Ιστορίες από τον Άγιο Αθανάσιο Πέρδικας
[00:00:00]Είναι Πέμπτη 21 Οκτωβρίου του 2021. Είμαι η Ανδρομάχη Μπιστιώλη, ερευνήτρια στο Istorima και βρίσκομαι στην Πέρδικα Θεσπρωτίας μαζί με την κυρία Ευαγγελία Παππά–
Ναι.
Η οποία θα μας μιλήσει για την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου στο χωριό. Καλησπέρα σας!
Καλησπέρα σας!
Κυρία Ευαγγελία, θα ήθελα αρχικά να μας πείτε δύο λόγια για εσάς.
Εγώ είμαι γεννημένη το 1934, γεννημένη εδώ στην Πέρδικα.
Ωραία! Τι γνωρίζετε για την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου στο χωριό;
Εμείς… εγώ… εκεί έχει γεννηθεί ο πατέρας μου στο… κάτω στον Αϊ-Θανάση, γεννήθηκε στον μύλο, και εκεί μεγαλώσανε και εκεί μετά εμείς την Κατοχή ζούσαμε εκεί, αλλά η γιαγιά μου ήταν ανέκαθεν εκεί, από… εκεί γέννησε τα παιδιά της, εκεί μεγάλωσε την οικογένειά της, όλα εκεί και είχε να κάνει πάντα με την εκκλησία και με τον Αϊ-Θανάση. Μιλούσε, λέει, με τον Αϊ-Θανάση και ό,τι γινόντανε, αυτή τα ήξερε. Πήγαινε το βράδυ και μίλαγε με τον Αϊ-Θανάση. Ξεκίναγε από δω δυο φορές την ημέρα και πήγαινε και άναβε το καντήλι εκεί κάτω. Και έλεγε: «Εγώ τα παιδιά μου δεν τα γιάτρεψα με γιατρό, μόνο ο Άγιος». Αρρώστησαν μια μέρα τα παιδιά της, λέει, ήτανε εκεί στο… που γίνεται το πανηγύρι, εκεί τα σπέρνανε τότε, δεν ήτανε… Και τι να κάνουμε; Γιατρός δεν υπήρχε, μέσον δεν υπήρχε, τίποτα δεν υπήρχε. Τώρα λέει: «Τι θα κάνω εγώ; Θα τα πάω πρώτα στην εκκλησία, θα λειτουργήσω την εκκλησία». Δουλεύανε, λέει, ξυλοκόποι, κάνανε κάρβουνα, και το πρωί, λέει: «θα πάρουμε ένα μουλάρι από κει, που είχαν αυτοί που κουβαλούσαν τα ξύλα τους, και θα πάμε στην Πάργα να δουν τα παιδιά». Τα παιδιά, έφραξε ο λαιμός τους, δεν μπορούσαν να μιλήσουνε, δεν μπορούσαν... τίποτα. Τα πήρε, πήγανε, πήγε ο παπάς, λειτουργήσανε, πέρασε ο παπάς από πάνω με τα άμφια και με το αυτό και μόλις ο παπάς τελείωσε, τα παιδιά σηκώθηκαν όρθια, μιλήσανε, ούτε στον γιατρό ούτε στον παθό... πήγανε. Έτσι, στα καλά καθούμενα, γίνανε καλά. Μετά, όσες φορές αρρώσταιναν τα παιδιά, αυτή η δουλειά. Εκεί έμενε μόνιμος ο παπάς και επί Τουρκίας φοβόντανε οι παπάδες, γιατί φοβόταν τους Τούρκους και έλεγε η γιαγιά ότι έκλειναν τις πόρτες, βάλανε σύρτες, βάζανε… για να μη μπει, να μην μπουν οι Τούρκοι. Ένα βράδυ, λέει, πήγε, άνοιξε τις πόρτες, ο παπάς φοβήθηκε πάρα πολύ, λέει, σκεπάστηκε με τα ρούχα και φοβόντανε. Άνοιξε την εξώπορτα, άνοιξε την πόρτα, κοιμόνταν –ήτανε το σπιτάκι που κοιμόνταν ο παππάς– και πήγε όρθιος, σταμάτησε, λέει, όρθιος στο σκαλοπάτι και του φώναξε. Του λέει: «Παπά, φοβάσαι;». «Μμ», του λέει, «φοβάμαι». Ήθελε να φύγει ο παπάς, γιατί φοβόντανε. «Φοβάσαι;», του λέει, «παπά». Του λέει: «Φοβάμαι». «Σήκω απάνω!», του λέει. Ήτανε ζωσμένος, λέει, με το όπλο, με σπαθί μέχρι κάτου. «Το βλέπεις τούτο δω;», του λέει, «που έχω εγώ εδώ», του λέει, «που κρατάω; Για τους Τούρκους το έχω», του λέει. «Εσύ», του λέει, «δεν θα φοβηθείς! Θα κοιμάσαι», του λέει, «σαν να είσαι μες στην πόλη. Εγώ είμαι εδώ! Δεν θα φοβηθείς», του λέει, «καθόλου εσύ! Δεν σε πειράζει κανένας». Και έτσι ο παπάς δεν έφυγε, έμεινε. Η γιαγιά μου συνέχεια, ό,τι δουλειά ήτανε για την εκκλησία, τα ’κανε όλα αυτή. Μα στη γιορτή, μα στο πανηγύρι, μα λειτουργίες που ήθελε ο παπάς, μα ό,τι ήθελε ο παπάς, όλα τα ’κανε αυτή. Και λέγανε οι συννυφάδες της –γιατί μόνο οι συννυφάδες ήταν εκεί, δεν ήταν κανένας άλλος– λέει: «Ο παππάς την πληρώνει αυτήνε, γι’ αυτό!». [00:05:00]«Με κολάζαν», έλεγε, «εγώ, όσο ήμουνα… όταν ήρθαμε μετά που έφυγαν οι Τούρκοι και έφυγε… τελείωσε η Κατοχή, ήρθαμε απάνω εδώ, στο χωριό». Και έλεγε αυτή: «Εγώ», λέει, «όταν ήμουνα εκεί κάτω, ήμουνα στον παράδεισο. Μόλις ήρθα εδώ», λέει, «μες στην κόλαση, με βράζουν», λέει, «τώρα στο καζάνι, με κολάζουνε», λέει, «όλοι, με κολάζουνε!» Και εκεί ήτανε και καθόντανε καλόγεροι. Ήταν σαν μοναστήρι ήτανε. Και... τώρα, κάτσε! Τι να πω; Ρώτα με κάτι τώρα, γιατί μου έφυγε.
Ωραία! Για το εκκλησάκι να μας πείτε! Πότε χτίστηκε και πώς χτίστηκε;
Δεν ξέρω πότε χτίστηκε εγώ, εγώ δεν ξέρω πότε χτίστηκε. Ξέρω ότι ήτανε, έλεγε αυτή, ότι ερχόνταν η εικόνα, λέει, από πάνω. Ήτανε απάνω στο βουνό. Εκεί είχανε στάνες, είχανε πρόβατα, είχανε ζώα, και ερχόνταν… είχανε κάνει, λέει, με σωλήνες είχανε κάνει αυτό και ερχόντανε τα γάλατα και τα αυτά και τα φτιάχναν εδώ κάτου. Μετά τα χαλάσαν τα ζώα, χαλάσαν όλα, φύγανε. Καθόντανε οι οικογένειες. Στην Κατοχή καθόμασταν πολλές οικογένειες εκεί–
Εννοείτε στον κάμπο του–
Όχι, μες στην εκκλησία, στην εκκλησία καθόντανε τούτοι, καθόντανε, καθόντανε, είχανε οικογένειες, εκεί γεννήθηκε του…, η μία από τις κόρες της γεννήθηκε εκεί, είχανε κάνει φούρνο, είχανε κάνει… ζυμώνανε, εκεί πλένανε, εκεί κοιμόνταν, αφού καθόνταν εκεί, καθόνταν εκεί ο κόσμος. Μετά που φύγαν οι Τούρκοι, φύγαμε και εμείς από εκεί. Θαύματα πάρα πολλά ήτανε... Ήταν ένας θείος του Κώστα, ήτανε άρρωστος αυτός. Και λένε: «Θα πάμε στον Αϊ-Θανάση», «εντάξει», ήρθανε την πρώτη φορά, τον φέρανε, λειτούργησε, λέει, δεν έγινε τίποτα. Πήγε πάλι στο… πήγε στο χωριό, στην Αγιά, ήταν από την Αγιά αυτός. Τον ρωτήσαν εκεί: «Εντάξει, πήγαμε, πληρώσαμε τον παπά», είπανε, «κάναμε έτσι, κάναμε αλλιώς». Λέει: «Στην εκκλησία έδωσες τίποτα; Έταξες κάτι;». Λέει: «Όχι». Ξαναέρχονται, ξαναλειτουργάει, ξανά… και μόλις τελείωσε η εκκλησία, αυτός του λέει του αδερφού του: «Έτριξε», λέει, «έτριξαν τα κεραμίδια, τρίξανε, η εκκλησία με τα κεραμίδια τρίξανε». Λέει: «Κώστα», του λέει, «έφυγε ο αράπης». «Ναι», του λέει αυτός, «έφυγε». Και είχε τάξει ότι όσο θα ζούσε, εκείνη την ημέρα θα ήταν εκεί και θα έφερνε μία λάτα λάδι στον Άγιο.
Υπάρχουν και άλλα θαύματα–
Ναι, και μια φορά–
Που είναι γνωστά;
Ναι, να σου πω τώρα μια ιστορία πάλι με τη γιαγιά μου. Είδε ένα βράδυ, λέει, στον ύπνο της πως πήγε –αυτή πήγαινε, σου λέω, δυο φορές την ημέρα από εδώ, όχι εκεί– πως πήγε, λέει, και σταμάτησε στην πόρτα και ήτανε καθιστός και μίλαγε με έναν γέρο από τον Αργυρότοπο και ήτανε, λέει, τόσο πολύ θυμωμένος και μίλαγε με τόσο πάθος, που μπήκε τούτη μέσα και του λέει: «Γιατί…», όχι, και του έλεγε, «να με κλέψουνε εμένα». «Όσοι με πιάσανε», του λέει, «με το… στα χέρια τους κανένας δεν κοίταξε για εμένα», λέει, «αλλά μόνο για τον εαυτό τους». «Εγώ», λέει, «το ξέρω και τους βλέπω τι κάνουνε, αλλά τώρα», λέει, «με κλέψανε». Του λέει, τον ρωτάει η γιαγιά μου και του λέει: «Τι σου πήραν, αφέντη;». Λέει: «Μου πήρανε… είχα», του λέει… της λέει, «εδώ και τόσο καιρό ένα δαχτυλίδι και τώρα», λέει, «μου το πήρανε». Αυτηνής, αυτό το όνειρο της είχε μείνει. Αυτός, που ήταν επίτροπος ήταν από την Αγιά. Με αυτήν τη γυναίκα η γιαγιά μου πήγαινε στον Αργυρότοπο, είχε μια αδερφή και αυτή ήταν από εκεί, πηγαίνανε οι δυο τους με τα πόδια τώρα, περπατώντας και πηγαίνανε στον Αργυρότοπο. «Μωρή, Χρύσω», της λέει, «ξέρεις», της λέει, «έχω ιδεί ένα όνειρο», της λέει, «και μου έχει κάνει πολλή εντύπωση, γιατί», της λέει, [00:10:00]«ήταν πολύ θυμωμένος, είπε για παπάδες, είπε για επιτρόπους, είπε... φώναζε». Της λέει αυτή: «Αυτό το δαχτυλίδι», της λέει, «ήρθε σε εμάς και το χάλασε», λέει, «ο Θύμιος στα Γιάννενα». Άρα μίλαγε μαζί του, μίλαγε, ό,τι και αν, ό,τι στραβό γινόνταν αυτή το έβλεπε στον ύπνο της. Άλλη μια φορά, λέει, είχε… γιατί πήγαιναν και οι Τούρκοι, πιστεύανε και αυτοί, τον φοβόντανε, τον φοβόντανε πολύ οι Τούρκοι. Μια φορά, λέει, ήταν ένας και ανέβηκε σε μια ελιά και μάδαγε την ελιά της εκκλησίας, βγήκε ο παπάς και του λέει: «Μα είναι της εκκλησίας η ελιά αυτή». «Α, φύγε από εδώ», του λέει, «δεν έχει η εκκλησία ελιές εδώ», του λέει, «δικές μου είναι». Καλά. Πήγε μέσα ο παπάς, έκανε τον σταυρό του και του λέει: «Άμα θέλεις», του λέει, «κάνε το θαύμα σου». Ώσπου να πάει ο παπάς, αυτός έπεσε από την ελιά, λέει, και σκοτώθηκε. Ζωντανά θαύματα! Ζωντανά! Αυτά… ερχόντανε κόσμος πολύς, πολύς κόσμος. Ήτανε οι Τούρκοι, μου λέει, ήτανε μια κοπελίτσα εδώ από τον Αρίλλα και ήθελε να πάει να λειτουργήσει. Εντάξει, οι Τουρκάλες δεν ξέρανε ούτε από λειτουργιές ούτε από τι ήθελε ο παππάς. Της τα ετοίμασε αυτή και πήρε και τη θεία μου, είχε έρθει και με μια άλλη θεία μου απ’ την… τη θεία μου την Κατσιμάναινα, τη Μαρία, και ήρθανε στην εκκλησία να λειτουργήσουνε. Εντάξει, τους έδωσε τα πράγματα η γιαγιά, πήγανε στην εκκλησία, τα δώσανε στου παπά. Τότε όμως γινόνταν ολονύχτια η εκκλησία, δεν γινότανε τώρα τις 20.00 η ώρα και τις 21.00 που πάμε εμείς, που πάει ο παπάς. Πήγαν οι κοπέλες, κοιμηθήκανε στο δωμάτιο απάνω, ο παπάς πήγε στο δικό του. Σηκώθηκε ο παπάς, φαίνεται κοιμήθηκε, δεν σηκώθηκε, δεν λειτούργησε καθόλου. Σηκωθήκαν οι κοπέλες το πρωί, σηκώθηκε και ο παππάς: «Ε», λέει, «τελείωσε η λειτουργία τώρα». «Μα δεν μας φώναξες», του λένε αυτές, «δεν μας ξύπνησες. Εμείς ήρθαμε να… για την εκκλησία». «Ε», λέει, «να… λυπήθηκα», λέει, «και δεν σας φώναξα». Πήγαν απάνω, τις ρώτησε η γιαγιά: «Τι έγινε;», λέει, «πώς πήγατε με το αυτό;». «Ε», λέει, «δεν μας ξύπνησε ο παππάς». «Μπα! Πώς δε σας ξύπνησε;», «μα, δε μας ξύπνησε», λέει, «και μας είπε τελείωσε η εκκλησία», «εντάξει». Το άλλο βράδυ, βλέπει αυτή πως πήγε πάλι και της λέει: «Έλα», της λέει, «να πιούμε μια ρακή μαζί». «Γιατί;», του λέει, «τι; Τι έγινε;». «Έγινε», λέει, «εδώ μια… ένα πανηγύρι σήμερα», λέει, «μια λειτουργία», της λέει, «άστα να πάει». Επειδή, δεν σηκώθηκε ο παπάς και δεν φώναξε τις κοπέλες. Η γιαγιά μου πίστευε τόσο πολύ, ήταν τόσο καλή μαζί του, τόσο… μίλαγε, μίλαγε μαζί του. Πώς λένε για τον… λένε για τον Άγιο Παΐσιο που μίλαγε, έτσι ήταν αυτή. Και όταν την ξεθάψαμε, τη βρήκαμε όπως την είχαμε βάλει! Λες και την είχαμε βάλει σε ένα μπαούλο, έτσι! Δεν είχε μπει νερό; Δεν είχανε λερωθεί τα ρούχα της; Όχι! Τέτοιο θαύμα! Αλλά, δεν ξέραμε και εμείς, έπρεπε να φωνάξουμε παπά, να φωνάξουμε ειδικό, αφού, παιδί μου, και τα… και τα ρούχα της έτσι όπως τα ’χαμε… και τα λουλούδια από το μαντήλι και αυτά ακόμα εφαινόντανε. Και μετά μαζέψαμε τόσο χώμα, τόσο… τόσα κόκκαλα. Και δεν ήτανε και φέρετρα τότε σαν τούτα τα κλειστά τώρα και έτσι. Τα έκανε εδώ ο μαραγκός με δυο ξύλα, έβαζε και ένα μαύρο πανί, τα έντυνε. Αυτό ήταν. Είναι δυνατόν να μην πήγε νερό εκεί; Είναι όμως. Κι όμως. Δε ήταν θαύμα; Θαύμα ήταν! Και εγώ και εγώ τον έχω δει, και εγώ, πολλές φορές! Είχε φύγει το παιδί μας και είχε πάει στην Αμερική. [00:15:00]Εφτά μήνες δεν ξέραμε πού πήγε, πού είναι, τι κάνει, τίποτα. Έκλαιγα μέρα-νύχτα. Ήρθε και μου λέει: «Γιατί κλαις, μωρέ παιδί μου;», μου λέει, «γιατί κλαις μέρα-νύχτα; Τι έχεις πάθει;». «Τι να πάθω;», του λέω, «έχω χάσει το παιδί μου», του λέω, «7 μήνες», του λέω, «δεν ξέρουμε αν ζει ή πέθανε, τι είναι δεν ξέρουμε». «Μην στεναχωριέσαι», μου λέει, «γιατί όπου και να είναι», μου λέει, «εγώ θα πάω και θα τον βρω». Πέρασαν εφτά μέρες και ήρθε το πρώτο γράμμα. Πολλές φορές. Τέλος πάντων.
Κυρία Ευαγγελία, να σας ρωτήσω–
Έλα, ρώτα με ό,τι θες.
Σε σχέση με την εκκλησία θα ήθελα να ρωτήσω–
Ναι.
Υπάρχουν διάφορες ιστορίες γύρω από την ανέγερση του ναού του Αγίου Αθανασίου–
Ναι–
Η ιστορία με τη μετακίνηση της εικόνας–
Ναι–
Αυτές τις γνωρίζετε;
Λέγανε ότι… έλεγε ότι ήταν εκεί πάνω η εικόνα και την πηγαίνανε το πρωί, το βράδυ ήταν εδώ–
Πού ακριβώς;
Ερχόντανε πάλι εδώ–
Πού; Ήταν στο–
Ήταν απάνω στο βουνό–
Στο βουνό–
Και μετά–
Στο βουνό που βρίσκεται στο–
Απάνω από την εκκλησία είναι το βουνό–
Στο βουνό πάνω από την εκκλησία–
Πάνω από την εκκλησία–
Πάνω από το σημείο που βρίσκεται σήμερα η εκκλησία;
Ναι, ναι, εκεί. Και την πηγαίνανε το πρωί, το βράδυ ήτανε πάλι εδώ η εικόνα. Μια φορά, δυο φορές και μετά, πήγανε στον παπά-Σταμάτη και διαμαρτυρηθήκανε.
Δηλαδή μετακινούσαν την εικόνα από το σημείο στο οποίο βρίσκεται σήμερα η εκκλησία–
Ναι–
Στον χώρο–
Το πηγαίνανε πάλι εκεί, την πηγαίναμε στη θέση της, εκεί που ήτανε και τη βρίσκανε εδώ. Ήταν μικρό εκκλησάκι εκεί απάνω που ήταν η εικόνα.
Δηλαδή στο βουνό–
Στο βουνό–
Πάνω από το σημείο που είναι σήμερα η εκκλησία, υπήρχε μικρότερο εκκλησάκι;
Υπήρχε μικρότερο εκκλησάκι.
Κυρία Ευαγγελία, υπάρχει και μία ακόμη ιστορία με κάποιον Τούρκο, νομίζω.
Ναι, ο Τούρκος, που σου είπε, ότι–
Πείτε μας λίγο γι’ αυτό, γι’ αυτή–
Ναι–
Την ιστορία που ακούγεται.
Ερχόντανε, δεν ξέρω από πού ερχόντανε, καβαλάρης και ρώτησε: «Μου έχουνε πει», λέει, «για μια εκκλησία», λέει, «για κάποιον Αϊ-Θανάση», λέει, «πού είναι αυτό;». Δεν ήτανε ξένος. Του λέει: «Εδώ είναι η εκκλησία». «Τούτη είναι η εκκλησία», λέει, «που μου λένε», λέει, «που κάνει θαύματα;». Λέει: «Ναι». Με το συμπάθιο, πήγε κατούρησε στη γωνία και έφυγε. Με το που έφυγε, το άλογο δεν πήγαινε εκεί που ήθελε, αλλά πήγαινε ντουγρού για μες στον κάμπο, για να πάει στη θάλασσα να πνιγεί. Πάει εκεί, σταματάει, οι Τούρκοι είχανε καφενείο το καλοκαίρι, γιατί σπέρνανε, ήτανε… ο κάμπος φυτευόντανε, ήτανε… δουλεύανε όλο το καλοκαίρι έξω, ήταν εκεί και είχανε καφενείο. Σταμάτησε εκεί και φώναξε, λέει: «Βοήθεια!». Δεν μπορούσε να σταματήσει το άλογο. Του λένε: «Γιατί; Τι έχει το άλογο;». Λέει: «Έτσι και έτσι». «Έτσι και έτσι», του λέει, «έκανες εσύ; Πήγες εκεί και κατούρησες, αλήθεια; Και είσαι ακόμα…», του λέει, «αυτός θα σε πνίξει!». «Μετάνιωσε», του λέει, «και πήγαινε και καθάρισε και κάνε και μετάνοιες», του λέει, «εκεί πέρα, αλλιώς», του λέει, «θα σε πνίξει», του λέει, «μάζεψέ το το μυαλό σου!» Και έτσι γύρισε ξανά και πήγε και ζήτησε και συγγνώμη και έκανε... και πήγε καθάρισε και έτσι γλίτωσε. Γιατί δεν πέρασε ο Πάνο και του λέει… πέρναγε με το αμάξι και δεν σταμάταγε, και του λέει, πήγε στον ύπνο και του λέει: «Ξέρεις εδώ» του λέει «σταματάνε. Στοπ! Τι είναι εδώ!», του λέει, «πού περνάς;».
Μάλιστα. Κυρία Ευαγγελία, υπάρχει κάτι άλλο που θα θέλατε να μας πείτε για την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου–
Δεν θυμάμαι, δεν θυμάμαι τώρα να πω. Τι να πω; Δεν θυμάμαι.
Κυρία Ευαγγελία, σας ευχαριστώ πολύ!
Να είσαι καλά, παιδί μου, να είσαι καλά!
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί έπειτα από νομικό έλεγχο.
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Η Ευαγγελία Παππά από τη Θεσπρωτία αφηγείται ιστορίες για τον Άγιο Αθανάσιο Πέρδικας. Συγκεκριμένα, θυμάται ιστορίες με θαύματα του Aγίου που είχε ακούσει από τη γιαγιά της στα παιδικά της χρόνια. Η Ευαγγελία Παππά αφηγείται, επίσης, την ιστορία της μετακίνησης της εικόνας με την οποία είναι συνδεδεμένη η ανέγερση του Ιερού Ναού του Αγίου Αθανασίου στο χωριό.
Αφηγητές/τριες
Ευαγγελία Παππά
Ερευνητές/τριες
Ανδρομάχη Μπιστιώλη
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
20/10/2021
Διάρκεια
19'
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί έπειτα από νομικό έλεγχο.
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Η Ευαγγελία Παππά από τη Θεσπρωτία αφηγείται ιστορίες για τον Άγιο Αθανάσιο Πέρδικας. Συγκεκριμένα, θυμάται ιστορίες με θαύματα του Aγίου που είχε ακούσει από τη γιαγιά της στα παιδικά της χρόνια. Η Ευαγγελία Παππά αφηγείται, επίσης, την ιστορία της μετακίνησης της εικόνας με την οποία είναι συνδεδεμένη η ανέγερση του Ιερού Ναού του Αγίου Αθανασίου στο χωριό.
Αφηγητές/τριες
Ευαγγελία Παππά
Ερευνητές/τριες
Ανδρομάχη Μπιστιώλη
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
20/10/2021
Διάρκεια
19'