1957-1975: Παιδικά και εφηβικά χρόνια στο Θούριο

[00:00:00]

Έ.Σ.

Λοιπόν, ξεκινάμε; Ονομάζεσαι; 

Σ.Χ.

Σμαράγδα Χατζάργυρου.

Έ.Σ.

Ωραία, εγώ είμαι η Έλενα Σταυράκη, είμαι ερευνήτρια στο Istorima.

Σ.Χ.

Χαίρομαι πολύ.

Έ.Σ.

Κι εγώ. Είμαστε στο Θούριο, στον Έβρο, είναι Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2021, και ξεκινάμε.

Σ.Χ.

Ποιο θέμα;

Έ.Σ.

Εσύ μεγάλωσες εδώ–

Σ.Χ.

Θα ήθελες από αυτά που συζητούσαμε–

Έ.Σ.

Στο Θούριο.

Σ.Χ.

Ναι, ακριβώς.

Έ.Σ.

Πώς ήτανε να μεγαλώνεις εδώ;

Σ.Χ.

Mε τα σημερινά δεδομένα φαίνεται πάρα πολύ διαφορετικό, δηλαδή δεν έχει καμία σχέση με τη ζωή των παιδιών του σήμερα, τις οικονομικές, έτσι, ελευθερίες, απολαβές των παιδιών, τις ελευθερίες που έχουν. Εμείς, ούτε λίγο ούτε πολύ, ακολουθούσαμε το πρόγραμμα των γονιών μας, δεν θα ακολουθούσαν οι γονείς το δικό μας πρόγραμμα, αλλά εμείς το δικό τους, γιατί δούλευαν πάρα πολύ σκληρά, οι εποχές ήταν πολύ δύσκολες οικονομικά, οι οικογένειες ήταν το 90% στο χωριό αγροτικές, με αποτέλεσμα το καλοκαίρι το χωριό να αδειάζει και να είναι όλα τα παιδιά στον κάμπο, γιατί βοηθούσαν τους γονείς στα χωράφια τους. Λοιπόν, περισσότερα για τον τρόπο ζωής να πούμε; Για την αυτάρκεια της οικονομίας των παππούδων μου, όπως την έχω ζήσει, από τα 3 χρόνια που έχω αναμνήσεις και μέχρι τα 7 με 8 χρόνια, που μέναμε μαζί με τον παππού. Είναι μία εποχή που τη νοσταλγώ εγώ σαν παιδί, γιατί ήταν μία πολυμελής οικογένεια, όπου ζούσαμε ο προπάππους με την προγιαγιά, εγώ πρόλαβα μόνο την προγιαγιά, ο παππούς μου, η γιαγιά και φυσικά οι θείοι, οι θείες, τα ξαδέρφια και οι γονείς μου και εγώ και ο αδερφός μου. Ένα σπίτι, όχι πολύ μεγάλο για τα δεδομένα τα σημερινά, που μου άρεσε πάρα πολύ –βέβαια το γκρεμίσαν και δεν έχουμε ούτε φωτογραφία, δυστυχώς. Προσφυγικό σπίτι, που φτιάχτηκε από τον παππού, όταν παντρεύτηκαν με τη γιαγιά. Αμέσως, μετά τον πρώτο-δεύτερο χρόνο, που ήρθαν από το Αζατλί ή Ελευθεροχώρι, όπως λέγεται, της Ανατολικής Θράκης. Ένα χωριό καθαρά ελληνικό, 12 χιλιόμετρα από την Αδριανούπολη. Και μάλιστα όταν πέρασαν τα σύνορα και με την ανταλλαγή των πληθυσμών, βρέθηκαν στην περιοχή της Ορεστιάδας, του Έβρου, έμειναν εδώ, γιατί φοβούνταν ότι –όχι φοβούνταν– ήλπιζαν ότι κάποια στιγμή θα ξαναγυρίσουν πίσω στο χωριό τους και δεν πήγαν πιο κάτω στην Μακεδονία ή οπουδήποτε αλλού. Παρέμειναν σε απόσταση αναπνοής απέναντι από το ποτάμι Έβρος –την Τούντζα, όπως άκουγα τον παππού και τη γιαγιά να λένε. Η Τούντζα είναι το παλιό όνομα του ποταμού. Και ζούσαν όλοι μαζί. Πρώτον, γιατί δεν είχαν τη δυνατότητα οικονομικά να ζήσουν χώρια οι οικογένειες και δεύτερον, στήριζαν ο ένας τον άλλο, δούλευαν, είχαν κοινές παραγωγές και λοιπά. Αυτό που με εντυπωσιάζει πραγματικά είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι ζούσαν χωρίς χρήματα. Δεν είχαν χρήματα στο σπίτι, δεν υπήρχαν χρήματα στο σπίτι. Είναι παράξενο, έτσι δεν είναι; Πολύ παράξενο. Ίσως να υπήρχε κάπου, ο παππούς να είχε κάποια χρήματα, τα οποία έκανε λίρες, για να αγοράσει χωράφια. Αλλά αυτό πολύ μεταγενέστερα, όταν πια από την πολλή δουλειά, όταν δούλευαν μες στο σπίτι τρεις γιοι και τρεις νύφες και περισσεύαν χρήματα. Τότε πια, αγόραζε κτήματα, τα οποία έδωσε στα παιδιά του μετά, τα μοίρασε. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι υπήρχε μια, έτσι, ένας άγραφος νόμος με την πειθαρχία που επικρατούσε και πώς εμείς τα παιδιά υπακούαμε τους μεγάλους, γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να λειτουργήσουμε διαφορετικά. Το σπίτι, λοιπόν, του παππού, ένα διώροφο που έχτισε μόνος του, τότε, όπως μπορούσε, είχε κάτω έναν στάβλο, όπου βάζαν τα ζώα, Αγελάδες, μοσχάρια κυρίως, και από πάνω ήταν τα δωμάτια. Έξω, στην αυλή, κοντά στο σπίτι ήταν το, ο φούρνος λέγονταν, γιατί είχε έναν φούρνο παραδοσιακό, στον οποίο ψήναν ψωμί, πίτες και λοιπά. Αλλά ήταν αρκετά μεγάλος, όπου η γιαγιά μαγείρευε σ’ ένα καζάνι –στην κυριολεξία καζάνι–, γιατί τα στόματα ήταν πολλά. Δηλαδή υπολογίζαμε ότι δέκα με δώδεκα άτομα ήμασταν σε μόνιμη βάση, αν βάλω και δύο τσομπάνους, που είχαμε μόνιμα στο σπίτι και μέναν έξω σε ένα διπλανό έτσι, χώρο, κοντά στα πρόβατα, πάντα ήμασταν πολλοί, συν τα παιδιά. Οπότε η γιαγιά, η καημένη, όπως τη φέρνω στο μυαλό μου, ήτανε μικροκαμωμένη η γιαγιά μου, αλλά πάρα πολύ είχε μια σβελτάδα, ένα χαμόγελο. Σαν να μην ένιωθε τα προβλήματα η γιαγιά. Έτρεχε μέρα-νύχτα προσπαθώντας όλους να τους προλάβει, να τους ευχαριστήσει, κουμαντάριζε τα παιδιά. Έχω πολύ ωραίες αναμνήσεις από τη γιαγιά μου. Ο παππούς ήταν αυστηρός, ένας παππούς σχεδόν απόμακρος από εμάς από τα παιδιά, φώναζε πολύ, διέταζε πολύ. Ίσως γιατί πίστευε ότι αν δεν φωνάξει, αν δεν κρατήσει μια πειθαρχία, δεν θα λειτουργήσει τίποτα μες στο σπίτι. Όλη τη χρονιά οι άνθρωποι αυτοί είχανε προγραμματισμένες εργασίες. Δηλαδή, ξεκινούσαν την άνοιξη με τη σπορά. Θυμάμαι ότι τότε σπέρναν παραδοσιακά προϊόντα. Μετέπειτα, αργότερα, οι γονείς μου σπέρνανε πατάτες, λόγου χάρη, που ήταν πιο καινούρια παραγωγή. Οι παππούδες, οι γιαγιάδες τα χρόνια εκείνα σπέρνανε καλαμπόκια, ως επί το πλείστον. Μιλάμε, θυμάμαι από παιδί στρέμματα ολόκληρα, γιατί τους είχαν δώσει κλήρους, όταν ήρθαν σαν πρόσφυγες, αλλά ο παππούς σταδιακά –όπως είχα πει στην αρχή– αγόραζε χωράφια και μάλιστα αγόραζε από Τούρκους, που έφυγαν από δω, γιατί το χωριό, στο οποίο εγκατασταθήκαμε, λεγόταν Ουρλού –δηλαδή Ουρλού στα Τουρκικά σημαίνει τυχερό– και υπήρχε μάλιστα και ένα τζάμι μικρό και ο οικισμός των Τούρκων. Όταν έγινε η ανταλλαγή, λοιπόν, των πληθυσμών, φύγανε οι περισσότερες οικογένειες. Οι Έλληνες, που ήρθαν, οι χριστιανοί, γκρέμισαν το τζάμι. Το γκρεμίσανε. Και μάλιστα και κάποιες πέτρες από το τζαμί είχε πάρει ο παππούς μου, για να χτίσει το σπίτι. Κάποιοι τον κακολογήσαν για αυτό που έκανε. Ο παππούς δεν έδωσε σημασία, είχαν τόση ανάγκη να χτίσουν ένα σπίτι να βάλουν μέσα τα παιδιά τους, τέλος πάντων, που… Όταν αργότερα, όταν αργότερα οι θείοι μου, ο μικρός αδερφός του μπαμπά μου, γκρέμισε το σπίτι του παππού, για να κάνει καινούριο, δικό του, έκανε μεγάλη αίσθηση ότι, δεν ξέρουμε πώς και από πού, πληροφορήθηκαν οι μουσουλμάνοι της Κομοτηνής ότι το σπίτι αυτό γκρεμίστηκε και ήρθαν με ειδικό φορτηγό και πήραν ό,τι πέτρες είχε ο παππούς από το τζαμί. Τις αναγνώρισαν; Είχαν κάποια χαραγμένα σημάδια; Δεν το ξέρω αυτό, δεν το θυμάμαι πάρα πολύ καλά. Λοιπόν, τώρα όσον αφορά τις παραγωγές τους, όπως ξεκίνησα. Τα καλαμπόκια ήταν η βασική παραγωγή. Τα στάρια βέβαια, τα οποία σπέρνανε, όμως, το φθινόπωρο. Και θυμάμαι τέτοια εποχή τον Ιούνιο, με αρχές Ιουλίου, έρχονταν η κομπίνα, για να θερίσει τα στάρια και μοσχοβολούσε ο τόπος φρέσκο στάρι! Κατακίτρινα ήταν τα μπαΐρια μας –πάνω από το χωριό λέγονταν μπαΐρια, κάτω από το χωριό λεγόταν ο κάμπος– τα μπαΐρια! Και τρέχαμε κάτω τα παιδιά κάτω από τη γραμμή –δηλαδή τη σιδηροδρομική γραμμή, που περνάει κάτω από το χωριό– να πάμε να δούμε την πατόζα. Φέρναν την πατόζα –δηλαδή την αλωνιστική μηχανή–, η οποία τα στάρια τα επεξεργάζονταν και έβγαζε στάρι από τη μια, άχυρο από την άλλη και τα κάναν και δεμάτια. Και ήταν εκπληκτικό να βλέπουμε εμείς, τα παιδιά, να μεταμορφώνονται όλα αυτά. Να μπαίνουν στα σακιά τα στάρια ξαφνικά και τα δεμάτια να δένονται, να φορτώνονται και να μεταφέρονται στα σπίτια των παραγωγών. Και αν σκεφτεί κανείς ότι η μαμά μου μού έλεγε ότι πριν, όταν πρωτοήρθαν πρόσφυγες, όπως και στην πατρίδα τους –εννοώντας το Αζατλί– θέριζαν με τα δρεπάνια, με τα δρεπάνια αυτά, με τα χέρια, δηλαδή. Για μας όλο αυτό με τις κομπίνες και την πατόζα ήταν κάτι πολύ, πανηγύρι ήταν για τα παιδιά. Λοιπόν, σκληρές συνθήκες ζωής τους, σκληρές συνθήκες δουλειάς τους. Και όταν άρχισαν να σπέρνουνε μετά πατάτες, παντζάρια, είχανε… Ιδρύθηκε αργότερα το εργοστάσιο ζαχάρεως στην Ορεστιάδα. Αυτό είχε γίνει μεταξύ του 1967, μετά το 1967, επί δικτατορίας έγινε το εργοστάσιο ζαχάρεως στην Ορεστιάδα, και είναι αλήθεια ότι ο πατέρας μου, που ήταν από τους πρώτους που έσπειρε, ήταν πολύ ευχαριστημένος, γιατί αμείβονταν καλά. Είχε φτάσει να σπέρνει 30 στρέμματα παντζάρια και έβγαζε καλή αναλογία ζάχαρης το παντζάρι. Και μάλιστα από τα χωράφια, μία κατηγορία χωραφιών, που έχουμε,[00:10:00] τα λεγόμενα ξηρά, όπου το χώμα ήταν κοκκινόχωμα και ήταν πάρα πολύ ωραίο για την παραγωγή. Γυρίζω λίγο πίσω, όμως, πάλι, στις εποχές που ζούσαμε μαζί με τον παππού, τα πρώτα χρόνια, που δεν υπήρχαν τα παντζάρια ακόμη και οι πατάτες. Θυμάμαι ότι τα είχαμε όλα στο σπίτι. Δηλαδή τι είχαμε; Αφού είχαμε τα στάρια, βγάζανε το αλεύρι. Αφού είχανε τα καλαμπόκια, κάναν καλαμποκάλευρο για τα ζώα. Είχανε αμπέλια και είχανε τα σταφύλια τους. Τον Αύγουστο ειδικά, που τρώγαν τα σταφύλια, και αρχές Σεπτέμβρη κάνανε τον μούστο, το κρασί. Ο παππούς έκανε πολύ ωραίο κρασί. Κάναν και τσίπουρα, δικά τους! Η κάθε οικογένεια είχε το κρασί και τα τσίπουρα. Επίσης, σπέρνανε σουσάμι, θυμάμαι, που ήταν πολύ δύσκολη η παραγωγή, γιατί ήτανε ξερά τα σουσάμια και τα τραβούσαμε και εμείς τα παιδιά, όπως και τα ρεβύθια, και μάτωναν τα χέρια μας εδώ, τραβώντας τα ρεβύθια και τα σουσάμια. Σπέρνανε φακές, σπέρνανε φασόλια πάρα πολλά και μάλιστα, για οικονομία, θυμάμαι ότι μέσα στο χωράφι που είχαν καρπούζια και πεπόνια σπέρνανε και φασόλια, για να εξοικονομήσουν γη. Και ταυτόχρονα είχαν και τα όσπρια τους, βγάζαν και τα καρπούζια ή τα πεπόνια. Εκείνο που δεν είχαμε στο χωριό βέβαια, δεν είχαμε καθόλου ελαιόδεντρα. Δεν γίνεται η ελιά στα χωριά τα δικά μας στον Έβρο, γιατί –τα βόρεια χώρια που είμαστε– γιατί είναι κρύος ο χειμώνας, σε αντίθεση με την Αλεξανδρούπολη που είναι πιο ήπιο το κλίμα και ευδοκιμεί, ας το πούμε, η ελιά. Ελαιόλαδο το τρώγαμε σαν είδος πολυτελείας. Τρώγαμε συνήθως σησαμέλαιο ή από ηλιόσπορα, γιατί σπέρναν και χωράφια ολόκληρα. Ήτανε μια πολύ όμορφη εικόνα τα ηλιόσπορα, έτσι όπως γέρνουν προς τον ήλιο, και από κει έβγαζε ο παππούς, και ο μπαμπάς μου αργότερα, λάδι από ηλιόσπορα και το χρησιμοποιούσαν κατά κανόνα αυτό οι μαμάδες μας. Μετά… Να πω ότι ο παππούς στο σπίτι, στον πάνω όροφο μεν, αλλά ξεκινούσε από τον πάνω και έφτανε μέχρι το υπόγειο πολύ χαμηλά, είχε το αμπάρι. Ένα αμπάρι που μας άρεσε πάρα πολύ εμάς, στα παιδιά, γιατί ήτανε δροσερό και πολύ βαθύ, σκαμμένο στη γη και ήταν σαν σκαλοπατάκι, έτσι όπως κατεβαίναμε, είχε πορτούλα δική του και είχε δύο μεγάλα αμπάρια και βάζαν στο ένα το στάρι και στο άλλο το καλαμπόκι. Νομίζω ότι είχαν και κριθάρι, δεν είμαι σίγουρη, για τα ζώα. Αλλά εμένα πάντα με εντυπωσίαζε, και μου έμεινε η ευωδιά στη μύτη, από το υπόγειο κάτω, το αμπάρι, που είχαν όλα τα προϊόντα, για να είναι δροσερά. Στο επίπεδο, δηλαδή κάτω-κάτω από τη γη. Θυμάμαι κρεμασμένα σταφύλια πάνω, κρεμασμένα κυδώνια, που μοσχοβολούσαν, κάτω αραδιασμένα, τενεκέδες με τυρί. Α! Γιατί πρέπει να πω ότι είχαν πάρα πολύ ωραία γαλακτοκομικά. Δηλαδή έκαναν τυρί από τα πρόβατά τους ή από τις αγελάδες, ανάλογα, ποιο γάλα ήταν εκείνη την εποχή πιο πλούσιο. Συνήθως αγελαδινό βέβαια ήταν το πιο καλό. 

Έ.Σ.

Συγγνώμη.

Σ.Χ.

Και–

Έ.Σ.

Το αγελαδινό ήταν πιο–

Σ.Χ.

Εκτός από το τυρί που κάναν, αγελαδινό κυρίως, και αφού αυτό κάναν βέβαια το φθινόπωρο συνήθως, καλοκαίρι-φθινόπωρο, λίγο-λίγο, είναι μια ολόκληρη διαδικασία –δεν ξέρω τώρα, δεν χρειάζεται να μπω σε λεπτομέρειες, να πω πώς γινόταν το τυρί, γιατί μου είχε μάθει η μαμά μου να κάνω και εγώ, γιατί έφευγε στο χωράφι μετά και έπρεπε εγώ να στραγγίξω, το έβραζε το γάλα, έβαζε μέσα την πυτιά, δηλαδή τη μαγιά, και με άφηνε εμένα στην τσαντίλα να το στραγγίξω. Και αφού στραγγίζε μετά από τρεις ώρες, έδενα την τσαντίλα σφιχτά. Το άφηνα να στραγγίξει άλλες τρεις–τέσσερις ώρες και το βράδυ, που ερχόταν η μαμά μου, το ‘κοβε στα τέσσερα, έβαζε χοντρό αλάτι και το αράδιαζε στον τενεκέ. Έτσι γεμίζαμε τουλάχιστον δέκα τενεκέδες και τα δίναν σε ειδικά ψυγεία στην Ορεστιάδα ή στο Διδυμότειχο και τα παίρνανε αρχές του χειμώνα, που χρειάζονταν πια τυρί όλη η οικογένεια. Βέβαια δε φτιάχνανε μόνο τυρί, κάναν γιαούρτι, ωραιότατο! Ένα γιαούρτι, που το ‘κοβες με το μαχαίρι, πραγματικά! Γιατί ήτανε γάλα πηχτό, πρόβειο γιαούρτι, που ήταν εκπληκτικό. Επίσης έκανε η μαμά και η θεία μου και οι θείες μου, η θεία, η Δέσποινα, η θεία, η Φανή, η μαμά μου, η Χρυσή, Χρυσούλα, ντουρβανίζαν μες στην ντουρβάνα το γάλα ώρες ολόκληρες, από χέρι σε χέρι. Και εμείς τα παιδιά παίρναμε και ντουρβανίζαμε το γάλα ώρες ατελείωτες και έβγαινε στον αφρό πάνω το βούτυρο και γινόταν μια μπάλα, έτσι, βουτυρένια. Αυτό βέβαια μετά από πολλές, πολλές ώρες χτύπημα και μπορεί και τέσσερα, πέντε ή έξι άτομα να συνεργάζονταν στο χτύπημα και αυτό που έμενε από κάτω ήταν το αριάνι. Και έκανε η γιαγιά γκιοζλεμέδες, δηλαδή με ζυμάρι έψηνε στο σάτσι τους γκιοζλεμέδες, τις πιτούλες, και τρώγαμε γκιοζλεμέδες το βραδάκι, και οι άντρες που γύριζαν και οι γυναίκες από τα χωράφια, και πίναμε και αριάνι. Ήταν από τις πιο νόστιμες αναμνήσεις της ζωής μου! Αυτές οι γεύσεις που έχουν χαθεί πια. Και το βούτυρο βέβαια ήταν πολύ, το κρατούσαν, για να κάνουν πίτες, για να δίνουν στα μωρά, να βάζουν στο φαγητό και λοιπά. Άρα, είχαμε αραδιασμένα τα τυριά, αραδιασμένα τα βούτυρα… Τι αλλά είχαμε, θυμάμαι καρπούζια, ο παππούς, τότε δεν υπήρχαν αυτά τα μεγάλα καρπούζια τα αμερικανικά, που λέμε, τα ριγωτά, ήταν εκείνα τα μαυροπράσινα, μικρά, αλλά με πολύ χοντρό τσόφλι, τα οποία ήταν πολύ νόστιμα και διατηρούνταν πάρα πολύ καιρό. Όχι σαν αυτά που σπάνε με το πρώτο. Και κρατούσε ο παππούς καρπούζια ή κάποια πεπονάκια μέχρι τα Χριστούγεννα και έλεγε: «Θα κόψω και τα Χριστούγεννα καρπούζια». Μετά οι μάνες μας και η γιαγιά μου, που ήταν πολύ αξία γιαγιά, τη θυμάμαι με πολλή αγάπη, κάνανε πολλά ζυμαρικά με τα χέρια. Δηλαδή, κάνανε τραχανάδες, κάνανε χυλοπίτες, και κάναν και κους-κους. Ήταν φανταστικά, με βούτυρο αγνό, με κολοκύθι, που βάζανε στον τραχανά, τον κόκκινο. Με πολλή διαδικασία, άπλωναν στον ήλιο να στεγνώσουν, να τα κόψουν, μια διαδικασία, δηλαδή, πολλών ημερών, από πολλές γυναίκες μαζεμένες, αλλά στο τέλος τα βάζαν μέσα σε, τι είχανε… Έραβε η μαμά μου ή έπαιρνε μαξιλαροθήκες παλιές, καθαρές ή ράβανε κάτι σαν τουρβάδες και τα σφίγγαν στον λαιμό, ας πούμε, με σχοινάκι και γέμιζαν τουρβάδες και τους κρεμούσαν στο αμπάρι με όλα αυτά που φτιάχνανε. Τις χυλοπίτες, τους τραχανάδες, τα κους-κους. Και είχανε μία ευκολία τον χειμώνα να κάνουν ανά πάσα στιγμή ένα φαγάκι, στα παιδιά, στους μεγάλους, στην οικογένεια γενικά. Εκείνος ο τραχανάς ωραίος, το βράδυ ζεστός-ζεστός με κομμάτια τυρί, ψωμί μέσα! Ή οι χυλοπίτες με το βούτυρο, το φρέσκο. Ήταν ονειρεμένη τροφή, βιολογικότατη και αγνή, παραδοσιακή. Εκτός από γαλακτοκομικά, λοιπόν, εκτός από τα τυριά, όπως είπαμε –τι άλλο είπα, που φτιάχνανε εκεί στα αμπάρια; Θυμάμαι όλα τα όσπρια αραδιασμένα σε σακιά, τα φασόλια, τις φακές, επίσης τα ρεβύθια, το σουσάμι –σε ειδική, εκείνο είχε πιο μικρή ποσότητα–, που το άλεθαν και έκανε η γιαγιά μου τα Χριστούγεννα και η μαμά μου αργότερα, να θυμηθώ πώς το λέγανε… Κάνανε ένα πολύ ωραίο γλυκό πριν τα Χριστούγεννα, νηστίσιμο, με φύλλο που άνοιγαν παραδοσιακό, ζάχαρη, κανέλα, καρύδια και σουσάμι. Θα το θυμηθώ αργότερα και θα το πω. Ήταν πάρα πολύ ωραίο, έτσι κουλουριαστή, στριφτή πίτα–

Έ.Σ.

Δίπλες;

Σ.Χ.

Όχι, δεν ήτανε διπλές. Σαραγλί, λεγόταν σαραγλί. Ήταν απίστευτα ωραίο και αφού νηστεύαμε κιόλα και δεν είχαμε και τίποτα άλλο, αυτό ήταν η σπεσιαλιτέ. Όταν μετά κοινωνούσαμε τα Χριστούγεννα, μπορούσαμε να φάμε, κάνανε πολλά, ας πούμε, αρτυμένα. Το νηστίσιμο γλυκό ήταν αυτό και κουραμπιέδες, που αργότερα κάνανε. Μετά, όταν πια, θυμάμαι στην εφηβεία μου, έκανε η μαμά, κάναμε μαζί. Η γιαγιά δεν έκανε τέτοια πράγματα. Ήταν πολυτέλεια για την εποχή τους. Eκείνο που δεν είχαν –α, να πω βέβαια τις σάλτσες, τα αρατσέλια που κάνανε, τα γλυκά του κουταλιού, αχ, αυτό πού το βάζεις; Κάνανε πάρα πολύ ωραία γλυκά του κουταλιού με κυδώνι, με σταφύλι, καταπληκτικά, με σύκα. Όταν βγαίναν τα σύκα, τα αποστολιάτικα, κάνανε σύκο γλυκό, που έσταζε μέλι! Πραγματικά, ήταν τόσο ωραία. Όλα αυτά ήτανε γλυκές-γλυκές όμορφες αναμνήσεις. Τι άλλο είχανε; [00:20:00]Δηλαδή αυτά που εμείς σήμερα παίρνουμε από το σούπερ μάρκετ, δεν, ήταν αδιανόητο να τα αγοράσουν έτοιμα, τους φαίνονταν αδιανόητο φυσικά, γιατί ξέραν και τα παρασκευάζαν όλα μόνοι τους. Το δε ψωμί, η διαδικασία του ψωμιού ήτανε ιεροτελεστία, δηλαδή μία νύφη, τρεις συννυφάδες ζούσαν στο σπίτι και τρεις γιοί, δηλαδή. Είχαν και μία κόρη παντρεμένη μες στο χωριό, πήγε στην πεθερά της αυτή, όπως συνηθίζονταν τότε, αλλά έρχονταν και αυτή, βοηθούσε ή συμμετείχε στις δουλειές. Λοιπόν… Και κάνανε… Ένα λεπτό… Τι άλλο… Το ψωμί, για να το κάνουν, τον πρώτο λόγο τον είχε η γιαγιά, η πεθερά δηλαδή. Αυτή έπιανε το ζυμάρι και, για να φτιάξουν το ζυμάρι, κρατούσαν προζύμι, προζυμάκι, που λέγανε, από την προηγούμενη φορά. Κι αυτό, το φτιάχναν το προζύμι από το νερό –από όσο θυμάμαι, που μου τα ’λεγε η μαμά μου– του Σταυρού. Δηλαδή 14 Σεπτεμβρίου παίρναν από την εκκλησία αγιασμένο νερό με βασιλικό. Από κείνο το νερό γίνονταν το προζύμι και αυτό το κρατούσαν κάθε φορά λίγο ζυμαράκι για την επόμενη δόση, κάθε φορά από την καινούρια δόση καινούριο ζυμαράκι για την επόμενη, και είχαν όλο το χρόνο το ζυμάρι τους. Τώρα, αν κάποια γειτόνισσα, κάποια συγγενής δεν είχε, ζητούσε από άλλη και έτσι το ζυμάρι δεν έπαυε να υπάρχει ποτέ μες στο χωριό. Από σπίτι σε σπίτι, από νοικοκυρά σε νοικοκυρά. Είχαν ένα ξύλινη σκάφη, όπως τη λέγανε. Όχι για να πλένουνε, άλλη ήταν εκείνη, τσίγκινη σκάφη ήταν εκείνη. Αυτή ήτανε ξύλινη σκάφη, για να ζυμώνουν. Και κάνανε πάρα πολλά ψωμιά, γιατί η οικογένεια ήταν μεγάλη και, συνήθως, πιάναν το ζυμάρι τη μία μέρα, τ’ άφηναν να φουσκώσει, κάναν μετά την υπόλοιπη ζύμη, το χώριζανε στην πινακωτή. Την πινακωτή χρόνια τη θυμάμαι στη γιαγιά μου όρθια στον τοίχο, τοποθετημένη έτσι. Τα βάζαν, είχαν μισάλα, μια μισάλα, δηλαδή ύφασμα υφαντό, το βάζανε μέσα στην πινακωτή, βάζανε τα ψωμάκια. Μπορεί να ήτανε δέκα ψωμιά, δώδεκα σε μια μακρόστενη πινακωτή. Την φορτώνονταν στον ώμο οι γυναίκες, τ’ άφηναν σ’ ένα μέρος καθαρό, σε μια κρεβατοκάμαρα συνήθως, να φουσκώσουν, να διπλασιαστούν σε όγκο και μετά έπιαναν και ανάβανε τον φούρνο. Ξύλα, κουβαλούσαν, ήταν γυναικεία δουλειά το ψωμί. Ανάβαν τον φούρνο, τι χαρά κάναμε εμείς εκεί, που γυρίζαμε γύρω από τις μάνες μας, μας άρεσε η φωτιά, που έκαιγε μες στον φούρνο, που τσιτσίριζαν έτσι τα ξύλα και καίγονταν. Και αφού γινόταν καλή, καλή στάχτη, με την πάνα –πάνα την έλεγε η μάνα μου, πάνα–, μια, είχε ένα ξύλο με αυτό το πανί δεμένο στην άκρη, καθάριζε τον φούρνο, καλά, έκανε στην άκρη τα κάρβουνα και πάνω σε εκείνο την καμένη πέτρα του φούρνου βάζανε με το ξύλινο φτυάρι τα ψωμιά. Όπως ήταν φουσκωμένα, αλευρωμένα, έτοιμα μέσα στον φούρνο. Τ’ αράδιαζαν, κλείναν με μια, μ’ ένα τενεκεδένιο, έτσι, κομμάτι την είσοδο του φούρνου και περίμεναν να γίνουν τα ψωμιά. Δεν θυμάμαι πόσο χρόνο χρειάζονταν, για να ψηθούν τότε, αλλά μία ώρα οπωσδήποτε, ίσως και παραπάνω δεν το ξέρω σαν χρόνο. Αργοψήνονταν αυτά και επειδή άρχιζε να μοσχοβολάει, συνήθως πεινούσαμε πάντα εμείς τα παιδιά, βγάζανε ένα πρώτο-πρώτο ψωμάκι σαν τη λαγάνα, τη σημερινή, που πουλάνε την Καθαρά Δευτέρα, που ήταν από το ζυμάρι που είχε περισσέψει. Το κάνανε, βάζανε τα δάχτυλά τους και έκανε έτσι, βαθουλώματα το ψωμάκι αυτό, το ρηχό, έτσι, όχι πολύ φουσκωτό, πασπαλίζανε λίγο λάδι και λίγο σουσάμι από πάνω και το βάζαν τελευταίο. Επειδή αυτό ήταν λεπτό και δεν ήταν σαν τα άλλα τα ψωμιά, χοντρό, ας πούμε, φουσκωτό, ψήνονταν γρήγορα. Παραμερίζαν λίγο την πόρτα του φούρνου και βγάζαν τη λαγάνα. Το πρωτόψωμο, όχι πρωτόψωμο –κάπως αλλιώς, δεν μπορώ να θυμηθώ πώς το λέγαμε. Και εκεί γινόταν το πανηγύρι των παιδιών. Μας κόβανε τυρί, ένα κομμάτι τυρί από το τσουκάλι ή απ’ τον τενεκέ, μας δίναν και από ένα κομμάτι λαγάνα ζεστή-ζεστή, βάζαμε και το τυρί μέσα, ήταν όνειρο! Γεύσεις, όταν λέμε, ζωής! Αυτά με τη διαδικασία του ψωμιού. Και συνήθως τα ψωμιά τα κάνανε, για να φτάσουν μια εβδομάδα και όταν ερχόταν η επόμενη Δευτέρα, ας πούμε, αν τελείωναν, κάναν Δευτέρα, αρχίζαν τη διαδικασία του ψωμιού, αν είχαν ακόμη ψωμί, το κάναν Τρίτη ή κάπως έτσι. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι όταν πεινούσαμε, είχαν μία ντουλάπα, μια γαλάζια έτσι, φορμάικη ντουλάπα, είχε πάρει η γιαγιά έτσι, ήταν και σύγχρονη η φορμάικη, στον χώρο που καθόμασταν στο σπίτι εκεί, ένα καθιστικό ήταν όλο κι όλο. Και είχαν μέσα σε μισάλες, με μεγάλα υφαντά, έτσι, πανιά είχαν μέσα τα ψωμιά, αραδιασμένα σε τρία ράφια. Δεν χρειαζόταν κάποια μάνα να μας ταΐσει. Και από 2 και 3 χρόνων ακόμη ξέραμε ότι θα ανοίξουμε εκείνο το ντουλάπι, θα πάρουμε ένα κομμάτι ψωμί, βάζαμε και το χέρι μας μέσα στον τενεκέ το τυρί και είχε ας αλμυρά και το χέρι μας μετά έμενε άπλυτο και έτσουζε μέχρι τον αγκώνα. Και παίρναμε τυρί και ψωμί και τρώγαμε, παίζοντας στην αυλή, δεν μας έβλεπε κανείς, αλλά εμείς χορταίναμε όμως, τρώγαμε. Και όταν δεν είχαμε τυρί, γιατί μπορεί να τελείωνε κιόλας, βάζαμε λάδι και ζάχαρη και τρώγαμε λάδι και ζάχαρη και ήταν τόσο νόστιμο το ψωμί. Και γινότανε παιδική χαρά η αυλή μας, γιατί μαζευόμασταν από όλη τη γειτονιά, σκαρφαλώναμε στα δέντρα. Θυμάμαι που εγώ είχα μια ευαισθησία, προφανώς είχα αλλεργία στα έντομα, αλλά κανείς δεν το ήξερε. Με περπατούσαν οι κάμπιες στο σώμα, πάνω στα δέντρα, και γέμιζα εξανθήματα, όλο μου το σώμα. Έτρεχα στη γιαγιά: «Γιαγιά!», οι γονείς μου λείπαν στα χωράφια, δούλευαν όλη μέρα. «Γιαγιά, δες πάλι γέμισα τα τρτούλια», τα λέγαμε τρτούλια, «με γέμισαν τα τρτούλια, με περπάτησαν, γιαγιά». Η γιαγιά έπαιρνε το οινόπνευμα, με άλειφε από πάνω μέχρι κάτω, μία χαρά: «Άντε», μ’ έλεγε, «πάνε να παίξεις». Ξανανέβαινα στο δέντρο εγώ να μαζέψω γερίκια, τον Μάιο κυρίως που γίνονταν τα γερίκια. Προφανώς είχα αλλεργία, τώρα πώς δεν έπαθα κάνα αλλεργικό σοκ; Αυτό… Ποιος το ‘ξερε τότε; Κανείς δεν ήξερε. Οι άνθρωποι ήταν εμπειρικοί, είχαν μάθει να ξεχωρίζουν με το μάτι πολλά πράγματα. Με ένα οινόπνευμα και ένα πετρέλαιο μας γιατροπορέψανε. Ο αδερφός μου, θυμάμαι, από παιδί αρρώσταινε περισσότερο και έβηχε. Είχε κρυώσει ένα χειμώνα πάρα πολύ και έβηχε τόσο πολύ, είχε σαν βρογχίτιδα… Με πετρέλαιο, η μαμά μου τον έτριβε με το πετρέλαιο στην πλάτη τόσο πολύ, που τον κουκούλωνε το βράδυ και την άλλη μέρα περνούσε ο βήχας και ήταν μία χαρά. Κάτι που έχω κρατήσει εγώ στα παιδιά μου και τα… Βέβαια δεν τα έτριβα με πετρέλαιο, τα έτριβα με Vicks, όμως, πάντα, που έχει πετρέλαιο μέσα, γιατί ένιωθα ότι πραγματικά γινόταν δουλειά και το παιδί γινόταν καλά. Αυτά είναι τα, οι καταβολές που έχω για τη θεραπεία μιας απλής γρίπης ή ενός κρυολογήματος και λοιπά.

Έ.Σ.

Από τη γιαγιά σου τι καταβολές έχεις, που τη θαύμαζες τόσο;

Σ.Χ.

Πάρα πολύ τη θαύμαζα, γιατί ήταν μία γυναίκα, ένα χαμόγελο. Είχε περάσει πάρα πολλά, πολλά. Κι όμως ήταν χαρούμενη, πάρα πολύ αισιόδοξος άνθρωπος και πολύ αξία σαν γυναίκα, γιατί φαντάζεσαι εκείνη την εποχή με τρεις νύφες, τρεις γιους, έναν άντρα πολύ αυστηρό, που μόνο φώναζε και διέταζε, γιατί είχε το γενικό πρόσταγμα. Με τουλάχιστον –ήμασταν δύο, τέσσερα, έξι εγγόνια, έρχονταν και της κόρης αλλά τρία, εννιά– εννιά παιδιά μες στην αυλή, φεύγαν όλοι στα χωράφια. Καλά, της κόρης δεν ήταν πάντα σε μας, αλλά τα έξι εγγόνια ήμασταν. Ακόμη και όταν μεγάλωσε ο γιος, έκανε το δικό του σπίτι δίπλα, πάλι, όταν έλειπε στα χωράφια, τα παιδιά τα φέρναν στη γιαγιά και τα έβγαζε πέρα με τόσα πολλά παιδιά και μας έπιανε στο τέλος χαρούμενη και χορεύαμε κι όλα, έπαιζε μαζί μας. Τόσο ωραίος άνθρωπος, πολύ ωραίος άνθρωπος η γιαγιά μου.

Έ.Σ.

Έχεις κάποια ανάμνηση–

Σ.Χ.

Η γιαγιά Ιωάννα–Ἐ.Σ.: Που να τη θυμάσαι πολύ έντονα, με τη γιαγιά;

Σ.Χ.

Οι στιγμές είναι πολλές έτσι, αλλά πολύ-πολύ συγκεκριμένα εκείνο που θυμάμαι είναι ότι της έλειπε πολύ ο ένας της ο γιος, ο οποίος ήταν ο μόνος που σπούδασε. Είχε φύγει στη Θεσσαλονίκη να σπουδάσει και όταν έλειπε, η γιαγιά πάντα έκλαιγε για αυτόν, έλεγε: «Το ξενιτεμένο μου παιδί» και όταν ήταν να ‘ρθει, γινόταν[00:30:00] πανηγύρι στην αυλή μας. Όλοι καθόμασταν και παρατηρούσαν τη σκηνή, που ερχόταν ο θείος από την πόλη, που σπούδαζε, μακριά από τη Θεσσαλονίκη τότε και αργότερα έφυγε στη Γερμανία, για να συνεχίσει τις σπουδές του, και περίμενα από παιδί να δω τη σκηνή, που θα αγκαλιάσει η μάνα τον γιο. Και τον αγκάλιαζε και τον φιλούσε και τον χαίρονταν, ενώ είχε άλλα τέσσερα παιδιά εδώ, το μυαλό της ήταν σε αυτόν, τον γιο, που θεωρούσε ότι ήταν ξενιτεμένος. Κατά τα άλλα θυμάμαι τα τραγούδια της. Η γιαγιά, επειδή γεννήθηκε στο Αζατλί, στο Ελευθεροχώρι της Ανατολικής Θράκης, ήξερε τα τούρκικα φυσικά πολύ καλά. Ήταν τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία πριν απελευθερωθούν και απελευθερώθηκαν βέβαια το ’19, το 1919 και ξαναϋποδουλώθηκαν το ‘22. Ώσπου το ’23 εκδιώχθηκαν με την ανταλλαγή των πληθυσμών, τη συνθήκη της Λωζάνης και εγκαταστάθηκαν στη Δυτική Θράκη και μου ’λεγε τραγούδια πολλά, έθιμα, μου διηγούνταν μάλιστα ένα πάρα πολύ ωραίο για το πώς έραψε η μαμά της το νυφικό της. Η γιαγιά μου ήτανε μοναχοκόρη. Είχε… Πόσα αδέρφια; Αχ, δεν είμαι απόλυτα σίγουρη, γιατί είχε και παραδερφούς, είχε και πραγματικούς αδερφούς. Η μαμά της ήτανε δευτεροπαντρεμένη και ο πατέρας της ήταν δευτεροπαντρεμένος. Κάπως και ήταν, είχε τουλάχιστον τέσσερα με πέντε αγόρια αδέρφια και αυτή ήταν το μόνο κορίτσι. Και η γιαγιά, η γιαγιά Κέρουμπα, που τη λέγανε, Κέρου –Κέρου είναι η κυρα-Άννα–, της είχε ράψει το νυφικό της, γιατί τα ράβαν τότε, όχι υφαντό, όπως κάναν συνήθως τα νυφικά. Φτωχικά χρόνια και κάναν υφαντά νυφικά. Η γιαγιά η κυρα-Άννα, που ήταν η μοδίστρα, είχε παραγγείλει ένα ύφασμα ωραίο, σατέν, με σχέδια πάνω στην ίδια απόχρωση σε χρυσάφι. Το θυμάμαι και το περιγράφω, γιατί μετά ήταν τόσα πολλά μέτρα αυτό το ύφασμα, που η γιαγιά, η μοδίστρα, η κυρα-Άννα το ’κανε νυφικό και είχε βάλει δεν ξέρω τι άλλα στολίδια, φορούσανε και ντούμπλες, δηλαδή φλουριά. Η γιαγιά, λέει, ήταν πάρα πολύ όμορφη στον γάμο. Ο παππούς πήγε και την πήρε με τ’ άλογο, τότε πήγαινε ο γαμπρός με τ’ άλογο να πάρει τη νύφη. Άστραφτε ολόκληρη η γιαγιά στον ήλιο και έλαμπε το χρυσαφί νυφικό και οι ντούμπλες, τα φλουριά, που φορούσε. Και αυτό το νυφικό ήταν πολλά μέτρα και το έδωσε στη μαμά μου και το έκανε πάπλωμα. Το πάνω μέρος του παπλώματος και νομίζω και στη θεία μου είχε δώσει; Δεν είμαι σίγουρη. Αλλά αυτό το πάπλωμα το θυμάμαι, γιατί πολλά-πολλά χρόνια το είχε η μαμά μου και το ‘λεγε, ότι: «Αυτό το ύφασμα, το σατέν που βλέπεις στο πάπλωμα» –και το είχε γεμίσει με μαλλί μέσα– «είναι το νυφικό της γιαγιάς σου, της Ιωάννας». Αυτά με τη γιαγιά. Πολλά, πολλά θυμάμαι, αλλά καθημερινά, καθημερινά.

Έ.Σ.

Ας είναι και καθημερινά. Ξέρεις τι; Θα ήθελα μία ανάμνηση που να σχετίζεται μ’ εσένα, μ’ εσάς τις δύο. Κάτι που να θυμάσαι από μικρή–

Σ.Χ.

Εγώ, επειδή μου λέγανε ότι μοιάζω τη γιαγιά, είχα αυτό το δέσιμο. Της έμοιαζα, γιατί χόρευα και μ’ άρεσε και ο χορός, όπως και σε αυτήν. Τραγουδούσε και τραγουδάω –όποτε μπορώ, τέλος πάντων, έστω και στο μπάνιο, που λένε–, όπως τραγουδούσε και η γιαγιά, και το δέσιμο μου ήταν αυτό. Όταν καθόμασταν τα χειμωνιάτικα βραδιά, οι άντρες βγαίναν συνήθως στο καφενείο. Πήγαιναν στο καφενείο να παίξουνε χαρτιά, ήταν συνηθισμένη έξοδος το χειμώνα το καφενείο, των ανδρών, ενώ οι γυναίκες μαζευόμασταν σπίτια. Και η γιαγιά, επειδή ήταν αγαπητή, έρχονταν, μαζεύονταν όλες οι νύφες, εννοείται, η κόρη με τα παιδιά της, μη σου πω και γειτόνισσες, άλλες νύφες της, γνωστές, όλο το χωριό άλλωστε συγγενείς ήταν, και τραγουδούσαμε όλες μαζί και χορεύαμε μες στο δωμάτιο. Έκανε έθιμα διάφορα, θυμάμαι τις Απόκριες κρεμούσε τον χαλβά απ’ το ταβάνι και έβαζε εμάς, τα παιδιά, με τα χέρια πίσω να προσπαθούμε, με το στόμα, να πιάσουμε τον χαλβά. Ήταν εκείνοι οι σκληροί, οι στρόγγυλοι, χαλβάδες με την τρύπα στη μέση. Έδενε τον χαλβά στον σπάγκο, τον κρεμούσε από το ταβάνι και έβαζε εμάς, τα παιδιά, με τα χέρια πίσω να προσπαθούμε με το στόμα να πιάσουμε τον χαλβά. Έπαιζε μαζί μας, έπαιζε πολύ. Δεν είχε χρόνο να αφιερώσει αποκλειστικά στο κάθε εγγόνι της όλη την αγάπη που νιώθω ότι είχε μέσα της, γιατί πάντα είχε δουλειές. Δηλαδή, ο παππούς μου, ας πούμε, δεν θυμάμαι να με πήρε αγκαλιά ποτέ. Δεν παίρνανε τα παιδιά εύκολα αγκαλιά. Τα παιδιά ήτανε ελεύθερα και χοροπηδούσαν και τρέχαν. Αλλά η γιαγιά ήτανε πιο συναισθηματική και επειδή είχε αυτό το ταλέντο στο να τραγουδάει και να χορεύει, μας μάζευε και από την ώρα που έφυγε από τη ζωή, μας έλειψε αυτό το μάζεμα στο σπίτι της. Όλα τα εγγόνια, όλες οι νύφες, η κόρη και γυναικοπαρέα, μεγάλη γυναικοπαρέα ήμασταν και γινόταν, ουυ... Μασάλια… Νυχτέρια τα λέγαμε, νυχτέρια, μαζευόμασταν εκεί, ώσπου έρχονταν οι άντρες από το καφενείο και πηγαίναμε στα σπίτια μας, εννοείται. Ναι.

Έ.Σ.

Εσύ μέχρι πόσων χρονών πήγαινες εκεί πέρα τα βράδια;

Σ.Χ.

Μέχρι να μπω στο Πανεπιστήμιο, μέχρι 18 χρονών, αλλά και όταν ερχόμουν, όμως, απ’ το πανεπιστήμιο, μετά το σπίτι μου το πρώτο σπίτι, που έτρεχα, ήταν της γιαγιάς. Ναι. Το ένιωθα οικείο, ένιωθα ότι έχει μία ζεστασιά. Βέβαια και η θεία, η μικρή νύφη, ήταν πάρα πολλή καλόκαρδη και γυναίκα καλοσυνάτη, που δέχονταν όχι μόνο τις νύφες, τις άλλες, που είχαν κάνει πια τα δικά τους σπίτια στη γειτονιά, αλλά και την κόρη και τα παιδιά και όλα τα εγγόνια της γιαγιάς. Πάντα μας καλοδέχονταν η μικρή θεία και εκείνης τα παιδιά βέβαια. Ήμασταν πολύ αγαπημένα ξαδέρφια. Εντάξει, μετά με τις σπουδές μας σκορπίσαμε, αλλά όταν βρισκόμαστε στο χωριό, τις μεγαλογιορτές αναπολούμε, έτσι, τα παλιά και συγκινούμαστε. Μας άρεσαν, ήταν αγνά, όμορφα, παιδικά χρόνια. Υπήρχαν προβλήματα, αλλά εμείς, σαν παιδιά, δεν τα πολυκαταλαβαίναμε. Οι μεγάλοι είχαν την αγωνία του αύριο, είχαν την αγωνία της επιβίωσης, το πώς μας σπούδασαν αυτοί οι άνθρωποι με τα χωραφάκια τους, με την προσωπική τους οικονομία. Κάτι που δεν ανέφερα, τώρα που το θυμήθηκα μπορώ να το πω κι αυτό, ότι τα μόνα πράγματα που δεν είχαμε στο σπίτι και αγοράζαμε τότε ήταν η ζάχαρη, το ρύζι και το αλάτι, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια που έμενα εκεί, στο σπίτι του παππού, που μέναμε. Και μάλιστα αυτά τα τρία ζάχαρη, ρύζι –άσπρο ρύζι φυσικά, δεν υπήρχε τότε το κίτρινο ρύζι–, τα περνάν, τα έδινε η τράπεζα, η Αγροτική, στην οποία δίνανε καλαμπόκια και τους έδινε χρήματα, δεν ξέρω ακριβώς, έδινε, όμως, παραγγέλνανε να τους δώσει και ρύζι, ζάχαρη και αλάτι. Και ήταν μέσα, θυμάμαι ότι ήταν σε σακιά χάρτινα, πώς είναι τα τσιμέντα σήμερα; Τέτοια σακιά χάρτινα, χαρτιού, σακούλες μεγάλες, ήταν μέσα αυτά τα τρία προϊόντα και, για να μην τραβήξουν υγρασία, τα βάζαν κάτω από το κρεβάτι. Μου ’χει μείνει η εικόνα που με τον αδερφό μου μια βραδιά, οι γονείς μου είχανε δουλειά, μπήκαμε κάτω από το κρεβάτι και εντοπίσαμε ποιο, ποιο τσουβάλι, που λέγαμε, έχει μέσα ζάχαρη, το τρυπήσαμε με το δάχτυλο και τρώγαμε τη ζάχαρη. Βουτούσαμε το δάχτυλο μέσα στη ζάχαρη και ξαναβουτούσαμε και τρώγαμε τη ζάχαρη. Ωχ, όταν ήρθε η μάνα μου και μας είδε τι κάναμε. Είχε χυθεί και η ζάχαρη κάτω. Το ξύλο που φάγαμε δε λέγεται, μας κυνήγησε, εντάξει, μας έδειρε, τέλος πάντων, τότε δίναν από καμία, έτσι. Αλλά ποιος τολμούσε ξανά να τρυπήσει τη ζάχαρη και να τη φάει; Ήταν τραυματική εμπειρία, αλλά δεν είχαμε γλυκά, οπότε κάναμε αμάν για κάτι γλυκό. Έστω και ζάχαρη από το σακί.

Έ.Σ.

Καμία επιδρομή στο αμπάρι δεν κάνατε;

Σ.Χ.

Στο αμπάρι; Πότε πηγαίναμε, όταν είχε καβουρμά και λουκάνικα. Αυτά δεν τα θυμήθηκα να τα πω. Κάναν τα Χριστούγεννα λουκάνικα, πολλά λουκάνικα χοιρινά. Τα κρεμούσαν, για να στεγνώσουν εκεί, στην αχυρώνα είχε ένα σημείο με ξύλα. Τα κρεμούσαν εκεί τον χειμώνα στέγνωναν καλά-καλά τα λουκάνικα και μετά τα βάζαν στο αμπάρι. Και κάναν και καβουρμά, με χοιρινό κρέας και λίπος, μέσα στο κιούπι ήταν, τενεκές; Δεν είμαι απόλυτα σίγουρη σε τι σκεύος μέσα ήταν. Αλλά θυμάμαι και εκεί που ανοίγαμε κρυφά, ανοίγαμε και κλέβαμε καβουρμά και τρώγαμε με ψωμί ή παίρναμε λουκάνικα και ζητούσαμε από τη γιαγιά να μας τα ψήσει εκεί στα κάρβουνα[00:40:00] και να φάμε ή μας έκανε, το πιο αγαπημένο ήταν να μας κάνει λουκάνικα με αυγά ή καβουρμά με αυγά. Πω, πω, τι ήταν εκείνο το φαΐ! Είχαμε μπόλικα αυγά, κότες, γαλοπούλες, γουρούνια είχαμε στο σπίτι πολλά, που σφάζανε πάνω, τα Χριστούγεννα, περίμεναν να γίνει 100 κιλά το γουρούνι, για να το σφάξουν. Είχαμε πρόβατα, κατσίκια δεν θυμάμαι έντονα και βέβαια αγελάδες, πάπιες είχαμε πολλές, χήνες ένα διάστημα. Οπότε τα αυγά ήταν μια πολύ εύκολη τροφή και κλέβαμε από το αμπάρι τον καβουρμά, για να κάνουμε λουκάνικα, να κάνουμε αυγά με καβουρμά και λουκάνικα και ένα κομμάτι ψωμί από το ντουλάπι, που ξέραμε, και ήμασταν ευτυχισμένα παιδιά. Δεν θέλαμε και τίποτα άλλο. Δεν είχαμε γλυκά, δεν τρώγαμε γλυκά καθόλου και για αυτό ίσως και τα δόντια μας άργησαν να χαλάσουν. Και δεν είχαμε, δηλαδή παιδί με περιττά κιλά δεν έβλεπες εύκολα εκείνα τα χρόνια, τα πιο πολλά ήμασταν αδύνατα, επειδή ήμασταν και σε μία διαρκή κίνηση, τρέχαμε διαρκώς πάνω-κάτω, πέρα-δώθε στις αυλές, στις αλάνες, στα δέντρα σκαρφαλώναμε. Παχύσαρκα παιδιά δεν θυμάμαι εγώ πολλά, έτσι, ίσως κάποιες εξαιρέσεις. Ούτε και υπερβολικά παχύσαρκους ανθρώπους ενήλικες, γιατί ήταν οι συνθήκες ζωής, η διατροφή τους, που δεν ήταν καθιστική ζωή. Δεν είχαν καθιστική ζωή καθόλου. Και όταν κάθονταν οι μάνες μας και η γιαγιά και λοιπά και οι θείες, που έρχονταν, και οι γειτόνισσες, δεν κάθονταν ποτέ μα ποτέ με σταυρωμένα χέρια, παρά μόνο όταν χτυπούσε η καμπάνα και την άλλη μέρα ήταν γιορτή. Κάναν το σταυρό τους, όταν χτυπούσε η καμπάνα, και άφηναν το πλεχτό ή το κέντημα ή ό,τι άλλο είχαν στα χέρια τους. Αλλά όταν δεν ήταν μεγαλογιορτή, πλέκανε ή κεντούσανε. Και είχαν μάθει και εμάς, από πολύ μικρά να κεντάμε. Προίκες ολόκληρες, κάναμε σεμέν, κάναμε τραπεζομάντηλα, κάναμε καρέδες, πλέκανε οι μάνες μας, υφαίναν οι… Επίσης στον αργαλειό… Άλλη ιστορία αυτή, ο αργαλειός! Με ειδικό δωμάτιο του σπιτιού, που ντάκα-ντούκα, ντάκα-ντούκα, η μία πάντα ύφαινε το χειμώνα. Και έτσι είχαν μια υπερβολική αυτάρκεια και στο ύφασμα. Δηλαδή είχανε πρόβατα, τα κουρεύανε, παίρναν το μαλλί, το πλένανε και τ’ άπλωναν. Στα ξύλα πάνω, στα σύρματα. Αφού το στέγνωναν, το πήγαιναν στην Ορεστιάδα στην πόλη, στη λαναρά. Λανάρα ήταν ένα εργοστάσιο, που ξάνοιγε το μαλλί. Αφού γινόταν αφράτο το μαλλί απ’ τη λαναρά, το φέρναν στο σπίτι και οι γιαγιάδες, θυμάμαι και της μαμάς μου τη μαμά και του μπαμπά μου τη μαμά, λοιπόν, να γνέθουν με τη ρόκα και το μαλλί το αφράτο, μετά τη λαναρά, να το κάνουνε νήμα τυλιγμένο στο αδράχτι. Και μάλιστα εγώ, οι κουβέρτες, που έχω στην προίκα μου και τα στρώνω, γιατί τα αγαπώ, πού και πού, έτσι, κάποια κομμάτια, για να θυμάμαι τις γιαγιάδες, γιατί και η άλλη γιαγιά μου, η Σμαράγδα, η Σμαραγδή, η γιαγιά, μου έγνεσε σε πάρα πολλά. Της έδινε η μαμά μου και έγνεφε, για να μου κάνει, να μου υφάνει προικιά. Και μετά, αφού γινότανε νήμα, τα βάφανε. Ήτανε τελετουργία η βαφή. Στέλναν τα παιδιά, εμάς, στο μπακάλικο, ένα μπακάλικο είχε το χωριό, μετά έγινε και ένα δεύτερο. Μπακαλ-Θανάσης και ο κυρ-Μόσχος, δυο μαγαζιά που πουλούσανε ό,τι απαραίτητο χρειάζονταν. Αυτό βέβαια μιλάμε αργότερα. Όχι, μέχρι τα 7, 8 χρόνια, που θυμάμαι στο σπίτι του παππού, μετά. Και αγοράζαμε χρώμα. Έλεγε η μαμά μου: «Πήγαινε πάρε πράσινη μπογιά ή κόκκινη μπογιά να βάψω». Και βάζαμε στο καζάνι με το καυτό νερό τη μπογιά και βουτούσαν μέσα τα νήματα, παίρναν το χρώμα που θέλαν και τα άπλωναν στα σύρματα, στέγνωναν καλά τα νήματα και μετά ή τα πλέκανε ή τα υφαίνανε και κάνανε αριστουργήματα, αριστουργήματα στον αργαλειό. Εγώ έχω από τη μαμά μου όχι απλά καραμηλωτά ή άλλα σχέδια, είχα –το καθένα είχε το όνομά του, τα σχέδια που κάνανε– παραστάσεις ολόκληρες. Η μαμά μου μού είχε κάνει ένα ταπί, το οποίο βέβαια εγώ έχω στρωμένο στο εξοχικό σαν δεύτερη κουρτίνα από πάνω. Μία παράσταση του Τάσου και της Γκόλφως, ο Τάσος να παίζει φλογέρα, να βόσκει δυο αρνιά, ένα γκρίζο και ένα άσπρο και Γκόλφω να πηγαίνει με τη στάμνα στον ώμο στη βρύση, είχε υφάνει στον αργαλειό και τη βρύση, και στο βάθος, πίσω από την Γκόλφω, φαινόταν το σπίτι με τα κόκκινα κεραμίδια. Συννεφάκια πάνω και κάτω λουλούδια, πρασινάδες. Στον αργαλειό τα είχε υφάνει αυτά. Είχαν ιδέες, είχαν μεράκι, κάναν αριστουργήματα τα χέρια τους. Δηλαδή παίρνανε το πρόβατο, το κουρεύαν και γινόταν ύφασμα, που ράβανε πουκαμίσες, ράβανε τα ποτούρια των ανδρών –ποτούρια λέγαν τα παντελόνια τα μάλλινα των ανδρών–, μαύρα ή μπλε συνήθως. Κάνανε γιλέκα στον εαυτό τους ωραία. Είχε μοδίστρα πια στο χωριό βέβαια, δίναν τα υφάσματα, αφού τα ύφαιναν και τα έραβε, και ντύνονταν και λέγανε τότε, θυμάμαι έλεγε η γιαγιά και η μαμά μου. Λέγανε: «Κάποτε», αναφέρονταν στα χρόνια αυτά, τα δικά τους, που διηγούμαι, «η νοικοκυρά φαινόταν στον δρόμο από πάνω της, από το ντύσιμό της, από το ντύσιμό του άντρα της και των παιδιών της, αν ήταν πραγματική νοικοκυρά. Σήμερα», λέγανε, «που έχει καταστήματα και πάει κάθε μία και αγοράζει από τη βιτρίνα το ρούχο, πού να καταλάβεις αν είναι νοικοκυρά; Πληρώνει και το παίρνει», γιατί νομίζανε ότι η νοικοκυροσύνη είναι όταν μπορείς μόνος σου να το φτιάξεις. Ναι.

Έ.Σ.

Εσύ γεννήθηκες το;

Σ.Χ.

Το 1957.

Έ.Σ.

Και μέχρι πότε ζούσες–

Σ.Χ.

Τον Οκτώβριο–

Έ.Σ.

–στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς;

Σ.Χ.

’57… Το ‘67 με ’68; ’68. Και μάλιστα, γιατί λέω ότι άλλαξαν τα πράγματα; Γιατί όταν ήρθαμε στο δικό μας σπίτι, χτίσαμε σπίτι καινούριο, σε ένα οικόπεδο εκεί κοντινό, στου παππού, που είχε αγοράσει ο πατέρας μου, ήρθε και το ρεύμα. Οπότε άλλαξαν τα πάντα με το που, ο ερχομός του ρεύματος άλλαξε τα πάντα. Δεν είχαμε λάμπες. Αργότερα πήραμε βέβαια ψυγείο, αλλά πήραμε, όμως. Εννοώ δεν υπήρχε μέχρι τότε τίποτα. Και άλλαξε ο τρόπος ζωής και βέβαια μετά, μεταγενέστερα πήραμε και τηλεόραση. Το ‘73, ’74; Πήραμε τηλεόραση στο σπίτι.

Έ.Σ.

Τις συνειδητοποίησες εσύ αυτές–

Σ.Χ.

Αλλάξαν τα πάντα–

Έ.Σ.

Τις αλλαγές, πόσο μεγάλες ήτανε;

Σ.Χ.

Βέβαια, βέβαια, γιατί, όταν από την γκαζόλαμπα και το απόλυτο σκοτάδι πας στο ρεύμα και έχεις, δεν χρειάζεσαι λάμπες, αλλά έχεις σε κάθε δωμάτιο πατάς ένα διακόπτη και ανάβει το φως, που παίζαμε, αναβοσβήναμε τους διακόπτες και χοροπηδούσαμε, γιατί μας φαινόταν κάτι πολύ περίεργο. Όταν είχαμε ψυγείο και η μαμά μου μπορούσε να συντηρήσει τα πάντα, ενώ αλλιώς χαλούσαν και αν δεν τα τρώγαν τη δεύτερη μέρα τα πετούσαν στα γουρούνια και στα γελάδια. Είχαμε κρύο νερό το καλοκαίρι, βάζαμε τα φρούτα, βάζαμε διάφορα, συντηρούνταν τα πάντα μες στο ψυγείο. Όταν ήρθε και η τηλεόραση, ήταν η επανάσταση η τηλεόραση, η επανάσταση. Ακούγαμε τα νέα απ’ όλο τον κόσμο, απ’ όλη την Ελλάδα. Διαφορετικά ζούσαμε στον μικρόκοσμό μας, ζούσαμε στα όρια του χωριού και το πολύ-πολύ που ξέραμε ήταν τα διπλανά χωριά, από τα πανηγύρια που πηγαίναμε. Και από τους γάμους που γίνονταν, γιατί παίρναμε νύφες ή δίναμε γαμπρούς σ’ άλλα χωριά. Κυρίως όταν παίρναμε νύφες, ήταν ακόμη πιο, έτσι εντυπωσιακό, γιατί κουβαλούσαμε τη νύφη με το κάρο και την προίκα της και τη νύφη πάνω στο κάρο ή πάνω στην πλατφόρμα και τη φέρναμε στο χωριό. Και όλο αυτό ήταν μια εικόνα. Άρα, η τηλεόραση ήρθε και άλλαξε τα πάντα. Άλλαξε την οπτική μας πια, η οπτική μας έγινε μακρινή. Εμείς είχαμε τον μικρόκοσμό μας μέσα στον οποίο ζούσαμε. Ξέραμε τα νέα μόνο του χωριού.

Έ.Σ.

Εσένα συγκεκριμένα, όμως, τι εντύπωση σου έκανε, ή τι διαφορά έφερε στην καθημερινότητά σου–

Σ.Χ.

Η τηλεόραση;

Έ.Σ.

Η τηλεόραση ή το ρεύμα.

Σ.Χ.

Ναι, χαιρόμασταν σαν παιδιά. Και όταν βάλαμε και τηλέφωνο, θυμάμαι, με τις φίλες μου κάναμε πλάκες. Πήραμε τον τηλεφωνικό κατάλογο και παίρναμε στην τύχη νούμερα και μόλις απαντούσε ο άλλος: «Χα, χα, χα», γελούσαμε και το κλείναμε. Ήμασταν 14-15 χρονών εκεί στην εφηβεία και μάλιστα τηλέφωνα που ξέραμε κάποιων αγοριών στα διπλανά χωριά στο Σοφικό κυρίως και γελούσαμε κι εμάς φαίνονταν αστείο και κλείναμε το τηλέφωνο. Ε ναι, ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Η επικοινωνία με τόσο μακρινούς συγγενείς. Άρχισαν να παίρνουν τηλέφωνο από τη Γερμανία [00:50:00]γιατί είχε, πια είχε αρχίσει η μετανάστευση. Μετά το ’67-’68 μέχρι και το ’70-’72 άρχισε να φεύγει ο νέος κόσμος κατά ομάδες: Οικογένειες, αδέρφια, ξαδέρφια, νιόπαντρα ζευγάρια. Φεύγαν στη Γερμανία μετανάστες να δουλέψουν στα εργοστάσια, γιατί τα χωράφια ήτανε λίγα. Ο κλήρος 30 στρέμματα, που δόθηκε στους πρώτους πρόσφυγες, για μία οικογένεια τότε μπορεί να φτάνανε. Όταν τα παιδιά μεγάλωσαν και παντρεύτηκαν, εκείνα τα 30 στρέμματα να τα μοιράσει σε πέντε παιδιά ήταν ελάχιστα, δε φτάνανε ούτε για το στάρι τους. Και έτσι άρχισε η μετανάστευση, ο δρόμος για τη Γερμανία, την Ολλανδία. Εμείς δεν είχαμε από δω μετανάστευση στην Αυστραλία ή την Αμερική, αλλά είχαμε, όμως, στη Δυτική Γερμανία –όπως τη λέγαν τότε–, στο Βέλγιο και στην Ολλανδία. Kαι μέχρι σήμερα, πάρα πολλοί κάτοικοι του Θουρίου ζουν σε αυτές τις χώρες. Έχουν κάνει συλλόγους, υπάρχει πια τρίτη, τέταρτη γενιά που ζει εκεί. Αλλά είναι εκπληκτικό ότι ακόμη και αυτά τα παιδιά της τρίτης, τέταρτης γενιάς αγαπούν το χωριό και το καλοκαίρι με τους γονείς, με τους παππούδες έρχονται να γνωρίσουν όλα αυτά, που διηγούνται προφανώς οι παππούδες τους για το χωριό τους. Ναι, ναι… Έγινε πολύ μεγάλη αλλαγή κυρίως με τον ερχομό του ρεύματος, αλλά με τη μετανάστευση, με τον ηλεκτρισμό, με την τηλεόραση, το ψυγείο, τα τρακτέρ μπήκαν στη ζωή μας. Ο πατέρας μου είχε πάρει τρακτέρ McCormick κόκκινο και όργωνε πια όχι με τα βόδια και το αλέτρι, αλλά με το τρακτέρ και γινότανε δουλειά εύκολα. Μεταγενέστερα, πήρε πύραυλους, πύραυλους. Δεν έχει καμία σχέση με τους πυραύλους που ξέρουμε, αλλά έτσι λέγανε ένα σύστημα, που πότιζαν τα χωράφια και ένα μηχάνημα πετούσε το νερό 50 μέτρα μακριά. Ήταν εκπληκτικό τότε να ποτίζει σφαιρικά 50 μέτρα και οι παραγωγές βέβαια για αυτούς που είχαν αρκετά στρέμματα ήταν ικανοποιητικές. Για αυτούς που δεν είχαν πολλά χωράφια και ήταν πολλά αδέρφια, συνήθως υπήρχε ο ξεριζωμός και η μετανάστευση. Ναι. Μεγάλα κεφάλαια. Η μετανάστευση είναι πολύ μεγάλο κεφάλαιο, γιατί ερήμωσαν τα χωριά. Εγώ την εποχή που πήγαινα στο Δημοτικό σχολείο, δηλαδή την περίοδο του ’66 και μετά, Γυμνάσιο του ’70, πότε πήγα; ’71 στο Γυμνάσιο; Tο Δημοτικό σχολείο ήταν εξαθέσιο σχολείο, Δημοτικό, συν δύο τάξεις Νηπιαγωγείου, δηλαδή είχε δύο νηπιαγωγούς και έξι δασκάλους. Ένας δάσκαλος κάθε τάξη και ήμασταν διακόσιοι μαθητές, διακόσιοι μαθητές και σήμερα το Θούριο δεν έχει σχολείο. Δηλαδή το σχολείο που υπάρχει και είναι ένα πανέμορφο νεοκλασικό, ένα κτίριο, τέλος πάντων, πάρα πολύ όμορφο του σχολείου, που έχει παραμείνει άδειο στην κορυφή, στο ύψωμα του χωριού. Με τα πευκάκια που κάποτε σπείραμε εμείς και μεγάλωσαν τώρα πια. Και τα λιγοστά παιδιά του χωριού πάνε στις πόλεις δίπλα, στο Διδυμότειχο, στην Ορεστιάδα. Όταν ένα χωριό έχει διακόσια παιδιά και έλεγε κατά μέσο όρο είχαν τριάντα γεννήσεις το χρόνο και σήμερα δεν γεννιούνται παιδιά στο Θούριο, γιατί δεν υπάρχουνε νέοι, έχουν μεταναστεύσει. Και… Θυμόμαστε ένα χωριό να σφύζει από παιδιά, να ακούγονται παιδικά γέλια και παιχνίδια και παίζαμε. Παιχνίδια που φτιάχναμε με τα χέρια μας. Τα κόκκαλα, που λέγαμε, τα κόκκαλα του αρνιού που μας τα βάφαν οι γονείς και παίζαμε τα πεντόβολα, όπως λέγονται στην υπόλοιπη Ελλάδα γενικά, με το τόπι και στα διαλείμματα του σχολείου παίζαμε. Ή παίζαμε τσελίκι, δυο, βάζαμε πετρούλες ή κεραμιδάκια, ένα ξύλο και μετά το χτυπούσαμε με ένα άλλο ξύλο και πετάγονταν το μικρό και εκεί που έφτανε έπρεπε, ας πούμε, να πάει να το μαζέψει η άλλη ομάδα. Παίζαμε μπάλα βέβαια, παίζαμε γκικ, γκικ ήταν το κρυφτό και χωριζόμασταν. Το λέω, το χωριό είχε τόσα πολλά παιδιά, που μοιραζόμασταν σε δυο ομάδες και παίζαμε κρυφτό και που κρυβόμασταν; Στις αυλές και στις αχυρώνες των σπιτιών. Οι γονείς κάθονταν, οι γυναίκες κυρίως, στα μπαλκόνια ή στις αυλές, εμείς, τα παιδιά, χωνόμασταν στις αχυρώνες, στις γωνίες εκεί, στις αυλές, και κρυβόμασταν. Μπορεί να ’μασταν πενήντα παιδιά από τη μία μεριά, πενήντα απ’ την άλλη σαν ομάδα, αγόρια και κορίτσια, και φωνάζαμε: «Γκικ», όταν κρυβόμασταν και έπρεπε η άλλη ομάδα να μας βρει σε όλο το χωριό. Ήτανε η μαγεία μιας πρωτόγνωρης, έτσι πρωτόγονης, θα έλεγα κιόλας, ζωής. Αλλά ήμασταν ευτυχισμένα, γεμάτα. Δεν μας μάλωναν οι γονείς, με την έννοια ότι δεν ήμασταν περιορισμένα σε ένα σπίτι, όπως σήμερα, ή θα πάμε με επιτήρηση σε ένα άλλο σπίτι. Ήμασταν ελεύθερα να γυρίζουμε σε όλο το χωριό. Αλλά ήταν και πιο αθώα, δεν θα έλεγα «αθώα», χρόνια που οι άνθρωποι, δεδομένου ότι ζούσαν όλοι μαζί, δεν τολμούσαν να πειράξουν κανέναν. Δεν ήταν όλοι ίσως Άγιοι και αθώοι, αλλά ακόμη και κάποιοι κακόβουλοι δεν τολμούσαν να πειράξουν ούτε παιδιά, ούτε ηλικιωμένους, ούτε… Κλεψιά δεν υπήρχε, γιατί τα σπίτια μας δεν είχαν ούτε κλειδιά, δεν κλειδώναμε τις πόρτες μας. Δεν είχαμε αυλόγυρους, δηλαδή ούτε σύρματα γύρω-γύρω στις αυλές μας, μεταγενέστερα κάνανε σύρματα. Κάτι τσαλιά είχανε, τσαλιά, ναι, που ήτανε φράχτες. Εύκολα, μπαμ-μπουμ μπαίναμε στην αυλή της γειτόνισσας, φωνάζαμε: «Να, η μαμά με έστειλε να πάρω, να μου δώσεις», ξέρω εγώ, κάτι που δεν είχε. Δεν φοβόνταν οι άνθρωποι, δεν φοβόντουσαν οι άνθρωποι. Και δεν, το μόνο που κλέβανε, θυμάμαι, ήτανε καρπούζια, σταφύλια από το αμπέλι, ή καρπούζι από τα χωράφια για αυτό και τότε υπήρχε αγροφύλακας. Ναι, γιατί κλέβανε, γιατί δεν είχανε να φάνε οι άνθρωποι. Αλλά ήτανε, δεν είχαμε δηλαδή περιστατικά εγκληματικότητας. Ήταν πιο ήσυχα χρόνια, δεν είχαμε ξένους, ήμασταν όλοι γνωστοί. Γνωστοί.

Έ.Σ.

Εσύ πότε ξεκίνησες να βοηθάς στις δουλειές;

Σ.Χ.

Λίγο πριν φύγουμε από το σπίτι της γιαγιάς, θυμάμαι με έβαζε η μάνα μου να σκουπίζω το σπίτι της γιαγιάς και σκούπιζα με την, μία σκούπα φτιαγμένη από σκούπες, δηλαδή φυτό, σκούπα που το σπέρναν. Σήμερα κάνουν στη Βύσσα του Έβρου τέτοιες σκούπες. Και ήταν μικρές, πιο μεγάλες, πιο μεγάλες σκούπες, και με έβαζαν να σκουπίζω. Και μάλιστα όταν ήρθαμε στο δικό μας σπίτι, ξαναπήγαινα στης γιαγιάς και σκούπιζα πάλι το σπίτι. Μ’ άρεσε. Μετά από δουλειές, όταν ήρθαμε στο δικό μας σπίτι, επειδή η μαμά δεν είχε βοήθεια από άλλους μες στο σπίτι, μου ανέθετε πολλές δουλειές. Να ρίχνω το τυρί, δηλαδή να, αφού είπα τη διαδικασία, πώς γινότανε, έβραζε το γάλα, εγώ το έριχνα στην τσαντίλα και λοιπά, για να κάνω το τυρί. Με άφηνε να ταΐζω τα πλιτσάκια, πλιτσάκια λέγαμε τα πουλάκια, τα μικρά της κότας, τα πουλάκια και να τα ταΐζω. Τάιζα τα γελάδια, όταν άφηναν στο σπίτι, τα βάζα χόρτο ή στάρι, ανάλογα τι δίναμε. Άπλωνα τα ρούχα που έπλενε η μαμά το πρωί, έπλενα κάποια ρούχα και αργότερα, στα 11 με 12 χρόνια, μαγείρευα, για όλη την οικογένεια κανονικά. Μαγείρευα, γιατί έρχονταν από το χωράφι και έπρεπε να βρουν ζεστό φαγητό. Το πρώτο φαγητό που έκανα ήταν φασολάδα, το δεύτερο γιουβαρλάκια και δεν θυμάμαι μετά βέβαια. Και από τα 13 μου χρόνια, 12 με 13, μας έπαιρναν κανονικά στο χωράφι, με παίρναν μαζί τους στο χωράφι. Μόνο την Κυριακή μέναμε στο σπίτι. Και δουλεύαμε κανονικά με τους γονείς, σκάβαμε, τσαπίζαμε γενικώς, κόβαμε κορφές, μετά σκαλίζαμε παντζάρια, βγάζαμε πατάτες. Και έβλεπες ένα κάμπο γεμάτο κόσμο, που δούλευε. Και μάλιστα κάναμε, τότε δεν πληρώναμε εργάτες, κάναμε μετζί. Μετζί λέγαν την ανταλλαγή εργατικών χεριών. Δηλαδή είχαμε εμείς να βγάλουμε πατάτες, έρχονταν οι θείες και οι ξαδέρφες μου σ’ εμάς, όλη τη μέρα ή δύο μέρες, όταν χρειάζονταν. Βγάζαμε τις δικές μας πατάτες, τις πουλούσαμε και μετά πηγαίναμε στην άλλη θεία. Με τη μάνα μου κάναμε άτομα, όπως λέγαμε. Και με αυτό τον τρόπο όλο το καλοκαίρι εξυπηρετούσαμε η μία οικογένεια [01:00:00]την άλλη. Χρήματα δεν υπήρχαν, εύκολα. Εντάξει, αναγκάστηκαν αργότερα, είχανε λεφτά, όταν είπα στην αρχή-αρχή, η πρώτη μου κουβέντα στη συνέντευξη ότι: «Δεν είχαμε λεφτά», αυτό αναφέρονταν κυρίως στα χρόνια που ήμουν στο σπίτι του παππού, εκεί που ήταν αλλιώς. Κουράστηκα τώρα. Ρώτα κάτι, ρώτα. Για το τραγούδι.

Έ.Σ.

Υπάρχει ένα τραγούδι που λέγατε στον γάμο;

Σ.Χ.

Nαι, βέβαια το τραγούδι είναι στα τούρκικα, γιατί οι πρόσφυγες ξέρανε τη γλώσσα και αυτό το τραγούδι ήταν τόσο παραδοσιακό στην περιοχή της Ανατολικής Θράκης, που το λέγανε στα τούρκικα και το έλεγε η γιαγιά βέβαια. Ήταν το τραγούδι του αποχωρισμού της νύφης από τους δικούς της και το λέγανε τη βραδιά του κ’να που λέγανε–, την αποβραδίς του γάμου και μιλάει για τη νύφη που, παντρεύτηκε. Τα λόγια, δηλαδή, σε μετάφραση είναι ότι: «Σε ψηλό μέρος σπίτι μη χτίζεις, σε μακρινό μέρος κορίτσι μη δίνεις. Εγώ έχω έξι χρόνια που βγήκα νύφη από το χωριό μου, πολύ-πολύ μακριά με πάντρεψαν, και όλα αυτά τα χρόνια πεθύμησα τόσο πολύ τους δικούς μου, που τα σκληρά λόγια του πατέρα μου τότε, τώρα μου ακούγονται όμορφα, μου φαίνονται στα αυτιά μου όμορφα. Θυμάμαι με νοσταλγία τη μάνα μου, τα αδέρφια μου, του χωριού μου τα αγκάθια», τα τσαλιά που λένε, «λουλούδια γίνανε στα μάτια μου. Μακάρι ο πατέρας μου να ’χε ένα άλογο, να το καβαλίκευε και να ερχόταν να με δει. Μακάρι η μάνα μου να ’χε φτερά στους ώμους της, να πετάξει να ’ρθει να με βρει. Μακάρι τα αδέρφια μου να ξέραν τον δρόμο, που είναι το χωριό που με παντρέψανε, και να ’ρχονταν να με δουν». Θα σας το πω, όπως το θυμάμαι από τη γιαγιά, στην τουρκική γλώσσα. «Yüksek yüksek tepelere ev kurmasınlar Hasret hasret memelekete kız vermesinler Ben köyümden çıkar oldum 6 yıl oldu Köyümün dikenleri bana gül oldu Babamın kötü sözleri bana bal oldu Uçan da kuşlara malum oldu Ben annemi özledim Hem annemi hem babamı ben köyümü özledim Babamın bir atı olsa çıksa da gelse Babamın bir atı olsa binse de gelse Annemin yelkeni olsa uçsa da gelse Annemin yelkeni olsa uçsa da gelse Kardeşlerim yolu bilse çıksa da gelse Uçan da kuşlara malum oldu ben annemi özledim Hem annemi hem babamı ben köyümü özledim».

Έ.Σ.

Τι όμορφο! Αυτό σε ποια στιγμή του γάμου το τραγουδούσατε;

Σ.Χ.

Aποβραδίς, όταν κάνανε το γλέντι μεταξύ τους οι γυναίκες, κυρίως, και κάνανε τον αποχαιρετισμό της νύφης.

Έ.Σ.

Είπες εσύ πριν ότι έξι χρόνια, αφού παντρεύτηκες…

Σ.Χ.

Το τραγούδι λέει ακριβώς αυτά που είπα στην αρχή.

Έ.Σ.

Okay.

Σ.Χ.

«Έξι χρόνια, έφυγα από το σπίτι μου, αλλά νοστάλγησα τους γονείς μου και μακάρι να ’χανε φτερά, να ’χε η μάνα μου φτερά να ερχόταν να με δει, ο πατέρας μου να ’χε ένα άλογο να ‘ρθει να με πάρει, τα αδέρφια μου να ξέραν το δρόμο και να ‘ρθουν να με βρουν, εγώ πεθύμησα τη μάνα μου, πεθύμησα τον πατέρα μου, πεθύμησα το χωριό μου».

Έ.Σ.

Οπότε ο σκοπός αυτού του τραγουδιού για σένα ποιος είναι;

Σ.Χ.

Είναι ο αποχαιρετισμός της κοπέλας, κατ’ ουσίαν, να ξέρει ότι φεύγει πια, από το πατρικό της, αυτό που την περιμένει δεν είναι πάντα εύκολο, θα πρέπει να ζήσει σε μία «ξένη» οικογένεια, με «ξένους γονείς»–ας το πούμε, σε εισαγωγικά–, με «ξένα» αδέρφια και φυσικά νοσταλγεί το σπίτι της.

Έ.Σ.

Eσύ, όταν το άκουγες αυτό το τραγούδι μικρή, πώς σ’ έκανε να νιώθεις;

Σ.Χ.

Μαγεμένη κοιτούσα τη γιαγιά, που το τραγουδούσε, στήλωνα τα αυτιά μου να την ακούσω και μου έμεινε και το θυμάμαι. Βέβαια τώρα το ακούω, το έχω ακούσει μέσω ενός πολιτιστικού, που είχε ανταλλαγή με Τούρκους χορευτές, με δικό τους πολιτιστικό σύλλογο, το άκουσα που το τραγουδούσαν και αυτοί.

Έ.Σ.

Πολύ ωραία. Θες να μου πεις για τα πανηγύρια που πήγαινες τότε;

Σ.Χ.

Tα πανηγύρια–

Έ.Σ.

[Δ.Α.].

Σ.Χ.

Tα πανηγύρια ήταν η μοναδική μας, έτσι, διέξοδος και η χαρά μας, γιατί φεύγαμε από τα όρια του χωριού μας. Καλώς ή κακώς, ήμασταν περιορισμένοι στα όρια του χωριού, οπότε ένα πανηγύρι στα διπλανά χωριά ήταν για μας κάτι πολύ διαφορετικό. Γύρω από την εκκλησία πάντα και από την γιορτή ενός αγίου, στήνονταν μία κοινωνική, θρησκευτική και κοινωνική εκδήλωση. Τα πανηγύρια συνήθως ήταν από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο. Θυμάμαι τα πανηγύρια, βασικά του χωριού μας, που είναι της Αναλήψεως του Χριστού και είναι σαράντα μέρες μετά το Πάσχα και… Γινόταν στην πλατεία του χωριού μας. Το άλλο πανηγύρι, που θυμάμαι χαρακτηριστικά, είναι του Προφήτη Ηλία, στις 20 Ιουλίου, στο χωριό Θυρέα, που είναι πολύ κοντά στο χωριό μας και λέγεται Καπουτζού, έχει τουρκική ονομασία Καπουτζού, Θυρέα. Και επίσης το πανηγύρι στο χωριό Χειμώνιο, που είναι πίσω, δίπλα στο χωριό μας και γίνεται στις, 30 Αυγούστου είναι; Tου Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ο αποκεφαλισμός του Ιωάννου του Προδρόμου.

Έ.Σ.

29 μήπως–

Σ.Χ.

29 με 30, ναι, 29 παραμονή; 30 ανήμερα;

Έ.Σ.

Αυγούστου.

Σ.Χ.

Αυγούστου, Αυγούστου, ναι. Και ένα τελευταίο πανηγύρι, έτσι, της δικής μας, έτσι, περιφέρειας των χωριών, ήτανε του Αγίου Δημητρίου, το φθινόπωρο, στο χωριό Σοφικό, που είναι επίσης δίπλα στο χωριό μας. Από παιδιά μας περνάνε οι γονείς μας και πηγαίναμε. Μεγαλώνοντας, κορίτσια πια, ράβαμε συνήθως καινούρια φορέματα, γιατί τότε δεν αγοράζαμε έτοιμα από τις βιτρίνες. Μας ράβανε οι μανάδες μας ή οι μοδίστρες του χωριού και χαρούμενες παρέες–παρέες τα κορίτσια, πιανόμασταν και αγκαζέ και πηγαίναμε στα πανηγύρια. Το χαρακτηριστικό ήταν ότι γίνονταν όλα στην πλατεία του χωριού, γύρω από την εκκλησία πάντα. Στα πανηγύρια των χωριών Σοφικό, Χειμώνιο πηγαίναμε με τα πόδια, ενώ στη Θυρέα ήταν μακριά, μας πήγαινε πατέρας μου. Πολύ παλιά πηγαίναν με το κάρο, τη βοϊδάμαξα, αλλά αργότερα πηγαίναμε με την πλατφόρμα και το τρακτέρ και φόρτωνε μπαμπάς μου τις φίλες μου, μια που τις ήθελα εγώ παρέα και πηγαίναμε όλοι μαζί στη Θυρέα, στο Καπουτζού. Το κύριο χαρακτηριστικό των πανηγυριών ήτανε τα όργανα, η μουσική και τα παιχνίδια. Τα παιχνίδια, που πουλούσαν εκεί οι πραματευτάδες, ας το πούμε, αυτοί που στήνανε τα δικά τους τα, αυτοσχέδια έτσι, περίπτερα και πουλούσανε διάφορα πράγματα, ό,τι πουλάν σήμερα και στα πανηγύρια πολλές φορές. Ε, τότε ήταν πιο λίγα και εμείς δεν είχαμε και πολλά χρήματα φυσικά, περνάμε ψιλοπράγματα, κάτι δακτυλιδάκια, κάτι τσαντούλες κρεμαστές στον ώμο[01:10:00] από παιδιά. Και φυσικά τρώγαμε, κλασικά, το παγωτό, που το θυμάμαι, γιατί ήταν ένα, το τετράγωνο παγωτό βανίλια στο ξυλάκι με μία γεύση απίστευτη, που δεν τη βρίσκουμε αυτά τα χρόνια. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως την έχω ωραιοποιήσει, ίσως ήταν πραγματικά το γάλα τόσο καλό και τόσο αγνό, που είχε άλλη γεύση το παγωτό βανίλια. Και βέβαια ήταν τόπος κοινωνικής συνάντησης, γίνονταν εκεί και πολλά συνοικέσια, έρωτες, προξενιές και… Μετά το φθινόπωρο αρχίζαν και τα αρραβωνιάσματα. Ήταν οι εποχές που το χειμώνα συνήθως γίνονταν αρραβωνιάσματα, φθινόπωρο προς τον χειμώνα, που οι άνθρωποι δεν είχανε πολλές δουλειές, και τα προξενιά και οι γάμοι αργότερα. Οι χοροί ήταν πάρα πολύ εντυπωσιακοί. Χορεύαμε όλοι άντρες, γυναίκες, παιδιά είχαν τη χαρά να μπουν στον κύκλο του χορού, χωρίς να τους απαγορεύει κανείς κάτι. Το γλέντι ήτανε για όλον τον κόσμο. Και πολλές ταβέρνες πια και λοιπά, όλα αυτά γύρω από την πλατεία. Ψήνανε, αγοράζανε, τέλος πάντων, οι πανηγυριώτες και τρώγανε και βρίσκονταν και γλεντούσαν. Εκείνο που θυμάμαι πολύ, πολύ παλιά, δηλαδή τη δεκαετία του ’70, ’60-’70, όταν στο χωριό μας έρχονταν οι συγγενείς από άλλα χωριά. Οι αδερφές του παππού μου, που ήταν παντρεμένες αλλού, στην Κλείσω, στην Οινόη και λοιπά. Οι ξαδέρφες, ανιψιές και τα λοιπά, έρχονταν με το κάρο με τους δικούς τους και μένανε και τη νύχτα στους συγγενείς. Πάντα. Διανυκτέρευαν δηλαδή, γιατί οι αποστάσεις τότε ήταν μακρινές με το κάρο. Και ένα άλλο χαρακτηριστικό, που θυμάμαι, ότι η οικογένεια μαγείρευε εννιά φαγητά στο πανηγύρι. Δεν ξέρουμε, δεν ξέρω, δεν μου έχει μιλήσει κάποιος για την πραγματική σημασία του αριθμού εννιά. Προφανώς ένας συμβολικός αριθμός ήτανε και κάνανε όντως εννέα διαφορετικά φαγητά, για να μπορέσουν να χορτάσουν τους συγγενείς που έρχονταν στο σπίτι τους. Αλλά ήταν μία πραγματικά υπέροχη αφορμή στο να βρίσκονται οι οικογένειες, τα σόγια. Τα κορίτσια, τα παντρεμένα μακριά, που επέστρεφαν στις μανάδες τους, με τα παιδιά τους, με τους άντρες τους, γενικά με τα, τους δικούς τους. Μία πολύ όμορφη εικόνα. Και πολλές φορές κρατούσε και τριήμερο το πανηγύρι, δηλαδή παραμονή, ανήμερα και φεύγαν πια την επομένη του πανηγυριού. Και το ξεπροβοδίζανε, με δώρα, με ευχές, με χαρές και λέγανε: «Να ξαναβρεθούμε». Αν όχι ενδιάμεσα τουλάχιστον στο επόμενο πανηγύρι. Ήτανε δύσκολες οι επαφές, δύσκολη η επικοινωνία και σηματοδοτούσε έτσι μία πολύ όμορφη εποχή. Ναι. Αυτά θυμάμαι σε γενικές γραμμές, λεπτομέρειες άλλες μπορεί να υπήρχαν–

Έ.Σ.

Υπάρχει κάποια σκηνή, που σου έχει εντυπωθεί, από κάποιο πανηγύρι με τις φίλες σου;

Σ.Χ.

Ναι, αυτό που είχε αρχίσει από ένα σημείο και έπειτα ήταν ότι φέρνανε κάποιες, ντιζές τις λέγανε, δηλαδή φέρναν στο συγκρότημα και μια τραγουδίστρια, η οποία ήταν πάντα ντυμένη πολύ προχωρημένα για την εποχή και μαζεύονταν και έκανε με το ντέφι τα καμώματά της και λικνίζονταν και χόρευε και λοιπά και μαζεύονταν ο κόσμος γύρω να δει τη ντιζές και να χορέψει. Μετά πολύ, πιο παλιά ακόμη, θυμάμαι τις σκηνές με τους αρκουδιάρηδες στα πανηγύρια, κάτι που βέβαια, ευτυχώς, οι φιλοζωικές τα πρόσφατα, νεότερα χρόνια το απαιτήσαν και καταργήθηκε. Υπήρχαν πολλοί αρκουδιάρηδες που γύριζαν με μια αρκούδα, την οποία εκπαίδευαν, προφανώς βασανίζοντάς την, να κάνει διάφορα καμώματα. Αλλά εμείς τότε δεν μπορούσαμε να συνειδητοποιήσουμε ότι το ζώο αυτό είχε περάσει τα πάνδεινα, για να κάνει αυτά που έκανε, και χαζεύαμε, κι όλος ο κόσμος χάζευε. Και ο γύφτος, συνήθως γύφτοι ήταν, είχαν και κάποια παιδιά γυφτάκια μαζί τους και παίζανε το ντέφι και τραγουδούσαν και χόρευε η αρκούδα. Την έκαναν να σηκώνεται όρθια στα δυο της πόδια και να χορεύει. Της λέγανε να υποκλιθεί, να χαιρετήσει το κοινό και το έκανε, διπλώνονταν η αρκούδα στα δύο, παρόλο που ήτανε τεράστια. Θυμάμαι που… διάφορα, απλά τα γνωστά αυτά που τη ρωτούσανε, πώς κάνει η Αλίκη Βουγιουκλάκη, πώς χτενίζεται η Αλίκη Βουγιουκλάκη και έκανε η αρκούδα ότι χτενίζεται. Πώς κοιτάζεται στον καθρέφτη και έκανε η αρκούδα το χέρι της, για να δείξει πώς κοιτάζεται στον καθρέφτη. Πώς κάνει ο παππούς, πώς κοιμάται ο παππούς και ξάπλωνε η αρκούδα με την κοιλιά ανάσκελα. Τέτοιου είδους εντολές, που έδινε ο γύφτος, και το καημένο το ζώο, διασκέδαζε τον κόσμο και γελούσε ο κόσμος και χάζευε. Ήταν μία έτσι ατραξιόν, ας την πούμε με μία σύγχρονη λέξη, που δεν ξέραμε στο παρασκήνιο τι ακριβώς γινόταν. Αυτό συνέβαινε, σχεδόν σε όλα τα πανηγύρια οι αρκουδιάρηδες ήταν παρόντες και μετά γύριζαν και όλο το χωριό με το ντέφι, τραγουδώντας και έβγαινε ο κόσμος και έριχνε στο ντέφι χρήματα και έτσι κέρδιζαν τα χρήματά τους οι γύφτοι. Ήταν ένα, έτσι, μία εικόνα, που μου έχει μείνει από παιδί.

Έ.Σ.

Εσύ πήγαινες μαζί με τις φίλες σου, όμως, στα πανηγύρια.

Σ.Χ.

Από μικρή πηγαίναμε τους γονείς τους, αργότερα με τις φίλες, γιατί τα χωριά Χειμώνιο και Σοφικό είναι σε απόσταση κοντινή, δηλαδή με τα πόδια σε ένα τέταρτο με είκοσι λεπτά ήμασταν εκεί.

Έ.Σ.

Και κατά τη διάρκεια του πανηγυριού μένατε μαζί ή γνωρίζατε εκεί πέρα και άλλους ανθρώπους και απλωνόσασταν;

Σ.Χ.

Όσες είχανε συγγένειες γνωρίζονταν, χαιρετιούνταν και με άλλους, γνωριζόμασταν και εμείς και με άλλους ανθρώπους. Ήταν μια ευκαιρία να γνωρίσουμε κι άλλους νέους, νέες ή και μεγαλύτερους. Είχαν και συνήθειο βέβαια να καλούν και στα σπίτια τους. Μήνες ετοιμάζονταν οι γυναίκες για το πανηγύρι του χωριού, ασπρίζαν τα σπίτια τους, ασπρίζανε την περίφραξη της αυλής τους, περιποιούνταν τα λουλούδια τους, κάναν τα φαγητά τους και γενικά όταν ήταν να γίνει το πανηγύρι, ήταν έτοιμοι να δεχτούν κόσμο. Σε οποιοδήποτε σπίτι, αν χτυπούσες την πόρτα ή φώναζες: «Να ρθούμε μέσα να μας κεράσετε;», ανοίγανε και μας κερνούσαν. Ήταν πολύ ανοιχτός ο κόσμος και όταν ήταν πανηγύρι, σήμαινε ότι τα σπίτια ήταν ανοιχτά για όλους.

Έ.Σ.

Τo κάνετε εσείς αυτό;

Σ.Χ.

Tο κάναμε, το κάναμε, ναι και επειδή ήμασταν και παιδιά εύκολα μπαινοβγαίναμε στα σπίτια. Μία από την παρέα να ήξερε κάποια φίλη, κάποια συγγενής, κάποια γνωστή, μπουκάραμε όλες μαζί τσούρμο, μας κερνούσαν είχανε τα φοντάν τότε, κάνανε γλυκά, μπακλαβάδες, κανταΐφια, άλλα, διάφορα ό,τι είχαν να κεράσουν οι άνθρωποι και το διασκεδάζαμε, περνούσαμε ωραία.

Έ.Σ.

Θα έλεγες, δηλαδή, ότι νιώθατε μία ελευθερία στην κίνησή σας, δεν νιώθατε–

Σ.Χ.

Ναι–

Έ.Σ.

Έτσι, ότι πρέπει να μείνετε μαζί όλες;

Σ.Χ.

Στην επιστροφή φροντίζαμε να είμαστε πάλι μαζί, δηλαδή όπως πηγαίναμε, το γκρουπάκι, γυρίζαμε πάλι. Μες στο πανηγύρι μπορεί λίγο να ξεχωρίζαμε δυο-δυο, τρεις-τρεις, για να χαζέψουμε αυτά που πουλούσανε, για να χορέψουμε, για να δούμε άλλους γνωστούς. Γενικά, όμως, επειδή γίνονταν και γάμοι μεταξύ αυτών των χωριών και ο κόσμος δούλευε και στα χωράφια στον κάμπο μαζί, οι περισσότεροι γνωρίζονταν. Οικογένειες ολόκληρες, τα επίθετα, θυμόμουνα, από τον πατέρα μου ακόμη, επίθετα οικογενειών ολόκληρων, που είχαμε πολύ καλές σχέσεις. Από τα χωράφια, από τις δουλειές, από τα μεροκάματα, που πηγαίναν και δούλευαν κορίτσια και αγόρια στα χωράφια των γειτόνων, των γειτονικών χωριών. Υπήρχε μία αλληλεγγύη, μία κοινωνικότητα, μία συναναστροφή που θεωρούνταν πολύ φυσική πολύ αυθόρμητη και ήτανε καλή, ήτανε καλή.

Έ.Σ.

Με τις φίλες γινόντουσαν παρεξηγήσεις σε τέτοιες καταστάσεις, που ήταν πολύς κόσμος και μπορεί η μία να ήθελε να πάει αλλού, η άλλη αλλού;

Σ.Χ.

Καλά, φυσικό είναι να γίνονταν παρεξηγήσεις, γιατί ήμασταν και κοριτσάκια, εντάξει, και παρεξηγιόμασταν και μπορεί καμιά φορά να ψευτομαλώναμε ή μαλώναμε και σοβαρά. Πολλοί λόγοι θα μπορούσαν να αποτελούν αφορμές, ακόμη και ένα αγόρι που διεκδικούσαν δύο κορίτσια ή μία κουβέντα που ειπώθηκε ή η άλλη που παινεύτηκε για κάτι καλύτερο δικό της. Αυτό είναι φυσικό, γινότανε και γίνονταν και παρεξηγήσεις και μπορεί μετά να κρατούσαν μούτρα και μέρες. Αλλά σε γενικές γραμμές, όμως, είχαμε ανάγκη την παρέα, για να μπορούμε να βγούμε, να πάμε κάπου.

Έ.Σ.

Βλέπεις διαφορές στη φιλία, στις φίλες που είχες τότε με τις φιλίες που έχεις τώρα ή με τις φίλες που βλέπεις να έχει η κόρη σου;

Σ.Χ.

H βάση, η βασική έτσι η αντιμετώπιση, νομίζω είναι η ίδια, δηλαδή το ίδιο συναισθηματική, αυθόρμητη και πολύ γλυκιά [01:20:00]επικοινωνία ενός κοριτσιού με φίλες. Ναι. Τώρα αλλάξαν οι τρόποι επικοινωνίας, δεδομένου ότι μπήκε το κινητό, ο υπολογιστής και αυτού του είδους η επικοινωνία. Εμείς φωνάζαμε από τα σοκάκια: «Ε, Μαρία, έβγα θα πάμε στο πανηγύρι. Άντε πάμε να πάρουμε και τη Δέσποινα, περιμένει και η Ελένη στο σοκάκι, γρήγορα, ετοιμάσου να πάμε». Αυτό ήταν έτσι, αυθόρμητο, να μαζευτούμε να πάμε. Σήμερα θα πάρουν στο κινητό θα κλείσουν ραντεβού, θα βρεθούν σε ένα σημείο και θα πάνε. Κατά τα άλλα, η φιλία υπήρχε και υπάρχει, ευτυχώς, ευτυχώς, και είναι αγνή και όμορφη και ειλικρινής και κρατάει χρόνια. Και την κόρη μου βλέπω να έχει μια ομάδα με πάρα πολύ καλές φίλες από όλα τα στάδια της ζωής της, από το Δημοτικό ακόμη, το Γυμνάσιο, το Λύκειο ή το πανεπιστήμιο. Εγώ έχω κρατήσει φιλίες από τα παιδικά μου χρόνια στο χωριό, πολύ, πολύ καλές, και ακόμη βρισκόμαστε. Kαι τα λέμε και μάλιστα, όταν βρισκόμαστε, γυρνάμε σε εκείνη την εποχή και αναπολούμε. Ευτυχώς που υπάρχουν τα ίδια συναισθήματα. Άσχετα αν η τεχνολογία, εντάξει, έχει διαβρώσει έως ένα βαθμό λίγο τις σχέσεις, έχει απομακρύνει λίγο τους ανθρώπους. Δηλαδή προτιμάει σήμερα πολλές φορές ένας νέος να δει μία ταινία στο internet, παρά να βγει μία βόλτα με ένα φίλο του ή να δει έναν αγώνα, ας πούμε, και να μην πάει βόλτα στο χωριό του και λοιπά. Ήμασταν πιο… Το γλέντι ήταν αναγκαστικά ομαδικό τότε. Σήμερα είναι και πιο μοναχικό και αυτή η απομόνωση έχει… Έχει τα υπέρ, γιατί στιγμές-στιγμές θες να αυτοσυγκεντρωθείς, θες να κάνεις αυτό που εσύ θέλεις μόνο και να μην το υπαγορεύει η ομάδα. Έχει και κινδύνους, όμως, γιατί μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη απομόνωση και κυρίως για τα παιδιά, που δεν έχουν εξωστρέφεια. Είναι παιδιά πιο μοναχικά, προτιμούν έτσι, να είναι μόνα τους, αυτό δεν είναι καλό σίγουρα. Οι παρέες, οι φιλίες είναι αξίες, νομίζω, που αξίζει να τις ζήσει κανείς και εμείς, οι μεγαλύτεροι, πρέπει να το ενισχύουμε στα παιδιά αυτό. Δεν θα πρέπει να κλείνουμε τα σπίτια μας ούτε σαν μανάδες ούτε σαν γιαγιάδες. Να λέμε στα παιδιά μας, στα εγγόνια μας: «Φέρτε τις φίλες, τους φίλους σας να παίξετε». Μπορεί να είναι πάλι μέσω υπολογιστή ή κάτι άλλο, αλλά να βρεθούν, να επικοινωνήσουν. Έστω και μέσα στα διαμερίσματα, έστω και μέσα στα σπίτια τα σημερινά, που δεν είναι απαραίτητα μονοκατοικίες με αυλές και λοιπά.

Έ.Σ.

Όταν είχες προβλήματα, τα επικοινωνούσες στις φίλες σου, τα συζητούσες μαζί–

Σ.Χ.

Είχα, είχα πολύ καρδιακές φίλες, μία-δυο, δυο φίλες, με τις οποίες εκμυστηρευόμασταν τα πάντα. Τουλάχιστον έτσι, στην περίοδο της παιδικής και πρωτοεφηβικής ηλικίας. Εντάξει, αργότερα… Μπορεί σε κάποια φίλη να εξομολογούμασταν και βαθύτερες, έτσι, ενδόμυχες σκέψεις, αλλά πολύ πλατιά, σε όλη την ομάδα, δεν μπορούσες να τα πεις, για να μη δεχτείς κριτικές, ας πούμε, αρνητικές κριτικές ή σχόλια ή να μη δημοσιοποιηθεί πλατυτέρα, ας πούμε, το γεγονός. Αλλά λίγο-πολύ νομίζω ότι οι σχέσεις είναι όπως είναι και σήμερα. Όταν έχεις φίλες ή φίλους και θες να μιλήσεις μαζί τους. Αρκεί να είναι αμοιβαίο. Και να υπάρχει αμοιβαία εκτίμηση, κατανόηση, να μιλήσεις και να ξέρεις ότι, θα ακούσεις μία καλή κουβέντα, μία συμβουλή, στήριξη, ενθάρρυνση. Η φιλία είναι φάρμακο, είναι γιατρικό. Εκεί που νιώθεις ότι πέφτεις, έτσι, μεταφορικά, ο φίλος μπορεί να σε στηρίξει να σταθείς όρθιος. Για αυτό θέλει πολύ σωστή επιλογή φίλων, πολύ σωστή επιλογή φίλων και φιλενάδων. Γιατί μπορεί να πετύχεις και το αντίθετο, δηλαδή να μην είναι ο φίλος ή η φίλη, που θες, και να πετύχεις το αντίθετο.

Έ.Σ.

Υπάρχει κάποιο περιστατικό, που θα ήθελες να μοιραστείς, που σου στάθηκε πάρα πολύ μία φίλη και το εκτίμησες πάρα πολύ αυτό και ήταν για σένα ένα δυνατό δείγμα φιλίας, ένα πρότυπο φιλίας;

Σ.Χ.

Κάτι πάρα πολύ έτσι έντονο δεν μου ’ρχεται στο μυαλό μου.

Έ.Σ.

Μπορεί να είναι και καθημερινό, αλλά κάτι που εσύ ένιωσες εκείνη τη στιγμή: «Αυτό είναι φιλία –ας πούμε– αυτή είναι φίλη μου, που θέλω να την έχω για πάντα φίλη μου».

Σ.Χ.

Ναι, δεν μπορώ έτσι, κάτι συγκλονιστικό, κάτι να ξεχωρίσω. Αλλά πολλές φορές ένιωθα ότι είμαι πολύ τυχερή που έχω αυτές τις δύο-τρεις, πολύ-πολύ καλές φίλες. Εκείνη που είναι αδερφική μου φίλη βέβαια, είναι μία με την οποία δεθήκαμε από την Πρώτη Γυμνασίου. Είμαστε μέχρι τώρα φίλες. Είναι ο άνθρωπος που ανοίγω την καρδιά μου και μπορώ να της μιλώ ασταμάτητα και να με ακούει με τις ώρες. Γνωριστήκαμε στην Πρώτη Γυμνασίου. Το γεγονός ήταν ότι αυτή είχε χάσει τη μητέρα της και ήταν ορφανή, εκείνη τη χρονιά, στα 13 της χρόνια. Και εγώ όταν την είδα με τη μαύρη ποδιά, στην αυλή του σχολείου, την πλησίασα. Ήμουν η μόνη που την πλησίασε, και μία μαύρη κορδέλα φορούσε, και τη ρώτησα, έτσι, από αγάπη, γιατί φοράει την μαύρη ποδιά. Και εκείνη βούρκωσε και μου είπε ότι έχασε τη μαμά της πριν από κάποιους μήνες. Την πόνεσα τόσο πολύ, έκλαιγε εκείνη και έκλαιγα και εγώ μαζί της. Και μείναμε, της ζήτησα να καθίσουμε στο ίδιο θρανίο. Και από τότε, από την πρώτη τάξη μέχρι την έκτη Γυμνασίου, δηλαδή μέχρι την τρίτη Λυκείου, καθόμασταν στο ίδιο θρανίο. Είναι αδερφική μου φίλη. Μετά κουμπαριάσαμε, για να μη χάσουμε αυτή την επαφή, βάφτισε τον μεγάλο μου γιο. Και ζούμε μαζί στη Θεσσαλονίκη, έχει κάνει την οικογένεια τη δική της και εγώ τη δική μου. Αλλά ξέρουμε ότι όταν θα βρεθούμε, θα βγούμε για καφέ και θα τα πούμε, μπορούμε να μιλάμε με τις ώρες, να πάμε μέρα στο καφέ και να νυχτώσει και να μην πάρουμε χαμπάρι ότι νύχτωσε και να μιλάει η μία στην άλλη για τα προβλήματα και για τις χαρές και για την καθημερινότητα και όλα, όλα, όλα όσα μπορεί να κρύβει η ψυχή ενός ανθρώπου. Είναι η πιο αγαπημένη μου φίλη, η Μορφούλα.

Έ.Σ.

Ποιο θα έλεγες ότι είναι το κύριο χαρακτηριστικό της καρδιακής φιλίας;

Σ.Χ.

Νομίζω η, αυτού του είδους η απέραντη αγάπη, που σε κάνει να αγαπάς τον άλλον έτσι όπως είναι, για αυτές τις χάρες και για αυτά τα ελαττώματα που έχει. Το χάρισμα να τον ακούς, να τον αφουγκράζεσαι και να μοιράζεσαι μαζί του αυτά που νιώθει. Είναι πολύ, είναι χάρισμα σήμερα να μπορεί κανείς να ακούει τον άλλον. Σήμερα δεν ακούμε, μόνο μιλάμε. Μιλάμε όλοι, μονολογούμε κυρίως και δεν αφουγκραζόμαστε, δεν ακούμε τον άλλον. Εγώ έχω την τύχη η καρδιακή μου φίλη να με ακούει, πιο πολύ έχω την αίσθηση ότι ακούει εκείνη εμένα, γιατί εγώ είμαι πιο πολυλογού, εκείνη είναι πιο λιγομίλητη, αλλά και εκείνη, όμως, μπορεί να λέει λίγα, αλλά βγάζει αυτά που έχει μέσα της, και νιώθουμε ότι επικοινωνούμε δεν έχουμε –το λέει και η ίδια, το λέω και εγώ–, δεν έχουμε παρεξηγηθεί ποτέ. Ποτέ! Και τα παιδιά μου το ξέρουν και ο γιος της το λέει και οι άντρες μας το λένε, ότι είμαστε φίλες και δεν έχουμε μαλώσει, δεν έχουμε παρεξηγηθεί ποτέ και για τίποτα.

Έ.Σ.

Και είστε φίλες πόσα χρόνια;

Σ.Χ.

Από 13 χρόνων μέχρι 63-64, που είμαστε τώρα. Ναι, ναι. Την παρακαλώ να βγει στη σύνταξη τώρα, για να πηγαίνουμε πιο συχνά για καφέ, γιατί ακόμη δουλεύει. Ενώ εγώ έχω βγει στη σύνταξη, έχω πιο πολύ χρόνο. Και χαίρομαι που φέτος τον Νοέμβρη θα βγει επιτέλους στη σύνταξη. Το περιμένω πώς και πώς, για να μιλάμε, να βγαίνουμε συχνά για καφέ, να πηγαίνουμε σινεμά, θέατρο και να μιλάμε, να τα λέμε. Ναι, είμαι τυχερή που έχω μια τόσο καλή φίλη.

Έ.Σ.

Εσύ πότε βγήκες στη σύνταξη;

Σ.Χ.

Το ’11.

Έ.Σ.

Και σου λείπει καθόλου η εργασία;

Σ.Χ.

Φυσικά μου λείπει. Η επαφή με τα παιδιά μου λείπει–

Έ.Σ.

Το επάγγελμα που έκανες;

Σ.Χ.

Η διδασκαλία. Ήμουν καθηγήτρια. Μου λείπει η διδασκαλία, αλλά, τέλος πάντων διάφοροι λόγοι με ώθησαν τότε να βγω. Είχα ήδη αρκετά χρόνια υπηρεσίας, δεν μπορούμε να είμαστε και μόνιμοι στον χώρο δουλειάς. Δώσαμε τη σκυτάλη στα νεότερα παιδιά. Ευτυχώς, βέβαια, ήμουν τυχερή που ο Θεός μου χάρισε εγγόνια, τρία εγγονάκια γλυκύτατα, και κάνω την εκπαιδευτικό στα εγγόνια μου τώρα. Και μου βγαίνει αυτό το μεράκι [01:30:00]στα εγγόνια μου, που διηγούμαι παραμύθια, ιστορίες. Τώρα κάνουμε μυθολογία με την εγγονή μου. Στον εγγονό μου μέσω βιντεοκλήσης όλον τον χειμώνα, λόγω κορονοϊού, διηγούμουν παραμύθια και μάλιστα είχε καθιερωθεί κάθε βράδυ 20:30 η ώρα να παίρνει ο γιος μου και να βάζει τον μικρό να ακούει το παραμύθι της γιαγιάς και μετά να πηγαίνει για ύπνο. Ζητούσε πρώτα να ακούσει το παραμύθι και μετά να πάει για ύπνο.

Έ.Σ.

Τα χρόνια που πήγαινες στα πανηγύρια–

Σ.Χ.

Χμ...

Έ.Σ.

Μου είπες, τελευταίες χρονιές που πήγαινες πότε ήτανε;

Σ.Χ.

Στην εφηβεία πια, δηλαδή 16 χρονών, 15-16. Εντάξει, και πιο μετά και στα 17 χρόνια, πηγαίναμε μόνες πια, εντάξει, στο πανηγύρι του Χειμωνίου, θυμάμαι. Ναι.

Έ.Σ.

Τότε ήτανε… Συνέπεσαν και τα χρόνια με το πραξικόπημα, της στρατιωτικής–

Σ.Χ.

Ναι–

Έ.Σ.

Δικτατορίας.

Σ.Χ.

Δυστυχώς εμείς ήμασταν μία γενιά, που είχαμε ζήσει μία περίεργη πολιτική κατάσταση. Βέβαια είναι αλήθεια ότι ήμασταν παιδιά έως ένα βαθμό και δεν μπορούσαμε να συνειδητοποιήσουμε απόλυτα τι ακριβώς συνέβαινε, αλλά σίγουρα αντιλαμβανόμασταν ότι υπήρχε η δικτατορία. Υπήρχαν πολύ αυστηρά μέτρα και περιορισμοί. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι απαγορεύονταν μετά τις 19:00 να κυκλοφορούν οι μαθητές στους δρόμους. Στο Γυμνάσιο ο διευθυντής, ο γυμνασιάρχης, γύριζε στους δρόμους και αν έβλεπε μαθητές στον δρόμο, τους έγραφε και την άλλη μέρα παίρναν αποβολή. Στα καφενεία που πηγαίναν τα αγόρια να παρακολουθήσουν αγώνα, Σάββατο βράδυ, λόγου χάρη, πήγαιναν και τους καρφώνανε κάποιοι, κατά κάποιο τρόπο, και απαγορεύονταν γενικά στους νέους να κυκλοφορούν πολύ αργά. Τι πολύ αργά, δηλαδή; Μετά τις 19:00, 20:00; Δεν θυμάμαι ακριβώς-ακριβώς την ώρα, αλλά κάπου εκεί. Υπήρχε μια αυστηρότητα γενικά. Ήταν εξαήμερο το σχολείο, ούτως ή άλλως, όλα τα χρόνια που πηγαίναμε. Δηλαδή και Σάββατο είχαμε σχολείο. Το πενθήμερο στα σχολεία εφαρμόστηκε το 1981, όταν πια, εννοείται, πολύ μεταγενέστερα, αλλάξαν τα πράγματα με τη Μεταπολίτευση. Και μάλιστα όχι μόνο έξι μέρες πηγαίναμε σχολείο αλλά την έβδομη, την Κυριακή, τα χρόνια της επταετίας, με τη γραμμή στο Δημοτικό και με παρουσίες στο Γυμνάσιο, πηγαίναμε σ’ εκκλησιασμό. Υποχρεωτικά. Κάποιος καθηγητής ή δάσκαλος μας συνόδευε και έπρεπε να έχουμε το χαρτάκι, τη βεβαίωση, τέλος πάντων, ότι εκκλησιαστήκαμε, γιατί ήτανε έτσι τα μέτρα. Μια γενιά, δηλαδή, πιο περιορισμένη. Εμείς, τα παιδιά της γενιάς αυτής, εντάξει, με τα υπέρ και τα κατά.

Έ.Σ.

Ποια ήταν τα υπέρ;

Σ.Χ.

Τα υπέρ ήταν ότι δεν είχαμε τους πειρασμούς να κυκλοφορούμε αργά τα βράδια, στις μεγαλουπόλεις ιδιαίτερα και να εκτιθόμαστε σε κινδύνους, γιατί έφηβοι, που κυκλοφορούσαν πολύ αργά ή σήμερα κυκλοφορούν αργά, μπαίνουν σε πειρασμούς, σε κινδύνους. Είναι, υπάρχει και αυτή η πλευρά. Φυσικά ο περιορισμός δεν είναι καλός για ένα νέο άνθρωπο που θέλει να ανοίξει τα φτερά του, να ανοίξει τους ορίζοντές του, να μπορεί να δει, να μάθει ελεύθερα, να αποφασίσει για τη ζωή του. Αλλά είχαμε μία πειθαρχία, μια πειθαρχία, στρατιωτική, μπορώ να πω, και από τα σχολεία και από το Δημοτικό μέχρι το Γυμνάσιο, που έκανε γενιές πειθαρχημένες και πάλι με τα υπέρ και τα κατά. Δηλαδή, ναι μεν, αλλά. Η πειθαρχία έχει τα καλά της, αλλά όταν είναι υπερβολική και αυστηρή και λοιπά, δεν είναι πια πειθαρχία, είναι καταδυνάστευση, εντάξει.

Έ.Σ.

Το ένιωσες εσύ αυτό;

Σ.Χ.

Φυσικά το νιώθαμε, φυσικά το νιώθαμε. Αλλά δεδομένου ότι ήμασταν παιδιά από χωριά, από οικογένειες μικρό… Όχι αστικές, εμείς ήμασταν αγροτικές οικογένειες. Δεν είχαμε την πολυτέλεια των εξόδων, που έχουν τα παιδιά της πόλης, και, εντάξει, δεν μας φαίνονταν υπερβολική η καταπίεση. Αλλά μεγαλώνοντας, όμως, στο Γυμνάσιο της γειτονικής πόλης, που πηγαίναμε, νιώθαμε ότι δεν μπορεί να παίρνουμε αποβολή, επειδή ήμασταν στο φροντιστήριο και γυρίζαμε 20:00 η ώρα, ας πούμε. Οι υποψήφιες κάναμε φροντιστήριο και συνέβη να γυρίζουμε 20:00 η ώρα και κινδυνέψαμε να πάρουμε αποβολή, εντάξει, εξηγήσαμε φυσικά τους λόγους και τα λοιπά. Δηλαδή ήταν λίγο παρατραβηγμένο.

Έ.Σ.

Υποψήφιες για τι πράγμα;

Σ.Χ.

Για το πανεπιστήμιο. Ναι...

Έ.Σ.

Αυτά ήταν, δηλαδή, τα κατά;

Σ.Χ.

Εντάξει, πολλά, μπορεί κι άλλα να ‘ναι, αλλά σε γενικές γραμμές, όπως τα εισέπραττα εγώ, σαν παιδί.

Έ.Σ.

Έχεις βρει κατά ποιο τρόπο έχει επηρεάσει τη μετέπειτα ζωή σου εκείνα τα χρόνια, αυτή η επταετία, της Χούντας;

Σ.Χ.

Δεν ξέρω πώς θα ήταν αν ήταν διαφορετικά. Μπορεί να ήταν διαφορετικά, πραγματικά να διαπλάθαμε έναν άλλο χαρακτήρα. Αλλά αυτό το ελληνοχριστιανικό ιδεώδες μέσα στο οποίο μεγαλώσαμε, μας έκανε μια γενιά, που είχαμε πολλά κοινά, τελικά, γιατί μας διαπλάσανε με αυτά: Ελληνισμός, χριστιανισμός και λοιπά. Όταν γίνονται αυτά μέσα στα όρια του ανεκτού, δηλαδή το παιδί το δέχεται: «Ναι, όντως είμαστε χριστιανοί, είμαστε Έλληνες, πιστεύουμε και στην πατρίδα μας και στη θρησκεία μας». Έχουμε γαλουχηθεί με αυτά και από τις οικογένειές μας. Αλλά όταν γίνεται καταπιεστικό, όμως, και επίμονο και έχει μάλιστα και ποινές ως ένα βαθμό. Εκείνο δεν είναι καλό, ξεφεύγει.

Έ.Σ.

Εσύ δεν βίωσες ποτέ κάποια ποινή;

Σ.Χ.

Όχι, γιατί γενικά ήμουνα πειθαρχημένο παιδί. Αλλά πολλά αγόρια, θυμάμαι, που τα παιδιά ήταν στις ηλικίες πιο ατίθασα, ας πούμε, κυκλοφορούσαν, συνέβαινε να παίρνουν όχι μόνο αποβολές, αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος. Αν άφηναν μακριά μαλλιά, ας πούμε, και δεν ήταν κουρεμένα. Ή αν κάνανε κάτι, ένα παράπτωμα, το οποίο ο σύλλογος των καθηγητών αποφάσιζε ότι θέλει αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος. Ήταν πάρα πολύ βαρύ για ένα παιδί να φύγει από το Γυμνάσιο Διδυμοτείχου και να μετεγγραφεί στο Γυμνάσιο Δικαίων, ας πούμε, στα Δίκαια. Και να πρέπει να πάει στην ηλικία των 15-16 χρονών να νοικιάσει μόνο του στα Δίκαια, για να συνεχίσει εκεί το σχολείο. Συνέβαιναν αυτά, συνέβαιναν, γιατί γινόταν, ήτανε πειθαρχικό παράπτωμα ό,τι έκανε και τιμωρούταν κατά αυτό τον τρόπο. Νομίζω ήταν τραυματική εμπειρία για το παιδί.

Έ.Σ.

Όταν συνέβη η εξέγερση του Πολυτεχνείου, εσύ πού βρισκόσουν;

Σ.Χ.

Ήμουνα μαθήτρια, μαθήτρια και ήταν Σάββατο, ήμασταν απογευματινός κύκλος, γιατί ήμασταν πρωί-απόγευμα εναλλάξ με το αρρένων, ήμασταν θηλέων, εξατάξιο Γυμνάσιο θηλέων και ήμασταν απογευματινή βάρδια. Δεν ξέραμε τι συνέβαινε κάτω στην πρωτεύουσα. Απλά ο γυμνασιάρχης έδωσε εντολή, χτυπήσαν το κουδούνι, βγήκαμε όλες οι μαθήτριες στο προαύλιο. Ήμασταν χίλιες μαθήτριες, πάρα πολύ μεγάλος αριθμός μαθητριών, με μπλε ποδιές και άσπρα γιακαδάκια, μια εικόνα, μια αυλή γεμάτη μαθήτριες, και μας ανακοίνωσε ότι συνέβη κάτι σοβαρό πολιτικό στην Αθήνα και θα πρέπει να πάμε στα σπίτια μας, ήσυχα, απευθείας χωρίς να γυρνάμε στους δρόμους και κάναμε υποστολή της σημαίας και φύγαμε. Δηλαδή πολύ πριν τη λήξη του ωραρίου, δεν θυμάμαι πόσες ώρες μάθημα είχαμε κάνει, φύγαμε και πήγαμε στα σπίτια μας. Μετά βέβαια από τους γονείς μας και από το ραδιόφωνο ακούσαμε τι είχε συμβεί. Εμάς δεν μας το ανακοίνωσε ο διευθυντής. Άλλωστε και εκείνοι τότε δεν ξέραν ακριβώς τι είχε συμβεί. Περίμεναν να ενημερωθούν πρώτα καλύτερα και μετά.

Έ.Σ.

Ένιωσες κάτι, κάποια αναταραχή;

Σ.Χ.

Όχι, όχι, γιατί ήμασταν πολύ μακριά από τα αστικά κέντρα. Ήμασταν πάρα πολύ μακριά και δεν ξέραμε τι θα μπορούσε να είχε συμβεί. Όταν βέβαια ενημερωθήκαμε μετά, ιδιαίτερα όταν μάθαμε ότι τα τανκς μπήκαν στο Πολυτεχνείο και σκοτώθηκαν φοιτητές, εκεί τα πράγματα σίγουρα ήτανε… Θυμάμαι μαζευόμασταν παρέες-παρέες και το συζητούσαμε. Ήταν συγκλονιστικό για μας, δεν μπορούσε να το χωρέσει το μυαλό μας, ότι θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο ενάντια στη νεολαία της Ελλάδας, που τόλμησε να εναντιωθεί. Αλλά επειδή ήμασταν μακριά και δεν συμμετείχαμε σε γεγονότα[01:40:00], δεν είχαμε άμεση-άμεση, έτσι, επαφή με όλα αυτά.

Έ.Σ.

Δεν δημιουργήθηκε, δηλαδή, κάποιο κύμα το οποίο να έφτασε και εδώ σε κάποιους συμμαθητές–

Σ.Χ.

Όχι, όχι, γιατί ήτανε πάρα πολύ μακριά η περιοχή μας από τα κέντρα, από το κέντρο της εξέγερσης, ναι.

Έ.Σ.

Αντιληφθήκατε, όμως, τη σοβαρότητα–

Σ.Χ.

Φυσικά–

Έ.Σ.

Του γεγονότος–

Σ.Χ.

Φυσικά, φυσικά, γιατί μετά είχαμε ραγδαία εξέλιξη των γεγονότων, ώσπου περάσαμε στη Μεταπολίτευση. Ανατράπηκε το καθεστώς και περάσαμε στη Μεταπολίτευση. Βέβαια δυστυχώς μετά… Με το οδυνηρό γεγονός της Κύπρου, που ακολούθησε το επόμενο καλοκαίρι.

Έ.Σ.

Θέλεις να μου πεις για αυτό; Πώς το έζησες;

Σ.Χ.

Αυτό… Ήμουν 17 χρονών και είχα πάει σε μία μεγαλύτερη πόλη, την Αλεξανδρούπολη, με άλλα κορίτσια της ηλικίας μου για προετοιμασία σε φροντιστήριο, για να δώσουμε στο Πανεπιστήμιο. Δεν προλάβαμε καλά-καλά να αρχίσουμε τα μαθήματα στο φροντιστήριο, είχαμε νοικιάσει ένα σπίτι και μέναμε, θυμάμαι, τέσσερα κορίτσια μαζί και ξαφνικά έγινε αυτό που έγινε, η εισβολή στην Κύπρο και… Μας… Έκλεισε το φροντιστήριο και μας είπαν να πάμε στα σπίτια μας. Όλα τα παιδιά πηγαίνανε στα σπίτια τους στην Αλεξανδρούπολη ή προς την Κομοτηνή, στη Θεσσαλονίκη, παραπέρα, τέλος πάντων, φεύγαν. Και εμείς πήραμε το λεωφορείο, τα κορίτσια που ήμασταν από δω πάνω, από τον Έβρο, και ερχόμασταν στο χωριό μας. Όλοι μας λέγαν: «Μα, πού πάτε; Στο στόμα του λύκου; Oι Τούρκοι είναι έτοιμοι να μπουν στην Ελλάδα». «Μα, εμείς», λέμε, «θα πάμε στους γονείς μας, να κάνουμε εδώ τι;». Και ήρθαμε στο χωριό και την ώρα που φτάσαμε μες στο χωριό είδαμε ένα χωριό ανάστατο. 20 Ιουλίου του 1974. Μπροστά στην εκκλησία, που σταματούσε το λεωφορείο, ήταν μαζεμένοι δεκάδες άνθρωποι. Κατεβήκαμε από το λεωφορείο με τα κορίτσια και βλέπουμε τον κόσμο αλλόφρονα και η μάνα μου ήταν εκεί, έτρεξε και με αγκάλιασε και έκλαιγε, γιατί εγώ ήμουν στο φροντιστήριο στην Αλεξανδρούπολη, δύο ώρες μακριά, και ο αδερφός μου ήταν στην κατασκήνωση, που ήταν πιο μικρός. Το ίδιο συνέβαινε για πολλές μανάδες, που τα παιδιά τους έλειπαν. Και επικράτησε πανικός. Οι άντρες επιστρατεύονταν. Οι περισσότεροι άνδρες είχαν φύγει. Δηλαδή την επόμενη μέρα οι επιστρατευμένοι φύγαν, παρουσιάστηκαν στις μονάδες, που τους είχε επιστρατεύσει η πολιτεία. Ο πατέρας μου ήταν σε μία ομάδα Μάηδων, όπως λέγονταν. Δηλαδή ήτανε πολιτοφύλακες και φύλαγαν το χωριό. Είχαν αυτή την εξουσιοδότηση, να φυλάνε το χωριό μας. Όμως, δυστυχώς, δόθηκε εντολή να εκκενωθεί το χωριό, το Θούριο. Ξαφνικά, από τα μεγάφωνα της κοινότητας, πρωί-πρωί, την επόμενη μέρα; Φωνάζανε ότι πρέπει το χωριό να εκκενωθεί, όλοι με οποιονδήποτε τρόπο, με οποιοδήποτε μέσο πρέπει να φύγουν από το χωριό. Γιατί; Βρισκόταν ανάμεσα σε δύο πυρά, το χωριό μας. Δηλαδή, το Θούριο είναι πολύ κοντά στο ποτάμι Έβρου, είναι το τελευταίο χωριό, αμέσως μετά είναι τα τούρκικα σύνορα και πίσω από το χωριό μας είχε στηθεί η γραμμή άμυνας των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων. Εμείς ήμασταν ανάμεσα σε δύο πυρά. Λοιπόν, ήτανε μία εμπειρία που φυσικά δεν την έχω ξαναζήσει και εύχομαι να μην τη ξαναζήσω. Προσπαθούσαμε να βρούμε τρόπο να φύγουμε και με όποιο μέσο μπορούσαμε. Άλλοι με ΙΧ, άλλοι με τρακτέρ και πλατφόρμες, άλλοι ακόμη και με τα κάρα. Κάποιοι που είχαν μηχανές παίρναν τη γυναίκα τους και την πήγαιναν ας πούμε μακριά ή τα παιδιά τους. Η δική μου η οικογένεια μαζευτήκαμε και φύγαμε με τρακτέρ και πλατφόρμα, φορτωθήκαν πάνω στην πλατφόρμα πάρα πολλά άτομα: Θείες, μανάδες… Και μάλιστα οδηγούσε μία θεία μου, η οποία ήξερε να οδηγεί, τότε, το τρακτέρ και δίπλα καθόταν ο παππούς, ο οποίος ήταν πολύ μεγάλος πια, υπερήλικας. Και πιο πολύ στήριγμα ήταν που τον βλέπαμε κοντά μας, παρά ότι μπορούσε να βοηθήσει. Είναι αλήθεια ότι το χωριό ερήμωσε. Μείνανε κάποιοι πολύ-πολύ ηλικιωμένοι, που δεν θέλησαν να φύγουν. Και ο πατέρας μου, που ήταν πολιτοφυλακή, έλεγε ότι: «Δεν υπάρχει πιο άγριο και κρύο πράγμα από ένα άδειο χωριό». Σπίτια κλειστά, δρόμοι άδειοι, δεν άκουγες φωνές παιδικές, ανθρώπων φωνές. Πέρα από τη φρουρά που ήταν κάποια δέκα-δεκαπέντε άτομα που φυλούσαν το χωριό και μόνο οι φωνές των ζώων ακούγονταν, τα μουγκρητά ή τα γαυγίσματα. Σαν να θρηνούσαν κι αυτά εγκαταλελειμμένα. Τα ζώα. Φύγαμε, λοιπόν, μέσα από τα χωράφια, πίσω από τα μπαΐρια, που λέγαμε, ήξερε η θεία τους χωραφόδρομους. Και μαζί μας κι άλλοι βέβαια με τα κάρα. Δεν ακολουθήσαμε τους κεντρικούς δρόμους, γιατί ήταν γεμάτοι οι δρόμοι από στρατιωτικά οχήματα. Και πήγαμε στα βουλγάρικα σύνορα. Ξεκινήσαμε πρωί και φτάσαμε το σούρουπο. Στα βουλγαρικά σύνορα, σε ένα χωριό που λέγεται Ζώνη. Με την προοπτική αν μπουν οι Τούρκοι από τον ποταμό Έβρο, εμείς να μπούμε στη Βουλγαρία. Μας είχαν πει ότι, είχαν διαβεβαιώσει ότι η Βουλγαρία θα άνοιγε τα σύνορα και θα βρίσκαμε εκεί καταφύγιο. Και μόνο το ότι ήταν χριστιανοί οι Βούλγαροι, μας παρηγορούσε η σκέψη ότι θα βρούμε εκεί καταφύγιο και δεν θα πέσουμε στα χέρια των Τούρκων. Στο χωριό Ζώνη, που είναι ένα μικρό χωριό, βρήκαν καταφύγιο πάρα πολλοί άνθρωποι, σχεδόν όλοι οι χωριανοί μας, βέβαια και σε άλλα χώρια, αλλά εγώ θυμάμαι χαρακτηριστικά αυτό το χωριό. Και μείναμε σε ένα σπίτι νεόχτιστο, οι ιδιοκτήτες έλειπαν στη Γερμανία. Με τα τούβλα ήταν, αλλά επειδή ήταν καλοκαίρι, φυσικά, μείναμε πενήντα άτομα και κοιμόμασταν σε αυτό το σπίτι. Συγγενικά τα περισσότερα άτομα. Οι μητέρες μας μαγείρευαν έξω στο ύπαιθρο ό,τι μπορούσαν να βρουν, να αγοράσουν και ό,τι είχαν πάρει μαζί τους, γιατί –πρέπει να πω ότι– παρόλο τον πανικό τους, είχαν φορτώσει πάνω στην πλατφόρμα αλεύρι, τυριά, ψωμιά, ό,τι μπορούσαν να έχουν από το σπίτι εφόδια, τα είχαν βάλει πάνω στο τρακτέρ στην πλατφόρμα. Και μαγειρεύαν με ό,τι μέσα μπορούσαν να έχουν. Πλέναν τα ρούχα μας στο ποτάμι. Κάποιες σκηνές ειδυλλιακές μεν, αλλά τις θυμάμαι και με φοβίζει όλο αυτό. Μείναμε αρκετές μέρες, δεν είμαι σίγουρη για τον ακριβή αριθμό των ημερών, αλλά ήτανε οπωσδήποτε δέκα με δεκαπέντε μέρες. Και… Ώσπου κάποια στιγμή ήρθαν κάποιοι άντρες από το χωριό και είπαν ότι: «‘Ντάξει, ο κίνδυνος πέρασε, μπορείτε να επιστρέψετε». Και πάλι με τον ίδιο τρόπο, σιγά-σιγά επιστρέψαμε. Εκείνο που ήθελα να προσθέσω ήταν ότι υπήρχαν και πάρα πολλά γυναικόπαιδα, που δεν είχαν τους άντρες εδώ, γιατί υπήρχαν πάρα πολλοί που είχαν μεταναστεύσει στη Γερμανία, εργάτες, και ευτυχώς, όμως, το χωριό έδειξε την αλληλεγγύη του τότε και φρόντισαν αυτοί που φεύγαν να παίρνουν και τις γυναίκες και τα παιδιά, που δεν είχανε τους άντρες εδώ, τους πατεράδες τους. Και υπήρχε μία αλληλεγγύη συγκινητική. Και εκεί που πήγαμε, να βοηθάει ο ένας τον άλλο, ό,τι είχε ο ένας να το μοιράζεται με τους άλλους. Αλλά και οι κάτοικοι του χωριού μας έφερναν –δεν θα το ξεχάσω, μία κυρία, που είχε μία κατσίκα, την άρμεγε και μας έφερνε το γάλα για να πίνουν τα μικρά τα παιδιά. Ήταν κάτι που έχει εντυπωθεί έτσι στο μυαλό μου έντονα. Ευτυχώς, βέβαια, γλυτώσαμε τα χειρότερα, γιατί αποφεύχθηκε ο πόλεμος και δεν είδαμε χειρότερα, πιο τραγικές στιγμές. Σίγουρα, όμως, είναι μια εμπειρία, που έχει καταγραφεί στο μυαλό μου έντονα.

Έ.Σ.

Τι συναισθήματα σου έχει αφήσει;

Σ.Χ.

Συναισθήματα… Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από τον πόλεμο. Ανατρέπονται τα πάντα. Τα πάντα, τα πάντα ανατρέπονται. Η οικογενειακή ζωή, η επαγγελματική ζωή, η ηρεμία και η γαλήνη των ανθρώπων. Ο φόβος που φωλιάζει στις ψυχές των ανθρώπων και είναι ό,τι χειρότερο, γιατί βάζεις με το μυαλό σου[01:50:00] ό,τι μπορεί να συμβεί. Οι μεγαλύτεροι, οι γιαγιάδες, οι παππούδες, που ξέραν και είχαν ζήσει τη φρίκη των Τούρκων, διηγούνταν, δυστυχώς βέβαια για μας, αυτά που είχαν περάσει. Και νιώθαμε ότι αυτό που γινόταν θα μπορούσε να έχει πολύ τραγική εξέλιξη. Φυσικά δε νιώθαμε και το καλύτερο. Ευτυχώς, περάσανε, περάσανε όλα. Και επανήλθαμε και συνεχίσαμε τη ζωή μας. Και θυμάμαι τα παιδιά που δίνανε Πανελλήνιες εκείνη τη χρόνια –εγώ ήμουνα πιο μικρή– δεν μπόρεσαν να συνεχίσουν το διάβασμά τους, το φροντιστήριο τους. Δεν πέρασαν τα παιδιά τότε από τα ακριτικά μέρη στο Πανεπιστήμιο και δυστυχώς δεν πάρθηκε καμία μέριμνα για αυτά τα παιδιά. Έστω μία ευκαιρία να ξαναδώσουν ή ένα ποσοστό, ας πούμε, παιδιών που είχαν γράψει, όχι τόσο καλά, να δοθεί η δυνατότητα να φοιτήσουν στα Πανεπιστήμια. Και οι περισσότεροι ξαναδιάβασαν, ξαναξοδεύτηκαν και ξαναδώσαν την επόμενη χρονιά.

Έ.Σ.

Υπήρχε κάποια στιγμή ηρεμίας εκείνες τις δέκα-δεκαπέντε μέρες; Ή τραγουδιού και χαράς;

Σ.Χ.

Όχι, τραγούδια και χαρές δεν θυμάμαι καθόλου. Εκείνο που θυμάμαι, όμως, ότι, επειδή ήμασταν όλες οι ηλικίες μέσα σε ένα σπίτι, υπήρχε μια έτσι, μια ατμόσφαιρα… Όμορφη, γιατί ήταν τα μικρά, με τα οποία εμείς παίζαμε και τα απασχολούσαμε, για να κάνουν οι μανάδες τους δουλειές. Κάναμε βόλτες σ’ αυτό το χωριό, που δεν το ξέραμε. Είχε και το βουνό –βουνό–, όχι πολύ μεγάλο, αλλά γενικά υπήρχε πράσινο, δέντρα και περπατούσαμε και χαζεύαμε και κάναμε βόλτες. Κουβαλούσαμε πόσιμο νερό από την βρύση της πλατείας του χωριού. Στιγμές, δηλαδή, εντάξει, υπήρχαν και ξένοιαστες στιγμές, γιατί, ίσως ήμασταν ακόμη, ακόμη και εμείς παιδιά.

Έ.Σ.

Και μετά ήρθε η Μεταπολίτευση.

Σ.Χ.

Nαι, ναι.

Έ.Σ.

Πώς επηρέασε τη ζωή σου αυτή η αλλαγή;

Σ.Χ.

Καταλυτικά. Αλλάξαν τα πάντα. Ήμουν, όμως, για μένα ήταν ευτυχής η συγκυρία, γιατί μπήκα στο Πανεπιστήμιο και έζησα όμορφα φοιτητικά χρόνια και με μεγαλύτερη ελευθερία. Καμία σχέση με τα στενά περιθώρια των μαθητικών χρονών. Πολιτικοποίηση έντονη των φοιτητών, πάρα πολλές πορείες, ατέλειωτες πορείες, αμφιθέατρα γεμάτα να μη φαίνονται από την καπνιά, με ομιλητές, ομιλητές, αδιάκοπα γύρω από όλα τα θέματα. Νομίζω ότι εκεί ωριμάσαμε πια, εκεί γίναμε πραγματικοί πολίτες, συνειδητοποιημένοι. Και φυσικά, εντάξει, ταυτόχρονα με τις σπουδές μας ήταν έντονα, έντονα χρόνια, τα φοιτητικά χρόνια της Μεταπολίτευσης.

Έ.Σ.

Ένιωσες κάποιου είδους ελευθερία;

Σ.Χ.

Ε, ναι, απόλυτη, από τη στιγμή που είχα φύγει από το σπίτι μου. Ήμουνα πια, είχα κλείσει εννοείται τα 18, ήμουν στα 19, ήμουν συνειδητοποιημένη, ήμουν κατασταλαγμένη σε πολλά πράγματα, ήξερα να κάνω πιο σωστές επιλογές, δεν ήμουν πια στην ηλικία της εφηβείας. Και ήταν και μία ευκαιρία, όταν φεύγει το παιδί από το σπίτι του, να γνωρίσει πολλά πράγματα, να ψάξει τον εαυτό του και να μάθει πολλά, για να μπορέσει να ολοκληρωθεί ως προσωπικότητα. Εκεί διαπλάθεται ο νέος, στα πανεπιστημιακά εκεί έδρανα. Γενικά μέσα στις φοιτητικές παρέες. Ήταν όμορφα χρόνια, έντονα, έντονα χρόνια. Και με πολλές συγκρούσεις βέβαια, πολλές συγκρούσεις, και μεταξύ κομμάτων, και μεταξύ φοιτητών, και μεταξύ αστυνομίας και φοιτητών. Αλλά έτσι διαπλάθεις προσωπικότητα, μέσα από όλες αυτές τις αντιφάσεις.

Έ.Σ.

Έζησες σε νεαρή ηλικία μία ακραία–

Σ.Χ.

Ναι–

Έ.Σ.

Πολιτική αστάθεια.

Σ.Χ.

Nαι, από τα πολύ στερημένα χρόνια των μαθητικών χρόνων στην απόλυτη ελευθερία των φοιτητικών χρόνων.

Έ.Σ.

Και τα τραύματα του Εμφυλίου, που ήταν ακόμη φρέσκα, εδώ, στο χωριό, την κοινοβουλευτική δημοκρατία, που την ανέτρεψε το στρατιωτικό πραξικόπημα, το ’73 με το Πολυτεχνείο, το ’74 με την τουρκική εισβολή στην Κύπρο–

Σ.Χ.

Ναι, ναι, φυσικά, φυσικά–

Έ.Σ.

Τη Μεταπολίτευση…

Σ.Χ.

Φυσικά. Για τον Εμφύλιο δεν θυμάμαι εγώ τίποτα, γιατί ακριβώς στο χωριό μας δεν μιλούσε κάνεις γι’ αυτά. Γονείς, παππούδες και λοιπά τηρούσαν σιγήν ιχθύος, δεν μιλούσε κανείς για αυτά τα γεγονότα, γιατί πονούσαν τα γεγονότα. Ήταν πρόσφατα, όλες οι οικογένειες είχαν και κάποια τραυματική εμπειρία. Είτε από τη μία είτε από την άλλη πλευρά, με αποτέλεσμα να μη θέλουν να τα κουβεντιάζουν. Εγώ μεγάλωσα χωρίς να ξέρω για τον Εμφύλιο, χωρίς να ξέρω τι κόμμα είναι ο καθένας. Εντάξει ακούγονταν λίγο-πολύ, αλλά δεν εκφράζονταν έτσι, ούτε τα κουβεντιάζανε. Σαν να κάναν μία συμφωνία, έτσι σιωπηρή, να αφήσουμε όλα αυτά που μας πονούν στο παρελθόν και να προχωρήσουμε μαζί στο μέλλον. Και το χωριό μας ευτυχώς το πέτυχε ως ένα βαθμό και συνέχισαν να ζουν, παρόλο που, μεγαλώνοντας, άκουσα πολλές πονεμένες ιστορίες. Ακόμη και ανάμεσα σε αδέρφια, ανάμεσα στην ίδια οικογένεια, ίσως για αυτό δεν μιλούσαν, για να τα αφήσουν πίσω και να προχωρήσουν όσο γινόταν πιο ήρεμα τη ζωή τους. Και προπαντός να μην βάλουν και τα παιδιά, τη νεότερη γενιά σε αυτό το παιχνίδι –παιχνίδι–, σε αυτή τη λογική, ας το πούμε. Ναι. Δεν ξέρω–

Έ.Σ.

Και η έλλειψη, όμως, πληροφορίας κάπως, κατά κάποιο τρόπο, επηρεάζει.

Σ.Χ.

Ε, ναι, εμείς τότε δεν είχαμε πληροφορία, εννοείται. Ακόμη και η τηλεόραση όταν καθιερώθηκε, δεν είναι άγγιζε, αυτά τα θέματα ήταν απαγορευμένα. Εγώ αυτά τα έμαθα στο πανεπιστήμιο πια, εντάξει, έχεις άλλη ωριμότητα να τα κρίνεις μετά. Αλλά νωρίτερα, όχι.

Έ.Σ.

Τι ρόλο έπαιξε στη διαμόρφωση του ατόμου σου η εμπειρία όλης αυτής της πολιτικής αστάθειας, που έζησες στη νεαρή σου ηλικία;

Σ.Χ.

Νομίζω ότι με ωρίμασε, με ωρίμασε, αλλά, δεν ήμουν εγώ άτομο έντονα πολιτικοποιημένο. Γνώριζα, ενημερωνόμουν, συμμετείχα σε πάρα πολλές συνελεύσεις και λοιπά, και σε πορείες συμμετείχα, αλλά δεν… Ήμουν ένα παιδί από φτωχή αγροτική οικογένεια, που ήθελα να τελειώσω με τις σπουδές μου, γιατί ήξερα ότι ο πατέρας μου μοχθεί πάρα πολύ, για να βγάλει τα χρήματα, που μου έστελνε. Αμέσως μετά από μένα πέρασε και ο αδερφός μου στο Πολυτεχνείο και δεν ήταν εύκολο δύο παιδιά να τα σπουδάζει μαζί και έτσι έπεσα με τα μούτρα στις σπουδές μου. Έκανα τις εργασίες μου, με αποτέλεσμα να τελειώσω ακριβώς και νωρίτερα, στην πρώτη περίοδο, στα τρεισήμισι χρόνια σπουδών πήρα το πτυχίο μου και με πολύ καλή βαθμολογία και έφυγα από το Πανεπιστήμιο. Και μετά, φυσικά, επαγγελματικά έκανα την καριέρα μου. Αλλά είχα στοχευμένα σκοπό να τελειώσω, για να μην παρατραβήξουν οι σπουδές και υποφέρει ο πατέρας μου και η μητέρα μου.

Ἐ.Σ.: Τι σου έχει μείνει από τις εμπειρίες που μας διηγήθηκες;

Σ.Χ.

Από;

Έ.Σ.

Από τις εμπειρίες που μας διηγήθηκες τι σου έχει μείνει;

Σ.Χ.

Από όλα αυτά;

Έ.Σ.

Ναι.

Σ.Χ.

Όλα είναι έντονες εμπειρίες, εντάξει, πού, να επικεντρώσω σε κάτι; Tο καθένα έχει τη δική του βαρύτητα. Για μένα τα πιο έντονα ήταν τα φοιτητικά μου χρόνια, ναι, γιατί εκεί πραγματικά –είπαμε– ολοκληρώνεσαι. Είχα την απόλυτη ελευθερία. Ευτυχώς για μένα τη διαχειρίστηκα σωστά, παρόλο που ήμουν πολύ μακριά από το σπίτι μου. Έκανα καλές παρέες και, εντάξει, δεν έχω τραυματικές εμπειρίες. Το αντίθετο μάλιστα μπορώ να πω. Ίσως αγαπούσα αυτό που σπούδαζα και ήταν καλά, καλά χρόνια, καλά.

Έ.Σ.

Τι σπούδαζες;

Σ.Χ.

Φιλοσοφική, Φιλοσοφική, ναι, ναι. Ήτανε το αγαπημένο μου. Ο αγαπημένος μου τομέας και μάλιστα το έκανα με πολλή αγάπη και έκανα εργασίες, κατέβαζα στη βιβλιοθήκη τόμους βιβλίων και έκανα παρουσιάσεις. Ήμουν καλή φοιτήτρια, εντάξει, δεν θέλω εγώ να περιαυτολογώ. Και στη λαογραφία είχα μία έφεση ιδιαίτερη, στη νεοελληνική λογοτεχνία και στη λαογραφία, όπου μάλιστα είχα κάνει τόσες πολλές εργασίες, που είχα απαλλαγεί στο τέλος. Στο πτυχίο, δεν έδωσα εξετάσεις, πήρα το 10 και οι καθηγητές με απαλλάξανε από τις εξετάσεις του Ιουνίου, τις πτυχιακές και… Ναι. Τα αγαπούσα αυτά που έκανα και μάλιστα στη λαογραφία με ακολούθησε αυτό το μεράκι μέχρι τώρα[02:00:00], γιατί έκανα εργασίες στην έδρα του καθηγητή Μερακλή, τότε, ο οποίος είχε επαινέσει πολύ μία εργασία, που είχα κάνει, για την ενδυμασία του Θούριου και τα ήθη και έθιμα του Θουρίου. Είχα βγάλει φωτογραφίες, είχα πάρει συνεντεύξεις από ανθρώπους στο χωριό, είχα κάνει μία πάρα πολύ ωραία εργασία και φάνηκε ότι έχω μία κλήση έτσι σε αυτό τον τομέα. Και μετά, τελειώνοντας, ασχολήθηκα όλα αυτά τα χρόνια με συλλόγους λαογραφικούς, με πολιτιστικούς, κυρίως, συλλόγους, σαν μέλος. Αυτή τη στιγμή έχω τριάντα πέντε χρόνια σε χορευτικούς, πολιτιστικούς συλλόγους. Σε τρεις συλλόγους διαφορετικούς, από τη Θρακική Εστία Θεσσαλονίκης μέχρι τον ΧΟΘ Καλαμαριάς, μέχρι τον πολιτιστικό σύλλογο της Καλλικράτειας. Είναι, θα έλεγα, ο τομέας που μου ταιριάζει. Παρουσίαζα τις… Έχω γράψει πάρα πολλά κείμενα, έχω παρουσιάσει. Είναι ο τομέας που μου αρέσει και πιστεύω ότι όσο μπορώ θα το συνεχίσω αυτό που κάνω.

Έ.Σ.

Χάρηκα πάρα πολύ.

Σ.Χ.

Σε ευχαριστώ και εγώ. Και καλή επιτυχία στο έργο που έχεις αναλάβει, στην καταγραφή, και πιστεύω ότι αυτό που κάνεις είναι πάρα πολύ ωραίο. Εύχομαι να το κάνουν και άλλοι νέοι, για να καταγράψουν μνήμες, μαρτυρίες, ιστορίες, προσωπικές εμπειρίες, που αλλιώς, με το πέρασμα του χρόνου, χάνονται. Τα σβήνει ο χρόνος και καλό είναι να μεταφέρονται στις επόμενες γενιές με αυτόν τον τρόπο.

Έ.Σ.

Ευχαριστώ!

Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.

Περίληψη

Η Σμαράγδα Χατζάργυρου θυμάται τα παιδικά της χρόνια και την καθημερινή ζωή της οικογένειάς της στο Θούριο Έβρου, περιγράφοντας τις γεύσεις, τις συνήθειες και την τοπική οικονομία του τόπου. Μας εκμυστηρεύεται ότι, αν και ήταν πολλά τα εγγόνια που φρόντιζε η γιαγιά της, ενώ παράλληλα μεριμνούσε για τις καθιερωμένες οικιακές εργασίες, παρέμενε χαρούμενη, χόρευε και τραγουδούσε. Αφού μας τραγουδήσει ένα νυφικό άσμα στα Τουρκικά, αναφέρει ότι η ίδια βοηθούσε από μικρή στις δουλειές του σπιτιού, χωρίς να σταματήσει να παίζει στους δρόμους και στις αυλές του χωριού μαζί με τους συνομήλικούς της, εξηγώντας ότι με την έλευση του ρεύματος, της τηλεόρασης και του τηλεφώνου στο χωριό άρχισε και η μετανάστευση από το Θούριο προς τη Γερμανία και η επικείμενη ερήμωσή του. Η αφηγήτρια ταξιδεύει, ύστερα, σε εφηβικές της μνήμες από την κύρια διασκέδασή της, που δεν ήταν άλλη από το να πηγαίνει με τις φιλενάδες της στα πανηγύρια, αλλά και στη στιγμή που γνώρισε μία καρδιακή της φίλη στο Γυμνάσιο. Αναφέρεται, έπειτα, στην επίδραση που είχε η Δικτατορία των Συνταγματαρχών στη διαμόρφωση των νέων της περιοχής και στο πώς πληροφορήθηκαν για την εξέγερση του Πολυτεχνείου, αλλά και στο πώς βίωσε την τουρκική εισβολή στην Κύπρο ως κάτοικος ενός χωριού που εκκενώθηκε, ευρισκόμενο ανάμεσα σε δύο πυρά. Αναστοχάζεται, τέλος, ως προς την καθοριστική σημασία των φοιτητικών της χρόνων επί Μεταπολίτευσης και επιδεικνύει την αφοσίωσή της στη λαογραφία.


Αφηγητές/τριες

Σμαράγδα Χατζάργυρου


Ερευνητές/τριες

Elena Stavraki


Tags
ΔιασκέδασηΈθιμα ΓάμουΕλευθερίαΕλληνική ΜετανάστευσηΕπαρχίαΕπιστράτευση 1974Επταετία (1967-1974)ΖώαΚαλλιέργειαΚοινωνίαΡεύμαΣπουδέςΣυγγενείςΣύλλογοςΣυνθήκες ΖωήςΣυνήθειεςΣχολείοΤοπική ΟικονομίαΤραγούδιΤυρίΦαγητόΧούνταΧωριόΨωμίΓλυκάΣπίτιΕκκένωσηΔικαιώματα των ΖώωνΠολύτεκνη ΟικογένειαΓιαγιάΓιορτέςΓυμνάσιοΔασκάλαΛαογραφίαΜάηδες/Μάυδες Μετανάστευση στην ΓερμανίαΝοσταλγίαΟικογενειακή ΖωήΟικογενειακή ΙστορίαΠαιδικά ΧρόνιαΠαιδικές ΑναμνήσειςΠαιδικά ΠαιχνίδιαΠαιχνίδιαΠαιχνίδια στο ΔρόμοΠανεπιστήμιοΠανηγύριαΠαραδοσιακό Τραγούδι9 ΦαγητάΑγροτική ΠαραγωγήΑγροτική ΖωήΑνταλλαγή ΠληθυσμώνΑνταλλακτική ΟικονομίαΑπαγόρευση ΚυκλοφορίαςΑργαλειόςΓαλακτοκομικά ΠροϊόνταΓάμοςΠολιτιστικοί ΣύλλογοιΠολυτεχνείο 1973Προετοιμασία ΦαγητούΑ.Τ.Ε. (Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, 1929) Γλυκά του ΚουταλιούΕρήμωση Χωριών17 Νοέμβρη 1973ΑλλεργίεςΠλέξιμοΔιαβίωσηΉθη ΓάμουΡομάΣχολικά ΧρόνιαΦοιτητικά ΧρόνιαΔικτατορίαΕισβολήΚοινωνικότηταΣύνταξηΚοινωνικές ΣχέσειςΤηλεόρασηΣυναισθήματαΤεχνολογική ΠρόοδοςΓλέντιαΟικογενειακή ΜνήμηΠανδημίαΑνθρώπινες ΣχέσειςΑπόκριεςΑντάμωμαΑλληλεγγύη

Τοποθεσίες

Ημερομηνία Συνέντευξης

04/07/2021


Διάρκεια

121'


Σημειώσεις Συνέντευξης

Πρόκειται για τη νονά και θεία της ερευνήτριας.