© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Παιδοπόλεις της Φρειδερίκης: Η περίπτωση της Λέρου

Κωδικός Ιστορίας
20498
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Ελευθέριος Κοντοπόδης (Ε.Κ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
23/11/2021
Ερευνητής/τρια
Κατερίνα Μαχαιρά (Κ.Μ.)
Κ.Μ.:

[00:00:00]Λοιπόν, βρισκόμαστε στους Μεσελέρους Ιεράπετρας, η ημερομηνία σήμερα είναι 24 Νοεμβρίου του 2021, εγώ ονομάζομαι Μαχαιρά Κατερίνα, είμαι Ερευνήτρια για το Istorima και βρισκόμαστε εδώ με τον κύριο Λευτέρη να μιλήσουμε για την εμπειρία του στη Λέρο, στην παιδόπολη της Λέρου. Αρχικά, κύριε Λευτέρη, να μας πείτε το όνομά σας και την ημερομηνία γέννησής σας.

Ε.Κ.:

Λέγομαι Ελευθέριος Κοντοπόδης του Μιχαήλ –γιατί έχει κι άλλους–, γεννήθηκα το 1935 στις 2 Οκτωβρίου. Μεγάλωσα, πήγα στο σχολείο, διότι υπήρχε σχολείο τότε στους Μεσελέρους με ογδόντα παιδιά. Βεβαίως. Μεγάλωσα εδώ, εδώ πήγαμε στο δημοτικό. Δεν έφυγα από το χωριό. Μόνο όταν είχε μια διαταγή βγει και λέει: «Ποιος θέλει να πάει στις Τεχνικές Σχολές της Λέρου...». Και βρεθήκαμε μερικά παιδιά και πήγαμε, για να μάθουμε κάποια τέχνη. Κάναμε τις αιτήσεις μας, καταθέσαμε στην αρμόδια υπηρεσία και μας πήρανε. Εκεί, μετά τον Εμφύλιο του ‘49 –το ‘50 πήγα εγώ 16 χρονών–, ήμαστε οργανωμένοι όπως στο στρατό ακριβώς, με τις αναφορές μας, με τις παρουσιάσεις μας, με το φαγητό μας, με τον ύπνο μας, τα πάντα, με τη γυμναστική μας. Για την εποχή αυτό ήταν καλό, διότι αυτά που πήραμε εμείς σαν παιδιά εκεί δεν τα είχαμε στα χωριά μας.

Κ.Μ.:

Στα χωριά, δηλαδή, πώς ήταν τότε τα πράγματα;

Ε.Κ.:

Ήτανε τα χωριά φτωχά.

Κ.Μ.:

Εδώ, δηλαδή, οι Μεσελέροι πώς ήτονε;

Ε.Κ.:

Οι Μεσελέροι ήτονε ένα χωριό με τριακόσιους κατοίκους, τετρακόσιους στο περίπου τότες, οι οποίοι περιμένανε από το λάδι, αμύγδαλο και χαρούπι. Αυτό ήτονε το εισόδημα του, δεν είχανε άλλη καλλιέργεια.

Κ.Μ.:

Εσείς ασχολιόσασταν με αυτές τις εργασίες στα χωράφια;

Ε.Κ.:

Ναι. Με τα χωράφια ασχολούμουνα και πήγαινα και στην τέχνη, εδώ, υποδηματοποιός.

Κ.Μ.:

Υπήρχε δηλαδή εδώ...

Ε.Κ.:

Υπήρχαν τέσσερις πέντε υποδηματοποιοί στο χωριό τότες, βεβαίως.

Κ.Μ.:

Πόσο πληθυσμό είχε το χωριό;

Ε.Κ.:

Πάνω από τριακόσιους κατοίκους.

Κ.Μ.:

Είχε, δηλαδή, διάφορα επαγγέλματα.

Ε.Κ.:

Βεβαίως! Και ξυλουργούς είχενε και χαλκιάδες είχενε... Χαλκιά είχε έναν, τσαγκάρηδες είχε τέσσερις-πέντε.

Κ.Μ.:

Οπότε, εσείς πήγατε για τσαγκάρης.

Ε.Κ.:

Εγώ, αφού έκανα την αίτηση για να με πάρουνε στη σχολή, ήθελα να πάω τσαγκάρης.

Κ.Μ.:

Για τη Λέρο μιλάμε τώρα;

Ε.Κ.:

Για τη Λέρο. Καθ’ υπόδειξη των αρμοδίων, μου λένε: «Δε θέλουμε τσαγκάρηδες, θέλουμε οικοδόμους». Κι άμα βάλεις οικοδόμος και πας εκεί, μπορείς να πας στην αναφορά της διοικήσεως και να σου αλλάξει την ειδικότητα. Πραγματικώς, έτσι το έκανα. Πήγα, δε μου άρεσε υποδηματοποιός, διότι εγώ είχα τελειώσει, τρία χρόνια είχα πάει πιο πρώτα –μόλις τελείωσα το δημοτικό πήγα– και είχα φτιάξει όλη τη δουλειά και ήθελα να μάθω κάτι άλλο και αναγκάστηκα και έμεινα στην οικοδομή. Στην οικοδομή έμεινα στην παιδόπολη.

Κ.Μ.:

Ναι.

Ε.Κ.:

Διότι η παιδόπολη ήτονε με γήπεδο απ’ έξω στο προαύλιο και είχενε κι άλλο ένα διαμέρισμα, άλλο ένα ίδρυμα, στην ίδια απόσταση, 1 χιλιόμετρο [Δ.Α.], Άγιος Γεώργιος. Μέσα στις σχολές υπήρχανε από όλες τις ειδικότητες. Αρχινάμε από τους οικοδόμους, τσαγκάρηδες, κουρείς, ράφτες, ραδιοτεχνίτες, μελισσοκόμους, χοιροτρόφους... Όλα αυτά τα επαγγέλματα υπήρχαν στην παιδόπολη. Το άλλο διαμέρισμα, στον Άγιο Γεώργιο, υπήρχανε ναυπηγοί και διάφοροι σιδεράδες για μεγάλα μηχανήματα, για τέτοια.

Κ.Μ.:

Μηχανουργοί, ας πούμε...

Ε.Κ.:

Ναι, εντάξει. Αυτό για μένα ήτονε καλό, διότι σηκωνόμαστε το πρωί, τη[00:05:00] γυμναστική μας, όπως τον στρατιώτη. Μετά απ’ τη γυμναστική, το ρόφημά μας και μετά στη δουλειά που ήμαστε ταμένοι για να πάμε. Το μεσημέρι κανονικά συσσίτιο, με τη σειρήνα να παίζει για να σχολάει το προσωπικό. Γενικά, όλοι το κάναμε το μεσημέρι, συντετασσόμασαν στην πλατεία απ’ έξω, στο προαύλιο, γήπεδο, παίζανε τα παιδιά που ήταν εκεί πέρα, το κάναν γήπεδο και παίζανε. Μαζευόμαστε, δίναμε αναφορά αν ήτονε οι παρόντες όπως το πρωί, κι αν ήτονε κι αν ήταν δικαιολογημένοι, γιατί ήτονε γενικά όπως ακριβώς στο στρατό. Πηγαίναμε συντεταγμένοι στην τραπεζαρία, υπήρχαν παιδιά της υπηρεσίας, υπηρεσία πάλι απ’ τα ίδια παιδιά, τα οποία μοιράζαν το φαγητό, μοιράζαν το ψωμί, μοίραζαν τα πιάτα, βάναν το φαγητό στα πιάτα, και πάλι, όταν τελειώναμε, τα μαζεύανε και καθαρίζανε και πηγαίναμε στη δουλειά μας.

Κ.Μ.:

Δηλαδή τα ίδια τα παιδιά που ήταν εκεί...

Ε.Κ.:

Ναι. Στην παιδόπολη ήτονε τέσσερα τμήματα. Σε κάθε τμήμα υπήρχε ομαδάρχης και τμηματάρχης. Ο ομαδάρχης είχε την ομάδα του που ήτονε πέντε-έξι άτομα, οχτώ, ανάλογα πόσοι ήτονε στο τέτοιο του. Και ο τμηματάρχης είχε όλο το τμήμα. Το κάθε τμήμα έμπαινε μία φορά κάθε τέσσερις μέρες –ήμαστε τέσσερα τμήματα–, έμπαινε κάθε τέσσερις μέρες υπηρεσία. Ο τμηματάρχης του τμήματος με το διοικητή, έναν στρατιωτικό –εμείς στο τμήμα το δικό μας είχαμε έναν δάσκαλο–, και καθόριζε την υπηρεσία γενικά της σχολής όλης. Έβγαζε υπηρεσία για την καθαριότητα, για τα μαγειρεία, για το διοικητήριο –που έπρεπε να σκουπιστεί του διοικητή–, τα πάντα αυτά. Και έβγαζε και τα παιδιά που ήτονε για να κάμουνε, να μοιράσουν το μεσημεριανό φαγητό. Έβγαζε την υπηρεσία, και ήτονε κάθε τέσσερις μέρες, ερχότανε κανονικά ο διοικητής κι έπαιρνε αναφορά από τον ομαδάρχη στον τμηματάρχη, ο τμηματάρχης στον τμηματάρχη που ήτονε υπηρεσία... Δίνανε οι τρεις αναφορά και αυτός πήγαινε στον αξιωματικό υπηρεσίας –«αξιωματικούς» τούς λέγαμε, διοικητές– και έδινε ο διοικητής αυτός, έδινε στο διοικητή της μονάδας που ερχότανε αναφορά.

Κ.Μ.:

Αναφορά. Πώς ήταν ο χώρος που ζούσατε εσείς τα παιδιά εκεί;

Ε.Κ.:

Καθαρός, πολύ καθαρός. Είχαμε υπηρεσία και βέβαια στην καθαριότητα, καθαρίζαμε, τα κρεβάτια μας τα στρώναμε. Κάθε πρωί γινόταν επιθεώρηση. Δεν είχε... Θωρούσες μέσα σφουγγαρισμένα τα πλακάκια, διότι ήτονε της, όπως είπαμε, ιταλικής κατασκευής και ήτονε στην εντέλεια όλα.

Κ.Μ.:

Αυτό ήτανε πριν ιταλική ναυτική βάση;

Ε.Κ.:

Το ‘36 χρόνια εκάνανε οι Ιταλοί πάνω. Στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο μάς τα δώκανε ύστερα οι Ιταλοί, τα πήραμε απ’ τους Ιταλούς, όπως μας λέγανε, αυτά μας λέγανε, αυτά ξέρουμε. Παίρναμε την έξοδο κανονικά, όπως του στρατιώτη. Σου ‘δινε δύο ώρες και, άμα ήθελες, πήγαινες, αλλά έπρεπε να ‘σαι την κανονική ώρα. Ελεγχόμενοι από την πύλη με τον αρμόδιο που ήτονε φύλακας, όπως του στρατού το στρατονομείο. Έπρεπε να ‘σαι στην κανονική σου ώρα, τα πάντα.

Κ.Μ.:

Ήθελα να ρωτήσω πριν... Τι παιδιά ήταν αυτά που ήταν μέσα στις παιδοπόλεις αυτές;

Ε.Κ.:

Παιδιά ήτονε απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδος, αγόρια ως επί το πλείστον, όλοι. Είχενε και σε μεγάλη ηλικία. Τον καιρό που ήρθα εγώ είχανε παιδιά που ξαναγύρισαν πίσω, που ήτονε μαθητές και μάθανε και φύγανε και ύστερα ξαναγύρισαν πίσω. Κάνανε χαρτιά; Δεν ξέρω για ποιο λόγο. Και ξαναγυρίσανε. Τους άρεσε, δεν είχανε στο σπίτι τους, ξέρω κι εγώ, δεν μπορώ να πω άλλη αυτή. Τα έβλεπα, όμως, [00:10:00]και γυρίζανε.

Κ.Μ.:

Πώς καταλήγανε δηλαδή εκεί σε αυτά τα ιδρύματα, να τα πούμε έτσι;

Ε.Κ.:

Πώς καταλήγανε; Τα έπαιρνε το κράτος, όπως μας λέγανε εκεί οι διοικητές, για να μάθουνε τα παιδιά τις τέχνες αυτές, διότι με τον πόλεμο του ‘40 και τον Εμφύλιο είχανε καταστραφεί τα πάντα. Και ήθελε μια ανοικοδόμηση η Ελλάδα. Και ως επί το πλείστον, είχε πολλούς οικοδόμους.

Κ.Μ.:

Αυτή ήταν η ειδικότητα που είχε τους περισσότερους μαθητές;

Ε.Κ.:

Το τμήμα το δικό μου –εγώ έκανα και τμηματάρχης–, στο τμήμα το δικό μου που έκανα πρώτα ομαδάρχης και μετά τμηματάρχης, ήμαστε ενενήντα στον αριθμό και ήτονε γύρω στους εξήντα οι οικοδόμοι. Οι άλλοι ήτονε μελισσοκόμοι, χοιροτρόφοι, αμπελουργοί, τα πάντα είχε. Κουρείς... Εκεί πηγαίνανε, σε αυτήν την κατηγορία.

Κ.Μ.:

Είχατε κάποιες ελευθερίες όσο ήσασταν εκεί ή έπρεπε να είστε έγκλειστοι;

Ε.Κ.:

Όχι έγκλειστοι. Όταν ήτονε για να βγεις, όξω έβγαινες. Όταν ήτονε για να μη βγεις, είχε μέσα να παίξεις, να παίξεις την μπάλα σου, να παίξεις... Άλλοι κάνανε... Ήτονε η λίμνη... Το σύνορο της θάλασσας ήτονε το προαύλιο, είπαμε, σαν το γήπεδο ποδοσφαίρου και ήτονε πολλοί που κατέχανε ψαράδες και μπαίνανε μέσα και πιάνανε ψάρια, πιάνανε χέλια και τρώγαμε πολλές φορές, τα πηγαίναμε στο μαγειρείο και μας τα ψήνανε και τα τρώγαμε. Καλά ήταν, ελευθερία, δεν είχαμε... Αν ήσουνα ντρέτος... Εγώ έχω αριστευτεί, αριστευτεί, γιατί σε μια μετακίνηση του τμήματος, γενικά στα τμήματα, είχαμε ρύζι ψήσει, σούπα. Το ρύζι μέσα λοιπόν, έμπαινε στου καθενός το πιάτο. Εμένα μου βάνανε... Του καθενός βάνανε μια κουταλιά. Μία στιγμή, λοιπόν, εγώ που έπρεπε να επιθεωρώ τους μαθητές –διότι «μαθητές» λεγόμασταν–, αν έχει το φαΐ του, αν του αρέσει το κρέας, αν αυτό. Ήτανε καλό το κρέας, όπως του στρατού, δεν είχαμε... Μετέπειτα, που πήγα στο στρατό, δεν είχε καμία διαφορά, καθόλου. Και σε μια φάση, κάποιος μαθητής βάνει τις φωνές: «Το φαγητό μου που ‘χει ένα σκουλήκι μέσα!». Και πάμε, πραγματικώς, και έχει έναν σκούληκα τόσο να! 

Κ.Μ.:

Πω πω!

Ε.Κ.:

Και λέω: «Πάρε το δικό μου κι εγώ θα το φάω αυτό». Λέει: «Μα...». «Πάρε το!». Πήρε το δικό μου το πιάτο, ενώ όμως το σκουλήκι είχε ψηθεί σε όλο το καζάνι! Από κει... Σηκωνόμαστε πάλι... Κοιμόμασταν το μεσημέρι, σηκωνόμαστε το βράδυ. Εμείς οι οικοδόμοι είχαμε το πρωί πρακτική. Μας βάνανε τα παιδιά και χτίζαμε μπεντένια, για να συνηθίζουμε. Εγώ, σαν τμηματάρχης, αρρώστησε ο τεχνίτης, ο μάστορας που είχαμε, που μας έκανε το απόγευμα θεωρία... Το πρωί κάναμε πρακτική δουλειά, το απόγευμα είχαμε και μηχανικούς και μας εκάνανε και μας υποδείχνανε πώς να κάνουμε ένα σχέδιο πιο χαμηλής αυτής, όχι σε μεγάλες οικοδομές. Αλλά ύστερα, αρρώστησε ο μηχανικός και φύγανε και δεν φέρανε άλλον. Στο τμήμα το δικό μου ήμουνα εγώ, αφού έφυγε ο τεχνίτης που είχε αρρωστήσει, εσηκώθηκα και πήγα στο διοικητή της μονάδος. Ο διοικητής με δέχτηκε, με το όνομα Φραγκούλης Αντώνιος, που είχε κάνει στη Νεάπολη στις Τεχνικές Σχολές. Και ερώτηση του διοικητή: «Από πού είσαι;». Λέω: «Από την Κρήτη». «Από ποιο μέρος;». «Από την Ιεράπετρα». Λέει: «Στην Ιεράπετρα; Στο Νομό Λασιθίου, ήμουνα στη Νεάπολη διευθυντής». «Χάρηκα», του λέω. «Τι θέλεις;». «Θέλω να με βοηθήσεις». Είπα όλη την ιστορία του διοικητή, πώς έφυγε ο μάστορας, ασθένησε, και είναι ένας μήνας και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. «Τι θέλεις;». «Να μου υποδείξεις ένα μέρος, να μου δώσεις να κάνουμε, να μου κουβαλήσεις πέτρες», είχαμε φορτηγά μέσα στη μονάδα, «και να βάλουμε αρχή βάση αυτά που έχουμε μάθε[00:15:00]ι να δουλεύουμε». Το έκανε. Την επαύριο το πρωί, έχει ημερησία διαταγή και λέει: «Η σχολή δεν θα δουλέψει για δύο μέρες. Θα πάνε όλοι με τα φορτηγά να φορτώσουνε πέτρες να τα φέρουνε απ’ έξω από την εκκλησία». Η εκκλησία έχει γενεί μέσα σε ένα εργοστάσιο ιταλικό. Το ‘χαμε καθαρίσει, ήτονε ίσα από πάνω. Δίπλα από την εκκλησία έχουμε ένα κομμάτι που μπορούμε να δουλέψουμε. «Εκεί θα πάνε οι πέτρες και εκεί θα πάνε οι οικοδόμοι να κάνει ο τεχνίτης αυτά που θέλουνε οι υπόλοιποι». Έτσι και έγινε. Δύο μέρες μάς εγέμισε τον τόπο πέτρα, διότι με πέτρα χτίζαμε. Κάναμε ένα σπίτι 4x4 και έπιανε κάθε ένα ζευγάρι μία γωνία, εσήκωνε τη γωνία, εσήκωνε τα παραθύρια, έκοβε τα παραθύρια, έκανε το καμαρικό στο παράθυρο... Ό,τι ώρα το κάναμε και φτάναμε σε αυτό το σημείο, τα χαλούσαμε και επιάνανε τα υπόλοιπα συνεργεία για να δουλέψουν όλοι. Και ευχαριστήσαμε εμείς όλοι το διοικητή, γιατί δεν μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά, ούτε μπορούσαμε να μάθουμε να σοβατίζουμε. Και βάλαμε μία λαμαρίνα, δυο, από δω να κατέβει εκεί κάτω και μπαίνανε από μέσα, να σοβατίσουμε. Εκεί όσοι μάθανε, μάθανε, δεν μπορούσε να το κάνει διαφορετικά.

Κ.Μ.:

Ποιες ήταν οι σχέσεις μεταξύ σας, των παιδιών;

Ε.Κ.:

Σαν αδέρφια ήμαστε, σαν αδέρφια, διότι καθημερινά ήμασταν μαζί. Το κρεβάτι σου είναι πάνω-κάτω, διπλό, δίπλα, σαν αδέρφια, όπως στο στρατό... Στο στρατό μπορεί να σε μετακινήσουν κιόλας, εμείς εκάναμε ενάμιση χρόνο κοντά μέσα. Δεν είχε...

Κ.Μ.:

Έχετε κρατήσει επαφές;

Ε.Κ.:

Βεβαίως. Εγώ έχω φίλους. Να, ο παππούς σου τώρα απού ήθελα να τον βρω εγώ και που φτάξαμε σε μία φιλία, νομίζω, πολύ καλή, το κατάλαβες; Έτσι ήτονε πολλοί. Ένα παιδί από την Άρβη, άλλος από τις Λιθίνες, άλλος από τη Μακρυλιά, άλλος απ’ το Καλό Χωριό, από διάφορα χωριά που ήτονε, οι διπλανοί προπάντων που ήτονε... Και οι άλλοι που φεύγανε, ένα παιδί από τη Χαλκιδική που λεγότανε Ρούντος Θεόδωρος. Κι ήμασταν σαν αδέρφια. Σαν αδέρφια. Και πολλοί άλλοι που δεν τους θυμάμαι.

Κ.Μ.:

Πολλοί Κρητικοί;

Ε.Κ.:

Πολλοί. Από δω απ’ το χωριό το δικό μας είχανε φύγει... Μεσελέροι-Μακρυλιά είχανε φύγει πάνω από δεκαπέντε άτομα, βεβαίως.

Κ.Μ.:

Δηλαδή, ήταν περισσότερο σαν ευκαιρία για να σπουδάσει κάνεις μια τέχνη;

Ε.Κ.:

Ναι! Για να μάθει μια τέχνη... Τότες, άμα επήγαινες σε μια τέχνη, σε έναν ιδιώτη, σου έλεγε: «Αν μου φέρεις το παιδί να σ’ το μάθω τσαγκάρης, θα μου δώσεις 100 οκάδες λάδι. Αν μου φέρεις το παιδί να το μάθω ξυλουργό, θα μου δώσεις 50 χιλιάδες». Να το πούμε ανάλογα, όπως κάνανε αυτοί συμφωνία. Ενώ όμως εκεί, σε πήρε, σε τάιζε, σε συντηρούσε, τα ρούχα σου πλυμένα κάθε εβδομάδα... Μα έπρεπε να είσαι και εσύ καθαρός. Τότες αριστεύτηκα μαζί με άλλα παιδιά, οχτώ στον αριθμό, και μας είχανε δώσει –το ‘χαμε, μα το χάσαμε– μια καρφίτσα εδώ στο... Ωραίο ήτονε, αλλά το χάσανε τα παιδιά. Μεγαλώσανε, το παίξανε, το χάσανε. Το είχα σαν ενθύμιο, σαν... Και δίπλωμα μάς εδώκαν τελευταία που φύγαμε, ότι πήραμε δίπλωμα, το οποίο το δίπλωμα έλεγε ότι: «Μπορείτε να εργαστείτε. Άμα βρεθεί δουλειά σε δημόσια, μπορεί ανά πάσα στιγμή σε όποιο διαμέρισμα του κράτους να πάτε».

Κ.Μ.:

Με αυτό το χαρτί;

Ε.Κ.:

Αφού σου είπα, δίπλωμα ήτονε... Ένα δίπλωμα... Θες να το βρω; Έψαξα, αλλά δεν το βρήκα.

Κ.Μ.:

Στο τέλος, οκ, εντάξει, ναι. Ήθελα να ρωτήσω, πέρα από την εκπαίδευση, αυτήν την ειδίκευση που λαμβάνετε εσείς, σας μαθαίνανε κι άλλα πράγματα; Είχατε, ας πούμε, εκπαίδευση και πάνω σε άλλα πράγματα; Επειδή συνήθως στις παιδοπόλεις...

Ε.Κ.:

Επειδή ήμαστε οι περισσότεροι, όλοι του δημοτικού,[00:20:00] δεν ξέρω αν είχε και του γυμνασίου κι ήρθανε, δεν το ξέρω αυτό. Αλλά ξέρω ότι εζητήσαμε, μας έκανε η σχολή, μας έφερε καθηγητές του γυμνασίου και ήκαμα ένα χρόνο εγώ. Εγώ τελείωσα εδώ το σχολείο και άλλαξα δυο-τρία σχολεία. Τελευταία μάς έβαλανε, επί Ιταλών, στην Κατοχή, μέσα στην εκκλησία και κάναμε σχολειό. Δύο τάξεις στον ένα χρόνο. Τι θα μάθαινες ύστερα από κει; Αλλά εκείνο το δεκαπέντε μήνες που ήτονε, πολλά παιδιά, μαζί κι εγώ, έμαθα τουλάχιστον να γράφω κάτι πιο καλό απ’ όταν πήγα για πρώτη φορά.

Κ.Μ.:

Αυτά τα ιδρύματα, τις λεγόμενες «παιδοπόλεις», τις είχε χτίσει η Φρειδερίκη, έτσι;

Ε.Κ.:

Ναι. Αυτά λεγότανε «Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου», έτσι ξέραμε εμείς. Η Φρειδερίκη τις είχε χτισμένες, μα ήτονε από ελληνικό χρήμα, δεν ήτονε... Η Ελλάδα το είχε πληρωμένο, δεν το πλήρωνε αυτή... Ξέρω 'γω, πώς το κάνανε, τι κάνανε, πώς το διαχειριζότανε; Δικά της ήταν τα λεφτά; Του βασιλείου, του βασιλιά ήτονε τα λεφτά; Το κράτος τα έδινε. Μάλλον το κράτος, πιστεύω εγώ, και βρέθηκε η βασίλισσα στη μέση.

Κ.Μ.:

Είχατε επισκέψεις απ’ τη Φρειδερίκη;

Ε.Κ.:

Ναι, είχε έρθει μια φορά, αλλά τη φορά αυτή είχαμε δυστύχημα.

Κ.Μ.:

Δηλαδή;

Ε.Κ.:

Έπρεπε να ηλεκτροδοτηθεί, όταν ήρθε με το συμβούλιό της εκεί, η μονάδα. Τα παιδιά που ήτονε στο ηλεκτρολογείο, ήτονε στη μεριά τη δική μας, μπήκανε να δώσουνε ρεύμα. Λάθος διαχείριση, κοκκαλιάζει το πρώτο παιδί απάνω και πηγαίνει και το δεύτερο και κοκκαλιάζει και το δεύτερο και το τρίτο παιδί το ‘πιασε απ’ τα πόδια και πέσαν κάτω και τρέξαν και σώθηκε ο ένας, ο τελευταίος, οι άλλοι πέθαναν σε αυτήν την υπόθεση, την επίσκεψη αυτή. Άλλοι λέγανε πώς: «Γιατί να έρθει;», άλλοι: «Γιατί να μην έρθει;». Παιδιά, ό,τι ήθελε το κάθε παιδί έλεγε.

Κ.Μ.:

Η επίσημη γραμμή, όμως, μέσα από το ίδρυμα ποια ήτανε; Σας είχανε πει να συμπεριφερθείτε κάπως συγκεκριμένα;

Ε.Κ.:

Μα δεν ήτονε η συμπεριφορά μας, δεν κάναμε κακή αυτή. Δεν είχαμε κακή συμπεριφορά. Όποιος είχε κακή συμπεριφορά, υπήρχε αρμόδιος και του ‘λεγε: «Δεν είναι σωστά αυτά που κάνεις, εδώ ήρθες και σε ταΐζει η σχολή, σε ποτίζει, σε κάνει, σε δείχνει, σου προσφέρει τα πάντα». Μας πρόσφερε, αυτά της εποχής μάς τα πρόσφερε όλα, δεν είχαμε καμία αντίρρηση. Εγώ τουλάχιστον, δεν ξέρω τα άλλα παιδιά. Αλλά δεν παύει να σου δίνει ένα κομμάτι, παραδείγματος χάρη, το μεσημέρι και εσύ σαν παιδί ήθελες κι άλλο. Άμα ήθελες κι άλλο, πήγαινες καμιά φορά και σου δίνανε και κάνα ψωμί παραπάνω και το μοιραζόσουνα και το ‘τρωγες.

Κ.Μ.:

Υπήρχε η τιμωρία σαν κομμάτι της εκπαίδευσης;

Ε.Κ.:

Η τιμωρία υπήρχε, αυτός που δεν κάθιζε καλά. Είπαμε, όπως στο στρατό, σου ‘βανε και κράτηση. Όπως στο στρατό, σου ‘βανε και τρεις μέρες περιορισμό για να βγεις όξω. Έτσι το κάνανε και στο στρατό. Δε σ’ άφηνε, δηλαδή, περιθώριο καθόλου. Έκανες κάτι παράνομο, έβρισες κανέναν, τσακώθηκες με κανέναν; Ερχόταν ο διοικητής, σε πηγαίνανε στο διοικητή, στον τμηματάρχη πρώτα και μετά εκεί, σε αυτόν του τμήματος, τον αρχηγό, κι άμα δε γινόταν, πήγαινε και παραπέρα, πήγαινε στο διοικητή. Αλλά ως συνήθως, τα κανονίζανε οι επιτηρητές. Αυτοί λεγόταν «επιτηρητές». Επιτηρητή είχε το κάθε αυτό.

Κ.Μ.:

Κάνατε εκεί γιορτές;

Ε.Κ.:

Γιορτάζαμε την 28η Οκτωβρίου, γιορτάζαμε την 25η Μαρτίου, κάναμε μια παρέλαση εκεί μέσα και έκλεινε η υπόθεση.

Κ.Μ.:

Πότε φύγατε από κει; Πόσο κάτσατε; Είπατε, ενάμιση χρόνο.

Ε.Κ.:

Έφυγα το ‘51. Το ‘50 πήγα, το ‘51 έφυγα τον Αύγουστο. Νομίζω το ‘51 τον Αύγουστο μας αφήσανε.

Κ.Μ.:

Πώς ήτανε εκείνη η μέρα;

Ε.Κ.:

Καλά, οπωσδήποτε αναζητούσαμε τους γονείς μας, γιατί ήμαστε παιδιά. Κι εγώ ειδικά, που δεν είχα φύγει ποτέ από τους γονείς τους δικούς μου, ούτε από τα αδέρφια μου, εγώ προσωπικά... Και τα άλλα παιδιά που φύγαν από δω... Μας ήρθαν και μας υποδέχτηκαν με μια χαρά: «Ήρθαν οι τεχνίτες στο χωριό οι καινούργιο[00:25:00]ι!». Κι ήμασταν και εμείς χαρούμενοι! Εγώ συνέχισα, όμως, την τέχνη, συνέχισα... Από αυτήν την τέχνη έζησα και την οικογένειά μου και σπούδαξα τα παιδιά μου.

Κ.Μ.:

Οπότε, δηλαδή ασχοληθήκατε με αυτό.

Ε.Κ.:

Ναι. Ήκανα και τον τσαγκάρη όταν ήρθα εδώ πέρα, μέχρι να πιάσω δουλειά στην οικοδομή. Αφού ήξερα. Είπαμε προηγουμένως ότι υποδηματοποιός κάτεχα εγώ. Και είχε εδώ πέρα τσαγκαράδικα τα οποία είχενε μέσα και πήγαινες, πληρωνόσουνα –δεν θυμάμαι πόσο τα ζευγάρια τα παπούτσια– και το ‘βγαζες και ‘βγαζες το μεροκάματό σου. Ναι. Κι άλλα παιδιά που πηγαίνανε και δουλέψανε αμέσως από δω στην Ιεράπετρα και δουλέψανε, βρήκανε δουλειά. Εγώ, όταν κατέβηκα στην Ιεράπετρο για να δουλέψω, που έφυγα απ’ το χωριό απ’ μου, από δω, ήμουνα μεγάλος, είχα κάνει οικογένεια. Τα παιδιά μου αρχίκαν και πήγαιναν στα γράμματα και κατέβηκα κι εγώ και δούλεψα στην οικοδομή, που τότες εκείνη την εποχή η Ιεράπετρο είχενε πολλή δουλειά.

Κ.Μ.:

Ήθελα να σας ρωτήσω, έτσι, για να τελειώσουμε με αυτή τη θεματική, θυμάστε κάποια μέρα, έτσι, πολύ έντονα από τη Λέρο;

Ε.Κ.:

Ναι. Ένα βράδυ... Απέναντι από τη σχολή, την παιδόπολη, είναι μία κωμόπολη που λέγεται Λακκί. Στο Λακκί, λοιπόν, είχαν ένα νοσοκομείο χτισμένο, μεγάλο, εκεί στο λιμάνι στο Λακκί είχε κι ένα –μικροκάραβο πρέπει να ήτονε– βυθισμένο επί Ιταλών και δεν το ‘χανε βγάλει. Και ένα βράδυ, μας λένε, μας εδιαβάσανε τα ονόματα σε αυτούς που είχαμε αριστεία παρμένα και μας λένε: «Ντυθείτε, βάλτε τα γιορτινά σας, γιατί να πάμε να κατεβάσουμε κάτι παιδιά από το καράβι». Αυτό που είδα εγώ τότες με άλλαξε σαν άνθρωπο, διότι κατεβάσαμε παιδιά, άλλα με δίχως χέρια, άλλα το κεφάλι, το πρόσωπο από πίσω απ’ το λαιμό, άλλα με το ένα πόδι και είχε ένα ποδαράκι σαν μικρό παιδί. Και έκαμα να συνέλθω σαν άνθρωπος πάνω απ’ το μήνα! Αυτό ήτονε το μεγαλύτερο αυτό που μου ‘τυχε στη Λέρο.

Κ.Μ.:

Αυτά τα παιδιά τι παιδιά ήταν; Από πού ήταν αυτά τα παιδιά;

Ε.Κ.:

Δεν ξέρω, απ’ την υπόλοιπη Ελλάδα. Τα φέραν εκεί και ήταν ένα άσυλο και τα φέρανε και τα τοποθετούσαν μέσα, ένα μεγάλο νοσοκομείο στο Λακκί, στη Λέρο στο Λακκί, απέναντι φαίνεται. Όταν μάθαμε –ό,τι δουλειά και να κάνεις, δεν μαθαίνεται, είναι τρόπος του λέγειν, μόνος σου σιγά-σιγά τη μαθαίνεις–, μας πήρανε και μας πήγανε στην Αγία Μαρίνα στη Λέρο να χτίσουμε έναν τοίχο πετρόχτιστο σε ένα γήπεδο που είναι –δεν ξέρω αν είναι ακόμα– κατεβαίνοντας από το πλακόστρωτο με βότσαλα από τη θάλασσα προς την Αγία Μαρίνα. Δεν θυμάμαι πώς λέγεται. Λίγο παρακάτω, 500 μέτρα, αριστερά, χτίζαμε έναν τοίχο, ένα ντουβάρι, για να καλύψουμε αυτούς που μπαίνανε μέσα δίχως να έχουνε... Για να σάσουνε το γήπεδο. Εκεί, θυμάμαι, δίπλα υπήρχε μία κυρία, ένα σπίτι. Καθίσαμε και περιμέναμε, μας εφέρναν φαγητό. Όταν πηγαίναμε, μας εφέρναν από τη σχολή φαγητό, βεβαίως. Εκείνη τη μέρα, δεν μας φέρανε. Δεν ξέρω τι είχε πάθει το αυτοκίνητο, δεν μπορούσαν να μας ειδοποιήσουνε. Δίπλα, λοιπόν, είναι μια κυρία 60-65 χρόνων και μας λέει: «Παιδιά...». Δεν ξέρω από πού ήτονε, διότι εμείς ήμαστε από την Κρήτη και τρώμε τα κουκιά βραστά. Τα ξέρεις;

Κ.Μ.:

Ναι αμέ!

Ε.Κ.:

Και μας λέει: «Παιδιά, έχω κουκιά ψημένα, άμα θέλετε, ελάτε να σας εβάλω να φάτε, γιατί βλέπω και δεν έρχεται σήμερα το αυτοκίνητο». Πήγαμε, λέει: «Αυτά τα τρώνε στην Κρήτη, αλλά τα τρώμε κι εμείς εδώ στα νησιά». Και μας έβαλε τα κουκιά, έβαλε καθενός μία σουποκουτάλα στο πιάτο, λάδι και κρο[00:30:00]μμύδι και ψωμί και φάγαμε! Ευχαριστήσαμε τη γυναίκα, βέβαια. Το βράδυ ήρθε το αυτοκίνητο και μας πήρε. Άλλο δεν έχω.

Κ.Μ.:

Ωραία. Τι είναι αυτό που σας έχει μείνει από αυτήν την εμπειρία; Πώς τη σκέφτεστε τώρα;

Ε.Κ.:

Κοίταξε να δεις, πολλά πράγματα πήρα από κει. Μία αίθουσα είχαμε και σε βάνανε για πρώτη φορά μέσα και είχενε φωτογραφίες. Μια φωτογραφία είχε και είχε ζωγραφίσει το δάχτυλο και το μάτι και έδειχνε το μάτι. Και λέει: «Άκου». Η άλλη έδειχνε το αυτί... «Βλέπε», έλεγε στο μάτι. Η άλλη έβλεπε το αυτί, λέει: «Άκου». Από κάτω έχει άλλο ένα σύνθημα και είχε το δάχτυλο κι έλεγε: «Σώπα». Αυτό μου ‘χει μείνει και σε πολλά σημεία το τοποθετώ όταν χρειαστεί.

Κ.Μ.:

Σαν πρακτική τώρα στην καθημερινότητα...

Ε.Κ.:

Άκου, βλέπε, σώπα. Πολλοί μπαίνανε μέσα και δεν μπορούσαν να το καταλάβουνε. Έλεγε, ρωτούσε ο ένας τον άλλον: «Τι λέει, ρε αυτός, θα βγάλει το μάτι του με το δάχτυλο;». Δεν το βγάνει! Είπε: «Άκου, βλέπε, σώπα».

Κ.Μ.:

Αυτό ήτανε μία τακτική που έπρεπε να ακολουθείτε και εκεί μέσα;

Ε.Κ.:

Βεβαίως. Για αυτό μας εβάνανε μέσα και μας ξεναγούσανε σε διάφορα πράγματα.

Κ.Μ.:

Εντάξει, δεν έχω άλλες ερωτήσεις.

Ε.Κ.:

Δεν έχεις, παιδί μου; Να ‘σαι καλά.

Κ.Μ.:

Ευχαριστώ πάρα πολύ!

Ε.Κ.:

Και εγώ ευχαριστώ. Και που μου ενθύμισες πράγματα πού είναι εβδομήντα χρόνια που τα έχω περάσει. Θυμάμαι, πολλές φορές λέω... Γιατί τα απογεύματα είχε μια κουκουναριά μέσα στο περβόλι, αλλά η κουκουναριά ήτονε μεγάλη, ένα μεγάλο δέντρο, πεύκα. Και πηγαίναμε αλλά δεν μπορούσαμε να βγούμε απάνω, μόνο με πέτρες από κάτω. Και κολλούσαμε, τα ρίχναμε χάμω και καθόμασταν και τα τρώγαμε. Ναι, πολλές φορές, όσο μπορούσαμε να ρίξουμε κουκουνάρια. Είχαμε εκκλησία.

Κ.Μ.:

Μέσα στο χώρο αυτόν; Στην έκταση έξω, στο...

Ε.Κ.:

Έξω, όχι μέσα στο... Ξεχωριστά, εκκλησία που εκκλησιαζόμαστε. Κανονικότατα, με εξηγήσεις Ευαγγελίου, με πολλά πράγματα. Όσα μπορεί να προσφέρει η εκκλησία.

Κ.Μ.:

Επομένως, δηλαδή, η θρησκεία ήταν κομμάτι της εκπαίδευσης.

Ε.Κ.:

Μπράβο, αυτό είναι... Ένα καλό παιδί, ένας καλόγερος ήτονε, τι ήτονε... Αλλά δεν ήτον καλόγερος, γιατί μας καλούσαν να εξομολογηθούμε κιόλας, βεβαίως.

Κ.Μ.:

Ήτανε απαραίτητο αυτό, δηλαδή;

Ε.Κ.:

Όποιος ήθελε, πήγαινε. Όποιος ήθελε, πήγαινε. Δεν ήτονε υποχρεωτικό. Όποιος ήθελε, πήγαινε.

Κ.Μ.:

Και εσείς είχατε πάει εκεί, στην εξομολόγηση;

Ε.Κ.:

Είχα πάει εγώ. Εγώ είχα πάει. Σε σκοτώνανε; Δεν σε πειράζει. Εγώ έμαθα απ’ τους γονείς μου ότι αυτός είναι ο Θεός που πιστεύουμε. Αυτόνα πίστευα κι εγώ. Ούτε τον Αλλάχ, ούτε το Βούδα, ούτε τον Μωάμεθ, δεν ξέρω. Κατάλαβες;

Κ.Μ.:

Υπήρχανε παιδιά που είχανε κάποια συγκεκριμένη ιδεολογία εκεί μέσα;

Ε.Κ.:

Αυτό δεν μπορούσες να το καταλάβεις. Δεν είδα παιδιά να πηγαίνουνε στην εκκλησία. Άλλος που δεν ήθελε να πάει... Άλλος που δεν επήγενε ήτον υπηρεσία, διότι οι υπηρεσίες ήταν υπηρεσίες. Η υπηρεσία έπρεπε να βγει από ‘σπέρας από το τμήμα που ήτονε υπηρεσία αύριο. Δεν μπορούσε να φύγει ο υπεύθυνος του τμήματος. Εγώ, ας το πούμε, όταν ερχόταν η σειρά μου. Δεν μπορούσε να φύγει να μη δώσει στα τμήματα, στους ομαδάρχες. Σε κάθε ομαδάρχη του λέει: «Βγάλετε υπηρεσία». Η κάθε ομάδα είχενε εφτά, οχτώ, δέκα άτομα, πόσα είχενε. Αυτή η ομάδα το ‘χε βγάλει την προηγούμενη ημερομηνία, προ τέσσερις μέρες. Σήμερα θα το βγάλει του Λευτέρη η ομάδα, όταν ήμουνα ομαδάρχης. Από την ομάδα μου, λοιπόν, έπρεπε να βγάλω δύο για τα μαγειρεία, έναν για το ψωμί, που το ‘χαμε μέσα σε μια χαρτόκουτα και το μοιράζαμε και σ[00:35:00]ου έδινε το ψωμί σου ντελόγο το μεσημέρι και αυτό έτρωγες το βράδυ. Από την άλλη, στον καθαρισμό, στις τουαλέτες της σχολής, σε όλες, στα διοικητικά γραφεία, σε όλα, στον εξωτερικό χώρο καθαριότητα, δεν υπήρχε εκεί αυτό. Ήμαστε τακτοποιημένοι, μας είχαν τακτοποιήσει, δηλαδή είχανε πετύχει οι ανθρώποι που ήτον εκεί... Μπράβο τους, γιατί... Ένα παιδί ειδικά ήτονε από τα πρώτα και επειδή είχε αριστεύσει, δεν ξέρω τι είχε, τον ξαναφέρανε, τον κάνανε επιτηρητή. Κόττης Γρηγόριος είναι το όνομα. Οπότε, ήτονε πολύ καλός και πολύ αυστηρός. Αυστηρός λέγοντας, να γίνει αυτό που έπρεπε, όχι παράνομα, όχι.

Κ.Μ.:

Δηλαδή, στην ουσία, οι μαθητές είχαν αναλάβει τη διαχείριση όλου του ιδρύματος.

Ε.Κ.:

Όλου του ιδρύματος την υπηρεσία την κάνανε οι μαθητές, δεν είχε ιδιωτικό προσωπικό απέξω, όχι. Όπως στο στρατό. Ο στρατός βάζει μέσα; Δεν βάζει. Έτσι κι αυτός. Έτσι κι οι υπηρεσίες της σχολής εκαθάριζαν αυτό το πράγμα. Επηγαίνανε στο διοικητήριο και καθάριζαν το διοικητήριο, επήγαινε φρουρός πάνω στο διοικητήριο, κάθε μέρα αλλαγή. Όλα αυτά...

Κ.Μ.:

Κάνατε και φρουρά, δηλαδή προστατεύατε κιόλας το...

Ε.Κ.:

Ναι, πηγαίναμε στο αυτό. Όταν ήτονε για να καθαρίσουν πατάτες ή κρεμμύδια ή τίποτα άλλο για να τα ψήσει, πηγαίναμε και τα καθαρίζαμε τα παιδιά. Ναι.

Κ.Μ.:

Ποια ήταν η πιο δύσκολη εργασία μέσα στο στρατόπεδο; Στο στρατόπεδο... Στο ίδρυμα.

Ε.Κ.:

Ίντα να σου πω εδά ποια ήτονε η πιο δύσκολη εργασία;

Κ.Μ.:

Η πιο απαιτητική, ας πούμε, αυτή που απαιτούσε συντονισμό ή σωματική κούραση;

Ε.Κ.:

Δεν σε βίαζε και κανείς, δεν σε πείραζε, δηλαδή δεν σε ζόριζε, δεν σε ζόριζε και κανείς, κατάλαβες; Ο καθένας με τη δουλειά του. Ο άλλος δεν του άρεσε στα μαγειρεία, ο άλλος δεν του άρεσε να πάει να καθαρίζει τις τουαλέτες, ο άλλος δεν του άρεσε να σφουγγαρίζει που σφουγγαρίζανε, καθένας, ο άλλος λέει: «Εγώ θα το σφουγγαρίσω». Πήγαινες εκεί, μοιράζανε τις δουλειές και έπαιρνε ο καθένας αυτή που, ας πούμε, ήθελε.

Κ.Μ.:

Οι εκπαιδευτές σας ήτανε άνθρωποι που ήτανε... Δάσκαλοι, ας πούμε;

Ε.Κ.:

Εγώ είχα έναν εκπαιδευτή δάσκαλο από το Γομάτι Χαλκιδικής. Και είχε μία μάνα. Και ήτονε στρατιωτικός και τον εφέραν εκεί. Μου ‘χε φερθεί τόσο... Στο σημείο που ήθελε να με πάρει να με υιοθετήσει παιδί του. «Εγώ δεν έχω άλλο αδερφό και θα φύγω απ’ του πατέρα μου;» του ‘λεγα εγώ. «Δε φεύγω», του λέω. Και θυμόμουν και το όνομά του, αλλά το ξέχασα. Σε τέτοιο σημείο. «Θα σε πάρω», μου λέει, «Λευτέρη, να σε υιοθετήσω. Μια μάνα έχω, τίποτα άλλο δεν έχω στον κόσμο. Και άμα έρθεις κι εσύ, θα έχω κι σένα». «Δεν είναι εύκολο», του έλεγα εγώ, «διότι κι εγώ έχω γονείς. Άμα ήμουνε ξεκάρφωτο... Έχω γονείς, έχει ο πατέρας μου, η μάνα μου, περιουσία, έχω τα αδέρφια μου, έχω τους συγγενείς μου, έχω τα παιδιά που παίζαμε μαζί». Δεν ήμαστε μόνο δυο που φύγαμε από δω, τρεις.

Κ.Μ.:

Υπήρχανε παιδιά που λέτε «ξεκάρφωτα» εκεί μέσα; Που ήταν ορφανά;

Ε.Κ.:

Δεν το ξέρω αυτό, δεν το ξέρω. Οπωσδήποτε θα υπήρχανε και κάποιος τα συνέβαλε και πήγανε στη σχολή. Θυμάμαι ένα περιστατικό στη δουλειά μου.

Κ.Μ.:

Στην οικοδομή;

Ε.Κ.:

Μας βάλανε και φτιάχναμε ένα δωμάτιο που ήτονε στην πύλη μπροστά. Το δωμάτιο από τις σφαίρες ακόμα του πολέμου ήτον όλο χαλάσματα, από μέσα είχε τρύπες. Και μας εβάλανε και κάναμε σκαλωσιά και μας βάλανε πάνω να περάσουμε, να σιάσουμε τα χαλάσματα, τους σοφάδες και να τα σοβατίσουμε. Εγώ, λοιπόν, με άλλα παιδιά, δεν θυμάμαι ποιοι ήτονε, ήμαστε στο μαδέρι επάνω και κοιτάζαμε να σιάξουμε, να σοβατίσουμε. Σοβατίσαμε τον τοίχο, αλλά εκοιτάξαμε μετά να τον στρώσουμε με κάποιο τριβίδι, όπως λέει ο σοβατζής. Δεν το κάναμε. Χύνοντας το νερό... Λάθος, γιατί –εκεί ήταν το λάθος– έπρεπε να καθιερωθεί, να φτιαχτεί πρώτα οι ηλεκτρικές εγκαταστάσεις. Είχανε κοπεί τα καλώδια και με το νερό και με πέταξε 3 μέτρα το μαδέρι απάνω[00:40:00], σε τόσο ύψος το μαδέρι, και μου ‘κανε [Δ.Α.]. Δεν ξανα-άγγιξα εγώ σε σπίτι που ήτονε χαλασμένο και μας πηγαίνανε να κάνουμε δουλειά. Μας πηγαίνανε να κάνουμε δουλειά. Μόνο τους έλεγα: «Ελέγξτε πρώτα τα ρεύματα, το ρεύμα το ηλεκτρικό και μετά». Έγινε ολόκληρη συζήτηση, βέβαια, διότι το είπα στους αρμόδιους και ενδιαφερθήκανε.

Κ.Μ.:

Δηλαδή, όταν φύγατε από εκεί, δεν ήτανε μόνο ότι ήσασταν ένας ολοκληρωμένος τεχνίτης, γνωρίζατε και τους κινδύνους, τι έπρεπε να κάνετε, να ξεκινήσετε δηλαδή...

Ε.Κ.:

Τα πάντα, τα πάντα. Κοίταξε να δεις, ήτονε και μία σχολή, όποιος ήθελε, μια μορφωτική σχολή πολύ καλή, διότι έμαθες πολλά πράγματα. Συζητούσαμε με τα παιδιά και λέγαμε διάφορες ιστορίες από τα χωριά τα δικά μας και αυτοί. Από εκεί διαλέγεις τις καλές πράξεις, τις καλές κουβέντες, την καλή διάθεση και από εκεί γίνονται όλα. Άλλο.

Κ.Μ.:

Δεν έχω άλλη ερώτηση.

Ε.Κ.:

Δεν έχεις, παιδί μου; Εντάξει.

Κ.Μ.:

Με έχετε καλύψει.

Ε.Κ.:

Ναι; Εντάξει. Εγώ έλεγα μήπως δεν ήθελες να σε αυτό, αλλά εκείνα που θυμούμαι και εκείνα που πέρασα... Εγώ τουλάχιστον στη ζωή μου, επειδή... Δεν μπορώ να ξεχάσω απ’ αυτά τα πράγματα, διότι έκαμα φίλους, έκαμα κουμπάρους από παιδιά που ήμαστε μαζί και είμαι ευχαριστημένος απ’ τη ζωή. Κι όταν σμίξουμε, αυτοί που είναι ακόμα, αναζητούμε τον τρόπο που ζούσαμε εκεί ότι ήτονε καλός. Αυτή την εποχή ήτονε καλός.

Κ.Μ.:

Εντάξει, ευχαριστώ πολύ!

Ε.Κ.:

Να ‘σαι καλά!