© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Ο καλλιτέχνης και ταξιδευτής Παναγιώτης Κόκκορης
Κωδικός Ιστορίας
19132
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Παναγιώτης Κόκκορης (Π.Κ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
09/01/2021
Ερευνητής/τρια
Γεώργιος Ψαρουδάκης (Γ.Ψ.)
[00:00:00]Λοιπόν, πες μας το όνομά σου.
Καλησπέρα, εγώ είμαι ο Παναγιώτης ο Κόκκορης.
Εγώ είμαι ο Γιώργος Ψαρουδάκης, ερευνητής στο Istorima, είμαι με τον Παναγιώτη Κόκκορη στην Αθήνα, είναι 10 Γενάρη του 2021.
Καλή χρονιά, Γιώργο.
Καλή χρονιά. Και ξεκινάμε να μας πεις την και τις ιστορίες σου. Θες να αρχίσεις από τα παιδικά χρόνια; Από το Φυσικό;
Είπες τα παιδικά χρόνια.
Τα παιδικά.
Όσον αφορά τα παιδικά χρόνια τώρα, η αλήθεια είναι ότι κατευθείαν το μυαλό μου πήγε στα κάπως εφηβικά, επειδή εκεί βίωσα το θάνατο του πατέρα μου, να το πω έτσι. Οπότε, αυτό που μου ήρθε πρώτα με το που είπες την πιο μικρή ηλικία, ήταν αυτό που έζησα στα 20, που έφυγε ο μπαμπάς από καρδιακό και που ξαφνικά, σαν μεγαλύτερο παιδί, βρέθηκα να είμαι ο εν δυνάμει μπαμπάς της οικογένειας. Και να επωμίζομαι πολλές υποχρεώσεις και πολλά πράγματα τα οποία έπρεπε να γίνουν για την οικογένεια, βοηθώντας ταυτόχρονα τη μητέρα μου για το πώς θα επιβιώσουμε και τι θα γίνει, ενώ ήμουνα ήδη στο Πανεπιστήμιο και σπούδαζα Φυσική. Ήταν, λοιπόν, όντως είναι ένα βίωμα το οποίο με τα χρόνια αν με ρωτήσεις θα πω ότι είναι το πιο ωραίο και το πιο δύσκολο πράγμα που μου έχουν συμβεί στη ζωή μου. Είναι ένα δώρο, με πολύ μεγάλο τίμημα ταυτόχρονα. Γιατί από τη μία έχασα έναν άνθρωπο τον οποίο... αναζητώ κάποιες στιγμές,, τώρα στα 43 μου, να τον είχα δίπλα μου και να πίναμε έστω ένα καφεδάκι σε ένα καφενείο και ας μη λέγαμε κουβέντα. Από την άλλη, αν δεν είχε πεθάνει ο μπαμπάς μου, δεν ξέρω αν μετά η ζωή μου θα έπαιρνε όλη αυτή τη στροφή και θα έκανα όλα αυτά τα πράγματα τα οποία έκανα. Γιατί από το θάνατο του μπαμπά ένα πράγμα που έμαθα και ήταν έντονο σε εκείνη την ηλικία, είναι ότι κάποια στιγμή θα πεθάνουμε. Οπότε, αφού αυτό για κάποιο λόγο, εκείνη τη στιγμή, μπήκε μέσα μου έντονα, ήταν κάτι που με απασχόλησε για την επόμενη επταετία της ζωής μου έντονα, και ήταν και ο λόγος που με οδήγησε –στα 27 μου περίπου– να αφήσω την Ελλάδα και να βρεθώ στο εξωτερικό. Γιατί εκεί ήταν που πήρα την απόφαση ότι: «Ξέρεις κάτι; Ζήσε πριν πεθάνεις». Αρχικά, βέβαια, βγήκα στο εξωτερικό γιατί ήθελα να δουλέψω σα Φυσικός. Στην πορεία κατάλαβα ότι δεν με ενδιαφέρει τόσο πολύ να δουλέψω σα Φυσικός. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν να γνωρίζω ανθρώπους και να ταξιδέψω τον κόσμο, κάτι στο οποίο, ας το πω έτσι, όχι γαλουχήθηκα, ας το πω έτσι, βαπτίστηκα όντας στην Ιρλανδία. Γιατί το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό ήταν στην Ιρλανδία με ένα πρόγραμμα που ήταν, λεγόταν τότε «Leonardo da Vinci», ήταν για να αποκτήσεις επαγγελματική εμπειρία, δεν έτρεχε από Πανεπιστήμιο, έτρεχε από το Κέντρο Νέων Κορίνθου. Και εγώ επειδή πολλά χρόνια είχα δουλέψει ως σερβιτόρος, με την προϋπηρεσία μου πάνω στα τουριστικά με δέχτηκαν να πάρω μέρος. Αυτό το project ήταν για τρεις μήνες, τον έναν μήνα μαθαίναμε Αγγλικά και δύο μήνες θα δουλεύαμε πάνω στο τουριστικά. Και εγώ το βρήκα ως μέσον να βρεθώ σε μία ξένη χώρα που μιλάει την αγγλική τη γλώσσα, να εξελίξω τα Αγγλικά μου και ταυτόχρονα να βρω τον τρόπο μετά να δουλέψω σα Φυσικός. Αυτό δεν έγινε ποτέ. Γιατί πήρα μέρος το project, εκεί βρέθηκα με άλλους εννιά Έλληνες, με δεκατρείς Βάσκους και δέκα Ιταλούς, μείναμε σε σπίτια Ιρλανδών για ένα μήνα και ήταν πάρα πολύ ενδιαφέρον το να ζεις για πρώτη φορά σε μία άλλη χώρα, χωρίς να ξέρεις κανέναν. Για μένα ήταν η ατελείωτη αίσθηση ελευθερίας σε εκείνη τη χώρα. Για πρώτη φορά δεν είχα υποχρεώσεις, δεν είχα να σκεφτώ πώς θα επιβιώσει η οικογένεια, δεν είχα να σκεφτώ εγώ πώς θα επιβιώσω, δεν είχα να σκεφτώ τι θα κάνω στο μέλλον, ζούσα πραγματικά τη στιγμή και όλα αυτά που συνέβαιναν. Από μας όλους εκεί σχεδόν κανένας δεν έχει ιδιαίτερα χρήματα, οπότε ταξιδεύαμε πολύ με οτοστόπ. Κάθε βράδυ πηγαίναμε στις Ιρλανδικές pub και γενικά ζούσαμε, να το πω έτσι, σαν να είμαστε σε ένα όνειρο. Και σε όλα τα όνειρα υπάρχει αυτός ο οποίος θα πάρει τηλέφωνο την ακατάλληλη στιγμή! Έτσι, λοιπόν, έγινε και τώρα, αλλά βάζουμε σε mute το τηλέφωνο, γιατί το ξεχάσαμε, που το ’πε ο φίλος ο Γιώργος. Λοιπόν, ζώντας λοιπόν σε εκείνο το όνειρο, πήρα την απόφαση ότι δεν θα ασχοληθώ με τη φυσική, ότι αυτό που θα κάνω στη ζωή μου είναι να ταξιδεύω μόνο. Και να βρίσκω δουλειά σε κάθε χώρα που θα πηγαίνω και να συνεχίζω το ταξίδι. Και έτσι και έκανα. Μετά την Ιρλανδία βρέθηκα στη Σκωτία, στη Σκωτία αγόρασα το εισιτήριο για να γυρίσω τον κόσμο, one year all around the world. Δεν ήθελα να επισκέπτομαι χώρες απλά για να μένω σαν επισκέπτης, ήθελα να μένω καιρό, οπότε επέλεξα να πάω στην Ινδία, στην Αυστραλία, στη Νέα Ζηλανδία και να μείνω μεγάλα χρονικά διαστήματα. Οπότε, αρχικά βρέθηκα στην Ινδία για έξι μήνες. Εκεί ήρθα σε επαφή με όλη την ανατολίτικη φιλοσοφία που για μένα ήτανε κάτι πολύ καινούργιο και πολύ ξένο, με αποτέλεσμα να γίνω χορτοφάγος, να ασχοληθώ με το διαλογισμό, με τη γιόγκα, με έναν άλλο τρόπο αντιμετώπισης της πραγματικότητας και το πώς εγώ υπάρχω μέσα σε αυτό που λέγεται ζωή. Και ενώ ήταν να μείνω εκεί τρεις μήνες, έμεινα έξι. Βρέθηκα σε πολλά μέρη, συναναστράφηκα με πάρα πολλούς ιθαγενείς Ινδούς. Και νομίζω ότι εκεί ήταν... συνέβη μία τεράστια αλλαγή στη ζωή μου και στον τρόπο τον οποίο εγώ αποφάσισα να κινηθώ μέσα σε αυτό το ταξίδι που λέγεται ζωή. Στους έξι μήνες έφυγα από ’κει και βρέθηκα στην Αυστραλία και εκεί έβαλα ένα προσωπικό στοίχημα με τον εαυτό μου, γιατί λεφτά δεν είχα. Οπότε, με οδήγησε και η έλλειψη χρημάτων στο στοίχημα: να γυρίσω την Αυστραλία μόνο με οτοστόπ. Οπότε, έφτασα στη Μελβούρνη και βρέθηκα τελικά να κάνω 12.000 χλμ οτοστόπ στην Αυστραλία. Από τη Μελβούρνη πήγα στην Αδελαΐδα, απ’ την Αδελαΐδα στο Περθ, γύρω απ’ το Περθ, μετά ανέβηκα στο Broome, στο Darwin, απ’ το Darwin στο Νιου Κερν, απ’ το Νιου Κερν στο Brisbane. Και επειδή εκεί τελείωσαν οι έξι μήνες, στο Brisbane, πέταξα από το Brisbane στο Sydney για να φύγω από κει να πάω στη Νέα Ζηλανδία. Γιατί το γύρο του κόσμου είχα αγοράσει εισιτήρια για όλα αυτά τα μέρη πριν ξεκινήσω να τα επισκεφτώ. Οπότε, στην Αυστραλία, σε αυτά τα 12.000 χλμ, συνάντησα πολύ ιδιαίτερους ανθρώπους και είναι απίστευτο το ότι εκεί έμαθα κάτι από το δρόμο, το οποίο ούτε το είχα διαβάσει ποτέ ούτε περίμενα ότι μπορεί να συμβεί: ότι όσο τον εμπιστεύεσαι το δρόμο, τόσο και αυτός σε βοηθάει. Αλλά πραγματικά πρέπει να τον εμπιστευτείς το δρόμο, χωρίς καμία προσδοκία, χωρίς καμία απαίτηση. Kαι να πας και κόντρα στις φοβίες σου, γιατί όντως ο δρόμος έχει φόβο μέσα του.
Δηλαδή;
Δηλαδή, όταν βρίσκεσαι στο δρόμο χωρίς να έχεις τίποτα, αυτόματα σε πιάνει το πρώτο αίσθημα φοβίας είναι: «Πώς θα επιβιώσω, τι θα κάνω, τι θα φάω σήμερα; Πού θα κοιμηθώ απόψε το βράδυ;». Και αυτό που συνέβαινε εκεί ήταν ότι όταν αυτό με έπιανε, κάποιος σταμάταγε και ήταν λες και τον έχει στείλει κάποιος άλλος, με έπαιρνε απ’ το χέρι, με έβαζε στο σπίτι του, με τάιζε, μοιραζόταν στιγμές μαζί μου. Και με ξανάβγαζε μετά από κάποιες μέρες πάλι στο δρόμο για να συνεχίσω εγώ το ταξίδι μου. Και αυτό συνέβη τόσες πολλές φορές, που κάποια στιγμή πραγματικά νόμιζα ότι μεταφυσικά ενδεχομένως ο πατέρας μου κάπου είναι –γιατί τότε το πίστευα–, με βλέπει και οργανώνει όλο αυτό το network, όλο, έχει στήσει όλο αυτό το κανάλι. Τώρα αν με ρωτήσεις αν πιστεύω ότι είναι κάπου εκεί ή όχι, τώρα είναι μία άλλη κουβέντα για μία άλλη συνέντευξη. Πάντως ήταν μαγικό ότι εκεί βρέθηκα όντως, άνοιξαν τόσα πολλά σπίτια για να με φιλοξενήσουνε και για να μοιραστούν μαζί τους τις δικές τους εμπειρίες με μένα, και το δικό τους τρόπο ζωής με το δικό μου τρόπο ζωής, που εκείνη την είχε αλλάξει, που δεν το περίμενα. Και είναι δεν το περίμενα, είναι ότι δεν πίστευα ότι μπορεί να γίνει. Σε έναν άγνωστο άνθρωπο άνθρωποι να συμπεριφερθούν με τόσο αγάπη, ειλικρίνεια, ευγένεια και ανιδιοτέλεια. Άνθρωποι που δεν ξανασυνάντησα ποτέ στη ζωή μου, που δεν ξέρω αν θα ξανασυναντήσω, και που ό,τι ζήσαμε, το ζήσαμε έντονα για όσο διάστημα συναναστραφήκαμε μαζί. Στην Αυστραλία, λοιπόν, ταξίδεψα με πολλών ειδών μέσα, με νταλίκες, με αγροτικά, με ΙΧ, με οικογένειες, με αλκοολικούς, με παιδιά που παίρναν ναρκωτικά, με παιδιά που κάναν σερφ και όλη τους η ζωή ήταν το σερφ και να πληρώνονται από το ταμείο ανεργίας της Αυστραλίας. Γνώρισα Έλληνες της ομογένειας, οι οποίοι και αυτοί παραξενεύτηκαν που κάποιος απλά ταξίδευε και δεν είχε πάει εκεί [00:10:00]πέρα για δουλειά ή για σπουδές. Και μάλιστα χαρακτηριστικά θυμάμαι, γιατί όταν έφτασα Μελβούρνη –ξέχασα να σου πω ότι πριν ξεκινήσω το ταξίδι με το οτοστόπ, πήγα στην Τασμανία. Και πήγα στην Τασμανία, γιατί τότε όπως σας είπα ασχολιόμουν με το διαλογισμό, και ήμουνα, με το που έφτασα Μελβούρνη, πήγα σε ένα διαλογιστικό κέντρο, εκεί γνώρισα έναν Αυστραλό, μου λέει: «Είναι πάρα πολύ ωραία η Τασμανία,», μου λέει, «και έχει και πολύ ωραίο περπάτημα πάνω στα βουνά». «Πω πω», λέω, «Τι ωραία, φύση! Θα πάω Τασμανία». Οπότε, από τη Μελβούρνη πριν ξεκινήσω τον γύρο της Αυστραλίας πήρα το πλοίο και κατέβηκα στην Τασμανία, έχοντας ως στόχο να κάνω το Overland Track της Τασμανίας. Αυτό σημαίνει ότι σε πέντε με εφτά μέρες και περπατάς από το πάνω μέρος της Τασμανίας και φτάνεις στο κάτω μέσα από τα βουνά. Εγώ τότε ήμουνα με παντελόνες ταϊλανδέζικες, με μούσια, με μαλλιά. Δεν με ξεχώριζες άμα είμαι Ευρωπαίος ή Ινδός. Και βρέθηκα, λοιπόν, τώρα στην Τασμανία να περιμένω σε μία στάση λεωφορείου να περάσει το λεωφορείο να μας πάει να ξεκινήσουμε το Overland Track. Όλοι γύρω μου ήταν με μεγάλα backpack, με αδιάβροχα παντελόνια, με μποτάκια, προετοιμασμένοι για πεζοπορία πολλών ημερών με φαγητά στην πλάτη κλπ. Εγώ είχα μία μικρή τσάντα στην οποία είχα τέσσερα εσώρουχα, τρία μπλουζάκια, δύο ισοθερμικά, ένα αντιανεμικό, 1 κιλό σταφίδες με ξηρούς καρπούς, σαντάλια κρεμασμένα δίπλα στη μικρή αυτή τσάντα και ένα sleeping bag απ’ έξω. Έρχεται ένα λεωφορείο να μας πάρει από τη στάση για να μας πάει εκεί που ξεκινάει το Overland Track και μόλις μπήκα μες στο λεωφορείο και ο οδηγός με ρωτάει: «Πας να κάνεις το Overland Track;». Του λέω: «Ναι». «Ωραία» μου λέει, αλλά τον βλέπω με μια απορία. Φτάνουμε, λοιπόν, στο σημείο εκκίνησης του Overland Track. Να σας πω ότι στην Τασμανία, όπως και σ’ όλη την Αυστραλία, όλα τα δάση θεωρούνται national park, είναι εθνικά πάρκα, και είναι προστατευόμενα. Το ίδιο και η Τασμανία πού έχει πολύ έντονη βλάστηση, γιατί η Τασμανία είναι σχεδόν σαν τη Νέα Ζηλανδία σε βλάστηση. Οπότε, τώρα ανεβήκαμε πάνω σε ένα βουνό που ξεκίναγε αυτό το πενθήμερο ή εφταήμερο, ας πούμε, περπάτημα μέσα στα βουνά χωρίς καμία επαφή, ας το πω έτσι, με πόλεις ή χωριά ή οτιδήποτε. Είναι πραγματικά απομονωμένο αυτό το περπάτημα. Φτάνουμε, λοιπόν, εκεί που έχουνε σπίτι οι rangers –οι rangers είναι, να το πω έτσι, οι δασοφύλακες του εθνικού πάρκου–, και υπήρχε και ένα μικρό fee το οποίο πλήρωνες, μία μικρή είσοδο για να μπεις να το κάνεις αυτό. Οπότε, πάω να πληρώσω αυτή τη μικρή είσοδο. Με το που φτάνω εκεί μπροστά στη ranger, στην, ας το πω έτσι, δασοφύλακα για να πληρώσω, μου λέει: «Θα κάνετε το Overland Track». Λέω: «Nαι». «Έχετε τον εξοπλισμό για να μείνετε πέντε μέρες στο βουνό και να περπατάτε όλη μέρα από το πρωί μέχρι το βράδυ;». Λέω: «Φυσικά». Με κοιτάει, τη βλέπω, την πιάνει μία απορία, μου λέει: «Με συγχωρείτε λίγο, επιστρέφω». Φεύγει. Γυρίζει με τον προϊστάμενο. Έρχεται ο προϊστάμενος, ο δασοφύλακας, μου λέει: «Γεια σας» – ευγενέστατοι. «Γεια σας» λέω. «Θέλετε να κάνετε το Overland Track;» Λέω: «Ναι». «Ξέρετε το Overland Track δεν είναι κάτι εύκολο και εν δυνάμει είναι επικίνδυνο; Υπάρχει κόσμος ο οποίος έχει τραυματιστεί σοβαρά και υπάρχει κόσμος επίσης που έχει πεθάνει μες στο Track». Γιατί; Γιατί μιλάμε για πέντε μέρες περπάτημα στο βουνό από μονοπάτια τα οποία δεν είναι, είναι χαραγμένα αλλά δεν είναι μονοπάτια-μονοπάτια, στο οποίο θα μείνεις σε καταφύγιο ή σε σκηνή, στο οποίο δεν υπάρχει καμία... δεν είναι ότι θα συναντήσεις rangers στη διαδρομή. «Εμείς μπαίνουμε», μου είπε, «Κάθε τρεις μέρες περίπου με πέντε για να δούμε αυτοί που μπήκανε αν τελικά έχουνε φτάσει ή αν κάποιος έχει χαθεί να ψάξουμε να τον βρούμε. Και έχει συμβεί αρκετές φορές αυτό. Συνήθως για να κάνεις το Overland Track», μου λέει, «πρέπει να έχεις σχεδιάσει αυτό το ταξίδι κανα-δυο χρόνια ή κανα εξάμηνο τουλάχιστον. Να είσαι προετοιμασμένος και σωματικά και από θέμα εξοπλισμού για να το κάνεις. Δεν είναι κάτι το οποίο απλά μπήκες και το ’κανες». Του λέω: «Φυσικά», του λέω, «Το ξέρω και δεν νομίζω να έχω πρόβλημα», του λέω, «γιατί έχω κάνει διαφορά στη ζωή μου, οπότε» του λέω «δεν θα έχω πρόβλημα». Λέει: «Κοίταξε να δεις, και μου βγάζει μία λίστα, θα ξεκινήσω να σε ρωτάω άμα έχεις όλα αυτά που που χρειάζεσαι. Έχεις σκηνή;». Λέω: «Όχι». «Τότε;», μου λέει. Λέω: «Μα υπάρχουν, έχω μάθει, καταφύγια». «Ναι», μου λέει, «αλλά αν είναι γεμάτο το καταφύγιο, πρέπει να μείνεις στη σκηνή. Εκτός του ότι μπορεί να μην καταφέρεις να φτάσεις στο καταφύγιο, γιατί είναι πολλά τα χιλιόμετρα». Τώρα σκέψου ότι για να φτάσεις από το ένα καταφύγιο στο άλλο πρέπει να περπατάς όλη τη μέρα. «Το ξέρω», του λέω. «Ωραία», μου λέει, «Έχεις αντιανεμικό;». «Ναι», του λέω, «έχω». Και είχα τότε ένα αντιανεμικό, διαφημιστικό από τη μάνα μου από την Alpha Bank που δούλευε γιατί έπιανε λίγο χώρο και το είχα μέσα στο μικρό τσαντάκι. «Ναι», του λέω, «έχω». Μου λέει: «Έχεις πουλόβερ;». Του βγάζω τα δυο ισοθερμικά, του λέω: «Φυσικά και έχω, δύο ισοθερμικά». «Μποτάκια;». «Όχι, μποτάκια δεν έχω», του λέω, «αλλά με αυτά τα σαντάλια που είμαι τώρα, είναι κλειστά, και τα έχω χρησιμοποιήσει για περπάτημα πάνω σε βουνό». «Φακό έχεις;», φακό είχα. «Sleeping bag έχεις;». «Sleeping bag έχω». Συνεχίζει, τέλος πάντων, τελειώνει εκεί τη λίστα, έχει άλλα δέκα πράγματα. Από όλη τη λίστα, να μην τα πολυλογώ, ουσιαστικά εγώ είχα το 1/3 των πραγμάτων και όχι σε καλή ποιότητα. Μου λέει: «Δεν μπορώ να σε υποχρεώσω να μην το κάνεις. Πρέπει να σε ενημερώσω όμως ότι είναι κάτι πολύ δύσκολο, θα υπογράψεις χαρτί ότι με δικιά σου ευθύνη θα το κάνεις και θα το κάνεις. Kαι απ’ τη στιγμή που είσαι ενήλικας, εύχομαι όλα να πάνε καλά». Και έτσι και έγινε. Υπογράφω το χαρτί, πληρώνω και το fee και ξεκινάω. Και ξεκινάει πραγματικά ένα ταξίδι τώρα που θα μου μείνει αξέχαστο. Φτάνοντας στην πρώτη μέρα κατάφερα να φτάσω στο πρώτο καταφύγιο. Πραγματικά, η διαδρομή είναι κάτι μοναδικό, είναι όντως σαν να παίζεις στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών και να βλέπεις όλα αυτά τα τοπία του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών μπροστά σου. Νερό έπινα από τα ρυάκια, γιατί εκεί τρέχει συνέχεια τρεχούμενο νερό και αυτά, και γενικά το νερό πίνεται. Σκεφτείτε όμως ότι μαζί μου είχα μόνο μία σακούλα με σταφίδες και ξηρούς καρπούς. Οπότε, φτάνοντας το πρώτο βράδυ στο καταφύγιο, είναι γεμάτο το καταφύγιο, βρίσκω χώρο να κοιμηθώ με το sleeping bag, απλώνω το sleeping bag, τρώω λίγα ξηροκάρπια, πέφτει η νύχτα, πέφτει το κρύο, φυσικά το καταφύγιο δεν θερμαίνεται από τίποτα. Όλοι είναι με πολύ καλά sleeping bag, είμαι εγώ μες στο sleeping bag και έχω κοκαλώσει. Οπότε, αυτό που κάνω είναι ότι ουσιαστικά το χρησιμοποιώ σαν κουβέρτα και αρχίζω όλη τη νύχτα διαλογισμό για να ζεσταθώ. Φυσικά κάποιοι με είδαν εκεί γύρω, σου λέει, όσοι σηκωνόντουσαν για τουαλέτα και αυτά βλέπαν ένα τύπο εκεί να κάθεται σαν τον Βούδα, και να λέει: «Θα ξημερώσει». Το πρωί, λοιπόν, ξυπνάω, χαιρετιόμαστε με όσους είχαμε γνωριστεί και αυτά, γιατί παρότι περπατάς σχεδόν με τους ίδιους ανθρώπους κάθε μέρα –γιατί κάθε μέρα μπαίνει συγκεκριμένος αριθμός ανθρώπων που θα περπατήσει το Overland Track για να ξέρουν και οι rangers όταν θα μπουν να ψάξουνε, ποιοι τερματίσανε, ποιοι μπορεί να είναι μέσα, ποιοι χαθήκανε, ποτέ δεν τους συναντάς. Δηλαδή, ενώ και μαζί να ξεκινήσεις, πάλι μόνος σου περπατάς κάποια στιγμή. Φτάνω τη δεύτερη μέρα, πάλι κατάφερα να φτάσω το βράδυ στο δεύτερο καταφύγιο. Και με το που φτάνω εκεί, εκεί θυμάμαι χαρακτηριστικά απ’ έξω ήτανε δύο κυρίες κυρίες με έναν κύριο: «Γεια σας», λέω, «καλησπέρα». «Καλησπέρα» μου λένε, και ήταν ομιλητικότατοι, ξέρω ’γω, μου λένε: «Α, καλώς ήρθες, από πού είσαι;». Λέω: «Από Ελλάδα». «Εσύ είσαι ο Έλληνας που ταξιδεύει με ξηρούς και διαλογισμό;». Είχα... από τη δεύτερη μέρα είχε σπαρθεί η πληροφορία ότι ένας τρελός είναι μόνο με ξηρούς καρπούς και θέλει να κάνει τις πέντε με εφτά μέρες στο βουνό περπάτημα. Τέλος πάντων, γέλασα με τον εαυτό μου, αλλά δεν με πτόησε, συνέχισα. Την τρίτη μέρα, λοιπόν, πάλι έφτασα στο τρίτο καταφύγιο και εκεί τώρα για καλή μου τύχη, γιατί δεν σας κρύβω ότι τα ξηροκάρπια ήταν κάτω από τη μέση, ήταν σχεδόν στο τελείωμα, γιατί η ενέργεια που χρειαζόταν όλη μέρα για να περπατάς τόσες ώρες ήταν υψηλή. Εκτός από το νερό που έπρεπε να πίνεις, ας πούμε, για να μην πάθεις αφυδάτωση. Εκεί τώρα, για καλή μου τύχη, γιατί έχει σπαρθεί αυτή η πληροφορία, δεν είχε μπει και άλλος Έλληνας ποτέ να κάνει το Overland Track, τουλάχιστον τη χρονιά που ήμουνα εγώ εκεί, το 2006. Μία κυρία συνέβη κάτι πολύ έκτακτο στη μητέρα της, και έπρεπε να αφήσει το Overland Track και θα έπρεπε, ουσιαστικά για να το αφήσει θα έπρεπε να περπατήσει μία μέρα για να βγει από το πάρκο προς το πλάι. Τι εννοώ; Το Overland Track είναι ουσιαστικά από το Βορρά προς το Νότο. Αυτή θα έπρεπε να πάει προς την Ανατολή για να βγει πολύ γρήγορα από το πάρκο, με μία μέρα περπάτημα, και να ’ρθουν από κει να την πάρουν οι rangers και να πάει στο σπίτι της. Γιατί όπως σας είπα, μέσα εκεί δεν μπορούσε να μπει κανείς, μόνο ελικόπτερο μπορούσε να έρθει για να πάρει κάποιον. Αυτή, λοιπόν, είχε μία τσάντα με brazilian nuts. Και αφού ήξερε ότι εγώ είμαι χορτοφάγος και τρώω, και μου φάνηκε ότι μου είχαν κάνει το μεγαλύτερο δώρο στη ζωή μου! «Πω πω», λέω, «έχω φαγητό τώρα για να τερματίσω». Εκείνο το βράδυ δε, και κάποιοι άλλοι από ’κει μου δώσανε κάτι ποπ-κορν που είχανε βιολογικά. Και γνωρίζω εκείνο το βράδυ ένα παλικάρι το οποίο ήταν από τη Λιθουανία, το οποίο δεν ξανασυναντήθηκαμε πότε, ήταν 1,85, αυτός κουβάλαγε ένα backpack που ήταν σχεδόν σαν το ύψος μου –εγώ είμαι 1,70, το backpack πρέπει να ήταν 1,30. Μέσα στο backpack –γιατί αυτός ταξίδευε έξι μήνες στην Αυστραλία και εκεί στο backpack έχει τα πάντα που κουβάλαγε συν τα φαγητά, δεν ξέρω πόσα κιλά ζύγιζε αλλά ήταν θηρίο και αυτός. Και από την τρίτη μέρα και μετά περπατάγαμε παρέα. Και αλήθεια είναι ότι ήθελε να μου κάνει και το τραπέζι κάθε φορά όταν σταματάγαμε, με noodles. Εγώ όμως τότε με είχε πιάσει αυτό του βουδισμού και του εναλλακτικού και του χορτοφαγικού που δεν ήθελα να φάω και φαγητά με συντηρητικά, οπότε συνέχισε εκεί με τα ξηροκάρπια μου. Αλλά είχα κάποιον ο οποίος εν δυνάμει, αν [00:20:00]όλα τελειώνανε, είχε κάτι να με ταΐσει. Και δεν σας κρύβω, την πέμπτη μέρα, το βράδυ που όντως είχαν τελειώσει στην τέταρτη όλα, και με είχε κόψει η πείνα, έφαγα noodles απ’ το φίλο μου. Και του είπα: «Αλλά θα μου υποσχεθείς ότι μόλις τελειώσουμε το Overland Track, θα με αφήσεις να σου κάνω εγώ το τραπέζι, γιατί πραγματικά με έχεις σώσει τώρα». Τελειώσαμε, λοιπόν, την έβδομη μέρα μαζί το περπάτημα, και μου φαινόταν πραγματικά λες και έχει περάσει ένας μήνας στο βουνό και ότι έχω ζη... Ότι ακόμα θυμάμαι τα τοπία τα οποία είδα, γιατί ήταν κινηματογραφικό το μέρος. Ήτανε μία φύση η οποία δεν είχα ξαναμπεί μέσα σε τέτοια φύση, εναλλάσσονταν τα χρώματα, έβλεπες κοιλάδες, χαράδρες, κάποιες φορές πέρναγες και ανάμεσα σε φαράγγια. Ήταν κάτι πραγματικά πάρα πολύ έντονο και τη στιγμή που εγώ το έκανα, και ταυτόχρονα έκανα ένα είδος νηστείας –που δεν το καταλάβαινα εκείνη τη στιγμή, αλλά όταν πραγματικά τρως πολύ συγκεκριμένο, ας το πω, αριθμό, ποσότητα φαγητού και ταυτόχρονα είσαι σε άσκηση, βάζεις τον εαυτό σου σε όρια. Εγώ, βέβαια, δεν το είχα κάνει για να τον βάλω σε όρια, το κατάλαβα εκ των υστέρων, το είχα κάνει γιατί το ’βλεπα φυσιολογικό τότε. Σίγουρα οι αισθήσεις μου ήταν πολύ πιο έντονες μέσα σε όλο αυτό που ζούσα. Οπότε, ήταν εκείνο το Overland Track μου έχει μείνει χαραγμένο μέσα μου. Φτάνουμε, τέλος πάντων, τελειώνει η έβδομη μέρα, χαιρετιόμαστε, με αυτόν τον άνθρωπο δεν... Α, πήγαμε φάγαμε, του έκανα το τραπέζι εγώ, όπως του είχα υποσχεθεί, γιατί ήταν μεγάλη μου χαρά. Εκεί στο τελείωμα πάλι είχανε οι rangers ένα άλλο οίκημα που είχε και εστιατόριο, οπότε φάγαμε εκεί. Και ξεκίνησα πάλι το οτοστόπ, βρέθηκα στη χώρα της Τασμανίας, εκεί γνώρισα κάποιους Έλληνες, με καλέσαν στο σπίτι τους να φάω. Και δεν είναι ότι με καλέσανε, γνώρισα τον ένα γιο, και μόλις του είπα τι κάνω, ότι έχω έρθει γιατί ταξιδεύω, ψάχνω να βρω τι γίνεται με ’μένα, ψάχνω να δω, να βρω ποιος είμαι, ψάχνω να καταλάβω ποια είναι... ποιος είναι ο στόχος της ζωής μου, και ταυτόχρονα θέλω να γυρίσω τον κόσμο. Του είχε φανεί τόσο περίεργο για έναν Έλληνα που το κάνει αυτό, που με κάλεσε για φαγητό –γνωριστήκαμε στο σούπερ μάρκετ–, με κάλεσε για φαγητό, και όταν πήγα στο σπίτι του για φαγητό την άλλη μέρα το βράδυ, είχε μαζέψει όλη του την οικογένεια. Βρέθηκα δηλαδή ξαφνικά μπροστά σε είκοσι ανθρώπους οι οποίοι ήταν ο μπαμπάς και η μαμά, μεγάλης ηλικίας, αυτός και τα δύο τα αδέρφια όλοι με τις συζύγους τους –γιατί ήταν παντρεμένοι– και όλα τους τα παιδιά –τα εγγόνια του παππού και της γιαγιάς, ας πούμε– ήμουνα μπροστά σε είκοσι άτομα. Είχανε μαγειρέψει το μεγαλύτερο ψάρι το οποίο είχε πιάσει ο μπαμπάς, γιατί είχε πάρει σύνταξη και του άρεσε να ψαρεύει, ας πούμε. Εγώ λέω: «Χίλια συγνώμη, αλλά δεν τρώω ούτε ψάρια, ούτε κρέας, ούτε αυγά». Τους πιάνει εκεί ένας πανικός, και τότε λέει η μαμά –η μεγάλη μαμά, δηλαδή– λέει: «Έχω κάτι φασολάκια από χθες». Λέω: «Μία χαρά είναι τα φασολάκια!». Και κάτσαν τώρα στο τραπέζι και με ακούγανε για το τι κάνω και το πού έχω βρεθεί, και τους φαινότανε λες και έχουνε συναντήσει κάποιον από ταινία ή κάποιον εξωπραγματικό, γιατί τώρα Έλληνας, «Χωρίς να δουλεύεις, και οι γονείς σου; Η μάνα σου πώς σε άφησε να φύγεις; Και ήρθες εδώ και δεν έχεις που να μείνεις, τα λεφτά σου είναι περιορισμένα, ταξιδεύεις με οτοστόπ, κάνεις αυτό, κάνεις τ’ άλλο». Ήταν τόσο πολλές, ήταν καταιγισμός ερωτήσεων. Μετά: «Ασχολείσαι με το διαλογισμό, τι είναι ο διαλογισμός;». Κάποιοι ξέραν από την οικογένειά, γιατί στην Αυστραλία είναι αλλιώς τα πράγματα. Κάποιοι άλλοι που δεν ξέρανε, τέλος πάντων, καταιγισμός ερωτήσεων, αλλά πέρασα υπέροχα μαζί τους, και αυτοί θεωρώ μαζί μου, γιατί μετά μου δείχνανε, με πήγανε βόλτες από ’δω, μου δείξανε το πώς κάναν περιουσία, μου λέγαν πόσο δύσκολα ήταν στην αρχή, πώς τα χρόνια αλλάξανε. Ήταν πάρα πολύ όμορφη αυτή η συναναστροφή με τους Έλληνες. Παρότι στην Αυστραλία και εγώ έχω Έλληνες συγγενείς, αλλά δεν τους συνάντησα ποτέ. Γιατί; Γιατί για κάποιο λόγο όταν στη γιαγιά, μου στην αδερφή της γιαγιάς μου, της είπα ότι θα πάω στην Αυστραλία και ήξερα ότι είναι η κόρη της δηλαδή –η πρώτη ξαδέλφη της μάνας μου, η θεία μου– εκεί που δεν την έχω συναντήσει ποτέ, την ένιωσα ότι λίγο σοκαρίστηκε και σαν να μην ήθελε να μου δώσει τη διεύθυνση να πάω να τη συναντήσω. Και είναι και κάτι το οποίο το διαπίστωσα και εκεί στους Έλληνες του, ας το πω έτσι, του εξωτερικού και κυρίως στους Αυστραλούς. Ότι δεν θέλουνε τόσο πολύ να ξέρουνε πώς είναι ακριβώς η ζωή τους εκεί πέρα. Έρχονται εδώ και είναι grande και μπορεί να είναι και πολύ γενναιόδωροι και έξω καρδιά και αυτά, αλλά το τι αυτοί έχουν περάσει εκεί το τι κλείνει το σπίτι τους για κάποιο λόγο είναι λίγο ταμπού. Και το ένιωσα από συζητήσεις που έκανα με άλλους Έλληνες που συνάντησα εκεί, ας πούμε. Γιατί αρχικά θεώρησα ότι ήταν παράλειψη της γιαγιάς ότι δεν το θυμήθηκε να το πει στην αδερφή της την άλλη μου γιαγιά, ότι και μετά, τέλος πάντων, εγώ δεν ταξίδευα κιόλας για να γνωρίσω Έλληνες, ταξίδευα γιατί έψαχνα να δω τι γίνεται με μένα. Λοιπόν, στην Τασμανία –τελικά έχουμε για αλλού ξεκινήσαμε και έχουμε κολλήσει στην Τασμανία, αλλά ωραία είναι γιατί στην Τασμανία αυτό που συνέβη τις επόμενες μέρες ήταν να βρεθώ σε ένα νησάκι, που είναι δίπλα στην Τασμανία, λέγεται Maria Island, αυτό ήταν παλιές φυλακές. Εκεί, λοιπόν, όπως σας είπα και αυτό είναι εθνικό πάρκο και μπορούσες να περάσεις στο νησάκι, και μπορούσες να –πάλι πληρώνεις κάτι πολύ μικρό στην είσοδο, να το πω έτσι. και αν με ρωτήσεις τώρα, γιατί είπα στην αρχή ταξίδευα χωρίς λεφτά και τώρα θα μου πείτε: «Ρε φίλε, έχεις πει πλήρωνες fee εκεί, μετά πλήρωνες fee εκεί, μας κοροϊδεύεις;». Όχι, δεν σας κοροϊδεύω, όταν λέω: «Ταξίδευα χωρίς λεφτά» εννοώ ότι είχα ένα χιλιάρικο για να περάσω ένα χρόνο, χωρίς να ξέρω που μένω που βρίσκομαι τι θα μου ξημερώσει το πρωί, έτσι; Ε, και ταυτόχρονα δουλεύοντας εκεί, δηλαδή όσοι με φιλοξενήσαν και όπου έμεινα ταυτόχρονα κάναμε ανταλλαγή, δηλαδή κάποιες στιγμές έκανα κηπουρική, σκάλιζα κήπους, μάζευα φρούτα, βοήθαγα στο κουβάλημα, κάναμε μετακόμιση. Δηλαδή. συνέβαιναν πάρα πολλά πράγματα μέσα στη μέρα που ουσιαστικά με δουλειά ανταλλάσσαμε ή το φαγητό είτε τη διαμονή, πέρα από αυτούς που ανοίξαν τα σπίτια από μόνοι τους και με πήραν από το χεράκι και μου λένε: «Κάτσε εδώ θα φας, θα πιείς δεν θέλουμε τίποτα» ας πούμε. Λοιπόν, εκείνο το νησάκι λοιπόν το Maria Island ήταν φυλακές παλιά, και δεν υπήρχε φως στο νησί, το νησί, δηλαδή, δεν είχε περάσει ποτέ ηλεκτρικό, υπήρχε μόνο ένα οίκημα μικρό σπιτάκι των rangers. Μόνο αυτό είχε μέσα του δύο λάμπες, και υπήρχε ένα οίκημα που ήταν οι παλιές φυλακές το οποίο το είχανε κάνει με κουκέτες και όποιος πήγαινε, μπορούσε να μείνει εκεί δωρεάν. Οπότε, εγώ εκεί έμεινα δύο βράδια. Και ήταν απίστευτος ο ουρανός τη νύχτα, γιατί δεν υπήρχε φως πουθενά και ήσουνα, νόμιζες ότι είσαι μες στον ουρανό. Εκεί, λοιπόν, το πρώτο βράδυ, όπως είμαι έξω τώρα και περπατάω μες στο σκοτάδι, δεν είναι ότι άκουσα, τους είδα κιόλας, ας πούμε, γιατί φτάσαμε νύχτα και θα μέναν στις κουκέτες, έφτασε ένα σχολείο. Αυτό το σχολείο τώρα ήταν Γυμνάσιο, το οποίο ασχολιότανε γενικά με το οικοσύστημα και όλα αυτά, και τους είχαν φέρει οι καθηγητές τους για να μείνουν είναι ένα βράδυ και να ψάξουν να βρούνε πιγκουίνους. Γιατί ένα εξειδικευμένο είδος πιγκουίνων, οι οποίοι είναι πολύ μικροί σε μέγεθος, δηλαδή μία-δύο πιθαμές μέγεθος, βγαίνουν στα βράχια σε αυτό το νησί τα βράδια. Οπότε, έρχονται αυτοί, μπαίνουν στις κουκέτες και αυτόματα βγαίνουν έξω με φακούς. Γνωριζόμαστε εκεί, και μου λένε οι καθηγητές: «Αν θες, έλα μαζί μας». Και ήμουνα, ήταν ένα γκρουπ πενήντα ατόμων τώρα που σπαρθήκαμε τώρα σε όλο το νησί. Και ήμουν από τους τυχερούς γιατί βρέθηκα στο γκρουπ των τριών ανθρώπων με τον έναν καθηγητή που είδαμε εκείνο το βράδυ τρεις μικρούς πιγκουίνους. Και ήταν απίστευτο το ότι με το που ο φακός έφτασε σε εκείνο το βράχο που από κάτω είχε βγει ο πιγκουίνος, έκανε μία «κλουπ» και έμπαινε μέσα στο νερό ο πιγκουίνος. Έτσι, λοιπόν, μετά τελειώσαμε τις δυο μέρες, φύγαμε απ’ την Τασμανία, ξεκινάει όλο αυτό το ταξίδι που σας είπα στην Αυστραλία, για έξι μήνες πάλι εκεί το οδοιπορικό ενός ξεριζωμένου. Δυο φορές, αν με ρωτήσετε, φοβήθηκα και είναι οι μοναδικές φορές που φοβήθηκα στο οτοστόπ, γιατί τότε η αλήθεια είναι ότι δεν φοβόμουνα πλέον το δρόμο, ο δρόμος ένιωθα ότι είναι συγγενείς μου και ότι μου έχει δώσει αγκαλιά. Φοβήθηκα όταν ένα... είμαι σε ένα χωριό στη μέση του πουθενά. Στη Δυτική Αυστραλία οι αποστάσεις είναι τεράστιες, όποτε βρίσκομαι σε ένα χωριό, το οποίο απέχει από το Darwin γύρω στα 300-400 χλμ και το οποίο κατά βάση ζούνε Αβορίγινες. Και έχω κολλήσει εγώ σε εκείνο το χωριό, γιατί κάνω οτοστόπ και δεν σταματάει κανείς να με πάρει. Οπότε, ενώ κάνω οτοστόπ απ' το πρωί, σταματάει κάποιος να με πάρει λίγο πριν τη δύση. Και αυτός που σταματάει να με πάρει είναι ένας άντρας-μία γυναίκα σε ένα αγροτικό δικάμπινο, στο οποίο μπαίνω από πίσω τους λέω: «Πάω στο Darwin». Μου λένε: «Εμείς δεν πάμε στο Darwin, πάμε εκεί, αλλά μπορούμε να σε αφήσουμε από δω 150 χιλιόμετρα μακριά στη διχάλα που φεύγει για Darwin, έχει ένα κιόσκι, μπορεί να κοιμηθείς κάτω από το κιόσκι» –κιόσκι, ένα παγκάκι δηλαδή με ένα από πάνω προστατευτικό. Τους λέω: «Μία χαρά». Και ξεκινάω με αυτούς το τέτοιο. Αυτοί γυρίζαν από ένα γάμο, οπότε με το που ξεκινάμε καταλαβαίνω ότι έχουνε πιει αλκοόλ γιατί μυρίζει το... Εν τω μεταξύ, εγώ ήμουνα πολύ ευαίσθητος στις μυρωδιές γιατί δεν έπινα. Kαταλαβαίνω ότι έχουνε πιει αλκοόλ. Μετά από λίγο βλέπω μπροστά στα πόδια ότι έχει και ψυγειάκι με μπύρες, γιατί βγάζουνε μπύρες και μου προσφέρουν και εμένα, και λέω: «Όχι, ευχαριστώ, δεν πίνω». Μετά από λίγο σκάνε και ένα μπάφο, αρχίζουν να καπνίζουν ναρκωτικά μέσα, λέω: «Ωραία, εδώ είμαστε» λέω. Και πηγαίναμε. Ευγενέστατοι, πολύ ωραία συζήτηση και αυτά. Κάποια στιγμή τώρα είμαστε στη μέση του πουθενά, νύχτα, και σβήνουν τα φώτα του αυτοκινήτου. Αρχίζει αυτός να βαράει μπουν[00:30:00]ιές στο τιμόνι να ανάψουν τα φώτα. Ανάβουν τα φώτα. «Α, εντάξει», λέω, «θα το έχει αυτό το αμάξι. Θα θέλει την μπουνιά του για να δουλέψουν τα ηλεκτρολογικά». Και συνεχίζουμε. Περνάει κάνα δεκάλεπτο τέταρτο και ξανασβήνουν τα φώτα. Και αρχίζει πάλι αυτός να βαράει το τιμόνι, τα φώτα όμως να μην ανάβουνε. Να βαράει το τιμόνι τα φώτα να μην ανάβουν. Ευτυχώς είμαστε σε ευθεία, εκεί οι ευθείες είναι απέραντες, εν τω μεταξύ. Να βαράει, να βαράει, να βαράει. Κάποια στιγμή ανάβουν τα φώτα, και βλέπουμε μπροστά μας να διασχίζει το δρόμο ένα κοπάδι με βουβάλια, με βόδια. Και κόβει όλο το τιμόνι δεξιά, οριακά είμαστε στην άκρη να πέσουμε από κάτω να ντελαπάρουμε και το κόβει αριστερά περνώντας πίσω ξυστά από τον κώλο του τελευταίου βοδιού. Αυτά περνάνε του καλού καιρού το δρόμο. Και το αποφεύγουμε. Αν δεν είχαν ανάψει τα φώτα εκεί, απλά θα, το πιο πιθανό να είχαμε καταλήξει σε νοσοκομείο, ας πούμε, γιατί ήτανε massive αυτό το αυτό κοπάδι, δεν ήταν ένα κοπαδάκι, ας πούμε, πέντε βόδια και διασχίζανε. Τέλος πάντων, με αυτούς ήτανε η μία φορά που φοβήθηκα στο οτοστόπ και η δεύτερη φορά ήταν όταν μετά από μέρες, ας πούμε, μετά το Darwin, σε ένα άλλο χωριό, έχω κολλήσει πάλι, δεν σταματάει κανείς, και σταματάει ένας τύπος με ένα γαλάζιο station wagon παλιό, με μούσια πολλά και μαλλιά σαν τον Αϊνστάιν, δόντια έχει τρία-τέσσερα, ο οποίος είναι αλκοολικός. Εγώ στην αρχή δεν το καταλαβαίνω. Καταλαβαίνω, λέω, θα είναι από τους Αυστραλούς που έχουν βαριά προφορά, του λείπαν και δόντια λέω: «Θα είναι και...». Οπότε, στην αρχή οι συζητήσεις που κάναμε, του είπα ότι πάω στο Κερν, μου λέει: «Και εγώ εκεί πάω, αλλά maybe I will pull over». Εγώ στην αρχή έλεγα: «Τώρα τι εννοεί με το pull over;». «Τέλος πάντων», λέω, «πάμε και θα δούμε». Τελικά αυτός εννοούσε συνέχεια ότι μπορεί κάπου να την πέσω και να μη φτάσω ποτέ στο Κερν. Με αυτόν το ταξίδι πήγαινε μία χαρά, αλλά, φοβήθηκα κάποια στιγμή γιατί δεν καταλάβαινα τι λέγαμε και ήμασταν στη μέση του πουθενά, δεν καταλάβαινα τι συζητάγαμε. Και εκεί κάπου τον έχει πιάσει σαν μία μικρή κρίση που θέλει να σταματήσει και να μείνει στη μέση του πουθενά, εγώ λέω: «Τώρα εδώ έτσι και σταματήσουμε», νερό μαζί μας πρέπει να ’χαμε 1 λίτρο, 1,5, «από δω αν περάσει κανείς δεν πιστεύω να περάσει, θα κολλήσουμε κάνα-δυο μέρες, άντε να φύγουμε». Και τελικά σταματάμε σε ένα σημείο, αρχικά για κατούρημα, βγαίνουμε να κατουρήσουμε, πιάνουμε την κουβέντα εκεί, προσπαθούσα να καταλάβω τι λέει, αυτός μου ’λεγε, του απάνταγα, δεν νομίζω να συνεννογιόμασταν. Έχουμε και ένα σκυλί μαζί, το σκυλί του. Αυτός ήταν η οικογένειά του. Είχε παιδιά που δεν τα έβλεπε, σπάνια, ήταν αλκοολικός που έπαιρνε επίδομα από το κράτος για να ζήσει. Και ο σκύλος ήταν η μοναδική οικογένειά του. Εκεί είναι μία απέραντη ευθεία που ακόμα τη θυμάμαι να χάνεται, με κάτι καλαμιές αριστερά και δεξιά, γιατί ήταν κάπως βαλτώδης η περιοχή, αλλά από παλιό βάλτο, γιατί δεν έβλεπες νερό. Και βλέπουμε μία νταλίκα να φαίνεται σαν μυρμήγκι στην άκρη εκείνης της ευθείας. Εμείς συνεχίζουμε την κουβέντα, περνάει η ώρα, περνάει η ώρα, κάποια στιγμή η νταλίκα έχει φτάσει δίπλα μας, και ακούμε κόρνα, γιατί έχει πεταχτεί ο σκύλος, δεν προλαβαίνει η νταλίκα, δεν έκοβε κιόλας με τίποτα εκείνη τη στιγμή που πετάχτηκε ο σκύλος, και κάνει η νταλίκα το σκύλο χαλκομανία. Και εκεί τώρα κόβονται τα πόδια και σε αυτόν, κόβονται τα πόδια και σε μένα, γιατί ήταν σαν να έχασε ό,τι πιο πολύτιμο έχει στη ζωή του. Αρχίζει να μου λέει ότι: «Μου μίλαγες και ξεχάστηκα και γι’ αυτό δεν είδα την νταλίκα που ερχότανε». Εμένα είναι να με κλαίνε οι ρέγκες και εμένα, έχω στεναχωρηθεί τόσο πολύ που, για όλο αυτό που έχει συμβεί και ταυτόχρονα και γι’ αυτό που μου λέει, αλλά και για το τι έχει μείνει χωρίς οικογένεια πλέον. Πραγματικά ήταν τελετουργικό εκεί ο τρόπος που πήραμε αυτό που... το λιώμα που είχε γίνει στο δρόμο και το πήγαμε και σκάψαμε, και το θάψαμε, και είπαμε ο καθένας από μία δικιά του προσευχή για το σκύλο, και φτιάξαμε ένα μικρό τάφο. Και ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή υπήρχαν στιγμές που φοβόμουνα τώρα με αυτόν τον τύπο τι θα γίνει, από ’κείνη τη στιγμή και μετά νομίζω ότι γίναμε οικογένεια, μέσα από μία πολύ δύσκολη συνθήκη, γιατί συνέχιζε να μου αποδίδει ευθύνες ότι εξαιτίας μου σκύλος πέθανε. Αλλά ταξιδέψαμε δύο μέρες μαζί, κοιμόμασταν-πίναμε μαζί, δεν θα πω τόσο ότι τρώγαμε, γιατί φαγητό δεν συναντάγαμε, λεφτά ήταν περιορισμένα. Αυτός τελικά, το φοβερό είναι ότι έκανα εγώ οτοστόπ, αυτός είχε πιο λίγα απ’ όσα είχα εγώ εκείνη τη στιγμή, εγώ ήμουνα στο τελείωμα σχεδόν των χρημάτων. Οπότε, όταν φτάσαμε μετά από δύο μέρες στο Κερν πήγα σε κάτι κινέζικα take away και πήρα κάτι noodles, τις πιο φτηνές, για να φάμε και μας φάνηκε ότι είχαμε κάνει το γεύμα στο καλύτερο εστιατόριο του κόσμου, και τρώγαμε καθισμένοι στο πεζοδρόμιο. Το καλό ήταν ότι όταν φτάσαμε στο Κερν, τον πήρε ένας φίλος του τηλέφωνο, ο οποίος είχε τρία-τέσσερα σκυλιά και του είπε ότι θα του δώσει το ένα, οπότε είχε αναπτερωθεί και το ηθικό του. Και εγώ χάρηκα που δεν θα τον άφηνα μόνο του, γιατί αυτοί οι άνθρωποι ξέρω ότι το πιο δύσκολο είναι το να μην έχουνε με κάποιον να μοιραστούν τη στιγμή. Ό,τι κι αν είναι αυτό, ζωντανός οργανισμός να είναι και σίγουρα μαζί του δένονται με το δικό τους τρόπο. Ναι, και τον άφησα στο Κερν, δεν ξανασυναντηθήκαμε ποτέ, όπως με τους περισσότερους από την Αυστραλία. Αχ, ναι, τώρα τι γίνεται; Είναι τόσες πολλές ιστορίες, από τη μια ιστορία μπορώ να φεύγω στην άλλη, γιατί είναι τόσα πολλά αυτά που συνέβησαν σε έξι μήνες ταξίδι στο δρόμο, στην Αυστραλία ειδικά, που θα πάω να επικεντρωθώ τώρα σε κάτι άλλο απλά για να έχουμε μία ροή, να το πω έτσι, γιατί συνέβαιναν τρελά πράγματα. Βλέπω, λοιπόν, στην Αυστραλία –και μάλιστα το βλέπω στις αρχές του ταξιδιού– στη Μελβούρνη να παίζουνε street performers στο δρόμο. Και λέω: «Πω πω, τι ωραίο είναι αυτό! Αυτό θα μάθω για να μπορέσω από ’δω και πέρα να ταξιδεύω και να μη με νοιάζει για το πώς θα επιβιώνω». Γιατί πλέον ο στόχος της ζωής μου είχε γίνει ότι θέλω να γυρίσω τον κόσμο πριν πεθάνω.
Έτσι, το λοιπόν, αφού τελείωσε το ταξίδι της Αυστραλίας, να το πω έτσι, και μετά βρέθηκα στη Νέα Ζηλανδία, εκεί δεν συνάντησα κάποιον για να μου μάθει τις τεχνικές του τσίρκου, εκεί πάλι ταξίδι ήταν του ενός μηνός, αλλά κάτω από διαφορετικές συνθήκες, γιατί ήρθε η τότε κοπέλα μου. Και είχε έρθει για να με συναντήσει εκεί, οπότε μαζί της νοικιάσαμε αμάξι και ταξιδέψαμε με αυτοκίνητο εκείνες τις μέρες στη Νέα Ζηλανδία. Που είναι μία άλλη ιστορία από μόνη της, αλλά για να σας πω τώρα πώς ασχολήθηκα με την τέχνη, γιατί εκεί θέλω να πάω τώρα. Είναι ότι από κείνη την έμπνευση στην Αυστραλία, γυρίζοντας από αυτό το χρόνο το ταξίδι, μία φίλη βρήκε ένα γραφείο εδώ στην Αθήνα, το οποίο έκανε εκπαίδευση τότε για ξυλοπόδαρος, ανιματέρ και ζογκλέρ, το «Bobos Club». Πήγα εκεί και ξεκίνησα την πρώτη μου εκπαίδευση πάνω στα ζογκλερικά και στο πώς να παίζεις παραστάσεις για παιδιά. Ε, και μετά από κει πήρα τη μαγιά, να το πω έτσι, δούλεψα για κάποιο διάστημα με τα παιδιά, και έφυγα πάλι στο εξωτερικό. Έμεινα στην Ισπανία, βρέθηκα σε σχολή τσίρκου και έκανα εκεί εκπαίδευση πάνω στο τσίρκο και ουσιαστικά στον κλόουν. Με κέρδισε ο κλόουν για κάποιο λόγο. Και μετά ξεκίνησα ένα καινούργιο ταξίδι, το οποίο το ταξίδι αυτό είχε να κάνει με την εκπαίδευση πάνω στο τσίρκο αρχικά, μετά έγινε αυτό σωματικό θέατρο, και κυρίως θεατρικός κλόουν. Και το κομμάτι των παραστάσεων μέσα από... στο δρόμο, σε δρόμους, σε θέατρα, σε φανάρια, σε πλατείες. Οπότε, από ’κει ξεκίνησε μετά ένας καινούργιος τρόπος ταξιδιού, μέσα από την τέχνη. Και αυτό το ταξίδι μετά ήταν να δουλεύουμε, αρχικά να δουλεύω μόνος μου στο δρόμο ή σε project, να βγάζω λεφτά, να τα επενδύω στην εκπαίδευση και ταυτόχρονα να αλλάζω χώρα για να συνεχίζω την εκπαίδευση. Οπότε, μετά το ταξίδι δεν ήταν μόνο να γνωρίσω κουλτούρες, να γνωρίσω εμένα, να γνωρίσω ανθρώπους, ήταν να γνωρίσω και εμένα μέσα από την τέχνη, και αλλάζοντας χώρες, και προσπαθώντας να παίξω σε διαφορετικές χώρες, με διαφορετικό κοινό, και να πάρω εκπαίδευση πάνω στο σωματικό θέατρο από διαφορετικές χώρες. Αυτό κράτησε επίσης αρκετά χρόνια, μέσα από αυτό το χώρο γνώρισα τη γυναίκα μου, την πρώην γυναίκα μου, τη την Gozde από την Τουρκία, η οποία κι αυτή τα παράτησε όλα και ασχολήθηκε με το θεατρικό κλόουν. Αυτή ήταν ήδη ηθοποιός αλλά έκανε και αυτή focus σε αυτό, οπότε βρεθήκαμε μαζί να ταξιδεύουμε για πάρα πολλά χρόνια και να παίζουμε, σπουδάζουμε, ταξιδεύουμε. Μ’ αυτήν ξαναβρεθήκαμε μετά από κάποια χρόνια στην Ινδία, και μείναμε τέσσερις μήνες μαζί εκεί, μετά βρεθήκαμε στην Ιαπωνία, στην οποία μείναμε τρεις μήνες, και γενικά στην Ευρώπη σε πάρα πολλές χώρες, μαζί με την Gozde έχουμε μείνει περίπου σε είκοσι χώρες και μόνος μου έχω περάσει από τριάντα χώρες, τις προάλλες που τις μέτραγα. Απλά τώρα στη συ[00:40:00]νέντευξη θα πάρει πολύ χρόνο να λέω σε πώς και τι και πού βρέθηκα. Γιατί όντως το ταξίδι και ο δρόμος σε πήγαινε πολλές φορές σε πράγματα που ποτέ δεν φαντάστηκες ότι θα βρεθείς. Και πολλές φορές ένα ατύχημα σε κάτι ήταν ένα ξεκίνημα για κάτι άλλο. Παραδείγματος χάρη, η Gozde έπαθε ένα μεγάλο ατύχημα στη σχολή τσίρκου που ήμασταν στην Ισπανία, με αποτέλεσμα να βρεθεί στο κρεβάτι –ένα ατύχημα ακροβατικών– και εκεί στο κρεβάτι τώρα μες στην τρέλα και μέσα σε μεταστάσεις ψυχολογικές πολύ δύσκολες, εκεί της έσκασε στο laptop τότε που είχαμε ένα –στο e-mail δηλαδή–, ένα μήνυμα από τη Lufthansa η οποία έλεγε: «Ένα χιλιάρικο εισιτήριο με επιστροφής για δύο άτομα στην Ιαπωνία». Που συνήθως κάνει 700 με 800 ευρώ το ένα εισιτήριο για το ένα άτομο. Οπότε, αμέσως είπαμε: «Το παίρνουμε και δουλεύουμε για να το πληρώσουμε», το αγοράσαμε με πιστωτική, δηλαδή, και λέμε: «Θα το ξεπληρώσουμε». Οπότε, βρεθήκαμε ουσιαστικά στην Ιαπωνία, γιατί; Γιατί έπαθε αυτό το μεγάλο ατύχημα που της κοπήκαν τα πόδια και ουσιαστικά σταματήσαν και οι σπουδές της για κάποιο διάστημα στην Ισπανία, στη σχολή τσίρκου. Οπότε, είναι πολύ ενδιαφέρον σε όλο αυτό που συνέβαινε αυτά τα χρόνια και τις μεταστάσεις που βίωσα, το πώς ένα πρόβλημα ουσιαστικά ήταν η λύση για κάτι άλλο, ή ήταν η απαρχή κάτι διαφορετικού. Και αυτό, αν για κάτι είμαι ευγνώμων σε όλα αυτά ταξίδια, ήταν ότι με βοήθησε να μην κάνω focus μόνο σε αυτό που έχω μπροστά μου, αλλά να προσπαθώ να δω και τι υπάρχει πίσω από αυτό ή δίπλα σε αυτό. Γιατί τις περισσότερες φορές, όταν υποφέρουμε με κάτι ή ότι είμαστε πολύ χαρούμενοι με κάτι, βλέπουμε μόνο αυτό που είναι εκεί. Για να υπάρχει αυτό εκεί, υπάρχει και κάτι άλλο. Και αδυνατούμε να δούμε το κάτι άλλο, γιατί είναι τόσο έντονο το συναίσθημα σε αυτό που έχουμε κάνει focus, το οποίο δεν μας αφήνει να δούμε τι είναι από δίπλα. Οπότε, πάρα πολλές φορές συνέβη εκεί που έλεγες: «Είμαι στα τάρταρα» να συνειδητοποιείς ταυτόχρονα ότι είσαι στην ψηλότερη κορυφή του Έβερεστ. Και να λες: «Μα αυτό δεν γίνεται, αυτό μέσα του, μα πώς γίνεται αυτό!». Δεν υπήρχε λογική εξήγηση. Και αυτό είναι το φοβερό, το οποίο θα πω ότι με βοήθησε πάρα πολύ ο θεατρικός κλόουν και η εκπαίδευση πάνω στον κλόουν να συνειδητοποιήσω, είναι ότι... Ο εγκέφαλος μπορεί να αντιληφθεί κάποια πράγματα, αλλά πολλές φορές είναι αποσυνδεδεμένος από το σώμα. Δεν πάει να πει ότι ο εγκέφαλος είναι κακός το σώμα είναι καλό, ούτε το ανάποδο. Πάει να πει ότι αυτά τα δύο όταν πετυχαίνεις να συνεργάζονται, σου δίνει τη δυνατότητα να μπορείς να αντιλαμβάνεσαι την πραγματικότητα γύρω σου, με τελείως διαφορετικό κόσμο –κόσμο λέω, ναι–, να αντιλαμβάνεται τον κόσμο με τελείως διαφορετικό τρόπο. Και αυτά για να συνεργαστούνε δεν είναι κάτι που το κάνουν από μόνα τους, το παίρνουν απόφαση. Για κάποιο λόγο είναι σαν τα παιδιά σε μία οικογένεια, είναι σαν τη σχέση των δύο πρώτων παιδιών σε μία οικογένεια: του μεγάλου –ή της μεγάλης– και του δεύτερου. Το πρώτο παιδί με το που γεννιέται το δεύτερο, νιώθει ζήλια. Και για κάποιο λόγο μονίμως προσπαθεί να είναι από πάνω από το δεύτερο, γιατί νιώθει ότι κάτι χάνει. Κάπως έτσι για μένα εξήγησα ότι και το μυαλό για κάποιο λόγο δεν θέλει να χάσει τον έλεγχο με τίποτα. Οπότε, είναι πάρα πολλές φορές που δεν αφήνει το σώμα, ενώ ξέρει ότι έχει τη δύναμη αυτή το σώμα, να εκφραστεί και να ακολουθήσει την παρόρμησή του. Οπότε, μετά φτάνουμε στο σημείο να χρειάζεσαι εκπαίδευση για να μπορέσει όλο αυτό τελικά να συντονιστεί, να το πω έτσι, και να μπορέσει να επικοινωνήσει μεταξύ του. Και από ’κει ξεκινάει και πάρα πολλές αρρώστιες, η αλήθεια είναι, γιατί όταν αυτά τα δύο βρίσκονται σε αποσύνδεση, δημιουργείται ένα gap. Εκεί που ότι έχει εγώ, ας πούμε, μεταφράζω την αρρώστια ως ένα gap, ως κάτι το οποίο σταματάει να έχει συνέχεια. Γιατί η φύση δείχνει ότι τα πάντα έχουν συνέχεια, ακόμα και αυτά που μας φαίνονται αλλόκοτα ή μεταφυσικά. Και το μεταφυσικό είναι φυσικό, απλά είναι η δικιά μας προσέγγιση ότι... οι αισθητήρες το αντιλαμβάνονται ότι είναι μεταφυσικό.
Οπότε, ο κλόουν;
Ο κλόουν. Ο κλόουν μου άνοιξε έναν καινούριο κόσμο, φίλε Γιώργο. Επειδή σπούδασα Φυσικός, αντιμετώπισα πάρα πολύ μεγάλη δυσκολία όταν άρχισα να κάνω εκπαίδευση στον κλόουν. Γιατί είχα μάθει να εξηγώ τα πάντα, να έχω ένα πολύ δυνατό μυαλό και ορθολογιστικό, να μπορώ τα πράγματα να επιχειρηματολογήσω πάρα πολύ πειστικά, να το πω έτσι, πάνω σε πράγματα και πεποιθήσεις τις οποίες είχα. Και ήρθε ο κλόουν τώρα για να το αποδομήσει όλο αυτό και να μου πει: «Φίλε, μη σκέφτεσαι, follow your impulse! Ακολούθα την παρόρμησή σου και εμπιστεύσου το σώμα σου». Και ήταν πάρα πολύ δύσκολο στην αρχή. Γιατί; Γιατί ήθελα να καταλάβω. Ήθελα να καταλάβω το μηχανισμό, πώς αυτό μπορεί να λειτουργήσει. Και όσο προσπαθούσα να καταλάβω τόσο, θυμάμαι τον πρώτο μου δάσκαλο Κλόουν στη Μαδρίτη, τον Hernán να μου λέει: «Stop thinking! Stop trying to understand!». Και έλεγα: «Ωραία», έλεγα, «σταματάω. Δεν θέλω να καταλάβω». Έλα όμως που αυτό είναι μία συνήθεια που ακόμα και όταν το πεις δεν πάει να πει ότι το πιστεύεις. Οπότε, μου πέρασε αρκετός χρόνος στην εκπαίδευση του κλόουν για να καταφέρω, όχι να μη σκέφτομαι, να μην προσπαθώ να καταλάβω. Και τη στιγμή που σταμάτησα να προσπαθώ να καταλάβω, συνέβησαν πράγματα τα οποία δεν τα πίστευα. Ερχόταν το μυαλό να τα εξηγήσει και έλεγε: «Μα δεν είναι δυνατόν!». Και την στιγμή που έμπαινε το μυαλό να τα εξηγήσει, χάναν και τη μαγεία τους. Αλλά όντως το κομμάτι του κλόουν ήταν αποκαλυπτικό για μένα. Το να εμπιστευτώ, βασικό του χαρακτηριστικό είναι να εμπιστευτείς την αλήθεια σου. Αυτό που είσαι, και το φωτεινό του κομμάτι και το σκοτεινό του. Και κυρίως οι κλόουν μας –γιατί όλοι κουβαλάμε κλόουν πάνω μας– ζει στο αβίωτό μας κομμάτι. Στο κομμάτι που δεν θέλουμε να αποδεχτούμε ή στο κομμάτι που δεν ξέρουμε ότι κουβαλάμε. Και ενώ το φοβόμαστε αυτό το κομμάτι, αυτό το κομμάτι έχει μία απίστευτη δημιουργικότητα. Οι δημιουργικές του δυνατότητες είναι πάρα πολύ έντονες, αλλά και εν μέρει raw, ακαλλιέργητες, γιατί εμείς δεν ασχοληθήκαμε ποτέ μαζί τους. Οπότε, όσο αρχίζεις να ασχολείσαι μαζί τους, βλέπεις ότι ανοίγει είναι ένας άλλος κόσμος. Και δεν είναι ο άλλος κόσμος, εγώ θα πω ότι ο κλόουν αυτό που μου 'κανε πιο σημαντικό από όλα, είναι ότι με βοήθησε να αποδέχομαι αυτό που είμαι, έτσι όπως είμαι, και να μη χρειάζεται να αποδείξω σε κανέναν τίποτα. Να αποδέχομαι ότι δεν υπάρχουν καλύτεροι ή χειρότεροι. Όλοι είμαστε διαφορετικοί. Δεν υπάρχει πιο έξυπνος. Ο καθένας έχει το δικό του τρόπο ευφυΐας. Δεν υπάρχει σωστό-λάθος. Όλα μέσα τους έχουν τη δικιά τους δυναμική, αρκεί να την εμπιστευτείς. Ήρθε σε αντιδιαστολή με τη Φυσική και τα Μαθηματικά, που λύνουμε ένα πρόβλημα και λέμε: «Σωστό το πρόβλημα, λάθος το πρόβλημα», να μου το καταρρίψουν όλο αυτό. Και να μου πούνε: «Φίλε, δεν είναι μόνο αυτό. Για να υπάρχει αυτό, υπάρχει και κάτι άλλο». Γιατί στη ζωή δεν γίνεται να υπάρχει κάτι μόνο του, υπάρχουν πάντα δίπολα. Σημαίνει, τι σημαίνει, όταν υπάρχει δίπολο υπάρχει δυναμικό, υπάρχει πεδίο. Αυτό που είναι κινητήριο και αυτό που μας κινεί είναι ένα πεδίο. Ζούμε μέσα σε ένα πεδίο, δημιουργούμε πεδίο και δημιουργούμε πεδία επίσης με τους άλλους ανθρώπους. Ακόμα και το σώμα το ανθρώπινο ζει, γιατί έχουμε ηλεκτρισμό, γιατί υπάρχει μαγνητισμός, υπάρχουν όλα αυτά τα πράγματα. Ο κλόουν, λοιπόν, ήταν για μένα ήταν ταξίδι της ζωής. Δηλαδή, η πρώτη μεγάλη αλλαγή που έγινε στη ζωή μου ήταν τότε στην Ινδία που έγινα χορτοφάγος και ουσιαστικά βουδιστής, αλλά με την έννοια της φιλοσοφίας, όχι τόσο της θρησκείας. Και το δεύτερο ήταν όταν ασχολήθηκα έντονα με το κομμάτι του κλόουν και το προχώρησα, και το προχώρησα, και το προχώρησα. Και έφτασα σε ένα σημείο να κάνω μεταπτυχιακό πάνω στο σωματικό θέατρο και να ασχοληθώ ακόμα πιο έντονα με αυτό το κομμάτι του κλόουν, και όχι μόνο. Εκεί ανακάλυψα ότι τελικά... θέλει εμπιστοσύνη η ζωή. Όχι κρίση τόσο πολύ. Θέλει να εμπιστεύεσαι το αδύνατο, το απίθανο, το δυνατό, και το πιθανό. Δεν είναι εύκολο, η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπισα εγώ –θα μιλήσω για μένα, δεν ξέρω αν είναι γενικό–, είναι το να εμπιστευτείς και να πιστέψεις. Γιατί; Γιατί μονίμως έχουμε ανασφάλειες ότι κάτι λάθος γίνεται. Έχουμε ανασφάλειες ότι κάτι άλλο υπάρχει, κάτι άλλο μπορεί να γίνει, μονίμως προσπαθούμε να κοντρολάρουμε τα πάντα, θέλουμε εμείς να ξέρουμε. Και ο κλόουν μου έκανε αυτό το δώρο, να λέω πάρα πολλές φορές ότι: «Δεν θέλω να ξέρω, θέλω να ζω». Με έμαθε απλά να ’μαι εκεί. Και ήτανε νομίζω όλο το process, γιατί όταν έζησα αυτό το ταξίδι το μεγάλο στο οποίο ζούσα τη μέρα –γιατί όντως δεν ήξερα τι θα φάω, που θα κοιμηθώ, με ποιον θα ταξιδέψω–, η μέρα ήταν τεράστια, ήρθε μετά ο κλόουν να μου πει ότι: «Ξέρεις κάτι; Η κάθε μέρα σου πρέπει να είναι έτσι. Γιατί; Γιατί πολύ απλά θα πεθάνεις. Το ξέρεις ότι θα πεθάνεις». Είναι πολύ σημαντικό να μιλάς με τον κλόουν σου, έχει ενδιαφέρον. Γιατί σου λέει πράγματα τα οποία σε ενοχλούν να τα ακούσεις. Σε ενοχλούν να[00:50:00] τα δεις. Σου λέει πρώτα απ’ όλα ότι πολλές φορές δεν αγαπάς τον ίδιο σου τον εαυτό. Είναι σαν να σου λέει: «Κοιτάξου στον καθρέφτη, αγάπα αυτό που είσαι. Αγάπα αυτό το σώμα. Μη θες να ’σαι κάτι άλλο, επειδή οι άλλοι γύρω σου θεωρούν αυτό ότι είναι το όμορφο. Και εσύ όμορφος είσαι. Αγάπα τον κόσμο σου. Μη θες οι άλλοι να αποδεχτούν τον κόσμο σου. Άσε αυτοί να έχουν τους δικούς τους, εσύ το δικό σου, και δες πώς αυτοί οι κόσμοι μπορεί να επικοινωνήσουν, αν μπορούν». Και όταν κάτι δεν μπορεί να επικοινωνήσει, επικοινωνεί, μέσα από τη μη επικοινωνία. Το θέμα είναι ότι μονίμως εμείς θέλουμε να καταλάβουμε και να τοποθετήσουμε μέσα σε συγκεκριμένα κουτιά αυτά τα οποία καταλαβαίνουμε, με αποτέλεσμα να χάνουμε τη μαγεία του τι γίνεται έξω από ένα κουτί. Και έχει ενδιαφέρον όταν βρισκόμαστε σε ένα τοπίο το οποίο είναι αχανές, έχει ενδιαφέρον ότι για κάποια δευτερόλεπτα –τουλάχιστον συμβαίνει σε μένα– μένω breathless, μέχρι να ξαναπάρω βαθιά ανάσα και να πω: «Ωπ, τι γίνεται εδώ;». Μας φοβίζει το χάος, αλλά είμαστε κομμάτι του χάους. Αυτό επίσης είναι κάτι άλλο που στον κλόουν ήταν στη βασική εκπαίδευση σημαντικό, το πώς να μπορείς να υπάρχεις μέσα σε φόρμα και εκτός φόρμας. Το πώς να μπορείς να βρεις την ελευθερία μέσα σε κάτι δομημένο, και πώς να μπορείς να βρεις την ελευθερία μέσα σε κάτι που δεν έχει καμία δομή. Πώς να μπορείς να ζεις μέσα στο άγνωστο, χωρίς να προσπαθήσεις να το καταλάβεις ή να το κάνεις γνωστό. Γιατί τη στιγμή που αποφασίζεις να βουτήξεις στο άγνωστο, αν προσπαθήσεις να το καταλάβεις ή να το κάνεις γνωστό, σταμάτησε να είναι άγνωστο. Το άγνωστο έχει τη δυναμική του γιατί είναι άγνωστο. Αν αυτή η ιδιότητά του αλλάξει, άλλαξε και το effect το οποίο έχει πάνω σου. Είχε πολύ, γενικά αυτό το ταξίδι, ας το πω έτσι, που δεν τελείωσε ποτέ, ακόμα συνεχίζει μέσα μου και έξω μου, με την κόκκινη μύτη, με αυτή την πιο μικρή μάσκα στον κόσμο, είχε κάτι το οποίο ταρακουνούσε τους δομικούς σου λίθους. Σου ’λεγε: «Πρέπει να αποδεχτείς ότι είσαι καλό παιδί και ότι είσαι και κωλόπαιδο. Πρέπει να αντιληφθείς ότι δεν υπάρχει σε αυτό καλό-κακό, υπάρχει ότι όλα αυτά είσαι και δες πώς με αυτά θα μπορέσεις να δημιουργήσεις. Και αυτό που θα δημιουργήσεις, πώς θα μπορέσεις κατ’ επέκταση να το μοιραστείς με τους άλλους, γιατί είναι η αλήθεια σου». Δεν υποδύεσαι ρόλο στον κλόουν, δεν παίζεις ένα ρόλο, δεν παίζεις ένα χαρακτήρα. Ανεβαίνεις πάνω να μοιραστείς την αλήθεια σου. Ο χαρακτήρας που έχεις χτίσει έχει να κάνει με ποιότητες που κουβαλάς ήδη πάνω σου. Είτε στο σώμα σου, είτε από θέματα ιδιοσυγκρασίας, είτε από συναισθήματα, τα οποία εκείνη την περίοδο πιο έκδηλα μπορεί να εμφανίζονται για κάποιο λόγο και μπορεί να μορφοποιούνται πάνω σου. Έχει, ναι, έχει ενδιαφέρον το πώς αυτή η μικρή μύτη, αυτή η πιο μικρή μάσκα στον κόσμο, σε βοηθάει να κάνεις αυτό το transformation, να κάνεις αυτή τη μεταμόρφωση. Και αυτή η μεταμόρφωση δεν έχει να κάνει ότι γίνεσαι κάτι άλλο, έχει να κάνει με το ότι συνδέεσαι με κάτι άλλο που είσαι εσύ. Έντονες εμπειρίες μετά, έντονες. Έζησα πολύ έντονα με τις παραστάσεις, με τους μαθητές, γιατί διδάξαμε και με την Gozde, με την οποία πλέον δεν είμαστε μαζί, αλλά διδάξαμε για πάρα πολλά χρόνια, και αυτή συνεχίζει να διδάσκει. It’s a journey, ταξίδι. Και έρχεται κάπως μετά, πάντα έλεγα όταν με ρωτάγανε, και ένα κομμάτι της εκπαίδευσης ήταν επίσης ότι: «Follow your heart. Ακόλουθα την καρδιά σου και δες τι είναι αυτό το οποίο θα σε διεγείρει. Μην το φοβάσαι, αυτό που σε διεγείρει... Βούτα μέσα σε αυτό, δες, τι σου συμβαίνει». Επίσης: «Τι είναι αυτό το οποίο για κάποιο λόγο σου προκαλεί δύσπνοια;». Πάλι βουτάς σε αυτό μέσα. Λες: «Γιατί αυτό μου προκαλεί δύσπνοια;». Πάει να πει ότι κάτι ενεργοποιεί μέσα σου. Που δεν θα μιλήσω αν είναι μπλοκαρισμένο ή όχι, κάτι είναι όμως το οποίο από τη στιγμή που σου προκαλεί δύσπνοια, είναι ενεργοποιημένο, δεν είναι ανενεργό. Οτιδήποτε έχει μέσα του δράση, πάει να πει ότι είναι ζωντανό. Έτσι, λοιπόν, και στην εκπαίδευση, ας το πω έτσι, του κλόουν λέγαμε: «Activate yourself. Ενεργοποίησε τον εαυτό σου», ενεργοποίησε, δες τι είναι αυτό που σε ενεργοποιεί. Αυτό που σε ενεργοποιεί είναι κάτι που σου αρέσει ή κάτι που δεν σου αρέσει, αλλά σε ενεργοποιεί.
Έτσι, λοιπόν, αποφάσισα να κάνω το τρίτο ενδεχομένως πείραμα στη ζωή μου, μεγάλο πείραμα εννοώ. Και τώρα μετά τον κλόουν, μετά το προηγούμενο lockdown που είχαμε, αποφάσισα να ασχοληθώ με τα μεσιτικά. Κάτι το οποίο δεν το φαντάστηκα ποτέ στη ζωή μου. Κάτι το οποίο προέκυψε γιατί έψαχνα σπίτι –η θεία μου να μου πάρει, τέλος πάντων–, και είπα: «Γιατί εγώ τώρα έχω μπει στη διαδικασία να ψάξω για σπίτι;», που δεν ήθελα να αγοράσω ποτέ σπίτι. Και: «Γιατί νιώθω τόσο περίεργα με όλους αυτούς συναναστρέφομαι». Και λέω: «Όντως, θα ’μπαινα σε αυτή τη δουλειά;» και μία που το σκέφτηκα μία που είπα «Όχι». Και είπα: «Εδώ είμαστε», λέω. «Για να λες ότι σε αυτό δεν θα ’μπαινες, πρέπει να μπεις να δεις τι σου συμβαίνει». Κι έτσι και έκανα. Οπότε, τους τελευταίους μήνες ασχολούμαι με τα κτηματομεσιτικά ως σύμβουλος ακινήτων, και προσπαθώ να δω τι γίνεται, τι είναι αυτό που ενεργοποιεί αυτός ο χώρος μέσα μου και πώς συνεχίζω τελικά αυτό το ταξίδι της ζωής. Το σίγουρο είναι ότι συναντάω πολλούς ανθρώπους που ο καθένας κουβαλάει τη δικιά του ιστορία. Και για κάποιο λόγο αντιλαμβάνομαι ότι τελικά στη ζωή σου ό,τι και να κάνεις, όσο πολύ κι αν θες εσύ να το χαρακτηρίσεις ότι είναι αυτό, δεν είναι ποτέ αυτό, είναι όλα. Ό,τι και να κάνεις, δηλαδή νομίζω ότι και φούρνο να ανοίξω αύριο, πάλι όλα αυτά τα οποία κουβαλάω, θα τα βρίσκεις εκεί μέσα στο φούρνο. Ενδεχομένως να έχω κόκκινα ψωμιά, ξέρω ’γω, απ’ τις κόκκινες μύτες, να ’χω ψωμιά φτιαγμένα κτίρια από τα μεσιτικά, να έχω ψωμιά φτιαγμένα φωτόνια, νετρόνια, λες και είμαι σε καμιά κβαντική φυσική, ας πούμε. Ό,τι και να κάνεις, το κουβαλάς. Τι να σου πω, ρε Γιώργο.
Τα δικά σου δίπολα;
Τα δικά μου δίπολα. Θα κάτσω να το σκεφτώ τώρα λίγο. Και πρέπει να κάτσω να το σκεφτώ, γιατί άλλο ένα πράγμα που έχω πάρει απόφαση το τελευταίο διάστημα είναι: «Try to stop thinking, try to live». Και γι’ αυτό είμαι και καλά μες στην καραντίνα, γιατί δεν αφήνω τον εαυτό μου να μπει σε δόνηση ότι τα πράγματα πάνε χάλια, ότι δεν έχουμε λεφτά, ότι τι γίνεται με την υγεία μας. Έχω πει: «Έχουμε δύο επιλογές: ή να ζήσουμε ή να πεθάνουμε. Για να ζήσεις πρέπει να δεις τα πράγματα έτσι όπως είναι, όχι έτσι όπως θα ’θελες να είναι. Η κατάσταση είναι διαφορετική για όλους, αλλά από ’κει και πέρα το πώς εμείς βλέπουμε την κατάσταση είναι αυτό που μας κρατάει ζωντανούς». Οπότε, τώρα τα δικά μου δίπολα. Μου ’ρθε μία ιστορία να σου πω, αλλά δεν απαντάει στα δίπολα, κάτσε να σκεφτώ τα δίπολα τότε.
Πες την ιστορία.
Θα σου πω την ιστορία και τα σκεφτώ τα δίπολα ταυτόχρονα. Αν και δεν γίνεται όταν λέω την ιστορία να σκέφτομαι τα δίπολα.
Πες την ιστορία και βλέπουμε.
Λένε ότι κάποτε γεννήθηκε ένα μωρό σε ένα παλάτι. Και όλοι είπαν ότι αυτό το μωρό θα γίνει βασιλιάς. Αυτή ήταν η μοίρα του. Αφού γεννήθηκε σε παλάτι να γινόταν βασιλιάς...
Ε, μην πειράζεις το καλώδιο γιατί θα κάνει «χρούτσου χρούτσου» εκεί.
Έχεις δίκιο. Αυτή ήταν η μοίρα του. Αφού γεννήθηκε σε παλάτι, να γίνει βασιλιάς. Το παιδί μεγάλωσε, διάβαζε βιβλία, έπαιζε μουσικές, του άρεσε να συναντάει ανθρώπους, να μιλάει. Και σε όλο το βασίλειο το αγαπάγανε πάρα πολύ και περιμέναν πώς και πώς θα γίνει αυτός ο βασιλιάς τους. Όμως εκεί στα 18-19, ο πρίγκιπας μπήκε μέσα στη μεγάλη σάλα και συνάντησε τον πατέρα και τη μάνα. Και τους είπε ότι: «Εγώ θα φύγω». Και του είπανε: «Πού θα πας, παιδί μου;». «Εγώ θα πάω να βρω τον τόπο που θα χτίσω το δικό μου το βασίλειο». «Μα καλά», του λένε, «εδώ είναι όλα έτοιμα και αυτό το βασίλειο σε περιμένει. Και ο λαός αυτός με χαρά θέλει να σε δει η βασιλιά του». «Ναι, αλλά εγώ θέλω να δω πώς είναι αυτό, πώς είναι να χτίζεις το δικό σου το βασίλειο». Και έφυγε. Και η μάνα έκλαψε πολύ. Ο πατέρας έμεινε κλεισμένος στο δωμάτιο για μέρες. Αλλά το παιδί έφυγε. Γιατί ήξερε ότι αν δεν φύγει, δεν θα μάθει ποτέ πώς είναι να χτίσεις το δικό σου το βασίλειο. Λένε ότι ταξίδεψε για χρόνια, πέρασε από πολιτείες, χωριά, έμεινε σε παράγκες, έμεινε σε αρχοντικά, έμεινε σε πανδοχεία. Συνάντησε κόσμο πολύ και όλοι για κάποιο λόγο τον αγαπάνε. Και όλοι για κάποιο λόγο ανοίγαν το σπίτι τους να τους φιλοξενήσουνε και να μιλήσουνε μαζί του. Και αυτός πάντα προσπαθούσε με το δικό του τρόπο να τους βοηθήσει. Είτε στις δουλειές που κάνανε, είτ[01:00:00]ε στο σπίτι, είτε με το ζεστό το λόγο του, είτε με το χαμόγελό του. Και τους έλεγε ότι: «Κάποτε ήμουνα πρίγκιπας και τώρα θέλω να γίνω βασιλιάς, αλλά θέλω να βρω το δικό μου το μέρος να χτίσω το δικό μου το βασίλειο». Και συνέχισε να ταξιδεύει. Ταξίδεψε και με καράβι, ταξίδεψε και με τα πόδια, ανέβηκε βουνά και διέσχισε θάλασσες. Και έφτασε, λέει, εκεί στην άκρη του κόσμου. Μετά από χρόνια πολλά. Και εκεί στην άκρη του κόσμου είδε τρία βουνά. Και εκείνα τα τρία βουνά λέει ήτανε σαν να έχουν αγκαλιαστεί τρεις ανθρώποι. Και στο μεσαίο το βουνό, λέει, εκεί κάτω χαμηλά, στους πρόποδες, ήταν ένα δάσος. Και πάνω από το δάσος βράχια, βράχια μυτερά. Εκείνος σαν το δε εκείνο τον τόπο, μαγεύτηκε και είπε: «Αυτό έψαχνα χρόνια. Εδώ, σε εκείνο το δάσος από πάνω, εκεί στις πέτρες τις κοφτερές θα χτίσω εγώ το κάστρο και την πολιτεία που θα μείνω!». Και πήγε και ξεκίνησε μοναχός του. Να χτυπάει την πέτρα, να κόβει τα ξύλα, να φτιάχνει τη λάσπη και να χτίζει. Ξέρεις, τα νέα είναι σαν τα πουλιά, ταξιδεύουν, ακόμα και σε εποχές που δεν υπάρχουν τα κινητά, τα νέα ταξιδεύουν. Έτσι, λοιπόν, σε όλα τα μέρη από εκείνα που είχε περάσει, εκείνοι που είχε συναντήσει μάθανε ότι βρήκε τον τόπο που θα ’φτιαχνε το δικό του το βασίλειο. Ξέρεις τι κάνανε; Κινήσαν να πα’ να τον βρούνε. Γιατί θέλανε να πάνε και να έχουν εκείνον σαν βασιλιά. Και φτάσαν εκεί και όλοι μαζί ξεκίνησαν να χτίζουν πολιτεία. Και την πολιτεία τη φτιάξανε και ήταν όλοι χαρούμενοι. Φτιάξανε την πολιτεία, φτιάξαν μαγαζιά, φτιάξαν πλατείες, γέλια και χοροί στην πολιτεία. Τότε όμως ο πρίγκιπας που θα γινόταν βασιλιάς σκέφτηκε: «Ναι, αλλά αν κάποιος έρθει τώρα; Που είμαστε τόσο καλά, τόσο χαρούμενοι και περνάμε τόσο ωραία και μας κάνει αιχμάλοτους και γίνουμε σκλάβοι; Πώς εγώ θα προστατέψω αυτούς τους ανθρώπους;». Και σκέφτηκε να χτίσουνε τείχος. Και έτσι, λοιπόν, χτίσαν ένα τείχος γύρω από την πολιτεία. Τόσο ψηλό, λέει, που σαν το κοίταγες από κάτω νόμιζες ότι θα έφτανε μέχρι τον ουρανό. Και πάλι γέλια και χαρές κι ήταν όλοι χαρούμενοι, ακόμα και όταν κάποιος πέθαινε σε εκείνη την πολιτεία, πάλι χορεύανε, γιατί πίστευαν ότι εκεί που θα πάει, πρέπει να φύγει με χορό και με τραγούδι. Αλλά πάλι μία μέρα ξύπνησε ο βασιλιάς, ο πρίγκιπας που τώρα είχε γίνει βασιλιάς γιατί είχαμε και την πολιτεία είχαμε φτιάξει και το κάστρο. Και σκέφτηκε: «Ναι», λέει, «αλλά όσο ψηλά κι αν είναι τα τείχη, αν κάποιος έρθει, μπορεί να ρίξει τα τείχη και να μπει εύκολα μες στην πολιτεία. Θα χτίσουμε ένα ποτάμι γύρω από τα τείχη». Και ξεκινήσαν όλοι να σκάβουν και να σκάβουν, και κατεβάσαν νερό από τα βουνά, και φτιάξαν ποτάμι μεγάλο γύρω από τα τείχη και μία μεγάλη γέφυρα η οποία για να περάσεις απέναντι έπρεπε να πέσει, και αν δεν ήθελες να περάσεις απέναντι, τη μάζευες και έκλεινε. Και πάλι γέλια και χαρές και ήτανε τόσο χαρούμενος εκείνος ο κόσμος που είχε τέτοιο βασιλιά, και εκείνος τόσο χαρούμενος που βρήκε τον τόπο που έχτισε πολιτεία, που ήρθαν άνθρωποι και ήτανε μαζί και περνάγανε καλά. Αλλά ένα βράδυ ακούστηκε σεισμός. Γιατί λένε το σεισμό και τον νιώθεις και τον ακούς. Τόσο δυνατός, σείστηκε ο τόπος. Όλοι βγήκαν στα παράθυρα, αρχίζαν να κοιτάνε από δω και από κει, να φωνάζουνε, να ρωτάνε ο ένας γείτονας τον άλλον: «Τι έγινε;» άρχισε να γίνεται φασαρία μες στην πολιτεία. Ο βασιλιάς και αυτός πετάχτηκε, βγήκε στο παραθύρι του, εκεί στον πύργο, και κοίταξε. Και είδε εκεί στο βάθος μία σκιά. Μια τεράστια σκιά να έρχεται πιο κοντά και πιο κοντά. Έδωσε αμέσως διαταγή στους τοξοβόλους να πετάξουνε βέλη. Πετάξανε βέλη, λέει, νύχτα ήτανε, έγινε ακόμα πιο νύχτα. Όμως εκείνη η σκιά έκανε μία «Χραπ» και τα βέλη τα πέταξε από τη μία πλευρά και μία «Χραπ» και τα βέλη τα πέταξε από την άλλη. Και έδωσε διαταγή να πετάξουνε φωτιές, και βγήκαν οι ερπύστριες «Παφ» και πετάξανε φωτιές, και σα φτάναν οι φωτιές κοντά και φωτίσαν τη σκιά, είδαν ότι ήταν γίγαντας. Μόνο που ο γίγαντας άνοιξε το στόμα και έκανε μία «Χραπ» και τις έφαγε τις φωτιές. Και τους έπιασε φόβος και τρόμος. Και ο γίγαντας χτύπησε το χώμα πάλι και σείστηκε ολάκερη η πολιτεία και ξημέρωσε. Και ο γίγαντας ήρθε και όλο και πιο κοντά. Και πέταγε χώματα πάνω στον ουρανό και τα χώματα σκάγανε και φαινόταν σαν βροχή, και σκέπαζε και την πολιτεία και τους ανθρώπους που ήταν μέσα. Και έφτασε πιο κοντά και έκατσε εκεί, απέναντι στην άλλη άκρη του ποταμού, αλλά μες στο ποτάμι δεν μπήκε. Και πέρασε μία εβδομάδα, δυο εβδομάδες, ένας μήνας, έξι μήνες, δύο χρόνια και ο γίγαντας εκεί. Τα φαγητά στερέψανε, νερό δεν είχαν να πιούν, αρρώστιες ήρθανε. Άρχισαν μες στην πολιτεία ένας-ένας να πεθαίνουνε. Και ο βασιλιάς δεν ήξερε τι να κάνει. Έτσι το, λοιπόν, μία μέρα αποφάσισε να βγει και να πάει να συναντήσει το γίγαντα. Και έπεσε, λέει, η γέφυρα. Δίπλα του στρατιώτες, αυτός σήκωσε το χέρι και τους σταμάτησε. Τους λέει: «Μονάχος μου θα πάω». Έκανε ένα βήμα. Και τον βλέπει ο γίγαντας. Σηκώνεται πάνω, παίρνει δυο δέντρα και τα πετάει με δύναμη πάνω στο γιοφύρι. Σείεται το γιοφύρι, σπάει, χάνει την ισορροπία του ο βασιλιάς, αλλά στέκεται πάλι, κάνει δεύτερο βήμα. Τον βλέπει ο γίγαντας να κάνει δεύτερο βήμα, βαράει το χώμα και σείεται ολάκερη πάλι η πολιτεία και αρχίζει να βγάζει κραυγές ο γίγαντας, και να φοβούνται όλοι και πιο πολύ. Κάνει τρίτο βήμα ο βασιλιάς. Με το που κάνει τρίτο βήμα ο βασιλιάς, παίρνει ο γίγαντας χώμα, το πετάει πάνω στα τείχη και όπως πετάχτηκε πάνω στα τείχη και πετάχτηκε πάνω στον Βασιλιά, τον έριξαν πάνω στη γέφυρα με το πρόσωπο. Και άρχισε από τη μύτη του να τρέχει αίμα. Όμως ο βασιλιάς σηκώθηκε πάλι και άρχισε να περπατάει κι άλλο βήμα. Και ο γίγαντας όσο τον έβλεπε, τόσο αφήνιαζε, τόσο γινότανε θεριό ανήμερο. Και τόσο φοβόντουσαν αυτοί που τον βλέπανε μέσα από την πολιτεία. Όμως ο βασιλιάς ήξερε ότι έχει μόνο μία επιλογή: να φτάσει μπροστά στο γίγαντα και να μιλήσει μαζί του. Και συνέχισε να περπατάει. Και έφτασε στη μέση του γιοφυριού, και σαν έφτασε στη μέση του γιοφυριού, κάνει μία ο γίγαντας έτσι «Κραφ» και σπάει το μισό γιοφύρι. Όμως δεν σταμάτησε ο βασιλιάς. Πέρασε τη μέση του γιοφυριού. Και σαν πέρασε τη μέση του γιοφυριού και πλησίασε τον γίγαντα, ο γίγαντας άρχισε να μικραίνει. Και όσο πλησίαζε ο γίγαντας μίκραινε, και μίκραινε, και μίκραινε, και μίκραινε, μέχρι που ο βασιλιάς έφτασε μπροστά του και ο γίγαντας είχε γίνει νάνος. Και έσκυψε ο βασιλιάς, άνοιξε την παλάμη του. Ο γίγαντας πήδηξε πάνω. Σήκωσε την παλάμη, την έφερε μπροστά του ο βασιλιάς. Κοίταξε τον νάνο, το γίγαντα που είχε γίνει νάνος και τον ρώτησε: «Ποιος είσαι;». Και ο γίγαντας που είχε γίνει νάνος απάντησε: «Ο φόβος». Και τον πήρε μαζί του, και τον έβαλε μες στην πολιτεία. Και εκείνος ξαναμεγάλωσε, δεν έγινε γίγαντας, αλλά έγινε άντρας ψηλός και δυνατός. Και από κείνη τη μέρα, λέει, σε εκείνη την πολιτεία, ζούσαν παρέα με το φόβο, σα να τον αγαπάνε και να τον εμπιστεύονται. Και λένε ότι και εκείνος άρχισε να τους βοηθάει στις δουλειές και στα χωράφια, και να είναι δίπλα τους και να μην είναι απέναντί τους. Έτσι που λες, φίλε Γιώργο. Δεν είναι εύκολο, αλλά όταν πάμε πάνω στο φόβο μας, για κάποιο λόγο δείχνουμε τη διάθεσή μας να γίνουμε φίλοι μαζί του. Δεν είναι εύκολο, ούτε για αυτόν είναι εύκολο, όχι μόνο για μας. Μια και σου είπα αυτή την ιστορία και μου γεννήθηκε γιατί βλέπω εδώ πάρα πολύ όμορφα αυτές τις... τον καλλιτεχνικό χώρο στον οποίο βρισκόμαστε, μία άλλη ασχολία που μου γεννήθηκε μέσα από τα ταξίδια ήταν το storytelling. Ασχολήθηκα και με την αφήγηση ιστοριών και γενικά τη λαϊκή παράδοση, τον προφορικό λόγο, το συλλογικό ασυνείδητο, τα οποία έχουν και αυτά μία δικιά τους μια μαγεία, έχουνε και αυτά μια δύναμη η οποία είναι direct, μιλάει στην καρδιά σου κατευθείαν. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο, ειδικά για τις λαϊκές ιστορίες, ότι κανείς δεν ξέρει πότε και πώς γεννήθηκαν. Αυτό που ξέρει είναι ότι τις συναντάμε σε διαφορετικές χώρες και διαφορετικές παραλλαγές, ή στην ίδια χώρα σε διαφορετικά σημεία με διαφορετική παραλλαγή, και πάντα κάτι έχουν να σου πουν στην καρδιά σου, αναλόγως στη φάση ζωής που βρίσκεσαι. Διαφορετικά θα ταυτιστείς με τον εκάστοτε ήρωα ή με την εκάστοτε κατάσταση.
Αυτό που είπες τώρα, από πού ήτανε;
Αυτή η ιστορία είναι αγγλική. Eίναι από την αγγλική λαϊκή παράδοση. Και η αλήθεια είναι ότι την πρώτη φορά που την είχα διαβάσει, είχα συγκλονιστεί. Είχα συγκλονιστεί γιατί, όπως σου είπα, η κάθε ιστορία έχει να σου πει κάτι αναλόγως τη φάση στην οποία βρίσκεσαι. Και αυτό που λένε και οι αφηγητές ανά τον κόσμο είναι ότι: «Οι ιστορίες έρχονται και σε βρίσκουμε, δεν βρίσκεις εσύ τις ιστο[01:10:00]ρίες». Γιατί εκείνη τη στιγμή για κάποιο λόγο πρέπει να ταξιδέψετε μαζί. Λένε οι ιστορίες ότι είναι πουλιά, τα οποία ταξιδεύουν και έρχονται εδώ στον ώμο του αφηγητή κάθε φορά, και ο αφηγητής γίνεται το μέσον για να μοιραστούν εκείνη τη στιγμή στον κόσμο που βρίσκεται μαζεμένος σ’ εκείνο το χώρο. Και μετά να συνεχίσουν τα πουλιά αυτά, οι ιστορίες, το ταξίδι τους για να πάνε σε άλλο ώμο αφηγητή, και σε άλλο ώμο, και σε άλλο ώμο. Και είναι ένα ταξίδι που δεν τελειώνει ποτέ. Και που αυτές, και οι ιστορίες δεν τελειώνουνε ποτέ. Γιατί κάθε αφηγητής επίσης κάνει δικιά του μυθοπλασία, βάζει τα δικά του στοιχεία του χαρακτήρα του, χωρίς να αλλοιώνει το βασικό κορμό της ιστορίας. Οπότε, κάθε φορά βγαίνει η ιστορία μπροστά, αλλά σίγουρα μαθαίνεις κάτι παραπάνω και για τον αφηγητή. Παρότι ο αφηγητής δεν είναι μπροστά, και εκεί είναι μία πετυχημένη αφήγηση, όταν αφηγητής ουσιαστικά έχει χαθεί και ο άλλος θυμάται μόνο την ιστορία. Αλλά αφού γίνεται το μέσο ο αφηγητής, σίγουρα κάποιες φορές μαθαίνεις και κάποια πράγματα από τη δικιά σου παρατήρηση για τον αφηγητή.
Η αφήγηση πώς ήρθε; Η αφήγηση.
Πώς προέκυψε; Η αφήγηση κάποια στιγμή όταν παίζαμε στο δρόμο, έχουμε βρεθεί στην Κρήτη, και στην Κρήτη τώρα είμαστε με ένα φίλο και με τον αδερφό μου και την πρώην σύζυγό μου. Και ένα βράδυ βλέπουμε ότι σε μια... παίζουμε στο δρόμο εκεί, κάθε βράδυ παίζαμε με φωτιές τότε, παίζαμε ζογκλερικά, βλέπουμε ότι θα είχε αφήγηση λαϊκών ιστοριών σε έναν κήπο στο Ρέθυμνο. Και βρεθήκαμε σε εκείνο τον κήπο εκείνο το βράδυ έχει αφήγηση ο Δημήτρης ο Προύσαλης –ένας από τους παλιούς αφηγητές, να το πω, έτσι που έχουμε στην Ελλάδα, που είναι και δάσκαλος αφήγησης– και ο φίλος και εμείς ενθουσιαστήκαμε εκείνο το βράδυ με την αφήγηση, δεν είχαμε ξανακούσει live. Εγώ μετά συνειδητοποίησα ότι στη ζωή σου πολλά πράγματα έχουν συμβεί πήραν πριν που δεν τους έχεις σημασία και έρχεται κάποια στιγμή για να τους δώσεις μεγαλύτερη, και θα σου πω μετά τι εννοώ. Συναντάμε, λοιπόν, το Δημήτρη, ο φίλος μου ο Αντρέας ξεκινάει κατευθείαν την επόμενη σεζόν να κάνει μαθήματα με τον Δημήτρη, εγώ έμενα εξωτερικό ακόμα τότε με τη Gozde ταξιδεύαμε από δω, παίζαμε, σπουδές και το ένα και το άλλο, οπότε κάποια στιγμή το ’12 που βρέθηκα στη – το ’10; Μισό λεπτό να θυμηθώ. Το ’10 ή το ’11 ήτανε, ’10, ’11 ή ’12; Θα σε γελάσω τώρα. Έχω βρεθεί στην Ελλάδα για κάποιους μήνες, λέω: «Ας πάω στο Δημήτρη», γιατί είχα ενθουσιαστεί από τον Ανδρέα που μου ’λεγε ιστορίες και αυτά να κάνω το course που έχει. Οπότε, ξεκίνησα με το Δημήτρη για να κάνω το διετές course και παράλληλα ταξίδευα και στο εξωτερικό, όποτε μπορούσα να συνδυάσω πράγματα. Και έτσι έκανα και το διετές σεμινάριο αφήγησης του Δημήτρη του Προύσαλη και παράλληλα μετά πήγα και σε σεμινάρια άλλων, ας το πω έτσι, αφηγητών και δάσκαλων αφήγησης στην Ελλάδα: Λίλη Λαμπρέλλη, ο Στέλιος ο Πελασγός, η Στέλλα η Κασιμάτη, η Ανθή η Θάνου, η Μάνια η Μαράτου. Λέω αυτούς, υπάρχουν κι άλλοι, απλά λέω εγώ, ας πούμε, και μετά και με αφηγητές από το εξωτερικό, με δασκάλους αφήγησης στο εξωτερικό, και εκεί έκανα κάποια σεμινάρια. Γιατί μ’ αρέσει να δω τις διαφορετικές προσεγγίσεις της αφήγησης. Και έβλεπες και αρκετές ομοιότητες με το κομμάτι του κλόουν ως προς το ότι ο αφηγητής εκείνη τη στιγμή την ιστορία πρέπει να την πει με την καρδιά του. Δηλαδή, πρέπει να την πει με την αλήθεια του. Και να προσπαθήσει ουσιαστικά να μην ικανοποιήσει τον εγωισμό του ή να μην προβάλλει αυτό που αυτός είναι, αλλά να αφήσει την ιστορία από μόνη της να αποκτήσει διάσταση, να γίνει μια οντότητα στο χώρο η οποία θα πάει και θα κάτσει δίπλα σε όλους αυτούς που την ακούνε και αυτή θα συνομιλήσει μαζί τους, όχι ο αφηγητής. Και αυτό είναι κάτι που έχει αυτή την ομοιότητα και αυτή την ειλικρίνεια την έχει και ο κλόουν, γιατί όπως σου είπα δεν υποδύεσαι κάτι, είσαι. Αυτό που όταν είσαι σε οποιαδήποτε κατάσταση, όταν πραγματικά είσαι εκείνη τη στιγμή αυτό που είσαι, όποιος κι αν είσαι και ό,τι κι αν είσαι, έχει κάτι να πει στους άλλους. Γιατί είναι αληθινό. Και οτιδήποτε αληθινό μιλάει στον άλλον direct. Η σχέση με τον άλλον είναι ευθεία. Και απορώ γιατί στη ζωή γενικά το φοβόμαστε. Φοβόμαστε την ειλικρίνεια, φοβόμαστε να είμαστε αυτό που είμαστε, και επηρεαζόμαστε τόσο πολύ απ' την άποψη των άλλων. Και μονίμως μπαίνουμε σε μια διαδικασία σύγκρισης του εαυτού μας με τους άλλους. Ενώ το άλλο είναι και πιο υγιές και είναι και πιο natural. Είναι natural το να σου λέω: «Αυτό είμαι, αυτό μου συμβαίνει τώρα». Γιατί να σου πω κάτι το οποίο εσύ θα θες να ακούσεις για να νιώσεις εσύ ωραία ή για να νιώσω εγώ ωραία, ή για να ικανοποιηθεί τελικά ποιος; Ο εγωισμός μας; Δεν ξέρω. Αυτά. Ναι.
Η μετάβαση από το ένα στο άλλο, κάθε αναζήτηση, τα ταξίδια, στον κλόουν και ύστερα –τώρα τα λέω χοντρικά– στις αφηγήσεις, πώς, έτσι, τώρα αντηχεί αυτή η ιστορία σε εσένα;
Εμένα αυτό που... Βασικά, δεν τις βλέπω σαν μεταβάσεις τόσο, όσο τις βλέπω σαν φυσική εξέλιξη των πραγμάτων. Για να μην χρησιμοποιήσω τη λέξη πράγματα, τα βλέπω ως φυσική εξέλιξη. Και τι εννοώ, ότι γενικά ένα πράγμα το οποίο μου άρεσε ανέκαθεν να κάνω με μένα και το οποίο ακόμα μ’ αρέσει, για αυτό και βρέθηκα ξαφνικά να ασχολούμαι με μεσιτικά, είναι το να πειραματίζομαι και να δοκιμάζομαι σε διαφορετικές καταστάσεις. Και είτε έχουν να κάνουν με χώρους, με τόπους, με ανθρώπους, με δράσεις, με γνώσεις, με το οτιδήποτε. Οπότε, δεν μπορώ να σου πω, κάποτε έλεγα: «Γιατί σπούδασα Φυσικός, αφού ποτέ δεν ασχολήθηκα;». Αν και ασχολήθηκα στην αρχή, έκανα φροντιστήρια, ας πούμε. Μετά κατάλαβα ότι: «Τι ωραία», λέω, «γιατί αυτό με έκανε να βλέπω τα πράγματα πιο σφαιρικά». Δηλαδή, ήρθα να κάνω βουδισμό μετά για να συνειδητοποιήσω την κβαντική φυσική, ότι ο Βούδας ουσιαστικά βίωσε την κβαντική φυσική, ότι δεν υπάρχει ύλη. Ότι: «Όλα είναι κύματα και bubbles» έλεγε ο Βούδας. Και στην κβαντική φυσική έρχεσαι να μιλήσουμε σε αυτό, ότι μιλάμε για αισθητήρες και δεν μιλάμε για ύλη, μιλάμε για δονήσεις και κύματα. Έρχεται μετά, λοιπόν, μετά από τον διαλογισμό, να το πω έτσι, και το βουδισμό εκεί που φαίνεται μετά το άσχετο που πάμε στον κλόουν, ουσιαστικά αντιλαμβάνεσαι τελικά ότι κάνοντας κλόουν, είτε κάνοντας εκπαίδευση ή παίζοντας παράσταση, είναι σαν να κάνεις ένα είδος active meditation, δραστικού διαλογισμού. Στον οποίο χρησιμοποιούνται με διαφορετικό λόγο –για διαφορετικό, όχι για διαφορετικό–, με διαφορετικό τρόπο τα συναισθήματα και το σώμα για να εκφράσουν εκείνη τη στιγμή μία αλήθεια στην οποία συμμετέχεις. Δηλαδή, στην οποία δεν είσαι παρατηρητής, γιατί ένα είδος διαλογισμού έχει να κάνει με την παρατήρηση, ένα άλλο έχει να κάνει με τον visualization, με τον οραματισμό, και ένα άλλο έχει να κάνει με τη δράση πάνω σε αυτό. Οπότε, έρχεται ο κλόουν στο να σου πει ότι: «Ξέρεις κάτι; Αυτό είναι like active meditation που κάνεις τώρα». Και τώρα το storytelling ταυτόχρονα, ας πούμε, που είναι μία άλλη μορφή τέχνης, να το πω έτσι, έρχεται... Γιατί τώρα μιλήσαμε για τον κλόουν κεντρικά, αλλά παράλληλα με τον κλόουν έπαιζα παραστάσεις επίσης θεατρικές, έπαιζα σε παραστάσεις χορευτικές, όχι σαν κλόουν, σαν περφόρμερ. Έπαιζα στο δρόμο, δίδασκα σε τσίρκο στη Γερμανία, έπαιζα σε μεγάλες παραγωγές σαν εμψυχωτής, ήμουνα παρουσιαστής, δηλαδή, ο κλόουν ήταν το κεντρικό που μου έδωσε πράγματα, αλλά μετά η εκπαίδευση που έκανα είχε να κάνει και με το θέατρο και γενικά με το κομμάτι του performance, και ήρθε και το κομμάτι του storytelling, να το πω έτσι, αλλά παρότι τώρα στη συνέντευξη σου έχω κάνει focus στον κλόουν, έχω παίξει σε διαφορετικών ειδών παραστάσεων και έχω ασχοληθεί είναι πολύ διαφορετικά κομμάτια της τέχνης. Σίγουρα με επίκεντρο τον κλόουν, αλλά κάθε φορά διαφοροποιημένες. Δηλαδή, δεν ήταν ότι κάθε φορά έπαιζα παράσταση κλόουν. Έχω παίξει πολλών ειδών παραστάσεις. Οπότε, όλο αυτό το κομμάτι όμως της τέχνης για μένα ήταν και η θεραπεία. Ήταν μία θεραπεία η οποία ουσιαστικά με βοήθησε να αποδεχτώ το ότι δεν είμαι μόνο φως, είμαι και σκοτάδι, και ότι είναι άτοπο –άτοπο δεν είναι, γιατί παίρνει τόπο– ότι δεν έχει καμία αξία και νόημα το να προσπαθώ να είμαι μόνο φως. Υπάρχει νύχτα, γιατί υπάρχει μέρα. Αλλιώς θα υπήρχε μόνο μέρα, δε θα ασχολιόμασταν με τη νύχτα. Και να μπορώ, έτσι, στην καθημερινότητά μου να είμαι πιο... Να μπορώ να τις δω, ας το πω έτσι, όσο μπορώ πιο παρόν. Αυτό που με βοήθησε η τέχνη είναι ότι με έβγαλε από τον εγκέφαλό μου, και μπόρεσε να με βάλει πιο πολύ στο συναίσθημα και στο... άδειασμα που χρειάζεται να έχεις για να μπορείς να ζεις το τώρα. Γιατί όταν το κεφάλι είναι πολύ γεμάτο, στο τώρα ζει πάλι, γιατί σκέφτεται, αλλά δε[01:20:00]ν μπορεί να το... για κάποιο λόγο να το απολαμβάνει. Και η απόλαυση δεν μιλάω ότι είναι ευχάριστη, μπορεί να είναι δυσάρεστη η απόλαυση. Αλλά να απολαμβάνει αυτό που συμβαίνει σαν κατάσταση.
Αυτό πώς το πετυχαίνεις;
Το πετυχαίνω. Δεν μπορώ να σου πω ότι υπάρχει συνταγή σε αυτό. Αυτό έχει να κάνει ότι εκείνη τη στιγμή κάνεις ένα switch, λες: «Ωπ». Πώς το πετυχαίνεις. Σίγουρα, γι’ αυτό σου λέω ότι όλα τα έβλεπα σαν μετάβαση από το ένα στο άλλο. Δηλαδή, όταν έκανα διαλογισμό, η αλήθεια είναι όταν μπήκα στο κομμάτι του διαλογισμού, στα κομμάτια του διαλογισμού που καθόσουνα στο active meditation, ξαφνικά ξεκινάω να κάνω και βρέθηκα μετά να είμαι από κέντρο σε κέντρο και να αναζητώ τις δέκα μέρες σιωπής τις οποίες θα κάνω, ξέρω ’γω, βιπάσανα. Δηλαδή, σε ό,τι μπαίνω στη ζωή μου μπαίνω πάρα πολύ έντονα. Δηλαδή, δεν μπορώ να μπω σε κάτι στο περίπου. Ή μπαίνω ή δεν μπαίνω. Το οποίο έχει πάρα πολλά, ας το πω έτσι... σου δίνει πάρα πολλά σου παίρνει πάρα πολλά επίσης. Όταν ξεκίνησα, λοιπόν, διαλογισμό, έφαγα τέτοιο κόλλημα με το διαλογισμό, που τι να σου πω τώρα ας πούμε. Και αυτός ο ειδικά διαλογισμός, επειδή ήταν αρκετά έντονος για μένα, ήτανε how to observe what’s happening, πώς γίνεσαι παρατηρητής σε όλο αυτό που συμβαίνει στον εγκέφαλό σου, στο συναίσθημά σου και στο βιολογικό σου σώμα. Οπότε, αυτό σε βοηθούσε με την... επικεντρωνόμενος στην αναπνοή σου πολλές φορές, να επανέρχεσαι στο παρόν. Δηλαδή, ένα από ’κει ένα ένα κολπάκι –που δεν κολπάκι, είναι ολόκληρη τεχνική–, με έχει βοηθήσει είναι ότι τη στιγμή που θέλω να ’μαι πιο παρόν για λίγο να ασχολούμαι με την αναπνοή μου, πώς μπαίνει ο αέρας μέσα στη μύτη μου. Δηλαδή, να κοιτάω εδώ και τώρα να επικεντρώνω, το focus μου να είναι εδώ, για να μπορεί να μου βγάλει από όλα αυτά τα οποία συμβαίνουν εκείνη τη στιγμή στον εγκέφαλό μου. Είναι σαν να κάνω τρικ στον εγκέφαλο μου, να το πω έτσι. Αλλά δεν μπορώ να σου πω ότι υπάρχει συνταγή.
Ο κλόουν σου τι θα έλεγε, έτσι, τώρα;
Ο κλόουν μου; Ξέρεις κάτι, είναι... τι θα ’λεγε τώρα; Τι εννοείς; Τώρα, εδώ που καθόμαστε;
Τώρα εννοώ για τα μέχρι τώρα σου.
Ενδιαφέρον ερώτηση. Τι θα ’λεγε ο κλόουν μου... Έπρεπε να έχω τη μάσκα εδώ τώρα για να μιλήσει αυτός. Αυτό που μπορώ να πω όμως για το εγώ, για τον κλόουν μου, είναι ότι δεν θα ξεχάσω –το οποίο μάλιστα ήταν πολύ έντονο τότε και ήταν–, γιατί αρχικά ξεκίνησα σαν performer, σαν μαθητής, σαν performer, μετά έγινα δάσκαλος, να το πω έτσι. Ένας από τους πρώτους-πρώτους χαρακτήρες που είχα ανακαλύψει, είχε δημιουργηθεί μάλλον από ποιότητες που κουβάλαγα, από αυτές που σου λέω, τις ποιότητες με τις οποίες πολλές φορές δεν έχουμε επικοινωνία. Ήταν ένας χαρακτήρας φασίστας, εθνικιστής, απολυταρχικός. Εγώ είχα σοκαριστεί. Έλεγα: «Αυτό δεν είμαι». Όταν σου λέω είχα σοκαριστεί, πραγματικά. Για μένα αυτός ο χαρακτήρας ήταν σοκ. Όταν καταλήξαμε εκεί μέσα από την εκπαίδευση, ας πούμε, που θα έπρεπε να φτιάξουμε χαρακτήρα, ποιότητες οι οποίες είχαν αναδυθεί και όπως σου είπα, είναι ποιότητες τις οποίες είτε δεν θες να αποδεχτείς ή δεν ξέρεις ότι κουβαλάς. Είχα σοκαριστεί. Και σε δεύτερο χρόνο, γιατί αφού ήμουνα σε αυτό το κομμάτι εκπαίδευσης και όπως σου είπα, όταν βουτάω σε κάτι, βουτάω, δεν κάθομαι να το κρίνω, γιατί όσο στην αρχή προσπαθούσα να το καταλάβω, εκεί τρελαινόμουν και δεν μπορούσα να μπω μέσα του. Εκεί τώρα, λοιπόν, χτίζω τελικά ένα χαρακτήρα όντως με δικά μου στοιχεία, φασίστα, απολυταρχικό, εθνικιστή, και ανεβαίνω, με πιάνει ένα ρίγος, και τη στιγμή που βάζω τη μάσκα, γιατί η μάσκα έχει αυτή τη μαγεία, σου κάνει όντως transformation, πιάνει ένα ρίγος τον Παναγιώτη, όχι το Yiani. Γιατί τον πρώτο μου χαρακτήρα του λέγανε Yiani. Ο Yiani, λοιπόν, με το που... μάλλον ο Yiani με το που εμφανίζεται και ανεβαίνει πάνω στη σκηνή μ’ αυτό τώρα, βρίσκει μία απίστευτη ευχαρίστηση, και υπάρχει από κάτω ένα κοινό το οποίο έχει λιώσει, έχει πέσει κάτω από τα γέλια, κάποιοι γελάνε και κλαίνε μαζί, και είναι ο παρατηρητής Παναγιώτης που κάποιες φορές δεν τον αφήνει τον κλόουν του να βγει, ο οποίος λέει: «Τι γίνεται τώρα; Πώς γίνεται αυτό;». Αυτή η μαγεία που έχει ο κλόουν είναι ότι δεν σου δίνει περιθώρια να τον καταλάβεις. Τη στιγμή που πας να το καταλάβεις, ουσιαστικά τον καλύπτεις. Σταματάει αυτός να υπάρχει. Και ήτανε πραγματικά σοκαριστικό τότε το ότι βρέθηκα τώρα... και το φοβερό ήταν τώρα, είμαι στη Μαδρίτη, είμαστε στη σχολή κλόουν, που είναι και σχολή σωματικού μαζί, και βγαίνει αυτός ο χαρακτήρας και τραγουδάει Θεοδωράκη –ο φασίστας τώρα σου λέω, που είναι και ένα κουστούμι στο ψιλοναζιστικό, έτσι με καπέλο και τέτοια– ο φασίστας, ο εθνικιστής, ο –πώς τον λένε;– ο ρατσιστής, ο απολυταρχικός και τραγουδάει Θεοδωράκη, έτσι; Εν τω μεταξύ, Θεοδωράκη γιατί όλο αυτό βγήκε... το τραγούδι βγήκε σαν παρόρμηση σε ώρα αυτοσχεδιασμού, δεν ήταν κάτι στημένο να το πω έτσι. Αλλά ήταν φοβερό τώρα, μετά όταν το κοίταγα στο βίντεο, ήταν φοβερό τώρα, είναι σαν ο Παπαδόπουλος να τραγούδαγε Θεοδωράκη και όλοι από κάτω, ας πούμε, να είχανε πέσει ξεροί κάτω από τα γέλια. Να μου πεις τώρα το σκέφτεσαι κωμικό είναι, γιατί τον Παπαδόπουλο τον τραγούδαγε, ξέρω ’γω, απελευθερωτικά τραγούδια ή αριστερά τραγούδια, αλλά, ναι. Έχει να κάνει ότι συνήθως τα κομμάτια μας τα οποία είναι σκοτεινά ή δεν είναι... ή δεν ξέρουμε ότι κουβαλάμε, είναι τέτοια κομμάτια. Είναι κομμάτια στα οποία στο σύνολο, σε αυτούς που συναντάμε, τα βλέπουμε σε ανθρώπους που δεν θα κάναμε ποτέ παρέα. Αυτοί οι άνθρωποι που δεν θα κάναμε ποτέ παρέα, έχουνε κυρίαρχα κομμάτια τα οποία τα συναντάμε εμείς στον κλόουν μας, αν κάνουμε αυτή τη δουλειά του κλόουν. Και το βασικό σε αυτή τη δουλειά είναι ότι δεν είναι ότι τα συναντάς, είναι πώς τελικά με αυτά δημιουργείς. Και αποκτάς άλλη σχέση, και δημιουργείς, και βλέπεις ότι αυτά, ναι, υπάρχει, γιατί έχουμε συνδυάσει το φασιστικό, το ρατσιστικό, το απολυταρχικό με ένα τρόπο. Ναι, αλλά αυτό αν το χρησιμοποιήσεις, μέσα από την τέχνη, μπορεί να σου δημιουργήσει είτε νέα μορφή τέχνης είτε στην προκειμένη να δημιουργήσεις ένα κοινό, να ακουμπήσεις κομμάτια του, ας το πω έτσι, τα οποία ποτέ δεν φαντάστηκαν ότι θα ακουμπήσει. Είτε μπορεί να δημιουργήσει καινούργια συναισθήματα, που εσύ δε φαντάστηκες. Γιατί εσένα στο μυαλό σου είναι ότι αυτό είναι τζιζ, αυτό είναι κακό. Αυτό είναι μη αποδεκτό. Εσύ μακριά από αυτό. Έτσι είναι. Οπότε, δεν μπορώ να σου απαντήσω τι ο κλόουν μου θα έλεγε σήμερα, απλά ξέρω ότι οι κλόουν μας είναι κάτι το οποίο δεν μπορεί ο εγκέφαλός μας να μπει στον εγκέφαλό τους, παρότι είμαστε εμείς. Έτσι; Οπότε, σκέψου το ακόμα και σε αυτό το δίπολο. Ότι εγώ έχω εγκέφαλο, αυτόν, έτσι; Αν ο κλόουν μου είχε τον ίδιο εγκέφαλο, πάει να πει ότι θα ήμουν εγώ, δεν θα ήταν ο κλόουν μου.
Τι δε θα έλεγε;
Τι δεν θα έλεγε, ε; Τι δεν θα έλεγε. Εδώ δεν ξέρουμε τι θα ’λεγε, τι δεν θα ’λεγε λες;
Τι θα απέφευγε να πει, δηλαδή;
Τι θα θα απέφευγε να πει; Σου λέω, άμα ήξερα τι θα απέφευγε να πει, θα τον είχα καταλάβει. Άμα τον είχα καταλάβει, θα σταμάταγε να είναι ο κλόουν μου, θα ήταν ένας ρόλος που θα ’παιζα. Και εκεί είναι το ανατριχιαστικό στη δουλειά του κλόουν. Και συνέβαινε, ας πούμε, και στους μαθητές μας και σε εμάς όταν παίζαμε. Το ανατριχιαστικό είναι ότι ανεβαίνεις πάνω να παίξεις μία παράσταση και με το που τελειώνει αυτή η παράσταση υπάρχουν πολλές στιγμές που έχεις κενό μνήμης, ενώ μπορεί να έχεις βγει και να έχεις λιώσει. Δηλαδή, γιατί έχει πολλή σωματική έκφραση όλο αυτό μέσα, γιατί ουσιαστικά έχεις κάνει εκείνη τη στιγμή τη μετάβαση σε ένα άλλο state, another state of mind and another state of existence also. Οπότε, ο δικός σου εγκέφαλος μέχρι να μπορέσει αυτό το πράγμα να το επεξεργαστεί και να του κάνει digest, το να το χωνέψει, χρειάζεται χρόνο, και μπορεί να χρειαστεί πάρα πολύ χρόνο. Και είναι και κάτι που μας το ’λεγαν και στο μεταπτυχιακό που δουλεύαμε, ας πούμε, με βιωματικά κομμάτια πολλά, μας λέγαν ότι: «Αυτό που βιώνετε τώρα, μην προσπαθείτε να το εξηγήσετε, γιατί μπορεί ο εγκέφαλος να μην είναι και έτοιμος αυτή τη στιγμή να το εξηγήσει. Μπορεί να χρειαστεί ένας χρόνος, δύο, δέκα, μπορεί μία ζωή». Και όταν το ακούγαμε, δεν σου κρύβω εγώ προσωπικά, ας πούμε, γιατί είμαι –ήμουνα μάλλον, τώρα δεν ξέρω κατά πόσο είμαι–, αιρετικός, έλεγα: «Τώρα τι μου λέει; Τώρα μας κοροϊδεύει; Μπορεί να χρειάζεται να καταλάβει ο εγκέφαλος αυτό το οποίο το βίωσε το σώμα ένα χρόνο, δύο, δέκα χρόνια, μπορεί και μία ζωή;». Ε, τώρα πλέον μετά από, αφού έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε, λέω ότι είχε δίκιο. Γιατί; Γιατί απ’ όλη αυτή την εκπαίδευση, όντως έρχεται να περάσει αρκετό διάστημα για να αποκτήσεις, να συνειδητοποιήσεις και να αποκτήσεις επίγνωση κάποιων πραγμάτων. Δεν είναι κάτι που έρχεται εκείνη τη στιγμή. Εκείνη τη στιγμή μόνο το κρίνεις αρχικά. Και σε δεύτερο χρόνο, αποφασίζεις να το αποδεχτείς, και έρχεται από μόνο του κάποια στιγμή να μπορέσει να συμφιλιωθεί με τον εγκέφαλο και ο εγκέφαλος να εξηγήσει τι ήταν ενδεχομένως αυτό που έζησες. Γιατί όντως έχουν συμβ[01:30:00]εί, τότε συνέβαιναν τόσο έντονα πράγματα –ειδικά στο μεταπτυχιακό που κάναμε στη LISPA, που ήταν ανερμήνευτα. Μας λέγανε: «Μην προσπαθείτε να ερμηνεύσετε, γιατί ήδη είναι πολύ μεγάλο αυτό που σας συμβαίνει, οπότε θα το περιορίσετε». Ναι, και μπορώ να σου πω ότι μετά από χρόνια ακόμα, ακόμα και τώρα, έρχονται στιγμές να σκάνε πράγματα τα οποία έχουν να κάνουν με τη δουλειά εκείνη εκεί τότε. Και με την τότε αρχικά μη εμπιστοσύνη, αλλά μετά καταλάβαμε όντως εκεί μέσα ότι αν δεν εμπιστευόμασταν, δεν θα γινόντουσαν σε πρώτο χρόνο αυτά τα πράγματα. Δεν μπορεί να μπει σε μία δουλειά βιωματική, στην οποία σκάβεις μέσα σου, χωρίς εμπιστοσύνη. Αν έχεις doubt, καλύτερα να μην μπεις και να περιμένεις: «Πότε θα νιώσω το περιβάλλον ότι είναι ΟΚ για να μπω. Πότε είμαι έτοιμος». Γιατί αν μπεις με doubt, με αμφιβολία, δεν θα ζήσεις ποτέ το ταξίδι. Θα είσαι μονίμως σε μία διαδικασία κρίσης και επικριτικής, και σ' το λέω εγώ που σου ’πα απ’ την αρχή ότι σαν φυσικός είχα επιχειρηματολογία, είχα, είχα, είχα, τα έβλεπα όλα τετράγωνα και μπορεί να συζητάγαμε για ώρες. Και τώρα για ώρες συζητάμε, αλλά ελπίζω χωρίς πολλά κουτάκια.
Θυμάσαι πράγματα που είχε καταλάβει το σώμα σου και όχι ο εγκέφαλός σου στα ταξίδια σου;
Πράγματα που είχε καταλάβει το σώμα μου και όχι ο εγκέφαλός μου, ε;
Είπα να μη σε ρωτήσω αν υπήρχε κάποια μετάβαση, έτσι, συγκεκριμένη, κάποιο κλειδί, δηλαδή, θέλω να πω, ένα σκηνικό ή μία σκέψη βαρύνουσας σημασίας, που μετά να ήρθε και να επικυρώθηκε με τις ασχολίες με τις τέχνες. Είπα να σε ρωτήσω πιο... μπορείς να απαντήσεις και σε οποιαδήποτε σε βολεύει.
Θες να μου ξανακάνεις την ερώτηση, τη δεύτερη ερώτηση για να την κατανοήσω καλύτερα. Όπως κατάλαβες, δεν την κατανόησα.
Η δεύτερη ήτανε αν υπήρχε κάποια σημείο κλειδί, που εκ των υστέρων τώρα που το βλέπεις, θα λες ότι: «Αυτό έπαιξε ρόλο» για την ενασχόλησή σου με τις τέχνες μετά.
Αν υπήρξε σημείο κλειδί.
Σημεία.
Κοίτα να δεις τώρα, σημείο κλειδί. Τώρα πάμε το backward journey, ας το πω έτσι. Λοιπόν, όταν ήμουνα στο Πανεπιστήμιο... Mάλλον όταν ήμουνα στο Δημοτικό, έπαιζα σε όλα τα σκετσάκια του Δημοτικού. Είτε ήτανε 25η, είτε ήταν 28η, είτε ήτανε για το καρναβάλι ή για πριν κλείσουμε, ξέρω ’γω, το καλοκαίρι και αυτά, γιατί αναλόγως την περίοδο βγάζανε –αναλόγως τη χρονιά με ποια δασκάλα είχαμε– θα ’βγαζε διαφορετικά σκετσάκια. Οπότε, από τότε σε ό,τι θεατρικό είχε στο δημοτικό σχολείο, ό,τι θεατρικό είχε, είχα πάρει μέρος. Μετά στο Γυμνάσιο δεν ασχολήθηκα με τα θεατρικά, να το πω έτσι, ιδιαίτερα Γυμνάσιο-Λύκειο. Εφηβεία, διαφορετικά πράγματα. Περνάω στο Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο επειδή ασχολήθηκα με τα συνδικαλιστικά, ασχολούμαι και με το τμήμα το... αναλαμβάνω, τέλος πάντων, και το τμήμα των πολιτιστικών. Οπότε, ήμουν αυτός που για το συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων, ας πούμε, οργάνωνα να κάνουμε θεατρικές παραστάσεις, να γίνουνε συναυλίες, να γίνουμε event, σαν manager πολιτισμού, να το πω έτσι. Φεύγω από κει μετά, φεύγω στο εξωτερικό και τώρα στην Ιρλανδία έχω μία φίλη, ας πούμε, μία Ιταλίδα, που ήμαστε μαζί στο project τότε και μου λέει: «Έχει ένα φεστιβάλ αφήγησης έξω από το Galway, σε ένα νησάκι». «Ωραία» της λέω «πάμε!». Δεν ήξερα καν εγώ την αφήγηση, έτσι; Storytelling Festival. «Πάμε», λέω, «για την παρέα πηγαίνω». Πάμε εκεί, κλασικό, δεν έχουμε λεφτά έχουμε για τα εισιτήρια να ψιλοφάμε πού θα μείνουμε, έχουμε μία σκηνή μαζί, πάμε βρίσκουμε ένα χωράφι, στήνουμε τη σκηνή πίσω από κάτι σχίνα, κάτι θάμνους, και έχει κάτι μοσχάρια μέσα. Πάμε στο φεστιβάλ, φανταστικά εντάξει, εγώ δεν καταλάβαινα και πολύ καλά αγγλικά τότε, δεν μίλαγα πολύ καλά Αγγλικά ακόμα, και ήταν όλο το φεστιβάλ στα αγγλικά, αλλά ήταν φοβερή η αίσθηση. Και το σκέφτηκα μετά από χρόνια, σου λέω, πάμε backward, γιατί τότε ήταν η πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με το storytelling, ουσιαστικά. Ουσιαστικά. Ουσιαστικά δεν είναι τότε, αλλά τότε είναι remarkable moment. Και φεύγουμε από ’κει, φεύγουμε από το... Καλά, το επόμενο πρωί ξυπνήσαμε γιατί ήρθε η αγελάδα και μούγκριζε μπροστά στην είσοδο της σκηνής, ήταν σουρεάλ. Λοιπόν, με τη Σάρα. Τέλος πάντων. Οπότε, εκεί τώρα ήταν φοβερά ότι βρέθηκα σε ένα φεστιβάλ που τώρα πλέον, αργότερα σαν storyteller έμαθα ότι όντως είναι γνωστό και έχει ενδιαφέρον, γιατί η κέλτικη κουλτούρα εντωμεταξύ είναι πολύ έντονη στις αφηγήσεις και στο storytelling, και οι Ιρλανδοί, ας πούμε, γενικότερα. Αλλά αν κοιτάξω να δω ποιος είναι ο πρώτος storyteller που συνάντησα, είναι η γιαγιά μου και ο παππούς μου, όπως είναι σε όλους γιατί αυτοί τους λένε ιστορίες και είναι οι πρώτοι αφηγητές, να το πω έτσι, παραμυθάδες που συναντάν τα παιδιά σε αυτή τη ζωή, αν όντως έχουν παππούδες ή γιαγιάδες, που τους λένε ιστορίες. Εγώ είχα τέτοιους. Οι οποίοι κυρίως μου λέγαν, βέβαια, βιωματικές ιστορίες και κάποια παραμύθια αλλά πολλές βιωματικές ιστορίες. Μετά, λοιπόν, όταν φεύγω, όταν πεθαίνει ο πατέρας μου, δεν σκέφτομαι εγώ αν τέτοιο αν... Δεν πέρασε απ’ το μυαλό μου η τέχνη καθόλου, με το που πέθανε ο πατέρας μου. Με το που πέθανε ο πατέρας μου, σκέφτηκα πώς θα γίνω επιχειρηματίας. Και πώς θα βγάλω λεφτά να ζήσουμε και πώς θα πορευτούμε από ’δω και πέρα. Και αφού περνάνε κάποια χρόνια και πραγματικά ασχολούμαι τουλάχιστον με πέντε πράγματα ταυτόχρονα και τρέχω σαν τρελός, να το πω έτσι, μπαίνω στο στρατό, και στο στρατό επειδή κάνουν ένα pause όλα αυτά, και με περιμένουνε φυσικά να γυρίσω. Επειδή είχα και μια τέτοια, μια λόξα, που εν μέρει την έχω ακόμα ότι: «Ποτέ με χρησιμοποιείς βύσμα, μη χρησιμοποιείς μέσον, πέτυχέ το μόνος σου». Έχω πάει στο στρατό τώρα και έχω κάνει φαντάρος στη Λήμνο, να πούμε, σε μία μονάδα που νόμιζα ότι οι Τούρκοι θα μπούνε το πρωί μέσα να μας σκοτώσουνε. Εκεί όμως ταυτόχρονα μου ’δωσε την ευκαιρία με κάποιους ανθρώπους να αλλάξω τον τρόπο σκέψης μου και να πω ότι θα φύγω στο εξωτερικό. Οπότε, ακόμα η τέχνη δεν υπάρχει πουθενά. Υπήρχε παλιά, όταν ήμουνα στο Δημοτικό, υπήρχε μετά με το, να το πω έτσι, αργότερα όταν ασχολήθηκα σαν οργανωτής στο Πανεπιστήμιο, και τώρα μετά δεν υπάρχει μέχρι που φεύγω στο εξωτερικό και έρχομαι σε επαφή μετά με το storytelling, αλλά δεν σκέφτομαι ακόμα «Τέχνη», σκέφτομαι το ταξίδι. Και το ταξίδι, η ανάγκη για να ταξιδέψω τον κόσμο είναι αυτή που μ’ οδηγεί στο να βρω τον τρόπο με τον οποίο θα μπορώ να ταξιδεύω και να μη χρειάζεται κάθε φορά να ψάχνω για δουλειά. Και λέω οι street performer, γιατί αυτοί βγάζουν ένα καπέλο και όπου γη και πατρίς. Οπότε, μετά από ’κείνο ’κει γίνεται μετά ένας... ανοίγει μία άλλη σπείρα που έχει να κάνει με ολόκληρη εκπαίδευση πάνω στα θεατρικά, και κυρίως σωματικό θέατρο, και στις τέχνες του τσίρκου, στο storytelling, στο χορό και σε άλλα πράγματα. Οπότε, αυτά τα πράγματα τα βλέπω ότι το ένα έρχεται για να μπουν σαν κομμάτια παζλ, να το πω έτσι, κάπου. Ναι, ακόμα και αυτό που κάνω τώρα δηλαδή, γιατί ένα project που οργανώνω εδώ τα τελευταία δύο χρόνια είναι το «Who am Ι? Ποιος είμαι;», το οποίο θέλω να το κάνω ταινία, θα δω τώρα αν θα βρω τη χρηματοδότηση για την ταινία. Έχει να κάνει το πώς πειραματίζομαι σε διαφορετικές καταστάσεις. Και ήδη όλη μου η ζωή είναι ένας πειραματισμός. Γι’ αυτό και τώρα ένα... το ότι μπήκα στο μεσιτικά είναι κομμάτι του Who am Ι, προσπαθώ να δω εγώ πώς είμαι μέσα σε κάτι το οποίο είναι τελείως διαφορετικό από ό,τι έχω ζήσει μέχρι τώρα. Και η κυρίως διαφορά του είναι ότι επειδή μιλάμε για χρήματα και για ακίνητα, οι άνθρωποι τη στιγμή που διαχειρίζονται αυτά τα μεγέθη χρημάτων –και όταν λέω μεγέθη, μιλάω πάνω από 30-40 χιλιάδες, ας πούμε, ακόμα και στις 30-40 δεν είναι ότι έχει διαφορά εκεί– γίνονται κανίβαλοι. Εγώ αυτό που έχω συναντήσει τώρα και στην αρχή μου ήταν δύσκολο να διαχειριστώ, γιατί σαν και καλά καλλιτέχνης, άνθρωπος της τέχνης, συναναστράφηκα για πάρα πολλά χρόνια με, ας το πω έτσι, πιο ελεύθερα πνεύματα όσον αφορά την ύλη και τα χρήματα και αυτά. Τώρα, λοιπόν, όταν βλέπω ότι για μία αγοραπωλησία ο άλλος μέχρι να γίνει το συμβόλαιο είναι μία χαρά και συνεργάσιμος και όλα μαζί και: «Μπράβο, Παναγιώτη μου» και μία χαρά. Και την ώρα του συμβολαίου βλέπεις ότι και οι δύο πλευρές, και εσύ εκείνη την ώρα λειτουργείς σαν αυτόν που ουσιαστικά θα εξομαλύνει την κατάσταση, μπορεί για τον οποιοδήποτε λόγο να ανάψουνε και να βγει το κανιβαλιστικό τους, έτσι; Και να πεις τώρα: «Αυτοί είμαστε οι άνθρωποι; Ε; Για τα λεφτά, δηλαδή, θα τον φάμε τον άλλονε;». Είναι και αυτό το οποίο ουσιαστικά μαθαίνω πώς αυτό το πράγμα γίνεται όχι διαχειρίσιμο μόνο, ενδεχομένως πώς θα βρω και έναν άλλο τρόπο αυτοί οι άνθρωποι να μην μπαίνουν ποτέ σε αυτή τη διαδικασία. Οπότε, είναι και ένα πείραμα και με μένα. Όχι σαν προσφορά στους ανθρώπους, αλλά και με μένα γιατί σίγουρα όλοι έχουμε μέσα αυτό το κομμάτι, εγώ για κάποιο λόγο δεν το είχα γιατί αρκετά χρόνια δεν δούλευα ποτέ για να έχω λεφτά στην τράπεζα, πάντα δούλευα για να έχω λεφτά να πάω στην επόμενη εκπαίδευση ή να κάνω το επόμενο ταξίδι, ποτέ δεν είχα ασφάλεια. Οπότε, μονίμως ήτανε ό,τι βγάζω είναι γιατί υπάρχει ο λόγος του. Δεν έχω βγάλει κάτι για ασφάλεια, ή για την κακιά τη στιγμή, ή για να έχω παραπάνω α[01:40:00]πό αυτό που χρειάζομαι. Τώρα, λοιπόν, έχω μπει σε κάτι το οποίο λειτουργεί με τελείως διαφορετικό τρόπο, και η επικοινωνία μας, που για μένα είναι πείραμα, είναι ενδιαφέρον να το βλέπω. Να βλέπω πώς οι άνθρωποι λειτουργούν κάτω από συνθήκες στις οποίες μπαίνει έντονα το χρήμα, πώς χάνεται η ειλικρίνεια, πώς χάνεται η ανθρωπιά, βασικά. Γιατί δεν είναι ότι θα χάσει κάποιος τα λεφτά του. Είναι τώρα θα τσακωθούνε για τα 2-3 χιλιάρικα, 5, πώς θα κοιτάξει να ρίξει ο ένας τον άλλον ή να ρίξουν εσένα, γιατί και καλά είσαι μεσίτης, και είσαι λαμόγιο απαραίτητα, και αυτό που κάνεις δεν κουράστηκες κιόλας, ότι απλά μας έφερε σε επαφή. Δηλαδή, έχεις να αντιμετωπίσει ένα άλλο τέτοιο, το οποίο πλάκα-πλάκα πριν μπω σ’ αυτό και ’γω αυτή την εντύπωση είχα, τώρα που μπήκα είδα ότι από από πίσω ένας άνθρωπος για να διαχειριστεί μία τέτοια κατάστημα ή να διαφημίσει ένα ακίνητο ή να βρει ένα ακίνητο, έχει πάρα πολλή δουλειά, που ο άλλος απλά νομίζει ότι είναι αυτές οι επισκέψεις που πας και κάνεις. Ότι πας και του δείχνεις ένα σπίτι ή πας και παίρνεις ένα σπίτι. Ε, δεν είναι μόνο αυτό. Και δεν έχει να κάνει ότι απαραίτητα κάνει, είναι πολύ σημαντική δουλειά του, άλλα όπως όλες οι δουλειές έχουνε τα δικά τους πράγματα. Οπότε, για μένα και αυτό είναι καινούργια σπουδή, γιατί έρχομαι σε επαφή με πολύ κόσμο και βλέπω συμπεριφορές σε κάτι το οποίο είναι πιο υλιστικό. Η τέχνη θα την έλεγα πιο πνευματική. Όταν μιλάμε για χρήμα και για ακίνητο, είναι κάτι που συνδέεται βάσει αισθήσεων πιο πολύ με την ύλη. Και έχει ενδιαφέρον, για μένα είναι φοβερό πείραμα αυτό τώρα. Να βλέπω τις αντιδράσεις των ανθρώπων όταν συνδιαλέγονται με αυτό το αντικείμενο, να το πω έτσι. Οπότε, δεν νιώθω ότι έγινε ποτέ μετάβαση, νιώθω ότι όλα αυτά απλά συνδέονται μέσα από διαφορετικά κανάλια και δρόμους.
Θα φανταζόσουνα όταν ήσουνα στην Αυστραλία ότι θα κάνεις το μεσίτη, ας πούμε;
Ποτέ. Με τίποτα. Βασικά, δεν είναι αυτό το φανταζόμουνα στην Αυστραλία. Αν πέρυσι μου ’λεγες ότι: «Του χρόνου θα είσαι μεσίτης», θα σου ’λεγα: «Αποκλείεται». «Αποκλείεται» δε θα σου 'λεγα, γιατί γενικά ξέρω ότι στη ζωή μπορεί να συμβούν τα πάντα. Απλά θα σε ρώταγα: «Από πού σου ήρθε αυτό;». Όπως και όταν ήμουνα στο Φυσικό δεν φανταζόμουνα ότι ποτέ θα γίνω καλλιτέχνης. Είναι το ίδιο έχει συμβεί και από κείνη τη μετάβαση, να το πω έτσι. Όχι, με τίποτα δεν φανταζόμουν ότι θα ότι θα γίνω μεσίτης. Με τίποτα. Γι’ αυτό και ίσως είμαι μέσα σε αυτό, γιατί μου αρέσει να μπαίνω σε αυτά που δεν φαντάστηκα. Ό,τι δεν φαντάστηκα για κάποιο λόγο με διεγείρει, μου δημιουργεί... με ιντριγκάρει.
Θες να πεις για τη δουλειά, τις δουλειές που έκανες και πώς τα έβγαζες πέρα εκείνο τον καιρό που ταξίδευες;
Λοιπόν, αρχικά να τα πάρω από την αρχή-αρχή, λοιπόν. Στην Ιρλανδία έφτασα με ένα πρόγραμμα το οποίο ήταν για πρακτική άσκηση, «Leonardo Da Vinci», οπότε εκεί ουσιαστικά το πρόγραμμα σου παρείχε δωρεάν διαμονή και σου έδινε κάποια pocket money για να κανονίζεις το φαγητό σου. Εκεί επειδή εμείς μέναμε με –εγώ και ένα άλλο παιδί μέναμε σε ιρλανδική οικογένεια– ουσιαστικά η οικογένεια μαγείρευε και για μας. Οπότε, φαγητό-διαμονή ήταν πληρωμένα και ταυτόχρονα κάναμε και μαθήματα τα οποία ήταν με κομμάτι προγράμματος δωρεάν αγγλικών, για να βελτιωθούν τα αγγλικά μας. Στη συνέχεια άλλο δύο μήνες ήταν να δουλέψουμε πάνω στα τουριστικά. Εγώ πήγα, λοιπόν, σε ένα καλό εστιατόριο ουσιαστικά, θα την έλεγες ψαροταβέρνα, fish restaurant, σε ένα πολύ καλό εστιατόριο ψαριών, στο –ψαριών, ερχόντουσαν τα ψάρια και τρώγανε– ένα ωραίο εστιατόριο, ας το πω έτσι, είχε ιδιαίτερα πιάτα με ψάρια, σε ένα τουριστικό μέρος της Ιρλανδίας. Είχε πλάκα γιατί δούλευα εγώ σερβιτόρος, ο Χρήστος δούλευε βοηθός μάγειρα, και τραγουδάγαμε Κατσιμίχα, να πούμε, και Πυξ Λαξ την ώρα που σερβίραμε γιατί μας τη βάραγε και πιάναμε κάτι άκυρα τραγούδια. Και εκεί όμως είχαμε pocket money, μας δίναν επίσης, παρείχε το εστιατόριο δωρεάν διαμονή, δωρεάν φαγητό, και μας έδινε και κάποιο χρηματικό ποσό τη βδομάδα για να μπορεί να περνάμε. Οπότε, για τους πρώτους τρεις μήνες κατά κάποιο τρόπο είχε το minimum που χρειαζόσουνα για να μπορείς να επιβιώνεις και ήσουνα μία χαρά, γιατί έτσι κι αλλιώς με οτοστόπ μετακινιόμασταν αρκετά και δεν είχαμε πρόβλημα. Τελειώνοντας αυτό, ψάχνουμε να βρούμε, ήταν κι άλλα παιδιά από το project που θέλαν να μείνουνε, άλλοι τέσσερις εκτός από μένα. Ο καθένας έψαχνε το δικό του τρόπο τι δουλειά να βρει και αυτά. Δύο κοπέλες βρήκαν σε ένα μπαρ που ήδη δουλεύανε, εγώ έψαχνα και τελικά μου σκάει μία δουλειά να κάνω. Εγώ έχω παίξει πολλά χρόνια μπάλα όταν ήμουνα πιτσιρικάς, έχω παίξει στο χωριό μου δέκα χρόνια μπάλα. Οπότε, μου σκάει να κάνω τον προπονητή σε ένα soccer summer camp που λεγόταν «Samba» και θα ερχόντουσαν και κάτι Βραζιλιάνοι και θα διδάσκαμε παρέα ποδόσφαιρο. Οπότε, είμαι εγώ με τους Βραζιλιάνους, έχω πάει, το βρίσκω αυτό από, να το πω έτσι, από ανακοίνωση, από αγγελία, πάω, παίρνω τηλέφωνο την υπεύθυνη, της εξηγώ από πού είμαι τι έχω κάνει, της άρεσε και η ιδέα ότι είμαι Έλληνας και αυτά και ότι είμαι ποδοσφαιριστής και ότι μπορώ να διδάξω σαν προπονητής, και με παίρνει, περνάω δηλαδή μια συνέντευξη και με παίρνει. Οπότε, βρέθηκα το καλοκαίρι να διδάσκω ποδόσφαιρο σε ηλικίες 8-10 μαζί με κάτι Βραζιλιάνους, σε κάτι γήπεδα ποδοσφαίρου στην Ιρλανδία. Αυτό τελειώνει, ταυτόχρονα εκεί γνωρίζω διάφορους ανθρώπους. Είναι μια κυρία η οποία για κάποιο λόγο με έχει συμπαθήσει και με φιλοξενεί, και υπάρχει στην Ιρλανδία ο ΟΑΕΔ ο αντίστοιχος της Ελλάδας, που λέγεται «FÁS», FÁS, στον οποίο έχω πάει και έχω κάνει αίτηση για το αν υπάρχει κανένα πρόγραμμα το οποίο να είναι επιδοτούμενο και να μπορούν να με πληρώνει και να δουλεύω, ας πω έτσι. Και τελικά σκάει ένα πρόγραμμα το οποίο ήταν «Return to work. Επιστροφή στη δουλειά». Αυτό ήταν για γυναίκες, οι οποίες λόγω εγκυμοσύνης σταματήσαν να σπουδάζουν και έπρεπε να μεγαλώσουν παιδιά ή για άντρες που επίσης λόγω δουλειάς δεν κατάφερνα ποτέ να σπουδάσουν, στο να μάθουν να πάρουν πέντε γνώσεις υπολογιστών και γενικά πέντε γνώσεις, ας το πω, έτσι μάρκετινγκ. Αλλά κυρίως υπολογιστών. Και για κάποιο λόγο τώρα επειδή έχω αιτηθεί, η κυρία αυτή στην οποία έχω αιτηθεί, για κάποιο λόγο με έχει συμπαθήσει γιατί έχω πάει πολλές φορές και την έχω βρει: «Βρέθηκε τίποτα άλλο; Βρέθηκε τίποτα;», με έχει πάρει τηλέφωνο και μου λέει: «Έλα, άνοιξε αυτό. Να το κάνεις». Γιατί αυτό ήταν να κάνουμε ουσιαστικά τρεις μήνες μάθημα, κάθε μέρα full-time, χτύπαγες κάρτα κανονικά και να πληρωνόμαστε 600 ευρώ το μήνα. Οπότε, ήταν μια χαρά για μένα. Οπότε, εκεί βρέθηκα τώρα, και εν τω μεταξύ εγώ με τους υπολογιστές είμαι χάλια, εκεί όμως σκέψου ότι οι άλλοι ήταν όλοι σε ηλικία 50+, συζητάγαμε έφερνε ψωμί η μία η κυρία και μας κέρναγε, μας μάθαινε τη συνταγή πώς φτιάξανε ταλιατέλες στο σπίτι. Ήταν σουρεάλ, ήμουνα εγώ με τις μαμάδες και κάτι μπαμπάδες οι οποίοι δεν είχαν δουλέψει ποτέ γιατί μεγαλώναν παιδιά, ήμουνα ο πιο μικρός. Και ήμουνα και ο μόνος που ήξερε έστω το mouse και να πατάει τα κουμπιά, πώς να σου πω τώρα, εκεί πέρα δεν ξέραν «Enter» και βρέθηκα ξαφνικά να είμαι και βοηθός εκπαιδευτής στο πρόγραμμα, ενώ πληρωνόμουνα για το... Είχε πολύ πλάκα, αλλά ήταν γλυκούληδες εκεί, κάθε φορά, επειδή το είχαν εκτιμήσει αυτό, φέρναν φαγητό, με κερνάγανε, το ένα, το άλλο, ήταν φοβερό. Τέλος πάντων, εκεί μου τη βαράει μετά, στο εξάμηνο φεύγω πάω Σκωτία. Στη Σκωτία ξεκινάω, βρίσκω φτηνό εισιτήριο για το Εδιμβούργο, δεν ήξερα κανένανε λέω: «Πάω». Φτάνω. Πριν πάω στη Σκωτία, το ανακοινώνω στις δύο συγκάτοικές μου τότε και μου λέει η μία: «Α, έχω μια φίλη στη Σκωτία. Κάτσε να δούμε στο Εδιμβούργο άμα μπορεί να σε φιλοξενήσει». Και παίρνει όντως την Ντίνα, και η Ντίνα μπορούσε να με φιλοξενήσει δέκα μέρες, πάω εκεί και ξεκινάω. Όλη μέρα, έχω τυπώσει το βιογραφικό μου, γιατί γενικά έχω κάνει πολλές δουλειές στη ζωή μου σε μικρότερη ηλικία. Και πριν χάσω τον μπαμπά και αφού έχασα τον μπαμπά ασχολήθηκα με πολλά πράγματα. Έχω τυπώσει το βιογραφικό μου και έχω ξεκινήσει. Ψάχνω κατά βάση να βρω κάτι σερβιτόρος. Έχω ξεκινήσει, όπου μπαράκι, όπου καφέ, όπου εστιατόριο, ώρες τώρα από το πρωί μέχρι το βράδυ να μοιράζω, δεν θυμάμαι, είχα εκατόν πενήντα-διακόσια βιογραφικά είχα τυπώσει και πήγαινα. Και, τέλος πάντων, ταυτόχρονα την τρίτη μέρα που ’μαι εκεί, από μία γνωστή της γνωστής, βρίσκω μία δουλειά που είναι μία από τις χειρότερες δουλειές που έχω κάνει ποτέ, σε μία αποθήκη άδεια να φτιάχνω διαφημιστικά για φοιτητές. Τι εννοώ να φτιάχνω διαφημιστικά; Αυτά τώρα ήταν δύο μαγνητάκια τα οποία κολλάγανε και αν τα άνοιγες, στο ενδιάμεσο ήταν σαν ακορντεόν. Οπότε, αυτό που έκανες ήταν όλα αυτά τα κομμάτια τα οποία ήταν στο ενδιάμεσο, να τα κολλήσεις στα μαγνητάκια και να κλείσεις με το δεύτερο μαγνήτη. Και όπως το άνοιγες αυτό, ουσιαστικά η κάθε μικρή σελίδα, το κάθε κομμάτι, ας το πω έτσι, της φυσαρμόνικας του ακορντεόν ήταν μία διαφήμιση ή ένα κουπόνι εκπτωτικό για πίτσα, για καφέ ή για το οτιδήποτε. Και να είμαστε τώρα εκεί γραμμή παραγωγής. Άνοιξε το πρώτο φύλλο, κόλλα το δεύτερο, κόλλα το τρίτο, κόλλα το τέταρτο, κόλλα το πέμπτο, κλεισ’ το. Και αναλόγως με τα πόσα κομμάτια έκανες, πληρωνόσουνα. Οπότε, εκεί είχα χάσει τις ώρες, γιατί ήθελα κάθε μέρα να δουλεύω το maximum δυνατό για να βγάλω κάνα φράγκο γιατί δεν είχα μία και να γυρίζω σπίτι να κοιμάμαι. Και όποτε σε αυτό έμε[01:50:00]ινα περίπου μία εβδομάδα. Στις δέκα μέρες πάνω, με παίρνουν τηλέφωνο από ένα πολύ μεγάλο εμπορικό κέντρο, το John Lewis, και μου λένε: «Έλα για συνέντευξη, έχεις αφήσει το βιογραφικό σου». Πάω για συνέντευξη, μου λένε... μου το ’παν από το τηλέφωνο, «Η συνέντευξη δεν είναι για, έχεις αφήσει για service, η συνέντευξη είναι για sales assistant ή για βοηθό πωλήσεων ή για αποθηκάριο». «Εντάξει», λέω. Περνάω συνέντευξη, ήταν σουρεάλ τώρα, πέρναγα συνέντευξη για αποθηκάριος ή sales assistant έξι ώρες συνέντευξη. Γιατί αυτή η εταιρία είναι κολοσσός σε όλο το UK με καταστήματα σε όλες τις μεγάλες πόλεις και αυτά, με τμήμα εξειδικευμένο στις συνεντεύξεις με ψυχολόγους, με –πώς το λέει;– όχι ανθρωπολόγους, HR, Human Resources και όλα αυτά. Ήταν σουρεάλ τώρα. Πρώτα περάσαμε όλοι μαζί, γιατί σαν γκρουπ περνάγαμε μία συνέντευξη, μετά μας μοιράσανε σε τρία υπό-group, μετά μας ενώσανε πάλι όλους μαζί και στο τέλος πέρναγες και μόνος σου. Και είχε να κάνει διάφορα, γιατί είχε και team building μέσα, είχε πάρα πολλά πράγματα να δούνε τελικά αν μπορείς να ανταπεξέλθεις σε ομάδα. Σου βάζανε γρίφους σε περίπτωση που είσαι σε ένα νησί, υπάρχουν διάφορα, τέλος πάντων, ψυχολογικά τεστ για να δούνε ένας άνθρωπος αν μπορεί να είναι σε ομάδα. Και ταυτόχρονα υπήρχαν κάμερες που μας παρατηρούσαν και αυτοί μας παρατηρούσανε, κάμερες, όχι σαν Big Brother, μαγνητοσκοπούσαν κάποια πράγματα και αυτοί παρατηρούσανε και εμείς πώς κινούμαστε μες στην ομάδα και πώς όλοι μαζί αποφασίζουμε για αυτό που μας έχουν ζητήσει να βγάλουμε εις πέρας, να το πω έτσι.
Αυτό τι χρονιά;
Αυτό ήταν το 2005. Και τελικά με παίρνουνε. Αποθηκάριο, όχι πωλήσεων, αφού ακόμα τα αγγλικά μου ήταν χάλια. Και ξεκινάω να δουλεύω αποθηκάριος εκεί part-time, όχι part-time, full-time, αλλά για temporary, για 1,5 μήνα, μέχρι τα Χριστούγεννα. Πριν τελειώσει ο 1,5 μήνας, έρχεται, με πιάνει ο γενικός διευθυντής –γιατί εκεί πέρα υπήρχε ο γενικός διευθυντής όλων και υπήρχαν από κάτω του τρεις διευθυντές, και από κάτω από τους τρεις διευθυντές πρέπει να έχει γύρω στους τρεις μανατζαρέους το κάθε department. Τώρα μιλάμε αυτό για μία εγκατάσταση που είχε. Γενικά, σου λέω, εκεί αν μπεις να δουλέψεις και σου κάνουν αορίστου, είναι σαν να έχεις μπει στο δημόσιο, δουλεύεις για όλη σου τη ζωή. Κατάλαβες, είναι τέτοια αλυσίδα John Lewis. Λοιπόν, έρχεται λοιπόν να πιάνει όχι ο γενικός, ο διευθυντής του department του δικού μας, μου λέει: «Θέλω να μείνεις στη δουλειά». «Σας ευχαριστώ», του λέω, «πάρα πολύ», γιατί εγώ τώρα τους είχα τρελάνει, εκεί πήγαινα για δουλειά και τραγούδαγα εγώ είμαι μες στις αποθήκες, εκεί κουβάλαγα τα πράγματα και τραγούδαγα. Εν τω μεταξύ, με είχαν συμπαθήσει οι Σκωτσέζοι γιατί έχουμε πολύ ίδια κουλτούρα με τους Σκωτσέζους και τους Ιρλανδούς, έτσι, όποτε βγαίναμε έξω πίναμε μπύρες και αυτά. Ήτανε σουρεάλ η κατάσταση μαζί τους. Εν τω μεταξύ, ήτανε στην αποθήκη ήμασταν όλο άντρες και συνεργαζόμασταν με πάρα πολύ όμορφες γυναίκες, που ήταν στις πωλήσεις μπροστά. Και τώρα αυτό σκέψου πώς είναι εδώ πέρα τα Mall, σα Mall ήταν αυτό. Έτσι; Άλλος όροφος υπήρχε με ρούχα, άλλος όροφος με κοσμήματα, άλλος όροφος με ρούχα και βιβλία, με παιχνίδια, βιβλία και τέτοια πράγματα. Σαν εμπορικό, εμπορικό βασικά. Οπότε, μου κάνανε πρόταση να με προσλάβουν αορίστου. Τους λέω: «Ευχαριστώ, αλλά εγώ θέλω να ταξιδέψω και να μάθω τη γλώσσα, οπότε δεν θέλω αορίστου», βρίσκω ένα τρόπο να δουλεύω τρεις μέρες, να πληρώνομαι όσο πληρωνόμουνα πριν και να μπορώ να ταξιδεύω, και το δεχτήκανε. Οπότε, μένω και εκεί μετά, εκεί έμεινα έξι μήνες και μάζεψα τα 1600 ευρώ τα οποία ήταν για να αγοράσω το εισιτήριο: «Ο γύρος του κόσμου» έκανε 1000 pounds τότε, κι άλλα 1200 για να έχω μαζί μου για τον ένα χρόνο και να ξεκινήσω αυτό το ταξίδι. Γιατί η αλήθεια είναι ότι πληρωνόμουνα αποθηκάριος, αλλά πληρωνόμουνα καλά. Και η φάση όταν μου κάναν του αορίστου τη σύμβαση, πληρωνόμουν καλύτερα από πριν που ήμουνα full-time. Βέβαια, τους έκανα εγώ μια μόντα εκεί και τη δεχτήκανε. Δεν ήταν τόσο απλό το να με βάλουν να δουλεύω τρεις φορές τη βδομάδα και να βγάζω παραπάνω λεφτά απ’ ό,τι έβγαζα πριν. Έγινε γιατί δούλευα τρεις φορές δωδεκάωρα, και τους ζήτησα να μπω εναλλάξ με έναν υπάλληλο που είχε ζάχαρο, που αυτός εκ των πραγμάτων –επειδή ήταν μεγάλος σε ηλικία– δούλευε τρεις φορές. Οπότε, τους λέω: «Θα παίξω την τράμπα του» και αυτοί δεν το είχαν σκεφτεί, και ενώ στην αρχή μου λένε: «Δεν γίνεται να δουλέψεις μόνο τρεις μέρες». Μόλις τους έκανα την πρόταση συγκεκριμένη μου λένε «Το βλέπουμε». Και το δεχτήκανε. Κι ήταν φοβερό. Ναι, μετά, λοιπόν, έφυγα, Ινδία δεν χρειαζόταν να δουλέψω στην Ινδία τώρα, μιλάμε ότι ζούσες με 3-4 ευρώ τη μέρα, 5. Και μετά μ’ αυτούς που γνώριζα εγώ –επίσης ξέχασα να σου πω κάτι άλλο, για όλα αυτά τα ταξίδια. Ήμουνα μέλος –και είμαι ακόμα– μιας οργάνωσης παγκόσμιας για την ειρήνη. Η οργάνωση αυτή λέγεται SERVAS. Δημιουργήθηκε εκεί κάπου μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο, μετά τον Πρώτο, δεν θυμάμαι ακριβώς τώρα, από έναν τύπο ο οποίος σκέφτηκε ότι για να υπάρξει ειρήνη, δεν θα υπάρξει ποτέ μέσα απ’ τους πολιτικούς. Για να υπάρξει ειρήνη, πρέπει οι απλοί άνθρωποι να γνωρίσουμε ο ένας τον άλλον, και να τον φιλοξενήσει ο ένας τον άλλον στο σπίτι του, να δει πώς ζει. Να μείνει μαζί του μία-δυο μέρες. Έτσι χτίστηκε ένα δίκτυο παγκόσμιο το οποίο ουσιαστικά ενίσχυσε αυτή την ανταλλαγή κουλτούρας, και την ανταλλαγή απόψεων, και την ανταλλαγή της καθημερινότητας με κάποιον από μία άλλη χώρα. Γιατί πιστέψαν ότι αν οι άνθρωποι έρθουν με αυτόν τον τρόπο κοντά, δεν θα είναι εύκολο να πάει να σκοτώσει μία χώρα την άλλη, να το πω έτσι. Στο λέω, έτσι, πολύ επιγραμματικά, έχει μια ολόκληρη φιλοσοφία από πίσω. Αυτό το δίκτυο υπάρχει ανά τον κόσμο παντού. Εγώ το γνώρισα μέσα από τα ταξίδια μου και έγινα μέλος εδώ στην Ελλάδα, εδώ στην Ελλάδα είμαστε ελάχιστοι. Είμαστε σε όλη την Ελλάδα νομίζω είμαστε τριάντα άτομα, είκοσι; Σε όλη την Ελλάδα, ας πούμε. Αν δεις σαν εξέλιξη αυτού αργότερα ήρθε το couchsurfing, που έδινε στους ταξιδιώτες να ταξιδεύουν εύκολα μένοντας σε έναν καναπέ. Το servas όμως δεν είχε αυτή τη φιλοσοφία, είχε ότι: «Θα ζήσεις δύο μέρες στο σπίτι του άλλου και θα μοιραστείς κουλτούρα, θα μοιραστείς την καθημερινότητά του, θα φάτε μαζί, θα κοιμηθείτε». Το οποίο έχει, ήταν πάρα πολύ ενδιαφέρον, γιατί όλα τα μέρη αυτά που έχω περάσει έχω μείνει πάρα πολλές φορές, και εδώ στην Ελλάδα επίσης έχω φιλοξενήσει πάρα πολλές φορές ανθρώπους, οι οποίοι ανήκουν σε αυτήν την οργάνωση. Λοιπόν, και αυτό τώρα γιατί το είπα, γιατί στην Ινδία επίσης έμεινα και σε τέτοιους ανθρώπους. Όπως έμεινα και στην Αυστραλία σε τέτοιους ανθρώπους, όπως έμεινα και στη Νέα Ζηλανδία σε τέτοιους ανθρώπους, πέρα από αυτούς που συνάντησα άσχετους στο δρόμο και με φιλοξενήσανε. Οπότε, στην Ινδία τώρα έξι μήνες εκεί πέρα, ήμουνα μετά από κάποια φάση συνέχεια σε διαλογιστικά κέντρα που εκεί δεν πλήρωνα ουσιαστικά τίποτα, πλήρωνες στο τέλος μία δωρεά, όσα είχες. Δεν χρειαστήκαν λεφτά, δηλαδή, πώς να σου πω, για τους έξι μήνες άμα σου πω πρέπει να χάλασα τρία κατοστάρικα. Ήτανε σουρεάλ αυτό τώρα έτσι. Λοιπόν, και βρίσκομαι μετά στην Αυστραλία. Η Αυστραλία είναι ακριβή, δεν είναι Ελλάδα. Οπότε, λέω: «Εδώ τώρα πάμε για οτοστόπ». Το οτοστόπ, αυτό προέκυψε και από το οικονομικό ότι: «Τώρα», ας πούμε, «έχουμε πέσει γύρω στα εφτά κατοστάρικα που έχουμε για να συνεχίσουμε και ακόμα πάνω από έχουμε ακόμα μισό χρόνο και». Γιατί έκανα έξι μήνες έκανα Ινδία, πεντέμισι Αυστραλία, και ένα μήνα Νέα Ζηλανδία. Οπότε, ναι. Έξι παρά η Ινδία, ναι, για να βγαίνουν τα νούμερα τώρα σκέφτομαι. Λοιπόν, Αυστραλία τώρα τι έγινε; Συνάντησα πάρα πολύ κόσμο, ο οποίος με φιλοξένησε από το οτοστόπ. Οπότε, αυτό που έκανα σε ανταλλαγή ήταν εκεί στο σπίτι τώρα, ό,τι δουλειές είχανε, να τις κάνω. Μία κυρία, ας πούμε, με φιλοξένησε δέκα μέρες και της έκανα κηπουρική. Ανέλαβα όλο τον κήπο, τα παρτέρια. Αυτή εν τω μεταξύ, έμενε σε ένα σπίτι δίπλα στο δάσος με τεράστιο κήπο που οριακά έμπαινε και στο δάσος μέσα, στο οποίο, είχε πλάκα γιατί μου 'λεγε: «Work as you like, as many hours as you like. Don’t worry». Kαι αυτή έφυγε, εν τω μεταξύ, για να κάνει τις δουλειές. Εγώ εν τω μεταξύ, επειδή ένιωθα υποχρέωση, δεν μπορούσα να σταματήσω, ρε φίλε, τη δουλειά. Δηλαδή, ήταν προτιμότερο να μου έχει πει: «Δούλευε τρεις ώρες τη μέρα» παρά να μου λέει «Κάνε ό,τι θες, κάνε ό,τι γουστάρεις». Οπότε, ήμουνα κάθε βράδυ μεσόκοπος. Αφού έλεγα «Μήπως πρέπει από ’δω να φύγω γιατί έχω λιώσει στη δουλειά». Αλλά ήταν πολύ ωραία, ας πούμε. Μετά έμεινα σε ένα άλλο σπίτι που αυτός ο οποίος το είχε, πάλι και ’κει άλλες δέκα μέρες, ήταν ζωγράφος και σέρφερ. Και από κάτω έχει μία αποθήκη που κουβαλάγαμε πράγματα, τακτοποιούσαμε την αποθήκη και συντονίζαμε, τέλος πάντων, τους εξωτερικούς του χώρους. Ο οποίος, και αυτοί δηλαδή σε κανένα σπίτι δεν έκανα εγώ πρόταση πόσο θα μείνω ή να μείνω. Όλα αυτά ήταν φοβερό ότι ποτέ δεν ζήτησα από κάποιον να μείνω σπίτι του. Όλα αυτά βγαίνανε από πρόταση από τον άλλον, και αυτό ήταν το φοβερό τώρα. Ότι τόσοι άγνωστοι άνθρωποι με καλέσανε και με φιλοξενήσαν σπίτι τους. Πέρα από αυτούς που είναι από το SERVAS που σου ’πα. Μετά βρέθηκα να ταξιδεύω δύο εβδομάδες εγώ, ένας τύπος, ένας σκύλος και ένα τρέιλερ. Αυτός είχε χωρίσει με την κοπέλα του γιατί την έπιασε με τον καλύτερό του φίλο –γνωστές ιστορίες αυτές– παράτησε τη δουλειά του και έφευγε από το Perth να πάει να εγκατασταθεί 2.000 χλμ μακριά στο Broome, και αυτό το ταξίδι θα το έκανε δέκα μέρες. Θα ’παιζε την κιθάρα του, ήταν και μουσικός, είχε το σκύλο του παρέα και αυτό το τρέιλερ γινότανε ολόκληρο τροχόσπιτο, ολόκληρο σπίτι γινόταν, άνοιγε και γινόταν σπίτι. Οπότε, είχε δέκα μέρες για να κάνει τα 2.000 χλμ και εγώ τον πέτυχα την πρώτη μέρα που έχει ξεκινήσει το ταξίδι, που κ[02:00:00]άνω οτοστόπ έξω από το Περθ. Αυτός με παίρνει, μου λέει: «Εγώ σε 100 χλμ από τώρα θα στρίψω αριστερά», γιατί αυτός έβγαινε πάντα από τον κεντρικό και πήγαινε κάθε βράδυ, την έπεφτε δίπλα στη θάλασσα, άναβε φωτιά, έπαιζε την κιθάρα του και έστηνε το τροχόσπιτο. Και μου λέει: «Θα σε αφήσω σε 100 χλμ». «Εντάξει», του λέω, «σε ευχαριστώ που με πήρες». Ε, κουβέντα, κουβέντα, κουβέντα, αποδείχτηκε ότι και αυτός παρέα ήθελε, και μου λέει: «Θες το βράδυ να ’ρθεις να κοιμηθείς στην παραλία που θα κοιμηθώ, έχω χώρο», μου λέει, «γιατί αυτό που ανοίγει, έχει πάνω κρεβάτι και μπορεί να κοιμηθείς κάτω, έχω στρώμα». «Μία χαρά», του λέω, «εγώ έτσι κι αλλιώς δεν έχω πρόγραμμα», του λέω. «Ούτε ξέρω που πάω, όπου πάω ό,τι γίνει, μια χαρά». Οπότε, μου λέει: «Έλα το βράδυ και το πρωί θα ξαναβγώ στο κεντρικό, οπότε θα κάνουμε μαζί τελικά και άλλα 100 χλμ, 200, θα σε αφήσω στο δεύτερο σημείο». Ε, βρεθήκαμε με αυτόν τελικά να κάνουμε δέκα μέρες 2.000 χλ, μαζί, κάθε βράδυ να αράζουμε στην παραλία, να ανάβουμε φωτιά, να παίζει μουσική, κουβάλαγε πολύ πολύ πόνο μέσα του και απογοήτευση, η αλήθεια ήτανε. Γιατί ουσιαστικά η γυναίκα στην οποία είχε επενδύσει, να το πω έτσι, συναισθηματικά και φαίνεται ότι ήτανε ένα πολύ σημαντικός άνθρωπος εκείνη τη στιγμή στη ζωή του, για κάποιο λόγο ένιωθε προδομένος. Για κάποιο λόγο –εμφανής ο λόγος που ένιωθε προδομένος. Ήταν υπέροχος όμως, πρώτα απ’ όλα έχει φωνάρα, εν τω μεταξύ ο σκύλος ήταν επίσης απίστευτος. Και βρεθήκαμε τώρα να κατασκηνώνουμε στη μέση του πουθενά για δέκα μέρες, να ’χω έναν τύπο να μου παίζει μουσική, εγώ μαγείρευα. Είχαμε αποφασίσει αυτό, πηγαίναμε σουπερμάρκετ, τσόνταρα και εγώ στο σουπερμάρκετ και είχαμε ψωνίσει κάποιες φορές, ας πούμε, οπότε εγώ μαγείρευα. Και βρέθηκα τώρα με αυτόν σε μέρη τα οποία δεν υπήρχε περίπτωση με άλλο τρόπο να πάω, γιατί αυτό το τζιπάκι επίσης ήταν 4X4. Κάποια στιγμή βγαίνουμε από τον κεντρικό δρόμο, πηγαίνουμε 30 χιλιόμετρα χωματόδρομο. Μέσα σε κοκκινιές, φτάνουμε στον ωκεανό, στον ωκεανό υπάρχει άλλος χωματόδρομος, τον παίρνουμε, και μετά από 10 χλμ πάλι χωματόδρομο δίπλα στον ωκεανό και βράχια –κάτι απίστευτα μέρη– βλέπω μπροστά μου τριάντα τροχόσπιτα στη μέση του πουθενά. Του λέω: «Τι έγινε εδώ;». «Α», μου λέει, «είναι ο grey army, or grey nomads». Tου λέω: «Τι είναι ο grey, τι είναι ο γκρι στρατός;». Στην Αυστραλία, λοιπόν, υπάρχει η κουλτούρα όταν πάρεις σύνταξη, να πουλήσεις το σπίτι σου, να πάρεις ένα τροχόσπιτο που στοιχίζει διακόσια χιλιάρικα, τριακόσια, και να ακολουθείς τον καιρό. Στην Αυστραλία μπορείς ακολουθώντας τον καιρό να έχεις πάντα καλοκαίρι. Γιατί; Γιατί όταν ο Νότος έχει χειμώνα και ο Βορράς έχει χειμώνα, αλλά ο χειμώνας του Βορρά είναι σαν καλοκαίρι, ας το πω έτσι, στην Ελλάδα. Γιατί το καλοκαίρι του Βορρά είναι τροπικό το κλίμα, είναι υγρασία, βροχές και υψηλές θερμοκρασίες. Ναι. Λοιπόν, οπότε με αυτόν ναι, ταξίδεψα, βλέπουμε τους grey nomads, παθαίνω πλάκα, μου εξηγεί όλη αυτή την κουλτούρα, ότι υπάρχει τέτοιος κόσμος στην Αυστραλία. Αυτός ψάρευε, το φοβερό ήταν ψάρευε, έβλεπε τα ψάρια, τα ’πιανε, τα ’βλεπε και τα ξανάφηνε. Εγώ φυσικά τότε δεν έτρωγα κρέας ακόμα ούτε το ψάρι, ήμουν ακόμα χορτοφάγος. Απορούσα και τον ρώτησα, γύρισα του λέω. «Ε», μου λέει, «εντάξει, το κάνουμε εμείς στην Αυστραλία γιατί μας αρέσει να περνάμε χρόνο στη θάλασσα». Και του λέω: «Πρέπει να πιάνεις το ψάρι να υποφέρει εδώ με το τέτοιο, να το βγάλεις έξω και να το ξαναπετάς στη θάλασσα;». Η αλήθεια είναι ότι αυτές οι κουβέντες που κάναμε μεταξύ μας κάπως τον επηρεάσαν λίγο και τις τελευταίες πέντε μέρες κοιτάγαμε τη θάλασσα, αράζαμε στην παραλία ακόμα και αυτά, άλλα δεν ψάρευε. Γιατί τις πρώτες μέρες ψάρευε κιόλας και δεν καταλάβαινε αφού δεν τα ’τρωγε επίσης, τα κακόμοιρα γιατί τα κάνει να υποφέρουν, ας πούμε. Ναι, φίλε Γιώργο, είναι πολλές οι ιστορίες στην Αυστραλία και τώρα νομίζω φτάνει η ώρα να φτάσουμε στο κλείσιμο λόγω χρόνου.
Οπότε, θες να πεις τι σου έχει μείνει από όλο αυτό ή να σε ευχαριστήσω;
Ξέρεις κάτι, αυτό που μου έχει μείνει και έχει ενδιαφέρον μέσα από την πρόσκλησή σου, αυτό που μου έκανες είναι ότι αφηγούμενος κάποια από αυτά τα πράγματα –γιατί είναι πάρα πολλά, είναι τώρα, είναι πολλά χρόνια αυτό το πράγμα που ό,τι συζητήσαμε τώρα, ουσιαστικά αφορά τα πάνω από τα 2/3 της ζωής μου– είναι ότι... Αν δεν πιάσω την κουβέντα με κάποιον για τα προηγούμενα –αν εξαιρέσω τα καλλιτεχνικά που είναι πιο, ας το πω έτσι, τώρα έκανα τη μετάβαση, τα ταξίδια πριν και τον τρόπο που ταξίδευα και αυτά- είναι σαν να ήταν μια άλλη ζωή που την έχω ξεχάσει. Δηλαδή, πρέπει να ανοίξουμε την κουβέντα για να πάω εκεί πέρα πάλι και να σκαλίσω μνήμες, γιατί είναι πάρα πολλές και αυτά. Και έχει ενδιαφέρον όταν πας εκεί πέρα και λες: «Πω πω τώρα! Τι έκανα, ρε φίλε!». Και η αλήθεια είναι ότι σε βοηθάει κάποιες στιγμές που είσαι down, ας πούμε, ή που θες να πάρεις μία απόφαση σε κάποια πράγματα, σε βοηθάει. Γιατί τώρα, ας πούμε, αυτό που έλεγα για την πρώτη ιστορία για το Overland Track, ήτανε τρέλα, θα μπορούσα να μην έχω γυρίσει ποτέ. Εγώ όμως τότε το πίστευα. Τότε, δηλαδή, δεν έβρισκα κανένα λόγο για να μην το κάνω. Κανένα λόγο για να μην είμαι εκείνη τη στιγμή εκεί που με έχει πάει το ταξίδι και εκεί που νιώθω ότι έχω ανάγκη. Και αυτό είναι φοβερό που σου σου λέω τώρα. Είναι μεγάλο πράγμα να ακούς πού θέλει να σε πάει και να ακούς την ανάγκη σου εκείνη τη στιγμή. Η ανάγκη σου δεν έχει να κάνει με αυτό που δημιουργεί το μυαλό σου, έχει να κάνει με το πού και σωματικά εκείνη τη στιγμή ωθήθηκες να βρεθείς. Αυτά. Σ’ ευχαριστώ πολύ!
Και ’γω να σε ευχαριστήσω προσωπικά και εκ μέρους του Istorima και εύχομαι καλούς πειραματισμούς
Σ’ ευχαριστώ πολύ, φίλε Γιώργο. Και σένα εύχομαι καλές ιστορίες και καλά ταξίδια μέσα από τις ιστορίες.
Ευχαριστώ.