© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Ένας επιζών της σφαγής που έγινε στη Δράκεια Πηλίου το 1943 αφηγείται

Κωδικός Ιστορίας
20090
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Σταύρος Ζερμπίνος (Σ.Ζ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
19/10/2021
Ερευνητής/τρια
Δήμητρα Ξηροφώτου (Δ.Ξ.)
Δ.Ξ.:

[00:00:00]Θα μου πείτε το όνομά σας;

Σ.Ζ.:

Σταύρος Γεωργίου Ζερμπίνος.

Δ.Ξ.:

Είμαστε εδώ πέρα με τον κύριο Σταύρο Ζερμπίνο, είμαι η Δήμητρα Ξηροφώτου, ερευνήτρια στο Istorima. Σήμερα έχουμε 20/10/2021, είναι 10:00 η ώρα το πρωί, είμαστε στην Αγριά και θα κάνουμε μια ωραία συνέντευξη, μια ωραία συζήτηση μάλλον, με τον κύριο Σταύρο, να μας πει λίγο κάποια πράγματα για τη ζωή του. Κύριε Σταύρο, μιλήστε μου για σας, πού γεννηθήκατε;

Σ.Ζ.:

Γεννήθηκα στη Δράκεια στις 16 Απριλίου του 1930.

Δ.Ξ.:

Μιλήστε μου λίγο για τα παιδικά σας χρόνια, πώς ήταν να μεγαλώνει κάποιος εκεί;

Σ.Ζ.:

Τα παιδικά μου... τα πρώτα παιδικά μου χρόνια μέχρι τα 7 χρονών ήμασταν καλά. Ζούσαμε καλά, πλούσια μπορώ να πω, ζούσε ο πατέρας μου. Πέθανε ο πατέρας μου το 1937 με 1938, εκεί ανάμεσα, και ορφανέψαμε από πατέρα. Η μάνα μου είχε έξι παιδιά. Είχαμε δυο συγγενείς, αδέρφια του πατέρα, μου και τα... αυτοί τα είχαν κοινά την περιουσία τους, κοινή, όποιος ήθελε… κουμάντο έκανε ο πατέρας μου. Φεύγοντας ο πατέρας μου, το σπίτι ήταν ένα αρχοντικό, μπαίνανε οι μπαρμπάδες μου, οι αδερφοί του πατέρα μου, και παίρναν: λάδι, ελιές, σιτάρι κι ό,τι είχε μέσα, ό,τι είχαν οι αποθήκες, σίγα σιγά τις αδειάσαν. Με λίγα λόγια, το 1939 αρχίσαμε να πεινάμε. Η μάνα μου άρχισε και ξενοδούλευε για να τα φέρει βόλτα. Εγώ, επειδής είχα... ήμαν απ’ τα μεγαλύτερα, είχα μια αδερφή μεγάλη πρώτη, την Ελένη, είχα κι έναν αδερφό, τον Δημήτρη, αλλά ήταν κωφάλαλος, και τη βοηθούσα, πήγαινα και εγώ σε ξένη δουλειά. Είχαμε ένα γαϊδουράκι στο σπίτι και μ’ αυτό άρχισα να κάνω τον αγωγιάτη, έγινα αγωγιάτης. Φορτώναμε τότε τα μήλα, τα κάστανα, ελιές, οτιδήποτε, λάδια, πατάτες, ξέρω γω, και τα κατεβάζαμε απ’ τη Δράκεια στην Αγριά, δεν είχε τότε συγκοινωνία με τα ζώα. Είχε δυο καλούς συγγενείς ο πατέρας μου, τον Θόδωρο τον Χαλκιά και τον Γιάννη τον Ζαμπαρδίκο, οι οποίοι με υποστήριζαν πολύ αυτοί, δηλαδή με δίναν δουλειά κάθε μέρα σχεδόν. Αυτά μέχρι ένα σημείο που συνέβησαν τα γεγονότα με τους Γερμανούς. Πήγα κι εγώ στο καφενείο, πώς βρέθηκα στο καφενείο κι εγώ μαζί με τους... τους φίλους, ανθρώπους, Δρακειώτες εκεί πέρα, δικοί μας, στο καφενείο, για να με πούνε... μαζί με άλλους βέβαια, και άλλοι κάναν, πολλοί αγωγιάτες ήμασταν, να με πουν πού θα πάω θα φορτώσω αύριο. Καθόμουν στο καφενείο –αυτά σας τα λέω, είναι τα σοβαρότερα που πέρασα στη ζωή μου–, καθόμασταν στο καφενείο, έκανε κρύο, χιόνιζε, έβρεχε, «Γερμανοί! Γερμανοί στην πλατεία ήρθαν». Φοβηθήκαμε, σηκώθηκα και βγήκα έξω στην πλατεία, γεμάτη η πλατεία Γερμανούς. Προσπάθησα να φύγω προς τα πάνω, να πάω στο σπίτι μου, με εμπόδισαν οι Γερμανοί, δεν μ’ αφήσαν. Ξανά από άλλη... από άλλο σημείο της πλατείας, το ίδιο και εκεί. Εν τω μεταξύ έπεσε και μια ριπή πολυβόλου, αυτή θα σας πω άλλη φορά τι έκανε. Αναγκάστηκα εκείνη την ώρα μαζί με άλλους, που βγάζανε απ’ το ένα το καφενείο να τους πάνε στο άλλο, που ήτανε πιο καινούργιο, πιο στέρεο, ασφαλές, και μας βάλαν μες στο καφενείο. Μας μαζέψαν όλους, σωρό κάτω. Ένας σωρός. Εγώ ήμουνα όλη νύχτα στα γόνατα, δεν βρήκα… άλλοι καθόντουνα... καθόντουσαν στην καρέκλα, άλλοι ήταν όρθιοι. Εγώ ήμαν γονατισμένος, και άλλοι πολλοί ήταν, εγώ ήμαν γονατισμένος. Άκουγα, βάλαν και δυο πολυβόλα απάνω στο... σε δύο τραπέζια εκεί και μας σημαδεύαν. Άρχισε το μαρτύριο από τότε. Εγώ όλα τα άκουγα, αλλά δεν τα ’βλεπα καλά. Κάποια στιγμή, ένας Μιχόπουλος, που ήταν μέσα και αυτός, ήξερε τα γερμανικά, τα γαλλικά, δεν θυμάμαι, μάλλον τα γερμανικά ήξερε, και είπε στους Γερμανούς: «Τι θέλετε;» Οι Γερμανοί... Ο Γερμανός τον είπε: «Δεν θέλουμε τίποτα, θα σας ανακρίνουμε και το πρωί θα σας αφήσουμε να πάτε στα σπίτια σας, μόνο να καθίσετε φρόνιμα». Το πιστέψαμε, το κάναμε. Κάποια στιγμή, μπαίναν, βγαίναν οι Γερμανοί, κάναν, σημαδεύαν, κάναν, μεταξύ τους συζητούσαν, μας κοιτούσανε. Λέγαμε... Έλεγα, στην ηλικία που ήμαν, βέβαια, 14 χρονών τότε: «Εδώ θα μας σκοτώσουν». Κάποια στιγμή, για να τους καλοπιάσουν μάλλον, έτσι κατάλαβα εγώ, τους είπαν... είπαν στον Μιχόπουλο να τους πει αν θέλουν μήλα να τους φέρουμε, κουκόσες, έτσι τα λέγαμε, καρύδια, κουκόσες. Δέχτηκε ο Γερμανός. «Τώρα ποιον να στείλουμε;» είπαν. «Να στείλουμε τον Σταύρο». Και με φωνάξανε, βγήκα έξω και έτυχε να ακουμπήσω, από τον φόβο μου δεν ήξερα τι έκανα, να ακουμπήσω στο τραπέζι με τα πολυβόλα, ε; Δεν με πήραν... Δεν με είπαν τίποτα, δεν με πείραξαν. Λέει: «Να πας να τους φέρεις... να φέρεις μήλα και κουκόσες». Εγώ φοβόμαν να πάω μόνος μου, λέω: «Να πάρω και τον Γιώργο τον μουστακαλή». Πήρα τον Γιώργο, βγήκαμε έξω, δεν πήγαμε στα κοντινά σπίτια εκεί πέρα, όλοι είχανε μήλα, τέτοια πράγματα. Προτίμησα να πάω πάνω ψηλά, σ’ ένα σπίτι του Βασίλη του Τζέρα, απόκεντρο μέρος. Σκοτεινά, ήταν επικίνδυνο. Και πήγαμε από εκεί. Φώναξα, βγήκε η κυρα-Ασπασία, η μάνα. Αυτή η μάνα είχε κει μέσα δύο παιδιά, που ήταν φίλοι μου, δυο παιδιά και έναν γαμπρό στην κόρη της. Λέω: «Έτσι και έτσι, μας έχουν πιάσει και μας είπαν το πρωί θα φύγουμε. Αν είναι να μας δώσεις μήλα κι εσύ αν έχεις». Μας έδωσε, αλλά δεν πήραμε πολλά, ήτανε... μας είπε: «Μπέστε, πάρτε», πού να πάρουμε. Τέλος πάντων, πήραμε. Είχανε κι έναν υπάλληλο τότε, τους λέγανε... τους μόνιμους, τους καλούς εργάτες, τους λέγανε «παραγιούς». Λέει: «Να έρθω και εγώ να σας βοηθήσω», και θυμάμαι τότε τον είπα: «Άντε ρε Μήτσο, κάτσε». Ήταν ο Μήτσος ο Ζαφειρίου, τώρα έχει λίγα χρόνια που πέθανε, τέσσερα, πέντε, έξι χρόνια έχει που πέθανε, έξι χρόνια μάλλον έχει, όποτε με έβλεπε, έλεγε: «Μ’ έσωσες τη ζωή!» μ’ έλεγε. Δεν τον άφησα να ’ρθει. «Άντε», του λέω, «κάτσε, μη σε... σε σκοτώσουν τίποτε». Και με άκουσε.  Αλλά δεν πήγαμε, πήγαμε και σε άλλα σπίτια, γυρίσαμε. Να μάθουμε, ρωτούσαμε. Σε άλλα σπίτια: «Πού είναι ο Γιώργος;» «Τώρα η... Γιώργος; Είναι στα Παλιάμπελα». Τι ήταν; Η αδερφή του μου τα ’πε αυτά… Τα Παλιάμπελα ήταν ένα μέρος που πηγαίναμε και κρυβόμασταν εκεί πέρα, είχε σπηλιές, είχε ρεματιές, είχε... και πηγαίναμε πολλές φορές και κρυβόμασταν, γιατί οι Γερμανοί εκάνανε... οι Ιταλοί, οι Γερμανοί όταν έρχονταν, φοβόμασταν, οι μεγάλοι φοβόταν και πηγαίναν εκεί. Τα ήξερα όμως και εγώ τα Παλιάμπελα. Τέλος πάντων. Γυρίσαμε, πήγαμε στο καφενείο, εδώσαμε τα μήλα, τα καρύδια. Εκεί τα πήρε ο Γερμανός και βγήκε έξω. Εκείνη την ώρα, βρήκαν τη... βρήκα εγώ, μάλλον, την ευκαιρία και είπα: «Πήγα και στο δικό σου το σπίτι, πήγα και στο δικό σου, πήγα και στο δικό σου!». Με [00:10:00]ευχαρίστησαν, με είπαν «μπράβο» που τους έφερα καλά νέα: «Δεν έχουν πειράξει κανέναν έξω. Είναι ησυχία». Και πραγματικά, δεν βρέθηκε ένας άνθρωπος να μας πει ένα «αλτ!», ένα «σταματήστε!». Τίποτα, είχαν ειδοποιηθεί και λουφάζανε; Τέλος πάντων. Περνούσε η ώρα, περνούσε… πιστεύαμε, υπομονή κάναμε, ότι το πρωί να ξημερώσει, ποιο πρωί; Τι πρωινό θα ήταν εκείνο; Κάποια στιγμή μπήκε ένας Γερμανός μέσα, ψηλός, ξεκούμπωσε – οι Γερμανοί είχαν ένα αδιάβροχο που το ’ριχναν πάνω τους και τα κάλυπτε όλα και δεν βρέχονταν, δεν κάναν. Το ξεκούμπωσε εδώ πέρα και το έριξε απάν’ στις καρέκλες. Φάνηκε ένα άγαλμα, τον θαύμασα! Λέει… ο καφετζής ήταν ένας πανέξυπνος άνθρωπος, ο Γιώργος ο Θεοδώρου, ήταν πανέξυπνος άνθρωπος. Καθόταν λούφιαζε εκεί πέρα, δεν μας έδινε για καφέ… πού καφέ, πού; Τσιγάρα είχε το μαγαζί και καφέδες, το καφενείο. Αυτός έκανε το κορόιδο εκεί, όλη τη νύχτα καθόταν δίπλα. Τον είδε εκεί, κάτι του είπε, κάτι απάντησε εκείνος εκεί, τον σπρώχνει, τον χτυπάει και τον ρίχνει μαζί με εμάς εκεί. Σου είπαμε... δεν έβλεπα εγώ, αλλά άκουγα. Πιο κάτω καθόταν ένας έμπορος, που έκανε... μήλα, πουλούσε μήλα, ήταν τότε οι μεσιτάδες, πουλούσε μήλα, κάστανα. Και τα πήγαινε, τα ’παιρνε και τα πήγαινε σε εμπόρους στην Αγριά. Είχε ένα χαρτί από... βγάλει, από πού το είχε βγάλει αυτό το χαρτί, είχαμε κι έναν Γερμανό γαμπρό στη Δράκεια, από εκείνον ήταν γειτόνοι, μπορεί από εκείνον. Το κοιτάζει ο Αξιωματικός, το διαβάζει, το σκίζει, το πετάει, τον παίρνει και αυτόν, τον σπρώχνει. «Άντε», είπαμε, «ήρθε το τέλος μας, θα μας σκοτώσουνε». Λέει: «Κοίταξέ τον»... κάτι του είπε στα γερμανικά εκεί πέρα, και ακούμε τη φωνή: «Να βγουν τα παιδιά έξω», είπαν στον Μιχόπουλο. Και άκουσα τη φωνή του Μιχόπουλου, που είπε: «Να βγουν τα παιδιά έξω». Βγήκαμε έξω, ήμασταν εφτά, μαζευτήκαμε εκείνη την ώρα εκεί στην πόρτα μπροστά, αλλά και με έλεγχο πάλι, μας κάναν έλεγχο. Μεταξύ μας ήταν και ένας που φορούσε μακριά παντελόνια, ο Γιάννης ο Μαστρονικολάου, ήταν και μεγαλύτερος από μας. Από εμένα τότε ήτανε μπορεί και τρία χρόνια, αλλά ήταν μικροκαμωμένος. Εγώ δεν είδα αυτή την κίνηση, γιατί ο Γερμανός τον είπε… τον κράτησε, τον εξέταζε εκεί πέρα, εγώ ήμαν με τον Κανάρη τον Σταμάτη και του έλεγα... άκουγα τον πατέρα του που του ’δινε το ρολόι και τι άλλο του ’δωσε του Κανάρη, ήμασταν φίλοι με τον Κανάρη, και του λέει: «Να ακούς τη μάνα σου, να γίνεις καλό παιδί». Βγήκαμε έξω, μας είπαν: «Θα πάτε σ’ ένα σπίτι όλοι μαζί, πιο κοντά εδώ, ποιο σπίτι είναι εδώ κοντά». Προτιμήσαμε... όπου ήτανε κοντά προτιμήσαμε, πήγαμε στου Κανάρη του Σταμάτη το σπίτι, που ήταν πίσω απ’ το καφενείο, όχι πολύ μακριά. Μπήκαμε μέσα στην αυλή, η αυλή είχε κολώνες και ανάμεσα είχε πέταβρα χτισμένα. Τα πέταβρα είναι σανίδια, σκισμένα σανίδια και καρφωμένα, δεν είχε κάγκελα τότε. Είχε χαραμάδες, έβλεπες μέσα, έβλεπες κι απ’ έξω και μια πόρτα μεγάλη, αυλόπορτα, παλιού καιρού, μεγάλη πόρτα. Δεν μπήκαμε μέσα στο σπίτι, καθίσαμε απέξω στην αυλή, εκεί μέσα, γιατί οι Γερμανοί δεν μας άφησαν μόνοι μας, έβαλαν πίσω μας... ήρθαν πίσω μας και τρεις Γερμανοί, ένα πολυβόλο και δυο σκοπευταί, πώς να τους πω; Το βάλαν απέξω απ’ την πόρτα και καθόμασταν μέσα, τους παρακολουθούσαμε από την κλειδαρότρυπα. Κάποια στιγμή, άρχισαν «πα, πα, πα», πιστολιές. Και μετά όλα τα πολυβόλα, και αυτό μαζί και τα άλλα, ακούγονταν ριπές. Έβλεπα εγώ αυτό το πολυβόλο, πετούσε τους κάλυκες κι έλεγα: «Τι τους... Πόσες κάλυκες; Τι τους ρίχνουνε; Γιατί τους ρίχνουν;» Τέλος πάντων, κράτησε αυτό μια ώρα, μιάμιση. Και ή ώρα περνούσε και δεν περνούσε. Κάποια στιγμή έλαμψε ο ουρανός, έριξαν μια φωτοβολίδα, έλαμψε το χωριό. Είχε ξημερώσει βέβαια. Έλαμψε το χωριό, παρ’ όλο που είχε συννεφιά και πούσι, η λεγόμενη. Βλέπω ότι... Κοίταζα εκείνη την ώρα απ’ την αυλόπορτα, απ’ την κλειδαρότρυπα, τους Γερμανούς έξω. Βλέπω κλείνουν το κιβώτιο, κλείνουν το πολυβόλο, τ’ αρπάζουν και… ανοίγω την πόρτα εγώ, πίσω είχε κολντιμίρια, ανοίγω την πόρτα, «φραπ», και πίσω, γύρισε ο Γερμανός και με κοίταξε. Δεν είπε τίποτα. Άλλαξα εγώ όμως δρόμο, αλλού πήγαν οι Γερμανοί, από άλλο στενό πήγα γω. Και βρέθηκα στη δυτική πλευρά της πλατείας, είναι η σκάλα, και εκεί είδα έναν σκοτωμένο. Τον κοίταξα, τον γνώρισα, είχε τα χέρια του. Και λέω: «Τριχιά κρατάει ο άνθρωπος, πήγε να πάει στο περιβόλι, να κόψει κλαδί για τα ζωντανά του και τον σκοτώσαν». Αλλά δεν κρατούσε τριχιά. Ανεβαίνω στα σκαλιά, κοίταξα την πρώτη πόρτα να δω αν έχει αίματα, γιατί μέσα ήτανε μωσαϊκό και πίστευα όπως πιστεύαμε ότι εκεί μέσα θα μας είχαν σκοτώσει. Πρώτη πόρτα, δεύτερη πόρτα τίποτα, τρίτη πόρτα τίποτα, τέταρτη πόρτα που ήταν απάν’, την είχαν βέβαια και κατεβασμένη μισά, γιατί έτσι ήταν όλη νύχτα, δεν... έσκυβες για να δεις έξω. Μπαίνω μέσα, σκύβω και μπαίνω μέσα… μια μυρωδιά άσχημη, καρέκλες ανακατεμένες, κάπες – καποτέλια τα λέγαμε τότε. Κάπες πεταμένες, σακάκια, τραγιάσκες. Ξέχασα να σας πω ότι είπαν, όταν μας μαζέψαν: «Όποιοι έχουν όπλα και μαχαίρια να τα φέρουν εδώ». Εμείς είχαμε σβανάδες και σουγιάδες –κολοκοτρώνικες τις λέγαμε τότες–, σπάζαν κάτ’, και τα βάζαμε πάν’ στο τραπέζι εκεί πέρα. Αυτά ήταν εκεί όλη νύχτα, τι απέγιναν μετά… πάνε αυτά. Τέλος πάντων, βγήκα έξω, φοβήθηκα, τόσο πολύ φοβήθηκα! Τη μάνα μου φώναξα: «Ε, ρε μάνα, γιατί δεν με βοηθάς; Πού είσαι;». Χωρίς να πάω πάνω στο σπίτι, να φύγω ελεύθερος, ήταν ο δρόμος να πάω στο σπίτι μου, χωρίς να θέλω. Πήρα τον δρόμο ανατολικά της πλατείας, έχει κι άλλα σκαλιά εκεί πέρα που κατεβαίνεις, γιατί η πλατεία είναι υπερυψωμένη. Κατέβηκα εκείνα τα σκαλιά, λίγο περπάτησα, δύο βήματα, και βλέπω δύο σκοτωμένους. Αυτούς τους είχε σκοτώσει η ριπή που έπεσε το βράδυ, η πρώτη ριπή αυτή ήτανε «μπαπ». Γιατί φεύγαν, τους είδανε και τους ρίξανε. Τους γνώρισα και αυτούς, ήταν δύο παιδιά, ο Κώστας ο Ζαμπάς και ο Κατσούδας, χωρίς να το θέλω, τι προχωρούσα; Πού να πάω; Δεν ήξερα; Τραβούσα –χωρίς να θέλω, σας λέω πάλι–, έφτασα στο σημείο που όλοι περάσαν αυτοί από εκεί, που τους έβαλε μπροστά του. Εδώ ήτανε η πεζούλα και πέφτανε από κάτ’. Αυτούς τους πήγαιναν μπροστά του τρεις τρεις και τους χτυπούσε πίσω με το πιστόλι. Ήτανε μία και έξω αυτά. Γιατί ολωνών όταν τους είδα, όταν πήγα και τους είδα, ολωνών αυτούς που ήτανε ανάσκελα, ολωνών τα πρόσωπα ήτανε παραμορφωμένα. Ένας ήταν ανάσκελα και είχε μια σφαίρα εδώ χωρίς αίμα, μια τρύπα, τι σφαίρα; Μια τρύπα είχε εδώ χωρίς αίμα. Τέλος πάντων. Αυτό δεν κράτησε πολύ, δεν ήμαν μόνος μου πολλή ώρα, ένα λεπτό, δυο λεπτά, άκουσα πίσω μου φωνές: «Μάνα! Πατέρα! Γιώργο! Παιδί μου!». Φωνές! Ήρθαν και οι γυναίκες, οι μανάδες, άντρες δεν υπήρχαν. Άντρες δεν είχε, κανέναν, δεν είχε… παιδάκια [00:20:00]ζητούσαν να βρούνε τους δικούς τους, τι να βρούνε; Σε έναν σωρό βγαίνουν; Μετά το σκεφτήκαν και τους πέρασαν απέναντι στο προαύλιο της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου. Εκεί τους βάλαν σε σειρά, τους καθάριζαν με τις ποδιές, με τα μαντήλια που είχαν, τα τσεμπέρια οι γυναίκες, τους καθάριζαν τα πρόσωπα για να τους γνωρίσουν. Τέλος πάντων, έφυγα. Δεν άντεχα άλλο! Πήγα από ένα στενό και βγήκα από πάνω, γιατί είχε έναν διάδρομο εκεί που πήγα στο σπίτι μου, δεν βρήκα τη μάνα μου, η μάνα μου είχε κατεβεί από άλλον δρόμο κι έψαχνε και αυτή στα… νόμιζε ότι ήμαν εγώ, βοηθούσε τέλος πάντων, γιατί, σας είπα, γυναίκες δεν υπήρχαν. Πού πήγα, λέτε, για να κρυφτώ; Στο σπίτι είχα και άλλα πέντε αδέρφια. Αλλά είχαμε μια γιαγιά που τα μάζευε, τα ’βαζε... τα ’βαλε και το πήρε είδηση, το κατάλαβε, γιατί ήτανε... Είχε έρθει το ’22 απ’ τη... απ’ τη Νικομήδεια, ήταν πρόσφυγας δηλαδή. Και ήξερε τα κόλπα, έζησε σε πολέμους και τα βόλεψε τα παιδιά όλη νύχτα και δεν βγήκαν. Εγώ μπήκα στο σπίτι και πήγα από κάτω από μια κάδη. Κάδη, είναι... βάζαν ελιές. Δεν είχε τσιμεντόλιθα, δεν είχε τούβλα, δεν είχε ξύλα, είχε πέτρες αυτή η κάδη και ήτανε υπερυψωμένη για την υγρασία, τόση. Και μπήκα από κάτ’ εκεί και κρύφτηκα… μπορώ να σε πω όλη μέρα ήμαν. Και άλλη μέρα ήμαν, δεν θυμάμαι. Ήρθε η μάνα μου, μας βάζει, μας έκανε, μας μάζεψε μετά να φύγουμε απ’ το χωριό, πού να πάμε; Είχαμε ένα καλύβι στην Αγριά, ένα κτήμα που είχε καλύβι. Φύγαμε και πήγαμε στην Αγριά, αλλά και εκεί φοβόμαν, φοβόμαν πολύ, γιατί κάθε πρωί ερχόταν οι Γερμανοί και κάνανε γυμνάσια. Είχε οικόπεδα, ελαιώνες, οικόπεδα γυμνά χωρίς ελιές και είχαν μέσα χαρακώματα και κάναν οι Γερμανοί γυμνάσια και δεν μπορούσα να τους βλέπω. Έτσι κύλησε η ζωή μας, καθίσαμε εκεί, καθίσαμε. Κάποια στιγμή, ανεβαίναμε στο χωριό, τι να κάνουμε; Αναγκαστικά ανεβαίναμε να πάρουμε, ανεβήκαμε... να πάρουμε τι; Ξύλα, πατάτες, ελιές, ό,τι είχαμε στο σπίτι μας. Άλλοι είχανε, εμείς δεν είχαμε. Ανεβήκαμε στο χωριό, σιγά σιγά ανταμώσαμε εκείνα τα παιδιά που ζήσαμε... εκείνα τα παιδιά που ζήσαμε σίγα σιγά ανταμώσαμε εκεί στο χωριό και πηγαίναμε… δεν παίζαμε, πηγαίναμε καθόμασταν… Ναι, δεν είδα το μνήμα πώς το φτιάξανε, πώς τους βάλανε, αλλά είχα ακούσει ότι τους βάλανε δυο δυο, τρεις τρεις, ανάλογα, τους σκέπασαν μ’ ένα σεντόνι και ρίχναν χώμα, ρίξαν χώμα. Αυτό συνέχισε και μετά, γιατί χτίσαν τοίχο γύρω γύρω και ρίχνανε και χώμα, γιατί καθόταν και φοβόντουσαν να μη... ή να μη μυρίσει ή να μην πάνε τα σκυλιά. Καθόμασταν γύρω γύρω εκεί τα παιδάκια και λέγαμε τι συνέβησαν, τι… καπνίζαμε και κανένα τσιγαράκι εκεί. Άλλος κάπνιζε, άλλος δεν κάπνιζε. Θέλω να σας πω έτσι κύλησε η ζωή αυτή με τους Γερμανούς, αλλά δεν σταμάτησε μέχρι εδώ. Είδαμε και τη... τη μάχη που έγινε στην Αλυκόπετρα με τους Γερμανούς... με τους Ιταλούς. Είδαμε τον βομβαρδισμό των Γερμανών που έκαναν στο χωριό. Βομβαρδίσαν το χωριό και ευτυχώς γλίτωσαν, με εκείνο τον βομβαρδισμό γλίτωσαν... πόσα να σας πω; Διακόσια, τριακόσια, πεντακόσια άτομα; Ήταν η εκκλησία γεμάτη, ήρθαν απ’ τον Άγιο Λαυρέντη, ήρθαν απ’ τον Βόλο, ήρθαν απ’ την... απ’ την Πορταριά να θάψουν, να γίνει η κηδεία ενός αντάρτη που σκοτώθηκε στην Αλυκόπετρα, τότε με τους Ιταλούς. Και αυτό έγινε γιατί ο αξιωματικός των Ιταλών –λέγαν τότε τα άκουσαν– έφυγε, γύρισε, δεν ακολούθησε τους Γερμανούς... τους Ιταλούς να κατεβούν στον Βόλο που παραδοθήκαν τότε, τι κάναν. Και πήγε πάνω με τους Γερμανούς και τους είπε τα καθέκαστα και ήρθαν οι Γερμανοί την επαύριον και βομβαρδίσαν το χωριό.

Δ.Ξ.:

Τι ημερομηνία ήτανε, κύριε Σταύρο, θυμάστε; Τι ημερομηνία;

Σ.Ζ.:

Ημερομηνία… φέρε την εφημερίδα, από κάτω απ’ τα...

Δ.Ξ.:

Έτσι περίπου, πάνω...

Σ.Ζ.:

Την τηλεόραση, την τηλεόραση. Την έχω, έχω εφημερίδα που έδωσα συνέντευξη και εκεί. Αυτή... Μπροστά σου, αυτού, στα φάρμακα. Ναι, είναι σωστό αυτό και–

Δ.Ξ.:

Βομβαρδισμός. 11 Φεβρουαρίου [Σεπτεμβρίου] του ’43 έγινε ο βομβαρδισμός και μετά η εκτέλεση στη Δράκεια πότε έγινε;

Σ.Ζ.:

Τις 18 Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου, του ’43.

Δ.Ξ.:

Το ’43. Ωραία, για πείτε μου λίγο. Ήμασταν εκεί πέρα που βομβαρδίζαν το χωριό. Ότι... έγινε ένας μεγάλος βομβαρδισμός, 11 Σεπτεμβρίου.

Σ.Ζ.:

Ήτανε απόγευμα, η μάνα μου είχε πάει στην εκκλησία για την κηδεία, γινόταν μεγάλος ντόρος, να το πω έτσι. Για... Μαζεύαν λουλούδια κορίτσια, να πάνε στην κηδεία. Με λίγα λόγια, συσσωρεύτηκε πάρα πολύ κόσμος στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου. Η εκκλησία είναι ανάμεσα σε δύο πλατάνια, που τις σκεπάζουν κατά κάποιον τρόπο. Οι Γερμανοί τα βλέπαν αυτά, τις κινήσεις όλες, πιστεύω, γιατί το απόγευμα ήρθαν δύο αεροπλάνα και γύριζαν, κάναν κάνα δυο βόλτες κι άρχισαν να πολυβολούν. Αυτά, είπαμε, πριν την εκτέλεση.

Δ.Ξ.:

11 Σεπτέμβρη. Μιλάμε για Σεπτέμβρη.

Σ.Ζ.:

Άρχισαν να πολυβολούν, σκοτώσαν μ’ αυτά, εκείνο... με εκείνη την περίπτωση, εφτά άτομα με τα πολυβόλα σχεδόν. Μετά άρχισε ο βομβαρδισμός, μια μπόμπα πέφτει και κάτι κάνει, μια τρύπα, ξέρω εγώ, αυτοί είχα ακούσει τότε που λέγαν ήταν τέσσερις μπόμπες, δέσμη, δέσμη μπομπών. Μια έπεσε πενήντα μέτρα πάνω απ’ την εκκλησία. Η άλλη έπεσε, δεν ήταν εκατό μέτρα, μπα. Ούτε και εκείνη ήταν πολύ κοντά στην εκκλησία, ανοίξαν τέτοιες γούρνες όσο ένα σπίτι. Όπου πέσανε καταστράφηκε το σπίτι. Στην εκκλησία ευτυχώς, τα πλατάνια τη βοήθησαν, την προστάτεψαν; Ο άγιος; Μάλλον το δεύτερο, ο άγιος την προστάτεψε. Και γλίτωσαν και πέρασε αυτό, αυτή η κατάσταση. Άλλο, ανεβαίναμε από την Αγριά. Η μάνα μου, η αδερφή μου η Ελένη, η Ελευθερία του Πατέρη πέθανε, όλοι πεθάναν: η μάνα μου, η Ελένη η αδερφή μου, η Ελευθερία του Πατέρη, έχουν πεθάνει. Η Ελευθερία ήταν γειτόνισσά μας και ανεβαίναμε απ’ την Αγριά στη Δράκεια παρέα. Μεταξύ μας ήταν και ένας Γεώργιος Δούκας, αυτός ήτανε ανιψιός του Γκούνη, Ευθύμιος Γκούνης. Έκανε τη δωρεά του ηλεκτροφωτισμού στη Δράκεια. Ευθύμιος Γκούνης. Άρχισαν οι Γερμανοί από πάνω, από το Πλια[τ]σίδι, ή μάλλον από κάτω, απ’ της Αγλαγίας, το λεγόμενο «πνευματόριο». Τι ήταν αυτό; Εκεί είχε φυλάκιο Γερμανών και... μας πολυβόλησαν εκεί. Θυμάμαι ότι οι σφαίρες σκάσανε στην... μπροστά μας «τσαπ, τσουπ» στον δρόμο. Δρόμος αμαξωτός, αλλά όχι με άσφαλτο, με χαλίκια. Γυρίσαμε πίσω και κρυφτήκαμε πίσω από το βουναλάκι εκεί, ένα βουναλάκι και κρυφτήκαμε εκεί. Μπροστά μας ήτανε μια βρύση, του Πανταζή η βρύση, και ο δρόμος ο αμαξωτός που ανέβαινε στο χωριό. Καθίσαμε λίγο, καθίσαμε, «Άντε, μάνα, θα φύγω», λέω. «Κάτσε, πού θα πας;» «Θα φύγω, δεν μπορώ». Κατέβηκα, το μάζεψα, δεν με πείραξαν τίποτα, δεν με πείραξαν, τίποτα, δεν με ρίξανε. Το μάζεψα, έφτασα στη γέφυρα του χωριού –μια γέφυρα, έτσι το λέμε εκεί από κάτω– και ανέβηκα απ’ τον δρόμο απάνω, του Τσιρώνη τον δρόμο. Άφησα τον αμαξωτό και πήγα από το καλντερίμι. Εκεί στο μισό που έφτασα [00:30:00]περίπου άκουσα απάνω στο σανατόριο: «μπουμ». Κάτι ήξερα από όλμους, από τέτοια, κάθισα και αφουγκράστηκα, σφύριξε απάνω μου ο όλμος. Πέρασε και πάει ο άτιμος και έσκασε εδώ, να. Μ’ αυτό τι έκανε; Σκότωσε τον Γιώργο τον Δούκα, τραυμάτισε τη μάνα μου εδώ και αυτό ήτανε. Γύρισα πάλι να δω τι γίνεται. Πήγα όμως απέναντι απ’ τον δρόμο, μες στα χωράφια, απέναντι, στη ρεματιά απέναντι, και φώναξα: «Τι έγινε;» «Σκοτώσανε τον Γιώργο και τραυματίσαν τη μάνα μου», μου είπε η Ελένη η αδερφή μου. Πήγα πάνω στο χωριό να ειδοποιήσω ότι έτσι και έτσι έγινε, φοβόταν ο κόσμος να πάει, δεν πήγαινε. Τέλος πάντων, γύρισα και πήγα και εγώ εκεί, αλλά ώσπου να πάω, είπαν: «Μια σκάλα». Μια σκάλα. Από κάτω από μένα, από κει που έγινε το επεισόδιο, ήτανε ελαιοτριβείο του Μιχόπουλου, να κατεβώ, να πάρω τη σκάλα. Ώσπου να κατέβω να πάρω τη σκάλα, να βάλουμε τη μάνα μου απάνω, ήρθαν απ’ το χωριό, ήταν οργανωμένοι τότε, το ΕΑΜ, ΕΛΑΣ –πώς τα λέγαν;– και ήρθαν οργανωμένοι και το προλάβαν. Τα πήραν. Βγήκα πάνω και δεν βρήκα κανέναν, είχαν φύγει. Τη μάνα μου τη χάσαμε από τότε, δηλαδή πού την πήγαν, τι την κάναν, πώς τη γιατρέψαν, τι. Την κατεβάσαν εδώ στον Βόλο, νύχτα, μέρα, τι, την πέρασαν, την πήγαν, τη... τη γιατρέψαν, τη φέρανε καλά στο χωριό. Εμείς καθόμασταν εκεί. Να σου πω από πείνα; Θα σου πω από φτώχεια; Άλλο πράμα… κλέβαμε καλαμπόκια, ψήναμε μήλα, να χορτάσουμε. Είχαμε όμως και δύο κατσίκες καλές και αρμέγαμε και τη... το μεσημέρι γάλα και πίναμε έτσι ωμό. Το πίναμε. Τι άλλο να σου πω για το σπίτι μου; Υπέφερε πολύ, η ζωή μας ήτανε... ώσπου να μεγαλώσουμε όμως, γίναμε 17-18 χρονών. Μπήκαμε μέσα, πήραμε την περιουσία, μοιράσαμε το 1947. Μοιράσαμε. Βέβαια, πήρανε... πήρε ο μπάρμπας μου, οι μπαρμπάδες μου πήραν ό,τι ήθελαν, τα καλύτερα, αλλά πήραμε κι εμείς αυτό, ένα περιβόλι εκεί κοντά στο χωριό πήραμε, το καλύτερο, για να φυτεύουμε, να μη φυτεύουμε στα ξένα χωράφια. Να έχουμε ένα δικό μας... να φυτεύουμε φασόλια, πατάτες, καλαμπόκι. Καλαμπόκι τρώγαμε, μπομπότα. Αυτά, κοριτσάκι μου, για τη ζωή τη δική μου, ήτανε πολύ… Όταν όμως γίναμε 17 χρόνων, 18, ε, πήραμε μετά. Βγαίναμε στη δουλειά, σηκώσαμε κεφάλι. Πριν ήταν αυτή κατάσταση, τι να σου πω; Όλα, ό,τι και να σου πω, όλα ήτανε… Τι άλλο να θυμηθώ απ’ τη ζωή μου; Από φόβους; Από τέτοια; Από αντάρτες; Από Δεξιούς; Από Αριστερούς; Από ποιον να φυλαχτείς, δεν ήξερες! Δεν ήξερες. Χαμογελούσες στον έναν, σ’ έβλεπε ο άλλος, σε κάρφωνε… Τέλος πάντων, αυτά απ’ τη ζωή μου, δεν… είμαι... έχω παράπονο απ’ τη ζωή μου! Έχω παράπονο! Μέχρι εκείνη... εκείνη την ηλικία υπέφεραμε πολύ, πάρα πολύ υποφέραμε. Κανείς άλλος... Λένε τώρα πεινάνε. Δεν πεινάει κανένας τώρα. Τότε πού ήτανε... Οι πολύτεκνοι πού ήταν τότε; Πού ήταν η Πρόνοια; Πού ήτανε ο Δήμος; Πού ήτανε η Εκκλησία; Πού... Τώρα δίνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, προστατεύουν. «Έχει», λέει, «φτώχεια». Δεν έχει φτώχεια τώρα, είναι καλά. Ησυχία να υπάρχει. Με τους Τούρκους να είμαστε... να τα φέρουμε βόλτα, να είμαστε καλά. Είναι πολύ καλά τώρα, δημιουργείς άμα θέλεις. Δεν είναι ανάγκη να φύγεις έξω, εδώ στην Ελλάδα έχει δουλειές να... Να δουλέψεις, να ζήσεις, έχει. Αγροτικές δουλειές, ό,τι θέλεις να κάνεις, να ζήσεις. Τότε δεν είχε τίποτα. Εκτός αυτό, φοβόσαν: «Πού τα βρήκες τα λεφτά; Γιατί τα ’χεις τα λεφτά; Έχεις λεφτά; Φέρ’ τα εδώ». Αυτά.

Δ.Ξ.:

Ήθελα να σας ρωτήσω για το... για το... για τη μέρα εκείνη, το... ’17... την προηγούμενη, 17 Δεκεμβρίου του ’43. Τι... με τι αφορμή έγινε αυτό, που σας μαζέψανε στο καφενείο, για τη σφαγή. Ποια ήταν η αφορμή; 

Σ.Ζ.:

Έγινε μια μάχη στην Αλυκόπετρα. Μια ομάδα ανταρτών... Αυτοί οι αντάρτες δεν ήταν Δρακειώτες, αυτοί οι αντάρτες δεν... δεν φύγαν από τη Δράκεια. Ήταν οργανωμένη η Δράκεια, δεν μπορώ να πω. Δεν φύγαν απ’ τη Δράκεια, δεν ήρθαν στη Δράκεια μετά το επεισόδιο, πήγανε αλλού, πήγανε προς το Κατηχώρι, προς τα κάτω, στην Παναγία Μεταξογένη, από ό,τι ξέρω. Δεν ήμουν κοντά, δεν τα ’βλεπα, απέφευγα αυτά τα... οργανώσεις και τέτοια. Και να σας πω γιατί; Ηθέλαν να με... με οργανώσουν από μικρό παιδί, γιατί πολλά παιδιά ήτανε στα «Αετόπουλα» οργανωμένα. Αετόπουλα τα λέγανε. Εγώ δεν ήθελα, όχι ότι είχα κανέναν λόγο, αλλά αυτός που έκανε κουμάντο στα Αετόπουλα, ο αρχηγός, ενοχλούσε την αδερφή μου την Ελένη. Μπορεί και να τα είχανε, δεν ξέρω, δεν επέμβαινα. Και δεν τον συμπαθούσα, δεν ήθελα. Κι αυτό το... δεν είχα επαφή με αυτά. Δεν ήρθαν στη Δράκεια οι αντάρτες. Γιατί έγινε αυτό; Γιατί είχαμε δείξει με τη μάχη στην Αλυκόπετρα με τους Ιταλούς, είχαμε κάνει το βήμα, περιθάλψαμε. Εκεί ήταν η εκκίνηση, στη Δράκεια. Σου λέει: «Αυτού είναι», εκεί ήρθαν και ξεθυμάναν. Σκοτώσανε. Δηλαδή τι κάναν; Σκοτώσαν δύο Γερμανούς, τους πήραν τις μπότες και την πλήρωσε… τέτοια αντίσταση τι να την κάνω; Τι να την κάνω τέτοια αντίσταση; Για να σκοτώσεις δυο; Και τι έκανες; Ήταν αυτοί οι αγγελιοφόροι, ανεβαίναν απάν’. Κι είπαμε, στο Πλια[τ]σίδι είχε... ήταν οργανωμένο φυλάκιο οι Γερμανοί. Είχαν Θεσσαλονίκες, αυτά. Βαθιά πράγματα, δεν τα ξέρω. Γι’ αυτό. Το επεισόδιο έγινε, αυτά, γίναν αντίποινα.

Δ.Ξ.:

Τα αντίποινα. Υπήρχε ένα κλίμα στο χωριό εκείνη τη μέρα ότι κάτι θα συμβεί, ότι έχει γίνει αυτό το πράγμα στην Αλυκόπετρα, ότι σκοτώσαν–

Σ.Ζ.:

Δεν είπαν τίποτα.

Δ.Ξ.:

Όχι, ε;

Σ.Ζ.:

Δεν ξέραν; Το κρύψαν; Να το κρύψουν όμως μέσα στο… δεν... Βγάλτε μοναχοί σας συμπέρασμα. Μέσα στους σκοτωμένους ήταν τα αδέρφια αυτωνών που ήταν οργανωμένοι. Τρεις-τέσσερις ήτανε τα αδέρφια τους, ήταν οργανωμένα. Με δράση, δηλαδή ήτανε στρατιωτικός υπεύθυνος, ήτανε τέτοια... τέτοια αξιώματα. Ήταν και τα αδέρφια, δεν θα τα ειδοποιούσαν; Έχω έναν μπατζανάκη, ζει σήμερα δω, και μου είπε ότι του είπε ο μπάρμπας του, ο αδερφός της μητέρας του, ότι τον είχαν ειδοποιήσει: «Μην πας στο καφενείο», γιατί ήταν φίλοι. «Μην πας στο καφενείο απόψε». Και δεν πήγε, τάχα ξέραν οι άνθρωποι και δεν το είπανε. Δεν είπαν στα αδέρφια τους; Δεν βγάζω, λέω δεν ξέρω, δεν μπορώ να βγάλω συμπέρασμα. Υποθέτω έτσι, τους πήραν. 

Δ.Ξ.:

Πώς τους μαζεύανε οι Γερμανοί; Πώς τους μαζεύανε τους άντρες; Πηγαίναν στα σπίτια και παίρναν τους άντρες;

Σ.Ζ.:

Όχι, είπαμε, ήτανε στα καφενεία.

Δ.Ξ.:

Στα καφενεία.

Σ.Ζ.:

Ήμασταν στα καφενεία. Γεμάτα τα καφενεία. Δεν πιστεύαμε να γίνει τέτοιο πράμα, ήταν ο καιρός της σοδειάς, νταλαβέρια, αγοράζαν, πουλούσαν μήλα, [Δ.Α.] δουλεύανε, κάνανε. Ήτανε καιρός της σοδειάς, Οκτώβρης, Δεκέμβρης... Νοέμβρης, Δεκέμβρης. Ήταν... Και ο κόσμος πού να πάει; Δεν είχε άλλη ψυχαγωγία. Το καφενείο.

Δ.Ξ.:

Πόσα άτομα ήτανε μες στο καφενείο, θυμάστε;

Σ.Ζ.:

Εκατόν τριάντα δύο, τριάντα τέσσερα... εκατόν τριάντα τέσσερα άτομα ήταν όλα. Γλιτώσαμε εφτά τα παιδιά κι άλλοι εφτά που γλιτώσανε απ’ τον σωρό μέσα, είχε και τραυματίες μες στον σωρό–

Δ.Ξ.:

Που δεν πέθαναν δηλαδή από το χτύπημα και επιβιώσανε.

Σ.Ζ.:

Ναι, ζήσαν. Αφού το πρωί ένας που πήγα και με είδε, ήταν στη γωνία, δεν ξαφνιάστηκα, είχα... ήταν θολό το μυαλό μου. Μου λέει: «Φώναξε τον γιατρό». Ποιον γιατρό; Ήταν τραυματίας μες στον σωρό. Ποιον γιατρό να φωνάξω, δεν το έλαβα υπόψη μου, δεν ήξερα μετά, έχασα. Μέχρι εκεί καλά τα πήγα. Από εκεί και πέρα, τι να δεις; Αυτό; Να μην το δουν τα ματάκια σου αυτό! Τυχερός είναι όποιος δεν έχει δει τέτοια... τέτοιες εικόνες. Να [00:40:00]δεις τον σωρό. Μη συζητάς, πολύ... πολύ φοβερό πράγμα. Δεν νομίζω, έτσι, έχω δει σκοτωμένους, τον σκοτώνει, πέφτει. Αυτό! Να ’ναι στοίβα, να... να φυλάγεται ο ένας απ’ τον άλλον, να γλιτώσει. Πολύ... Ένας εξ αυτών όταν τους βγάλαν δεν είχε πουθενά σφαίρα, τίποτα. Έσκασε; Συγκοπή; Είχε το...

Δ.Ξ.:

Θέλω λίγο να μου περιγράψετε την εικόνα και τα συναισθήματά σας εκείνη την ώρα στο καφενείο, που ήσασταν 13 χρόνων που μου είπατε. Θέλω λίγο να μου... σαν να είμαι μαζί σας κάπως να το...

Σ.Ζ.:

Έκλαιγα και μου ’λεγε ένας δίπλα: «Μην κλαις», κι έκλαιγε κι αυτός. Και πολλές φορές, έλεγα, αυτός που κάθονταν, ο Νίκος ο Τζαμτζής, μπροστά μου σε καρέκλα, κρατιέμαι απ’ την καρέκλα, γιατί κουράστηκαν τα πόδια μου όλη νύχτα έτσι, λέω: «Θα ρίξουν και θα φυλαχτώ από αυτόν, θα γλιτώσω, θα σκύψω λίγο και στο... στην πόρτα, στο... στη γωνία εδώ της πόρτας. Λίγο απ’ αυτόν και λίγο απ’ αυτόν θα φυλαχτώ, θα γλιτώσω», έλεγα. Σκεφτόμαν τ’ αδέρφια μου, τον εαυτό μου, τι κάνουν, πού καίνε, πού σκοτώνουν, πού κάνουν, αλλά δεν κάναν τέτοια πράγματα, δεν κάψανε. Δεν κάψανε. Σκοτώσαν έξω απ’ το... στα σπίτια σκοτώσαν τρεις. Και δυο αυτούς από κάτω απ’ την πλατεία, πέντε ήταν οι σκοτωμένοι έξω. Οι άλλοι ήταν σκοτωμένοι μέσα στη... απ’ το καφενείο. Όσοι ήταν στην πλατεία, στο... στα καφενεία, που τους συγκέντρωσαν σ’ ένα καφενείο, εκεί ήταν τόσα άτομα, ναι, βγαίναν τόσο, ήτανε... είχε ζωή το χωριό μας. Γίνονταν νταλαβέρια, είχε ζωή το χωριό.

Δ.Ξ.:

Στην ταφή πήγατε; Υπήρχε... Η ταφή έγινε μετά, πήγαν ανά τρεις τρεις, που είπατε–

Σ.Ζ.:

Δεν πήγα, δεν πήγα. Δεν πήγα. Και με ρωτούσαν και μ’ έλεγαν ότι έγινε έτσι, έτσι κι έτσι. Τους κουβαλούσαν, τους βάζανε έτσι, αλλού βάζαν τρεις, αλλού δυο, ανάλογα το μέρος εκεί. Η ταφή μετά από τέσσερις μέρες έγινε. Ποιος να φτιάξει τον λάκκο τον μεγάλο αυτόν; Ποιος; Δεν υπήρχαν άντρες, ένας που ήταν νεκροθάφτης ήταν και λίγο, έτσι, πηγαίναν τότε. Ένας, αυτός. Οι γυναίκες σκάβανε και κλαίγανε και πιάνανε, τι να... Κι ένα σεντόνι τους σκεπάσαν και χώμα και ξανά χώμα και ξανά χώμα, γιατί καθόταν.

Δ.Ξ.:

Μετά τι έγινε; Το χωριό πώς...

Σ.Ζ.:

Ερήμωσε το χωριό, τελείωσε το χωριό. Δεν υπήρχαν. Φύγανε όλοι: άλλος Αγριά, άλλος Λεχώνια, άλλος Άγιο Λαυρέντη, άλλος Βόλο, φύγαν πολλοί. Κι Αθήνα πήγανε κάνα δυο οικογένειες, φύγανε. Δεν είχε το χωριό. Στο χωριό μείναν μετά όσοι δεν μπορούσαν, όσοι δεν… ήταν... δεν είχαν να... οι γέροι τέτοια. Ποιος ήταν να τους περιθάλψει, να τους πάρει; Αυτοί τραβήξαν… ποιος; Δεν υπήρχαν τότε τέτοια πράγματα που υπάρχουν... τρέχουν τώρα. Μη βρέξει, μη ρίξεις μια πιθαμή και κλείσει ο δρόμος. Και άμα έκλεισε ο δρόμος τι; Έφερα απ’ τη Δράκεια με έναν άλλον, με το φορείο, από τη Δράκεια στην Αγριά, με το φορείο στα χέρια, με το φορείο της εκκλησίας... είχε σκωληκοειδίτη και πονούσε. Από τη Δράκεια στην Αγριά, δύο άτομα τον φέραμε, φιλαράκι μας, ήταν μικρότερος από μένα, γνωστός μας ήτανε, γι’ αυτό τον φέραμε με τα χέρια. Ανοίγαμε το χιόνι μέχρι την Καστανιά τη λεγόμενη. Η Καστανιά ήταν ένα μέρος εκεί. Εκεί που στρίβει ο δρόμος τώρα, να πάει για την Παναγίτσα, για την Ανεμούτσα, εκεί, να πάμε καμιά φορά, να... να τα δούμε από κοντά. Να δούμε και τίποτα του Πανταζή τη βρύση πού είναι. Κείνη δεν έχουνε... δεν... Και ήθελα και γι’ αυτό. Το λέω αυτό στην εφημερίδα, αν την κρατήσεις χαλάλι σου, κράτησέ τη να τη διαβάσεις, το λέω ότι είναι κι άλλοι σκοτωμένοι απ’ τους Γερμανούς. Να τους βάλουν κι αυτοί στον πίνακα εκεί, δεν τους βάλανε. Δεν τους βάλανε μέχρι τώρα. Είπανε, υποσχέθηκαν: «Θα το κάνουμε, θα το κάνουμε». Ίσως το κάνουν τώρα. Ακούσουν, λυπηθούν, σκεφτούν, τι να πω; Να προσφέρουν κάτι, να κάνουν, να βάλουν κι αυτούς τους σκοτωμένους. Κακήν κακώς τους σκοτώσανε. Γυναίκα μέσα είναι. Σαν τον Γιώργο τον Δούκα…

Δ.Ξ.:

Σκοτώνανε και γυναίκες και παιδιά, ε;

Σ.Ζ.:

Σκότωσαν και γυναίκα οι Γερμανοί έξω. Ναι, μια γυναίκα, ναι, τη σκότωσαν. Είχε και γυναίκα στον βομβαρδισμό, σκοτώθηκε γυναίκα με το παιδί. Η Κουτσαρίδη. Σκοτώθηκε. Δυο γυναίκες είναι στο χωριό σκοτωμένες, από... δυο γυναίκες. Ένα μωρό και παιδάκια μετά, τα άλλα, από 18 και πάνω, 19, πόσα παιδιά έχει μέσα αυτού; Η εκτέλεση πόσα παιδιά έχει; 19-20 χρονών. Πέντε-έξι είναι…

Δ.Ξ.:

Μετά τι έγινε; Μετά εσείς ήρθατε εδώ πέρα στην Αγριά, είχατε τα χωράφια, μοιράσατε την περιουσία. Τι έγινε; Πώς πήγε η ζωή μετά;

Σ.Ζ.:

Πήγαμε... ε, αρχίσαμε μετά δουλεύαμε. Δουλεύαμε σε ξένη δουλειά με τον αδερφό μου, κάναμε, δημιουργούσαμε δική μας δουλειά, ζήσαμε, ζούσαμε καλά, ζούσαμε καλά. Ναι. Μέχρι που ήρθε ο σεισμός. Καλά ζούσαμε, το ’54 που ήρθε ο σεισμός, ήμασταν... εγώ ήμουν 24 χρονών τότε, που είχα ανάγκη. Δούλευα, έκανα, έφτιαχνα...

Δ.Ξ.:

Όταν φύγαν οι Γερμανοί πώς αισθανθήκατε; Όταν φύγαν απ’ την Ελλάδα;

Σ.Ζ.:

Όταν φύγανε από–

Δ.Ξ.:

Στην απελευθέρωση.

Σ.Ζ.:

Φεύγοντας, ήμασταν ακόμα στην Αγριά. Η μάνα μου, γιατί φεύγοντας οι Γερμανοί ανατινάξαν στη Γορίτσα. Να κλείσουν τον δρόμο, να μην ακολουθήσουν οι αντάρτες. Και θυμάμαι, πήγανε, μεταξύ αυτών πήγε και η μάνα μου και πετούσαν πέτρες στη... στη θάλασσα να ανοίξει ο δρόμος. Τι άλλο να θυμηθώ; Σε μια εκκαθάριση που κάναν οι Γερμανοί; Ε, τα μπέρδεψα τώρα λιγάκι, δεν τα λέω με τη σειρά.

Δ.Ξ.:

Δεν πειράζει.

Σ.Ζ.:

Σε μια εκκαθάριση που κάναν οι Γερμανοί φύγαμε απ’ την Αγριά μ’ ένα κάρο, να ’ρθουν οι... θα ερχόταν οι Γερμανοί στην Αγριά και πήγαμε στα Λεχώνια. Στα Λεχώνια πήγαμε, τότε λεγόμενο... τότε πώς το λέγανε, το ονομάσαν τώρα… τότε ήταν «Τσικάρι». Τσικάρι, ξέρεις τι είναι; Βουνό με πουρνάρια, άγονο, βουνό. Τσικάρι, στο Τσικάρι. Εκεί ήταν κάτι σπίτια και πήγαμε. Και θυμάμαι, η νοικοκυρά, κοιμηθήκαμε με τις κότες, μας έβαλε μες στο κοτέτσι! Μες στο κοτέτσι με τους... με τα κοκόρια! Δεν είχε μέρος; Φοβόταν; Έκανε; Τι άλλο; Τι... τι τραβήξαμε με τους Γερμανούς αυτούς. Μια φορά ερχόταν οι Ιταλοί, οι Ιταλοί ήταν αλλιώς, ήτανε πλιατσικαδόροι. Ερχόταν οι Ιταλοί σ’ ένα χωράφι που είχαμε, για μικρός τώρα, θα φύγω πάλι και θα πάω πίσω. Ήμουν 11 χρόνων. ’40-’41 ήτανε, ήμουν 11 χρονών, δεν είχαν έρθει οι Γερμανοί. Μας... είχαμε ένα κτήμα εκεί πάνω στα Χάνια, στου Κυριαζή το χάνι από κάτω, με μηλιές. Ερχόταν οι Ιταλοί απ’ τον Σταυρό και μαζεύαν μήλα. Τα πήραμε είδηση εμείς με τον αδερφό μου, μουγγός ας ήτανε, ήταν πανέξυπνο! Πανέξυπνο! Πήγαμε και τα είδαμε, μας μαζεύουν τα μήλα, τι να κάνουμε; Αποφάσισα να πάω μόνος μου, 10-11 χρονών ήτανε, ’40-’41 ήτανε, να πάω στα Χάνια, στο κτήμα αυτό που είχαμε, να φυλάξω, να μην... να μην έρθουν οι Ιταλοί και μας μαζεύουν μήλα. Πήγα και λέω: «Εδώ θα ’ρθουνε, εδώ είναι κοντές οι μηλιές, τις φτάνουν». Αυτοί ανεβαίναν και πάνω και τα κουνούσανε. Πήγα δω από κάτω, από εδώ ήταν οι μηλιές, πήγα εδώ και κρύφτηκα έτσι. Πλάγιασα, λέω: «Θα καθίσω εδώ, θα ’ρθουν οι Ιταλοί, θα τους πω να φύγουνε». Να μη με δουν, ήθελα να κρυφτώ να μη με δουν, με πήρε ο ύπνος. Κοιμήθηκα. Ήρθαν οι Ιταλοί, ήρθαν σ’ αυτό το δέντρο εκεί, ανεβήκαν εκεί, με αυτό το «γκρου» που κάναν ξύπνησα, αλλά φοβήθηκα, δεν σηκώθηκα, εκεί. Μάσανε οι Γερμανοί... οι Ιταλοί, μάσαν, τι μαζέψαν και φύγανε. Ξεκίνησατε... Και πήγανε στα πενήντα μέτρα και τότε φώναξα. Σκέψου να δεις τι... τι φύλαγμα έκανα και τι... τι αποτέλεσμα έφερα. Τα πήραν τα μήλα οι Γερμανοί... οι Ιταλοί, τρέξαν πιο πολύ από ό,τι για να φύγουν, αλλά εγώ... η ζημιά έγινε, η ταλαιπωρία έμεινε. Τι άλλο;  Έχουμε ένα κτήμα με καστανιές σ’ ένα μέρος. Σας είπα ότι φυλούσαμε γίδες τότε, κατσίκες, με τον αδερφό μου, Δημήτριος Ζερμπίνος, Παντελής Κεφαλάς, πέθανε. Ο αδερφός μου πέθανε, [00:50:00]έχει πεθάνει πριν χρόνια. Θεοφάνης Πατρώνης, κωφάλαλος κι αυτός, ο μικρότερος της παρέας, κωφάλαλος, δύο κωφάλαλοι, ο αδερφός μου ο ένας, γειτονοπαίδι ο άλλος, φίλος μας. Καθόμασταν εκεί, είχαμε τις κατσίκες, πεινάσαμε. «Πάμε στα Χάνια, να φάμε από τους Ιταλούς;» «Πάμε». Τα Χάνια από μας ήτανε... είκοσι λεπτά δεν ήτανε...

Δ.Ξ.:

Ανεβήκατε είκοσι λεπτά για τα Χάνια.

Σ.Ζ.:

Ανεβήκαμε απάνω στα Χάνια. Πετύχαμε τους Ιταλούς στο συσσίτιο απάνω. Στον δρόμο όμως που πηγαίναμε... πού να βάλουμε τη… είπαμε να τα μαζέψουμε, πού να τα βάλουμε; Στον δρόμο που πηγαίναμε βρήκαμε έναν γκαζοτενεκέ. Αυτούς τους χρησιμοποιούμε τώρα για λάδι, τότε πετρέλαιο. Τότε πετρέλαιο. Και τους... τον είχε ο κτηματίας εκεί πέρα κι έπαιρνε γαλαζόπετρα απ’ το βαρέλι κι έριχνε στον ψεκαστήρα να ραντίσει τα μήλα. Αυτόν τον γκαζοντενεκέ πήραμε και πήγαμε στα Χάνια, στο χάνι του Ζήση μπροστά, γινόταν η διανομή συσσιτίου απ’ τους Ιταλούς. Καθίσαμε σ’ ένα μέρος και τα τέσσερα, περνούσανε οι Ιταλοί, το είχαν φάει, το είχαν μισοφάει, «τρακ», αδειάζαν μέσα, αδειάζαν, αδειάζαν. Στο τέλος πήραμε και λίγο ζουμί περίσσευμα. Γεμίσαμε τον κουβά, φάγαμε κι εκεί, και το πήραμε και πήγαμε στο περιβόλι πάλι, που είχαμε τις κατσίκες. Πώς θα το κάνουμε τώρα να φάμε και αύριο; Ήταν πολύ, χορτάσαμε εκείνη την ημέρα. Το κρεμάσαμε μ’ ένα σύρμα σε μια καστανιά και είπαμε: «Θα ’ρθουμε αύριο να φάμε». Πήγαμε την επαύριον, εκεί ο κουβάς κρεμασμένος, αλλά μέσα είχε μυρμήγκια, άλλα πνιγμένα, ερχότανε... Τα μυρμήγκια πήραν είδηση και άμα κάνουν, είδες, δρόμο τα μυρμήγκια, τι γίνεται, έχεις δει καμιά... φορά;

Δ.Ξ.:

Ναι.

Σ.Ζ.:

Κατεβήκαν, άλλα πνιγήκαν, άλλα... Τα βγάλαμε τα πνιγμένα και το φάγαμε, και μια χαρά το φάγαμε και περάσαμε και τη δεύτερη μέρα καλά.

Δ.Ξ.:

Δεύτερη μέρα.

Σ.Ζ.:

Αυτά. Δεν πάθαμε τίποτα, δεν είχε τότε μικρόβια, δεν είχε...

Δ.Ξ.:

Μετά την... Απ’ την απελευθέρωση θυμάστε; Τη μέρα που απελευθερώθηκε η Ελλάδα... που έφυγαν οι... Εσείς τι κάνετε εκείνη τη μέρα;

Σ.Ζ.:

Εκείνη τη μέρα στο χωριό ήμασταν, στην Αγριά ήμασταν. Δεν είχα συμμετάσχει εγώ τότε, δεν πήγα σε εκδηλώσεις, σε τέτοια. Ναι, πήγε κόσμος πολύς, φωνές, κακό, ζητωκραυγές, κατεβήκανε στον Βόλο, ανταμώσανε. Ε, δεν πήγα, δεν ακολούθησα εγώ τα αυτά, τα πράγματα, δεν ακολούθησα.

Δ.Ξ.:

Πώς αισθανθήκατε όμως; Τι συναίσθημα είχατε;

Σ.Ζ.:

Χαρά! Ελευθερωθήκαμε, ελεύθεροι. Μεγάλο πράγμα, μεγάλο! Μας είχανε καταπιέσει πολύ, που... πολύ μας είχαν καταπιέσει. Τι να σου πω; Δεν... Η ελευθερία; Μεγάλο πράγμα. Όποιος δεν έζησε τη σκλαβιά, όποιος δεν έζησε εκείνα τα χρόνια, εκείνα τα χρόνια, τα δέκα χρόνια, ’41... ’40-’41 άρχισε ο πόλεμος στην Αλβανία. Το πρώτο θύμα που είχαμε απ’ τη Δράκεια ήταν ένας Σφύρας, Νικόλαος Σφύρας. Φαντάρος, σκοτώθηκε στην Αλβανία. Έκτοτε; Πόσοι δεν σκοτωθήκανε στη Δράκεια, πόσοι; Όταν φύγανε οι Ιταλοί; Οι Ιταλοί, πάλι θα πάω στους Ιταλούς, εσείς μου λέτε για Γερμανούς, εγώ θα σας πω πάλι για Ιταλούς – θυμάμαι περιστατικό. Στα Χάνια είχαν χωράφια. Πήγανε... στον καταυλισμό των Ιταλών είχαν αφήσει. Μεταξύ αυτών είχαν αφήσει και τσίγκους, που κάνουν σκεπές, τσίγκους. Πήγαν δυο από εκεί, ένας Νικόλαος του Ζήση, Σαπουνάς ή Σταμάτης, Σταμάτης Σαπουνάς, και ένας Μαλαμούσης Κωνσταντίνος, εργάτης με αφεντικό, δουλεύαν στο χωράφι και πήγαν να πάρουν τσίγκια, να κάνουν καλύβα στο χωράφι, τους είδαν οι Γερμανοί–

Δ.Ξ.:

Οι Ιταλοί–

Σ.Ζ.:

Οι Γερμανοί. Είχαν φύγει οι Ιταλοί.

Δ.Ξ.:

Είχαν φύγει οι Ιταλοί. Ναι.

Σ.Ζ.:

Οι Γερμανοί που είχαν κατέβει από πάνω, κάναν περίπολο μες στα Χάνια. Τους είδαν, τους πήραν, τους βάλαν άνοιξαν –δεν τον είδα, άκουσα–, ανοίξαν μόνοι τους τον λάκκο και τους σκοτώσαν εκεί. Δυο σκοτωμένοι από Γερμανούς, άγραφοι, πουθενά γραμμένοι αυτοί. Μετά τι άλλο να θυμηθώ από τους Γερμανούς; Κάναν την εκκαθάριση.

Δ.Ξ.:

Η εκκαθάριση τι ήτανε;

Σ.Ζ.:

Ήταν «χτένισμα», το λεγόμενο, περνούσαν οι Γερμανοί και «χτενίζαν» την περιοχή, ψάχνανε, βέβαια, μες στα βουνά, μες στα σπίτια, μες στα δάση.

Δ.Ξ.:

Τι ψάχνανε;

Σ.Ζ.:

Να βρούνε ανθρώπους, αντάρτες. Αντάρτες. Σε ένα σημείο, στα Ξινά Νερά πάνω, μια περιοχή της Δράκειας, περάσανε οι Γερμανοί και μια γυναίκα, η πρώτη γυναίκα, αυτή η Ιφιγένεια Ρεντινιώτη. Κάτι τους αντιμίλησε, κάτι τους είπε: «Άι στο διάολο από εδώ», με συγχωρείς. Και τα ξέραν τα γερμανικά... τα ελληνικά ορισμένοι, κατάλαβαν ότι τους έβριζε και τη σκοτώσανε. Σκοτώσανε τον Αποστόλη τον Σταμάτη, πατέρα του παπά του Κώστα, που είναι τώρα στη Δράκεια πατέρας. Σκοτώσαν κι έναν Λούτσο από την Αγριά, αντάρτης, εκείνος ήταν με το όπλο, σκοτώσαν, τον βρήκανε μες στο... στο βουνό. Ποιος άλλος; Ποιον άλλον; Τρεις αυτού, τρεις και δυο πέντε, τους σκοτώσαν οι Γερμανοί αυτούς, έξω. Γι’ αυτό σου λέω, κι άλλοι, είναι και άλλοι, έπονται και άλλοι, να τους βάλουν κι αυτούς στην πλάκα εκεί, των θυμάτων, με τους Γερμανούς, γιατί οι Γερμανοί τους σκοτώσαν. Μια άλλη περίπτωση, ένας απ’ τους Ζαμπαρδίκου, το κανονικό όνομα, παρατσούκλια τότε είχαμε πολλά... ο Κλέαρχος. Υπηρετούσε μες στα Τέμπη αυτού πέρα, Κατερίνη, Τέμπη, πού είχε... είχαν οι Γερμανοί… και ένα βράδυ, οι Γερμανοί, είχε πάει ένας στρατηγός και, ναι, δεν ήξερε τι έκανε εκεί και το είχε... το είχαν πάρει είδηση οι αντάρτες και μπήκε αυτός κρυφά μες στο στρατόπεδο και πέταξε χειροβομβίδα μες στο δωμάτιο που συνεδριάζαν αυτοί. Και κατάλαβες, θα τους σκότωσε φαίνεται, αλλά τον σκοτώσαν κι αυτόν, δεν γλίτωσε, εκεί τον σκότωσαν. Οι Γερμανοί και αυτόν τον σκοτώσαν. Αυτός ήταν αντάρτης, πήγε και έκανε ζημιά, πράγματι.

Δ.Ξ.:

Τον πιάσανε μετά το περιστατικό και τον σκοτώσανε ή εκείνη τη στιγμή;

Σ.Ζ.:

Όχι, εκεί τον σκοτώσανε, στο στρατόπεδο το ίδιο, δεν πρόλαβε να φύγει. Αποτέλεσμα; Εδώ είχε μια μάνα αφήσει και δύο αδέρφια, τα καλύτερα παιδιά μες στο χωριό. Ονόματα, παλικάρια, ωραίοι άνθρωποι. Και εγώ τους θυμάμαι αυτούς, τον Κλέαρχο… Τον αδερφό του Σπύρου, πήγαν ένα βράδυ οι λεγόμενοι Δεξιοί, ομάδα στο χωριό, και πιάσανε τον μικρότερο, τον Σπύρο, στο καφενείο και τον σκοτώσανε. Και τι να κάνουμε, τον αδερφό –είπαμε– του Κλέαρχου, τον αντάρτη που σκότωσε. Και τι άλλο να τελειώσουν; Δεν το είχαν τελειώσει; Φοβόντουσαν; Πήγαν και στο σπίτι, να σκοτώσουν και τον άλλον. Τον φωνάξανε και τον είπανε: «Δημήτρη, έλα να πάρεις τον Σπύρο, είναι μεθυσμένος στο καφενείο, δεν μας ακούει, δεν έρχεται». Άκουσε εκείνος για τον αδερφό του, βγήκε έξω, πήγε. Στη γωνία τον ρίξανε, τον σκοτώσανε. Ακούει η μάνα και λέει: «Δημήτρη μου, σε φάγανε!». Σκοτώνουν και τη μάνα. Δηλαδή το κέρδος ήτανε το… τι να σου πω; Έτσι πληρώσανε αυτοί το τίμημα, με τη ζωή τους. Οι μεν έτσι, οι άλλοι έτσι. Τι άλλο να σου πω; Τι άλλο να σε πω περιστατικά τέτοια;

Δ.Ξ.:

Για αντίποινα σκοτώσανε και τον αδερφό και τη μαμά, ε;

Σ.Ζ.:

Δύο αδέρφια και τη μαμά.

Δ.Ξ.:

Δύο αδέρφια και τη μαμά. Έχασε και ο ίδιος τη ζωή του, τελικά–

Σ.Ζ.:

Ένας έδωσε για την πατρίδα τη ζωή του, έτσι λέγανε οι αντάρτες, βγήκαν αντάρτες, αντίσταση, να ελευθερώσουν την Ελλάδα. Οι άλλοι τι πληρώσαν πίσω. Για τους Γερμανούς τι να σου πω; Η χαρά μας ήταν πολύ μεγάλη, να ηρεμήσουμε, ηρεμήσαμε, αρχίσαμε. Αρχίσαμε, δημιουργήσαμε, κάναμε, φτιάξαμε, αλλά έμεινε το μίσος όμως. Μέχρι σήμερα έχει... [01:00:00]Μέχρι σήμερα έχει μείνει το μίσος. Δεν χωνεύουν τα θύματα, όσοι είχαν θύματα, τους Αριστερούς. Γι’ αυτό κι έγινε και το περιστατικό αυτό που σας λέω, έγινε μετά. Από χρόνο καιρό σκοτώσαν τα δύο αδέρφια και τη μάνα. Εκείνος πάει, σκοτώθηκε, αντάρτης, μετά από χρόνο, που φύγαν οι Γερμανοί, κάνανε, αντί να πούμε... να δώσουμε τα χέρια, βγάλαμε τα μαχαίρια. Αυτά.

Δ.Ξ.:

Αυτοί που σκοτώσαν τη μαμά και τα δύο αγόρια ήταν Γερμανοί, έτσι δεν είναι; Είχαν φύγει οι Γερμανοί και μετά τους–

Σ.Ζ.:

Μετά τους σκοτώσανε, ναι–

Δ.Ξ.:

Μετά γυρίσανε ας πούμε κάποιοι και τους σκοτώσανε;

Σ.Ζ.:

Όχι, οι ίδιοι οι Δρακειώτες τους σκοτώσανε!

Δ.Ξ.:

Α, οι ίδιοι οι Δρακειώτες!

Σ.Ζ.:

Οι ίδιοι οι Δρακειώτες τους σκοτώσανε. Οι λεγόμενοι Δεξιοί και οι άλλοι Αριστεροί. Οι ίδιοι οι Δρακειώτες. Οι ίδιοι. Μεταξύ μας μετά άρχισε. Όταν φύγανε οι Γερμανοί, εντάξει απ’ τη μια πλευρά, αλλά από την άλλη είχαμε το μίσος.

Δ.Ξ.:

Ναι, ναι.

Σ.Ζ.:

Γίνεται ένα επεισόδιο μετά. Στο Βελεστίνο; Πού, στα Μελισσιάτικα; Ήταν ένας Τσέλιος οπλαρχηγός. Είχαν βγει μετά οι Δεξιοί οπλαρχηγοί, οι αντάρτες. Δεξιοί οπλαρχηγοί, έτσι λέγαμε εμείς τότε, εδώ είχαμε έναν και τους λέγαμε «Καλαμπαλίκηδες». Εδώ στα Λεχώνια ήταν οπλαρχηγός αυτός, οι λεγόμενοι «Καλαμπαλίκηδες». Και οι άλλοι ήτανε κουμμουνισταί, κουμμουνιστοσυμμορίτες. Πήγε και έγινε ένα επεισόδιο εκεί, πήγαν να σκοτώσουν τον Τσέλιο, δεν ξέρω τι απέγινε. Δεύτερο επεισόδιο έγινε στη Δράκεια, ήρθαν οι αντάρτες, οι λεγόμενοι, βγήκανε το δεύτερο το αντάρτικο, έτσι άρχισε, μετά από τους Γερμανούς. Βγήκε το δεύτερο το αντάρτικο και ήρθανε στη Δράκεια, απ’ τη Δράκεια ήτανε, τέσσερις πέντε, και είπαμε, τότε ήτανε... οργανωνόμασταν, άνοιξε κι ένα καφενείο στη Δράκεια. Κατά σύμπτωση αυτό το καφενείο το είχαν ανοίξει Δεξιοί, ας το πω έτσι. Αυτοί που ήρθανε ενάντια στους Αριστερούς, τέτοιοι το είχαν ανοίξει. Πραγματικά, τέτοιοι. Ήρθαν αντάρτες ένα βράδυ –έτσι τους ονομάζω τώρα εγώ– 25 Μαρτίου ήτανε; Ήταν γεμάτο το καφενείο και δεν μπήκαν μέσα να πιάσουν αυτούς που θέλαν, αλλά απ’ την πόρτα ρίξαν μέσα χειροβομβίδες, σκοτώνουν έξι. Και οι έξι αυτοί, σύμπτωση, δεν ήταν κανένας οργανωμένος. Έξι σκοτώσανε οι αντάρτες με αυτή την κίνηση. Οι πέντε ήτανε άσχετοι, αθώοι. Και γι’ αυτό, λένε μετά, ότι πήγανε οι Δεξιοί στου Ζαμπαρδίκου το σπίτι, του Καούρη το σπίτι, και σκότωσαν τη μάνα και τα δύο τ’ αδέρφια. Κάτι τέτοιο γινόταν μετά τους Γερμανούς που φύγανε. Ναι μεν ελευθερία, αλλά για ορισμένους. Οι άλλοι είχανε τον φόβο. Αν έκανες έτσι, φοβόσουν να μη σε δει αυτός. Δεν μπορούσες να κάνεις βήμα. Βήμα δεν μπορείς να κάνεις. Και τότε άρχισε ο Εμφύλιος. Μεγάλο λάθος! Άρχισε ο Εμφύλιος. Ποιος έφταιγε γι’ αυτό, ποιος ξεκίνησε, είναι τα παρακάτω, λένε. Δεν ακολούθησαν οι αντάρτες, θα μπούνε... οι Αριστεροί να μπούνε στην κυβέρνηση, ο Παπαντρέου ο Γιώργος τους πρόδωσε, πώς είναι; Δεν τα ξέρω αυτά, δεν είμαι... τετάρτης δημοτικού είμαι. Γιατί έγινε η... κήρυξαν τον πόλεμο οι Ιταλοί, ήταν Οκτώβρης. Εγώ στον Οκτώβριο μπήκα στην πέμπτη τάξη δύο μήνες, δεν πήγα ξανά σχολείο. Γι’ αυτόν τον λόγο κάθομαν και βοηθούσα τη μάνα μου, όπως σας είπα αρχικά. Βοηθούσα το σπίτι δηλαδή, είχαμε... δεν είχαμε να φάμε, το ’40 δεν είχαμε να φάμε. Όλοι άρχισαν να πεινάνε απ’ το ’41, η δικιά μας οικογένεια πεινούσε απ’ το ’40, από το ’39. Δεν είχαμε... Δεν είχαμε εισοδήματα, μωρέ. Μια μάνα με έξι παιδιά, τι να τα κάνει;

Δ.Ξ.:

Πέθανε ο μπαμπάς και μετά ήταν λίγο δύσκολα.

Σ.Ζ.:

Δύσκολα; Δύσκολα; Λάθος του μπαμπά, λάθος του μπαμπά… 55 χρόνων εκείνος, πήρε τη μάνα μου 25. Την έκανε έξι παιδιά σε δέκα χρόνια και πέθανε. Όταν ζούσε ήμασταν καλά. Ήμασταν καλά.

Δ.Ξ.:

Στη σειρά ποιος είστε στην οικογένεια;

Σ.Ζ.:

Τρίτος. Αδερφή, αδερφός, αλλά κωφάλαλος. Εργατικός, πανέξυπνος, αλλά... Τρίτος είμαι.

Δ.Ξ.:

Πήρατε την ευθύνη μετά, να... για την οικογένειά, έτσι να το–

Σ.Ζ.:

Ναι, πολλά. Μέχρι... μέχρι... μέχρι τους πάντρεψα όλους, κοριτσάκι μου, όλους τους πάντρεψα, όλους τους βοήθησα! Όλους.

Δ.Ξ.:

Τη γυναίκα σας πώς τη γνωρίσατε;

Σ.Ζ.:

Με είχε πει η μάνα μου, είχε γίνει μια κουβέντα προ πολλού, μια απ’ τη Δράκεια έπιασε τη μάνα μου και λέει... Εγώ είχα δημιουργήσει εδώ στην Αγριά, ήμανε... άρχισα να γίνομαι φίρμα, είχα ανοίξει καφενείο, είχα... είχα όνομα μετά, είχα δράση. Όχι δράση, τα ’χα καλός καφετζής, φίλος, αγαπητός, εργατικός, ήμαν καλός, πολύ καλός. Όχι καυχιέμαι, ρωτήστε στην Αγριά ποιος ήταν ο Σταύρος ο Ζερμπίνος. «Βιβλίο θα γράψουμε», λένε, «μέχρι τώρα». Λέει: «Τον παντρεύεις τον Σταύρο;» Είπε η μάνα μου: «Τον παντρεύω, άμα βρω κορίτσι σαν τη... του Πατρώνη και σαν του», είπε και άλλο ένα, «και σαν του Τζαρματζά». Είχαν αυτές τότε, γιατί η μάνα μου έβλεπε και λίγο στο χρήμα, δεν το χόρτασε το χρήμα, λεφτά. Λέει: «Άμα βρω τέτοιο κορίτσι, τον παντρεύω». Τη δεύτερη που είπε την είχε ανιψιά, δεν πήγε στην ανιψιά, αλλά πήγε εδώ. Και είπε, την έκανε την κουβέντα αυτή, με έπιασε κι εμένα η ίδια. Με λέει: «Παντρεύεσαι βρε;». «Όχι», λέω. Δεν είχα μυαλό να παντρευτώ, είχε αλλάξει η ζωή μου. Σου είπα, είχα κάνα δύο χρόνια που είχα ελευθερωθεί από αδέρφια, γιατί όλους τους βοήθησα, όλους... όλους τους πλήρωσα με λεφτά, έβγαζα λεφτά. Έβγαζα λεφτά. Παίζαν και χαρτιά στο σπίτι μου και έβγαζα λεφτά. Λέω: «Δεν παντρεύομαι ακόμα, δεν παντρεύομαι», αλλά είχα την περιέργεια. «Ποια είναι;». «Να, εκείνη». Ήταν καλό κορίτσι όμως. Ήταν καλό κορίτσι. Καλό. Μικρότερο κατά έντεκα χρόνια είναι. Είναι. Τα ’χει τα χρονάκια και αυτή, αλλά εγώ έχω... σας είπα, έχω μπει... είμαι στα 92 τώρα.  Λοιπόν, ο πεθερός μου όμως, γιατί με τον πεθερό μου είχα ιστορία, ήμασταν φίλοι, ήτανε μεσίτης κι αυτός, μεσίτης είπαμε. Έπαιρνε τα φρούτα από δω και τα πήγαινε στην Αγριά, στους εμπόρους, απ’ τη Δράκεια στους... ήταν μεσίτης και μας έδινε δουλειά. Μας είχε ξεχωριστά, αγαπητά παιδιά. Εμένα, τον Θόδωρο τον Ρεντινιότη και τον Χρήστο τον Μιτζέλο. Τον Χρήστο τον Μιτζέλο τον είχε και λίγο συγγενή, δεν ξέρω. Ναι. Και μας είχε αγαπήσει, ήμασταν φίλοι, αγαπητοί φίλοι. Όχι εργοδότης με εργάτες. Και το ’πιασε καλά το θέμα. Και ήρθε και τρεις τέσσερις φορές και με παρακολούθησε, με ρώτησε, με έκανε... στον Βόλο που πήγαινα εγώ, ψώνιζα για το μαγαζί κάθε μέρα, κάθε δεύτερη μέρα, στα ψαράδικα για το μαγαζί. Δουλειά, καλή δουλειά, δούλευα, σου είπα, είχα δημιουργήσει. Και μια φορά τον είπα: «Άσ’ το! Άμα σκεφτώ θα σε αποφασίσω, μην τρέχεις πίσω μου». Γινόταν πανηγύρι στη Δράκεια, πανηγύρι της... του Αγίου Πνεύματος, Αγίας Τριάδος. Από εδώ από την Αγριά πήγαμε τέσσερις πέντε, μαζευτήκαμε το βράδυ: «Πάμε στη Δράκεια στο πανηγύρι;» «Πάμε». Πήγα στο σπίτι, 10:00-11:00 η ώρα ήτανε, να αλλάξω, να πάω στο πανηγύρι. Με είπε η μάνα μου την κουβέντα μόνο αυτή, δεν μ’ είπε: «Να, τα ρούχα σου εκεί», τα ’ξερα, μου τα ’χανε... με τακτοποιούσαν. «Να μην έρθεις έτσι σακάτ’». Πήγα εγώ μόλις... σηκώθηκε ο πεθερός μου κι άλλοι πολλοί να μας καλωσορίσουν. Ήμασταν φίλοι. Εκεί απάνω την αμόλησα εγώ μες στο καφενείο. Τον είπα, δεν... αμέσως δηλαδή, λέω: «Άμα αύριο… να έρθεις κάτω –λέω– να κουβεντιάσεις με τη μάνα μου και με τον γιατρό». Ο γιατρός ήταν ο γαμπρός μας στην πρώτη την αδερφή μου, τη μεγάλη. Λέω: «Να ’ρθεις να κουβεντιάσετε». Πήρε «σου σου σου μου», μαθεύτηκε γύρω γύρω, μάλιστα μεταξύ των φίλων μας εκεί ήταν [01:10:00]και ένας: «Τι έγινε, καλέ; Τι έγινε;» «Δεν πήρες είδηση;» του λέει ένας άλλος φίλος. «Αρραβώνιασε ο Σταύρος». «Σώπα ρε;» λέει. Αυτά με την... έγινε μετά που έγινε. Αυτά με την αγαπημένη.

Δ.Ξ.:

Την κυρία Κερασία.

Σ.Ζ.:

Την Κερασία.

Δ.Ξ.:

Ωραία. Οπότε μετά πώς πήγε ο... πήγε γάμος; Ήταν τα παιδιά;

Σ.Ζ.:

Ήρθε το παιδί αυτό. Ήταν αλλιώς τα πράγματα, πολύ, άλλος αγώνας, άλλα βιολιά βαρούσαν, συμμάζεμα, νοικοκύρεμα, γιατί ήταν κάνα δύο χρόνια… η ζωή ήταν λίγο… γίναν και λαθάκια. Γίναν. Σπάταλη ήτανε… αλλά γνώρισα όμως κόσμο, γνώρισα, είδα τη ζωή κι απ’ την ανάποδη, τη νύχτα. Είχα τη ζωή τη νύχτα, μπουζούκια, κείνο, το άλλο, τραγουδίστριες… τα ’χω αυτά. Είμαι μέχρι εδώ.

Δ.Ξ.:

Γεμάτος.

Σ.Ζ.:

Γεμάτος. Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, ξέρω ονόματα, ξέρω εκείνος τι έκανε, ξέρω εκείνος τι έκανε. Συναναστράφηκα με αυτόν, τον είδα από κοντά, τον είδα από μακριά, έμαθα. Αυτά.

Δ.Ξ.:

Δεν θα σας κουράσω άλλο, θέλω να ρωτήσω όμως κάτι έτσι τελευταίο. Τι έχετε να πείτε τώρα για τη Χρυσή Αυγή, ας πούμε, που έχει βγει στην… Εννοώ που έχετε ζήσει αυτά τα γεγονότα και που ξανακινήθηκε πάλι μια ιστορία με την Αριστερά.

Σ.Ζ.:

Χρυσή Αυγή… παρ’ όλα αυτά, αλλά είπαμε, κρατούσε το αυτό, παρ’ όλα αυτά, στη Δράκεια εβδομήντα δύο! Στη Δράκεια! Εβδομήντα δύο Χρυσαυγίτες. Είπα σε ένανε: «Δεν βρήκατε, ρε, ένα κόμμα να ψηφίσετε; Χρυσή Αυγή; Δεν βρήκατε ένα κόμμα, οποιοδήποτε, να ψηφίσετε;». Φιλήσυχοι άνθρωποι, δημιουργικοί. «Όλοι να δημιουργήσουν θέλουν. Να τα ξεχάσουμε αυτά. Χρυσή Αυγή πήγατε να ψηφίσετε σεις; Τι να δείτε; Αυτοί μας σκότωσαν, αυτοί μας σκότωσαν… βλέπω τον αγκυλωτό τον σταυρό και ακόμα φοβάμαι ρε, φοβάμαι, πώς να σας το πω; Φοβάμαι!». Παρ’ όλα αυτά, σας είπα, πήγανε Γερμανία ο αδερφός μου, αλλά πήρε και την αδερφή μου και πήραν και οι δύο Γερμανοί... Γερμανούς. Παρ’ όλα αυτά, με τους Γερμανούς… έχω πάει και στη Γερμανία, όταν πέθανε η αδερφή μου, έχω πάει με το αεροπλάνο στη Γερμανία. Καλά είναι στην Γερμανία, εντάξει… Αλλά να είσαι, δεν έχω, άλλος κόσμος τότε, άλλος τώρα. Άλλος κυβερνούσε τότε, άλλος τώρα. Αλλά θέλω να πω, ακούω Γερμανούς και δεν μ’ αρέσει. Φοβάμαι, δεν έχω εμπιστοσύνη ακόμα. Φοβάμαι, γιατί είδα τον Χάρο με τα μάτια, τον είδα να... να τουφεκάει, τον είδα να με προτείνει το όπλο, τον είδα μες στο καφενείο να με ’χει το πολυβόλο να με σημαδεύει. Γιατί με έβαλε εμένα μες στο καφενείο 14 χρονών παιδί; Να είμαι όλη νύχτα εκεί! Τι να του κάνω; Τι του έκανα εγώ; Τέλος πάντων, πάνε αυτά. Ξεχασμένα. Περασμένα ξεχασμένα. Αυτά, κοριτσάκι μου, τι να σου πω άλλο; Τι να σου πω; Η ζωή μου μέχρι... σου είπα, μέχρι τα 17-18 ήτανε δύσκολη πολύ. Και από φόβο; Φόβο; Έκλαψα πολλές φορές. Φοβήθηκα πολλές φορές. Πολλές φορές φοβήθηκα. Από πείνα, ξυπόλυτος, με χιονίστρες, με... να μην έχεις παπούτσια να φορέσεις, πολύ δύσκολη... δύσκολα τα χρόνια τα δικά μου. Από το ’40, ’39, που όλοι ήτανε… εγώ πεινούσα, δεν βρέθηκε ένας να πει: «Ελάτε εδώ». Δεν μας πιστεύανε; Σε λέει: «Αυτοί...». Ήμασταν οικογένεια… ο πατέρας μου άρχοντας! Όμως δεν φρόντισε κι αυτός για τα παιδιά του, να τα τακτοποιήσει. «Τι θα τα κάνουν;» έλεγε. Ο αδερφός του δεν είχε παιδιά, ο ένας που ήταν παντρεμένος, ο άλλος ήταν ανύπαντρος. Τυφλή και απεριόριστος υποταγή τον είχανε. Εκεί, ό,τι πει ο Γιώργος… και πίστευε ότι... έλα που πήγε... ήρθε η ζωή αλλιώς, πήγε πρώτος. Τι χρωστούσαμε εμείς τα... όλα αυτά; Δεν πέρασε κανένα παιδί. Σπάνια παιδάκια περάσανε στη Δράκεια έτσι όπως περάσαμε εμείς. Δεν πιστεύω. Λίγα παιδιά θα ήτανε. Μπορεί να ήταν κι άλλοι, πού να τα... έβλεπα τη δικιά μου την πείνα, να ιδώ των άλλων; Ξέρω γω; Εμείς πάντως, κοιμηθήκαμε νηστικά πολλές φορές, νηστικά. Κοροϊδεύαμε τον εαυτό μας. Κοροϊδέψαμε τον εαυτό μας! Να φτιάχνεις τη σοδειά κάστανα με... απ’ τα κάστανα ψωμί, αλεύρι, να το χτυπάς με το γουδί, να σου κάνει ζουμάρι, να γίνεται ζυμάρι με νερό και να σ’ το ψήνει. Τι να φας; Κάστανο στο κάστανο. Τέτοια πράγματα δεν τα ’ζησε κανένας. Για αυτό λέω, να ’μαι ευτυχής, έδωσε ο θεός σήμερα, καλά είμαι, δόξα τω Θεώ. Όχι πόλεμο, όχι πόλεμο. Να τα βρούνε έτσι, με λογική, με υπομονή.

Δ.Ξ.:

Θα σας κάνω μια τελευταία ερώτηση. Γυρνώντας πίσω τη ζωή σας, έτσι αυτά που έχετε ζήσει, όλα έτσι σαν... έτσι... μια διαδρομή, θα αλλάζατε κάτι απ’ όλα αυτά που έχετε ζήσει;

Σ.Ζ.:

Θα αλλάζαμε κάτι;

Δ.Ξ.:

Αν θα αλλάζατε κάτι. Θα αλλάζατε κάτι;

Σ.Ζ.:

Όλα! Τι εννοείτε; Τι... Ποιο ήταν σωστό; Ήταν κανένα σωστό; Δεν μ’ άρεσε κανένα. Όλα ήτανε βασανιστήρια, όλα, όλα ήτανε κατά του ανθρώπου. Ποιο ήταν σωστό; Ο φόβος; Τα μίση; Ποιο ήταν σωστό; Η πείνα; Οι άνθρωποι που δεν παίρναν... δεν υπήρχαν άνθρωποι ικανοί να κυβερνήσουν; Να μη φτάσουν αυτού; Υπήρχαν και δεν φαινόταν, ήταν για τους λίγους; Με ψέματα, με υποσχέσεις, με… Κουβάλησα, στο μνημείο που έγινε... μετά, σου είπα, μεγάλωσα και δεν είχα ανάγκη. Κουβάλησα τα μάρμαρα που έγινε το... στο μνημείο εγώ, δεν έμπαινε το αυτοκίνητο μέσα στο χωριό ακόμη, ήταν έξω το λεωφορείο, δηλαδή το... η συγκοινωνία. Εκεί κουβαλούσαμε με τα ζώα μες στο χωριό. Οτιδήποτε, μπακάλικα. Κείνα τα... τα μάρμαρα τα κουβάλησα εγώ, βαριά πράγματα, αλλά ήμαν παλικάρι, ήμανε… Γι’ αυτό και άντεξα. Και υπέγραψα ότι πληρώθηκα, ενώ δεν πήρα στο χέρι μία. Τι γίναν τα λεφτά αυτά; Και το κυριότερο; Έξι... λένε δεν υπήρχαν άνθρωποι. Έξι παιδιά αυτή η μάνα, έπρεπε να πάω εγώ φαντάρος; Πήγα φαντάρος, γύρισα και ήρθα στο χωριό και τότε ήτανε οι οργανώσεις, που φυλούσανε για τους αντάρτες, σκοπιές, ομάδες. Τότε εκείνη την εποχή τους λέγανε Μάυδες. Μάυδες.

Δ.Ξ.:

Μάυδες.

Σ.Ζ.:

Μάυδες. Έτσι τους λέγανε. Τότε ήρθε χαρτί απ’ τον στρατό ότι είμαι προστάτης οικογενείας. Και τότε απαλλάχτηκα απ’ τους Μάυδες. Έπρεπε να πάω στρατιώτης εγώ; Και όταν πήγα στρατιώτης, πάλι τα ίδιο στο χωριό, τι να κάνω; Αλλά βγαίναν. Βγαίναν, σ’ είπα, πηγαίναν μεροκάματο, πήγαινε κάνα μεροκάματο, ο αδερφός μου πήγαινε κάνα μεροκάματο, μαζεύαν τα κάστανα, μαζεύαν τα μήλα, τα πουλούσαν. Και δεν πεινούσανε, δεν πεινούσανε. Δεν πεινούσανε, δεν πεινάσανε. Αυτά τα... Δεκαοκτώ μήνες υπηρέτησα, γιατί τότε βγήκε μια διαταγή, ήταν πάλι... η οικονομία, πάλι, ο Παπάγος έβγαλε διαταγή και απολυθήκαμε, εγώ υπηρέτησα δεκαοκτώ μήνες. Και όλοι όσοι πήγαμε... παρουσιαστήκαμε στην επιλογή απολυθήκαμε, απολύθηκε η σειρά μου. Μείναν κάτι ναύτες, κάτι αεροπόροι μείναν παραπίσω. Αυτά! Τι να... τι να κρατήσω από αυτά; Τι να κρατήσω; Πόνο;

Δ.Ξ.:

Λοιπόν, κύριε Σταύρο, ευχαριστώ πάρα πολύ–

Σ.Ζ.:

Τίποτες.

Δ.Ξ.:

Θέλετε να προσθέσετε κάτι άλλο στην ιστορία σας;

Σ.Ζ.:

Αρκετά. Αρκετά. Μπορεί κι έχω ξεχάσει τίποτα, μ’ έχει κουράσει η ζωή αυτή πολύ, αλλά στέκομαι, έχω το παιδάκι μου αυτό. Πολύ με προστατεύει, πολύ με φροντίζει. Με μαλώνει και καμιά φορά. Α, πιο πολύ! Έχω και [Δ.Α.], έχω... Έχω και δύο εγγονές. Είναι κάπου εδώ, είναι; Μία εξ αυτών, η μικρή, είναι απέναντι, κείνη κει. [01:20:00]Και μου δίνουνε… η μία έχει σπουδάσει Γερμανική Φιλολογία, αλλά δεν έχει δουλειά ακόμα και δουλεύει στη Ρόδο ρεσεψιόν, καλά το λέω;

Δ.Ξ.:

Ρεσεψιόν, ρεσεψιονίστ. Ναι.

Σ.Ζ.:

Και η άλλη, η μικρή, έχει σπουδάσει μαία. Δούλεψε στο «Μητέρα», στο κλινική «Μητέρα» στην Αθήνα αρκετούς μήνες. Είχε δηλώσει, προτού πάει εκεί, ξέρω γω, να πάει αεροσυνοδός, την ειδοποιήσαν και έκανε το βήμα αυτό και πήγε αεροσυνοδός και είναι αεροσυνοδός τώρα.

Δ.Ξ.:

Μπράβο.

Σ.Ζ.:

Τώρα είναι διακοπές, μου φαίνεται, κάθεται, δεν ξέρω τι θα κάνει. Θα πάει πάλι στη δουλειά της; Τι θα κάνει. Αυτό τα... Αυτά και η ζωή μου τερμάτισε τώρα εμένα, φτάνει, αρκετά. Τράβηξα, πλήρωσα. Πλήρωσα πολλά, πλήρωσα. Πλήρωσα με φόβο, πιο πολύ με φόβο, πλήρωσα με... με φτώχεια πλήρωσα. Τι να σας πω άλλο; Ένας με τη γυναίκα, με τον άντρα, εγώ όχι εκεί, όχι εκεί. [Δ.Α.] Τι να πω; Τι να είμαι ευχαριστημένος από τη ζωή μου; Τι να είμαι ευχαριστημένος; Ας έχουν αυτά τα παιδάκια, ας είναι... ησυχία, ας έχουν αυτά, να έχουν δουλίτσες, να δουλεύουνε, να μη γίνει ξανά πόλεμος. Δεν συμφέρει, δεν είναι καλός ο πόλεμος. Όποιος δεν πλήρωσε με θύματα, ξέρει, δεν ξέρει. Αν είναι να τη βγάλει, γιατί έχασα... Να χάσεις τον άνθρωπό σου… Χάσαμε στην εκτέλεση αυτή στη Δράκεια μάνα με τέσσερα παιδιά, τι να τα κάνει; Μάνα με πέντε παιδιά, τι να τα κάνει; Υπάρχουν μανάδες –υπήρχαν, πέθαναν, τα παιδιά είναι– με πέντε, τέσσερα, τρία παιδιά. Πώς θα τα μεγαλώσει αυτή η μάνα τα παιδιά αυτά, τέσσερα παιδιά; Με αυτές τις καταστάσεις. Με κυνηγητό, τον Εμφύλιο, τα αυτά, πώς θα τα μεγαλώσει; Πού; Πώς; Τέτοιες δοκιμασίες να μην έρθουν, ποτέ τέτοια πράγματα να τραβήξει ο κόσμος.

Δ.Ξ.:

Σκληρά χρόνια.

Σ.Ζ.:

Όποιος δεν τα έζησε, κορίτσι μου. Όποιος δεν τα έζησε. Τέλος πάντων, ας τα ξεχάσουμε. Να ζήσουνε οι νέοι καλύτερα, οι άνθρωποι που ζουν να ζήσουν καλύτερα. Να προσέχουν τον εαυτό τους, να ακούν τι λένε οι επιστήμονες, να ακούν... γιατί έχουμε κι άλλα προβλήματα τώρα, που τρέχουν, τρέχουν. Άλλα δημιουργούμε, για είμαστε λαός έτσι, καταδικασμένος, να είμαστε μοιρασμένοι, να μην είμαστε αγαπημένοι. Επιτρέπεται τώρα να υπάρχουν τέτοιες γνώμες; Ποιος είναι σωστός δεν βγάζω συμπέρασμα, δεν ξέρω. Αγαπητή μου, πώς σε είπαμε;

Δ.Ξ.:

Δήμητρα. 

Σ.Ζ.:

Δήμητρα, σ’ ευχαριστώ.

Δ.Ξ.:

Εγώ σας ευχαριστώ πάρα πολύ, κύριε Σταύρο.

Σ.Ζ.:

Σε ευχαριστώ που με άκουσες…

Δ.Ξ.:

Είστε τόσο γλυκός άνθρωπος.

Σ.Ζ.:

…που με ανέχτηκες

Δ.Ξ.:

Αλίμονο.

Σ.Ζ.:

…που μ’ ανέχτηκες.

Δ.Ξ.:

Ευχαριστώ πάρα πολύ.

Σ.Ζ.:

Τα είπα όλα.

Δ.Ξ.:

Να είστε καλά.

Σ.Ζ.:

Έτσι. Αυτά.

Δ.Ξ.:

Ευχαριστώ.

Σ.Ζ.:

Δεν φτάνει και το μυαλό τώρα, σ’ είπα.

Δ.Ξ.:

Μια χαρά είστε–

Σ.Ζ.:

Έχω ανεβεί.

Δ.Ξ.:

Αυτό ήθελα να πω και πριν. Είστε μια χαρά. 91 χρονών, δεν του φαίνεται του ανθρώπου. Είστε μια χαρά, έχετε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά.