© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Η εκπαίδευση για μια γυναίκα ορεινής καταγωγής από την Κρήτη τη δεκαετία του '80
Κωδικός Ιστορίας
20933
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Καλλιόπη Γλεντζάκη (Κ.Γ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
09/01/2022
Ερευνητής/τρια
Αργυρώ Δασκαλάκη (Α.Δ.)
[00:00:00]Ωραία, οπότε ξεκινάμε. Καλησπέρα σας.
Καλησπέρα.
Θέλετε να μου πείτε το όνομά σας;
Ονομάζομαι Γλεντζάκη Καλλιόπη. Πόπη δηλαδή. Άλλο.
Πολύ ωραία. Λοιπόν, είναι Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2022. Είμαι με την Πόπη Γλεντζάκη και βρισκόμαστε στο Ηράκλειο Κρήτης. Εγώ ονομάζομαι Αργυρώ Δασκαλάκη, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Θέλετε να μου μιλήσετε για τη ζωή σας;
Να σου μιλήσω, παιδί μου, ευχαρίστως. Να ξεκινήσουμε από πού; Νομίζω ότι θα ήθελα να ξεκινήσουμε από την ηλικία των έντεκα χρονών περίπου, που από εκεί στην ουσία ξεκινάει η ζωή του νέου, της νέας. Λοιπόν, εντεκάμισι χρονών ήμουνα εγώ, τώρα θα σου το μιλάω κανονικά όπως… εντεκάμισι χρονών ήμουνα, τελειώνω το δημοτικό, γιατί πήγα μικρή, πήγα πέντε χρονών στο δημοτικό πρώτη τάξη. Δώσαμε εξετάσεις να πάμε στο γυμνάσιο, με μεγάλη δυσκολία όμως, γιατί ο πατέρας μου δεν ήθελε να με αφήσει να πάω σχολείο. Εκεί επενέβη και η μάνα μου, η οποία ήθελε να μας διώξει όλες από το χωριό, γιατί ξέχασα να πούμε τώρα ότι το χωριό μας είναι... Καταρχήν να πούμε ότι το χωριό είναι ένα ορεινό χωριό. Οι γυναίκες εκείνη την εποχή δεν πηγαίνανε σχολείο. Τα πράγματα ήταν πάρα πολύ δύσκολα. Συνήθως τις παντρεύανε με το που τελειώναν το δημοτικό. Δεκατριών, δεκατεσσάρων, δεκαπέντε έπρεπε να είχε ήδη παντρευτεί. Στα δεκαοχτώ ήσουνα σίγουρα γεροντοκόρη. Η μάνα μου όμως, η οποία είχε μία άλλη αντίληψη των πραγμάτων και δεν ήθελε να κάτσουμε στο χωριό να παντρευτούμε και να γίνουμε μαζώχτρες, ήθελε να φύγουμε, ήθελε να σπουδάσουμε. Έπεισε το δάσκαλο, που ήμουνα και καλή μαθήτρια δηλαδή, και λέει: «Να φύγει το κοπέλι μου, δάσκαλε, να ψήσεις τον άντρα μου». Ήρθε λοιπόν ο δάσκαλος και λέει του πατέρα μου: «Είναι αμαρτία να αφήσεις την κοπελιά», «Και πού θα τηνε στείλω και πού θα πάει και που δεν έχει πού να μείνει». Τελικά λέει: «Κάτι θα βρεις, κάτι θα βρεις. Να πάει σε κανένα οικοτροφείο», ήταν τότε το οικοτροφείο του Ειρηναίου στα Χανιά ή... «Στα Χανιά είναι μακριά». Λέει: «Θα βρούμε κάτι». Τέλος πάντων, με αφήνει, βέβαια τότε ήταν και πάρα πολύ δύσκολο για έναν άντρα, όπως ήταν ο πατέρας μου στη νοοτροπία του χωριού –με στιβάνια και κιλότες μέχρι την ημερομηνία που πέθανε ας πούμε– να αφήσει την κοπελιά του να φύγει. Και εδώ ήθελα να σου πω ότι εκείνα τα χρόνια τα μοναδικά κορίτσια που πήγαν στο σχολείο ήμαστε τρεις. Πιο μπροστά από μας γυναίκα ήταν μου φαίνεται ή μία ή δύο. Η μία ήταν γιατρός και η άλλη... Που πήγαινε μιλάμε για γυμνάσιο, έτσι; Όχι για πανεπιστήμιο. Για πανεπιστήμιο ήταν δύο ή τρεις, δεν ήταν παραπάνω πριν από μας. Οπότε καταλαβαίνεις ότι και η νοοτροπία δεν ήτανε. Τέλος πάντων, τα κατάφερε η μάνα μου, με άφησε και τελικά με έβαλε ο πατέρας μου οικότροφη σε μία γριά στο Ρέθυμνο, και τι σημαίνει τώρα αυτό. Μου νοίκιασε ένα δωματιάκι μες στο σπίτι της, μέσα σε μία αυλή και αυτή η γυναίκα της έδινε τότε ο πατέρας μου εφτακόσιες δραχμές –ήταν πάρα πολλά χρήματα– για να μαγειρεύει κιόλας με τα φαγητά όμως δικά μας. Κάθε εβδομάδα έφερνε ο πατέρας μου μία τσάντα στο Ρέθυμνο, όπως όταν ερχόταν λεωφορείο, γιατί δεν είχε και συγκοινωνία. Να μου μαγειρέψει η γριά. Αυτή ήταν η καημένη κακιά γυναίκα –ο Θεός να τη συγχωρέσει, θα έχει πεθάνει– και δεν μου τα μαγείρευε, τα ‘τρωγε για πάρτη της και εμένα όταν μου μαγείρευε, μου ‘βαζε το τσικαλάκι στην πόρτα απέξω και επειδή το σπίτι ήταν σε αυλή, εξοχή με κάτι ψηλούς τοίχους, τα παλιά, έτσι, τα τούρκικα σπίτια στο Ρέθυμνο, μαζευόταν διάφορα ζωύφια. Και πότε μπαίναν και μες στο φαΐ και εγώ σιχαινόμουνα και ήμουνα και εντεκάμισι χρονών και κάθε μέρα έκλαιγα. Πήγαινα το πρωί στο σχολείο, το μεσημέρι, μια χαρά στο σχολείο, γύριζα το... πρώτη γυμνασίου, να κλαίω, να κλαίω, «θέλω τη μαμά μου, θέλω τη μαμά μου». Ολομόναχο τώρα σε ένα δωμάτιο. Τέλος πάντων, μετά από δύο μήνες, αυτή δεν με άφηνε να πάω και πουθενά. Δηλαδή ήταν ένας ξάδερφός μου που έμενε στο Ρέθυμνο και ήταν μια μέρα να με πάρει να πάμε σινεμά. Αυτή δε με άφηνε, βέβαια είχε ίσως και την ευθύνη. Δεν ξέρω. Αλλά ήταν κακιά νομίζω, δεν το ‘κανε, αφού ήξερε ότι ήταν ξάδερφός μου και τελικά, έκλαιγα εγώ, έκλαιγα ένα βράδυ και χτυπάει η πόρτα–εκεί την πάτησε αυτή– χτυπάει η πόρτα και μου λέει: «Άνοιξε!». Γιατί αυτή έμενε στον πάνω όροφο και εγώ ήμουνα στην αυλή εκεί σε ένα δωματιάκι με κοινόχρηστη βέβαια τουαλέτα, δεν υπήρχε κουζίνα, δεν το συζητάμε, ένα κρεβάτι βασικά μόνο ήτανε και τίποτα άλλο, και ένα τραπεζάκι κουζίνας που ήταν και γραφείο. Και μου λέει: «Άνοιξε» και ανοίγω και ήταν ο πατέρας μου. Και... κάνα γάμο θα πήγαινε, κάπου, καμιά δουλειά θα ήτανε βράδυ. Με το που τον βλέπω, γαντζώνομαι εγώ πάνω του να φύγω, να φύγω, «πάρε με στο σπίτι μας», φωνές, κλάματα! «Τι έχεις κοπελιά μου, τι έχεις κοπελιά μου;» Λέω: «Όχι, τίποτα, εγώ πατέρα θέλω να φύγω, δε θέλω να ξαναπάω σχολείο». Τέλος πάντων, του είπα τώρα τι γινότανε. Ο πατέρας μου, ο οποίος μας είχε φοβερή αδυναμία, παρόλο που συνήθως εκείνα τα χρόνια, εντάξει, οι άντρες θέλανε μόνο τα αγόρια, εμάς μας είχε φοβερή αδυναμία. Λέει: «Θα την πάρω την κοπελιά μου», λέει της γυναίκας, της μάνας μου, «δεν γίνεται εκεί πέρα, θα αρρωστήσει, θα ποθάνει η κοπελιά». Η μάνα μου με τίποτα: «Κάτσε, κάτσε στο σχολειό, μη γυρίσεις στο χωριό». Τελικά βρέθηκε μία λύση και πάμε να μείνουμε, να πάω να μείνω με κάτι ξαδέρφια μου, πρώτα ξαδέρφια, που μένανε και τα δύο μαζί σε ένα άλλο σπίτι πάλι, αλλά αυτά μένανε μόνα τους. Γιατί ήταν ξαδέρφη μου ήτανε τρίτη γυμνασίου –λυκείου δηλαδή– και ο ξάδερφός μου ήτανε τρίτη γυμνασίου και αυτή ήτανε τρίτη λυκείου. Και μέναμε σε ένα δωμάτιο και οι τρεις, τρία κρεβάτια, τρία παιδάκια. Και από κάτω είχε μία κουζίνα που μαγειρεύαμε τώρα κιόλας. Τώρα τι μαγείρεμα κάναμε, ο Θεός και η ψυχή μας. Το θέμα είναι ότι η ξαδέρφη μου ήταν μεγάλη και εντάξει γύριζε. Γύριζε τώρα μην φανταστείς ότι γύριζε, γύριζε να πάει καμία βόλτα, να φάει καμιά πάστα, αλλά δεν ήταν όμως «καλή». Για εκείνα τα χρόνια το να βγαίνει μία κοπέλα στα δεκαεφτά που ήταν αυτή τότε ήταν μεγάλο πράγμα. Και για να μη φύγουμε όμως εμείς το βράδυ και να μην πάθουμε τίποτα μας κλείδωνε μέσα με τον αδερφό της. Δεν μπορείς να φανταστείς τι ήταν τώρα να σε... Το ξέραμε εμείς, αυτή έλειπε, εμείς το ξέραμε ότι έλειπε αλλά... Τέλος πάντων, έβγαλα την πρώτη τάξη του γυμνασίου εκεί, αλλά έλα ντε που καλοθελητές και οι κύριοι, οι οποίοι το παίζανε καπετάνιοι, ήταν καλόσυροι –και δεν ξέρω αν ξέρεις τι σημαίνει καλόσυρος βέβαια κιόλας– ηθικών αρχών και αξιών, και είπαν του πατέρα μου ότι εκεί που έχεις την κοπελιά σου να την πάρεις, γιατί η ανιψιά σου είναι –να μην πω τη λέξη τώρα– γιατί αυτό και αυτό, γυρίζει κάθε βράδυ. Τέλος πάντων, την επόμενη χρονιά λέει ο πατέρας μου: «Εγώ δεν την αφήνω την κοπελιά μου να γίνει», τέλος πάντων «του δρόμου». Αυτές είναι οι καλές λέξεις που χρησιμοποιώ, γιατί δεν χρησιμοποιούσαν τότε αυτές τις λέξεις. Τη δεύτερη λοιπόν χρονιά, λέει: «Δεν ξαναπάει σχολειό». Πάλι η μάνα μου, «Όι, η κοπελιά που είναι καλή μαθήτρια». Τότε είχα βγάλει 18, που το 18 τότε πρώτη γυμνασίου ήτανε, όχι όπως τώρα που τους μοιράζουν τους βαθμούς, τότε ήταν δύσκολο. Ξέχασα να πω ότι η μάνα μου ήθελε κιόλας να μας στέλνει στα αγγλικά, μ’ έστειλε αγγλικά φροντιστήριο. Να πάει αγγλικά εκείνα τα χρόνια, μεγάλο πράγμα! Μόνο οι πλούσιοι πηγαίνανε αγγλικά, δεν υπήρχαν. Εγώ πήγα μία, κάνα δύο τρεις μήνες αλλά δεν μου αρέσαν και έφυγα. Τέλος πάντων, στο σχολειό όμως επέμενε η μάνα μου να... στα αγγλικά δεν επέμενε, αλλά στο σχολειό επέμενε. Τη δεύτερη χρονιά λέει η μάνα μου: «Να την πάρουμε την κοπελιά από εκεί, αφού δεν θες να την έχει... να ‘ναι μοναχή της», στην ουσία μόνοι μας ήμαστε τα παιδιά, «να πάμε να την πάμε στης αδερφής σου στα Χανιά, να μένει στο σπίτι, μα ένα γωνιδάκι θα υπάρχει και να της στέλνουμε και τα φαγητά, που και αυτή δεν είχε τίποτα να κάνει, θα της στέλνουμε τα λάδια, και θα εξυπηρετούμαστε και οι δύο. Και εσύ να λες ότι η κοπελιά σου είναι ασφαλής». Τέλος πάντων, τη δεύτερη γυμνασίου λοιπόν κατάφερε η μάνα μου και πήγα στα Χανιά, στη θεία μου. Με την ξαδέρφη μου και τον ξάδερφό μου μία χαρά περνούσαμε, με τη θεία μου ήταν το θέμα. Μέναμε σ’ ένα δωμάτιο, ακριβώς σε ένα δωμάτιο και ένα μικρό κουζινάκι είχε και στο δωμάτιο έμενε ο θείος με τη θεία σε ένα κρεβάτι και μου βάλανε και εμένα ένα ράντζο και κοιμόμουνα στην άλλη άκρη του δωματίου. Κουτσά στραβά την έβγαλα τη δευτέρα τάξη, αλλά δεν ήθελα με τίποτα να... ήθελα εγώ να φύγω, δεν υπήρχε περίπτωση να ξαναπήγαινα σχολείο γιατί η θεία μου έλεγε τα διάφορά της, δεν με άφηνε ούτε να πάω στην αδερφή της δίπλα. Ερχόταν ένας θείος μου από το Ηράκλειο, που ήταν αδερφός της μάνας μου και ήταν στην Εφορία και αυτός λοιπόν είχε έρθει μία φορά και μου είχε δώσει πεντακόσιες δραχμές. Πεντακόσιες δραχμές ήτανε πάρα πολλά χρήματα, αν σκεφτείς ότι... Ξέχασα να σου πω ότι στο Ρέθυμνο έδινα στη γυναίκα που ήμουνα οικότροφη εφτακόσιες δραχμές και εκεί που έμενα με τα ξαδέρφια μου έδινα εκατόν είκοσι πέντε δραχμές στην πάρτη μου, ήταν πολλά τα λεφτά που έδινε ο καημένος ο πατέρας μου, και δεν υπήρχαν και μετρητά. Στη θεία μου δεν πλήρωνε τίποτα, μόνο τα φαγητά που της πήγαινε, αλλά είχε έρθει ο θείος μου βόλτα με τη γυναίκα του και μου δίνει πεντακόσιες δραχμές. Αυτή το είδε, και μου είχε στείλει ο πατέρας μου κάνα κατοστάρικο να πάρω παπούτσια και κατεβήκαμε[00:10:00] μαζί στα Χανιά να πάρω παπούτσια. Αυτό ήταν το τελικό δηλαδή, που λέω δεν ξαναπάω εγώ σχολείο ούτε τίποτα. Πάμε να πάρουμε παπούτσια και τα διαλέγω τα παπούτσια και μου λέει... Της λέω: «Να τα πάω θεία αυτά». Λέει: «Πάρ’ τα». Και λέω: «Να τα πληρώσεις, αφού ο πατέρας μου σου ‘δωκε λεφτά». «Να τα δώσεις από τα λεφτά που σου ‘δωκε ο θείος σου». Λέω: «Εγώ εν έχω, δεν μου έδωσε ο θείος χρήματα». Ήτανε από το πρώτο ψέμα βέβαια που ορκίστηκα ότι δεν θα ξαναπώ κιόλας. Και λέω… τέλος πάντων, έκλαιγα εγώ και έφυγα, δεν πήρα ούτε παπούτσια ούτε τίποτα και πήγα και βρήκα ένα θάλαμο, τότε δεν υπήρχε και τηλέφωνο δα τότε και πήρα το κοινοτικό τηλέφωνο –βράδυ τώρα ήτανε– και πήρα το κοινοτικό τηλέφωνο στο χωριό. Λέω: «Φώναξέ μου τον πατέρα μου», φώναξε η γυναίκα τον πατέρα μου, ήρθε, «έλα να με πάρεις, γιατί το και το, η θεια μου μου ‘κλεψε τα λεφτά». Μπορεί να μην τα ‘κλεψε αλλά σου λέει η γυναίκα, να λέει για να μη φάει τ’ άλλα και όταν της είπα εγώ ότι δεν έχει... δεν έχω λεφτά μου λέει κιόλας: «Και τι τα ‘κανες;». Και ο άνθρωπος που πουλούσε τα παπούτσια, ήμουνε και μικρό-μικρό, κοντό-κοντό και αδύνατο τώρα και λέει: «Δεν το βλέπεις; Σοκολάτες μπορεί να τα ‘καμε και καραμέλες». Τελικά την έβγαλα τη χρονιά στη δευτέρα τάξη αλλά τώρα επέμενα εγώ ότι εγώ δεν ξαναπάω σχολείο, δεν υπάρχει περίπτωση, εγώ θέλω τη μάνα μου, ήμουνα και δεκατριών δεκατεσσάρων χρονών. Πάλι εκεί η μάνα μου! Ο πατέρας μου δεν τον ένοιαζε, μου ‘λεγε: «Κοπελιά μου, ό,τι θέλεις!». Η μάνα μου, πάλι η μάνα μου: «Όχι, θα πας στο σχολείο και γιατί να μην πας». Βέβαια από το πολύ καλή μαθήτρια, άρχισα και έπεφτα λίγο. «Όχι θα πας, θα πας». Τέλος πάντων το θέμα είναι ότι εγώ δεν ήθελα να πάω, η μάνα μου όμως έπιασε τον αδερφό της, ο οποίος ήταν στο Ηράκλειο στην… ήταν Έφορας αυτός και λέει: «Η κοπελιά δεν θέλει να ξαναπάει στο σκολειό και εγώ θέλω να τη στείλω, να την πάμε στο οικοτροφείο, να μην είναι με τη θειά της, γιατί η θειά τση είναι...». Ήταν κακιά η θειά, ο Θεός να τη συχγωρέσει, κακή ήταν. Μου ζήτηξε συγχώρεση όταν επόθανε, με ζητούσε και της την έδωσα της καημένης. Μου λέει: «Συγγνώμη, παιδί μου, αλλά ήμουνα και εγώ, δεν ξέρω, είχα τα δικά μου», ναι... Και να δεις πόσο κακιά ήταν η καημένη, αλλά μπορεί να ήτανε και στερημένη. Κάθε Κυριακή είχανε κοτόπουλο ψητό στο ταψί και με έβαζε και το πήγαινα στον κοινοτικό φούρνο, αλλά επειδή ήξερα ότι δεν θα μου ‘δινε και καλή μερίδα, όταν το ‘παιρνα το φαΐ, μύριζε τώρα, έκοβα το λαιμό και τον έτρωγα και μου ‘λεγε ότι: «Γιατί τον τρως τον λαιμό;», λέω: «Δεν τον έφαγα εγώ, θεία, το λαιμό», μικρό τώρα, φοβόμουνα κιόλας, και μου λέει: «Τότε το ‘φαγε ο φούρναρης», λέει, «και θα πάω να του κάνω παρατήρηση», δηλαδή για να καταλάβεις τι κακομοιριά υπήρχε τότε. Τέλος πάντων, η μάνα μου ξαναεπέμενε η καημένη και ο θείος μου το ίδιο, και λέει μία στιγμή ο θείος μου, ο οποίος πραγματικά είχε βοηθηθεί, γιατί ήτανε κι αυτός, ο οποίος ήταν από τους λίγους και πιο μπροστά από μας που είχε σπουδάσει με μεγάλες στερήσεις και είχε και μία υποχρέωση, αν θες στη μάνα μου, γιατί μπαίνανε τότε μαζώχτρες οι αδερφές του, για να του στείλουνε χρήματα για να σπουδάσει στην Αθήνα. Λέει: «Άσ’ τονε μωρέ κι εγώ θα δω τι θα κάνω». Αυτός ήτανε νιόπαντρος τότε, ήτανε μεγάλος, ήτανε καμιά σαρανταριά χρόνων, η θεία μου ήτανε –η γυναίκα του– ήτανε είκοσι δύο χρονών από το Ηράκλειο τώρα, κοπέλα μικρή. Και λέει, έρχεται μία μέρα και τον ακούω, ήτανε στην αυλή και εγώ άκουγα από πάνω στον οντά μέναμε, και έλεγε του πατέρα μου: «Εγώ σκέφτομαι τώρα να πάρω τα κοπέλια όλα να τωνε βρω ένα σπίτι στο Ηράκλειο και εγώ θα τα προστατεύω να σπουδάσουνε, γιατί είναι αμαρτία. Και μαζί με τα άλλα τα κοπέλια, να πάρω και την κοπελιά, γιατί είναι... μου λένε πως είναι καλή μαθήτρια και είναι αμαρτία να την αφήσεις να κάτσει στο χωριό να την παντρέψεις μετά από κάνα δύο χρόνια», ήδη ξεκινούσανε τα προξενιά. Τέλος πάντων, δεν ξέρω πώς έγινε και μας νοικιάζει ο θείος, τα πλήρωνε αυτός, γιατί δεν υπήρχαν χρήματα. Ο πατέρας μου δεν είχε λεφτά, η μάνα μου δεν είχε, πού να τα βρει, μετρητά δεν υπήρχαν. Μας νοικιάζει ο θείος ένα σπίτι στο Ηράκλειο, πολύ μεγάλο σπίτι, πιο μεγάλο από αυτό που μέναμε στο χωριό και μας παίρνει πέντε ανίψια, τέσσερα αγόρια και μία κοπελιά, εγώ. Ήτανε τρία ξαδέρφια μου, εγώ και ο αδερφός μου. Ο μεγάλος μου ξάδερφος ήτανε πρώτη λυκείου τωρινά, δηλαδή τετάρτη γυμνασίου τότε, εγώ ήμουνα τρίτη, θα έμπαινα στην τρίτη, ο αδερφός μου πρώτη γυμνασίου, ο άλλος μου ξάδερφος πρώτη γυμνασίου και ο άλλος πάλι το ίδιο, πρώτη... δευτέρα γυμνασίου. Βέβαια, αυτοί που ήτανε δευτέρα και ο αδερφός μου, επειδή δεν τα παίρνανε τα γράμματα, δεν ήταν καλοί μαθητές, τους έβαλε σε σχολή να μάθουνε τέχνη. Τέλος πάντων, αυτά ήταν τα καλύτερά μας χρόνια, αλλά ήταν όμως και στερημένα. Γιατί; Τι γινόταν; Με το να είμαι μια κοπέλα και τέσσερις άντρες, έπρεπε εγώ να μαγειρεύω, εγώ να καθαρίζω, εγώ να σφουγγαρίζω, εγώ να κάνω όλες τις δουλειές και να διαβάζω κιόλας και να είμαι και καλή μαθήτρια. Τέλος πάντων, οι μανάδες μας ερχότανε μια φορά το χρόνο και οι θειά μου και η μάνα μου και μας φέρνανε –τότε βέβαια δεν υπήρχαν ψυγεία, δεν υπήρχαν τέτοια πράγματα, ούτε χρήματα– μας φέρνανε τσουβάλια το παξιμάδι, μας φέρνανε όσπρια, μας φέρνανε τα πάντα. Ό,τι μπορούσε να διατηρηθεί εκτός ψυγείου. Και συνήθως και το κρέας μας το κάνανε, ειδικά χοιρινό μας το κάνανε τενέκες σύγκλινα, δεν ξέρω πως τα λένε τώρα, δεν ξέρω τι, και τα διατηρούσαμε και τα τρώγαμε έτσι. Και ο θείος μου πήγαινε ο καημένος μια φορά το μήνα στο χωριό και ό,τι είχανε του βάζανε. Συν το ότι μας είχε βέβαια και στρατιωτικό καθεστώς γιατί έπρεπε κάθε Σάββατο, επειδή ήμασταν πολλά παιδιά σε τρία δωμάτια, εγώ ήμουνα με τον αδερφό μου στο ίδιο δωμάτιο και οι άλλοι μένανε στη σαλοτραπεζαρία του σπιτιού και επειδή ήτανε... ήμαστε πολλά παιδιά και φοβότανε μην κολλήσουμε τίποτα αρρώστιες και τέτοια, μας έβαζε κάθε Σάββατο να βγάζουμε τα στρώματα έξω στα μπαλκόνια να τα αερίζουμε. Άσε δε που μια φορά μας έπεσε από τον πρώτο, γιατί μέναμε στον πρώτο, το στρώμα από κάτω και δεν πήγαινε κανείς να το μαζέψει από κάτω γιατί ντρεπότανε και πήγα εγώ με τον ξάδερφό μου το μεγάλο. Συν το ότι ο μεγάλος μου ξάδερφος, ο οποίος ήταν και πολύ προοδευτικός και ήτανε και ο πιο νορμάλ απ’ όλους, γιατί οι άλλοι ήτανε του χωριού τελείως, νοοτροπία δηλαδή, όχι ότι ήτανε κακά παιδιά, απλώς είχανε τη νοοτροπία του χωριού και ότι οι γυναίκες κάνουνε τα πάντα, οπότε έπρεπε εγώ να κάνω τα πάντα. Ο ξάδερφός μου είχε βάλει ένα πρόγραμμα και λέει κάθε μέρα θα πλένει ένας τα πιάτα τουλάχιστον, για να μπορεί και η άλλη. Άσε ντε που κανείς δεν το ‘κανε γιατί ο ένας τ’ άφηνε του αλλουνού και στο τέλος εγώ τα ‘πλενα. Άντε να πλύνει και ο ξάδερφός μου καμιά φορά. Τέλος πάντων, περάσανε τα χρόνια, μέναμε εκεί πέρα δύο χρόνια σε αυτό το σπίτι, το πλήρωνε ο θείος. Κάθε Σάββατο βέβαια, περιττό να σου πω, ότι μας έφερνε τρία τέσσερα κιλά ψάρι, που εγώ δεν είχα καθαρίσει ποτέ μου ψάρι, δεν είχα μαγειρέψει ποτέ μου, γιατί η μάνα μου μας είχε... μπορεί να ήμασταν φτωχοί, αλλά η μάνα μου μας είχε πολύ… δεν ήξερα να ψήσω ούτε ένα αυγό. Όλα τα φαγητά, ήξερα να τηγανίζω πατάτες, αλλά επειδή ήμαστε πέντε παιδιά, για να φάμε πατάτες, θέλαμε τσουβάλι και για να κάτσουμε στο τραπέζι να φάμε έπρεπε να κλειδωθώ εγώ στο κουζινάκι, ένα μικρό κουζινάκι που είχε ίσα ίσα ένα πετρογκάζι έβαζε μέσα, να κλείσω την πόρτα, δεν είχε ούτε εξαερισμό, να φάω όλη την κάπνα, για να ψήσω καμιά γαβάθα, δυο, για να μπορέσουμε να φάμε. Γιατί ερχόταν ένας-ένας και έτρωγε δυο πατάτες και στο τέλος δε έμενε τίποτα. Τέλος πάντων, ήτανε καλά χρόνια αυτά, ήτανε ξένοιαστα. Ο θείος ερχότανε κάθε βράδυ να δει αν είμαστε μέσα, τα αγόρια βγαίνανε μια φορά τη βδομάδα για σινεμά, εγώ εν επιτρεπότανε να βγω, γιατί ήμουνα κορίτσι.
Ούτε με τα αγόρια;
Όχι, ούτε με τα αγόρια. Πρώτη φορά πήγα σινεμά στο πανεπιστήμιο, αλλά αυτό θα σου το πω μετά, να δείς, άμα πάμε μέχρι εκεί. Τέλος πάντων, εγώ δεν πήγαινα πουθενά, μόνο με το θείο, ο οποίος με έπαιρνε καμιά φορά και πηγαίναμε έτσι για καφέ, καφέ ή πάστα, μου άρεσε εμένα η πάστα, έτρωγα πάστα. Τα αγόρια βγαίνανε, εγώ τίποτα. Δηλαδή και το ‘χα, και μου έλεγε πάντα ο θείος: «Όταν θα γίνεις φοιτήτρια, όταν θα γίνεις φοιτήτρια θα κάνεις τη ζωή σου». Περίμενα κι εγώ να γίνω φοιτήτρια. Βέβαια είχα πεισμώσει πάρα πολύ και άρχισα και γινόμουνα πάρα πολύ καλή μαθήτρια. Δεν είχα τίποτα, μια ποδιά μου πήρε ο θείος. Τα πρώτα ρούχα που πήρα αγοραστά, γιατί συνήθως μου τα ‘ραβε η μάνα μου, ήτανε όταν πέρασα πανεπιστήμιο, αλλά και τα πρώτα αγοραστά μου τα αγόρασε στην τρίτη τάξη γυμνασίου ο θείος, μου είπε ότι: «Αν θα βγάλεις πάνω από 17 σε όλα τα μαθήματα, θα πάω να σου πάρω ένα φουστάνι». Ήταν μεγάλο κίνητρο και εγώ τα κατάφερα κι έβγαλα πάνω από 17. Μόνο αγγλικά δεν έβγαλα καλό βαθμό και με πήγε σε ένα πολυκατάστημα στο Ηράκλειο που δεν είχα ξαναδεί ποτέ μου, και μου πήρε κι ένα φουστάνι και μου πήρε ένα παλτό, μου πήρε και μια μπλούζα και μου πήρε και καλσόν! Ήταν το πρώτο καλσόν που είχα βάλει σε ηλικία δεκατεσσάρων χρονών. Μεγάλη υπόθεση το καλσόν, μεγάλη υπόθεση τότε! Και μου χάρισε και η θεία μου ένα ζευγάρι μπότες, δικές της. Τέλος πάντων τα κατάφερα, πέρασε[00:20:00] η τρίτη, εγώ γινόμουν πάρα πολύ καλή μαθήτρια, αλλά επειδή δεν μπορούσα να πάω πουθενά, να συμμετέχω σε καμία εκδήλωση που έπρεπε να πληρώσω χρήματα, πάντα το ‘ριχνα ότι είχα πολύ διάβασμα. Μονίμως όλοι σε κάτι άλμπουμ που μου γράφανε οι συμμαθήτριές μου μου λένε ότι, το διαβάζω καμιά φορά και μου λένε ότι: «Πάντα σε θυμάμαι με ένα καφέ στο χέρι και ένα βιβλίο μαθηματικών». Αυτό τώρα. Ήμουνα πάρα πολύ καλή στα μαθηματικά. Τέλος πάντων, πέρασα στην τρίτη. Εκεί που μου έχει μείνει απωθημένο και αυτό το ‘χω βγάλει και στα παιδιά μου, το ‘χω βγάλει και στον εαυτό μου τώρα μετά, είναι ότι δεν είχα πάει ποτέ μια εκδρομή, γιατί δεν είχαμε χρήματα να… Ο θείος, εντάξει, μας τάιζε, μας φρόντιζε, μας πλήρωνε το νοίκι, αλλά δεν γινόταν τώρα να μας καλύβει και τα χόμπι και τις δραστηριότητές μας. Και πήγα στην τρίτη λυκείου κάνανε μια εκδρομή πολυήμερη που κάνανε τότε, ξεκινούσαν οι πολυήμερες και εγώ λέω: «Δεν προλαβαίνω παιδιά, πρέπει να βγάλω την ύλη, να βγάλω την ύλη!». Ο θείος βέβαια στην τρίτη λυκείου για να δώσω στο πανεπιστήμιο μου έκανε και κάνα δύο μήνες φροντιστήρια, τα πλήρωσε αυτός, στο Ηράκλειο. Τέλος πάντων, ήμουνα εγώ καλή μαθήτρια, δεν ήμουνα του 20, στα μαθηματικά ήμουνα του 20, και το απαιτούσα κιόλας αλλά στα άλλα μαθήματα εντάξει, έβγαλα 17,5, 18, με ρίξανε τα αγγλικά, μου έβαλε 3 ο κερατάς. Και ‘ντάξει πέρασε μέχρι εκεί, ήτανε από τα καλύτερα χρόνια. Βέβαια τα τελευταία δύο, τη δευτέρα λυκείου δηλαδή και τρίτη στην ουσία τώρα, εντάξει επειδή δε μπορούσε ο μπάρμπας να πληρώνει έξτρα σπίτι, έφτιαξε στον κήπο, στον κήπο του, δύο δωματιάκια, μια κουζίνα και ένα μικρό, κι ένα μπάνιο κάτω από τη σκάλα. Μη φανταστείς ντουζ, δεν υπήρχε ντουζ, μια λεκάνη ήταν εκεί πέρα κι ένας νιπτήρας. Και μας πήρε εκεί. Και έμενα. Εκείνη τη χρονιά πέρασε και η αδερφή μου, θα πήγαινε γυμνάσιο και μέναμε σε ένα δωμάτιο εγώ, η αδερφή μου στο ίδιο κρεβάτι, δεν υπήρχε χώρος, στην κουζίνα δηλαδή και ο αδερφός μου στο άλλο πάλι στη κουζίνα. Και τα τρία μου ξαδέρφια είχαμε ενώσει τα δύο κρεβάτια και είχαμε βάλει και για να μην πληγώνει τον άλλον τον καημένο, είχαμε βάλει κουβέρτες στο ενδιάμεσο και κοιμόταν οι τρεις μαζί. Ήμαστε έξι άτομα σε μια γκαρσονιέρα σημερινή. Πολύ μικρή βέβαια. Τέλος πάντων, βγάλαμε δυο χρονιές, τελειώνω το λύκειο και έπρεπε να δώσω εξετάσεις να πάω στο πανεπιστήμιο. Βέβαια, πού να διαβάσεις όταν έπρεπε να μαγειρεύεις για έξι άτομα, να κάνεις, να πλένεις; Τι να κάνεις; Και λέγανε: «Θα περάσει, δε θα περάσει;». Τέλος πάντων, μου λέγανε όμως ότι είμαι και καλή μαθήτρια. Μη φανταστείς ότι ήρθε ποτέ η μάνα μου και ο πατέρας μου να ρωτήσουνε στο σχολείο τι κάνω, δεν το συζητάμε. Ο θείος ερχότανε και, εντάξει, όταν του λέγανε καλώς, καλώς, όταν καμία φορά του λέγανε ότι: «Ξέρεις, θέλει ακόμα προσπάθεια», ακούγαμε και τις φωνές. Και εδώ θα σου πω ότι ο πατέρας μου παρόλο ήτανε πάρα πολύ αυστηρός, δε με είχε ακουμπήσει, ειδικά τα κορίτσια, ποτέ, σεβόταν τη γυναίκα. Ο θείος μου όμως με έκανε μαύρη στο ξύλο. Γιατί, τώρα θα γελάσεις τώρα εκεί πέρα. Τότε δεν επιτρεπότανε τα κορίτσια να μιλάνε με αγόρια, ήτανε πολύ… ήτανε αυτές οι οποίες είχανε φίλο, ήτανε –δε θέλω να χαρακτηρίσω– τη λέξη την καταλαβαίνεις, ας πούμε. Και του είπε κάποιος φίλος του ότι ήμουνα στα κάγκελα του λυκείου και μιλούσα με έναν νεαρό. Ειλικρινά δε μιλούσα, δεν έχω πρόβλημα να το πω τώρα ότι μιλούσα, και γυρίζει στο σπίτι χωρίς να με ρωτήσει, έβγαλε τη ζώνη και με έδερνε. Μα, με έδερνε, ξύλο, όχι ψευτιές και δεν ήξερα γιατί με έδερνε. Η αλήθεια είναι ότι μετά το μετάνιωσε ο καημένος και έκανε κάνα μήνα περίπου να έρθει να κάνει επιθεώρηση στο σπίτι, οπότε ήταν η καλύτερη των αλλωνών, των παιδιών γιατί ερχόταν κάθε βράδυ να ελέγξει. Βέβαια, περιττό να σου πω ότι κάθε βράδυ που ερχότανε, όλοι διαβάζαμε, ήμαστε στα γραφεία και διαβάζαμε, τώρα πώς γινόταν αυτό, δεν έχει σημασία. Παρ’ όλα αυτά όμως, παρ’ όλες τις δυσκολίες, έτσι σε παρένθεση θα σου πω, ότι όλοι κάτι κάναμε στη ζωή μας. Κάποιοι γυρίσανε και στο χωριό αλλά γυρίσανε διαφορετικά. Δηλαδή, τελειώσανε, κάποιοι τελειώσανε πανεπιστήμιο, κάποιοι προχωρήσανε πολύ στη δουλειά τους. Δηλαδή, ο ένας μου ξάδερφος έγινε πολύ καλός ηλεκτροτεχνίτης, ο αδερφός μου τελείωσε μια σχολή νέου τύπου και του πήγε πολύ καλά. Εγώ, εντάξει, κατάφερα να φτάσω στο σημείο να πρέπει να δώσω στο πανεπιστήμιο. Εκεί ήτανε το θέμα, αν θα μπορούσα να περάσω. Χωρίς φροντιστήρια βέβαια. Έκανα δυο μήνες μού φαίνεται, μου έκανε ο θείος μου εδώ στο Ηράκλειο, και φτάνει και είναι το καλοκαίρι, δίναμε Σεπτέμβριο. Και φτάνει και είναι το καλοκαίρι και μου λέει, πάω στο χωριό να διαβάσω υποτίθεται και μου λέει ο πατέρας μου: «Να σου πω ίντα σκέφτηκα κοπελιά μου», κάποιος θα του το ‘πε βέβαια, «επειδή έχεις κάνει εδά και μια προσπάθεια και δε με στεναχώρεσες», το δε με στεναχώρεσες, δε σημαίνει ότι να του κάνεις κάτι να το στεναχωρήσεις, σημαίνει ότι δε βρήκα κάνα φίλο να τα φτιάξω και να ξεφύγω από το δρόμο μου, «λέω να πας στην Αθήνα, να είναι ένα φροντιστήριο που κάνουνε σαράντα μέρες, σου κάνουνε επαναλήψεις, να κάνεις επαναλήψεις, να σε βοηθήσω κι εγώ αν εμπορείς να περάσεις». Πού να πάω τώρα στην Αθήνα, εγώ δεν ήξερα να κουνήσω, να πάω πουθενά, λέω: «Εντάξει, να πάω στην Αθήνα». Παίρνει τηλέφωνο έναν ξάδερφό του ο οποίος ήτανε Διευθυντής κιόλας στην Εθνική Τράπεζα στην Αθήνα και λέει: «Να σου φέρω την κοπελιά να κάνει φροντιστήριο, να δώσει, γιατί λένε πως είναι καλή μαθήτρια και αφού έφταξε μέχρι επά να μη γυρίσει πίσω». Ο θείος μου ο καημένος ήτανε πάρα πολύ καλός, ήτανε ξάδερφός του αυτός και λέει: «Ναι, να τη φέρεις, να τη φέρεις την κοπελιά». Πήγα στην Αθήνα, δύο μήνες έκατσα, έμενα Αμπελοκήπους, το φροντιστήριό μου ήτανε στην Κάνιγγος. Δε θα τα ξεχάσω ποτέ, αυτά τα λέω γιατί έχουνε μείνει στο μυαλό μου. Ο θείος όμως και η θεία επειδή ήτανε της υψηλής κοινωνίας είχανε εξοχικό στη Ραφήνα και κάθε καλοκαίρι κάνανε διακοπές. Παρ’ όλα αυτά όμως ο καημένος δεν είπε ότι: «Ξέρεις, δεν μπορώ να την πάρω την κοπελιά». Έκατσε η μάνα του, μια γριά γυναίκα, ένα μήνα στους Αμπελοκήπους και μ’ έβλεπε, να μένουμε μαζί, να μου μαγειρεύει, για να διαβάζω. Εγώ πηγαινοερχόμουνα στην Κάνιγγος και μέχρι που πηγαινοερχόμουν στην Κάνιγγος, κάτι γινότανε. Άσε που δε ήξερα να κινηθώ, μόνο έπρεπε να με πάει η θεία στο τρόλεϊ, να με βάλει στο τρόλεϊ και να πει του ανθρώπου: «Θα την κατεβάσεις σε αυτή τη στάση» και δεν ήμουνα χαζή, υποτίθεται ότι ήμουνα καλή, αλλά ήμουνα χωριό. Πήγαινα τέλος πάντων, έμαθα το δρόμο, εντάξει, πηγαινοερχόμουνα. Έκατσα ένα μήνα και μετά τον άλλο μήνα η κακομοίρα η θεία, έπρεπε να κάνει και αυτή μπάνια στη Ραφήνα, γιατί της χάλασα τις διακοπές. Και με πηγαινόφερνε ο θείος στη Ραφήνα στο φροντιστήριο κάθε μέρα για ένα μήνα. Μετά που γύριζα στη Ραφήνα, καθόμουνα εκεί στη βίλα του σε ένα δωματιάκι και διάβαζα εγώ, αλλά πολύ διάβασμα όμως, έτσι; Και η θεία η καημένη πάντα μου έφερνε κάτι, η μάνα του, γιατί η γυναίκα του θείου μου ήτανε πάρα πολύ καλή, αλλά ήτανε Αθηναία Κολωνακιώτισσα και έλεγε: «Αφού έχει φαΐ στο ψυγείο, θα φάει», αλλά δεν καταλάβαινε ότι εγώ ήμουνα χωριατάκι και δεν υπήρχε περίπτωση να ανοίξω εγώ ψυγείο να φάω, μακάρι να πεινούσα. Κι έλεγε η πεθερά της: «Τα παιδιά από τα χωριά είναι περήφανα και δεν τρώνε και τρώνε και το βράδυ στο χωριό», «Ναι, αλλά εμείς δεν τρώμε το βράδυ εδώ πέρα, τρώμε μόνο…», πίνανε τσάι και κάτι τέτοια. Η θεία η κακομοίρα όλο και κάτι έπαιρνε, τυράκι, παξιμαδάκι και μου ‘φερνε στο δωμάτιο να τρώω. Έμενα μαζί με τη θεία, στο δωμάτιο της θείας έμενα. Τώρα γιατί έμενα στο δωμάτιο της θείας, είχε τόσα δωμάτια, δεν ξέρω. Μπορεί για να με προσέχει, ξέρω γω; Τέλος πάντων, πήγε το φροντιστήριο δύο μήνες, κατεβαίνω δίνω πανελλήνιες… Πανελλήνιες, τέλος πάντων, εξετάσεις τότε εισαγωγικές και περνάω! Τώρα τι γίνεται. Εγώ ήμουνα φοβερά αγχωμένη γιατί δεν ήμουν τόσο σίγουρη, δηλαδή είχα γράψει μαθηματικά, αλλά δεν ήμουνα σίγουρη, τότε ανθρωπογεωγραφία δίναμε; Δε θυμάμαι τώρα. Δεν ήμουνα σίγουρη για την έκθεση. Και μου λέει η μάνα μου, βγαίνανε τα αποτελέσματα, τότε τα αποτελέσματα δεν ήταν όπως τώρα, βγαίνανε από το ραδιόφωνο. Έβαζες το ραδιόφωνο και άκουγες και έλεγε ότι βγαίναν τα αποτελέσματα και αρχίζαν και λέγαν τις σχολές και με βάση τη σχολή έλεγε το όνομα του καθενός και πού πέρναγε. Μου λέει λοιπόν η μάνα μου εκείνη την ημέρα που θα βγαίνανε τα αποτελέσματα: «Πήγαινε, παιδί μου, στο Ρέθυμνο, να πας να πάρεις μια φούστα και μια μπλούζα. Μα θα περάσεις στο πανεπιστήμιο και θα σου χρειαστεί». Εγώ πήγα, γιατί ήμουνα πολύ αγχωμένη. Το πρώτο βέβαια αγοραστό ρούχο από τη μάνα μου, δεκαοχτώ χρονών, από τους γονείς μου δηλαδή, έτσι; Τώρα αν ήμουνα μικρή και μου αγοράζανε κανένα φουστάνι, δεν ξέρω, αλλά πάντως απ’ όταν έφυγα από το χωριό, μέχρι και τα δεκαοχτώ μου, δηλαδή όταν πέρασα, δεκαεφτάμισι πέρασα στο πανεπιστήμιο, ο θείος μου μου αγόρασε κάτι ρούχα. Αν είναι κάνα βαφτιστικό δεν ξέρω, τα άλλα [00:30:00]μου τα ‘ραβε η μάνα μου και τα πρώτα ρούχα που πήρα αγοραστά ήταν την ημέρα που βγαίναν τα αποτελέσματα. Κείνη την ημέρα πάω στο Ρέθυμνο και ψώνισα παιδιά –δεν θα το ξεχάσω– μία καρό, καφέ φούστα, μία μπλούζα εκρού και μία μπλούζα καφέ. Αυτά ήταν τα χρήματα που είχα να πάρω τα ρούχα. Και γυρίζοντας μου έλεγε η γιαγιά μου: «Σου πλέκω και ένα σάλι, άμα θέλεις να πηγαίνεις σε κάποιον γάμο», η γιαγιά μου εκατό χρονών βέβαια, έτσι; Μου έπλεκε ένα σάλι, σαν κρητικά μαντίλια που ήταν τότε της μοδός. «Να σου το κάνω δώρο, όταν θα πας στο πανεπιστήμιο, να το φοράς στην Αθήνα, να λες ότι είσαι από την Κρήτη». Λέω: «Καλά, γιαγιά». Και η αλήθεια είναι ότι ακούω το όνομά μου εγώ, γιατί είχανε βάλει ραδιόφωνο κι ακούγαν όλη η γειτονιά μαζευότανε εκεί πέρα να δούνε ποιος θα περάσει. Ακούω το όνομά μου, εγώ έκανα βέβαια τασίματα στους αγίους, κακό, πράματα, ιστορίες, να περάσω, να αυτό. Και δεν το πίστευα, γιατί λέω: «Κι αν δεν άκουσα καλά;», γιατί το άκουσα μόνο εγώ. Ήταν η μάνα μου εκεί, δεν άκουσε κανένας, λέω: «Παναγία μου!». Μετά δίναμε και οι τρεις κοπελιές γιατί δεν ξέρω αν σου έχω πει ότι ήμαστε τρεις κοπέλες από… Δηλαδή όταν τελείωσα το… έκτη τάξη δημοτικού, ήμαστε στην τάξη είκοσι εφτά παιδιά, είκοσι δύο κορίτσια και πέντε αγόρια. Απ’ τα είκοσι δύο κορίτσια λοιπόν τα δύο, για να καταλάβεις για τι σου μιλάμε, τα δύο δίναμε εκείνη τη χρονιά πανεπιστήμιο. Και έδινε και άλλη μια τρίτη, ήταν λίγο πιο μεγάλη από εμάς, για δεύτερη χρονιά τότε. Δηλαδή, δίναμε τρεις κοπελιές. Και πιο μπροστά, την προηγούμενη βραδιά ακούω τον πατέρα μου και λέει: «Καημένη, ονειρευόμουν ότι στο περβόλι μας ήτανε τρεις βρύσες και ήτανε μόνο οι δυο εβγαζανε νερό, δεν κατέχω αν επεράσει η κοπελιά μας!». Παρόλο που ήτανε έτσι, τον ένοιαζε όμως, ρε παιδί μου. Παρόλο που επείστηκε με χίλια ζόρια για να πάω στο πανεπιστήμιο. Τέλος πάντων, όχι στο πανεπιστήμιο, απ’ το γυμνάσιο, ας πούμε. Ήθελε ντε και καλά να περάσω. Τέλος πάντων, μετά με παίρνει μία θεία από τα Χανιά, μια ξαδέρφη του δασκάλα, στο άκυρο δηλαδή, στο κοινοτικό τηλέφωνο βέβαια, μη φανταστείς ότι υπήρχαν τηλέφωνα στο σπίτι και λέει: «Πέστε του Γλεντζοσήφη ότι πέρασε η κόρη του στο πανεπιστήμιο!». Και μετά με παίρνει και η άλλη κοπέλα που άκουγε τα αποτελέσματα που βγήκε ότι πέρασε και αυτή, μου λέει: «Άκουσα και το δικό σου όνομα», της λέω: «Είσαι σίγουρη;». Τέλος πάντων, το ακούσανε τρεις, οπότε πείστηκα κι εγώ ότι πέρασα στο πανεπιστήμιο. Αυτό βέβαια ήταν για μένα, πέρασα στο πανεπιστήμιο, να φύγω! Δηλαδή τότε με είχε πιάσει να φύγω! Λέω: «Τώρα πραγματικά θα κάνω ό,τι θέλω». Γιατί μέχρι τότε, σου λέω, δεν είχα πάει πουθενά μόνη μου, πουθενά! Τέλος πάντων, βγήκαν τα αποτελέσματα, περνάω πανεπιστήμιο, ο καημένος ο πατέρας μου, μου λέει: «Πού θα πας να μείνεις τώρα, κοπελιά μου;». Δεν είχαμε και λεφτά. Μεγάλο πρόβλημα. Για όλους, δεν ήταν μόνο για εμάς. Δηλαδή, να φανταστείς ότι εμείς ήμαστε στην καλύτερη κατάσταση. Καλύτερη κατάσταση από ποια άποψη; Ότι από το δημοτικό που θυμάμαι, εγώ είχα παπούτσια. Έχω φίλες και έχω καμία φορά φωτογραφίες, που πρέπει να τις βρω κιόλας, να σου τις στείλω, που είμαστε κορίτσια και είναι όλες ξυπόλυτες και φοράμε μόνο δυο παντόφλες. Δεν υπήρχανε, δεν υπήρχε τίποτα. Μιλάμε για μεγάλη αυτό... Η μάνα μου, επειδή ήξερε να ράβει, ήμαστε πάντα καλοπεριποιημένα, γιατί μας έραβε φορεματάκια. Συν το ότι της Κυριακής το φουστάνι δεν το φορούσαμε με τίποτα στις καθημερινές, οπότε ήτανε πάντα, ήμαστε πάντα στην πένα, αλλά ήτανε μιλάμε για άγριες καταστάσεις. Συν το ότι όλες οι κοπελιές από δώδεκα χρονών και πιο μπροστά... Εγώ πάντα έλεγα: «Πάω να διαβάσω». Βέβαια δε διάβαζα πάντα, έβαζα το «Ρομάντζο», το «Μίκι Μάους», μου άρεσε ο Μπλεκ, ο καουμπόυ, μ’ άρεσαν αυτά τα τέτοια τα αστυνομικά, τα έβαζα μέσα στο βιβλίο και έκανα πως διάβαζα. Οι άλλες κεντούσαν από κάτω, γιατί έπρεπε να κεντάνε την προίκα τους, εγώ δεν έκανα τέτοιο πράγμα και λέω: «Εγώ έχω διάβασμα, έχω διάβασμα!». Και μου λέγανε: «Εσύ είσαι καλή μαθήτρια και πας συνέχεια και διαβάζεις και διαβάζεις, θα πάθεις τίποτα που διαβάζεις». Και βέβαια μια φορά με έπιασε η μάνα μου με το βιβλιαράκι μέσα και μου λέει: «Αυτή τη δουλειά κάνεις; Θα το τελειώσεις το σεντόνι!». Δηλαδή, έγινε και αυτό. Τέλος πάντων, βγαίνουν τα αποτελέσματα, πάω να πάω στο πανεπιστήμιο, που θα πάει όμως να μείνει τώρα η κοπελιά; Λέω: «Εγώ σε συγγενείς δεν πάω, πατέρα, καλλιά να… δεν υπάρχει περίπτωση», του λέω εγώ, «δεν πάω στο πανεπιστήμιο, θα κάτσω στο χωριό, σιγά!». «Μα, να πας στου μπάρμπα σου, μα να πας στη θειά σου». Τότε βέβαια ήτανε και πολύ συνηθισμένο να πας να μένεις σε ένα θείο, σε έναν τρίτο ξάδερφο, σε ένα δεύτερο, γιατί ήτανε και οι άνθρωποι δεμένοι και μπορεί να ήταν ο άλλος… Τέλος πάντων, εμένα ο θείος που έμενα στο σπίτι του, όταν έκανα δυο μήνες φροντιστήριο για να δώσω στο πανεπιστήμιο, ήτανε του πατέρα μου πρώτος ξάδερφος, δηλαδή δεν ήτανε να πεις ότι ήταν υποχρεωμένος να το κάνει, δεν ήτανε αδερφός του. Και μου λέει: «Θα πας στο θείο σου να μείνεις, θα πας να μείνεις στον άλλο θείο. Λέω: «Δε μένω σε θείους». Τέλος πάντων, υπάρχει στην Αθήνα και αυτό πραγματικά είναι ένα κόσμημα δηλαδή όποιος… Η Κρητική Εστία. Αυτό λοιπόν, γιατί υπήρχαν και φοιτητικές εστίες που θα μπορούσα να πάω γιατί δεν είχαμε ούτε εισοδήματα, ούτε τίποτα, αλλά γινότανε χάος και στην Αθήνα, χαμός, Παναγία μου! Η Κρητική Εστία λοιπόν όμως ήταν ένα ίδρυμα, το οποίο το είχανε φτιάξει, νομίζω ένας Βαρδουλάκης από τα Χανιά, από τα Σφακιά, με αυτού την προτροπή και με συνεισφορές άλλων βέβαια, αλλά αυτουνού ήταν η ιδέα νομίζω, και το είχε κάνει για Κρήτες άπορους φοιτητές και ένα 10% άποροι φοιτητές από την άλλη Ελλάδα, αλλά συνήθως το 90% ήτανε… Ήτανε ίδρυμα, ήτανε εστία, αλλά ήτανε όμως με φύλαξη. Εκεί λοιπόν έμενε και ένας ξάδερφος, δεύτερος ξάδερφός μου από το χωριό, που σπούδαζε και αυτός εκεί πέρα και λέει: «Τουλάχιστον να δούμε αν εμπορείς να μπεις στην Εστία, που είναι και ο Γιώργης, θα σε προσέχει». Λέω: «Καλύτερα στην Εστία που είναι φοιτητές παρά να πάω σε καμία θεία, να κάθομαι να περάσω όπως πέρασα», γιατί δεν ήταν και εύκολα. Η αλήθεια είναι βέβαια ότι σαν λύκειο πέρασα καλά, γιατί η γυναίκα του θείου μου ήταν καταπληκτική γυναίκα. Δηλαδή εγώ δεν έχω υποχρέωση μετά από τόσα χρόνια στο θείο μου, γιατί πες ότι κι αυτουνού του κάνανε το ίδιο, η μάνα μου έμπαινε μαζώχτρα για να τονε σπουδάσει. Η θεία μου όμως ήταν είκοσι δύο χρονών κοπέλα, είχε παιδιά, είχε οικογένεια, μωρά και όμως δέχτηκε να έχει πέντε, έξι και πολλές φορές βρεθήκαμε και εφτά ανίψια του άντρα της, ξένα παιδιά, μικρά παιδιά, με όλη την ευθύνη που είχε ο μπάρμπας και ξεσπούσε σε αυτήν, με όλα του τα προβλήματα, γιατί εντάξει, εγώ μπορεί να μην έβγαινα η καημένη, αλλά οι άλλοι όμως γυρίζανε, τα αγόρια γυρίζανε. Και όμως, για αυτό την αγαπάω κιόλας και την έχω σαν τη μάνα μου, ακόμα και τώρα, έτσι; Αλλά περνάω, μου λέει ο πατέρας μου: «Πέρασες στο Πανεπιστήμιο, να πας στην Εστία». «Να πάω στην Εστία». Οκτώβριος μήνας παίρνουμε το καράβι να πάμε στην Αθήνα. Μία τσάντα, μία βαλίτσα –τι θυμάμαι τώρα, βλακείες θυμάμαι– μία βαλίτσα σιδερένια, προπολεμική προφανώς θα ήτανε, ένα γούνινο παλτό που μου έκανε δώρο η θεία, τα ρουχαλάκια που είχα αγοράσει που πέρασα στο πανεπιστήμιο, ένα ζευγάρι μπότες που μου τις είχε χαρίσει προπολεμικά, δεν είχα τίποτα άλλα ρούχα. Δυο τρία σεντόνια, δυο τρία σεντόνια και δυο μαξιλαροθήκες και δυο πετσέτες. Ό,τι χωράνε, τα πράγματά μου ήτανε ό,τι χωρούσανε σε μια βαλίτσα καμπίνας αεροπλάνου, λίγο πιο μεγάλη, αυτό ήτανε, αυτή η σιδερένια βαλίτσα τόσο ήτανε. Τέλος πάντων, με πάει ο πατέρας μου, ο οποίος αν και ήτανε, σου λέω, άνθρωπος του χωριού, ήξερε να κινηθεί, δηλαδή, ήτανε λίγο, ήτανε μες στον κόσμο, ήτανε κοινωνικός, είχε γνωριμίες. Τέλος πάντων, είχε ξαναπάει στην Αθήνα, η μάνα μου δεν είχε έρθει ποτέ, δεν ήξερε να πάει στην Αθήνα. Και με πάει και με πάει στην Εστία. Με γράφει στην Εστία και η Εστία τότε ήτανε –κάτι νούμερα!– δύο χιλιάδες δραχμές δίναμε να μένουμε και να τρώμε κιόλας. Δύο χιλιάδες ήταν πολλά λεφτά, για τον πατέρα μου. Εντάξει, τα πρόβατα και οι κατσίκες τι να σου βγάλουνε εκείνη την εποχή; Πήγα, ο πατέρας μου λοιπόν... Η Εστία ήταν στο Παγκράτι, Στράβωνος 12, δεν θα το ξεχάσω ποτέ μου. Με παίρνει από την Εστία, με κατεβάζει στο Hilton, μπαίνουμε στο λεωφορείο, με κατεβάζει στον Πειραιά – [00:40:00]πέρασα Βιομηχανική Πειραιά, το Πα.Πει τώρα το λένε, Πα.Πει τώρα– με κατεβάζει στον Πειραιά, Καραολή και Δημητρίου 40 αξέχαστα, περπάτημα από κει, ξανά-ξανά. Τέλος πάντων, μου έκανε τη διαδρομή αυτή σε μια μέρα τρεις φορές, πήγαμε και ήρθαμε, για να μάθω τη διαδρομή και μετά μου λέει: «Εδά, κοπελιά μου, πρέπει να φύγω, γιατί έχω και τα κατσίκια, έχω και τα αυτά, δε μπορώ να κάτσω». Και φεύγει και μένω δεκαεφτάμισι χρονών, να μην έχω ξαναβγεί στην ουσία από το σπίτι, γιατί εντάξει το Ηράκλειο ήταν μεγάλη πόλη, αλλά όταν πας σχολείο-σπίτι και ο θείος μου χρονομετρούσε και το χρόνο! Δηλαδή, για να πάω από το γυμνάσιο που ήμουνα, το Θηλέων, μέχρι το σπίτι, ήταν ακριβώς είκοσι επτά λεπτά ποδαρόδρομος –μιλάμε ότι πηγαίναμε πάντα με τα πόδια, δεν υπήρχε λεφτά για λεωφορείο εννοείται– λοιπόν, είκοσι επτά λεπτά. Αν τυχόν εγώ έκανα τριάντα, κάπου σταμάτησα στο δρόμο. Ήταν μεγάλο θέμα! Δηλαδή, δεν πήγαινα πραγματικά πουθενά. Και πήγα στην Εστία, χαμένο τελείως, βέβαια είχε φοιτητές, ήτανε πάρα πολλοί Κρητικοί, Κρήτες φοιτητές ήταν οι πιο πολλοί, μένουμε σε ένα δωμάτιο. Τα δωμάτιο της Εστίας ήτανε δίκλινα και τρίκλινα, κοινόχρηστα μπάνια. Κάθε όροφος μάλλον ήτανε θηλέων, ένας όροφος θηλέων, ένας όροφος αρρένων, ο τρίτος όροφος ήτανε μισός-μισός και τα αγόρια ήτανε πιο πολλά, τα κορίτσια ήτανε λίγα, μόνο ο δεύτερος όροφος ήτανε κορίτσια και ο μισός τρίτος. Μετά όλα τα άλλα, οι άλλοι έξι όροφοι ήτανε αγόρια. Από εκεί να καταλάβεις και την αναλογία που σπουδάζανε. Χωριατάκια τα πιο πολλά. Και μένω στο δωμάτιο, εγώ, η φίλη μου –η χωριανή μου τέλος πάντων– που πέρασε πανεπιστήμιο και αυτή, εκείνη τη χρονιά που δίναμε τρεις κοπελιές, περάσαμε τελικά οι δύο, και άλλη μια κοπέλα από τα Χανιά. Για να καταλάβεις, εγώ ήμουνα Βιομηχανική, η κοπελιά από τα Χανιά ήτανε φιλόλογος και η άλλη ήτανε Γυμναστική Ακαδημία. Σε ένα δωμάτιο ήτανε παιδιά αυτό –πώς διάολο μέναμε εκεί μέσα;– ήτανε δύο κρεβάτια το ένα παράλληλο με το άλλο, ήτανε στενόμακρα τα δωμάτια κι ένα άλλο κρεβάτι από τη μια μεριά, από τη μεριά που δεν είχε κρεβάτι είχε ένα μικρό-μικρό νιπτηράκι και είχε και στη μεριά του παραθύρου ένα ράφι που ήτανε τρία γραφεία υποτίθεται. Αλλά άμα καθόσουνα ο ένας δίπλα στον άλλον κουτουλούσες, όχι διάβασμα έκανες, και μέναμε και οι τρεις εκεί μέσα. Ντουλάπα δεν είχε αλλά δεν είχαμε και πράγματα, καμιά μας δεν είχε πράγματα. Και είχαμε κάνει μια συμφωνία και λέγαμε ότι τη μια μέρα θα διαβάζει η μια στο αναγνωστήριο και θα μένουνε οι άλλες δύο στο δωμάτιο, γιατί εγώ διάβαζα και δυνατά, υπήρχε και αυτό το πρόβλημα. Η δε άλλη που ήτανε από τα Χανιά, η φιλόλογος, διάβαζε δυνατά και επειδή αυτή ήτανε παθιασμένη με τη σχολή της πραγματικά, χειρονομούσε κιόλας και μας έκανε και γελούσαμε δηλαδή, δεν ήτανε και εύκολο! Τελικά, κάπως τα καταφέραμε. Έμενα στο τρίκλινο, πολύ δύσκολα για τρίκλινο, πολύ δύσκολα. Πρώτη φορά πήγα σε πάρτι, γιατί κάνανε πάρτι στην Εστία, αλλά με εκείνα τα ρούχα, εκείνη την καφέ καρό. Όλες μου οι φωτογραφίες που έχω βγάλει φοιτήτρια είναι με εκείνη την καφέ καρό φούστα, συν το ότι βρήκα και φίλο με αυτήν την καφέ καρό φούστα, τον άντρα μου δηλαδή τον μετέπειτα. Που ήτανε… συν όλα τα φλερτ. Είχα μια αλλαξιά ρούχα, μια μπλούζα, ένα αυτό, αυτό ήτανε. Και κάναμε και τα πάρτι. Συμμετείχα εγώ σε όλα. Ήτανε η εποχή τότε το ’79, ’80 και ήτανε τότε η εποχή της αλλαγής, διαφωνίες, φασαρίες, χαμός γινότανε, αλλά τέλος πάντων ήτανε φοιτητική ζωή. Μένω στην Εστία, περνάω Σεπτέμβρη, Οκτώβρη τέλος πάντων, Νοέμβριο, Δεκέμβριο κατεβαίνω στο χωριό για να κάνουμε Χριστούγεννα. Το βράδυ ακούω τον πατέρα μου κρεβατομουρμούρα –κρεβατομουρμούρα με την καλή την έννοια– με τη μάνα μου και ακούω τον πατέρα μου και λέει: «Πού θα βρω τα δυο χιλιάρικα», έλεγε στη μάνα μου, «να τα δώσω τις κοπελιάς να φύγει!», «Σώπα», του λέει, «μα να τα βρούμε θέλει». «Μα, θα φύγει μεθαύριο, και πού θα τα βρω εγώ τα δυο χιλιάρικα;». Και του λέει: «Άμε, κακομοίρη μου στον τυροκόμο και να του πεις να σου τα ξεπέσει από το γάλα την επόμενη φορά». «Ναι, μωρέ, εδά θα το κάμω, αλλά και τον άλλο μήνα πού θα τα ξαναβρώ; Ίντα θα γενώ; Να πουλήσουμε το τάδε χωράφι». «Δεν πουλάς χωράφι», λέει η μάνα μου, «μα θα τα καταφέρουμε θέλει». Η μάνα μου δεν ξέρω πώς έλεγε θα τα καταφέρουμε και πάντα τα κατάφερνε, αλλά δεν ξέρω με ποια λογική, ας πούμε. Λέει: «Θα τα βρω, θα πάω στον τυροκόμο». Τέλος πάντων, πήγε ο πατέρας μου στον τυροκόμο, έρχεται, όταν έφευγα μετά. Καλά περιττό να σου πω συνθήκες για να πας στο χωριό, δεν είχε ούτε λεωφορείο τότε, ούτε τίποτα. Έπρεπε να περιμένουμε στου Κουρνά στη διακλάδωση στην Επισκοπή, να περάσει κανένα αυτοκίνητο, αν τύχει να μας πάρει, καρότσα; Καρότσα! Όπου να ‘ναι. Δεν είχε μέσο να πας. Τέλος πάντων, αυτό ήτανε ένα που έγινε τότε, ήτανε φοβερό, γιατί πρώτον εγώ το ακούω και τρελαίνομαι και λέω, εγώ πήγα σε πάρτι, περνάω καλά, διασκέδαζα και πέρασα καλά, πρώτη φορά περνούσα καλά, δύο μήνες στην ουσία και όμως ένοιωθα και ενοχές, λέω, ο πατέρας μου τώρα δεν έχει, πώς θα τα βρει τα δυο χιλιάρικα; Τέλος πάντων, πάω να φύγω μετά… πάω να φύγω και μου δίνει ο πατέρας μου δύο χιλιάρικα και τριακόσιες δραχμές και μου λέει: «Κράτα τα δύο χιλιάρικα, μην πεις πως σου ‘δωσα τις τριακόσιες δραχμές, κάτι θα σου δώσει η μάνα σου» και μου δίνει η μάνα μου ένα κατοστάρικο για να περάσω το μήνα. Αν θέλω να πιώ κανέναν καφέ, τέτοια πράγματα. Μου λέει: «Δεν φτάνουν αυτά παιδί μου το κατοστάρικο, εγώ ξέρω, η μάνα σου δεν έχει φύγει από το χωριό και νομίζει πως επειδή δεν έχει αυτή καθόλου μετρητά ποτέ τζη, αλλά δε σε φτάνουνε παιδί μου, και τα εισιτήριά σου μέσα, που θα...;». Τέλος πάντων, και μου λέει η μάνα μου: «Σου ‘δωσε ο πατέρας σου λεφτά;» και λέω: «Όχι, δε μου ‘δωσε τίποτα, δύο χιλιάρικα μου ‘δωσε, μου είπε πως θα μου δώσεις εσύ». Μου λέει: «Μην της το πεις, μην της το πεις!» και τελικά τέλος πάντων είχα εγώ δύο τετρακόσια, ήταν πολλά λεφτά. Μετά γυρίζω στην Αθήνα και εκεί με ξεπονήρεψε μια κοπελίτσα φίλη και μου λέει: «Ρε συ, εγώ ξέρεις τι κάνω; Πηγαίνω στη σχολή…». Γιατί ήταν η σχολή μακριά που έτρωγε, μπορείς να εξαργυρώσεις, μας δίνανε κουπόνια τότε για να τρώμε στη σχολή, δεν ξέρω τώρα τι κάνουνε, αλλά τότε μας δίνανε κάτι κουπόνια και κάθε μέρα δίναμε ένα κουπόνι και τρώγαμε. Ή μπορούσαμε από τη σχολή, από κάτι εστιατόρια που ήταν εκεί πέρα να πάρουμε το ταπεράκι στο τέτοιο, εγώ όμως έτρωγα στη Λέσχη που στην ουσία αυτά τα κουπόνια τα ‘δινα στα παιδιά για να τρώνε. Και μετά μου λένε: «Μπορείς να πας στο τάδε εστιατόριο στον Πειραιά να εξαργυρώσεις τα κουπόνια», μας τα έδινε μισή τιμή βέβαια, «και αυτά να τα έχεις χαρτζιλίκι». Κάνα χιλιάρικο, χίλια τόσο ήτανε. Λέω και εγώ: «Ωραία, θα το πάρω αυτό το χιλιάρικο, και θα δώσω τα χρήματα στην Εστία, έχω και τον άλλο μήνα!». Τέλος πάντων, το έκανα έτσι και εξαργύρωνα τα κουπόνια και πλήρωνα την Εστία. Βέβαια, μετά τον Γενάρη που έπρεπε να ξαναπληρώσουμε την Εστία για τον επόμενο μήνα, είχα εγώ ένα χιλιάρικο καβατζώσει, αλλά λέω ο πατέρας μου πού θα το βρει το άλλο χιλιάρικο; Λέω, δε γίνεται εδώ πέρα, γιατί εντάξει, ήσουνα και παιδί τότε, είχα πάρει και ένα χιλιάρικο στα χέρια μου, ήταν πολλά λεφτά, και να πάμε κι εδώ, να βγούμε κιόλας, να κάνουμε. Πηγαίναμε σε κάτι κουτουκάκια, πέρα από την Εστία που ήτανε, εντάξει, έδινες δέκα δραχμές, δεκαπέντε. Ήταν τα εισιτήρια. Λέω: «Δε γίνεται», εμένα η κουβέντα του πατέρα μου… Πρώτον αυτό και δεύτερον όταν έφευγα, είχε τόσο πολύ χιόνι! Εγώ ήθελα άρον-άρον να φύγω, λέω, θα αποκλειστώ εδώ πέρα, θα φύγω. Και μου λέει ο πατέρας μου: «Κάτσε, θα βρούμε αυτός που πάει τα πρόβατά του κάτω» και μπαίνουμε σε ένα αγροτικό στην καρότσα ο πατέρας μου και κάτι άλλοι βοσκοί, να χιονίζει ο Θεός και εγώ να είμαι μέσα στη ζεστασιά μου, μαζί με τον οδηγό του αγροτικού, να μην μπορεί να πάει το αγροτικό, ούτε αλυσίδες, ούτε τίποτα, και να κατέβουνε, να βουλάνε στο χιόνι να το κάνουμε στροφή, για να μπορέσει να κάνει τις στροφές στο χωριό εκεί και να βλέπω τον πατέρα μου, αυτή τη μορφή, τόσο βασανισμένο και εγώ να καλοπερνάω στην Αθήνα, γιατί εντάξει ήμασταν και πολύ…. ψυχολογικά δεν ένοιωσα καλά. Τέλος πάντων, πάω και βρίσκω αυτόν τον θείο μου που έμενα στο σπίτι του που ήταν στην Τράπεζα την Εθνική ήταν Διευθυντής κάτι. Και κατεβαίνω Αιόλου με τα πόδια βέβαια, γιατί δεν είχα και λεφτά, και του λέω: «Θείε, πρέπει να βρω δουλειά οπωσδήποτε, γιατί δε γίνεται», του λέω, «ο πατέρας μου δε μπορεί να μου στέλνει κάθε μήνα δύο χιλιάρικα». «Μα, ο πατέρας σου δεν υπάρχει περίπτωση να σε αφήσει να… δεν είναι σωστό να βρεις δουλειά γιατί θα ξεφύγεις από το στόχο σου, θα κάνεις, θα ράνεις». [00:50:00]Τις ίδιες κουβέντες βέβαια που μου έλεγε ο θείος, της έλεγα και εγώ στα παιδιά μου αργότερα. Λέω: «Όχι, πρέπει να βρω δουλειά, δεν γίνεται, πρέπει να σταματήσω τη σχολή. Είναι δυνατόν να υποφέρουν όλοι και εγώ να κάνω τη ζωή μου στην Αθήνα;». «Μα, δεν κάνεις παιδί μου τη ζωή σου, πας στη σχολή σου, κάνεις». Τέλος πάντων, επέμενα εγώ, λέω: «Μην το πούμε του πατέρα μου». «Μα, αυτός θα ψάχνει να σου βρίσκει κάθε μήνα τα λεφτά». Λέω: «Δεν έχει σημασία, μετά θα του το πούμε». Τέλος πάντων, για να μην σ’ τα πολυλογώ, αυτός μου βρήκε δουλειά και εκεί ήτανε τύχη πραγματικά δηλαδή, μου βρήκε δουλειά σε ένα super market, σε ένα μεγάλο super market, το ΑΒ. Πολύ μεγάλο super market, high! Εκεί έβλεπες τα πάντα όμως, εκεί άλλαξε η ζωή μου εμένα, πιστεύω ότι από εκεί. Περιττό να σου πω πως όλα τα κορίτσια που ήμασταν στην Εστία το 90% δούλευε για να σπουδάσει. Ελάχιστες ήτανε, πολύ ελάχιστες που, ναι μεν, στην Εστία έπρεπε να ήσουν άπορος για να πας, αλλά ήτανε λίγο πιο καλά. Δηλαδή, δεν ήταν και πολλά τα λεφτά, αν ήταν κάποιος, αν ο γονέας του κάποιου ήτανε δημόσιος υπάλληλος, θα μπορούσε να δώσει τα δύο χιλιάρικα. Αλλά το αν ήτανε βοσκός, όπως ήταν ο δικός μου πατέρας, που δεν είχαν εισοδήματα τότε, μόνο άμα πουλήσει κάνα κατσικάκι, να κάνει, δεν παίρνανε τότε ούτε επιδοτήσεις ούτε τίποτα, ήτανε αλλιώς τα πράγματα. Δεν υπήρχαν μετρητά, δεν υπήρχε μετρητό. Δεν υπήρχε, δεν υπήρχε μετρητό! Και τελικά μου βρήκε δουλειά λοιπόν στο Βασιλόπουλο. Για να καταλάβεις τη διαφορά. Η Εστία έκανε δύο χιλιάρικα. Εγώ έπαιρνα τον πρώτο μου μισθό, με βάλανε εκεί, στο τμήμα, επειδή ήμουνα και φοιτήτρια τέλος πάντων, δε θέλανε να με βάλουνε στα ράφια, ήθελε αυτός να με βάλει σε πιο καλή δουλειά και με βάλανε στο τμήμα εκδόσεως των τιμολογίων, εκεί τι κάναμε; Θα σου πω μετά τι κάναμε. Και εκεί ήτανε πραγματικά που έβλεπες σε όλο το μεγαλείο τις διαφορές των ανθρώπων, τις ταξικές διαφορές. Εγώ έπαιρνα έντεκα τριακόσια, έντεκα χιλιάδες τριακόσια, ήτανε πολλά λεφτά! Πάω τον πρώτο μήνα, εντάξει, ήτανε για αυτούς, όλοι που δουλεύανε εκεί μέσα ήτανε οι πιο πολλοί high –πώς να σ’ το πω;– δηλαδή δεν έμπαινες έτσι. Εγώ ήμουνα ένα πολύ αντιδραστικό παιδί, γιατί είχα κι απωθημένα βέβαια. Μπορεί να το έπαιζα ανεξάρτητη, μπορεί να το έπαιζα πως δε με ένοιαζε, αλλά ήταν κι απωθημένα. Τότε ήταν στη μόδα τα σανδάλια του Ιάσωνα, με κάτι κορδόνια και τέτοια. Λοιπόν, εγώ φορούσα τα κορδόνια, αλλά μας έλεγε ο προϊστάμενος, επειδή είναι high το μαγαζί, έπρεπε να είμαστε βαμμένες, φτιαγμένες, με... Τα έλεγε για εμένα, αλλά εγώ ήμουνα πολύ καλή στη δουλειά μου και δε μπορούσε να… με είχε βάλει και ο άλλος βέβαια, ήτανε οικονομικός Διευθυντής, ο φίλος του θείου μου που με έβαλε και δε μπορούσαν να με διώξουν κιόλας και δούλεψα εκεί. Ξεκίνησα να δουλεύω. Θα σου πω λοιπόν ότι όταν το ‘μαθε ο πατέρας μου, πρώτη φορά τον είδα νευριασμένο και θα σου πω ότι για ένα χρόνο, τα χρήματα τα μάζευε. Δε μπορούσε να δεχτεί ότι δεν ήτανε ικανός. Γιατί μου είπε ότι: «Εγώ», λέει, «για να σε σπουδάσω», αυτός κάπνιζε πάρα πολύ «και το τσιγάρο θα κόψω» και το θεώρησε μεγάλη προσβολή να δουλεύει το… Άσε που ήταν μεγάλη αλλαγή για αυτόν να φύγει η κοπελιά του να σπουδάσει, κάποια στιγμή να δουλεύει κιόλας, δηλαδή: «Δεν είμαι ικανός να τη σπουδάσω;». Ήταν, το είχε πάρει πολύ βαρέως, αλλά μετά που το κατάλαβε, του έλεγε και ο θείος, γιατί ο θείος ήτανε εντάξει Αθηναίος και του λέει: «Μπράβο η κοπελιά σου που τα καταφέρνει και σπουδάζει και δουλεύει, αυτό είναι καλό και είναι αυτό και σου μοιάζει», κάτι τέτοιες βλακείες του έλεγε, ότι «είναι δυναμική» και αυτά και κάπου λίγο, επειδή τον πιάνανε στο φιλότιμο και του ‘λεγε και η μάνα μου: «Δεν πειράζει, δεν πειράζει, είδες; Όλα τα καταφέρνει!». Η μάνα, πάντα η μάνα μου από πίσω ήταν όλα τα λεφτά. Ναι. Ναι. Μιλούσε όταν έπρεπε. Τέλος πάντων. Ξεκίνησα να δουλεύω στο Βασιλόπουλο. Στην Εστία έμεινα δύο χρόνια, τη δεύτερη χρονιά έφυγα από το τρίκλινο δωμάτιο και πήγα σε ένα δίκλινο και έμεινα με μία, δεν θα την ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου, θεολόγος, πιο κακιά γυναίκα δεν υπήρχε! Ήμουνα η καλύτερη συγκάτοικος γιατί με θέλανε όλοι, γιατί εγώ δούλευα, άρα είχαν το δωμάτιο ελεύθερο για να διαβάζουνε και εγώ όταν γύριζα, έπρεπε να πάω στο αναγνωστήριο, γιατί συνήθως στο δωμάτιο μαζευόταν όλοι εκεί. Βέβαια, κοινόχρηστα μπάνια, καταλαβαίνεις τι γινότανε; Νερό, όποιος προλάβαινε, ζεστό, όποιος δεν προλάβαινε, μπούζι! Είχαμε τουλάχιστον όμως φαΐ, έτσι; Είχανε και εκεί, γινότανε διάφορα έρωτες. Εγώ εν τω μεταξύ είχα βρει τον άντρα μου και δε χρειαζόμουνα έρωτες από την Εστία. Και ήμουνα μια πολύ καλή φίλη για όλους. Τέλος πάντων, έκατσα και το δεύτερο χρόνο με αυτήν την κοπελιά, η οποία μέναμε πάλι σε ένα δωμάτιο το ίδιο στιλ, δύο κρεβάτια –ήτανε δίκλινο αυτό– τα δίκλινα ήτανε από το φωταγωγό, δεν είχες θέα, μόνο έβλεπες το άλλο δωμάτιο. Έβλεπες ό,τι μπορείς να φανταστείς, έτσι; Ηχομόνωση δεν υπήρχε, τίποτα δεν υπήρχε, ούτε οι κουρτίνες ήτανε, δεν είχε παντζούρια, είχε μόνο κουρτίνες, οπότε καταλαβαίνεις. Και ήταν τόσο κακή που καθάριζε, γιατί είχαμε βάλει και κάποιους κανόνες, έπρεπε να μπαίνουν κάποιοι κανόνες, καθάριζε το δωμάτιο και καθάριζε το μισό πάγκο, το μισό γραφείο, δεν καθάριζε το δωμάτιο ολόκληρο. Ήτανε τόσο κακιασμένη. Αυτή όμως ήταν η αιτία και έκανα τις καλύτερες φίλες, έτσι; Γιατί είχα αρρωστήσει μια φορά και είχα σαράντα πυρετό και ούτε καν να μου πει, να μου βράσει ένα τσάι. Και τελικά πάει στο διπλανό δωμάτιο που μαζευόταν τα κορίτσια, ξέρεις, το βράδυ μαζευόμαστε εκεί, γινόταν χαμός, ερχόταν ο φύλακας, όταν ερχόταν ο φύλακας, άκρα ησυχία! Γιατί ένα τηλέφωνο στον όροφο, έτσι; Ένα τηλέφωνο στον όροφο, τι άλλο... Κοινόχρηστα τα μπάνια, ναι, δεν το συζητάμε. Δηλαδή, αν ήθελες να πας τουαλέτα, έπρεπε να κάνεις το σταυρό σου να βρεις άδεια τουαλέτα. Και είχα αρρωστήσει τότε, θυμάμαι, Παναγία μου, ψηνόμουν στον πυρετό, λέω, πάει, θα πεθάνω. Και πήγε στο διπλανό δωμάτιο και λέει: «Αυτή μέσα είναι άρρωστη». Αυτή ήτανε πολύ θεούσα, θεούσα… Θεούσα δεν ήτανε, κακιασμένη ήτανε, και την ενοχλούσανε που εντάξει εγώ ήμουνα πολύ κοινωνικό παιδί, αυτή δεν την πολυκάνανε παρέα έτσι, ήταν και το στιλάκι της τέτοιο, ήταν και μια κακομοίρα και είχε και χρήματα. Τελικά, δε δέσαμε ποτέ. Παρόλο που μετά που έφυγα από την Εστία, την φιλοξένησα και στο σπίτι μου. Τέλος πάντων, δεν κρατάω και κακίες εγώ. Μένω και το δεύτερο χρόνο όπως-όπως, αλλά δούλευα τώρα εγώ και είχα και λεφτά. Τα πρώτα μου χρήματα βέβαια, ξέρεις τι τα ‘κανα;
Τι;
Πήρα ένα ραδιόφωνο της μάνας μου. Κατεβαίνω κάτω στην Αθήνα, στην Αιόλου κάπου εκεί, και παίρνω ένα ραδιόφωνο. Και μετά πήρα και ένα ζευγάρι παπούτσια, γιατί δεν είχα πια παπούτσια, άρχισαν και τρυπούσανε από κάτω και να μπαίνανε νερά. Ένα ζευγάρι παπούτσια. Αυτά ήταν τα χρήματά μου, τα πρώτα μου χρήματα. Τα άλλα ήτανε το ραδιόφωνο της μάνας μου, να το ακούει. Το ‘χει χρόνια αυτή, μπορεί να το έχει ακόμα, δεν ξέρω. Για να καταλάβεις όμως πόσο χαζά ήμαστε δηλαδή, όχι πόσο χαζά, αγνά παιδιά ήμαστε, εγώ για να πάρω, να φύγω από το Παγκράτι να πάω στον Πειραιά έπρεπε να κατέβω ή στο κέντρο ή να κατέβω στο Hilton να πάρω το λεωφορείο να κατέβει, με πήγαινε στο Δημοτικό Θέατρο, δεν θυμάμαι τώρα ακριβώς τις διαδρομές, αλλά πολλές φορές κατέβαινα γιατί μου άρεσε να χαζεύω. Τότε βέβαια μπορούσες να το κάνεις, στην Ομόνοια, μ’ άρεσε Αιόλου και τα σχετικά εκεί τα μαγαζάκια, η πολυκοσμία, έβλεπες... Σαν χαζό ήμουνα, σαν τον Ανωγειανό στην πόλη ήμουνα, πραγματικά. Ήμουνα δεκαεφτάμισι χρονών τότε, ήτανε την ημέρα που πήγαινα να γυρέψω δουλειά από τον μπάρμπα, και ήταν η Εθνική Τράπεζα στην Αιόλου τα κεντρικά. Και πάω εκεί και πριν πάω, το σκεφτόμουνα και πώς θα πάω και τι να του πω και πώς να το πω, ήταν, εντάξει, δεν ήταν και εύκολο. Έκλαιγα πρώτα πιο μπροστά λίγες ώρες για να μην ξεσπάσω, μη με πιάσει το παράπονο μπροστά του και τέτοια και γύριζα εκεί στα τέτοια. Και είμαι –δεν θα το ξεχάσω ποτέ– Ευελπίδου ήτανε; Σοφοκλέους ήτανε; Κάπου εκεί ένας δρόμος, Αιόλου και κάτι. Δεν είχα ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου οίκο ανοχής. Ούτε καν ήξερα ότι υπήρχαν τέτοια πράγματα. Μα, δεν το ήξερα! Και κάπου εκεί σε αυτό το δρόμο. Ευελπίδου γωνία, κάπου εκεί ήτανε, υπήρχε ένα ξενοδοχείο, ήταν οίκος ανοχής και ήτανε οι γυναίκες απέξω. Εγώ τρελάθηκα! Χάζευα τις γυναίκες έτσι! Σαν χωριατάκι! Δεν είχα ούτε καν τη διακριτικότητα να τις κοιτάζω ξέρεις λίγο λοξά, κοίταζα καρφί! Αυτές λοιπόν όμως με αρχίζουν ένα στόμα, δεν μπορείς να φανταστείς, κάτι λέξεις, που δεν είχα ξανακούσει ποτέ στη ζωή μου! Και εγώ τόσο πολύ ντράπηκα που ακριβώς σε αυτή τη γωνία ήταν ένα... πουλούσανε καγκελαρία, κάτι μπρίκια, κάτι τέτοια πράγματα, παλιοπράματα δηλαδή και λιποθυμάω από την ντροπή μου. Και θυμάμαι και με σηκώσανε. Θυμάμαι… μετά είδα, με σηκώσανε και με βάλανε μέσα στην κατζιλαρία εκεί πέρα σε μια καρέκλα για να με συνεφέρει ο άνθρωπος που είχε το μαγαζί. Και εκεί μου εξήγησε ότι: «Και εδώ παιδί μου είναι... είναι οι γυναίκες αυτές και αυτές κάνουνε τη δουλειά» και τέτοια. Μα, εγώ δεν είχα ξαναδεί. Λέω: «Μα εγώ δεν ήθελα να κάνω κάτι, εγώ δεν τους έκανα τίποτα, απλώς δεν είχα ξαναδεί».[01:00:00] Ξέρεις. Είχα πάθει σοκ. Το πολιτισμικό μου σοκ ήταν αυτό. Μετά πήγα γιατί ήθελα να δουλέψω. Τέλος πάντων. Να δεις πόσο, πόσο απονήρευτοι ήμαστε. Τελείως απονήρευτοι. Τέλος πάντων, για να μην σ’ τα πολυλογώ μετά που πήγα στη δουλειά έφυγα και από την Εστία, λέω: «Να πάω να μείνω μόνη μου», είχα βρει και το φίλο, οπότε ήθελα και δικό μου χώρο, γιατί στην Εστία έπρεπε δώδεκα η ώρα να έχεις γυρίσει, αν δεν είχες γυρίσει, έκλεινε η πόρτα και έπρεπε να χτυπήσεις, να σου ανοίξει ο φύλακας. Ο φύλακας όμως ήτανε ένας Κρητίκαρος αυστηρός, εγώ είχα και τον ξάδερφό μου μέσα και φοβόμουνα, άσε που δε με πλησίαζε κανένας, γιατί ήμουνα η ξαδέρφη του τάδε και δεν τολμούσαν να μου μιλήσουνε γιατί ήταν πολύ καπετάνιος και αυτός. Ο φύλακας ήταν από τα χωριά μας και ο πατέρας μου όταν με άφησε εκεί πέρα, του ‘λεγε «Γίαε, σε εσένα παραδίδω την κόρη μου, να έχεις το νου σου». Οπότε καταλαβαίνεις, ένοιωθε ευθύνη αυτός, ειδικά για τα κορίτσια. Το ξέρεις ότι... κι ερχόταν κι έκανε έλεγχο να δει αν είχαμε γυρίσει, αλλά εντάξει, δεν έμπαινε στα δωμάτια στων κοριτσιών, απλώς χτύπαγε: «Είσαστε μέσα;», «Ναι». Φεύγανε τις πιο πολλές. Και θυμάμαι δυο βραδιές έμεινα στο πάρκο στο Παγκράτι γιατί δεν πρόλαβα να μπω μέσα, ήταν δώδεκα και λέω να με δει ο φύλακας, θα με σκοτώσει. Θα το πει του πατέρα μου. Βλακείες, δεν το έλεγε ο άνθρωπος, σίγουρα δεν θα το έλεγε, αλλά, άντε να δεις τι μυαλό είχαμε. Στο πάρκο στο Παγκράτι. Τέλος πάντων, μετά που έφυγα από εκεί, νοίκιασα... πάω από το ένα στο άλλο, αλλά έτσι μου ‘ρχονται.
Μια χαρά, μια χαρά.
Μετά που νοίκιασα το σπίτι, νοίκιασα βέβαια σπίτι, σπιταρόνα, ένα υπόγειο, τελείως υπόγειο όμως, έτσι; Κάπου στους Αμπελοκήπους, γιατί ήθελα να είμαι και στους Αμπελοκήπους γιατί ήταν η γειτονιά που ήξερα καλέ, είχα κάνει σαράντα μέρες όταν έδινα στο πανεπιστήμιο και την ήξερα, ήξερα το δρόμο δηλαδή, τι να σου πω, δεν ήξερα και κάτι άλλο. Νοίκιασα λοιπόν σε ένα δρόμο εκεί πέρα ένα υπόγειο. Υπόγειο τώρα ο Θεός να σε φυλάει. Κατσαρίδα και αυτό, μες στη βρόμα. Το ξεβρόμισα, έκατσα εκεί πέρα δύο μήνες, μετά λέω, δε γίνεται, βγαίνανε κατσαρίδες από παντού, δεν… Και φεύγω από εκεί και ξαναπήγα σε ένα άλλο υπόγειο. Βέβαια, δύο χρόνια στην Εστία και τον τρίτο χρόνο που βάδιζα τώρα εκεί πέρα, δούλευα από τον πρώτο χρόνο, αμέσως δούλευα με ένσημα, πολύ σημαντικό, έκανα, ήταν η τρίτη μετακόμιση. Η μάνα μου δεν είχε έρθει ποτέ στην Αθήνα, γιατί δεν ήξερε να έρθει στην Αθήνα, ο πατέρας μου είχε έρθει μια φορά όταν με πήγε, είχε έρθει και καμιά δυο φορές ακόμα για δουλειές αλλωνών και έβλεπε και εμένα. Δηλαδή, δεν υπήρχε περίπτωση, εδώ για να κατέβεις Χριστούγεννα δεν είχαμε και λεφτά. Δηλαδή, μπορεί να μέναμε και πάνω και να λέγαμε: «Δε θέλουμε να κατέβουμε», αλλά στην ουσία δεν είχαμε λεφτά. Το «δε θέλουμε» ήτανε σαχλαμάρες. Τα παιδιά όλα που μένανε στην Εστία όλα δουλεύανε, σου λέω ο ξάδερφός μου δούλευε μετακομίσεις, μεταφορές-μετακομίσεις, ο οποίος τώρα είναι Γενικός Διευθυντής στην Τράπεζα, έτσι; Δηλαδή, όλοι προκόψανε, μη φανταστείς ότι… Και φεύγω και πάω σε ένα άλλο υπόγειο. Εκεί ήτανε καλό, ήτανε μεγάλο, αλλά δεν είχα ούτε κρεβάτι. Κουβάλαγα μαζί μου τη σιδερένια βαλίτσα. Κουβάλαγα τη σιδερένια βαλίτσα όμως και πάω έτσι όπως ήξερα, με δυο σεντόνια, δυο αυτό και ένα στρώμα, γιατί το είχαν αφήσει, κάποιος το είχε αφήσει στο σπίτι. Σε αυτό το στρώμα κοιμόμουνα δύο χρόνια. Στρώμα, κάτω, δεν υπήρχε, αλλά στρώμα-στρώμα, αλλά όλο το σπίτι... γιατί τότε εγώ στη ζωή μου δεν έχω κλέψει ποτέ τίποτα, αλλά θεωρώ ότι, έχω και μια αρχή ότι: «Ψεύτρα, κλέφτρα και ρουφιάνα, δε θα γίνω ποτέ». Το μόνο που τσίμπαγα, ήτανε λουλούδια. Δηλαδή, θα πέρναγα από καμιά αυλή, θα ‘βλεπα από καμιά πρασινάδα, θα την ξεπάτωνα ή θα έπαιρνα ένα φυλλαράκι και το φύτευα. Το σπίτι λοιπόν είχε ένα δωμάτιο, μια μικρή κουζίνα, ίσα-ίσα που μαγείρευες και μια τουαλέτα, τέλος πάντων. Το δωμάτιο εντάξει καλό, μεγάλο-μεγάλο ήτανε, εντάξει, μικρό είναι τώρα όπως το βλέπω αλλά τότε ήτανε μια χαρά. Και είχε στην άκρη ένα στρώμα, να δεις τι χώραγε δηλαδή, ένα στρώμα, είχε δύο παράθυρα γιατί ήτανε ημιυπόγειο κι αυτό, στο δρόμο, αλλά είχε όμως πενήντα, εκατό πλαστικά μπουκάλια, βαζάκια γεμάτα πρασινάδες, λουλούδια, ήταν γεμάτο λουλούδια! Δεν υπήρχε! Γεμάτο λουλούδια! Ήταν το καλύτερο σπίτι. Είχα μια κουβέρτα. Αυτός ο θείος λοιπόν που με σπούδασε, γιατί αυτός με σπούδασε, ας μη λέμε τώρα ό,τι θέμε, κι η μάνα μου, η οποία ήταν η κινητήρια δύναμη όλων των πραγμάτων, είχε έρθει στην Αθήνα και ήθελε να με δει, ήρθε να με δει. Ήρθε και μου λέει... Ήρθε στο σπίτι, λέω: «Θείε, τι να σε κεράσω τώρα τίποτα;». Και μου λέει: «Καλά, δεν έχεις ψυγείο;». Λέω: «Όχι, ρε θείε, ένα κρεβάτι δεν έχω, πώς θα πάρω ψυγείο; Εντάξει, τώρα δουλεύω αλλά...» έδινα το μισό μισθό ακριβώς στο ενοίκιο. Δηλαδή, έπαιρνα εντεκάμισι χιλιάδες και έδινα στο ενοίκιο τεσσερισήμισι χιλιάδες, τα μισά ακριβώς, τι να φας μετά, τι; Ψιλοψώνιζα και κανένα ρουχαλάκι τότε, γιατί εντάξει, ήμουνα και είκοσι δύο χρονών. Και δε μένανε να πάρω ψυγείο, σιγά, εδώ δε μένανε για να πάρω κρεβάτι και μου έστειλε από Ηράκλειο με μεταφορική ψυγείο και κρεβάτι! Ναι, παιδιά, ναι. Και θα σου πω μόνο ένα πράμα, μια φορά είχα πάει στο χωριό, φοιτήτρια τώρα, που δούλευα δηλαδή κιόλας. Στην ουσία δύο μήνες ήμουνα φοιτήτρια, μετά ήμουνα εργαζόμενη φοιτήτρια και φεύγω και ανεβαίνω στην Αθήνα και βρήκα δέκα πεντακοσάρικα στη βαλίτσα τη σιδερένια. Επειδή ήμουνα κι εγωίστρια και δεν ήθελα να παίρνω λεφτά, είχε πάει στο χωριό ο καημένος και είχε πάει στο σαλόνι που ετοίμαζε η μαμά μου τη βαλίτσα –θα το ‘πε σίγουρα στη μάνα μου, μπορεί και να μην το ‘πε κιόλας, γιατί η μάνα μου αν το ‘λεγε, δε θα μου ‘δινε λεφτά– και μου ‘βαλε στον πάτο της βαλίτσας πεντακοσάρικα! Λέω ποιος μου τα έβαλε τα πεντακοσάρικα, μόνο ο θείος! Ναι, αλήθεια είναι αυτό. Αυτά ήταν τα... Εκεί και τρώγαμε, τι τρώγαμε; Εμείς μισθό δεν είχαμε, γιατί πληρώναμε το ενοίκιο και μέχρι τις δέκα του μήνα, δώδεκα είχαμε, μετά δεν είχαμε τίποτα, όμως έτσι; Τρώγαμε ό,τι βρίσκαμε στη λαϊκή τελευταία στιγμή τρεις η ώρα να μαζεύουμε... Τώρα λες, καμιά φορά βλέπεις, δεν ήταν όμως μίζερα, δε νοιώθαμε μιζέρια, το κάνανε όλοι. Τώρα βλέπεις και λες πάει ο άλλος, η κακομοίρα και μαζεύει. Μα και εμείς γυρίζαμε από το πάρτι, το πάρτι γιατί θυμάμαι και πηγαίναμε τότε σαν φοιτητές και γυρίζαμε και ήμαστε που λέει ο λόγος με το ψηλοτάκουνο και πηγαίναμε πριν τελειώσει η λαϊκή με μια σακούλα να μαζέψουμε ό,τι είχε για να περάσουμε τη βδομάδα. Δεν το νοιώθαμε μίζερα κι ό,τι είχε ο καθένας έδινε. Δηλαδή, ερχότανε και δέμα. Μια φορά το μήνα, πήγαινε στο χωριό ένας, τέλος πάντων, δεν ξέρω τι ήταν αυτός με ένα φορτηγό και όποιος ήθελε να στείλει δέμα στην Αθήνα, το ‘στελνε. Και ό,τι είχε τώρα η μάνα μου, δεν είχε και ψυγείο, οπότε η μάνα μου αυτό που μας έστελνε συνήθως κάτι τσιγαριασμένο, γιατί μπορεί να έκανε και τέσσερις μέρες να έρθει το δέμα. Κάτι τσιγαριασμένο και άμα χάλαγε, χάλαγε. Μια φορά μου είχε στείλει ένα αρνί ο πατέρας μου ο καημένος και μου είχε στείλει η μάνα μου και ντολμάδες που μου άρεσαν οι ντολμάδες και τελικά χάλασε το αρνί, γιατί είχε βάλει και κοτόπουλο η μάνα μου, και δεν το κατάλαβε και το κοτόπουλο βρόμισε και χάλασε το αρνί, χάλασαν και οι ντολμάδες. Όλο το δέμα, όσο και να ‘τανε, και παίρνω τηλέφωνο στο κοινοτικό γραφείο, ο πατέρας μου μέχρι που ζούσε το έλεγε αυτό το πράγμα, και του λέω: «Πατέρα, χαλάσαν οι ντολμάδες!», «Το αρνί, παιδί μου;», «Δε με νοιάζει εμένα, πατέρα, για το αρνί, οι ντολμάδες χαλάσανε!». Δηλαδή, θέλω να σου πω ότι όταν ερχότανε δέμα από την Κρήτη κάναμε πάρτι, και στην Εστία που έμενα και στο σπίτι που έμενα, είχα τις φίλες μου, ας πούμε, μαζευόταν, ερχόταν το δέμα από την Κρήτη και μαζευόμαστε όλοι. Ενώ το δέμα έπρεπε να μας κρατήσει τουλάχιστον δέκα μέρες, εμάς μας κράταγε δυο βραδιές, γιατί θα έπαιρνα τις φίλες: «Ελάτε, ήρθε δέμα από την Κρήτη». Και τι φανταστείς τώρα τι είχε το δέμα, αν είχε ελιές, αν είχε παξιμάδι, να είχε τίποτα κρέας τσιγαριασμένο, που αυτό, εντάξει, πολλές φορές χάλαγε τις πιο πολλές φορές, ψημένο φαγητό δεν είχε και αν είχε και κανένα κατοσταρικάκι, ήταν το καλύτερο να είχε εκατό δραχμές μέσα. Αλλά ήτανε γενικώς δύσκολα χρόνια, αλλά ήταν για όλους. Δηλαδή, όλα τα παιδιά που τα βλέπω τώρα μετά από τόσα χρόνια, που έχουνε τελειώσει, δουλεύανε και δουλεύανε και σκληρές δουλειές, μη φανταστείς, ό,τι μπορούσε ο καθένας έκανε. Ο άλλος είχε φέρει το φορτηγό από τα... ένα αγροτικό με κάστανα, ήταν από τα Χανιά κάπου, δεν ξέρω τι, και το είχε αφήσει έξω από την Εστία και πούλαγε τα κάστανα. Δηλαδή, μιλάμε, ό,τι μπορούσε ο καθένας έκανε. Ακόμα και κομπάρσος σε ταινία έχω δουλέψει παρακαλώ. Ήτανε πολύ της μοδός. Κάναμε ό,τι μπορείς να φανταστείς. Πιστεύω όμως, Ηρώ, ό,τι δε μπλέξαμε από τύχη καθαρή. Κάποιοι μπορεί να μπλέξανε, αλλά εμείς θα μπορούσαμε να είχαμε μπλέξει χιλιάδες φορές. Ήταν και τότε οι κίνδυνοι, που λένε ότι τώρα είναι κίνδυνοι, όχι, και τότε ήτανε κίνδυνοι, αλλά δεν μπλέξαμε. Και φτάνω να είμαι στα... να δουλεύω στο high μαγαζί, να είμαι στο τμήμα των τιμολογίων. Τώρα τι κάνανε εκεί, τι κάναμε. Εκεί τροφοδοτούσανε τα σπίτια των καλών οικογενειών, τέλος πάντων, των ματσό στην ουσία. Έπαιρνε η κυρία τάδε και έλεγε: «Θέλω αυτό και αυτό και αυτό». Εμένα η δουλειά μου τι ήτανε; Να πηγαίνω με το καρότσι να ψωνίζω, να της τα ετοιμάζω και να τα πηγαίνει ο οδηγός στο σπίτι. Αυτή ήτανε η δουλειά μου. Δηλαδή, όλη μέρα ψώνιζες σε ένα super market. Της κόβαμε μετά το τιμολόγιο, απόδειξη, ό,τι ήτανε τέλος πάντων, τα ‘παιρνε η γυναίκα. Εκεί δεν θα ξεχάσω δυο τρία πράγματα, [01:10:00]την κακομοιριά των πλουσίων, κακομοιριά! Γιατί αυτοί, όχι σε εμένα, δεν τα λέγανε, ήταν η προϊσταμένη μου που ήταν εκεί πέρα, που ήτανε ο άντρας της ήταν μετρ στα καλά σπίτια τέλος πάντων και υποτίθεται ότι ήτανε της κλάσης τους, εγώ ήμουνα το κακόμοιρο. Ήμουνα η φοιτήτρια όμως –για την προϊσταμένη μου– ήμουνα η φοιτήτρια που: «Βλέπεις τι αγώνα κάνει, για να σπουδάσει; Δουλεύει και σπουδάζει», ενώ η κόρη της αυτηνής που σπούδαζε Θεσσαλονίκη, δεν ξέρω τι σπούδαζε, της έστελνε σαράντα χιλιάδες τότε! Της κόρης της. Και εγώ έπαιρνα έντεκα χιλιάδες, εντεκάμισι χιλιάδες ούτε και σπούδαζα και ήμουνα μόνη μου. Τέλος πάντων, και τα λέγανε εκεί πέρα λοιπόν. Εκεί πραγματικά είναι κακομοιριά, όχι όλοι, όχι όλοι, αλλά το 90% και βάλε και εκεί έβλεπες όλα τις διαφορές. Εγώ πήγαινα και ψώνιζα, τι να σου πω; Φρέσκο κιμά για το σκύλο τους; Και εγώ μια φορά την εβδομάδα που επιτρεπόταν να ψωνίσει το προσωπικό, έπαιρνα τριακόσια πενήντα –δεν είχα ψυγείο– τετρακόσια γραμμάρια κιμά κατεψυγμένο, γιατί δε μου ‘βγαινε το κοντύλι, πώς να το κάνουμε; Και για να σου δώσω να καταλάβεις, θυμάμαι πήγα μια φορά να ψωνίσω στο κρεοπωλείο και ήταν ένα παιδί από δω, απ’ την Κρήτη –καλή του ώρα!– τον συνάντησα σε ένα κρεοπωλείο στην κεντρική αγορά μια φορά. Και του έλεγα: «Παύλο, βάλε μου μισό κιλό κιμά», αυτός καταλάβαινε ότι ήτανε για μένα, γιατί μισό κιλό δεν παίρνανε αυτές, αυτές παίρνανε τρία τέσσερα κιλά και το κάνανε για τον σκύλο τους. Λέω: «Κατεψυγμένο», special το λέγανε τότε το κατεψυγμένο, «special», λέω. «Εντάξει», και έβλεπα και μου ‘κοβε φρέσκο και μου το χρέωνε... «Τι κάνεις εκεί;», του λέω. «Καλά, είσαι ηλίθια;», μου λέει. «Δε θέλω να κλέβω, κλεψά είναι αυτό το πράγμα!», «Tι λες; Γιατί εσύ κλέβεις; Εγώ σ’ το βάζω! Εδώ όλη μέρα ψωνίζεις τα φρέσκα και τα καλύτερα διαλέγεις για τα κωλόσκυλα του καθενός και εσύ θα τρως τώρα τα κατεψυγμένα;». Τέλος πάντων, μου το ‘κανε αυτό, να λέω την αλήθεια, αυτό ήτανε κλεψά βέβαια αλλά, τέλος πάντων δεν έκλεβα λέει εγώ, έκλεβε αυτός. Λέω: «Εντάξει, αφού το πας έτσι, η αμαρτία δικιά σου». Και εκεί υπήρχε όμως, έβλεπες κάτι κοριτσάκια που δουλεύαμε, υπήρχε μια κοπέλα, που ήταν στα καρότσια, μετέφερε απλώς τις κυρίες από το ασανσέρ – δεν μπαίνανε οι κυρίες μόνες στο ασανσέρ! Έπρεπε να τους ανεβοκατεβάζεις το καρότσι. Στο Ψυχικό βέβαια δούλευα τότε, ήταν από τα πιο high και τους ανεβοκατέβαζε τα πράγματα με το καρότσι για να μην σπάσουν το μανικιούρ τους και ειδικά άμα τους ψώνιζε και είχανε κάτι κοτόπουλα –τότε ήταν από τα πρώτα super market που ψήνανε, είχανε ψησταριά και κάνανε τα κοτόπουλα– και έτρωγε αυτό τους λαιμούς, λέω, την οποία την πιάσανε βέβαια με κάμερες, είχανε βάλει κάμερες και την διώξανε, και λέω: «Και εγώ για αυτό με τη θειά μου τσακωνόμουνα στο γυμνάσιο», λέω, «γιατί έτρωγα το λαιμό από το τεψί!», και καμία πατάτα έτρωγα, γιατί ήξερα ότι θα μου βάλει λίγο η καημένη –ο Θεός να τη συγχωρέσει ρε γαμώτο, τι να σου πω;– μίζερη, αυτή ήτανε μίζερη, η κακομοίρα η θειά μου ήτανε μίζερη. Εκεί παρόλο που είχα φίλο, τον άντρα μου μετά, δεν ήμουνα πονηρή, ειλικρινά σου μιλάω δεν ήμουνα πονηρή, ήμουνα και χαζή τελείως. Και επειδή ήμουνα και λίγο αγρίμι και λίγο τέτοιο, γιατί η βρομιά υπάρχει παντού και υπήρχε και τότε και υπάρχει και τώρα και στον εργασιακό χώρο δηλαδή. Θυμάμαι είχαμε ένα ελεγκτή, ο οποίος ήτανε ένα παράωρος, ακόμα τον θυμάμαι, με κάτι γυαλιά μεγάλα και τέτοια, και τον ακούω και έλεγε –αυτό μπορεί και να μην το γράψεις, άμα θες, και να το γράψεις, δε με νοιάζει– τον ακούω και λέει στην προϊσταμένη μου: «Αυτό», λέει, «το Κρητικάκι είναι αγριοκάτσικο, ε; Θα είναι και παρθένα σίγουρα, τυχερός αυτός!». Εγώ το ακούω και λιποθυμώ, ήταν η δεύτερη φορά στη ζωή μου που λιποθύμησα, ήταν η μεγαλύτερη ντροπή και μεγαλύτερη προσβολή που θα μπορούσε να μου κάνει, να κάνει σε γυναίκα... Τέλος πάντων, μετά τον πιάσανε και έκλεβε και θυμάμαι ότι όταν έφευγε, του λέω: «Τελικά είσαι και πολύ μεγάλος… έτσι, καλά σου κάνανε και σε διώξανε», χωρίς να πω… και έλεγε: «Τι έπαθε αυτό; Τι έπαθε;», «Δεν θα έχει να φάει», έλεγε και η προϊσταμένη μου, «και ήταν από την πείνα». Βέβαια περιττό να σου πω ότι εγώ τότε είχα να φάω –είχα να φάω – δε μαγείρευα, γιατί δεν είχα ούτε πετρογκάζι ούτε κουζίνα στο σπίτι, απλώς τι κάναμε; Εκεί στο Βασιλόπουλο έντεκα η ώρα, δώδεκα; Δε θυμάμαι ποια ώρα, τέλος πάντων, κάναμε διάλειμμα για πρωινό, και το απόγευμα αυτοί που ήταν η απογευματινή βάρδια. Εκεί λοιπόν στο μπουφέ, μας είχαν τυρί, ζαμπόν, ψωμιά, διάφορα και η αλήθεια να λέγεται, την κάναμε ταράτσα και βάζαμε και στην τσάντα κανένα σαντουιτσάκι για το βράδυ. Δηλαδή, τις πιο πολλές φορές το φαΐ μας ήταν αυτό. Ειδικά μετά το δεύτερο δεκαπενθήμερο τις πιο πολλές φορές την περνούσαμε με το πρωινό που τρώγαμε στη δουλειά, δεν υπήρχε μετά κάτι άλλο, και μετά σούπες, αλλά ήμασταν και φιλόξενοι. Δηλαδή, θυμάμαι είχαμε, ήταν 25η Μαρτίου και ήρθε ένα ξαδερφάκι μου, φαντάρος ήταν κι αυτός και έψαχνε και αυτός σπίτια να βρει να πάει να φάει. Δηλαδή, μιλάμε για αυτές τις καταστάσεις, όποιος πει ότι δεν τα πέρασε από εμάς που είμαστε από χωριά και αναγκαζόμαστε να είμαστε μόνοι μας, θα πει ψέματα. Γιατί τουλάχιστον εμένα ο κύκλος μου που ήτανε πολύ μεγάλος, γιατί ήμουνα και πολύ κοινωνική, όλοι ήμαστε έτσι, ελάχιστοι ήταν που δεν ήτανε. Δηλαδή από τα είκοσι άτομα μπορεί να ήταν ένα δυο, όλοι οι άλλοι ήμασταν στην ίδια μοίρα και όπου βλέπαμε και ξέραμε να έχει φαΐ, πηγαίναμε και τρώγαμε. Και θυμόμαστε κιόλας. Και θυμάμαι τον ξάδερφό μου που λες εκεί, ο οποίος έρχεται 25η Μαρτίου αξέχαστα, και του λέω: «Έλα, έλα, έλα, έλα να φάμε» και ήμαστε τέσσερις κοπελιές στο ημιυπόγειο και έψηνα σούπα. Η σούπα τι ήτανε; Από τη λαϊκή που είχαμε κάνει τη βόλτα μας πιο μπροστά και παίρναμε ό,τι είχε περισσέψει, λάδι δεν είχαμε γιατί μπορεί να μας είχε τελειώσει δε θυμάμαι τι ήτανε, είχαμε βάλει νερό, είχαμε βάλει ό,τι λαχανικά βρίσκαμε και τέτοια και λέει ο ξάδερφός μου... Αφού ακόμα το λένε οι φίλοι μου, τον λένε «σούπα». «Σούπα έχουμε», του λέω, «είναι πολύ ωραία», ό,τι βάζαμε μέσα εκεί. Και λέει αυτός: «Σούπα; Σήμερα τρώνε ψάρι!». Αυτός ο καημένος έφυγε από φαντάρος. Ήτανε, βγήκε απ’το αυτό, δεν είχε πουθενά να πάει, «να πάω στην ξαδέρφη μου» και «ψήνουν ψάρι» ας πούμε. Και του λέει: «Φάε τη σούπα, μα καλή είναι και η σούπα». Και τελικά μας έχει μείνει, ακόμα και τώρα, με ρωτάνε οι φίλες μου, ξέρω γω, μια φίλη μου που είναι δικηγόρος μου λέει: «Ρε συ, αυτός ο ξάδερφός σου, η σούπα, τι κάνει;», λέω: «Μια χαρά είναι», λέω. Μας έχει μείνει «σούπα». Ναι. Στη δουλειά, στη δουλειά ζοριζόμουνα. Το πιο για εμένα σοκ στη δουλειά... έκατσα όλα τα χρόνια εκεί και ήτανε καλό γιατί με ασφαλίζανε και εντάξει, αλλά το πιο καλό ήτανε ότι... το πιο χειρότερο μάλλον ήτανε όταν δεν είχαμε δουλειά στα ψώνια, στην απογευματινή βάρδια, με βάζανε πίσω στο ταμείο να βάζω τα πράγματα της κυρίας τάδε στη σακούλα των κυριών γενικώς, να μην σπάσουν το μανικιούρ, όχι τίποτε άλλο. Και αυτές οι κυρίες που με ξέρανε από το πρωί που ήμουνα στα τιμολόγια και ξέρανε… όταν άκουγα την προϊσταμένη και έλεγε: «Η φοιτήτρια, το καημένο και δουλεύει για να σπουδάσει», εκείνη τη λέξη «το καημένο» τρελαινόμουνα εγώ, λέω: «Παρθένα, Παναγία μου, να της δώσω μια μπουνιά στη μούρη!» και τελικά έβαζα τα πράγματα στη σακούλα. Αυτές λοιπόν, όλοι θέλανε να πάνε στις σακούλες, έτσι το λέγανε, γιατί τους δίνανε οι κυράτσες μπουρμπουάρ. Εμένα όταν μου δίνανε ένα-δύο δραχμές, εγώ ένοιωθα σαν ζητιάνα, γιατί ήμουνα πολύ περήφανη, δεν τα ‘θελα και ήτανε κάποιες κυρίες ήτανε πάρα πολύ καλές και διακριτικές, αφού σε καταλαβαίνανε κιόλας και θέλανε να σου πάρουνε κάνα δωράκι. Το δωράκι θα το δεχόμουνα, δηλαδή κάτι... ακόμα έχω ένα δωράκι από μια κυρία, ήτανε μια κυρία Αντιβασιλέα, δεν ξέρω πώς τη λένε, ούτε πώς τη λέγανε, ακόμα έχω το ένα δωράκι που μου είχε πάρει. Και μου έλεγε η προϊσταμένη: «Είναι της Kosta Boda» λες και καταλάβαινα εγώ τότε για Kosta Boda, εγώ το μόνο που ήθελα ήτανε το φαΐ, τώρα Kosta Boda με μάρανε. Και το έχω ακόμα, μετά από σαράντα χρόνια, ας πούμε. Αλλά θέλω να σου πω, ένιωθες, ναι μεν δεν είχαμε αλλά ήμασταν και περήφανοι, και δεν ήτανε... γι’ αυτό καμιά φορά το σκέφτεσαι και λες, όποιος το ακούει τώρα θα λέει: «Την κακομοίρα πώς πέρασε», όχι! Δεν ήτανε μίζερα χρόνια. Ήτανε χρόνια δύσκολα αλλά υπήρχαν δύο κατηγορίες παιδιών εκείνη την εποχή – τα παιδιά που πεισμώνανε όπως ήμουνα εγώ και λέω: «Όχι, ρε φίλε, θα προχωρήσω» και τα παιδιά που βαλτώνανε και δεν το αντέχανε και ή θα το ρίχνανε στις ουσίες ή θα κάνανε κάτι διαφορετικό ή θα γυρίζανε πίσω. Τα πιο αξιοπρεπή γυρίζανε και πίσω. Αλλά ήτανε καλά όμως, ήτανε καλά, και αυτό κανένας δεν έπαθε κάτι επειδή δούλευε και σπούδαζε. Καμία φορά ναι «Δούλευες και σπούδαζες;», ναι ζορίστηκα, βέβαια τι κατάφερα; Να σου πω τι κατάφερα, κατάφερα να περάσουν έξι χρόνια να πάρω το πτυχίο, που έπρεπε να το είχα πάρει στα τέσσερα, κατάφερα να κάνω πολύ καλές... δυνατές φιλίες όμως όχι παρέες, άλλο η παρέα και άλλο η φιλία, και κατάφερα να μην το βάζω κάτω, ρε παιδί μου, δηλαδή, θεωρούσα, θεωρώ, μπορείς και ζεις, πώς να σ’ το πω; Δεν είναι όπως... Δεν τα παρατάς εύκολα, γιατί εκεί ήταν και μονόδρομος βέβαια, ή έπρεπε να γυρίσεις στο χωριό να σε παντρεύανε, δεν το συζητάμε, ή να προχωρήσεις, [01:20:00]δεν υπήρχε περιθώριο. Δεν είχες περιθώριο για πολλά πράγματα. Μετά το Βασιλόπουλο τα βρόντηξα μια μέρα. Γιατί ήταν να πάω κάπου σε μια δουλειά και η προϊσταμένη που μου έκανε την καλή και το ένα και το άλλο, σου λέει, τι κάνανε αυτοί, μια εποχή έλειπε σε ένα άλλο υποκατάστημα, έφυγε για κάποιο διάστημα η προϊσταμένη των τιμολογίων και επειδή εγώ ήμουνα στο Ψυχικό και ήξερα –σιγά και τη δουλειά τη δύσκολη– αλλά τέλος πάντων, για αυτούς που το κάνανε, ήταν κάτι πολύ σημαντικό, μαλακία ήτανε, στην ουσία ήμαστε οι υπηρέτες των κυριών εκτός σπιτιού. Αυτό ήτανε. Ξεκάθαρο. Και ένιωθες και την αδικία στο πετσί σου. Δεν ξέρω αν αυτή το έπαιζε high επειδή ο άντρας της ήτανε μετρ των οικιών, αλλά στην ουσία αυτό ήμαστε, δεν ήμαστε υπάλληλοι του super market εμείς δηλαδή. Και όταν έβλεπες, θυμάμαι αξέχαστα, εντεκάμισι χιλιάδες μισθό. Έρχεται κάποιος να τροφοδοτήσει τον Σκορπιό, θα ερχόταν οι Ωνάση και παίρνει χαρτικά, όταν λέμε χαρτικά για τον Σκορπιό, χαρτικά, όταν λέμε χαρτοπετσέτες, χαρτιά υγείας, χαρτιά κουζίνας, εκατό χιλιάδες δραχμές! Και εγώ έπαιρνα έντεκα χιλιάδες. Εκεί τι πρέπει να κάνεις; Εκεί τρελαίνεσαι. Πραγματικά τρελαίνεσαι. Και όταν ο άλλος σε παίρνει τηλέφωνο και σου λέει, Κρητικός κιόλας: «Θα φύγω για την Αφρική», αυτός πήγαινε, δεν ξέρω τι έκανε στην Αφρική, «είσαι υπεύθυνη να στέλνεις κάθε εβδομάδα, φρέσκο κιμά για τα σκυλιά μου». Εκεί τι κάνεις; Εκεί σκοτώνεις ανθρώπους, αρχίζεις και λες… αναθεωρείς τα πάντα. Εκεί αναθεωρείς τα πάντα. Τέλος πάντων, μετά φεύγεις από εκεί, γυρίζεις... πάω σε ένα λογιστήριο, έξι μήνες βοηθός. Γιατί δεν την πάλευα. Μάλλον πήγα κάπου για δουλειά και το λέω στην προϊσταμένη μου γιατί νόμιζα ότι με αγαπούσε, δηλαδή τέλος πάντων και της λέω: «Θα πάω να κάνω αίτηση για μια δουλειά που μου είπανε ότι είναι πάρα πολύ καλή και…» Με μέσον βέβαια ήταν να πάω σε αυτή τη δουλειά, όπως συμβαίνει και τώρα φαντάζομαι. «Να το ξέρεις», της λέω και πήγα, έκανα αίτηση στη δουλειά, με ρωτήσανε λοιπόν –χωρίς να ξέρουν ότι είμαι με μέσον– αν ξέρω αγγλικά –εγώ ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με τα αγγλικά– αν ξέρω γαλλικά, αν ξέρω αραβικά, αν τα ‘ξερα όλα αυτά, δεν θα ερχόμουνα με μέσο να πιάσω τη δουλειά. Ήμουνα και θρασύς δηλαδή λίγο. Τέλος πάντων, δεν έκατσε αυτή η δουλειά για άλλους λόγους, αλλά έλα ντε που βγήκε η μάσκα της προϊσταμένης, η οποία με κάρφωσε στην Κοινωνική Υπηρεσία της εταιρείας. Γιατί ο Βασιλόπουλος ήταν από τις λίγες εταιρείες που είχανε Κοινωνική Υπηρεσία, δηλαδή υπηρεσία για το προσωπικό. Και μου έρχεται η κοινωνική λειτουργός στο σπίτι, να δει αν είμαι άρρωστη, γιατί εγώ είχα πει ότι ήμουνα άρρωστη και εμένα με βλέπει ντυμένη, φτιαγμένη, γιατί είχα γυρίσει από τη συνέντευξη. Και τελικά μου λένε: «Γιατί το έκανες αυτό, και που ο θείος σου...» και που όλα αυτά τα σχετικά και λέω: «Εντάξει, αφού σας δημιουργώ θέμα, φεύγω» και έφυγα. Πήγα όμως αλλού και δούλεψα σε ένα λογιστήριο για έξι μήνες. Εκεί να δεις εργασιακά, που λένε τώρα τα παιδιά ότι ζορίζονται, λέει. Εκεί δουλεύαμε έξι μήνες και μας κρατούσανε ανάλογα με την επίδοση που θα είχες. Πρώτη φορά βρέθηκα σε ένα περιβάλλον, ένας τεράστιος χώρος, που ήτανε μόνο γραφεία σταυρωτό, τέσσερα άτομα στο γραφείο και έξι μήνες και δε θυμάμαι πώς λέγανε την απέναντι και δεν την ήξερα, γιατί δεν μιλούσαμε καν, δουλεύαμε μόνο. Μόνο σηκωνόμαστε μία η ώρα για να πάμε να φάμε κάτι, να τσιμπήσουμε ένα διάλειμμα μεσημεριανό και να πάμε να πάρουμε κορδέλες από το Προμηθειών για να χτυπάμε στη μηχανή, κάτι χτυπούσαμε εκεί, κάτι κάναμε. Και όσο... και μόνο μια κοπέλα, μου είπε ότι ήτανε από το Λασίθι από κάπου, μου λέει: «Άκου να σου πω, φαίνεσαι καλή κοπέλα. Τώρα κατά της δύο η ώρα, περνάει έλεγχος». Όπως κάναμε εμείς το ρολό τη μηχανή, πέφταν οι κορδέλες από κάτω και μου λέει: «Θα της κάνεις με το πόδι σου, χωρίς να σε βλέπουνε, θα τις χτυπάς να γίνεται πιο μεγάλος ο σορός, για να φαίνεται ότι δουλεύεις πάρα πολύ να σε κρατήσουνε». Και μετά της λέω: «Ευχαριστώ πάρα πολύ». Και μετά της λέω: «Πώς σε λένε;», μέναμε σε ένα γραφείο ακριβώς έτσι και δεν ήξερα πώς τη λέγανε και μου είπε αλλά δε θυμάμαι, από το Λασίθι από κάπου ήτανε. Και περνούσε ο έλεγχος, εγώ δεν ήξερα τίποτα και τελικά έκατσα. Μετά βρέθηκα μια δουλειά στην Κρήτη και αποφάσισα να γυρίσω Κρήτη. Είχα χωρίσει και με τον άντρα μου τότε, είχα τσακωθεί δηλαδή, όχι χωρίσει. Και γυρίζω Κρήτη. Εκεί να δεις ωραία. Έρχομαι στην Κρήτη, υποτίθεται Οκτώβριο, υποτίθεται να πιάσω κατευθείαν δουλειά, γιατί μιλάμε τώρα τα λεφτά δε μένανε, όποιος πει ότι είχε και καβάτζα… Όχι απλά δεν είχα, είχα κάτι έπιπλα, ήρθε ο αδερφός μου εν τω μεταξύ και δούλευε στην Αθήνα και μέναμε μαζί σε ένα δωμάτιο πάλι, αλλά μείναμε μαζί άλλα δυο χρόνια, δούλευε και αυτός ο καημένος. Μου τυχαίνει εμένα η δουλειά στην Κρήτη, για να παίρνω τριάντα χιλιάδες, ήταν πολλά λεφτά, από τα δεκαπέντε στα τριάντα ήταν τα διπλά. Ο θείος πάλι φρόντισε, με γνωριμία. Έτσι, λέει: «Η ανιψιά μου είναι φοιτήτρια, είναι, ξέρω γω, τελειώνει τα οικονομικά…» σε μια πολύ μεγάλη εταιρεία εδώ πέρα, η οποία θα άνοιγε και ξενοδοχείο εκείνη τη χρονιά, να έρθω να δουλέψω. Λέω: «Να κατέβω θείε», εφόσον μου έλεγε: «Κατέβα, κατέβα είναι ευκαιρία της ζωής σου! Τι κάθεσαι στην Αθήνα να κάνεις με εντεκάμισι χιλιάδες; Θα σου δίνουν τριάντα χιλιάδες εδώ πέρα! Θα μένεις στο σπίτι μου!». Αυτό δεν το ‘θελα βέβαια με τίποτα, γιατί ήμουνα και είκοσι τριών χρονών, οπότε δεν το ‘θελα. Και κατεβαίνω. Τέλος πάντων, με τα πολλά κατέβηκα γιατί δεν ήθελα να… Μου ανανεώσανε τη σύμβαση σε αυτή την εταιρεία που ήμουνα, γιατί έκανα το κόλπο με τις κορδέλες αλλά εγώ λέω: «Ευχαριστώ πάρα πολύ, θα φύγω». Και μου λέγανε όλοι: «Είσαι ηλίθια! Τέτοιο μεγάλο λογιστήριο, που είναι πάνω στη δουλειά σου!». Λέω: «Όχι, θα φύγω και θα κατέβω Κρήτη!». Βασικά ο λόγος που κατέβηκα ήταν επειδή είχα τσακωθεί με τον άντρα μου, όχι ότι… δεν κατέβηκα για άλλο λόγο, μεταξύ μας. Αλλά λέω: «Θέλω να χωρίσω οπότε δε χωρίζω αλλιώς, πάω να φύγω, να εξαφανιστώ, να…». Τέλος πάντων, για να μην τα πολυλογώ, κατεβαίνω εδώ, θα είχα καμία εικοσαριά χιλιάδες, δεν θα είχα παραπάνω, έμεινα στο θείο, πάω για δουλειά, μου λένε: «Το Μάη που ανοίγει το ξενοδοχείο». Από τον Οκτώβρη μέχρι το Μάη τι να κάνω εγώ; Τι να... Πώς θα... Γιατί εν τω μεταξύ εγώ... ο πατέρας μου την ώρα που του ‘λεγα ότι δουλεύω σου λέει εντάξει. Όταν αυτοί οι άνθρωποι ζούσαν με δυο χιλιάρικα, καταλαβαίνεις, και όταν εγώ έπαιρνα δεκαπέντε, για αυτούς ήτανε πολλά λεφτά. Αλλά δεν φτάνανε όμως, εκ των πραγμάτων δεν φτάνανε. Αν το έλεγες στη μάνα μου, το μετρούσε έτσι, γιατί αυτή δεκαπέντε χιλιάδες δεν είχε δει το χρόνο και σου λέει τώρα αυτή τα παίρνει κάθε μήνα; Άρα θα έχει. Έχεις λεφτά; Πάντα είχα λεφτά εγώ. Ποτέ δεν είπα ότι δεν έχω. Ποτέ, μα ποτέ δεν είπα ότι δεν έχω. Και... Από την ώρα που άρχισα και δούλευα δηλαδή, δεν ξαναπήρα δεκάρα από κανέναν. Ποτέ δεν έχω πάρει ούτε μία δεκάρα από κανένανε, ποτέ, από εκεί και πέρα. Μόνο τα έπιπλα του γάμου που μου έκανε ο πατέρας μου. Επειδή έπρεπε να τα κάνει και επειδή τα πήρα γιατί ήθελε να τα κάνει, άσε που τα γύρισα δεκαπλάσια, δεν έχει σημασία, τα πήρα όμως αυτά. Και τελικά κατεβαίνω εδώ. Πού να βρεις δουλειά πάλι. Άντε να βρεις δουλειά. Του λέω: «Ρε θείε, μου είπανε ότι θα με πάρουνε το Μάιο, τι με κατέβασες που άφησα τη δουλειά μου, άφησα το ένα το άλλο;». Πήγε μετά βέβαια αυτός ο θείος και λέει: «Θα την πάρεις, θα την πληρώνω εγώ αν δεν έχεις λεφτά να την πληρώνεις, μέχρι το Μάη που θα πάει στη δουλειά, αλλά θα την πάρεις. Θα έρχεται στη δουλειά να μαθαίνει». Δεν είχα πάρει το πτυχίο βέβαια. Είχα τρία μαθήματα να πάρω το πτυχίο: Αγγλικά δευτέρου, δευτέρου! Αγγλικά δευτέρου, Αγγλικά τετάρτου και Στατιστική δευτέρου. Λοιπόν, κατεβαίνω με αυτά τα τρία μαθήματα κάτω. Πάω στην εταιρεία, με προσλαμβάνει κανονικά, γιατί αυτός θίχτηκε, σου λέει, εντάξει. Η γυναίκα του δε με ήθελε, αυτός με ήθελε, ο καημένος. Πάω, εγώ βέβαια με το να είμαι φοιτήτρια –τότε ήταν μεγάλο πράγμα να είσαι φοιτήτρια– γιατί σου λέω όταν οι γυναίκες ήτανε, και μόνο... Πέρα από τα χωριά που ήτανε χάλια η κατάσταση, σκέψου όμως και στις πόλεις. Όταν στην Εστία ήταν έξι όροφοι και ήτανε ο δεύτερος και ο τρίτος, ενάμισης όροφος κορίτσια και όλοι οι άλλοι ήτανε αγόρια, από εκεί καταλαβαίνεις την αναλογία των γυναικών που σπουδάζανε. Και σπουδάζανε μόνο αυτοί που τα ‘χανε, αυτοί που δεν τα ‘χανε, δεν… Και ειδικά άμα μένανε στα χωριά… Ο πατέρας μου λέει: «Σιγά μην τη στείλω στην Αθήνα να γενεί του δρόμου!». Τέλος πάντων, κάτι σου έλεγα τώρα, δε θυμάμαι… Ναι, κατεβαίνω εδώ πέρα και με προσλαμβάνει στη δουλειά υποτίθεται βοηθός λογιστού, να ‘παιρνα τριάντα χιλιάδες. Παίρνω, πάω την πρόσληψη, εμένα με πήρε, μου λέει: «Δεν έχουμε δουλειά να κάνουμε», με βάλανε σ’ ένα γραφείο στο διάδρομο και δεν έκανα τίποτα, δεν είχα τίποτα... δε μου δίνανε τίποτα να κάνω. Μία μόνο κοπελιά, η οποία[01:30:00] έγινε και μετέπειτα φίλη μου καλή, μου λέει: «Να σου δώσω κάτι;», αυτή πνιγόταν στη δουλειά, «Τι να σου δώσω να κάνεις, τι να σου δώσω να κάνεις;», «Ό,τι να ‘ναι», της λέω, «κάτι να κάνω, δεν έχω τίποτα», το γραφείο άδειο, ένα γραφείο στο διάδρομο! Και ερχότανε και η ιδιοκτήτρια και μου έλεγε: «Κάνε μου τον καφέ!». Εντάξει, για εμένα ήτανε μεγάλη προσβολή αλλά... γιατί, ξέρεις, σου λέω το να είσαι και φοιτητής τότε ήταν και κάτι. Εντάξει, μπορεί να μην είχα τελειώσει, αλλά ήμουνα κάτι, δεν ήμουνα ένα τίποτα, να μου λέει κάνε μου καφέ. Και όποτε της έκανα καφέ, μου έλεγε: «Τι καφές είναι αυτός;» και να μου τον πετάξει. Και να φωνάξει την άλλη: «Φτιάξε, αυτή δεν ξέρει ούτε ένα καφέ να φτιάξει». Τέλος πάντων, μία, δύο, τρεις, την άλλη φορά έρχεται λοιπόν κι ήταν η άλλη κοπέλα που της έφτιαχνε τον καφέ και της λέω: «Σε παρακαλώ Ζωζέτ, φτιάξε τον καφέ εσύ, γιατί θα μου τον ξαναπετάξει πάλι και στο τέλος θα της τον πετάξω στην κεφαλή». Αλλά έλα ντε που εγώ με το που ήρθα εδώ, είχε τελειώσει και η αδερφή μου το λύκειο και έδινε πανελλήνιες και δεν είχε περάσει την πρώτη φορά που έδωσε και λέω: «Εντάξει, θα έρθει να μένουμε μαζί», μέναμε στου θείου στην αρχή πάλι, «να μένουμε μαζί, θα βρούμε ένα σπίτι να ξαναδώσεις τις εξετάσεις να περάσεις στο πανεπιστήμιο». Και είχα και την ευθύνη της αδερφής μου που την είχα φέρει από το χωριό ξανά να ξαναδώσει πανελλήνιες, πώς να φύγω τώρα; Που να πάω; Τέλος πάντων, και της φτιάχνει η Ζωζέτ τον καφέ και πάλι μου τον πέταξε στη μούρη, εγώ της τον πήγα και πάλι μου τον πέταξε στη μούρη, της λέω: «Η Ζωζέτ τον έφτιαξε», «Α, ναι; δεν τον δοκίμασα καλά». Τέλος πάντων, για να μην σου τα πολυλογώ λέω: «Θα σε κάνω εγώ…» Εγώ λοιπόν έλεγα: «Δώστε μου τι να κάνω, δώστε μου, εγώ θα πάω για εξωτερικές δουλειές, εγώ θα κάνω αυτό, εγώ θα κάνω εκείνο…». Δηλαδή, έκανα υπέρβαση. «Ποιος θα μείνει παραπάνω στο γραφείο;», «Εγώ θα κάτσω, δεν έχω κάτι άλλο να κάνω, εγώ θα κάτσω». Για να μη σ’ τα πολυλογώ, μέσα σε δύο μήνες ήμουνα το καλύτερο παιδί και μου δίνανε συνέχεια μετά πράγματα και έκανα. Δηλαδή και έμαθα και πάρα πολλά πράγματα από αυτή τη φιλενάδα μου, τη μετέπειτα φιλενάδα μου δηλαδή, την κοπελιά, η οποία ήτανε πραγματικά καλός άνθρωπος. Ήτανε… όλη τη δουλειά έκανε και τέλος πάντων, τίποτα δεν της αναγνωρίζανε κι αυτηνής. Ακόμα δουλεύει στην ίδια εταιρεία. Εγώ έφυγα μετά αλλά δεν έχει σημασία. Και φεύγω, φεύγω από το θείο μετά, γιατί μεγάλωσα, μάλλον βασικά μου λέει η θεία: «Κοίταξε να δεις, εγώ σε αγαπάω, αλλά δε γίνεται», γιατί τότε ήμουνα μεγάλη, ήθελα να πάω να πιώ και ένα καφέ, ήθελα να…. Έλεγα βέβαια στην αδερφή μου: «Όταν πληρωθώ τον πρώτο μου μισθό, θα πάμε να σε κεράσω ένα πολύ καλό σουβλάκι, από το τάδε μαγαζί» από το Ηράκλειο, ήταν ένα καινούριο μαγαζί, είχε ανοίξει. Και λέει: «Εντάξει» και μου λέει η θεία μου: «Δε γίνεται να είσαι εδώ πέρα, κάθε βράδυ να λέει…» και δε γυρίζαμε, δέκα η ώρα, έντεκα μέσα σπίτι, αλλά ο θείος να λέει: «Και που είναι αυτή, και τι κάνει, και πού αυτό…». Μου λέει: «Δε γίνεται, κάτι πρέπει να κάνεις». Και της λέω: «Εντάξει, θεία, θα φύγω». Και βρήκα ένα σπίτι. Όταν μου κάνανε την πρόσληψη, δεν μου την κάνανε Βοηθό Λογιστού να παίρνω τριάντα χιλιάρικα μόνο μου την έκανε Υπάλληλο Γραφείου και έπαιρνα είκοσι πέντε χιλιάρικα, είκοσι τέσσερα οχτακόσια. Γιατί το θυμάμαι το οχτακόσια; Είκοσι τέσσερα οχτακόσια, βρήκα και το σπίτι, δώδεκα χιλιάδες στο κέντρο του Ηρακλείου, δίνω είκοσι τέσσερα στο ενοίκιο, μου μένουν τα οχτακόσια, ένα σπίτι μεγάλο, παλιό, άδειο, δεν είχαμε τίποτα. Επήγα και πήρα ένα μάτι ηλεκτρικό και ένα σίδερο. Και ένα τηλέφωνο στον αδερφό μου, στην Αθήνα που ήταν τότε και δούλευε, από εκείνα τα κέρματα που βάζανε και δεν πρόλαβα και να του πω και τίποτα άλλο: «Στείλε μου λεφτά, γιατί δεν έχω μία, ούτε να φάμε». Ο οποίος ο καημένος μου έστειλε κατευθείαν λεφτά βέβαια, και μετά που μου έστειλε τα λεφτά, τον ξαναπαίρνω τηλέφωνο και του λέω: «Γιάννη, εγώ σου ζήτησα χρήματα, γιατί πήρα είκοσι τεσσεράμισι χιλιάρικα, τέλος πάντων, είκοσι πέντε χιλιάρικα, αλλά έδωσα τα είκοσι τέσσερα στο ενοίκιο». Μου λέει: «Δε με νοιάζει, ό,τι θέλεις κάνε τα, παραίτα με!». Και μετά δεν έχουμε τίποτα. Και πήραμε ένα κρεβάτι μετά, ένα ψυγείο που μας το ξαναπήρε ο θείος, το οποίο το είχα και όταν παντρεύτηκα, όταν πρωτοπαντρεύτηκα, αυτό το ίδιο ψυγείο και μας έδωσε ο θείος και ένα ράντζο, για να κοιμάται η αδερφή μου. Δηλαδή ή ο ένας ή ο άλλος στο ράντζο. Και αυτό το σπίτι είχε και τηλέφωνο! Μεγάλο πράμα να έχεις τηλέφωνο στο σπίτι! Τηλέφωνο στο σπίτι, ήτανε πολύ σημαντικό, και πολύ κακό βέβαια γιατί σε παίρνανε και σε ελέγχανε. Τέλος πάντων, και τα πρώτα μου χρήματα, το σίδερο και τα πρώτα-πρώτα πράγματα, κάνα δύο πιάτα μου έδωσε η θεία, κάνα δύο πιρούνια, δε θέλαμε και παραπάνω, και ξεκινάμε στα είκοσι τρία ξανά σαν τσιγγάνους. Σαν τσιγγάνους, ξανά δηλαδή τίποτα, πάλι από το μηδέν. Πάλι δε μας πείραζε όμως, μια χαρά ήτανε. Φορούσαμε τα ίδια ρούχα με την αδερφή μου, έπλενε τη μία... Μη φανταστείς ότι είχε και αυτή πολλά περίσσια. Η αδερφή μου βέβαια δεν πέρασε στο πανεπιστήμιο, γιατί ξανάδωσε αλλά δεν της άρεσε, δεν ήθελε να μείνει, δεν πέρασε στο πανεπιστήμιο, τζάμπα πήρα την αγωνία, που θα μπορούσα να είχα γυρίσει στην Αθήνα και να ήταν αλλιώς τα πράγματα, αλλά… Ήτανε γενικά ζόρικα. Μετά που άνοιξε το ξενοδοχείο και πήγα Βοηθός Λογιστού πια αναγκαστικά, γιατί είχα μάθει κιόλας. Μέσα σε έξι μήνες εγώ είχα γίνει και απαραίτητη στη δουλειά. Από πείσμα, όχι ότι δεν το ‘θελα, αλλά μετά αρχίζει ο αγώνας να αποδείξεις ότι «ναι, μπορείς». Το πτυχίο δεν θα το έπαιρνα ποτέ, δεν θα το έπαιρνα ποτέ το πτυχίο! Γιατί θα σου πω, αν δεν ήταν ο εργοδότης που δούλευα. Όταν ξεκίνησε το ξενοδοχείο, τέλος σεζόν, εγώ πραγματικά τα κατάφερνα, παρόλο που δεν ήξερα ούτε ξένες γλώσσες ήμουνα στο Λογιστήριο, έκανα όλα τα λογιστικά της εταιρείας, με είχανε εμπιστοσύνη. Τέλος πάντων, ήτανε οι καλύτεροι εργοδότες που έχω πάει ποτέ μου. Μου λέει... Τέλος σεζόν ήτανε; Ναι. Μου λέει: «Θα σε κάνω… θα σε βάλω λογίστρια». Λέω: «Ωραία, ευχαριστώ πάρα πολύ». «Θα παίρνεις», τότε ας πούμε έπαιρνα πενήντα, εξήντα χιλιάδες, έπαιρνα καλά λεφτά. Και αμέσως εγώ του λέω: «Και η Αγάπη;». «Η Αγάπη» μου λέει, «δε μπορεί να γίνει Λογίστρια γιατί δεν έχει πτυχίο». «Ούτε και εγώ έχω πτυχίο». Λέει: «Μα, εσύ θα το πάρεις το πτυχίο», «Ναι, μα δεν το ‘χω». «Εγώ», μου λέει, «θα σε βάλω λογίστρια, θα παίρνεις το 17% το επιστημονικό και αν θες να με κλέβεις, μην το πάρεις το πτυχίο». Και με έπιασε στο φιλότιμο, γι’ αυτό το πήρα το πτυχίο. Το οποίο πτυχίο Στατιστική δευτέρου χρωστούσα, μπορεί να το έδωσα… είχαμε τέσσερις εξεταστικές, μεταφορά του μεταφερομένου, μεταφορά του μεταφερομένου, δε θυμάμαι πόσες φορές το έδωσα! Το πέρασα με… με έκοβε με 4,7 και πήγα και τον βρήκα και του λέω: «Για το όνομα του Θεού, ανεβοκατεβαίνω από Κρήτη! Βάλτε μου εκεί πέρα ένα πεντάρι να πάω να…», μου λέει: «Τα έχεις περάσει όλα τα μαθήματα;», «Χρωστάω και τα Αγγλικά». Λέει: «πέρασε και τα Αγγλικά και μετά τα ξανασυζητάμε». Πάω, περνάω τα Αγγλικά. Με αντιγραφή βέβαια, έτσι; Δεν το συζητάμε. Και περνάω, διαβάζω Στατιστική, λέω: «Δεν γίνεται, δεν ξαναπάω, δεν πάει στο διάολο; Ένα μάθημα μου μένει! Δεν ξαναπάω». Και τελικά μου την έκανε ο εργοδότης και ήμουνα και φιλότιμη και λέω δε γίνεται να παίρνω εγώ τόσα λεφτά και η φιλενάδα μου που ήξερε, είχε τόσες γνώσεις, γιατί και εγώ είχα γνώσεις, αλλά δεν είχα τις γνώσεις που είχε αυτή, αυτή ήξερε τα πάντα! Να είναι αυτή βοηθός και να παίρνει τα μισά λεφτά από εμένα; Ήτανε αδικία από το Θεό, μεγάλη αδικία! Και ακόμα πιστεύω ότι είναι αδικία. Δηλαδή, πιστεύω ότι δεν μετράει το χαρτί, μόνο το χαρτί, αυτή είχε τόση εμπειρία και όμως μια ζωή ήτανε καθηλωμένη στην ίδια θέση, εγώ ανέβηκα, ανέβηκα, ανέβηκα, αυτή συνέχισε να είναι στο ίδιο πόστο, μεγάλη αδικία! Μεγάλη αδικία, γιατί είχε φοβερές γνώσεις, δεν ήταν ότι μένεις σε ένα πόστο γιατί δεν έχεις, ρε παιδί μου, ξέρω γω… Εδώ ο οικονομικός ο προϊστάμενος Λογιστηρίου τότε, γιατί εγώ ήμουνα προϊσταμένη Λογιστηρίου σε ξενοδοχείο, αλλά ο προϊστάμενος Λογιστηρίου στο κεντρικό σίγουρα ήξερε λιγότερα από αυτήν! Όλοι φωνάζανε το όνομά της, όλοι φωνάζανε: «Βρες μου αυτό, κάνε μου αυτό», τα πάντα! Όλα τα ήξερε! Και όμως έπαιρνε τα λιγότερα από όλους. Ήτανε μεγάλη αδικία, αυτό ήτανε φοβερή αδικία. Και τελικά το πήρα, το πήρα, ούτε καν πήγα και ορκίστηκα. Δεν πήγα να παραλάβω και η ειρωνεία της τύχης ότι κάπου χάθηκε αυτό το χαρτί, γιατί η εταιρεία αυτή κάτι έπαθε μια απώλεια και ήταν εκεί ίσως και κάπου χάθηκε. Τέλος πάντων, δε με νοιάζει κιόλας, αλλά και να φανταστείς ότι Στατιστική δευτέρου που χρωστούσα τόσα χρόνια, μου είχαν σπάσει τα ούμπαλα, τα τελευταία είκοσι χρόνια που δούλευα, έκανα μόνο Στατιστική. Η δουλειά μου ήτανε να βγάζω στατιστικά στοιχεία και λέω: «Έλεος!». Δηλαδή, αλήθεια σου το λέω αυτό το πράγμα, μόνο στατιστικά. Τα τελευταία, ναι. Από το ’93, μέχρι και το 2012 που σταμάτησα –πόσα χρόνια είναι;– έβγαζα στατιστικά στοιχεία. Δηλαδή, αυτό πού θα το πεις; Σε κανένανε. Γυρίζω και ξαναγυρίζω. Δε μετανιώνω για τίποτα για ό,τι έκανα. Πιστεύω ότι ήτανε τα πιο… έκανα τις καλύτερες φιλίες στα φοιτητικά μου χρόνια. Γιατί ήτανε φιλίες που ήμαστε όλοι το ίδιο. Δηλαδή, μπορεί να ήτανε δύσκολα. [01:40:00]Μπορεί να ήτανε πάρα πολύ δύσκολα, τι να σου πω τώρα; Ήμαστε αγαπημένοι. Μπορεί να μην είχαμε να φάμε εμείς, θυμάμαι μια φίλη μου, χωριανή μου κιόλας, που ήρθε ο θείος της, ήτανε χάλια ο θείος της και ήρθε να την πάρει. Γιατί τότε στην Αθήνα τι γινότανε; Άμα έχεις ένα γνωστό, ένα συγγενή, ένα χωριανό, τον ξάδερφό του τρίτου ξαδέρφου, το συμπέθερο, δεν ξέρω και εγώ τι, αυτός πάντα θα λέει: «Ήρθε το χωριανάκι μου στην Αθήνα, να το πάω να του κάνω ένα τραπέζι». Εμείς όμως, το θεωρούσαμε πολύ… άσε που όταν δεν είχαμε, ψάχναμε όπως τον ξάδερφό μου να βρούμε ένα σπίτι που να ήτανε κάποιος παντρεμένος να ξέρουμε πως θα πάμε να φάμε. Πήγαμε σε σπίτι βέβαια, ακόμα τη βλέπω, και ακόμα το θυμάμαι. Πήγαμε και σε σπίτι, είναι μια φίλη μου –φεύγω από το ένα στο άλλο, αλλά μου έρχονται τώρα έτσι– και μου λέει: «Να πάμε στον ξάδερφό μου, ρε συ», μου λέει, «αυτός είναι αστυνομικός, δουλεύει και η γυναίκα του, θα μας κάνει το τραπέζι». Στο ξεκάρφωτο, ούτε τηλέφωνα δεν υπήρχαν, ούτε τίποτα. Χτυπάμε, πάμε, αυτός ο καημένος φιλότιμος, αλλά η γυναίκα του ήτανε βλάχα. Βλάχα, όχι, μπορεί να ήταν και βλάχα, αλλά δεν το λέω με την... με την κακή έννοια βλάχα, όχι ότι σαν –πώς το λένε;– φυλή, οι Βλάχοι ότι είναι κακοί όλοι. Και καθάριζε φρούτα να μας δώσει. Πού φαΐ; Φρούτα. Και του λέει: «Καλά, θα καθαρίσεις κι άλλα; Φτάνουν αυτά!». Εμείς δε φάγαμε τίποτα, πήραμε ένα φρούτο και φύγαμε. Πεινασμένοι πήγαμε, πεινασμένοι φύγαμε, έτσι; Και περιττό να σου πω ότι ήτανε μια κυρία όταν έμενα στην Εστία που ο άντρας της ήτανε από το χωριό μου και αυτός ήτανε στρατηγός και αυτή ήτανε μια κυρία, δεν ξέρω από πού ήτανε, πολύ καλή κυρία, αλλά κυρία όμως, έτσι; Και επειδή της είχε πει ο άντρας της ότι είναι κάτι χωριανάκια μου φοιτητές στην Εστία, κάθε Κυριακή μας έκανε ένα κέικ, ένα κέικ, μη φανταστείς τώρα, τρία παιδιά μέναμε στην Εστία, τρία, αν έτρωγε ένα κομμάτι ο καθένας, και μας το ‘φερνε κάθε Κυριακή. Αυτή τη γυναίκα δεν θα τη ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου, την οποία τη συνάντησα μετά από σαράντα πέντε χρόνια και μου τη συστήσαν έτσι, μια κυρία. Λέω: «Και εγώ ήξερα μια κυρία που ήτανε, δεν ξέρω αν την ξέρετε, κουνιάδα σας», λέω, «θα είναι, το και το μας έκανε». Και μου λέει: «Εγώ, παιδί μου, δεν το θυμάμαι αυτό το πράγμα, αλλά εγώ είμαι αυτή η κυρία που λες» και δεν το θυμότανε καν! Εγώ όμως δεν θα το ξεχάσω ποτέ μου! «Εγώ είμαι», λέει, «αυτή η κυρία που λες. Εμένα ήταν άντρας μου ο τάδε». Και της λέω: «Εσείς είσαστε; Κάθε Κυριακή μας φέρνατε ένα κέικ!», «Ναι, παιδί μου, δεν το θυμάμαι, αλλά…». Εγώ το θυμάμαι όμως! Ή όπως αυτό που έγινε πριν από τρία χρόνια, πριν από τρία χρόνια με παίρνει ένα παιδί τηλέφωνο και μου λέει: «Ξέρεις, έρχομαι στο Ηράκλειο». Λέω: «Ναι;», «Θα πάω», μου λέει, «στο νοσοκομείο να κάνω μια εγχείρηση». Εγώ να σου πω την αμαρτία μου, νόμιζα ότι ήθελε να πάω να τον δω, επειδή θα ήτανε μόνος του, και ήτανε χωριανάκι μου αυτό και λίγο συγγενής και του λέω: «Θα ‘ρθω παιδί μου, θα ‘ρθω, ό,τι θέλεις, ό,τι χρειαστείς και αν θέλει να μείνει η γυναίκα σου στο σπίτι μου…» και τέτοια που του έλεγα. Και μετά μου λέει: «Σε θέλω όμως κιόλας εφτά η ώρα να συναντηθούμε στη διασταύρωση» και συναντιόμαστε και μου κράταγε ένα τσουβάλι ολόκληρο και είχε κρέατα, μέλια, τυριά, πράματα. Και του λέω: «Τι είναι αυτά ρε;». Μου λέει: «Κοίταξε να δεις, όλα αυτά τα χρόνια, λέω και ξαναλέω πόσες φορές έφαγα στο σπίτι σας φαΐ σαν φοιτητές. Εγώ», μου λέει, «δεν είχα ούτε παπούτσια, θυμάσαι;». Λέω: «Θυμάμαι ότι δεν είχες παπούτσια ρε καημένε και σου είχα δώσει του αδερφού μου τα παπούτσια, αλλά δε θυμάμαι ότι έτρωγες στο σπίτι μας!», «Εγώ όμως δεν το ξεχνάω», μου λέει, «και τώρα βρέθηκε η ευκαιρία και αυτά είναι δικά μου, μην τα πετάξεις», μου λέει, «είναι δικά μου, δεν τα αγόρασα!» και μου έφερε ένα τσουβάλι! Είναι για να γελάσεις, αλλά αλήθεια είναι. Αυτό λοιπόν το παιδί, το θυμάται. «Και θυμάσαι που μου χάρισες τη βιβλιοθήκη;». Όταν φύγαμε από την Αθήνα, είχαμε φαίνεται και καμιά βιβλιοθήκη. Ναι, και τον πρώτο μου μισθό μετά το ραδιόφωνο, πήρα μία βιβλιοθήκη και τον «Καπετάν Μιχάλη» του Καζαντζάκη. Σαν βιβλίο, μου άρεσε να διαβάζω πολύ. Τώρα δε μπορώ να διαβάζω, διαβάζω και κοιμάμαι, αλλά τότε διάβαζα πάρα... ό,τι έπεφτε στα χέρια μου διάβαζα και κάναμε και ανταλλαγές και η χαρά μου ήτανε να πηγαίνω στο Μοναστηράκι να βρίσκω παλιά βιβλία να τα παίρνω και κασέτες, ας πούμε, τέτοια πράματα. Αλλά θέλω να σου πω ότι ο άλλος θυμάται. Είμαστε όμως όλοι αγαπημένοι και όλοι μια γροθιά. Εντάξει, μετά προχωράει, ανεβαίνεις λίγο, εντάξει; Προχωράς και… Δεν τα ξεχνάς όμως. Δεν ήτανε δύσκολο και επαγγελματικά, ειδικά για μια γυναίκα. Δεν ήτανε εύκολο, συγγνώμη, ειδικά για μια γυναίκα σε κάποιες θέσεις είναι δύσκολο. Δηλαδή, μετά που έφυγα από αυτή την εταιρεία που σου λέω, πήγα μετά και έκανα ελεγκτική. Πήγα σε μια πολύ μεγάλη εταιρεία, μα πάρα πολύ μεγάλη εταιρεία, και συνήθως οι εταιρείες αυτές, ειδικά σε αυτές τις δουλειές είναι ανδροκρατούμενες. Κάναμε τα meeting και ήτανε δεκαπέντε άντρες και ήμουνα εγώ και η γραμματέας γυναίκα. Ήτανε… Αλλά ένοιωθα πάρα πολύ καλά, πραγματικά καλά, γιατί λέω: «Ναι, ρε παιδί μου, είμαι και εγώ εδώ, τι θέλετε;», κάπως έτσι, αλλά δεν ήταν και εύκολη η αποδοχή. Ειδικά, ειδικά δεν είναι εύκολη η αποδοχή, όταν μια γυναίκα που ίσταται, είναι προϊσταμένη κάποιου άντρα και όταν ειδικά αυτός ο άνδρας έχει μια θέση. Δηλαδή άλλο κι εκεί, τώρα χιλιάδες γυναίκες είναι προϊστάμενες κάπου, αλλά όταν ειδικά είναι κάποιοι Διευθυντές και κάποια στιγμή μια γυναίκα βρίσκεται πάνω από αυτούς, πάντα τριγωνίζουνε την καρέκλα, πάντα, πάντα και πάντα αμφισβητούνε. Εγώ βέβαια πάντα μίλαγα με νούμερα και αριθμούς, οπότε λέω, αν οι αριθμοί λένε λάθος, κάνετε και εσείς λάθος, και τις πιο πολλές φορές για να πω την αμαρτία μου, πρώτα τους ενημέρωνα ότι ξέρεις, αυτό θα γίνει και να είστε προετοιμασμένοι, που δεν έπρεπε να το κάνω, αλλά είναι και θέμα χαρακτήρα, εντάξει, δε μπορούσα να πάω να αιφνιδιάσω τον άλλο και να του πω ότι: «Αυτά που κάνεις...». Κι όμως και παρ’ όλα αυτά λες: «Τι είναι αυτά που μας λες; Ποια είσαι εσύ;». Δηλαδή, φαντάζομαι ότι παντού θα συμβαίνουνε, όχι μόνο σε αυτόν τον κλάδο, αλλά ναι. Είναι δύσκολο, είναι δύσκολο, αλλά το ρεζουμέ ξέρεις ποιο είναι; Ότι μπορεί να περάσαμε δύσκολα από οικονομικής απόψεως και από έλλειψη… Κατ’ αρχήν, δεν είχαμε παιδική ηλικία, δεν είχαμε μάνα και πατέρα, μεγαλώσαμε ορφανά στην ουσία, εντάξει; Αυτό είναι μια πραγματικότητα που δεν αλλάζει, αλλά όμως είχαμε πείσμα και.... Όχι ότι ήτανε εύκολα πάντα. Δηλαδή, εγώ δεν θα ξεχάσω ποτέ το ξύλο που έφαγα από τον θείο άδικα, και άδικα κιόλας, δε με πείραξε που το ‘φαγα, το θέμα ήταν το άδικο. Πήγες δεκαοχτώ χρονών, για να πας ένα σινεμά! Όταν πήγα φοιτήτρια ξέρεις τι έκανα; Ποια ήταν η διασκέδασή μου; Πέρα από τα πάρτι στην Εστία που και εκεί πήγαινες σε ένα πάρτι, σαν ξένος ήσουν, δεν ήξερες και κανέναν μέχρι να γνωριστείς. Ήθελα να πάω σινεμά, μια ζωή ήθελα. Στο λύκειο πηγαίνανε κάθε μήνα περίπου, πηγαίνανε σινεμά, εμείς δεν είχαμε χρήματα να πάω, εγώ δηλαδή δεν είχα χρήματα να πάω σινεμά. Δε μπορούσα να πω στου θείου μου: «Δώσε μου λεφτά να πάω σινεμά» που πήγαινε το σχολείο. Πάντα διάβαζα εγώ και πάντα δεν προλάβαινα. Πήγαινα σινεμά, έμπαινα στην παράσταση, δεν ελέγχανε τότε όταν άδειαζε και έβλεπα την ίδια παράσταση τρεις φορές! Έμπαινα στις έξι και έβγαινα στις δύο! Έβλεπα το ίδιο έργο τρεις φορές! «Πήγα σινεμά!», «Και ποιο έργο είδες;», «Το τάδε!», «Ναι; Τώρα τελείωσε;», «Ναι», λέω, «το είδα τρεις φορές!». Ήταν μεγάλο πράγμα! Πολύ μεγάλο! Γιατί δεν είχα πάει ποτέ μου σινεμά! Ποτέ! Ούτε σαν παιδί! Και σαν παιδί που ερχόταν τότε παλιά και παίζανε οι κινηματογράφοι, Βουγιουκλάκη και Παπαμιχαήλ, κάτι βλακείες φέρνανε, κάτι… κοινοτικοί σινεμά, τα παιδιά δεν επιτρεπόταν να πάνε σινεμά τότε! Όποιος πήγαινε, ο δάσκαλος μας έδερνε κανονικά. Απαγορευότανε! Καλά, επειδή ξεκινήσαμε από τα εντεκάμισι, σαν δημοτικό, δεν υπήρχε περίπτωση να πάει ο μαθητής σινεμά.
Ναι.
Δε γινόταν αυτό το πράγμα, γιατί το πρωί ο δάσκαλος έπαιρνε ράβδο! Και δεν είχα πάει στο δημοτικό, έφυγα, και πήγα από τη μια γιαγιά στην άλλη και από το ένα οικοτροφείο στο άλλο, δεν είχα πάει ποτέ μου, πήγα δεκαοχτώ χρονών! Αλλά σου λέω, αυτά που θα μου μείνουνε πάντα, είναι το πρώτο ρούχο, δεν θα το ξεχάσω ποτέ, το καλσόν! Σημαντικό να βάλεις καλσόν τρίτη τάξη γυμνασίου και να σου το κάνουνε και δώρο, έτσι; Και παλτό, και παλτό! Δεν ξέρω εσείς πότε βάλατε παλτό, αλλά εγώ έβαλα παλτό αγοραστό… Αγοραστό! Γιατί δεν είναι το ίδιο να σ’ το ράβει η θεία σου και η μάνα σου! Η θεία μου ήταν μοδίστρα η καημένη και μου έραβε, πάντα είχαμε καλοραμμένα ρούχα και τα ζηλεύανε οι άλλες, ή στυλό; Στυλό; Στυλό! Εμάς είχαν έρθει από την Αθήνα κάτι θείες του... κάτι ξαδέρφες του πατέρα μου και φέρανε στα παιδάκια στυλό και μολύβια και γόμες, γόμες με σχεδιάκι, όχι αυτή τη δίχρωμη. [01:50:00]Και μας φέρνανε και κάλτσες –δεν θα το ξεχάσω ποτέ– και κάνα δυο ζευγάρια κάλτσες! Λοιπόν, και μου τα έκλεψε η φιλενάδα μου τις κάλτσες και λέει: «Έχω και εγώ τις ίδιες», «Μα, είναι δικιές μου!». Δεν υπήρχε περίπτωση να είχε τις ίδιες, αφού δεν είχε ούτε παπούτσια! Κι όμως και γράφαμε με στυλό. Είχα στυλό που είχε τα πέντε, που το πάταγες έτσι και έβγαζε κόκκινο, έβγαζε μπλε, έβγαζε πράσινο, τέτοια, τρία τέσσερα χρώματα, που στο χωριό δεν υπήρχε ούτε καν μολύβι. Δηλαδή, για να πάρουμε τετράδιο στο δημοτικό, έπρεπε να πάμε στο μπακάλη εκεί, να μου δώσει η μάνα μου δύο αυγά, να πάω να πάρω ένα τετράδιο. Δεν υπήρχαν χρήματα! Δηλαδή, αυτό... Προχθές για να καταλάβεις, προχθές είχα πάει στο χωριό και ήθελα να ράψω κάτι της μάνας μου και της λέω: «Βελόνα, ρε μάνα, έχεις;». «Έχω», μου λέει, «όταν έκλεισε ο Γιώργος το μαγαζί, το έκλεισε και πήγα και πήρα κάμποσες, και έχω ακόμα!». Και της λέω: «Συγγνώμη, ποιο μαγαζί; Ποιος Γιώργος;». Εκείνος ο μπακάλης, ο οποίος είχε κλείσει το μαγαζί πριν τριάντα πέντε χρόνια, και είχε η μάνα μου βελόνες τριάντα πέντε χρόνια! Και της λέω: «Μάνα, έλεος, να σου φέρω να έχεις χιλιάδες βελόνες!» και μου λέει: «Όχι, παιδί μου, αφού κάνουνε» και τις έχει! Της λέω: «Μάνα, βάλε τις αντίκα! Γράψε πάνω τριάντα πέντε χρόνια!». Ο άνθρωπος έχει πεθάνει τώρα είκοσι χρόνια, είχε κλείσει το μαγαζί άλλα είκοσι, δηλαδή σαράντα χρόνια! Ναι, αλλά τότε… τελείως διαφορετικό. Εκεί ήταν ανταλλακτική οικονομία βέβαια, δεν το συζητάμε, πηγαίναμε στο αυτό για να πάρουμε ένα τετράδιο, να πάρουμε ένα μολύβι, όχι στυλό. Στυλό μας τα έφερε εκείνη, σου λέω και ήτανε πολύ μεγάλο πράμα το στυλό! Ήτανε… Ή παιχνίδια, παιχνίδια δεν είχαμε εμείς. Δηλαδή, για αυτό πιστεύω ότι η δικιά μου γενιά καταστρέφει τη δικιά σας τη γενιά. Γιατί, ας πούμε εγώ πιάνω τον εαυτό μου και βγάζω απωθημένα. Δηλαδή, επειδή δεν πήγα πουθενά εκδρομή, ποτέ δεν στέρησα στα παιδιά μου εκδρομή. Αν μου πούνε να πάω εκδρομή, θα πας εκδρομή! Όπου θες!. Ούτε καν να σκεφτώ αν πρέπει ή αν δεν πρέπει. Θέλουμε αυτό. Θυμάμαι μια φορά και ήθελε η κόρη μου ένα μηχανικό μολύβι και εγώ πήγα και της πήρα πέντε μολύβια! Μα, η κόρη μου ήθελε ένα μηχανικό μολύβι και έκλαιγε γιατί δεν ήθελε τα πέντε, ήθελε ένα! Μιλάμε για τη μεγάλη, δε μιλάμε για τη μικρή, για τη μικρή και τα πέντε καλά θα ήτανε! Θέλω να σου πω ότι ήταν αυτή η στέρηση.
Ναι, που μετά βγήκε σε υπερκατανάλωση.
Υπερκατανάλωση. Γιατί μετά βγήκε υπερκατανάλωση και παίρναμε άχρηστα πράγματα. Δηλαδή, εγώ, είναι σίγουρο, γιατί όπως ήμαστε εμείς, που εμείς ήμαστε καλά. Υπήρχαν άλλοι που δεν είχανε να φάνε. Εμείς είχαμε φαΐ όμως. Εγώ δεν πείνασα, μέχρι και το λύκειο, δεν πείνασα. Μπορεί να πείνασα σαν εργαζόμενη φοιτήτρια, γιατί ήτανε η κακοδιαχείριση που δεν ξέραμε, πιάσαμε πρώτη φορά λεφτά. Δηλαδή, με τα δύο χιλιάδες περνούσαμε, και είχαμε και που λέει ο λόγος να πιούμε κι έναν καφέ, με τα έντεκα δεν περνούσαμε, όχι με τα έντεκα γιατί έδινα στο ενοίκιο, με τα τέσσερα δεν περνούσαμε, για να καταλάβεις ότι την χάσαμε την μπάλα. Αλλά και ήμαστε πολύ καλά, υπήρχαν άλλοι που δεν είχανε πραγματικά να φάνε, πραγματικά. Δηλαδή, εγώ θυμάμαι και τον πατέρα μου και έλεγε της μάνας μου: «Βάλε λάδι να το πάω κάπου». Δεν έλεγε ποτέ πού. Και το πήγαινε κάπου που δεν είχαν να λαδώσουνε… Θυμάμαι: «Πού το πας τώρα, πατέρα;», «Κάπου που δεν έχουν να λαδώσουνε τα χόρτα!». Ποτέ δεν μας έλεγε πού τα πήγαινε. «Κάπου που δεν έχουνε να λαδώσουν τα χόρτα!» Υπήρχαν χειρότερα πράγματα, εμείς δεν πεινάσαμε, αλλά δεν είχαμε όμως και τίποτα, δηλαδή είχαμε τα βασικά. Ας πούμε, η μάνα μου μας μαγείρευε, αυτό δεν θα το ξεχάσω, η μάνα μου μας μαγείρευε κάθε Σάββατο, ερχόταν ο ψαράς, και μας μαγείρευε ψάρι. Και έπαιρνε ένα κιλό ψάρι να φάμε έξι άτομα και έβαζε τρία ψαράκια στον πατέρα μου, τρία, από δύο και αυτή έτρωγε μόνο τα κεφάλια. Δεν περίσσευε να βγει άλλο, δύο στα παιδιά, ήμαστε δύο, δύο, δύο και έκανε και φακές, δεν ξέρω τι άλλο έκανε, για να φάμε. Λοιπόν, άλλοι δεν είχαν να πάρουν το ψάρι. Και δεν είχαν χρήματα να πάρουνε το ψάρι. Δίνανε ένα μπουκάλι λάδι, να πάρουνε ένα κιλό ψάρι. Ή το ρεύμα στο χωριό εγώ το θυμάμαι πότε ήρθε. Διαβάζαμε με το λύχνο, και διαβάζαμε όμως, για αυτό η μάνα μου έκανε. Ο δάσκαλος, ο οποίος βέβαια ακόμα το λέει και ακόμα με συναντάει και μου το λέει. Ήταν αδικία, γιατί πολλές φορές μας ρωτάει, αν είμαστε ευχαριστημένες από τη ζωή μας και τέτοια και μου λέει: «Ήταν αδικία εσείς αυτά τα τρία κορίτσια να μην προχωρήσετε». Τελικά προχωρήσαμε όλες, κάναμε αυτό που θέλαμε, τουλάχιστον εγώ έκανα αυτό που ήθελα, μ’ αρέσει και η ζωή μου και η δουλειά μου, η άλλη κοπέλα πέρασε Πάντειο και αυτή, πιστεύω ότι μια χαρά τα πήγε και η άλλη κοπέλα που μέναμε μαζί στο τρίκλινο, τέλειωσε γυμνάστρια και είναι και ψυχολόγος και είναι και καθηγήτρια Πανεπιστημίου, δηλαδή και αυτή είναι πολύ καλά, τουλάχιστον επαγγελματικά, τώρα τα προσωπικά του καθενός δεν τα ξέρω. Αλλά θέλω να σου πω ότι όλοι κάτι καταφέραμε επαγγελματικά, παρόλο που υπήρχε στέρηση, γιατί υπήρχε μεγάλη στέρηση, δηλαδή, δεν είναι... Ή θυμάμαι τον θείο μου αυτόν που με σπούδασε, όταν μου έλεγε πάντα όταν ήμουνα στο λύκειο, γιατί το συζήταγα μαζί του, ότι: «Όταν θα γίνεις φοιτήτρια, θα κάνεις ό,τι θες. Όταν θα γίνεις φοιτήτρια θα πηγαίνεις όπου θες, θα πας και σινεμά, θα πας και βόλτα, θα πας και τέτοια». Και μια φορά ερχόμουνα από εδώ να φύγω με το καράβι να πάω στην Αθήνα, από τις αρχές, δε δούλευα τότε, γιατί μου είχε δώσει και χρήματα. Και μου έλεγε: «Τώρα που θα πας στην Αθήνα, μη γυρίζεις πέρα πόδε, θα κάθεσαι σαν τον άνθρωπο στον στόχο σου!». Και του λέω :«Τώρα, θείε, θα βγάλω το απωθημένο μου! Κάθε μέρα θα γυρίζω!», γιατί δεν ήμουνα και καλό παιδί τελικά, είχα και γλώσσα. Και αυτός νευρίασε πάρα πολύ και είμαι στο Ξενία, το παλιό Ξενία, που είναι τώρα το Mare, δεν ξέρω τι. Και μου λέει: «Κατέβα κάτω». Με πήγαινε στο καράβι και κατέβηκα, κατέβηκα εγώ, μόνο την τσάντα μου πήρα, τη βαλίτσα μου, τη βαλίτσα τη σιδερένια, η οποία με ακολουθούμε μέχρι που γύρισα, την άφησα στο αμάξι του και πήγαινα με τα πόδια εγώ στο… τέτοιο και μετά με έφτασε κάπου στο Marina και μου λέει: «Μπες μες στο αμάξι να σε πάω στο λιμάνι». Δηλαδή, ήταν απωθημένο μου. Δεν ήθελα να μιλήσω έτσι στον θείο μου, γιατί τον λατρεύω πραγματικά τον λατρεύω, αλλά ήταν αυτό το άχτι!
Επιτέλους, πότε θα…
Επιτέλους να ελευθερωθώ! Και τι καταλάβαμε τώρα; Εντάξει. Δεν έχει σημασία όμως. Η ζωή ήτανε αγώνας, αλλά να σου πω και κάτι; Πιστεύω και παλιά και τώρα οι ίδιες δυσκολίες υπάρχουνε. Ίσως λίγο διαφορετικές, αν θέλεις, γιατί τότε... Τώρα είναι η γνώση ίσως παραπάνω, εμείς ήμασταν τελείως χαζά τώρα παιδιά από το χωριό με όλα τα απωθημένα μας, και σου λέω δεν είχαμε οικογένεια. Δεν υπήρχε, δεν υπήρχε αυτό το πράγμα. Ναι, μεν, η οικογένεια ήτανε ότι ξέραμε ότι είχαμε τη βάση μας, αλλά δεν υπήρχε οικογένεια στην ουσία, δεν είχαμε κανέναν από πάνω μας.
Ναι, έντεκα χρονών...
Εγώ, ήμουνα εντεκάμισι χρονών ακριβώς, γιατί πέρασα σου λέω, πήγα... Πώς ξεκίνησε. Ο πατέρας μου ήτανε πρόεδρος και εγώ ήθελα να πάω σχολείο, ήθελα να πάω σχολείο, ήταν και το σπίτι μας δίπλα στο σχολείο και ήθελα να πάω, να πάω και λέει ο πατέρας μου στη δασκάλα, μια πάρα πολύ καλή, δεσποινίς είναι βέβαια, ακόμα τη λέω δεσποινίς, από το Μοχό ήτανε τότε αυτή. Και της λέει: «Πάρ’ την μωρέ δεσποινίς, εδώ πέρα να κάτσει, γιατί δεν τη ξεφορτώνομαι, κάθε μέρα κλαίει!». Πήγα λοιπόν στην ουσία νήπιο, κάνω την πρώτη τάξη, δεν υπήρχε νήπιο τότε στο χωριό, κάνω την πρώτη τάξη. Και η πρώτη τάξη τελειώνει και ήμουνα η καλύτερη μαθήτρια, εγώ και η άλλη που ήμαστε μαζί. Η άλλη βέβαια ήταν πρώτη τάξη κανονικά και λέει η δασκάλα: «Κύριε Σήφη, είναι αμαρτία να ξανακάνει την πρώτη τάξη, γιατί είναι πολύ καλή, αυτή μπορεί να πάει τώρα και στην τρίτη» και... Δεν είναι εγωιστικό αυτό που λέω, είναι μια πραγματικότητα. Και τελικά κάτι: «Αν μπορούμε να κάνουμε κάτι», αλλά δε μπορούσαν να με γράψουν στην πρώτη τάξη, γιατί οι ημερομηνίες δεν ταιριάζανε και εκεί μου άλλαξε λίγο τα χαρτιά ο πατέρας μου και με έγραψε ένα χρόνο πίσω, επειδή ήταν στην Κοινότητα πρόεδρος και πήγα στην πρώτη τάξη και βλέπω τώρα ότι η δασκάλα, η οποία ζει και τη βλέπω εδώ στο Ηράκλειο και μου λέει: «Η μοναδική παρανομία που έκανα στη ζωή μου ήτανε τότε και παραλίγο να με κλείσει μέσα ο πατέρας σου». Λέω: «Δεν πειράζει, δεν έκανε κακό, βγήκα και νωρίτερα στη σύνταξη!». Το διακωμωδώ κιόλας, αλλά ήταν πραγματικά μια αλήθεια. Και ήτανε πρώτη τάξη, πρώτη και δευτέρα είχαμε συσσίτιο στο χωριό, γάλα το πρωί με κακάο, ήτανε πάρε πολύ ωραίο, και φρατζόλα ψωμί, ήτανε καταπληκτικό! Το μεσημεριανό όμως, δεν το ‘τρωγε ούτε ο σκύλος. Απωθημένο, δεν τρώγω πλιγούρια και τέτοια. Το ρίχναμε και τρώγαμε και ξύλο. Τρώγαμε και ξύλο γιατί ρίχναμε το φαγητό. Και είχανε, ήταν συσσίτια, δηλαδή, τα... και το λύχνο, μέχρι και το λύχνο. Δηλαδή, το ρεύμα το θυμάμαι όταν ήρθε στο χωριό, ήταν μεγάλο πράγμα. Ή για τα παιδιά τα παιχνίδια τι ήτανε; Μια κούκλα η θεία από την Αθήνα, τεράστιες, αυτές[02:00:00] κάτι τεράστιες πλαστικές κούκλες. Απωθημένο κι οι κούκλες, έχω πάρα πολλές, μου τις παίρνουν τα παιδιά δώρο, έπαιρνα εγώ στον εαυτό μου, γιατί σου λέω ότι όλα τελικά σε κυνηγάνε. Την οποία την είχε η μάνα μου στολισμένη στο σαλόνι, στο ντιβάνι τέλος πάντων, είχε βάλει το κάλυμμα, είχε βάλει και την κούκλα και το φουρό γύρω-γύρω και έπιανε η κούκλα όλο το τέτοιο και πηγαίναμε μόνο κάθε Πάσχα και κάθε Χριστούγεννα και την κοιτάζαμε την κούκλα, δεν την πιάναμε την κούκλα. Δηλαδή, αυτό είναι απωθημένο. Τα παιδιά μου μου παίρνανε κούκλες, κάτι τεράστιες κούκλες μου έπαιρνε η μικρή μου η κόρη και τώρα έχω κάτι, αυτές οι –πώς τις λένε;– αυτές οι πορσελάνινες κούκλες, έχω μια συλλογή τουλάχιστον εκατό πορσελάνινες κούκλες, έτσι; Δηλαδή, και αυτό είναι απωθημένο. Παιχνίδι δεν υπήρχε, δε θυμάμαι να έχω εγώ παιχνίδι πέρα από εκείνη την κούκλα, την οποία τη χάζευα μόνο, δεν την έπαιζα κιόλας. Και να φτιάχνεις με μαλλάκια και κάτι, να παίζουμε και μήλα και αλεκατρίδες που παίζαμε τα κορίτσια.
Τι είναι αυτό;
Αλεκατρίδες, ήτανε κάτι... Πεντόβολα τα λένε τώρα μου φαίνεται. Πώς τα λένε; Που είναι πέντε πέτρες...
Ναι.
Και τη μία την πετάς και πιάνεις μία, δύο, τρεις, πώς το παίζετε αυτό το παιχνίδι; Είναι πέντε πέτρες και μια η μάνα –ένα που το κρατάς– πετάς την πέτρα τη μάνα πάνω και λες: «Ένα» και μετά ξαναπετάς και πιάνεις δύο, μετά τα ρίχνεις κάτω και πιάνεις τρία, αλλά όπως τα πετάς, πρέπει να πιάσεις τρία. Δεν είναι εύκολο να πετάξεις πέντε πέτρες κάτω και όπου πάνε. Ναι, να τις βουτήξεις έτσι. Εγώ ήμουνα καλή στις αλεκατρίδες, τις βούταγα. Ναι, αυτό το πράγμα. Τα μήλα, ποδόσφαιρο δεν παίζαμε, γιατί τα παιδιά δε μας παίζανε, και το τσούρι. Το τσούρι, το παίζατε και εσείς;
Να πούμε τι είναι το τσούρι;
Το τσούρι τι είναι; Το τσούρι είναι ένα σίδερο παίρναμε από οικοδομή, σύρμα, το οποίο το κάναμε κύκλο, το κάναμε λίγο κυκλικό στην κάτω μεριά και βρίσκαμε μια ρόδα, κανένα παλιό ποδήλατο, καμιά από σαμπρέλα κάτι, το οποίο το τσουρούσαμε να μην πέσει το στρογγυλό. Βάζαμε στην ουσία σαν... το σπρώχναμε και όποιος έκανε και δεν του έπεφτε εύκολα το τσούρι, δεν του ‘πεφτε το τσούρι, εμένα μου ‘πεφτε, γιατί έπρεπε να έχεις ισορροπία. Σπρώχνεις μια ρόδα δηλαδή με ένα σύρμα, δεν είναι και εύκολο. Ή το άλλο με το ξυλίκι… όχι ξυλίκι μωρέ, πώς το λένε; Το παίζουνε και τώρα τα παιδιά, που είναι... Βάζεις δύο πέτρες, ένα ξύλο και το πετάς. Πετάς το ξύλο. Πώς το λένε αυτό το παιχνίδι; Θα το βρω και θα σ’ το πω. Και τι κάναμε τώρα; Όπου πήγαινε πιο μακριά το ξύλο, αυτός ήτανε ο τυχερός και την άλλη φορά θυμάμαι και παίζαμε... Πώς το λέγαμε τώρα αυτό; Δεν μπορώ να θυμηθώ. Το πετούσαμε το ξύλο και πάει και χτυπάει στο μάτι μιας κοπέλας εδώ και της χαλάει. Λοιπόν, η αδερφή της... Εν τω μεταξύ μας έβαζε τιμωρία ο δάσκαλος, δεν το συζητάμε. Πρωινή προσευχή βέβαια, συνθήματα, τότε ήταν και η Χούντα, οπότε είχαμε και τα συνθήματα το πρωί, είχαμε και πρωινή προσευχή και όλα αυτά, και μας έβαζε τιμωρία ο δάσκαλος και πήγαινε η συμμαθήτριά μου και έβγαζε το κακαδάκι από το μάγουλο της κοπελιάς, για να γίνει λέει γρήγορα καλά, αλλά αυτό όσο το ‘βγαζε, τόσο δεν έγιαινε, και η τιμωρία τι ήτανε; Ότι μας άφηνε κάθε μεσημέρι, σηκώναμε τα θρανία αυτά τα ξύλινα που ήταν τότε, και σκουπίζαμε το σχολείο και μέναμε μέχρι τις τέσσερις τιμωρία, μέχρι τις τέσσερις και σκουπίζαμε και το σχολείο. Και αυτή η δασκάλα, που έχω, η δεσποινίς, κατ’ αρχήν ήτανε πολύ σημαντικό, δεν ξέρω αν ήτανε τύχη… Οι γυναίκες τότε δεν τις είχανε για γράμματα, βασικά δεν τις είχανε για τίποτα, παρά μόνο για να παντρευτούν και να κάνουνε παιδιά. Και θυμάμαι ότι στην έκτη τάξη του δημοτικού σημαιοφόρος ήταν ο καλύτερος μαθητής, αλλά μέχρι εκείνα τα χρόνια, δεν υπήρχε κοπέλα καλύτερη μαθήτρια. Έλα τώρα όμως που στην έκτη από τα τόσα παιδιά που ήμαστε, ήτανε πέντε αγόρια μόνο και όλα τα άλλα κορίτσια και ήμουνα εγώ η καλύτερη μαθήτρια και έπρεπε να σηκώσω τη σημαία. Δε θέλανε να μου δώσουν τη σημαία. Και τώρα καμία φορά που ακούω και λένε ότι άμα είναι αλλοδαπός, δε θέλουν να δώσουν τη σημαία, λέω: «Πού πάμε και λέμε, τώρα στη σημερινή εποχή, δε θέλουν στον αλλοδαπό», τότε δε θέλανε να δώσουνε σε κοπέλα τη σημαία. Και αυτή η δασκάλα επέμενε και λέει: «Όχι, αφού είναι η καλύτερη μαθήτρια, θα σηκώσει αυτή τη σημαία!» και τότε είχαν αγοράσει στο χωριό μια πιο μικρή σημαία, γιατί ήτανε μια τεράστια σημαία ήτανε και είχανε πάρει μια πιο μικρή σημαία. Δεν υπήρχε μεγαλύτερη ικανοποίηση να πας, γιατί τότε κάνανε και όλες τις εθνικές εορτές, να κρατάς την σημαία! Πρέπει να ήμουνα και η πρώτη γυναίκα που κράτησε σημαία στο σχολείο. Και όποια ήταν η καλύτερη μαθήτρια, έλεγε και το Πάτερ Ημών και το Πιστεύω κάθε πρωί. Και έψελνε κιόλας και εγώ έψελνα μαζί με την άλλη τη φιλενάδα μου. Ακόμα καμιά φορά την κοροϊδεύω, λέω: «Θυμάσαι που ψέλναμε και εσύ ήθελες να πεις ένα τροπάριο και εγώ ήθελα να πω κάποιο άλλο και τσακωνόμαστε για αυτό το πράγμα;». Γιατί ήμαστε οι καλύτερες μαθήτριες, είναι πολύ σημαντικό να πας στην εκκλησία να πεις το Πιστεύω ή το Πάτερ Ημών. Δηλαδή, ναι, αλλά δεν είχα... Η δασκάλα αυτή, μπορεί να ήταν πολύ αυστηρή δασκάλα, αλλά όμως ήτανε δίκαιη. Δηλαδή, τη βλέπω τώρα καμιά... τα θυμάται όλα, δε μπορείς να φανταστείς τι θυμάται! Θυμάται πολύ καλά ότι με έβαλε τιμωρία, ότι ήταν μια φορά μόνο που με είχε βάλει εμένα τιμωρία, θυμάται ότι… Καλά, το ότι πλαστογραφήσανε το θυμάται, θυμάται όμως ότι πήρα τη σημαία, θυμάται ότι πήραμε βραβεία. Που παίρναμε κάτι βραβεία, είχαμε κάτι χωριανούς που ήτανε πλούσιοι και δίνανε στα παιδιά, στους καλύτερους μαθητές του δημοτικού, τους δίνανε βραβείο, ξέρω γω, πέντε χιλιάδες δραχμές. Με αυτές τις πέντε χιλιάδες δραχμές εγώ πήγα στο πανεπιστήμιο, δηλαδή είχε, και κάνα δύο χρονιές που με πήγε η μάνα μου αγγλικά, από εκείνο το πεντοχίλιαρο ήτανε. Δηλαδή, δεν υπήρχαν χρήματα μωρέ, Ηρώ, δεν υπήρχαν χρήματα. Δηλαδή, σκέφτομαι καμιά φορά και λέω, όντως δεν υπήρχαν χρήματα. Μας έστελνε η μάνα μου δέμα όταν ήμασταν μαθητές εδώ στο σχολείο και έβαζε παξιμάδι και τα διάφορα τέλος πάντων, ό,τι έβαζε και θα τύλιγε και σε ένα χαρτάκι, συνήθως, το έβαζε στο μπολ με τα αυγά, σε ένα χαρτάκι να βάλει καμιά είκοσι δραχμές, δέκα δραχμές. Τι αξία είχανε δέκα δραχμές; Τίποτα δεν είχανε, αλλά ήταν πολύ σημαντικό. Στην πρώτη τάξη του γυμνασίου είχανε μεγάλη σημασία, γιατί σου λέω, όταν έδινα εγώ εφτακόσιες δραχμές, έδινε ο πατέρας μου στην άλλη τη γριά –ο Θεός να τη συγχωρέσει, αλλά ήτανε κακιά, Παναγία μου και Χριστέ μου– και μετά έδινα με την ξαδέρφη μου 125. Δηλαδή 125, 125, 125, δίνανε πολύ φτηνό ενοίκιο αυτοί. Βέβαια, δεν τους μαγείρευε κανείς, μαγειρεύανε μόνοι μας. Τώρα τι μαγειρεύαμε, μη φανταστείς! Και από τότε έχω σιχαθεί το μαγείρεμα. Γιατί και σαν μαθήτρια μαγείρευα για πέντε άτομα. Ξέρεις τι είναι να μαγειρεύεις κάθε μέρα μεσημέρι-βράδυ για πέντε άτομα; Και να πρέπει να διαβάζεις και να πρέπει να είσαι και καλός μαθητής! Ναι, αλλά ήμουνα γυναίκα. Με κατάλαβες ποια είναι η διαφορά μου; Και δεν υπήρχε και συγκοινωνία τότε. Δηλαδή, για να έρθουν οι γονείς μας εδώ πέρα έπρεπε να πάνε από τον παλιό δρόμο, δεν υπήρχε ο καινούριος δρόμος εδώ Ηράκλειο-Χανιά και έπρεπε να ‘ρθούνε με το λεωφορείο. Ερχόταν μόνο, ούτε καν ερχόταν για μας, πήγαινε ο θείος και έπαιρνε τα τσουβάλια με τα... τις τροφές τέλος πάντων, ό,τι έπαιρνε και αυτές ερχόταν μια φορά το Νοέμβριο, Δεκέμβριο, για να μαζέψουμε του θείου τις ελιές, γιατί ήταν υποχρεωμένες στο θείο! Γιατί με σπούδασε. Δε σε ζάλισα τόση ώρα;
Ωραία είναι.
Δεν ξέρω τι άλλο θες να ρωτήσεις, εγώ πιστεύω ότι σε γενικές γραμμές αυτό είναι όλο.
Ήταν αρκετά ολοκληρωμένος νομίζω ο τρόπος που το αφηγήθηκες.
Δεν ξέρω αν ήταν ολοκληρωμένος, εγώ ξέρω ότι αυτό ήτανε και αυτή είναι μια πραγματικότητα. Και στη δουλειά και η ζωή. Αυτή είναι μια πραγματικότητα, πραγματικά, χωρίς ίχνος υπερβολής. Τώρα καμία φορά μπορεί να τα λες στα παιδιά και λες είναι δυνατόν; Κι όμως είναι δυνατόν, έτσι είναι, και όχι, μπορώ να σου πω ότι είναι και όχι με… όπως ήταν ακριβώς, γιατί μέσα δε λέμε πουθενά ότι όταν μένεις μόνος σου φοβάσαι. Ξέρεις πόσες φορές δεν κοιμόσουνα τα βράδια, άμα ήσουνα μικρό παιδί να μην κοιμάσαι; Και τώρα βλέπω τα παιδιά, δίπλα τα ανίψια μου, τα παιδιά μου ακόμα, εντάξει τα παιδιά μου λόγω καταστάσεων μείνανε και μόνα τους, αλλά κάποιων φίλων είναι δυνατόν αυτό το παιδί να το αφήσω εγώ να το πάω από ένα χωριό με δέκα ανθρώπους να το πας σε μια πόλη με δέκα χιλιάδες κατοίκους και να είναι μόνο του σε ένα σπίτι, σε ένα δωμάτιο και να έχεις απαίτηση να μαγειρεύει, να ζει, να πλένεται. Και δε μιλάμε να βάλεις πλυντήριο, μιλάμε μια λεκάνη, και βάλε εκεί σαπούνι πράσινο και μας έπαιρνε η μάνα μου εκεί πέρα μια κούτα σαπούνι πράσινο να πλυθούμε. Και μας επιβάλλει ο θείος κάθε Σάββατο και ευτυχώς που υπήρχε ο θείος και έμενε στην πόλη και ήξερε να μας επιβάλλει κάθε Σάββατο να καθαρίζουμε το σπίτι, γιατί σίγουρα θα πιάναμε καμιά αρρώστια εκεί πέρα τόσα παιδιά. Γιατί ήμαστε, ο μεγαλύτερος ήτανε δεκαπέντε, δεκαπέντε, δεκατέσσερα και δώδεκα. Πέντε παιδιά, ειδικά όταν ξεκινήσαμε εδώ στο Ηράκλειο, ο αδερφός μου ήτανε δώδεκα,[02:10:00] ο άλλος μου ξάδερφος ήτανε δώδεκα, ο μεγάλος που ήταν δεκαπέντε, εγώ ήμουνα δεκατέσσερα και δεκατρία που ήταν ο άλλος. Δηλαδή ήμαστε πέντε παιδιά από δεκαπέντε μέχρι δώδεκα, μόνα τελείως όμως, έτσι; Αυτό…
Ναι, είναι απίστευτο. Άλλη παιδική ηλικία νομίζω.
Ναι, καμιά φορά, ναι, σου λέει η μάνα σου… Αυτά όμως να σου πω κάτι; Κάποιοι άλλοι με φίλες μου που πετύχανε και αυτές στη ζωή τους, εντάξει; Που μένανε σε οικοτροφείο, ήτανε καλύτερα, γιατί δε χρειαζότανε να κάνουνε και δουλειές. Μόνο από αυτήν την άποψη, αλλά και αυτοί ήτανε σαν ορφανοτροφείο και δε νομίζω ότι είναι οι καλύτερες συνθήκες στο καλύτερο ορφανοτροφείο, εδώ που τα λέμε. Και όλοι θέλαμε τη μάνα μας. Δηλαδή, εγώ ήθελα τη μάνα μου, όταν ήρθε ο πατέρας μου και με είδε και έκλαιγα, λέω: «Θέλω τη μάνα μου, δεν ξαναπάω σχολείο». Δηλαδή, αν δεν ήταν η μάνα μου, δεν ξέρω η μάνα μου για ποιο λόγο ήθελε να μας διώξει όλες από το χωριό. Δεν τα κατάφερε γιατί οι πιο πολλοί θέλανε και γυρίσανε πίσω, μόνο εγώ που δεν ήθελα να ξαναγυρίσω, αλλά όλοι οι άλλοι, παρόλο που καταφέρανε… Δηλαδή, ο αδερφός μου που σπούδασε και πήγε καλά οικονομικά και ό,τι θες, ξαναγύρισε στο χωριό, η αδερφή μου στο χωριό γύρισε, θέλανε. Εγώ δε θέλω να γυρίσω, δε μπορώ να ζήσω, αλλά η μάνα μου ήθελε να μας διώξει που για εκείνη την εποχή…
Ήταν πρωτοποριακό.
Ήταν πολύ πρωτοποριακό. Δε μπορείς να φανταστείς πόσο! Ξέρεις γιατί; Και οι άλλες κοπέλες, θα σου πω, και οι άλλες κοπέλες που ήτανε... αλλά αυτές ήταν σε καλύτερη μοίρα, όσον αφορά γιατί; Γιατί η μία είχε, οι θείοι της ήτανε μορφωμένοι όλοι, οπότε υπήρχε το... στην οικογένεια το ερέθισμα, ενώ εμένα στης μάνας μου, ήτανε μόνο αυτός ο θείος μου, ο αδερφός της, που ήτανε σπουδαγμένος. Οι άλλοι εντάξει, είχανε καφενείο, ήτανε… Εγώ πραγματικά, ο πατέρας μου βοσκός ήτανε και μπορεί να ήτανε κοινωνικός, να ήτανε... δεν ντρεπότανε, ήτανε άνθρωπος… Όταν πέθανε, είπε κάποιος ότι πέθανε η πρεπειά του χωριού! Τώρα πια δεν υπάρχει άλλος!. Πραγματικά, ήταν ένας φοβερός άνθρωπος και καμιά φορά λέω ότι εγώ ήμουνα μια πολύ τυχερή γυναίκα στη ζωή μου, γιατί είχα έναν πατέρα καταπληκτικό, πρότυπο, και είχα και έναν άντρα καταπληκτικό και πέρασα καλά. Αλλά το θέμα είναι ότι δεν ήταν να σπρώχνουν τα παιδιά τους στα γράμματα. Η μάνα μου τώρα, μια αμόρφωτη γυναίκα, πώς... Καμιά φορά τη δουλεύω και μου λέει: «Εμένα μου προξενεύανε ένα δάσκαλο». Λέω: «Από εκεί σου είχε μείνει να μας κάνεις όλες δασκάλες!». Δηλαδή, ξέρεις, κι αυτή δεν ξέρω κατά πόσο, μπορεί να πέρασε πολύ καλά για τα χρόνια εκείνα σε σχέση με τις άλλες, όχι ότι ήτανε καλά χρόνια, αλλά σε σχέση με τις άλλες, ναι. Μπορεί να είχε το πρώτο πετρογκάζι, να είχε τέσσερις καρέκλες όταν παντρεύτηκε, ενώ οι άλλες δεν είχανε καμία. Μπορεί να είχε τραπέζι… πολλά πράγματα, αλλά πάντα σε σχέση με κάτι άλλο. Δηλαδή, εμείς από τα τόσα κορίτσια, εμείς οι δύο που ήμασταν στην τελευταία χρονιά, γιατί η άλλη ήταν λίγο πιο μεγάλη, ήμαστε τυχερές. Πριν από εμάς ήτανε μια δασκάλα και ένας γιατρός, μια γιατρός, ας πούμε. Δεν υπήρχαν γυναίκες στα πανεπιστήμια. Με τίποτα! Δεν τις αφήνανε! Γιατί έπρεπε να παντρευτούνε, να κάνουνε οικογένεια, γιατί όποια πήγαινε στην πόλη θα ‘ξόκειλε, θα... Εδώ εμένα ο πατέρας μου με πήρε από τη δευτέρα τάξη γυμνασίου από την ξαδέρφη μου, η οποία δεν έκανε τίποτα η κοπέλα, μπορεί να είχε ένα φίλο και να την είδε ο άλλος ο «καπετάνιος» και του το ‘πε: «Πάρε την κόρη σου από κει, γιατί θα τη βάλει στον κακό δρόμο», επειδή μπορεί να είχε… Μας κλείδωνε μέσα βέβαια η καημένη, μας κλείδωνε όμως, για σκέψου τώρα να κλειδώσεις ένα παιδί! Αυτές σαν καταστάσεις είναι... ακούγονται φοβερές. Εκείνη την εποχή, ήμαστε εμείς πολύ καλύτερες παρά τη φιλενάδα μου που εγώ ήμουνα εγώ ήμουνα τρίτη γυμνασίου και η άλλη της βάζανε σε μια βαλίτσα, εγώ είχα τη σιδερένια και πήγαινα για πανεπιστήμιο, στο σχολείο και αυτή της βάζανε μια σιδερένια βαλιτσούλα και τη στέλνανε στην Αυστραλία να παντρεύει. Δηλαδή, ήμουνα σε πολύ καλύτερη μοίρα. Δηλαδή, όλες μου οι φίλες στη γειτονιά ήμαστε πάρα πολλές, δεν ξέρω γιατί είχε τόσα πολλά κορίτσια, καμία δε σπούδασε! Όλες παντρευτήκανε! Δεκατέσσερα, δεκατρία, δεκαπέντε. Εγώ παντρεύτηκα είκοσι οχτώ και ήμουνα γεροντοκόρη, όλες… Θυμάμαι τον αδερφό μου και μετρούσαν τις γεροντοκόρες του χωριού και λέγανε: «Η τάδε γεροντοκόρη πόσων χρονών ήτανε; Είκοσι, είκοσι δύο, είκοσι, δεκαοχτώ, είκοσι, είκοσι δύο». Κάποιος λοιπόν του λέει: «Μα, η αδερφή σου είναι είκοσι εφτά!», «Άλλο η αδερφή μου!». Ήμουνα γεροντοκόρη. Δηλαδή, εμείς που σπουδάσαμε οι δύο, παντρευτήκαμε γεροντοκόρες. Δηλαδή, εγώ είκοσι εφτά και η άλλη, πιο μπροστά από εμένα παντρεύτηκε; Είκοσι έξι; Κάπου εκεί. Αλλά ήμασταν γεροντοκόρες. Φαντάσου! Γιατί, ναι. Ακόμα και η αδερφή μου που τελείωσε το λύκειο μετά…
Τρομερή μετάβαση σε μια γενιά, απίστευτη αλλαγή.
Ναι, σε μια γενιά. Η αδερφή μου τέλειωσε το λύκειο και επειδή δεν συνέχισε, έπρεπε να παντρευτεί και παντρεύτηκε στα είκοσι. Δηλαδή, το ένα προξενιό πίσω από το άλλο, πόσα να αρνηθείς; Αρνιέσαι το ένα, αρνιέσαι το άλλο, αρνιέσαι το άλλο, στο τέλος λες: «Δεν έχω τίποτα άλλο να κάνω». Αλλά άμα είσαι και δεκατρία όμως; Δεκατέσσερα; Και μετά τώρα λέμε για τους τσιγγάνους, εμείς είμαστε χειρότεροι από τους τσιγγάνους. Δηλαδή, οι τσιγγάνοι… ίδιο πράγμα είναι, ρε παιδιά. Καμιά φορά λένε, εγώ δεν είμαι ρατσίστρια, γιατί; Γιατί αυτά που κατηγορούμε τώρα όλοι, να βάλω και τον εαυτό μου μέσα στη σημερινή εποχή, μα εγώ τα έχω βιώσει στην παιδική μου ηλικία και ήταν και φυσιολογικά. Μα, τότε ήταν φυσιολογικά. Φυσιολογικά να ξενιτευτείς, φυσιολογικά να πας να αφήσεις ένα παιδί. Δηλαδή, τώρα εάν εγώ την κόρη μου δώδεκα χρονών την πάω σε ένα σπίτι, της νοικιάσω ένα δωμάτιο και στην ίδια πόλη, σκέψου το αυτό να δεις, στην ίδια πόλη να μένει μόνο του σε ένα δωμάτιο, κάπου στο κέντρο του Ηρακλείου και να πηγαίνει σχολείο, επειδή είναι το σχολείο κοντά, θα ξεσηκωθούν όλοι και θα πάω μέσα και για εγκατάλειψη, έτσι; Ενώ τότε ήταν φυσιολογικότατο.
Αν ήθελες να πας σχολείο, γιατί δεν υπήρχε σχολείο στην Ασή Γωνιά οπότε...
Δεν υπήρχε. Ναι. Δεν υπήρχε και δεν υπήρχε και το άλλο. Δεν υπήρχαν λεωφορεία να πηγαινοέρχεσαι στο Ρέθυμνο πρώτον και ήταν και η αντίληψη ότι δεν γινόταν να πάει μια κοπέλα στο σχολείο γιατί θα… Ενώ τώρα όλοι σπουδάζουνε, αφού ακόμα και τώρα η μάνα μου λέει: «Όλες πάνε τώρα στα γράμματα και δε μένει καμία στο χωριό». «Πάνε στα γράμματα, γιατί τώρα άλλαξε ο κόσμος, ρε μάνα, δεν είναι όπως τότε». Λέω: «Τότε εσύ πως ήθελες να μας στείλεις στα γράμματα; Τώρα γιατί να μην πάνε όλες στα γράμματα;». Ναι, τώρα αν την ακούσεις καμία φορά θα το πει: «Δεν έχει κοπελιές το χωριό, όλες πάνε στα γράμματα, δε μένει καμιά στο χωριό! Και είδες, τελειώνουνε και δεν κάνουνε και τίποτα», σου λέει, «μπορεί να ξαναγυρίσουνε πάλι εδώ στο χωριό, ή μπορεί να κάνουνε σερβιτόρες». «Δεν πειράζει», λέω, «μάνα, έχουνε μορφωθεί όμως λίγο και ξέρουνε».
Ναι, αυτό είναι πολύ σημαντικό. Ό,τι κι αν κάνεις μετά.
Είναι πολύ σημαντικό. Αυτά σε γενικές γραμμές, δεν ξέρω αν έχεις κάποιες ερωτήσεις, αν σε ζάλισα.
Σε ευχαριστώ πάρα πολύ. Ήταν πολύ σημαντική, νομίζω, αφήγηση αυτή.
Δεν ξέρω αν είναι σημαντική ή όχι, αλλά είναι πραγματικά, είναι μια πραγματικότητα. Χωρίς… σου λέω, δεν υπήρχε μιζέρια. Φτώχεια υπήρχε, μιζέρια όμως δεν υπήρχε. Βέβαια, πολλοί ήτανε και μίζεροι, αλλά τις έκανε…