© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Κόκκινο Σπίτι – «Εστία Γνώσης Χαλκίδας»: Ιστορίες, μύθοι και θρύλοι για το εμβληματικό κτήριο του 19ου αιώνα μέσα από μία προσωπική οπτική
Κωδικός Ιστορίας
18498
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Ιωάννης Μαρκόπουλος (Ι.Μ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
08/03/2021
Ερευνητής/τρια
Κωνσταντίνα Δούκα (Κ.Δ.)
Καλησπέρα σας. Είναι Τρίτη, 9 Μα[00:00:00]ρτίου 2021, βρισκόμαστε στην Χαλκίδα Ευβοίας. Θέλετε να μας πείτε το όνομά σας;
Μαρκόπουλος Γιάννης λέγομαι.
Εγώ είμαι η Κωνσταντίνα Δούκα, ερευνήτρια στο Istorima, και ξεκινάμε. Παρακαλώ.
Βρίσκομαι σε αυτό τον χώρο ως υπεύθυνος της «Εστίας Γνώσης» από το 2004, όταν και… και με τη δική μου ιδέα, δημιουργήθηκε τότε η «Εστία Γνώσης» στον χώρο που βρισκόμαστε, δηλαδή στο Κόκκινο Σπίτι. Συγκεκριμένα, σε μία συνεργασία με τον κύριο Πνευματικό, τον Σπύρο Πνευματικό, ο οποίος, στη συνέχεια, θα αποδειχθεί ότι ήταν και γόνος της οικογενείας που είχε το σπίτι εδώ. Ο κύριος Σπύρος Πνευματικός, λοιπόν, καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών, μαθηματικός στο επάγγελμα, είχε την ιδέα να κάνουμε μία πρωτοποριακή εκπαιδευτική δράση για την εποχή εκείνη, αλλά και για τη σημερινή, η οποία λεγόταν «Εστία Γνώσης Χαλκίδας». Αυτό ήρθε και μου το εκμυστηρεύτηκε εμένα, σαν υπεύθυνο Δημοσίων Σχέσεων τότε, του Δήμου Χαλκιδέων. Έτσι, μου άρεσε η ιδέα και ξεκινήσαμε από κοινού να υλοποιούμε αυτό το πρόγραμμα, το οποίο ουσιαστικά ξεκίνησε να λειτουργεί –μάλλον οι προτάσεις και οι συζητήσεις γινόντουσαν από το 2001, αλλά άρχισε να λειτουργεί, η πρώτη δράση έγινε τον Απρίλιο του 2004. Δηλαδή, τυπικά, άρχισε να λειτουργεί τον Απρίλιο του 2004. Λίγο καιρό πριν, αρχές του 2004, με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Χαλκίδας, και μάλιστα παμψηφεί, το Κόκκινο Σπίτι, το οποίο μόλις είχε αποπερατωθεί, παραχωρήθηκε στην «Εστία Γνώσης», το οποίο ήταν Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου και η συνεργασία των επιστημονικών φορέων ήταν του Πανεπιστημίου Πατρών, του Υπουργείου Παιδείας και του Δήμου Χαλκιδέων. Αυτή ήταν η πρώτη μορφή της «Εστίας Γνώσης». Να το πάμε, όμως, λιγάκι πιο πίσω, γιατί το Κόκκινο Σπίτι καμία σχέση δεν έχει μόνο με την «Εστία Γνώσης». Υπάρχει μία πολύ μεγαλύτερη ιστορία, η οποία ήτανε πριν. Η ιστορία του Κόκκινου Σπιτιού ξεκινάει το 1884. Τότε, κάποιος Φλέγγας, ο οποίος ήταν νομομηχανικός της εποχής εκείνης, ξεκίνησε να χτίζει ένα σπίτι –μάλλον το ’83, έναν χρόνο πριν ξεκίνησε να το χτίζει, ένα-δύο, τώρα, κάπου εκεί– στο σημείο αυτό που βρισκόμαστε, που κάποτε ήταν ένας παλιός τούρκικος τεκές. Επί οθωμανικής αυτοκρατορίας υπήρχε ένας τούρκικος τεκές. Στον χώρο, λοιπόν, αυτό, της μικρής χερσονήσου, δημιουργήθηκε η υποδομή για να χτιστεί το κτήριο που σχεδόν βλέπετε τώρα. Δηλαδή, στην πραγματικότητα, ήταν μικρότερο από αυτό που βλέπετε τώρα. Έτσι, το 1884 ολοκληρώθηκε –περίπου το 1884– ολοκληρώθηκε η κατασκευή του. Για την εποχή εκείνη, ήταν πραγματικά πολύ πρωτοποριακό κτίσμα. Μάλιστα ήταν έξω από την αστική δομή της πόλης, από την πόλη, την κυρίως πόλη, από το σχέδιο πόλης και τα λοιπά, ήταν εκτός. Και ήταν παράνομο, για την ακρίβεια, ήτανε χτισμένο… Δεν ξέρω τότε πόσο μετράγανε αυτού του είδους οι παρανομίες, οι αυθαιρεσίες, αλλά αυτό το σπίτι ήταν αυθαίρετο. Θα μου πείτε, δεν το πρόσεξε κανείς τότε; Ίσως είχαν αλλού το μυαλό τους και δεν κοίταζαν το μεγάλο κτήριο, αυτό το εντυπωσιακό κτήριο που γεννιόταν τότε. Δεν μπαίνω σε αρχιτεκτονικά θέματα –αν χρειαστεί, μπορεί να τα πούμε αργότερα, να σας πω περίπου κάποια χαρακτηριστικά του σπιτιού. Αλλά θα πω ότι λίγα χρόνια μετά, και μάλιστα τρία-τέσσερα χρόνια μετά, ο Φλέγγας –δεν θα πω κύριος, γιατί τώρα, φυσικά, δεν ζει– είχε οικονομικά προβλήματα, με αποτέλεσμα κάποια τράπεζα, αν δεν κάνω λάθος, να του βγάλει το σπίτι στο σφυρί. Υπάρχει και μία άλλη εκδοχή, που λέει ότι ο Φλέγγας είχε δανειστεί από τον Ιωάννη Μάλλιο, Τώρα, δεν ξέρω ποιες από τις δύο εκδοχές είναι αληθής. Σημασία έχει ότι το σπίτι, με κάποιο τρόπο, πέρασε στον Ιωάννη Μάλλιο. Εκεί τον συναντάμε πρώτη φορά στην ιστορία του Κόκκινου Σπιτιού –τον Ιωάννη Μάλλιο, δηλαδή. Στην πραγματικότητα, ήτανε έμπορος, ο οποίος είχε μεγάλη δράση, εμπορική δράση, ήτανε πετυχημένος πιθανόν και ο λόγος του ότι ήταν επιτυχημένος, ήτανε γιατί βλέπουμε την οικονομική του ευμάρεια. Είναι από ένα χωριό έξω από τη Χαλκίδα, από τα Φύλλα της Χαλκίδας, εκεί ήταν η γενιά, η ρίζα του, τέλος πάντων. Και αυτός εμπορευόταν μπαχαρικά και διάφορα άλλα προϊόντα από Αίγυπτο ή κάπου από την Μέση Ανατολή, τέλος πάντων. Εδώ μία παρένθεση, να πω ότι ο αδερφός του, Δημήτρης Μάλλιος, έκανε το σπίτι, έχτισε τότε το σπίτι, ακριβώς διαγώνια απέναντι –το σπίτι, το γνωστό Σπίτι με τα Αγάλματα. Ουσιαστικά, δηλαδή, τα δύο αδέρφια πήρανε δύο αντικριστά οικόπεδα και έχτισαν τα δύο αυτά, εντυπωσιακά για την εποχή τους, κτήρια. Αλλά, φυσικά, και σήμερα κρατάνε αυτή την αρχοντιά, την οποία τη βλέπει ο κάθε ένας που επισκέπτεται, αν όχι τη Χαλκίδα, τουλάχιστον την περιοχή εδώ, του Κρηπιδώματος. Για να επανέλθω στο σπίτι, να πω ότι ο Ιωάννης Μάλλιος έζησε εδώ με την οικογένειά του, παντρεύτηκε, έκανε τον Βασίλειο Μάλλιο –σας τα λέω, έτσι, λιγάκι να τρέξει η ιστορία. Ο Βασίλειος Μάλλιος ασχολήθηκε με τη Νομική και κληρονόμησε, ουσιαστικά, και το σπίτι. Ήταν ο δεύτερος ιδιοκτήτης που έμεινε εδώ με την οικογένειά του. Παντρεύτηκε την κυρία Πνευματικού, Κατερίνα Πνευματικού, η οποία Κατερίνα Πνευματικού ήταν, ας πούμε, η προγιαγιά του Σπύρου Πνευματικού, που σας ανέφερα προηγουμένως. Αυτός έκανε τέσσερα παιδιά, εκ των οποίων ο Νικόλαος Μάλλιος –ο δεύτερος, νομίζω, στη σειρά πρέπει να ήτανε, απ’ τα τέσσερα παιδιά– πήρε και το σπίτι, κληρονόμησε και το σπίτι. Εγώ γνώρισα τον Νικόλαο Μάλλιο το 1988, αν θυμάμαι καλά, όταν τότε, νέος υπάλληλος του Δήμου Χαλκιδέων, υπεύθυνος Δημοσίων σχέσεων του Δήμου Χαλκιδέων, πήρα εντολή από τον δήμαρχο, τον κύριο Μαργαρίτη –μάλλον κύριος δεν είναι, γιατί έχει πεθάνει και αυτός– τον συγχωρεμένο. Ο Στέλιος ο Μαργαρίτης, λοιπόν, μου έδωσε εντολή να επισκεφθώ τον κυρ-Νίκο –τον μπαρμπα-Νίκο, όπως τον λέγαμε τότε, τέλος πάντων– προκειμένου να δούμε τις προθέσεις του και για το ενδεχόμενο να γράψει το σπίτι στον Δήμο Χαλκιδέων, μετά την αποχώρησή του από αυτή την ζωή. Όντως, ήρθα και τον βρήκα, μάλιστα του ’φερα και κάποια γλυκά για να τον καλοπιάσω, τέλος πάντων, εντός εισαγωγικών –αν και ο άνθρωπος είχε πάρει τις αποφάσεις του, απ’ ό,τι φάνηκε εκ των υστέρων, αλλά για τυπικούς λόγους, έπρεπε να είμαι διαχυτικός λιγάκι μαζί του. Ήτανε, θυμάμαι, και μία γιαγιά εδώ, που τον υπηρετούσε, εντός εισαγωγικών, που περισσότερο μου έδινε την εντύπωση ότι την οικογένειά του, παρά υπηρεσία του. Τον συνάντησα σε ένα δωμάτιο επάνω, το οποίο, να πω την αλήθεια, δεν είχα την καλύτερη… σχηματίσει στο μυαλό μου και την καλύτερη εικόνα, γιατί οι αισθήσεις μου τότε, η οσμή, η όραση, δεν συνάντησαν και το καλύτερο χαρακτηριστικό, τέλος πάντων. Το σπίτι ήτανε, να το πω με λίγα λόγια, ανέδιδε μια μυρωδιά, η οποία έβγαινε από την κλεισούρα και από τα ξύλινα, παλιά έπιπλα. Οι κουρτίνες ήταν πολύ σκοτεινές, γενικά τα χρώματα και η διακ[00:10:00]όσμηση ήταν πολύ βαριά και στο νεαρό της ηλικίας μου, τότε, δεν ταίριαζε καθόλου. Με αποτέλεσμα να μη νιώθω τόσο άνετα, τόσο όσο κάθισα, ας πούμε, εδώ πέρα, μια-δυο ώρες, ξέρω ’γω, να πούμε μερικές κουβεντούλες. Το μόνο, ότι συζητούσαμε περί ανέμων και υδάτων και κάπου εκεί, τέλος πάντων, έφυγα, παίρνοντας και την… ήδη το είχε αποδεχτεί, ας πούμε, απλώς με ενημέρωσε, ότι: Να, κάποια στιγμή σκέφτομαι, το σπίτι αυτό, θα κάνουμε μία πράξη, με την οποία θα το κληρονομήσω στον Δήμο Χαλκιδέων». Επαναλαμβάνω ότι αυτό, σε καμία περίπτωση, δεν εξαρτήθηκε από μένα, αντιθέτως. Εγώ απλώς ήρθα να τον, ας πούμε, ευχαριστήσω ή αν θέλετε, να του κρατήσω λίγο παρέα. Και δεν σας κρύβω ότι μου άρεσε και η ιδέα ότι θα έμπαινα μέσα στο Κόκκινο Σπίτι, που τόσα χρόνια το έβλεπα σαν παιδί, γιατί έμενα πολύ κοντά, αλλά δεν είχα την ευκαιρία ποτέ να μπω μέσα. Αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή. Βέβαια, θυμάμαι και το κωμικοτραγικό της υπόθεσης, ότι ένα χρόνο αργότερα, του αγίου Νικολάου ανήμερα –το ’89 πρέπει να ήτανε, ή το ’88, τώρα δεν θυμάμαι ακριβώς. Ή το ’88 ή το ’89, του αγίου Νικολάου πάντως, πήρα τηλέφωνο να του πω τα «χρόνια πολλά». Και εκείνη τη στιγμή, άκουσα τη γιαγιά από μέσα που φώναζε –φώναζε… έκλαιγε, ας πούμε: «Αχ, παιδάκι μου, τον χάσαμε τον Νίκο!» Και τελικά, είχε πεθάνει μάλλον το προηγούμενο βράδυ. Λέω το «μάλλον», γιατί τότε ακούστηκε ότι είχε πεθάνει δυο-τρεις μέρες πριν και για κάποιους λόγους, που ο καθένας μπορεί να υποθέσει, δεν ανακοινώθηκε αμέσως ο θάνατος του. Αυτά, βέβαια, είναι στη σφαίρα του ράδιο αρβύλα της περιοχής και της Χαλκίδας. Όπως και να έχει το πράγμα, οι Χαλκιδέοι πρέπει να νιώθουν ευγνώμονες για αυτό τον άνθρωπο, γιατί με τη δωρεά του, πραγματικά, έδωσε στην πόλη κάτι σαν πετράδι ενός δαχτυλιδιού που, τέλος πάντων, ξεχωρίζει. Είναι ένα εμβληματικό κτήριο για τη Χαλκίδα. Η θέση του είναι σε αντιδιαστολή με τη γέφυρα της Χαλκίδας, ένα σύμβολο της εποχής του δεκάτου ενάτου αιώνα. Και γενικά, τέλος πάντων, πιστεύω ότι δεν υπάρχει τουρίστας ή πολίτης της πόλης που να μην κάνει μία στάση απ’ έξω, όταν το δει, για να το φωτογραφίσει. Ειδικά τώρα, που είναι και εύκολα τα κινητά κι οι φωτογραφίες, πιστεύω ότι στη Χαλκίδα πρέπει να είναι το πιο φωτογραφισμένο μέρος της πόλης.
Συγγνώμη, μπορώ να σας ρωτήσω, πριν προχωρήσουμε, αν θα μπορούσατε να μας περιγράψετε τα έπιπλα που είδατε εκείνη την ημέρα που μας περιγράψατε πριν; Και πώς γνωριζόσασταν με τον κύριο αυτόν;
Όχι, εγώ δεν γνωριζόμουνα. Απλώς, σας είπα και πάλι, ο δήμαρχος μου έδωσε εντολή –μάλλον δεν μου έδωσε εντολή, απλώς με ενημέρωσε ότι έχει προχωρήσει η σκέψη αυτή και μου λέει: «Κάνε καμιά βολτίτσα από κει, να του πεις ένα “γεια σου”, να του κρατήσεις λίγο παρέα», τέλος πάντων. Κι εγώ το θεώρησα ευκαιρία για να γνωρίσω, σας είπα, τον χώρο. Άρα, δεν γνωριζόμουνα πριν, μετά γνωρίστηκα. Και του άρεσε να λέει κάποιες ιστορίες, αυτουνού του άρεσε πάρα πολύ το ποδόσφαιρο, του άρεσε το κολύμπι, ήτανε και πρόεδρος του Ναυτικού Ομίλου Χαλκίδας, είχε διατελέσει πρόεδρος του Ναυτικού Ομίλου Χαλκίδας –που κατά σύμπτωση, ήταν ακριβώς δίπλα, τότε, το κολυμβητήριο της Χαλκίδας, ο Ναυτικός Όμιλος, όπως λέγαμε. Τώρα, αυτές τις δυο-τρεις φορές που ήρθα και μπήκα μέσα στο σπίτι, τη μία φορά είχαμε καθίσει έξω στον κήπο, τις άλλες δύο ή τρεις φορές –τώρα δεν θυμάμαι και ακριβώς, γιατί έχουν περάσει και πολλά χρόνια–, αν και δεν είμαι παρατηρητικός τύπος, κοιτάζω περισσότερο με τις αισθήσεις παρά με την προσοχή, αυτό που θυμάμαι, επαναλαμβάνω, ήτανε μία μυρωδιά, η οποία δεν ήτανε καλή, δεν ήταν ωραία, δεν ήταν θετική. Και επίσης, θυμάμαι ότι υπήρχαν πολλά έπιπλα σκούρου χρώματος –μαύρα, ως επί το πλείστον. Δεν σας κρύβω ότι αυτά τα έπιπλα υπάρχουν αυτή τη στιγμή Βέβαια, σε καμία περίπτωση δεν είναι όλα. Μην πω ότι είναι ελάχιστα. Γι’ αυτό είπα προηγουμένως ότι κάπου χάσαμε δυο-τρεις μέρες από την ημέρα του θανάτου του και κάποια έπιπλα χαθήκανε ή, τέλος πάντων, δεν καταλήξανε στα χέρια μας. Αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε κάποιο δωμάτιο εδώ πέρα μέσα, και μάλιστα είναι κλειδωμένα, υπάρχει μία Επιτροπή που έχει το κλειδί, με το σκεπτικό ότι κάποια στιγμή θα αναπαλαιωθούν και θα αποδοθούν στο κοινό, τέλος πάντων, να τα βλέπει το κοινό. Αν και αυτά που μας έχουνε μείνει, λυπάμαι που θα το πω –εγώ τα έχω δει, ας πούμε–, είναι πολύ υποδεέστερα από αυτά που είχα στη μνήμη μου, αυτά που χρησιμοποιούσε, που ήταν χρηστικά, ας πούμε, της εποχής. Είναι κατεστραμμένα, είναι παρατημένα, είναι παλιοκαιρισμένα, είναι στοιβαγμένα. Και γενικά, δεν νομίζω ότι έχουνε… δηλαδή το κόστος να συντηρηθούν, να ανακατασκευαστούν, να φτιαχτούν, να επισκευαστούν και τα λοιπά, νομίζω είναι δυσανάλογο με το αποτέλεσμα.
Ήταν, δηλαδή, έπιπλα που δεν χρησιμοποιούνται πια; Εννοώ, παλιά έπιπλα;
Ναι, είναι παλιά έπιπλα, αυτή τη στιγμή, τώρα, έχουμε παλιά έπιπλα, τα οποία… ας πούμε, σουμιέδες –πώς τα λένε αυτά;– κάτι καρέκλες σπασμένες, κάτι καναπέδες ξεχειλωμένους, κάτι… Τα οποία περισσότερο θυμίζουν προϊόντα παλαιοπωλείου, και μάλιστα κατεστραμμένα, παρά μιας παλιάς, ένδοξης εποχής και ενός σαλονιού, όπως θα ταίριαζε στο Κόκκινο Σπίτι όταν λειτουργούσε. Θυμάμαι, πάντως, χαρακτηριστικά ακόμα, θυμάμαι ότι τα χαλιά που είχε ήτανε σκούρου χρώματος, μουντά, φωτισμός δεν έμπαινε. Γενικά, ήταν μία καταθλιπτική, γεροντική ατμόσφαιρα. Εδώ να πω, με την ευκαιρία, ότι το σπίτι, από την κατασκευή του, δεν έχει τις σημερινές μεγάλες επιφάνειες γυαλιού, οι οποίες φωταγωγούν το σπίτι, ειδικά την ημέρα. Υπάρχει θέμα με αυτό και ο λόγος είναι ότι την εποχή εκείνη δεν μπορούσε να κατασκευαστεί, να κατασκευαστούν τέτοιες επιφάνειες. Αφενός γιατί υπήρχε θέμα κρύου, αφετέρου γιατί οι μηχανικοί δεν μπορούσαν να στηρίξουν το σπίτι σε κολώνες, οπότε έπρεπε να στηρίζεται σε υπερμπατικούς τοίχους, περιμετρικούς. Κατά συνέπεια, δεν μπορούσαν να υπάρχουν τόσο μεγάλα ανοίγματα για να δημιουργηθούν μπαλκόνια ή παράθυρα, τζάμινες επιφάνειες και τα λοιπά. Και ενδεχομένως, και γιατί δεν υπήρχαν τότε και τα τζάμια τέτοιων επιφανειών, ώστε να καλύπτουν τόσο μεγάλα παράθυρα. Σημασία έχει ότι αναλογικά με τα τετραγωνικά και τον χώρο και αναλογικά –πολύ περισσότερο– με τη θέα που έχει, ένας άνθρωπος ο οποίος είναι μέσα στο σπίτι δεν μπορεί να δει τη θέα, δεν μπορεί να τα εκμεταλλευτεί όλα αυτά. Εγώ θα έλεγα ότι ένα άλλο χαρακτηριστικό της, όταν –γιατί είπατε πώς το ζω το σπίτι. Εμένα, ας με συγχωρέσουν όσοι ακούν αυτή τη σκέψη μου, αλλά εμένα είναι το δεύτερο σπίτι μου. Μετά από δεκαέξι-δεκαεφτά χρόνια που βρίσκομαι εδώ πέρα μέσα, πραγματικά, ίσως το πονάω και περισσότερο από το δικό μου το σπίτι και το έχω ζήσει τόσο πολύ, τόσο έντονα, το έχω θαυμάσει, το έχω περπατήσει σε κάθε του γωνιά. Και πολλές φορές έχω κάνει τη σκέψη ότι αν το έφτιαχνα εγώ αυτό το σπίτι, με τα δικά μου τα γούστα φυσικά, θα ήταν τελείως διαφορετικό. Σύμφωνα με τα δικά μου τα γούστα αφενός, και σύμφωνα με τα γούστα της εποχής μας. Ας πούμε, να σας δώσω ένα παράδειγμα. Η πλευρά του Βορρά δεν έχει κανένα μ[00:20:00]παλκόνι. Ούτε, μπορώ να πω, και του Νότου έχει κάποιο ιδιαίτερο μπαλκόνι ή βεράντα, οτιδήποτε, έχει απλώς την είσοδο, έτσι; Τώρα, η ανατολική πλευρά, επίσης δεν έχει κανένα μπαλκόνι. Μόνο η δυτική πλευρά, που βλέπει στο Αιγαίο, έχει ένα μπαλκόνι, το οποίο έχει φοβερή θέα και βλέπει και τον Πορθμό, τη γέφυρα. Αλλά στη σημερινή εποχή, οι ανάγκες μας θα ήταν τελείως διαφορετικές. Δηλαδή, θα βάζαμε γύρω γύρω μπαλκόνια, βεράντες, οτιδήποτε, για να κερδίσουμε τον εξωτερικό χώρο και τη θέα που προσφέρει. Επίσης, ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι ότι το σπίτι έχει όλες τις εισόδους του –κατά κύριο λόγο, όλες τις εισόδους του– από την μπροστινή μεριά. Από την πίσω, υπάρχει από το νότιο μέρος –απ’ το βόρειο μέρος, συγγνώμη, υπάρχει μία έξοδος από το ισόγειο, αλλά δεν υπάρχει από τον πρώτο όροφο. Και αυτό είναι εντυπωσιακό. Δηλαδή, κάποιος που βρίσκεται στον πρώτο όροφο, για να πάει στον κήπο –στον πίσω κήπο, στον βορεινό κήπο– πρέπει να κατέβει κάτω, να πάει και να βγει από μία πόρτα, από μία συγκεκριμένη έξοδο. Αναλογικά με τον όγκο του, δηλαδή, οι πόρτες, οι είσοδοι και οι έξοδοι που έχει, είναι σχετικά λίγες. Ένα άλλο χαρακτηριστικό που πρέπει να σας πω για το σπίτι, είναι… Καταρχήν, σας είπα και προηγουμένως ότι υπάρχει γύρω γύρω ένα τετράγωνο, φανταστείτε, υπερμπατικού τείχους, το οποίο είναι περισσότερο από μισό μέτρο το πλάτος του –το φάρδος του μάλλον– και στη μέση υπάρχει, φανταστείτε, ένας παράλληλος, πάλι από υπερμπατικό τοίχο, ο οποίος παίζει και αυτός τον ρόλο κάποιας κολώνας. Τεράστιας κολώνας, τέλος πάντων, που εκείνη την εποχή στήριζε το σπίτι. Τα επίπεδα που είναι κατασκευασμένο είναι τέσσερα, τα επίπεδά του. Υπάρχει ένα υπόγειο, υπάρχει το ισόγειο –που βρισκόμαστε τώρα εμείς– και υπάρχει ο πρώτος όροφος, που είναι το κυρίως σπίτι, εκεί που έμεναν κάποτε, και υπάρχει και ένα δώμα στο τέταρτο επίπεδο, το οποίο είναι κάτι σαν… τέλος πάντων, σαν belvedere, ας πούμε, με μία μικρή βεραντούλα απ’ έξω και τα λοιπά, ένα δωματιάκι, ένα δώμα, σαν σοφίτα, που χρησιμοποιείτο κάποτε. Και τώρα χρησιμοποιείται, φυσικά. Αλλά θέλω να πω και επίσης κάτι ακόμα, το οποίο, το σπίτι, σας είπα και στην αρχή ότι δεν ήταν όπως το βλέπουμε σήμερα. Όταν χτίστηκε, υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι το σπίτι ήταν μικρότερο. Παρένθεση, για να πω το μικρότερο και το μεγαλύτερο, είναι ότι σήμερα έχει δεκαπέντε δωμάτια. Έχει τρεις τουαλέτες, έχει πέντε κοινόχρηστους χώρους, διαδρόμους, χολ και τα λοιπά και έχει μία κουζίνα. Φυσικά, έχει και ένα υπόγειο, το οποίο αποτελείται από τρία δωμάτια –μάλλον όχι τρία, δεν είναι τρία, δύο είναι, αλλά τέλος πάντων, το ένα είναι πολύ πιο μεγάλο. Αυτό είναι σήμερα. Όταν κατασκευάστηκε, του λείπανε σίγουρα τρία-τέσσερα δωμάτια. Αυτό, έγινε μία επέκταση προς την ανατολική πλευρά του κτηρίου, αυτή που βλέπει προς τη Σουβάλα, και μάλιστα φαίνεται ξεκάθαρα, από το γεγονός ότι υπάρχουν εσωτερικά παράθυρα στο σπίτι. Εσωτερικό παράθυρο δεν συναντάς εύκολα σε ένα σπίτι, εκτός αν έχει γίνει προσθήκη, εκ των υστέρων, κάποιων δωματίων απ’ έξω. Τώρα, το πότε ακριβώς έχει κατασκευαστεί αυτή η προσθήκη, δεν μπορώ να τη γνωρίζω. Από κάτι φωτογραφίες μπορούμε να εικάσουμε, αλλά όχι αποδεδειγμένα να το ισχυριστούμε.
Οπότε, την περίοδο που ήρθατε εσείς ήταν ιδιωτικό οίκημα, αν κατάλαβα καλά-
Εννοείται-
Το κοινό δεν είχε πρόσβαση, έτσι;
Εννοείται, εννοείται. Απλώς, στη συνέχεια, από το ’88 που –ή το ’89, τέλος πάντων– μπήκανε μέσα οι υπηρεσίες του Δήμου και το έργο άρχισε να λειτουργεί, καταρχήν ως επισκευή, ανακατασκευή και τα λοιπά. Τότε είχα μπει πάλι μέσα, έτσι, για να χαζέψω τους χώρους, όταν ήτανε το σπίτι υπό κατασκευή –υπό επισκευή, όχι υπό κατασκευή. Υπό επισκευή. Θυμάμαι ότι εδώ, στον χώρο που καθόμαστε τώρα, ήτανε πολύ σκοτεινό. Εδώ δεν είχα έρθει όταν λειτουργούσε το σπίτι, φυσικά. Εδώ πέρα ήτανε… ο κυρ-Νίκος το είχε κάτι σαν αποθήκες; Μάλιστα, θυμάμαι χαρακτηριστικά, κάτω, εδώ που βλέπετε τώρα παρκέ, τότε υπήρχε ένα χώμα, το οποίο ήταν τόσο πατημένο, που σου έδινε την εντύπωση ότι ήταν τσιμέντο. Είχε μία μυρωδιά πολύ άσχημη, λόγω του ότι ήταν κελάρι παλιότερα –ίσως είχανε λάδια ή κρασιά ή από τρόφιμα διάφορα και τα λοιπά. Ήτανε σκοτεινό. Ήτανε σκοτεινό και οι εργάτες θυμάμαι ότι δουλεύαν εδώ πέρα μέσα… εντάξει, όχι στις καλύτερες συνθήκες. Φυσικά, ακόμα χειρότερα ήταν τα πράγματα κάτω στο υπόγειο, αλλά δεν πήγα στο υπόγειο, δεν θυμάμαι να πήγα. Σίγουρα, όμως, ήταν πολύ χειρότερα απ’ ό,τι ήταν εδώ –στο ισόγειο, σημερινό.
Επομένως –συγγνώμη– αυτός ο χώρος χρησίμευε και σαν κελάρι είπατε;
Ναι, εννοείται. Όλοι αυτοί οι χώροι εδώ πέρα, στο ισόγειο, ήταν κελάρι. Και μάλιστα δίπλα, εκεί που σήμερα έχουμε την κουζίνα και τις τουαλέτες, εκεί ήταν στάβλος. Ο πλαϊνός προαύλιος χώρος χωριζόταν στην κυρίως αυλή και στη βοηθητική. Απ’ τη βοηθητική έμπαιναν τα ζώα με την άμαξα –εξ’ ου και η μεγάλη πόρτα στην είσοδο– και επίσης, υπήρχε και σκάλα του προσωπικού. Και όλα αυτά, συνέθεταν αυτό το μεγαλοαστικό, τέλος πάντων, περιβάλλον της εποχής εκείνης.
Και –συγγνώμη πάλι-
Ναι, ναι.
Εσείς μας είπατε ότι μένατε κοντά στο οίκημα, οπότε θυμάστε να σας είχε κινηθεί η περιέργεια ή τι συναισθήματα νιώθατε όταν βλέπατε αυτό το σπίτι;
Η αλήθεια είναι ότι εγώ έμενα στην πλατεία του Αγίου Νικολάου από το ’81. Οπότε, σαν πιτσιρικάς τότε –σχετικά πιτσιρικάς, τέλος πάντων–, παίζαμε ακόμα και μπάλα εδώ απ’ έξω, σε έναν ημιχωμάτινο δρόμο, στη σημερινή πλατεία Μάλλιου. Το Κρηπίδωμα, αν το γνωρίζετε –αν δεν το γνωρίζετε μάλλον–, έχει μετονομαστεί σε πλατεία Μάλλιου, Νικολάου Μάλλιου. Εκεί παίζαμε μπάλα. Όταν μας έμπαινε η μπάλα, όταν μας έπεφτε η μπάλα μέσα στον κήπο, όπως και σήμερα τα παιδιά, ζητάγαμε να μας ανοίξουνε για να την πάρουμε. Συνήθως, όμως, ήτανε κλειστή η πόρτα και δεν μπαίναμε. Θυμάμαι όμως ότι, ειδικά το βράδυ, ίσως στη φαντασία, στην παιδική φαντασία της παρέας, να λειτουργούσε κάτι το επικίνδυνο, ας το πούμε: «Μην πάτε εκεί, προσέξτε πώς θα μπείτε μέσα». Τώρα, αυτό ίσως εξυπηρετούσε και τον αείμνηστο Μάλλιο, γιατί δεν τον ενοχλούσαν πολύ τα παιδιά που μπαίνανε μέσα για να πάρουν την μπάλα τους ή για να κλέψουν κανένα λουλούδι ή κάνα λεμόνι, κάνα νεράντζι, δεν ξέρω τι. Τέλος πάντων, αυτό δεν το γνωρίζω. Εδώ αξίζει να πω ότι στη βορεινή πλευρά, ένα χαρακτηριστικό κτίσμα είναι το «μπανιεράκι» που λένε όλοι στη Χαλκίδα. Το μπανιεράκι ήτανε, ουσιαστικά, κτίσμα του Κόκκινου Σπιτιού, ήταν μία προέκταση του Κόκκινου Σπιτιού μέσα στη θάλασσα. Οι πληροφορίες λένε ότι αυτό χρησιμοποιούταν για να μπαίνουνε μέσα οι γυναίκες, να αλλάζουν και στη συνέχεια, όπως ήτανε –αυτό μέσα, δεν ξέρω αν το[00:30:00] έχετε δει, μέσα είναι γουβωμένο, δεν έχει πάτο. Ο πάτος του είναι η θάλασσα και έχει μία έξοδο προς τη θάλασσα. Ουσιαστικά, δηλαδή, μπορείς να μπεις στον πάτο του δωματίου, του δώματος, βυθίζεσαι στο νερό και εκεί πέρα προχωράς και μπαίνεις μες στη θάλασσα, χωρίς να σε δούνε τα μάτια των ανδρών για το αν φοράς το μαγιό και πόσο εφαρμοστό ήτανε στο σώμα σου. Έτσι, βλέπαν ένα κεφάλι μόνο, να βγαίνει μέσα από το μπανιεράκι, από το δώμα δηλαδή, αυτό που υπήρχε τότε. Αυτό, για την εποχή, ήταν η ηθική της εποχής και αυτός μάλλον ήταν και ο σκοπός που κατασκευάστηκε. Και επικοινωνεί με σκάλα, απευθείας, με τον κήπο, τον βορεινό κήπο του Σπιτιού. Δεν ξέρω τι άλλο πρέπει να πω για το Κόκκινο Σπίτι, δεν ξέρω τι άλλο μου έρχεται στο μυαλό. Φυσικά, αν πάμε παρακάτω τώρα, θα συναντήσουμε ευχάριστες και δυσάρεστες στιγμές του Κόκκινου Σπιτιού. Ένα μεγάλο κεφάλαιο για το Κόκκινο Σπίτι, εδώ έμεινε ο Καραγεώργεβιτς, ο βασιλιάς της Σερβίας. Εδώ πρέπει να πω ότι υπάρχουν κάποιοι λαϊκοί μύθοι, τέλος πάντων, που λένε ότι ο βασιλιάς της Σερβίας, ο Καραγεώργεβιτς, όταν εκδιώχθηκε από τον θρόνο του, πήγε οδικώς μέχρι τη Θεσσαλονίκη. Η Ελληνική Κυβέρνηση του έστειλε εκεί ένα πλοίο να τον παραλάβει και να τον φέρει στην Αθήνα. Στο κατέβασμά του, έπρεπε να περάσει μέσα από τον Πορθμό του Ευρίπου. Φτάνοντας στη βορεινή πλευρά του Πορθμού του Ευρίπου, στην Χαλκίδα, είδε φυσικά –λογικό ήταν να δει– το Κόκκινο Σπίτι. Ζήτησε να μάθει ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης του και αν θα μπορούσε να μείνει σε αυτό το σπίτι. Του είπαν ότι ήταν ο Βασίλειος Μάλλιος, ο οποίος, παρεμπιπτόντως, πρέπει να πω ότι ήταν και βουλευτής Ευβοίας ή Χαλκίδας –τώρα, δεν ξέρω πώς ήταν τότε το σύστημα, πάντως ήτανε βουλευτής. Ήρθαν σε διαπραγματεύσεις μαζί του για το αν το νοικιάζει ή όχι. Τότε, πάλι, ο μύθος λέει ότι ο Μάλλιος δεν πήρε λεφτά, δεν ζήτησε λεφτά. Έξυπνο τέχνασμα, για να έχει το όφελος της υποστήριξης ενός πρώην –εκείνη την στιγμή– βασιλέως, ο οποίος, για καλή του τύχη –και των δύο–, ήταν και ο επόμενος βασιλιάς. Γιατί οι Σέρβοι τον ξαναδέχτηκαν πάλι πίσω, κέρδισε τον θρόνο του, επέστρεψε πίσω. Οπότε, καταλαβαίνετε ότι η οικογένεια είχε έναν πολύ καλό φίλο, και μάλιστα βασιλιά. Αν δεν κάνω λάθος, την εποχή εκείνη που έμενε πάνω ο Καραγεώργεβιτς, στο κυρίως σπίτι, πρέπει να είχε το υπηρετικό του προσωπικό, κάποιους ακόλουθους και τα λοιπά, και η οικογένεια Μάλλιου είχε αποσυρθεί εδώ κάτω. Είχε διαμορφώσει έτσι τον χώρο του κάτω σπιτιού, του ισογείου και παρότι μετέπειτα χρησιμοποιείτο για κελάρια –ή και τότε μπορεί να χρησιμοποιείτο για κελάρια–, τότε το μετατρέψανε, για τις ανάγκες της οικογενείας, το μετατρέψανε σε κατοικήσιμο σπίτι. Και όσο διάστημα έμενε πάνω –περίπου έξι μήνες έμενε πάνω ο Καραγεώργεβιτς– κάτω έμενε η οικογένεια Μάλλιου. Εκείνη την εποχή, υπάρχουν πάλι πληροφορίες –προφορικές και λιγότερες γραπτές– οι οποίες λένε ότι το σπίτι έζησε ένδοξες στιγμές –και λογικό ήτανε. Πολλές Κυρίες των Τιμών από τη βασιλική οικογένεια της Ελλάδας ή, τέλος πάντων, την αριστοκρατία της Ελλάδας ερχόντουσαν εδώ να επισκεφτούν τον βασιλιά. Και ανάλογα, ο βασιλιάς έδινε κάποιες εκδηλώσεις, πάρτι της εποχής εκείνης, χοροεσπερίδες –δεν ξέρω πώς τις λέγανε– και καταλαβαίνετε ότι η Χαλκίδα περνούσε τις πιο ωραίες της στιγμές, μια και αγκάλιαζε αυτό το σπίτι και αυτή την οικογένεια και αυτή την ιστορία του Κόκκινου Σπιτιού.
Οπότε, θα λέγατε ότι από πολύ παλιά ήδη, το Κόκκινο Σπίτι αποτελούσε ένα μυστήριο, θα λέγαμε, στην τοπική κοινωνία; Οπότε, για αυτό τον λόγο κι εσείς διερευνήσατε, ήδη από πριν, όλες αυτές τις ιστορίες;
Η ιστορία μας λέει ότι πάντα το μεγάλο αγγίζει τα όρια του εξωπραγματικού. Και το εξωπραγματικό πάντα κρύβει έναν μύθο. Ο οποίος αυτός ο μύθος, άλλοτε είναι υπαρκτός, έχει κάποια βάση, και άλλοτε η μοναδική του σχέση με την πραγματικότητα κρύβεται στο μυαλό των ανθρώπων. Οι άνθρωποι εκείνης της εποχής, με τα μικρά άσπρα σπιτάκια, ασπροβαμμένα –όχι βαμμένα μόνο, ασπρισμένα σπιτάκια– βλέπανε για κάτι τεράστιο, μεγάλο και απόκοσμο αυτόν τον όγκο, που μάλιστα ήτανε κόκκινος, σε αντιπαράθεση με το λευκό το δικό τους. Και αυτό, σίγουρα, είναι η πρώτη βάση, είναι οτιδήποτε μπορεί να δημιουργήσει υπόστρωμα για μυθεύματα πολλά. Και καλά και άσχημα. Πάντα τα μυθεύματα είναι των άκρων, ποτέ δεν υπάρχει μύθος της καθημερινότητας. Πάντα θα δούμε κάτι υπέροχα καλό και κάτι υπέροχα κακό. Ή κάτι μυστήριο, τέλος πάντων. Πιστεύω ότι πάντα αυτό το μυστήριο ακολουθούσε. Μάλιστα δεν σας κρύβω ότι όταν έρχονται εδώ πέρα σχολεία και ειδικά μικρές τάξεις, το πρώτο πράγμα που μου λένε –γιατί έρχονται εδώ πέρα για ξενάγηση– πολλές φορές μου λένε: «Έχει φαντάσματα εδώ πέρα;» Τα παιδάκια ρωτάνε: «Έχει φαντάσματα εδώ;» Και τους λέω: «Ναι, ένα από αυτά είμαι κι εγώ». Και λέει: «Συγγνώμη, φάντασμα είσαστε;» Λέω: «Ναι, γιατί; Σου κάνει εντύπωση;» «Μα», λέει, «τα φαντάσματα δεν είναι έτσι». Ε, τα φαντάσματα είναι όπως τα θέλει ο καθένας. Εγώ, πάντως, τόσα χρόνια που είμαι εδώ πέρα, φάντασμα δεν έχω δει, σας το λέω σίγουρα! Και όταν κοιτιέμαι στον καθρέφτη, φαίνομαι, ξεχωρίζω, δεν είναι τα… –γιατί τα φαντάσματα, νομίζω, δεν φαίνονται στον καθρέφτη. Τέλος πάντων, υπάρχουν ιστορίες, όπως ας πούμε, για παράδειγμα, κάποιοι λένε ότι εδώ πέρα είχανε βρει νεκρούς, κάποιοι λένε ότι ακούνε ακόμα φωνές μιας άλλης εποχής, της άσχημης εποχής, που εκεί δένει με την πραγματικότητα. Δηλαδή, το σπίτι αυτό, μετά τις ευχάριστες και ωραίες στιγμές που έζησε την περίοδο του Καραγεώργεβιτς, έζησε και πολύ άσχημες στιγμές. Συγκεκριμένα, το 1941, το επιτάξανε οι Γερμανοί, οι οποίοι ήταν κατακτητές στην πόλη. Και εδώ πέρα κάνανε την Γκεστάπο –τώρα, δεν ξέρω αν ήταν και Κομαντατούρ, αλλά νομίζω Γκεστάπο. Τώρα, ακριβώς αυτά… δεν γνωρίζω τους τίτλους της χρήσης, πάντως το είχαν επιτάξει. Μάλιστα, η οικογένεια εγκατέλειψε το σπίτι και έμενε κάπου στο κέντρο της πόλης και τα υπόγεια κάτω ήταν κρατητήρια. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, στα κρατητήρια, καφέ δεν κερνάγανε τους Χαλκιδέους. Και εκ των πραγμάτων, έτσι όπως τους μεταχειριζόντουσαν, όλο και κάποιος θα βόγκηξε. Παίρνουμε, λοιπόν, αυτό το βόγκηγμα και τις άσχημες περιόδους που έζησε το σπίτι εκεί πέρα, τις εμπλουτίζουμε με τη φαντασία μας και τις παραδίδουμε στον λαϊκό κόσμο, στον λαό, τις παραδίδουμε όπως θέλουμε εμείς ή όπως τις φαντάζεται αυτός. Έτσι, με την ευκαιρία, σας είπα και την άσχημη εκδοχή, την άσχημη περίοδο του Σπιτιού. Τώρα, υπάρχει και κάτι άλλο, ας πούμε, το οποίο δεν ξέρω τι ρόλο μπορεί να παίζει. Έχω ακούσει ότι στο υπόγειο λειτουργούσε και Τεκτονική Στοά. Μπορεί να είναι κι έτσι, δεν μπορώ να το επιβεβαιώσω, δεν μπορώ και να το απορρίψω. Κατά συνέπεια, μετά από τόσα χρόνια, ο καθένας μπορεί να προσθέσει ή να αφαιρέσει κάτι από την πραγματικότητα. Και τη στιγμή που δεν υπήρχε, εκείνη την εποχή, απόλυτος καταγραφέας ιστορικός για να καταγράφει. Ένα χαρακτηριστικό, ας πούμε, είναι ότι η Κατερίνα η Μάλλιου, η τελευταία οικοδέσποινα του σπιτιού –γιατί ο Νικόλαος, ο γιος, της δεν παντρεύτηκε ποτέ– η τελευταία οικοδέσποινα, λοιπόν, η Κατερίνα η Πνε[00:40:00]υματικού-Μάλλιου, αναφέρει στα απομνημονεύματά της ότι όταν, μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, ήρθε να μπει μέσα στο σπίτι, συνάντησε κάποιους Άγγλους στρατιώτες, οι οποίοι είχαν χρησιμοποιήσει το σπίτι σαν κατάλυμα μετά την απομάκρυνση των Γερμανών και οι οποίοι, για να ζεσταθούν, έκαιγαν παντζούρια του σπιτιού, παράθυρα του σπιτιού. Καταλαβαίνετε, δηλαδή, σε τι κατάσταση είχε βρεθεί το σπίτι. Ίσως ήταν η πιο αρνητική στιγμή, κατάντια του σπιτιού.
Αυτά τα απομνημονεύματα τα ανακαλύψατε ή τα έχετε ακούσει εσείς;
Όχι, τα έχει γράψει, έχει ένα βιβλίο που τα έχει γράψει. Και τώρα δεν το έχω πρόχειρο να σας το δείξω, αλλά το έχω διαβάσει σίγουρα σε κάποιο βιβλίο. Δεν έχω διαβάσει όλο το βιβλίο, αν δεν κάνω λάθος, αλλά έχω διαβάσει τις σελίδες αυτές που αφορούσαν το Κόκκινο Σπίτι.
Τώρα, στη σύγχρονη εποχή, από το 2004 και μετά, εδώ καθημερινά έρχονται σχολεία από όλη την Ελλάδα –κορωνοϊού επιτρέποντος, προ κορωνοϊού δηλαδή– έρχονται σχολεία και κάνουν μαθήματα, υπό μορφή διαλέξεων. Η «Εστία Γνώσης», δηλαδή, λειτουργεί εδώ, όπως είπαμε και στην αρχή, και εδώ έχουμε μαθήματα, διαλέξεις –αστρονομίας πάνω απ’ όλα. Έχουμε την τιμή να έχουμε τον κύριο Αντωνίου, ο οποίος είναι διδάκτορας και ασχολείται πολλά χρόνια με το αντικείμενο, είναι γνώστης από τους καλύτερους του αντικειμένου, του είδους, της επιστήμης. Επίσης, κάνουνε Κοινωνιολογία, με τον κύριο Καρβελά, κάνουν Υπολογιστές, Μαθηματικά, ανάλογα με το σχολείο, την ημέρα που θα έρθει, το τι θέλει το σχολείο να ασχοληθεί. Και έρχονται απ’ όλη την Ελλάδα και από το εξωτερικό. Αυτό είναι το ένα τμήμα της «Εστίας Γνώσης». Το δεύτερο τμήμα είναι αυτό το καθημερινό πάλι, που κάνουμε τηλεμαθήματα σε έντεκα απομακρυσμένα σχολεία. Πολύ πριν, λόγω κορωνοϊού, ανακαλύψουμε το τηλεμάθημα, την τηλεκπαίδευση, εμείς έχουμε ένα δικό μας σύστημα εδώ πέρα, που κάνουμε τηλεκπαίδευση σε έντεκα μονοθέσια απομακρυσμένα σχολεία της Ελλάδας. Ενδεικτικά, θα σας πω το Καρκινάγρι, την Ερείκουσα, τον Αϊ-Γιώργη, τα Άγραφα. Τέλος πάντων, είναι έντεκα τέτοια χωριά, τα οποία έχουνε λίγα παιδιά μέσα, μονοθέσια σχολεία, και τους κάνουμε από δω πέρα τα μαθήματα ειδικοτήτων. Αυτό γίνεται τα τελευταία οχτώ χρόνια, όταν ακόμα η τηλεκπαίδευση άγγιζε τα όρια της επιστημονικής φαντασίας. Μη βλέπετε ότι, και λόγω κορωνοϊού σήμερα, έχουν εξελιχθεί αυτά. Βέβαια, εμάς, το σύστημα που χρησιμοποιούμε, είναι αμφίδρομη επικοινωνία εκατό τοις εκατό. Δηλαδή, και ο μαθητής βλέπει τον καθηγητή, τον δάσκαλο, αλλά και ο δάσκαλος βλέπει τους μαθητές. Οπότε, είναι πιο εύπεπτη, πιο εύπεπτο το εκπαιδευτικό… η μάθηση, τέλος πάντων, η μεταφορά γνώσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι υποκαθιστούμε –αντικαθιστούμε μάλλον– τη δια ζώσης εκπαίδευση, αλλά σίγουρα την υποκαθιστούμε με καλά αποτελέσματα. Δηλαδή, παιδιά τα οποία, ας πούμε, δεν είχαν ακούσει στη ζωή τους γερμανικά ή γαλλικά, τέλος πάντων, είχαν την ευκαιρία να κάνουν στο Δημοτικό γαλλικά, ώστε όταν πάνε στο Γυμνάσιο να μην ακούνε για πρώτη φορά αυτή την γνώση. Επίσης, κατά διαστήματα, εδώ, στην «Εστία Γνώσης», γίνονται διαλέξεις για το κοινό. Ελεύθερα μπορεί να μπει κάποιος, ανάλογα με το θέμα που έχει προγραμματιστεί, να γίνουν κάποιες διαλέξεις επιστημονικού ενδιαφέροντος, αλλά και πολιτιστικού και καλλιτεχνικού. Τέλος, να πω ότι, κατά διαστήματα φυσικά, ο πάνω χώρος –ίσως να το γνωρίζετε, σαν Χαλκιδέα– ότι δίνεται για πολιτιστικές δράσεις καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος, εικαστικού, για εκθέσεις, για παρουσιάσεις βιβλίων και, τελικά, για οτιδήποτε χρειαστούν κάποιοι, μη κερδοσκοπικού ενδιαφέροντος –το τονίζω αυτό, δεν είναι για κερδοσκοπικού χαρακτήρα επιχειρήσεις, αλλά για μη κερδοσκοπικές δράσεις.
Η «Εστία Γνώσης» ήταν μία δική σας πρωτοβουλία;
Σας είπα, ήταν του κυρίου Πνευματικού, εκ πρώτης, η οποία μου άρεσε και εμένα και την υποστήριξα όσο μπορούσα. Τα αποτελέσματα ήταν μάλλον θετικά, γιατί το ότι έχει από τότε μείνει, μέχρι σήμερα, στη συνείδηση των Χαλκιδέων και κοντεύει να αντικαταστήσει την ονομασία «Κόκκινο Σπίτι» με την ονομασία «Εστία Γνώσης», είναι και καλό και κακό. Γιατί θέλουμε να παραμείνει το «Κόκκινο Σπίτι» –να μείνει η ονομασία δηλαδή, το τοπωνύμιο «Κόκκινο Σπίτι»– αλλά ίσως η ένταση και η δράση της «Εστίας Γνώσης», σε κάποια σημεία, να καλύπτει, να υπερκαλύπτει το Κόκκινο Σπίτι. Να πω ότι κάθε χρόνο, από δω περνάγανε, περνάνε –περνάγανε, γιατί τώρα δεν περνάνε, λόγω Covid– περνάγανε γύρω στα δυόμισι χιλιάδες παιδιά τον χρόνο, μόνο για μάθημα. Σε αυτά, δεν υπολογίζω τα παιδιά τα οποία ερχόντουσαν για να κάνουν ξενάγηση στον χώρο, αυτά ήταν άλλα παιδιά –και όχι μόνο παιδιά. Γιατί ερχόντουσαν και ενήλικες, ομάδες τουριστών –αλλά μόνο σε ομάδες, όχι κατά μόνας– ομάδες ΚΑΠΗ, ομάδες… πούλμαν τουριστών που ερχόντουσαν εδώ και θέλανε μία ξενάγηση. Όλα αυτά, προσφέρονται δωρεάν φυσικά, για να αναδείξουμε και την Ιστορία του τόπου μας. Επίσης, να προσθέσω ότι δεν υπολογίζω στα δυόμισι χιλιάδες παιδιά, πάλι, και τους ανθρώπους αυτούς οι οποίοι επισκέπτονται τις εκθέσεις. Δηλαδή, με λίγα, λόγια αυτή τη στιγμή, με τη θεάρεστη αυτή σκέψη του αείμνηστου Νικολάου Μάλλιου, προσφέραμε στην πόλη κάτι που, πραγματικά, θα μπορούσε να αποτελεί και την καρδιά της. Αν και δεν είναι στο κέντρο της πόλης, παρόλα αυτά, χτυπάει δυνατά και το ακούνε οι περισσότεροι. Κάποιοι το ακούνε και το προσέχουν, κάποιοι το ακούνε και, από συνήθεια, απλώς, το προσπερνάνε. Πάντως, η καρδιά μας χτυπάει πάντα, άσχετα αν την προσέχουμε ή όχι. Και αυτόν τον ρόλο, νομίζω, τον παίζει καλά η «Εστία Γνώσης» και το Κόκκινο Σπίτι.
Πολύ ωραία. Άρα, το ενδιαφέρον σας είχε επικεντρωθεί στο Κόκκινο Σπίτι ήδη πριν ξεκινήσετε να εργάζεστε εδώ, αν κατάλαβα καλά, σωστά;
Κατά τύχη, ναι. Κατά τύχη, ναι. Αλλά νομίζω ότι ο καθένας στη Χαλκίδα, ειδικά αυτοί που μένουν εδώ κοντά, έχουνε να πούνε κάποια ιστοριούλα για το Κόκκινο Σπίτι. Δηλαδή, θυμάμαι ότι σαν παιδί, ας πούμε, κάποτε μπήκε η μπάλα, έπεσε η μπάλα μέσα και μπήκαμε δυο-τρεις, ψάχναμε να τη βρούμε. Δεν τη βρήκαμε την μπάλα και τελικά, μας έμεινε στο μυαλό –λίγο για πλάκα, λίγο σοβαρό, λίγο αστείο– ότι τελικά, την πήρε το φάντασμα την μπάλα και παίζει το φάντασμα τώρα. Αυτό είναι φυσικό επακόλουθο. Φαντάζομαι, και στη δική σας τη γειτονιά, αν υπάρχει κάτι τέτοιο εντυπωσιακό, σίγουρα δεν πέρασε απαρατήρητο και σίγουρα κάποιοι κάτι σκέφτηκαν για αυτόν τον χώρο και κάτι είπαν για αυτόν τον χώρο. Όπως, ας πούμε, απέναντι, στο Σπίτι με τα Αγάλματα υπάρχει ο αστικός μύθος ότι, στην ουσία, γεννήθηκε ο Σκαλκώτας, και όχι εκεί που ήτανε το πραγματικό του σπίτι. Τώρα, άλλοι το δέχονται σαν παραμύθι, άλλοι το δέχονται σαν γεγονός. Κατ’ επέκταση, μπορούμε να πούμε ότι, εάν και εφόσον ο Σκαλκώτας γεννήθηκε στο Σπίτι με τα Αγάλματα, σίγουρα θα έχει παίξει στην αυλή του Κόκκινου Σπιτιού. Αλλά ό[00:50:00]λα αυτά είναι υποθέσεις.
Οπότε, εσείς πώς νιώσατε την πρώτη μέρα που εργαστήκατε εδώ; Θυμάστε πώς ήταν η πρώτη σας μέρα και οι εντυπώσεις σας;
Ήταν πολύ σταδιακή η ένταξή μου στον χώρο. Τι σημαίνει πολύ… Στην αρχή, ενδιαφερόμουν για να γίνει, να δημιουργηθεί το Νομικό Πρόσωπο. Ίδρυσα αυτό το Νομικό Πρόσωπο –φυσικά, υπό τη στέγη του Δήμου Χαλκιδέων, εννοείται, σαν υπάλληλος του Δήμου Χαλκιδέων. Αλλά δεν είχα άμεση επαφή, λόγω του ότι τότε, ήμουνα υπεύθυνος Δημοσίων σχέσεων του Δήμου Χαλκιδέων, συνεπώς δεν είχα άμεση σχέση και δράση. Απλώς, ερχόμουνα την εβδομάδα, δυο-τρεις φορές, να δω τις εργασίες, πώς πάνε οι εργασίες, να δω τι χρειάζονται, στην αγορά των επίπλων, στην αγορά του εξοπλισμού και τα λοιπά. Και το κύριό μου επάγγελμα ήτανε στου Κότσικα, ένα άλλο μεγάλο αρχοντικό, ας πούμε, της εποχής εκείνης. Στη συνέχεια, άρχισα να έρχομαι σε επαφή, λόγω του ότι έπρεπε να παρακολουθώ τις λειτουργίες, πώς πηγαίνουν οι λειτουργίες. Μέχρι να εγκατασταθώ, δηλαδή, ως μόνιμος υπάλληλος εδώ πέρα, το 2006 –αν δεν κάνω λάθος, το 2006 πρέπει να ήταν– μέχρι να εγκατασταθώ σαν μόνιμος υπάλληλος, δηλαδή πλήρους απασχόλησης, ήμουνα… ουσιαστικά, μπαινόβγαινα. Αποτέλεσμα ήταν να μην έχω σαφή ημέρα που μπήκα και ξεκίνησα εδώ πέρα μέσα. Μπήκα τόσο σταδιακά, που είναι σαν να νυχτώνει ή να ξημερώνει και να μην καταλαβαίνεις, δεν ήταν ένας διακόπτης να ανοίξει.
Οπότε, μας είπατε ότι εργαζόσασταν και σε άλλο αρχοντικό. Επομένως, πάντα ήταν εστιασμένη η προσοχή σας στα αρχοντικά και;-
Όχι, καμία σχέση. Απλώς του, Κότσικα είναι το δημαρχείο.
Μάλιστα, ναι-
Εφόσον ήμουνα υπάλληλος του δημαρχείου, δεν μπορούσα να επιλέξω, έπρεπε να είμαι εκεί. Μάλιστα το γραφείο μου ήταν εκεί που είναι ο τρούλος ο ένας, ο δεξιός τρούλος, εκεί ήταν το γραφείο μου για πολλά χρόνια. Ήμουνα τυχερός ως προς αυτό και πάντα είχα έναν ωραίο χώρο για να τον χρησιμοποιώ σαν γραφείο. Αλλά εντελώς τυχαίο, δεν μπορούσα να επιλέξω, ούτε το ένα επέλεξα ούτε το άλλο επέλεξα. Όχι, να πω την αλήθεια, στο Κόκκινο Σπίτι το επέλεξα, δηλαδή το επεδίωξα, το ήθελα, το κυνηγούσα. Ίσως γιατί μου αρέσει η επαφή με την παιδεία, μου αρέσει το να βλέπω γύρω μου ανθρώπους να κερδίζουν κάτι πνευματικό. Ίσως γιατί πιστεύω ότι η παιδεία μας έχει ανάγκη από νέες δράσεις. Ίσως γιατί πιστεύω ότι τα παιδιά μας δικαιούνται να έχουν άλλες βάσεις και άλλες πηγές γνώσης, και όχι αυτό το στείρο εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Βέβαια, δεν μου πέφτει λόγος ως προς αυτό, αλλά τελείως προσωπική μου άποψη είναι… και αυτό που πάμε να κάνουμε εμείς εδώ πέρα, σαν «Εστία Γνώσης», αυτό που εμείς έχουμε βάλει σαν στόχο μας, είναι να δημιουργούμε ερωτήματα. Κάτι που απουσιάζει παντελώς –ή, τέλος πάντων, έτσι νομίζω– από το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του σχολείου. Δηλαδή, στο σχολείο σε μαθαίνουν κάτι γιατί πρέπει να το μάθεις, όχι γιατί θέλεις να το μάθεις. Για να θέλεις κάτι να το μάθεις, πρέπει να ρωτήσεις για αυτό. Δηλαδή, δεν σας έπιασα εγώ στον δρόμο να σας πω: «Μπες μέσα να σου εξηγήσω τι ήταν το Κόκκινο Σπίτι», εσείς ήρθατε εδώ. Και αυτό σας κάνει να με προσέχετε περισσότερο. Αν σας έβρισκα εγώ στον δρόμο και σας έλεγα: «Ελάτε να μπείτε μέσα να σας εξηγήσω το Κόκκινο Σπίτι», στην καλύτερη περίπτωση, αν δεν αρνιόσασταν, θα κοιτάζατε να βγάλετε την υποχρέωση στη μία ώρα που θα σας μιλούσα. Κάτι τέτοιο κάνουν και τα παιδιά στο σχολείο. Εμείς αυτό προσπαθούμε να σπάσουμε εδώ, στην «Εστία Γνώσης». Προσπαθούμε να δημιουργήσουμε ερωτήματα στα παιδιά και στη συνέχεια, αυτά τα ερωτήματα να τα απαντήσουμε, εάν ερεθιστούν και θέλουν να ζητήσουν απάντηση. Εάν δεν θέλουν, ας προσπεράσουν.
Οπότε, στο ξεκίνημα της «Εστίας Γνώσης», πώς ξεκινήσατε, πώς το προσεγγίσατε, ούτως ώστε να προσελκύσετε το ενδιαφέρον των μαθητών;
Είχαμε μία συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας. Ήδη, η «Εστία Γνώσης Χαλκίδας» είναι ένα από τα λιγοστά μέρη που αποτελούν σημείο αναφοράς για εκπαιδευτικές εκδρομές. Πηγαίνει έγγραφο σε όλα τα σχολεία της Ελλάδας, τα οποία τα παρακινεί να κάνουν μάθημα, να έρθουν στη Χαλκίδα για να κάνουν μάθημα. Εδώ, παρένθεση, να πω ότι στο πρόγραμμα της «Εστίας Γνώσης», ανά τακτά χρονικά διαστήματα, υπάρχει η «Τηλεστία». Δηλαδή, ένα σχολείο έρχεται εδώ, στον χώρο, και κάνει το μάθημα που έχει εκείνη την ημέρα προγραμματίσει, το μάθημα-διάλεξη δηλαδή. Ταυτόχρονα, την ίδια ώρα, συνδεόμαστε με κάποιο σχολείο απομακρυσμένης περιοχής, μεγάλο σχολείο, μπορεί να είναι Αλεξανδρούπολη, μπορεί να είναι Ξάνθη, μπορεί να είναι ένα νησί, Ρόδος και τα λοιπά, Κρήτη, Ρέθυμνο και τα λοιπά, το οποίο, όμως, να μην έχει τη δυνατότητα να έρθει εδώ, λόγω κόστους και χρόνου. Εμείς συνδεόμαστε εκεί με δικά μας μέσα, πηγαίνει άνθρωπος δηλαδή, τεχνικός από εδώ, στήνει μηχανήματα εκεί και πιάνει όλα τα παιδιά και γίνεται ένα μάθημα, ταυτόχρονα, με δύο σχολεία. Αυτό, πάλι, γινόταν πολύ πριν ξεκινήσει η τηλεκπαίδευση στην Ελλάδα και γίνεται πολύ πιο άρτιο, λόγω του ότι είναι και πολύ πιο εξειδικευμένο και έχουμε την τεχνογνωσία και τον υλικοτεχνικό εξοπλισμό, ώστε να μπορούμε να το εφαρμόσουμε. Και έτσι, βλέπεις μία τεράστια διαδικτυακή, πολύ μεγάλη διαδικτυακή τάξη να παρακολουθούν τη διάλεξη, κάνοντας ερωτήσεις, συζητώντας ακόμα και μεταξύ τους τα παιδιά, ανταλλάσσοντας απόψεις. Και τέλος πάντων, έχουμε κάνει… και προς αυτή την κατεύθυνση είμαστε, ας το πούμε, πρωτοπόροι στον χώρο, δηλαδή, της τηλεκπαίδευσης, η οποία τώρα είναι της μόδας. Νομίζω…
Πολύ ωραία. Θυμάστε εσείς κάποιο άλλο περιστατικό στο Κόκκινο Σπίτι που θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας;
Μικρά περιστατικά, έτσι, τώρα, δεν είμαι πρόχειρος να απαντήσω. Απλώς, να, ακόμα και χθες, ένα παιδάκι με είδε απ’ έξω, όπως έμπαινα και μου λέει: «Κύριε, έχετε πολύ ωραίο σπίτι». Του λέω: «Τι να σου πω! Και μάλιστα έχει το πλεονέκτημα ότι δεν πληρώνω και ΕΝΦΙΑ». Πραγματικά, νιώθω πολύ ωραία που έχω το δικαίωμα και την άνεση να ανοίγω με τα κλειδιά μου το σπίτι, να μπαίνω μέσα, να εργάζομαι και μετά να φεύγω και να κλειδώνω πίσω μου την πόρτα. Αυτό είναι ένα πολύ ωραίο συναίσθημα, το οποίο… τώρα, μεταξύ μας, έτσι, με αγχώνει. Με αγχώνει για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί πάω στο σπίτι και φοβάμαι μη γίνει κάτι πίσω μου. Και το δεύτερο, είναι γιατί όταν έρχεται –όταν θα έρθει, μάλλον– ο χρόνος που θα πρέπει να κλείσω για τελευταία φορά, να κλειδώσω για τελευταία φορά –γιατί, λογικά, θα έρθει, κάποια στιγμή θα συνταξιοδοτηθώ. Αν μη τι άλλο, μπορεί να πάω και σε κάποια άλλη θέση, αυτό κανείς δεν το ξέρει. Οπότε, τότε, όταν θα κλειδώσω για τελευταία φορά πίσω μου την πόρτα, φοβάμαι ότι… δεν ξέρω πώς θα το αντιμετωπίσω. Ή δεν μπορώ να σκεφτώ τον εαυτό μου να περνάω απ’ έξω και να μην μπορώ να μπω μέσα να κάνω αυτό που θέλω. Αυτό που θέλω στο πλαίσιο της λογικής, έτσι; αυτό εννοώ. Συνεπώς, αυτά τα δύο πράγματα με αγχώνουν, προβληματίζομαι τέλος πάντων και κάποια στιγμή, θα… Είναι σαν το τέλος του ανθρώπου. Ξέρουμε πάντα, δεν λέμε: «Αν πεθάνω», λέμε: «Όταν θα πεθάνω». Κι εγώ δεν λέω: «Αν θα φύγω από δω», λέω: «Όταν θα φύγω από δω».
Επομένως, όταν έπαψε να έχει ιδιωτική χρήση το σπίτι, εσάς σας είχε περάσει ενδόμυχα από το μυαλό το να αναλάβετε μία τέτοια πρωτοβουλία; Πριν αρχίσετε να εργάζεστε και για τον Δήμο Χαλκιδέων και γενικά. Γιατί, από αυτά που μας λέτε-
Όχι, όχι-
Είναι σαν να το είχατε στο μυαλό σας από πιο παλιά.
Όχι, δεν το είχα στο[01:00:00] μυαλό μου και ούτε μπορώ να θυμηθώ ποια μέρα ταυτίστηκε το ένα με το άλλο. Ποτέ δεν το είχα στο μυαλό μου, φυσικά, όταν ερχόμουν εδώ, γιατί δεν είχαμε κάνει κάποια συζήτηση με τον κύριο Πνευματικό. Με τον κύριο Πνευματικό μιλήσαμε για πρώτη φορά, αν δεν κάνω λάθος, το 2001. Οι συζητήσεις γινόντουσαν μέχρι το 2003, όταν και πάρθηκε η απόφαση να προχωρήσουμε σε υλοποίηση του σχεδίου του. Οπότε, δεν ήταν κάποια μέρα, πάλι, ξαφνικά. Δηλαδή, η πρώτη συζήτηση ήταν γενική και αόριστη, η δεύτερη έγινε πιο συγκεκριμένη, ο χώρος δεν είχε βρεθεί. Κάποια στιγμή, στην πορεία, βρέθηκε ο χώρος, γιατί εκεί επάνω μας ήρθε η ιδέα ότι, εφόσον φτιάχνεται το Κόκκινο Σπίτι, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί –και εφόσον δεν είχε βρεθεί τι θα στεγάσει– θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί. Και θυμάμαι, επί δημαρχίας Μανιάτη, ο οποίος και ολοκλήρωσε κάποια εξωτερικά… Ο Σπανός ο Γιάννης έφτιαξε, κατά κύριο λόγο, έκανε την αναπαλαίωση –γιατί μετά τον Μαργαρίτη ήρθε ο Σπανός, αυτός έκανε κατά κύριο λόγο την αναπαλαίωση του κτηρίου, τις εργασίες δηλαδή. Μετά, ο Μανιάτης έκανε την ολοκλήρωση των περιμετρικών, ειδικά στην αυλή και τα λοιπά. Ουσιαστικά, έκανε και τα εγκαίνια της ανακαίνισης και στη συνέχεια… Α, και επί της δημαρχίας του, αν δεν κάνω λάθος, ψηφίστηκε –όχι αν δεν κάνω λάθος, σίγουρα –ψηφίστηκε και η παραχώρηση στην «Εστία Γνώσης». Και αμέσως μετά, λειτούργησε η «Εστία Γνώσης», επί δημαρχίας Αναγνωστάκη. Τώρα δεν μπορώ να θυμηθώ αν το σπίτι, το Κόκκινο Σπίτι, παραχωρήθηκε στην «Εστία Γνώσης» επί δημαρχίας Μανιάτη ή επί δημαρχίας Αναγνωστάκη, αυτό δεν είμαι… Δηλαδή, τυπικά πότε ξεκίνησε, με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου. Ότι σίγουρα είχαν γίνει συζητήσεις με τον Μανιάτη, αυτό είναι σίγουρο. Και ότι σίγουρα ξεκίνησε τη λειτουργία του επί Αναγνωστάκη, κι αυτό είναι σίγουρο. Απλώς, αυτό που δεν είναι σίγουρο, είναι το τυπικό μέρος πότε ολοκληρώθηκε. Τέλος πάντων, θέλω να πω ότι, με λίγα λόγια, αν καταλάβατε καλά, αυτά τα πράγματα δεν γίνονται μία μέρα, γίνονται σταδιακά. Είναι αυτό που λέμε: «Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον». Έτσι ήτανε να γίνει, έτσι έγινε. Και το ότι βρέθηκα εδώ πέρα μέσα, έτυχε. Και για μένα μπορεί να ήταν θετικό, αλλά δεν το επεδίωξα, με την έννοια ότι είχα βάλει κάτι στο μυαλό μου.
Όπως και η διαδικασία της αναπαλαίωσης, φαντάζομαι, από τότε που ήσασταν παιδί μέχρι τη σημερινή μέρα, έγινε επίσης σταδιακά, έτσι;
Όχι, η αναπαλαίωση έγινε μέσα σε τρία χρόνια. Δηλαδή, από το ’88 μέχρι το 2001. Εκεί μπήκαν συνεργεία του Δήμου, εργολαβίες, μπήκαν εργολάβοι, έγιναν οι διαγωνισμοί, ανέλαβε κάποιος εργολάβος, κάποιος μηχανικός, βγήκαν τα σχέδια, πώς θα έπρεπε να αναπαλαιωθεί χωρίς να αλλοιωθεί το περιβάλλον ή το κτίσμα αυτό καθαυτό. Για παράδειγμα, δεν μπορούσαν να μπουν καλοριφέρ, ας πούμε. Δεν ξέρω με ποιόν τρόπο, μπήκαν κάποια σώματα, air condition, κρυφά. Kρυφά εννοώ όχι από τον νομό, κρυφά από τον επισκέπτη, εν φαίνονται δηλαδή, δεν είναι εμφανή. Δεν είναι αυτά τα κλασσικά air condition σπιτιού, οικιακά air condition, αλλά είναι σύστημα αερισμού, και θέρμανσης και ψύξης, το οποίο είναι σε κρυφά σημεία, τέλος πάντων. Και έγιναν οι εξωτερικές αναπαλαιώσεις. Μάλιστα τώρα ενδέχεται, τον επόμενο μήνα, ενδέχεται να μπει πάλι συνεργείο για μία επισκευή, γιατί εδώ πρέπει να πω ότι το Κόκκινο Σπίτι έχει πολλά προβλήματα, τα οποία έχουν την βάση τους σε δύο ή και τρεις παράγοντες. Ο πρώτος παράγοντας είναι η επισκεψιμότητά του. Όταν μπαίνουν εδώ πέρα μέσα πέντε χιλιάδες κόσμος τον χρόνο, καταλαβαίνετε ότι από ένα περπάτημα να κάνει, ένα βήμα να κάνει ο καθένας, έχουμε πέντε χιλιάδες βήματα ετησίως. Κάτι θα ακουμπήσει κάποιος, κάτι θα σπρώξει, κάτι θα χαλάσει, κάπου θα ακουμπήσει, κάτι θα… Ένας παράγοντας είναι αυτός. Ο δεύτερος πολύ μεγάλος παράγοντας είναι ο χρόνος. Ένα κτήριο τόσων ετών, καταλαβαίνετε ότι δεν είναι και ό,τι καλύτερο στην αντοχή, στην αντοχή των υλικών και η φθορά είναι αποτέλεσμα. Το τρίτο, και ίσως και σπουδαιότερο, είναι η θέση του, δίπλα στη θάλασσα, που το χτυπάει συνέχεια ο βοριάς. Με αποτέλεσμα, τα υλικά, τα οποία δεν μπορούν να είναι σύγχρονα, δεν μπορούμε να βάλουμε σύγχρονα παντζούρια, ας πούμε, πλαστικά κουφώματα, είμαστε υποχρεωμένοι να βάλουμε τα ξύλινα. Τα ξύλινα έχουνε φθορά, ειδικά με την αλμύρα και τον αέρα, έχουνε μεγάλη φθορά. Οι τοίχοι το ίδιο. Και θα βάλω εδώ πέρα και έναν άλλο παράγοντα, ο οποίος είναι ο σκληρός, για μένα, παράγοντας. Είναι η αγάπη, εντός εισαγωγικών, κάποιων παιδιών, κατά κύριο λόγο, οι οποίοι μπαίνουν μέσα και καταστρέφουν, έτσι, για να καταστρέψουν. Και έχουμε πολλές φθορές, είναι και η τοποθεσία λιγάκι απόμερη, δεν μπορεί να τη βλέπει ο καθένας εύκολα, ειδικά ο πίσω κήπος. Πηδάνε από την πίσω μάντρα πολλά παιδιά, τα οποία μπαίνουνε μέσα, βανδαλίζουν, είτε παίρνουν –κάποιοι μεγαλύτεροι– τους προβολείς οι οποίοι φωτίζουν είτε –κάποιοι μικρότεροι– τους σπάνε είτε με σπρέι γράφουνε. Μέχρι και φωτιά έχουν προσπαθήσει να βάλουνε, σε έναν πεύκο που έχει ο πίσω κήπος. Και όλα αυτά, στην καλύτερη περίπτωση, για παιχνίδι. Στην καλύτερη περίπτωση, να μην πω κάτι χειρότερο, τέλος πάντων. Εκεί, δεν ξέρω τι μπορούμε να κάνουμε, δεδομένου ότι δεν μπορούμε να βάλουμε και φράχτες. Απαγορεύεται από την Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων, δεν μπορούμε να επέμβουμε στο κτήριο. Οπότε, δεν μπορούμε, ουσιαστικά, να το υπερασπιστούμε. Κατά καιρούς, έχουμε πει να βάλουμε κάποιο φύλακα, αλλά πάλι, το κόστος είναι τόσο μεγάλο, δεν ξέρω αν αξίζει τον κόπο να έχεις –όχι, αξίζει, αλλά δεν ξέρω, το κόστος, τι γίνεται από κει και πέρα. Δηλαδή, να έχεις έναν φύλακα τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες τον χρόνο, ειδικά από τις τέσσερις-πέντε η ώρα που το σπίτι μένει άδειο, μέχρι την άλλη μέρα το πρωί στις εφτάμισι, που ξαναρχίζει να έχει ζωή. Είναι ένα μεγάλο κόστος. Κατά καιρούς, βάζουμε κάποιους φύλακες, οι οποίοι, όμως, περνάνε από την εξωτερική πλευρά, από την μπροστινή πλευρά. Από την πίσω δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Κάποιες κάμερες που έχουμε και τα λοιπά, ας πούμε ότι κάτι μπορεί να βοηθήσουν.
Πολύ ωραία. Θα θέλατε να προσθέσετε κάτι άλλο;
Δεν νομίζω αυτή τη στιγμή να έχω κάτι στο μυαλό μου που να θέλω να το προσθέσω.
Πολύ ωραία. Σας ευχαριστούμε πολύ, να είστε καλά.
Να είστε καλά κι εσείς, καλή δύναμη, καλή συνέχεια στο έργο σας.
Ευχαριστώ πολύ. Τέλος συνέντευξης.