© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Μνήμες και βιώματα από την Αθήνα του '50 και ο εορτασμός των Χριστουγέννων τότε: Ο Γεράσιμος Σαμαρτζής αφηγείται
Κωδικός Ιστορίας
20950
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Γεράσιμος Σαμαρτζής (Γ.Σ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
05/01/2022
Ερευνητής/τρια
Αλεξάνδρα Ανωγιαννάκη (Α.Α.)
[00:00:00]Καλησπέρα.
Καλησπέρα σας.
Θα μου πεις το όνομά σου;
Ονομάζομαι Γεράσιμος Σαμαρτζής, είμαι μηχανικός, τοπογράφος-μηχανικός, και έχω γεννηθεί τη δεκαετία του ’50, του 1950.
Θα μου επιτρέψεις πριν συνεχίσεις να κάνω μία εισαγωγή. Είναι 6 Ιανουαρίου του 2022, είμαι με τον Γεράσιμο Σαμαρτζή στην πόλη της Χίου. Εγώ είμαι η Αλεξάνδρα Ανωγιαννάκη και είμαι ερευνήτρια στο Istorima. Συνέχισε, μίλα μου για σένα.
Ναι. Βρισκόμαστε στη Χίο. Ο τόπος καταγωγής μου, εκεί που έχω γεννηθεί δεν είναι η Χίος, είναι η Αθήνα. Συγκεκριμένα, είναι η Πλάκα, είμαι γέννημα θρέμμα Πλακιώτης. Ο πατέρας μου, ο παππούς μου και όλοι αυτοί. Αλλά οι ανάγκες της ζωής και αυτό που λένε καμιά φορά –πώς το λένε;– η τύχη μ’ έφερε να γνωρίσω τη γυναίκα μου στη Χίο. Εντάξει. Και από κάποια στιγμή και μετά ήρθα να ζήσω στη Χίο. Δεν με πολυπειράζει αυτό, το ότι ζω στη Χίο. Ωστόσο, επειδή μεσολαβεί η θάλασσα και είναι δύσκολη η επικοινωνία με το… με το «κλεινόν άστυ», που λέγανε και οι παλιοί, στενοχωριέμαι πολλές φορές που δεν μπορώ να είμαι στη γενέτειρά μου, όχι την πατρίδα μου –γιατί πατρίδα είναι και η Χίος– , στη γενέτειρά μου. Τα τελευταία χρόνια, τριάντα πέντε χρόνια ζω… ζω στη Χίο. Όμορφος τόπος. Είχα την τύχη να έχω μία πανέμορφη και εξαιρετική σύζυγο. Σπάνιο πράγμα σήμερα. Και είναι και… Και είναι και πολύ περιπετειώδης ο τρόπος με τον οποίον την γνώρισα και παντρευτήκαμε. Ναι, είναι κάτι πράγματα που πολλές φορές δεν τα πιστεύουμε, τα λες και δεν τα πιστεύουμε. Δηλαδή, ας πούμε, εγώ το 1973 τελείωνα, ήμουνα φοιτητής στο Πολυτεχνείο και ήμουνα σε μια κατάσταση νευρικότητος, λόγω του ότι έπρεπε να δώσω διπλωματική, διαβάσματα τελευταίας στιγμής και τα λοιπά. Ήτανε Πάσχα, ας πούμε, και ήμουνα σε μια άσχημη κατάσταση. Τα αδέρφια μου και η μητέρα μου –ο πατέρας μου είχε πεθάνει– ντε και καλά θέλανε να –με έναν φίλο που είχαμε– , να με πάρει μαζί του να κάνω Πάσχα στη Χίο. Εγώ δεν ήθελα, διά της βίας ήρθα, εν πάση περιπτώσει. Ήρθα που ήρθα εδώ πέρα… Μεγάλη Εβδομάδα, Μεγάλη Δευτέρα φτάσαμε στη Χίο. Στα καρφιά καθόμουνα, για να φύγω πάλι, μέχρι τη Μεγάλη Παρασκευή. Τη Μεγάλη Παρασκευή, όπως όλος ο κόσμος, πήγαμε στην εκκλησία του χωριού, που έμενε η γυναίκα μου –ένα πανέμορφο χωριό, τα Νένητα– να δούμε τον Επιτάφιο. Όταν ξεκίνησε η έξοδος του Επιταφίου, όπως γίνεται συνήθως για την περιφορά του, άρχισε και έβγαινε ο κόσμος από την εκκλησία για να τον ακολουθήσει. Και κατέβαιναν εκείνη την εποχή και όλα τα κοριτσόπουλα που ’τανε στην εκκλησία μέσα. Βλέπω ένα κοριτσάκι και γυρίζω και λέω στον φίλο μου που με φιλοξενούσε, του λέω: «Αυτό το κοριτσάκι, το ξέρεις ποιο είναι;». Μου λέει: «Είναι χωριανή μας», λέει, «είναι η Λεμόνια. Γιατί με ρωτάς;» και του λέω: «Αυτό το κοριτσάκι θα το παντρευτώ». Γυρνάει και μου λέει, λοιπόν, ο φίλος μου –γιατί ήξερε ότι ήμουνα σε μία άσχημη κατάσταση λόγω διαβάσματος– , μου λέει: «Τελικά δεν είσαι με τα καλά σου. Σου έχει στρίψει». Του λέω: «Θα δεις». Πράγματι, αυτό το κορίτσι το παντρεύτηκα, το οποίο τότε ήταν 16 ετών. Ήτανε μία πανέμορφη κοπέλα και ο τρόπος, που το γνώρισα… Γιατί στα χωριά, ακόμη εκείνη την εποχή, ήταν πάρα πολύ κλειστά. Δεν μπορούσες ούτε να πειράξεις κοπέλα, ούτε να κοιτάξεις, ούτε τίποτα. Προσπαθούσα εγώ. Έμαθα, λοιπόν, ότι δεν έμενε στη Χίο, αλλά έμενε... είχε κατέβει για διακοπές και έμενε στην Αθήνα. Και προσπαθούσα να μάθω πού έμενε. Το μόνο που κατόρθωσα να μάθω –διά της βίας να της το βγάλω– ήτανε ότι έμενε στον Κορυδαλλό. Εδώ είναι, αρχίζει το δεύτερο αστείο. Ότι έφυγε αυτή, τελείωσαν οι διακοπές, γύρισε πίσω. Με το που έφυγε αυτή, δρόμο και ο Γεράσιμος, πίσω στην Αθήνα. Την πρώτη μέρα που ’φτασα, λοιπόν, στην Αθήνα –μετά από αυτές τις διακοπές, ας πούμε– ξεκινάω να πάω στον Κορυδαλλό –αν είναι δυνατόν– να βρω τη Λεμονιά, χωρίς να ξέρω τίποτα. Παίρνω το λεωφορείο, κατεβαίνω σε μία μεγάλη πλατεία που ρώτησα πώς τη λένε. Μου λένε: «Εδώ είναι η πλατεία Ελευθερίας», στον Κορυδαλλό. Λέω: «Από πού να ξεκινήσω;». Είχα σκοπό να πάρω όλους τους δρόμους. Και βλέπω ένα δρόμο μπροστά μου, οδός Αδραμυτίου, λέω: «Θα ξεκινήσω από δω». Περπάταγα, περπάταγα, περπάταγα, μετά περίπου από 500 μέτρα ανοίγει μία πόρτα και πετάγεται μπροστά μου η Λεμονιά. Αυτό δεν μπορεί να το πιστέψει κανένας.
Και; Τι έγινε μετά;
Η Λεμονιά τα ’χασε, γιατί –σας είπα– ήτανε 16 χρονών. Τα ’χασε. Εφόσον βρήκα εγώ πού έμεινε, από κει και πέρα ήταν πολύ εύκολα τα υπόλοιπα πράγματα. Με τον πατροπαράδοτο τρόπο, βέβαια, τότε πήγα και τη ζήτησα, όπως γινόταν τα παλιά τα χρόνια. Πήγα και τη ζήτησα, πολύ γρήγορα αρραβωνιαστήκαμε, προχωρήσαμε σε γάμο και μέχρι σήμερα σαράντα οχτώ χρόνια είμαστε μαζί. Δόξα σοι ο Θεός, δεν έχω παράπονο. Μπορεί η γυναίκα μου να ’χει παράπονο από μένα. Εγώ από αυτή δεν έχω κανένα παράπονο.
Εν πάση περιπτώσει, ναι, αλλά πάντοτε το μυαλό μου ήτανε κολλημένο στη γενέτειρα. Και το επαναλαμβάνω αυτό, όχι πατρίδα, γιατί πατρίδα είναι και η Χίος, που ’μαι εδώ. Και η Αθηνά ήταν πατρίδα μου και η Ελλάδα είναι η πατρίδα μου. Άλλο γενέτειρα όμως. Πάντοτε ήμουνα κολλημένος εκεί. Ειδικά τις ημέρες των εορτών κι ακόμη περισσότερο τις ημέρες των Χριστουγέννων, που ήταν οι μέρες τις οποίες τις έζησα τη δεκαετία του ’50 μετά από εμφύλιους πολέμους, πολέμους με Γερμανούς και τα λοιπά. Η Ελλάδα είχε αρχίσει, προσπαθούσε να ξανασταθεί στα πόδια της. Με φτώχεια, με στέρηση μεγάλη. Και τα ’χω ζήσει πάρα πολύ έντονα αυτά. Δηλαδή, το... Χριστούγεννα, περιμέναμε πώς και πώς τα Χριστούγεννα. Ήταν όνειρο, ό,τι και να πω, το βίωμα που έχω από τις ημέρες των εορτών εκείνης της δεκαετίας δεν υπάρχει περίπτωση ποτέ, ποτέ να το ξεχάσω. Ο κόσμος όλος ήταν διαφορετικός, ο κόσμος ήταν διαφορετικός. Χαμογέλαγε ο κόσμος τότε. Παρότι είχε στέρηση, παρότι είχαμε φτώχιες. Έβλεπες, χαμoγέλαγε. Υπήρχανε, βέβαια, υπήρχανε δύο τάξεις. Υπήρχαν και άνθρωποι, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα να κάνουν περισσότερα πράγματα και υπήρχαν και άνθρωποι μεροκαματιάρηδες, που ζούσανε μ’ έναν μισθό, με μία σύνταξη και τα λοιπά. Φαινότανε, αλλά έβλεπες στα πρόσωπα όλων αυτό που δεν βλέπεις σήμερα. Ήταν ευτυχισμένοι άνθρωποι. Ήταν ευτυχισμένοι. Και ζούσαμε και… και μας αρκούσανε τα λίγα που είχαμε. Δεν θέλαμε παραπάνω. Αυτό, αυτό, λοιπόν, το ζούσαμε ακόμη περισσότερο τις ημέρες των Χριστουγέννων. Που σήμερα οι μέρες των Χριστουγέννων είναι το άκρον άωτον της απληστίας, έχει γίνει. Τα παιδιά πλέον δεν ξεχωρίζουν αν είναι Χριστούγεννα ή άλλες ημέρες, διότι κάθε μέρα τα παιδιά έχουνε δώρα, παροχές απ’ τους γονείς. Αυτό δεν υπήρχε τότε. Ειδικά τη δεκαετία του ’50 δεν υπήρχε αυτό το πράγμα. Ήταν κάθε χρόνο μόνο τα Χριστούγεννα. Εκεί, ό,τι θα αποκτούσαμε θα ’ταν αυτό, τίποτα άλλο. Οι υπόλοιπες μέρες ήτανε… Μας αρκούσαν στο παιχνίδι στη γειτονιά. Χωματόδρομοι οι δρόμοι όλοι. Δεν υπήρχανε. Το καλοκαίρι, για να μη σηκώνεται σκόνη, πέρναγε ο καταβρεχτήρας του Δήμου Αθηναίων και κατάβρεχε τους δρόμους για να μην σηκώνεται σκόνη. Διότι ο κόσμος έβγαινε το απόγευμα –με τις καρέκλες του– , έβγαινε έξω στο πεζοδρόμιο οικογένειες. Και μιλάγανε, καλοκαίρι και τα λοιπά. Και δεν μπορούσε να σηκώνεται σκόνη και τα λοιπά, δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, ελάχιστα αυτοκίνητα. Και έβλεπες, ερχόταν ο καταβρεχτήρας του Δήμου και έβρεχε τον δρόμο για να μη σηκώνεται σκόνη. Δεν ξεχνιούνται αυτά, με τίποτα. Είχα πάλι τη μεγάλη τύχη, εκτός του ότι έχω γεννηθεί στην Πλάκα, να έχω ζήσει απέναντι απ’ την Ακρόπολη. Το σπίτι μου ήταν απέναντι από το θέατρο του Ηρώδου του Αττικού, εκεί σήμερα που βλέπουν τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Ήταν ένας δρόμος –που εκεί είναι ακόμη, παραμένει– που μένανε επώνυμοι, εκείνη την εποχή. Η Διονυσίου Αρεοπαγίτου που βλέπουμε, λοιπόν, σήμερα που μας δείχνουνε, που είναι πλακοστρωμένη... Είχε κάνει το πρώτο σχέδιο, βέβαια, όλης της διαπλάσεως της Ακροπόλεως, το είχε κάνει ο περίφημος ο αρχιτέκτων ο Πικιώνης. Εν συνέχεια, τώρα τα τελευταία χρόνια με τους Ολυμπιακούς Αγώνες ξαναέγινε και άλλη επέμβαση και τα λοιπά. Φανταστείτε, λοιπόν, ότι εγώ πρόλαβα την Διονυσίου Αρεοπαγίτου, που τη βλέπουμε σήμερα πλακοστρωμένη και κάνει βόλτες ο δρόμος, την πρόλαβα χωματόδρομο και παίζαμε μπάλα. Δεν μπορεί να ξεχαστεί αυτό το πράγμα. Το θέατρο του Ηρώδου του Αττικού δεν ήταν περιφραγμένο. Όταν κάνανε πρόβες το καλοκαίρι για τα έργα, πηγαίναμε εμείς και μπαίναμε [00:10:00]μέσα και παρακολουθούσαμε τις πρόβες. Και είχα από μικρό παιδί, είχα δει όλα τα έργα των τραγικών. Τα είχα μάθει απέξω. Πηγαίναμε, καθόντουσαν οι γονείς μας απέξω, θα παίρνανε πασατέμπο ή στραγάλια να τρώνε, εκεί συζητάγανε, και εμείς τα παιδιά μπαίναμε μέσα και βλέπαμε το θέατρο. Δεν ξεχνιούνται αυτά τα πράματα. Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα, γι’ αυτό το λέω. Αλλά επανέρχομαι στο θέμα της εποχής των Χριστουγέννων. Τα Χριστούγεννα εμένα μ’ έχουν σφραγίσει και είπα, αστειευόμενος σου είπα προηγουμένως –πριν ξεκινήσουμε– ότι είμαι σφραγισμένος, όπως σφραγίζανε οι καουμπόηδες τις αγελάδες, έτσι μ’ έχει σφραγίσει ή δεκαετία του ’50 τα Χριστούγεννα. Δεν τα ξεχνάω ποτέ. Ναι. Ποτέ δεν τα ξεχνάω. Ήταν ωραία Αθήνα. Πολύ ωραία ήταν η Αθήνα, αλλά –να σας πω– δεν τα ξέρουνε και θα ξεχαστούν αυτά και εμείς σε λίγο καιρό δεν θα είμαστε εδώ πέρα. Να σας πω, παραδείγματος χάρη, ένα. Στην Πλατεία Κλαυθμώνος, στη γωνία Σταδίου και Πλατεία Κλαυθμώνος, που είναι εκείνο το μεγάλο κατάστημα που υπάρχει και σήμερα του Στρογγυλού –ρούχα πουλάει– , δίπλα του ήταν ένα μεγάλο κατάστημα, το «Ράδιο Καραγιάννη». Πουλούσε ραδιόφωνα. Εκείνη την εποχή τι ηλεκτρικές συσκευές να υπήρχανε; Ναι, πουλούσε ραδιόφωνα, τα πρώτα πλυντήρια. Τι πλυντήρια είχαν έρθει τώρα εκείνη την εποχή; Δεν ήταν πλυντήρια αυτά. Λοιπόν, αυτό στο πεζοδρόμιό του απάνω… Είχε ένα υπόγειο από κάτω και το πεζοδρόμιό του ήταν καλυμμένο με υαλότουβλα, τζάμια μεγάλα, χοντρά. Εκεί, λοιπόν, κάτω στο υπόγειο κάθε χρόνο το «Ράδιο Καραγιάννη» έβαζε ένα τραπέζι, μία καρέκλα, ένα κρεβάτι κι είχε έναν Άγιο Βασίλη μέσα. Ο οποίος είχε δίπλα ένα τσουβάλι με γράμματα, τα άνοιγε, τα διάβαζε και κανόνιζε τι θα βάλει, τι παιχνίδι θα βάλει στον καθένα. Μας πηγαίνανε, λοιπόν, οι γονείς μας –παιδάκια– να δούμε τον Άγιο Βασίλη στο «Ράδιο Καραγιάννη» από κάτω, που ετοίμαζε τα δώρα. Ε, τώρα πείτε μου, ποιος μπορεί να το ξεχάσει αυτό; Ποιος μπορεί να το ξεχάσει; Σήμερα δεν υπάρχουν αυτά τα πράγματα. Αυτά έχουνε σφραγιστεί μέσα μου. Τελείως, ναι. Εντάξει, ζήσαμε άσχημες, από πλευράς πολιτικών εξελίξεων στη χώρα μας κτλ., άσχημες, αλλά ζήσαμε και καλές μέρες. Αμέριμνα τα παιδιά ήμαστε. Δεν είχαμε αυτά που έχουν σήμερα τα σημερινά παιδιά, να ’χουν άγχος, στρες και τα λοιπά. Είμαι τυχερός, γιατί έχω ζήσει και έχω δει πάρα πολλά πράγματα. Αυτά. Ήτανε… Πρώτα πρώτα να σας πω κάτι. Εγώ παραξενεύτηκα, όταν ήρθα στο νησί για να ζήσω, που είδα τα Χριστούγεννα και στολίζανε καραβάκι. Εγώ είχα μάθει, όμως… είχα μάθει το χριστουγεννιάτικο δέντρο, το έλατο, και μάλιστα φυσικό. Γιατί εκείνη την εποχή δεν παίρναμε…Φανταστείτε ότι τα ψεύτικα δέντρα τα χριστουγεννιάτικα ήταν ακριβά. Και ήταν πιο φτηνά τα φυσικά, τα έλατα. Λοιπόν, όλα τα σπίτια παίρναμε φυσικό έλατο. Όταν, λοιπόν, ήρθα στη Χίο για να ζήσω, παραξενεύτηκα εγώ και λέω: «Καλέ, τι στολίζουν τώρα; Καραβάκι στολίζουν εδώ πέρα;». Δεν μου ερχότανε. Οι νησιωτικές περιοχές τελείως, τελείως διαφορετικές ήτανε. Έχω μνήμες πάρα πολλές από αφηγήσεις του πατέρα μου. Ο πατέρας μου ήταν στρατιωτικός, ήταν ανώτατος αξιωματικός και είχε πολεμήσει Μικρά Ασία, το ’40 στον πόλεμο, εν συνεχεία στον Εμφύλιο και τα λοιπά. Προσπαθούσα να τον ρωτάω πράγματα των πολέμων και αυτός προσπαθούσε με κάθε τρόπο να αποφύγει να μου λέει. Και μάλιστα θυμάμαι: «Μη ρωτάς τέτοια πράγματα. Μη με ρωτάς τέτοια πράγματα. Να εύχεστε να μη ζήσετε εσείς αυτά που ζήσαμε εμείς», μου έλεγε. Ναι, ήταν λίγο παλιός ο πατέρας μου. Δηλαδή, γεννήθηκε το 1896. Όπου το ’λεγα –και τώρα που το λέω– με κοιτάνε καλά καλά, μου λεν: «Τι λες;». Λέω: «Ναι, ο πατέρας μου γεννήθηκε το 1896». Ναι, και είχανε δει τα μάτια του… και τι δεν είχανε δει. Το σπίτι του υπάρχει ακόμη, που γεννήθηκε, στην Πλάκα. Είναι Ναυάρχου Κουντουριώτου. Εκεί που είναι τα γραφεία της Μητροπόλεως Αθηνών είναι και υπάρχει το σπίτι αυτό ακόμη, ακόμη που γεννήθηκε. Τι να σου πω άλλο; Βιώματα όλα αυτά. Βιώματα, βιώματα άσχημα, όλα.
Το σχολείο. Το σχολείο ήταν το κάτι άλλο. Πρώτα πρώτα να σας πω ότι στο Δημοτικό δίναμε εξετάσεις και στην Πέμπτη Δημοτικού και στην Έκτη Δημοτικού. Δύο φορές τον χρόνο, κανονικά εξετάσεις. Δεν θέλαμε να τελειώσουν τα Χριστούγεννα, οι διακοπές, διότι μετά τις διακοπές, αμέσως είχαμε τα διαγωνίσματα. Κανονικά διαγωνίσματα. Όχι να πηγαίνεις και να κάνεις το μάθημα της ημέρας και να κάνεις και διαγώνισμα. Ήταν διαγώνισμα, μέρα παρά μέρα γράφαμε. Και είχαμε εξοικειωθεί σ’ αυτά. Γι’ αυτό παραξενευόντουσαν και δυσκολεύονται σήμερα, γιατί δεν έχουν εξοικειωθεί τα παιδιά με τέτοιο πράγμα. Είχαν αυτά –πώς τα λένε σήμερα;– τα: «Έχουμε ωριαίο» και κάτι βλακείες και τέτοια πράγματα. Εμείς είχαμε μπει, είχαμε –πώς να το πω;– , είχαμε μπει στο σύστημα από τότε, απ’ το Δημοτικό και ξέραμε. Εν συνεχεία, δίναμε εξετάσεις για να πάμε στο Γυμνάσιο. Δίναμε εξετάσεις για να πάμε στο Γυμνάσιο. Μετά άλλο μαρτύριο, βέβαια, να τελειώσουμε το Γυμνάσιο. Εγώ είμαι ο τελευταίος που τελείωσα. Όταν τελείωσα εγώ, είχαν αρχίσει πλέον τα Λύκεια. Δεν υπήρχαν, γιατί μέχρι πριν από μένα ήταν τα οκτατάξια Γυμνάσια. Δηλαδή, υπήρχε η Εβδόμη και η Ογδόη τάξη. Στην Πλάκα πήγαινα Γυμνάσιο, στην Οδό Σχολείου. Υπάρχει το σχολείο μου ακόμη. Βέβαια, δεν είναι σχολείο σήμερα. Ωραίες αναμνήσεις και αυτές. Πολύ ωραίες αναμνήσεις. Εντάξει, υπήρχε αυστηρότητα, αλλά υπήρχε σεβασμός, όμως. Κάναμε… Αυτό που λένε «χάσμα γενεών» δεν υπάρχει τελικά. Απλώς βλέπεις μία διαφορά στο βαθμό του σεβασμού, που υπήρχαν κάποιες, που υπήρχε κάποιες δεκαετίες πριν και σήμερα. Αυτή είναι η διαφορά. Ειδάλλως, οι παλαβομάρες που κάνουν σήμερα οι νέοι –τις λέμε παλαβομάρες– κι εμείς κάναμε παλαβομάρες. Δηλαδή, να σας πω, ας πούμε. Τι να σας πω; Τώρα θα γελάνε όποιος τα ακούσει αυτά τα πράγματα. Ότι κάποια στιγμή είχα δει... Μ’ άρεσε να ντύνομαι ωραία. Εγώ είχα μανία με το ντύσιμο και κάθε μήνα στο σπίτι μου παίρνουν το περίφημο περιοδικό, τη «Γυναίκα» –πολύ σοβαρό περιοδικό– , η οποία «Γυναίκα» σε κάποια φύλλα της μέσα είχε κάπου κάπου και ανδρική μόδα. Κάποια στιγμή, λοιπόν, βλέπω ότι –αυτό τώρα που σας λέω είναι το 1966– , βλέπω, λοιπόν, ότι έγραφε: «Λανσάρεται στην Carnaby Street στο Λονδίνο η μόδα οι άντρες να φοράνε φούστα». Είχε, λοιπόν, μία φωτογραφία έναν και φόραγε φούστα. Λοιπόν, ξεκινάω εγώ… Εκείνη την εποχή ήταν της μόδας τα κλαμπ, τα οποία κλαμπ δουλεύανε, είχανε πρωινά, είχαν απογευματινά και είχαν και το βράδυ. Μου ήρθε στο μυαλό, λέω εγώ: «Θα λανσάρω τη μόδα στην Ελλάδα». Πηγαίνω και παίρνω μία φούστα κολεγιακή, γκρι χρώμα, της αδερφής μου της μεγαλύτερης, τη φοράω. Φοράω μπουρνουζέ κάλτσες πορτοκαλί και φοράω και μπότες εκείνης της εποχής, είχανε βγει οι μπότες οι περίφημες που φοράνε οι Beatles. Τις φοράω. Και είχα το θράσος να μπω στο τρόλεϊ έτσι όπως ήμουν… Α, από πάνω φόραγα ένα χαβανέζικο πουκάμισο και είχα το θράσος να μπω στο τρόλεϊ και να πάω στην Πλατεία Αμερικής, που ήταν ένα –πριν την Πλατεία Αμερικής– , που ήταν ένα κλαμπ, ο «Φλοίσβος», να πάω να χορέψω. Και το σκέφτομαι καμιά φορά τώρα και λέω: «Πώς δεν με πέταξαν με τις κλωτσιές έξω απ’ το λεωφορείο». Διότι στο μεν κλαμπ, όταν έφτασα, εντάξει, μπήκαμε μέσα, παιδιά όλοι εκείνη την εποχή, με κοιτάγαν όλοι: «Wow! Ο Γεράσιμος. Πω πω μόδα!», αυτή η φούστα, έτσι; Το σκέφτομαι τώρα… Βέβαια, μετά όταν συνειδητοποίησα τι έκανα, γύρισα με ταξί στο σπίτι. Γιατί λέω: «Να ξαναμπώ μέσα στο λεωφορείο, θα φάω ξύλο τώρα». Το λέω αυτό το ακραίο για να σας πω ότι και τότε κάναμε παλαβομάρες, όπως κάνουνε και σήμερα. Αλλά, ποια είναι η διαφορά. Ότι είχαμε έναν διαφορετικό σεβασμό απ’ ό,τι έχουν σήμερα οι νέοι. Δηλαδή, στο λεωφορείο μέσα, παραδείγματος χάρη, αν έβλεπες έναν ηλικιωμένο, σηκωνόσουνα απ’ τη θέση σου για να καθίσει. Σήμερα δεν υπάρχει αυτό. Δεν υπάρχει αυτό σήμερα. Αυτή είναι η διαφορά που λέω. Ειδάλλως, ό,τι παλαβομάρες κάναμε εμείς τότε τη δεκαετία του ’50, του ’60, του ’70, τα ίδια κάνουν και σήμερα οι νέοι. Δεν μπορείς να… Τους βλέπεις με κάτι κουρέματα παράξενα και τα λοιπά και λένε: «Πώς έγινες…». Γιατί εμείς τι κάναμε; Δεν ήταν η εποχή που ’χαμε αφήσει τα μυαλά –τα μυαλά μας πήγα να πω, ναι– , τα μαλλιά μας όπως τα χτένιζαν οι Beatles με τις αφέλειες εδώ πέρα; Kαι εμείς κάναμε αυτό. Εν συνεχεία, άλλαξε, άλλαξε το στυλ αυτό, κάναμε άλλα πράματα. Κι εμείς κάναμε τέτοια πράγματα. Ναι, αλλά είχαμε σεβασμό. Σήμερα δεν έχουνε σεβασμό τα παιδιά, δεν σέβονται σήμερα. Μπορεί να φοβόμαστε τους καθηγητές μας, αλλά συγχρόνως τους σεβόμαστε, τους σεβόμαστε. Σήμερα δεν υπάρχει αυτό. Αυτή είναι η διαφορά. Τίποτα άλλο. Τι φταίει αυτό το πράμα, δεν ξέρω, είναι άλλο. Είναι πολύ μεγάλη συζήτηση αυτό το πράγμα. Αυτά όλα εκείνη την εποχή.
[00:20:00]Εν συνεχεία, στο Πολυτεχνείο –δόξα σοι ο Θεός– τελείωσα. Στρατιωτικό μετά, εντάξει. Αλλά δεν παύω να είμαι κολλημένος σε αυτές τις δεκαετίες. Πολύ κολλημένος σ’ αυτές τις δεκαετίες. Αναπολώ, πηγαίνω και ψάχνω, βγάζω φωτογραφίες, πράγματα. Τώρα τα τελευταία –προ τριών ετών– , γιατί φοβάμαι ότι θα εξαφανιστούν κάποια στιγμή, είχα κατέβει στην Αθήνα και είχα βάλει σκοπό να πάω να βγάλω φωτογραφίες κάποια σημεία που πιστεύω ότι ήταν σημαδιακά, ιστορικά. Κάποια κτήρια, κάποια σπίτια και τα λοιπά. Βέβαια, αυτό το πράγμα μετά συνειδητοποίησα ότι θέλει πάρα πολλή δουλειά. Πήγα εγώ μία μέρα, δύο μέρες… Τι να προλάβω να βγάλω; Τράβηξα καμιά εικοσιπενταριά φωτογραφίες απ’ την περιοχή της παλιάς Αθήνας, της Πλάκας και τα λοιπά. Γιατί φοβάμαι ότι κάποια στιγμή αυτά θα εκλείψουν και δεν θα υπάρχουνε. Είτε θα γκρεμιστούνε είτε θα αλλοιωθεί όλο το… Και το φοβόμουν αυτό το πράμα και το φοβάμαι. Και πήγα τράβηξα μία φωτογραφία το σχολείο μου να το θυμάμαι, το οποίο σήμερα δεν λειτουργεί ως σχολείο το 14ο ούτε το 1ο Γυμνάσιο. Είναι… Το δικό μου το σχολείο, 14ο, μου φαίνεται, είναι τα… τα χορευτικά της Δώρας Στράτου, που κάνει το «Ήχος και Φως». Δεν ξέρω ακόμη αν το κάνει αυτό το πράμα. Εκείνη την εποχή έκανε η Δώρα Στράτου. Τα περίφημα χορευτικά της Δώρας Στράτου. Και το είχανε πάρει αυτοί το κτήριο, αυτό. Ναι. Και πήγα, έβγαλα αρκετές φωτογραφίες, αλλά μου ’λεγε η γυναίκα μου, με κοίταγε και μου ’λεγε: «Βρε παιδάκι μου, τι θα τα κάνεις αυτά; Ποιος θα τα δει αυτά τα πράγματα; Εμείς σε λίγο θα φύγουμε και ποιος θα τα βλέπει;». Αλλά πιστεύω ότι πρέπει να τα βλέπουμε, όμως. Πρέπει να τη βλέπουμε. Άμα... Κοίταξε να δεις, πώς θα καταλάβεις... Παραδείγματος χάρη, αγοράζεις κάτι να φας, ένα τυρί, και σου λένε ότι αυτό είναι το καλύτερο τυρί. Πώς θα ξέρεις εσύ να το συγκρίνεις αν είναι το καλύτερο, αν δεν έχεις φάει και το προηγούμενο; Για να κάνεις τη σύγκριση και να πεις: «Παιδιά, όχι, αυτό δεν είναι καλό τυρί. Το προηγούμενο ήτανε καλύτερο τυρί». Γι’ αυτό λέω αυτά τα πράγματα, δεν ξέρω… Σκεφτόμουνα να καθίσω να γράψω ένα βιβλίο και να το ονομάσω Να, πώς ζούσαμε. Να, πώς ζούσαμε, να είναι αυτή η ονομασία του. Ναι, αλλά δεν έχω βρει ακόμη τον χρόνο και δεν υπάρχουν και κουράγια σήμερα για τέτοια πράγματα. Βιώματα, βιώματα, βιώματα, βιώματα. Ναι, καταλαβαίναμε εμείς τα παιδιά στο σπίτι ότι υπήρχαν δυσκολίες στο σπίτι, το βλέπαμε. Το αφουγκραζόμασταν αυτό το πράγμα, μας το λέγαν και οι γονείς μας, δεν το κρύβανε. Αλλά και προσαρμοζόμαστε με αυτό το πράγμα, δεν απαιτούσαμε δηλαδή. Προσαρμοζόμαστε, το δεχόμαστε. Ναι. Όμορφα χρόνια, ωραία χρόνια. Μία τσάντα, μου την πήρε η γιαγιά μου στην Πρώτη Δημοτικού. Με αυτή τελείωσα και το Γυμνάσιο. Μία τσάντα. Βέβαια, στις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου είχε βγει η μόδα και δεν παίρναμε σάκα και είχε βγει ένα λάστιχο και πιάναμε, γιατί δεν είχαμε σήμερα αυτό το χάλι που γίνεται σήμερα. Είχαμε δύο τρία βιβλία μονάχα, ένα τετράδιο, τα πιάναμε με ένα λάστιχο και με αυτό πηγαίναμε στις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου. Στις άλλες είχαμε τα βιβλία μας και είχα την ίδια σάκα. Και όχι μόνο εγώ, όλοι οι συμμαθητές μου. Και μια και το ’πα αυτό το πράγμα, φαντάσου ότι στο σχολείο που πήγαινα δεν υπήρξε τμήμα, τάξεις, να μην έχει δύο τμήματα. Το κάθε τμήμα είχε εξήντα με εβδομήντα παιδιά. Το κάθε τμήμα. Εγώ, λόγω του ότι το όνομά μου αρχίζει από «Σ», πάντοτε ήμουνα στο δεύτερο τμήμα. Σήμερα, λοιπόν, τους λέω που ακούω και φωνάζουν οι καθηγητές και οι δάσκαλοι: «Είκοσι πέντε παιδιά μέσα στην αίθουσα να είναι, είκοσι τρία παιδιά να είναι στην αίθουσα» και ρωτάω: «Ρε παιδιά, συγγνώμη. Εμείς ήμαστε εβδομήντα μέσα στην αίθουσα, μάθαμε γράμματα όμως». Σήμερα είναι είκοσι τρεις, είκοσι πέντε παιδιά, είκοσι τρία παιδιά, είκοσι παιδιά, μαθαίνουνε γράμματα; Δεν ξέρω. Αν ρωτήσεις κάποιο παιδί: «Πού είναι ο Πηνειός;» ενδεχομένως να σου πει: «Μεταξύ Γαλλίας και της Μάγχης, στο Καλαί, στην Αγγλία απάνω». Δεν ξέρω αν θα σου πει πού είναι. Πολύ το φοβάμαι τι θα σου πει. Εμείς ήμασταν εβδομήντα άτομα, εξήντα άτομα, αλλά μαθαίναμε γράμματα, με ελάχιστα. Δεν είχαμε φροντιστήρια, ελάχιστα φροντιστήρια. Εγώ φροντιστήριο πήγα τρεις μήνες μονάχα την τελευταία τάξη, να κάνω Μαθηματικά. Σήμερα Πρώτη Δημοτικού και τα πάνε σε φροντιστήριο. Στην Πρώτη Δημοτικού, για να μάθουνε τι; Να γράφουν την αλφαβήτα; Φροντιστήριο; Αυτό πού οφείλεται όμως; Εδώ είναι το θέμα τώρα, που ’ναι άλλη συζήτηση πολύ μεγάλη, πού οφείλεται αυτό. Διαλύθηκε η οικογένεια. Πρώτα, η οικογένεια, η μητέρα ήτανε στο σπίτι μέσα. Δεν χρειαζότανε το παιδί να αποτανθεί σε φροντιστήριο για να του πει, να το διαβάσει και τα λοιπά. Εκεί οφείλεται αυτό το πράμα. Δεν γίνεται σήμερα Πρώτη Δημοτικού και να βλέπεις παιδί: «Πού πάει;». «Φροντιστήριο». Το παιδί φροντιστήριο; Έλεος, ρε παιδιά, Πρώτη Δημοτικού φροντιστήριο; Δεν μπορεί, δηλαδή, ο πατέρας, η μητέρα να του πει την αλφαβήτα ή να του μάθει να γράφει; Εγώ απορώ σήμερα πώς γράφουν τα παιδιά. Τα γράμματά τους τα ’χετε δει πώς είναι; Δεν τα διαβάζει ούτε φαρμακοποιός. Εμείς είχαμε μάθημα καλλιγραφίας. Γιατί, δηλαδή, να μη μαθαίνουνε να γράφουν σωστά; Θα πεταχτεί κάποιος και θα πει: «Μα τώρα την ουσία να κοιτάξουμε και όχι…». Όχι, και αυτό είναι ουσία. Παίζει ρόλο και αυτό το πράγμα. Παίζει ρόλο και αυτό το πράγμα. Γι’ αυτό σας είπα ότι αυτά, σαν τις αγελάδες που τις σφραγίζανε οι καουμπόηδες στην Αμερική, με έχουν σφραγίσει εμένα αυτά. Δεν τα ξεχνάω ποτέ. Μπορεί να με πεις παλιομοδίτη, ας με πεις. Ας με πεις παλιομοδίτη. Μα εγώ τότε, όμως, μ’ ένα τρενάκι που θα μου ’χανε πάρει ήμουνα ευτυχισμένος. Σήμερα με δέκα τρενάκια που παίρνουνε στα παιδιά, συνέχεια γκρινιάζουν και δεν είναι ευτυχισμένα και ζητάνε κι άλλα. Λοιπόν, ας με πούνε παλιομοδίτη. Ντάξει, είμαι… είμαι παλιομοδίτης. Τι να κάνουμε; Μεγαλώσαμε μέσα στο Ζάππειο. Το Ζάππειο ήταν ο Βασιλικός Κήπος, που λέγαμε. Εκεί ήταν όλη η ζωή μας, την οποία πηγαίναμε, βέβαια, την Κυριακή. Εκεί μαζευόμαστε ή τα καλοκαιρία, τις διακοπές με τα ποδήλατά μας, όποιος αξιωνότανε και είχε ποδήλατο. Και στο Ζάππειο πηγαίναμε, οι γονείς μας με τις παρέες τους, συγγενείς, όλοι, κι εμείς να παίζουμε, βόλτες και τα λοιπά. Ήταν εκείνη την εποχή, ήταν η «Αίγλη» στο Ζάππειο, που υπάρχει και σήμερα. Είναι δίπλα και ο κινηματογράφος, ο φοβερός αυτός κινηματογράφος με τα γιασεμιά του και τα λοιπά. Λοιπόν, εκείνη την εποχή η Αίγλη έφερνε νούμερα απ’ το εξωτερικό. Έχω δει, δηλαδή… και ποιους δεν έχω δει. Θυμάμαι τη Σαπουντζάκη. Ήτανε κοριτσάκι μικρό κι εγώ την έβλεπα στην «Αίγλη» –παιδάκι κι εγώ– με τον Γιώργο Οικονομίδη. Και ποιους δεν έχω δει στην «Αίγλη». Και ο κόσμος πήγαινε εκεί πέρα και καθότανε και τι παρήγγειλε; Να πιει για να ακούσει τη μουσική. Κάνα υποβρύχιο. Ξέρετε τι είναι το υποβρύχιο; Στη Χίο δεν το λένε υποβρύχιο, παρότι είναι η πατρίδα παραγωγής του. Είναι η μαστίχα, η μαστίχα με το κουτάλι, σου ’φερνε παγωμένο νερό, αυτό το λέγαμε υποβρύχιο εμείς. Και παίρναν οι μεγάλοι κάνα υποβρύχιο, καμιά πορτοκαλάδα και τέτοια πράγματα. Δεν υπήρχαν. Και αυτή ήταν η ευχαρίστησή τους. Τα θυμάμαι όλα αυτά μα πάρα πολύ καλά, μα πάρα πολύ καλά τα θυμάμαι. Ναι. Δεν ξέρω αν παίζουνε ρόλο. Κάποιος, αν τα ακούσει αυτά που σας λέω εγώ, θα πει: «Τι βλακείες λέει αυτός τώρα;». Δεν με ενδιαφέρει αν θα πει τέτοιο πράγμα. Εμένα με ενδιαφέρει που μου δόθηκε η ευκαιρία –κι ευχαριστώ γι’ αυτό που κάνετε– να τα πω. Τώρα, πού θα βγουν αυτά, πού θα ακουστούν, πού θα διαβαστούνε, δεν ξέρω, δεν ξέρω, αλλά τα λέω. Βασικά, έχω ζήσει μία πολύ θορυβώδη ζωή. Παρόλο ότι ήμουνα από αυστηρή οικογένεια, πάρα πολύ αυστηρή οικογένεια ήμουνα, ο πατέρας μου, όπως σας είπα, στρατιωτικός. Αλλά έχω κάνει πολλές παλαβομάρες στη ζωή μου, τις οποίες, βέβαια, έχω μετανιώσει. Πολλές παλαβομάρες έχω κάνει. Βασικά, δεν φοβόμουνα. Εγώ έκανα απίθανα πράγματα, δεν φοβόμουνα. Τώρα, που τα αναπολώ αυτά καμιά φορά, λέω: «Τυχερός είσαι. Πώς δεν σκοτώθηκες». Ναι, τη γλίτωσα, τη γλίτωσα.
Τώρα, να πω για αλλά βιώματα άσχημα εγώ δεν είχα… Τι να πω, ας πούμε; Τον θάνατο του πατέρα μου; Είναι ένα βίωμα άσχημο, άσχημο, που κάθε παιδί δεν θέλω να ζήσει. Κατ’ ανάγκη θα το ζήσει, δεν γίνεται. Αν χάσεις τον πατέρα σου και εν συνεχεία αν χάσεις και τη μητέρα σου και εν συνεχεία αν χάσεις και τα αδέρφια σου. Εμείς είμαστε πολύτεκνη οικογένεια, είμαστε πέντε. Και τον περσινό χρόνο μέσα σ’ έναν χρόνο έχασα τρία αδέρφια και έχουμε μείνει δύο τώρα. Εγώ είμαι ο μικρότερος [00:30:00]στην οικογένεια. Είναι άσχημα απ’ τα περάσματα, απ’ τη ζωή βιώματα, πολύ άσχημα όταν είσαι και μικρός. Εγώ, τον πατέρα μου δεν… δεν πρόλαβε να με δει μεγάλο ο πατέρας μου, να τελειώσω τις σπουδές μου. Ήμουνα 14 ετών, όταν πέθανε ο πατέρας μου. Η μητέρα μου ήμουνα μεγάλος, ήμουνα παντρεμένος, πρόλαβε με είδε. Τώρα, κατά πόσον έφυγε ευχαριστημένη από μένα, πολύ φοβάμαι δεν πρέπει να ’φυγε ευχαριστημένη, γιατί την είχα στενοχωρήσει πολύ την μητέρα μου. Τον πατέρα μου όχι τόσο, γιατί ήμουνα μικρότερος και οι σκανδαλιές που έκανα ήταν ανάλογες. Αλλά τη μητέρα μου πρέπει να τη στενοχωρούσα πολύ. Ναι, θέλω να ’χω την ευχή της. Ο Θεός να τους αναπαύει. Αλλά είναι άσχημα βιώματα αυτά για τα παιδιά τελικά, να χάνεις, να χάνεις τους γονείς σου. Και πάρα πολλές φορές τους έλεγα –σε παιδιά που μιλάγαν άσχημα στους γονείς τους–, λέω: «Μη μιλάτε άσχημα στους γονείς σας, γιατί θα το μετανιώσετε. Γιατί θα ’ρθει κάποια στιγμή που θα τους χάσετε και θα σας έρχονται στο μυαλό αυτές οι άσχημες στιγμές και θα αισθάνεστε πολύ άσχημα, πολύ άσχημα». Εντάξει, άσε, μεγάλοι είναι άνθρωποι, έχουνε διαφορετικές θέσεις για κάποια πράγματα. Εμείς έχουμε διαφορετικές, τα βλέπουν από άλλη σκοπιά, εντάξει. Αλλά είναι να χάσεις τους γονείς σου και να ξέρεις ότι τους έχεις και στενοχωρήσει κιόλας, είναι άσχημο αυτό, είναι άσχημο αυτό. Εντάξει, στη Χίο μία χαρά είμαι. Στη Χίο –προσέξτε να δείτε– δεν είναι ρατσιστικό αυτό που θα πω. Λοιπόν, σε κάθε μέρος που θα πας, εκτός Αθηνών –δεν ξέρω αν ισχύει σε όλα τα μέρη– , κατά κάποιον τρόπο είσαι ξένο σώμα. Δύσκολα γίνεται η ενσωμάτωση. Αυτό εγώ το ’νιωσα στη Χίο. Ήμουνα ξένο σώμα. Είναι λες σαν τον οργανισμό, όταν μπει μέσα σου ένα ξένο σώμα, αμέσως γίνεται επιστράτευση του ανοσοποιητικού σου συστήματος, το περικυκλώνουνε για να το αποβάλουνε αυτό το πράμα. Το ίδιο συμβαίνει και στις κοινωνίες αυτές και τις κλειστές κοινωνίες. Λοιπόν, εγώ λοιπόν έπρεπε να ενσωματωθώ στη Χίο. Πόσω μάλλον, όταν ήρθα να δουλέψω ως επαγγελματίας μηχανικός. Πολύ δύσκολο πράγμα. Ποιος θα ερχότανε σ’ εμένα απ’ την Αθήνα; Ασχέτως αν η γυναίκα μου ήταν Χιώτισσα. Έπρεπε, λοιπόν, πρώτον να μάθω Χιώτικα και να μιλάω Χιώτικα. Το πρώτο πράγμα που ’κανα ήταν αυτό. Έπρεπε να μάθω να χορεύω νησιώτικα. Εγώ, που ξημεροβραδιαζόμουνα στα κλαμπ, έπρεπε να μάθω να χορεύω νησιώτικα, για να αρχίσεις σιγά σιγά να ενσωματώνεσαι και ενδόμυχα να πούνε: «Δικός μας είναι κι αυτός». Ειδάλλως δεν γίνεται. Αν πας να το παίξεις, έτσι όπως έρχεσαι από ένα άλλο μέρος, ειδικά απ’ το κλεινόν άστυ, την έφαγες. Δηλαδή, θα σας πω το εξής χαρακτηριστικό. Επειδή στην Αθήνα που ζούσα ήμουνα μέλος δύο πολύ μεγάλων εταιρειών, τεχνικών εταιρειών, οι ιδιοκτήτες των οποίων ήταν τα αδέρφια μου και νταραβεριζόμουνα πάρα πολύ συχνά με υπουργεία, με γραμματείς, φαρισαίους και τα λοιπά. Και έπρεπε το ντύσιμό μου να ’τανε ανάλογο. Όταν ήρθα στη Χίο, λοιπόν, και ασχολήθηκα με το ελεύθερο επάγγελμα –δηλαδή μελέτες έκανα εγώ– και έπρεπε να πηγαίνω στην πολεοδομία –παραδείγματος χάρη, σας λέω– στην αρχή, όταν είχα έρθει, πήγαινα εγώ με κοστούμι και με τσάντα. Με κοιτάγανε όλοι στραβά. Και με κοιτάγανε στραβά, όχι για άλλον λόγο, διότι επειδή ήμουνα ξένος έμπαινα στην πολεοδομία μέσα και οι υπάλληλοι της πολεοδομίας προσπαθούσαν αμέσως, βλέποντάς με ξένο, να με εξυπηρετήσουν αμέσως εμένα. Και αρχούσαν και γινόντουσαν ψίθυροι και λέγαν: «Δεν κατάλαβα τώρα. Επειδή το παίζει κυριλέ αυτός τώρα; Ήρθε…». Σταμάτησα να ντύνομαι έτσι. Κι ερχόμουνα με μπλου τζιν, με, με, με, με και τα λοιπά, γιατί έπρεπε, έπρεπε κι εκεί. Σε βλέπουν διαφορετικά, δεν μπορούν να το καταλάβουν. Εμένα ήταν η συνήθειά μου αυτή. Έπρεπε και εκεί να ενσωματωθείς. Καταλάβατε; Αυτή είναι, αυτή είναι η δυσκολία της επαρχίας. Εντάξει, και δεν το λέω αυτό με ρατσιστικό τρόπο. Εντάξει, διαφορετικά μεγαλώνεις στην Αθήνα, διαφορετικά θα μεγαλώσεις σ’ ένα άλλο μέρος εκτός Ελλάδος. Αλλά, δόξα τω Θεώ, τριάντα πέντε χρόνια είμαστε στη Χίο μόνιμα και μένουμε. Δόξα σοι ο Θεός, τα καταφέραμε, έχουμε φτάσει. Αυτό που λέω τελευταία, λέω σε πολλούς που ’χουμε την ίδια ηλικία, όχι ότι εγώ είμαι υπερήλικας. Εντάξει, 72 ετών δεν είναι... Λέω: «Τα τελευταία μέτρα, τελευταία μέτρα του έγγαμου βίου είναι τα πιο δύσκολα». Τα πιο δύσκολα είναι αυτά. Και ναι μεν μπορείς να φανταστείς δύο ανθρώπους να κάθονται στο τζάκι δίπλα, τα παιδιά τους να ’ναι τακτοποιημένα ή τα εγγόνια τους και να κάθονται στο τζάκι δίπλα, μία γριούλα και έναν παππούλη, και να του λέει ο άλλος: «Να σου φτιάξω ένα χαμομήλι να πιεις; Μήπως θες να σε τρίψω;» και τα λοιπά. Η καλή εικόνα είναι αυτή. Και υπάρχει κι άλλη εικόνα όμως, της γκρίνιας. «Εγώ δεν σου ’πα να μην πάρεις αυτό;». «Εσύ μου είπες το πρωί. Το ξέχασες;» «Όχι, δεν σου είπα εγώ και ό,τι θες κάνεις». Είναι, λοιπόν, από τέτοια πράγματα, τα οποία ακούγονται αστεία αυτή τη στιγμή έτσι; Είναι τα πιο δύσκολα μέτρα τα τελευταία του έγγαμου βίου αυτά. Σαράντα οχτώ χρόνια. Πολύ δύσκολα τα τελευταία μέτρα. Θέλει πολλή προσοχή, διότι είναι παραξενιές μας –αρχίζουνε–, φυσιολογικές παραξενιές. Αρχίζουμε και ξεχνάμε, δεν θυμόμαστε. «Εμένα μου το ’πες αυτό; Ποτέ μου το ’πες;» «Βρε, προηγουμένως δεν σ’ το ‘πα;» «Όχι, δεν σου ’πα να πάρεις τέτοιο ψωμί, δεν σου ’πα. Που ήσουνα; Λείπεις τόση ώρα». Δύσκολα. Πρέπει να μακροθυμούμε και να έχουμε υπομονή ούτως ώστε –πώς να το πω;– να μην είναι τα τελευταία μας χρόνια τουλάχιστον, οι γύρω μας να μην τα θυμούνται ως: «Πω πω, αυτοί οι άνθρωποι τι περάσανε, ρε παιδιά;». Εντάξει. Είναι δύσκολα και είναι η πραγματικότητα αυτό. Και σήμερα, έτσι όπως έχει γίνει ο κόσμος…
Αλλά πάντοτε –ξαναγυρνάω εγώ– , αλλά σαν τα Χριστούγεννα δεν είναι τίποτα. Τα Χριστούγεννα και τίποτα άλλο. Οδός Αιόλου. Ήτανε… μες στη μέση στήνανε πάγκους και πουλάγανε παιχνίδια. Η Οδός Αιόλου ήταν ο δρόμος που ήταν το «Μινιόν», ο «Λαμπρόπουλος», ο «Δραγώνας», τα μεγάλα καταστήματα αυτά. Ήταν για τον κόσμο τον πολύ, που δεν είχε τη δυνατότητα για μεγάλα πράγματα στην τσέπη του, η Οδός Αιόλου. Δηλαδή, πούλαγε το τσίγκινο το παιχνίδι, την πλαστική κούκλα, και τα λοιπά. Εκεί, λοιπόν, ήταν ένας άλλος δρόμος όμως. Ήταν η Οδός Ερμού, όμως από την άλλη μεριά. Στην Οδό Ερμού υπήρχανε μικρά καταστήματα παιχνιδιών –πάλι στα Χριστούγεννα κολλάω– , παιχνιδιών, τα οποία ήταν απλησίαστα για να πάρεις ένα παιχνίδι. Πανάκριβα παιχνίδια, εκλεκτά παιχνίδια. Ήταν ο «Μαγγιώρος», ήτανε… στην Οδό Σταδίου ήταν η «Πανελλήνιος Αγορά», φοβερό μαγαζί. Και βέβαια τα ρούχα στην Οδό Ερμού ήτανε. Φανταστείτε, υπάρχει το ιστορικό κατάστημα του Αλεξανδράκη, προς το τέλος της οδού Ερμού, πριν την Καπνικαρέα, το οποίο είναι ιστορικό το κατάστημα και υπάρχει ακόμη. Ο ιδιοκτήτης ο Αλεξανδράκης πέθανε πριν από δύο τρία χρόνια, ονομαστός. Αυτό το κατάστημα είχε δύο βιτρίνες. Στη μία βιτρίνα του θα έβλεπες ένα μαντίλι τσέπης και να γράφει από κάτω μία τιμή, σημερινά σε ευρώ μπορεί να γράφει 1.500 ευρώ και στην άλλη βιτρίνα να βλέπεις ένα γιλέκο, ένα φουλάρι και να σου γράφει από κάτω 3.500 ευρώ. Εκεί για να έμπαινες μέσα… Πρώτα πρώτα ο κύριος Αλεξανδράκης, ο ιδιοκτήτης, τον έβλεπες, ήταν πάντοτε με κοστούμι, σακάκι μπλέιζερ, παπιγιόν μονίμως. Μιλάμε για ευγένεια, το άκρον άωτον ήταν, έμπαινες μέσα. Ήτανε καταστήματα για αυτούς που άντεχε η τσέπη τους η Οδός Ερμού και όλα τα άλλα, όλα τα μαγαζιά στην Οδό Ερμού.
Τα εκλεκτά παιχνίδια, που λες, τι ήταν;
Τα εκλεκτά παιχνίδια ήταν πανάκριβα, ευρωπαϊκά παιχνίδια, όχι ελληνικά παιχνίδια. Αυτοκινητάκια, στρατιωτάκια, τρένα. Τα τρένα ήταν πάντοτε, τα τρένα ήτανε τα πιο ακριβά δώρα, τα πιο ακριβά παιχνίδια. Και τα στρατιωτάκια, πολύ ακριβά στρατιωτάκια. Εγώ είχα πολλά στρατιωτάκια και το ’χω μετανιώσει που τα ’δωσα. Θα με ακούσει κανείς, τα ’δωσα στα ανίψια μου και μάλιστα πάρα πολλές φορές μου έρχεται στο μυαλό να τα πάρω τηλέφωνο και να πω: «Παιδιά, τα έχετε; Αν τα έχετε, σας παρακαλώ πολύ, τουλάχιστον να τα βγάλω μία φωτογραφία. Μου τα δίνετε;». Ναι, είχα πάρα πολλά στρατιωτάκια, πολύ ακριβά πράματα. Στην Ερμού, δηλαδή οι κούκλες ήταν απλησίαστες, στην Ερμού. Τα ποδήλατα ήταν απλησίαστα στην Ερμού. Στην Οδό Αιόλου, όμως, έβρισκες τέτοια πράματα για να πάρεις στο παιδί. Και ένα ποδηλατάκι και την κούκλα την πλαστική, την έτσι, τα –πώς το λένε;– , την κουζινούλα για τα παιδάκια, να παίζουν με τα τηγανάκια. Τσίγκινα πράματα, ευτελή. Αυτά, αν τα ’βρισκες στα μαγαζιά τα καλά, ήταν πανάκριβα αυτά όλα. Πανάκριβα ήταν αυτά τα πράγματα. Ναι, ήταν πανάκριβα.
[00:40:00]Επίσης, μου είπες ότι είχατε φυσικό χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Φυσικό πάντα.
Ποια ήταν η διαδικασία; Δηλαδή, από πού ξεκινούσε;
Ναι. Κάθε χρόνο… Πρώτα πρώτα ο πατέρας μου είχε έναν συγκεκριμένο ανθοπώλη, που παίρναν το χριστουγεννιάτικο δέντρo. Ο οποίος ανθοπώλης, παρεμπιπτόντως –πώς τον είχε αυτόν συγκεκριμένα– αυτόν τον είχε στρατιώτη στη Μικρά Ασία. Αν είναι δυνατόν. Και μία μέρα σε ανύποπτο χρόνο, όπως πέρναγε ο πατέρας μου, τον είδε αυτός και τον θυμήθηκε. Του λέει: «Κύριε διοικητά, εσείς δεν είσαστε;». Από τότε ο πατέρας μου τα Χριστούγεννα έπαιρνε το χριστουγεννιάτικο δέντρο από αυτόν. Πώς το παίρναν το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Το χριστουγεννιάτικο δέντρο έπρεπε να βρούμε ή ταξί μεγάλο, για να μεταφέρουμε, ή κατ’ ανάγκη με τα πόδια. Και το κρατάμε τώρα σ’ όλον τον δρόμο από τα ανθοπωλεία στη Βουλή… Τα ανθοπωλεία στη Βουλή μιλάμε τώρα, έτσι; Ήταν το νούμερο 10 αυτό το ανθοπωλείο. Είχανε νούμερο απέξω. Αυτό που παίρναμε το δέντρο μας ήταν το νούμερο 10. Το θυμόμαστε –παιδάκια τότε– , σήμερα μεγάλοι το θυμόμαστε ακόμα. Λοιπόν, έπρεπε να το πάρουμε με το χέρι να το πάμε στο σπίτι. Μαρτύριο. Αλλά ήταν η αγωνία μας τέτοια και η χαρά μας τέτοια… Πρώτα πρώτα μοσχοβόλαγε όλο το σπίτι. Δεν ξέρω τι είχαν τα έλατα τότε και τι έχουμε σήμερα. Το σπίτι μύριζε επί έναν μήνα αυτή τη μυρωδιά τη φοβερή του ελάτου. Ήταν φυσικό. Μετά τα, τα ξεστολίζαμε, πολλά παιχνίδια. Τα ξεστολίζαμε, εντάξει. Τα καίγανε άλλοι αν είχανε τζάκια και τα λοιπά και πήγαινε έτσι. Αλλά ήταν, ήτανε το φυσικό δέντρο, το έλατο. Μύριζε, μύριζε. Το σπίτι όλο, αν προσθέσεις… Πρόσεξε, όλο το σκηνικό των Χριστουγέννων το κάνει ο κουραμπιές, το κάνει το μελομακάρονο, το κάνει η βασιλόπιτα, το κάνει το δέντρο το χριστουγεννιάτικο. Κατάλαβες; Όλο αυτό, αν βγάλεις ένα, κάτι λείπει απ’ το σκηνικό των Χριστουγέννων. Δεν είναι ολοκληρωμένο. Κατάλαβες; Λοιπόν, αυτό είχε και τη μυρωδιά μέσα. Μύριζε το έλατο. Όταν, λοιπόν, μετά από χρόνια… Γιατί άρχισαν και ακριβαίναν μετά αυτά. Φτηναίνανε τα ψεύτικα και ακριβαίναν τα έλατα. Εν τω μεταξύ, βγήκανε το: «Μην καταστρέφετε τα δάση, μην κόβετε». Βέβαια, αυτό, αν το ξέρετε, τα τελευταία χρόνια είναι… υπάρχουνε φυτείες από έλατα που καλλιεργούνται και κόβονται υποχρεωτικά. Τέλος πάντων. Μετά, λοιπόν, αρχίζαν και έγινε το ανάποδο. Σήμερα είναι πάμφθηνα τα ψεύτικα και είναι πανάκριβα… Μέχρι και στη Χίο, όταν ήρθαν, τα τρία πρώτα χρόνια παρήγγελνα και μου φέρναν απ’ την Αθήνα φυσικό έλατο. Δεν μπορούσα να το χωνέψω αυτό το πράγμα, ψεύτικο, δεν μου ερχότανε. Πόσω μάλλον και το καραβάκι, το οποίο, βέβαια, δεν το κατακρίνω, για όνομα του Θεού. Αλλά… Στο νησί δεν μπορούσα να φανταστώ εγώ… Βέβαια, για να μην παρεξηγηθούμε, το έλατο και τα Χριστούγεννα, έτσι όπως τα ζούμε τα τελευταία χρόνια, δεν είναι δικά μας έθιμα. Αυτά έχουν έρθει Αυστρία, Γερμανία και δεν μαζεύεται και τα λοιπά. Coca-Cola, Άγιος Βασίλης. Το θέμα είναι ότι με αυτά, όμως, μεγαλώσαμε εμείς παιδιά. Δεν ήταν για δύο τρία χρόνια, να πεις: «Ξέχασέ τα, βρε, αυτά». Δεν γίνεται, με αυτά μεγαλώσαμε. Εκατό χρόνια, διακόσια χρόνια, τριακόσια χρόνια, έτσι δεν είναι; Όλες αυτές οι μελωδίες, οι χριστουγεννιάτικες, οι οποίες γράφτηκαν από φοβερούς μουσικούς. Οι περισσότεροι ήταν Αυστριακοί, Γερμανοί. Τι να κάνουμε τώρα; Επειδή ήταν Γερμανοί, δεν θα τα ξανακούσουμε; Το «Άγια νύχτα» ή το «Έλατο» δεν θα το ξανακούσουμε; Δεν γίνεται. Με αυτά μεγαλώσαμε, μελωδίες φοβερές. Έχουνε γράψει μουσική αυτοί οι άνθρωποι, δεν είναι... Μ’ αυτά μεγαλώσαμε, πώς θα γίνει; Λοιπόν, έτσι. Εγώ πάντοτε είμαι κολλημένος στα Χριστούγεννα, σας λέω. Στο Πάσχα όχι και τόσο. Το Πάσχα έχει άλλη... Στο Πάσχα θα ζήσεις άλλου είδους βιώματα. Το Πάσχα είναι εορτή της αγάπης. Και είναι όμορφο πράγμα, αν μπορεί ο κάθε ένας πραγματικά να ζήσει τη Μεγάλη Βδομάδα και το Πάσχα. Είναι πολύ όμορφο πράγμα. Τότε θα καταλάβει τι σημαίνει, τι σημαίνει Πάσχα. Αλλά, άλλη ομορφιά αυτή, άλλη ομορφιά… Χριστούγεννα, Χριστούγεννα, πάει το μυαλό σου στη ζεστασιά, στη θαλπωρή, στο χιόνι, στο… στο τζάκι. Εκεί πάει το μυαλό σου, πάντοτε. Κατάλαβες;
Θυμάσαι κάποια συγκεκριμένα Χριστούγεννα που δεν τα ξεχνάς με τίποτα; Για να δημιουργηθούν κάπως εικόνες.
Ναι, θυμάμαι κάποια Χριστούγεννα. Δεν ξέρω για ποιον λόγο. Νομίζω πρέπει να ’μουνα, πρέπει να ’μουνα λίγο άρρωστος, αδιάθετος, και είχανε φύγει απ’ το σπίτι όλοι –οι γονείς μου και τα αδέρφια μου– να πάνε επίσκεψη σ’ ένα άλλο συγγενικό σπίτι και με είχαν αφήσει εμένα μόνο μου στο σπίτι. Χριστούγεννα. Το θυμάμαι πάρα πολύ και είχα ένα πολύ μικρό τρενάκι, πολύ φτηνό, το οποίο έκανε μόνο ένα κύκλο, γύρναγε ένα τρένο και ένα κύκλο. Και να κάθομαι μόνος μου και να στενοχωριέμαι και να λέω: «Κοίτα, και μ’ αφήσανε μόνο μου τώρα και αυτό το τρενάκι είναι πάρα πολύ μικρό», γιατί είχα δει εγώ μεγάλα τρένα. Και προσπαθούσα με χαρτόνι, με χαρτόνι να καθίσω –γιατί τα κατάφερνα σ’ αυτά– , να καθίσω να του φτιάξω βαγόνια μόνος μου από χαρτόνι και να τα βάψω. Και, αν είναι δυνατόν, ναι, μέχρι να επιστρέψουνε απ’ την επίσκεψη οι γονείς μου και τα αδέρφια μου, να έχω φτιάξει εγώ τέτοια πράγματα. Ναι, και ήμουν στεναχωρημένος πάρα πολύ γι’ αυτό, πολύ στενοχωρημένος. Τώρα τι μου θυμίσατε, θα σας πω. Εκείνη την εποχή –και τώρα γίνεται και εδώ πέρα στη Χίο– γύρναγε η φιλαρμονική του Δήμου, τα ξημερώματα 4:00 η ώρα, 5:00 η ώρα, τους δρόμους των Αθηνών και έπαιζε χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Μία εποχή, λοιπόν, κάποια Χριστούγεννα, παραμονή Χριστουγέννων –Χριστούγεννα παραμονή– , ναι, πέρασε η φιλαρμονική του Δήμου, που ήτανε, το σπίτι μου ήτανε Καλλισπέρη και Καρυατίδων, απέναντι απ’ το θέατρο του Ηρώδου του Αττικού, τώρα σας λέω. Εντάξει; Ήτανε κατηφόρα. Το σπίτι μου ήτανε γωνιακό και τα παράθυρα επί της κατηφόρας η πόδια τους ήταν χαμηλά, κάτω χαμηλά. Είχανε κουραστεί οι άνθρωποι, έκανε και κρύο και κάθισαν να ξαποστάσουνε. Και είχε καθίσει ένας με το τύμπανο –την γκρανκάσα, το μεγάλο τύμπανο–, είχε καθίσει στο παράθυρο και τον είχε πιάσει φαγούρα, το θυμάμαι. Τον είχε πιάσει φαγούρα στην πλάτη του και πήγε και ξυνόταν στο παράθυρο. Στο δωμάτιο αυτό μέσα κοιμόταν η νύφη μου και την ξύπνησε. Και ακούει τις ομιλίες και έλεγε αυτός: «Αχ, μια ανακούφιση, παιδιά! Ξύσε με κι άλλο, ξύσε με κι άλλο». Και γυρνάει και του λέει – ανοίγει το παράθυρο: «Βρε άνθρωπε του Θεού, εδώ ήρθες να ξυστείς; Δεν μας αφήνεις πρωί πρωί να κοιμηθούμε;» Ναι, ναι, το θυμάμαι. Τέτοια αστεία είχαμε. Είχαμε και αστεία, αστεία γεγονότα τότε. Το θυμάμαι, ναι, ναι. Πέρναγε μουσική από όλους τους δρόμους και έπαιζε. Να πάμε να πούμε τα κάλαντα. Τι ωραία, τι ωραία. Παίρναμε έναν σπάγκο μαζί μας και περνάγαμε τις δεκάρες μέσα που μας δίνανε. Τα νομίσματα –οι δραχμές, ναι, που είχαμε– από τα σπίτια που λέγαμε τα κάλαντα, τι μας δίνανε; Μας δίνανε είκοσι λεπτά, μία δεκάρα, πέντε δεκάρες. Αυτά είχαν μία τρύπα μες στη μέση, η δεκάρα. Και για να μην τα χάναμε, είχαμε ένα σπάγκο και τα περνάγαμε μέσα. Άντε να ’πεσε σε κανένα πλουσιόσπιτο και να σου ’δινε μία δραχμή. Μία δραχμή. Δεν είχε τρύπα η μία δραχμή. Λοιπόν, ξεποδαριαζόμαστε, να φεύγουμε απ’ τις 5:00 η ώρα το πρωί, για να γυρίσουμε στη γειτονιά να πούμε τα κάλαντα και το πολύ πολύ να μαζέψουμε 20 δραχμές, 25 δραχμές μετά βίας. Έπρεπε να περάσουμε από πολλά σπίτια, πολλούς δρόμους. Αυτά. Και να γυρίσουμε στο σπίτι, κάτι να πάμε να ψωνίσουμε μ’ αυτά, ένα παιχνιδάκι πάντως. Σήμερα δεν υπάρχουν αυτά. Δεν υπάρχουν αυτά τα πράγματα σήμερα. Ναι.
Το χριστουγεννιάτικο τραπέζι;
Το χριστουγεννιάτικο τραπέζι ήταν όνειρο. Όλη η οικογένεια καθόταν στο τραπέζι, με όλα τα καλά του Θεού απάνω στο τραπέζι. Τα οποία, βέβαια, τα βλέπαμε μια φορά τον χρόνο, έτσι; Δεν υπήρχε περίπτωση να το ’βλεπες και την επόμενη εβδομάδα, τη γαλοπούλα. Ξέχασέ την. Την είδες; Άντε και να ’χαμε και καμιά φωτογραφική μηχανή να τη βγάζαμε φωτογραφία, δεν υπήρχαν και φωτογραφικές μηχανές. Η γαλοπούλα η γεμιστή, η σούπα και όλα αυτά που ’χαμε, τα καλούδια. Αλλά ήτανε το… ήτανε το όλο, ήταν όλη η οικογένεια μαζί, ήταν όλη η οικογένεια μαζί. Αυτό που λέμε πατριαρχική οικογένεια. Αυτά, άμα τα ακούσει κάποιος, θα σας πει: «Αυτόν, από πού πήγες και τον ανακάλυψες; Απ’ το παλαιοντολογικό μουσείο;». Θα σας πω τώρα κάτι, γιατί το λέω αυτό. Δεν υπήρχε περίπτωση να αγγίξουμε πιρούνια ή μαχαίρια ή πιάτα, αν δεν καθόμαστε όλοι στο τραπέζι και αν δεν έκανε, αν δεν έκανε προσευχή ο πατέρας. Δεν περίμενες να ακουμπήσεις σήμερα. Στρώνουν τραπέζια, αφήστε που δεν είναι ποτέ στο τραπέζι όλοι και αρχίζει και τρώει, και τρώει ο καθένας. Ναι, το ακούει κάποιος δύσκολα αυτό το πράμα. Αυτά, όμως, συμπληρώνουνε, αυτά που σας λέω σήμερα, τα βιώματα, όλα αυτά το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Με δύο –πώς τα λένε;– κηροπήγια απάνω. Πάντοτε η μητέρα, η μητέρα τράβαγε όλο το... –όχι η μητέρα η δικιά μου, όλες οι μητέρες– τράβαγαν όλο το λούκι. Να προλάβουν να ετοιμάσουν τα φαγητά, να ετοιμάσουνε τη βασιλόπιτα. Να, να, να, να… χίλια δυο. Και ήταν ο μόνος άνθρωπος, ο οποίος δεν καθόταν πολλή ώρα στην καρέκλα για [00:50:00]να φάει, πηγαινοερχόταν στην κουζίνα, πηγαινοερχόταν στην κουζίνα. Ναι. Το τραπέζι το χριστουγεννιάτικο μου ’χει μείνει. Μου ’χει μείνει το τραπέζι το χριστουγεννιάτικο, αυτό. Ναι, ήταν ωραία, ωραία χρόνια. Tι θέλετε να σας πω άλλο;
Απ’ τα Χριστούγεννα θέλω. Είναι τώρα και αυτές οι μέρες.
Ναι, είναι οι ημέρες των Χριστουγέννων τώρα.
Με τα δώρα τι γινόταν;
Με τα δώρα, θα σας πω τώρα που θυμήθηκα πάλι κάτι. Δεν ξέρω τι είχε πιάσει την αδερφή μου –μεγαλύτερη από μένα κατά δύο χρόνια– και ήθελε κάποια Χριστούγεννα να της πάρουν οι γονείς μου μία κούκλα μαύρη. Αν είναι δυνατόν. Από τότε ήτανε –πώς τους λένε;–, θα γινόταν ακτιβίστρια η αδερφή μου; Πόσων χρονών ήταν αυτό που σας λέω τώρα; Η αδερφή μου –αυτό που σας λέω– πρέπει να ’τανε τότε 11-12. Να γυρνάμε, λοιπόν, παραμονή Χριστουγέννων, να έχει αρχίσει να ψιλοχιονίζει στην Αθήνα, να γυρνάμε να ψάξουμε να βρούμε μαγαζί που πουλάει κούκλες μαύρες. Μαύρες, αραπίνες δηλαδή. Ρε, είχαμε φάει όλη την Αθήνα. Τελικά βρήκαμε στον «Καστρινάκη», ένα μαγαζί πολύ ακριβό, στην Οδό Αιόλου. Τελευταία στιγμή, έκλεινε ο άνθρωπος. Βρήκαμε, λοιπόν, βρήκαμε την κούκλα που ’θελε η αδερφή μου σ’ αυτό το μαγαζί και της την πήραμε. Ήταν αραπίνα κούκλα. Άκου, πού της είχε έρθει τώρα της αδερφής μου να βρει κούκλα αραπίνα; Ούτε τηλεόραση είχαμε –να πεις–, άντε, από τα βιβλία, τα παραμύθια, τι να ’χε δει; Τη «Καλύβα του μπαρμπα-Θωμά», το φοβερό παραμύθι. Τι άλλο να είχε δει εικόνες μπροστά της για να έχει τους μαύρους, νέγροι, πώς είναι. Είχε λυσσάξει να βρει. Τελικά της βρήκαμε κούκλα αραπίνα, την οποία μάλιστα, θυμάμαι, πολλά χρόνια την είχαμε στο σπίτι και παίζανε τα εγγόνια μετά και… και όλα αυτά. Το θυμάμαι και αυτό και να βρέχει. Θυμάμαι για το μπαλόνι. Σου το ’χω πει; Όχι. Είχαμε πάρει ένα τεράστιο, τεράστιο μπαλόνι ήτανε. Πού θα το μεταφέρουμε το μπαλόνι τώρα; Αυτό που σας λέω τώρα το μπαλόνι πρέπει να ’ναι 1955; 1956, κάπου κει. Βρίσκουμε ένα ταξί πολύ μεγάλο. Εκείνη την εποχή τα ταξί ήταν πολύ μεγάλα και ήτανε δωδεκαθέσια, οκταθέσια. Είχανε σκαμνάκια μέσα και ανοίγαν και καθόντουσαν. Βρήκαμε ένα ταξί μεγάλο, μπαίνουμε μέσα ο πατέρας μου, εγώ και οι δύο μου οι αδερφές. Με το μπαλόνι μέσα, να το χώσουμε μες στο… στο ταξί, φουσκωμένο το μπαλόνι, τεράστιο. Το θυμάμαι. Ήτανε θαλασσί και είχε αστεράκια άσπρα πάνω. Πάμε, λοιπόν, με το ταξί να φτάσουμε στο σπίτι. Με το που φτάνουμε στο σπίτι και πάμε να κατέβουμε απ’ το ταξί, σπάει το μπαλόνι. Θυμάμαι το κλάμα που ρίξαμε και τα τρία παιδιά, που μας έσπασε το μπαλόνι. Να το κουβαλάμε όλη τη διαδρομή με το ταξί και το μπαλόνι να σπάσει. Και αυτό ήταν πάλι μέσα στα Χριστούγεννα. Και αυτό ήταν στα Χριστούγεννα μέσα. Ναι. Ξέρεις, φτιάχναμε πράγματα... για τα Χριστούγεννα μιλάμε. Τώρα θα τα ακούσει κάποιος, θα λέει: «Καλά, αυτός κολλημένος είναι; Τι έχει πάθει;». Ας με πούνε κολλημένο. Λοιπόν, επειδή δεν είχαμε υλικά, όπως έχουνε σήμερα τα πάντα, τη φάτνη του χριστουγεννιάτικου δέντρου, πώς τη φτιάχναμε. Φτιάχναμε φοβερή φάτνη. Μας είχανε δείξει, μας είχανε μάθει, εν πάση περιπτώσει. Φάτνη φοβερή, βράχια κτλ. Έπρεπε να τα χρωματίσουμε. Με τι να τα χρωματίσουμε; Εκείνη την εποχή, μιλάμε τώρα δεκαετία του ’50. Ξέρετε με τι τα χρωματίζαμε; Με τις μπογιές που βάφαμε τα παπούτσια. Οι οποίες μπογιές τότε ήτανε σε μπουκάλια. Ήτανε νερουλές. Λοιπόν, και με αυτές περνάμε πινέλα και βάφαμε τη φάτνη, τα βράχια, τα χιόνια και τα λοιπά. Με το καφέ, το ανοίγαμε, πιο ανοιχτό και τα λοιπά, μαύρα. Με τις μπογιές που βάφαμε τα παπούτσια, φτιάχναμε τη φάτνη. Ναι, ναι, φοβερό πράγμα ήτανε.
Και ποιος σας είχε μάθει να φτιάχνετε; Στο σχολείο;
Εμάς, εμάς –όχι στο σχολείο–, εμάς ένας συγγενής μου μας είχε δείξει, ας είχε δείξει –ήταν καλλιτέχνης αυτός– και μας είχε δείξει και φτιάχναμε τη φάτνη, την οποία μέχρι τώρα ακόμη τα τελευταία χρόνια έτσι τη φτιάχνουμε τη φάτνη. Αν θα φτιάξω φάτνη, τη φτιάχνω έτσι πάλι. Αλλά θέλω να σου πω, σήμερα υπάρχουνε τα μέσα, υπάρχουνε μπογιές, υπάρχουν πράματα, ό,τι θες. Όπως θυμάμαι τα λαμπάκια στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, τα οποία ήτανε πανάκριβα τότε. Να βάλεις φώτα στο χριστουγεννιάτικο, πολύ ακριβά ήταν αυτά. Μην κοιτάτε σήμερα που τα πουλάνε… πουλάν αυτές τις «ψείρες» που λένε. Τα έχω όλα. Αυτά δεν τα ’δωσα. Έχω τα λαμπάκια που βάζαμε στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, τα οποία είναι αγορασμένα το 1952, ’53, ’54, ’55 και έχω και τα στολίδια του δέντρου εκείνης της εποχής που τα ‘χαμε αγοράσει. Και τα φυλάω ως κόρην οφθαλμού. Και όχι μόνο αυτό, θα σας πω και κάτι άλλο. Μπορεί κάποιος να τ’ ακούσει και να πει και να σου πει: «Αυτός είναι τρελός τελικά». Εγώ. Είμαι τρελός. Τα έχω στα κουτιά τους, έτσι όπως τα ’χαμε πάρει τότε μ’ αυτά τα χαρτιά μέσα και με αυτά τα μπαμπάκια. Και θα σας πω και κάτι απίθανο. Κάθε φορά που τα ανοίγω για να στολίσω το δέντρο, τα μυρίζω πρώτα. Και μυρίζουνε, μυρίζουνε Χριστούγεννα. Όσο και να σας φαίνεται παλαβό αυτό το πράγμα, αλλά μυρίζουνε Χριστούγεννα. Έχουνε μέσα τη χρυσόσκονη και όλα αυτά, τα ανοίγω με πολύ μεγάλη προσοχή, γιατί τα παιχνίδια εκείνη την εποχή ήτανε πολύ, πολύ λεπτά. Σπάγανε αμέσως οι μπάλες, αν δεν πρόσεχες. Ναι.
Πώς μοιάζαν αυτά;
Όπως είναι σήμερα οι μπάλες. Δεν είχανε, βέβαια, τέτοια πολυχρωμία που ’χουνε σήμερα και έτσι όπως είναι πανάκριβα τα σημερινά πάλι. Είχαν διάφορα μεγέθη. Μπάλες μικρές, μεγάλες. Οι πολύ μικρές είναι... τα ενώναμε όλα μαζί και φτιάχναμε γιρλάντες, μπαλάκια μικρά γύρω γύρω. Ήτανε σπιτάκια μικρά. Ανοίγαμε μία τρύπα από κάτω και χώναμε ένα λαμπάκι και τα βάζαμε απάνω στη φάτνη τώρα. Η φάτνη, βουνό ολόκληρο, βράχος, έτσι; Και βάζαμε τα σπιτάκια αυτά και κάνανε φως από μέσα και ναι. Τα ’χω αυτά όλα. Τα ’χω, δεν τα ’χω δώσει αυτά, δεν τα ’χω δώσει. Ναι, ναι, το χριστουγεννιάτικο δέντρο είναι… βιώματα.
Και τα δώρα πότε τα ανοίγατε;
Πρωτοχρονιά. Να ξυπνήσουμε το πρωί, θα σηκωθούμε και τρέχαμε κατευθείαν στο δέντρο, να ανοίξουμε τα δώρα. Απαγορευόταν να ανοιχτούν τα δώρα. Τα δώρα κανονικά, κατά τα ειωθότα, τα φέρνει ο Άγιος Βασίλης, υποτίθεται, έτσι; Ο Άγιος Βασίλης πότε έρχεται; Την Πρωτοχρονιά. Πώς θα πας εσύ απ’ τις 25, απ’ τις 25 Δεκεμβρίου; Ο Άγιος Βασίλης δεν έχει φτάσει ακόμη, είναι στο δρόμο, τώρα έρχεται. Αυτό το νόημα έχει και τα ανοίγουνε, τα ανοίγαμε την Πρωτοχρονιά τα δώρα. Θα μου πεις: «Και ενδιάμεσα, πώς θα ’παιζες τώρα;». Εντάξει, γινόντουσαν και ζαβολιές. Ενδιάμεσα κάτι θα μας παίρνανε μέχρι να έρθει η Πρωτοχρονιά, για να πάρουμε το καλό το δώρο, να ανοίξουμε, να ανοίξουμε το καλό δώρο. Τι να γίνει; Εντάξει, είχαμε και τα παιχνίδια απ’ τα προηγούμενα χρόνια. Δεν τα πετάγαμε, δεν τα πετάγαμε. Ναι. Ναι, έχουμε ζήσει, όπως σας είπα, έχουμε ζήσει φτώχεια μεγάλη. Δηλαδή, όπως έλεγα, ας πούμε, δεν υπήρχε περίπτωση να ανοίξεις ψυγείο και να έχει μέσα φιλέτο γαλοπούλα ή αυτό το τυρί το Γκούντα, που βάζουμε στο τοστ σήμερα. Αστειευόμαστε τώρα; Πρώτα πρώτα ψυγεία αρχίσαν να κυκλοφορούνε… Θυμάμαι την έκθεση με τα πρώτα ελληνικά ψυγεία, έγραφε απέξω: «Αιώνια παγωμένα βουνά, Άλπεις». Ήταν στην Οδό –το θυμάμαι– , ήτανε στην Οδό Φραντζή. Ένας κεντρικός δρόμος που βγαίνει στου Φιξ. Ξεκινάει από τον Αϊ-Γιάννη, την εκκλησία, πάνω στη Βουλιαγμένης και βγαίνει στου Φιξ. Εκεί ήτανε, λοιπόν, η αντιπροσωπεία των ελληνικών ψυγείων. «Αιώνια παγωμένα βουνά, Άλπεις». Λοιπόν, τα ψυγεία τότε, ήταν με πάγο. Δεν υπήρχαν ηλεκτρικά ψυγεία. Όπως πρόλαβα και το φανάρι εγώ, είχαμε και φανάρι στο σπίτι. Όσοι δεν είχαν ψυγείο, είχαν το φανάρι, το βάζανε μέσα, το τυρί. Λοιπόν, τι… τι να τρώγαμε; Κόβαμε μία φέτα ψωμί και την αλείφαμε απάνω με πελτέ ντομάτα. Την παίρναμε και τρώγαμε. Ή θα το βρέχαμε, αν ήταν παξιμάδι, το βρέχαμε και βάζαμε ζάχαρη απάνω. Δεν υπήρχανε –πώς τα λένε, αυτά που δίνουνε σήμερα;– κάτι σοκολατένια αβγά στα παιδάκια, που τρώνε και τέτοιες αηδίες και ζαμπόν, τοστ. Τι είναι αυτό, ρε; Τι τοστ; Τι λέμε τότε; Και στα καλύτερά μας χρόνια στο Γυμνάσιο, που είχε καντίνα το Γυμνάσιό μας μέσα, στο διάλειμμα τι πουλούσε; Πουλούσε κουλούρι και σάμαλι, τίποτα άλλο. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο. Κουλούρι στρογγυλό και σάμαλι. Το σάμαλι δεν μ’ άρεσε εμένα.
Το σάμαλι είναι σαν ραβανί;
Ναι, μπράβο. Το ραβανί είναι. Με πολλά σιρόπια και τέτοια πράγματα. Ναι, ναι, ναι, αυτό. Δεν υπήρχαν αυτά τα πράγματα. Στο ψυγείο τι να βάλεις; Δεν… Τα ψυγεία, μετά βγήκαν τα πρώτα ηλεκτρικά ψυγεία που βγήκανε. Θυμάμαι το ψυγείο που πήραμε στο σπίτι μας ήτανε μάρκα Kelvinator. Το θυμάμαι. A, ποια... Στο σπίτι ψυγείο ηλεκτρικό, μιλάμε... Τι συζητάς; Να ’χει το καλοκαίρι και να ’χεις στο ψυγείο μέσα τη δυνατότητα να ’χεις παγάκια; Τι να σου πω τώρα;
Θυμάσαι την πρώτη μέρα που μπήκε το ψυγείο μες στο σπίτι;
[01:00:00]Αν το θυμάμαι λέει; Με τους ανθρώπους που το φέραν, το κουβαλήσαν, το βάλαμε, πού θα το βάλουν. Και η χαρά μας να το βάλουμε στην πρίζα, να το ακούσουμε να δουλέψει το ψυγείο. Ναι, ναι, ναι. Άσε που μας κυνηγάγανε μετά: «Μην ανοίγετε πολλές φορές το ψυγείο. Μην ανοίγετε το ψυγείο. Φεύγει η ψύξη από μέσα». Ναι. Τώρα ξεχνιούνται αυτά τα πράγματα; Δεν ξεχνιούνται αυτά τα πράγματα. Ναι, ναι… Εμένα το σπίτι μου, πάρα πολύ ωραίο σπίτι είχαμε. Του οποίου η κουζίνα μέσα –πολύ μεγάλη κουζίνα, πάρα πολύ μεγάλη κουζίνα– ήταν με εστίες για φωτιά, για ξύλα. Πλακάκια γύρω γύρω όλο. Ήταν τρεις εστίες ήτανε. Το τροφοδοτούσαμε με φωτιά από κάτω κτλ. και μπαίναν απάνω οι κατσαρόλες. Στην καλύτερη περίπτωση, λοιπόν, όταν αυτό σταμάτησε, γιατί πια είχε αρχίσει, είχε αρχίσει και δυσκόλευε το πράγμα τώρα να έχεις κάρβουνα στο σπίτι και τέτοια πράγματα και ξύλα, ήρθε το γκάζι. Εκείνη την εποχή το λέγαμε φωταέριο. Το γκάζι, που είναι σήμερα το Γκάζι στην Οδό Πειραιώς... Το Γκάζι, που λέμε, που γίνονται εκδηλώσεις και τέτοια πράγματα, εκεί ήτανε το εργοστάσιο παραγωγής φωταερίου, εντάξει; Από κει, το φωταέριο, το οποίο τροφοδοτούσε την Αθήνα όλη. Και στα σπίτια είχαμε γκάζι. Λοιπόν, θυμάμαι την αγωνία μας κάθε βράδυ να πέσουμε, να κοιμηθούμε, έπρεπε ο πατέρας μας να σηκωθεί, αφού είχαμε κοιμηθεί και είχαμε ξαπλώσει όλοι, να πάει μες στην κουζίνα να ελέγξει αν είναι κλειστό το γκάζι. Για να μην πεθάνουμε απ’ το γκάζι. Μπορείς να πέθαινες απ’ το γκάζι. Να κοιτάξει αν είναι κλειστός, κλειστός ο διακόπτης. Έτσι, λοιπόν, μετά από τα ξύλα και το κάρβουνο, πήραμε γκάζι. Μετά από... Θυμάμαι η πρώτη ηλεκτρική κουζίνα –θα σου πω τώρα πότε ήρθε– πρέπει να την πήραμε το 1964. Ηλεκτρική κουζίνα, το θυμάμαι, ναι. Πάλι χαρά μας αυτή. Γιατί χαρά μας; Γιατί θα… θα ’ψηνε η μητέρα μας εκεί μέσα τα φαγητά. Θα ’ψηνε τα γλυκά εκεί πέρα, αντί να πηγαίνουμε στον φούρνο τη λαμαρίνα. Ήταν κάτι μαύρες λαμαρίνες τεράστιες, που βάζανε τα φαγητά, τα γλυκά και τα λοιπά και τα πηγαίναμε στο φούρνο, στον φούρνο για να τα ψήσει.
Στον φούρνο της γειτονιάς;
Της γειτονιάς τον φούρνο. Ναι, ο φούρνος, ναι. Δηλαδή, αν ήθελες να ψήσεις, ας πούμε, παραδείγματος χάρη, κατσικάκι με πατάτες ή με μακαρόνια ή με μανέστρα, έπρεπε να το πας στο φούρνο. Του πήγαινες του φούρναρη το κατσικάκι και του πήγαινες τα μακαρόνια χύμα, στο πακέτο, και τη μανέστρα. Και αυτός κανόνιζε πότε θα τα ’ριχνε μέσα στο ταψί και σου ’λεγε: «Την τάδε ώρα έλα να το πάρεις», να είναι ψημένο. Δεν είχαμε στο σπίτι τέτοια πράγματα. Και γι’ αυτό είπα στην αρχή, πρέπει να εκτιμήσουμε πώς ζούσαμε τότε και πώς ζούμε σήμερα. Και να εκτιμήσουμε αυτά που έχουμε σήμερα τα αγαθά. Πραγματικά να τα εκτιμήσουμε. Πραγματικά. Και να σκεφτούμε πώς ζούσαν αυτοί οι άνθρωποι πριν από εξήντα, εβδομήντα χρόνια τότε; Και μπορέσανε και επιβιώσανε. Λοιπόν, μη σας ζαλίσω άλλο. Αρκετά σας είπα. Θα γελάνε όποιος τα διαβάσει αυτά. Όποιος ακούσει.
Θέλω να μιλήσουμε λίγο ακόμα για τα Χριστούγεννα. Δεν μου είπες για τον Άγιο Βασίλη.
Ναι.
Είναι σημαντικό.
Ναι. Για τον Άγιο Βασίλη το πιστεύαμε ότι υπάρχει Άγιος Βασίλης, βέβαια. Εντάξει, εννοείται. Από κάποια ηλικία και μετά αρχίζαμε και συνειδητοποιούσαμε ότι: «Έλα, εντάξει, τώρα…». Μεγαλύτερη ηλικία όμως. Όχι 2 ετών. Δηλαδή, 7 χρονών, 8 χρονών. Τώρα και αρχίζαμε και συνειδητοποιούσαμε. Πάντοτε όμως, ασχέτως αν καταλαβαίναμε ότι τελικά δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης, έτσι όπως μας το… Πάντοτε, ακόμη και σήμερα εγώ: «Θα ’ρθει ο Άγιος Βασίλης». Έχει μείνει, έχει μείνει. Δεν είναι κακό αυτό να το… να το αφήσουμε να υπάρχει στα παιδιά.
Παρένθεση. Το χαρακτηριστικό της σημερινής μας εποχής ποιο είναι; Στους νέους και γενικώς. Δεν υπάρχει ρομαντισμός. Μηδέν, μηδέν. Ρομαντισμός. Ακόμη και ο Άγιος Βασίλης, που λέμε, είναι ρομαντικό τον Άγιο Βασίλη. Για φαντάσου τώρα να περνάει μέσα απ’ την καπνοδόχο. Τι λες, ρε παιδάκι μου; Και θα ’ρθει το βράδυ και θα πάει να βάλει στην κάλτσα μέσα τα δώρα. Και αυτό είναι μέσα στα πλαίσια του ρομαντισμού. Σήμερα έχουμε γίνει άγριοι. Πώς να το πω; Δηλαδή, είχα τρελάνει, είχα τρελάνει κάτι ανθοπωλεία να πηγαίνω κάθε μέρα και να παίρνω μία γαρδένια –ντρεπόμουνα– για να πάω στη γυναίκα μου, που θα παντρευόμουνα. Μία γαρδένια. Αυτά δεν υπάρχουν σήμερα. Δεν υπάρχει άνθρωπος αρραβωνιασμένος ή μη αρραβωνιασμένος, με τη μοντέρνα λέξη: «Πάω στη σύντροφό μου» –άμα την ακούω αυτή τη λέξη– και να της πάει ένα λουλούδι. Άντε στην καλύτερη περίπτωση γαϊδουράγκαθο θα της πάει. Δεν υπάρχουν αυτά τα πράγματα, δεν υπάρχει ρομαντισμός. Και αυτό το βλέπεις και στη μουσική τους. Τι μουσική είναι αυτή; Αυτή η μουσική, αν την ακούσει άνθρωπος, ο οποίος έχει κολλήσει κορονοϊό, θα γίνει καλά αμέσως. Τι είναι αυτή η μουσική; Η δική μας μουσική είχε ρομαντισμό. Και είχαμε –πώς να το πω;– , είχαμε, το ’χαμε μέσα μας αυτό το πράγμα. Τι μου θύμισες τώρα. Είχαμε ρομαντισμό –πώς να σου πω;– , δεν υπάρχει σήμερα. Σήμερα βλέπεις κάτι… Είναι ξεροί, μωρέ, οι νέοι σήμερα. Και οι μεγάλοι δηλαδή. Και το βλέπω, όχι μόνο αυτό. Και στις κινήσεις τους το βλέπεις αυτό το πράγμα. Στις κινήσεις τους, στη φωνή τους. Το βλέπεις, δεν ακούς –πώς να σ’ το πω– , τώρα είναι παλαβά πράγματα. Να ακούς απαλές φωνές, να, να, να… Σήμερα είναι αγριάνθρωποι. Ζουλού έχουνε γίνει όλοι. Τι είναι αυτό, τι είναι αυτό το πράγμα; Ρομαντισμός, πολύ μεγάλο πράγμα, πολύ μεγάλο... Γράμματα. Γράμματα. Έχω γράψει… Κάτσε να σου πω τώρα ιστορία ολόκληρη. Είκοσι εφτά μήνες στρατιώτης, εντάξει; Γιατί έπεσα πάνω στη... στα δύσκολα χρόνια της Κύπρου. Εμείς φάγαμε την Κύπρο στη μάπα. Λοιπόν, είκοσι εφτά μήνες στρατιώτης. Κάθε μέρα που ’μουνα στρατιώτης το λιγότερο έπρεπε να γράψω ένα γράμμα, στη γυναίκα μου, τη Λεμονιά. Κάθε μέρα. Το λιγότερο ένα. Φαντάσου, λοιπόν, όταν ήμουνα στο κέντρο –μόλις είχα παρουσιαστεί– πλησίαζε η ημέρα της γνωριμίας μας. Είναι 27, το 27 νούμερο, 27. Εγώ ήμουνα στην Τρίπολη φαντάρος καινούριος. Τι να της κάνω δώρο; Κάθομαι, λοιπόν, όλο το βράδυ μέχρι το πρωί και γράφω είκοσι εφτά γράμματα. Σε ξεχωριστό φάκελο το καθένα. Έπρεπε όμως τα γράμματα να διαβαστούνε με τη σειρά και στο κάθε γράμμα, στο κάθε φάκελο απέξω, έγραφα το νούμερο 1, 2, 3, 4, 5. Τα στέλνω, λοιπόν, τα γράμματα. Την άλλη μέρα το πρωί ακούω από τα μεγάφωνα –είμαστε, ήταν η εποχή του Πολυτεχνείου τώρα, αυστηρά τα πράγματα– , ακούω απ’ τα μεγάφωνα: «Ο στρατιώτης Σαμαρτζής να προσέλθει στο δεύτερο γραφείο». Πάω στο δεύτερο γραφείο, μπαίνω μέσα, βλέπω ο αξιωματικός που ’ταν εκεί πέρα και βλέπω στο γραφείο του μπροστά είχε τα γράμματά μου. «Αμάν», λέω. Γυρνάει και μου λέει: «Τι είναι αυτά;», μου λέει. Κοκκίνισα εγώ, πρασίνισα. Του λέω: «Γράμματα». «Πού τα στέλνεις», μου λέει, «τα γράμματα;». Λέω: «Γράφουν απάνω. Στη γυναίκα μου, στην αρραβωνιαστικιά μου», του λέω. «Και γιατί γράφεις νούμερα πάνω;». Λέω: «Γιατί πρέπει να διαβαστούνε με τέτοια σειρά». «Και γιατί», μου λέει, «είναι είκοσι εφτά;». «Γιατί», λέω, «27 του μηνός είχαμε γνωριστεί». Εγώ να ’χω μείνει ο μισός, να ’χω λιώσει εν τω μεταξύ. Εποχή του Πολυτεχνείου τώρα. Εντάξει, έπεφτε ξύλο. Μου λέει: «Άλλη φορά», μου λέει, «μην το ξανακάνεις αυτό». Λέω: «Χίλια συγγνώμη» και έφυγα. Αυτό σ’ το λέω για παράδειγμα. Έκτοτε, σου λέω, το λιγότερο να έστελνα ένα γράμμα την ημέρα. Θα της έστελνα δύο, τρία, τέσσερα την ημέρα. Τι έγραφα μέσα; Σήμερα ας μου πει κάποιος αν στη φιλενάδα του, στη σύντροφό του, στην αρραβωνιαστικιά του ή στη γυναίκα του, όπως θέλουμε να την πούμε, της έχει στείλει κανένα γράμμα. Εδώ κάθονται δύο που ’ναι σε μια καφετέρια, που ’ναι σύντροφοι –να το πούμε έτσι– ή φίλοι, ο ένας απέναντι απ’ τον άλλον, με τον ξεχωριστό καφέ. Και ο ένας μιλάει στον άλλον στέλνοντάς του μηνύματα. Πού είναι ο ρομαντισμός; Και αν δεις τα γράμματα που έγραφα στη γυναίκα μου, μιλάμε, τι να σου πω... Δηλαδή, να λιώνεις, να κλαις, να, να, να, να... Άσε που πολλές φορές έβαζα και λουλούδια μέσα να μυρίζουνε. Βλέπεις; Δεν υπάρχει ρομαντισμός. Έφυγε, τελείωσε, τελείωσε αυτό το πράγμα. Τελείωσε αυτό το πράγμα. Ναι. Το να πέρναγες έξω απ’ το σπίτι αυτηνής, που είχες ερωτευτεί, μία φορά, δύο φορές, τρεις φορές και να χτυπάει η καρδιά σου και να πηγαίνει στην Kούλουρη, να ανοίξει το παράθυρο και να τη δεις ή να βγει εκείνη την ώρα απέξω. Α πα πα, Παναγιά μου! Δεν υπήρχε μεγαλύτερο επίτευγμα από αυτό το πράγμα. Κατάλαβες; Αυτά δεν υπάρχουν σήμερα, δεν έχει τέτοια πράγματα σήμερα. Εγώ τους λυπάμαι τους νέους, ειλικρινά το λέω. Γιατί δεν έχουνε ζήσει αυτά τα πράγματα. Διότι, αν, αν καθίσουνε και πούνε: «Παιδιά, θα ζήσουμε ένα μήνα έτσι», τότε θα δούνε τη μεγάλη διαφορά, που υπάρχει. [01:10:00]Γι’ αυτό και βλέπεις σήμερα… Παντρεύονται. Λοιπόν, στο προσκλητήριο του γάμου έχει μέσα, εκτός από τη... τον αριθμό της τραπέζης για να καταθέσεις το δώρο, έχει τη διεύθυνση του δικηγόρου που θα πάνε να βγάλουνε διαζύγιο. Αμέ. Κατάλαβες; Παντρεύονται, χωρίζουν αμέσως. «Γιατί παντρεύτηκες;» «Μα», λέει, «δεν ήξερα». «Τι δεν ήξερες; Τι δεν ήξερες;» «Μα, δεν την είχα γνωρίσει». «Ωραία, γιατί δεν περίμενες να τη γνωρίσεις; Τώρα το θυμήθηκες δηλαδή;» Αυτό το πράγμα. Και δεν υπάρχει υπομονή πια. Δεν υπάρχει υπομονή. Εμείς έχουμε περάσει –σας λέω– σαράντα οχτώ χρόνια, είμαστε. Δύσκολα χρόνια, πολύ δύσκολα χρόνια. Ήτανε χρόνια υποχωρήσεων. Πρέπει να υποχωρήσει ο ένας, πρέπει να υποχωρήσει ο άλλος. Δεν γίνεται, για να φτάσεις σαράντα οχτώ χρόνια δεν γίνεται, αν δεν το κάνεις αυτό το πράγμα. Κατάλαβες; Σήμερα με το παραμικρό ανοίγουν την πόρτα και φεύγουνε. Ανοίγουν την πόρτα και φεύγουνε σήμερα. Να λοιπόν, αυτό λέω λοιπόν, η δεκαετία αυτή έχει και αυτά, μας άφησε αυτά τα ωραία. Δηλαδή... να σας πω πολύ ακραίο. Δεν υπήρχε περίπτωση να μιλήσω άσχημα στη γυναίκα μου και το βράδυ να πάω να ξαπλώσω στο ίδιο κρεβάτι με τη γυναίκα μου. Να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Δεν υπήρχε περίπτωση τέτοιο πράγμα να γίνει. Και να ξέρω ότι της έχω μιλήσει άσχημα και δίπλα στο προσκεφάλι το δικό μου είναι η γυναίκα μου. Δεν γινόταν αυτό το πράγμα. Ντροπή μεγάλη. «Ντροπή», έλεγα. Κατάλαβες; Αλλάξαν τα πράγματα. Πολύ έχουν αλλάξει, αλλά δοξάζω τον Θεό, είμαι ευτυχής που με μεγάλωσαν έτσι οι γονείς μου. Είμαι πολύ ευτυχής, γιατί –σας είπα– έχω μία καταπληκτική γυναίκα. Εγώ δεν έκανα γι’ αυτή. Ναι, ναι. Της το λέω πολλές φορές και γελάει. Έναν εξαίρετο άνθρωπο. Τέλος πάντων, και καμιά φορά μου λέει: «Δεν κουράστηκες να τα λες όλα αυτά;», που μου το λέει η γυναίκα μου σήμερα. «Δεν κουράστηκες», μου λέει, «να μου λες συνέχεια τέτοιες ιστορίες;». Λέω: «Όχι, δεν κουράστηκα». Δεν κουράστηκα. Είναι σαν τον αριθμό του αυτοκινήτου σου. Μπορείς να τον ξεχάσεις ποτέ; Έτσι είναι για μένα αυτό. Δεν ξεχνιέται, δεν ξεχνιέται. Αυτά. Τι θέλετε να σας πω άλλο;
Εσύ θέλεις να προσθέσεις κάτι άλλο;
Όχι. Εγώ ευχαριστώ, δεν ξέρω πού θα πάνε αυτά τα πράγματα που σας είπα. Πιστεύω να πάνε κάπου καλά να είναι και όσοι τα ακούσουνε, να προβληματιστούνε. Πραγματικά. Να προβληματιστούνε και ενδεχομένως, αν χρειαστεί, να πά’ να ψάξουνε τον… να το πω έτσι, θα πούνε: «Αυτός είναι άνθρωπος της παλαιολιθικής εποχής. Δεν πά’ να τον βρούμε, να μας πει και εμάς πώς αυτοί ήταν ευτυχισμένοι τότε, που βάζανε στο ψωμί απάνω πελτέ; Και σήμερα εμείς έχουμε ζαμπόν και δεν είμαστε ευτυχισμένοι». Έτσι δεν είναι; Ευχαριστώ πολύ.
Εγώ ευχαριστώ, Γεράσιμε.