© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Η Σίσσυ του «Περίπου»: «Θέλαμε να είναι το σπίτι μας. Και το πετύχαμε»
Κωδικός Ιστορίας
19128
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Αθανασία Παπαδοπούλου (Α.Π.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
19/06/2021
Ερευνητής/τρια
Δήμητρα Γιαννακάκη (Δ.Γ.)
Καλησπέρα, πώς είναι το όνομά σου;
[00:00:00]
Καλησπέρα. Είμαι η Σίσσυ Παπαδόπουλου.
Είναι Κυριακή 20 Ιουνίου 2021, είμαι με την Σίσσυ Παπαδόπουλου, βρισκόμαστε στον Άγιο Νικόλαο Λασιθίου Κρήτης, εγώ ονομάζομαι Δήμητρα Γιαννακάκη, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Θα ήθελες να μου πεις δυο λόγια για τη ζωή σου;
Από πού να ξεκινήσω; Κατάγομαι από την Κομοτηνή, γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, αλλά μεγάλωσα στην Κομοτηνή. Σπούδασα στη Θεσσαλονίκη και στην Πάτρα, και από την Πάτρα κατευθείαν στην Κρήτη από το 1997 μέχρι και σήμερα. Έχω μία κόρη, 16 χρονών, την Αρίστη, δύο αρσενικούς γάτους και μία θηλυκιά. Τι άλλο θες να σου πω; Σπούδασα Κοινωνική Λειτουργός και Βρεφονηπιοκόμος και ασχολήθηκα με πολλά. Ο πολιτισμός ήταν ένα από αυτά. Και τα άλλα δύο μου επαγγέλματα κατά καιρούς… Και ξενοδοχοϋπάλληλος. Τι άλλο έκανα; Αυτά. Υπάρχει κάτι άλλο που θες να στοχεύσω;
Πώς λένε τους γάτους σου;
Ο Σίμπα και ο Λόρδος. Και η θηλυκιά είναι η Εσμεράλδα, που ήρθε και μας υιοθέτησε στο «Περίπου» και εφόσον… από τότε που έκλεισε το «Περίπου», ήρθε και στο σπίτι, πήρε σύνταξη!
Μασκότ;
Μασκότ!
Ωραία. Είμαστε εδώ για να μιλήσουμε για τη θεματική Επαγγέλματα και συγκεκριμένα για την ιστορία του καφέ-μπαρ «Περίπου», βιωμένη μέσα απ' τα δικά σου μάτια ως δημιουργού. Πότε σου ήρθε η ιδέα για τη δημιουργία του «Περίπου»;
Η ιδέα δεν ανήκει σε μένα, η ιδέα ανήκει στον Βασίλη τον Χατζηδάκη, με τον οποίο σπουδάζαμε μαζί στην Πάτρα, πολύ καλός μου φίλος ακόμα. Ήμασταν μαζί φοιτητές λοιπόν εκεί. Υπήρχε ένας χώρος, που τον λέγανε «Περίπου», αλλά δεν είχε καμία σχέση με αυτό το «Περίπου», ήτανε μία καφετέρια. Αγαπούσαμε πολύ τα βιβλία, τη μουσική, τις εκδηλώσεις, τις παρέες και όλα αυτά, έτσι σε μια αναλαμπή, αποφασίσαμε να τα κάνουμε επάγγελμα. Κάπως έτσι, λοιπόν, 23 χρονών εγώ τότε, ψήθηκα πολύ με την ιδέα –ο Βασίλης ήταν απ' τον Άγιο Νικόλαο και είναι ο άνθρωπος– και πριν καλά καλά τελειώσω τις σπουδές μου τότε εγώ εκεί, ήρθαμε στην Κρήτη. Ανοίξαμε το «Περίπου», με βιβλία, με CD, με εκδηλώσεις, ήμασταν και το πρώτο ίντερνετ καφέ στην Κρήτη, να το πούμε κι αυτό. Και με πολύ πολύ μεγάλη χαρά φιλοξενήσαμε έναν σωρό κόσμο, φτιάξαμε μέσα απ' τα βιβλία έναν σωρό καινούργιους αναγνώστες. Ξεκίνησαν με τον Αρκά, ας πούμε, κάποιοι, και σήμερα είναι φανατικοί αναγνώστες. Και αυτό είναι το μεγάλο μου επίτευγμα, γιατί με το βιβλίο ήμουνα πιο πολύ εγώ, η αλήθεια. Έτσι ξεκίνησε το «Περίπου», από μια τρέλα νεανική και με μεγάλη χαρά και από ένα όνειρο!
Και ποια ήταν η αφορμή να σκεφτείς να δημιουργήσεις τη δική σου επιχείρηση;
Η τρέλα! Αυτό. Η αφορμή και η αιτία ήταν η τρέλα. Τίποτα άλλο, γιατί αν καθόμασταν να το σκεφτούμε τότε, δεν επρόκειτο να γίνει αυτό. Δεν επρόκειτο. Αλλά ευτυχώς δεν το σκεφτήκαμε πολύ. Είχε κι ο Βασίλης τα μέσα, βοήθησαν οι γονείς του πάρα πολύ και στήθηκε. Ούτε ξέραμε τι κάναμε. Να σου πω την αλήθεια, ούτε ξέραμε τι κάναμε και πού θα οδηγούσε όλο αυτό. Αλλά κράτησε.
Και τι συναισθήματα σου δημιουργούσε η ιδέα να ανοίξεις ένα τέτοιο καφέ-μπαρ;
Ξέρεις, όλα τα μικρά έχουν άγνοια κινδύνου. Το συναίσθημα ήτανε μόνο χαρά, μόνο… Νομίζαμε ότι θα αλλάξουμε τον κόσμο όλο. Μόνο, μόνο χαρά! Μόνο… Και αυτό θα κάνουμε και εκείνο θα κάνουμε και στοιχήματα και συνέχεια στοιχήματα και ξανά στοιχήματα. Και μετά που αποχώρησε ο Βασίλης, πάλι στοιχήματα εγώ μόνη μου με τον εαυτό μου και πάντα να ψάχνω και πάντα… Η έννοια μου να φέρω στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης ό,τι μπορούσα να δω και μου γυάλιζε, μου άρεσε, με εξέφραζε, με, με, με… Το είχα πάρει απάνω μου ένα πράγμα. Το θεωρούσα χρέος μου. Οτιδήποτε, οτιδήποτε θεωρούσα ότι αξίζει τον κόπο, μα είναι βιβλίο, μα είναι μια μουσική, μα είναι παραμύθια, μα είναι… ό,τι, οτιδήποτε έβλεπα και μου άρεσε, έπρεπε οπωσδήποτε να το φέρω στον Άγιο Νικόλαο, στο «Περίπου». Τα συναισθήματα που δημιουργούνταν ήταν πάρα πολλές φορές απογοήτευση –να το λέμε κι αυτό–, αλλά τις περισσότερες ήτανε… υπήρχε ένα feedback, ειδικά στην αρχή. Στην αρχή, το feedback ήταν αυτό που ξεκινούσε και την επόμενη δράση, ουσιαστικά.
Τι περιεχόμενο είχες σκεφτεί ότι ήθελες να έχει το «Περίπου»;
Περίπου! Περίπου μουσική σκηνή, περίπου βιβλιοπωλείο, περίπου δισκοπωλείο –τότε είχαμε και δίσκους, βινύλια, και CD βέβαια–, περίπου χώρος ανταλλαγής ιδεών, περίπου καλός καφές… είχαμε και χόβολη, φτιάχναμε ελληνικό καφέ στη χόβολη, με λουκουμάκι, βέβαια, βέβαια... Ήθελα να είναι ένα στέκι. Ήθελα να είναι ένα στέκι που να βρίσκουνε αποκούμπι οι ιδέες και τα αισθήματα. Αυτό ήθελα να γίνει. Και γινότανε. Στην αρχή γινότανε πολύ έντονα. Με το πέρασμα του χρόνου έγινε λίγο συνήθεια και η συνήθεια όταν γίνει κάτι, ξεφτάει το πράγμα, η αλήθεια. Αυτό ήταν το συναίσθημα, ήθελα να είναι ένα στέκι που να ακουμπάνε οι ιδέες και τα συναισθήματα.
Και τι οικονομικούς πόρους χρειάστηκες για την υλοποίηση και τη δημιουργία του καφέ;
Ωχ! Κόστισε πολύ ακριβά. Η εκκίνησή του κόστισε πολύ ακριβά. Τότε είχαμε δραχμές και ήταν πολλά εκατομμύρια, πολλά εκατομμύρια. Ξεχρέωσε σχετικά σύντομα, αλλά μετά που ήρθε και η κρίση στην Ελλάδα, με την είσοδο του ευρώ, με την είσοδό μας στο ευρώ, ξαναχρέωσα. Ξαναχρεώθηκε. Ήταν ακριβό το εγχείρημα, δεν ήτανε φτηνό, γιατί μόνο να παραγγείλεις εκατό χιλιάδες τίτλους σε βιβλία και άλλους τόσους σε CD… Για να μη σου πω για τα οικοδομικά υλικά που χρειάστηκαν και η κατασκευή... 2.000.000 –αξέχαστα– έχει κοστίσει μόνο το air-condition της οροφής. Τώρα, από εκεί και πέρα… Ξεχρέωσε, δεν έβγαλε ποτέ κέρδος, αλλά ξεχρέωσε. Και μετά ξαναχρεώθηκε. Τώρα, σήμερα δηλαδή, δεν νομίζω ότι υπάρχει η πολυτέλεια για δυο νέα παιδιά να ξεκινήσουν να κάνουν κάτι τέτοιο. Τότε είχες την άνεση να βάλεις και επιταγές, να ζητήσεις και να σε στηρίξουν κιόλας δυο τρεις εκδότες, λίγο παραπάνω χρόνο, παρακαταθήκες... Όλα αυτά. Σήμερα αυτή η πολυτέλεια δεν υπάρχει. Αφενός επειδή οι επιταγές τελειώσανε, αφετέρου επειδή και οι εκδότες τελειώσανε. Έχουνε μείνει τρεις, τέσσερις, πέντε. Και λυπάμαι πολύ που το λέω, αλλά έχουνε μείνει και αυτοί που δεν υποστηρίζουν το βιβλίο σαν βιβλίο βιβλίο. Χωρίς να λέω ότι δεν υπάρχουν και φωτεινές εξαιρέσεις –εκδόσεις «Ιανός», ας πούμε, κι αυτά– αλλά... Τότε το «Περίπου» στηρίχθηκε στους μικρούς μικρούς και ήταν αυτοί που ήθελα να φέρει. Δηλαδή, δεν έφερνε τα best sellers τόσο πολύ, χωρίς να τα αποκλείει, αλλά έφερνε αυτά που δεν μπορούσε ο κόσμος να βρει στα άλλα βιβλιοπωλεία, που αν δεν υπήρχε το «Περίπου» δεν θα γνώριζε καν ο κόσμος ότι υπάρχουν αυτά τα βιβλία. Και ήτανε και αυτό μιας μορφής… Δηλαδή, για αυτό δεν είχαμε ποτέ και κόντρα με τους συναδέλφους. Γιατί σε μας βρίσκανε άκυρα πράγματα. Και ήταν, ναι, [00:10:00]αυτό. Και στη μουσική το ίδιο. Δεν έφερε Ρουβά το «Περίπου», παρόλο που τον αγαπώ τον Σάκη, ρουβίτσα έγινα, αλλά δεν έφερε. Έφερε άλλα πράγματα. Χωρίς να είναι ελιτίστικο αυτό. Ήταν συμπληρωματικό το «Περίπου» σε όλο το υπόλοιπο που κυκλοφορούσε. Δεν ήτανε ότι τα απορρίπταμε και, και, και, και, και… Όχι, αφού υπάρχουν αυτά, αλλά υπάρχουν και αυτά. Έτσι.
Έτσι είναι.
Με συγχωρείς, Δήμητρα, θα καπνίσω.
Και πότε δημιουργήθηκε το «Περίπου»;
15 Νοεμβρίου 1997 ήταν τα εγκαίνια. Αρχίσαμε να το χτίζουμε Ιούνιο του '97, και άνοιξε 15 Νοεμβρίου του 1997. Και μετά πήγα κι έδωσα την πτυχιακή μου, την επόμενη μέρα. Να φανταστείς!
Δεν είχες πάρει το πτυχίο…
Όχι ακόμα. Είχα τελειώσει τα εξάμηνα, είχα περάσει τα μαθήματα…
Και πώς προέκυψε και δημιουργήθηκε στον Άγιο Νικόλαο;
Ήταν ο Βασίλης από δω. Ήταν ο Βασίλης, που το ξεκινήσαμε μαζί από δω. Είχε τον τρόπο, είχε τους γνωστούς, είχε και την ιδέα. Άρα, εδώ. Παρόλο που δεν είχε ούτε φοιτητές, ούτε τίποτα, τίποτα εδώ που… Σήμερα, λογικά, αν σκεφτείς να κάνεις κάτι τέτοιο, θα πας σε έναν τόπο που να έχει νέο κόσμο. Εδώ δεν είχε τότε, τίποτα. Είχε την τουριστική, την ΑΣΤΕΑΝ, τη Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων, με λίγα παιδιά. Μόνο αυτό. Όμως το στήριξε τότε ο νέος κόσμος του Αγίου Νικολάου, οι ντόπιοι. Και από τις γύρω περιοχές. Όμως αυτοί μοιραία παντρεύτηκαν, νοικοκυρεύτηκαν, κάποια στιγμή τούς χάσαμε.
Και γιατί ονομάστηκε έτσι το «Περίπου»;
Ακριβώς γιατί ήταν περίπου! Γιατί δεν ήταν ούτε βιβλιοπωλείο, ούτε δισκοπωλείο, ούτε μουσική σκηνή… Ήταν περίπου κάτι από όλα αυτά, επομένως ονομάστηκε «Περίπου».
Πώς επιλέχθηκε η τοποθεσία του «Περίπου»;
Βάσει προσφοράς και ζήτησης. Είδαμε αυτά που ήτανε διαθέσιμα εκείνο τον καιρό στον Άγιο Νικόλαο προς ενοικίαση και ερωτευτήκαμε αυτόν τον συγκεκριμένο χώρο. Ο οποίος ήταν και ο πιο ακριβός, γιατί η πρόσοψή του βλέπει τη λίμνη. Ο πιο ακριβός από όλα αυτά που είχαμε δει. Ναι, αλλά είπαμε πριν, η νεανική τρέλα δεν μασάει, δεν σταματάει. Θέλαμε αυτό, θέλαμε αυτό. Από την πρώτη ώρα που πάτησα το πόδι μου εκεί μέσα, ήξερα ότι εκεί αυτήν τη λίμνη θα τη βλέπω για πολλά χρόνια. Πολλά χρόνια! Το ήξερα. Έναν μαγνητισμό τον ένιωσα απ' την αρχή. Και έτσι και έγινε. Είκοσι τρία χρόνια έβλεπα αυτήν τη λίμνη, κάθε μέρα. Και δεν τη χόρτασα ποτέ! Να φανταστείς, όταν μπήκαμε πρώτη φορά και το 'δαμε, ήτανε χαρτοπαικτική λέσχη, που την είχε αφήσει βέβαια ο ιδιοκτήτης, και πριν από αυτό, Αγροτική Τράπεζα. Επομένως, στις πόρτες έγραφε ακόμα το «ΑΤΕ», στις πόρτες τις γυάλινες, και επειδή ήτανε λέσχη, είχε μέχρι τη μέση του τοίχου καφέ λαδομπογιά και πηχάκι, ώστε να ακουμπάνε οι καρέκλες και να μην κάνουνε στον τοίχο σημάδια. Έπεσε πολύ ξήλωμα στο οίκημα μέχρι να γίνει αυτό που έγινε τελικά. Πω πω, τι κάναμε, Χριστέ μου!
Ιστορικό κτίριο!
Ναι. Ναι, ναι. Ήταν Αγροτική Τράπεζα, σου λέω, μετά χαρτοπαικτική λέσχη, και μετά, από τότε και ως σήμερα, «Περίπου».
Και τι οικονομικοί πόροι χρειάστηκαν για την ενοικίαση, τον εξοπλισμό και τη διακόσμηση του χώρου;
Σου είπα, πολλά. Θέλεις να σ' το πω με νούμερο πάνω κάτω;
Ναι, στο περίπου.
Στο περίπου, 50.000.000 στο περίπου, δραχμές. Βάλε να τα μεταφράσεις σε ευρώ, γιατί εγώ δεν μπορώ τόσο πολύ μαθηματικά ανεπτυγμένα. Τότε, εκείνη την εποχή, το '97, μιλάμε για πολλά λεφτά, πολλά λεφτά!
Τι αισθητική ήθελες να έχει το «Περίπου»;
Να είναι ζεστό, φιλικό, χαρούμενο. Να νιώθει κάποιος μόλις μπαίνει μέσα ότι μπαίνει στο σπίτι του. Να θέλει να βγάλει τα παπούτσια του. Να ακούει τη μουσική, ας πούμε… Πάρα πολλά χρήματα, επίσης, ξοδέψαμε στο ηχητικό σύστημα τότε –«Roister» ηχεία για αυτούς που γνωρίζουνε–, γιατί θέλαμε η μουσική να είναι ένα βελούδο στα αυτιά του, να είναι ένα κάτι που να του κάνει παρέα. Η βιβλιοθήκη ήθελα να φτιαχτεί έτσι ώστε να είναι σαν τη βιβλιοθήκη του σπιτιού του άλλου, που πάει, παίρνει το βιβλίο του, αράζει στο κάθισμά του, πάει στην τουαλέτα με το βιβλίο του, να είναι τόσο οικείο! Να μην είναι αυτό που πηγαίναμε στα βιβλιοπωλεία και ήμαστε: «Σσς! Σσς!» ή στις βιβλιοθήκες, «μη μιλάς!». Όχι! Το βιβλίο είναι κομμάτι της ζωής μας, που είναι φίλος μας, δεν είναι κάτι ξένο και κάτι να μας φοβερίζει. Αυτήν την αισθητική θέλαμε να δώσουμε –κάνω ζημιές, με συγχωρείτε– αυτήν την αισθητική θέλαμε να δώσουμε και γι' αυτό είχαμε βάλει και γήινα χρώματα και πολλά έξυπνα… μέσα στα τραπεζάκια είχαμε τζαμάκι και βάλαμε έξυπνα και αστεία της εποχής τότε. Ναι, αυτό. Θέλαμε να είναι χαλαρό, πολύ χαλαρό, καμία σχέση με βιομηχανική αισθητική, καμία σχέση με εξωτική αισθητική, τουριστική αισθητική, καμία σχέση. Θέλαμε να είναι το σπίτι μας. Και το πετύχαμε. Αυτό. Είχες την αίσθηση ότι μπαίνεις μέσα: «Αχ, επιτέλους να βγάλω τα παπούτσια μου, να πάρω ένα βιβλίο, να κάτσω, να πιω κι έναν καφέ της προκοπής!». Αυτό. Και, επίσης, πρέπει εδώ να σημειώσω ότι τότε με το «Περίπου» ήτανε άλλη μία, έτσι, πρωτοποριακή κατάσταση που συνέβη στον Άγιο Νικόλαο: βγαίναν οι γυναίκες μόνες τους! Ναι, ερχότανε μόνες τους γυναίκες επιτέλους και παίρναν το καφεδάκι τους και χάζευαν το βιβλιαράκι τους και, και, και… Και δεν φοβόταν, δεν ήταν η αμηχανία του: «Θα κάτσω να πιω καφέ και τι θα… Πού θα κοιτάξω; Τι θα κάνω τα χέρια μου; Πώς θα με κοιτάξουν οι άλλοι;». Όχι. Και αυτό το είχαμε παρατηρήσει τότε, ότι ήταν ο χώρος που άνοιξε τον δρόμο για να έρχονται οι γυναίκες μόνες τους. Είχαμε και παιδική γωνιά. Ναι, να μην το ξεχάσω αυτό. Βέβαια! Που ερχόταν οι μαμάδες με τα πιτσιρίκια. Και τα πιτσιρίκια χαζεύαν τα βιβλία. Και οι μαμάδες ανακάλυψαν ότι: «Α! Κοίτα, μπορεί να απασχοληθεί το παιδί μου με ένα βιβλίο για ώρες». Και επειδή κι εμένα μου άρεσαν τότε τα πιτσιρίκια, ασχολιόμουνα κι εγώ λίγο με τα πιτσιρίκια, και μετά τα πιάναμε κουβέντα και κάναμε και παραμυθάκια, φέρναμε και μουσικούλες και Θέατρο Σκιών και, και… Και έτσι αναπτύχθηκε και το baby club του «Περίπου»! Ένα από αυτά τα πιτσιρίκια είσαι κι εσύ, Δήμητρα, ε; Και θα σε μαρτυρήσω που έπινες κρύα σοκολάτα με σαντιγί!
Και λουκούμια, θυμάμαι.
Και το λουκουμάκι του μπαμπά σου!
Θεωρείς, εκείνη την περίοδο ότι οι γυναίκες δεν έβγαιναν τόσο πολύ μόνες τους;
Όχι, μόνες τους δεν βγαίνανε. Μόνες τους δεν βγαίνανε, από ό,τι πρόλαβα να δω τουλάχιστον και από ό,τι μου είπανε και οι άνθρωποι που ζούσαν εδώ και πριν απ' το «Περίπου». Να βγαίναν δυο δυο, ναι, τρεις τρεις, ναι. Αλλά μόνη της η καθεμία, ήτανε ελάχιστες αυτές που βγαίνανε. Και όμως, έγινε κι αυτό!
Τι σε προβλημάτισε όταν ήταν να δημιουργήσεις το «Περίπου»;
Πώς θα φύγω απ' τον μπαμπά μου και την αδερφή μου και τους φίλους μου στην Κομοτηνή. Πώς θα αφήσω… Γιατί ήξερα ότι αυτό είναι κάτι που δεν θα μπορώ να ταξιδεύω εύκολα, μέχρι τουλάχιστον να πάρει τον δρόμο του, δεν θα μπορώ να τους βλέπω εύκολα. Ναι, αυτό με προβλημάτιζε τότε. Το αν θα πάει καλά δεν με προβλημάτιζε, ήμουν σίγουρη ότι θα πάει καλά. Αυτό με προβλημάτιζε, τίποτα άλλο. Σου είπα, η τρέλα η παιδική, δεν... Αυτό. [00:20:00]Ούτε καν σκεφτόμουνα να ακολουθήσω καθόλου το επάγγελμα που σπούδασα και… Καθόλου. Ήτανε μόνο αυτό, ο στόχος μου ήταν μόνο αυτό. Αφού για πολλά χρόνια ο κόσμος με είχε ταυτίσει με το «Περίπου» πια. Και αυτό είναι και λίγο παγίδα, γιατί αποκτάς μεν μία ταυτότητα, αλλά χάνεις όλα τα υπόλοιπα. Αλλά ήμουν τόσο πολύ μέσα σε αυτό, που ήμουνα –μπορεί να είμαι και ακόμα– «Η Σίσσυ του "Περίπου"». Έτσι με ξέρει ο κόσμος εδώ. Κι αλλού, κι αλλού…
Τι διακόσμηση είχε το «Περίπου» στην αρχή;
Στην αρχή, ε; Βιβλία, βιβλία, βιβλία, παντού βιβλία! Είχε δυο μεγάλους πίνακες πίσω από το μπαρ από έναν εδώ Γεωργιανό ζωγράφο. Τα χρώματά του ήταν γήινα. Ξύλινα τραπεζάκια και καρεκλίτσες, μέσα και έξω. Αφίσες. Και, σιγά σιγά, αρχίσαμε να βάζουμε στους τοίχους τις αφίσες απ' τις εκδηλώσεις που φτιάχναμε. Μέχρι που δεν είχαμε τοίχους! Και ύστερα, άρχισαν οι αφίσες να μπαίνουν μέσα σε ένα μεγάλο ντοσιέ. Και ύστερα, αποφάσισε η γάτα μας η Εσμεράλδα να γεννήσει πάνω σε αυτό το ντοσιέ και κατέστρεψε τις αφίσες δέκα χρόνων. Αλλά δεν πειράζει, χαλάλι της! Οι κούπες ήταν οι κούπες του σπιτιού, για να πίνουμε καφέ. Τα φλιτζανάκια ήταν τα φλιτζανάκια του σπιτιού. Οι τσαγιερούλες της γιαγιάς… Ήτανε τέτοια η διακόσμησή του. Όλα σπιτίσια. Όλα. Και ο καφές, ο ελληνικός, τον παραγγέλναμε από την Κομοτηνή, γιατί είχε τον καλύτερο καφέ, και όπως έχει ακόμα η Κομοτηνή.
Θα ήθελες να μου περιγράψεις πώς ήταν η πρώτη μέρα που άνοιξε;
Έτρεμα σαν το ψάρι! Απ' την αγωνία μου. Γιατί δεν γνώριζα κιόλας κόσμο πολύ. Γνώριζα ελάχιστους, και ξαφνικά βρέθηκα μέσα σε ένα πλήθος των… πόσοι να πέρασαν εκείνη τη μέρα απ' το «Περίπου»; Να πέρασαν χίλιοι άνθρωποι; Στους οποίους είχα τεράστια αμηχανία, τεράστια! Ερχόταν να μου πουν οι άνθρωποι: «Μπράβο! Συγχαρητήρια! Καλορίζικο!» κι εγώ νόμιζα ότι... ίδρωνα απ' την κορφή μέχρι τα νύχια, Νοέμβρη καιρό! Τα συναισθήματά μου ήταν… Πραγματικά, εκείνη τη μέρα, λίγο τα χρειάστηκα. Αλλά, εντάξει. Την επόμενη ήταν καλύτερα. Έφυγα για να δώσω πτυχιακή. Ναι, τρόμαξα. Τρόμαξα απ' τον πολύ κόσμο. Εκεί άρχισα να συνειδητοποιώ ότι: «Ουπς! Εδώ κάτι γίνεται τώρα!» Και έλαβα, όμως, πολύ θερμή, έτσι… ένα θερμό καλωσόρισμα απ' τον κόσμο εκείνο τον πρώτο καιρό, πολύ πολύ εγκάρδιο! Οπότε πολύ γρήγορα χαλάρωσα και το ευχαριστιόμουν. Ναι. Πόσα χρόνια πίσω με πηγές τώρα; Και ήταν και ο μπαμπάς μου εδώ τότε, ναι, εκείνη τη μέρα. Και καμάρωνε κι αυτός σαν το γύφτικο σκεπάρνι, όπως εγώ.
Πώς ήταν η εικόνα του «Περίπου»;
Δηλαδή;
Η εικόνα. Αυτό που έβλεπες εκείνη τη μέρα.
Εκείνη τη μέρα έβλεπα έναν σωρό ανθρώπους να βλέπουμε μαζί το ίδιο όνειρο. Σου είπα, ήξερα ότι θα πάει καλά, αλλά εκείνη τη μέρα πήρα τόση δύναμη! Γιατί επιβεβαιώθηκε αυτό που ήξερα, ότι θα πήγαινε καλά. Σκέψου τώρα, από κει που μπαίνεις και αντικρίζεις αυτό, την εικόνα που σου είπα, την καφέ λαδομπογιά, να έρχεται η μέρα που το βλέπεις όμορφο, φωτεινό, φτιαγμένο, ανοίγεις τις πόρτες και μπαίνει όλος αυτός ο κόσμος μέσα στο όνειρο το δικό σου! Κάν' το τώρα λίγο αυτό με τα μάτια σου να δεις πώς ήτανε! Συγκινητικό, ευχάριστο, λίγο τρομακτικό, αλλά, ναι, μία μέρα αξέχαστη.
Πολύ όμορφο! Μπορείς να μου περιγράψεις πώς ήταν ο χώρος εκείνη τη μέρα;
Είχε βάλει τα καλά του. Ήταν όλα φρέσκα, μύριζε ακόμα μπογιά, καλογυαλισμένα, καλολαδωμένα… Τα παιδιά που δουλεύαμε μαζί όλοι ήταν καλοσιδερωμένοι. Όλοι αγχωμένοι, αλλά το είχανε κάνει ήδη δικό τους το πράγμα, το είχανε πάρει ήδη πάνω τους. Ήμασταν όλοι μαζί μία ομάδα, που ο καθένας απ' το πόστο του και όλοι μαζί δίναμε το καλύτερο που είχαμε. Το καλύτερο, το καλύτερο. Πολύ σύντομα, αφού μπήκε ο κόσμος βέβαια, δεν έμεινε τίποτα στη θέση του. Και όταν έφυγε πια ο κόσμος και είδαμε πώς είχαν μεταφερθεί τα τραπεζάκια, πώς είχε χαλάσει βιβλιοθήκη, που τα είχα εγώ βάλει όλα στη σειρά, «στρατιωτάκια» τα βιβλία κι αυτά… Απ' τη μια λες, είναι σαν τη μαμά, που τα 'χει κάνει το παιδί της μπάχαλο όλα το βράδυ, αλλά είναι τόσο γλυκιά η κούραση και τόσο γλυκό το συναίσθημα, που λες: «Χαλάλι του! Και αύριο εδώ είμαστε, θα τα φτιάξω πάλι όπως ήτανε. Ας ξαναγίνουν χάλια, γίνεται;».
Τι μουσική έπαιζε εκείνη τη μέρα;
Την πρώτη μέρα, ε; Μάλαμα, έθνικ, της «Putumayo» μια σειρά, ροκ, «Doors» φυσικά. Κατά τη διάρκεια, επειδή ήταν κι από το πρωί μέχρι το βράδυ ανοιχτό, αλλάξανε… Τσακνή. Εκείνη την εποχή, ναι. Εκείνη τη μέρα… Ναι, ναι, αυτά παίξαμε. Και τζαζ, στο τέλος της βραδιάς. Αξέχαστα, έκλεισε η πρώτη μέρα με το «Girl from Ipanema». Είδες τι θυμάμαι;
Τι ώρα φύγατε εκείνη τη μέρα;
Την άλλη μέρα! 05.00; 06.00; Ναι. Και ξαναγυρίσαμε 09.00. Ήπιαμε καφέ, κι εγώ έφυγα.
Μπορείς να μου περιγράψεις την αρχική πορεία του «Περίπου»;
Τα πρώτα χρόνια; Τα πρώτα χρόνια ήταν και τα πιο ρόδινα. Ο κόσμος είχε πάρα πολύ μεγάλη περιέργεια για όλο αυτό. Εμείς είχαμε πάρα πολύ μεγάλο ενθουσιασμό για όλο αυτό. Δεν γνωρίζαμε, καθόλου. Ήταν η πρώτη δουλειά που έκανα ποτέ. Δεν γνώριζα. Ας πούμε, σέρβιρα κιόλας κάποιες φορές, δεν ήξερα να κρατάω τον δίσκο, με αποτέλεσμα τους πελάτες, επειδή είχαμε πολλούς Νίκους, να τους ξεχωρίζω ως εξής: Ο Νίκος που τον έλουσα με κόκα κόλα, ο Νίκος που τον έλουσα με λεμονάδα, ο Νίκος… Δεν ήξερα πώς να φερθώ στους προμηθευτές των βιβλίων όταν ερχότανε. Αλλά αυτό μου βγήκε σε καλό, γιατί γίναμε φίλοι με τους… Δεν ήξερα πώς να φτιάξω καφέ, αλλά τα 'μαθα όλα στην πορεία. Ήταν όμως τόσο μεγάλο, ρε παιδί μου, το γκάζι, που εκείνα τα πρώτα χρόνια ήταν και τα χρόνια που κάναμε και τις μεγαλύτερες εκδηλώσεις. Δηλαδή, πέρασε ο Κηλαηδόνης, ο Γερμανός, η Αρλέτα, ο «Louisiana Red», «Blues Wire»… Τι να πρωτοθυμηθώ; Τι να πρωτοθυμηθώ! Δηλαδή, πράγματα… Ανοιχτήκαμε τόσο πολύ, αλλά στήριξε και ο κόσμος. Συγγραφείς… Γκιμοσούλη, Χωμενίδη… Ό,τι, ό,τι ήτανε εκείνο τον καιρό –τι να σου πω;– σε κορυφή, περνούσε. Δηλαδή, το φέρναμε, το στηρίζαμε, στήριζε και ο κόσμος, γινότανε το πατείς με, πατώ σε. Δεν... Ασύλληπτο πώς το κάναμε αυτό το πράγμα. Σε έναν χώρο μικρό που χωρούσε εκατό άτομα ίσα ίσα. Ο κόσμος μέχρι την αρχή του δρόμου. Και απέξω. Οι καθημερινές ήτανε... Δεν ήταν εκατό και διακόσια άτομα τις καθημερινές, αλλά ήταν κι αυτές γεμάτες από κόσμο. Μας [00:30:00]ανακαλύψανε τα λυκειόπαιδα. Αυτά τα οποία δεν είχανε, ρε παιδί μου, τη νοοτροπία των υπόλοιπων. Το ψάχνανε αυτό το πράγμα να το βρούνε. Δεν τους άρεσε να κάτσουν μόνο να πιουν ένα καφέ. Τους άρεσε να κάτσουν να πιουν έναν καφέ, να μιλήσουμε, να παίξουν σκάκι, να παίξουν… να διαβάσουν Αρκά, να ακολουθήσουνε τις εκδηλώσεις. Κάναμε κουβέντες τεράστιες εκεί μέσα, τεράστιες, τεράστιες… Ξεκίνησαν αυτά τα πιτσιρίκια με φραπέ γλυκό με γάλα, πήγανε στον φραπέ μέτριο, ύστερα το περάσαν σκέτο, και ένας απ' αυτούς σήμερα είναι ιδιοκτήτης του «Περίπου» πλέον. Εκείνα, τα πρώτα χρόνια, ήτανε η ευτυχία, η ευτυχία μας. Και η δική μου τρεις φορές παραπάνω.
Πώς ήταν να έχεις εκείνη την εποχή ένα καφέ-μπαρ με τέτοιο περιεχόμενο;
Πώς ήταν να έχεις ένα καφέ-μπαρ με τέτοιο περιεχόμενο… Περήφανη ένιωθα εγώ. Περήφανη, ναι. Γιατί δεν ήταν ένα καφέ-μπαρ με τέτοιο περιεχόμενο, ήταν το «Περίπου». Ήτανε κάτι πολύ ξεχωριστό. Και ήτανε και πανελλαδικά ξεχωριστό, δεν ήταν μόνο στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης. Και το ότι ήτανε πανελλαδικά ξεχωριστό στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης, με έκανε ακόμα πιο περήφανη. Και ήτανε κάτι, που φτυάριζα μπάζα μέχρι να γίνει, και να που λειτουργούσε! Και ακόμα πιο περήφανη, λοιπόν. Έτσι ήτανε. Ήμουνα περήφανη για αυτό. Ήτανε… τα πρώτα χρόνια ήταν κι εύκολο. Τα πρώτα χρόνια ο κόσμος στήριζε. Μετά ζορίστηκαν τα πράγματα και άρχισε να αλλάζει το πώς ήτανε. Αλλά εκεί, τα πρώτα χρόνια, ήταν ωραίο.
Θα ήθελες να μου περιγράψεις κάποια χαρακτηριστική ιστορία από την αρχική περίοδο του «Περίπου»;
Τώρα μ' έπιασες αδιάβαστη. Κάποια χαρακτηριστική ιστορία…
Όποια σου έρθει.
Άσε με να το σκεφτώ λίγο. Άσε με να το σκεφτώ. Να σου πω μια αστεία με τον Ψαραντώνη; Είχαμε ακούσει και είχαμε ακούσει αυτά τα ανέκδοτα που κυκλοφορούσαν με τον Ψαραντώνη, είχαμε πάει και στο σπίτι του, μας είχε φιλοξενήσει και τα λοιπά και τα λοιπά, είχαμε αναπτύξει οικειότητα, ρε παιδί μου. Κάποια μέρα τον ρώτησα: «Βρε, Ψαραντώνη, τώρα, πες μου αλήθεια, αυτά τα ανέκδοτα που σου βγάζουνε, τα έχεις κάνει;» «ε, τα μισά!». Τι άλλο να σκεφτώ… Μπορεί να σκεφτώ στην πορεία να σου πω καμιά. Δεν… Γινόταν τόσα πολλά εκεί μέσα, που δεν τα σπουδαιολογείς, που να σου κάτσουν στο μυαλό, απλά γινότανε. Και μια φορά, οι «Human Touch» παίζανε και είχανε μια ιδιαίτερη μουσική οι «Human Touch». Και καθόμουνα πίσω από ένα τραπέζι που καθότανε δύο κύριοι – δεν θυμάμαι ποιοι είναι, δεν έχει και σημασία. Και ενώ ήτανε πολύ έτσι, τους έβλεπες και ήταν απορροφημένοι, ακούω τον έναν και γυρίζει και λέει στον άλλον: «Σαν να μου φαίνεται ότι στην τύχη παίζουν αυτοί!». Και να του απαντάει ο άλλος: «Ναι, ρε, αλλά πρέπει να είναι πολύ τυχεροί τότε!». Και αυτό δεν θα το ξεχάσω, ναι.
Και πώς συνεχίστηκε η πορεία του «Περίπου» τα επόμενα χρόνια;
Κάποια στιγμή, το βιβλίο… Καλά, το CD ήταν το πρώτο που άρχισε να φθίνει. Από τότε που αρχίσαμε με τα YouTube και τα λοιπά, το CD άρχισε να φθίνει. Το κρατήσαμε όσο περισσότερο μπορούσαμε, αλλά ήταν το πρώτο που έφυγε από τον χώρο. Έκλεψα μερικά πριν τα… Αν δεις εδώ στη βιβλιοθήκη έχω κρατήσει μια καλή συλλογή. Ύστερα, άρχισε να φθίνει και το βιβλίο. Ο κόσμος πια, μετά το 2000, άρχισε να μην επενδύει σε αυτό. Απόλυτα κατανοητό. Γιατί και τα βιβλία δεν στηρίχθηκαν από το κράτος αρκετά ώστε να είναι προσιτά στον κόσμο. Αυτό δεν έφυγε από το «Περίπου» ποτέ. Μέχρι που έφυγα εγώ απ' το «Περίπου», το βιβλίο δεν έφυγε. Αλλά δεν είχε και το νόημα που είχε πριν. Πιο πολύ έγινε σαν δανειστική βιβλιοθήκη τελικά το «Περίπου», παρά σαν βιβλιοπωλείο. Οι εκδηλώσεις άρχισαν να γίνονται με μεγαλύτερη δυσκολία, πάλι λόγω της κρίσης, αλλά και λόγω του ότι… μπα, κι αυτό λόγω της κρίσης είναι. Ούτε οι καλλιτέχνες μπορούσαν εύκολα να ταξιδέψουνε, ούτε ο κόσμος μπόρεσε εύκολα να στηρίξει πλέον. Με αποτέλεσμα με νύχια και με δόντια να κρατηθεί για τα επόμενα δέκα χρόνια. Τα δέκα τελευταία χρόνια δηλαδή ήταν με νύχια και με δόντια. Το παλέψαμε όσο μπορούσαμε. Ακόμα και η καινούρια γενιά βρήκε άλλους τρόπους για να καλύπτει τις ανάγκες της σε πολιτισμικά δρώμενα, που δεν το… δεν είναι κατηγορία αυτό, είναι η εξέλιξη των πραγμάτων. Οπότε, το «Περίπου» σαν να γέρασε λίγο. Άρχισε να έχει ρευματισμούς, άρχισε να έχει αρθρίτιδες και αποφάσισε να βγει και αυτό στη σύνταξη. Πήγε στα χέρια ενός καινούριου ανθρώπου. Λειτουργεί ακόμα ως μουσική σκηνή βέβαια μόνο, και καφέ-μπαρ, αλλά ξαναγεννήθηκε. Δηλαδή, το «Περίπου» στα επόμενα χρόνια, που λέμε, τα δύσκολα, δεν άλλαξε χαρακτήρα. Στα χέρια μου όσο ήτανε παρέμεινε αυτό το αρχικό. Και κρατήθηκε όσο μπορούσε να κρατηθεί. Από κει και πέρα, λογικό ήτανε ότι έκανε έναν κύκλο και το καλό είναι όμως ότι δεν πέθανε. Ξαναγεννήθηκε. Κληροδοτήθηκε, να σ' το πω έτσι. Και είναι άλλος ένας λόγος που είμαι πολύ… αυτό με συγκινεί πάρα πολύ. Γιατί τώρα είναι στα χέρια ενός παιδιού που μεγάλωσε εκεί μέσα. Γαλουχήθηκε μετά το «Περίπου». Αυτό είναι το μεγαλύτερο… ένα είναι ότι έκανε καινούριους αναγνώστες και ακροατές, και ένα είναι αυτό, ότι συνεχίζει να ζει στο σήμερα. Έφερε κάτι καινούριο στο τότε, και συνεχίζει και στο σήμερα να φέρνει πράγματα, τα του σήμερα.
Τον πρώτο καιρό πώς λειτουργούσε η βιβλιοθήκη; Θα ήθελες να μου περιγράψεις;
Ναι. Ήτανε λίγο μη δημοκρατικό το σύστημα της επιλογής των βιβλίων. Δηλαδή, επειδή είμαι και Παπαδοπούλου, καταλαβαίνεις ότι ό,τι μου άρεσε εμένα ερχότανε εκεί μέσα! Ήτανε… η επιλογή των βιβλίων γινόταν ως εξής: Αυτό θέλω να το διαβάσω; Θέλω να το διαβάσω, «φέρ' το!». Έτσι. Ερχότανε, λοιπόν, ο κόσμος, μπορούσε να πάρει το βιβλίο από τη βιβλιοθήκη, να κάτσει στο τραπεζάκι του να το διαβάσει, με πολύ προσοχή και κατάνυξη, να μην το χαλάσει, γιατί και το βιβλίο είναι κάτι που μπορεί να περάσει σε άλλο χέρι κάποια στιγμή, δεν θέλουμε το αποτύπωμα του καφέ του… Καθότανε, λοιπόν, να το διαβάσει, αν του άρεσε, το αγόραζε. Αλλά το βιβλίο ήταν και ένα μέσο να πιάσω πολλούς φίλους εγώ στον Άγιο Νικόλαο. Για κάποιο λόγο οι άνθρωποι, δεν ξέρω, ή μου είχαν εμπιστοσύνη, ή επειδή ξέραν ότι εγώ ήμουν που τα διαλέγω ερχόταν κατευθείαν σε μένα. Για κάποιον λόγο, λοιπόν, οι άνθρωποι σε ό,τι έχει να κάνει με το βιβλίο απευθύνονταν σε μένα. Και πιάναμε κουβέντες και πιάναμε ιστορίες και, και, και… Και κατεβάζαμε τη μισή βιβλιοθήκη κάθε φορά, μέχρι να βρούμε τι του αρέσει του άλλου. Είτε για να το διαβάσει είτε για να το αγοράσει, ή για να το χαρίσει ή για να το βάλει κάτω, να πατάει πάνω του να φτάνει κάπου. Ξέρω 'γώ; Για όλες τις χρήσεις, για όλες! Και λειτουργούσε έτσι το βιβλίο. Ήτανε ο φίλος μας που μπορούσαμε… Ήταν πολύς κόσμος, μου το είπανε αυτό, Δήμητρα, σου ορκίζομαι, και είχε σηκωθεί η τρίχα μου τότε. «Δεν μου είχε», λέει, «μπει στο μυαλό ποτέ ότι μπορώ να πω κάτι σε κάποιον μέσα από ένα βιβλίο. Θέλω να του πω σ' αγαπώ και θα του το πω μέσα από ένα βιβλίο. Αυτό το χαζορομαντικό, ναι, αυτό. Αυτό. Θέλω να τον πειράξω και θα [00:40:00]διαλέξω έναν αστείο τίτλο για να τον πειράξω. Και θα χαρίσω αυτό το βιβλίο στη γιορτή τους». Κι υπήρχανε και άνθρωποι που αγάπησαν πολύ το βιβλίο τελικά μέσα από το «Περίπου». Αυτό θα το λέω και θα το ξαναλέω. Ήμουνα πολύ τυχερή, γιατί, ειδικά σε αυτό το κομμάτι, αυτό που αγαπούσα εγώ πάρα πολύ, αυτό για πολλά χρόνια, πολλά χρόνια, το έκανα και επάγγελμα, αλλά και μέσα από αυτό βρήκα φίλους, που κρατάνε για πάντα αυτοί οι φίλοι που έχουμε αυτήν την κοινή αγάπη.
Πώς λειτουργούσε ο χώρος του ίντερνετ καφέ;
Το ίντερνετ καφέ κράτησε με υπολογιστές, αυτούς τους πύργους με τις τετράγωνες οθόνες… όχι τετράγωνες, τις οθόνες-σκαμπό που ήτανε, τις θυμάσαι εσύ; Τις πρόλαβες; Ήτανε, λοιπόν, κάτι τεράστιες οθόνες. Να φανταστείς, στον ένα τοίχο του «Περίπου», χωρούσαν τρεις μόνο υπολογιστές! Και όταν ξεκίνησε, οι άνθρωποι βλέπαν τα e-mail τους, βλέπαν Formula 1, βλέπαν τέτοια πράγματα. Δεν ήταν το ίντερνετ που σήμερα όλοι γνωρίζουμε. Δεν είχε ακουστικά να ακούς μουσική, δεν είχε… Κάναν κάτι τέτοια. Επίσης, μέχρι να ξεκινήσει τότε –να σου πω, έτσι, ιστορίες για να…– το ρούτερ να πάρει μπρος έκανε ένα «τρρρ», πολύ σπαστικό «τρρρ» έκανε. Και αρχίζαμε τους καβγάδες, τα πειράγματα και όλα κι όλα κι όλα, μέσα από το ίντερνετ. Έτσι λειτουργούσε το ίντερνετ. Kάνα εισιτήριο να δούνε, κάνα αυτό… Τέτοια πράγματα. Μετά, που προχώρησε η τεχνολογία, βγήκανε και τα μπαούλα οι υπολογιστές. Μπήκανε οι φλατ οθόνες με τα μικρά πληκτρολόγια από κάτω, γίναν τέσσερις υπολογιστές, και ουσιαστικά δεν ερχόταν να κάθονται εκεί οι άνθρωποι με τις ώρες. Ερχότανε, σκαλίζανε, βρίσκανε μια πληροφορία, κάτι που θέλανε, και ύστερα με το καφεδάκι τους, καθόταν στο τραπεζάκι και το επεξεργάζονταν. Αυτό. Ήταν ένα παράθυρο στον κόσμο, αλλά δεν ήτανε το ίντερνετ καφέ του σήμερα, που πας εκεί και ξεχνιέσαι εκεί. Δεν ξέρω αν υπάρχουν ακόμα σήμερα ίντερνετ καφέ, δεν νομίζω, με το WiFi. Υπάρχουν;
Υπάρχουν.
Δεν είχε WiFi τότε, ήτανε… Έπρεπε να συνεργαστείς με το «μπαούλο»!
Τι εκδηλώσεις γίνονταν τότε στο «Περίπου»;
Τα πάντα όλα! Καλά, οι μουσικές ήτανε… είναι ευκολάκι, και τα βιβλία. Θέατρο, εκθέσεις φωτογραφίας, εκθέσεις ζωγραφικής, χορός, performance, stand-up comedies, προβολές ταινιών, μεταμεσονύκτιες προβολές ταινιών, ντοκιμαντέρ, αποκριάτικα πάρτι, δεν… Μου ξεφεύγει κάτι; Μπορεί. Σεμινάρια. Τα παιδικά τα 'παμε; Παιδικά, πολλά παιδικά. Συναντήσεις γονέων, συλλόγων, φορέων… Όλα κλείνουνε, βέβαια, με μουσική, ε; Όλα κλείνανε με μουσική στο τέλος, ναι. Προσπαθώ να σκεφτώ μήπως μου έχει ξεφύγει κάτι. Παραμύθια για ενηλίκους. Και, βέβαια, live ποίηση του Άγγελου Σπάρταλη. Κάθε τρεις και λίγο, είχαμε έναν Άγγελο Σπάρταλη πάνω σε ένα τραπέζι να μας απαγγέλλει τα ποιήματά του. Είχαμε τον ποιητή φανφάρα! Θέλω να σου πω ότι και στο κάθε μέρα… χώρια απ' το ότι γινόταν εκδηλώσεις επί τούτου, και στο κάθε μέρα στήνονταν κι από κάτι. Όχι κάθε κάθε μέρα, αλλά πάρα πολύ τακτικά και συχνά, από το τίποτα, μια θα ασχολιόμασταν με τα ποιήματα του Σπάρταλη, μια θα 'φερνε ένας ένα λαούτο και θα πιάναμε την παρέα και θα στηνόταν κάτι. Μέσα στο «Περίπου» γαλουχήθηκε και ο Γιάννης ο Χαρούλης, ας πούμε. Μέσα στο «Περίπου» έπαιξε πρώτη φορά ο Μαραβέγιας. Μέσα στο «Περίπου» γράφτηκε «Το ψάρι», το τραγούδι του Απόστολου του Ρίζου. Από αυτά τα παρεΐστικα τα στησίματα, τα αυθόρμητα, στην πορεία γίνανε πράγματα. Αλλά εκεί, στην καθημερινότητά του «Περίπου», είχαμε συνέχεια τέτοια. Εκεί που δεν τα περίμενες, τσουπ! Ξεφύτρωνε και κάτι. Και ήταν πιο σημαντικά αυτά από τις εκδηλώσεις, ή εξίσου σημαντικά. Άντε, να μην το… δεν θέλω να πονέσω κανένα από τα παιδιά μου. Ήταν εξίσου σημαντικά με τις εκδηλώσεις.
Ποιους καλλιτέχνες φιλοξένησε το «Περίπου»;
Έχουμε χρόνο για περίπου πεντακόσια ονόματα;
Πες όσα σου έρθουν!
Θα πω όσα μου έρθουν, αλλά επειδή δεν θέλω να αδικήσω κανέναν, θα σου στείλω και όλη τη λίστα, που τους έχω καταγράψει έναν έναν, όλους τους μουσικούς, όλους, όλους, όλους, όλους… γιατί όλοι είναι καλλιτέχνες και θα ήθελα με κάποιον τρόπο αυτό, να φανούν όλοι, όλα τα ονόματα, όλα τα ονόματα. Ας το πάρουμε, λοιπόν, χρονολογικά. Από τους ντόπιους να ξεκινήσω ή από;… Η πρώτη εκδήλωση ήταν με τον παπα-Τζάβλα και τον Σγουρό, ντόπιοι καλλιτέχνες. Ο παπα-Τζάβλας, κανονάκι. Παπάς! Ορίστε, κοίταξε να δεις, άνοιξε το «Περίπου» ένας παπάς με το κανονάκι του! Πόσο πρωτοποριακό μπορεί να ήταν για τότε; Λοιπόν, πάμε. Είπαμε, «Xylouris Ensemble» –ο Γιώργης ο Ξυλούρης δηλαδή–, από την Αυστραλία ήρθανε, για να μας κάνουνε τη δεύτερη παρουσίαση στο «Περίπου». Τώρα θα αρχίσω όμως να τα τσουβαλιάζω λίγο, γιατί θα μας πάρει μέχρι μεθαύριο. Αρλέτα, Κηλαηδόνης, Yazdjian, «Human Touch», «Louisiana Red» με «Blues Wire», Βαγγέλης Γερμανός… Τώρα μιλάω για τους παλιούς παλιούς, στην αρχή αρχή. Ψαραντώνης, Γιώργης Ξυλούρης, «Παλαιινά Σεφέρια», λίγοι απ' τους «Χαΐνηδες»… Και πάμε για τους πιο μακρινούς: Μποφίλιου, Νέγκα, Μαρία Λούκα, Απόστολος Ρίζος, Χρήστος Θηβαίος, ο οποίος είναι ένας τοίχος του «Περίπου». Και τι δεν έχει κάνει ο Χρήστος Θηβαίος μέσα στο «Περίπου»! Δηλαδή, ο Χρήστος είναι, ναι, είναι κανονικά ένας τοίχος του «Περίπου». Σαβίνα Γιαννάτου. Στάσου, ρε, θα μου 'ρθουνε! Τι μου βάζεις και κάνω τώρα… Σαβίνα Γιαννάτου… την Νέγκα την είπαμε… Δώσε μου. Δικαίωμα. Σκάλωσα σε μία, δεν θυμάμαι πώς τη λένε τώρα και γι' αυτό. Παρίσης, «Υπόγεια Ρεύματα», Θάνος Ανεστόπουλος. Παύλος Παυλίδης, Μήτσος Πουλικάκος, «Σπυριδούλα». Χωμενίδης, Ρέα Γαλανάκη, Κωστής Γκιμοσούλης… Αγαπημένος Γιάννης Μακριδάκης. Πολλοί ντόπιοι συγγραφείς, πολλοί ντόπιοι καλλιτέχνες. Ό,τι, ό,τι χορδή έχει παίξει στον Άγιο Νικόλαο έχει περάσει απ' το «Περίπου». Το συγκρότημα των καθηγητών με τον Γιαννακάκη, «Μηδέν Άγαν». Τον Ρίζο τον είπα; Παναγία μου, θα ξεχάσω! Σίγουρα θα ξεχάσω πολλούς. Να ανοίξω το αρχείο;
Μην αγχώνεσαι, θα έχουμε και τη λίστα.
Ναι! Τη λίστα, σε παρακαλώ, γιατί δεν… Ο Οδυσσέας ο Τσάκαλος.
Την έχουμε τη λίστα σίγουρα, έτσι;
Την έχουμε τη λίστα, την έχουμε τη λίστα! Είναι όλοι–
Ωραία, τέλεια! [00:50:00]Τι σχέση έχεις με τους καλλιτέχνες που είχαν περάσει απ' το «Περίπου»;
Λοιπόν, με όλους… Γιώτα Βέη! Με όλους, με όλους, με όλους, με όλους έχω καλές αναμνήσεις. Υπάρχουν ένα δυο εξαιρέσεις, που δεν έχω καλές αναμνήσεις, αλλά χωρίς… Η Μόνικα, ας πούμε, θα το πω δημοσίως. Γιατί δεν τη γνώρισα ποτέ, ήταν ένα απ' τα παιδιά που ήρθε στο «Περίπου», αλλά δεν γνωριστήκαμε ποτέ. Σπάνιο πράγμα για μένα αυτό. Γιατί με όλους, με όλους, με όλους, όταν φεύγανε, κλαίγαμε. Ήταν το κλίμα του, που σου είπα ότι το «Περίπου» ήταν ένα σπίτι και ερχόταν οι άνθρωποι και βρίσκαν την υγεία τους, πώς να σου πω; Λοιπόν, με όλους έχω καλές αναμνήσεις, όλους ανεξαιρέτως. Όχι κι ανεξαιρέτως, είπαμε, υπάρχουνε και κάνα δυο εξαιρέσεις. Με κάποιους από αυτούς έχουμε γίνει αδέρφια και κάποιους άλλους τους υιοθέτησα, έχουν γίνει παιδιά μου, μόνο τα χαρτιά μάς λείπουν! Μαρία Παπαγεωργίου. Παναγία μου, να μην ξεχάσω! Πραγματικά, τέτοια ζεστασιά! Γιατί εδώ για κάποιον λόγο οι άνθρωποι ακουμπούσαν την ψυχούλα τους. Συνήθως, όταν… δεν ήταν αυτό το επαγγελματικό, ακόμα και αν ερχόταν με τον επαγγελματισμό τους, πάρα πολύ γρήγορα, στο μισάωρο, τους έφευγε. Οπότε, αφήνανε… ο καθένας που πέρασε από κει μέσα άφησε κομμάτι της ψυχούλας του, χωρίς να το καταλάβει. Έγινε αυθόρμητα! Επομένως, σου λέω, αδέρφια και παιδιά. Όλοι εκεί μέσα. Και έτσι, έγινε αυτό αφορμή και το «Περίπου» είναι γνωστό και έξω απ' τον Άγιο Νικόλαο και έξω απ' την Κρήτη. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι… Και είναι με αυτόν τον τρόπο γνωστό, δεν είναι μία μουσική σκηνή που πήγαμε και κάναμε… Όχι. Είναι με αυτόν τον τρόπο εδώ. Κάποιοι το λένε ότι είναι ο παράδεισός τους και κάποιοι άλλοι το λένε ότι είναι η καταστροφή τους το «Περίπου»! Από αυτούς που ήρθανε. Αλλά με όλους, όλους, όλους –με λίγες εξαιρέσεις– αναπτύχθηκε αυτή η σχέση, η πολύ ζέστη, η πολύ εγκάρδια, η πολύ αληθινή. Τα παιδιά μου… Να, αυτό μου λείπει πολύ! Και μου λείπουν όλοι. Και τώρα, ξέρεις, δεν έχω την αφορμή να τους ξαναδώ. Θα πρέπει να πάω εγώ εκεί που είναι τώρα. Μπορεί να 'ρθουν αυτοί εδώ…
Έχεις καμία ιστορία να μου πεις με αυτούς τους καλλιτέχνες;
Να σου πω με τον Μαραβέγια; Όταν ήρθε ο Μαραβέγιας εδώ πρώτη φορά, είχαμε κανονίσει τρεις πόλεις να τον έχουμε. Σητεία, Ιεράπετρα, Άγιος Νικόλαος. Τελικά, η Σητεία αποφάσισε ότι δεν τον θέλει το Μαραβέγια, «Ποιος είναι ο Μαραβέγιας;» και έμεινε έξτρα μέρες στον Άγιο Νικόλαο. Τότε του 'λεγα, από τότε του 'λεγα: «Φίλε μου, θα γίνεις διάσημος!». «Άσε με, μωρέ, που θα γίνω διάσημος. Με κοροϊδεύεις κι εσύ!». «Βρε, θα πας καλά!». «Άσε με, μωρέ, που θα πάω καλά, με κοροϊδεύεις κι εσύ!». Είχαμε πάει σε μια ραδιοφωνική εκπομπή του Παύλου του Παπαδόπουλου και όσο… απ' την αμηχανία του όση ώρα μίλαγε, ζωγράφιζε κιόλας σε ένα χαρτάκι. Του είπα: «Αυτό θα το κρατήσω και όταν θα γίνεις διάσημος θα σε απειλώ με αυτό». «Κράτα το», μου λέει. Ήρθαν τα πράγματα και έχω αυτό το χαρτάκι, που τον απειλώ μ' αυτό! Αρλέτα. Η Αρλέτα ήταν ερωτευμένη με την κιθάρα της. Όχι ερωτευμένη με την κιθάρα της, η κιθάρα της ήτανε –πώς να σου πω;– ήτανε ένα γυάλινο βάζο που δεν έπρεπε να το ακουμπήσει κανείς και που σαν να ήταν πάρα πολύ εύθραυστο και όλα αυτά. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι την εμπιστεύτηκε σε μένα και εγώ ένιωσα τεράστια χαρά και τεράστια τιμή που με εμπιστεύτηκε! Αφού της έκλεινε εισιτήριο της κιθάρας. Για να μην τις βάλει κάτω στις αποσκευές, της έκλεινε εισιτήριο και ταξίδευε αυτή και η κιθάρα της στο αεροπλάνο. Βέβαια. Και μου την έδωσε να την κουβαλήσω εγώ. Για καλή της τύχη μου την έδωσε εκείνη τη μέρα, γιατί κατεβαίναμε μια κατηφόρα και μου 'φυγε η Αρλέτα, έπεσε η Αρλέτα κάτω. Και η πρώτη της έννοια ήταν: «Η κιθάρα μου είναι καλά;» που την κρατούσα εγώ! Καλή μου, καλή μου. Υπέροχος άνθρωπος! Τη λένε για δύσκολο, υπέροχος άνθρωπος! Κάναμε ξενύχτι εκείνο το βράδυ με την Αρλέτα, όλη νύχτα. Μας βρήκε το ξημέρωμα. Στο σπίτι, μετά που τελείωσε… Ναι. Με τον Ψαραντώνη πάλι. Μπροστά μου. Παίρνει τηλέφωνο τη… Ήμασταν στο «Περίπου» και καθόμασταν και λέμε: «Το άλλο Σαββατοκύριακο θα κάνουμε συναυλία». «Θα κάνουμε». Μου είχε βγάλει και μαντινάδα ο Ψαραντώνης. «Θα κάνουμε συναυλία». «Να βάλουμε αφίσες, Ψαραντώνη, να βάλουμε αφίσες». «Κάτσε να πάρω τη γυναίκα μου». Παίρνει τη γυναίκα του μπροστά μου. «Ουρανία»… Όχι Ουρανία, μωρέ, «Κατίνα! Θα μου στείλεις με το ΚΤΕΛ εκείνες τις αφίσες…» στο τηλέφωνο τώρα, κρατάει το τηλέφωνο. «Εκείνες τις αφίσες, που είμαι ετσέ! Όχι τις άλλες, εκείνες που είμαι ετσέ!» «Εντάξει», του λέει κι αυτή. Και έχω μείνει βλάκας εγώ και τον κοιτάζω, δεν έβρισα. Και τον κοιτάζω. Και του λέω: «Ποιες θα σου στείλει τώρα; Έχει καταλάβει;». «Ξέρει αυτή, ξέρει!». Και πράγματι, του 'στειλε κάποιες αφίσες που είναι γερμένο το κεφάλι του στον αριστερό ώμο! Μου 'βγαλε και μαντινάδα, ναι: Άσπρη κατάσπρη κάτασπρη, άσπρη με μαύρα μάτια, ποιος άνθρωπος θε να γενεί, να μη σε δει κομμάτια! Αυτό μπορεί και να κοπεί στο μοντάζ!
Όχι, αυτό το θέλουμε!
Α, αυτό το θέλουμε! Ναι, το κρατάμε. Με την Μαρία την Παπαγεωργίου έχω να σας πω πάρα πολλές ιστορίες, αλλά δεν θα σας πω, γιατί δεν θέλω να την εκθέσω. Η Μαρία Παπαγεωργίου, ας πούμε, θεωρώ ότι είναι αυτήν τη στιγμή ένα από τα πέντε πιο ταλαντούχα πλάσματα της Ελλάδας. Από τα πέντε πιο ταλαντούχα. Σε όλους τους τομείς, σε όλες τις τέχνες. Και μου αρέσει που κρατάει χαμηλό προφίλ ως προς αυτό. Αλλά θυμηθείτε με ότι αυτό το πλάσμα θα το δούμε πολύ ψηλά. Και τι δεν έχουμε κάνει εκεί μέσα! Τον Χαρούλη αμούστακο, τον αποχαιρετάμε για να πάει φαντάρος. Δράσεις, δρώμενα… Μια φορά κάναμε… Είχε πιάσει η Ελλάδα φωτιές. Και πήραμε το «Περίπου» και το πήγαμε ουσιαστικά σε μια παραλία. Δηλαδή, στήσαμε μία δράση μίας ημέρας σε μία παραλία –ήρθαν τα «Υπόγεια Ρεύματα» τότε– για να το υποστηρίξουμε όλο αυτό, για να μαζέψουμε χρήματα, για να τα στείλουμε στους πληγέντες στη φωτιά, από τη φωτιά. Και όπως ήμασταν όλοι, πήγαμε και όλοι μαζί το διοργανώσαμε. Μαγικό πράγμα, μαγικό, χωρίς πολλά πολλά. Αλλά ήταν… Προσπαθώ να σου μεταφέρω αυτό το κλίμα, ότι ήμασταν κάποιοι άνθρωποι εκεί μέσα που είχαμε τόσο πολύ κοινό μυαλό, που με τα μάτια μόνο φτιάχναμε πράγματα. Το 'ζησα αυτό. Και είμαι πολύ χαρούμενη.
Αυτό είναι το πιο όμορφο.
Ναι. Και μέσα σε αυτό γαλουχήθηκε και το δικό μου το παιδί. Και έχουμε ακόμα έναν άνθρωπο τέτοιο. Δηλαδή, δεν θα 'ναι καμιά δεκαριά τώρα, έτσι, τέτοιοι άνθρωποι, που βγήκαν από εκεί μέσα; Ε, δεν είναι όφελος αυτό;
Τι συναυλίες έγιναν τότε στο «Περίπου»;
Δεν ήταν συναυλίες. Ήταν κατάθεση ψυχής! Ό,τι έγινε ήταν κατάθεση ψυχής. Και ό,τι… Σου είπα στην προηγούμενη ερώτηση μερικά από αυτά που γίνανε. Αλλά αυτό το «συναυλίες» μού ακούγεται πολύ κρύο. Δεν γινόταν συναυλίες στο «Περίπου». Γινότανε μοιράσματα, γινότανε αλισβερίσι. Ναι. Επειδή δεν υπήρχε σκηνή, οι καλλιτέχνες ήτανε [01:00:00]μαζί με τον κόσμο, μέσα, ένα. Οπότε, γινόταν όλο ένα το πράγμα. Και ήταν αλισβερίσι. Δίναν και παίρναν, δίναν και παίρναν. Και ο κόσμος και αυτοί, και ο κόσμος και αυτοί. Και εμείς όλοι, γύρω γύρω. Τα πάντα. Δεν γίναν συναυλίες λοιπόν υπό αυτήν την έννοια.
Τι είδη μουσικής παίζατε στο «Περίπου»;
Από κρητικά, παραδοσιακά όλης της Ελλάδας, μέχρι έθνικ όλου του κόσμου, μέχρι μπιτάκια, μέχρι prog, μέχρι pop –pop, ναι– και λαϊκά και τζαζ και τι δεν… Δεν υπήρχε περιορισμός. Όχι, οποιοδήποτε είδος μουσικής, αρκεί να μας ακουμπούσε κάπου. Να 'ταν η ώρα του, να μας ακουμπούσε κάπου, να 'ταν όμορφο, να 'ταν… Τα πάντα παίξαμε, τα πάντα, τα πάντα. Πρέπει να σου πω ότι έχει παίξει και Στανίση στο «Περίπου»!
Ενδιαφέρον.
Βεβαίως!
Και τι κομμάτι άφηναν οι καλλιτέχνες αυτοί στο «Περίπου»; Θέλω να πω, στη διακόσμηση, ας πούμε.
Εκτός απ' τις αφίσες; Οι πιο πολλοί έπαιρναν. Παίρνανε τον τιμοκατάλογό μας, ας πούμε, τους άρεσε πάρα πολύ. Άφηναν τις αφίσες τους απ' τα live τους, παίρνανε κούπες, παίρνανε τιμοκατάλογο, παίρνανε κομμάτια απ' την καρδιά μας, παίρνανε, παίρνανε, παίρνανε… Στη διακόσμηση, ναι, αυτό, φωτογραφίες πολλές, αφίσες πολλές. Και ο Θάνος ο Ανεστόπουλος άφησε και ένα σκίτσο του, «Keep on rolling», το οποίο το 'χει κρατήσει ο Νικόλας, που το 'χει τώρα στα χέρια του το «Περίπου», μια τοιχογραφία, η οποία είναι και θα είναι για πάντα εκεί.
Θα ήθελες να μοιραστείς κάποιες συγκεκριμένες εκδηλώσεις που έχουν χαραχτεί στη μνήμη σου; Την εικόνα τους;
Θα πω μια αρνητική. Ο Αντώνης ο Μποσκοΐτης έχει κάνει ένα εξαιρετικό εξαιρετικό ντοκιμαντέρ για τον Παύλο Σιδηρόπουλο… όχι, συγγνώμη, δεν ήταν του Μποσκοΐτη αυτό! Προβάλλουμε λοιπόν το εξαιρετικό εξαιρετικό ντοκιμαντέρ για τον Παύλο Σιδηρόπουλο και είμαστε τέσσερα άτομα –θα πω μια αρνητική, για να πω και για τις καλές μετά, αλλά δεν ήταν όλα ρόδινα, θέλω να σου πω– και όπως είναι η οθόνη και ο προτζέκτορας και είμαστε τέσσερις πέντε που παρακολουθούν το ντοκιμαντέρ, οι ηλικίες μας από 30 μέχρι 60, έρχονται και δύο παρέες, από 18, 19, 20 χρόνων και κάθονται με την πλάτη στον προτζέκτορα και δεν βάζουν γλώσσα μέσα. Εκεί απογοητεύτηκα. Αφενός, διότι, ρε φίλε, δεν σέβεσαι καθόλου αυτό που συμβαίνει; Δεν το ξέρεις, δεν έχω την απαίτηση από σένα να το ξέρεις. Αλλά δεν σου κάνει καμία περιέργεια, έτσι, να γυρίσεις λίγο να δεις τι είναι αυτό που παίζει πίσω; Αυτό ήταν ένα απογοητευτικό που θα μου μείνει… Θα μου μείνει, η αλήθεια. Και για τα καλά, δεν θα ξεχάσω τα δάκρυα, ένθεν και ένθεν, από συγκίνηση κι από χαρά, από ό,τι θες πες το, που πέφτανε τις περισσότερες φορές κατά τη διάρκεια των συναυλιών. Δεν θα ξεχάσω που ένιωθαν καλά οι καλλιτέχνες να πούνε κάτι που το 'χανε ακόμα στα σκαριά, αλλά βλέπαν από κάτω τον κόσμο τόσο πολύ μέσα σε αυτό και τόσο πολύ παρέα, που ένιωθαν καλά να τους πούνε κάτι καινούριο, σαν να θέλουνε τη γνώμη του κόσμου: «Να το βγάλω αυτό; Σας αρέσει, παιδιά;». Σαν να ήταν στην οικογένειά τους μέσα και το παρουσιάζανε. Αυτό ήτανε μαγικές στιγμές. Έχει συμβεί κάμποσες φορές αυτό, έχει συμβεί. Δεν θα ξεχάσω τον κόσμο να αγκαλιάζεται, ρε παιδί μου, να αγκαλιάζεται. Προ κορονοϊού όλα αυτά. Να ακούει ένα τραγούδι από κάποιον και να αγκαλιάζεται. Παναγία μου, τόσο χαλαρός και τόσο ωραία και τόσο γλυκά και τόσο όμορφα! Και να μιλάνε με τον καλλιτέχνη απευθείας και ο καλλιτέχνης να τους μαθαίνει με τα ονόματά τους πια και να… Ήταν τα πιο ωραία, τα πιο ωραία βιώματα εκεί μέσα. Αυτό το τόσο άμεσο! Και μια συναυλία που δεν θα ξεχάσω ποτέ… μία από αυτές που δεν θα ξεχάσω ποτέ ήτανε του Λουκιανού Κηλαηδόνη. Όλοι ξέρουμε ότι ο Λουκιανός ήταν λίγο παραπάνω ποτήρι. Και κάποια στιγμή, ένας από τους παρευρισκόμενους πελάτες μέχρι κόντεψε να του ρίξει το πιάνο. Τρομαγμένη εγώ –«ψαράκι» τότε ακόμα– πάω να πω συγγνώμη στον Κηλαηδόνη. Και μου σηκώνει το χέρι «στοπ!» και μου κάνει: «Αυτοί είναι οι άνθρωποι που μ' ακούνε!». Ναι, ο καλός μου. Αυτό, αυτό ήταν το πιο ωραίο με το «Περίπου», ότι δεν ήταν συναυλία, ότι ήτανε πάρε-δώσε.
Ποια ήταν η στήριξη που είχε το «Περίπου» από τον Άγιο Νικόλαο εκείνα τα χρόνια;
Ποια χρόνια;
Τα πρώτα χρόνια.
Τα πρώτα χρόνια. Τα πρώτα χρόνια το «Περίπου» έλαβε τέτοια στήριξη που εγώ δεν το περίμενα με τίποτα. Δεν ήξερα ότι μπορεί να υπάρξει τόση στήριξη σε έναν χώρο. Τα πρώτα χρόνια… Τι να σου πω; Δηλαδή το «Περίπου» ό,τι και να έκανε, ο κόσμος δίψαγε. Δίψαγε, δίψαγε, δίψαγε. Ερχόταν, ακολουθούσαν, στήριζαν. Αναπαρήγαγαν ραδιοφωνικοί παραγωγοί, τοπικά μέσα, εφημερίδες, τα πάντα όλα ακολουθούσαν. Τα πρώτα χρόνια. Έχει άλλη επόμενη ερώτηση για τα υπόλοιπα χρόνια, ή να το συνεχίσω;
Ό,τι νιώθεις.
Τα πρώτα χρόνια –αυτά που σου λέω– δεν ήταν λίγα όμως. Ήταν δέκα χρόνια που ήταν έτσι. Ήταν δέκα χρόνια που το «Περίπου» υπήρχε μες στον Άγιο Νικόλαο πολύ ενεργά. Γιατί και ο Άγιος Νικόλαος, και από τον κόσμο, αλλά και από τους άρχοντες και τους προύχοντες, αλλά και από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης το «Περίπου» στηρίχτηκε. Τους ενδιέφερε. Κάποια στιγμή άρχισε όμως το «Περίπου» να γίνεται λίγο δεδομένο. Αυτό το «δεδομένο» ήταν που ήταν και η καταστροφή του «Περίπου». Δηλαδή, δεν υπάρχει κάτι που να το αυτοσυντηρείται σε αυτόν τον κόσμο. Και το λουλούδι άμα τ' αφήσεις απότιστο, θα μαραθεί. Οι κατσαρίδες δεν ξέρω τι κάνουν. Θεώρησε, λοιπόν, νομίζω, η [01:10:00]τοπική κοινότητα, ότι, εντάξει, το «Περίπου» ήρθε και είναι στον αυτόματο και θα μείνει και θα… Επίσης, είχαμε δώσει τόσο πολύ πράμα, ρε παιδί μου, τόσο πολύ πράμα, που χόρτασαν, ξεδίψασαν οι άνθρωποι! Με το δίκιο τους, δεν λέω. Με το δίκιο τους. Αλλά σταμάτησε αυτή η δίψα του κόσμου, άρα σταμάτησε και σιγά σιγά και η παροχή από πλευράς του «Περίπου». Άρχισε να λιγοστεύει, να λιγοστεύει, να λιγοστεύει. Δεν το λέω σαν παράπονο. Το λέω σαν φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων. Ότι στα πρώτα χρόνια γινότανε πολύ μεγάλος ντόρος και ήταν όλο το πράγμα ενεργό, και σιγά σιγά έγινε δεδομένο… Μη σου πω ότι υπήρξαν και φορές που με ενοχλούσε αυτή η ερώτηση: «Πότε θα κάνετε κανένα live να 'ρθούμε;». Δεν πάει έτσι όμως. Και όσοι χώροι υπάρχουν ακόμα στην Ελλάδα –να το 'χει ο κόσμος αυτό στο μυαλό του– δεν είναι έτσι. Για να μπορεί ο κάποιος να κάνει μία εκδήλωση πρέπει να έχει την ασφάλεια της υποστήριξης κάθε μέρα. Κάθε μέρα. Δεν είναι... Δεν επιχορηγείται από πουθενά, δεν είναι κάποια κρατική δομή, δεν ανήκει στην UNESCO, κάτι… Τίποτα. Αυτό όλο για να υπάρξει πρέπει να συντηρηθεί εκ των έσω. Είναι αυτοδιαχειριζόμενο. Δεν μπορεί από μόνο του να υπάρξει. Το αφήσαν, λοιπόν, κάποια στιγμή όλοι μόνο του το «Περίπου». Τα επόμενα, λοιπόν, χρόνια προσπάθησα, αλλά δεν άντεξα. Είναι λίγο γλυκόπικρο αυτό που λέω, αλλά είναι αλήθεια για όλους τους χώρους, όχι μόνο για το «Περίπου».
Και φτάνουμε, λοιπόν, στην περίοδο της οικονομικής κρίσης. Πώς πιστεύεις ότι επηρέασε η οικονομική κρίση την πορεία του «Περίπου»;
Σημείο-σταθμός. Σημείο-σταθμός. Αφενός, επηρέασε εμένα, που δεν μπορούσα να υποστηρίξω πια χωρίς δεύτερη σκέψη αυτά τα οποία ήθελα εγώ να παράγω, να φέρω, να μεταφέρω, να, να, να, να… Δεν είχα την πολυτέλεια του ρίσκου. Αφετέρου, επηρέασε τον κόσμο. Γιατί, φυσικά, κοίταγε να καλύψει τις πρωταρχικές του ανάγκες. Και το ξέρουμε όλοι μας. Εγώ από μένα την ίδια, δηλαδή πολύ θέλω να πάω σε κάποιες συναυλίες στην Αθήνα. Μπορώ; Δεν μπορώ. Πολύ θέλω να παρακολουθήσω όλες τις παραστάσεις στον κινηματογράφο μας εδώ. Μπορώ; Ούτε αυτό μπορώ. Έτσι, λοιπόν, το κατανοώ, ότι αυτές οι μικρές χαρές και πολυτέλειες που δίναμε στον εαυτό μας, ξαφνικά έπρεπε να κοπούνε. Αυτή η κρίση ήτανε κρίση για τους πάντες και για τα πάντα, όχι μόνο για το «Περίπου». Αυτή η κρίση έφερε πτώση στο «Περίπου», έφερε πτώση στην ποιότητα ζωής των ανθρώπων, έφερε πτώση μέχρι και στις αξίες. Δυστυχώς, βλέπουμε… σήμερα βλέπουμε τα αποτελέσματα της πτώσης των αξιών του τότε. Και ήτανε το καθοριστικό σημείο που άρχισε να βάζει το «Περίπου» στην καθοδική του πορεία. Το «Περίπου», τον «Πολυχώρο Περίπου», όχι το «Περίπου». Το «Περίπου», είπαμε, υπάρχει ακόμα, ο «Πολυχώρος Περίπου» όμως, το βιβλίο, το CD, οι εκδηλώσεις, οι παρέες, αυτά, αυτά με εκείνη την κρίση ήτανε που φάγανε μία καλή γροθιά. Προσπάθησε να σηκώσει κεφάλι, μετά από τότε, κάτι πήγε να κάνει, αλλά δεν τα κατάφερε. Και δεν φταίει κανένας γι' αυτό, από αυτούς που το στηρίζανε ή από εμάς που το υποστηρίζαμε. Φταίει το πραγματικό γεγονός, ότι ο πολιτισμός γενικά έγινε μια πολυτέλεια για τον άνθρωπο. Λάθος, κατά τη γνώμη μου, αλλά απόλυτα κατανοητό, γιατί και εγώ ίδια, σήμερα που μιλάμε, θα κοιτάξω πρώτα να γεμίσω το ψυγείο μου και μετά να ασχοληθώ με τις πολιτιστικές μου ανησυχίες. Κακώς, αλλά έτσι είναι.
Τι εκδηλώσεις γίνονταν τότε στο «Περίπου»; Στην οικονομική κρίση;
Α, στην οικονομική κρίση! Προσπαθούσαμε τότε να κάνουμε μία τον μήνα, που να συμπεριλαμβάνει εισιτήρια, δηλαδή να 'ρθούνε από άλλους τόπους στον Άγιο Νικόλαο, με όσο το δυνατόν μικρότερα σχήματα, και οι υπόλοιπες να είναι, όσο γίνεται, με ντόπιους. Γιατί δεν υπήρχε φιλοξενία… Η Κρήτη είναι και μακριά από την υπόλοιπη… είναι πολύ ακριβή μετακίνηση. Η διαμονή δεν ήταν κάτι που με προβλημάτισε ποτέ, αλλά τα εισιτήρια έχουνε γίνει –και είχανε γίνει από τότε– πολύ ακριβά. Οπότε, ένα τον μήνα για αρχή, όταν πρωτοξεκίνησε η κρίση, για να μη χαθεί το πνεύμα του «Περίπου». Ακόμα και αυτό όμως, ακόμα και σήμερα χρωστάω στην τράπεζα από τα εισιτήρια αυτά, να φανταστείς. Ακόμα κι αυτό ήταν πάρα πολύ δύσκολο, το ένα τον μήνα, με το μικρό σχήμα. Επίσης, κλείσανε κι άλλοι χώροι στην Κρήτη με τους οποίους συνεργαζόμασταν και μοιραζόμασταν τα σχήματα, τα έξοδά τους. Άρα επιφορτίζονταν μόνο το «Περίπου» να φέρει πράγματα από την υπόλοιπη Ελλάδα. Δυσβάσταχτο έως αδύνατον κάποια στιγμή. Άρα, μετά το μεγάλο μπαμ, έτσι, την κρίση που ξεκίνησε απ' το 2000 και φάνηκε καλά απ' το 2005 και μετά, πιο πολύ προσανατολιζόμασταν στο να αναδείξουμε οτιδήποτε υπήρχε στην περιοχή, οτιδήποτε, οτιδήποτε, και να… με την καλή πρόθεση των καλλιτεχνών, να 'ρθούνε και όσοι περισσότεροι μπορούσαμε. Τον καιρό εκείνο λοιπόν ήρθαν όλοι οι φίλοι που έχουμε κάνει. Δηλαδή, ήρθε ο Ρίζος, ήρθε ο Παρίσης, ήρθε ο Ανεστόπουλος, ήρθε η Μαρία η Παπαγεωργίου, ήρθε η Ερωφίλη, το «Τρίφωνο», ήρθαν, ήρθαν, ήρθαν οι άνθρωποι… Η Ρίτα… Παρ' όλα αυτά, ήταν θλιβερό για μένα να βλέπω ότι… να βάζουν όλη τους την καλή τους θέληση αυτοί οι άνθρωποι και το κοινό από κάτω να είναι παγωμένο και λίγο. Δηλαδή, κάποια στιγμή, συγχώρεσέ μου τη λέξη, αλλά ένιωσα σαν να κάνουμε μνημόσυνο της μουσικής και δεν μου άρεσε καθόλου. Καθόλου. Και κάπου εκεί ήταν που αποφάσισα μέσα μου ότι: «Ώπα! Τώρα κάπως πρέπει να μεταλλαχθεί, όχι να σβήσει, να μεταλλαχθεί αυτό το πράγμα, γιατί δεν μπορεί να λειτουργήσει πια έτσι». Αλλά εγώ δεν ήξερα άλλον τρόπο. Και έτσι πέρασε στα καινούρια χέρια.
Πώς σε επηρέασε η απόφαση να κληροδοτήσεις το «Περίπου»;
Άλλη μια δύσκολη ερώτηση. Ήτανε διφορούμενα τα συναισθήματά μου. Δηλαδή, από τη μία ήταν πάλι περηφάνια και χαρά που το «Περίπου» θα συνεχίσει να υπάρχει, και μάλιστα στα χέρια ενός παιδιού που το αγάπησε, που εκεί μέσα έπλασε τον χαρακτήρα του, που είναι από αυτά που, είπαμε, έχω υιοθετήσει; Ναι. Αυτό. Δηλαδή, κληροδότημα κανονικότατο! Ήταν ένας απ' τους Νίκους, που έλουσα με λεμονάδα. Από την άλλη, επειδή ακριβώς εδώ στον Άγιο Νικόλαο ήμουν πάντα η «Σίσσυ του Περίπου», ήμουν για όλους η Σίσσυ –πλην των φίλων φίλων, πολύ στενών που είχαμε και περισσότερο σχέσεις–, καταλαβαίνεις ότι λόγω αυτής της κατάστασης οι περισσότερές μου σχέσεις ή[01:20:00]ταν μέσα εκεί. Οπότε, φεύγοντας από το «Περίπου», έπαψα και να υπάρχω. Ήμουνα η «Σίσσυ του Περίπου», και ξαφνικά έμεινε μία Σίσσυ που δεν είχε ταυτότητα. Στην αρχή τουλάχιστον. Ή έτσι ένιωθα εγώ. Μπορεί. Οπότε το βίωσα, κάπως, από τη μία με χαρά γιατί πήγε στα χέρια του παιδιού του «Περίπου» –παιδιά του «Περίπου», έχουμε κάνει πολλά παιδιά του «Περίπου» εδώ στον Άγιο Νικόλαο, και εσύ είσαι τέτοιο–, και από την άλλη, ξαφνικά έχασα την ταυτότητά μου από τη μία μέρα στην άλλη. Δεν άργησα να την ξαναβρώ, η αλήθεια είναι, την ταυτότητά μου. Και τελικά κατάλαβα ότι δεν είναι κακό. Δεν είναι κακό. Ότι απέκτησα μία ταυτότητα στον Άγιο Νικόλαο μέσω αυτού του ονείρου –που αρχικά ξεκίνησε ως όνειρο– είναι καλό. Είναι καλό! Δεν με καταργεί τελικά σαν άνθρωπο. Μου 'χει βάλει σφραγίδα, του 'χω βάλει και εγώ. Πάτσι. Είμαστε πάτσι με το «Περίπου»! Ήτανε, πραγματικά, ήτανε σαν ένα παιδί μου το «Περίπου», το οποίο μεγαλώνει, ευτυχώς, σε καλά χέρια. Και είμαι εδώ και θα το στηρίζω πάντα, πάντα, πάντα, πάντα θα το στηρίζω. Ζορίστηκα όταν έφυγα μέσα από αυτό και έφυγε και αυτό… από μέσα μου δεν ξέρω αν έφυγε, εγώ έφυγα μέσα από αυτό. Αλλά τώρα πια που έχουν περάσει και δυο χρόνια από τη στιγμή που το αποχωρίστηκα και με αποχωρίστηκε, με πολύ μεγάλη αγάπη και… όχι νοσταλγία... όχι, όχι, μόνο αγάπη, μόνο αγάπη το σκέφτομαι. Αλλά εκείνο τον καιρό, η αλήθεια είναι ότι έχασα τη γη κάτω απ' τα πόδια μου! Συνέβησαν και όλα μαζί, άλλα έτσι έπρεπε να γίνει.
Και πώς το ξεπέρασες όλο αυτό;
Α! Σου είπα, ότι έκανα πολλούς φίλους εκεί μέσα, ε; Με τους φίλους μου! Με το παιδί μου. Στην αρχή, Δήμητρα, δεν μπορούσα να πιάσω βιβλίο στα χέρια μου, ε; Ακόμα ζορίζομαι λίγο. Δεν μπορούσα να ακούσω μουσική που παίζαμε στο «Περίπου». Όχι. Έπιασα και άκουγα άλλα, εντελώς άλλα. Σαν έναν μικρό θάνατο το βίωσα στην αρχή. Και το ξεπέρασα με όλα τα κανονικά στάδια του αποχωρισμού, άρνηση κτλ., κτλ. Οι φίλοι μου, το παιδί μου… Θυμήθηκα κι άλλα κομμάτια της ζωής μου, που τα είχα ξεχάσει όντας τόσα χρόνια μέσα σε αυτό όλο. Η θάλασσα. Έφτιαξα την ταράτσα, για να 'ρχονται οι φίλοι μου, το παιδί μου…
Πολύ όμορφη ταράτσα!
Πολύ όμορφη ταράτσα, είναι η άτιμη! Δηλαδή, εστίασα στο υπόλοιπο του εαυτού μου, το οποίο δεν σταμάτησε να υπάρχει τελικά. Ξανάκανα τη δουλειά μου, την κοινωνική εργασία, που τη λατρεύω. Αυτό επίσης με βοήθησε πάρα πολύ. Και, έτσι κι αλλιώς, ο άνθρωπος, ρε παιδί μου, είναι μία… η ζωή του ανθρώπου μάλλον, είναι μία διαρκής προσαρμογή σε οτιδήποτε… Το ζήτημα είναι να προσαρμόζεσαι εύκολα και καλά. Καινούριες προκλήσεις, καινούριες καταστάσεις συνέχεια θα είναι μπροστά μας. Το τελευταίο μάθημα που μου 'δωσε το «Περίπου» είναι αυτό: Να μάθεις να προσαρμόζεσαι γρήγορα, γιατί χάνεις χρόνο. Σε χυμένο γάλα, να μην κλαις. Να πηγαίνεις παραπέρα. Πάντα υπάρχει κάτι που δεν το 'χεις δει. Δες το. Για αυτό έκλεισε ένας κύκλος, για να ανοίξει ένας καινούριος!
Θα ήθελες να μου περιγράψεις την ημέρα που έγινε η εκδήλωση «20 χρόνια "Περίπου"»;
Όχι! Όχι, όχι, δεν θέλω να σου περιγράψω! Δεν θέλω! Σ' το λέω αστεία, σ' το λέω και λίγο αλήθεια. Όταν σκεφτόμουν παλιότερα μία τέτοια επέτειο έλεγα: «Θα γίνει ένα τριήμερο πάρτι, θα έρθουνε όλοι, θα κάνουμε τρεις μέρες μουσικές, δεν θα σταματάμε πουθενά, θα κάνουνε τρεις μέρες βιβλία, θα κάνουμε έκθεση βιβλίου, θα κάνουμε ζωγραφικές, θα κάνουμε graffiti, θα κάνουμε τα πάντα όλα!». Και εντελώς απογοητευτικά εκείνη την ημέρα, μέσα από μία οθόνη και έναν προτζέκτορα και ένα Viber επικοινωνήσαμε με κάποιους από αυτούς που μπορούσαμε τελικά. Εγώ είχα δουλέψει πάρα πολύ, είχα φτιάξει... Είχα φτιάξει ένα ωραίο σαν ταινιάκι. Οι άνθρωποι που ήρθαν στα «20 χρόνια του "Περίπου"», ήτανε τριάντα. Ήταν κι αυτή μία γλυκόπικρη μέρα, γιατί ξαναείδαμε όλοι μπροστά μας τους εαυτούς μας και την εξέλιξή μας μέσα στα χρόνια αυτά, στα είκοσι. Όσοι παρευρεθήκανε και με όσους επικοινωνήσαμε, συγκινηθήκαμε πραγματικά. Αναπολήσαμε, χαρήκαμε, βάλαμε πάλι στοιχήματα, δεν ξέρω 'γώ, τι θα κάνουμε, πάλι θα αλλάξουμε τον κόσμο, πάλι θα κάνουμε τέτοια… Τίποτα δεν έγινε από όλα αυτά. Αλλά ήτανε μία μέρα που ήταν ένα καλό flashback για όλους μας όσους ήμασταν εκεί. Και εκείνη τη μέρα μπήκε μέσα μου και μια σφραγίδα τελικά, ότι: «Εδώ τώρα κάπου, εδώ τώρα κάπου πρέπει να αφήσουμε τα σκήπτρα!». Είχανε φύγει και πολύ σημαντικοί άνθρωποι από τη ζωή. Έφυγε από τη ζωή ο Τομ, ο οποίος ήταν ο πρώτος πρώτος συνεργάτης μου μέσα από το μπαρ, που ήταν ο μεγάλος μου αδερφός όταν ήρθα εδώ. Οπότε τον μπαρ από τότε, όποιος και να μπήκε από πίσω, μου φαινότανε άδειο. Είχε φύγει ο μπαμπάς σου, ο Γιάννης ο Γιαννακάκης, που ήταν μεγάλη έμπνευση για το «Περίπου» και μεγάλο στήριγμα και μεγάλη τρέλα. Είχε φύγει ο Θάνος Ανεστόπουλος, είχαν φύγει τόσοι τόσοι άνθρωποι, που πια λες ότι φτάνει, τώρα φτάνει. Ας το πάρει κάποιος άλλος που να μην έχει απώλειες, να έχει μόνο σχέδια. Αυτό.
Κάτι από πριν. Μου είπες ότι είχε μία παιδική γωνιά το «Περίπου».
Ναι.
Θα ήθελες να μου την περιγράψεις λίγο;
Είχα ένα πορτοκαλί χαλάκι κάτω, πολύ, έτσι, χνουδωτό και ζουζούνικο και ωραίο. Και μία βιβλιοθήκη σε γωνία, που να είναι σε τέτοιο ύψος τα βιβλία που τα παιδιά να μπορούν να τα πιάσουν, να τα φτάσουν, να τα κατεβάσουν, να, να, να, να… Εκεί είχα βιβλία από 0 μέχρι 5. Λοιπόν, κουδουνίστρες είχαν μέσα τα βιβλία, pop-ups, κουμπιά που πατούσες και κάνανε ήχους… Αυτά τώρα τα βιβλία, στα άλλα βιβλιοπωλεία που πήγαινα εγώ τουλάχιστον παλιότερα, δεν σε άφηνε ο βιβλιοπώλης να τα ακουμπήσεις, γιατί θα τα χαλούσες. Όμως εγώ τα είχα εκεί για τα παιδιά και ας τα χαλούσανε. Αποτέλεσμα: Ερχόταν τα πιτσιρίκια, λες και δεν είχαν ξαναδεί… και τι, δηλαδή; Τα ζαχαρωτά! Τα τραβούσαν, τα ζουλούσαν, τα πιάναν, τα μασουλούσαν, τα… Χαιρόταν τόσο πολύ με τα βιβλία! Τόσο πολύ όμως! Δηλαδή… Και στα μικρά τα πιτσιρίκια ήταν αυτό: Το βιβλίο δεν είναι κάτι μη μου άπτου. Το βιβλίο το χουφτώνουμε, το ζούμε, το μυρίζουμε, το πιάνουμε, το [01:30:00]πετάμε, το πατάμε, μπορούμε να του κάνουμε τα πάντα! Αλλά το αγαπάμε, είναι φίλος μας, είναι… το θέλουμε, μας δίνει χαρά! Και έτσι σ' αυτό, ένα μικρό πι μιλάμε, πόσο να 'τανε; 3 τετραγωνικά; Που σου λέω και πολύ. Μέσα σ' αυτά τα 3 τετραγωνικά, γινότανε πανζουρλισμός! Πανζουρλισμός… Μα ένα ήταν πιτσιρίκι, μα δέκα, ο ίδιος πανζουρλισμός! Και ήτανε, η μεγαλύτερη χαρά μου ήταν αυτή ότι: «Άσ' τα τα παιδιά με τα βιβλία! Άσ' τα! Να μάθουν να ξεφυλλίζουν μόνο, όφελος είναι». Όφελος είναι, να το ξεφυλλίζουνε. Να το βλέπουν μπροστά τους και να λένε: «Ο Σποτ!». Τότε ήταν πολύ στη μόδα ο Σποτ ο σκυλάκος στα βιβλία. Πώς είναι τώρα ο Χάρι Πότερ; Τότε για τα μικρά ήταν ο Σποτ. Όχι, ο Χάρι Πότερ πέρασε, παλιό… «Ο Σποτ, ο Σποτ!». Ξέραν όλοι τον Σποτ. Ο Σποτ, ο οποίος ήταν ένας σκυλάκος, που είχε τρίχωμα, χάιδευες, είχε μουσούδα, πάταγες, είχε… Ο Σποτ ήτανε η χαρά του παιδιού, ναι. Ένα πι, μία βιβλιοθήκη με σαράντα πενήντα βιβλία, έτσι, τέτοια, και ήταν η χαρά του παιδιού! Τόσο απλά. Το φέρνεις το μέσο κοντά στον ενδιαφερόμενο. Και για τους μεγάλους. Φέραμε το βιβλίο κοντά στον καφέ. Δεν είναι κάτι τραγικό. Είναι ένας φίλος. Όπως διαβάζεις τις ετικέτες από τα σαμπουάν στην τουαλέτα, μπορείς να διαβάσεις και κάτι άλλο, αυτό. Τόσο απλό. Όπως μας μασουλίζεις το λούτρινο, μπορείς να μας μασουλήσεις και ένα βιβλίο. Μπορείς, ξέρεις, μπορείς. Δεν μαλώνει κανείς.
Και τι είχε το μενού σας τότε;
Το μενού, τι εννοείς; Στο «Περίπου»;
Ναι.
Σου είπα, καφέ ελληνικό στη χόβολη από την Κομοτηνή φερμένο. Σοκολάτες, σε σουπιέρες, παρακαλώ, τις σοκολάτες! Καφέ, τότε δεν ήταν πολύ στη μόδα το freddo, ήταν ο νεσκαφέ. Όχι δεν ήταν στη μόδα, δεν υπήρχε στην Ελλάδα το freddo. Ελληνικός και φραπέ ή νες. Γαλλικός… Βεβαίως, βεβαίως, με διάφορες γεύσεις. Βότανα και μαντζούνια πολλά, πολλά, πολλά, πολλά. Και πηγαίναμε πολύ συχνά και βρίσκαμε με τον Βασίλη, ακόμα απ' την αρχή, βρίσκαμε διάφορες ποικιλίες και αρωματικά είδη τσαγιού. Γι' αυτό είχαμε και την τσαγιερούλα της γιαγιάς και τα φλιτζανάκια της γιαγιάς και… γιατί ήταν μια, έτσι, ρε παιδί μου, πώς να σου πω! Ερχόταν η παρέα και έπαιρνε τέσσερα πέντε διαφορετικά και μοσχοβόλαγε ο τόπος όλος! Μα ελληνικό καφέ, μα τσάι, μα σοκολάτα… μοσχοβόλαγε, μοσχοβόλαγε! Ναι, φαγητά και τέτοια δεν είχαμε, πέρα από ένα τοστάκι για τα παιδιά, τίποτα άλλο. Α, περίμενε! Έφτιαχνα και σπιτικά γλυκά. Καμία μηλόπιτα, κάνα τέτοιο. Μεγάλη αποτυχία, μεγάλη αποτυχία!
Γιατί;
Γιατί δεν ήμουνα ποτέ και δεν το αγαπάω, ρε παιδί μου, αυτό το πράγμα, οπότε δεν φτούρησε κιόλας. Ναι. «Θα φτιάχνουμε σπιτικά γλυκά». Ναι. Φτιάχναμε, αλλά…
Πόσα χρόνια είχες στα χέρια σου το «Περίπου»;
Είκοσι τρία. Είκοσι τρία συναπτά έτη.
Και ποια ήταν η ημερομηνία που κληροδοτήθηκε;
Εάν σου πω ότι δεν την κατέγραψα, όπως της έναρξης; Ήτανε κάπου στον Μάιο του 2018, αλλά δεν θυμάμαι ποια μέρα. Δεν θέλω να τη θυμάμαι, δεν έχει νόημα. Το επισφράγισμα μπήκε για μένα στα είκοσι χρόνια. Από κει και πέρα ήταν, έτσι, ένας αργός αποχωρισμός.
Ποια θεωρείς πως ήταν η προσφορά του «Περίπου» στην τοπική κοινωνία;
Πρώτα από όλα, ας τα συνοψίσουμε. Είπαμε ότι δημιούργησε αναγνώστες. Είπαμε ότι έφερε στον κόσμο κάτι, που… ωχ, ντρέπομαι να το πω γιατί μπορεί να ακουστεί λίγο υπερφίαλο, ρε παιδί μου, αλλά να, ως προς το βιβλίο, ας πούμε. Έφερε το μη best seller! Απομυθοποίησε την κουλτούρα και τον πολιτισμό και, και, και, και, και… Το απομυθοποίησε, το αποδόμησε όλο αυτό. Δηλαδή, το έκανε πάρα πολύ… απλά τα πράγματα τα έκανε. Γνώρισε η υπόλοιπη Ελλάδα… Γνώρισε... ασφαλώς και γνώριζε η υπόλοιπη Ελλάδα τον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης, αλλά γνώρισε και αυτό το κομμάτι του Αγίου Νικολάου της Κρήτης. Με ποιον τρόπο; Όχι επειδή ήμασταν τίποτα που κάναμε καμπάνιες και δεν ξέρω 'γώ τι, άλλα στόμα με στόμα. Κι αυτό είναι ακόμη πιο πολύτιμο απ' την καμπάνια. Οι άνθρωποι που είπαμε ότι φύγανε από δω και είχαμε κάνει σχέσεις καρδιάς και αδελφικές και γονεϊκές, όπου και να πήγανε το μετέφεραν αυτό. Οπότε χιλιάδες φορές ήρθαν άνθρωποι απ' την Ελλάδα και μας είπανε: «Εμείς το ξέρουμε το "Περίπου»". Ο τάδε μας είπε το τάδε… Και ήρθαμε στον Άγιο Νικόλαο για να δούμε και το "Περίπου", που ήρθε ο τάδε και μας είπε έτσι και…». Το στόμα με στόμα, που βγήκε ο Άγιος Νικόλαος για την υπόλοιπη Ελλάδα, μπορεί να μη φαίνεται σε μπροσούρες και σε φυλλάδες, αλλά θεωρώ ότι το «Περίπου» έχει κάνει τόσο καλό! Τόσο καλό… Και μες στην κοινωνία εδώ την τοπική και εκτός της Κρήτης, που είμαι ήσυχη με τη συνείδησή μου. Αν φτάνει αυτό, είμαι ήσυχη με τη συνείδησή μου. Κάτι έκανα για αυτόν τον τόπο που με φιλοξενεί.
Τι σου έμαθε ιστορία του «Περίπου»;
Τι μου έμαθε η ιστορία του; Καταρχήν, είμαι ανεπίδεκτη μαθήσεως, δεν μαθαίνω εύκολα. Όχι. Δεν ξέρω αν μου έμαθε κάτι. Όχι. Μου έμαθε… Μου έμαθε; Μου έμαθε; Δεν μου έμαθε. Τίποτα, το ίδιο πιτσιρίκι εξακολουθώ να είμαι, που ήρθα. Μου έμαθε να αφήνομαι. Μου έμαθε να χαίρομαι την κάθε στιγμή. Μου έμαθε να αγκαλιάσω τους ανθρώπους και να αφήνω και να με αγκαλιάζουν. Δύσκολο. Πιο δύσκολο είναι να αφήνεις να σε αγκαλιάσουν, παρά να αγκαλιάζεις. Μου έμαθε να στεναχωριέμαι, αλλά όχι πολύ. Μου έμαθε να λέω ευχαριστώ. Μου έμαθε να θυμώνω και να ξεθυμώνω την ίδια στιγμή. Μου έμαθε να βάζω στόχους και να τους κυνηγάω, και άμα δεν τους πετύχω, σημαίνει ότι δεν σταμάτησε. Πρέπει να συνεχίσω να κυνηγάω. Μου έμαθε να δίνομαι. Μου έμαθε να παίρνω. Μου έμαθε ότι τίποτα δεν κρατάει για πάντα, άλλο το κάθε στιγμή είναι και ένα μικρό πάντα. Και αυτό προσπαθώ να το χαράξω, έτσι, μέσα μου, ότι δεν πειράζει που δεν κρατάει τίποτα για πάντα. Από τη στιγμή, που την κάθε στιγμή σου την κάνεις ένα μικρό πάντα, δεν πειράζει.
Τι θα έλεγες σε ένα νέο παιδί που θέλει να ανοίξει τη δική του επιχείρηση τώρα;
Το αγαπάς; Αν το αγαπάς, κάν' το! Αλλιώς μην περάσεις ούτε από δίπλα. Το πιστεύεις; Θα είσαι [01:40:00]χαρούμενος μέσα σε αυτό; Άμα ναι, κάν' το! Αλλιώς, φύγε.
Τώρα που τα βλέπεις από μία χρονική απόσταση, ποια είναι τα συναισθήματά σου για την πορεία του «Περίπου»;
Τώρα μου ζητάς να κάνω έναν δύσκολο διαχωρισμό. Μου ζητάς να ξεχωρίσω την πορεία του «Περίπου» από την πορεία τη δική μου. Όμως εγώ, μάνα μου, είκοσι τρία χρόνια ήμουν το «Περίπου». Αυτό το λέω μετά φόβου, γιατί δεν ήμουν μόνο εγώ το «Περίπου», το «Περίπου» ήμασταν όλοι. Και το λέω μετά φόβου, μήπως με παρεξηγήσει κάποιος. Αλλά εγώ, αυτήν τη στιγμή, εξομολογούμαι αυτό που ένιωθα εγώ. Ήτανε κι άλλοι πιο σημαντικοί ίσως από μένα παράγοντες που υπήρξανε και στηρίξανε το «Περίπου». Μου ζητάς τώρα να σου πω βλέποντας από απόσταση το «Περίπου». Μα δεν μπορώ να το δω από απόσταση. Όσος χρόνος και αν περάσει, δεν μπορώ να πάρω απόσταση. Δεν θέλω να πάρω απόσταση από το «Περίπου»! Ήτανε και είναι το χέρι μου, το πόδι μου, είναι μέρος… είναι είκοσι τρία χρόνια από τη ζωή μου και είμαι 46. Δηλαδή, η μισή! Πώς να πάρω απόσταση και να σου απαντήσω; Δεν γίνεται. Έζησα τις ωραιότερες και τις χειρότερες στιγμές μου εκεί μέσα. Όπως... Είναι πολύ φυσιολογικό, όπως ζούμε όλοι στο σπίτι μας, τις χειρότερες… Ήταν το σπίτι μου. Τις χειρότερες και τις καλύτερες στιγμές μου εκεί μέσα. Ένιωσα την απόλυτη επιβεβαίωση και την απόλυτη προδοσία μέσα στο «Περίπου». Ένιωσα πάρα πολύ σημαντική και ένιωσα και το τίποτα, το τίποτα, μέσα στο «Περίπου». Έδωσα, όμως, και πήρα τόση πολλή αγάπη, που αν ισχύει αυτό που λένε με το σύμπαν και που όλα γυρίζουν και που, που, που… θα κερδίσω το Τζόκερ! Και εκεί θα σταθώ, σε αυτό που έδωσα και σε αυτό που πήρα, στο καλό μέρος. Έδωσα όλη μου την ψυχή και πήρα άλλη τόση. Εκεί μέσα μεγάλωσα, εκεί μέσα μεγάλωσα, κανονικά. Εκεί μέσα αγάπησα, εκεί μέσα προδόθηκα, εκεί μέσα… όμως αυτό που μου μένει τώρα είναι ότι… μια χαρά. Μια χαρά, μια χαρά! Οι φίλοι μόνο που μου 'χουν μείνει από αυτό… Δεν ξέρω αν έχει άλλος άνθρωπος τέτοια μεγάλη χαρά και τέτοια μεγάλη… πώς να σου πω; Ό,τι ώρα και να μου 'ρθει, θα σκεφτώ έναν, θα τον πάρω τηλέφωνο, θα το σηκώσει και τελείωσε. Τελείωσε! Βλέπω τα παιδιά που… εδώ τώρα που κυκλοφορώ στο… βλέπω τα παιδιά που…με τις μάσκες, κιόλας δεν πολυγνωριζόμαστε, αλλά βλέπω τα παιδιά που ήταν μωράκι μέσα στην παιδική γωνιά και τα ευχαριστιέμαι και τα καμαρώνω, γιατί είναι όλα τώρα χαρούμενα, κάτι κάνουν, ξέρεις… Θεωρώ ότι έχω βάλει ένα καλό λιθαράκι από πλευράς μου σε αυτόν τον τόπο. Και έχω βάλει και πλοκάμια σε όλη την Ελλάδα. Και δεν είναι τα πλοκάμια των διασυνδέσεων και αυτές οι βλακείες. Είναι τα πλοκάμια της μοιρασιάς! Μοιράστηκα τον εαυτό μου και μοιράστηκαν και άλλοι τον εαυτό τους μαζί μου. Και αυτό είναι και η ευλογία και η κατάρα μου, ταυτόχρονα!
Αν μπορούσες να γυρίσεις τον χρόνο πίσω, θα έκανες κάτι διαφορετικά;
Για το «Περίπου»; Όχι. Θα τα έκανα όλα τα ίδια απ' την αρχή, με τα ίδια λάθη, γιατί, μη σου πω, πιο σημαντικά ήταν τα λάθη. Με την ίδια ψυχή, με την ίδια καρδιά, με την ίδια χαρά, με το ίδιο ρίσκο, με τα ίδια όλα! Όχι, θα τα έκανα όλα ξανά, ακριβώς τα ίδια από την αρχή. Ακριβώς όμως. Και χαίρομαι πολύ που έσβησε τη στιγμή που έπρεπε να σβήσει, για να μη σβήσει εντελώς, μα να ξαναγεννηθεί.
Θα ήθελες, έτσι για το τέλος, να μοιραστείς κάποια χαρακτηριστική ιστορία που να σου έχει μείνει, από όλα τα χρόνια της πορείας;
Από όλα τα χρόνια της πορείας του «Περίπου»… Να πω με έναν βουλευτή;
Για πες!
Τότε που σου είπα, δεν μπορούσα να κρατήσω δίσκο –για να σου δώσω λίγο το κλίμα του πώς ξεκίνησε, για να πάμε πάλι έτσι, να κλείσει ο κύκλος–, γκαζωμένο φοιτητάκι τώρα εγώ, έτσι; Πανσπουδαστικές κινήσεις συνεργασίας. Τρέλα, θα αλλάξουμε τον κόσμο όλο, τώρα όμως! Πάμε για να αλλάξουμε τον κόσμο όλο! Έρχομαι, πιάνω δίσκο –αφού έχω παραδώσει πτυχιακή, έχω πετύχει 9 στην πτυχιακή, καταπληκτικά, ο κόσμος αλλάζει και είναι στα χέρια μου– έρχομαι και πιάνω δίσκο για να σερβίρω στο «Περίπου». Και σερβίρω, σερβίρω, σερβίρω, και είναι ένας τύπος που βιάζεται πάρα πολύ να σερβιριστεί πρώτος. Εγώ, σκασίλα μου! Θα πάει με τη σειρά του, γιατί εγώ στο μπλοκάκι μου, έτσι τους είχα, το τραπέζι 1, το 2, το 3… Αυτός ήταν κάπου στο 6. Αφού πρώτα έπρεπε να περάσει μέχρι και το 5. Κάπου στο 4, με φωνάζει αυτός ο κύριος εκεί, λέω: «Κάτι θα θέλει, δεν μπορεί. Κατουριέται, κάτι κάνει». «Παρακαλώ;». Μου λέει: «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;». «Με συγχωρείτε, είμαι καινούρια στον Άγιο Νικόλαο, δεν σας γνωρίζω». Μου λέει: «Βουλευτής!». Του λέω: «Χαίρω πολύ. Σίσσυ, σερβιτόρα. Έχω άλλα δύο τραπέζια να σερβίρω, και μετά θα 'ρθώ σε σας». Έτσι άνοιξα το «Περίπου», με τέτοια… με τέτοιο μυαλό. Αλλιώς, δεν θα άνοιγε ποτέ.
Θα ήθελες να μοιραστείς τίποτα άλλο;
Έχεις τέσσερις μέρες μπροστά σου; Να κάτσουμε εδώ, να βάλουμε sleeping bag… Όλα θέλω να τα μοιραστώ. Τι εννοείς; Βεβαίως, θέλω να τα μοιραστώ όλα. Και σε ευχαριστώ και πολύ που διάλεξες εμένα να μοιραστώ μαζί σου αυτά που μοιράζομαι. Σε ευχαριστώ. Και είναι άλλη μία, ρε παιδί μου, τεράστια χαρά που εσύ, ένα παιδί του «Περίπου», σήμερα… Μη μου κάνεις εμένα, το βάζεις το χεράκι τώρα εκεί! Που εσύ, ένα παιδί του «Περίπου», σήμερα, ήρθες τώρα να μου πάρεις εμένα συνέντευξη για τη δική σου τη ζωή, ουσιαστικά. Για το δικό σου το μεγάλωμα.
Θεωρώ ότι είναι από τα πιο ιστορικά μαγαζιά της πόλης.
Υπάρχει κάτι πιο όμορφο από αυτό; Να μου παίρνει συνέντευξη το παιδί που του σέρβιρα κρύα σαντιγί με σοκολάτα;… Κρύα σοκολάτα με σαντιγί και λουκουμάκι του μπαμπά;
Και λουκουμάκι του μπαμπά…
Αυτό ήταν, το κέρδος μου απ' το «Περίπου» ήταν αυτό: ότι σήμερα εσύ με παίρνεις συνέντευξη, ότι ο Νικόλας κάτω είναι και λειτουργεί το «Περίπου», ότι θα πάρω δύο τηλέφωνα στην Αθήνα, γιατί έτσι μου την κάρφωσε και θα… και ότι η Αρίστη, η κόρη μου, θέλει να περάσει Θεατρικών Σπουδών, για κάποιον λόγο. Μεγάλο όφελος, ιστορία ζωής. Μπράβο μας, τα καταφέραμε μία χαρά!
Ευχαριστούμε πάρα πολύ για τη συνέντευξη!
Εγώ ευχαριστώ πιο πολύ από σας. Εγώ ευχαριστώ πιο πολύ από σας, αλήθεια το λέω. Μου έκανε πάρα πολύ μεγάλη χαρά. Και να μη σας κρύψω ότι μου 'φυγαν και κάνα δυο δάκρυα, όταν, καταρχήν, μου πρότεινες αυτό. Λέω, τι…; Η Δημητρ[01:50:00]ούλα, αλήθεια, σε μένα;
Σοβαρά σ' το λέω, το θεωρώ το πιο ιστορικό μαγαζί. Αλλά άσε τι πιστεύω εγώ!
Το πιο ιστορικό, σύμφωνα με αυτά που ξέρεις. Για τον Άγιο Νικόλαο δεν είναι το πιο ιστορικό, ρε συ, είναι είκοσι τρία χρόνια. Εντάξει. Πιο πριν από αυτό υπήρχαν και άλλα.
Τέλος πάντων!
Ναι, έχει μεγάλη ιστορία ο Άγιος Νικόλαος, είναι… Ο Μαλλιαράκης, είπαμε, δεν υπάρχει πια, αλλά έχει μεγάλη ιστορία. Αλλά το «Περίπου» ήταν ένα και μοναδικό, γι' αυτό το θεωρείς εσύ ιστορικό.
Ευχαριστούμε πάρα πολύ!
Κόσμε, ήσουν κάποτε μικρός σ' έφτανα μ' ένα βήμα στα παιδικά μου όνειρα… Κλείσ' το!