«Δώστε μου ένα βιβλίο»: Το όνειρο και οι αναμνήσεις μίας ηλικιωμένης
Ενότητα 1
Παιδικά χρόνια σε μία μεγάλη αγαπημένη οικογένεια – Καθημερινότητα στο χωριό την περίοδο της Κατοχής – Ενδυμασία, παιχνίδια και διατροφή
00:00:00 - 00:22:19
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Καλησπέρα. Καλησπέρα. Ονομάζομαι Φρουξυλιάς Γεώργιος, είμαι ερευνητής για την ομάδα του Istorima και είμαι σήμερα εδώ με την Αθηνά …ι ούτε κουζίνες ούτε τίποτα δεν είχαν. Έξω, έπρεπε να βγουν στην αυλή, να είναι ένα πηγάδι, να πλένουν τα πιάτα τους, να κάνουν, να ράνουν.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 2
Η απώλεια της ακοής και τα εμπόδια στην πραγματοποίηση του ονείρου της αφηγήτριας
00:22:19 - 00:32:58
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Εγώ είχα αρρωστήσει από τα αυτιά μου. Τι πρόβλημα είχες; Πονούσα όλη τη νύχτα. Πόνο, πόνο, πόνο σαν παιδί. Και αυτοί δεν ήταν ότι να π… αυτό, με τα κλάματα, γυρίσαμε εμείς κι έκλαιγε. Έκλαιγε, ήταν πιο μικρό. Τρόμαξε ο καημένος. Φόβο, μανάρι μου. Αυτή ήταν η ζωή μας.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 3
Διατροφή – Η προετοιμασία της προίκας – Οι δυσκολίες στις μετακινήσεις και τα περιορισμένα υλικά αγαθά – Η καθημερινότητα στο χωριό, οι διασκεδάσεις και οι ασχολίες των κατοίκων
00:32:58 - 00:51:59
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Φτιάχνατε και γιαούρτι από τα κατσικάκια; Ναι. Κάνανε και γιαούρτι, γίνεται –που είναι πολύ εύκολο, το κάνανε πολύ εύκολο. Βράζεις το α…πω; Αδύνατα, ούτε ανάπτυξη, δέκα χρονών δεν φαινόμασταν. Και αφού έφυγαν οι Γερμανοί; Οι Γερμανοί το ’43 δεν φύγανε; Ναι, το ’44.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 4
Σχολικές αναμνήσεις – Η αγάπη για το σχολείο – Μαθητευόμενη μοδίστρα
00:51:59 - 01:10:55
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Το ’43 με ’44. Το ’47 με ’48 έβγαλα εγώ το Δημοτικό μετά. Είχα το περιθώριο, που να –πώς το λένε;– να προοδεύσουμε. Και με τους δασκάλους,…ει κομμάτια κομμάτια, το βάζανε και το βράζανε. Και το άδειαζαν σαν να είναι πατσάς, που λέμε εμείς. Γιατί το ’βαζαν σκόρδο μέσα και ξύδι.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 5
Η γνωριμία με τον σύζυγο, ο γάμος και η εγκατάσταση στη Γιάννουλη – Ο γάμος της αφηγήτριας, τα έθιμα και η απογοήτευση από το νέο περιβάλλον – Η ενασχόληση με τη γη
01:10:55 - 01:35:21
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Κι απ’ την οικογένεια πότε φύγατε εσείς; Πότε φύγαμε απ’ την οικογένεια; Απ’ την οικογένεια πότε έφυγες; Απ’ τον Βρυότοπο. Οικογέ… γονείς μου κι έβαζαν κάπνα και, λίγο πολύ, μες στη γεωργία ήμαν. [Δ.Α.] λέω, μόνο υγεία να υπάρχει. Άμα θέλει ο άνθρωπος, όλα τα παλεύει.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 6
Οι αφηγήσεις του πατέρα της – Το παράπονο της αφηγήτριας και η επιθυμία της
01:35:21 - 01:45:32
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Και για να κλείνουμε σιγά σιγά, σας έμεινε κάποιο απωθημένο; Θα θέλατε να αλλάξετε κάτι στη ζωή σας; Απωθημένο; Θέλω. Να αλλάξει η ζωή …αστε αγαπημένα, και το Ευάκι μου. Αυτό θέλω εγώ. Και η Λίτσα με τον Αλέκο. Να σας αφήσω, να έχετε αγάπη και υγεία. Ευχαριστούμε και πάλι.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 1
Παιδικά χρόνια σε μία μεγάλη αγαπημένη οικογένεια – Καθημερινότητα στο χωριό την περίοδο της Κατοχής – Ενδυμασία, παιχνίδια και διατροφή
00:00:00 - 00:22:19
[00:00:00]
Καλησπέρα.
Καλησπέρα.
Ονομάζομαι Φρουξυλιάς Γεώργιος, είμαι ερευνητής για την ομάδα του Istorima και είμαι σήμερα εδώ με την Αθηνά Ταβλαρίδου, στη Γιάννουλη, σε ένα χωριό έξω από τη Λάρισα. Σήμερα έχει 24 Οκτωβρίου 2021 και περιμένουμε να μας πει. Καλησπέρα.
Καλησπέρα, μάνα μ’. Κι εγώ λέγομαι Αθηνά Ταβλαρίδου. Το πατρικό μου όνομα, το επίθετο, είναι Παπαγεωργίου. Ήμουν από ένα χωριό της Θεσσαλίας, Τσαϊρλί λεγόταν και τώρα ονομάζεται Βρυότοπος. Εκεί γεννήθηκα το 1935, η οικογένειά μου είχε άλλα τρία παιδιά, είναι τέσσερα, είμαστε τέσσερα αδέρφια. Και συζούσαμε, όμως, αυτά τα πρώτα χρόνια –γιατί ο πατέρας μου είχε και έναν αδερφό παντρεμένο πιο μεγάλον και είχε πιο μεγάλα παιδιά– και συζούσαμε όλοι μαζί, μία αγαπημένη οικογένεια. Βοήθησέ με τώρα.
Μίλα μας λίγο για την οικογένεια. Πώς ονομάζονταν;
Πώς ονομάζονταν; Ο πατέρας μου ονομάζονταν Δημήτριος και η μαμά μου Καλλιόπη. Ο πατέρας μου ήταν από… που φύγαν οι Τούρκοι, δηλαδή, από τον Βρυότοπο, Τσαϊρλί και αυτοί μείνανε στο… ο παππούς μου μένανε στην Πουλιάνα. Και της μαμάς μου τους συγγενείς, βρίσκονται από τη Σκαμνιά. Και γύρισε, η μαμά μου γύρισε στη Ροδιά και ο πατέρας μου ήρθαν στον Βρυότοπο. Και αυτοί με προξενιά, όπως έμαθα, ήρθε και κάναν την οικογένεια. Και είχαν… Και μόνο που τους έβλεπες, πολύ αγαπημένο αντρόγυνο, μόνο είχαν διαφορά όμως, ο πατέρας μου είχαν δεκαπέντε χρόνια με τη μάνα μου.
Πώς γνωρίστηκαν οι γονείς σου;
Προξενιά κάνανε.
Υπήρχε κάποια μέθοδος;
Ναι, ναι, προξενιά κάνανε, και κάνανε την οικογένειά τους.
Τους επηρέασε κάπου ότι είχαν διαφορά ηλικίας;
Όχι, όχι, δεν τους επηρέασε καθόλου. Πάντως, ζούσαν πολύ αγαπημένο αντρόγυνο. Και παρόλο που ήταν και δυο συννυφάδες μαζί, και η συννυφάδα της, τα παιδιά της συννυφάδας τα ένιωθε σαν δικά της η μάνα μου και τα παιδιά… εμάς η θεία μου μας αγαπούσε σαν παιδιά της. Και σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια που θυμάμαι, τα πρώτα χρόνια που γεννήθηκα, ήταν πολύ δύσκολα χρόνια. Συζούσαν μαζί. Υπήρχε αγάπη, αυτό θέλω να πω, αυτό θυμάμαι.
Ήσασταν όλοι μαζί στο ίδιο σπίτι;
Στο ίδιο σπίτι, αλλά χωριστά… Στο ίδιο σπίτι.
Πώς το θυμάσαι το σπίτι;
Το σπίτι θυμάμαι πολύ λίγο. Όταν παντρεύτηκε η μάνα μου, ο πατέρας μου, ήτανε το σπίτι κάτω… κάτω το είχαν αποθήκη –τούρκικο– και πάνω ήταν ένα δωμάτιο, μέναν. Και αυτό το σπίτι, με το ’40, που έγινε σεισμός, μαζεύτηκε όλο το χωριό. Ήταν πολύ [Δ.Α.] λεγόταν, τούρκικο. Και για να ανέβεις, ήταν σκαλοπάτια πέτρινα, πολύ ψηλό. Και το ’40 όμως, που έγινε μεγάλος σεισμός εδώ στη Θεσσαλία, ήρθαν και το γκρέμισαν.
Θυμάσαι εσύ τον σεισμό;
Μανάρι μου, θυμάμαι τον σεισμό, γιατί με πήρε ένα αγκαλιά, λέει, η μάνα μου, ένα αυτό, και λέει: «Να σώσουμε ένα παιδί», έλεγε ο πατέρας μου. «Να σώσουμε» ήταν: «Να το ρίξουμε κάτω», είχε μαζευτεί το χωριό, παρόλο μικρό, το ’40, πέντε χρονών παιδί. Κατεβήκαμε και μετά δεν μπορούσαν να βρούνε σπίτι και μας έβαλαν εκεί που είχαν κάτι αποθήκες, που βάζανε τα σιτάρια. Εκεί μεγαλώσαμε και εκεί παντρεύτηκα. Από εκεί έφυγα.
Θυμάσαι κάτι άλλο από εκείνη τη μέρα του σεισμού;
Την ημέρα του σεισμού μαζεύτηκε πολύς κόσμος.
Πώς νιώθατε; Δεν φοβηθήκατε;
Οι γονείς μου φοβήθηκαν, εμείς φοβηθήκαμε πάρα πολύ. «Καλλιόπη, να σώσουμε ένα παιδί! Να ρίξουμε στον κόσμο κανένα παιδί να το σώσουμε». Ο άλλος ο αδερφός μου ήταν τριών χρονών, εγώ ήμουν πέντε.
Με τα αδέρφια σου τι σχέσεις έχεις;
Έχουμε καλές σχέσεις, και τώρα ακόμα, με τα αδέρφια μου. Σκορπιστήκαμε βέβαια, αλλά έχουμε καλές σχέσεις. Και με τις νύφες μου. Σπανίζουν αυτό το πράγμα.
Θυμάσαι από το χωριό κάποιες στιγμές; Πώς ήταν η ζωή στο χωριό;
Στο χωριό θυμάμαι την παιδική ηλικία. Είχαμε μια γειτονιά που ήμασταν, ήταν κάπου είκοσι εφτά-τριάντα παιδιά, άλλα μεγαλύτερα, άλλα μικρότερα, φτώχεια πολλή, το οποίο… Παπούτσια δεν είχαμε.
Τι φορούσατε;
Παπούτσια; Πατίκια λέγονταν –πού ξέρω; Και λίγοι ήταν αυτοί που είχαν παπούτσι, μόνο την Κυριακή αν είχαμε ή θα είχαμε, όταν λέγαν την Κυριακή να φορέσουμε ένα ζευγάρι παπουτσάκια. Δεν είχαμε. Παίζαμε, όμως, όλα μαζί. Υπήρχε η γειτονιά, συναίνεση που λέγεται, δηλαδή βοηθούσε ο ένας τον άλλον. Όλη η οικογένεια, το σοκάκι αυτό, έχει, με πολλά παιδιά η κάθε οικογένεια. Μου έμεινε στη μνήμη μου. Κι αυτά τα παιδιά, τα περισσότερα σπουδάσανε.
Δηλαδή, ήσασταν πολύ δεμένοι.
Δεμένοι.
Θυμάσαι τι παίζατε όλοι μαζί; Θυμάσαι κάτι;
Πώς δεν θυμάμαι! Θυμάμαι μόνο κρυφτό. Όταν μεγαλώσαμε λιγάκι, πιο μεγάλα ακόμα, αρχίζαμε να παίζουμε τσιλίγκα, ένα, δεν ξέρω τι, κεραμίδα, που ρίχναμε, τόπι, που λέγεται αυτό, κουτσό…
Θυμάσαι πώς τα παίζαν αυτά;
Βέβαια. Ένα ήταν που κάνανε ένα στρόγγυλο εδώ, βάζανε την κεραμίδα και ήμασταν τρία μέτρα, τέσσερα-πέντε και ρίχναμε ποιος θα βγάλει τα κεραμίδια έξω. Ύστερα, το κουτσό ήταν διπλό. Παίζαμε δύο κουτσά, ένα και σταυρώνονταν στη μέση, διαφορετικό. Τα παιδιά ήμασταν όλα αγαπημένα. Άλλο, ύστερα που μεγαλώναμε λίγο, μέχρι Καραγκιόζη παίζανε.
Τι ήταν αυτό;
Καραγκιόζη; Κάνανε, παίρνανε διάφορα, πήραν χαρτόνια και κάνανε κορίτσια-αγόρια, ξέρω ’γω, και κάναν και παίζανε με ένα σεντόνι. Μαζευόμασταν στη γειτονιά όλοι, μαζευόμασταν σε ένα σπίτι, βάζανε σεντόνι και έπαιζε τον Καραγκιόζη. Ένα-δυο κορίτσια [Δ.Α.] και παίζανε, σαν θέατρο, να περνάμε την ώρα μας.
Εσείς μόνο βλέπατε ή παίζατε κιόλας;
Παίζανε. Εμείς καθόμασταν και βλέπαμε.
Και; Σας έφερνε γλυκές αναμνήσεις αυτό;
Έμεινε. Γιατί και κάποια κοπέλα πιο πολύ, έγινε ηθοποιός μετά, στη δική μου την ηλικία. Ήταν τόσο [Δ.Α.]. Και μεγαλώνοντας για να πάμε σχολείο, τότε ήρθαν κατακτηταί. Λέω για μικρή ηλικία.
Πόσων χρονών ήσουν;
Όταν ήρθαν οι κατακτηταί, ήμουν εφτά χρονών. Ήρθαν οι Ιταλοί, τους θυμάμαι. Και επειδής η μαμά μου ήταν πολύ νέα, που παντρεύτηκε, φοβότανε. Και μαζεύονταν όλα τα παιδάκια στη μάνα μου, γιατί οι Ιταλοί, όλα τα μπακίρια, αυτά που μαγειρεύανε οι νοικοκυρές, μάζευαν τα μπακίρια –πώς λένε;–, ταψιά, τα καζάνια που βράζανε, που βάζαν και τα ρούχα, που ήταν καθαρά για… που μαγειρεύανε, τύχαινε, τα μαζεύανε. Και έλεγε η μάνα μου: «Piccolo» –δικό μου δηλαδή– στους Ιταλούς. «Piccolo, piccolo», μαζεύονταν η γειτονιά. Και να γλυτώσει λίγο τα πράγματα και τα άλλα τα κρύβαν, τα έκρυβε.-
Τι σήμαινε αυτό;-
Τα θυμάμαι.
Τι ήταν αυτό το «Piccolo, piccolo»;
Piccolo θα πει παιδί, παιδί.
Σαν να λέει ότι: «Αυτά είναι τα παιδιά μου».
Ναι, ναι. «Είναι παιδί μου». Μάζευαν τέσσερα-πέντε παιδάκια εκεί.
Και οι Ιταλοί πώς αντιδρούσανε; Τι κάνανε;-
Ήταν φιλότιμοι. Τα άφηναν, τα άφηναν.
Θυμάσαι και τους Γερμανούς να έρχονται;
Θυμάμαι. Οι Γερμανοί ήτανε ένας στρατός πειθαρχικός. Δηλαδή, το βήμα που έκανε, μπορεί να ήταν εκατό άτομα και ακούγονταν ένα, ένα βήμα. Και τώρα πο[00:10:00]υ γέρασα, δεν θυμάμαι αυτό το βήμα. Ένα ακούω, ένα «κρακ, κρακ», αυτό ακούγονταν.
Αυτό σου έκανε εντύπωση την πρώτη μέρα.
Ναι, την πρώτη μέρα. Μετά αρχίσαμε. πηγαίναμε στο σχολείο, στο Δημοτικό. Στο Δημοτικό σχολείο, το επιτάξανε. Δηλαδή, βάζαν τα πολεμοφόδιά τους και δεν μας άφηναν να πάμε να ανοίξουμε το σχολείο. Και αρχηγείο είχαν απέναντι από το σπίτι μας, του Φουρκιώτη. Αρχηγείο ήταν και γιατρός εκεί και αρχηγός ήταν του ΕΣΑ-ΕΣΑ… Ήταν απέναντί μας. Αλλά δεν είχαμε… Και τα παιδιά, ευτυχώς που μας έδωκαν, δεν ξέρω τι, το χωριό μου, όλοι μαζί και κάναν για συσσίτια. Και είχαν κάτι κύπελλα και φτιάχνανε, μια μέρα μακαρόνια, μια μέρα αρακά, μια μέρα… Όχι κρέας. Και όποιο παιδάκι πεινούσαν στο σπίτι, γιατί δεν είχανε… Άλλα είχανε βέβαια, τα παιδιά, ορισμένα, αλλά οι πιο πολλοί πεινούσαμε. Το πρωινό μου ήτανε… ήτανε οι γονείς μας, κάνανε, σαν μάνα μου –και ο πατέρας μου βοηθούσε, όχι μόνο η μάνα μ’. Κάνανε, το φαγητό ήταν το πρωινό, δεν είναι σαν σήμερα, να πάρει ένα κουλούρι, να πάρει ένα σάντουιτς. Γυρίζαμε στις μία η ώρα, απ’ το πρωί να φύγουμε νηστικά, δεν μας άφηναν. Και κάναν κι αυτοί, πότε κάναν τραχανά, πότε κάναν κατσαμάκι –θα πει καλαμπόκι. Βράζανε καλαμπόκι με νερό, λίγο λαδάκι και το κάναν με το κουτάλι και από πάνω ρίχνουν λίγο ζαχαρίτσα –ή ό,τι είχαν, πετιμέζι, ό,τι…– επί το πλείστον ζαχαρίτσα και κανέλα από πάνω. Και μετά, άλλη μέρα, δεν μπορούσες να φας μια μέρα όλο το φαγητό, κάθε μέρα το ίδιο, και μας έφτιαχναν παπάρα. Παπάρα θα πει, παίρνουν ένα πράσο, το κόβουν ψιλά ψιλά κομματάκια, το βράζουν στην κατσαρόλα, το τσιγαρίζουν με λαδάκι, βάζουν λίγο νεράκι. Κι εμείς τρίβαμε στο πιάτο, στο πιάτο μία φέτα ψωμί –γιατί ήταν ξερό το ψωμί, κρατούσαν δέκα μέρες ψωμί– τρίβαμε το ψωμί και ρίχναμε από μια κουταλιά, λίγο λαδάκι. Άλλη μέρα πάλι, κάνανε, βράζανε νερό πάλι, νερό, λίγο λαδάκι και όση οικογένεια ήταν, από ένα αυγουλάκι. Ρίχνανε ένα αυγό, πάντα είχαν κότες, και ρίχνανε ένα αυγό, το πρωινό, θα πάρεις ένα αυγουλάκι να φας. Ας το πάρεις εκεί, με λίγο νεράκι, λίγο ψωμάκι και κρατούσε, και σαν παιδάκι, κρατούσε να φάμε μέχρι το μεσημέρι, τι ώρα ήταν, μία-δυο. Αυτό ήταν το πρωινό μας, το φαγητό μας. Και το μεσημέρι ή θα μας έφτιαχνε καμία μακαρονάδα, τίποτα φακές. Και το βράδυ, αν δεν έφτανε, η μάνα μας μάς έφτιαχνε, επειδή ζούσε και μαζί με τη συννυφάδα της και τα άλλα τα παιδιά, βλέπαμε εμείς τα μικρότερα και κάνανε, εκείνος έτριβε παπάρα, έπαιρνε το ψωμί και το έτριβε στα χέρια του και το έκανε, το έβαζε εκεί… Και η μάνα μου δεν έφτανε για και τα άλλα τα παιδιά, τέσσερα από δω και τέσσερα… Εμείς δεν ήμασταν όλα μαζί, ήμασταν δύο, ήμασταν δυο και τρία-τέσσερα από κει. Και το ’κανε [Δ.Α.] κι έκανε το πρωί να φάμε το μεσημέρι και για να φτάσει για το βράδυ το ίδιο φαγητό, έβαζε στην κατσαρόλα να βράζουν ξανά τα φασόλια και να βάλει μια κουταλιά λάδι και να ρίχνει πιο πολύ και έβαζε δυο κουταλιές αλεύρι για να φάμε.
Και χορταίνατε από αυτό;
Χορταίναμε, γιατί με το νερό, δεν μπορείς σκέτο νερό τη φασολάδα, θα ήτανε… Με το αλεύρι ανακατεύονται τα φασόλια κι [Δ.Α.] και χύλωνε λίγο το αλεύρι.
Είπες πριν ότι είχατε στο σπίτι αυγουλάκια,
Ναι, κότες.
Τι άλλο είχατε;
Τα βουβάλια, που είπα, ότι είχαμε και βουβάλια. Τα πήραν οι Γερμανοί μετά που ήρθαν. Δεν είχαμε τίποτα. Ένα γαϊδουράκι και δύο άλογα. Και τις κοτούλες.
Και σας τα πήραν όλα αυτά οι Γερμανοί;
Τα βουβάλια τα πήραν, άλλα έσφαξαν, άλλα αυτό… Δεν μας άφησαν τίποτα. Δεν θυμάμαι τίποτα, ενώ τα θυμάμαι, αλλά αυτά…
Αλλά τουλάχιστον σας έφτανε η τροφή;
Η τροφή… Κοίταξε, πεινούσαμε. Μας έβαζαν λίγο… Πεινούσαμε, όπως και να είναι. Λίγο λαδάκι απάνω, λίγο λάδι και λίγο αλατάκι στη μια φέτα ψωμί από πάνω. Ή θα φτιάχνανε σάλτσα και τη σάλτσα την περνούσαν από πάνω, από πάνω και να φάμε. Αυτήν ήταν η τροφή. Και προπάντων τα φασόλια ήταν για Κυριακή, για πλούσιο φαγητό. Το τι τρώγαμε…
Δεν είχατε κρέας.
Δεν ήτανε.
Στο συσσίτιο τι σας δίνανε; Θυμάσαι;
Στο συσσίτιο. Και αυτό ήτανε, αρακάς ήτανε πιο πολύ και κοφτό μακαρόνι, αυτό θυμάμαι. Δεν μας δίνανε κρέατα. Επί το πλείστον, αυτό γινόταν κάθε μέρα, πότε το ένα, πότε το άλλο.
Τι άλλο θυμάσαι από τους Γερμανούς;
Θυμάμαι τους Γερμανούς… Κάποια μέρα, είδα απέναντι –είδαμε, και οι γονείς μου που ήτανε– είδαμε φέρανε κάπου δεκαπέντε άτομα να τους σκοτώσουν οι Γερμανοί. Αυτό είδα. Έμασαν από το χωριό τον κόσμο και τους έβαλαν απέναντι να τους καθαρίσουν. Βγήκαν όμως, ο πρόεδρος, το συμβούλιο και δεν ήτανε… Επειδή είπαν ότι οι αντάρτες χτύπησαν… το Βρυότοπο χτύπησε τους Γερμανούς. Αλλά δεν ήταν το Βρυότοπο, ήταν η Ροδιά, ήταν από άλλο χωριό και γλύτωσαν. Αλλά αυτοί που προπάντων κυνηγούσαν οι Γερμανοί, πιο πολύ τους κομμουνιστάς. Όπου ήταν προδότες, οι προδότες Έλληνες πήγαιναν στους Γερμανούς και έλεγαν: «Αυτός είναι κουμμουνιστής». Γιατί και κάποιος ήτανε στη γειτονιά μας, το οποίο τον ίδιο τον μπατζανάκη του, δηλαδή από δύο αδερφές, τον πρόδωσε και τον σκότωσαν. Αυτοί… και βγήκε [Δ.Α.] μετά. Ήταν προδότες πάλι οι Έλληνες. Τους δίνανε χρήματα και πάλι εμείς βγάζαμε τα μάτια.
Είχατε εσείς γείτονες που τους κυνηγούσαν και τους κρύβατε;
Όχι. Από τους Γερμανούς, όχι. Από τους αντάρτες κρύβανε, ο πατέρας μου. Τους αντάρτες. Μετά βγήκε το αντάρτικο, ύστερα.
Εννοείτε μετά, στον εμφύλιο; Τι θυμάστε;
Εμφύλιο πόλεμο. Φουκαράδες! Ήτανε στον πόλεμο του ’40, ήταν τα αδέρφια της μάνας μου. Ο ένας ήρθε μετά από τον πόλεμο εκείνος. Τελείωσε ο πόλεμος με τους Γερμανούς και ήρθανε με τα πόδια απ’ την Αλβανία, πήγε και… Αλλά αντάρτικο είχαμε κάθε βράδυ. Λέγανε: «Εδώ είναι Ελεύθερη Ελλάδα». Η Αμπελώνα, Βρυότοπος, το λέγανε: «Ελεύθερη Ελλάδα». Κάθε βράδυ. Άνοιγαν, κλείδωνες, ξεκλείδωνες, άνοιγαν. Οι πόρτες τότε, επί τουρκικά, είχαν αυλή και ήταν μέσα τα σπίτια. Το οποίο, η πόρτα ήταν μία ξύλινη απ’ έξω κι από μέσα είχανε δύο ξύλα, έτσι, εκεί και βάζανε ένα καδρόνι μεγάλο. Αυτοί σπάζανε από κει και ρίχνανε το καδρόνι κάτω, σ’ έμπαιναν μέσα. Κάθε βράδυ, τακτικά. Και αναγκάστηκαν, για να έχουν λίγο –τα πάντα παίρναν και οι αντάρτες, δεν αφήναν τίποτα. Για να κρύψουν οι γονείς μου λίγο αλεύρι –γιατί είχανε στάρια–, το κάνανε στρώμα. Για να έχουν να φάνε, να έχουν ψωμί. Το κάνανε στρώμα και μας έβαλαν από πάνω να κοιμόμαστε. Και από πάνω έβαλε το στρώμα, είχαν ή στρώμα με μαλλί ή –περισσότερο– καλαμπόκι, το παίρνανε το μέσα του καλαμποκιού, όχι το έξω, τα φύλλα, και βάζανε δυο σεντόνια, τα ράβανε και το φτιάχνανε στρώμα από πάνω. Κοιμόμασταν σε ένα κρεβάτι τέσσερα παιδάκια. Δεν είχαν κρεβάτι, δεν είχαν δωμάτια πολλά, ένα-δυο δωμάτια.-
Όλοι μαζί στον ίδιο χώρο;-
Στον ίδιο χώρο μεγαλώναμε.
Και η άλλη οικογένεια μαζί;
Η άλλη οικογένεια είχε στο άλλο το… Κι αυτοί ένα δωμάτιο είχαν. Αλλά εμείς είχαμε κατέβει που χάλασαν, το [00:20:00]ρίξανε και κατεβήκαμε κάτω στις αποθήκες, που το είχαν για αποθήκη.
Και εσείς δεν είχατε κρεβάτια. Πού κοιμόσασταν;
Σου είπα, πάνω στο στρώμα από αλεύρι φτιάξανε καλαμπόκι, καλαμπόκι στρώμα και έφτιαξαν ένα αυτό και κοιμόμασταν όλα, τέσσερα παιδιά –όχι τέσσερα, δυο-τρία ήτανε. Μετά, το ’46 ο Παύλος… Είχαν φύγει οι Γερμανοί. Είχαν φύγει.
Πριν φύγουν, θυμάσαι πώς ήταν η ζωή; Δηλαδή, τι ελευθερίες είχατε;
Οι Έλληνες;
Ναι, πώς ζούσατε με τους Γερμανούς;
Πώς ζούσαμε με τους Γερμανούς. Κοίταξε, ήταν δύσκολα. Σαν παιδάκια να παίξουμε πιο αργά, γιατί –για μένα λέω– να παίξουμε κι εμείς σαν παιδιά. Μόλις που ήταν, προτού βασιλέψει, μας μάζευαν οι γονείς μέσα και το φως –ούτε φως μέσα! Ένα μικρό καντηλάκι, είχαμε μια λαμπαδίτσα μικρή και δεν μπορούσαμε, [Δ.Α.] να βλέπουμε ο ένας τον άλλον. Φοβούντανε. Αυτή ήταν ζωή μας.
Δεν υπήρχε ρεύμα.
Δεν υπήρχε ρεύμα, δεν υπήρχε. Μπορούσαν να βάλουν λάμπα μεγάλη, αλλά φοβόνταν τους Γερμανούς, φοβόνταν μην έρθουν τη νύχτα.
Κάνανε επιδρομές; Μπαίνανε στα σπίτια;
Μπορεί να κάναν και επιδρομές, δεν ξέρω. Γιατί στο σπίτι αυτό που μέναμε, ήταν και κοπέλες για παντρειά. Ένα δωμάτιο εμείς κι άλλα δυο… δυο δωμάτια είχαμε εμείς κι ένα δωμάτιο είχαν, που ήταν κοπέλες, φοβότανε και κλειδώνανε. Κι η άλλη ήτανε για παντρειά. Φαντάσου τώρα ότι νέοι άνθρωποι, στρατός ήταν. Όταν… Εγώ, που γεννήθηκα μόνο, που έχω το παράπονο που ήταν… Δεν είχε καμιά ευκολία, η γυναίκα να έχει καμιά ευκολία, ούτε μες στο σπίτι ούτε κουζίνες ούτε τίποτα δεν είχαν. Έξω, έπρεπε να βγουν στην αυλή, να είναι ένα πηγάδι, να πλένουν τα πιάτα τους, να κάνουν, να ράνουν.
Ενότητα 2
Η απώλεια της ακοής και τα εμπόδια στην πραγματοποίηση του ονείρου της αφηγήτριας
00:22:19 - 00:32:58
Εγώ είχα αρρωστήσει από τα αυτιά μου.
Τι πρόβλημα είχες;
Πονούσα όλη τη νύχτα. Πόνο, πόνο, πόνο σαν παιδί. Και αυτοί δεν ήταν ότι να πάρουν, όπως είναι… δεν είχε ούτε επικοινωνία να πας στη Λάρισα ούτε γιατροί ήταν εκεί να με πάν’. Και πήρε κατά λάθος η μάνα μου και μ’ έκαψε τα αυτιά μου. Και αυτό ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα. Έβαλε βενζίνη και με έκαψε από κάτω –πώς το λένε; Αυτό εδώ.
Το τύμπανο;
Ναι.
Και τώρα δεν ακούς καθόλου;
Δεν ακούω. Με τα χρόνια, τώρα δεν ακούω καθόλου. Τώρα είμαι… Δίχως να βάλω ακουστικό, έγινα…
Πώς ένιωσες γι’ αυτό;
Είναι δύσκολο να το νιώθεις αυτό το πράμα. Πολύ δύσκολο. Δεν μπορούσες να συνεννοηθείς, να βλέπεις, να θέλεις να μιλήσεις και να μην μπορείς. Λες με νοήματα.
Τι προβλήματα είχε αυτό στη ζωή σου μετά;
Τα προβλήματα… Στο σχολείο, σαν παιδί, εκεί έδειξε τα προβλήματα. Ενώ ήμουν πολύ δραστήρια για μαθήτρια, με κατέβαζε από κάτω –και δεν είχανε βιβλία, όπως έχουν σήμερα, να διαβάσουν. Εμείς δεν είχαμε βιβλία εκεί. Και καθόταν, αν έλεγε ο δάσκαλος προφορικά, προφορικά το μάθημα να το λέει –Ιστορία, Θρησκευτικά, την Ανάγνωση. Δεν μπορούσαμε. Δεν γίνεται. Είχαμε Ανάγνωση, Ανάγνωση πρέπει να ’χαμε, τ’ άλλα δεν θα ’χαμε. Και ο δάσκαλος κάθονταν και τα ’γράφε στον πίνακα. Όλα ήταν προφορικά ή στον πίνακα.
Είπες πριν ότι οι Γερμανοί είχαν πάρει τον χώρο του σχολείου; Εσείς που κάνατε μαθήματα;
Ποια μαθήματα;
Πού κάνατε μάθημα;
Όταν φύγανε οι Γερμανοί, πήγαμε στο σχολείο μετά. Μετά, με τα χρόνια. Μετά. Εγώ ξεκίνησα, πήγα το ’43-’44 Α’ τάξη και το ’βγαλα το ’47 με ’48. Είχαν διαφορετικά τα πράγματα, το σχολείο.
Τα μαθήματα πώς γινόντουσαν;
Κι όμως, γινότανε στο σχολείο. Γινόταν στο σχολείο. Ήμασταν πολύ λίγα παιδιά. Ήμασταν τέσσερις μαθηταί κορίτσια και τέσσερα αγόρια στη μεγάλη τάξη. Και μετά, Ε’ και ΣΤ’, ή αυτοί που μένανε και ξαναήρθαν, ήρθαν στην ίδια τάξη και γινόμασταν οχτώ και άλλα τρία, ξέρω ’γω, δώδεκα παιδιά στην τάξη μας.
Οι τάξεις πώς ήταν χωρισμένες;
Οι τάξεις ήταν ανά τρεις τάξεις ένας δάσκαλος. Γιατί δεν είχε, λίγα παιδιά, μικρό χωριό. Και έξυπνα παιδιά.
Αλλά ήταν καλοί οι δάσκαλοι;
Οι δάσκαλοι πάρα πολύ. Ήτανε ντόπιοι, ήταν χωριανοί και βοήθησαν. Και οι δάσκαλοι –όχι μόνο οι χωριανοί, και από τον Τύρναβο, ήταν από εδώ, Θεσσαλοί. Το οποίο, μας έλεγαν: «Παιδιά μου, δεν έχουμε βιβλία, δεν μπορούμε να σας μάθουμε όπως πρέπει να μάθετε. Αλλά εσείς, για να προχωρήσετε, ένα χαρτί να βρείτε. Από εφημερίδα, από οπουδήποτε, που πετάνε, πάρτε το χαρτί και διαβάστε, θα μάθετε. Κάτι θα μάθετε!»
Οπότε, σας καθοδηγούσανε.
Ναι, μας πρόσεχαν πάρα πολύ. Μας καθοδηγούσαν.
Είχες κάποιο αγαπημένο μάθημα; Κάποιο μάθημα που σου άρεσε παραπάνω;
Όλα μ’ άρεζαν.
Τι μαθήματα κάνατε;
Μαθήματα; Μαθηματικά που κάνεις. Στη μεγάλη τάξη κάνεις Γεωμετρία, που [Δ.Α.], Αριθμητική, Γραφή, Έκθεση, όπως είναι συνηθισμένα και τώρα. Τα ίδια, αυτά δεν αλλάξανε.
Τι ήταν διαφορετικό;
Διαφορετικό ήταν που δεν είχαμε βιβλία.
Και πώς μαθαίνατε;
Πώς μαθαίναμε; Μαθαίνεις. Αν τα γράψεις από κει –το διάβασμα! Ή θα ακούσεις ή θα γράψεις. Και το διάβασμα. Ή σε έκανε η ανάγκη να φύγεις, μία καλύτερη ζωή. Αλλά αγαπούσαμε όλοι… Αυτοί οι άνθρωποι, τα περισσότερα παιδιά στην τάξη μου έχουν γίνει δάσκαλοι, καθηγηταί, γεωπόνοι. Η τάξη μου, με οχτώ παιδιά. Και σήμερα ακόμα. Οι περισσότεροι πεθάνανε.
Εσύ τι ήθελες να γίνεις;
Κι εγώ ήθελα να γίνω δασκάλα, που λένε. Αλλά αφού δεν είχαν τη δυνατότητα οι γονείς μου να με στείλουν. Έλεγαν και οι δάσκαλοι, παρότρυναν: «Πρέπει το κορίτσι να σπουδάσει». Λέει: «Εγώ έχω άλλα τρία παιδιά πίσω, δεν μπορώ να το σπουδάσω αυτό το παιδί». Και με έστειλαν να μάθω μοδιστρική, για οτιδήποτε στη ζωή, να πιάσω τη μοδιστρική για να μπορέσω να ζήσω.
Αφού τελείωσες το Δημοτικό πήγες μοδίστρα;
Πήγα μοδίστρα μετά. Πήρα και δίπλωμα για μοδιστρική, για να ράβω. Έραβα, αλλά τ’ άφησα. Και λέει –γιατί ήταν πολύ φιλότιμη η μάνα μου: «Α, μωρέ», λέει –αφού καθόμουν να ράψω ένα φόρεμα– «Α, μωρέ, μην την παίρνεις τίποτα». Κοριτσάκι εγώ τώρα. Και αυτό, περνούσε… δηλαδή, έχανα τον καιρό μου. Και με έβαλε μετά στον αργαλειό, να κάνω την προίκα μου.
Ήξερες να ράβεις και αργαλειό;
Δεν ήξερα αργαλειό. Ήξερε, η μάνα μου ήξερε. Ήξερε να βάλει τον σκελετό, να φτιάξει. Τα έβαζε έτοιμα και ύστερα με έδειξε πώς να περνάω το… Αυτό το… ένα –πώς το λένε αυτό; Σίτα. Να περνάω τη σίτα. Μου έφερε μια μέρα –δεν ήμουν παραπάνω από δεκαπέντε χρονών, δεκαέξι, δεν ήμουνα– με έφεραν εμένα μια κουβέρτα, δηλαδή ένα χράμι, με κεντήματα, βλάχικο. Αυτοί οι Βλάχοι, και τώρα ακόμα, έχουν πολύ ωραία πράγματα. Λέει: «Να μου κάνεις», λέει, «το σχέδιο». «Βρε μαμά, εγώ δεν ξέρω». Αναγκάστηκα ύστερα, μέτρησα τις ίνες –που μετράνε ίνες, κλωστές– και το βρήκα και το ’φτιαξα. Δεν ήθελα, δεν αγαπούσα, όμως, αυτή τη δουλειά.-
Θυμάσαι [Δ.Α.]-
Ναι. Την έλεγα: «Δώστε μου ένα βιβλίο, να το διαβάσω εγώ το βιβλίο». Πήγαινα στη μοδίστρα, «Δώστε μου ένα βιβλίο», έλεγα.
Δηλαδή προτιμούσες να διαβάζεις;
Προτιμούσα να διαβάζω. Και τώρα ακόμα. Λέω, αν ήταν, δηλαδή, ο άντρας μου, να είχα την ανεξαρτησία, και[00:30:00] στα εβδομήντα μου θα πήγαινα! Να είχα την ανεξαρτησία, να βγω. Και στα εβδομήντα μου θα πήγαινα πανεπιστήμιο, τόσο μεράκι είχα.
Από το σχολείο πότε έφυγες;
Από το σχολείο, έφυγα το ’47 με ’48, που τελείωσα το σχολείο, το Δημοτικό. Εκεί. Μεγάλωσα μετά. Για να ζήσεις, βάζανε καπνά.
Οι γονείς ασχολιόντουσαν με τα χωράφια;
Ναι, με τα χωράφια. Τα σιτάρια δεν έχουν τιμή και αναγκάστηκαν και βάζαν καπνά, τα οποία πουλούσαν και μπορούσες ένα ποσόν, που μπορούσες να σπουδάσεις παιδί. Γι’ αυτό και o Βρυότοπος, ο Αμπελώνας, έχουν σπουδάσει, πολλά παιδιά. Και ζούσες κάπως καλύτερα. Τα πουλούσαν… Έχει δουλειά.
Πήγαινες κι εσύ μαζί με τον πατέρα σου;
Ναι, πηγαίναμε όλη η οικογένεια, και ο μικρός ακόμα πήγαινε και μέχρι δέκα χρονών, εγώ ήμουν λίγο παραπάνω, και ο Γιάννης, όλοι πηγαίναμε. Να φυτέψουμε, μετά τα ποτίζανε, μετά σπάζαμε, το βράδυ. Μας σήκωναν στις τρεις η ώρα, δυο η ώρα το βράδυ, καλοκαίρι. Θα πηγαίναμε. Τον αδερφό μου, τον έναν τον μικρό, τον φοβέριζε ο μεγαλύτερος και έβαλε ένα –τον καημένο– τον έβαλε ένα φίδι ψόφιο. Ε, τι λαχτάρα που ’παθε! Κι ακόμη το θυμάται και το λέει ο Χρήστος.
Τρόμαξε, ε;
Αυτόν, ένα βράδυ –θα το γυρίσω τώρα. Ένα βράδυ, εκεί που ήτανε, που τον πήρε, τον πήραν κι αυτόν, γιατί φοβόταν στο σπίτι –αυτός φοβόταν να μείνει στο σπίτι, φόβο είχε. Αυτός τώρα έφυγε στην Αμερική. Και πήγαινε… Είχαν γίδια –πώς το λένε;–, κατσίκες, γίδια και είχαμε βοσκό στο χωριό. Βοσκούσε, πληρώνανε και τα βοσκούσε στο χωριό. Πήγε ένα κατσίκι μέσα και όπως πετιμέζι που φτιάχναν –γιατί από τα σταφύλια γίνονται… είχαν σταφύλια στον Μαυρόλιθο και κάνανε πετιμέζι. Και πήγε κι έβαλε το κεφαλάκι η γίδα μέσα στο –πώς θα το πω τώρα;– στη φτίνα. Έβαλε το κεφαλάκι και δεν μπορούσε να το βγάλει. Και όπως χτυπούσε, ο αδερφός μου φοβήθηκε και νόμιζε κλέφτης. Και βάζει στο αυτό, με τα κλάματα, γυρίσαμε εμείς κι έκλαιγε. Έκλαιγε, ήταν πιο μικρό.
Τρόμαξε ο καημένος.
Φόβο, μανάρι μου. Αυτή ήταν η ζωή μας.
Ενότητα 3
Διατροφή – Η προετοιμασία της προίκας – Οι δυσκολίες στις μετακινήσεις και τα περιορισμένα υλικά αγαθά – Η καθημερινότητα στο χωριό, οι διασκεδάσεις και οι ασχολίες των κατοίκων
00:32:58 - 00:51:59
Φτιάχνατε και γιαούρτι από τα κατσικάκια;
Ναι. Κάνανε και γιαούρτι, γίνεται –που είναι πολύ εύκολο, το κάνανε πολύ εύκολο. Βράζεις το αυτό, το βάζεις, μετράς σαράντα λεπτά, βάζεις το δάχτυλο. Βάζεις το δάκτυλο και μετράς μέχρι το σαράντα. Αυτό, αν αντέχει το χέρι. Μετά, μια κουταλιά γιαούρτι, με λίγο το ίδιο το ζεστό το γάλα, το λιώνεις. Βάζεις ένα κουτάλι, μια κουτάλα ξύλινη και το ανακατώνεις το γάλα και φτάνει σε ένα σημείο, σκέπασέ το και όταν θα δεις ότι το κλείνει, πήζει, ξεσκέπασέ το. Και το τυρί. Το τυρί γίνεται πάλι –γιατί φτιάχναν δικό τους τυρί, που γίνονταν σαν βούτυρο, που δεν έχω ξαναφάει. Απ’ τους γονείς μου, τέτοιο τυρί που φτιάχναν, δεν έχω ξαναφάει. Γιατί αυτοί το φτιάχνανε, μπορώ να σου πω, όπως το παίρνανε, παχύ τυρί. Θέλει να βράσεις το γάλα και σαράντα… ογδόντα βαθμούς πρέπει κανονικά. Άφησέ το να κρυώσει, βάλ’ το πάλι να γίνει, να δέσει το χέρι και έχει σκόνη μετά, που βάζουν, πόσο πρέπει να βάλεις τυρί, πόσο γάλα έχεις, πόσο σκόνη. Και το ανακατεύεις και γίνεται και με τσαντίλες.
Τσαντίλες τι είναι;-
Τσαντίλες θα πει που το βάζεις μέσα και έχουν κορδόνια η τσαντίλα, δυο κορδόνια, το δένεις και το κρεμάς στο δέντρο, ό,τι έχεις, οτιδήποτε υπάρχει, ένα που είχαν, τσιγκέλι που λέγεται. Και το βάζεις στο τσιγκέλι και αυτό στραγγίζει. Όλη τη νύχτα να το αφήσεις, όλη την ημέρα και θα φτάσει στο… Και μετά, μόλις το ανοίγεις, το κόβεις κομμάτια και βάζεις χοντρό αλάτι, που έμαθα εγώ. Και άφησέ το μια μέρα-δυο, να ψηθεί. Και το βάζανε, αναλόγως, φτίνες, που λένε, βάζανε οπουδήποτε. Ή τενεκέ ή φτίνα.
Τα φαγητά αυτά σ’ τα έφτιαχνε η μαμά σου; Σ’ τα έμαθε κιόλας;
Ναι, έβαζε, μ’ έβαζε η μάνα μ’, γιατί αναγκαστικώς, να ζήσουμε.
Θυμάσαι και κανένα άλλο φαγητό;
Φαγητό;
Που σας έφτιαχνε;
Πιο πολύ, επί το πλείστον πίτα, πίτα φτιάχνανε τακτικά. Πίτα για βραδινό. Βραδινό. Προτού βασιλέψει ο ήλιος, να φάει όλη η οικογένεια. Δηλαδή, σε μικρή ηλικία οι δικοί μου, να φάνε και τα ξαδέρφια μου και για βράδυ.
Τι πίτες φτιάχνανε;
Τυρόπιτα και σπανακόπιτα. Αλλά τρώγαμε και πολύ μπομπότα.
Μπομπότα τι ήταν;
Μπομπότα είναι καλαμπόκι, το έχουν αλεσμένο αλεύρι. Και βάζεις νερό από κάτω, λίγο, έτσι, λάδι από κάτω και είναι καλαμπόκι. Ρίχναμε λίγο νερό, άντε πάλι το πατάς, λίγο νερό και το πατάς. Και βάζανε στη μέση, βάζανε χόρτα, λίγο τυρί ή και σκέτο μετά. Κάνανε μόνο με τυρί, λίγο, ψιλό. Και μπόλικο λαδάκι θέλει. Αλλά εμείς πού να τα βρούμε τα λάδια; Ήταν πιο στεγνά. Και λάδι είχαν κάτι… για να βγάλουν να φτιάξουμε λάδι, δεν υπήρχε το ’40 –λέμε τα δύσκολα χρόνια. Και είχανε κάτι στρόγγυλα μεγάλα πέτρινα αυτού πέρα. Και αυτό μέσα είχε μία τρυπούλα, όχι να πηγαίνει μέχρι κάτω. Βάζανε, αγόραζαν ελιές ή πηγαίνανε, μαζεύανε εκεί που ήταν και τις έπαιρναν πιο φθηνά. Και τις απλώνανε από κάτω, την ελιά, βάζαν και το άλλο, το πατάει, ένα στρόγγυλο μεγάλο και είχαν και ένα ξύλο, ξύλο χοντρό. Πατούσε πάνω εκεί και το έφερνες γύρω. Και ήταν ταψί μεγάλο και αυτό πήγαινε και έλιωνε, με την πατιτούρα, που λένε. Πατούσαν αυτό και το κάναν εκεί και έβγαινε το λάδι. Το πατάς, λέει, και βγαίνει το λάδι. Μάθανε, να κάνουνε πάλι, με ζεστή κάνανε, δυο συννυφάδες. Ήταν δύο τώρα μαζί. Παίρναν, το σιτάρι που αλώνιζαν, παίρναν σιτάρι και το μούσκευαν κάθε μέρα. Και όταν –δεν ξέρω, σε ένα μήνα– χώνευε αυτό και πάλι το πάτησαν και το έφκιαναν αλεύρι και αυτό ήταν οι ζεστές, το φτιάχνανε μόνοι τους, μάνα μου. Κάλτσες πλέκαμε, χειμώνας, δεν είχαμε ρούχα. Πλέκαν κάλτσες να φορέσουμε τον χειμώνα, έπλεγαν τη νύχτα τότε αυτοί, οι μάνες μας. Και φανελάκια, που έχουν τώρα, φανελάκια δεν είχαμε. Και κάθονταν και τη νύχτα και μας έφτιαχναν μάλλινα φανελάκια, μπλουζίτσες να φορέσουμε. Αυτό ήταν το ντύσιμο και ένα φουστανάκι απλό. Τσαντίλα. Ναι. Όχι, κάπως λέγεται. Αλατζάς! Αλατζά.
Η τσαντίλα θυμάσαι τι είναι;
Η τσαντίλα είναι που βάζεις το τυρί. Αλατζάς είναι το φόρεμα. Το τυρί τσαντίλα θέλει.
Τα παπουτσάκια πώς τα λέγανε;
Όχι παπούτσια, δεν ήταν. Ήτανε αυτά τα ξύλινα…
Φορούσατε ξύλο για παπούτσι;
Δεν ήταν ξύλο.
Τι ήταν;
Πατίκι λέγαμε, δεν είχαμε ξύλο. Το παπούτσι, παπούτσι λέγεται και τώρα, παπούτσι λέγονταν και τότε. Εμείς με τα πατίκια μεγαλώσαμε, πηγαίναμε σχολείο.
Τι ήταν αυτά;
Πατίκια είναι, πήγαιναν ξύλα, ξέρω ’γω, και πήραν ξύλινο, σαν πέδιλο. Ένα, μόνο ένα… Ήταν μάστορας, το κάνανε από κάτω λίγο, σαν γουρνίτσα στη μέση και βάζανε ένα… ένα αυτό –πώς το λένε;–, ένα δερμάτινο από πάνω και το φορούσες το πατί[00:40:00]κι, δηλαδή όπως έχουν τα πέδιλα.
Ποιος τα έφτιαχνε αυτά;
Αυτά τα έπαιρναν, τα αγόραζαν. Τα αγόραζαν. Δεν υπήρχε παπούτσι, ήταν πανάκριβο. Ένα παπούτσι να έχεις χειμώνα-καλοκαίρι, κι αυτό για τις καλές ημέρες.
Και πώς παίζατε;
Περισσότερο ξυπόλυτα. Τι να πω; Περισσότερο ξυπόλυτα θυμάμαι. Μετά, μεγαλώνοντας, άλλαξαν και οι εποχές.
Προμήθειες δεν παίρνατε κάπως;
Τι προμήθειες;
Προμήθειες, δεν πηγαίνατε καθόλου στην πόλη;
Όχι. Πόλη, για να πας, έπρεπε να πας με τη σούστα. Σούστα να πας, έπρεπε να σταματήσεις εδώ έξω, στα μισά της Γιάννουλης, με αυτό. Ήθελε μία μέρα, να περπατήσεις τέσσερις-πέντε ώρες, να ’ρθεις –να πας στη Λάρισα.
Τι είναι η σούστα;
Σούστα, είναι… δηλαδή, να οδηγεί… Κάρο θα πει ένα μακρόστενο, το οποίο έχει ένα τιμόνι και έχει ένα άλογο από δω, ένα άλογο από κει. Η σούστα θα πει στη μέση… σαν κάρο είναι, αλλά είναι πιο ψηλό, παίρνει πιο λίγα άτομα, πιο όμορφο, το οποίο έχει δυο τιμόνια, δυο ξύλα από εδώ και στη μέση μπαίνει και οδηγεί. Και σαμαριά μπροστά και… δύσκολα. Αλλά ήθελε πολλές ώρες για να έρθεις στην πόλη.
Εσύ είχες πάει καθόλου;
Δεν θυμάμαι να έχω εγώ έρθει. Ξέρεις πότε; Όταν έγινα μεγάλη γυναίκα.
Ο πατέρας;
Και ο πατέρας μου, δεν θυμάμαι. Δεν θυμάμαι, γιατί… Κοίταξε, όταν η μάνα μου πήγε, ήμασταν… δεν ήταν, ένα χρονών ήταν ο Πάνος; Ο Πάνος λέω… Ο Παύλος. Την πείραξε η σκωληκοειδίτις. Τότε πήγανε, με αυτό και ήρθε ύστερα. Και μας φύλαγαν, μας κοιτούσαν η γειτονιά, μια θεία μου, η άλλη… παιδάκια.
Είχε κάποιο πρόβλημα υγείας η μητέρα δηλαδή;
Ναι, σκωληκοειδίτις εκείνα τα χρόνια, δύσκολο πράγμα.
Το ποτάμι πώς το διασχίζανε;
Το ποτάμι; Πώς θες να σ’ το πω; Ότι… Για ποιο ποτάμι, τώρα, θέλεις;
Όποιο θέλεις. Πώς περνούσαν τα ποτάμια;
Πώς τα ποτάμια;
Πώς τα περνούσανε; Πώς τα διασχίζανε;
Εδώ περνούσε κανονικά, είχε γέφυρα για τη Λάρισα. Για εκεί, έπρεπε… Για τον Μαυρόλιθο να πας, που ήταν, η περιουσία εκεί είναι. Τα κτήματα, και τώρα ακόμα, εκεί είναι. Τώρα έκαναν γέφυρα. Πριν κάνουν τη γέφυρα, ήτανε από ένα δέντρο δεμένο μία αλυσίδα σιδερένια και από την άλλη μεριά πάλι μία κολόνα μεγάλη. Και πάλι, κι εκείνη, δεμένο το σίδερο. Και βάλαν καραβοκύρη και τα άλογα, που θα περνούσαν τα άλογα, τα σκέπαζαν, να μη βλέπουν το ποτάμι, φοβούνταν. Το καλοκαίρι περνούσαν από την Πόρο, δηλαδή από μέσα από το ποτάμι. Αλλά τον χειμώνα, να πάνε να σπείρουν, δεν γινόταν. Αλλά όταν ήταν για να αλωνίσουν, έπρεπε να πάνε από δω, να πάνε Μπάκραινα. Μπάκραινα ήταν δύσκολο και να πάνε με άλογα. Υστέρα, σιγά σιγά, βγήκαν τα τρακτέρια και καλλιέργησαν μετά.
Εσείς πηγαίνατε καθόλου στο ποτάμι;
Στο ποτάμι δεν πηγαίναμε. Όταν μεγαλώσαμε μετά και αυτό, πηγαίναμε, μας έπαιρναν –αυτό δεν θα το ξεχάσω. Είναι, δηλαδή το ποτάμι, καθόμασταν και πίναμε νερό από το ποτάμι εμείς. Και τώρα το σιχαίνεσαι, όλα τα απόβλητα.
Ήταν πολύ καθαρό, ε;
Ήταν πολύ καθαρό. Και ψάρι, που ψάρευες, πολύ καθαρό. Καθόμασταν σαν παιδάκια και φκιάναμε μια γωνίτσα, να πιούμε νερό. Μας έπαιρναν οι γονείς, γιατί είχαν και αμπελάκι, τρία στρέμματα, και πότε να το μαζεύαμε, φτιάχναμε σταφύλια, πώς να σε πω; Κάναμε το κρασί, το κρασί το έκαναν δικό τους, τσίπουρο δικό τους, κάνανε δικό τους.
Ο πατέρας σου;
Ναι. Είχαν βαρέλια μεγάλα ξύλινα, τα πατούσαν, πατητήρι. Είχαν…
Τα πουλούσε κιόλας;
Όχι, μόνο τρία στρέμματα, δεν πουλούσε τίποτα.
Τι άλλο θυμάσαι από το χωριό; Οι υπόλοιποι κάτοικοι πώς ζούσανε;
Οι άλλοι κάτοικοι, μερικοί είχαν κτήματα μέσα στο χωριό. Δεν ήτανε το ίδιο όλοι. Δεν υπήρχε, όπως είναι, να μην έχεις τίποτα. Είχαν και λίγα, αυτό, και βάζαν λίγο… Τουλάχιστον, είχαν το ψωμί τους. Και περισσότερο… η φτώχεια δεν σταματούσε. Γιατί εκείνα τα χρόνια κάναν πολλά παιδιά. Άλλος εφτά παιδιά, άλλος πέντε παιδιά, άλλος τέσσερα παιδιά. Δεν είναι εύκολο να μεγαλώσεις μια μεγάλη οικογένεια. Άσε τώρα, έχουν απαιτήσεις περισσότερο τα παιδιά.
Με τους Γερμανούς μπορούσανε να διασκεδάσουνε; Διασκεδάζανε καθόλου;
Δεν θυμάμαι για διασκέδαση στη ζωή μου. Όχι με Γερμανούς ή με το αυτό, δεν υπάρχει. Εμείς μετά που μεγαλώσαμε, πηγαίναμε, παίζαμε τσίλικα, παίζαμε αυτό, ύστερα αρχίσαμε να πηγαίνουμε βόλτα στην Αμπελώνα. Αυτό, το να πας… μόλις που είχανε κάπνα και ήταν καλοκαίρι και έβλεπες σύννεφα, έπρεπε να τρέξεις να βοηθήσεις τους γονείς σου. Γιατί είχανε λιάστρες, δηλαδή ξύλα, από δω κι από κει –να, έτσι εδώ– και κάνανε σχοινί. Και αυτό το σχοινί, είχε μια βελόνα, ήταν εδώ πέρα το σχοινί και η βελόνα τρυπούσες και πήγαινε, αυτό τόσο [Δ.Α.] Και το στέγνωναν. Λιάστρες λέγονται αυτά. Και τις λιάστρες τις μαζεύανε και ανά δέκα σχοινιά και γίνονταν, τα μάζευες εκεί και τα κρεμούσες και τα φτιάχνανε δέματα. Ήταν έτσι και τα περνούσε δέμα, γίνεταν, έπρεπε να το… το φθινόπωρο που τέλειωνε, έπρεπε να το κάνεις δέμα να το πουλήσεις. Διασκέδαση ήταν κάνα παγωτό που πηγαίναμε, στα χέρια κι αυτό. Το παγωτό; Πώς θα πάμε στην Αμπελώνα, να πάρουμε ένα παγωτό, στα χέρια. Δεν υπήρχε μάνα μ’.
Τι άλλο είχε ο Αμπελώνας και πηγαίνατε εκεί;
Η Αμπελώνα τι έχει; Η Αμπελώνα, στα πρώτα χρόνια, στα μικρά μου χρόνια –να μη λέω τώρα, τώρα είναι παντού. Οι γονείς μου, πότε ήταν για να πάμε, περίμεναν της Παναγίας, έπαιρναν όλοι, θεια μου, παίρναν τα παιδιά τους, αυτό, να πάνε στης Παναγίας, το βράδυ να κοιμηθούνε στην Παναγία, το έθιμο αυτό. Και την άλλη ημέρα, σαν αντρόγυνο, έπαιρνε το αντρόγυνο, να βγούνε μια βόλτα έξω. Αυτή ήταν η διασκέδαση για τους γονείς μου. Αυτό κάνανε όλοι, αυτοί που μπορούσαν.
Δεν υπήρχαν πανηγύρια;
Δεν υπήρχε τίποτα.
Κάποιο καφενείο στο χωριό;
Καφενείο, για να παίζουν πρέφα, μόνο. Γιατί ο παππούς της Εύας –της μαμάς δηλαδή– την έφερνε, άμα κέρδιζε, κάνα λουκουμάκι. Έπαιζε πρέφα, τον άρεσε. Καμιά εφημερίδα αγόραζε, κάνα… Αυτή ήταν ζωή τους.
Υπήρχαν εφημερίδες στο χωριό;
Όχι, στην Αμπελώνα. Και όταν έγινε, όταν γινόταν για να γίνει με τους Γερμανούς, για να ακούσουν τι γίνεται, πήγαινε στην Αμπελώνα με τα πόδια, που είχανε τα ράδια και αυτό, για να ακούσουν τα νέα, τι γίνεται στο κράτος.
Από εκεί πέρα μάθανε για την απελευθέρωση;
Την απελευθέρωση μάθαν… Όταν έρχονταν μάθαμε, που θα ’ρχονταν οι Γερμανοί. Ενώ όταν έφευγαν, αφού φεύγαν, τους βλέπαμε, τους βλέπαμε. Εγώ… δηλαδή από δω μέχρι την Ντίνα ήταν Γερμανοί. Δεν ήταν μακριά, ένας δρόμος μας χώριζε, που είχαν το αρχηγείο.
Μαζευόντουσαν όλοι εκεί πέρα;
Εκεί ήταν το αρχηγείο των Γερμανών και επέταξαν και σπίτια, που είχαν για να μένουν, αφού είναι κατακτητής.
Και ζούσατε στον φόβο;
Τον φόβο. Και με τους αντάρτες ύστερα, τα ίδια. Ενώ τους Ιταλούς, δεν θυμάμαι. Μόνο που θυμάμαι: «Piccolo, piccolo». Με τους αντάρτες ήταν κάθε βράδυ, ήταν φόβος και τρόμος, γιατί παίρναν… πήραν δέκα π[00:50:00]αιδιά, παιδομάζωμα. Μας έκρυβαν οι γονείς μου, και τον αδερφό μου, μικρό που ήταν, μας έκρυβαν για να μη μας πάρουν έξω.
Θυμάσαι να έχουν έρθει στο σπίτι ή στη γειτονιά σου;
Στο σπίτι μέσα έρχονταν, θυμάμαι, γιατί έρχονταν μες στο σπίτι. Ήταν οι ίδιοι οι αντάρτες, ήταν και χωριανοί. Και ερχόντανε μες στο σπίτι.
Και οι γονείς τι κάνανε; Τι κάνανε;
Τίποτα. Τίποτα δεν μπορούσαν να κάνουν, τίποτα. Γιατί η μάνα μου είχε και τα δυο τα αδέρφια της, ξέρω ’γω, κι έρχονταν ο άλλος: «Αδερφή» –μην ακουστούν κιόλας– «δεν είναι αυτό», λέει, «Τα συμφέροντά τους είναι ο καθένας. Ή θα πει κουμμουνισμός», λέει, «ή θα πει αυτό, για τα συμφέροντα. Κοίταξε την οικογένειά σου», λέει, «και άφησε τον κομμουνισμό, άφησε το ΕΑΜ και το ΕΛΑΣ», λέει. Φώναζε ο αδερφός της και τ’ άκουγα σαν παιδάκι. «Αυτοί», λέει, «βγαίνουν…» –γιατί ρίχναν, και πράγματι, ρίχναν οι Αμερικανοί, οι Άγγλοι, αυτό και τα πήραν [Δ.Α.] Για να βοηθήσουν τον στρατό εδώ, για να διώξουν τους Γερμανούς και μερικοί τα πήραν τα κασάκια κι έγιναν πάμπλουτοι. Τα συμφέροντα. «Όποιος και να ’ρθει», λέει, «εμείς να κοιτάξουμε να τα βγάλουμε έξω», λέει, «Να βγάλουμε την οικογένεια». Αυτό φώναζε ο αδερφός της και η μάνα μου φώναζε τον ξάδερφό μου, ήταν μεγάλος –τον Κώστα που ξέρεις– και φώναζε και φώναζε: «Κρυφτείτε, κρυφτείτε, άμα σας πάρουνε έξω, μη σαν πάρουν», λέει. Και εγώ ήμουν μικρό, μανάρι μου. [Δ.Α.] Αδύνατα, κακοφάγα, κακορίζικα που λένε. Πώς να το πω; Αδύνατα, ούτε ανάπτυξη, δέκα χρονών δεν φαινόμασταν.
Και αφού έφυγαν οι Γερμανοί;
Οι Γερμανοί το ’43 δεν φύγανε;
Ναι, το ’44.
Το ’43 με ’44. Το ’47 με ’48 έβγαλα εγώ το Δημοτικό μετά. Είχα το περιθώριο, που να –πώς το λένε;– να προοδεύσουμε. Και με τους δασκάλους, και με τους καθηγητές, οτιδήποτε. Πήραμε και βιβλία, πιο αργότερα, στην ΣΤ’ τάξη μετά. Ε’ θυμάμαι, πήγαμε και μετρούσαμε Γεωμετρία.
Πού πήγατε;
Πίσω από το σχολείο έχει χωράφια. Είχαμε και κήπο, κήπο μεγάλο. Βάζαμε, στον κήπο του σχολείου, βάζαμε μαρούλια, κρεμμυδάκια, οτιδήποτε, βάζαμε μέσα, δουλεύαμε σαν μαθηταί μέσα στο σχολείο. Μας είχανε τότε να βάλουμε και στην εκκλησία πεύκα. Βάλαμε πεύκα, είναι η εκκλησία Άγιος Κωνσταντίνος. Τώρα, δεν τους άρεσε, ο παπάς, ξέρω ’γω, τα κόψανε αυτά. Από μικρό, δηλαδή, κάθε παιδάκι που ήμασταν στο σχολείο, μικρά, κάναμε ένα χαρτάκι και το έγραφε: «Αθήνα Παπαγεωργίου», η άλλη είναι «Παπαγιάννη», η άλλη είναι «Κουλιαλή», η άλλη είναι –πώς να σ’ το πω τώρα;
Ο καθένας το δικό του.
Τα αγόρια, αυτό, όλη η τάξη είχε, από τα παιδιά… Και καθόμαστε, καθένα το περιποιόμαστε. Το φτιάξαμε δέντρο, έγιναν τα δέντρα μέχρι απάνω. Μια βρύση, η βρύση του χωριού ήταν έξω από την εκκλησία. Αυτή η βρύση, αν έπινες νερό, ήταν σαν κλούβιο αυγό. Αλλά ήταν πολύ υγιεινό νερό, για την υγεία. Δεν μπορούσες πιεις, να τ’ αφήσεις δυο μέρες, τρεις για να ξεμυρίσει. Εμείς την είχαμε μαθημένο. Δεν μπορούσε ο καθένας να πιει νερό. Τώρα η γης, ανοίξανε –πώς να το πω; Ανοίξανε πιο πολύ βαθιά και αυτά τα νερά, που ήταν υγιεινά, φτιάξανε τουαλέτες τώρα, αυτά όλα πηγαίνουν, όλα στη γη γίνονται. Και αυτά τα κόψανε όλα. Δεν υπήρχε κάτι το καλύτερο νερό –πώς λένε;– υγιεινό, ο Βρυότοπος.
Τι άλλες δραστηριότητες κάνατε στο σχολείο;
Δραστηριότητες;
Ναι, τι άλλο κάνατε;
Τα ποιήματα, ποιήματα λέγαμε 25 Μαρτίου και ποιήματα όταν τελειώνει… Τα ποιήματα ήταν τ’ς 25 Μαρτίου και θέατρο ήταν όταν τελειώναμε, τελειώναμε την τάξη το καλοκαίρι, ήταν θέατρο. Μαζευόμασταν πολλά παιδιά, το παίζαμε θέατρο.
Κάνατε δική σας παράσταση;
Παράσταση κάναμε.
Θυμάσαι εσύ τι ρόλο είχες κάνει;
Θυμάμαι… τα ποιήματα θυμάμαι, αυτού, την παράσταση, θυμάμαι δυο λέξεις μόνο: «Για να είσαι ελληνοπούλα, για να σε αγαπούν, μίλα πάντα ελληνικά. Άσ’ την ξένη γλώσσα. Μάθε ελληνικά, μάθε γλώσσες, μάθε πολλές γλώσσες, αλλά πάντα τα ελληνικά» «Για να είσαι ελληνοπούλα, για να σε αγαπούν, μίλα πάντοτε ελληνικά, Άφησε τις ξένες γλώσσες… Άφησε –λέει– τις ξένες γλώσσες, μίλα πάντα ελληνικά.» Δεν ξέρω, πολύ μικρή το αυτό, πολλά χρόνια, μάνα μ’, τα ξέχασα. Τέτοια θέατρα παίζαμε.-
Γιατί σας το ’λεγαν;-
Δηλαδή πας, άρχισαν στη Γαλλία και μίλαγαν –πώς το λένε;– μίλαγαν τα γαλλικά. Και αρχίσαμε κι εμείς να μαθαίνουν. «Μάθατε και ξένες γλώσσες, αλλά μην αφήνεις τα ελληνικά», μας έλεγαν οι δάσκαλοι. «Το ελληνικό μην το αφήνετε».
Σας άρεσε το θέατρο όμως;
Το κάναμε θέατρο.
Σας άρεσε;
Πολύ ωραίο, πολύ ωραία.
Και τα ποιήματα;
Τα ποιήματα ήτανε, επί το πλείστο, ήταν για τον Ευαγγελισμό, για την Παναγίτσα και για τους ήρωες του ’21.
Θυμάσαι κάποιο να μας πεις;
Να σας πω για τη Βαγγελίτσα, που έχω την κόρη μου. «25 Μαρτίου, Τέτοιαν ημέρα διάλεξε η σπλαχνική Μαρία για να ειπεί στον Κύριο του παντός, που άψυχα εμψυχώνει: “Κοίτα τη γη, τους χριστιανούς, με άπειρη λατρεία εμέ γιορτάζουν σήμερα, πόση σκλαβιά πλακώνει;” Και Πνεύμα Θείο χύθηκε –έπεσε στη γη το Πνεύμα– μεμιάς και την Αγία ψυχή του ενδόξου Γερμανού κι ηχολογούν οι άλλοι. Μέρα γλυκιά, μέρα λαμπρή, μέρα χαριτωμένη». Αυτό το θυμάμαι.
Φανταστικό.
Θυμάμαι και μετά, άσ’ τα… Θυμάμαι όνειρα.
Τι όνειρα;
Δηλαδή, ότι θυμάμαι πάρα πολλά ποιήματα.
Σου άρεσαν να τα διαβάζεις;
Πάρα πολύ. Και τώρα ακόμα, που γέρασα, που δεν μπορώ, δεν μπορώ, γέρασα και τώρα ακόμα διαβάζω. Διάβασα τον Κολοκοτρώνη τώρα.
Τι νιώθεις όταν τα διαβάζεις; Τι νιώθεις;
Νιώθω μια ικανοποίηση. Οι Έλληνες δεν ήταν οποιοσδήποτε λαός. Ο Έλληνας είναι… Δηλαδή, οι πρόγονοί μας ήταν πολύ σοφοί.-
Σου φέρνει μία ικανοποίηση δηλαδή;-
Αυτοί οι πρόγονοί μας έφεραν τη Δημοκρατία, για όλα τα κράτη του κόσμου. Αυτό να το ξέρετε, παρόλο που είμαι αγγράμματη, δεν πήγα υστέρα σχολείο, δεν πήγα. Το ήθελα, κάτι παραπάνω.
Ήταν σαν όνειρο, δηλαδή, να μάθεις παραπάνω γράμματα;
Πολύ, το όνειρό μου ήτανε, να μάθω. Να μάθω τη ζωή παραπάνω. Το όνειρό μου.
Γιατί όμως;
Δεν υπήρχε, μάνα μου, η δυνατότητα.
Δεν σε στήριξαν οι γονείς σου;
Ναι. Και δεύτερον, ήτανε που δεν άκουγα. Και αυτό με έκοψε. Για να πας σχολείο, να μιλήσεις και μην μπορείς να απαντήσεις, είναι πολύ δύσκολο.
Πόσο μεγάλο ήταν το πρόβλημα της ακοής;
Τώρα είναι μεγάλο το πρόβλημα. Ήτανε, μπορώ να σου πω ότι ήταν ογδόντα τα εκατό; Ογδόντα τα εκατό ήταν κακό και είκοσι αυτό. Τώρα είναι εκατό τα εκατό.
Και πώς μπορείς να ακούς;
Δεν ακούω, έχω το ακουστικό τώρα. Τώρα, ευτυχώς που έβγαλαν αυτά και μπορώ να μιλήσω.
Αλλά τότε δεν υπήρχε κάτι;
Δεν υπήρχε τίποτα. Πώς παντρεύτηκα;
Θα το πούμε κι αυτό. Οπότε, τα ποιήματά σε βοήθησαν κάπως να ολοκληρώσεις το όνειρό σου;
Ναι, πολύ. Αφού και τώρα ακόμα, και τώρα ακόμα, μου αρέσουν.
Θυμάσαι κάποιο άλλο;
Ποιο να σου πω; Αυτή τη στιγμή-
Την προηγούμενη φορά μου είχες πει ένα με το Σούλι.
Θες το Σούλι; «Η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και…» –όχι. «Αχός βαρύς ακούγεται, με νύφες και μ’ αγγόνια. Αρβανιτιά την πλάκωσε στου Δημουλά τον Πύργο Γιώργαινα, άσε τα άρματα, δεν είναι εδώ το Σούλι. εδώ είσαι σκλάβα του πασά, σκλάβα των Αρβανίτων. Το Σούλι κι αν προσκύνησε, δεν έκανε, δεν κάνει. Δαυλί στο χέρι άρπαξε κόρες και νύφες κράζει. Παιδιά μου, μην τουρκέψουμε στους Τούρκους…» Και πήγαν μετά αυτό και σκοτώθηκαν όλοι. Να μην τουρκέψουνε στους Τούρκους. Αν ξέχασα καμία λέξη, δεν θυμάμαι[01:00:00], μανάρι μου. Αυτό θυμάμαι.
Δεν πειράζει. Αυτά σας τα μάθαιναν οι δάσκαλοι;
Ναι, μας έβαζαν στις 28 –όχι, δεν ήταν τότε. 25 Μαρτίου.
Πώς νιώθατε όταν τα λέγατε;
Πολύ ωραία. Με περηφάνια. Και όταν τελειώναμε, ήτανε άλλα… ήταν με τα τσουβάλια, ήτανε αυτό, διάφορα. Κάνανε οι δάσκαλοι, κάνανε αγώνα για τα παιδιά.
Τι εννοείς με τα τσουβάλια;
Όταν τελειώναμε εξετάσεις, κάναμε –πώς λέγεται; Να περπατάς με το τσουβάλι μέσα, ποιος θα περπατήσει γρηγορότερα.
Κάποιους αγώνες δηλαδή;
Αγώνες, ναι, κάναμε αυτό το πράγμα. Και το 25 Μαρτίου ήταν τα ποιήματα.
Για να θυμάστε; Για θυμάστε αυτά τα γεγονότα;
Ναι. Μας έβαζαν για να θυμόμαστε ότι στις 25 Μαρτίου ο Παλαιών Πατρών Γερμανός πήρε τη σημαία και σήκωσε τον κόσμο. Και ο Κολοκοτρώνης ήταν ο πρώτος.
Και πώς πήρες την απόφαση να πας για μοδίστρα;
Η ζωή δεν ξέρεις πώς έρχεται. Και πρέπει η γυναίκα να ξέρει, για την οικογένειά της, να ράβει επάνω της. Ή αργότερα να βοηθάει την οικογένεια. Μπροστά να μάθει να ράβει για τον εαυτό της. Κι ύστερα, μπορεί να πας σε μία μοδίστρα και να πάω εργάτρια στη μοδιστρική. Και σε ένα εργοστάσιο, να μπορείς να ζήσεις, σου λέει. Γι’ αυτό και την έμαθα.
Σε στείλαν κάπου γονείς για να μάθεις;
Ναι, με στείλανε οι γονείς μου, δεν μαθαίνεις μόνος σου.
Πότε έγινε αυτό;
Πότε έγινε; ’60… ’58-’59. Μικρή, αυτού μέσα ήταν. Το ’62-’64 γεννήθηκε η Λίτσα, δεν είναι…
Η κόρη σου εννοείς;
Ναι.
Πες μου λίγα πράγματα, όμως, για το πώς ήταν τα μαθήματα για να γίνεις μοδίστρα; Πώς σου φαινόταν δηλαδή; Όταν έραβες, έφτιαχνες κάποια ρούχα, δεν σου άρεσε αυτό, να προσφέρεις;
[Δ.Α.]
Όχι, ε;
Αυτό είναι το δύσκολο. Μπορούσα να γίνω μια καλή μοδίστρα. Αφού κάθομαι και τώρα, που θα ράψω με το χέρι, θα το ράψω τέλειο. Αλλά δεν το θέλει μέσα μου η ψυχή μου. «Δώστε μου» –έχει η μοδίστρα μου, είχε καλές μοδίστρες, δεν πήγα οτιδήποτε. «Δώστε μου ένα βιβλίο», έλεγα τη μοδίστρα.
Σε γέμιζε το βιβλίο;
Με γέμιζε το βιβλίο. Δεν ξέρω τι είναι αυτό.
Είχες και δική σου μηχανή;
Είχα. Είχα του ποδιού μηχανή.
Θα μας πεις πώς έραβες με τον αργαλειό;
Στον αργαλειό, δεν ράβουν στον αργαλειό.
Πλέκουν.
Ο αργαλειός είναι τέσσερα ξύλα. Ενώνουνε, τα τέσσερα ξύλα, τέσσερα μεγάλα χοντρά, τέτοια χοντρά, ένα, δύο, τρία, τέσσερα. Πάει από κει κι από κάτω πάλι τέσσερα, για να στηρίζεται αυτό, κι από πάνω πάλι τέσσερα. Δηλαδή γίνονται τέσσερα τέτοια, από πάνω κάτω. Μετά βάζουνε χτένες. Χτένες, σαν χτένα, αυτό εδώ. Και βάζουν από πάνω τις κλωστές που είναι, τις ρίχνει από πάνω και μετράς, περνάς. Έτσι πηγαίνουν αυτά, όπως βλέπεις στα εργοστάσια, έτσι είναι κι αυτό, κι εκεί, στο εργοστάσιο, στο σπίτι. Βελέντζες έκανα, εγώ τις βελέντζες, πατάκια, μόνη μου τα έφτιαξα.
Τα πουλούσες κιόλας ή ήταν για το σπίτι;
Όχι, για προίκα, δεν πουλούσα. Αλλά είναι δύσκολο τον χειμώνα να καθίσεις, γιατί το καλοκαίρι με τα κάπνα, τον χειμώνα, να καθίσεις όλο τον χειμώνα έξω. Δεν ήταν μες στο σπίτι.
Με τα καπνά τι θυμάσαι; Τι έκανε ο πατέρας σου με τα καπνά;
Τι έκανε ο πατέρας μου; Γεωργία ήτανε. Κανονικά ο πατέρας μου, μπορεί να είναι χωριατόπαιδα… Ήτανε, η γιαγιά μου είχε πολλά παιδιά. Δυο κορίτσια, της ζήσανε –δεν ξέρω, δέκα παιδιά– της ζήσαν τα δυο τα πρώτα τα κορίτσια και τα δυο τα τελευταία τα αγόρια. Και ένας ήταν, ο Κώστας, ήταν στην Αίγυπτο, ο ένας. Τέλος πάντων, πώς να πω, ότι αυτοί οι άνθρωποι, προτού γίνει ο πόλεμος, για να τους πάρουν, ζούσαν σε φαρμακείο στη Λάρισα, μεγάλωναν. [Δ.Α.] εκείνα τα χρόνια, ζούσαν στο φαρμακείο, τους είχε κάποιος να… Είχε φαρμακοαποθήκη και αυτά, σαν παιδιά, φαρμακοποιοί, να βάζουν μέσα το εμπόριο, μέσα τα πράγματα. Μεγάλο φαρμακείο. Και μόλις που έγινε ο πόλεμος, τους καλέσανε κι ήρθαν στο χωριό. Ο ένας, ο θείος ήταν εκείνα τα χρόνια, οδηγούσε, έφτασε μέχρι Μικρά Ασία, που ήταν, παραήταν –τα λέει καλύτερα ο πατέρας μου, γιατί αυτά που… δεν τα σκέφτομαν, που να τα ακούσω καλά. Δεν είχαν καλόν αρχηγόν, προχωρήσαν μέσα και πήγαν προδομένοι, προχώρησαν οι Έλληνες, ο στρατός. Και προδομένοι και τους καθάρισαν μετά τους δικούς μας και αναγκάστηκαν κι έκαναν πίσω. Ας είναι καλά αυτός που έκανε τη λίμνη, ο Πλαστήρας, και έσωσε τον στρατό –το ’λεγε.
Τώρα λες για την καταστροφή της Μικράς Ασίας φαντάζομαι. Για την καταστροφή της Σμύρνης.
Ναι, ναι. Η καταστροφή της Σμύρνης ήταν. Και ο πατέρας μου ήταν μάγειρας. Μπορεί να μην πήγε μακριά, αλλά στον στρατό μέσα ήταν σαν μάγειρας. Δεν πήγε να πολεμήσει.-
Δεν πήγε στην αποστολή;
Δεν πήγε να πολεμήσει. Αλλά μέσα στον στρατό ήταν, εφτά χρόνια. Ήταν μάγειρας μέσα. Τον άρεζε. Και τώρα, μέχρι που γέρασε.
Τι σχέσεις είχατε τον πατέρα σας;
Τι σχέσεις;
Τι σχέσεις;
Καλές είχαμε. Πολύ καλές σχέσεις, δεν είχαμε [Δ.Α.]
Θυμάσαι να σας λέει κάνα παραμύθι;
Η μάνα μας δεν έλεγε, ποτέ. Η μάνα μας ήτανε ορφανή από τα δεκατρία της χρόνια. Ο μπαμπάς της –ας σας το πω αυτό. Ο μπαμπάς της, όταν πέθαινε, φώναζε. Έβλεπε τον Χάρο, λέει, μόνος του, έβλεπε τέτοια πράγματα. Ήτανε πολύ αγνοί άνθρωποι, που δεν υπάρχουν, αγόρι μου, τώρα. Δεν υπάρχουνε.
Ήσασταν πολύ αγαπημένοι;
Ναι. Γιατί δεν βλέπεις, δεν ακούς, τον Κώστα που λέω καμιά φορά, τον Γιάννη, δεν ακούς; Ο Κανάκης –έφυγε, αλλά… Ο Κώστας, δεν ακούς που λέω ότι: «Να, ο Κώστας έτσι, που έχει τα κορίτσια, που ήρθαν τα παιδιά»; Ήμασταν πολύ αγαπημένη οικογένεια. Παπαγιώργης. Ήθελαν να αγοράσουνε… Έμειναν –πώς λένε;–, ήταν στο χωριό. Και τα παιδιά τους έφυγαν όλοι. Ένας Παύλος…
Πού πήγαν τα παιδιά;
Τα παιδιά τους;
Ναι.
Τα δυο έφυγαν Γερμανία, Αμερική. Ο ένας έφυγε, ο αδερφός μου, δεκαεφτά χρονών, πήγε, έβγαλε… Δεκαεφτά έβγαλε τη νυχτερινή σχολή, πήγαινε στον Γουβενόπουλο. Και μόλις έφτασε, τα έκλεισε τα δεκαεφτά και άφηναν αυτό, πήγε στη Γερμανία. Και από τη Γερμανία μετά, ήτανε με ένα φίλο του πάλι, ξεσηκώσανε και πήγανε στο Μόντρεαλ, Αμερική. Έκανε είκοσι χρόνια.
Και εσείς μείνατε πίσω μόνη;
Και ο Παύλος, μετά ξεσηκώθηκε κι αυτός κι έκανε πέντε χρόνια κι ήρθε εδώ, στην Ελλάδα.
Έφυγε κι ο άλλος αδερφός, δηλαδή;
Ναι. Κι ο Γιάννης έφυγε, πήγε στον Βόλο, ο μεγάλος, έπιασε δουλειά εκεί και μείνανε οι γονείς. Και ο παππούς σου, επειδής ο πατέρας μου κάπνιζε πολύ τσιγάρο, ο παππούς σου τον έπαιρνε-
Ο σύζυγός σου;
Ο δικός σου παππούς.
Ο δικός σου σύζυγος.
Ο δικός μου σύζυγος και ο δικός σου παππούς, τον έπαιρνε πακέτα ολόκληρα, πακέτα ολόκληρα, πάκα, μέχρι εκεί, τσιγάρα, το –τα ξέχασα πώς τα λένε. Τα έβαζες σε ένα αυτό, για να μην κάθεται, γιατί ο πατέρας μου ένα κάπνιζε στο στόμα, ένα τύλιγε και ένα είχε στο αυτί. Και δεν μπορούσε να τον βλέπει ο γαμπρός έτσι και τον πήγαινε τσιγάρα. Τον πήγαιν[01:10:00]ε τσιγάρα και τον πήγαινε και γαρδούμπα. Επειδής τον άρεζε. Ο γαμπρός πήγαινε στον πεθερό του γαρδούμπα, τακτικότατα. Το καλό να λέγεται.
Η γαρδούμπα τι ήταν δηλαδή;
Γαρδούμπα; Είναι… Χοιρινό είναι; Δηλαδή, άντερα έχει μέσα. Ούτε κι εγώ, δεν έφαγα καμία φορά, δεν τα [Δ.Α.] με άντερα κι αυτό. Γαρδούμπα, τι είναι; Ένα κλειστό, πώς το λένε, και με ζουμάκι. Για να σου πω τώρα, πώς βάζουμε που φτιάχνουμε το κοκορέτσι; Έτσι ήταν η γαρδούμπα, αλλά αυτό το βράζουν. Πώς φτιάχνουν το κοκορέτσι; Το βράζει κομμάτια κομμάτια, το βάζανε και το βράζανε. Και το άδειαζαν σαν να είναι πατσάς, που λέμε εμείς. Γιατί το ’βαζαν σκόρδο μέσα και ξύδι.
Ενότητα 5
Η γνωριμία με τον σύζυγο, ο γάμος και η εγκατάσταση στη Γιάννουλη – Ο γάμος της αφηγήτριας, τα έθιμα και η απογοήτευση από το νέο περιβάλλον – Η ενασχόληση με τη γη
01:10:55 - 01:35:21
Κι απ’ την οικογένεια πότε φύγατε εσείς;
Πότε φύγαμε απ’ την οικογένεια;
Απ’ την οικογένεια πότε έφυγες; Απ’ τον Βρυότοπο.
Οικογένεια, έφυγα απ’ τον Βρυότοπο…
Συνεχίζουμε. Λέγαμε ότι έφυγαν τα αδέρφια από το σπίτι, από τους γονείς-
Ναι, ήταν πολύ λυπητερό για μένα που έφυγε ο αδερφός μου. Ο Παύλος ήταν… ήμουνα παντρεμένη. Αλλά ο αδερφός μου μας έλειψε. Ήμασταν αδερφάκια πολύ… Και τώρα ακόμα, είδες πώς έρχεται, να ’ρθει, θα ’ρθει στην αδερφή. Και τώρα έχουμε-
Ήσασταν κοντά;-
Ναι, και έχουμε και τώρα επαφή με το τηλέφωνο. Αυτό είναι που δεν ξεχνιόμαστε, ότι είμαστε αδέρφια.
Και πότε γύρισαν;
Γύρισαν, τώρα έχουν… Ήταν, δέκα χρόνια ήταν ο… Έχουν τριάντα χρόνια και. Έχουν χρόνια.
Αλλά όταν γύρισαν, εσείς είχατε ήδη φύγει απ’ το σπίτι;
Εγώ ήμουν παντρεμένη, με μεγάλα παιδιά.
Πότε παντρευτήκατε;
Το ’62 αρραβωνιάστηκα, το ’63 παντρευτήκαμε.
Πώς γνωριστήκατε με τον σύζυγο;
Προξενιό ήτανε. Πήγα στην εκκλησία και εκεί με δείξανε, ήταν η προξενήτρια και μ’ έδειξαν ποιο είναι το παιδί. Και ο άντρας μου ήταν τότε επίτροπος, ήταν στα κεριά, και εκεί τον γνώρισα. Όπως οι γονείς μου, το ίδιο. Ότι προξενιά οι γονείς μου, προξενιά…
Ποια ήταν η διαφορά; Στους γονείς σας-
Διαφορά είναι εκείνοι ότι… δεν επιτρεπόταν να πάει ο γαμπρός στη νύφη. Έπρεπε… αν δεν είχε τα αδέρφια της, δεν έβαζε κανένα μέσα η μάνα μου. Δεν τον έβαζε τον γαμπρό. Και ήταν, ο γαμπρός, ήταν από τη Ροδιά. Δηλαδή, η μάνα μου ήταν στη Ροδιά κι ο γαμπρός ήταν απ’ τον Βρυότοπο. Και για να πάει στη Ροδιά, ήταν χειμώνας, λέγεται… ήταν ο Ξηριάρης, Τιταρήσιος ποταμός.
Είχαμε μείνει εκεί που μου έλεγες τι είναι ο Ξηριάρης.
Ναι. Προξενιά μεν, αλλά ήταν διαφορετικά με γονείς μου. Αν δεν ήτανε… δεν μπορούσε ο γαμπρός να πάει στην αρραβωνιάρα του, αν δεν είναι μέσα η οικογένεια. Ενώ τώρα, ήρθε ο –πώς λένε;– ο Νίκος-
Ο σύζυγος;-
Ο σύζυγός μου και με πήρε και με έφερε στη μάνα του. Πολλή διαφορά.
Στην εκκλησία τον είδατε την πρώτη φορά, είπατε.
Ναι, πρώτη φορά. Και μετά, δηλαδή που είπε η προξενήτρια: «Σ’ αρέσει; Τι λες;» κι εγώ λέω: «Μ’ αρέσει» και εκείνος και κάναμε μια συνάντηση. Και κάναμε ύστερα αρραβώνα. Αυτό ήτανε. Το καλό είναι… Είναι λάθος αυτό, σημερινή εποχή, να παντρεύεται σαν να είναι –πώς λένε;
Ξένοι μεταξύ τους;
Ναι. Είναι δύσκολο, να μη γνωρίζεις τον άνθρωπο που παίρνεις.
Τι σας άρεσε σε αυτόν;
Τι μου άρεσε; Κοίταξε, αυτός, ο άντρας μου, ήταν ένας… Είχε βγάλει Γυμνάσιο, ήταν ένας άνθρωπος… εκφράσεως λόγου δεν τον έφτανε κανένας και ήταν ο καλύτερος αθλητής, που έτρεχε. Μέχρι έχει, μέσα, έχει μετάλλια, που… Πολύ καλός. Που ήταν αδίκημα, δηλαδή αυτό, που δεν είχαν οι γονείς του, που ήθελε να γίνει καθηγητής για να… δηλαδή αθλητισμού.
Και γιατί δεν έγινε;
Δεν ήθελαν οι γονείς του, γιατί δεν είχαν τα οικονομικά. Και ήταν αδίκημα. Δηλαδή εγώ, η γυναίκα του, και σήμερα, ήτανε αδικία αυτόν τον άνθρωπο. Ή να τον άφηναν… Άρεζε ό,τι και σίδηρο να έπιανε στα χέρια του [Δ.Α.] το ’φτιαχνε μηχάνημα. Δηλαδή, δούλευε το μυαλό του πολύ. Που σπανίζουν αυτό το πράγμα.
Μίλησέ μου λίγο για εκείνη τη μέρα που γνωριστήκατε. Τι θυμάσαι;
Γνωριστήκαμε, σου είπα, τίποτα δεν θυμάμαι τώρα. Μια εικόνα, που ήτανε στα κεριά, που πήρα ένα κεράκι, πήγα άναψα στην Παναγίτσα. Τίποτα άλλο δεν θυμάμαι αυτή την ημέρα. Μετά έγινε συνάντηση ακόμη μία φορά, για αρραβώνα.
Στους γονείς άρεσε ο γαμπρός;
Δεν μου χάλασαν χατίρι. Δεν μου χάλασαν χατίρι, δεν θα πω τίποτα άλλο. Υπ’ ευθύνη μου το παίρνω.
Και παντρευτήκατε αργότερα;
Σε ενάμιση χρόνο. Κοντέψαμε τα δυο χρόνια για αρραβώνα. Έρχονταν στον μήνα μία φορά, στους δυο μήνες, με το τρακτέρι –με τρακτέρ, δεν είχαν μηχανή, μετά πήρε μηχανή. Έρχονταν με το τρακτέρι και δεν ήτανε, πώς βάζεις στην πρίζα τώρα, να βάλει μπρος. Έπρεπε να βάλει ένα σχοινί και να ακούς… Και όλο το χωριό, αν ήταν δυνατόν, το χωριό είναι μικρό και όλο το χωριό: «Ήρθε ο γαμπρός του Παπαγιώργη». Τόσο πολύ! Σηκώνονταν το πρωί για να φύγει και ακούγονταν το αυτοκίνητο, το τρακτέρι.
Και σας έφερε στη Γιάννουλη;
Στη Γιάννουλη. Στη Γιάννουλη παντρεύτηκα, απόκτησα δύο παιδιά, πολύ όμορφα και πολύ έξυπνα παιδιά. Αλλά το ένα ατύχησε. Και τ’ άλλο… Ατύχησε το παιδί μου, που το έχασα κι αυτό… διέλυσε η οικογένεια. Όποιος μπορεί να πει ότι είναι να αντέξεις σε τέτοιο πόνο, δεν αντέχεται! Και φέρνει μια δυσκολία μέσα σε ένα ανδρόγυνο. Δεν είναι μόνον που θα το πω εγώ, αγράμματη. Είναι δύσκολο για να αντιμετωπίσεις έναν θάνατο, νέον, είκοσι οχτώ χρονών παλικάρι. Και να είναι… δεν μπορούν να είναι ζάχαρη και μέλι. Ο άντρας έφευγε λίγο, για να ξεχάσει. Κι έφευγε. Και η γυναίκα ήταν στο σπίτι και δεν ήξερε. Αλλά δεν μπορώ να πω παραπάνω, δεν μπορώ, μανάρι μου.
Τι πρόβλημα είχε;
Τι πρόβλημα; Ψυχολογικά προβλήματα παθαίνουν ύστερα, παθαίνεις με την ψυχολογία, σε φταίγουν όλα. Και στον άντρα και στη γυναίκα. Αυτό παθαίνουν. Όποιος δεν ζει… Να μην… Ούτε στον εχθρό σου. Ούτε να μην [Δ.Α.] τίποτα.
Στην αρχή όμως; Ήσασταν καλά;
Καλά ήμασταν. Καλά ήμασταν. Σαν ανδρόγυνο, θα μαλώσεις και θα… Όλοι, όλα τα αντρόγυνα, δεν είναι όλα μέλι και γάλα. Η διαφωνία θα υπάρχει, αλλά αν υπάρχει αγάπη σε ένα ζευγάρι, οι διαφωνίες λύνονται. Ό,τι και να υπάρχει στη ζωή. Αλλά όταν μπαίνει ένα μέσα τέτοιο, είναι πολύ δύσκολο, αγόρι μου. Δεν μπορώ να πω τίποτα παραπάνω.
Θυμάσαι τον γάμο;
Τον γάμο τον θυμάμαι, ότι ο γάμος εκεί, στο χωριό, έχουν άλλα εθίματα, άλλα εθίματα εδώ. Εκεί για να κάνεις ένα γάμο, δηλαδή να καλέσεις, θα πας στον γαμπρό… στον γαμπρό μια κουλούρα –πώς φτιάχνουν το αυτό και παίρνει για να γίνει ο γάμος. Και αποβραδίς έρχονται, ήρθαν τα μπρατίμια, χορέψαν, γάμος σχεδόν γίνεται, με μπρατίμια. Παίρναν κότες –έχουν το έθιμο, να πάρουν κότες. Άμα παραπιούν, γίνονται και λίγο…
Παίρναν τις κότες από το σπίτι σας;
Παίρνουν, δυο-τρεις κότες παίρνουν πάντα τα μπρατίμια. Παίρνουν οποιαδήποτε, το ’χουν έθιμο και να τις παίρνουν και τι τρών’ τα μπρατίμια –πώς λένε; Δίνουν κάπου να φάνε τα μπρατίμια. Είναι έθιμο αυτό.
Θυμάστε κάποιο άλλο έθιμο; Από το γλέντι;
Αυτή τη στιγμή δεν θυμάμαι, μανάρι μου.
Τα αδέρφια σας χάρηκαν για εσάς; Π[01:20:00]ώς ένιωσαν;
Τα αδέλφια μου, τα δύο ήτανε… Ο ένας ήταν ο Παύλος. Με αγαπούσανε πολύ τα αδέρφια μου, δεν μπορώ να πω. Δεν, δεν, δεν υπάρχει λόγος να πω τίποτα για τα αδέρφια μου, δεν υπάρχει. Ήμασταν αγαπημένα αδέρφια. Και τώρα ακόμα.
Στο γλέντι;
Στο γλέντι, ο Παύλος ήταν μικρός, δεκατέσσερα-δεκαπέντε χρονών, δεν είχε [Δ.Α.] Ο άλλος ήταν… εκείνος συμπαραστέκονταν. Ο πατέρας μου ήταν πιο μεγάλος, ήταν σχεδόν… Τον Παύλο τον γέννησε πενήντα χρονών. Ο πατέρας μου ήταν εξήντα πέντε χρόνων, εκεί. Μεγάλος. Δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει, να κοιτάξει, όπως έπρεπε σε ένα γάμο.
Θυμάσαι κάτι άλλο απ’ τον γάμο; Από εκείνη τη μέρα;
Θυμάμαι που… το έθιμο και που ήπιανε μετά και κάναν κέφι, κέφι κάνανε μεγάλο. Αυτοί πρώτη φορά είδαν γαϊδούρια εκεί, στο χωριό. Καρότσια που φέρναν τα καπνά και τα παίρναν αυτό. Και τρέχαν και κάνανε σαν μικρά, μια γειτονιά, σαν μικρά παιδιά παίζανε. Αυτό θυμάμαι.
Την ημέρα του γάμου;
Την ημέρα του γάμου, ήτανε… παντρεύτηκα στον Βρυότοπο, στον Άγιο Κωνσταντίνο. Κάλεσα το χωριό όλο –ήρθαν, δεν μπορώ να πω. Και από εδώ ήρθαν ο κόσμος, από τη Γιάννουλη. Και εκεί, μετά από τον γάμο, το έχουν το έθιμο, έξω από την εκκλησία γίνεται ο χορός. Θα χορέψει μπροστά η νύφη, ο γαμπρός και όλους τους συγγενείς. Και εκεί που χορεύαμε, εκεί που ήταν πιο πολύ, μαζεύτηκε μεράκι απ’ έξω όλο το χωριό, μικρό χωριό. Και με πήρε και ο άνδρας μου, με άρπαξε ύστερα από κει, είχε ένα φίλο του αυτό και με πήρε και φύγαμε, βαριόταν να κάνει… Δηλαδή, βαρέθηκε ο άνθρωπος. «Όλο τώρα, μικροί-μεγάλοι να χορεύουν;» λέει. Είναι το έθιμο αυτό. Εδώ δεν είναι. «Κάθε χωριό –κάθε χώρα– και ζακόνι, κάθε μαχαλάς και τάξη», το ξέρεις αυτό;
Τι σημαίνει αυτό;
Σημαίνει, κάθε χώρα έχει το δικό της το έθιμο, κάθε μαχαλάς έχει τη δική του τάξη. Ησυχία, έχει τα πάντα, ό,τι…
Θυμάσαι κάποιο άλλο έθιμο, δηλαδή, από τον Βρυότοπο;
Τον Βρυότοπο, θυμάμαι που μαζευόμασταν, ήταν καρκαντζάλια έλεγαν, που αυτοί ήταν… Έπρεπε να συμμαζευτούν, οι γονείς μας, μας έβαζαν νωρίς μέσα, να μη βγούμε έξω. Και άμα θα βγουν, τα καρκαντζάλια παίρναν τους ανθρώπους, αυτές που βγαίναν.
Οι καλικάντζαροι;
Καλικάντζαροι. Και τους αφήναν στις έξι η ώρα το πρωί, μόλις αυτό, τους άφηναν. Αυτό μας έλεγαν: «Μην τυχόν και βγείτε έξω από το χωριό», μην τυχόν βγούνε. Και ύστερα μάθαμε ότι αυτό είναι διαφορετικό.
Αυτό γιατί σας το έλεγαν;
Γιατί μας το ’λεγαν; Να μας φοβίζουν. Αυτοί ήταν –γιατί έγινε αυτό, πραγματικά. Οι κοπέλες που ήθελαν –παντρεμένες γυναίκες με άντρες άλλους και τους έπιασαν. Και γι’ αυτό ήταν, για να μην τους πιάσουν. Και φοβόνταν. Και βγάλαν το έθιμο αυτό στο χωριό. «Έξω από το χωριό, υπάρχουν καλικάντζαροι. Άμα θα βγεις, θα σε πάρει ο καλικάντζαρος και θα σε αφήσει το πρωί».
Δεν είχε να κάνει με τους Γερμανούς;
Όχι, δεν έχει τίποτα αυτό με τους Γερμανούς. Οι Γερμανοί είναι άλλο θέμα, τους Γερμανούς.
Απλά για να σαν τρομάξουν το λέγανε;
Ναι, μας έλεγαν για να μας τρομάξουν. Ύστερα που μεγαλώσαμε, ύστερα…
Για να επανέλθουμε, όμως, λίγο στον γάμο, θυμάσαι τι φορούσες;
Όπως είναι το νυφικό, το νυφικό του γάμου. Μετά είχα ένα φορεματάκι βουλέ άσπρο και μια τσάντα, όπως έχουν τώρα, τα μαλλιά τα είχα κι εγώ μακριά και εδώ. Μας πήγε στη Θεσσαλονίκη, νοικιάσαμε ένα ξενοδοχείο, μείναμε. Ήταν 8 Σεπτεμβρίου την ημέρα που παντρευτήκαμε. Αυτά.
Δεν θυμάσαι κάτι άλλο;
Δεν χρειάζεται παραπάνω.
Εντάξει. Και μετά μετακομίσατε στη Γιάννουλη;
Απευθείας εδώ, εδώ ήταν… την προίκα εδώ τη φέραμε [Δ.Α.]
Τι ήταν η προίκα;
Προίκα, είχαμε αυτό που… Προίκα λέγεται τον ρουχισμό, ρούχα, το ντύσιμο δηλαδή, το σκέπασμα, σεντόνια, μαξιλάρια. Αυτά λέγονται –βελέντζες για στρώσιμο, χαλιά, πατάκια– αυτό λέγεται προίκα. Προίκα λέγεται το τι παίρνεις. Είναι και τ’ άλλο, τι προίκα παίρνεις, τι σε δίνει, τι σε χαρίζει ο πατέρας σου, τι προίκα σε δίνει. Είναι άλλο, άλλο θέμα. Δεν χρειάζεται να πω τι πήρε.
Εντάξει.
Γιατί ο παππούς σου… δηλαδή ο πατέρας μου, αυτό εδώ το σπίτι, δεν είχε… ένα δωμάτιο… Τότε, τα χρόνια που ήταν, που ήρθαν από την Τουρκία, τους δώσανε δυο δωμάτια. Πάντρεψε την κόρη με ένα δωμάτιο και σάλα. Εδώ ένα δωμάτιο ήταν. Και έδωκε ο πατέρας μου μετά χρήματα κι απόσωσε κι έκανε αυτή την κουζίνα, αυτό το δωμάτιο κι αυτό. Ο πατέρας μου.-
Ο σύζυγος καταγόταν από τη Μικρά Ασία;
Ο πατέρας του καταγόταν απ’ τη Μικρά Ασία. Από το Χορευτό. Όλοι αυτοί οι Θρακιώτες.
Από τη Θράκη δηλαδή;
Χορευτό. Μικρά Ασία… Θρακιώτης. Απ’ το Χορευτό της Κωνσταντινούπολης. Ήταν μία ωραία πόλη, λένε.
Και η Γιάννουλη πώς σας φάνηκε;
Κοίταξε… δηλαδή, ο κόσμος ήταν λίγο… για μένα, ήταν πολύ διαφορετικοί, ήταν πιο κλειστός κόσμος, δεν ξανοίγονταν να μιλήσουν και…
Δεν ήταν αυτό που περιμένατε;
Δεν το περίμενα τόσο πολύ. Ενώ είχα μεγαλώσει με πολλή αγάπη, εδώ είδα πιο δύσκολη ζωή, πιο σκληροί άνθρωποι.
Δηλαδή;
Μάθανε διαφορετική τη ζωή τους. Ύστερα, και στην κοινότητα, που άκουγα, ενώ είχα μάθει ότι γινόταν όλοι μαζί, όπως έχουν στον μαχαλά, δηλαδή η γειτονιά. Είχαμε, είχαμε… «Δεν έχεις ψωμί; Θα σου δώσω εγώ», «Τι έχεις; Δεν σε φτάνει το λάδι; Θα σου δώσω». Εδώ δεν άνοιγες ποτέ πόρτα, δεν μιλούσες σε κανέναν. Και οι άντροι ήταν πιο σκληροί. Έλεγες μια κουβέντα, χτυπούσαν με το ξύλο. Τι σε φταίγει, βρε χριστιανέ μου; Εγώ είχα μάθει, είχα πάθει…
Δηλαδή, στον Βρυότοπο ήταν τελείως διαφορετικά;
Πολύ διαφορετικά. Άλλο περίμενα κι άλλο βρήκα, για να συνηθίσεις.
Υπήρχε κάποια κόντρα στη Γιάννουλη;
Η κόντρα υπήρχε, γιατί ήτανε και αριστεροί κι εδώ και δεξιοί. Και αυτοί οι δεξιοί, Μάυδες που λένε, πήγαιναν σε όλα τα χωριά από δω. Ο φόβος και ο τρόμος! Πήγαιναν σε όλα τα χωριά και πήγαιναν –δεν λέω για τον άντρα μου, δεν ήταν, ήταν μικρός για τέτοια πράγματα– πήγαιναν και παίρνανε τις προίκες από το χωριό μου, το δικό μου, του Αμπελώνα, πηγαίναν και παίρναν τις προίκες από κορίτσια, επειδής φοβόνταν ο κόσμος. Μάυδες, μαζεύαν το χωριό, ποιοι είναι αριστεροί και τους χτυπούσαν.
Χτυπούσαν τους αριστερούς δηλαδή;
Ναι. Χτυπούσαν, σκότωναν, κάναν. Ενώ στον Βρυότοπο μπορεί να ήταν, αλλά μπήκε ο πρόεδρος και έφαγε τις πρώτες. Ο πρόεδρος ήταν ο Γουνσιώτης. Αυτός σταμάτησε τους Μάυδες, δηλαδή, με τα όπλα. Εδώ ήταν ο φόβος και τρόμος. Κυριαρχούσαν τα πάντα. Και σταμάτησε και το χωριό, ο πρόεδρος του χωριού σταμάτησε, για να μη φάνε ξύλο. Ούτε αριστεροί έβγαζε, «Δεν έχω κανέναν, ούτε αριστεροί ούτε δεξιοί».
Ήταν πιο ενωμένοι στο χωριό;
Ναι, ήτανε. Αλλά βγάλανε νόμους, βγήκαν και οι αριστεροί, αλλά τους ανάγκασαν, μετά άλλοι πάλι, βγήκαν, γύριζε διαχωρισμός. Δεν γίνεται, μάνα μ’. Αλλά είχαν καλό πρόεδρος όμως.
Τι άλλο θυμάστε από τη ζωή στη Γιάννουλη;
Εδώ θυμάμαι, υπήρχαν και καλά. Εγώ γνώρισα τα αδέρφια του άντρα μου, το οποίο, ο ένας ήταν, ο μεγάλος, δεν τον γνώρισα, τον Τριαντάφυλλο, του μπαμπά του, δεν τον γνώρισα. Ο Γιάννης ήταν πολύ παλικάρι. Και ο Κλεάνθης. Γνώρισα τα αδέρφια του. Και με αγαπούσαν και τους αγαπούσα. Και τις συννυφάδες μου, δεν χάλασα… Τη μία, τη μικρότερη, της βαφτίσαμε τα παιδιά τους, τους στεφανώσαμε –[01:30:00]τη μικρότερη. Ήταν καλά παιδιά. Έλεγε, όμως, ο πεθερός μου, φώναζε τα παιδιά του, να μην αναμιχθούν πουθενά, ούτε αριστεροί ούτε δεξιοί.
Με τα πεθερικά τι σχέσεις είχατε;
Τι σχέσεις; Είχαν καλές σχέσεις με τα πεθερικά μου. Γιατί ο πεθερός μου, εγώ δεν τον γνώρισα. Η πεθερά μου, είχαμε πάλι, παρόλο που δεν ήταν καθεαυτού μάνα τους, παρόλο αυτό… Παραπάνω…
Δεν γνωρίζεις;
Πάω πάσο, δεν ξέρω.
Γυρνούσες καθόλου στον Βρυότοπο; Έβλεπες τους γονείς σου;
Εγώ, ναι. Γιατί πήγαινα στα χωράφια, αγόρι μου. Μετά από λίγο… Κοίτα, όταν παντρεύτηκα, ο Νίκος έκανε –δηλαδή ο άνδρας μου– ήταν μεσίτης, έπαιρνε βαμπάκια απ’ το χωριό, όλο το χωριό και ήταν πρόεδρος εδώ, στον Συνεταιρισμό, ήταν μέσα μέτοχος, μέσα στο Συμβούλιο μέσα, ήταν στο ΤΕΒΕ της Αμπελώνας, στο ΤΕΒΕ, τα νερά. Ήταν πολύ, να πούμε, άνθρωπος πολύ ανοιχτός. Άνθρωπος, ο οποίος σε όλα έμπαινε μέσα. Όταν φτάσαμε, ήρθαν, μεγάλωσαν τα παιδιά μας, χωρίσαμε. Ζούσαμε μαζί με τον μπατζανάκη μου, με την κουνιάδα μου. Ήρθε η ώρα, που έφτασαν τα παιδιά, πάνε για φαντάροι, ο γιος τους, ήρθε η ώρα που έπρεπε να χωρίσουν. Τότε κάτι έπρεπε να κάνω για να ζήσουμε. Είχαμε στην Αεροπορία, χίλια στρέμματα είχαν. Ξανοίγονταν πολύ, πέρα από τις δυνάμεις, με πολύ προσωπικό.
Εσείς τι εργασίες κάνατε; Τι δουλειές κάνετε;
Εμείς τι δουλειές; Ταΐζαμε τους εργάτες, αυτό θυμάμαι. Για να κάνεις, να έχεις είκοσι πέντε εργάτες θέλουν να φάνε.
Είχατε χωράφια;
Στο χωριό λες;
Στη Γιάννουλη, στη Γιάννουλη.
Εδώ; Είπα ότι νοικιάζαμε και ζούσαμε. Τα χωράφια αυτά που είναι, είναι και τώρα.
Τι παράγατε-
Και θα ’ναι-
Τι φτιάχνατε;
Τι φτιάχναμε;-
Τι καλλιέργειες;-
Καλλιέργειες ήταν βαμπάκι, και μέσα στην Αεροπορία, που βάζανε, βαμπάκι βάζαν και καλαμπόκι. Ανοιγμένο με τριακόσια στρέμματα βαμπάκι, με τετρακόσια-πεντακόσια στρέμματα στάρια. Μεγάλα, ανέβηκε σε μεγάλο βαθμό, ψηλά. Ύστερα, όταν χωρίσαμε, βάλαμε αμπέλια, βάλαμε μποστάνια, ανέβ’καμε απότομα πάνω. Και μας δίνει το ανάποδο ύστερα, που μπορούσαμε… Ξοδέψαμε του κόσμου τα λεφτά, σπουδάζαμε γιο έξω και του κόσμου τα λεφτά κάτω, αυτό εδώ και δεν κάναμε τέσσερα-πέντε χρόνια, με τους γιατροί.
Δεν ήσασταν καλά οικονομικά;
Ύστερα πέσαμε οικονομικά, εκεί που ήμασταν πολύ ανεβασμένοι. Γι’ αυτό λέει, κανένας να μην περηφανεύεται. Και πολλοί… έτσι πήγε μια γύρα και πέσαμε έτσι απότομα μέσα. Που ανεβήκαμε πολύ ψηλά, που μπορούσαμε… Και αυτό εδώ, που το βλέπετε, το είχαμε… όχι μόνο το σπίτι απάνω μπορούσε να γίνει, κι αυτό το είχαμε για βίλα. Το βγάλαμε το σχέδιο.
Αλλά είχατε για να ζήσετε τα παιδιά σας; Είχατε για να ζήσετε τα παιδιά σας;
Τα παιδιά μετά; Ίσα ίσα που να ζήσουμε. Ύστερα, ίσα ίσα να ζήσουμε. Με τ’ αμπέλι, αφήσαμε τα… Με τ’ αμπέλι λίγο πολύ και είχαμε και πενήντα στρέμματα δέντρα [Δ.Α.] που χωρίσαμε.
Σας άρεσε η ενασχόληση με τη γη;
Πολύ. Μ’ άρεσε και η γη. Γιατί εγώ έπαιρνα τα χέρια μου και έσπαζα –πώς το λένε;– το μποστάνι. Έβγαζες… Πρώτα δεν ήξερα κι εγώ πώς βάζουν. Φτιάχναν… πήραμε από Μακρυχώρι συνέταιρο και μπήκαμε μέσα στα πράγματα. Κάπου έπρεπε να ζήσουμε, οικογένεια. Κι εκεί, μας είπαν πώς να βάλουμε τον σπόρο, πήραμε εργάτες –δεν ήτανε έτσι. Πώς ρίχνουν το σύρμα –ανά μέτρο ρίχνεται το σύρμα. Πόσο πρέπει το κάθε καρπούζι, θέλει ενάμισι μέτρο έτσι και τρία μέτρα φάρδος, γιατί μπαίνει κι από δω, μπαίνει κι από κει. Αυτά δεν τα ξέραμε. Και τότε πλάκωσα δουλειά. Αλλά μπορούσες άνετα να ζήσεις, και γεωργία. Μόνο να αγαπάς τη γη. Ο άνδρας μου ζορίζονταν λίγο. Εγώ δεν ζοριζόμουν, γιατί από τα μικρά μου τα χρόνια αναγκάστηκαν οι γονείς μου κι έβαζαν κάπνα και, λίγο πολύ, μες στη γεωργία ήμαν. [Δ.Α.] λέω, μόνο υγεία να υπάρχει. Άμα θέλει ο άνθρωπος, όλα τα παλεύει.
Ενότητα 6
Οι αφηγήσεις του πατέρα της – Το παράπονο της αφηγήτριας και η επιθυμία της
01:35:21 - 01:45:32
Και για να κλείνουμε σιγά σιγά, σας έμεινε κάποιο απωθημένο; Θα θέλατε να αλλάξετε κάτι στη ζωή σας;
Απωθημένο; Θέλω. Να αλλάξει η ζωή μου, να είναι γερά τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου και να δω και ένα δισέγγονο. Τώρα, γιατί εγώ, πέρασαν τα χρόνια μου. Να δω και κάνα δισέγγονο. Αυτό είναι που θέλω στη ζωή μου. Δεν θέλω τίποτα άλλο, δεν ζητάω. Να είναι γερά, υγεία. Να έχουν αγάπη μεταξύ…
Δεν θα θέλατε να γίνεται, όμως, δασκάλα; Όπως λέγατε πριν;
Τώρα πέρασαν τα χρόνια, αγόρι μου. Τώρα είμαι στο βάθος. Τα πόδια μου, το ένα είναι, λέει, στη γούρνα και το άλλο είναι απ’ έξω. Τι να πω; Ογδόντα έξι χρονών και παλεύω. Αν δεις εσύ, που είσαι νέος, εδώ, έκανα μέσα τη βιβλιοθήκη, μ’ έπεσαν τα πόμολα –είδες που λένε; Πήρα και… Πώς να τα βάλω τα πόμολα; Εγώ πήρα τανάλια, πήρα αυτό και τα έφτιαξα και τα ’βαλα στη θέση τους, στη βιβλιοθήκη. Δεν μπορώ όμως, είμαι μεγάλη. Πονάνε τα χέρια, πονάνε τα πόδια. Μεγάλωσα. Μια πονεμένη γιαγιά. Από τη ζωή της, είμαι πολύ πονεμένη.
Ήθελες να αλλάξεις κάτι;
Τίποτα, δεν θέλω, δεν μπορώ. Τι να αλλάξω; Δεν αλλάζεται. Λέω, υγεία ζητάω, τίποτα άλλο. Υγεία και αγάπη να έχουν τα παιδούλια μου και τα εγγόνια μου.
Κάτι άλλο που θέλεις να προσθέσεις; Θυμήθηκες τίποτα από τα παιδικά σου χρόνια;
Παιδικά μου χρόνια; Σβήσαν.-
Άμα θυμήθηκες κάτι.-
Σβήσανε τα παιδικά μου χρόνια, αγόρι μου. Σβήσανε αυτά. Όπως λέει και ο παππούς: «Να ’μαν νιός καμιά φορά, να ’μαν παλικάρι». «Να ’ταν τα νιάτα δυο φορές και τα γηρατειά καμία». Έτσι έλεγε ο πατέρας μου. Μπορεί να τον έβλεπες έτσι, δηλαδή κοντούλη κι αυτό, αλλά είχε μυαλό πολύ.
Θυμάσαι κάτι άλλο που σας έλεγε ο πατέρας σου; Κάποια ιστορία;
Ιστορία, έλεγε παραμύθια, ιστορίες. Έλεγε ότι κάποτε, λέει, ήταν δυο αδερφάκια –όπως είχε και αυτός αδέρφια– και αυτά τα αδερφάκια, λέει, ο ένας προόδευσε και ο άλλος δεν προόδευε. Και η μία ήταν… Ο ένας, ο μεγάλος ήταν πλούσιος και ο μικρός ήταν φτωχός –μας το έλεγε σαν ιστορία εμάς. Και λέει: «Τι να κάνω;» λέει –η μικρή πήγαινε στη μεγάλη και τη ζύμωνε το ψωμί, φούρνιζε φαγητό, την έφερνε το φαγητό, την έκανε… ήταν σαν υπηρέτρια, η μία συννυφάδα στην άλλη. Και ό,τι περίσσευε, τάιζε τα παιδιά της. Η πλούσια όμως, λέει, παρόλο που είχε, τα παιδιά της ήταν ωχρά, ήταν κίτρινα, λέει, δεν ήταν, δηλαδή, ζωντάνια. Και ζήλευε τη συννυφάδα της. Και λέει στον άνδρα της: «Έτσι κι έτσι», λέει, «γιατί η συννυφάδα μου τα ’χει τα παιδιά της;» Λέει: «Να της κάνω εγώ», λέει, «κάτι». Πήγε μια… γιατί ήταν πολύ πλούσιος, παίρνει χρήματα, «Θα τη βάλω», λέει, «εκεί που πάει κάθε μέρα ο αδερφός μου στη δουλειά», λέει, «θα πάω να τα βάλω στη γέφυρα που περνάει, θα κρυφτώ κάτω από τη γέφυρα, για να τα πάρει». Περνάει και λέει κι αυτός: «Κάθε χρόνο –κάθε μέρα– περνάω, δεν βρίσκω», λέει. «Θα περάσω, δεν ξέρω την γέφυρα; Κλείσε τα μάτια», λέει. Την άλλη μέρα, παίρνει και βάζει τα χρήματα και ξανά πάλι. Και τώρα, απ’ τις πολλές φορές, άνοιξε μια φορά, όπως πήγαινε, φυσικά, και βρήκε τα χρήματα. Τα πάει στη γυναίκα: «Πού θα τα βάλουμε, άντρα; Θα έρθουν οι ληστές και θα μας τα πάρουν», λέει η γυναίκα, «Πού να τα βάλουμε;». Κρύβουν από δω, σκάβουν από κει, κάνουν από κει. Αυτό το ένα το ζευγάρι, που ήταν φτωχοί, κάθε βράδυ, έστω κι αυτό που μάζευε το φαγητό, ήταν κάθε βράδυ γέλια και χαρά και χορεύαν όλοι μέσα στο σπίτι. Όπως κάνανε οι γονείς μου, χορεύανε! Φτωχοί μεν, αλλά θυμάμαι τον χορό που κάνανε οι γονείς μου. Ενώ ο άλλος ήτανε… δεν χόρευαν οι αδερφοί οι άλ[01:40:00]λοι. Τώρα, μόλις με το χρήμα, που έγινε, έγινε διχόνοια μες στο σπίτι. «Πού να βάλουμε τα χρήματα;» Παίρνει κι αυτός και τα πηγαίνει πάλι –έμαθε ότι τα ’δωκε ο αδερφός του: «Αδερφέ, πάρ’ τα», λέει, «να έχω την υγεία και να έχω χαρά μες στο σπίτι μου, γιατί το χρήμα το πολύ κάνει κακό», λέει. Μας τα ’λεγε. Και πράγματι, σαν θυμάμαι τώρα τον πατέρα μου, κάθε βράδυ, εγώ θυμάμαι με γέλια και τραγούδια και πότε που παντρεύτηκα, δεν ξέρω, δεν ξέρω… Παντρεύτηκα, δεν είδα γέλιο. Δεν ξέρω πώς γελάνε. Ενώ ήταν άλλος κόσμος, δεν υπήρχε η πίκρα αυτή.
Γιατί τα έλεγε αυτά παππούς; Ο πατέρας σου;
Γιατί τα έλεγε;
Ήταν κάποιο ηθικό δίδαγμα;
Όχι, το έλεγε σαν παραμύθι. Μας έλεγε πολλά παραμύθια, πάρα πολλά. Τα ξέχασα. Άνθρωπος, που να καθόσουν να σε ξημερώσει. Και τη μαμά σου να πεις, σε ξημέρωνε. Μάζευε όχι μόνο τα ανίψια του, και από μακριά, από τις αδερφές του, τα ανίψια. Μάζευε όλα και σε ένα τζάκι, όλο τον χειμώνα –δεν είχαν, μάνα μου, λάμπα ήταν. Ένα τζάκι με ξύλα, ένα δωμάτιο ήταν. Και για να ξημερώσει, πώς; Δεν ήταν τηλεοράσεις. Και να ξημερώσουν κι αυτοί, να βγάλουν τη νύχτα. Τ’ς έλεγε παραμύθια. Άνθρωπος παραμυθάς.
Αυτό θυμάσαι πιο πολύ, ε; Αυτό σου έχει μείνει;
Πολύ. Άνθρωπος παραμυθάς. Να τον ακούς όμως, σοφά να μιλάει. Σοφά να μιλάει.
Και σας μεγάλωσε έτσι;
Μας μεγάλωσε.
Αλλά μετά, γιατί λες ότι σου έλειπαν αυτά;
Μου λείπουν αυτά, μου έλειψαν. Γιατί εδώ ήταν διαφορετικά, πολύ διαφορετική η ζωή. Μπορεί να είχαμε –γιατί όταν παντρεύτηκα, μετά πήραμε αυτοκίνητο. Ήμαστε οι πρώτοι που πήραμε αυτοκίνητο. Πήρε. Μωρό ήταν η Λίτσα, σαράντα μερών…
Η κόρη σου;
Ναι, η Λίτσα μου, η κόρη μου. Και ήρθε και με πήρε απ’ το σπίτι μαζί με τη γιαγιά –είχα πάει στη μάνα μου– και με πήρε σαράντα ημερών. Και ύστερα πήραν κι άλλα αυτοκίνητα, τρακτέρια, συμπράγκαλα, μηχανήματα, συλλεκτική μηχανή, να μαζεύουν βαμβάκι. Που εκατομμύρια, μία συλλεκτική για να αγοράσεις! Και την απαρατήσαν, ούτε να τη δώσουν. Ποιος θα δουλέψει; Ήθελε δουλειά να ανεβείς στη συλλεκτική. Έτσι, πάει χαμένη, εδώ πέρα, ήταν άδεια αυτά.
Αλλά κι όλα αυτά πάλι, δεν αντικαθιστούν την αγάπη και τον χορό, που έλεγες πριν;
Δεν υπήρχε, αγόρι μου. Κανονικά, δεν υπήρχε. Θα σου πω, ότι το καλό είναι, παντρεύτηκες, ο καθένας αμέσως τράβα, να τραβήξεις [Δ.Α.] Ποτέ δυο συνέταιροι μαζί. Είναι κακό. «Θα πας εσύ, θα πάω εγώ», «Δεν θα πας εσύ, δεν θα πάω εγώ». Και γίνεται αντιμιλιά. Και ποτέ στη ζωή να είναι, όσο και αγαπημένοι. Άλλο χωράφια και αυτό. Αλλά όταν είναι έτσι, έφτασαν τα παιδιά, μεγάλωσαν, ο καθένας να είναι στην οικογένειά του. Εγώ δεν ήξερα, ούτε ψωμί δεν είχα εδώ. Κατάλαβες τι γίνεται; Γιατί δεν ήταν… Ήταν μάνα με κόρη και αδερφός. Και μια ξένη κοπέλα.
Δεν ένιωσες ποτέ αποδεκτή;
Δεν το ένιωσα. Αν θες να πω την αλήθεια, δεν ένιωσα. Η αλήθεια. Δεν το δέχονταν. Γιατί ήμουν πολύ διαφορετική, δηλαδή, στην ομιλία μου, διαφορετικές σκέψεις. Δεν ήθελα το ξύλο, δεν ήθελα να πληγώνεις τον καθέναν, γιατί ο κάθε άνθρωπος έχει δική του αξιοπρέπεια. Όλοι έχουμε αξιοπρέπεια. Εσύ μπορεί να ανέβηκες απάνω, αλλά έχω κι εγώ, ας μην ξέρω γράμματα. Έχω αξιοπρέπεια! Να εκτιμούμε τον άλλον. Δεν ξέρω, τα λέω χωριάτικα; Τα λέω αυτό;
Μια χαρά τα λες.
Δεν ξέρω, μανάρι μου, αυτή είναι η ζωή μου. Τώρα λέω η πείρα, η πείρα της ζωής μου με έκανε. Και ο πόνος. Και ο πόνος, πονάω. Πονάω.
Δεν χρειάζεται να πεις άλλα, άμα δεν θέλεις.
Όχι, δεν θα το πω τίποτα.
Δεν χρειάζεται.
Πονάω, γιατί θα κλάψω.
Ευχαριστούμε πολύ.
Κι εγώ ευχαριστώ. Με άνοιξες από μέσα μου. Αυτά τα όνειρά μου. Και λέω το όνειρό μου είναι για τα παιδιά μου τώρα, για τα εγγόνια μου. Για μένα άσ’ το. Εγώ, τελείωσε η ζωή μου. Να είσαστε αγαπημένα, και το Ευάκι μου. Αυτό θέλω εγώ. Και η Λίτσα με τον Αλέκο. Να σας αφήσω, να έχετε αγάπη και υγεία.
Ευχαριστούμε και πάλι.
Φωτογραφίες

Πρωτομαγιά
Οικογενειακή φωτογραφία, την Πρωτομαγιά, σ ...

Αμπέλια στον Μαυρόλιθο
Ενασχόληση του ζεύγους με την γη

Πρώτο αυτοκίνητο
Το πρώτο αυτοκίνητο στην Γιάννουλη, έξω απ ...

Γλέντι στην Γιάννουλη
Γλέντι στην αυλή για την «άφιξη» του παιδιού

Αθηνά, Παύλος, Χρήστος Π ...
Αφηγήτρια σε νεαρή ηλικία με τα αδέρφια της

Γάμος Αφηγήτριας
Παπαγεωργίου Αθηνά, με σύζυγο, Ταβλαρίδη Ν ...

Γάμος Αφηγήτριας
Αναμονή νύφης στην Εκκλησία Κωνσταντίνου κ ...

Σπίτι στο Χωριό
Σπίτι Αφηγήτριας στον Βρυότοπο Λάρισας- Γο ...

Αποχώρηση Παύλου
Μετανάστευση αδερφού Αφηγήτριας, χαιρετισμ ...

Οικογένεια Αφηγήτριας
Αναμνηστική φωτογραφία στην Γιάννουλη. Απε ...

Οικογένεια Αφηγήτριας
Αναμνηστική φωτογραφία από εκδρομή

Πάσχα, Γιάννουλη, 1968

Πάσχα, Γιάννουλη, 1968
Πάσχα, Γιάννουλη, 1968
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί έπειτα από νομικό έλεγχο.
Περίληψη
Η Αθηνά Ταβλαρίδου αφηγείται τα παιδικά της χρόνια και την καθημερινή ζωή κατά τη διάρκεια της Κατοχής στον Βρυότοπο, ένα χωριό κοντά στη Λάρισα. Μιλάει για τις αναμνήσεις της από τους κατακτητές, τις συνθήκες διαβίωσης, ενώ εστιάζει στη σημασία που είχε για την ίδια το σχολείο. Το όνειρό της ήταν να μάθει γράμματα και να γίνει δασκάλα. Το πρόβλημα ακοής που αντιμετώπιζε, όμως, αποτέλεσε καθοριστικό εμπόδιο στην εκπλήρωση αυτού του ονείρου. Μιλάει, επίσης, για τον γάμο της, αλλά και για την απογοήτευση που ένιωσε για τις νέες συνθήκες ζωής της, μακριά από την αγάπη και τη θαλπωρή της οικογένειάς της, ενώ αναρωτιέται τι καθορίζει τελικά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Αφηγητές/τριες
Αθηνά Ταβλαρίδου
Ερευνητές/τριες
Γιώργος Φρουξυλιάς
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
23/10/2021
Διάρκεια
106'
Σημειώσεις Συνέντευξης
Η αφηγήτρια είναι η γιαγιά του ερευνητή
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί έπειτα από νομικό έλεγχο.
Περίληψη
Η Αθηνά Ταβλαρίδου αφηγείται τα παιδικά της χρόνια και την καθημερινή ζωή κατά τη διάρκεια της Κατοχής στον Βρυότοπο, ένα χωριό κοντά στη Λάρισα. Μιλάει για τις αναμνήσεις της από τους κατακτητές, τις συνθήκες διαβίωσης, ενώ εστιάζει στη σημασία που είχε για την ίδια το σχολείο. Το όνειρό της ήταν να μάθει γράμματα και να γίνει δασκάλα. Το πρόβλημα ακοής που αντιμετώπιζε, όμως, αποτέλεσε καθοριστικό εμπόδιο στην εκπλήρωση αυτού του ονείρου. Μιλάει, επίσης, για τον γάμο της, αλλά και για την απογοήτευση που ένιωσε για τις νέες συνθήκες ζωής της, μακριά από την αγάπη και τη θαλπωρή της οικογένειάς της, ενώ αναρωτιέται τι καθορίζει τελικά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Αφηγητές/τριες
Αθηνά Ταβλαρίδου
Ερευνητές/τριες
Γιώργος Φρουξυλιάς
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
23/10/2021
Διάρκεια
106'
Σημειώσεις Συνέντευξης
Η αφηγήτρια είναι η γιαγιά του ερευνητή