Οι καντάδες της Βιάννου στα χρόνια της Αντίστασης
Ενότητα 1
Οι ιστορίες του παππού και του πατέρα της αφηγήτριας
00:00:00 - 00:09:44
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Είναι 5 Δεκεμβρίου 2021, βρίσκομαι στη Βιάννο με την κυρία... Μαρία Μαστρογιωργάκη. Εγώ λέγομαι Αντώνης Λεοντίδης, είμαι ερευνητής για τ… την Ικαρία. Έφυγε από την Ικαρία ο Λευτέρης. Πήγε δύο φορές στην Ικαρία, πέρασε Ασφάλειες, πέρασε ξύλο, πέρασε πάρα πολλά. Δύσκολα χρόνια.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 2
Η γερμανική Κατοχή, η δράση του Ε.Α.Μ.-Ε.Λ.Α.Σ και τα γεγονότα του Εμφυλίου στη Βίαννο
00:09:44 - 00:34:53
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Και ήσασταν παντρεμένη εκείνο το διάστημα. Όταν ήτανε στην Ασφάλεια και στην εξορία δεν ήμαστε παντρεμένοι. Εμείς παντρευτήκαμε το 1953 κ…πει ότι: «Θες ραβδιστή, Χαρίλαε;». Λέει: «Θέλω, μα γιάντα μου το λες εδά;». Λέει: «Γιατί έχεις σύγλινο σίγουρα και θα φάμε λίγο κρεατάκι».
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 3
Η σχέση με το τραγούδι και ιστορίες από τις καντάδες στη Βίαννο
00:34:53 - 00:59:03
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Ωραία, να περάσουμε και σ’ ένα άλλο θέμα. Εσείς πότε ξεκινήσατε να μπαίνετε μες στη μουσική; Να τραγουδάτε, ν’ ασχολείστε μ’ αυτό; Και πώς έ…ι μου ’λεγε, έλεγε τη μαντινάδα πάντα: «Εγώ είμαι ο περβολάρης, ρόδο μου μυρισμένο, κι είναι η καρδιά μου γλάστρα σου και σ’ έχω φυτεμένο».
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 4
Γυναίκα και κρητική μουσική
00:59:03 - 01:11:40
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Μου είπατε, λοιπόν, κυρία Μαρία, ότι δεν υπήρχαν άλλες γυναίκες σαν κι εσάς να συμμετέχουν στις παρέες τότε. Ε, ναι. Δεν εβγαίνανε οι γυναί…στε καλά, κυρία Μαρία. Σας ευχαριστώ πολύ. Κι εγώ. Κι εγώ που μ’ άνοιξες την καρδιά μου να σου πω τι αισθάνομαι στα σωθικά μου. Ευχαριστώ.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνηση[00:00:00]Είναι 5 Δεκεμβρίου 2021, βρίσκομαι στη Βιάννο με την κυρία...
Μαρία Μαστρογιωργάκη.
Εγώ λέγομαι Αντώνης Λεοντίδης, είμαι ερευνητής για το Istorima και μπορούμε να ξεκινήσουμε τη συνέντευξη.
Ευχαρίστως.
Κυρία Μαρία, πείτε μου πού μεγαλώσατε;
Στη Βιάννο.
Και μέχρι τι ηλικία ήσασταν εδώ;
Μέχρι τι; Δεν το κατάλαβα.
Εδώ μεγαλώσατε, φύγατε κάποια στιγμή;
Εδώ γεννήθηκα, εδώ μεγάλωσα, εδώ υπηρέτησε ο άντρας μου όλα τα χρόνια. Ήταν στο γυμνάσιο, ήταν φυσικός. Και έζησα όλη τη ζωή μου εδώ. Και τώρα που το σκέφτομαι, λέω πως είχα τύχη που έζησα εδώ στη Βιάννο, γιατί τα χρόνια της νιότης μου ήτανε ωραία χρόνια, ακόμα στη Βιάννο.
Και για πείτε μου, άμα επιτρέπεται, ποια χρονολογία γεννηθήκατε;
Το 1934.
Και θυμάστε, λοιπόν, έχετε μνήμες από διάφορα γεγονότα φαντάζομαι.
Έχω μνήμες και παιδικές μνήμες, γιατί η οικογένεια του πατέρα μου ήτανε πολύ μερακλήδες και τραγουδιστάδες – και οι γυναίκες και τ’ αγόρια. Και στο σπίτι του παππού, παρόλο που είχε ο καημένος βιώσει έτσι κάποια τραγικά γεγονότα, μετά από το πέρασμα του χρόνου ήτανε πολύ μερακλήδες. Τραγουδούσανε, στο σπίτι του πηγαίνανε καντάδες πολλές και παιδάκι εγώ τα θυμάμαι όλες αυτές τις εικόνες.
Θυμάστε, δηλαδή, και τον παππού σας, τη γιαγιά σας, ε;
Όχι γιαγιά, αλλά τον παππού τον Ρεθεμνιώτη. Ήτανε απ’ το Ρέθυμνο η καταγωγή του παππού.
Και ο παππούς αυτός τι σας έλεγε; Σας έλεγε και ιστορίες απ’ το Ρέθυμνο;
Αυτός είχε φύγει ο παππούς μου πολύ μικρός, ήταν τα χρόνια τότε επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και πρέπει να ήτανε και φτωχό παιδί, δηλαδή το να φύγει… Μάλιστα, πήρε μαζί του κι ένα αδελφό που είχε, ο οποίος αδελφός του ο Γιώργης έφτασε μέχρι τον Πεύκο της Βιάννου και εκεί παντρεύτηκε, εκεί έμεινε. Ο παππούς ο δικός μου τώρα έμεινε στη Βιάννο και 16 χρονών έκλεψε τη γιαγιά μου. Αγαπηθήκανε τα παιδιά. Και μάλιστα, η γιαγιά μου ήτανε κόρη του καπετάν Σπυρίδου του Αγαπάκη και του την πήρε ο παππούς πίσω, γιατί δεν τον ήθελε για γαμπρό. Ήτανε ξενόφερτος τώρα ο παππούς, δεν εξέρανε τη σκούφια του από πού κρατούσε. Αλλά ήτανε πάρα πολύ ωραίος άνθρωπος. Η φιλοξενία του, δηλαδή, ήτανε παροιμιώδης, ας πούμε. Ήτανε πάρα πολύ καλός. Και ο παππούς άνοιξε καφενείο. Μετά το έκανε μαγειρείο, γιατί άρχισε να λειτουργεί το Γυμνάσιο της Βιάννου κι αυτός μαγείρευε πάρα πολύ ωραία, και είχε όλο τους καθηγητές πελάτες. Και αναπτύχθηκε έτσι το μαγειρείο αυτό. Μ’ αυτή τη δουλειά μεγάλωσε τα παιδιά του, γιατί είχε πεθάνει η γυναίκα του πολύ νωρίς. Αυτά θυμάμαι. Τον παππού, έφυγε πλήρης ημερών, ας πούμε. Ήτανε αγαπητός πάρα πολύ στη Βιάννο, λέγανε για τον Ρεθεμνιώτη τα καλύτερα.
Κι επειδή αναφερθήκατε ότι είχε γεννηθεί επί Τουρκοκρατίας, σας είχε πει και ιστορίες για εκείνη την περίοδο; Θυμάστε κάτι;
Απ’ τον παππού θυμάμαι την ιστορία που μας έλεγε ότι φύγανε γιατί είχε δημιουργεί μια βεντέτα μεταξύ Τούρκων, δηλαδή. Και ο παππούς είχε μια αδερφή την οποία την απήγαγαν οι Τούρκοι, που δεν ξέρουνε μετά πού πήγε. Δηλαδή χάσανε εντελώς τα ίχνη της. Και ο παππούς… Ήτανε μοναχοκόρη και ήτανε και τα δυο αδέρφια. Λοιπόν, τ’ αδέρφια ήτανε μικρά παιδιά –τ’ αγόρια δηλαδή–, αλλά δεν αντέχανε τον πόνο να ζούνε, που η αδελφή τους την κλέψανε οι Τούρκοι. Και πού να βρίσκεται και πού να τη βρούνε; Και τα παιδιά φύγανε από το Ρέθυμνο, τα δυο αδέρφια, κι ήρθε εδώ ο παππούς 16 χρονών. Ένα παιδί τώρα… Με τα πόδια, βέβαια, ε; Είχε πει και ο παππούς και πόσο καιρό κάνανε για να ’ρθουνε, γιατί κάνανε, κατά διαστήματα κάνανε στάσεις σε διάφορα χωριά. Τελικά, καταλήξανε εδώ στη Βιάννο. Μείνανε, φαίνεται, μερικές μέρες. Ο παππούς έλεγε: «Μ’ άρεσαν οι άνθρωποι εδώ στη Βιάννο γιατί ήτανε μερακλήδες, γιατί ήτανε ωραίοι άνθρωποι, φιλόξενοι πάρα πολύ!», κι έμεινε ο παππούς εδώ. Έκλεψε την κόρη του καπετάν Σπυρίδου. Ο καπετάν Σπυρίδος του την πήρε πίσω, μετά την ξαναπήρε, ξανά πάλι του την έκλεψε ο παππούς. Αλλά την πήρε αυτή τη φορά τη γιαγιά μου, τη νύφη τώρα, την πήρε και την πήγε μακριά.
Για πείτε μου, ποιος ήτανε ο καπετάν Σπυρίδος;
Ήταν καπετάνιος εδώ και πολύ παλικάρι, απ’ ό,τι λένε. Μάλιστα, είχε λάβει και στο Θέρισο στα Χανιά, είχε λάβει σε μια μάχη και έπαιξε σπουδαίο ρόλο σ’ αυτή τη μάχη. Ο παππούς τώρα του πατέρα μου είναι αυτός. Πολλά πράγματα. Δεν ξέρω. Έχω, βέβαια, το βιογραφικό του, αλλά…
Υπάρχουν αυτά γραμμένα;
Ναι.
Είναι ιστορικά.
Ναι, ναι. Να σας φέρω ένα να τον δείτε και στη φωτογραφία και να σας φέρω κι ένα…
Αργότερα.
Α, αργότερα, ωραία.
Ωραία. Λοιπόν, μεγαλώσατε άρα εδώ και με τον παππού σας. Οι γονείς σας τι δουλειά κάνανε; Τι επάγγελμα κάνανε;
Ο πατέρας μου ήτανε έμπορος κι όταν πήγαινε στην Αθήνα να φέρει το εμπόρευμα… Δηλαδή έκανε ένα γενικό εμπόριο και ήτανε και από το καλύτερο εμπορικό κατάστημα στη Βιάννο. Είχε πολύ γούστο κι έφερνε πολύ ωραία υφάσματα. Και ερχότανε όλος ο… Είχε πελάτες όλο τον μέσα δήμο, δηλαδή, τα χωριά τα Καημένα, τώρα που λέμε. Αμιρά, όλα τα χωριά εκεί, που ήτανε αρκετά, ήτανε πελάτες του πατέρα μου. Κι ήτανε πολύ καλά. Έτσι, οικονομικά, δηλαδή, πήγαινε ωραία. Αλλά δυστυχώς, στα 49 του χρόνια έπεσε ένα λεωφορείο που πήγαινε στο Ηράκλειο, και πήγαινε ο πατέρας μου να στείλει από το Ηράκλειο να στείλει ένα δέμα στον αδερφό μου, που είχε μπει εκείνο τον χρόνο στη Γεωπονική Σχολή, κι είχε ετοιμάσει τώρα η μάνα μου τώρα διάφορα να του στείλει, κι έπεσε το λεωφορείο και σκοτώθηκε.
Μάλιστα.
Κι ήτανε 49 ετών τότε.
Και μετά ανέλαβε η μητέρα σας τη…
Όχι, το μαγαζί έκλεισε. Η μητέρα μου δεν μπορούσε. Πώς μπορούσε η μητέρα μου; Ούτε προμήθειες κι αυτά, ποιος θα τα έκανε αυτά; Έκλεισε το μαγαζί. Και μάλιστα, ήτανε για τη μάνα μου αυτά τα χρόνια δύσκολα, γιατί ήτανε ο πρώτος χρόνος που είχε μπει ο Μανώλης στη Γεωπονική, και πέρασε η καημένη πάρα πολλά. Πολλές δυσκολίες για να τα καταφέρει.
Εσείς ήσασταν μικρή τότε;
Όχι, εγώ ήμουνα παντρεμένη, αλλά ήτανε ο Λευτέρης αδιόριστος. Έπρεπε να κάνει δήλωση μετανοίας, γιατί ήτανε άλλου… Καταλαβαίνεις τώρα.
Ναι, ναι.
Ο Λευτέρης μόλις είχε γυρίσει από εξορία από την Ικαρία, ο άντρας μου.
Τον είχανε στείλει και εξορία, λοιπόν.
Ναι, βέβαια. Εγώ έχω το απολυτήριο από την Ικαρία. Έφυγε από την Ικαρία ο Λευτέρης. Πήγε δύο φορές στην Ικαρία, πέρασε Ασφάλειες, πέρασε ξύλο, πέρασε πάρα πολλά. Δύσκολα χρόνια.
Ενότητα 2
Η γερμανική Κατοχή, η δράση του Ε.Α.Μ.-Ε.Λ.Α.Σ και τα γεγονότα του Εμφυλίου στη Βίαννο
00:09:44 - 00:34:53
Και ήσασταν παντρεμένη εκείνο το διάστημα.
Όταν ήτανε στην Ασφάλεια και στην εξορία δεν ήμαστε παντρεμένοι. Εμείς παντρευτήκαμε[00:10:00] το 1953 και το ’47-’48 ήτανε στην Ικαρία.
Για πείτε μου, για να το πιάσουμε και λίγο χρονολογικά, εσείς, λοιπόν, τα πρώτα χρόνια που ήσασταν εδώ θυμάστε και τους Γερμανούς, τη γερμανική Κατοχή;
Τους θυμάμαι. Ήμουνα μικρή, 9-10 χρονών, αλλά τα παιδιά τέτοια βιώματα είναι πετρωμένα μέσα τους. Γιατί έχω τόσες κακές αναμνήσεις, βιώματα… Απ’ την οικογένειά μας είχαμε θύματα. Και τα παιδικά τώρα αυτά, σας λέω, είναι μέσα μας πετρωμένα.
Τι είναι αυτό που σας έχει μείνει πιο πολύ απ’ αυτή την περίοδο, τη γερμανική Κατοχή;
Είναι πολλές εικόνες που δεν μπορώ τώρα να ξεχωρίσω, δηλαδή θυμάμαι τη μαμά μου που μας έλεγε: «Δε θα βγάλετε τα παπουτσάκια σας, θα κοιμηθείτε με τα παπούτσια». Γιατί όταν ερχότανε οι Γερμανοί και κάνανε συλλήψεις, αυτοί δεν περιμένανε να βάλουμε παπούτσια. Έτσι, και ξυπόλυτα μας παίρνανε και μας φέρνανε εδώ και μας συγκέντρωναν εδώ στην εκκλησία, εδώ στην πλατεία μας. Εδώ στον Μιχαήλ Αρχάγγελο μας φέρνανε και περιμέναμε την ώρα που θα παίρνανε τη διαταγή να εκτελέσουνε, ας πούμε, τους ανθρώπους. Δεν έγινε, βέβαια, αυτό εδώ στη Βιάννο μέσα, αλλά δυστυχώς έγινε στα Αμιρά, στα χωριά Άγιο Βασίλειο, Κρεβατά… Δηλαδή όπου βλέπανε από 16 χρονών και πάνω αγόρια τα σκοτώνανε.
Και όταν είπατε, όταν αναφερθήκατε εδώ για τη Βιάννο, σας είχανε πάρει, δηλαδή, κι εσάς τα παιδιά και σας είχανε…
Βεβαίως.
…Στήσει στον τοίχο.
Ναι, ναι, μας φέρνανε εδώ στον Πλάτανο, εδώ στην πλατεία του Μιχαήλ Αρχαγγέλου και χειμώνας καιρός. Και μέχρι να ξημερώσει, ας πούμε. Και μας είχε η μάνα μου, μας κοίμιζε με τα ρούχα που φοράγαμε. Το πολύ-πολύ να πάρει καμιά κουβέρτα να μας τη ρίξει από πάνω μας, γιατί: «Partir, partir, partir!». Δε μας αφήνανε τουλάχιστον να βάλουμε κάτι στο κορμί μας.
Και υπήρχε, λοιπόν, μεγάλη αντίσταση εδώ, ε;
Ε, αυτή η αντίσταση μπορώ να πω ότι ξεκίνησε απ’ εδώ, από τη Βιάννο.
Υπήρχε μεγάλο ιστορικό στην αριστερά εδώ πέρα;
Όλο αριστερά. Οι οποίοι εδώ ήμαστε αετόπουλα, ακόμα και τα παιδιά εμείς. Εμείς που ήμασταν παιδιά, «Είμαστε αετόπουλα» τραγουδούσαμε. Όταν υπήρχε τώρα κανένας ο οποίος ήτανε και φίλοι μπορώ να πω, φίλοι, προδότες. Και πηγαίναμε κάτω από τα σπίτια τους και τους λέγαμε: «Είμαστε αετόπουλα μα τρώμε την καρδιά, χαρούμενα Ελληνόπουλα και του λαού παιδιά. Στον αγώνα θεριέψαμε κι εμείς, γενήκαμε της λευτεριάς φρουροί και της ζωής».
Και υπήρχε… Πώς είχατε οργανωθεί εδώ στην Αριστερά;
Στην αρχή ήτανε το ΕΑΜ. Ποιος άλλος άλλωστε; Μετά το ΕΛΑΣ και προχωρούμε δα μετά για την εξέλιξη, καταλαβαίνεις. Ήτανε, δηλαδή, η Βιάννος, ήτανε μια κωμόπολης δημοκρατική, με αντίσταση πάρα πολύ σοβαρή και σπουδαία.
Θυμάστε και φυσιογνωμίες εδώ στο ΕΑΜ και στο ΕΛΑΣ που να ξεχώριζαν;
Θυμάμαι, αλλά δε θα πω ονόματα, γιατί μπορεί να ξεχάσω κανένα. Ήτανε πολλοί και δε θέλω να τον αδικήσω. Αλλά υπήρχανε πάρα πολλοί.
Και υπήρχαν και απώλειες εδώ από το ΕΑΜ και από το ΕΛΑΣ στον Εμφύλιο ή στη γερμανική Κατοχή;
Υπήρχανε πολλές απώλειες. Βεβαίως υπήρχαν απώλειες πολλές, αλλά και πάλι τώρα, δεν μπορώ τώρα να πω. Γιατί γίνανε και εκτελέσεις στην Αγιά, που τις πήρανε από δω. Σ’ αυτό τώρα το σημείο πρέπει να πω ένα όνομα, γιατί ήτανε ο πρώτος στην Αντίσταση ο Αλέξανδρος ο Ραφτόπουλος, τον δολοφονήσανε στην Αγιά. Κι άλλοι, αλλά θα πρέπει τώρα να τους θυμηθώ όλους, γιατί δε θέλω ν’ αδικήσω κανέναν.
Ο πατέρας σας ήτανε στην Αντίσταση;
Βεβαίως, ο πατέρας μου τροφοδοτούσε, ήτανε… Τροφοδοτούσε το λημέρι, και μάλιστα, επειδή ήτανε βοηθός σ’ ένα αυτοκίνητο τώρα μια… Φορτηγό ήτανε, πήγαινε στο Ηράκλειο και ήτανε βοηθός για το αυτοκίνητο, ας πούμε, να μεταφέρει και πράγματα. Λοιπόν, ο πατέρας μου έφερνε από το Ηράκλειο τις μπαταρίες και τις μετέφερε μετά με γαϊδουράκι στο λημέρι, τις μπαταρίες για τον ασύρματο.
Με τον όρο λημέρι τι εννοείτε; Για εξηγείστε μου.
Α, τον όρο λημέρι… Είναι μια λέξη που την άκουγα καθημερινά στο σπίτι μου. Και τώρα τελευταία, ο Αντρέας ο Κοκοσάλης, που είναι στο ΚΚΕ, δεν ξέρω τώρα την ιδιότητά του, αλλά νομίζω πως είναι… Δεν έχει σημασία τώρα. Επειδή σύντροφοι ερχότανε… Έρχονται κι ακόμα τώρα, με τον κορονοϊό τα ’χουμε σταματήσει, ας πούμε. Έρχονται εδώ πολλές και τα λέμε, και έρχονται και οι σύντροφοι και κουβεντιάζουμε. Και ένας σύντροφος καλός, ο Αντρέας ο Κοκοσάλης, μιλήσαμε μια μέρα και μου λέει: «Μα απ’ ό,τι καταλαβαίνω έχεις κάμει το σπίτι σου λημέρι», μου λέει ο Αντρέας. Και του λέω: «Τι κουβέντα! Τι λέξη είναι τώρα αυτή που μου ’πες! Τι λέξη!». Που αυτή η λέξη δεν πέρασε ποτέ μέρα να μην την ακούσω απ’ το στόμα του Λευτέρη, γιατί ήτανε αντάρτης επάνω στο βουνό κι αυτός.
Το λημέρι, λοιπόν, του ΕΑΜ ήτανε στο βουνό;
Ε, ναι. Μετά τώρα που τα πράγματα δυσκολέψανε και πού να υπήρχανε. Εδώ είχαμε και προδότες, βέβαια, και ήτανε γραμμένοι σε χαρτί ποιοι… Τα είχαν δώσει στους Γερμανούς για το ποιοι ήτανε. Και μάλιστα, αυτό το χαρτί βρέθηκε. Το οποίο μεταξύ, ας πούμε, των που είχανε για εκτέλεση ήτανε και ο Λευτέρης. Και πολλοί άλλοι αριστεροί στη Βιάννο.
Και η μητέρα σας ήτανε στην Αντίσταση;
Η μητέρα μου δεν… Η μητέρα μου ήτανε η οικογένειά της, πάρα πολύ έπαιξε στην Αντίσταση η οικογένειά της ρόλο. Και η μητέρα μου τώρα, λόγω του πατέρα μου, να τον ετοιμάσει, να πάει στο λημέρι. Οι γυναίκες που πλέκανε για να στείλουνε μάλλινα τον χειμώνα επάνω στο λημέρι. Η μάνα μου τη θυμάμαι κι έπλεκε συνέχεια για να στείλει πουλόβερ, να στείλει πλεκτά. Κι όλη η οικογένεια η δική μου για να ντυθούν επάνω στο λημέρι. Αλλά υπήρχανε και πολλές γυναίκες εδώ στη Βιάννο που κάνανε αυτή τη δουλειά. Είχαμε πολλές γυναίκες στην Αντίσταση εμείς.
Και για πείτε μου, να σας ρωτήσω γι’ αυτή την περίοδο, μετά τον πόλεμο, στον Εμφύλιο εδώ συνέβησαν μάχες, περιστατικά;
Σοβαρά. Καήκανε σπίτια, σκοτώσανε του Μπαντουβά μια φάρα, ας πούμε. Σκοτώσανε ένα παιδί, τον Βερδελάκη που λέμε, τον Βασίλη, που πήγανε… Αυτός είχε μάντρα, είχε κοπάδι σε μια αγροτική περιοχή εδώ στη Βιάννο. Και μάθανε τώρα οι ΕΟΚίτες που ήτανε τότε ότι περάσανε από τη μάντρα. Και κατεβήκανε, λοιπόν, μια αγροτική περιοχή, εδώ κοντά έξω από τη Βιάννο ήτανε. Και πήγανε να ρωτήσουνε ποιοι ήτανε και ποι[00:20:00]οι περάσανε. Και ο Βασίλης τώρα, το παιδί που βρέθηκε εκεί μόνο με τη μάνα του… Α, όχι! Ήτανε και η αδερφή του. Η αδερφή του η μεγάλη η Ασπασία, η μάνα του και το Βασιλάκι. Ήτανε 16 χρονών. Αρχίσανε, λοιπόν, να τον επιέζουνε να του πούνε τι ώρα περάσανε και ποιοι ήτανε κτλ. Το παιδί αρνιότανε να τους πει. Μπροστά στη μάνα και στην αδερφή το χτυπήσανε αλύπητα, μέχρι που έπεσε το παιδί κάτω. Κι όταν το παιδί κατάλαβε ότι θα πέθαινε, γιατί ένιωθε το παιδί ότι είχε φτάσει προς το τέλος, ας πούμε, τους λέει: «Κατέω, μα δεν σας ελέω». Και τότε το πυροβολήσανε και το σκοτώσανε, μπροστά στη μάνα. Και μάλιστα, εκεί ήτανε ένας, ο Αντώνης ο Καρράς ήτανε από την άλλη μεριά, τους Εοκίτες. Ναι, θυμάμαι τέτοια γεγονότα, δηλαδή, που ζήσαμε. Και φύγανε μετά. Αφού σκοτώσανε τον Βασίλη, είχε δοθεί και μια μάχη ψηλά στο λημέρι και σκοτώθηκε την ίδια μέρα και ο αδερφός του, του παιδιού αυτού, ο Μενέλαος.
Είχατε πάει ποτέ στο λημέρι εσείς;
Όχι, δεν είχα πάει. Αλλά ο Λευτέρης, πριν φύγει, πήρε δυο φίλους του, δυο παιδιά που θέλανε να πάνε, κι ήθελε και ο Λευτέρης να πάει για τελευταία φορά. Βέβαια, μετά από δυο χρόνια πέθανε…
Συγγνώμη, ο Λευτέρης;
Ο άντρας μου.
Ο άντρας σας, έτσι;
Ναι, ο άντρας μου. Και πήρε, λοιπόν, δυο παιδιά που τα αγαπούσε πολύ και τα εκτιμούσε, τον Δημήτρη τον Σπανάκη και τον Μιχάλη τον Καδιανάκη, να πάει να τους δείξει πού ήτανε το λημέρι. Και να τους δείξει και την πέτρα, που υπήρχε ακριβώς στο ίδιο σημείο, που καθότανε ο Λευτέρης εκεί, ή όταν ’θελε ν’ ανάψει ένα τσιγάρο ή να παρακολουθήσει –είχε κιάλια–, να παρακολουθήσει τον τόπο, μήπως έβλεπε κάτι ύποπτο. Και πήρε τον Μιχάλη με τον Δημήτρη τον Σπανάκη και ανεβήκανε και τους έδειξε εκεί το λημέρι. Τους έδειξε τον τόπο, δηλαδή, που ήταν το λημέρι και τα…
Εσείς είχατε υπάρξει σε κάποια δράση; Είχατε συμμετοχή;
Όχι, εγώ ήμουν μικρή.
Και πώς ήταν λοιπόν…
Το μόνο που θυμάμαι με τον εαυτό μου είναι πως, όταν κατεβαίνανε αντάρτες από το βουνό, πολλές φορές ήρθανε στο σπίτι μας. Γιατί ο πατέρας μου τους γνώριζε, και μάλιστα ήτανε κι ένας Ρώσος μαζί τους, ερχότανε. Δε θυμάμαι τώρα τ’ όνομά του, πώς τον λέγανε, αλλά ερχότανε κι αυτός ο Ρώσος, κι ερχότανε στο σπίτι μας. Και ερχότανε κι από τη Βιάννο αντιστασιακοί, όπως ο Γιάννης ο Σπανάκης, ο Νίκος ο Κατσαράκης. Δε θυμάμαι τώρα και δε θέλω, γιατί θ’ αδικήσω, ο Σοφούλης. Ερχότανε στο σπίτι μας… Μα κι άλλοι τώρα που δεν μπορώ να τους θυμηθώ. Ο θειος μου ο Κόμης. Προσπαθώ να θυμηθώ κι ας με συγχωρήσουνε τώρα αν δεν αναφερθώ κάποια ονόματα. Και μου έλεγε ο μπαμπάς μου –σ’ εμένα και στον αδελφό μου–, το σπίτι μας ήτανε ανάμεσα σε δύο δρόμους και μας έλεγε ότι: «Θα πας εσύ, Μαριώ, από εδώ κι εσύ, Μανώλη, θα πας από τον άλλο δρόμο να παρακολουθείς, να μας ειδοποιήσεις αν δεις κάτι ύποπτο. Κάποιον, ας πούμε, να έρχεται προς τη γειτονιά μας». Και αυτό θυμάμαι που έκανα εγώ σαν παιδάκι, τι άλλο να κάνω;
Και πώς ήταν, λοιπόν, σαν παιδί να βρίσκεστε σε μια μικρή κοινωνία όπου όμως υπάρχει αυτή η σύγκρουση;
Τι να σου πω τώρα; Αυτά ήταν πέτρινα χρόνια. Θυμάμαι το σπίτι μας ήτανε σ’ έναν δρόμο που οδηγούσε προς το βουνό και τις νύχτες ακούγαμε την προκαδούρα από τις αρβύλες, από αυτά που… Και ξυπνούσα κι έλεγα στη μαμά: «Μαμά, ακούς; Ακούς;». Λέει: «Ακούω, παιδί μου, αλλά σώπα!». Απαγορευότανε τα σπίτια, είχαμε συσκότιση και μου λέει: «Δεν μπορώ να σηκωθώ, αλλά δεν πρέπει και να σηκωθούμε, παιδί μου. Καθόλου! Άσε, θα δούμε. Αυτοί θα προχωρήσουνε προς το βουνό». Και θυμάμαι τον φόβο μας, δηλαδή, όταν ακούγαμε την προκαδούρα αυτή. Γιατί ήτανε πολλοί μαζί και ανεβαίνανε απάνω.
Και σαν οικογένεια είχατε πρόβλημα μετά στη μετεμφυλιακή Ελλάδα; Είχατε πρόβλημα με την αστυνομία; Έχω ακούσει ιστορίες ότι δημιουργούσανε πρόβλημα συνήθως στους ανθρώπους που ήτανε αριστεροί.
Ε, αυτά τώρα δε θυμάμαι τέτοια πολλά πράγματα. Απλά ξέραμε ποιοι ήτανε οι αντιστασιακοί και ποιοι ήτανε οι δικοί μας και τους άλλους τους κρατούσαμε… Γιατί υπήρχανε και οι καλοί, οι οποίοι εβοηθούσανε με λάδια, με ό,τι προϊόν είχανε κι ό,τι… Δηλαδή του χωριού τώρα οι άρχοντες, ας πούμε.
Ωραία, υπήρχανε αυτές οι ιστορίες, λοιπόν, στην αρχή του πολέμου του Εμφυλίου. Μέσα σ’ όλο αυτό το κλίμα η μουσική πού υπήρχε;
Υπήρχε! Υπήρχε! Και καντάδες, γιατί οι νέοι έβραζε το αίμα τους, έπρεπε να βγούνε να πούνε τη μαντινάδα στην κοπελιά. Κι η κοπελιά περίμενε το βράδυ, γιατί θα πήγαινε καντάδα. Ε, πολλές φορές συγκρουότανε και με Γερμανούς. Αλλά ξέρω μια ιστορία, θα σ’ την πω τώρα που μου ’ρθε στο μυαλό. Το ’χει πει πολλές φορές ο Λευτέρης και το θυμάμαι πολύ αυτό. Ότι είχανε βγει καντάδα, αλλά κάποια στιγμή τούς αντιληφθήκανε. Καταλάβανε οι Γερμανοί ότι ήτανε έξω, ας πούμε, νεαροί και πήγαν να τους σταματήσουνε, αλλά ήτανε… Ο Λευτέρης πιάνανε τα χέρια του, ήτανε παλικάρι, δηλαδή. Και ήτανε και έτσι… Δε φοβότανε τίποτε. Ριψοκίνδυνος δηλαδή. Γιατί είμαστε υπό κατοχή, έπρεπε κάποια πράγματα να τα σέβεται, αλλά δε συμβιβαζότανε αυτός με κανέναν. Και τρέξανε, λοιπόν, να μην τους πιάσουνε οι Γερμανοί. Ένας, λοιπόν, από εδώ από τη Βιάννο από τον φόβο του πήδηξε να κατεβεί σε μια πεζούλα, δηλαδή σ’ ένα περβόλι, και ήτανε απάνω, ήτανε ένας μεγάλος –πώς το λένε αυτό το αγκαθωτό;–, ένας θάμνος, ας πούμε. Τώρα με το… Έχω και λίγο τρακ και δεν μπορώ να θυμηθώ. Ήτανε, λοιπόν, ένας, ήταν φίλος με τον Λευτέρη και είχανε βγει καντάδα εκείνο το βράδυ και τρέξανε, λοιπόν, να μην τους πιάσουνε. Ο φίλος του ήτανε ο Κωστής ο Κουφαλιτάκης, ο οποίος πήγε να πηδήξει να κατεβεί σε μια πεζούλα. Κι αυτός έπεσε πάνω σ’ έναν θάμνο –ασπάλαθος ήτανε, τι ήτανε– και τον τρυπήσανε τα αγκάθια! Αλλά έλεγε –είχε και πολύ χιούμορ–, αλλά μου λέει: «Έβγαλα τον σκασμό, διότι αν με πιάνανε…». Το ένα του πόδι είχε μείνει στον δρόμο και το άλλο είχε πάει πάνω στον ασπάλαθο και μου λέει: «Αν με πιάσουν τώρα εδώ, χάθηκα!». Αλλά αυτός είχε και τον τρόπο του να τα διηγείται πάρα πολύ ωραία το Κωστάκι, και το μετατρέψανε αυτή την ιστορία, μια φαιδρή ιστορία της εποχής.
Βρίσκανε, λοιπόν, οι άνθρωποι τον χρόνο να περνάνε και καλά, να κάνουν και καντάδες.
Ναι, βέβαια. Στις αποσπερίδες γινότανε, παρόλο που, σου λέω, το βράδυ υπήρχε συσκότιση ή απαγορευότανε η κυκλοφορία[00:30:00] μετά από κάποια ώρα. Είχαμε πολλές…
Συμμετείχατε εσείς σ’ αυτές τις παρέες;
Σαν παιδάκι τώρα θυμάμαι κάποια πράγματα. Δηλαδή αυτά που σας λέω ότι στις συλλήψεις παίρνανε και τα παιδιά κι έπρεπε η μάνα μας… Και χειμώνας, δηλαδή, να βρέχει και η μάνα μου να σκέφτεται να ’χει το παλτό, να έχει ό,τι ρούχο. Εμείς δε στερηθήκαμε, δηλαδή η οικογένειά μου στην Κατοχή δε στερηθήκαμε κι από ρουχισμό. Γιατί ο πατέρας μου είχε εμπόριο και, μόλις κηρύχθηκε ο πόλεμος, πήγε σε μία θεία του, είχε ένα υπόγειο και τα ’βαλε εκεί πέρα. Και ερχότανε και κόσμος κι έπαιρνε. Το ’ξερε δηλαδή. Ευτυχώς που δε μας προδώσανε, γιατί κρατούσανε οι άνθρωποι τον λόγο τους. Έλεγε ο πατέρας μου ότι: «Αν μάθουνε ότι εγώ έχω αποθήκη εδώ και εκμεταλλεύομαι…». Γιατί ο πατέρας μου, η αποθήκη αυτή που είχε νοικιάσει ένα υπόγειο, είχε βάνει και τρόφιμα. Κι όσοι, δηλαδή, θέλανε… Ερχότανε γυναίκες λέγανε στη μάνα μου, κρατούσανε ένα φλιτζανάκι του καφέ, λέει: «Τόσο ρύζι δώσε μας, κυρία Χριστίνα, γιατί είναι άρρωστη ο τάδε, η αδερφή μου, η μάνα μου. Ένα φλιτζανάκι ρύζι να της κάνουμε λίγη σούπα». Εμείς τα τρόφιμα αυτά τα είχαμε. Δε στερηθήκαμε, τα είχαμε όσο σε μια φυσιολογική εποχή. Από ρούχα τώρα είχαμε και βάζαμε. Αλλά ο πατέρας μου, όταν ήθελε να δώσει, ξέρανε, ας πούμε, πολλοί φίλοι, ήταν της εμπιστοσύνης και ξέρανε ότι θα πάμε άμα θέλουμε τόκο για ένα παντελόνι. Άμα θέλουμε ύφασμα για ένα φόρεμα, θα πάμε στου Χαρίλαου. Και δίνανε στου πατέρα μου στάρι, κριθάρι, μαγειροψήματα κι αυτά και έκανε ανταλλαγή, δηλαδή, προϊόντων και την Κατοχή μέσα δεν πεινάσαμε καθόλου.
Μάλιστα, ήτανε λοιπόν μια δύσκολη εποχή αυτή. Αλλά τα καταφέρατε.
Ε, βέβαια, δύσκολη. Έβλεπες τα παιδιά ρακένδυτα, αποστεωμένα στους δρόμους. Να πηγαίνουνε στα σπίτια και να ζητούνε ένα κομμάτι ψωμί να το φάνε. Πείνα! Πείνα! Το μόνο λέω ότι, δεν ξέρω τι να πω, ότι εκείνα τα χρόνια τα χωράφια ήτανε γεμάτα χόρτα. Είχαμε λίγο λάδι όλοι, λίγο πολύ. Όχι βέβαια, υπήρχαν κι οικογένειες που δεν είχανε και λάδι, αλλά κάνανε κανένα μεροκάματο. Και το λάδι, δηλαδή, δεν μπορώ να πω ότι το στερηθήκαμε τόσο όσο το ψωμί, όσο τον ρουχισμό, τα μαγειροψήματα. Αλλά εμείς –δηλαδή η οικογένειά μου– δε θυμάμαι να στερηθούμε τίποτε. Γιατί είχε ο πατέρας μου δώσει – να με συγχωρείτε– σε μία θεία μου μια γουρούνα, η οποία γεννοβολούσε κάθε χρόνο, μια φορά τον χρόνο κι έκανε τα γουρουνάκια. Ο πατέρας μου την πάρτη του την έπαιρνε. Έλεγε στη θεία μου αυτή ότι: «Εγώ θα πάρω τα γουρουνάκια ζωντανά και θα τα σφάξω τα Χριστούγεννα να δώσω και κρέας και να έχουν και τα παιδιά μου κρέας». Και θυμάμαι μια φορά στην αποθήκη μας και πήγα να ανοίξω και κρεμότανε εφτά μισά γουρουνάκια. Και το έκανε η μάνα μου σύγλινο. Δηλαδή το σύγλινο τώρα είναι χοιρινό που ψήνεται με το λίπος σε κάρβουνο. Έλιωνε το λίπος και στο λάδι αυτό ψηνότανε το σύγλινο και το ’βανε η μάνα μου σε κουρουπάκια και μας κράταγε. Περνούσαμε τις γιορτές, περνούσαμε την εποχή που μαζεύαμε τις ελιές και τρώγανε. Και προτιμούσανε τον πατέρα μου να τον πάρει ένας ραβδιστής να του πει ότι: «Θες ραβδιστή, Χαρίλαε;». Λέει: «Θέλω, μα γιάντα μου το λες εδά;». Λέει: «Γιατί έχεις σύγλινο σίγουρα και θα φάμε λίγο κρεατάκι».
Ωραία, να περάσουμε και σ’ ένα άλλο θέμα. Εσείς πότε ξεκινήσατε να μπαίνετε μες στη μουσική; Να τραγουδάτε, ν’ ασχολείστε μ’ αυτό; Και πώς έγινε αυτό;
Τώρα, τι να σου πω τώρα; Δε θέλω να μιλάω εγώ τώρα για μένα, να πω τώρα. Εμένα από το δημοτικό είχαμε μια πολύ καλή δασκάλα, ίσως η μοναδική που πέρασε εδώ δασκάλα στη Βιάννο με τέτοιες γνώσεις και κουλτούρα. Ήτανε η Άννα η Κονταξάκη, έτσι λεγότανε τ’ όνομά της. Δημιουργούσε πάρα πολλές παιδικές εκδηλώσεις, γιορταστικές δηλαδή. Τα Χριστούγεννα μας έβαζε ωραία ποιήματα, λόγω ημερών, τραγούδια. Θυμάμαι μας σήκωνε στις 25 του Μάρτη, σηκωνόμαστε από τις 4:00 η ώρα και βγαίναμε στο χωριό και τραγουδούσαμε ένα εωθινόν για να ξυπνήσουμε τον κόσμο. Και ήτανε πολύ ωραίο αυτό: «Ξυπνάτε με τ’ αγέρι της αυγής κι η Μούσα μας χαρούμενη προσμένει να ψάλουμε αυτής της γης τη δόξα τη –δεν ξέρω τώρα πώς τελειώνει η κατάληξη– τη δαφνοστεφανωμένη. Τη δόξα τη δαφνοστεφανωμένη. Ξυπνάτε για να πάμε όλοι μαζί στην εκκλησιά ν’ ανάψουμε μια λαμπάδα να ευχηθούμε πάντοτε να ζει ελεύθερη η μεγάλη μας Ελλάδα». Αυτό το εωθινόν τώρα το λέγαμε κάθε χρόνο το πρωί, πρωινό-πρωινό, την 25η Μαρτίου. Και άλλα τραγούδια, δε μου ’ρχονται τώρα στο μυαλό για να τα θυμηθώ. Την ερώτηση, ποια ήτανε η ερώτηση για να μπορώ να…
Πώς, λοιπόν, ξεκινήσατε να τραγουδάτε ή να συμμετέχετε στις παρέες.
Λοιπόν, αυτά τώρα γίνονται από το δημοτικό σχολείο, που η δασκάλα δοκιμάζει τα παιδιά να δει ποια μπορούν να τραγουδήσουν, απού να δημιουργήσει μια χορωδία. Εμένα μ’ έβγαλε πρώτη. Και έτσι στη χορωδία συμμετείχα. Και στο Γυμνάσιο ήμουνα στη χορωδία, έπρεπε εγώ πρώτα να ξεκινήσω για να αρχίσει και η χορωδία. Ήμουνα και στο γυμνάσιο πρώτη. Μας ακούγανε τώρα. Στις εκδρομές τώρα, θυμάμαι είχα μια καθηγήτρια φιλόλογο, την Καλένια, κι είχαμε πάει τώρα, ξέρεις τα παιδιά με παρέες-παρέες, και είχαμε πάει… Εκείνη την ημέρα είχαμε πάει στην Αγία Μονή. Εδώ υπάρχει ένα μοναστήρι έξω από το χωριό μου, βυζαντινής εποχής, κι είχαμε πάει, λοιπόν, εκεί εκδρομή. Και μια παρέα τώρα από κορίτσια πήγαμε κι εμείς, καθίσαμε κάπου να φάμε και μετά αρχίσαμε να τραγουδάμε. Εγώ θυμάμαι ότι έλεγα ένα τραγούδι. Αυτή τη στιγμή τώρα δε θυμάμαι, γιατί δεν πρέπει να ήτανε τραγούδι, ας πούμε, αλλά πρέπει να είχε σχέση… Α! Θυμάμαι που έλεγα, είχανε γίνει τα γεγονότα του ολοκαυτώματος στ’ Αμιρά της Βιάννου κι έλεγα εγώ ένα μοιρολόι. Η καθηγήτριά μας τώρα επιτηρούσε τα παιδιά όλα με τις παρέες τους. Και την ώρα εγώ που τραγουδούσα κι έλεγα αυτό το μοιρολόι, σταματάει και τ’ ακούει και μετά ήρθε και μου λέει: «Αυτό πού το ξέρεις;». Λέω: «Το ’χω από ένα… Η δασκάλα μου», λέω, «η κυρία Ελένη μ’ έβαλε κάποτε και το τραγούδησα μαζί μ’ ένα συμμαθητή μου σε μια γιορτή, 25η Μαρτίου». Φωνάζει, λοιπόν, λέει: «Περίμενε ένα λεπτό, γιατί θέλω να το ξανακούσω, αλλά θα φέρω και τον γυμνασιάρχη και τους καθηγητές να το πεις». Και το ’κανα. Κι ήρθε, λοιπόν, και το τραγούδησα εγώ. Είχε σχέση με το ολοκαύτωμα της Βιάννου: «Και των νεκρών τα ήσυχα σπιτάκια…», πάλι κ[00:40:00]ι εκείνα. Και τρελαθήκανε! Δηλαδή συγκινηθήκανε που δακρύσανε, είδα τα μάτια τους βρεγμένα. Στο γυμνάσιο τώρα, στις εκδρομές τραγουδούσαμε κι άλλα τραγούδια, πατριωτικά κι έτσι.
Αυτό το μοιρολόι μπορείτε να μου το τραγουδήσετε;
Όι, δεν μπορώ να τραγουδήσω, αλλά το ’χω σε κασέτα.
Έχει ηχογραφηθεί.
Το ’χω ηχογραφήσει κι όταν θέλεις μπορείς να το πάρεις από εδώ. Το ’χω σε δίσκο.
Ωραία.
Άσε να θυμηθώ. «Και των νεκρών τα ήσυχα…». Αλλά αφού θα το ηχογραφήσεις. Πρέπει να το ’χω εδώ.
Θα το δούμε μετά.
Τέλος πάντων, θα το δούμε μετά.
Ωραία, όταν τελειώσατε το σχολείο με τι ασχοληθήκατε;
Α, το σχολείο στην πέμπτη του γυμνασίου μ’ έκλεψε ο άντρας μου και σταμάτησα το σχολείο εκεί.
Θέλατε να σπουδάσετε;
Ναι!
Τι θέλατε να κάνετε;
Εγώ ήθελα να γίνω οδοντίατρος! Και ο πατέρας μου στεναχωρήθηκε τότε που έφυγα. Έφυγα από το σπίτι, μ’ έκλεψε, αλληλοκλεφτήκαμε. Εγώ έκλεψα αυτόν κι αυτός εμένα!
Μετά ασχοληθήκατε, βέβαια, και με τη λαογραφία, ε; Και με άλλα.
Ε, μετά εδώ στη Βιάννο ήθελα ν’ ασχοληθώ με τον τόπο μου. Να ψάξω… Γιατί υπήρχαν ακόμα όταν εμείς διορίστηκε ο Λευτέρης… Άργησε να διοριστεί λόγω, τώρα καταλαβαίνεις, φρονημάτων κι αυτά, άργησε πολύ να διοριστεί. Αλλά ήτανε τα χρόνια τότε ευνοϊκά γι’ αυτόν, γιατί δεν υπήρχανε φυσικοί στην Κρήτη, μόνο πέντε. Κι εδώ δεν υπήρχε φυσικός. Είχαμε, βέβαια, έναν εδώ παλιό, αλλά ήτανε άσ’ τα μην τα… Ας μη μιλάμε γι’ αυτά. Ήρθε, λοιπόν, εδώ ο Λευτέρης φυσικός και είχαμε την τύχη… Δεν ξέρω έναν νόμο, είχε έρθει τότε ο Καραμανλής ο Κωνσταντίνος απ’ έξω κι είχε βγάλει έναν νόμο το οποίο ήτανε ευνοητικός, αλλά χρειαζότανε και λίγο μέσον για να πάρει, δηλαδή να διοριστεί ένας καθηγητής με οργανική θέση. Αλλά είχαμε καλούς, είχε εδώ πέρα ο Λευτέρης καλούς φίλους που ήτανε και της άλλης παράταξης και τον βοήθησε. Και δεν υπήρχε και φυσικός άλλος, δηλαδή, για να… Γιατί εδώ στη Βιάννο το γυμνάσιο είναι από τα πιο παλιά γυμνάσια της Κρήτης και έχει, δηλαδή, θεμέλια γερά. Και είχε πάντα, δεν έμενε από καθηγητές. Κι εκείνο τον καιρό φυσικός δεν υπήρχε και πιστεύω ότι αναγκαστικά τον πήρανε. Και τα παιδιά ακόμα με παίρνουνε τηλέφωνο. Έχω γράμματα μαθητών. Ένας μαθητής από τον Βαχό τούς έβαλε η καθηγήτρια να γράψουνε έκθεση, ν’ αναφερθούνε στον καθηγητή μου κύριο τάδε, όποιον καθηγητή. Ένας, λοιπόν, καλός μαθητής, ο Γιώργης ο Σφακιανάκης, αναφέρεται στον καθηγητή του τον Λευτέρη τον Μαστρογιωργάκη. Το οποίο το ’χω το γράμμα αυτό και είναι πάρα πολύ συγκινητικό. Κι άλλο ένα παιδί πάλι. Α, ένα άλλο παιδί πάλι από τη Βιάννο, ο Πανακάκης ο Γιώργης, κι αυτός έχει γράψει ένα πάρα πολύ ωραίο γράμμα στον Λευτέρη όταν μπήκε στη σχολή. Δεν ξέρω σε ποια σχολή μπήκε, αλλά μπήκε στη σχολή και πήρε τον Λευτέρη τηλέφωνο να του πει ότι: «Αν μπήκα σ’ αυτή τη σχολή, μπήκα για τα δύο μαθήματα που μου έκανες, γιατί δεν είχα γράψει στα άλλα τίποτα!». Ο Πανακάκης ο Γιώργης. Κι αυτός αείμνηστος κι αυτό το παιδί τώρα, νεαρός πέθανε.
Ωραία, ωραίες εποχές. Εσείς κάνατε, λοιπόν, παντρευτήκατε σε τι ηλικία;
Στα 18.
Στα 18 και εκείνη την περίοδο σε σχέση με τη μουσική πάλι πώς ήτανε;
Να σου πω, εκείνη την περίοδο ακόμα η καντάδα υπήρχε. Ερχότανε και μας κάνανε, δηλαδή ήτανε αδύνατον να βγει μια παρέα καντάδα και να μην έρθουνε να μας κάνουν κι εμάς καντάδα. Εμείς ξέρανε, βέβαια, ότι θ’ ανοίγαμε την πόρτα μας να μπούνε μέσα να πιούνε μια ρακή και να πω κι εγώ καμιά μαντινάδα. Σου λένε: «Θα τραγουδήσει άρον άρον η Λευτέραινα». Έτσι τώρα με λένε, λόγω του Λευτέρη τ’ όνομα. Αν πεις, δηλαδή, Λευτέραινα στη Βιάννο, ξέρουνε ποια είναι. Λοιπόν, ερχότανε και μας κάνανε καντάδα. Σηκωνόμαστε εμείς, ανοίγαμε και ό,τι υπήρχε τώρα – μια ρακή σίγουρα θα υπήρχε. Ο μεζές τώρα άλλες φορές ναι, άλλες φορές όχι. Ξηροσφύρι που λέμε! Και τελείωνε μετά, βγαίναμε μετά όλοι μαζί και ερχόμαστε στο σπίτι ξημερώματα. Δηλαδή από τις 12:00 η ώρα που θα ’ρχότανε καντάδα μέχρι το πρωί να ξημερώσει εμείς γυρίζαμε όλο το χωριό. Άλλοι ανοίγανε και μας προσφέρανε ό,τι υπήρχε στο σπίτι τους, δηλαδή μια ρακή ή να σφάξουνε. Σφάζανε και καμιά κότα και μας κάνανε πρωί πρωί να βάλουνε στο ζουμί τραχανά για να κάμουμε κέφι και να πιούνε ένα κρασί. Τέτοιες τώρα ιστορίες μπορώ να σου διηγηθώ πολλές, γιατί έχω. Μια είναι χαρακτηριστική, που την έχω πει πολλές φορές. Είχε έρθει ένας δημοσιογράφος απ’ τη Θεσσαλονίκη κάποτε και μου έπαιρνε συνέντευξη ο Βολονάκης… Πώς το λέγανε, μωρέ, το μικρό του; Το ξεχνάω τώρα. Όταν είμαι κι έτσι σε υπερένταση τα ξεχνώ τα ονόματα. Βιαννίτης ήτανε, είναι, δεν ξέρω αν θα ζει, αλλά ήτανε γιος του Μποχώρη. Όσοι τώρα ξέρουν το Μποχώρη, Βολονάκης λεγότανε κι ήρθε και μου ’φερε μια συνέντευξη και του είπα μια ιστορία, η οποία ήτανε και πρόσφατη. Μου λέει: «Κάτι έτσι ακραίο σ’ αυτές τις καντάδες, τις παρέες που ’ρχότανε στο Βιάννο, έτυχε ποτέ να ζήσεις;». Λέω: «Ναι, έζησα μια η οποία ήτανε… Αξίζει τον κόπο να σου την πω. Κι επειδή», λέω, «είναι και πρόσφατη θα σου την πω μ’ όλες τις λεπτομέρειες». Ήτανε παραμονή Πρωτοχρονιάς, εγώ είχα κάνει κουλούρια, αυτά τα γεναριάτικα που λέμε, από κείνα τα κουλούρα τα καινούρια, που λέγαμε εμείς στα κάλαντα τα παιδιά: «Έχουμε και κουλούρια από κείνα τα καινούρια», λέγανε στα κάλαντα τα παιδιά. Έκανα τα κουλούρια, αλλά έπρεπε να πάμε και στο Ηράκλειο, είχαμε υποσχεθεί στις δυο μου μεγάλες κόρες ότι θα τις πηγαίναμε στο Ηράκλειο την Παραμονή να ψωνίσουμε τα φορεματάκια τώρα τα καινούρια. Γιατί λέγανε τώρα: «Όταν», λέει, «τα Χριστούγεννα δε βάνεις καινούριο σπίτι», λέγανε τώρα τα παιδιά, «θα γκαρίσουμε», δηλαδή σαν γαϊδούρια. Και το ’χανε πάρει αλήθεια, λέει: «Θα γκαρίσουμε», μου λέει, «μόνο να πάμε να πάρουμε τα φορεματάκια». Πήραμε, λοιπόν, τα δύο μεγάλα –τρία κορίτσια έχω– τα δύο κορίτσια, πήγαμε στο Ηράκλειο. Εγώ είχα κάνει τα κουλούρια, λέω: «Μέχρι να γυρίσω από το Ηράκλειο θα ’χουνε φουσκώσει, θα ’ναι έτοιμα να τα ψήσω, να τα ψήσω στον φούρνο». Πηγαίναμε εδώ στον φούρνο της γειτονιάς και τα ψήναμε. Γυρίζοντας τώρα από το Ηράκλειο… Είχαμε [00:50:00]ένα φορτηγό Datsun αυτοκίνητο, αλλά μας χώραγε. Τα παιδιά ήτανε μικρά, τα ’βαζα στην ποδιά μου, τα δυο μεγάλα, τη μικρή δεν την παίρναμε. Καθυστερήσαμε, δεν ξέρω τώρα για ποιον λόγο καθυστερήσαμε να φύγουμε, και γυρίσαμε το βράδυ αργά. Είδα ότι τα κουλούρια είχανε αρχίσει ν’ ανεβαίνουνε, αλλά θέλανε ακόμα λίγο και λέω εγώ στον Λευτέρη, λέω: «Λευτέρη, να ξαπλώσω να ξεκουραστούμε και ό,τι ώρα θα βάλω το ρολόι να με ξυπνήσει, κι ό,τι ώρα», εγώ είχα ένα φούρνο τότε με φιάλη ήτανε, δεν ήτανε με ρεύμα, «να σηκωθώ να ψήσω τα κουλούρια». Εν πάση περιπτώσει, ξαπλώνουμε λοιπόν και κάποια στιγμή, γύρω στις μία η ώρα θα ήτανε τόσο, ακούμε καντάδα. Λέω: «Τι θα κάνω τώρα;». Μέναμε στο παλιό πατρικό του Λευτέρη. Δεν το ’χαμε ακόμα οικοδομήσει κι ήτανε ένα… Μέναμε σ’ έναν χώρο πολύ στενό. Μια κρεβατοκάμαρα μικρή που χώραγε τα κρεβάτια των παιδιών και το δικό μας και τίποτε άλλο. Δηλαδή ήτανε πολύ… Και ετοιμόρροπο, μάλιστα. Ακούμε καντάδα και λέω: «Λευτέρη!». Μου κάνει έτσι με το χέρι του και εγώ είχα ξυπνήσει, αλλά «Άκου», μου λέει, «έρχονται». Λέω: «Και τι θα κάνουμε τώρα; Εγώ», λέω, «έχω τα κουλούρια τα ’χω στο τραπέζι επάνω. Πού θα πιείτε μια ρακή;». Το σπίτι ήτανε, το μισό τώρα, ένα δωματιάκι που είχαμε, το μισό ό,τι είναι αυτό. «Πού θα κάτσουνε οι άνθρωποι;». Λέει: «Αυτό σκέφτεσαι τώρα; Θα σηκωθείς», μου λέει, «οπωσδήποτε». Λέω: «Μα δεν προλαβαίνω, Λευτέρη! Τι θα τα κάνω τα κουλούρια;». «Ε, δεν ξέρω». Η μόνη λύση είναι να πιάσω, γιατί είχα βάλει ένα τραπεζομάντηλο που τα ’χα απλωμένα, έτοιμα τώρα και μεσοανεβασμένα και σηκώνομαι και λέω: «Λευτέρη, θα τα βάλω τώρα όλα μαζί να τα χαλάσω, να τα βάλω να γίνουνε πάλι, να τα ξαναζυμώσω μετά. Να τα βάλω στη λεκάνη μέσα με το τραπεζομάντηλο που τα ’χω για να αδειάσω το τραπέζι». Και πιάνω, λοιπόν, τις τέσσερις γωνιές του τραπεζομαντήλου και ξαναγίνονται… Και τα βάζω σε μια μεγάλη λεκάνη και ξαναγίνονται πάλι ζυμάρι, για να κάνω τον χώρο να μπούνε μέσα οι άνθρωποι. Εν τω μεταξύ, αυτοί επιμένανε και παίζανε. Και το διάστημα τώρα αυτό, μου λέει: «Μα πρέπει να βγω να τους πάω μια ρακή έξω, γιατί θα φύγουνε». Λέω: «Μωρέ Λευτέρη, τι θα πρωτοκάνω τώρα; Θα μαζέψω τα κουλούρια να τα βάλω στη λεκάνη μέσα έτσι όπως είναι. Αυτό γίνεται, τα ξανακάνω εγώ. Αλλά πρέπει να βρω και κάτι…». Δεν είχα τίποτα, μόνο μερικά καρύδια. Λέω: «Πάρε την μποτίλια με τη ρακή και τα καρύδια θα σ’ τα πετάξω από το…», είχε ένα φεγγίτη η πόρτα, «θα ανοίξω τον φεγγίτη να στα πετάξω από τον φεγγίτη να τα πιάσετε!». Γιατί να πάρεις τώρα, έπρεπε να τα βρω. Ήθελα τώρα να δώσω κι ένα τόνο έτσι χιουμοριστικό για να πιάνουνε τώρα, ποιος θα πιάσει τα πιο πολλά καρύδια κτλ. Ευτυχώς, δηλαδή, που είχα τα καρύδια. Και δεν τα πήρε μαζί του, μόνο πήρε δυο ποτήρια της ρακής, πήρε και μια μποτίλια ρακή κι εγώ από τον φεγγίτη να πετώ τα καρύδια.
Και τρέχανε να μαζέψουν τα καρύδια, ε;
Ναι, αυτοί τρέχανε να μαζέψουν και βάνανε στις τσέπες τα καρύδια, για μεζέ, ας πούμε, τώρα. Αλλά και τι άλλο είχα τώρα; Δεν ξέρω αν είχα κανένα τυρί, γιατί μετά μπήκανε μέσα. Το τυρί τώρα που βάνουμε εδώ στο λάδι, δε θυμάμαι αν είχα και κανένα τυρί να το κόψω. Γιατί καμιά φορά έκρυβα του Λευτέρη ότι είχαμε τυρί, γιατί λέω: «Αν έρθει καμιά παρέα, τι θα βγάλω;». Και πολλές φορές μού λέει: «Είχες, μωρέ, τυρί και δεν το λες;». Λέω: «Αυτό είναι για τις έκτακτες περιπτώσεις!». Αυτά είναι τώρα μνήμες που είναι ευχάριστες και μιας εποχής όμορφης που έζησα. Τώρα εγώ γιατί σταμάτησα. Δε θυμάμαι τώρα πού ήθελα να καταλήξω.
Όχι, μου είπατε την ιστορία αυτή. Ήτανε, λοιπόν, πάντα ανοιχτό το σπίτι, ε;
Πάντα, πάντα. Ό,τι και να ’χε μέσα, όσος χώρος κι αν υπήρχε, όρθιοι, καρέκλες μπορεί να μην είχαμε, αλλά μετά βρίσκανε. Είχα ένα ντιβανάκι εκεί μέσα για τα παιδιά και καθότανε και στον καναπέ απάνω στα παρμακλίκια –πώς τα λένε;– του καναπέ.
Και μου είπατε και για τις καντάδες λοιπόν. Άρα η καντάδα δεν ήτανε μόνο ερωτική, ας το πούμε έτσι, κάνατε κι απλά βόλτα μες στο χωριό, ε;
Ε, ναι. Βγαίναμε στο πιο ψηλό σημείο του χωριού στην Αγία Πελαγία, γιατί αν τραγουδούσες εκεί ακουγόσουνα και στην Πλάκα, ακουγόσουνα και στο Λουτράκι. Όχι στο Λουτράκι, στο Πετρούνι. Ακουγόσουνα… Δηλαδή άκουγε όλο το χωριό. Πολλές φορές βγαίναμε και, επειδή το σπίτι εδώ είναι στη μέση του χωριού, βγαίναμε ψηλά στην ταράτσα μας, βγαίναμε και τραγουδούσαμε εκεί. Και θυμάμαι μια Πρωτοχρονιά που είπανε ότι το ωραιότερο ξημέρωμα της Πρωτοχρονιάς και το ποδαρικό μάς έκαμε ο Λευτέρης με τη Λευτέραινα στην ταράτσα του σπιτιού του. Κι έπαιζε ο Μύρος ο Κουτρουμπάκης, έπαιζε… Φεύγανε από το σπίτι, ας πούμε, και κάνανε καντάδα. Ο Μιχάλης ο Κουσκουμπεκάκης. Και συναντιότανε και τα δυο βιολιά καμιά φορά και συνεχίζανε κι οι δυο παρέα. Λέει: «Καλό ποδαρικό μάς κάμανε τώρα οι βιολάτορές μας!».
Κι εσείς ακολουθούσατε από πίσω την καντάδα, ε;
Ναι, μέχρι να ξημερώσει, δεν μπορούσαμε μέρα να κάνουμε καντάδα.
Υπήρχανε κι άλλες γυναίκες που ν’ ακολουθάνε την καντάδα και να τραγουδάνε;
Όχι, όχι.
Ήταν εύκολο για εσάς να…
Τόλμημα! Ναι, αλλά αφού με συνοδεύει ο Λευτέρης, άλλωστε με παίρνει γι’ αυτόν τον λόγο. Κάποτε ερχότανε από τον γιαλό κι ήτανε Πρωτομαγιά –εγώ δεν είχα πάει– και στο Χόντρο, ανεβαίνοντας από τον Κερατόκαμπο, ένα χωριό δίπλα μας εδώ, στον Χόντρο, λοιπόν, ανέβαινε ο Λευτέρης με τ’ αυτοκίνητο. Τον βλέπουν κάποιοι γνωστοί του Χοντρονιανοί, αλλά κι ένας Βιαννίτης ο οποίος υπηρέτησε σαν δάσκαλος εκεί στο χωριό, στον Χόντρο, και κατεβήκανε και του λέει: «Λευτέρη, σταμάτα, σταμάτα, σταμάτα!». Και τον σταματούνε λοιπόν: «Γιατί σε θέμε στην παρέα». Λέει: «Μα εγώ είμαι της παρέας, αλλά αυτή που την εστέκει την παρέα είναι η Μαριώ και η Μαριώ δεν είναι τώρα εδώ». Λέει: «Ένα τηλέφωνο να τση κάμεις κι εμείς θα πάμε να πα’ να την πάρομε». Και πραγματικά, με παίρνει τηλέφωνο και μου λέει: «Ήμπλεξα», μου λέει, «ήμπλεξα, γιατί ερχόμουνα στο σπίτι, αλλά με σταματήσανε. Και είμαστε τώρα στον Χόντρο, στου Κασαπάκη το σπίτι, είναι εδώ κι η Μαρία η Τρουλίνα», η γυναίκα του Τρουλάκη τώρα του δασκάλου, «είναι εδώ και μου λένε ότι θα ’ρθουν να σε πάρουνε». Λέω: «Να ’ρθούνε». «Ξέρεις», μου λέει, «ότι εγώ…». Αλλά ο Λευτέρης την παρέα την έδενε με τον ενθουσιασμό του, με τ’ ανέκδοτά του, με το μερακλίκι του. Δεν τραγουδούσε, αλλά καμιά φορά έλεγε και καμιά μαντινάδα. Δεν είχε φωνή ωραία, αλλά, άμα ’θελε να πιάσει το μεράκι, την έλεγε τη μαντινάδα του. Και μου ’λεγε, έλεγε τη μαντινάδα πάντα: «Εγώ είμαι ο περβολάρης, ρόδο μου μυρισμένο, κι είναι η καρδιά μου γλάστρα σου και σ’ έχω φυτεμένο».
Μου είπατε, λοιπόν, κυρία Μαρία, ότι δεν υπήρχαν άλλες γυναίκες σαν κι εσάς να συμμετέχουν στις παρέες τότε.
Ε, ναι. Δεν εβγαίνανε οι γυναίκες στην καντάδα, αλλά εγώ είχα δίπλα μου έναν… Πώς να τον χαρακτηρίσω τώρα; Έναν Θεό!
Που ήθελε ο άντρας σας να συμμετέχετε, σας υποστήριζε.
Και στην εμφάνιση ήτανε Θεός και παντού. Και στο μερακλίκι ήτανε Θεός και στα πάντα. Εγώ τον έβλεπα έτσι.
Είχε τύχει ποτέ να τραγουδήσετε σε κάποιο γλέντι; Σε μία επαγγελματική εμφάνιση δηλαδή;
Σε επαγγελματική, στο Ηράκλειο μόνο εκεί στην αίθουσα –πώς λέγεται;– του Καζαντζάκη υπάρχει νομίζω. Ήρθε ένας, έκανε μια[01:00:00] εκδήλωση. Ο Μανώλης ο Παπαδάκης που ’χε το «Χορωδείο», τώρα έχει φύγει από το Ηράκλειο, δεν είναι… Αυτός έχει έρθει εδώ, κάναμε παρέα και σε γλέντι. Και με κάλεσε, μαζί με τνο Νίκο τον Κόμη που παίζει το βιολί –τώρα κι αυτός είναι μεγάλος, δεν επικοινωνεί– στις σιταροβραδιές στη Βιάννο, με τον Νίκο τον Κόμη. Είναι εν ζωή, βέβαια. Ήρθε ο Μανώλης ο Παπαδάκης μαζί με την καθηγήτρια την… Πώς λέγεται; Η Ελένη… Την ξεχνάω τώρα. Και κάνανε μια εκδήλωση παραδοσιακού χορού στην αίθουσα Καζαντζάκη, εκεί στην Όαση. Και κάλεσε κι εμένα με τον Νίκο και τραγουδήσαμε εκεί. Και έκανα κι εγώ μια ομιλία για την υφαντική τέχνη.
Και να σας ρωτήσω πάνω σ’ αυτό το θέμα πάλι, σας έλειπε η συναναστροφή με άλλες γυναίκες, όταν κάνατε αυτές τις παρέες; Δηλαδή επειδή ήτανε κυρίως άντρες.
Να σας πω, όχι. Εμένα δε με… Ούτε εμένα ούτε τον Λευτέρη τον πείραζε αυτό το πράγμα. Δηλαδή το σκεφτότανε. Ούτε καν, δηλαδή, το σκεφτότανε. Αλλά μου ανοίγανε τα σπίτια, μπαίνανε μέσα. Και οι γυναίκες τώρα, οι περισσότερες δεν μπορώ να πω… Γιατί όταν ξέραμε ότι ήτανε και καμιά παράξενη και δύστροπη δεν πηγαίναμε να τον κάνουμε καντάδα. Ανοίγανε τα σπίτια και μας καλοδεχόταν. Να μας τρατάρουνε, να συμμετέχουνε κι αυτοί. Να βγούμε μετά και μαζί καντάδα όλοι μαζί. Εξαρτάται τώρα από τον άνθρωπο, το μερακλίκι του.
Και γνωρίζω ότι είχατε συμμετοχή και σε δισκογραφικές δουλειές. Αυτή η εμπειρία πώς ήταν για εσάς, να μπείτε στη δισκογραφία;
Η πρώτη τώρα, η πρώτη μου εμπειρία. Όχι εμπειρία, δεν είχε δισκογραφική δουλειά, αλλά μας… Δεν ξέρω, στην ΕΡΤ στο Ηράκλειο μας κάλεσαν, αλλά δε θυμάμαι τώρα ποιος είχε πάρει αυτήν τη πρωτοβουλία και είχε την επιμέλεια αυτής της… Επειδή ήτανε το πρώτο, γιατί οι άλλες ηχογραφήσεις έγιναν με την επιμέλεια του Σάββα του Πετράκη, αλλά αυτή τώρα δε θυμάμαι αν ήτανε ο Σάββας. Και πήγαμε… Νομίζω πως εκεί έπαιξε νομίζω, ήτανε ο Σκαρβελάς τότε, ήτανε ακόμα στην ΕΡΤ, δούλευε. Δε θυμάμαι τώρα την ιδιότητά του εκεί πέρα, αλλά πήγαμε –γιατί δεν τραγούδησε νομίζω και ο Σκαρβελάς–, και πήγαμε και ηχογραφήσαμε εγώ, ένας Γιάννης Αγαπάκης, ο οποίος έχει φύγει τώρα. Την έχω την κασέτα. Αυτόν τον δίσκο τον έχω, αλλά δε θυμάμαι αν τραγουδήσανε κι άλλοι. Έχουν περάσει και πάρα πολλά χρόνια.
Σας άρεσε εσάς να μπαίνετε στο στούντιο και να ηχογραφείτε;
Στο στούντιο εγώ δεν είχα πρόβλημα, αλλά θα σου κάνω τώρα μια ιστορία. Όταν πήγαμε, όταν έγινε ηχογράφηση με τον Πεδουλαύτη, η ηχογράφηση αυτή έπρεπε… Γιατί έπαιζε, τι ήτανε τώρα, πώς το λένε, σαν κιθάρα έμοιαζε, ένα όργανο, δεν ξέρω τώρα τι όργανο ήτανε. Έπαιζε ένας Αθηναίος, ο οποίος ήτανε… Τον είχε στο σχήμα του, τον είχε… Ποιος μωρέ αυτός; Καλός μουσικός, αυτός με τα άσπρα μαλλιά.
Ο Σταυρακάκης;
Όχι, όχι αυτός ο… Αυτός που ήτανε ο άντρας της Βίσση, με τα άσπρα μαλλιά.
Α ναι, ναι. Ο Καρβέλας.
Τον ξεχνώ αυτόν, δεν μπορώ να τον θυμηθώ. Μπήκαμε εμείς μέσα, δηλαδή, και όταν μπαίναμε έβγαινε έξω ο Καρβέλας. Και λέω: «Τι γυρεύουμε, μωρέ, τώρα εμείς εδώ στου λύκου το στόμα; Ο Καρβέλας έφυγε και θα πάμε μετά εμείς να πάμε να ηχογραφήσομε;». Εγώ έπαθα σοκ, δηλαδή, πραγματικά. Και δεν μπορούσα. Μπήκαμε μέσα, εγώ δεν έχω φανεί. Έπαθα τέτοιο ταρακούνημα, δηλαδή, που εμπήκαμε, με ετοιμάσανε τώρα με τα μικρόφωνα, με τα όλα αυτά και μου λέει: «Τώρα, κυρία Μαρία!». Δεν έβγαινε φωνή, καθόλου! Δηλαδή αυτό το σοκ που είχα πάθει… Και τους λέω: «Παιδιά, σταματώ! Δεν μπορώ!». Ο δε ο κακομοίρης ο συγχωρεμένος, ο αείμνηστος το Λαμποκωνσταντάκης μού λέει: «Μα κι εγώ είμαι, κυρία Μαρία. Έχω επηρεαστεί τώρα κι από σένα και δε μου φαίνεται πως θα τα καταφέρομε». Και λέει ο Σάββας: «Ε, τότε, λοιπόν, φεύγομε!». Σταματάμε, εγώ του λέω: «Συγγνώμη, Σάββα, αλλά εγώ, για να μπορώ να τραγουδήξω, θέλω μια παρέα δική μου, ’α πιούμε και μια ρακή, ’α κάμομε κέφι». «Μα σε μαγνητοφωνήσεις έτσι όπως είμαστε. Σωστά; Εδώ πέρα», λέω, «παιδί μου εμείς δεν μπορούμε να αρθρώσομε λέξη. Είδα και τον Καρβέλα και λέω: “Ήντα ζυγώνουμε εμείς επαέ;” Στου λύκου το στόμα μάς φέρνεις!». Kαι σταματήσαμε. «Θα κατεβούμε», λέω, «στην Κρήτη, θα κάνουμε και δυο πίτες, θα βάλουμε και μια ρακή να την πιούμε να κάνουμε κέφι». Κι έτσι, λοιπόν, έγινε και έγινε μετά η ηχογράφηση εδώ στο Ηράκλειο. Δεν μπορούσαμε. Ε, ναι. Αυτό πρέπει να ’χεις τώρα και το κατάλληλο περιβάλλον. Κι όταν σε πιάσει και το άγχος και νιώθεις και… Δηλαδή μπαίνει τώρα ο Καρβέλας και μετά θα μπω εγώ να συγκριθούμε τώρα; Και δεν ξέρω και ποια τραγουδίστρια είχε μέσα. Πήγε και μια κοπέλα. Λέω: «Εγώ δεν μπαίνω καθόλου μέσα».
Είχατε πάει στην Αθήνα, λοιπόν.
Στην Αθήνα είχαμε πάει, ναι, ναι. Αλλά δεν κάναμε τίποτε, φύγαμε και κατεβήκαμε εδώ στο Ηράκλειο και τος ελέω: «Τώρα θα κάνω την ετοιμασία μου, θα φέρω ρακη, θα φέρω ’α κάμω πιτούλες, θα κάνω και θα κάνομε κέφι». Κι έγινε μετά η ηχογράφηση με τον Λαμποκωνσταντάκη, στο Ηράκλειο.
Σε σπίτι έγινε ή σε στούντιο;
Σε στούντιο.
Αλλά βάλατε τη ρακή στο στούντιο μέσα.
Ε, βέβαια. Βεβαίως, σε στούντιο. Είναι κάποιες έτσι στιγμές και εικόνες που… Δηλαδή όταν έμπαινα τώρα στο στούντιο και μου βάνανε τα εδώ στα αυτιά μου τα –πώς τα λέτε εσείς;–, ναι, ένιωθα ότι έβγαινε η φωνή έξω κι από τοις τοίχους. Μα τότε ήμουνα νέα και είχα και τραγουδούσα και συχνά, γιατί… Εγώ τώρα έχω να τραγουδήσω… Προ ημερών ήρθανε εδώ και μου είπανε: «Μα, θέλω να μας πεις τώρα αυτό το μοιρολόι», που είχα πει τότε στο δημοτικό σχολείο. Λέω: «Θα σας το βάλω να το ακούσετε στην κασέτα, δεν μπορώ να το τραγουδήσω τώρα».
Δύο ερωτήσεις θα σας κάνω ακόμα.
Πες μου.
Άμα είχατε… Θα θέλατε, βασικά, να ασχολείστε επαγγελματικά με το τραγούδι; Δηλαδή να είναι…
Ω! Ούτε τολμούσα να πω εγώ στον Λευτέρη τέτοιο. Του πατέρα μου το ’χανε πει κάποτε ότι αυτή η φωνή πρέπει να καλλιεργηθεί. Και του το ’χε πει και μια καθηγήτριά μου, η Κανέλια. Του είπε ότι: «Αυτή πρέπει να γίνει λυρική τραγουδίστρια». Και λέει ο πατέρας μου: «Εγώ τραγουδίστρια δεν την εκάνω!».
Εσείς, όμως, είχατε την επιθυμία; Δηλαδή θα…
Ναι, εμένα μ’ άρεσε να τραγουδώ.
Και επαγγελματικά, δηλαδή, θα θέλατε.
Ω, δεν το σκέφτηκα! Εγώ παντρεύτηκα, όταν κλεφτήκαμε με τον Λευτέρη δεν είχα κλείσει τα 18. Στον Λευτέρη θα ’λεγα τώρα ότι επαγγελματικά ν’ ασχοληθώ; Με έφτανε που ήτανε… Ότ[01:10:00]αν πηγαίναμε, δεν πήγαινε ποτέ σε γλέντι να μη με πάρει. Χαιρότανε να μ’ ακούει να τραγουδώ. Αυτό μ’ έφτανε εμένα.
Ωραία, θα σας κάνω μια τελευταία ερώτηση.
Ναι, πες την κι αυτή.
Απ’ όλα αυτά, λοιπόν, που ζήσατε και μου είπατε και που εξακολουθείτε να βιώνετε, τι είναι αυτό που σας έχει μείνει περισσότερο;
Αυτό που έχει μείνει περισσότερο είναι κάτι που είναι μέσα μου, είναι κάτι που με πονάει…
Για πείτε μου, λοιπόν, τι ’ναι αυτό που σας έχει μείνει;
Μου έχουν μείνει αυτές οι μνήμες και είμαι πάρα πολύ ευχαριστημένη για τη μοίρα μου, γιατί είναι η ζωή μου γεμάτη με αναμνήσεις ωραίες. Εκτός τώρα από κάποιες δυσκολίες, πριν διοριστεί ο Λευτέρης κι όλα αυτά, αλλά η ζωή μου, πραγματικά, ευγνωμονώ τον Θεό που έζησα τόσα χρόνια με τέτοιο σύντροφο. Αυτό.
Να είστε καλά, κυρία Μαρία. Σας ευχαριστώ πολύ.
Κι εγώ. Κι εγώ που μ’ άνοιξες την καρδιά μου να σου πω τι αισθάνομαι στα σωθικά μου.
Ευχαριστώ.
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί έπειτα από νομικό έλεγχο.
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Η Μαρία Μαστογιωργάκη-Χλειουνάκη γεννήθηκε το 1934 στο κεφαλοχώρι Βιάννος, στον Νομό Ηρακλείου. Ως παιδί, θυμάται έντονα γεγονότα της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου. Ο πατέρας της και ο άντρας της υπήρξαν μέλη της αντίστασης του Ε.Α.Μ.-Ε.Λ.Α.Σ, ενώ η ίδια εξιστορεί τη ζωή και τις καταστάσεις της εποχής εκείνης. Παρά τις δυσκολίες τότε, από μικρή θυμάται τις καντάδες που γίνονταν στα σοκάκια της Βιάννου. Η δική της σχέση με το τραγούδι ξεκίνησε στο δημοτικό και έκτοτε έχει συμμετάσχει σε αμέτρητες καντάδες και παρέες στη Βιάννο και στις γύρω περιοχές.
Αφηγητές/τριες
Μαρία Μαστρογιωργάκη
Ερευνητές/τριες
Αντώνης Λεοντίδης
Ιστορικά Γεγονότα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
04/12/2021
Διάρκεια
71'
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί έπειτα από νομικό έλεγχο.
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Η Μαρία Μαστογιωργάκη-Χλειουνάκη γεννήθηκε το 1934 στο κεφαλοχώρι Βιάννος, στον Νομό Ηρακλείου. Ως παιδί, θυμάται έντονα γεγονότα της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου. Ο πατέρας της και ο άντρας της υπήρξαν μέλη της αντίστασης του Ε.Α.Μ.-Ε.Λ.Α.Σ, ενώ η ίδια εξιστορεί τη ζωή και τις καταστάσεις της εποχής εκείνης. Παρά τις δυσκολίες τότε, από μικρή θυμάται τις καντάδες που γίνονταν στα σοκάκια της Βιάννου. Η δική της σχέση με το τραγούδι ξεκίνησε στο δημοτικό και έκτοτε έχει συμμετάσχει σε αμέτρητες καντάδες και παρέες στη Βιάννο και στις γύρω περιοχές.
Αφηγητές/τριες
Μαρία Μαστρογιωργάκη
Ερευνητές/τριες
Αντώνης Λεοντίδης
Ιστορικά Γεγονότα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
04/12/2021
Διάρκεια
71'