπιέ -γιατί δεν ήταν μόνο η αμοιβή χρήματα, ήταν και γλυκά ήταν καραμέλες κλπ-. Αυτά ως προς τα… Είχαμε, νιώθαμε τόση χαρά, και συζητούσαμε μεταξύ μας πόσα μάζεψες εσύ, πόσα εγώ ξέρω γω κλπ. και πηγαίναμε στο σπίτι χαρούμενοι. Τώρα από ‘δω μεταφέρομαι στην Σκιάθο, που μετακόμισα στα 11 μου χρόνια, αρχή της προεφηβείας. Εκεί τα κάλαντα τα τραγουδούσαν με ιδιαίτερο σκοπό, όχι όπως συνήθως τ’ ακούμε. Κι αν θέλετε να σας τα ψάλλω.

Ε.Μ.:

Φυσικά.

Γ.Μ.:

Λέει:

«Καλήν ημέρα, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,

 Χριστού την Θείαν Γέννηση να πω να πω στ’ αρχοντικό σας.

Χριστός γεννάτε σήμερον εν Βηθλεέμ την πόλει,

οι ουρανοί αγάλλονται χαίρει η φύσις όλην».

Και στον ίδιο σκοπό συνεχιζόταν και το μέχρι λίγο παρακάτω και σταματούσαμε λέγαμε «Του χρόνου». Επίσης τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς εκεί, είχαν τον ίδιο σχεδόν σκοπό μ’ αυτόν, δηλαδή:

«Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχή καλός μας χρόνος,

αρχή που βγήκε ο χριστός στην γη να περπατήσει».

Και με τον ίδιο σκοπό συνεχιζόταν λίγο πιο κάτω, δεν τα λέγαμε όλα. Αν και τα ξέραμε όλα, μέχρι και τους μάγους. Πήγανε, γυρίσανε, πώς πήγανε στον Ηρώδη κλπ., τα μαθαίναμε τότε. Επίσης στην Σκιάθο λέγανε κάλαντα και την Μεγάλη Πέμπτη, τ’ αγόρια. Στην εποχή εκείνη τα αγόρια λέγαν τα κάλαντα, τα κορίτσια μόνον τα Φώτα. Και μια παρένθεση τώρα -γιατί ξέχασα να πω προηγουμένως-, στην Καρίτσα να πούμε:

«Σήμερα τα Φώτα κι ο Φωτισμός και χαρά μεγάλη στον Κύριό μας,

σήμερα βαπτίζεται ο Χριστός μες στην κολυμπήθρα την αργυρή»

κλπ. Αυτό το λέγαν τα κορίτσια και μαζεύανε σ’ ένα καλαθάκι που το ‘χαν στολισμένο με λουλούδια και με πασχαλιές, αυγά συνήθως, κι έπεφτε και καμιά δραχμή. Για τα κάλαντα της Μεγάλης Πέμπτης στολίζαμε ένα πλοίο, φτιάναμε ένα πλοίο πρώτα, το στολίζαμε με δεντρολίβανο, είχαμε πάνω ένα άνοιγμα για να ρίχνονται τα όβολα και γυρίζαμε και στα γνωστά σπίτια βέβαια. Τα κάλαντα ήταν:

«Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,

σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.

Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυλιά και οι 3 καταραμένοι

για να σταυρώσουν τον Χριστό»

κλπ., στον ίδιο σκοπό. Λοιπόν-

Ε.Μ.:

Πάμε-

Γ.Μ.:

Να πούμε δυο λόγια για το ρίξιμο του σταυρού στην θάλασσα, προς αγιασμό των νερών, πώς γινόταν στην Σκιάθο. Μετά την λειτουργία στην εκκλησία που ήταν κοντά στην παραλιακή, κατέβαινε ο ιερέας ο συγχωρεμένος ο παπά-Γιώργης, ένας θαυμάσιος στην φωνή, ψηλός, τέλος πάντων. Κι έπιανε κατέβαινε στην προβλήτα, μια προεξοχή στα μουράγια. Εκεί μαζευόταν γύρω οι πιστοί στα στο μουράγιο, από εδώ κι από εκεί και σε μια απόσταση κάπου 50 με 100 μέτρα, έναν κύκλο τα ψαροκάικα και οι βάρκες αποτελούσαν ένα φράγμα κατά κάποιον τρόπο. Και καθώς έψελνε σήκωνε τον σταυρό και φωνάζαν από κάτω: «Εδώ, παπά!», «Εκεί παπά», φώναζε ο άλλος. Στον Πιτουράκια θυμάμαι, ήταν ένας Πιτουράκιας που θα βουτούσε να πάρει τον σταυρό. Τους παίδευε για λίγο, κατέβαζε να ρίξει τον σταυρό, εκείνοι έτοιμο να πετάξουν… Είχανε, επειδή είναι χειμώνας είχαν ένα επανωφόρι κατά κάποιον τρόπο, αλλά ήταν με το μαγιό από μέσα. Τον ξανανέβαζε τον σταυρό, ξανά πάλι αυτοί, ξανά πάλι 3-4 φορές. Μετά τον έριχνε μέσα και βουτούσαν και τον πιάνανε. Όποια ομάδα -ήτανε σε δυο ομάδες χωρισμένοι- έπιανε τον σταυρό, αυτή είχε το δικαίωμα να τον περιφέρει από σπίτι σε σπίτι, οπότε τους δίναν κάποια χρήματα και τα μοιράζονταν μεταξύ τους ή τα δίνανε στην εκκλησία, δεν θυμάμαι ακριβώς.

Μια χρονιά θυμάμαι έπεσε στον πυθμένα, δεν πρόφτασε να τον πιάσουν στο ενώ κατέβαινε και κρύφτηκε μέσα στα φύκια. Είχε φύκια ο πυθμένας και βουτούσαν και ξαναβουτούσαν στα 3 μέτρα και με τα χέρια ψάχνανε μέσα στα φύκια, οπότε κάποιος τον έπιασε και σηκώθηκαν και τον πιάνει κι ο άλλος στο χέρι του και βγήκανε δυο μαζί απάνω. Αυτό. Ήθελα να πω, επίσης, γι' αυτές τις ημέρες, για το παραμύθι των καλικάντζαρων. Στο χωριό μου που λέγεται Καρίτσα, στους πρόποδες του Κισσάβου. Πιστεύανε οι αφελείς ότι άμα παρουσιαστούν οι καλικάντζαροι σ’ ένα σπίτι, θα πρέπει να κρυφτούν μέσα σ’ ένα δωμάτιο για να μην τους δουν, γιατί θα χάσουν το φως τους. Έτσι λοιπόν, μερικοί έξυπνοι ντύνονταν καλικάντζαροι κι όταν παίρνανε είδηση ότι έρχονται καλικάντζαροι στο σπίτι κρυβόταν σ’ ένα δωμάτιο, κλειδωνότανε και αυτοί ανενόχλητοι πηγαίνανε μέσα και κλέβανε. Οι εξυπνάκηδες. Αυτά για τους καλικάντζαρους.

Ε.Μ.:

Ποιος σας την είπε πρώτη φορά την ιστορία με τον καλικάντζαρο;

Γ.Μ.:

Για πρώτη φορά πρέπει να ήμουν 6-7 χρονών και να ήταν μέσα στην περίοδο της Κατοχής. Αυτά.

Ε.Μ.:

Τι θυμάστε από εκείνη την περίοδο;

Γ.Μ.:

Της Κατοχής; Δηλαδή μπορώ να επεκταθώ και σε-

Ε.Μ.:

Φυσικά-

Γ.Μ.:

Άλλο θέμα; Ήρθαν μια φορά οι Γερμανοί -το ‘43 ή το ‘42, ακριβώς δεν θυμάμαι- αλλά οπωσδήποτε σου λέω, γιατί ήταν Ιταλοί στο χωριό μας. Ήρθανε δύο λόχοι με σκοπό να κάψουν το χωριό, γιατί δυο αντάρτες πιάσανε στο Στόμιο έναν -απ’ την Καρίτσα ήταν αυτοί- έναν Ιταλό στρατιώτη, τον χτυπήσανε και του πήρανε το όπλο. Και ξεκίνησαν οι Γερμανοί να εκδικηθούν γι’ αυτό που έγινε καίγοντας το χωριό. Καθ’ οδόν ένας αντάρτης που ήταν γαμπρός στο χωριό, ειδοποιεί τους γέρους: «Πάτε να τους υποδεχτείτε, ίσως και γλιτώσει το χωριό!». Μάζεψαν γυναικόπαιδα οι γέροι, θυμάμαι προσωπικά κρατούσα ένα πανέρι κι είχα φρούτα απάνω, μήλα, κυδώνια, δεν θυμάμαι τι ακριβώς ήταν και βγήκαμε πολλά άτομα στην είσοδο του χωριού, στον μύλο -είναι μια γέφυρα-, περάσαμε την γέφυρα και τους περιμέναμε εκεί. Ο ένας λόχος είχε ανεβεί πάνω στο Παλιοχώρι, ένα ύψωμα πιο πάνω απ’ το χωριό για να παρατηρεί τι γίνεται, αν χρειαστεί να επιτεθεί κλπ., μήπως τους επιτεθούν οι αντάρτες στο χωριό που ήρθανε κι ο άλλος ήρθε εκεί, σταματήσανε. Ένας γέρος που ήξερε, ήταν παλιός ναυτικός ο μπαρμπα-Στέφανος ο Παλιούρας, που ήξερε γερμανικά, αγγλικά, τώρα δεν ξέρω τι τους μίλησε, τους είπε ότι είναι ευπρόσδεκτοι κι ότι χαίρονται που ήρθαν οι Γερμανοί.

Κάτι τέτοια, δεν θυμάμαι -όχι δεν θυμάμαι, δεν τα καταλαβαίνω κιόλας- αλλά τέλος πάντων τον καλοάρεσε τον επικεφαλή του του γερμανικού αυτού στρατού και τους πήρε στην πλατεία. Εκεί ψήνανε κάτω απ’ την πλατεία, στην αυλή της εκκλησίας ψήνανε κάποια γίδια, είχαν σουβλίσει, είχαν ανάψει κι είχανε... Λοιπόν ήρθε εκεί πέρα πριν με τον ασύρματο -ασύρματο είχαν τότε δεν είχαν τηλέφωνα- τον άλλον που ήταν στο Παλιοχώρι όπως το λέμε και του λέει: «Εδώ οι άνθρωποι μας υποδεχτήκανε κλπ., δεν είναι σωστό να τους βάλουμε φωτιά κλπ.». Κατεβαίνει, λέει: «Έλα, δεν υπάρχει κίνδυνος, με επιβεβαιώσαν ότι δεν υπάρχει». Και κατεβαίνουν κι εκείνοι κάτω, έρχεται στην πλατεία πιάνουν έναν καβγά, δεν ξέρω τι λέγαν μεταξύ τους, όπως μας είπαν μετά οι μεγάλοι ο ένας επέμενε να το κάψουν, γιατί τέτοια εντολή είχαν, ο άλλος όχι. Τελικά επικράτησε αυτός με το όχι και μόνον που τους υπέδειξαν τα σπίτια αυτωνών που χτυπήσαν τον Ιταλό και του πήραν το όπλο. Και μάλιστα το ένα ήταν δίπλα απ’ το δικό μας, τι τρομάρα είχαμε… 6 μέτρα απείχε.

Εκεί πρώτη φορά που είδα να καίγεται σπίτι, κι όλο φόβο είμαστε μήπως αρπάξουν και τ’ άλλα σπίτια, εκεί τα δικά μας, γιατί ήτανε τρία στην συνέχεια το ένα δίπλα στο άλλο. Και το άλλο ήταν κάτω απ’ την πλατεία, τα κάψανε και ξεθύμαναν έτσι. Και σηκωθήκαν και έφυγαν, δεν καθίσαν να φάνε, τα φάγαμε εμείς αυτά που τους πήραμε, αλλά τέλος πάντων γλίτωσε το χωριό. Το θλιβερό είναι ότι αυτός που είπε τους γέρους να κάνουν αυτήν την υποδοχή στους Γερμανούς -λέγεται, δεν ξέρω αν είναι σωστό- άκουσα ότι τον σκοτώσανε οι σύντροφοί του γιατί έκανε αυτήν την ενέργεια. Γιατί είχαν στο μυαλό τους ότι, αν καιγόταν το χωριό, όλοι οι δυνάμενοι να πάρουν όπλα θα βγαίναν στο κλαρί. Έχω πολλές ιστορίες βέβαια και για τον την Κατοχή και για τον Εμφύλιο Πόλεμο στην συνέχεια. Μετά το ‘46-‘47.

Στην Κατοχή το χωριό μας δεν πείνασε. Δεν πείνασε, γιατί ο τόπος αυτός, τα παράλια του Κισσάβου, βορειοανατολικά παράλια είναι ευλογημένος τόπος. Παράγει πολλά πράγματα. Εάν έχεις βασικά το ψωμί, τις υπόλοιπες τροφές τις βρίσκεις είτε σε λαχανικά είτε σε ψάρια, φρούτα. Παράγει, έχει μια ποικιλία προϊόντων που μπορεί να τραφεί κανείς. Ύστερα είχαμε και τις κότες, τα γίδια, τρώγαμε τ’ αυγά, παίρναμε το γάλα, φτιάναμε το τυρί, δεν… Θυμάμαι ήταν ένας σε μια ξένος -απ’ την Αθήνα ήταν από πού ήταν-, είχε μια ραπτομηχανή. Κι έρχεται στην αυλή μας και ζητάει απ’ την μάνα μου να δώσει την μηχανή για να του δώσει ένα σακούλι, ένα τσουβάλι ξέρω ‘γω, αλεύρι. Λέει: «Δεν μπορώ να κάνω αυτήν την δουλειά -του λέει η μάνα μου- να σου δώσω ένα ή δυο ταβάδες ψωμί -σημειωτέον ότι το ψωμί ήταν από καλαμπόκι- και να την πάρεις την μηχανή, να μην μου την δώσεις». Άλλωστε η μάνα μου είχε και του ποδαριού μηχανή, γιατί ο αδερφός της ήταν ράφτης που ήταν στην Σκιάθο και την άφησε την μηχανή στο χωριό και μας έραβε. Τότε οι γυναίκες που μπορούσαν και είχανε ραπτομηχανή μας ράβανε τα εσώρουχα, τα πουκάμισα, τα παντελόνια. Μέχρι 10-11 χρονών ό, τι φορούσα που ήθελε ράψιμο. μου το ‘κανε η μάνα μου, κι εμένα και τ’ αδέρφια μου και του πατέρα μου. Επίσης, φορούσαμε και μάλλινα τότε, μάλλινες φανέλες τις οποίες έπλεγε με το χέρι η μάνα μου με βελόνες.

Επίσης ασχολούνταν με τον αργαλειό. Έφτιανε θαυμάσια χαλιά, κουρελούδες και στρώναμε κάτω γιατί το πάτωμα, τα σανίδια ήταν από καστανιά και καρφωμένα με σφυρήλατα καρφιά χοντρά. Κι απ’ τον καιρό ήταν πολύ παλιό το σπίτι, είχαν κάποια κενά κι ερχότανε κρύο και στρώναμε τις κουρελούδες πάνω και έτσι περιοριζόταν το κρύο. Βέβαια, εδώ θα μπορούσαμε να μιλήσουμε και για την διατροφή που γινόταν εκείνη την εποχή. Ήταν καθαρά αυτήν η μεσογειακή διατροφή, το καλαμποκίσιο το ψωμί ή κάποιοι φτιάχνανε στην Κατοχή και από κάστανα ψωμί. Τα καθαρίζανε καλά-καλά , τα ‘βάζαν στον φούρνο σε πολύ χαμηλή ζέστη να ξεραθούν, τα πηγαίνανε στον μύλο, γινόταν αλεύρι και εν συνεχεία με μαγιά ζυμωνόταν και γινόταν σαν ψωμί. Μόνο που το ψωμί απ’ τα κάστανα γινόταν μελανό, μαύρο αλλά ήταν πολύ γλυκό. 

Έχω φάει μια φορά, είχε, μια γειτόνισσα έκανε. Στην διατροφή είχαμε τα αυγά και ήταν μια απ’ τις καλύτερες τροφές τότε, σε σημείο που λέγανε ότι «για τον γαμπρό, γεννάει κι ο κόκορας». Δηλαδή θα βρει οπωσδήποτε αυγά να κάνει τον γαμπρό. Πολυτελείας φαγητό! Επίσης, είχαμε 5-6 γίδια, τα οποία τα βοσκούσε ένας, από κάθε σπίτι είχαν από 2 μέχρι 10 γίδες κλπ. και τα μάζευε το πρωί ένας, ο χωριανοτσόμπανος, τα βοσκούσε όλη μέρα και τα επέστρεφε το βράδυ. Απ’ αυτές βγάζαμε το γάλα, μεγάλωσα με γάλα γίδινο, το τυρί, βούτυρο σπάνια βγάζαμε. Βασικές, λοιπόν, τροφές αυτές: Αυγά, τυρί, γάλα, παστωμένα ψάρια. Κάθε χρόνο έκανε ένα βαρελάκι ο πατέρας μου με σαρδέλες, σαυρίδια, κολιούς, τα πάστωνε και είχαμε όλο τον χειμώνα.

Ένα περίεργο πράγμα που έκανε η μάνα μου για να τρώμε φρέσκα ψάρια τον χειμώνα, που είχε τρικυμίες και δεν μπορούσαμε να βρούμε φρέσκο ψάρι: Συνήθως έκανε σαυρίδια. Τα περνούσε με μια σακοράφα από τα βράγχια εδώ κάτου σε μια κλωστή κι έκανε μια αρμάθα από καμιά 15αριά-20 ψάρια, τα κρεμούσε στην σκιά στο μπαλκόνι και στο τέλος αυτά ξηραίνονταν. Όταν ξηραίνονταν, τα έβαζε μέσα σε μια σακούλα άσπρη και τα κρεμούσε στο ισόγειο απ’ το ταβάνι για να μην τραβούνε υγρασία, και όταν ήθελε έβγαζε όσα ήθελε για μαγείρεμα, τα έβαζε απ’ το βράδυ στο νερό σε μια… ένα σκεύος με… Και το πρωί τα ‘πιανες και νομίζεις ότι ήταν φρέσκα. Απορροφούσαν το νερό και ξαναποκτούσαν την γυαλάδα τους.

Το ίδιο έκανε και με φασολάκια. Καθάριζε το νεύρο που υπήρχε γύρω-γύρω, τα περνούσε με την κλωστή στην μέση, τα κρεμούσε κι αυτά σε αρμάθες και το μπαλκόνι ήταν όλο γεμάτο από τέτοια ας πούμε. Και το χειμώνα που δεν μπορούσαμε να φάμε, δεν υπήρχαν φασολάκια έβγαζες απ’ αυτά τα ‘βαζες στο μουσκιό, δηλαδή απ’ το βράδυ και το πρωί τα ‘βλεπες τα φασολάκια φρέσκα-φρέσκα. Αυτά.

Τι άλλο να πούμε για την διατροφή; Ένα γενικά, ότι αν είχες ψωμί -είχαμε και λάδι βέβαια από δικές μας ελιές, έχει ελιές εκεί στην περιοχή-, αν είχες ψωμί μπορούσες κάλλιστα να βρεις και κάποια άλλα στοιχεία αυτά που είπα προηγουμένως τ’ αυγά το αυτό κλπ. Αλλά κατεβαίναμε στην θάλασσα πιτσιρικάδες. Εκεί θα βρίσκαμε την τράτα που ψάρευε, πιάναμε μερικά ψάρια κι εκεί για πρώτη φορά έφαγα ψάρια στην σούβλα. Δηλαδή περνούσαμε τα ψάρια σε μια ξύλινη, την κάναμε με το μαχαίρι πλακέ την σούβλα. Το τσούρμο εκεί της τράτας ανάβει μία μεγάλη φωτιά το μεσημέρια για να φάμε όλοι μαζί, στήναμε την σούβλα απέναντι απ’ την φωτιά και σε λίγο, μόλις άρπαζε λίγο τη γυρίζαμε από την άλλη μεριά, γιατί αν δεν γύριζες μπρος-πίσω, εκεί που η φωτιά μάζευε τις άκρες του ψαριού και μετά θα έσπαζε, όταν το γύριζες από την άλλη, ώσπου να σταθεροποιηθεί και ψηνόταν. Και μου φαινότανε η καλύτερη τροφή.

Σε σημείο που όταν πήγα στη Σκιάθο στο Δημοτικό και μας έβαλε μια έκθεση ο δάσκαλος στην τετάρτη τάξη, ποιο φαγητό μας αρέσει περισσότερο, είπα το εξής, έγραψα το εξής: Μια έκθεση μισή σελίδα και ντρεπόμουν να την παρουσιάσω επειδή ήταν λίγη. Έγραψα ότι καλύτερο φαγητό για μένα είναι τα ψάρια στη σούβλα και περιέγραψα πώς γινότανε. Θυμάμαι τότε, πρωτοάκουσα τη λέξη «γιουβαρλάκια», γιατί αυτός που καθόταν μαζί μου δίπλα, ήταν γιος του δασικού της Σκιάθου και τα γιουβαρλάκια και πήγα σπίτι και ρωτούσα τι είναι τα γιουβαρλάκια, δεν έφτιανε τέτοιο φαγητό η μάνα μου. Τι άλλο για τη διατροφή; Απ’ τη θάλασσα, επίσης, βγάζαμε αχινούς, μύδια, πορφύρες καλόγνωμες, πλούσιο το μέρος σε τρόφιμα ας το πούμε, ναι.

Ε.Μ.:

Ο πατέρας σας ήταν ψαράς; Ο πατέρας σας ήταν ψαράς;

Γ.Μ.:

Όχι. Όχι, ο πατέρας μου ήταν αγρότης. Στην Σκιάθο που πήγαμε, δούλεψε σαν υπάλληλος της εφορίας για να καταγράφει τα λάδια την περιοδή από τον Οκτώβριο μέχρι το Πάσχα δούλευαν οι ταλιάγρες είχε 10 ταλιάγρες  και ένα εργοστάσιο, αλλά είχε και ένα ξενοδοχείο ύπνου. Ένα σπίτι θείου μου το είχε κάνει ξενοδοχείο -λίγα κρεβάτια, καμιά δεκαριά περίπου- και εκεί εργαζόμασταν όλοι, και ο αδερφός μου και -όχι η αδερφή μου- και ο πατέρας μου και ο αδερφός μου και εγώ. Ο αδερφός μου δούλευε -ΠΑΕ ήταν τότε, μια αεροπορική ή μάλλον… πώς να το πω, είχαν κάποια όργανα μετεωρολογικά-. Και πήγαινε και έπαιρνε τις ενδείξεις κάθε μέρα να τις δώσει στον προϊστάμενο που είχε να τις στείλει στην Αθήνα ξέρω ‘γω πού τα ‘έστελνε κτλ., για να κανονίζουν την πτήση των αεροπλάνων. Εγώ έκανα δυο… Όταν ήμουν όταν πήγα στα 11 με 12 χρόνια, τον χειμώνα ήμουνα γκαρσόν σε καφενείο τις ελεύθερες ώρες. Και τα Σάββατο και την Κυριακή σχεδόν όλη μέρα. Με αμοιβή, έτρωγα στου μπάρμπα-Μήτσου το σπίτι το μεσημέρι.

Το καλοκαίρι, ένας γείτονας άνοιξε ένα εξοχικό κέντρο, ήμουν 11-11μιση, 11μιση χρονών και δούλευα με μάρκες. Ξέρεις πώς δουλεύονται οι μάρκες; Δηλαδή μας έδωνε διάφορες μάρκες από 1 δραχμή, 2 δραχμές 5 δραχμές , 10 δραχμές -μάλλον τότε δεν ήταν δραχμές, ήτανε πενηντάρικα, κατοστάρικα, χιλιάρικα, πεντοχίλιαρα εικοσαχίλιαρα, δεκαχίλιαρα, εικοσαχίλιαρα. Κι όταν παίρναμε αυτά, την παραγγελία, υπολόγιζε αυτός που ετοίμαζε, 40.000. Θα ‘δινα τις 2 μάρκες των 20 χιλιάδων ή ένα ποτό, έχει 10.000. Θα έδωνα ένα δεκάρικο λοιπόν. Θυμάμαι συγκεκριμένα το εξής. Την πρώτη μέρα είχαμε πολλή κίνηση και μάζεψα αρκετά χρήματα, κάνα εκατομμύριο. Ο Σαραφιανός -Σεραφείμ τον λέγανε αυτόν που άνοιξε το αυτό-, στο τέλος μετράει τις μάρκες και λέει: «Πρέπει να μου δώσεις τόσα». Βγάζω, του ‘δωσα. Λέω: «Κάτσε, με περισσέψαν κι άλλα χρήματα, έχω και στην άλλη τσέπη», λέω. Κι έβγαλα κάπου 150.000 και του τα ‘δωσα κι αυτά. Ίσως βέβαια αυτά να προέρχονταν και από φιλοδωρήματα, δεν είχα, πιτσιρίκος ήμουνα. Τώρα μπλέκω την Καρίτσα με την Σκιάθο γιατί ήμουν κι εδώ κι εκεί, μέχρι τα 15 χρόνια. Να ρωτήσεις τίποτα άλλο;

Ε.Μ.:

Έχω να ρωτήσω πολλά.

Γ.Μ.:

Πολλά; Ακούω.

Ε.Μ.:

Αυτό που θα ‘θελα να ρωτήσω είναι πώς ξεκινήσαμε για τα κάλαντα. Εσείς με ποιους πηγαίνατε στα κάλαντα και μέχρι ποια ηλικία;

Γ.Μ.:

Για τα κάλαντα πήγαινα μέχρι 13 χρονών στο χωριό μου και μετά στην Σκιάθο 11-13. Μετά ντρεπόμουνα. Με ποιους ξεκίνησα. Με τα γειτονόπουλα εκεί, 5-6 μαζί κλπ. και πηγαίναμε συνήθως όχι σε όλα τα σπίτια. Σε συγγενικά, σε γνωστά, σε γειτονικά.

Ε.Μ.:

Είπατε ότι τα αγόρια και τα κορίτσια ήταν ξεχωριστά.

Γ.Μ.:

Όχι, δεν τραγουδούσαν, δεν ψέλναν κάλαντα τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και την Μεγάλη Πέμπτη τα κορίτσια. Τα κορίτσια λέγαν μόνο κάλαντα τα Φώτα.

Ε.Μ.:

Γιατί συνέβαινε αυτό;

Γ.Μ.:

Δεν ξέρω. Αυτό ήταν το έθιμον. Έχεις δίκαιο που ρώτησες βέβαια αλλά δεν το σκέφτηκα -όχι δεν το σκέφτηκα, αλλά επειδή υπήρχε ίσως ανδροκρατία στην αρχή-. Ήδη μετά το ‘51-‘52 χειραφετήθηκαν οι γυναίκες και απέκτησαν ίσα δικαιώματα, τότε δεν είχαν. Οπότε και τα κορίτσια δεν είχαν ίσα δικαιώματα με τα αγόρια. Οι γυναίκες ή τα κορίτσια προετοιμάζονταν για νοικοκυρές και για σύζυγοι και τα αγόρια προετοιμάζονταν, βέβαια, για γεωργοί, κτηνοτρόφοι, κάποιοι στέλνονταν και στο σχολείο -γιατί είχαμε και κάποιους, έβγαζε κάποιους επιστήμονες η Καρίτσα, ενώ η Σκιάθος έβγαλε πάρα πολλούς

Ε.Μ.:

Οπότε όταν ανέβηκε η θέση της γυναίκας άλλαξαν και τα κάλαντα.

Γ.Μ.:

Όταν έγινε η γυναίκα, τα κάλαντα σιγά-σιγά είχαν φθαρεί όχι, δεν. Ναι, μετά άρχιζαν και τα κορίτσια αλλά πολύ αργότερα να ψέλνουν κάλαντα και τώρα έρχονται και τα κοριτσόπουλα και θέλουν να μας τα ψέλνουν.

Ε.Μ.:

Μια ακόμη ερώτηση: Μου είπατε 6 χρονών ότι ζήσατε την Κατοχή. Τι κάνατε εσείς τότε; Πώς δράσατε με την οικογένειά σας;

Γ.Μ.:

Στην Κατοχή, η μάνα μου ασχολούνταν με το νοικοκυριό και με κάποιες προετοιμασίες για τον χειμώνα. Ο πατέρας μου δεν είχε… Είχαμε ένα χωράφι κάπου 25 στρέμματα και το φυτεύαμε καλαμπόκι και φασόλια, πολύ βραστερά. Μικρά μεν αλλά χυλώνανε. Είχαμε τα κάστανα, ασχολούνταν με τα κάστανα, κεράσια, ασχοληθήκαν με γεωργικές εργασίες. Τώρα από εκεί και πέρα δεν αναμείχθηκε σε -πώς το λένε-, δεν βγήκε αντάρτης δηλαδή, γι' αυτό και έφυγε στον Εμφύλιο και πήγε στην Σκιάθο, γιατί είχε κάνει ένα αμάρτημα.

Όταν έγινε το 1946 τον Οκτώβριο περίπου και το Φθινόπωρο, έγινε το δημοψήφισμα για την επάνοδο του βασιλιά, ο οποίος ήταν εξόριστος. Δεν πειράζει θα το πω κι αυτό. Και πήγε μ’ έναν θείο μου και ψήφισαν. Από πάνω μεριά στο σχολειό έξω, ήταν ένας πλάτανος κι ήταν 2, 2 ας πούμε κομμουνιστές λέει: «Πάτε πάτε να ψηφίσετε». Το ΚΚΕ τότε είχε δώσει εντολή να μην πάει να ψηφίσει κανένας. «Πάτε πάτε να ψηφίσετε» τους λένε, τον θείο μου τον Χρήστο, γαμπρός η αδερφή του πατέρα μου και το βράδυ τρώγανε πατσά, λέει: «Θα σας πάρουμε τα κεφάλια». Τ’ άκουσε αυτό, τότε είχε έρθει ο στρατός είχε ένα μήνα εκεί για να ησυχάσουν τα πράγματα κι όταν θα ‘φευγε πήγε στον επικεφαλή, τον «Παππού» όπως τον λέγανε το επικεφαλή τον ταξίαρχο της Ταξιαρχίας του Ρίμινι και του ζήτησε να τον πάρει κι αυτόν μαζί. Τον πήρε με τα πλοία. Με τα πλοία φύγανε, κατεβήκαν στην παραλία κάτω, μπήκαν μέσα σε μεταγωγικά και τον άφησε στον Βόλο. Από εκεί πήγε στην Αγιά που ήταν στο Γυμνάσιο ο αδερφός μου, στην Β’ Τάξη και τον πήρε και πήγαν στην Σκιάθο. Η αδερφή μου είχε πάει στην Σκιάθο απ’ το '45 και μείναμε εγώ και η μάνα μου στο χωριό.

 Δεν ήθελε να φύγει η μάνα μου, έστελνε -πώς το λένε- ειδοποιήσεις ο πατέρας μου να σηκωθούμε να φύγουμε, τίποτα. Ώσπου μια μέρα έρχεται μια γριά γειτόνισσα, ο άντρας της ήταν στην επιμελητεία των ανταρτών και λέει την μάνα μου: «Πάρ’ το παιδί και φεύγα γιατί θα το σκοτώσουνε», για να εκδικηθούν τον άντρα σου που έφυγε και δεν έγινε αντάρτης. Τότε μόνο πείστηκε η μάνα μου να φύγουμε και φύγαμε με τα πόδια, φορτώσαμε σε 2 μουλάρια που είχαμε -είναι μεγάλη βέβαια ιστορία, θα την συντομεύσω- ό, τι μπορούσε να πάρει, ακόμα και το μετάξι, γιατί τρέφαμε και μεταξοσκώληκα. Πήρε και το κουκούλι όπως το λέγαμε, γουδί και αυτά. Πήγαμε με τα πόδια στην σπηλιά, κατεβήκαμε στο Συκούριο, στην Λάρισα και τελικά στον Βόλο και πήγαμε στην Σκιάθο. Απ’ το κουκούλι αυτό έφτιασε τραπεζομάντιλα, το πήγαν σ’ ένα εργαστήριο -δεν ξέρω τι λογιώ είναι- το έκανε μετάξι αλλά χοντρό νήμα κι έκανε τραπεζομάντιλα. Μου ‘κανε και πουκάμισα, φόρεσα και μεταξωτά πουκάμισα αλλά δεν φαινόταν ότι ήταν μετάξι, ήταν χοντρό το υφάδι. Τώρα εδώ στην διαδρομή όλη αυτήν έγιναν διάφορες ιστορίες, διάφορα γεγονότα, δεν θέλω να τα αναφέρω, θα τα πλατειάσουμε πολύ.

Ε.Μ.:

Πώς ήταν δηλαδή;

Γ.Μ.:

Παράδειγμα όταν ήμουν στον Βόλο, το βράδυ για να φύγουμε το πρωί, την προηγούμενη μέρα πήγαμε, καθίσαμε όλη μέρα σ’ ένα ξενοδοχείο κλπ. και άκουσα γινόταν παρέλαση της 28 Οκτωβρίου. Και την άλλη μέρα φύγαμε. Κι ένα άλλο, τον ποδαρόδρομο που κάναμε απ’ το χωριό μέχρι και το Συκούριο αρκετά χιλιόμετρα, η σπηλιά είναι κάπου 25 χιλιόμετρα κι άλλα 10 χιλιόμετρα το Συκούριο, 35.

Κοιμηθήκαμε το βράδυ στην κυρα-Δέσπω, μια οικογενειακή φίλη που είχε πολλά παιδιά και με βάλανε σ’ ένα ντιβάνι στο σαλόνι να κοιμηθώ. Να τα πω δεν πειράζει. Σηκώνομαι το πρωί μουσκεμένο το ντιβάνι, απ’ την κούραση όλη ξεθύμανα σ’ αυτό. Δεν σηκωνόμουνα ώσπου να 'ρθει η μάνα μου, έρχεται η μάνα μου: « Άντε μάνα- λέω- ξέρεις κατουρήθηκα -της λέω -έβρεξα το κρεβάτι».

Πάει λέει στην κυρα-Δέσπω, έρχεται εκείνη, λέει: «Παιδάκι μου μην φοβάσαι θα τα πλύνω εγώ, να 'σαι καλά εσύ». Ξέφυγα τώρα. Όταν πηγαίναμε για την Σκιάθο αυτήν την πρώτη φορά με το «Άγιος Νικόλαος» που το λέγαν και «Γερακίνα», ένα καραβόσκαρο μικρό του καπετάν-Πασχάλη ανυπομονούσα πότε θα φτάσουμε και ρωτούσα συνέχεια: «Πότε θα φτάσουμε», «Σε λίγο και σε λίγο και σε λίγο». Κάναμε κάπου 6 ώρες. Στην διάρκεια αυτήν, μπροστά στην πλώρη κάνω κι έναν εμετό. Τα σταματάω εδώ. Πολλά είπα.

Ε.Μ.:

Πώς νιώθατε για όλο αυτό;

Γ.Μ.:

Τι να σου πω; Ας πούμε για να φτάσουμε στην Σκιάθο, η αγωνία πότε θα φτάσω κτλ. Όταν έφυγα απ’ το χωριό δεν… δεν ένιωθα στεναχώρια. Μάλιστα ένας ξάδερφός μου κι ένας άλλος γείτονάς του που μας πήρανε με τα ζώα για να μας πάνε μέχρι την σπηλιά, στον δρόμο που καθίσαμε να φάμε σ’ ένα σημείο εκεί, και τους πρότεινε η μάνα μου:« Βρε παιδιά -λέει- δεν έρχεστε κι εσείς στην Σκιάθο; Να τ’ αφήσουμε εδώ τα ζώα». «Όχι – λέει – σε λίγο θα μας πάρουν, θα γίνουμε αντάρτες». Και κάθισαν κι έγιναν αντάρτες, ο ένας σκοτώθηκε, ο γείτονας κι ο πρώτος ξάδερφος έκοψε και τα πόδια του στις γάμπες εδώ.

Κι ένα ανατριχιαστικό: Όταν έπεσε η οβίδα, το ένα πόδι αποκόπηκε τελείως, το άλλο είχε μείνει το κρέας απ’ την γάμπα και έβγαλε το μαχαίρι του όπως λένε αυτοί που ήταν εκεί και το ‘κοψε. Οι άλλοι φεύγανε και φωνάζει: «Ρε παιδιά εμένα πού μ’ αφήνετε εδώ; Και γυρίσαν πίσω τον πήρανε, τον πήγαν στην Αλβανία στην Γιουγκοσλαβία, δεν ξέρω ακριβώς πού. Έθρεψαν τα πόδια, έγινε καλά. Από εκεί βρέθηκε στην Πολωνία. Εκεί κατέβαινε κάθε χρόνο στην Ανατολική Γερμανία και περνούσε, άλλαζε τα πόδια που τον βάλανε ξύλινα, πλαστικά, δεν θυμάμαι. Όταν ήρθε στην Ελλάδα μετά είχε πλαστικά. Για να μην έρθουμε κι αυτά, στην Σκιάθο. Στην Σκιάθο εν τω μεταξύ, το σπίτι του θειου μου ήταν μεγάλο. Ήρθε… Εμείς 5 άτομα η οικογένειά μας, 3 ήταν ο θειος μου, έρχεται ένας δεύτερος ξάδερφος του θειου μου και της μάνας μου με τα 2 παιδιά. Έρχεται το καλοκαίρι ένας άλλος ξάδερφος με την γυναίκα του, το μεγάλο το παιδί -το άλλο δεν το’χε κάνει ακόμα- και την κουνιάδα του. Κι έρχεται και μια πρώτη μου ξαδέρφη απ’ την πατέρα μου την πλευρά κι όλοι αυτοί μέναμε σ’ ένα σπίτι και τρώγαμε όλοι μαζί. Αυτό. Άλλο.

Ε.Μ.:

Στην Σκιάθο θεωρείτε ότι ήταν καλύτερη η ζωή σας; Στην Σκιάθο.

Γ.Μ.:

Στην Σκιάθο δεν καταλάβαμε πόλεμο. Το μόνο που μας θύμιζε πόλεμο ήταν η καταδίωξη του Αντώνη του Δαμάσκου, είχε ένα πλοίο κι είχε στην μέση ένα μυδραλιοβόλο. Κι έκανε περιπολία γύρω απ’ το νησί μην κατά τύχην υπάρξει καμιά επίθεση από την πλευρά των ανταρτών. Κατά τ’ άλλα ήμασταν μια χαρά. Δουλεύαμε οι περισσότεροι, είχαμε χρήματα σε σημείο που ένας είχε έρθει τότε απ’ την Αίγυπτο, ο γαμπρός μιας γειτόνισσας, της θειας της Κυριακώς με την γυναίκα του, την κόρη της και τα 2 αγόρια του. Κι όταν μ’ έβλεπε εκεί να έχω το οπωροπωλείο και να πουλάω κι αυτά και να έχω χρήματα, μου έλεγε: «Έλα βρε, έλα έμπορε να παίξουμε μία τόμπολα». Ξέρεις τι είναι η τόμπολα; Όχι; Σ’ ένα σακουλάκι υπάρχουν 50 έτσι στρογγυλά, από ξύλο φτιαγμένα, και το καθένα έχει έναν αριθμό επάνω από 1 μέχρι 50. Αυτοί που μπαίνουν στο παιχνίδι έχει ο καθένας μία κάρτα και έχει το ¼ ή και λιγότερο απ’ τους αριθμούς αυτούς, απ’ το 1 μέχρι 50. Η μάνα βγάζει κάθε τόσο απ’ το σακουλάκι ένα νούμερο και λέει ξέρω ‘γω το 15. Όσοι είχαν 15, βάζαν απάνω ένα χαρτάκι. Είχαν κάτι τετράγωνα χαρτάκια, χαρτονάκια. Όταν ο ένας συμπλήρωνε τις 2 σειρές έκανε «τσιγκουίνα» και έπαιρνε ένα μέρος των χρημάτων -γιατί βάζαμε όλοι από ένα πενηντάρι στην κάσα εκεί μπροστά-. Ένα μέρος των χρημάτων -δεν θυμάμαι, το 1/3, το ¼- κι όποιος έκλεινε και τις 4 σειρές, αυτός έκανε τόμπολα και τα ‘παιρνε τα υπόλοιπα. Άντε πάλι βάζαμε απ’ την αρχή πενηντάρι. Για να δείτε την αξία των 50 δραχμών τότε, έπαιρνες 5 καραμέλες, δηλαδή ασήμαντο ποσόν.

Ξέρεις ότι μετά το ‘57 νομίζω κόπηκαν τα τρία μηδενικά και το χιλιάρικο έγινε δραχμή -’56- ‘57 εκεί μέσα, δεν είμαι σίγουρος-. Το ‘50 μας έρχεται απ’ το γραφείο τουρισμού -τότε δεν υπήρχε υπουργείο τουρισμού- ένα έγγραφο στον πατέρα μου που είχε ξενοδοχείο και μας προσφέρανε 400 εκατομμύρια -τα οποία θ’ αλλάζαν την ιστορία- μας για να χτίσουμε καινούργιο ξενοδοχείο. Δεν είχε όμως ο πατέρας μου ούτε οικόπεδο, δεν είχε μέρος που να χτίσει και απευθύνθηκε στο θείο μου. Ρίζο τον λέγαν τον θειο μου, αδερφό της μάνας μου. «Ρίζο - λέει- δεν το παίρνουμε το δάνειο αυτό που μας προτείνανε, να φτιάσουμε τα δυο σπίτια;». Είχε δύο σπίτια κοντά-κοντά και στη μέση στη μέση είχε κήπο, ένα μεγάλο ξενοδοχείο. Εκείνος φοβότανε μήπως πάθει τίποτα, καμιά πυρκαγιά κανένα αυτό και πώς θα ανταποκριθούν στο 400 εκατομμύρια. Λέει: «Θα τ’ ασφαλίσουμε και άμα αυτό, μέχρι τότε θα τα έχουμε, αν πάρουν φωτιά θα τα πληρώσει η ασφάλεια». Δεν θέλησε και να σου πω και κάτι αξιόλογο τώρα: Εγώ ήμουνα γκαρσόν στο καφενείο, στον μπαρμπα-Μήτσο τον Άγγουρο. Τάσος λεγόταν στο επίθετο αλλά τον λέγαν Άγγουρο. Ήρθε ο πατέρας μου, ο θειος μου και ο δασικός του χωριού, Πολυχρόνης ονόματι.

Όταν τους πήγαινα τους καφέδες ακούω τον Πολυχρόνη τον δασικό να λέει στον θείο μου: «Ρε Ρίζο- του λέει- η τύχη έρχεται κάθε 7 χρόνια στον άνθρωπο, από μπροστά είναι μαλλιαρή και από πίσω είναι φαλακρή. Όταν έρχεται μπορεί να την αρπάξεις από τα μαλλιά, αν προσπεράσει και πας να την πιάσεις, γλιστράνε τα δάχτυλα στη φαλάκρα και φεύγει. Τώρα την έχεις μπροστά την τύχη, άρπαξε την απ’ τα μαλλιά». Και παρόλα αυτό το επιχείρημα, δεν θέλησε ο θειος μου κι είχε και κάποια συνέχεια. 

Ήμουν τότε 14 χρονών. Πηγαίναμε στη Σκιάθο στην παραλία, απ’ το Μπούρτζι προς την εκκλησία απάνω. Κοιτάει το σπίτι -απέναντι ήταν το σπίτι της «κοκόνας» που λέει ο Παπαδιαμάντης, «κοκόνα» θα πει «όμορφη». Ένας πλοίαρχος στην Κωνσταντινούπολη ερωτεύτηκε και πήρε μια γυναίκα και την έφερε στη Σκιάθο και αυτή ήτανε η ωραία, η κοκόνα. Της έφτιασε ένα σπίτι μεγάλο κλπ. Αλλά -πώς το λένε- και αυτός και η όμορφη δεν είχαν καλό τέλος. Δεν θυμάμαι ακριβώς ποιο ήταν το τέλος τους, και το θεωρήσαν στοιχειωμένο και δεν πλησίαζε κανένας. Και μου λέει: «Δεν παίρνουμε αυτό; -ήταν πλέον ερείπιο, τα ντουβάρια μοναχά- Δεν παίρνουμε αυτό; -χρήματα είχαμε- να φτιάσουμε ξενοδοχείο;». «Ξέρω ‘γω -λέω – πατέρα;». Πιτσιρίκος ήμουνα και τότε λένε ότι είναι στοιχειωμένο. Τον απέτρεψα. Βέβαια, δεν ήταν και σε καλό μέρος, ήταν… απ’ τα ψαράδικα απάνω είχε βράχια κτλ. κι ήτανε πάνω από τους βράχους. Καλή θέα μεν αλλά ήταν δύσκολο μέρος. Κι έτσι ξαναγύρισε στο χωριό μετά το ‘50 και ασχολήθηκε πάλι με τη γεωργία.

Ε.Μ.:

Αυτό το κτίριο σήμερα γνωρίζετε τι απέγινε;

Γ.Μ.:

Ναι. Κάποιος το πήρε και το ‘φτιασε σπίτι, αλλά πέρασαν χρόνια για να φύγει. Επειδή οι Σκιαθίτες πιστεύαν τότε, οι πιο αφελείς ίσως, στα στοιχειά, τα «στχεια» όπως τα λέγανε και κάθε στοιχειωμένο… αφού σε κάθε γειτονιά έβγαινε κι ένα στοχειό. Σε μας εκεί στη γειτονιά έβγαινε λένε ένα δαμάλι, στην Βρωμόβρυση έβγαινε ένα δερμάτι που γίνονταν προβατίνα και άλλαζε όψεις κλπ. Τώρα δεν θυμάμαι ακριβώς τ’ άλλα μέρη ας πούμε, παντού υπήρχε κι ένα στοιχειό, πνεύματα αγαθά ή πονηρά. Τώρα βέβαια δεν πιστεύει κανένας σ’ αυτά, έχει αλλάξει αυτός, αλλάξανε οι εποχές, δεν πιστεύουμε αλλά γίναμε χειρότεροι απ’ ό, τι ήταν τότε οι άνθρωποι, από απόψεως ήθους εννοώ χειρότεροι.

Ε.Μ.:

Εσάς πώς σας επηρέασαν αυτά που ζήσατε; 

Γ.Μ.:

Αυτά τώρα με τα στοιχειά;

Ε.Μ.:

Όλα.

Γ.Μ.:

Θα σας πω, θα σας πω με τα στοιχειά, πώς με έφυγε ο φόβος, γιατί είχα και εγώ φόβο. 16 χρονών ήμουν που γύρισα στην Καρίτσα. Είχαμε φέρει στον μπαρμπα-Στέργιο τον Γαλάνη, του είχαμε φέρει ένα βαρκάκι μικρό απ’ την Σκιάθο, γιατί ερχόμασταν, Καρίτσα-Σκιάθος είχε και συγκοινωνία με εμπορικά μικρά καΐκια, τακτική συγκοινωνία. Σε σημείο που ο παππούς μου, ο πατέρας της μάνας μου έκανε εμπόριο. Πήγαινε φασόλια, καλαμπόκια, κάστανα στην Σκιάθο και έφερνε από κει λάδι. Το ανταλλακτικό εμπόριο, η τράμπα. Λοιπόν, φέραμε λοιπόν μ’ ένα καΐκι μια βαρκούλα, την παρήγγειλε ο μπαρμπα-Στέργιος. Και όταν την πήγαμε και να τη δώσουμε μου λέει : «Τώρα Γιώργη - συγγενής η γυναίκα του με την μάνα μου- πώς θα πάω για ψάρεμα; Εγώ είμαι γέρος, θέλω και κάποιον βοηθό», «Ρε μπάρμπα Στέργιο -λέω- θα κατεβαίνω εγώ απ’ το χωριό και θα πάμε μαζί». Για να κατεβώ όμως το πρωί για τσαπαρί, έπρεπε να σηκωθώ 3-3:30 η ώρα, νύχτα ακόμα. Μια μέρα, λοιπόν, εκεί κατά τις 3:30-4, στον δρόμο που πήγαινα βλέπω ένα πράγμα άσπρο σαν κεφάλι. Έχει γούστο -λέω- κι είναι κανένα στοιχείο, αλλά θυμήθηκα κάτι που είχε κάνει ο παππούς μου και πήρα θάρρος.

Δηλαδή τι είχε κάνει; Λέγανε πάνω από το σπίτι μας στην Καρίτσα, ότι έβγαινε μία τζόια. «Τζόια» είναι μια νεράιδα ας πούμε. Ήταν μια βρύση, στον παράλληλο δρόμο από εκεί που πηγαίναμε εμείς και ήταν αρραβωνιασμένος ο παππούς μου, αυτό μου το ‘λεγε η μάνα μου. Είχε πιει κάνα δυο-τρία τσίπουρα στο καφενείο και πήγαινε στο σπίτι της αρραβωνιαστικιάς αλλά έπρεπε να περάσει μπροστά απ’ την βρύση. Όταν έφτασε εκεί βλέπει μια σιλουέτα πάνω, ανθρώπινη. Ένα βήμα μπροστά-2 πίσω, γιατί ήταν παντού τα διαδεδομένα τα φαντάσματα και τα στοιχειά. «Άρα -λέει- τι θα μου κάνει. Αν είναι κακό πνεύμα, μπορεί να μου κάνει κι εδώ που είμαι κτλ.». Πάει σιγά-σιγά σιγά σιγά προχωρώντας-προχωρώντας και κοιτάζοντας προς τα πάνω, ακούει μια φωνή: «Εσύ είσαι Γιώργη;», Γιώργος ο παππούς. «Μωρέ εσύ είσαι, Εκατήβολε, και με τρόμαξες! Τι γυρεύεις αυτού πάνω νυχτιάτικα;». «Με χτύπησε ο άντρας μου και μ’ έβγαλε έξω απ’ το σπίτι». Αυτό γινόταν κάθε βράδυ σχεδόν. Την έβγαζε έξω απ’ το σπίτι κι αυτήν την έβγαζε απάνω στο αυτό απ’ την βρύση. Λοιπόν, λέω: «Τι θα με κάνει αυτό αν είναι φάντασμα, θα περάσουμε». Σιγά-σιγά, σιγά-σιγά-σιγά, οπότε, όταν έφτασα κοντά, ανακαλύπτω ότι ήταν μια πέτρα κάνα μέτρο ψηλά και απάνω φαινόταν σαν κεφάλι, οπότε συνέχισα.

Ένα άλλο που μου ‘κανε να φύγουν τα φαντάσματα απ’ το μυαλό μου, φαντάσματα και φαντασία. Το ξέχασα τώρα πιο μπροστά το θυμόμουνα, αλλά δυστυχώς λόγω του νεαρού της ηλικίας έρχονται και παρέρχονται! 16 χρονών φύλαγα ένα μποστάνι. Άλλο θα πω τώρα, για να δω πώς με φύγαν αυτά. Ήταν μεταξύ Στομίου και το μποστάνι αυτό και Ομολίου, ερημιά. Έρχεται ένας γνωστός, περνάει από κει, μου λέει: «Εδώ έχεις παρέα τον φαντάρο», «Τι έγινε;», «Να, εδώ απ’ έξω σκοτώθηκε στη βρύση -είχε μια βρύση απ’ έξω- σκοτώθηκε ένας φαντάρος». Λέω :«Πες ό, τι θέλεις, εγώ -λέω- πλέον τα φαντάσματα τα έχω βγάλει απ’ το αυτό, τι να με κάνει; Ίσα ίσα -λέω- θα ‘χω και παρέα».

Ε.Μ.:

Εσείς τι άλλο θυμάστε απ' τη ζωή σας;

Γ.Μ.:

Να σου πω κάτι που συνέβη στην Αθήνα, με μένα και τους συναδέλφους που είχαμε. Το 1974 έδωσα εξετάσεις και πέρασα στην μετεκπαίδευση των δασκάλων. Ήδη ήμουν απ’ το ‘63 διορισμένος δάσκαλος. Ρώτησα τον καθηγητή που μας έκανε πειραματική παιδαγωγική, η ψυχολογία του παιδιού για την αξία… για τη γνώμη του για το παραμύθι  «Η Κοκκινοσκουφίτσα».

Γιατί το είχα πει στην κόρη μου, όταν ήταν 3 χρονών ένα βράδυ και τ’ άλλο βράδυ χτυπάει -είχε νυχτώσει πλέον- χτυπάει η πόρτα και λέω: «Πήγαινε ν’ ανοίξεις τον θείο τον Γιάννη», ήξερα ποιος ήτανε. Συμμαζεύτηκε. Μου λέει: «Ο λύκος!». Η Κοκκινοσκουφίτσα [Δ.Α.].« Όχι -λέω- ο θείος ο Γιάννης είναι, να καθίσεις, να πάω εγώ να τον ανοίξω», λέω. Άνοιξε, μπήκε μέσα. Και μου ‘κανε εντύπωση. Του λέω: «Δεν είναι καλό παραμύθι, απ’ την στιγμή που τρομάζει τα παιδιά». Τον είπα λοιπόν, μου λέει: «Η Κοκκινοσκουφίτσα, το παραμύθι αυτό, -ήμασταν στην αυλή 7-8 συνάδελφοι γύρω-γύρω του- έχει τρομοκρατήσει στην Ευρώπη και στην Αμερική γενιές και γενιές παιδιών. Όταν κατάλαβαν οι Αμερικάνοι τι γίνεται, άλλαξαν το παραμύθι και την ώρα που ο λύκος ανοίγει να καταπιεί, ν’ αρπάξει για να καταπιεί την Κοκκινοσκουφίτσα, αυτή βγάζει απ' το... -είχε ένα καλαθάκι- βγάζει το πιστόλι και τον σκοτώνει». Ωραίο είναι αυτό που συμπέρασμα που έβγαλε ένας άλλος συνάδελφος. Του λέει: «Κύριε καθηγητά- του λέει- γι’ αυτό οι Αμερικάνοι έγιναν γκάνγκστερ, γιατί ό, τι τους εμποδίζει το σκοτώνουν!».

Ε.Μ.:

Εργαστήκατε σε πολλές περιοχές;

Γ.Μ.:

Ξεκίνησα από τα Γεράνια της Ελασσόνας, πρώτο χωριό, που μου ‘κανε καλό, 10 χρόνια. Απ’ το ‘63 μέχρι το ‘73. Μου ‘κανε καλό παρότι μου κάνανε αναφορές, θέλαν οι δεξιοί και οι κομμουνιστές να με βγάλουν κομμουνιστή, να με διώξουνε, αλλά αυτά ήτανε 7 άτομα. Το χωριό όμως είχε καλό κόσμο και με βοήθησε πάρα πολύ και δεν έγινε στο τέλος τίποτα, γιατί εγώ πήγα εκεί και λέω: «Δεν έχω καμία δουλειά με την πολιτική», δεν ανήκα σε κανένα κόμμα δεν ήξερα. Μέσα μου ήμουνα δημοκρατικός άνθρωπος αλλά δεν το είχα συνειδητοποιήσει. Οι βουλευτές και οι πολιτικοί, οι πολιτικοί γενικά είναι… έχουν την εργασία αυτή. Εγώ ήρθα εδώ να κάνω όλα τα παιδιά μάθημα, να μην τα χωρίσω σε αυτό. Κι ήταν ένα χωριό που είχε πολλούς, ψήφιζαν αριστερά. Επειδή δεν ξανοίχτηκα στους δεξιούς, να τους πω… ξέρεις… Δεν είπα τίποτα στους κομμουνιστές ότι εγώ είμαι μ’ εσάς, που δεν ήμουν, ούτε με τον έναν ούτε με τον άλλον. Συνεργάστηκαν και με στέλνανε μηνύσεις στον προϊστάμενο, τις οποίες κατόρθωσα να τις… απ’ το ‘65 μέχρι το ‘71. Κάθε χρόνο είχα μια-δυο μηνύσεις τέτοιες, «αναφορές» τις λέγανε.

Ε.Μ.:

Εσείς τι κάνατε; 

Γ.Μ.:

Είχαμε διοικητικές ανακρίσεις, δικαστήριο δηλαδή. Και δεν έβαζα σε καμία, δεν έβαζα μάρτυρες, μονάχα στην τελευταία επειδή το ζήτησε ο επιθεωρητής -ήρθε ένας νέος επιθεωρητής, έξυπνος επιθεωρητής-, λέω: «Μέχρι τώρα δεν έβαλα κανέναν, γιατί θα τον είχα μετά πάνω απ’ το κεφάλι μου - λέω-. Θα μου ‘λεγε: ‘’Εγώ σε έσωσα’’». Και τέτοιο πράγμα δεν ήθελα, τα ‘βγαλα πέρα μόνος μου. Λέει: «Να βάλω εγώ;», «Βάλε», «Να βάλω τον πρόεδρο;», «Να τον βάλεις», «Να βάλω τον παπά;», «Μην τον βάλεις». «Να βάλω τον αγροφύλακα;», «Να τον βάλεις», «Να βάλω εδώ το τον περιπτερούχο;» -έξω απ’ το σχολείο ήταν ένα περίπτερο- «Να τον βάλεις». Και τους κάλεσε κι αυτοί ήρθαν και στο χωριό τους και δώσαν κατάθεση. Και με απάλλαξε, είχαν και μένανε και τη γυναίκα μου μαζί, η οποία εκδηλωνόταν υπέρ της δεξιάς, η γυναίκα μου. Έβγαλα ένα συμπέρασμα ότι δεν, είναι ανυπόστατες οι κατηγορίες. Και μας καλεί κι εμένα και την γυναίκα μου στο γραφείο. Λέει: «Κοιτάξτε να δείτε, σας κάλεσα εδώ όχι για να σα… Δεν φταίτε σε τίποτα, απλώς για να μη στεναχωριέστε. Δεν θα μπει στο φάκελο σας -δεν πήγε- αλλά θα είναι εδώ στο συρτάρι -μου ‘λεγε-. Αλλά εν πάση περιπτώσει κάπου θα είναι, κάποιος θα την βρει». Τελικά τις εξαφάνισε αυτές, κάποιες εκθέσεις που ήταν εναντίον μου.

Έχω ένα ελάττωμα, δεν θυμάμαι εύκολα ονόματα και ξεχνάω εύκολα την όψη. Ανέ με έναν άνθρωπο δεν κάνω τρεις φορές παρέα, ξέχασα και το όνομά του και τη φιγούρα του. Παρ’ ό, τι θυμάμαι πολλά πράματα. Σε σημείο που έφτασα να πω: πιο σιγά: «Αντικοινωνικός είμαι;». Αλλά εγώ χωρίς παρέα δεν κάνω. Πάντοτε όπου και να πήγα, είχα και όπως τους λέτε τώρα «κολλητούς», είχα και παρέες κι έχω και συζητήσεις ωραίες κλπ. Μέχρι φιλοσοφικές συζητήσεις, μέχρι...

Ε.Μ.:

Θα ’θελα να σας ρωτήσω κάτι, κύριε Γιώργο, όσον αφορά την εκπαίδευση, για το τι αλλαγές είδατε εσείς κατά τη διάρκεια του επαγγέλματος. Στη γλώσσα, για παράδειγμα.

Γ.Μ.:

Έχω τόσα πολλά να πω για αυτό, για την σωστή, ορθή και μη σωστή εκπαίδευση και την εκπαίδευση που γίνεται -μια φράση θα πω μόνο που τα λέει όλα-: Κάθε φορά που γίνεται, που γίνονται νέα νομοσχέδια για την εκπαίδευση δεν γίνεται τίποτα άλλο παρά αλλάζει ο Μανωλιός και βάζει την κάπα του αλλιώς. Αναμασάνε αυτά, αλλά δεν είναι εκπαίδευση, δεν προσφέρει παιδεία. Ειδικά τώρα προετοιμάζουν μόνον τα παιδιά και κυρίως στο τέλος του Λυκείου, του Γυμνασίου και στο Λύκειο, για να μπουν στα πανεπιστήμια και να μπουν σε μια τεχνική σχολή κλπ., ανάλογα με τις ικανότητες του παιδιού. Και δεν προσπαθεί η εκπαίδευση να κάνει ανθρώπους. Πότε γίνεται η εκπαίδευση ανθρωπιστική; Όταν γίνεται παιδεία. Τι σημαίνει παιδεία; Κάτσε να μην τα πλατειάσω πολύ: Σημαίνει καλλιέργεια του συναισθήματος. Ο κύριος εαυτός μας είναι το συναίσθημα κι αυτό κάνει κουμάντο, και να σου πω ένα παράδειγμα: Αν ένας είναι πλεονέκτης, κουμάντο και στη νόηση, ο δεξιός εγκέφαλος είναι ο συναισθηματικός, ο αριστερός είναι της νόησης, του σχεδιασμού, της σκέψης γενικά, της λογικής. Αλλά γίνεται παράλογος όταν γίνει υπηρέτης του συναισθήματος για να εξυπηρετήσει μια ψυχική αδυναμία, δηλαδή -όπως είπα προηγουμένως-: Είναι ένας πλεονέκτης. Τότε η επιθυμία αυτή επιδρά στον νοητικό εγκέφαλο και σκέπτεται πώς να βρει τρόπους για να εξυπηρετήσει την πλεονεξία. Και κάνει λογικές προτάσεις, μέχρι που μπορεί να θεωρήσει και λογικό το πάτημα επί πτωμάτων, για να μπορέσει να αυξήσει κάποιος την περιουσία του. 

Αυτό λέγεται αλλοτρίωση. Χάνει δηλαδή ο άνθρωπος τον εαυτό του. Όταν λοιπόν καλλιεργήσουμε τον συναισθηματικό κόσμο και παραδεχθεί ο συναισθηματικός κόσμος ανώτερες αξίες, τότε γίνεται περισσότερο άνθρωπος. Και κυρίως θα πω λίγο κάτι για το εγώ. Αν κατορθώσει ο άνθρωπος, Ελένη, να διώξει το «εγώ», τον εγωισμό, τον υπέρμετρο εγωισμό, τότε κατορθώνει να γίνει άνθρωπος. Αυτό το ‘βγαλα σαν συμπέρασμα και απ’ τα παιδαγωγικά βιβλία που έχω διαβάσει άφθονα και απ’ τη μελέτη της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Απ’ την αρχαία ελληνική γραμματεία έχω διαβάσει ένα μεγάλο αριθμό βιβλίων, για όλους τους αξιόλογους σοφούς της αρχαιότητας. Άρχισα απ’ τον Πλάτωνα απ’ τα 28 μου χρόνια και τον Αριστοτέλη. Ο Αριστοτέλης άμα τον πιάσεις στα χέρια σου είναι λίγο δύσκολος, σε σημείο που τον εγκατέλειψα τότε και τον άρχισα μετά που πήρα σύνταξη στα 56. Επίκουρο, Επίκτητο ό, τι μείναν απ’ τον Πυθαγόρα που έγραψε ένας μαθητής του, γιατί ο ίδιος δεν έγραψε τίποτα, απ’ τον Αριστοφάνη, τον Μένωνα, να μην καθίσω τώρα και αριθμήσω όλους αυτούς. Έχω μια βιβλιοθήκη στο σπίτι πάνω από 2.000 βιβλία και μάλιστα τώρα θέλω να την κάνω δώρο. Σκέφτηκα εδώ για τη δημαρχία, δεν έχει χώρο. Μάλλον μπορεί να την δώσω στα ΤΕΙ στην Λάρισα ή στον δήμο Λάρισας. Αρκεί να μου φτιάσουν ένα χώρο που να μπουν όλα μαζί ταξινομημένα σε κατά περιεχόμενο, γιατί τα παιδιά μου δεν έχουν σκοπό να τα χρησιμοποιήσουν και φοβάμαι ότι μπορεί να τα πετάξουν κιόλας. Αυτά.

Ε.Μ.:

Γιατί γίνατε δάσκαλος;

Γ.Μ.:

Γιατί έγινα δάσκαλος; Κατά λάθος, κατά λάθος. Λόγω έλλειψης οικονομικών. Ο σκοπός μου ήταν απ' τα 15 χρόνια να γίνω ναυτικός, γιατί άκουγα ιστορίες των ναυτικών. Στο γραφείο που είχε ο θειος μου στην Σκιάθο. Ερχότανε, όσοι παίρναν άδειες ερχότανε, καθόταν για πολύ καιρό και συζητούσανε πώς περνούσαν στην Ιαπωνία, πώς περάσαν τον τάδε παράλληλο, γενικά για τότε δεν υπήρχε ούτε ραδιόφωνο, πολύ περισσότερο τηλεόραση. Κι είχα μια επιθυμία να γνωρίσω τον κόσμο. Πηγαίνοντας ναυτικός λοιπόν, για δόκιμος πλοίαρχος, θα μπορούσα άριστα να γνωρίσω τον κόσμο. Το δεύτερο ήταν ότι είχε καλή πληρωμή απ’ την αρχή. Παίρναν πολλά, ένας συνομήλικός μου, ο Παναγιώτης, μέσα σε ενάμιση χρόνο-δυο χρόνια ή 3, δεν θυμάμαι που μου ‘λεγε ο ίδιος, έβαλε στην άκρη ενάμισι εκατομμύριο, δραχμές τότε. Αλλά αυτό ήταν το δεύτερο, το πρώτο ήταν τότε θα γνώριζα κόσμο. Έλα όμως που στο σπίτι η μάνα μου κυρίως, που κατάγεται από ναυτική οικογένεια, ο παππούς της ήταν πλοιοκτήτης, εφοπλιστής δηλαδή ενός ξύλινου καϊκιού μεγάλου, που ταξίδευε σε όλη τη Μεσόγειο. Έπεσε μια φορά έξω, κατόρθωσε και το ξανάφτιασε νέο πλοίο και μετά ξανξώκοιλε και νομίζω ότι πνίγηκε, δεν είμαι σίγουρος.

Λοιπόν, κάποια ξαδέρφια της πνίγηκαν. Μάλιστα ένα μέσα στο λιμάνι του Πειραιά. Φεύγαν με τη βάρκα, ήταν καμιά εικοσαριά άτομα, μεγάλη βάρκα. Απ’ το μουράγιο για να πάνε στο καράβι τους που ήταν αραγμένο ανοιχτά, πέρασε ένα άλλο δίπλα και μπαλαντζάρανε και με το αυτό σηκωθήκαν όλοι προς τη μια μεριά και αναποδογύρισε και τους πήρε από κάτω. Και δύο πνίγηκαν, αυτός ο ξάδερφος της μάνας μου κι άλλος ένας. Δεν ήθελε λοιπόν η μάνα μου ν’ ακούσει, αλλά από 15 χρονών είχα ζητήσει απ’ τον πατέρα μου να με βγάλει ναυτικό φυλλάδιο. Εκεί ήταν η επιθυμία μου. Μου λέει: «Να φτάσεις στην τελευταία τάξη και άμα θέλεις ακόμα, τότε το βγάζουμε». Κάποτε έφτασα έκτη Γυμνασίου, του λέω : «Τι είπαμε;». «Εντάξει». Σηκωνόμαστε πάμε στην Ραψάνη, ήμαστε στην Καρίτσα, ήμουνα τότε 18 χρονών ή 19. Όχι, όχι, ήμουν 20 χρονών, γιατί καθυστέρησα 3 χρόνια: Μια χρονιά με τους Γερμανούς πήγα αργότερα, μια χρονιά με τους με τον Εμφύλιο Πόλεμο δεν είχαμε στο χωριό και μια χρονιά, ‘52-’53, διέκοψα το Γυμνάσιο και πήγα στην τρίτη Γυμνασίου 17 χρονών. Τέλος πάντων, πήγαμε στην Ραψάνη, εκεί έδωσε ένορκη κατάθεση ότι μου επιτρέπει να γίνω ναυτικός και όταν το βράδυ γυρίσαμε πίσω το είπαμε στη μάνα μου. Θύμωσε εκείνη, τα έβαλε με τον πατέρα μου: «Δεν καταλαβαίνει αυτός, είναι μικρός ακόμα, δεν καταλάβεις και εσύ που θα του στείλεις να θαλασσοδέρνεται».

Τέλος πάντων, στο τέλος δεν μπορούσα να κάνει και διαφορετικά αφού εγώ ήθελα, αλλά μετά πήγα στην… Όταν τελειώνοντας στην τάξη -γιατί πήγα στην αρχή της τάξης και έβγαλα το…- Πήγα στον Βόλο, έκανα την αίτηση, μου βγήκε. Τέλος πάντων, πήρα το απολυτήριο απ’ τη Λάρισα, πήγα στον Βόλο, πήρα το φυλλάδιο το ναυτικό, πάω στην Σκιάθο. Εκεί ένας Φιλάρετος λεγότανε είχε ταξιδιωτικό γραφείο και είχε, η εταιρεία στην οποίαν δούλευε η δική του δεν ξέρω τι ήταν, είχε 3 πλοία και με είχε υποσχεθεί ότι: «Έλα με το απολυτήριο του Γυμνασίου και το φυλλάδιο και θα σε μπαρκάρω για δόκιμο πλοίαρχο». Τότε -μια παρένθεση- απ’ το Γυμνάσιο πήγαινε κανείς για δόκιμος κατευθείαν. Κι ύστερα από 3 χρόνια έδινε εξετάσεις για να πάρει τον βαθμό του πρώτου. Βέβαια, υπήρχε και η σχολή στον Ασπρόπυργο που ήτανε, που έβγαζε, αλλά εκεί το ίδιο συνέβαινε: δυο χρόνια στην σχολή και άλλα δυο ως δόκιμος. Όχι από 3 χρόνια, από 4 χρόνια είναι. 4 κι ο ένας κι ο άλλος έκανε.

Ήταν δεμένα τα πλοία, είχε μια ναυτική χρήση που κράτησε ένα χρόνο ολόκληρο. Οπότε τον Σεπτέμβρη έδωσα εξετάσεις στην Ακαδημία μη έχοντας τι άλλο να κάνω και έτσι κατά τύχην πέρασα, πήγα δάσκαλος. Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, είπαμε το ‘58-‘60 ήμουνα στην Ακαδημία της Λάρισας. Μόλις απολύθηκα πήγα στρατιώτης, υπηρέτησα στην αεροπορία 27 μήνες. Το μυαλό μου πάλι ήταν στο ναυτικό, παρότι είχα τελειώσει Ακαδημία. Πήγα λοιπόν στον Πειραιά, βρήκα τον Αποστόλη τον Βλαχονάτσο, έναν γνωστό μου απ’ την Σκιάθο που ήταν αρχιπλοίαρχος δηλαδή διευθυντής σε μια εφοπλιστική εταιρεία, του λέω: «Απόστολε θέλω να μπαρκάρω». Μου λέει: «Και τώρα συμβαίνει μια ναυτική κρίση αλλά 3 μήνες πιστεύω να κρατήσει. Άσ’ τη διεύθυνσή σου και θα σε ειδοποιήσω εγώ». Και μου στέλνει ύστερα από δυόμιση μήνες ένα τηλεγράφημα: «Σε 3 μέρες βρίσκεσαι Πειραιά, μπαρκάρεις από Ρότερνταμ», δηλαδή θα κατέβαινα κάτω εκεί και θα με στέλνανε στην Ολλανδία, στο Ρότερνταμ. Και από κει θα έπαιρνα το πλοίο. Χαρά εγώ μεγάλη. Είχα δυο βαλίτσες, βάζω τα πράγματα, τα ρούχα μου μέσα και μετά έψαξα στο σακάκι, είχα το φυλλάδιο το ναυτικό εδώ. Κοιτάω, βγάζω τα πράγματα μήπως μπερδεύτηκε εκεί μέσα, πουθενά φυλλάδιο. Ρωτάω κάποιον άνθρωπο που έμπαινε μέσα στο αυτό: «Μήπως εσύ;», « Όχι» λέει, ορκίστηκε, τώρα κατά πόσον δεν ξέρω. Τέλος πάντων, εν πάση περιπτώσει, λέω να πάρω, τι να πάρει, μπορούσα να πάω στον Βόλο να κάνω μια αίτηση ότι το ‘χασα, να μου δώσουν ένα πρόχειρο χαρτί ότι έχω φυλλάδιο. Άρα η μάνα μου δεν ήθελε. Γενικά και ο πατέρας μου δεν ήθελε, οι ξαδέρφες απ’ την Σκιάθο, δυο ξαδέρφες εκεί: «Τι θέλεις να πούμε; Να θαλασσοπνίγεσσαι» κλπ. Δεν πάω και σταμάτησα την προσπάθεια αυτή.

Πλην όμως, έρχεται το ’71, περίοδος δικτατορίας κι ένας επιθεωρητής που είχαμε, ελαφρώς καθυστερημένος στην σκέψη, τα έβαλε μαζί μου. Και φοβήθηκα μήπως μου δώσει δρόμο, γιατί ήταν εύκολη η απόλυση τότε, μια και είχε απολυθεί και ο αδερφός μου το ’68. Και ξαναπάω πάλι στην Αθήνα. Τελικά δεν απολύθηκα στον Πειραιά -και λέω-, δεν απολύθηκα, πέρασε η μπόρα και δεν ξαναέκανα άλλη προσπάθεια. Τώρα δεν ξαναέκανα γιατί είχα και ένα παιδί εν τω μεταξύ, το ‘70 είχε γεννηθεί η Βάσω, που πέρασε από δω.

Αυτά με την με την εκλογή του επαγγέλματος, αλλά δεν μου βγήκε σε κακό. Καθώς λένε οι μαθηταί μου, οι γονείς, οι συνάδελφοι, έγινα καλός δάσκαλος. Τα 10 χρόνια που ήμουν στα Γεράνια, τα 9 μάλλον που είχα Ε΄-ΣΤ΄ (την πρώτη χρονιά είχα μικρές τάξεις), μετά ανέλαβα διεύθυνση και είχα πάντοτε την Ε΄-ΣΤ. Τα 9 χρόνια τελείωσαν από την ΣΤ΄ 127 παιδιά. Τα 114 πήγαν στο Γυμνάσιο και απ’ αυτά τα 68-69 βρέθηκαν με κάποια πτυχία. Ήταν μεγάλο το ποσοστό. Αλλά και οι άλλοι που δεν πήγανε, επειδή τους έμαθαν να δουλεύουν. Ο άλλος έγινε ζαχαροπλάστης, ο άλλος έγινε διάφορα επαγγέλματα τα οποία βγάζουν αρκετά χρήματα.

Αλλά το σπουδαιότερο είναι αυτό που θέλω να σου δείξω εδώ στο κομπιούτερ, στον υπολογιστή. Μου ‘στειλε τώρα μια μαθήτρια ένα κειμενάκι μικρό, τώρα βέβαια είναι καμιά εβδομηνταριά χρονών αυτή και μου λέει με λίγα λόγια τότε: «Έγινα άνθρωπος, το οφείλω σε σένα και στους γονείς μου». Είναι μεγάλη αμοιβή για μένα αυτό. Αυτά για το δασκαλίκι. Πέρασα και δύσκολες μέρες βέβαια, αλλά και ευχάριστες μέρες, σ’ αυτό το χωριό που είπα μου κάνανε μηνύσεις, γλέντια. Έκανα και κάτι που το μετάνιωσα μετά. Τα 6 πρώτα χρόνια ήμουνα ελεύθερος, δεν είχα παντρευτεί. Μετά παντρεύτηκα οπότε είχα φαγητό να φάω.

Στην αρχή αρχίσαν και μου στέλνανε, το μεσημέρι μου φέρναν φαγητό τα παιδιά. Μια, δυο, τρεις, πέντε μέρες, μια βδομάδα. «Α! -λέω- αυτές οι μανάδες έχουν -οι γονείς δηλαδή- έχουν συνεννοηθεί να με ταΐζουν». Το θεώρησα ζητιανιά αυτό και λέω στα παιδιά: «Παιδιά επειδή υποφέρω απ’ το στομάχι -το μόνο γερό που μου ‘μεινε μέχρι τώρα είναι το στομάχι, τα υπόλοιπα όλα έχουνε πάθει κάποια βλάβη-, υποφέρω απ’ το στομάχι και δεν μπορώ να φάω μερικά φαγητά. Είναι ντροπή να τα γυρίζω πίσω και αμαρτία -λέω- να τα πετάξω. Γι’ αυτό μη μου ξαναφέρετε. Μπορείτε να φέρνετε από κανένα αυγό». Αρχίσαν λοιπόν να φέρνουν αυγά. Θυμάμαι εκείνη τη χρονιά ήτανε, είχανε και σχολικό συνεταιρισμό. Φέρνανε τα αυγά τα ‘διναν στον Γιωργάκη που ήταν ταμίας στο αυτό, πήγαινε στο περίπτερο, τα πουλούσε και τα χρήματα τα ‘βαζε στο ταμείο του συνεταιρισμού. Σε σημείο που εκείνη τη χρονιά -‘65 πρέπει να ήταν- είχαν μαζέψει καθαρά έσοδα 25.000.

Εγώ δεν ξεπερνούσα τις 24.000, για να κάνω μία σύγκριση το πόσο πολλά ήτανε. 24 χιλιάρικα έπαιρνα εγώ τον χρόνο και μ’ αυτά τα χρήματα πήρανε κορνίζες για τα εργόχειρα που κάνανε, επειδή είχαν μεγάλη… ασχολούνταν με χειροτεχνίες. Πήραμε βιβλιοθήκες, αρχειοθήκες, γεμίσαμε, πήραμε εγκυκλοπαίδειες για να διαβάζουν τα παιδιά. Τελικά εξοπλίσαμε με αυτά τα χρήματα το σχολείο. Σκέψου με τα χειροτεχνήματα που κάναμε, τα πουλούσανε στις μανάδες, στις θειες, κάνανε κάτι ψωμιέρες παράδειγμα, να βάζουμε με σύρμα και πλαστικό σωληνωτό τέτοιο. Κάναμε γύψινες κορνίζες, βάζανε φωτογραφίες πάνω. Αλλά είχαμε, πού βγάλανε τα περισσότερα; Παίρναμε ενοίκιο από ένα κτίριο που το είχαμε κάνει, για αργότερα το κάναμε το κτίριο, για τα συσσίτια που είχαμε. Όχι τότε το είχαμε αλλά διακόπηκαν τα συσσίτια το ’68, εκεί πέρα.

Είχαν και το πρατήριο, το λέγαμε «τετραδοπωλείο». Το ένα γραφείο -το σχολείο είχε δυο γραφεία-, το ένα γραφείο το κάναμε… είχαμε τετράδια, βιβλία, εγκυκλοπαίδειες, σβηστήρες, σχολικά υλικά τα οποία αγόραζαν τα παιδιά. Πρέπει να πω εδώ ότι τα παιδιά της Ε΄ και της ΣΤ΄ είχαν κάνει 5 ή 6 ομάδες και κάθε ομάδα άλλαζε τη βδομάδα αντικείμενο εργασίας. Είχαν,ε αναλάμβαναν ας πούμε την πώληση των σχολικού υλικού μια ομάδα, την άλλη βδομάδα μπορεί να πήγαινε να γινότανε στη διακόσμηση της αίθουσας.

Τους επιμελητές της αίθουσας τους λέγαμε ως διακοσμητές. Ενδιαφέρονταν πώς να στολίσουν την αίθουσα, να την ξεσκονίσουν να την καθαρίσουν κλπ., δεν είχαμε καθαρίστριες τότε. Σκούπιζαν τα ίδια τα παιδιά. Την άλλη ομάδα μπορεί να γινότανε να αναλάμβανε τον σχολικό κήπο. Είχαμε ένα χώρο, σχολικό κήπο, το είχανε κάνει ωραίο παρκάκι. Την άλλη να τρέχουν τις κότες είχανε 1-2 χρόνια κοτόπουλα, είχαμε 60 κότες, 63 ήταν συγκεκριμένα παραγωγής. Και πήραμε και 100 κοτόπουλα τεσσάρων ημερών και τα τρέχανε και τα πουλήσανε στο τέλος. Από κει είχαν τα περισσότερα έσοδα, απ’ τα κοτόπουλα. Και να σας πω πως αναγκάστηκα να τα πουλήσω, πριν εκείνη την χρονιά είχαν φτάσει ενάμισι το πολύ δυο κιλά, ενώ θα μπορούσαν να φτάσουν τα δυόμισι κιλά. Είχα τον Μάη έναν που θα τα περιποιόταν το καλοκαίρι, αλλά αυτός έφυγε και πήγε στον Τύρναβο. Με παίρνει τηλέφωνο, μου λέει: «Φεύγω σε μια εβδομάδα, τι θα τα κάνουμε αυτά;» και πήγα πάνω, είπα μήπως θέλουν μερικοί να πάρουν, αγοράσαν μερικές. Τα υπόλοιπα, τα περισσότερα, κάθε βράδυ ψήναμε από 3-4 μια παρέα μεγάλη, τα πληρώναμε, τα δίναμε στον ταμία του συνεταιρισμού και έτσι μαζέψαμε αρκετά χρήματα. Αυτά. Another Question;

Ε.Μ.:

Εσείς έχετε να προσθέσετε κάτι άλλο;

Γ.Μ.:

Τι να προσθέσω. Με ρώτησες για μένανε. Κάτι που το απέφευγα μέχρι τώρα: Δεν ήθελα να δηλώνω τις σπουδές μου και τα τις γνώσεις μου, αλλά μια που άρχισα πιο μπροστά με την μελέτη των αρχαίων, της αρχαίας γραμματείας, έχω πολλά χρόνια σπουδές. Μάλλον πάνω από 10 ή μάλλον σπουδάζω όλα μου τα χρόνια και ακόμα διαβάζω, παρόλο το νεαρό της ηλικίας των 86 χρονών. Εκτός από την Ακαδημία τέλειωσα ένα τμήμα της Παντείου, στη μετεκπαίδευση που πήγα εκεί, στη Γερμανία αποσπάστηκα το ’70… το ‘82 με όλη την οικογένεια. Πήγα σε μια ακαδημία, διετή ακαδημία, 4 εξάμηνα ήτανε, στο Esslingen που είχε τμήμα ελληνικό, για Έλληνες. Και γράφτηκα και στο πανεπιστήμιο της Στουτγάρδης, αλλά εκεί δεν… λίγα μαθήματα παρακολούθησα, τελικά δεν, έλεγε η γυναίκα μου να παραμείνω. Θα φεύγαμε το ‘87 για να το τελειώσω. Αν έμενα, έπρεπε να μείνω κάνα 2 χρόνια μόνος μου εκεί και αυτό δεν ήταν κακό. Αλλά ήταν κακό το ότι θα άφηνα τα παιδιά. Τα άφησα μια φορά δυο χρόνια και πήγα στην Αθήνα. Βέβαια ερχόμουνα κάθε βδομάδα, Παρασκευή μέχρι Κυριακή βράδυ, αλλά αυτό… λέω: «Δεν τα ξανααφήνω τα παιδιά». Ο Άρης ήταν στα 15 και η άλλη ήταν 17. Και έτσι γύρισα και τα εγκατέλειψα. Αυτές είναι οι σπουδές, αλλά περισσότερη ωφέλεια είχα από την αυτομάθηση, δηλαδή απ’ αυτά που έμαθα διαβάζοντας και αυτομόρφωση, μόνος μου.

Ε.Μ.:

Αν δεν έχετε να μοιραστείτε κάτι άλλο, αν θέλετε τελειώνουμε.

Ε.Μ.:

Κοίταξε, σου είπα ότι έχω τόσες πολλές ιστορίες, που θα μπορούσαμε να μιλούμε για κάνα μήνα συνέχεια και να μην έχουν τελειωμό. Ευτυχώς που η μνήμη μου -το λέει και η ψυχολογία ότι τα πρώτα πράγματα θυμούνται, είναι τρομερή η μνήμη-. Τι να σας πω άλλο; Η πρώτη μου ανάμνηση -δεν θα το πιστέψετε- είναι 2,5 χρονών. Και γιατί λέω  2,5; Δεν είχα τότε συνείδηση της αυτής, αλλά συνέβη το εξής. Θυμάμαι όταν ήμουνα 2,5 χρονών, όταν ήμουνα νήπιο -πήγαινα 2,5 χρόνια νήπιο- με πήραν να χτενίσω μία γειτόνισσα που παντρεύονταν. Έγινα κομμώτρια, τι να χτενίσω; Με ανεβάσαν σε μια καρέκλα, μου δώσαν μια τσατσάρα στο δεξί χέρι, την έπιανε μια κοπέλα το χέρι μου και έκανα 3 φορές στα μαλλιά της νύφης, η οποία ήταν έτοιμη για την εκκλησία, πώς το λένε.

Και αυτό γιατί το κάναμε: Εάν την χτενίσει αγόρι πιστεύανε -ευκαιρία να πούμε και αυτό το…- ότι θα γεννήσει παιδιά, αγόρια. Και πραγματικά έκανε δυο αγόρια αυτή, αλλά δεν είναι από αυτό όμως, η Μαρία η Σεριτσανιώτη, έτσι λεγότανε. Και πήρε τον Φίλιππο τον ψαρά. Λοιπόν, τώρα πώς κατάλαβα ότι 2,5 χρόνια ήταν. Μία μέρα ήμουνα στο Στόμιο και ήταν η γιορτή της σαρδέλας που κάνουν κάθε χρόνο εκεί. Και βρήκα τον μεγάλο τον γιο της. Του λέω: «Μήπως μπορείς να μου πεις ακριβώς πότε στεφανώθηκε ο πατέρας σου τη μάνα σου;». Μου λέει: «Τον Ιούνιο του… 2,5 χρόνια μετά από…». Δεκέμβριος; Ναι.

Ε.Μ.:

Το ‘38;

Γ.Μ.:

Το ’38 ή το ’39, δεν θυμάμαι τώρα, ‘38 πρέπει να ήτανε. Τότε ήμουν ακριβώς 2,5 χρόνια και τότε κάναμε υπολογισμό κι ήμουνα 2,5 χρόνια. Για την παλαιότερη ανάμνηση. Αλλά έναν που γνώρισα χθες, σήμερα μπορεί να τον ξαναρωτήσω πώς τον λένε. Λέει και η ψυχολογία βέβαια ότι θυμόμαστε τα παλιά σε μεγάλη ηλικία και ξεχνούμε τα πρόσφατα.

Τι να σου πω άλλο; Δεν μου λες, τον ήξερες εδώ τον παπα-Ζήση τον Γρηγόρη; Πέθανε τώρα τελευταία. Ο παπα-Γρηγόρης πέθανε 94-95 χρονών. Ή μέχρι τη Β΄ Γυμνασίου. Και μια φορά τον βρήκα στο καφενείο, καθίσαμε, συζητήσαμε και μου λέει -του άρεσε η συζήτηση που κάναμε-: «Δάσκαλε, να ‘ρχεσαι εδώ να συζητάμε, γιατί με τους συνομήλικους εδώ που συζητώ δεν λέμε τίποτα άλλο. Για τα χάπια, για τα φάρμακα, για την πίεση και τις αρρώστιες μας. Δεν μπορώ να το αντέξω- λέει -αυτό». Ξαναπήγαινα και κάναμε παρέα, πίναμε καφεδάκι κλπ.

Μια μέρα μου φέρνει ένα χαρτάκι. Συγκεκριμένα έλεγε για τον… αντέγραψε από μια εγκυκλοπαίδεια -είχε μια εγκυκλοπαίδεια στο σπίτι- ένα κείμενο που αναφερόταν στην πονηριά του Οδυσσέα. Την άλλη μέρα άλλο ένα τέτοιο, πάλι απ’ την ιστορία, τη μυθολογία. «Βρε Γρηγόρη -του λέω- εγώ δημοσιεύω στην τοπική εδώ εφημερίδα, την ‘’Έκδοση’’, δεν έρχεσαι να πάμε να τα δώσουμε;», «Όχι- μου λέει- ντρέπομαι». «Γιατί ρε ντρέπεσαι, κακό είναι; Άλλωστε δεν θα είναι δικά σου, θα πεις ότι, θα γράψουμε ότι αυτά τα βρήκες εκεί αλλά τα παρουσιάζεις, ήταν ωραία, ανέκδοτα τις ιστορίες σου».

Οπότε λέει: «Γράψ’ τα εσύ», «Εγώ -λέω- με ξένη πνευματική ιδιοκτησία δεν ασχολούμαι». Αλλά το ‘γραψε ως εξής, για τον Οδυσσέα θυμάμαι πως… ας την πω την ιστοριούλα: Όταν -λέει- ο Οδυσσέας είχε υποσχεθεί μαζί με τους άλλους βασιλιάδες άμα κινδυνεύσει ένας από αυτούς να ανταμωθούν όλοι για να πολεμήσουν. Αλλά όταν κλέφτηκε η Ωραία Ελένη, ο Αγαμέμνων τους κάλεσε. Ο Οδυσσέας δεν πήγε κι έμεινε στην Ιθάκη. Οπότε πήγαν δυο να τον πάρουν. Έκανε τον τρελό. Τον βρήκαν να οργώνει -λέει- το χωράφι και να σπέρνει -δεν θυμάμαι τι ακριβώς- κάτι που δεν φυτρώνει, δόντια ας πούμε… Όχι δόντια, να τον περάσουν τρελό και να σηκωθούν να φύγουν. Ένας όμως απ’ αυτούς που ήταν πονηρός κι αυτός, πάει και παίρνει τον Μενέλαο που ήτανε μικρός, νήπιο ξέρω ‘γω, και τον βάζει μπροστά στην αυλακιά. Και μόλις έφτασε εκεί σταμάτησε να οργώνει. Του λέει: «Έλα εδώ πονηρέ» κι έτσι τον πήρανε στην...

Λοιπόν, ένα δεύτερο που είχε δημοσιεύσει, ήτανε ο Αχιλλέας, γιος της Θέτιδας και του -ήταν από μάνα θεά και από θνητό πατέρα- είχε ένα χρησμό, ότι -κάτσε δεν θυμάμαι ακριβώς τώρα-. Τέλος πάντων, τον στείλανε βάσει του χρησμού που έλεγε ότι κάτι θα πάθει, ήταν άτρωτος μονάχα στη… προσβάλλονταν μόνο στη φτέρνα, γιατί όταν η Θέτιδα τον βούτηξε μέσα στα… για να είναι άτρωτος στα νερά της Κασταλίας Πηγής στους Δελφούς, τον έπιανε απ’ τη φτέρνα και δεν μπήκε μες στο νερό. Οπότε, το μόνο τρωτό σημείο ήταν η φτέρνα. Τον έστειλε σ’ έναν βασιλιά σ’ ένα νησί στη Δήλο, δεν θυμάμαι σε ποιο νησί. Όχι... δεν ήθελε να πάει στον Τρωικό Πόλεμο. Τα μπερδεύω λίγο εδώ.

Και τον ντύσανε κορίτσι εκεί με την εντολή του πάτερα του, για να μην γνωρίζεται και τον επιστρατεύσουν. Πήγανε όμως κάποιοι απεσταλμένοι εκεί που μάθανε τι γίνεται και για να το αποδείξουν, να δουν ότι είναι άντρας, κάναν το εξής: Είπαν στον φρουρό εκεί με τη σάλπιγγα να σφυρίξει ότι γίνεται πόλεμος. Τότε ήτανε ήτανε… ο βασιλιάς εκείνος είχε και δυο κόρες. Οι μεν κόρες πήγαν να κρυφτούν μέσα στο σπίτι, αυτός δε πήγε ν’ αρπάξει το τόξο ξέρω ‘γω τι είχε, του λέει: «Έλα εδώ, βγάλε τα γυναικεία ρούχα, ντύσου και [Δ.Α.] σε πήρανε -λέει- στον Τρωικό Πόλεμο». Εν πάση περιπτώσει ο κύριος Γρηγόρης μ’ αυτές τις ιστορίες μάζεψε απ’ την Οδύσσεια, απ’ την Ιλιάδα, απ’ την Παλιά Διαθήκη κτλ., έγραψε 3 Βιβλία, τα οποία εξέδωσε και μη έχοντας οικονομική ανάγκη, τα μοίρασε στα σχολεία, απλά, και τα ‘δωσε σ’ αυτούς που έπαιρναν την εφημερίδα, αυτή που τα δημοσίευε. Και με αποκάλεσε δάσκαλό του, με αποκαλούσε. Αυτά με τον κύριο Γρηγόρη. Τι να σκεφτώ, να σου πω ακόμα κάτι;

Ε.Μ.:

Κύριε Γιώργο, τι είναι αυτό που σας έχει μείνει περισσότερο από την εμπειρία σας;

Γ.Μ.:

Αυτό θα το δεις… τον άλλο μήνα, Φεβρουάριο ίσως μέχρι τον Μάρτιο θα κυκλοφορήσω ένα βιβλίο, το οποίο ο αρχικός τίτλος είναι «Δάσκαλε που δίδασκες». Με την έννοια ότι όλοι είμαστε δάσκαλοι και μαθητές, απ’ τη γέννηση ακόμη το νεογέννητο διδάσκει στη μάνα πώς να το αντιμετωπίσει για να επιβιώσει. Όλοι είμαστε δάσκαλοι και μαθητές. Το «Δάσκαλε-λοιπόν- που δίδασκες», δεν αναφέρεται στους κατ’ επάγγελμα δασκάλους, αλλά σε όλους μας που άλλα λέμε στα παιδιά και άλλα κάνουμε. Αναφέρεται, δηλαδή, στην ανθρώπινη υποκρισία, που είναι το μεγαλύτερο διαβρωτικό, το χειρότερο παράδειγμα για τους για τα παιδιά και τους νέους και ένα απ’ τα χειρότερα διαβρωτικά της κοινωνίας. Διαλύει τον κοινωνικό ιστό η υποκρισία. Βέβαια, τώρα τον τίτλο τον άλλαξα λίγο, το ‘βαλα αυτό υπέρτιτλο και έβαλα -δεν το θυμάμαι το δεύτερο τίτλο ακριβώς- πως το συναίσθημα είναι ο κύριος εαυτός μας. Είναι 208 σελίδες. Εκεί κυρίως γράφω την θεωρητική μου κατάρτιση, αλλά κυρίως την εμπειρία μου.

Ε.Μ.:

Ανυπομονούμε να το διαβάσουμε. Πώς σας φάνηκε η εμπειρία με το Istorima;

Γ.Μ.:

Νομίζω ότι είναι αναγκαίο να μάθουν οι νέοι την ζωή των πατεράδων, των παππούδων των προπαππούδων, γιατί στην εποχή μας το μόνο που χρησιμοποιούν είναι το διαδίκτυο, το κομπιούτερ. Είναι καλό απ’ την μια μεριά γιατί δίνει πολλές πληροφορίες, μαθαίνουν πολλά, αλλά δεν νομίζω ότι αυτό βοηθάει στο να γίνουν άνθρωποι. Παλιότερα, ας πούμε στην αρχή του 20ου αιώνα, 1900, μπορεί να ήταν μια περίοδος, να ήτανε φαυλοκρατίας, αλλά ο περισσότερος πληθυσμός της Ελλάδας -φαυλοκράτες ήτανε οι πολιτικοί-. Ο υπόλοιπος κόσμος είχε ήθος. Ήταν πιο αγνοί άνθρωποι, ντόμπροι άνθρωποι. Πρέπει να μάθουν λοιπόν ορισμένες ιδιότητες που είχαν στον χαρακτήρα τους οι πρόγονοί τους, και αυτό είναι καλό. Και πρώτα-πρώτα εσείς που ασχολείστε, εσύ και οι συνάδελφοι που κάνουν αυτήν τη δουλειά, κατ’ ανάγκην θα τα μάθετε αυτά και θα ‘χετε ένα μεγάλο κέρδος. Κάντε την λοιπόν την δουλειά αυτήν με ζήλο και στο τέλος θα δείτε τι καλό θα σας κάνουν. Αρκετά μεγάλο. Αυτά.

Ε.Μ.:

Ευχαριστούμε πάρα πολύ και εγώ και εκ μέρους του Istorima, για την σημερινή σας συνέντευξη που μας δώσατε.

Γ.Μ.:

Να 'στε καλά.