Μεγαλώνοντας σε χωριό Μικρασιατών, στη Νέα Σελεύκεια Θεσπρωτίας
Ενότητα 1
Παιδικά χρόνια και μικρασιατικές καταβολές
00:00:00 - 00:19:39
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Καλημέρα. Είμαι ο Θωμάς Βαγγελής. Είμαι ερευνητής για το Istorima. Σήμερα η ημερομηνία είναι 23 Ιουλίου του 2021 και βρισκόμαστε στη Νέα Σ… αυτό λέγεται «Ντούσκο». Κοντά δέντρα εδώ πέρα. Για αυτό επέλεξαν εδώ. Ήθελαν και να έχει χωράφια και να έχει κυνήγι. Αυτή ήταν η ζωή τους.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 2
Εκπαιδευτική σταδιοδρομία
00:19:39 - 00:30:54
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Κατάλαβα, κατάλαβα, κατάλαβα. Άλλη μία ερώτηση που ήθελα να κάνω έχει να κάνει με την επαγγελματική σας σταδιοδρομία. Ποιος ήταν ο λόγος που… Να είσαι καλά και εσύ. Πάντα επιτυχίες! Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, κύριε Ανδριώτη. Να είστε καλά. Καλή συνέχεια! Να είστε καλά! Επίσης.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνηση[00:00:00]Καλημέρα. Είμαι ο Θωμάς Βαγγελής. Είμαι ερευνητής για το Istorima. Σήμερα η ημερομηνία είναι 23 Ιουλίου του 2021 και βρισκόμαστε στη Νέα Σελεύκεια Θεσπρωτίας και έχουμε κοντά μας τον κύριο Νίκο Ανδριώτη. Καλημέρα, κύριε Νίκο!
Καλημέρα!
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την τιμή που μου κάνετε να με υποδεχθείτε στο σπίτι σας και να με παραχωρήσετε αυτή τη συνέντευξη.
Καλοδεχούμενος!
Να είστε καλά! Μπορείτε να μου πείτε έτσι δύο πράγματα για εσάς;
Βεβαίως. Γεννήθηκα το 1954 στη Νέα Σελεύκεια. Πήγα στο δημοτικό του χωριού. Γυμνάσιο στην Ηγουμενίτσα. Πανεπιστήμιο στα Γιάννενα. Στρατό το ’80. Και διορίστηκα το 1982 στη ΓΕΜΕ Γρεβενών. Το 1987 μετάθεση στη Θεσπρωτία, όπου και ήμουν σε εκπαιδευτικές… σε σχολεία της Θεσπρωτίας, εκπαιδευτικός μέχρι το 2007. Το 2007 πήγα σε γραφείο της Δευτεροβάθμιας, Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Θεσπρωτίας από όπου και παραιτήθηκα το 2020.
Μάλιστα! Πάρα πολύ ωραία! Μπορείτε έτσι να μου πείτε δύο πράγματα; Πώς θυμάστε τα παιδικά σας χρόνια; Πώς μεγαλώσατε εκείνη την περίοδο;
Η περίοδος τότε ήταν βέβαια δύσκολη, αλλά ήταν για εμάς μία ανέμελη περίοδος. Οι δυσκολίες ήταν, γιατί δεν υπήρχαν δρόμοι, δεν υπήρχε φως, δεν υπήρχαν… δεν υπήρχε ψωμί, φαγητό. Αλλά εμείς ζήσαμε κυρίως με το παιχνίδι. Στα παιδικά χρόνια αυτά θυμάμαι, ότι η ζωή ήταν πάρα πολύ απλή.
Πώς ήταν τότε; Πώς παίζανε τα παιδιά; Πώς παίζατε τα παιδιά; Τι παιχνίδια παίζατε;
Τα παιδιά ποδόσφαιρο. Κυρίως το ποδόσφαιρο, αλλά κι άλλα παιχνίδια. Το καλέγκι, το κουτίκρυφτο, τις γούρνες κάναμε. Τα κεραμιδάκια κι άλλα πολλά παιχνίδια. Δεν είχαμε άλλες... Δεν είχαμε όπως έχουμε σήμερα ίντερνετ ή κινητά. Δεν είχαμε τίποτα τέτοιο. Τα παιχνίδια ήταν αυτά. Ομαδικά παιχνίδια.
Ήταν διαφορετικά. Το καλέγκι, ας πούμε, πώς παιζόταν; Πώς είναι αυτό το παιχνίδι;
Αυτό το παιχνίδι παιζόταν με 2 ομάδες. Ήταν 2 ξύλα, το ένα κοντότερο και το άλλο μακρύτερο. Το κοντύτερο στις άκρες το χτυπούσαμε και το στέλναμε μακριά το ξύλο. Και έπρεπε ο αντίπαλος με 3 πηδήματα να φτάσει την απόσταση αυτή, ειδάλλως θα ’χανε.
Και τα κεραμιδάκια;
Τα κεραμιδάκια στήναμε κεραμίδια 8, 9, 10, πόσα ήταν, και έπρεπε με την μπάλα η αντίπαλη ομάδα να τα ρίξει. Και αν τα έριχνε, έπρεπε η άλλη ομάδα να τα μαζέψει, να τα στήσει ξανά μέσα σε λίγη ώρα.
Μάλιστα. Επίσης το σχολείο; Θυμάστε τα σχολικά σας χρόνια;
Θυμάμαι τα σχολικά χρόνια, τους δασκάλους, τις δασκάλες, τους συμμαθητές. Στο σχολείο εμείς είχαμε και συσσίτιο. Γάλα θυμάμαι, γάλα σκόνη, τυρί κίτρινο, Ολλανδίας πρέπει να ήταν, και χαρούπια. Δασκάλες, θυμάμαι η Φωφώ, την κυρία Παπανικολάου, τον κύριο Κατσίκη, τον κύριο Παπανικολάου, τον κύριο Σούγκα. Οι, βέβαια, οι παλαιότερα ήταν πιο αυστηροί, γιατί χτυπούσαν με βέργες τους μαθητές. Κυρίως σε αυτούς που έκαναν και φασαρία. Υπήρχε η βέργα τότε.
Πώς ήταν ο σχολικός χώρος; Πώς γινόντουσαν τα μαθήματα;
Ήτανε, το σχολείο ήταν πέτρινο διώροφο. Ήμασταν τότε πάνω από 130 μαθητές. Ήταν, είχε αυλές. Όχι αυλή. Γιατί παίζαμε και ποδόσφαιρο παίζαμε και μήλα. Είχε και ηρώο όπου καταθέταμε στεφάνι. Ήταν ένας μεγάλος χώρος ψηλά στο χωριό.
Η μορφή του δασκάλου εκείνη την περίοδο; Ο δάσκαλος τι θέση είχε;
Ήταν πάρα πολύ αυστηρή η θέση. Τότε σε κάθε χωριό ήταν ο παππάς, ο [00:05:00]πρόεδρος, ο δάσκαλος. Αυτές ήταν, αυτή ήταν η κυρίαρχη εξουσία του χωριού στους οποίους όφειλαν όλοι σεβασμό είτε το αξίζανε είτε όχι. Ο παππάς, ο δάσκαλος και ο πρόεδρος του χωριού.
Μέσα στην τάξη ο δάσκαλος πώς συμπεριφερόταν;
Τότε ήταν πολύ, ναι, ήταν αυστηρός μες στην τάξη. Οι μαθητές τον έβλεπαν σαν, να πω, μπαμπούλα; Πάντως τα παιδιά εκείνα κυρίως που δεν μπορούσαν να πάρουν τα γράμματα αισθάνονταν πάρα πολύ άσχημα, γιατί ακολουθούσε και το ξύλο.
Από όλες αυτές τις προσωπικότητες, από όλους αυτούς τους δασκάλους που αναφέρατε, εσείς ποιον θα ξεχωρίζατε και γιατί;
Γυναίκα θα ξεχώριζα. Όχι άντρα. Γυναίκα, γιατί οι γυναίκες είναι και πιο ευαίσθητες. Ήταν πιο, δεν ξέρω τι να πω, διαλεκτικές με τα παιδιά. Αγαπούσαν τα παιδιά. Ενώ οι δάσκαλοι ήταν πιο αυστηροί, ήταν απότομοι, ήταν εκδικητικοί, μπορεί να πω, σε μερικές περιπτώσεις.
Κατάλαβα. Επίσης από όσο γνωρίζω προέρχεστε από μικρασιατική οικογένεια;
Ναι.
Πώς ήταν τότε; Πώς ζούσε τότε μία μικρασιατική οικογένεια; Οι συνήθειες εντός της οικογένειας;
Όπως όλες οι οικογένειες. Η οικογένεια: ο πατέρας δούλευε θυμάμαι, ο δικός μου τουλάχιστον, η μάνα ήταν στο σπίτι νοικοκυρά. Εμείς πήγαμε σχολείο κι όταν γυρίζαμε βρίσκαμε στο σπίτι το φαγητό. Ήταν μία οικογένεια φτωχή της εποχής εκείνης. Δεν υπήρχαν πολυτέλειες. Σας είπα δεν υπήρχε ρεύμα. Τουλάχιστον μέχρι το ’65, αν θυμάμαι καλά. Νερό. Νερό πηγαίναμε και παίρναμε από τον χείμαρρο που είναι έξω από το χωριό, σε μία πηγή. Τώρα αυτή η πηγή βέβαια δεν υπάρχει. Έτσι; Γιατί από τη χούντα και μετά, θυμάμαι, είχαμε βρύσες στο σπίτι. Οπότε μια οικογένεια της εποχής εκείνης όπως όλες οι οικογένειες εδώ στην περιοχή. Φτωχικά περνούσαμε.
Το παρελθόν και λόγω ιστορίας δηλαδή-
Ναι-
Και των Μικρασιατών, είχε έρθει και μέσα στην οικογένεια δηλαδή το παρελθόν υπήρχε μέσα στην οικογένεια η ιστορία, η παράδοση και όλα αυτά;
Ναι, γιατί οι γιαγιάδες και οι παππούδες, οι οποίοι δεν γνώριζαν ελληνικά, μιλούσαν τούρκικα. Εκτός από τον παππού μου, αυτόν που ήταν Σμυρνιός, ο πατέρας του πατέρα μου, όλοι οι άλλοι μιλούσαν τούρκικα και έφεραν τις συνήθειες, τις παραδόσεις από την Τουρκία και από την περιοχή της Νέας Σελεύκειας, το Αναμούρ. Νότια Τουρκία, απέναντι από την Κύπρο. Υπήρχαν τα φαγητά. Υπήρχαν οι εκδηλώσεις αυτές οι οποίες δημιουργούσαν το κλίμα εκείνης της περιοχής, από την οποία προήλθαν, ήρθαν εδώ, κατάγονταν. Έχω μνήμες, δηλαδή από τη γιαγιά κυρίως από τη μητέρα της μητέρας μου, με την οποία ήμουν κάθε μέρα σε επαφή.
Θυμάστε έτσι να σας έχει πει διάφορες ιστορίες από ό,τι συνέβαινε από την Μικρά Ασία κι όλα αυτά; Δηλαδή τον ξεριζωμό, τα είχε ζήσει αυτή η γιαγιά σας;
Η γιαγιά τα είχε ζήσει, γιατί είχε ζήσει, ήταν γεννημένη τον προηγούμενο αιώνα. Αλλά ποτέ δεν θυμάμαι να μου μίλησε για τέτοιες καταστάσεις τις οποίες έζησε εκεί πέρα με το διωγμό, με τις σφαγές και με όλα αυτά, όσο ήμουν μικρός. Όταν μεγάλωσα είχα τον άλλο τον παππού, τον πατέρα του πατέρα μου, ο οποίος ήταν Σμυρνιός, αλλά κι εκείνος δεν μου είπε τίποτα. Ούτε εγώ όμως. Εγώ όφειλα να τον ρωτήσω, γιατί τότε είχαν εμφανιστεί και τα… Ας πούμε αυτός πέθανε το ’76, 1976. Εγώ ήμουν φοιτητής τότε το ’74 μπορούσα με… πώς το λένε;
Καταγραφικό.
Ναι.
Μαγνητόφωνο.
Με ένα μαγνητόφωνο να τον ρωτήσω τη ζωή που είχαν εκεί πέρα, πώς ήρθε εδώ πέρα, τις σφαγές, τον ξεριζωμό, όλα αυτά. Και δεν το έκανα. Και πέθανε το 1976. Ο προηγούμενος ο παππούς της γιαγιάς της άλλης, με την οποία έζησα, είχε πεθάνει το ’51, πριν ακόμα γεννηθώ. Και η γιαγιά του παππ[00:10:00]ού μου του Σμυρνιού, που λέω, του πατέρα μου είχε πεθάνει το ’63, 1963, που ήμουν μικρός. Τη θυμάμαι δηλαδή σαν εικόνα τη γιαγιά αυτή. Οπότε δικό μου είναι και το λάθος που δεν ρώτησα τον παππού να μου περιγράψει όλες αυτές τις αναμνήσεις που έζησε εκεί πέρα στην Τουρκία, στη Σμύρνη.
Αλλά πώς και δεν μιλούσανε; Γιατί ας πούμε δεν θέλανε να αναφέρουν πράγματα;
Δεν θέλανε, ήταν τόσο αποτρόπαια τόσο... Δεν ήθελαν να αναφέρουν τίποτα για εκείνο το πράγμα για τη Μικρασιατική Καταστροφή τίποτα. Εγώ μικρό παιδί δεν θυμάμαι να μου είπαν τίποτα. Όχι.
Υπήρχε έτσι με τη συναναστροφή εδώ με τους ντόπιους, υπήρχε πρόβλημα και τα λοιπά; Ίσως και για αυτό έτσι, ίσως και αυτός να ήταν ο λόγος που τους επέτρεπε;
Όχι. Ήρθανε εδώ. Εγκαταστάθηκαν εδώ. Υπήρχαν τα 2 χωριά, τα χωριά γύρω. Βέβαια, δεν ήταν και η καλύτερη αντιμετώπιση των γηγενών εδώ πέρα προς αυτούς. Εντάξει, γιατί τους φώναζαν «τουρκόσπορους», τους φώναζαν… Αλλά, γενικά όμως εγώ δεν θυμάμαι μικρό παιδί να είχαμε προστριβές με παιδιά των διπλανών χωριών ούτε με το Καστρί ούτε με το Μαυρούδι ούτε και Ράι ούτε Κεστρίνη ούτε με τίποτα. Ούτε φυσικά με την Ηγουμενίτσα.
Κατάλαβα. Όσον αφορά το θέμα της παράδοσης, τι έθιμα έχουν οι Μικρασιάτες;
Έχουν τα φαγητά τα γλυκά και τους χορούς, τους καρσιλαμάδες. Τα φαγητά, κοίτα είναι λίγα και βαριά. Το ιμάμ μπαϊλντί και ό,τι άλλο κάνουν, τις πίτες, πρέπει να είναι καυτερά, τις έκαναν πικάντικες και τα φαγητά και τις πίτες. Τώρα για τις παραδόσεις, για τους χορούς, ήταν η καρσιλαμάδες κυρίως το κόνιαλι. Αυτό ήταν παραδοσιακό που το φέρανε από εκεί, όταν ήρθανε εδώ από τη Μικρά Ασία.
Τι χορός είναι αυτός; Πώς-
Αντικριστός. Καρσιλαμάς. Ακούς και στα νησιά και Χίος, Σάμος, Κω, Λέσβο, έχουν αυτά τα… αυτούς τους χορούς. Άλλωστε σε όλη την Ελλάδα υπάρχουν πρόσφυγες και Μικρασιάτες. Οι περισσότεροι έμειναν στον Πειραιά. Πειραιά, Αθήνα και σε άλλα μέρη. Και αυτοί που ήρθαν εδώ ήταν ελάχιστοι.
Από όλα όλα αυτά τα φαγητά που μου αναφέρατε τώρα έτσι εσάς ποιο είναι το αγαπημένο σας;
Εμένα οι πίτες. Ακόμα να καταλάβεις έκαναν πίτα με τις αντράκλες, που λέμε, με καυτερό πιπέρι. Ήταν και η τεχνική. Δηλαδή το έψηναν πάνω... πώς το λένε το... στον τρίποδα σε γυρτό σίδερο και μετά ρίχναμε λάδι. Και τότε όταν ήμουν μικρός κάναν τον μπαγλαμά. Δηλαδή σκέτο φύλλο, λεπτό, τα έβαζαν για ελάχιστα δευτερόλεπτα πάνω στο σίδερο, το γύριζαν. Εμείς βάζαμε λίγο τυρί που είχαμε το τυλίγαμε και το τρώγαμε. Αυτό ήταν ο μπαγλαμάς. Αυτό θυμάμαι εγώ κι αυτό ήταν το αγαπημένο φαγητό των παιδιών. Αυτό το θυμάμαι.
Εύκολο και γρήγορο που λέμε.
Ναι. Εύκολο και γρήγορο. Γιατί δεν υπήρχαν τότε... Πού να υπήρχαν άλλα, μερέντες και τέτοια κι αυτά. Δεν υπήρχαν αυτά.
Θυμάστε έτσι καμιά φορά να έχει στο σπίτι κάποιο συγκεκριμένο φαγητό ή κάποιο βίωμα που να έχετε με κάποιο φαγητό έτσι μικρός με τη μητέρα σας κάποιο περιστατικό να έγινε κάποτε ή ένα φαγητό που μας άρεσε πολύ που θέλετε να το φτιάχνει συνέχεια ή της το ζητούσατε κι όλα αυτά;
Ιδιαίτερα φαγητά δεν ζητούσα. Αλλά φαγητά ήταν τα συνηθισμένα τότε φασολάδα, φακές, γεμιστό, μπάμιες, μαυροφάσουλα, σαλάτα. Αλλά και μαγειρευτό γινόταν αυτό τα μαυρομάτικα που λέμε. Αυτά που ήταν της εποχής εκείνης. Δεν υπήρχαν μαγαζιά τότε, δεν υπήρχαν σουπερμάρκετ να ψωνίσεις ή οτιδήποτε. Αυτά ήταν τα φαγητά. Οπότε δεν ζητούσα εγώ κάτι το ιδιαίτερο. Μόνο που θυμάμαι πολύ μικρός επειδή δεν υπήρχαν, σου είπα, τα απαραίτητα, ζήτησα από τη μάνα μου: «Μαμά, μαμάκ», δηλαδή ψωμί, που δεν είχαμε. Αυτό μόνο θυμάμαι μικρό παιδί, όμως, πολύ μικρός. Τα άλλα τα φαγητά ήταν: φασολάδα, φακές, το [00:15:00]καλαμπόκι. Γιατί εδώ ήταν η περιοχή στον κάμπο όλοι ασχολούνταν με το καλαμπόκι, με το ρύζι, με καρπούζια, με πεπόνια, με ντομάτες, με αγγουράκια, με φασολάκια, με αυτά. Κι αυτή ήταν η ζωή τους και η αυτάρκειά τους. Με αυτά τα προϊόντα.
Ποιες συνήθειες είχαν εδώ οι κάτοικοι του χωριού;
Ποιες;
Ποιες συνήθειες και ποιες ασχολίες είχαν εδώ έτσι οι κάτοικοι του χωριού. O τρόπος ζωής δηλαδή;
Ο τρόπος ζωής τους ήταν αυτός, η αγροτική ζωή. Ζωάκια. Λίγα ζώα καμία αγελάδα κανένα πρόβατο καμία γίδα και η αγροτική ζωή στον κάμπο της Ηγουμενίτσας, Κεστρίνης. Εκεί είχαν τα χωράφια τους και εκεί μετακόμιζαν 3 τουλάχιστον μήνες και παραπάνω. Μετά τον Μάιο δηλαδή εκεί έμεναν. Στα περίφημα ταλβάρια. Έχω μείνει κι εγώ το καλοκαίρι. Τότε υπήρχαν βέβαια και τσακάλια, που δεν υπάρχουν σήμερα. Εγώ κοιμήθηκα και θυμάμαι το αλύχτημα του τσακαλιού τότε, ήταν στη χούντα θυμάμαι γύρω στα ’67-’68-‘69. Κοιμόμασταν έξω.
Αυτό για ποιο λόγο γινόταν;
Γιατί καλλιεργούσαν, έφευγαν από τα σπίτια εδώ και καλλιεργούσαν τα χωράφια και έμεναν εκεί, για να μη... Δεν ήθελαν να γυρίσουν εδώ στο σπίτι. Εκεί έμεναν, καλλιεργούσαν τη σοδειά τους. Η σοδειά είπαμε αγγουράκια, ντομάτες, φασολάκια, καλαμπόκι και διάφορα άλλα. Και ρύζια και βαμβάκια. Θυμάμαι εγώ και βαμβάκια. Αυτά... Με αυτό ασχολούνταν.
Τα ταλβάρια πώς τα έστηναν; Πώς τα έφτιαχναν;
Αυτά τα τέσσερα μακριά ξύλα, όρθια σε μία απόσταση 2-3 μέτρων. Αφού τα κάρφωναν, τα έμπηγαν στη γη, μετά τα έδεναν μεταξύ τους και σχημάτιζαν και με καλάμια σχημάτιζαν σε ύψος 2 μέτρων περίπου, σχημάτιζαν ένα σαν δωμάτιο και είχε και σκάλα που ανεβαίναμε. Και μάλιστα το καλοκαίρι, επειδή εδώ είχε πολύ κουνούπι, μιλάμε για κουνούπι που να κάνει επιθέσεις, αναγκάζονταν να κάνουν κουνουπιέρα εκεί που κοιμόντουσαν και εκεί κοιμούνταν μεσημέρι βράδυ. Το καλοκαίρι τώρα δεν υπήρχε... ανοιχτά ήταν όλα. Δούλευαν εκεί και όταν ήθελαν να ξεκουραστούν ανέβαιναν στο ταλβάρι. Εκεί μένανε.
Κάτι ακόμα που ήθελα να ρωτήσω για τη Μικρασιατική παράδοση. Οι γάμοι τότε τι; Πόσο; Κρατούσαν μέρες; Πώς γινόντουσαν;-
Ναι. Μια εβδομάδα. Και οι γάμοι γίνονταν από τους χωριανούς, κυρίως τους κοντινούς συγγενείς, αν όχι από όλους. Διαρκούσε μια εβδομάδα. Εγώ θυμάμαι τους γάμους, εδώ δίπλα, το ’63 παντρεύτηκε μία. Ναι. Με τους συγγενείς και με τους γείτονες. Μια εβδομάδα ο γάμος διαρκούσε.
Και τι έθιμα είχαν τότε;
Τα έθιμα, δεν θυμάμαι και πολλά εγώ έθιμα. Όχι. Πάντως τα παραδοσιακά ήταν αυτά. Η κουλούρα. Είχαν το ψωμί, ήταν τυλιγμένο. Τώρα τα άλλα τα έθιμα, οι παλαιότεροι θα τα ήξεραν, βέβαια, αλλά εγώ δεν τα θυμάμαι.
Ναι, κατάλαβα, κατάλαβα, κατάλαβα. Εντάξει. Κάτι άλλο έτσι σχετικά με τη μικρασιατική ζωή που μπορείτε έτσι να μου πείτε, αν θέλετε, εσείς κάτι να μου πείτε που ίσως εμένα μου διαφεύγει για να ρωτήσω;
Κυρίως η επιλογή του τόπου εδώ. Αυτοί είχαν και άλλη επιλογή, να πάνε στην Ηγουμενίτσα, να πάνε αλλού. Δεν θέλανε εκεί. Θέλησαν εδώ, για να έχουν και πρόσβαση προς τα χωράφια και να κυνηγάνε όπως κι εκεί στην πατρίδα τους την προηγούμενη. Γιατί ασχολούνταν κι εκεί και με το κυνήγι και με τη γεωργική εργασία. Για αυτό επέλεξαν εδώ πέρα και λέγεται «Ντούσκο», «Νέα Σελεύκεια», «Ντούσκο», γιατί είχε κοντούς, είχε θάμνους εδώ, κοντά δέντρα. Για αυτό λέγεται «Ντούσκο». Κοντά δέντρα εδώ πέρα. Για αυτό επέλεξαν εδώ. Ήθελαν και να έχει χωράφια και να έχει κυνήγι. Αυτή ήταν η ζωή τους.
Κατάλαβα, κατάλαβα, κατάλαβα. Άλλη μία ερώτηση που ήθελα να κάνω έχει να κάνει με την επαγγελματική σας σταδιοδρομία. Ποιος ήταν ο λόγος που αποφασίσατε εσείς να γίνετε φιλόλογος; Σας επηρέασε κάτι ας πούμε; Ήταν συγκυρίες ας πούμε που σας οδήγησαν;
Συγκυρίες ήταν περισσότερο. Εμείς έτσ[00:20:00]ι κι αλλιώς είχαμε 2 επιλογές τότε, στο μικτό γυμνάσιο τότε της εποχής εκείνης ή κλασικό ή πρακτικό. Τα μαθηματικά δεν μπορώ να πω ότι... Η άλγεβρα εντάξει. Αλλά η γεωμετρία και τριγωνομετρία που είχαμε τότε δεν μπορούσα να κατανοήσω τα σχήματα. Οπότε επέλεξα το κλασικό. Ήταν περισσότερες οι ώρες των φιλολόγων. Ήταν οι καθηγήτριες. Ήταν ο τελευταίος καθηγητής. Ίσως να επηρέασε. Πάντως το επάγγελμα όντως το αγάπησα, δεν μπορώ να πω, και το υπηρέτησα 25 χρόνια μάχιμος και 13 χρόνια σε γραφείο.
Σίγουρα. σίγουρα. Τα φοιτητικά σας χρόνια πώς ήταν;
Τα φοιτητικά πάντα είναι ανέμελα. Πάντα είναι ωραία τα φοιτητικά χρόνια, η φοιτητική ζωή. Πέρα από το πανεπιστήμιο που πηγαίναμε κανονικά, υποχρεωτικά, γιατί είχαμε και υποχρεωτικές παρουσίες εκεί. Δεν είναι... Πηγαίναμε από τις 8:00, 9:00 η ώρα μέχρι τις 2:00 η ώρα. Κανονικά. Παρακολουθούσαμε όλα τα μαθήματα. Αλλά υπήρχε όμως και η ξεγνοιασιά. Τότε τα Γιάννενα δεν είχαν… είχαν ένα μόνο φανάρι, μία μόνη καφετέρια, το Drunkstore. Μετά έγιναν τα υπόλοιπα, το Caravel, Αλέκος Α, Αλέκος Β κ.λπ. Περνούσαμε ωραία. Κλαρίνα ήθελες. Κλαρίνα. Ωραία φαγητά. Μεγαλύτερη πόλη. Ανέσεις.
Έτσι κάποιο ευτράπελο έτσι αστείο γεγονός που συνέβη έτσι στη φοιτητική σας, που να θυμάστε έτσι διάφορα σκηνικά τα οποία συνέβησαν με αστεία, με συμφοιτητές κλπ.; Υπάρχουνε;
Αστεία και τέτοια... Υπήρχαν κάποιες καταστάσεις. Τότε γίνονταν, επειδή ήταν η μεταπολίτευση, ήταν πολύ πιο πολιτικοποιημένοι φοιτητές. Γίνονταν εκδηλώσεις, γίνονταν συλλαλητήρια για να αλλάξει η πολιτική κατάσταση. Και θυμάμαι ήθελαν να διώξουν τότε τον πρύτανη τον Γάγκα και γινόταν δικαστήρια, ξεσηκωμοί, πυροσβεστικές. Από την άλλη όμως στο πανεπιστήμιο γίνονταν κι άλλες εκδηλώσεις πολιτιστικές. Οι καθηγητές δεν νομίζω, ήταν πάρα πολύ καλοί, οι περισσότεροι τουλάχιστον. Ονόματα να μην πω τώρα. Δεν χρειάζεται. Αλλά οι περισσότεροι ήταν δημοκράτες. Με τους φοιτητές. Ήμασταν εμείς. Εντάξει εγώ έκανα παρέα με 7-8 άτομα, τα οποία ήταν είτε από δω είτε απ’ τα Γιάννενα για 4 χρόνια. Ναι. Πηγαίναμε παντού. Και μπάλα παίζαμε. Και σε γιορτές πηγαίναμε. Ιδίως πηγαίναμε σε εκδηλώσεις και θυμάμαι εκεί στον Τσογκάνη που πήγαμε με κλαρίνα την περίοδο των αποκριών, της αποκριάς. Γιατί γινόταν πανηγύρια τότε ήταν και οι Τζαμάλες στα Γιάννενα, ήταν από τότε κι εμείς συμμετείχαμε.
Σίγουρα.
Είχαν δηλαδή μία ζωή τα Γιάννενα.
Επίσης, μου αναφέρατε, επειδή μου αναφέρατε και τα μεταπολιτευτικά χρόνια. Εδώ πώς ήταν εδώ τα χρόνια της χούντας, η κατάσταση γενικότερα εδώ στο χωριό και σε όλα αυτά;
Εγώ χούντα δεν κατάλαβα ως παιδί, γιατί ήμουν, περίμενε, 13 χρόνων, όταν ανέβηκε η χούντα. Δεν κατάλαβα τίποτα. Το ’69, 13, 14, 15, ήμουν το ’69, ’70 πες. Εγώ είχα ένα ραδιόφωνο, το έβαζα στης ΔΕΗ το ρολόι, κυρίως την Κυριακή, και έπιανα Σόφια, Βουδαπέστη, Βουκουρέστι, που είχε τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, «Το γελαστό παιδί» κ.λπ., κ.λπ. αυτά τα επαναστατικά όλα και το έβαζα διαπασών να ακούγεται. Και μου είπε μία φορά ο πατέρας μου: «Παιδί μου,», μου έλεγε, «μην το ανοίγεις το ραδιόφωνο. Τι τραγούδια είναι αυτά; Απαγορεύονται αυτά τα τραγούδια». Εγώ δεν καταλάβαινα ότι απαγορεύονται αυτά τα τραγούδια. Εγώ του έλεγα: «Θα τα ανοίξω ακόμα περισσότερο». Άρα εδώ η χούντα δεν καταλάβαμε τίποτα. Μετά όταν πήγαμε στο πανεπιστήμιο και πολιτικοποιηθήκαμε. Γιατί εδώ δεν είχαμε εμείς δεν είχαμε πολιτικοποιηθεί. Εγώ δεν θυμάμαι.
Κατάλαβα. κατάλαβα. Η πρώτη φορά που ήρθατε σε επαφή με τηλεόραση; Θυμάστε δηλαδή όταν πρωτοήρθε η τηλεόραση εδώ στην περιοχή;
Η πρώτη τηλεόραση, ναι το θυμάμαι. Γιατί, αφού ήμασταν παιδιά και αγαπούσαμε το ποδόσφαιρο. Γιατί το παιδί ίσον ποδόσφαιρο, παιχνίδι. Το 1970 ο τελικός [00:25:00]Ιταλία-Βραζιλία, Βραζιλία-Ιταλία 4-1. Ήρθε η πρώτη τηλεόραση από τη Γερμανία τότε, Έλληνας μετανάστης στη Γερμανία, και τον είδαμε τον αγώνα αυτόν στο σπίτι του τότε για πρώτη φορά. Και μετά από το ’70, το ’71, ’72 ήρθαν κάποιες τηλεοράσεις και βλέπαμε τότε τον Άγιαξ. Ναι και Άγιαξ-Παναθηναϊκός, Άγιαξ-Ίντερ, Άγιαξ-Γιουβέντους, 1-0. Ναι, τα θυμάμαι αυτά τα παιχνίδια. Και μετά το ‘74. Καλά ήμασταν στα Γιάννενα τότε με το παγκόσμιο κύπελλο που το πήρε η Γερμανία. Αλλά το ’70 θυμάμαι πρώτη φορά τον τελικό του παγκοσμίου κυπέλλου, Βραζιλία-Ιταλία 4-1.
Καταλαβαίνω και τα συναισθήματα πώς θα ήταν τότε που την πρώτη φορά-
Είναι-
Είδατε αυτό το τεχνολογικό επίτευγμα.
Ναι. Περισσότερο όμως μας εντυπωσίαζαν οι ομάδες, οι εθνικές. Η, ας πούμε, Βραζιλία τότε με Πελέ, τον Στάο Ζέρσον, Κάρλος Αλμπέρτο κ.λπ., κ.λπ. Ήταν πιο... Οι ποδοσφαιριστές ήταν κάτι σαν ημίθεοι. Όχι, όπως τώρα.
Μάλιστα. Κατάλαβα, κατάλαβα. Κάτι άλλο που θέλετε να προσθέσετε; Κάτι άλλο που θα θέλατε να πούμε σε όλα αυτά;
Να προσθέσω… Ίσως στην επαγγελματική μου πορεία. Τα πρώτα χρόνια όντως εγώ θυμάμαι που ήμουν σε ένα χωριό των Γρεβενών για 4 χρόνια. Την πρώτη χρονιά το ’83-’84 μου έκανε μεγάλη εντύπωση η συμπεριφορά των μαθητών. Τα παιδιά στο τέλος της χρονιάς έκλαψαν γιατί εκεί πηγαίναμε με λεωφορείο, μάζευε με τα παιδιά από πολλά χωριά και πηγαίναμε στο Παλαιοχώρι ήταν τότε περίπου 130 παιδιά. Το σχολείο αυτό όμως έκλεισε πριν από 10 χρόνια, για να καταλάβεις. Κι εκείνη τη χρονιά θυμάμαι στο λεωφορείο η τελευταία μέρα πρέπει να ήταν το Μάιο, ως συνήθως, γιατί τότε τον Μάη κλείνουν τα σχολεία, έκλαψαν. Εγώ πρώτη φορά βρέθηκα σε τέτοιο περιβάλλον, να κλαίει όλη η τάξη. Με τα παιδιά ήμασταν παρέα. Κοινός χώρος, κοινή αυλή. Να καταλάβεις ότι μαθητής μάς φώναζε «θείο». Τέτοια ήταν η σχέση. Και θυμάμαι τότε, ναι, τους πρώτους μαθητές, όπως καθόταν μέσα στην τάξη, σε ποιο θρανίο, τους θυμάμαι. Κι είχα σχέσεις εγώ γιατί πήγαινα στα Γρεβενά και πάω και συναντιόμαστε. Τώρα αυτοί είναι 50 χρονών. Άλλος είναι γιατρός, Λαζάρου. Άλλος είναι ο μηχανικός, Τοτίδης Επαμεινώνδας. Άλλοι... Ακόμα και τον Ψάρρα του Παναθηναϊκού, τον παίκτη και προπονητή. Αυτός ήταν δευτέρα λυκείου, τον είχα μαθητή μαζί με άλλους.
Αυτή η τάξη ήταν και η πρώτη τάξη στην οποία διδάξατε για πρώτη φορά; Δηλαδή σε αυτή μπήκατε πρώτη φορά;
Στο γυμνάσιο;
Τους μαθητές που μου αναφέρατε τώρα. Ήταν οι πρώτοι σας πρώτοι σας μαθητές, που είχατε;
Όχι. Την προηγούμενη χρονιά ήμουν μέσα στα Γρεβενά. Ήμουν σε... Τότε ήταν τα ΚΕΤΕ, τα περίφημα. Γιατί τότε οι αποφάσεις παίρνονταν από τον νομάρχη. Εγώ μπορεί να τοποθετήθηκα όταν πήγα εκεί στα Γρεβενά στο 2ο Γυμνάσιο, αλλά για τις ανάγκες της υπηρεσίας ο νομάρχης μετά από ένα μήνα με πήρε στο ΚΕΤΕ Γρεβενών και δίδαξα σε, όπως λέμε τώρα, σε ΕΠΑΛ για ένα χρόνο. Αλλά την επόμενη χρονιά υποχρεωτικά γινόταν οργανική τοποθέτηση και με τοποθέτησαν στο Παλαιοχώρι Γρεβενών. Και πήγα. Εκεί ήταν η δεύτερη χρονιά και έμεινα εκεί άλλα 4 χρόνια μέχρι το ‘87. Αλλά η καλύτερη θητεία ήταν όντως εκείνη, αυτά τα 4 χρόνια. Όλα τα παιδιά ήταν... Δεν μπορώ να καταλάβω. Για αυτό και τα θυμάμαι όλα.
Καταλαβαίνω. Πολύ ωραία! Πολύ σημαντικό! Πολύ ωραία αυτά που μου είπατε τώρα. Οι εντυπώσεις από όλα αυτά που μου διηγήθηκε που είπαμε που κάναμε ανασκόπηση στο παρελθόν;
Στο παρελθόν το εκπαιδευτικό;
Οι εντυπώσεις σας. Όλα αυτά που αναφέραμε. Όλα αυτά στη συνέντευξη σήμερα οι εντυπώσεις. Τι εντυπώσεις σας αφήνουν όλα όσα είπαμε σήμερα τέλος πάντων;
Καλές. Δεν μπορώ να πω. Ιδίως εκείνη η περίοδος, η πρώτη περίοδος τότε όταν είσαι νέος και έρχεσαι σε επαφή με τα παιδιά. Έχεις άλλες εμπειρίες άλλα… Ήταν πολύ όμορφα τα πράγματα τότε σε σχέση με σήμερα, που ακούω, δεν υπάρχουν αυτά. Δεν υπάρχουν. Δηλαδή σχέση εκπαιδευτικού-μαθητή, δεν υπάρχει. Τότε, σου είπα, ήτανε... Δεν μπορώ να μιλήσω τώρα και να πω κάποιες, που θυμάμαι τώ[00:30:00]ρα, πέρασαν και 38 χρόνια από τότε, να πω κάτι, κάποιες περιπτώσεις, που μου έκαναν πάρα πολύ μεγάλη εντύπωση και κάποιες εκφάνσεις της ζωής των παιδιών. Όλα τα παιδιά ήταν από χωριά αυτά, κι όμως είχαν μία αγνότητα ψυχής. Τι να σου πω; Από ένα ερωτικό βλέμμα του παιδιού προς τη μαθήτρια. Ήταν άλλες εποχές. Αυτά. Δεν...
Ναι, μάλιστα. Πάρα πολύ ωραία. Ωραία. Οπότε σε αυτό το σημείο εγώ να σας ευχαριστήσω για τη συνέντευξη που μου δώσατε.
Κι εγώ-
Σας εύχομαι να είστε καλά!
Να είσαι καλά και εσύ. Πάντα επιτυχίες!
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, κύριε Ανδριώτη. Να είστε καλά. Καλή συνέχεια! Να είστε καλά!
Επίσης.
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Ο αφηγητής αναφέρει γεγονότα από τη ζωή του. Οι συνθήκες διαβίωσης και πολλά γεγονότα από τη φοιτητική του ζωή και την επαγγελματική του σταδιοδρομία αποτελούν κομμάτια της αφήγησης. Η επαφή με τους ντόπιους του χωριού, τα παιδικά χρόνια στο σχολείο, οι συνήθειες των Μικρασιατών καταλαμβάνουν ένα μεγάλο τμήμα της συνέντευξης. Στη συνέχεια έπεται η εξιστόρηση γεγονότων από τη φοιτητική ζωή και τα πρώτα βήματα της επαγγελματικής σταδιοδρομίας που, ως νεοδιόριστος καθηγητής, είχε την πρώτη του επαφή με τα παιδιά ενός χωριού στα Γρεβενά.
Αφηγητές/τριες
Νικόλαος Ανδριώτης
Ερευνητές/τριες
Θωμάς Βαγγελής
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
22/07/2021
Διάρκεια
30'
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Ο αφηγητής αναφέρει γεγονότα από τη ζωή του. Οι συνθήκες διαβίωσης και πολλά γεγονότα από τη φοιτητική του ζωή και την επαγγελματική του σταδιοδρομία αποτελούν κομμάτια της αφήγησης. Η επαφή με τους ντόπιους του χωριού, τα παιδικά χρόνια στο σχολείο, οι συνήθειες των Μικρασιατών καταλαμβάνουν ένα μεγάλο τμήμα της συνέντευξης. Στη συνέχεια έπεται η εξιστόρηση γεγονότων από τη φοιτητική ζωή και τα πρώτα βήματα της επαγγελματικής σταδιοδρομίας που, ως νεοδιόριστος καθηγητής, είχε την πρώτη του επαφή με τα παιδιά ενός χωριού στα Γρεβενά.
Αφηγητές/τριες
Νικόλαος Ανδριώτης
Ερευνητές/τριες
Θωμάς Βαγγελής
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
22/07/2021
Διάρκεια
30'