© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

«Είσαι 18 χρονών πλέον και, υποτίθεται, θα βγεις στον κόσμο, να μάθεις να είσαι πιο ανεξάρτητος, να κάνεις τα πάντα όπως τα θέλεις...»: Πρωτοετής φοίτηση με εξ' αποστάσεως διδασκαλία (COVID-19)

Κωδικός Ιστορίας
18561
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Ευαγγελία Γούλα (Ε.Γ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
29/01/2021
Ερευνητής/τρια
Γεωργία Αναγνωστάκη (Γ.Α.)
Γ.Α.:

[00:00:00]Καλησπέρα, λοιπόν. Πώς ονομάζεσαι;

Ε.Γ.:

Ευαγγελία Γούλα.

Γ.Α.:

Ωραία. Βρισκόμαστε, λοιπόν, με την Ευαγγελία Γούλα. Σήμερα είναι 30 Ιανουαρίου του 2021 κι η Ευαγγελία βρίσκεται στη Νέα Φιλαδέλφεια. Εγώ είμαι η Γεωργία Αναγνωστάκη, Ερευνήτρια στο Istorima, και βρίσκομαι στη Νέα Ιωνία Αττικής και ξεκινάμε. Θα ήθελα, αρχικά, να μου πεις πώς περνάς τις μέρες σου αυτή την περίοδο.

Ε.Γ.:

Λοιπόν, αυτή την περίοδο είναι λίγο πριν την εξεταστική, οπότε, εντάξει, οι μέρες έχουν αρκετά να κάνουν με το διάβασμα για την εξεταστική. Είμαι πρωτοετής, οπότε είναι κι η πρώτη εξεταστική που βλέπω στη ζωή μου και αντιμετωπίζω. Και, εντάξει, η αλήθεια είναι ότι θα ήθελα να έχω πολύ περισσότερο χρόνο να ‘χω διαβάσει γι’ αυτό, αλλά ασχολιόμουν με διάφορες εργασίες και διάφορα τέτοια, οπότε πρόσφατα έχω αρχίσει το διάβασμα για την εξεταστική και θα δούμε πώς θα πάει. Αλλά, γενικά, εκτός απ’ το διάβασμα, έχω και χρόνο, ας πούμε, συναντάω τις παρέες μου. Ας πούμε, χθες είχα βγει με κάποια παιδιά απ’ τη σχολή που μένουμε σχετικά κοντά και, ναι, ήταν ωραία να τους βλέπεις μετά από τόσο καιρό που επικοινωνείτε ηλεκτρονικά μόνο. Και, εντάξει, στον ελεύθερο χρόνο, μετά από όλα αυτά, και καμιά ταινία σίγουρα μπαίνει στο πρόγραμμα, καμιά σειρούλα, συνήθως και μαζί με κάποιον άλλον κάποια σειρά. Αλλά ναι, αυτά κυρίως!

Γ.Α.:

Σε ποιο τμήμα είσαι πρωτοετής;

Ε.Γ.:

Είμαι στο τμήμα Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών στο ΕΚΠΑ.

Γ.Α.:

Και πώς το διάλεξες;

Ε.Γ.:

Λοιπόν, ήμουν στην οικονομική κατεύθυνση και θεωρούσα ότι θα... Πίστευα ότι θα ήθελα να πάω σε μία οικονομική σχολή, αλλά μετά από διάφορες συζητήσεις με κυρίως τον καθηγητή που μου έκανε πληροφορική στην τρίτη λυκείου και, επίσης, συνειδητοποιώντας ότι μου άρεσε περισσότερο το ΑΕΠ, παρά η οικονομία και περισσότερο οι σχολές αυτού του κλάδου παρά τις οικονομικές, αποφάσισα ότι εν τέλει θέλω να ασχοληθώ με την πληροφορική. Και κοίταξα όλα τα τμήματα που υπάρχουν, τα δήλωσα σχεδόν όλα, κάποια εξαίρεσα γιατί δεν μου πολυάρεσαν κάποια μαθήματα και τέτοια... Και πέρασα σε αυτή την επιλογή.

Γ.Α.:

Η όλη διαδικασία των πανελλαδικών εν μέσω Covid πώς πήγε;

Ε.Γ.:

Λοιπόν, εννοείται ήταν τελείως διαφορετική από άλλες χρονιές, υποθέτω. Εντάξει, κάθε χρονιά τα παιδιά είμαστε σε φάση: «Αυτή είναι η πιο ξεχωριστή χρονιά», πιστεύω, αλλά και εγώ ήμουν σ’ αυτή τη φάση που λέω, ότι: «Αυτή είναι η πιο ξεχωριστή χρονιά! Ουάου!». Η αλήθεια είναι ότι, θεωρώ, εγώ προσωπικά, πέρναγα καλύτερα όταν ήταν και ανοιχτά, γιατί το φροντιστήριό μου ήταν πολύ ευχάριστο για μένα περιβάλλον, οπότε ήταν πολύ όμορφα όταν πήγαινα. Και μετά, κλείσαμε και, αρχικά, η πρώτη μου εντύπωση ήταν ότι είχα πολύ παραπάνω ελεύθερο χρόνο για να διαβάσω όσα πράγματα... Όχι ακριβώς έχω αφήσει πίσω, γιατί δεν είχα αφήσει ιδιαίτερα κενά πέρσι, συμβάδιζα συνήθως με την ύλη, αλλά είχα σίγουρα χρόνο να ασχοληθώ περισσότερο με κάποια πράγματα που ήθελα. Μέχρι που μετά από λίγο καιρό, εντάξει, τα καλύψαμε όλα αυτά και απλά ήταν μία περίοδος που ήταν πολύ περίεργη, γιατί ήταν κι η πρώτη φορά που ήμαστε σε καραντίνα και δεν ξέραμε και πώς ακριβώς λειτουργεί αυτό, το πόσο επιτρέπεται να βγαίνουμε και διάφορα. Την παρέα μου απ’ το σχολείο την έβλεπα. Βέβαια, ήταν σε διαφορετικές κατευθύνσεις ο καθένας, εννοώ από εμένα, οπότε όταν είσαι σε μία κατάσταση όπως οι πανελλήνιες, θες να μιλάς αρκετές ώρες γι’ αυτό και με άτομα που είναι από άλλες κατευθύνσεις... Όχι ότι αν τους μιλήσεις δεν θα καταλάβουν, αλλά δεν θα καταλαβαίνουν ακριβώς τι λες. Και ήταν αρκετά δύσκολα για ψυχολογική υποστήριξη και υπήρχε μία αστάθεια γενικά, σε όλα τα παιδιά και σε μένα. Και, εντάξει, είναι μία κοπέλα απ’ το φροντιστήριό μου, με την οποία είχαμε έρθει ήδη πολύ κοντά σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα –στα θερινά τη γνώρισα– και ήμασταν ήδη πάρα πολύ καλά και απλά αναλύαμε κάθε μέρα το τι διαβάζουμε, πώς είμαστε ψυχολογικά κι όλα αυτά. Και μπορώ να πω ήταν το στήριγμά μου σ’ εκείνη όλη τη φάση. Και εν τέλει δώσαμε, πήγε καλά ευτυχώς και είμαστε εδώ που είμαστε.

Γ.Α.:

Θα μπορούσες να μου περιγράψεις λίγο πιο πολύ τις μέρες που περνούσανε μέσα στην καραντίνα, το πρώτο εξάμηνο που μας χτύπησε ο κορονοϊός, και το πώς ένιωθες;

Ε.Γ.:

Η αλήθεια είναι ότι κυρίως ένιωθα ότι μου λείπουν κάποιοι άνθρωποι πάρα πολύ, κυρίως τα άτομα απ’ το φροντιστήριό μου, γιατί απ’ το σχολείο τα τέσσερα άτομα με τα οποία έκανα παρέα, εντάξει, τα έβλεπα, γιατί μένουμε αρκετά κοντά, οπότε μπορούσα να κρατήσω επαφή. Αλλά το φροντιστήριό μου, που δεν είναι στην περιοχή μου, είναι σε λίγο πιο δίπλα, μου έλειπαν και οι συμμαθητές μου, κυρίως, εντάξει, ένα-δύο άτομα με τα οποία είχα έρθει πιο κοντά, όχι όλοι... Και, σίγουρα, μου έλειπαν και οι καθηγητές μου, με τους οποίους, εντάξει, προφανώς συνεχίζαμε τα μαθήματα, κάναμε τα online μαθήματα. Αλλά και πάλι, όλη η επικοινωνία μ’ αυτούς, στο διάλειμμα, όταν θα γυρνάτε σπίτι κι όλα αυτά, το πώς θα μιλήσετε, η αμεσότητα που υπήρχε στην τάξη δεν είναι το ίδιο στα online μαθήματα. Και ένιωθα πολύ έντονα ότι δεν είναι το ίδιο κι ότι δεν μπορώ αυτό το πράγμα. Και γενικότερα, πέρσι, προφανώς όπως τα περισσότερα παιδιά, έμενα με τους δικούς και οπότε ξαφνικά, ενώ ήμουν συνηθισμένη, επειδή οι γονείς μου εργάζονται, γενικά λείπουν αρκετές ώρες απ’ το σπίτι... Και ξαφνικά, ήμασταν όλοι μες το σπίτι, κι εγώ και η μικρή μου αδερφή, είχε έρθει κι η μεγάλη μου αδερφή από σπουδές... Και είχε αλλάξει τελείως η ισορροπία του σπιτιού... Και, εντάξει, το συνήθισα κι αυτό. Αλλά είναι αρκετά, σχετικά άσχημο στην ψυχολογία, γιατί σε εκείνη τη φάση χρειάζεσαι όχι ακριβώς μία ρουτίνα, αλλά το να βγαίνεις έξω απ’ το σπίτι, να βλέπεις άλλα άτομα, έστω απλά να παίρνεις αέρα, όπως η διαδρομή προς το φροντιστήριο απλά και απ’ το φροντιστήριο πίσω, για μένα ήταν πάρα πολύ ευχάριστη. Και μόνο και μόνο η διαδρομή, δηλαδή το τρένο, μου ‘χε λείψει αφάνταστα πολύ! Ναι, εντάξει. Μετά, όταν τελειώσαμε, απλά πήγα στο φροντιστήριο να τους χαιρετήσω όλους, να τους πω: «Γεια σας...». Ακόμα και... Αυτά. Ναι.

Γ.Α.:

Πώς άλλαξαν οι ισορροπίες μέσα στο σπίτι, που είπες;

Ε.Γ.:

Γενικότερα, επειδή όλοι στην οικογένειά μου δεν ήμαστε πολλές ώρες μες το σπίτι, οι γονείς μου εργάζονται, εγώ πήγαινα σχολείο, μετά φροντιστήριο, η μεγάλη μου αδερφή σπούδαζε σε άλλη πόλη και η μικρή μου αδερφή πήγαινε στο σχολείο –ήταν δημοτικό τότε– και μετά πήγαινε σε διάφορες εξωσχολικές δραστηριότητες που κάνουν σ’ αυτή την ηλικία –αγγλικά, γερμανικά, κάτι μπαλέτα, κολυμβητήρια, κάτι τέτοια– και ήταν πολύ μεγάλη η αλλαγή να είμαστε όλοι μέσα στο σπίτι και να ξυπνάς, να τους βλέπεις όλους... Μετά, κάθε φορά που τελειώνεις το μάθημα, να είναι όλοι εκεί και... Είναι τελείως διαφορετικό, το να πρέπει κάθε στιγμή, ας πούμε, που βγαίνεις απ’ το δωμάτιο, να πρέπει να μιλήσεις με κάποιον. Όχι πως είναι αρνητικό αναγκαστικά, αλλά πολύ διαφορετικό όταν θες την ηρεμία σου ή όταν είσαι τσαντισμένος. Ας πούμε, την περίοδο των πανελληνίων, κάτι να μην πάει καλά σ’ ένα μάθημα και τα παίρνεις, φορτώνεις και είσαι σε φάση... Κάτι δεν πάει καλά, έχω νεύρα, δεν μπορώ να μιλήσω με άνθρωπο. Και με το που έβλεπα άνθρωπο, είμαι σε φάση: «Δεν θέλω! Θέλω να κλειστώ μόνη μου στο δωμάτιο και να μην βλέπω κανέναν και να μην μιλάω σε κανέναν!». Αλλά, εντάξει, ναι, πέρασε κι αυτή η φάση.

Γ.Α.:

Το διάβασμα πώς επηρεάστηκε απ’ όλη αυτή την αλλαγή που αναφέρεις;

Ε.Γ.:

Γενικά, το διάβασμα... Βασικά, τα παιδιά που έδιναν πανελλήνιες πέρσι θεωρώ χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Σ’ αυτούς που βοηθήθηκαν απ’ την κατάσταση και επιτέλους είχαν τον χρόνο που ήθελαν να διαβάσουν και ν’ ασχοληθούν όσο θέλουν και οι υπόλοιποι που είπαν, είπαμε ότι: «Έχω χρόνο, ξέρω ‘γω, θα το αφήσω και δεν χρειάζεται να ασχοληθώ σήμερα, κι αύριο μέρα είναι και κάθε μέρα το ίδιο...». Και αλήθεια είναι ότι το αποτέλεσμα θεωρώ πέρσι στις πανελλήνιες κρίθηκε σε μεγάλο βαθμό από το πώς αντιμετώπισες την καραντίνα. Δηλαδή, ακόμα και πολύ καλοί μαθητές, άμα το άφηναν μες την καραντίνα λέγοντας ότι: «Έχω καιρό...». Ή: «Αχ, δεν μπορώ σήμερα...», ή οτιδήποτε, εν τέλει μπορεί να μην είχαν όσο καλά αποτελέσματα θα μπορούσαν να έχουν. Κι αντίστοιχα, άλλοι που επιτέλους βρήκαν τον χρόνο και ασχολήθηκαν, κάλυψαν κενά, έκαναν παραπάνω ασκήσεις, ενδιαφέρθηκαν περισσότερο, τα πήγαν πάρα πολύ καλύτερα απ’ όσο θα περίμεναν.

Γ.Α.:

Κι εσύ ανήκεις σ’ αυτούς που ασχολήθηκαν περισσότερο;

Ε.Γ.:

Εγώ θεωρώ ότι, γενικά, εντάξει, και πριν ασχολιόμου[00:10:00]ν κι εκείνη τη φάση απλά ένιωθα ότι έχω αρκετό ελεύθερο χρόνο. Δηλαδή, το διάβασμα... Γενικά, είναι ένα struggle να κάτσεις να διαβάσεις, αλλά πλέον μου ‘χε γίνει αρκετά αυτόματο, δεν το πολυσκεφτόμουνα. Απλά καθόμουν και ξεκινούσα, έβαζα τη μουσικούλα μου και ξεκινούσα εκεί τα διαβάσματά μου και, εντάξει, στην κατεύθυνσή μου μ’ άρεσαν κιόλας τα μαθήματα, οπότε δεν είχα ιδιαίτερο πρόβλημα να ξεκινήσω κάποια απ’ αυτά, δηλαδή μου ήταν αρκετά ευχάριστο να κάνω αυτά τα μαθήματα, οπότε... Ναι, εντάξει, θεωρώ βοηθήθηκα κάπως.

Γ.Α.:

Με τι μουσική διάβαζες;

Ε.Γ.:

Τώρα, η μουσική που ακούω... Λοιπόν, μπορεί– Γενικά, συνήθως έβαζα ένα τυχαίο soundtrack κάποιας οποιαδήποτε ταινίας, είτε την έχω δει είτε όχι. Απ’ την άλλη, μπορεί μία μέρα κάτι να με χτυπούσε και να ‘θελα να ακούσω κλασσική μουσική. Απ’ την άλλη, είναι ένα παιδί απ’ το φροντιστήριό μου, με τον οποίο γυρνάγαμε μαζί με το τρένο, ο οποίος ακούει μέταλ φουλ. Και συνεχίσαμε την επικοινωνία, κάθε φορά όταν σχολάγαμε, μιλάγαμε, σα να γυρνάμε με το τρένο και μου ‘στελνε κάτι playlist απ’ αυτές που ακούει. Οπότε, κάποιες φορές, εκεί κάνοντας μαθηματικά μου ‘βγαζε απόλυτο νόημα να ακούω μέταλ μουσική. Γενικά, οτιδήποτε μουσική. Είναι ωραίο, γενικά, να ανακαλύπτεις μουσική, οπότε δεν είχα κανένα απολύτως θέμα, είτε γνωστή είναι, είτε άγνωστη, βοηθούσε πάρα πολύ, προσωπικά εμένα.

Γ.Α.:

Ωραία. Ο κορονοϊός– Από την αρχή, ας πούμε, που μάθατε για τον ιό και, μετά, που κλείσατε σαν σχολεία, τι επιπλέον σκέψεις και άγχη πρόσθεσε στην όλη διαδικασία των πανελλαδικών;

Ε.Γ.:

Κυρίως το ότι... Εντάξει, εννοείται η εκπαίδευση δεν ήταν τόσο άμεση. Αρχικά, πλέον δεν– Σχολείο πέρσι, από την περίοδο που κλείσαμε, δεν πήγαμε. Δηλαδή, γίνονταν κάποια μαθήματα, κάποιοι καθηγητές αποφάσισαν να κάνουν μαθήματα, αλλά όχι και όλοι. Και ακόμα κι αυτοί που έκαναν, μπορεί να μην το είχαν πολύ με την όλη φάση και να μην πήγαινε καλά. Οπότε, εν τέλει, καταλήξαμε να μην παρακολουθούμε καθόλου σχολείο. Οπότε νιώθω σα να έχω να πάω σχολείο τουλάχιστον δύο χρόνια, γιατί, εντάξει, ένα χρόνο έχω ένα πάω –δηλαδή από πέρσι τέτοια εποχή περίπου–, αλλά μου φαίνεται πολύ περισσότερο. Οπότε εκτός απ’ το ότι δεν είχαμε σχολείο, άλλαξε στο ότι... Αυτό, ότι δεν μπορείς να βγεις έξω... Σίγουρα μπορούσες να βγεις για ένα περπάτημα, αλλά είναι διαφορετικό να ξέρεις ότι έχεις την ελευθερία να βγεις, να πας σε μία άλλη περιοχή, να βρεις έναν φίλο σου από όποια να ‘ναι περιοχή και να τα πείτε, να πείτε τα νέα σας, να πείτε κάτι άκυρο με τις πανελλήνιες. Γιατί συνήθως κιόλας τα άτομα που ξέρεις, που μένουν στην ίδια περιοχή μαζί σου, είναι επειδή τα ξέρεις απ’ το σχολείο. Οπότε, αυτά τα άτομα, αφού τα ξέρεις απ’ το σχολείο, είναι κι αυτοί στην ίδια φάση, δηλαδή δίνουν πανελλήνιες, οπότε πάλι τα βλέπεις και μιλάτε πάλι γι’ αυτό, οπότε δεν ανανεώνεται ποτέ η σκέψη σου, το με τι ασχολείσαι και όλα αυτά.

Γ.Α.:

Άνοιξαν κάποια στιγμή τα λύκεια μετά το πέρας του lockdown; Και τι έγινε τότε, τι κάνατε;

Ε.Γ.:

Ναι, άνοιξαν, αλλά υποτίθεται μπορούσες να πάρεις απαλλαγή απ’ το σχολείο άμα έχεις κάποιον συγγενή σε ευπαθή ομάδα ή άμα είσαι εσύ σε ευπαθή ομάδα, οπότε οι περισσότεροι έκαναν αυτό. Βέβαια, εγώ, επειδή στην αρχή της χρονιάς, σαν φυσιολογικό παιδί τρίτης λυκείου, κράταγα τις απουσίες μου και δεν έκανα πολλές απουσίες. Οπότε μου ‘χαν μείνει εκατό απουσίες να κάνω, οπότε λέω: «Εντάξει, δεν πάρω το χαρτί, θα πηγαίνω στο ένα μάθημα που θέλω να πηγαίνω», γιατί ήταν ένας πολύ καλός καθηγητής. Και, εν τέλει, πάω σε αυτό το μάθημα πρώτη μέρα κι ήμουν μόνη μου. Και, εντάξει, κάθισα λίγο, είπαμε τα νέα μας με τον καθηγητή, μετά από μία-δύο ώρες έφυγα. Και μετά, ξανασκέφτηκα να πάω, πήγα άλλη μία φορά, αλλά δεν ήταν και κανείς, δηλαδή δεν πήγαινε κανείς στο σχολείο. Πήγαμε όλοι μία φορά να πάρουμε αυτά τα χαρτιά των πανελληνίων και διάφορα τέτοια, να κάνουμε τις δηλώσεις μας... Και μετά, απλά το ‘κοψαν όλοι. Μέχρι που, εφόσον όλοι έτσι κι αλλιώς είχαμε πάρει το χαρτί της απαλλαγής απ’ το σχολείο, απλά σταμάτησαν και τον νόμο του παίρνουμε απουσίες, γιατί δεν είχε κανένα νόημα, αφού κανείς δεν έπαιρνε. Οπότε απλά κανείς δεν ξαναπήγε σχολείο, ουσιαστικά, ενώ, υποτίθεται, άνοιξαν.

Γ.Α.:

Μετά, πώς ήταν το κλίμα, όταν δίνατε εξετάσεις;

Ε.Γ.:

Εντάξει, υποθέτω το κλίμα ήταν σίγουρα σαν κάθε χρονιά. Υποθέτω, ήμασταν λιγότερα άτομα σε κάθε αίθουσα, βέβαια, δεν ξέρω αν αυτό είχε κάποια διαφορά. Τα περισσότερα άτομα τα είδα πρώτη φορά μετά από πάρα πολύ καιρό, γιατί, εντάξει, δεν έχω επικοινωνία με όλα τα άτομα απ’ το σχολείο μου, οπότε τα άτομα που ήταν στην τάξη μου ήταν οι παλιοί μου συμμαθητές, που, ενώ ήταν πρακτικά ακόμα συμμαθητές μου, τους ένιωθα λες και ήταν συμμαθητές μου σε καμιά προηγούμενη δεκαετία... Και απλά τους έβλεπες, τους έλεγες: «Γεια! Πώς πήγε η καραντίνα; Πώς πέρασες; Πώς θα τα πας, πιστεύεις;». Και ναι, ήταν πολύ περίεργο το ότι είχαμε τόσο καιρό να τους δούμε και, ξαφνικά, τους βλέπαμε και ήταν σα να τους έβλεπες για πολύ καιρό και μετά πριν την τελική φάση της δοκιμασίας, η οποία είναι η πανελλήνιες, ας πούμε, το τέλος, είχατε χαθεί και, μετά, τους συναντάς ξανά στο τέλος. Και ναι, ήταν τελείως διαφορετικό, πολύ περίεργο.

Γ.Α.:

Ένιωθες ποτέ... Μάλλον, όχι. Ένιωθες καθόλου φόβο κατά τη διάρκεια της... Δεν ξέρω πώς να δώσω αυτή την ερώτηση, περίμενε να το σκεφτώ. Γιατί μου ‘ρχεται η λέξη στα αγγλικά.

Ε.Γ.:

Πες το στα αγγλικά.

Γ.Α.:

Τώρα, όχι, κρίμα. Όταν έφτανες στο σχολείο και έμπαινες στην αίθουσα κι ερχόσουνα σε επαφή –όποια επαφή, τέλος πάντων, με τους συμμαθητές σου και με τους επιτηρητές–, υπήρχε ανησυχία ως προς τον ιό;

Ε.Γ.:

Τώρα που το θυμάμαι– Βασικά, όταν το πρωτοείπες, σκέφτηκα «όχι», αλλά όταν το σκέφτηκα, θυμήθηκα ότι μας είχαν πει ότι όποιος κολλήσει δεν επιτρέπεται να δώσει κάποιο μάθημα. Προφανώς, θα ‘ταν επικίνδυνο να έρχεται σε επαφή με άλλους τόσους μαθητές. Και δεν επιτρέπεται να δώσει κάποιο μάθημα και θα πάει κατευθείαν επαναληπτικές, το οποίο... Οι επαναληπτικές, θεωρώ, είναι αρκετά ο φόβος των μαθητών γενικά, γιατί, εντάξει, σίγουρα κι η δυσκολία είναι περισσότερη και οι πιθανότητες να περάσεις είναι λιγότερες. Οπότε... Εντάξει, η αλήθεια είναι ότι όταν, ας πούμε, είδα τους συμμαθητές μου, δεν το σκέφτηκα, αλλά γενικά θυμάμαι να το συζητάμε αρκετά συχνά ότι: «Άμα κολλήσεις, δεν δίνεις τίποτα, πας επαναληπτικές!», και να τρομάζουμε, και καλά, μόνοι μας... Αλλά εντάξει, ναι, δεν ήταν τόσο έντονο, εν τέλει, από κοντά.

Γ.Α.:

Μετά τις πανελλαδικές πώς πήγε; Τι ακολούθησε;

Ε.Γ.:

Μετά τις πανελλαδικές ήταν ένα πολύ όμορφο καλοκαίρι, μιας και δεν ήμασταν σε καραντίνα. Πήγα με την παρέα μου απ’ το σχολείο, πήγαμε κάμπινγκ. Μετά, επειδή είμαι από Κύπρο και πηγαίνω κάθε χρόνο, έχω σπίτι εκεί, πήγα και εκεί πέρα για αρκετό καιρό, ένα-ενάμιση μήνα... Και μετά, με δύο φίλες μου απ’ το φροντιστήριο πήγαμε επίσης πέντε μερούλες, πάνω στη φάση που έβγαιναν τα αποτελέσματα, οπότε ήταν μία ευχάριστη φάση κι αυτή. Κι εντάξει, ήταν όντως πολύ όμορφο καλοκαίρι, μπορώ να πω. Και, εντάξει, σίγουρα μετά από μία τέτοια χρονιά, όλοι το χρειάζονται ένα τέτοιο καλοκαίρι! Και ευτυχώς που δεν έπεσε πάλι να ‘χουμε καραντίνα και μες το καλοκαίρι.

Γ.Α.:

Πώς ένιωθες;

Ε.Γ.:

Η αλήθεια είναι ότι τόσα χρόνια περίμενα ότι αποκλείεται να απολαύσω αυτό το καλοκαίρι, γιατί φυσικά θα ‘χω στο μυαλό μου τις βάσεις και τα αποτελέσματα και το πώς τα ‘χουμε πάει. Αλλά εν τέλει δεν το είχα τόσο, το οποίο ήταν πολύ περίεργο, γιατί, εντάξει, βγήκαν τ’ αποτελέσματα –αυτά γίναν πριν φύγουμε για διακοπές γενικά, οι βαθμοί εννοώ– και, εντάξει, καταλάβαινα ότι περνάω λογικά Αθήνα, οι οποίες υπάρχουν τρεις πληροφορικές στην Αθήνα και δεν με πολυένοιαζε σε ποια απ’ τις τρεις θα περάσω. Και μετά, απ’ το υπόλοιπο καλοκαίρι, απλά θυμάμαι να ‘χω στο μυαλό μου ότι μπορεί να μου λένε ότι: «Ναι, Αθήνα θα περάσεις με τους βαθμούς», αλλά εγώ σκεφτόμουν ότι: «Εντάξει, δεν ξέρουμε και μπορεί Αθήνα και, εντάξει, θα δούμε με τα αποτελέσματα και...». Δεν το περίμενα καν, καλά-καλά, αλλά εντάξει, τέλος πάντων. Πάντως ναι, σίγουρα ανησυχούσα πολύ λιγότερο απ’ ό,τι περίμενα για πανελλήνιες. Προφανώς, θα το ‘χεις όλη την ώρα στο μυαλό σου, αλλά τελικά δεν το είχα. Ναι. Ήταν η φάση που, επιτέλους, μετά απ’ όλο αυτό, κυριολεκτικά δεν έχεις τίποτα να κάνεις και μπορείς να ασχοληθείς με ό,τι άλλο θέλεις. Κι ήταν πολύ ευχάριστο.

Γ.Α.:

Τι σκέψεις και τι προσδοκίες υπήρχανε για το ερχόμενο πρώτο φοιτητικό έτος;

Ε.Γ.:

Καλά! Το πρώτο φοιτητικό έτος... Είσαι 18 χρονών πλέον και, υποτίθεται, θα βγεις στον κόσμο, να μάθεις να είσαι πιο ανεξάρτητος, να είσαι αυτόβουλος, να κάνεις τα πάντα όπως τα θέλεις... Θα πηγαίνεις στη σχολή, θα γνωρίσεις νέο κόσμο, θα αράζετε στο κυλικείο στο διάλειμμα και, μετά, θα βγαίνετε για μπυρίτσες το βράδυ, όταν σχολάτε... Και όλα αυτά τα ωραία που δεν έγιναν ποτέ. Γιατί, εννοείται, είναι ένα από τα κίνητρα που μας κράταγαν πέρσι, ότι: «Αχ! Του χρόνου θα ‘ναι απίστευτη χρονιά, θα ‘ναι όλα τέλεια!». Ναι. Κι εντάξει, εν τέλει η πραγματικότητα έχει πολύ μεγάλη διαφορά από αυτά τα expectations, [00:20:00]αλλά ήταν όμορφα να υπάρχουν, γιατί σε κράταγαν σε κίνητρο, σου κράταγαν ζωντανό την ανάγκη να διαβάσεις, γιατί έχει λόγο να διαβάσεις, θα περάσεις καλά του χρόνου.

Γ.Α.:

Ωραία. Και τελικά τι έγινε; Πώς εξελίχθηκε; Από τη στιγμή που βγήκαν τ’ αποτελέσματα, τι ακολούθησε;

Ε.Γ.:

Βγήκαν τα αποτελέσματα ακριβώς πριν φύγω για τις διακοπές που ‘χα πάει με τις δύο φίλες μου απ’ το φροντιστήριο και–

Γ.Α.:

Τότε, με συγχωρείς, να παραφράσω... Τα αποτελέσματα των βάσεων. Δηλαδή–

Ε.Γ.:

Ναι, ναι. Ναι, οι βάσεις βγήκαν τότε, ακριβώς. Με το που βγήκαν, έφυγα κι εγώ για διακοπές. Και επειδή και τα κορίτσια αυτά ήταν, προφανώς, στην ίδια ηλικία με εμένα, οπότε και γι’ αυτές μόλις είχαν βγει οι βάσεις, αρχίσαμε να ψάχνουμε η καθεμία για τις σχολές της, διάφορα ανομολόγητα, ομαδικές στο Facebook, στο Messenger και τέτοια, να ανυπομονούμε να γνωρίσουμε τα παιδιά, στοκάραμε προφίλ και περιμέναμε ποιοι έχουν πιο ενδιαφέροντες συμφοιτητές, ας πούμε. Αυτή ήταν η φάση εκείνη τη στιγμή. Σιγά-σιγά, μπήκαμε σε κάποιες ομαδικές... Προσωπικά, όταν μπήκα στην ομαδική της σχολής μου, ήμασταν γύρω στα είκοσι-τριάντα άτομα και μιλάγαμε αρκετά, όλη μέρα. Και, σιγά-σιγά, αρχίσαμε να κάνουμε κάποιες κλήσεις στο Discord και μετά, εκείνη τη στιγμή μας είπαν– Νομίζω, βασικά, ότι τότε βγήκε κι η απόφαση ότι θα τα κάνουμε ηλεκτρονικά. Μετά, είπαν ότι και τα εργαστήρια θα τα κάνουμε ηλεκτρονικά, οπότε συνειδητοποιήσαμε ότι δεν θα συναντηθούμε μ’ αυτά τα παιδιά, οπότε αποφασίσαμε να κάνουμε κάποια meet-up. Και εκεί πέρα, τα παιδιά που ‘χα γνωρίσει μέσω του Messenger και μέσω του Discord, τα είδα επιτέλους κι από κοντά και φτιάξαμε μία εκεί ωραία παρεούλα... Και αυτή η παρέα κρατάει ακόμα. Είναι πολύ ευχάριστο το ότι– Εν τέλει γνώρισα άτομα απ’ τη σχολή, αν και μ’ αυτές τις καταστάσεις. Και είναι πολύ όμορφο το ότι υπάρχει αυτή η παρέα, γιατί, εντάξει, τον πρώτο καιρό που ήταν λιγότερο πιεστικό το πρόγραμμα με το πανεπιστήμιο και λιγότερες οι εργασίες, απλά κάναμε κλήσεις μέχρι τα ξημερώματα, μέχρι, ας πούμε, 06:00 το πρωί και μετά γελάγαμε για το ότι: «Πω πω, σιγά μην ξυπνήσω στις 09:00 να μπω στο μάθημα...». Και διάφορα τέτοια. Ήταν πολύ ενδιαφέρον εκείνη τη στιγμή! Κι εντάξει, γνωριστήκαμε αρκετά κι ήταν πολύ ευχάριστο. Βέβαια, μετά, σιγά-σιγά, άρχισε η πίεση απ’ τη σχολή και δεν είχαμε τόσο χρόνο να το κάνουμε αυτό. Κι επίσης ούτε ενέργεια, γιατί άμα ασχολείσαι, ας πούμε, μέχρι τις 03:00 με κάποια εργασία, μετά δεν ξέρω κατά πόσο έχεις όρεξη να κάτσεις 03:00 με 07:00 να μιλήσεις, γιατί είσαι κουρασμένος και θες απλά να κοιμηθείς, για να ξυπνήσεις την άλλη μέρα και να μπεις στο μάθημα. Αλλά και πάλι συνεχίσαμε να κάνουμε να κάνουμε κλήσεις, απλά άλλαξε το περιεχόμενο, γιατί από εκεί που απλά λέγαμε για τις ζωές μας και γνωριζόμασταν και διάφορα τέτοια, αρχίσαμε να μιλάμε σταδιακά όλο και περισσότερο για τα μαθήματα, μέχρι που καταλήξαμε να μπαίνουμε σε κλήσεις μόνο για μαθήματα σχεδόν ή για κανένα «Tichu», γιατί αυτό, εντάξει, δεν σταμάτησε ποτέ. Και μπαίναμε για μαθήματα, αναλύαμε εργασίες, κάποιες ατομικές τις κάναμε ομαδικές... Που, εντάξει, όταν είναι ατομική, προφανώς δεν έπρεπε, αλλά βοηθάει πάντα να έχεις μία δεύτερη άποψη όταν κάνεις μία εργασία. Και, ναι, γενικά ήταν πολύ ευχάριστο το ότι δημιουργήθηκε αυτή η παρέα, ενώ είμαστε σε καραντίνα, οπότε πρακτικά δεν ήταν τόσο αναμενόμενο να γίνει αυτό.

Γ.Α.:

Τα meet-up πώς γίνανε; Πώς τα οργανώσατε, πώς πήγανε, πώς, πώς, πώς...

Ε.Γ.:

Ναι. Λοιπόν, τα meet-up έγιναν στο Μέγαρο, πολύ όμορφο μέρος. Και, εντάξει, στη σχολή μου γενικά είμαστε τριακόσια άτομα. Και στην ομαδική, εντάξει, σίγουρα δεν υπάρχουν και τα τριακόσια, αλλά γι’ αυτό το λόγο κάναμε δύο ομαδικές, ώστε να υπάρχουν να υπάρχουν όλα τα άτομα μέσα. Οπότε λέγαμε: «Παιδιά, 06:00 ώρα να πάμε στο Μέγαρο, να συναντηθούμε». Εντάξει, πήγαινα με ένα ή με δύο παιδιά που μένουν απ’ την περιοχή μου, οπότε... Εντάξει, δεν τα ‘χα γνωρίσει πριν, αλλά τα γνώρισα αφού μάθαμε ότι περάσαμε στην ίδια σχολή. Και πηγαίναμε μία-δύο ώρες αργότερα, όπου λιγάκι είχε ανάψει το κέφι κι είχαν αρχίσει λίγο η επικοινωνία, γενικά. Μιλούσαν πλέον τα παιδιά, ενώ με μία κοπέλα από τη σχολή μου, με την οποία κάνουμε παρέα, μου λέει ότι σε ένα από τα δύο meet-up είχε πάει 06:00 ώρα ακριβώς και απλά βρίσκονταν δέκα παιδιά εκεί πέρα, τα οποία δεν μίλαγαν καν, απλά κοιτάζονταν από τις δέκα διαφορετικές πλευρές εκείνου του χώρου στον οποίο ήμασταν μαζεμένοι. Αλλά όταν πήγα εγώ, πρώτον είχα και τη στήριξη ότι είμαι μ’ ένα άλλο παιδί που ξέρω, οπότε δεν είναι ότι θα ‘μαι ακριβώς μόνη μου, δηλαδή δεν θα πάω και θα ‘είμαι μόνη μου. Κατευθείαν, ασυναίσθητα... Εντάξει, σίγουρα γνώρισα διάφορα άτομα τα οποία δεν τα ‘χα γνωρίσει, αλλά πολύ ασυναίσθητα, εν τέλει, κατέληξα με την παρέα που είχα γνωρίσει τότε μέσω Discord, που είναι πλέον η παρέα μου. Οπότε, εντάξει, ήταν πολύ θετικό το ότι το κάναμε, μπορώ να πω, γιατί ήταν και μία αφορμή να τους δεις κι από κοντά, σίγουρα, γιατί αλλιώς ακόμα δεν θα τους είχαμε δει. Που, και πάλι, δεν τους έχω δει και όλους απ’ την παρέα μου, γιατί κάποιοι μένουν σε άλλες περιοχές και οι περισσότεροι που μένουν σε άλλες περιοχές, εκτός Αθήνας, δεν έχουν έρθει για σπίτι, γιατί δεν βγάζει κάποιο νόημα, αφού και πάλι στην περιοχή τους θα έβγαζαν την καραντίνα κι όχι στο σπίτι τους στην Αθήνα.

Γ.Α.:

Η επαφή με το πανεπιστήμιο σαν θεσμό, δηλαδή με γραμματεία, με καθηγητές και ούτω καθεξής, πώς είναι;

Ε.Γ.:

Λοιπόν, με γραμματεία, εντάξει, έχουμε μία πολύ iconic ιστορία για το δικό μας τμήμα, ότι εκεί που αρχίσαμε τις εγγραφές –μια βδομάδα πριν, βασικά–, παίρνει ένα παιδί τηλέφωνο να ρωτήσει διάφορα πράγματα για τις εγγραφές και τέτοια και του λέει η γραμματεία: «Φύγε, παιδί μου, όσο προλαβαίνεις! Φύγε, πήγαινε σε άλλη σχολή. Εδώ πέρα δεν θα περάσεις καλά». Εν τέλει, εντάξει, το παιδί δεν άκουσε τη γραμματεία και γράφτηκε, όπως κι εμείς οι υπόλοιποι, αλλά ναι. Με γραμματεία δεν έχω ζήσει αυτές τις μεγάλες ουρές που περιμένεις με την ώρα εκεί, έξω απ’ τη γραμματεία, περιμένοντας τη σειρά σου. Κι επίσης, βασικά, δεν έχω μιλήσει με τη γραμματεία, γιατί ποτέ δεν χρειάστηκε να πάρω, γιατί εφόσον υπήρχαν οι ομαδικές, αναλάμβανε πάντα κάποιος και μετά απλά έβλεπα τα μηνύματα, το τι έγινε, και δεν χρειάστηκε ποτέ να επικοινωνήσω απευθείας μαζί της. Τώρα με τους καθηγητές, σίγουρα... Εντάξει, εννοείται έχεις την επιλογή να ανοίξεις το μικρόφωνο και να κάνεις την ερώτησή σου ή να πεις την άποψή σου και οτιδήποτε, αλλά δεν το κάνεις και τόσο. Δηλαδή, είναι ένα-δύο τα iconic άτομα της κάθε σχολής που ανοίγουν όλη την ώρα το μικρόφωνο και μιλάνε και δεν είμαι σ’ αυτά τα ένα-δύο. Και ,εντάξει, σίγουρα καμία σχέση για κανένα λόγο αυτό που ‘χουμε συνηθίσει τόσα χρόνια, που στο σχολείο είμαστε είκοσι άτομα, ο καθηγητής σίγουρα, άμα ενδιαφέρεσαι για το μάθημα, σίγουρα, θα ασχοληθεί μαζί σου, ας πούμε. Και μετά, στο φροντιστήριο οχτώ άτομα, εννοείται θα ασχοληθεί μαζί σου και θα έρθετε σε επαφή, θα έχετε διαλόγους σχετικά με το «Τι θέλετε να κάνετε, πού θέλετε να περάσετε, γενικότερα πώς είστε ψυχολογικά» κι όλα αυτά. Ενώ φέτος... Εντάξει, σίγουρα τριακόσια άτομα που είμαστε και πάλι δεν είναι ότι θα ‘χα επικοινωνήσει εγώ με τον καθηγητή, προφανώς, αλλά σίγουρα το ότι είναι ηλεκτρονικά, δηλαδή το ότι ούτε καν έχω δει το πρόσωπό τους ή έχουν δει αυτοί το δικό μου είναι διαφορετικό. Και ο μόνος καθηγητής τον οποίο όχι ακριβώς γνωριστήκαμε, αλλά είναι σ’ ένα εργαστήριο που έχω, είμαστε σαράντα άτομα, οπότε... Κι εντάξει, μες στο μάθημα μάς καλεί να του προτείνουμε κάποιες ιδέες για το πώς να λύσουμε κάποια άσκηση και, εντάξει, είναι δέκα άτομα, τα οποία στέλνουμε όλη την ώρα εκεί πέρα. Αυτός μας έχει συνηθίσει. Τώρα, οι υπόλοιποι καθηγητές, καμία επαφή. Έχουμε κάποιους καθηγητές, οι οποίοι είναι πολύ γλυκούληδες, μας λένε ότι κατανοούν την κατάστασή μας και λυπούνται γι’ αυτό και προσπαθούνε... Έχουμε μία καθηγήτρια, μας κάνει ένα εργαστήριο τις Παρασκευές, που μας λέει όλη την ώρα: «Ανοίξτε, παιδιά, τα μικρόφωνά σας, να σας γνωρίσω, να ακούσω τη φωνούλα σας και σε επόμενα χρόνια, που θα σας έχω κι από κοντά –σε επόμενα εξάμηνα–, να έρχεστε να χαιρετήσετε, να μου πείτε: “Γεια, ήμουν εγώ, που είχα πει αυτό, τότε...”», και κάτι τέτοια. Ναι, είναι πολύ φιλική αυτή η καθηγήτρια γενικά. Αλλά ναι, γενικότερα, αρκετά καμία επαφή με τη σχολή, εκτός του ότι δεν πήγα και ποτέ να δω την εγκατάσταση, ας πούμε. Εντάξει, σίγουρα θα μπορούσα να ‘χω περάσει να το δω, αλλά δεν είχε κάποιο νόημα να το κάνω, εφόσον κι η εγγραφή και τα πάντα γενικά έγιναν online, οπότε δεν χρειάστηκε να πάω στη γραμματεία να της πω να με γράψει, να με γράψει σε μαθήματα, δεν ξέρω, να πάρω το πάσο– Το πάσο, έτσι κι αλλιώς, νομίζω δεν το παίρναμε απ’ τη σχολή, αλλά και πάλι, δεν χρειάστηκε ποτέ να πάω στη σχολή, οπότε [00:30:00]και δεν πήγα ποτέ.

Γ.Α.:

Το πάσο σου πώς το πήρες;

Ε.Γ.:

Το πάσο μου πήγα πριν λίγες μέρες στην περιοχή μου, σ’ ένα μαγαζί που κάνει παράδοση των πάσων. Το ‘χα καθυστερήσει κι αρκετά να κάνω την αίτηση και μία φίλη μου που πήρε μεταγραφή –τόσο πολύ το άργησα– μας λέει τη μέρα που πήρε μεταγραφή ότι: «Παιδιά, θα κάνω αίτηση για πάσο...». Και την επόμενη πήρα κι εγώ δύναμη απ’ αυτή και έκανα κι εγώ την αίτησή μου και μου ‘στειλαν ότι είναι έτοιμο και αναγκάστηκα να πάω να το πάρω, γιατί την επόμενη μέρα έδινα εξέταση, οπότε το χρειαζόμουν. Οπότε πήγα, το πήρα και ξαναγύρισα σπίτι μου.

Γ.Α.:

Η εξ’ αποστάσεως διδασκαλία πώς είναι σαν εμπειρία συνολικά;

Ε.Γ.:

Γενικά, με εξ’ αποστάσεως εκπαίδευση έχω επαφή και πέρσι και φέτος και έχω παρατηρήσει το ίδιο πράγμα, ότι όσο ενδιαφέρον και να ‘ναι το μάθημα και όσο ενδιαφέρων και να ‘ναι ο καθηγητής, ποτέ δεν έχω καταφέρει να δώσω το 100% της προσοχής μου όλη την ώρα. Δηλαδή, είναι πολύ εύκολο να αποσυντονιστείς, να πιάσεις το κινητό σου, να κάνεις το οτιδήποτε, να αρχίσεις τα μηνύματα, να αρχίσεις να παίζεις ένα παιχνίδι στο κινητό, να μπεις Facebook, να αρχίσεις να ασχολείσαι με άλλο μάθημα, να αρχίσεις να γράφεις οτιδήποτε άκυρο και, γενικά, να κάνεις οτιδήποτε, ακόμα και να βάλεις μουσική να ακούς και να μην προσέχεις τον καθηγητή... Ή να έχεις μπει να παίξεις «Tichu» με συμφοιτητές αντί να προσέχεις στο μάθημα. Γιατί άμα δεν νιώθεις ότι ο άλλος σε κοιτάζει εκείνη την ώρα, την ώρα που θα ‘σαι το κινητό σου ή την ώρα που θα βγάλεις τις κάρτες του «Tichu», θα σε στραβοκοιτάξει λιγάκι, υποθέτω, –φαντάζομαι, ένας φυσιολογικός άνθρωπος θα με στραβοκοίταζε–, οπότε κανείς δεν με αναγκάζει να έχω το 100% της προσοχής μου σε αυτό που μου παραδίδεται αυτή την ώρα, ενώ ξέρω σίγουρα ότι, εντάξει, είναι σημαντικό και, ναι, θα μου χρειαστεί.

Γ.Α.:

Οι παραδώσεις πώς ανταποκρίνονται, όμως, σ’ αυτή τη συνθήκη;

Ε.Γ.:

Τι ακριβώς εννοείς; Sorry.

Γ.Α.:

Εννοώ ότι υπάρχει αυτό το χάσμα επικοινωνίας, ουσιαστικά, καθώς δεν είστε δια ζώσης με τους καθηγητές και με τους υπόλοιπους συμφοιτητές, αλλά οι παραδώσεις των καθηγητών, ουσιαστικά, πώς είναι; Πώς ανταποκρίνονται σ’ αυτό το χάσμα, ώστε να προσπαθήσουν να το γεφυρώσουν;

Ε.Γ.:

Ναι. Γενικά, τα περισσότερα μαθήματα έχουν πολύ λιγότερη συμμετοχή απ’ τους φοιτητές απ’ ό,τι προηγούμενα έτη, γιατί ακριβώς λόγω του ότι είναι online και μπορούμε να αποσυντονιστούμε πολύ εύκολα με οτιδήποτε άλλο, δεν συμμετέχουμε σίγουρα το ίδιο. Βέβαια, περιέργως είναι ένα μάθημα –το βασικότερο, υποθέτω, του εξαμήνου–, στο οποίο ο καθηγητής έχει χιλιοπεί ότι: «Παιδιά, συγγνώμη, θα χρειαστούμε να κάνουμε κάποια επιπλέον μαθήματα, γιατί φέτος υπήρχε πολύ περισσότερη συμμετοχή από προηγούμενα έτη και δεν έχω προλάβει, παιδιά, να βγάλω την ύλη». Και, όντως, σ’ αυτό το μάθημα, επειδή είναι ο προγραμματισμός και γενικά υπήρχαν αρκετές απορίες και αρκετά πράγματα που ήθελαν οι φοιτητές να πουν πάνω σε αυτό που έλεγε ο καθηγητής, τα οποία, υποθέτω, όντως από αμφιθέατρο κάποια απ’ αυτά σίγουρα δεν θα μπορούσαν να ειπωθούν. Αλλά online φαίνεται σ’ αυτό το μάθημα βρήκαν το θάρρος κάποια άτομα και ρώταγαν ακόμα και πολύ άκυρα πράγματα, αλλά και αρκετά χρήσιμα, σίγουρα. Οπότε, ναι, είναι... Εξαρτάται, υποθέτω, απ’ τον καθηγητή το πώς ακριβώς έγινε αυτό. Δηλαδή, κάποιοι έβγαλαν πολύ– Όχι περισσότερη ύλη, γιατί είναι συγκεκριμένη η ύλη, αλλά την έβγαλαν ίσως πιο γρήγορα ή πρόλαβαν να επεκταθούν παραπάνω σε κάποια κομμάτια, με περισσότερα παραδείγματα και τέτοια... Ενώ, αντίθετα, κάποιοι άλλοι έμειναν πίσω ή αναγκάστηκαν να κόψουν πράγματα απ’ την ύλη ή απλά έβαλαν κάποια έξτρα μαθήματα και καλύψαν όσα έπρεπε να καλυφθούν.

Γ.Α.:

Εσύ πώς εξέλαβες την όλη προσπάθεια διδασκαλίας εξ αποστάσεως, με τα θετικά, με τα αρνητικά της; Ποια είναι η γνώμη σου, δηλαδή;

Ε.Γ.:

Ναι. Γενικά, δεν ξέρω αν θα υπήρχαν πολλές διαφορές, γιατί, εντάξει, όπως πας στο μάθημα στη σχολή σου, έχει το αρνητικό ότι πρέπει να ξυπνήσεις ακόμα πιο νωρίς, σίγουρα, ενώ σε εμάς είναι απλά: «09:00 η ώρα έχουμε μάθημα; 08:55 ξυπνάω ή 09:00 η ώρα ακριβώς», και μπαίνω στο μάθημα. Σίγουρα, άμα ήταν από κοντά– Υπάρχει μάθημα που ενώ, νομίζω, δεν έχασα ούτε μία διάλεξη, ακόμα δεν ξέρω αν έχω επαφή μ’ αυτό το μάθημα, γιατί ποτέ δεν κάθισα να λύσω κάποια άσκηση. Ενώ, ας πούμε, αυτό το μάθημα έχει ένα φροντιστήριο στο οποίο μας έλεγε η καθηγήτρια ότι όταν το κάνει από κοντά, περνάει πάνω απ’ τους φοιτητές, κοιτάζει το τετράδιό τους, τους συμβουλεύει, βλέπει πού έχουν κενό και τους λέει, τους βοηθάει τι να κάνουν και τέτοια. Ενώ, τώρα, και να μας έλεγε: «Παιδιά, κάντε αυτή την άσκηση», αποκλείεται να ‘παιρνα τετράδιο, να αρχίσω να λύνω. Υποθέτω κάποιοι το ‘καναν, αλλά, μετά, εν τέλει, όταν φτάσαμε στο τελευταίο μάθημα, τότε έγινε πολύ εμφανές το ότι κανείς δεν είχε ιδέα να λύνει κάποια άσκηση αυτού του μαθήματος. Και τόσο έντονα, που η καθηγήτρια είχε απορήσει, έλεγε: «Καλά, κανείς δεν έχει ανοίξει βιβλίο». Και είμαστε χωρισμένοι σε δύο τμήματα σ’ αυτό το μάθημα και είναι μία φίλη μου, η οποία μπαίνει και στα δύο, επειδή κανονικά είναι στο αντίθετο από μένα, αλλά της αρέσει η δική μου καθηγήτρια, οπότε μπαίνει και στα δύο. Και μου λέει: «Έχω παρατηρήσει το ίδιο πράγμα, ότι σε κανένα από τα δύο δεν απαντάει κανείς και μιλάει μόνος του ο καθηγητής».

Γ.Α.:

Ποιο μάθημα είναι αυτό;

Ε.Γ.:

Λέγεται «Διακριτά Μαθηματικά». Πολύ ενδιαφέρον μάθημα, απλά δεν έχω ασχοληθεί. Αλλά θα ασχοληθώ αναγκαστικά, γιατί δίνω, οπότε θα πρέπει να ασχοληθώ. Αλλά, εντάξει, δεν έχει γίνει ακόμα.

Γ.Α.:

Είπες ότι πήγες και πήρες το πάσο σου άρον-άρον, γιατί είχες εξέταση την επόμενη μέρα.

Ε.Γ.:

Ναι.

Γ.Α.:

Άρα, έχεις ήδη μια επαφή με την εξεταστική. Πώς πήγε αυτό;

Ε.Γ.:

Ναι, έδωσα ένα μάθημα, ένα εργαστήριο βασικά, την Τρίτη. Και, εντάξει, εκτός το ότι δεν πήγε και υπέροχα ως μάθημα, αλλά εντάξει, δίνει 2/10, κάτι θα κάνω απ’ τα υπόλοιπα κι απ’ τις εργασίες –τις εργασίες και τη γραπτή εξέταση–, οπότε μπορεί και να το περάσω... Λοιπόν. Αλλά, γενικά, υπήρχαν κάποιες δυσκολίες εκείνη την ώρα. Για παράδειγμα, για να ανοίξεις το γραπτό– Το γραπτό, λέω... Τα θέματα... Βάζεις έναν κωδικό και μπαίνεις μέσα στο θέμα σου. Και εγώ πατάω κωδικό και μου λέει ότι ενδέχεται μόνο μία ακόμη φορά να κάνω υποβολή. Και για κάποιο λόγο μου φάνηκε τόσο περίεργο, που φοβήθηκα, λέω ότι: «Θα το πατήσω και μετά δεν θα μπορώ να κάνω υποβολή...». Κι εκείνη την ώρα ρωτάει ο καθηγητής: «Όλα καλά;». Και αναφέρω εγώ ότι έχω ένα πρόβλημα και σίγουρα θα το θεώρησαν αρκετά χαζό αυτό που είπα, αλλά, τέλος πάντων, τους είπα το πρόβλημά μου... Και με το που άρχισαν δύο-τρία άτομα να μου λένε τι να κάνω, συνειδητοποιώ ότι, εντάξει, δεν είναι δυνατόν μόνο εγώ να ‘χω το πρόβλημα, σίγουρα μπαίνει και σε εμένα φυσιολογικά, όπως σε όλους. Οπότε τους λέω: «Εντάξει, εντάξει, θα τα καταφέρω!». Και μπήκα. Μετά, όμως, είχα το άλλο πρόβλημα, ότι ο χρόνος σε εμένα πήγαινε για κάποιο λόγο λάθος και είχαμε μιάμιση ώρα και σε εμένα δεν μειωνόταν πολύ αυτός ο χρόνος... Και, ας πούμε, σε κάποια φάση σε εμένα μου έλεγε πενήντα λεπτά και, προφανώς, νόμιζα ότι έχω πενήντα λεπτά, μέχρι που κάποιος συμφοιτητής μου αναφέρει ότι έχουμε είκοσι λεπτά κι, εντάξει, μία ταραχή εκείνη την ώρα. Αλλά, εντάξει, ενημέρωσα τον καθηγητή, του λέω: «Εντάξει, προφανώς θα τα παραδώσω μαζί με τους υπόλοιπους», απλά τον ενημέρωσα. Και μετά, πάμε να κάνουμε υποβολή και σε έναν-έναν, έλεγε σε όλους το ίδιο πράγμα, ότι δεν μπορούμε να κάνουμε υποβολή, γιατί έχει περάσει ο χρόνος. Που σε εμένα έλεγε «ακόμα τριάντα έξι λεπτά», οπότε, πρακτικά, θα έπρεπε να μπορώ να κάνω υποβολή. Αλλά, ας πούμε, ότι κάτι πήγε λάθος με τον δικό μου υπολογιστή. Με τους υπόλοιπους, που μια χαρά τους έλεγε τον χρόνο και τους έλεγε «ακόμα δύο λεπτά», δεν έβγαλε κανένα νόημα αυτό, ότι δεν μπορούσαν να κάνουν υποβολή και, εντάξει, απλά εν τέλει τα στείλαμε όλοι με email στον καθηγητή τον καημένο... Αλλά τι να κάνουμε! Plus, είχε και το άλλο το αρνητικό, ότι αν ξαφνικά ξε-συνδεθείς και άμα εντός ή δύο ή πέντε λεπτών, δεν θυμάμαι, δεν καταφέρεις να ξανασυνδεθείς, αναγκαστικά αποκλείεσαι απ’ την εξέταση, το οποίο, εντάξει, προσδίδει ένα κάποιο άγχος στην όλη ήδη αγχωτική διαδικασία. Ας πούμε, κάποια στιγμή μία κοπέλα είχε ξε-συνδεθεί και ευτυχώς κατάφερε να ξανασυνδεθεί, αλλά, ναι, εκείνη τη στιγμή είχε αγχωθεί αρκετά.

Γ.Α.:

Το όλο εξάμηνο, που ήταν ουσιαστικά τα πάντα εξ’ αποστάσεως, πώς σ’ έχει επηρεάσει ψυχολογικά;

Ε.Γ.:

Εντάξει, απ’ τη μία είναι κάπως παρόμοιο με πέρσι, αλλά απ’ την άλλη είναι τελείως διαφορετικά, γιατί τώρα μένω και μόνη μου, οπότε τουλάχιστον έχω έναν χώρο στον οποίο, εντάξει... Το να πηγαίνω από καναπέ σε κρεβάτι, σε γραφείο και στο τραπέζι έχει μία διαφορά απ’ το να πηγαίνω απ’ το κρεβάτι στην καρέκλα του γραφείου, συγκριτικά με πέρσι. Τώρα, σίγουρα θα μπορούσε να ‘ναι και χειρότερο, γιατί, ας πούμε, άμα δεν είχα γνωρίσει κι αυτά τα παιδιά που γνώρισα, σίγουρα θα ήμουνα σε πολύ χειρότερη κατάσταση. Αλλά λαμβάνοντας [00:40:00]υπόψη ότι τα ‘χω γνωρίσει, οπότε έχω αυτή την υποστήριξη ότι θα μιλήσω με άτομα πάνω σε ακριβώς αυτό που με απασχολεί, δηλαδή θα αναλύσω το πρόβλημά μου με κάποια εργασία, ας πούμε, και θα με καταλάβουν ακριβώς και θα με συμβουλέψουν... Αυτό είναι πάρα πολύ ευχάριστο, πραγματικά, γιατί άμα δεν τα ‘χα γνωρίσει τα παιδιά, τα μόνα άτομα για τα οποία θα μπορούσα να μιλήσω είναι η παρέα μου, ας πούμε, εκτός σχολής, που λόγω του ότι είναι εκτός σχολής, δεν θα ‘χαν ιδέα τι τους λέω προφανώς, οπότε τι να πουν κι αυτοί! Αλλά, απ’ την άλλη, εντάξει, σίγουρα είχαμε στο μυαλό μας ότι θα τους βλέπουμε από κοντά, θα βγαίνουμε, θα περνάμε ωραία όλοι μαζί, θα κάνουμε πάρτι, θα βγαίνουμε τα βράδια να πιούμε, να γνωριστούμε από κοντά, να περάσουμε ωραία όλοι μαζί ως παρέα και, εντάξει, αυτό προφανώς δεν γίνεται. Οπότε, εντάξει, γενικά η ψυχολογική μου κατάσταση αντιμετωπίζει κάποια σκαμπανεβάσματα, το οποίο δεν ξέρω κατά πόσο ευθύνονται στην καραντίνα όσο στη δυσκολία από τη σχολή, γιατί σίγουρα παρατήρησα ότι ήμουν πιο down στιγμές που είχα να κάνω υποβολή κάποια εργασία και ένιωθα ότι δεν θα βγει. Εν τέλει βγαίνουν, αλλά όσο είσαι στη φάση ότι δεν θα βγει αυτό το πράγμα, σε παίρνει αρκετά από κάτω. Όταν βγαίνει, είναι μία πάρα πολύ ευχάριστη στιγμή, σίγουρα! Δηλαδή, κάθε φορά που κάνω υποβολή, τυχαίνει να είναι 4:00, 5:00 η ώρα το βράδυ και να είμαι πανευτυχής, να είμαι σε φάση: «Εντάξει, έχω κατακτήσει τον κόσμο, όλα θα πάνε πανέμορφα!». Μετά, την επόμενη μέρα, συνεχίζω με την επόμενη εργασία και είμαι σε φάση: «Να τα, πάλι απ’ την αρχή! Δεν θα πάνε όλα πανέμορφα και δεν κατέκτησα τον κόσμο! Αλλά, εντάξει, τι να κάνουμε...».

Γ.Α.:

Πώς καταφέρνεις και διαχειρίζεσαι όλη αυτή την πίεση που λαμβάνεις;

Ε.Γ.:

Σίγουρα θεωρώ είναι αρκετά βοηθητικό να μιλάς με τους γνωστούς, τους κοντινούς σου ανθρώπους, για τα προβλήματά σου και να τους... Ας πούμε, άμα δεν είσαι καλά, να μην προσπαθείς να είσαι καλά για τους άλλους ή να το παίξεις καλά για να μην καταλάβουν κάτι. Θεωρώ, είναι πολύ σημαντικό να μιλάμε γι’ αυτό. Και τώρα μένω μαζί με την αδερφή μου, γιατί έχει έρθει από τα Ιωάννινα που σπουδάζει, λόγω καραντίνας, και, ας πούμε, σίγουρα, επειδή όλη μέρα καθόμαστε μαζί κα διαβάζουμε, άμα με χτυπήσει κάποια στιγμή κάποιο θέμα που σκέφτομαι, θα κάτσω εκεί πέρα να της το αναλύσω. Μετά, εντάξει, άμα είναι κάτι σίγουρα που σχετίζεται με τη σχολή, θα μιλήσω με κάποιο άτομο απ’ τη σχολή... Και άμα είναι κάτι τελείως διαφορετικό, εντάξει, έχω τους φίλους μου με τους οποίους θα μιλήσω γι’ αυτό. Οπότε κάπως έτσι, μέσω... Νομίζω με το να έχεις στήριξη από άλλους ανθρώπους, σίγουρα βγαίνει πολύ πιο απλό απ’ το να είσαι τελείως μόνη σου, να πρέπει να τα αντιμετωπίσεις όλα.

Γ.Α.:

Ωραία. Από δω και πέρα πώς βλέπεις, τουλάχιστον γι’ αυτόν τον χρόνο, να πηγαίνουν τα πράγματα;

Ε.Γ.:

Ναι, εντάξει, γι’ αυτό τον χρόνο γνωρίζαμε ότι δυστυχώς θα συνεχιστούν διαδικτυακά. Ευελπιστούσαμε ότι τουλάχιστον δεν θα υπάρχει κι η καραντίνα και θα μπορούσαμε να βρισκόμαστε, ώστε αν και θα ‘ναι διαδικτυακά τα μαθήματα, θα μπορούμε τουλάχιστον ως παρέα να κάνουμε κάποια πράγματα μαζί. Εν τέλει, δεν ξέρω πώς θα πάει με αυτή τη φάση, με την καραντίνα ή όχι. Εντάξει, δυστυχώς δε νομίζω ότι θα αλλάξει πάρα πολύ η κατάσταση και είναι πολύ κρίμα, γιατί, εντάξει, προφανώς κάθε πρωτοετής φοιτητής –και γενικά κάθε φοιτητής, βασικά, όχι μόνο πρωτοετής– θέλουν αρκετά να πάνε στη σχολή τους, να το ζήσουν όλο αυτό και, ναι, δυστυχώς αυτό δεν θα αλλάξει και θα παραμείνουμε στην ίδια κατάσταση. Σίγουρα, μετά από κάθε εξάμηνο είμαστε όλοι στη φάση ότι: «Δεν πήγε καλά αυτό το εξάμηνο, δεν το διαχειρίστηκα καλά, το επόμενο θα πάει καλύτερα». Προφανώς, το ίδιο λέω κι εγώ, γνωρίζοντας ότι υπάρχουν δύο-τρία μαθήματα τα οποία έχω αμελήσει αρκετά, ενώ δεν θα έπρεπε. Και σκεφτόμαστε ότι: «Εντάξει, το επόμενο εξάμηνο θα παρακολουθώ τέλεια», έχω τέσσερα μαθήματα στο επόμενο εξάμηνο και νομίζω κι ένα εργαστήριο, θα δω, δεν θυμάμαι, «θα παρακολουθώ όλα τα μαθήματα και μετά θα ‘χω τη συγκεκριμένη μέρα, στην οποία θα διαβάζω το κάθε μάθημα». Το κατά πόσο είναι ρεαλιστικό αυτό, θα δείξει, αλλά τουλάχιστον αυτός είναι ο στόχος.

Γ.Α.:

Έλεγες κάτι παρόμοιο και γι’ αυτό το εξάμηνο που πέρασε; Έτσι το ‘χες στο μυαλό σου;

Ε.Γ.:

Καλά, γι’ αυτό το εξάμηνο ήμασταν τελείως στα τυφλά. Δεν είχα ιδέα τι γίνεται. Κάποια στιγμή, επειδή ένας καθηγητής δεν, δεν με βοηθούσε καθόλου το μάθημά του, απλά σταμάτησα να μπαίνω στο μάθημά του κι απλά είπα ότι: «Τις Πέμπτες θα κάθομαι και θα διαβάζω αυτό το μάθημα μόνη μου». Εν τέλει, στο μάθημα πολύ καλά έχει πάει, δηλαδή πάντα ήμουν στην ύλη, δεν πήγε ποτέ μπροστά μου ο καθηγητής, ίσα-ίσα κάποιες φορές τον περνούσα εγώ. Και απλά σκέφτομαι ότι, ας πούμε, όπως έκανα τις Πέμπτες σ’ αυτό το μάθημα και διάβαζα μόνη μου γραμμική άλγεβρα, θα μπορούσα αντίστοιχα την Κυριακή να κάτσω να διαβάσω διακριτά μαθηματικά, για παράδειγμα, ή κάτι τέτοιο. Δεν το έκανα και το σκέφτηκα υπερβολικά αργά, δηλαδή αυτή την εβδομάδα, αλλά, εντάξει, ας πούμε ότι στα επόμενα εξάμηνα θα το ‘χω στο μυαλό μου ως μια επιλογή που θα μπορούσα να εφαρμόσω.

Γ.Α.:

Υλικό για το διάβασμα πώς έβρισκες; Πώς εντόπιζες; Από πού διάβαζες, δηλαδή;

Ε.Γ.:

Για το συγκεκριμένο που διάβαζα μόνη μου, επειδή, εντάξει, για γραμμική άλγεβρα –βασικά σίγουρα για αρκετά απ’ τα μαθήματά μου–, υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα online που μπορείς να βρεις. Κι εντάξει, ίσως όχι τόσο στα ελληνικά, γιατί η πληροφορική δεν... Σίγουρα μπορείς πράγματα να βρεις στα ελληνικά, αλλά σίγουρα μπορείς πάρα πολλά πράγματα, πολύ περισσότερες πηγές βασικά, υπάρχουν στα αγγλικά. Οπότε, απλά έβλεπα, ας πούμε, καμιά διάλεξη είτε κάποιες παλιές δικές του, γιατί έχει από μία χρονιά, του ‘12, ανεβασμένες κάποιες διαλέξεις, οι οποίες είναι αρκετά καλές. Εναλλακτικά, απλά έβλεπα κάποιων ξένων πανεπιστημίων κάποια διάλεξη ή, απλά, όταν μας έβαζε τις εργασίες –μας έβαζε γενικά κάποιες εργασίες–, απλά έψαχνα συγκεκριμένα για αυτή την εργασία κάνοντας copy-paste την εκφώνηση και με έβγαζε σε αντίστοιχες ασκήσεις... Και μέσω αυτού, καταλάβαινα λίγο τι συμβαίνει με το μάθημα. Αυτό. Και, γενικά, κάποιοι καθηγητές καταγράφουν τα μαθήματα και μετά τα ανεβάζουν, το οποίο είναι πάρα πολύ θετικό, ειδικά τώρα, ας πούμε, αν θες να κάνεις την επανάληψή σου έτσι, αντί να ανοίξεις το βιβλίο και να ψάχνεσαι, είναι αρκετά βοηθητικό. Αντίθετα, κάποιοι καθηγητές δεν έκαναν την καταγραφή και, εντάξει, όλοι ανεβάζουν διαφάνειες, κάποιων είναι καλές, κάποιων όχι τόσο, αλλά αναγκαστικά μέσω διαφανειών, σε συνδυασμό με το βιβλίο, σε συνδυασμό με video στο YouTube Ινδών που εξηγούν κάποια πράγματα... Έτσι έχει βγει γενικά η χρονιά μας, με αυτά τα βίντεο στο YouTube.

Γ.Α.:

Με τη δήλωση και την παραλαβή συγγραμμάτων πώς πήγε;

Ε.Γ.:

Λοιπόν, δηλώσαμε τα συγγράμματα, όταν έγινε η αίτηση. Δυστυχώς, έκαναν αρκετά πολύ καιρό να έρθουν. Εντάξει, δεν ήταν σε όλους το ίδιο. Επίσης, δε νομίζω ότι διαφέρει κι από άλλες χρονιές, γιατί γενικά πάντα αργούν αρκετά. Αλλά, ας πούμε, το τελευταίο μου βιβλίο το πήρα πριν μία ή δύο βδομάδες, το οποίο όχι ότι το άνοιξα ακόμα... Είναι το τελευταίο μάθημα που δίνω. Το plan είναι να το ανοίξω και να διαβάσω. Οπότε όσο δεν το ‘χα πάρει, δεν είναι ότι θα διάβαζα, οπότε μου την έσπαγε γιατί δεν μπορώ να διαβάσω, αλλά μου την έσπαγε, γιατί δεν το είχα. Δηλαδή, ακόμα και να ήθελα να διαβάσω, δεν θα το είχα. Όχι πως θα διάβαζα και το ‘ξερα, αλλά και πάλι ήθελα να έρθει το βιβλίο. Και εντάξει, εν τέλει ήρθε κι αυτό, οπότε εντάξει, όλα καλά. Βέβαια, μία φίλη μου που είναι από μεταγραφή... Αυτό, γενικά, πιστεύω πρέπει να αλλάξει. Όλη η διαδικασία με τη μεταγραφή είναι πάρα πολύ δύσκολη και παίρνει πάρα πολύ καιρό και για δύο μήνες δεν είχε κωδικό για να μπαίνει καν στο e-class. Και η κοπέλα αυτή δεν δικαιούται καν να πάρει τα συγγράμματα του πρώτου εξαμήνου, γιατί δεν ήταν officially στη σχολή μας, οπότε απλά δεν θα πάρει ποτέ αυτά τα βιβλία, γιατί δεν τα δικαιούται. Και γενικά, αυτό πιστεύω– Δεν έχει καθόλου να κάνει με τη χρονιά αυτή. Γενικά, νομίζω, συμβαίνει αυτό, αλλά, νομίζω, πρέπει να αλλάξει αυτό, γιατί είναι ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα, να θέλει ο φοιτητής να ανοίξει το βιβλίο και να μην το έχει.

Γ.Α.:

Πιστεύεις ότι αν τα μαθήματα γίνονταν δια ζώσης, θα είχες καλύτερη επίδοση απ’ αυτή που ήδη έχεις μετρήσει στον εαυτό σου;

Ε.Γ.:

Σε κάποια μαθήματα, η επίδοσή μου έχει αρκετά να κάνει με το– Η επίδοση γενικά, βασικά, έχει να κάνει με την επαφή που θα ‘χεις με τις εργασίες και με το πόσο θα ασχοληθείς. Οπότε υπάρχουν, ας πούμε, δύο μαθήματα, τα οποία χάριν των εργασιών νιώθω ότι είμαι πολύ καλά με την ύλη. Αλλά σε άλλα μαθήματα, όπως αυτό που ανέφερα νωρίτερα ότι ήταν η καθηγήτρια που έβλεπε το τετράδιο των φοιτητών, πώς τα πάνε με την άσκηση και τέτοια, σ’ αυτό το μάθημα, που δεν έχω κάτσει ποτέ να λύσω μόνη μου άσκηση, σίγουρα θα τα είχα πάει καλύτερα, γιατί μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον μάθημα... Γενικά, να ακούω εκεί ασκησούλες και να ακούω εν τέλει την απάντηση, χωρίς να έχω προσπαθήσει να τη λύσω, βέβαια, είναι πολύ [00:50:00]ενδιαφέρον. Και γενικά, είναι πολύ ωραίο το θέμα του μαθήματος, αλλά ναι, αν ήταν από κοντά, σίγουρα θα τα πήγαινα καλύτερα στο συγκεκριμένο. Τώρα, όσον αφορά το ένα άλλο, αυτό το μάθημα ήταν κάθε Τετάρτη και Πέμπτη, 09:00 με 11:00, οπότε δεν ξέρω κατά πόσο χρόνο θα κατάφερνα εκείνη την ώρα να είμαι στη σχολή και να έχω όρεξη να παρακολουθήσω. Αλλά απ’ την άλλη, σ’ αυτό το μάθημα δεν μπήκα ποτέ, γιατί... Δεν μπορώ καν να θυμηθώ. Είναι το μάθημα που διαβάζω τώρα μόνη μου και συνειδητοποίησα ότι μ’ αρέσει πάρα πολύ. Αλλά αν ήταν από κοντά και αν πήγαινα εν τέλει κι αν πάταγα όντως –που νομίζω ότι μόνο και μόνο από κοινωνική πίεση, ας πούμε, προς τους συμφοιτητές μου, θα αναγκαζόμουν να πάω, για να μην νιώθω απέναντι στην παρέα μου ότι: «Δεν πατάς στο μάθημα», και τέτοια– και μετά, αν πήγαινα, νομίζω, εντάξει, θα άξιζε αρκετά να παρακολουθήσω αντί να χαζεύω. Βέβαια, δεν μπορώ να εγγυηθώ κάτι, γιατί δεν μπορώ να ξέρω.

Γ.Α.:

Σαφώς, μιλάμε σε έναν υποθετικό χρόνο αυτή τη στιγμή. Υπάρχει κάτι που να σε απογοητεύει με το όλο εξάμηνο που ‘χεις περάσει. Δεν θα πω «τη διαδικασία», θα πω «το εξάμηνο» συγκεκριμένα.

Ε.Γ.:

Σίγουρα έχει να κάνει με το πώς το αντιμετώπισε ο κάθε φοιτητής και... Νομίζω η δική μου αντιμετώπιση απέναντι στη σχολή δεν ήταν ιδανική, γιατί, εντάξει, σε κάποια μαθήματα σίγουρα τα πάω μια χαρά, έχω κάνει παράδοση όλων των εργασιών και με την ύλη είμαι επίσης μια χαρά, αλλά σε άλλα δεν παρακολούθησα όσο θα ήθελα ή όσο θα έπρεπε. Οπότε νομίζω έχει αρκετά να κάνει με εμένα αυτό, όχι τόσο είτε με τη σχολή είτε με την καραντίνα.

Γ.Α.:

Άρα, τελικά, υπάρχει κάτι που να σε απογοητεύει;

Ε.Γ.:

Η δική μου αντιμετώπιση στη σχολή.

Γ.Α.:

Οκ.

Ε.Γ.:

Η οποία, εντάξει, έχω ακόμα χρόνο, θα τη βελτιώσω στα επόμενα εξάμηνα.

Γ.Α.:

Φαντάζεσαι το δεύτερο έτος σπουδών σου ποτέ; Κάθεσαι ποτέ να κάτσεις να φανταστείς πώς θα είναι το δεύτερο έτος;

Ε.Γ.:

Ναι. Εννοείται, ό,τι κάναμε πέρσι το κάνουμε και φέτος και σκεφτόμαστε για άλλη μια φορά το: «Αχ, θα ‘μαστε στο κυλικείο να παίζουμε “Tichu” και να πίνουμε καφέ... Και, αχ, θα τελειώνουμε τα εργαστήρια, ξέρω ‘γω, το βράδυ και θα βγαίνουμε βόλτες στην Αθήνα, που πλέον δεν θα έχει κορονοϊό και θα βγαίνουμε απλά και θα γνωρίσουμε επιτέλους την Αθήνα...». Γιατί αυτό ήταν, επίσης, κάτι που σκεφτόμουν τόσο καιρό, ότι ένας τρόπος να γνωρίσεις την Αθήνα, η οποία, εντάξει, αναμφισβήτητα έχει πολύ μεγάλο μέγεθος, ένας τρόπος καλός να τη γνωρίσεις είναι να σπουδάσεις σ’ αυτήν, που θα έρθεις σε επαφή με διάφορες περιοχές, είτε για να βγεις, είτε για να δεις κάποιον συμφοιτητή σου που μένει σε κάποια άκυρη περιοχή. Και οπότε αυτό που σκεφτόμουν πέρσι, το σκέφτομαι και φέτος, το ότι, εντάξει, από του χρόνου θα γνωρίσουμε την Αθήνα, θα κάτσουμε στο κυλικείο, θα δούμε και τους καθηγητές από κοντά, θα πάμε και στα πάρτι που θέλαμε τα φοιτητικά και όλα αυτά τα ωραία.

Γ.Α.:

Όλες αυτές οι σκέψεις για αυτό το πιο όμορφο μέλλον που περιγράφεις πώς σε κάνουν να νιώθεις;

Ε.Γ.:

Εντάξει, σίγουρα ανυπομονησία, προφανώς... Και λιγάκι, εντάξει, εννοείται σε κανέναν δεν είναι τόσο ευχάριστος ο εγκλεισμός, που απλά είμαστε μέσα και δεν μπορούμε να κάνουμε τα όσα θέλουμε, να βγούμε να δούμε τον έξω κόσμο, οτιδήποτε. Αλλά είναι αρκετά το ότι είμαστε 18 και είναι η φάση που– Δεν είμαστε, εγώ είμαι 18 και όλοι οι πρωτοετείς συμμαθητές μου... Όχι όλοι, δεν είναι όλος ο κόσμος 18! Αλλά, ναι, είμαι 18 και υποτίθεται σ’ αυτή τη φάση θα βγαίναμε έξω να ξεφύγουμε αρκετά από τη μέχρι τώρα ρουτίνα μας, σχολείο, σπίτι, διάβασμα, φροντιστήριο... Που, εντάξει, εννοείται και στα σχολικά σου χρόνια, εκτός απ’ αυτό, μπορείς να βάλεις πάρα πολλά πράγματα στην καθημερινότητά σου, οποιοδήποτε χόμπι, να βλέπεις τους φίλους σου, να ενταχθείς σε οποιαδήποτε ομάδα, εννοείται! Αλλά και πάλι, πάντα θεωρώ, είχα στο μυαλό μου ότι θα ‘μαι ακόμα πιο ελεύθερη, ας πούμε, όταν θα τελειώσουν τα χρόνια του σχολείου και θα έχω πολύ παραπάνω χρόνο. Βέβαια, αυτό τώρα το αμφισβητώ, γιατί, θεωρώ, η κατάσταση... Ας πούμε, το πόσο πρέπει να διαβάζω τώρα είναι σίγουρα, εν τέλει, περισσότερο από τα προηγούμενα χρόνια, ακόμα κι απ’ τις πανελλήνιες, αλλά, εντάξει, αυτό έχει να κάνει με τη σχολή μου κι όχι γενικά με τη φοιτητική ζωή.

Γ.Α.:

Ωραία! Υπάρχει κάτι που θα ‘θελες να προσθέσεις εσύ; Που μπορεί, ας πούμε, να μου ξέφυγε, να μην το ρώτησα, να μην το σκέφτηκα, κάτι που να ‘χεις εσύ στο νου σου τόσην ώρα και να θες να πεις;

Ε.Γ.:

Δεν ξέρω, δεν σκέφτηκα κάτι ακριβώς.

Γ.Α.:

Δεν είναι απαραίτητο ότι σώνει και ντε έχεις κάτι όντως να πεις, απλά σε περίπτωση που... Δηλαδή, αν όντως υπάρχει κάτι.

Ε.Γ.:

Ναι, δεν ξέρω, δεν έχω σκεφτεί κάτι.

Γ.Α.:

Ωραία, τότε. Ευχαριστώ πολύ που μοιράστηκες την εμπειρία σου μαζί μου και εύχομαι καλή επιτυχία με την εξεταστική!

Ε.Γ.:

Ευχαριστώ πάρα πολύ!

Γ.Α.:

Θα ήθελα να μου περιγράψεις λίγο την καθημερινότητά σου, τώρα, με τη σχολή, κατά τη διάρκεια του lockdown.

Ε.Γ.:

Λοιπόν, γενικά ξυπνούσα το πρωί περίπου πέντε λεπτά πριν το μάθημα, αρκετά για να φτιάξω ένα καφέ και για να μπω στο μάθημα, το οποίο κάποιες φορές το παρακολουθούσα κατευθείαν απ’ το κρεβάτι μου, γιατί, εντάξει, δεν χρειάζεται καν να σηκωθείς καλά-καλά πάντα. Και, εντάξει, άμα είχα, έτσι, διάθεση και όρεξη να κάνω και κάτι, εντάξει, πήγαινα μέχρι το γραφείο μου. Μετά, τις περισσότερες μέρες στη σχολή μου, το μάθημα τελειώνει προς μεσημεράκι, εκτός από κάποιες μέρες που –εντάξει, μία μέρα βασικά– έχουμε και απόγευμα. Αλλά, γενικά, προς μεσημέρι τελειώνω και, εντάξει, συνήθως θα πήγαινα στους γονείς μου στο σπίτι να φάω κάτι και, μετά, είτε θα ξεκίναγε λίγο το διάβασμα, είτε πρώτα θα μπαίναμε με τους συμφοιτητές μου σε κλήση να κάνουμε λίγο την πλάκα μας, να πούμε τα νέα μας, οτιδήποτε εκεί πέρα. Μετά, σίγουρα διάβασμα, γιατί ήταν αρκετές οι εργασίες, η αλήθεια είναι, μες το εξάμηνο. Σχεδόν τελείωσαν. Ακόμα δεν έχουν τελειώσει καν, γιατί η παράδοση της τελευταίας εργασίας είναι μετά την εξεταστική, 26 του Φλεβάρη, οπότε και μετά την εξεταστική εγώ θα συνεχίσω να ασχολούμαι με εργασίες. Τουλάχιστον είναι πάρα πολύ ενδιαφέρουσα αυτή η εργασία, αλλά εντάξει, θα δούμε πώς θα πάει κι αυτό, λοιπόν. Και ναι, οπότε κάποιες μέρες, ας πούμε, άμα πορωνόμουν με το διάβασμα μπορεί να πήγαινε... Και πρωί μπορεί να πήγαινε, γενικά αργά το βράδυ, γύρω στις 03:00-04:00, κάπου εκεί. Αλλά άλλες φορές, εντάξει, η παρέα μου από την περιοχή που μένω κι εγώ ερχόταν, ας πούμε, κάποιες φορές 05:00 με 09:00, υποτίθεται τις ώρες που επιτρεπόταν... Βέβαια, εντάξει, γενικά δεν είναι ότι έφευγαν ακριβώς 09:00, αλλά, εντάξει, ας πούμε ότι δεν το κατάλαβε ποτέ κανείς. Λοιπόν... Και αράζαμε εδώ πέρα στο σπίτι μου, λέγαμε τα δικά μας, πίναμε τίποτα. Γενικά, ξεφεύγαμε λίγο απ’ όλο αυτό. Ακούγαμε συνήθως απλά μουσικούλα βασικά, εκτός από τα νέα μας, γιατί, εντάξει, όταν κάποια άτομα τα βλέπεις και κάθε μέρα, από ένα σημείο και μετά δεν έχεις τόσα νέα κάθε μέρα. Οπότε απλά ακούγαμε τη μουσικούλα μας, παραγγέλναμε κάνα φαγητό και τρώγαμε και αράζαμε. Και μετά, το βράδυ, αφού έφευγαν, θα έμπαινα σε καμιά κλήση με τους συμφοιτητές μου πάλι είτε να μιλήσουμε ξανά για κάποια εργασία, είτε να παίξουμε οτιδήποτε. Δηλαδή, σ’ αυτές τις κλήσεις παίζαμε «Tichu», μπορεί να παίζαμε «θάρρος ή αλήθεια», «αναπτήρα», οτιδήποτε. Και καλά, να γνωριστούμε μέσω αυτού του τρόπου, αφού δεν μπορούμε να το κάνουμε από κοντά. Λέγαμε διάφορα stories απ’ τη ζωή μας, ό,τι να ‘ναι, γιατί, εντάξει, αυτά τα άτομα πρώτη φορά τα γνωρίζεις και είναι άτομα τα οποία δεν έχεις ιδέα ποια είναι η ιστορία τους ή τι συμβαίνει μ’ αυτούς... Και ψάχνεις κοινά, ψάχνεις άτομα με ενδιαφέρουσες απόψεις ή που θα μπορέσουν να σου αλλάξουν την άποψη σε κάποια θέματα κι είναι πολύ ενδιαφέρον να έρχεσαι σε επαφή με νέα άτομα, να μπορείς να μιλάς για πράγματα που ίσως έχεις ξανασυζητήσει και, πλέον, αν και σε ενδιαφέρουν, μπορεί να μην τα ξανασυζητήσεις με τα ίδια άτομα, γιατί έχουν ακουστεί οι απόψεις κι απ’ τους δύο και είτε έχετε διαφωνήσει είτε συμφωνήσει, το ίδιο κάνει. Και απλά, όταν γνωρίσεις κι άλλα άτομα, μπορείς να συζητήσεις ξανά θέματα που σας απασχολούν και να γνωρίσεις κι άλλες απόψεις. Και, εντάξει, είναι αρκετά σημαντικό να είναι κι ο άλλος διαλλακτικός και να ακούει και να θέλει να πει κι αυτός την άποψή του, αλλά και να δέχεται και τη δική σου, ακόμα κι αν διαφωνεί. Οπότε αυτό ήταν πολύ όμορφο, το ότι, εν τέλει, γνώρισα κάποια άτομα και ήρθαμε σε επαφή και γνώρισα διάφορα πράγματα γι’ αυτούς. Και σιγά-σιγά θ’ αρχίσω να τους βλέπω κι από κοντά, όσους δεν έχω δει. Ας πούμε, για παράδειγμα, μία κοπέλα απ’ τη σχολή μου, δεν είναι από Αθήνα, αλλά πρόσφατα ήρθε. Και ενώ μένει Αμπελόκηπους, προχθές ήρθε κυριολεκτικά με τα πόδια μέχρι το σπίτι μου, της πήρε μία ώρα και σαράντα λεπτά. Δεν είναι ότι δεν μπορούσε να πάρει ταξί –είχε πει ότι το πλάνο είναι να πάρει ταξί–, αλλά για κάποιο λόγο ξεκίνησε εκεί με τα πόδια και ερχόταν, ερχόταν, ερχόταν κι έλεγε: «Εντάξει, σε λίγο θα πάρω ταξί. Σε λίγο θα πάρω ταξί...». Εν τέλει, δεν πήρε ποτέ κι έφτασε μέχρι το σπίτι μου... Μία ώρα και σαράντα λεπτά. Και αράξαμε, τη γνώρισα και πρώτη φορά από κοντά, ήταν πολύ ενδιαφέρον. Σίγουρα διαβάσαμε κιόλας, γιατί, εντάξει, περίοδος εξ[01:00:00]εταστικής είναι τώρα, οπότε πρακτικά πρέπει να κάτσεις να διαβάσεις, ναι. Εννοείται και να κάθεσαι να διαβάσεις, όταν κάποιον άνθρωπο τον βλέπεις πρώτη φορά, ακόμα κι αν έχετε μιλήσει αρκετές ώρες, όλη την ώρα θα υπάρχουν τα breaks, για να πείτε κάτι άκυρο απ’ τη ζωή σας, οτιδήποτε γενικά. Αλλά, εντάξει, ήταν πολύ όμορφη εμπειρία. Και μετά, πιο αργά το βραδάκι, ας πούμε, άμα γυρίσουμε στη μέρα μου, που τελειώνει, ας πούμε, το διάβασμα ή οτιδήποτε άλλο, τελευταία έχω αρχίσει να βλέπω μία σειρά με ένα παιδί απ’ τη σχολή μου, μέσω του «Netflix party» –πολύ χρήσιμο αυτό, μπορώ να πω– και είναι πάρα πολύ ωραίο και το ανακαλύψαμε πρόσφατα. Κι απλά καθόμαστε εκεί πέρα και βλέπουμε τη σειρούλα, πολύ ωραία σειρά, λέγεται «Jessica Jones» και είναι πρωταγωνίστρια απ’ το «Breaking Bad» η κοπέλα του Τζέσι, μία με μαύρα μαλλιά... Δεν ξέρω, έχεις δει «Breaking Bad»; Λοιπόν, τέλος πάντων. Είναι πάρα πολύ ωραία σειρά. Και το «Breaking Bad», εννοώ, και το «Jessica Jones». Ναι, σε δύο μέρες είδαμε την πρώτη σεζόν και χθες είχε έρθει το παιδί αυτό σπίτι μου και καθίσαμε να δούμε λίγα ακόμα επεισόδια απ’ τη δεύτερη σεζόν πλέον. Και ναι, είναι πολύ ωραία σειρά. Κι ας είναι περίοδος εξεταστικής, αξίζει. Εντάξει τώρα, άμα κάτσεις 00:00 η ώρα να δεις σειρά, δεν παθαίνεις και τίποτα τώρα να δεις, δηλαδή δεν χάνεις χρόνο, 00:00 το βράδυ. Μπορεί και να μην διάβαζες εκείνη την ώρα, οπότε, εντάξει, αξίζει. Αυτά.