Η ιστορία των Βλάχων του οικισμού Τσατσέικα στους Φιλιάτες
Καλησπέρα. Μπορείτε να μου πείτε το όνομά σας;
[00:00:00]
Ονομάζομαι Τσάτσας Κωνσταντίνος του Λεωνίδα και της Χρυσούλας και κατάγομαι από τα Τσατσέικα, έναν οικισμό–
Είναι. Μισό λεπτάκι. Είναι Δευτέρα, 22 Μαρτίου του 2021, είμαι με τον Τσάτσα Κωνσταντίνο στην Ηγουμενίτσα, στο μαγαζί του, στο κρεοπωλείο. Ονομάζομαι Αποστόλου Γιαννούλα, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Πείτε μου λίγα λόγια για σας.
Κατάγομαι από τον οικισμό Τσατσέικα, ένας οικισμός στον οποίο κατοικούν μόνο συγγενείς και έχουν το επίθετο Τσάτσας. Είναι στο ενδιάμεσο της διαδρομής Φιλιάτες-Σαγιάδας. Η ύπαρξη του οικισμού αναγράφεται από το 1917, με πρόχειρες κατασκευές και στη συνέχεια πετρόχτιστα σπίτια.
Θέλετε να μου πείτε πότε γεννηθήκατε, πού;
Γεννήθηκα στον οικισμό σε μια καλύβα πλινθόκτιστη, πλινθόκτιστη. Ήταν 1 Ιουνίου και για κακή μου τύχη την ίδια μέρα είχε γεννήσει μία γάτα και της είχαν σκοτώσει τα γατάκια. Γεννήθηκα εγώ και σαν μωράκι κλαψούριζα και η γάτα νόμιζε ότι ήταν τα γατάκια της και ερχότανε. Δεν μπορούσε η μάνα μου να συγκρατήσει τη γάτα και ντρεπότανε, για να φωνάξει: «Βοήθεια» στον πεθερό της, ο πατέρας μου ήταν στα κοπάδια, για να πάρουν να διώξουν τη γάτα από κει και διά της βίας γλύτωσα από τη γάτα. Γεννήθηκα το 1966. Έζησα μέχρι το 1993, που άνοιξα και κρεοπωλείο στην Ηγουμενίτσα, έμενα στον οικισμό αυτό. Τελείωσα Δημοτικό σχολείο στο Σμέρτο, καθότι στον οικισμό δεν υπήρχε η δυνατότητα σχολείου ή εκκλησίας. Σχολείο και εκκλησιασμός στο Σμέτρο, Γυμνάσιο-Λύκειο στους Φιλιάτες. Ο οικισμός αυτός, παρότι πολύ κοντά στο Σμέρτο, υπαγόταν διοικητικά στο Πλαίσιο, όπου είχαμε τα δικαιώματά μας και ψηφίζαμε στο Πλαίσιο μέχρι σχεδόν και σήμερα. Οι περισσότεροι Τσατσαίοι ψηφίζουν στο Πλαίσιο Φιλιατών. Από το 1993 είμαι στην Ηγουμενίτσα, έχω το κρεοπωλείο. Διατηρώ, όμως, και όλα τα κοπάδια, όπως τα είχαμε από πολύ παλιά, καθότι ήμασταν παραδοσιακά κτηνοτροφική οικογένεια. Τα κοπάδια που διατηρώ ακόμα και σήμερα είναι αιγοπρόβατα και βοοειδή. Και έχουμε εκτάσεις στην κατοχή μας, ιδιόκτητες εκτάσεις και νοικιασμένες, που βόσκουν τα κοπάδια. Τους θερινούς μήνες συνεχίζουμε αυτό που βρήκαμε από τους παππούδες μας, να είμαστε μετακινούμενοι στα βουνά της Κόνιτσας, και συγκεκριμένα στη Δροσοπηγή Κόνιτσας. Έχουμε, τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια μετακινούμε τα κοπάδια μας εκεί, την οποία έκταση την αγοράζουμε πάλι μετά από δημοπράτηση. Καλοκαίρια, οπότε τα κοπάδια μας, και εμείς εν ολίγοις, όσο μας δίνεται η δυνατότητα, Σαββατοκύριακα να πηγαίνουμε και να ελέγχουμε και να περνάμε και καλά, γιατί μιλάμε για απίστευτο φυσικό τοπίο. Χειμώνα στα χειμαδιά, αυτό που έκαναν οι παππούδες μας και οι προπαππούδες μας και όσο πάει η ιστορία πίσω.
Μπορείτε να μου πείτε λίγο πώς θυμάστε τα παιδικά σας χρόνια στον οικισμό;
Τα παιδικά μας χρόνια. Ήμασταν πάρα πολλά παιδιά. Πάρα πολλά πάντα σχετικό με την έννοια του οικισμού, έτσι; Δεν ήμασταν χωριό. Πηγαίναμε με τα πόδια σχολείο στο Σμέρτο. Έβρεχε, χιόνιζε, ήμασταν με τα πόδια στο σχολείο, πρωί και μεσημέρι. Κι αν καμιά φορά βρισκόταν κανένα αυτοκίνητο, που ήταν σπάνιο φαινόμενο στη δεκαετία του ’70 και τύχαινε φορές να μας βάζει το αμάξι, να μας πηγαίνει στο σχολείο. Ήταν μεγάλη μας χαρά, που μπήκαμε στο αυτοκίνητο, πράγμα το οποίο αυτό μας φαίνεται αδιανόητο σήμερα, το λέμε στα παιδιά μας, αλλά δυστυχώς αυτή είναι η αλήθεια. Βοηθούσαμε από πολύ μικρά παιδιά, βοηθούσαμε και συγκεκριμένα εγώ, βοηθούσαμε στα κοπάδια. Ήταν η ζωή μας πάντα συνάρτηση με τη δουλειά των γονιών μας. Πάντα θα βοηθούσαμε, γιατί η κτηνοτροφία χρειάζεται πάντα πολλά χέρια. Όσο περισσότερα, τόσο πιο εύκολη η δουλειά. Και δεν μπορούσες να μη βοηθήσεις από τη στιγμή που βλέπαμε οι μανάδες μας ήταν κι αυτές καταπάνω στη δουλειά. Οπότε εμείς δεν μπορούσαμε να ήμασταν θεατές σε αυτό το σκηνικό, να δουλεύουν οι γυναίκες κι εμείς, τα παιδιά, να παρακολουθούμε. Βέβαια αυτό είχε και το κόστος του, έτσι; Γιατί δεν μπορούσαμε να είμαστε και οι άριστοι μαθητές, όταν χάναμε πάρα πολύ χρόνο στις δουλειές. Προσωπικά εγώ τελείωνα το μεσημέρι το σχολείο, το μεσημέρι μέχρι το βράδυ πήγαινα να βοηθήσω τον πατέρα μου στις δουλειές και καθόμουν το βράδυ να διαβάσω. Βέβαια το καλό ήταν ότι προλάβαμε, το είχαμε το ρεύμα, όταν ήμουν σε ηλικία εγώ για να είμαι σχολείο, είχαμε το ρεύμα και είχαμε τη δυνατότητα, να μπορούμε το βράδυ, να έχουμε τη δυνατότητα να διαβάσουμε το βράδυ. Δεν θα πρέπει να αμελήσω να πω ότι το ’73 αποκτήσαμε την πρώτη τηλεόραση στον οικισμό. Θα πρέπει να το αναφέρω αυτό. Είχε πάει ο πατέρας μου στην Γερμανία για πέντε χρόνια και μας έφερε μια τηλεόραση από τη Γερμανία. Δεν μπορώ να ξεχάσω αυτές τις σκηνές, τις πρώτες σκηνές, παρακολουθώντας τηλεόραση. Μαζευόμασταν όλα τα παιδιά σε ένα δωμάτιο και ξετρελαινόμασταν πραγματικά. Ήταν η χαρά. Ήταν η χαρά την οποία τα παιδιά τα σημερινά δυστυχώς δεν την απολαμβάνουν. Έχουν τα πάντα, η σημερινή νεολαία και νομίζω δεν ικανοποιούνται από τίποτε. Εμείς είδαμε τηλεόραση και ήμασταν ευτυχισμένοι. Τα παιδιά σήμερα έχουν τα πάντα και μπορεί να τους φταίει το ίντερνετ, δεν έχει καλή σύνδεση μια μέρα. Ναι, αυτά. Αλλάζουν οι εποχές.
Όταν αναφέρατε πριν ότι βοηθούσατε στις δουλειές, στις κτηνοτροφικές εκεί, δουλειές, τι θυμάστε να κάνετε, δηλαδή;
Θυμόμαστε και θυμάμαι να πηγαίνω στο κοπάδι και να φεύγει ο πατέρας να πάει σπίτι ή η μάνα να πάει σπίτι. Εάν και οι Βλάχοι, σε αντίθεση με τους Σαρακατσαναίους, τις γυναίκες δεν τις στέλναν στα κοπάδια πολύ, προσπαθούσαν να τις αποφεύγουν, να αποφεύγουν να πηγαίνουν στα κοπάδια. Και το βόσκημα των κοπαδιών ήταν ουσιαστικά αντρική υπόθεση και όχι γυναικεία, σε αντίθεση με τους Σαρακατσαναίους, γιατί θεωρούμαστε, θεωρούμασταν και –σε εισαγωγικά–, έτσι, «αντίπαλοι» με τους Σαρακατσαναίους και αυτό είχε ξεκινήσει, γιατί είχαμε ουσιαστικά τον ίδιο τρόπο ζωής και είχαμε κόντρα στα βουνά ποιος θα πάρει τους καλύτερους βοσκότοπους, έτσι; Από κει ξεκινάει και από πουθενά αλλού, για να πω κάτι, έτσι, για τους φίλους τους Σαρακατσαναίους. Οπότε, για να ξαναγυρίσω πίσω, πηγαίναμε και αναλαμβάναμε τα κοπάδια το μεσημέρι. Εγώ θυμάμαι τον εαυτό μου από 6 χρονών 7, ή αργότερα, 10 χρονών… Να, έτσι, να σας πω προσωπική εμπειρία. Ο πατέρας μου τότε, εκτός από το κοπάδι που είχε, αγόραζε και κατσίκια, εμπορευόταν κατσίκια και τα αγόραζε τον Μάιο μήνα και τα πουλούσε απ’ το φθινόπωρο, το λεγόμενο καναρά. Συνηθιζόταν τότε. Εγώ αναλάμβανα τα κατσίκια από τη μέρα που τελειώναν τα σχολεία και τα παρέδιδα τη μέρα που ξεκινάγαν τα σχολεία. Χωρίς να έχω δυνατότητα σαν παιδί όλο το καλοκαίρι ούτε θάλασσα να πάω εννοείται, βέβαια, ποτέ, έτσι; Και ούτε με τις παρέες μου να μπορώ να είμαι. Γι’ αυτό κι όταν [00:10:00]πήγα φαντάρος και το λέω και στα παιδιά μου σήμερα και γελάνε, γιατί πολλοί παραπονιούνται. Έκατσα είκοσι ένα μήνες φαντάρος και ήταν η πιο ξεκούραστη περίοδος της ζωής μου. Όσο κι αν σας φαίνεται τραγικό αυτό, έτσι; Πήγα φαντάρος και ξεκουράστηκα και κοιμήθηκα. Ευχαριστήθηκα ύπνο. Βέβαια δεν ήταν όλοι έτσι, γιατί κάπου εκεί στο ’70, μετά το ’65, έφυγε πολύς κόσμος στη Γερμανία, οπότε πολλά παιδιά, τα παιδιά μεταναστών, και ο πατέρας μου είχε φύγει πέντε χρόνια, σας είπα, αλλά τα κοπάδια τα διατηρήσαμε, γιατί, μέχρι να δούμε τι θα κάνει, αν θα κατασταλάξει να μείνει. Και φεύγοντας πολλοί γονείς στη Γερμανία πουλήσαν τα κοπάδια, οπότε τα παιδιά αυτά ζήσαν λίγο σε άλλες συνθήκες με την έννοια πιο ξεκούραστα. Δεν είχαν τα κοπάδια να πάνε να τρέξουν και να τα βοσκήσουν. Δεν με στενοχωρεί το ότι δούλεψα, αγαπούσα τα κοπάδια και είναι ένας λόγος που τα διατηρώ ακόμα και σήμερα. Και όχι απλά τα διατηρώ, αλλά και τα έχω αυξήσει. Βέβαια οι συνθήκες είναι διαφορετικές σήμερα, μας δίνεται η δυνατότητα να έχουμε βοσκούς με το άνοιγμα των συνόρων με τη γείτονα Αλβανία και είναι και ένας σημαντικός λόγος που διατηρείται η κτηνοτροφία στην περιοχή μας, αν όχι στην Ελλάδα, γιατί Έλληνες εργάτες δεν θα βρίσκαμε σε καμία περίπτωση να πάνε στα ζώα. Και ευτυχώς υπάρχουν οι γείτονες Αλβανοί και ακόμα μπορούμε να κρατάμε τα κοπάδια μας. Τους οφείλουμε, στον τομέα αυτόν τους οφείλουμε πολλά. Αυτά εν ολίγοις. Θα ήθελα να πω ότι στον οικισμό ήμασταν… όλες οι οικογένειες ήταν κτηνοτρόφοι. Σήμερα η μοναδική οικογένεια που διατηρεί ακόμα τα ζώα είναι η οικογένειά μου, ζει και ο πατέρας μου. Είμαστε η μοναδική οικογένεια κτηνοτρόφων και πλέον όλα τα εδάφη των υπολοίπων τα έχουμε νοικιασμένα εμείς, μπορούμε, έχουμε τη δυνατότητα να διατηρήσουμε τα κοπάδια, όπως τα είχαμε κι ακόμα καλύτερα. Είναι ένα κομμάτι η κτηνοτροφία, το έχω συνδυάσει και με το επάγγελμά μου, το κρεοπωλείο, και καταναλώνω τα κρέατα, ό,τι κρέατα παράγω τα καταναλώνω στο κατάστημά μου, οπότε θα έλεγα ότι μου αποδίδει και κέρδη και είμαι πολύ ικανοποιημένος απ’ την επιλογή μου στο να κρατήσω τα κοπάδια. Και γι’ αυτό δεν με λυπεί που παιδεύτηκα και κουράστηκα πολύ νέος. Μπορώ να καρπώνομαι σήμερα. Ναι, κάπως έτσι έχουν τα πράγματα. Σήμερα τα συνδυάζω, κρεοπωλείο, κτηνοτροφία και έχω δυνατότητα πλέον και να ζήσω καλύτερα και να εκμεταλλεύομαι τα προϊόντα μου πολύ καλύτερα.
Όταν ήσασταν μικρός εσείς, θυμάστε να μετακινείστε; Δηλαδή τους θερινούς μήνες να μετακινείστε, το θυμάστε αυτό;
Βεβαίως, βεβαίως, ξεκάθαρα. Ξεκάθαρα! Η μετακίνηση έγινε σχεδόν μέχρι το ’75, με τα πόδια η μετακίνηση. Εγώ δεν πήγα ποτέ με τα πόδια. Είχα πάει μια φορά, το θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά, και με είχαν γυρίσει απ’ τα μισά του δρόμου, γιατί είχα κουραστεί πάρα πολύ. Και με είχε πάρει ο παππούς μου με το άλογο και με είχε πάρει πάλι πίσω. Από τον Απρίλη μήνα, μέσα Απρίλη. Κατ’ αρχήν, θα σας πω ότι ήταν γεγονός η μετακίνηση του κοπαδιού. Από; Από τα χειμαδιά προς τους θερινούς βοσκότοπους και αντίστροφα. Αλλά ειδικά την άνοιξη που φεύγανε για τα βουνά, λάμβανε εορταστικό χαρακτήρα. Με ποια μορφή και πώς το έδειχναν; Βάζανε τα κουδούνια και τα κυπριά στα κοπάδια, όλα όσα είχανε, για να ακούγεται το κοπάδι χαρούμενο. Ήταν μεγάλο γεγονός και έχω μαρτυρίες. Στολίζαν το κοπάδι, έτσι το λέγανε. Αρματώνανε το κοπάδι, έτσι το λέγανε. Ό,τι κυπριά και κουδούνια είχαν, τα βάζαν όλα. Και είχαμε μαρτυρία χωρικών, που λέει περιμέναν πότε θα περάσουν οι Βλάχοι, για να ακούσουν τα κυπριά και τα κουδούνια τους. Ήταν γεγονός το πέρασμα των Βλάχων από τα χωριά. Στη διαδρομή από… Γιατί εμείς μέναμε προς Φιλιάτες μεριά, είχε Βλάχους μετακινούμενους μέχρι Παραμυθιά, οι οποίοι είχαν διαφορετικές διαδρομές, αλλά σμίγανε όλοι, ανταμώνανε προς τον Βουτσαρά κάπου. Και περιμένανε όλοι πότε θα ’ρθουν τα κοπάδια, τα βλάχικα. Βέβαια υπήρχαν και οι πονηροί, οι χωρικοί, που στήναν παγίδες και περιμέναν να κλέψουν κανένα ζώο και με ποιον τρόπο το καταφέρναν αυτό. Σκάβανε στη γη, στα μονοπάτια, σκάβανε λάκκους μεγάλους και βάζαν από πάνω κλαδιά και χόρτα, για να μην αντιληφθεί το κοπάδι ότι υπάρχει τρύπα και πολλές φορές γίναμε μάρτυρες τέτοιων γεγονότων. Να πω κάτι έτσι, χαριτολογώντας κιόλας, μία φορά έτυχε τον παππού μου να πέσει ο τράγος με το κουδούνι το μεγάλο. Για κακή του τύχη αυτού που είχε κάνει την παγίδα, το καταλάβαν πολύ γρήγορα, γιατί λογικό είναι, όταν λείπει ο αρχηγός του κοπαδιού, έγινε αμέσως αντιληπτό. Κατάλαβαν ότι κάτι είχε γίνει. Φημίζονταν οι Ξεχωρίτες για αυτά, περνούσαν από το Φιλιάτι, πήγαιναν τη διαδρομή κάτω, από το Ξέχωρο, και εκεί είχε γίνει αυτό το γεγονός. Και λέει ο παππούς… Έχουν κάνει τρύπα κάπου, γυρνάει πίσω και ακούει το κουδούνι του τράγου μέσα στο χώμα. Κοιτάζει. Είχε προλάβει και είχε έρθει αυτός που είχε κάνει την τρύπα, παραφυλούσε και ήταν μέσα αυτή τη στιγμή εκεί. Τον περίλαβε εκεί μέσα, τον έκανε, έτσι; Να μη σας πω τι του έκανε από κει και πέρα. Μετά έβγαλε τον τράγο και έφυγε. Λοιπόν, μετά το μικρό μας διάλειμμα αυτό να συνεχίσω, να πούμε ότι η διαδρομή ήταν συνήθως από δεκαπέντε μέχρι είκοσι μέρες. Τι κάναν τα προϊόντα; Το γάλα. Γιατί την άνοιξη τα ζώα, ήταν σε φουλ παραγωγή. Είχανε τα λεγόμενα κονάκια. Τι ήταν το κονάκι, ήτανε σημαδεμένο σταθμός, ήξεραν πού θα σταματήσει το κοπάδι κάθε βράδυ, στρατοπέδευαν εκεί. Οι γυναίκες ήταν μπροστά με τα άλογα, γυναίκες, παιδιά, τα πάντα φορτωμένα και πήγαιναν οι γυναίκες πρώτες, γιατί εκ των πραγμάτων το κοπάδι θα πήγαινε πιο αργά, έτσι; Θα βοσκούσε και λίγο στο δρόμο και πήγαιναν οι γυναίκες και στήνανε τις τέντες, τις λέγανε, στα κονάκια. Φτιάχνανε σαν καταλύματα ουσιαστικά, για να μπορέσουν να περάσουν το βράδυ και θα φτιάχναν, θα ετοιμάζαν και κάτι για φαγητό, για να φάνε οι βοσκοί ερχόμενοι. Πήγαιναν οι γυναίκες, ετοιμάζαν και στην πορεία ερχόταν και τα κοπάδια. Κάνανε, είπαμε, από δεκαπέντε μέχρι είκοσι μέρες. Αρμέγανε και κάνανε το γάλα, το πήζανε, τυρί κατευθείαν, και το πουλούσανε στα κοντινότερα χωριά. Περιμέναν τότε οι χωριάτες, γιατί δεν είχαν και ζώα. Περιμέναν για να αγοράσουν το τυρί τους στην πορεία των Βλάχων, στη διαδρομή των Βλάχων. Καταναλώναν κάπως έτσι το προϊόν τους. Βέβαια τότε, βέβαια είχαμε και τους αγροφύλακες στο δρόμο, έτσι; Οι οποίοι προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν κάθε συγκυρία. Εκ των πραγμάτων τα κοπάδια, μεγάλα κοπάδια, μιλάμε τώρα για χίλια, δύο χιλιάδες, τρεις χιλιάδες, ε, δεν μπορούσαν και στη διαδρομή του δρόμου να είναι περιορισμένα πάνω στον δρόμο. Εκ των πραγμάτων, θα άνοιγαν, θα βοσκάγανε, ο αγροφύλακας παραμόνευε. Και ουσιαστικά δεν παραμόνευε, για να προφυλάξει την περιουσία των άλλων, παραμόνευε για να πάρει το χαρτζιλίκι του ο αγροφύλακας και να κάνει τα στραβά μάτια. Έπαιρνε το τυράκι του, έπαιρνε κάνα αρνάκι, έπαιρνε και γινόταν η δουλειά. Τέλος πάντων, φτάναν στον προορισμό γύρω στις είκοσι μέρες. Εξαρτάται πού πηγαίναν, γιατί ξεκινούσαν από τα πρώτα χωριά μετά την Κόνιτσα και φτάνανε μέχρι το Γράμμο οι μετακινούμενοι Βλάχοι, από δεκαπέντε-είκοσι μέρες. Φτάνοντας στον προορισμό τους το πρώτο μέλημα ήταν να στήσουν τις καλύβες. Ήταν το πρώτο τους μέλημα. Θα ήθελα να πω ότι οι Βλάχοι ήταν βαθιά θρησκευόμενοι. Ξεκινώντας την καλύβα είχαν πάντα την εικόνα της Παναγ[00:20:00]ίας και τη βάζαν πάντα στην κορυφή της καλύβας. Ήταν κάτι που τους χαρακτήριζε. Στήνανε τις καλύβες, για να μπορούν να μπουν και τα παιδιά. Είχαν πολλά παιδιά, η κάθε οικογένεια τότε είχε πέντε-έξι-εφτά παιδιά, δεν είναι όπως σήμερα, από ένα παιδί και το πολύ. Ήταν δύσκολος ο πρώτος καιρός, οι πρώτες μέρες μάλλον στο βουνό, γιατί φτάναν συνήθως τέλη Μάη, επιδίωκαν να ήταν στα βουνά. Τέλη Μάη, όμως, εκεί είχε, πάντα είχε άσχημο καιρό, είχε πολλές βροχές. Η άνοιξη είναι λίγο πιο αργά στα ορεινά, δηλαδή φτάναν τέλη Μάη, ήταν σαν να ήταν Απρίλης κάπου, δηλαδή έχουμε ένα μήνα διαφορά, έτσι, κλιματολογικά, για να σου δώσω να καταλάβεις και υψόμετρα διαφορετικά. Μέλημα των γυναικών να γίνει η καλύβα και από τα πρώτα ήταν να στήσουν αργαλειούς ό,τι έχει να κάνει με την οικιακή οικονομία. Τα κορίτσια φτιάχνανε αργαλειούς κατευθείαν οι γυναίκες είχαν το μέλημα των ξύλων, για να έχει ξύλα το σπίτι, γιατί το ξύλο δεν το χρησιμοποιούσαν μόνο για να ζεσταθούνε, το χρησιμοποιούσαν και για να μαγειρέψουν, εκ των πραγμάτων, δεν είχαν, είχαν τις γάστρες, μαγειρεύαν με τις γάστρες. Ή στην καλύτερη να έχουν φτιάξει φούρνους, στην καλύτερη. Αλλά ως επί το πλείστον και όσο θυμάμαι εγώ, είχαμε τις γάστρες. Ζούσαμε όλη η οικογένεια σε ένα σπίτι, ήταν λίγο δύσκολες οι συνθήκες διαβίωσης με την έννοια ότι δεν θα μπορούσε να ήταν ο πατέρας με τη μάνα σε άλλο σπίτι, ο παππούς με τη γιαγιά σε άλλο, τα παιδιά σε άλλο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται έτσι; Εκεί ξεκινούσε πλέον σ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού να τυροκομούμε το γάλα και να το πουλάμε στα πλησιέστερα χωριά, να κάνουμε το βούτυρό μας, να κάνουμε τον τραχανά, να κάνουμε τον παστουρμά, που είναι ένα Βλάχικο φαγητό. Είναι παστό κρέας από προβατίνα ή από γίδα και το οποίο συντηρούνταν σαν παστό σχεδόν όλο το χρόνο μέσα σε τσουβάλια ή υφασμάτινα ή μάλλινα, για να μπορεί να αναπνέει το κρέας και να μην χαλάει. Το καλοκαίρι περνούσε με αυτόν τον τρόπο, τυρί, οι γυναίκες στον αργαλειό, ξύλα, οι άνδρες στα κοπάδια. Τα παιδιά, αρχίζοντας τα σχολεία, σχεδόν πάντα ήταν εκεί, στον Σεπτέμβρη, 10 Σεπτέμβρη ήτανε η έναρξη της σχολικής χρονιάς, φεύγαμε τα παιδιά νωρίτερα με συνοδεία μιας γυναίκας και κατεβαίναμε στους χειμερινούς προορισμούς, για να ξεκινήσουμε τα σχολεία. Οι άνδρες με τις υπόλοιπες γυναίκες μένανε μέχρι τέλη Οκτώβρη ως επί το πλείστον, τότε φεύγανε από τα βουνά, γιατί οι χειμώνες ήταν και πιο δυνατοί παλιότερα. Θυμάμαι 10 Οκτώβρη να έχουμε αποκλειστεί από το χιόνι, κάπου στο, ήτανε γύρω στο ’80, στο 1980 έχουμε αποκλειστεί Οκτώβρη μήνα από χιόνι. Τώρα πάει Δεκέμβρης και δεν έχει χιονίσει ακόμα. Γι’ αυτόν φροντίζαν πάντα μέχρι του Αγίου Δημητρίου, πότε είναι; Στις 28 Οκτωβρίου να έχουν φύγει τα κοπάδια όλα από τα βουνά, πάντα, δεν έβρισκες κοπάδι πίσω. Σήμερα, να σας δώσω να καταλάβετε φέτος, το φθινόπωρο που μας πέρασε έδιωξα τα κοπάδια, τα γελάδια, 15 Δεκέμβρη από το βουνό. Για να καταλάβετε την κλιματική αλλαγή, η οποία έχει επέλθει. 15 Δεκέμβρη και ήταν ο καιρός καλοκαιρινός. Αυτό ήταν αδιανότητο πριν δέκα-δεκαπέντε χρόνια. Και γυρνάμε στους χειμερινούς προορισμούς πλέον από το ’75 και προς τα δω με αυτοκίνητα. Φορτώνουμε τα ζώα σε ειδικούς χώρους με την άνεσή τους και των ζώων και τη δικιά μας άνεση και πάμε στους προορισμούς μας πολύ πιο εύκολα και ωραία και απολαμβάνουμε πλέον διαφορετικά και το επάγγελμα και τη φύση.
Εσείς, όταν αρχίσατε να συνειδητοποιείται τι συμβαίνει και ότι η οικογένεια σας αναγκάζεται να μετακινείται για λόγους, που πρέπει να τα ζώα να μετακινηθούν στους θερινούς προορισμούς, ήταν κάτι που σας άρεσε σαν διαδικασία; Η μετακίνηση αυτή;
Η μετακίνηση αυτή μου άρεσε και μου αρέσει, αλλά ήμουν αυτός που έγινα αιτία να μην μένουν οι γονείς μου πλέον όλο το καλοκαίρι στα κοπάδια και να αναγκαστούν να ζήσουν στην καλύβα με όχι τις καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, εκ των πραγμάτων, έτσι; Όταν δεν μπορείς να έχεις το μπάνιο σου, δεν μπορείς να έχεις το ρεύμα σου, δεν μπορείς να έχεις… Βέβαια μας βοήθησε αυτό, γιατί είχαμε πλέον τους εργάτες, τους Αλβανούς, και μπορούσαμε να τους αφήνουμε στα κοπάδια και αυτό συνέβη, η πρώτη φορά που η οικογένειά μου δεν έμεινε καλοκαίρι στα βουνά, ενώ πήγαμε τα ζώα, το ’90… Κάπου στο ’95. Κάπου στο ’95. Είναι η πρώτη φορά που αφήσαμε τα κοπάδια μόνα τους το καλοκαίρι, ενώ τα μεταφέραμε στους θερινούς βοσκότοπους και εμείς ήρθαμε πίσω. Βέβαια ήταν δύσκολο, για τους γονείς μου τουλάχιστον, δεν είχαν μάθει σε αυτές τις συνθήκες, αλλά, όμως, τους άρεσε σιγά-σιγά. Πηγαίναμε βέβαια Σαββατοκύριακα. Κάθε Σαββατοκύριακο ανελλιπώς ήμασταν εκεί. Να τα δούμε, να πηγαίνουμε τρόφιμα στους βοσκούς. Έχει μπει πλέον η κτηνοτροφία σε άλλη τροχιά. Έχει γίνει πιο ανθρώπινη και θα μπορούσα να πω ότι θα μπορούσε να την επιλέξει ένας νέος σαν επάγγελμα. Υπό αυτές τις συνθήκες, όμως, γιατί είναι εκ των πραγμάτων πάρα πολύ δύσκολο επάγγελμα. Ναι. Είναι η ωραία η διαδικασία της μετακίνησης. Θα σας έλεγα ότι κι εγώ, επειδή το έχω βιώσει από γεννησιμιού μου, όταν έρχεται η ώρα να πάμε στα βουνά, το θεωρώ γιορτή. Με μεγάλη ιεροτελεστία θα μαζέψω τα πράγματά μου. Να σας πω και κάτι έτσι προσωπικό. Θα δείτε θα βγάλουμε μια φωτογραφία, έχω την καλύβα που έχω φτιάξει στο βουνό, την έχω φτιάξει μόνος μου και περιμένω πότε θα ’ρθει το Σαββατόβραδο να πάω να καθίσω εκεί να την απολαύσω. Είναι σε πραγματικά, είναι σ’ ένα απίστευτο περιβάλλον, φυσικό περιβάλλον, με κρύο νερό δίπλα, πάρα πολύ ωραία. Και περιμένω το κάθε Σαββατόβραδο πλέον να φύγουμε να πάμε εκεί και να περάσουμε ένα ανέμελο Σαββατοκύριακο. Μαζί με την οικογένειά μου. Ναι, μου αρέσει η μετακίνηση. Και όσο θα έχω τη δυνατότητα, θα την κάνω πάντα.
Απ’ ό,τι καταλαβαίνω, είστε ένας άνθρωπος που στηρίζετε πάρα πολύ τη βλάχικη παράδοση και να υπάρξει έτσι, μια διαιώνιση, ας το πούμε κάπως έτσι. Θέλετε να μου πείτε λίγο για δικές σας παραδόσεις. Δηλαδή την περίοδο των Χριστουγέννων, έχετε, κάνετε κάτι ιδιαίτερο;
Έχω ασχοληθεί πάρα πολύ με το βλάχικο στοιχείο. Να σας δώσω να καταλάβετε, έχω υπάρξει, μέχρι πριν ένα χρόνο ήμουν πρόεδρος Βλάχων Θεσπρωτίας. Έχω τρέξει πάρα πολλά πράγματα γύρω από το βλάχικο στοιχείο, έχω συμμετάσχει σε πανελλήνιες συνεδριάσεις με θέμα το βλάχικο. Ήμουν πρωτεργάτης στο να φτιαχτούν βλάχικες στολές για τα χορευτικά, η οποία θα σας συμβούλευα να βγάλετε μια φωτογραφία, γιατί πραγματικά είναι αξιοθαύμαστες. Και έχω και μια παλιά στολή από τον γάμο του προπάππου μου, στο [00:30:00]1910 περίπου, η οποία την έχω τη στολή αυτήν. Δεν την έχω σήμερα να σας τη δείξω, αλλά θα τη βγάλω μια φωτογραφία, κάποια στιγμή θα σας τη φέρω να τη φωτογραφήσετε. Είναι κειμήλιο, οικογενειακό κειμήλιο. Όσον αφορά τα ήθη και τα έθιμα. Πλέον σήμερα δεν απέχουν πάρα πολύ από ό,τι κάνουμε όλοι, γιατί έχουμε και απορροφηθεί πλέον. Είναι το ότι έχουμε μπει μέσα στις πόλεις. Όσο ήμασταν παλιότερα, ζούσαμε στους οικισμούς ή στα χωριά και ήμασταν αμιγώς Βλάχοι, διατηρούσαμε όλα τα έθιμα σε πολύ μεγάλο βαθμό. Σήμερα έχουν ατονήσει, δυστυχώς έχουν ατονήσει. Δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν ξέρω, ο καθένας ας το εκλάβει όπως θέλει. Τώρα συγκεκριμένα έθιμα θα έλεγα την Πρωτοχρονιά.
Είναι Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2021. Είμαι με τον Κωνσταντίνο Τσάτσα στο μαγαζί του, στην Ηγουμενίτσα. Ονομάζομαι Αποστόλου Γιαννούλα. Είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Θέλετε να μου πείτε για την καταγωγή σας;
Βεβαίως. Καλησπέρα, Γιάννα. Η ιστορία των Τσατσαίων ξεκινάει στο 1855, μέχρι εκεί έχουμε φτάσει πίσω. Ο Αποστόλης, ο Τσάτσας, γεννημένος το 1855, είχε εφτά παιδιά και τρία κορίτσια. Μη γελάς. Τα αγόρια θεωρούνταν παιδιά και τα κορίτσια ήταν… Λοιπόν, είχε εφτά αγόρια, τον Νίκο, τον Σταύρο, τον Κώστα, τον Γιάννη, τον Θόδωρο, τον Βαγγέλη και τον Γιώργο. Τελευταίος ήταν ο Γιώργος, του οποίου είμαστε απόγονοι εμείς, οι Τσατσαίοι που υπάρχουν ακόμα σήμερα. Για να σου δώσω να καταλάβεις, ο Γιώργος ήτανε παππούς του παππού μου. Ο Γιώργος, γεννημένος πριν το 1900, δεν θυμάμαι, βρήκαμε ακριβώς την ημερομηνία που είναι γεννημένος, ήταν ένας από τα εφτά αδέρφια. Ήταν και τρεις κοπέλες, αδερφές τους, οι οποίες η μία είχε μείνει στην Αλβανία με το κλείσιμο των συνόρων και οι άλλες οι δύο ήτανε στη Θεσπρωτία σε μεγάλα σόγια επίσης παντρεμένες. Πού ‘μέναν οι Τσατσαίοι; Ή μάλλον να πω καλύτερα ξεκινώντας, να ξετυλίξουμε ανάποδα το κουβάρι, να πω ότι εδώ που είμαστε σήμερα, ο οικισμός Τσατσέικα, υπάρχει από το 1917. Ερχόμενος ο παππου-Γιώργης Τσάτσας με την οικογένειά του, με τον ένα του γιο, τον Βαγγέλη, τον οποίον θα σας πω μια μικρή ιστορία. Ο παππου-Γιώργης τον είχε δώσει στον αδερφό του, τον Θόδωρο, γιατί δεν είχε παιδί. Αλλά μη κάνοντας άλλο αγόρι ο παππου-Γιώργης, τελικά είχαν οι δύο, τα δύο αδέρφια είχανε το ίδιο παιδί. Ζούσαν μαζί του, ζούσαν όλα μαζί μέχρι που πέθανε ο Θόδωρος ή Τόντες στα βλάχικα και το παιδί μετά, ο Γκέλιος, έμεινε με τον πατέρα του, τον παππου-Γιώργη. Το 1917, αγαπητή μου, Γιάννα, ήρθαν στον οικισμό που μένουμε και σήμερα, φτιάχνοντας αρχικά πρόχειρο καταυλισμό, καλύβες. Καλύβες είτε φτιαγμένες από δέντρα είτε από τράγιο μαλλί σκεπασμένες, για να μην μπαίνει νερό. Στην πορεία και αφού εγκαταστάθηκαν και δημιουργηθήκαν οι προϋποθέσεις, φτιάξανε σπίτια πέτρινα, τα οποία σώζονται ακόμα και σήμερα. Όχι σε αρίστη κατάσταση, αλλά κάποια σώζονται και σήμερα. Αν κάποια μέρα επισκεφθείς, θα μπορέσεις να βγάλεις και φωτογραφίες, να δεις. Να γυρίσουμε πίσω, πριν το 1917, και μετά να συνεχίσουμε στα πλησιέστερα έτη. Θα βρούμε τους Τσατσαίους, καλοκαίρι, θα τους βρούμε στο Ελατοχώρι Ζαγορίων, καλοκαίρι και χειμαδιά, θα τους βρούμε πριν το 1900 στη Θεσσαλία, στο σημερινό Δαμάσι, όπου είχαμε και τους σεισμούς πρόσφατα ή θα τους βρούμε κοντά στο Βουλγαρέλι της Άρτας. Είχανε αγοράσει λιβάδια, χειμερινούς βοσκότοπους πιο χαμηλά από το Βουλγαρέλι και είχανε έδρα την Φιλιππιάδα, κατεβαίνανε κοντά στην Φιλιππιάδα. Από κει φύγαμε, απ’ ό,τι μου έχουν πει οι παλαιότεροι, έγινε φονικό. Ήταν τα χρόνια δύσκολα και οι της περιοχής σκοτώσανε δύο από τους αδερφούς του παππου-Γιώργη. Υπήρξαν αντίποινα, σκοτώσανε και οι δικοί μας κάποιους από τους χωρικούς, που κάνανε το φονικό και αναγκαστήκανε και φύγανε από κει το 1916. Το 1915 μάλλον φύγανε από κει. Ήρθανε μια χρονιά στο Γηρομέρι, το ’16, και το 1917 ήρθαν στα Τσατσέικα. Αυτά όσον αφορά την καταγωγή τους. Τώρα όσον αφορά το βλάχικο, τη βλάχικη καταγωγή, και πηγαίνοντας παλαιότερα. Υπάρχει ένας διαχωρισμός των Βλάχων. Εμείς αποκαλούμαστε ή μάλλον, να το πω πιο σωστά, μας αποκαλούν Αρβανιτόβλαχους, καθώς υπάρχουνε πολλές ονομασίες κατά προέλευση των Βλάχων. Ναι μεν όλοι Βλάχοι, αλλά υπάρχουν χαρακτηρισμοί από την προέλευσή τους. Μας ονόμασε Αρβανιτόβλαχους, μας αποκάλεσε Αρβανιτόβλαχους, ο Κρυστάλλης, έτσι; Καθώς ξέρεις, ο Κρυστάλλης ήταν Βλάχος, έτσι; Καταγωγή από το Συρράκο. Ζούσε στην Αθήνα και πριν πεθάνει, τον ξέρεις, φαντάζομαι. Δεν ξέρω να το ξέρεις, που είπε το εξής χαρακτηριστικό, ενώ έβλεπε ότι θα πεθάνει, είπε το εξής χαρακτηριστικό, λέει: «Πάρτε με πάνω, στα βουνά, γιατί θα με φαν οι κάμποι». Καθώς, εγώ ανατριχιάζω, λέγοντας το αυτά, έτσι, γιατί μου αρέσουν τα βουνά, είμαι... Και τον πήραν από την Αθήνα και τον πήγαν και πέθανε στο Συρράκο. Μας είπε Αρβανιτόβλαχους, γιατί ζούσαμε κοντά με αρβανίτικους πληθυσμούς. Και οι παλαιότεροι μιλούσανε και την αρβανίτικη γλώσσα. Υπάρχει μια [00:40:00]θεωρία που και εγώ θα την χαρακτήριζα αρκετά βάσιμη, σύμφωνα με ό,τι έχω διαβάσει και έχω μελετήσει, ότι προερχόμασταν οι παλαιότεροι από την περιοχή που σήμερα είναι η Κορυτσά της Αλβανίας, από την περιοχή Κολόνια. Γι’ αυτό και θυμάμαι και εγώ ο πιτσιρικάς, Γιάννα, μας λέγαν Κολονιάτες. Επειδή προερχόμαστε από κει. Αυτές οι μετακινήσεις πληθυσμών, Γιάννα μου, γίναν πάρα πολύ παλιά, στον δέκατο πέμπτο αιώνα. Και έκτοτε είμαστε εδώ. Θα ήθελα να σου πω ότι στη Θεσπρωτία σήμερα, δεν θα πρέπει να το αμελήσω, με μια απογραφή που κάναμε σαν σύλλογος Βλάχων, του οποίου προέδρευα για αρκετά έτη, είμαστε γύρω στις τρεις χιλιάδες άτομα. Είμαστε σκόρπιοι στη Θεσπρωτία, δεν έχουμε χωριά βλάχικα, αμιγώς βλάχικα, όπως συμβαίνει στα ορεινά της Πίνδου, που έχουμε αμιγώς βλαχοχώρια, παρά οικισμούς, όπως είναι τα Τσατσέικα. Μόνο οικισμούς θα βρούμε στον Νομό μας. Τον δέκατο πέμπτο αιώνα, τότε είναι μετακίνηση πληθυσμών σύμφωνα με μαρτυρίες και φτάσαμε σ’ όλη την Πίνδο και είμαστε κομμάτι αυτών. Ένα μεγάλο κομμάτι βέβαια, από τη στιγμή που έγινε η οριοθέτηση των συνόρων με την Αλβανία και συγγενικά πρόσωπα, κλείνοντας τα σύνορα ο Ενβέρ Χότζα, έμειναν στην Αλβανία. Ανθρώποι με ελληνική συνείδηση, καθαρά ελληνική συνείδηση, ακόμα και σήμερα, χριστιανοί, ορθόδοξοι, με αγάπη και με λατρεία για την Ελλάδα. Προσωπικά έχω βιώσει στιγμές από το αντάμωμα με το άνοιγμα των συνόρων που με έχουν στιγματίσει. Ήμουν μάρτυρας, πριν γίνει η γενική έφοδο των Αλβανών προς την Ελλάδα, και αν θυμάμαι καλά, πρέπει να ήταν το 1989, έγινε πρόσκληση σε μια ξαδέρφη της μάνας μου, με τις οποίες ήταν μεγαλωμένες μαζί στην Αλβανία, λίγο μέσα από τα σύνορα, εδώ, στην περιοχή μας, κοντά στην Κονίσπολη, που είναι τελείως γειτονικό χωριό, δεν ξέρω αν έχεις υπόψη σου καθόλου. Ήταν μέχρι 10 χρονών μαζί. Έτυχε, όταν κλείσαν τα σύνορα, να ’ναι οι μεν από δω οι δε από κει, κλείσανε και δεν ξανανταμώσανε. Η πρώτη της ξαδέρφη και πολύ αγαπημένες. Κι όταν ανταμώσανε μετά από τόσα χρόνια, με λυπεί που δεν το κατέγραψα με κάτι αυτό το πράγμα δεν περίμενα ότι θα εκτυλιχθεί αυτή η κατάσταση, κλαίγανε επί μια ώρα. Δεν μπορέσανε να αρθρώσουν λέξη επί μια ώρα. Ακούγεται σαν παραμύθι, είναι πραγματικότητα, όμως. Είναι πραγματικότητα. Και θα έλεγα και σαν πικρία θα το έλεγα, Γιάννα, ότι αυτούς τους ανθρώπους δεν τους προσέξαμε σαν ελληνικό κράτος. Παραδόθηκαν ασύστολα σε Αλβανούς χαρτιά και καλά έχουν ελληνική καταγωγή και τους πραγματικούς Έλληνες δεν τους προσέξανε, σε καμία περίπτωση, όπως έπρεπε. Ανθρώπους που με ελληνική συνείδηση, ανθρώπους που με το κλείσιμο των συνόρων σφαγιάστηκαν. Ήτανε νοικοκύρηδες, ήταν τσελιγκάδες με χιλιάδες ζώα, τους τα πήρε το καθεστώς Χότζα όλα και όχι απλά τους πήρε κι όσοι ήταν επικεφαλής και ήταν κεφάλια, σφαγιάστηκαν μέσα σε ένα βράδυ όλοι. Σου λέω πράγματα τα οποία δεν τα έχεις ακούσει άλλη φορά και είναι πραγματικά ντοκουμέντα αυτά που σου λέω. Και είναι, αυτά που σου αναφέρω είναι πράγματα διασταυρωμένα και δεν είναι να ξέρεις σε καμία περίπτωση παραμύθια. Και περάσαν πάρα πολύ άσχημα αυτοί οι άνθρωποι. Για να γυρίσω πίσω στην αντάμωση της μάνας μου με την ξαδέρφης της, είναι κάτι που θα με συνοδεύει σε όλη μου τη ζωή. Τραγικές, επί μια ώρα να μην μπορούνε να μιλήσουν. Μόνο κλαίγανε. Δεν μπορούσαμε να τις συνεφέρουμε και τις δύο. Αφήνουμε το κομμάτι αυτό, των Βλάχων που είναι στην Αλβανία. Ή μάλλον να πω κάτι, όσον αφορά τους Βλάχους της Αλβανίας, που νομίζω ότι θα πρέπει να το αναφέρω, η ρουμάνικη προπαγάνδα κρατεί καλά και στις μέρες μας. Είχε γίνει μια κίνηση παλιά, όσον αφορά τους Βλάχους της Ελλάδος, δεν βρήκαν ανταπόκριση και αυτή τη στιγμή έχουν στραφεί στους Βλάχους της Ρουμανίας, για να αναφέρουν και καλά ότι υπάρχει μειονότητα στην Αλβανία ρουμάνικη και παίρνουν τα παιδιά τους να σπουδάσουν στη Ρουμανία, χωρίς να πληρώσουν 1 ευρώ. Για να τους δημιουργήσουνε κάποια άλλη συνείδηση. Πράγμα το οποίο θα μπορούσε να το είχε κάνει η Ελλάδα, που είναι και Έλληνες, και θα βοηθούσε Έλληνες και δεν θα βοηθούσε κάποιους άσχετους. Λοιπόν, να γυρίσουμε πάλι εδώ σ’ εμάς, στους Βλάχους της Θεσπρωτίας. Οι Βλάχοι ήταν μετακινούμενοι, από και προς, από τα χειμαδιά στους θερινούς βοσκοτόπους και αντίστροφα. Το 1955-’56 και αδειάζοντας, όχι αδειάζοντας, μη το πω έτσι, προσπαθούσε τότε η κυβέρνηση, η ελληνική, να πλαισιώσει τα σύνορα στην, κατά μήκος, να σου δώσω να καταλάβεις, στη Φλώρινα και Καστοριά. Φλώρινα συνορεύει με Σκόπια, με τι συνορεύει; Με Σκόπια νομίζω, αν δεν κάνω λάθος. Υπήρχανε πολλοί, υπήρχαν πληθυσμοί εκεί που είχαν σχέσεις με τα γειτονικά κράτη και δημιούργησαν, δώσανε στους Βλάχους τη δυνατότητα, επειδή δεν είχαν μόνιμη κατοικία, γιατί και εδώ, που ερχόταν πιο πολλοί, δεν είχαν μόνιμες κατοικίες όπου ήταν βοσκότοποι και εδώ και τους έδωσαν τη δυνατότητα να έχουνε γη και να δοθεί και δυνατότητα να κάνουν δάνεια, να τους δώσουν άτοκα δάνεια, για να πλαισιώσουν τα σύνορα Σκοπίων και στην Αλβανία, στα ορεινά, στη Βόρεια Ελλάδα. Το 1955-‘56. Και μετακινήθηκαν πολλοί Βλάχοι, που ερχόταν για χειμαδιά στη Θεσπρωτία. Πάρα πολλοί, είναι χωριά, ολόκληρα χωριά, αμιγώς βλαχοχώρια. Θα σου αναφέρω δύο-τρία-τέσσερα, έτσι, Ιεροπηγή Καστοριάς, Δεντροχώρι, στη Φλώρινα η Πύλη, Άγιος Γερμανός, Βροντερό. Υπάρχουν κι άλλα χωριά, τα οποία μου διαφεύγουν αυτή τη στιγμή. Και το 1995 πήγαν πάρα πολλοί Βλάχοι από τη Θεσπρωτία, φεύγοντας από τα βουνά, πήγαν για χειμώνα στις περιοχές, αυτές εκεί. Τολμήσανε πολλοί και ένας από αυτούς που πήγανε στην Ιεροπηγή Καστοριάς ήταν ο παππούς μου, πατέρας της μάνας μου. Η μάνα μου τότε ήτανε, μόλις είχε παντρευτεί, παντρευόταν στα 16 τότε, [00:50:00]καταλαβαίνεις, δεν πήγαιναν στα 25 και στα 30. Η μάνα μου έμεινε εδώ, δεν ακολούθησε, παντρεύτηκε και είπαν ότι θα παν δοκιμαστικά έναν χειμώνα να δούνε πώς θα ανταπεξέλθουν στις καιρικές συνθήκες, καθότι εκεί το χειμώνα είναι, οι συνθήκες είναι ακραίες. Δεν έχει καμία σχέση με τα χειμαδιά τα δικά μας εδώ, έτσι; Για κακή τους τύχη τον πρώτο χειμώνα δεν χιόνισε καθόλου, γιατί τους έδωσε τότε το κράτος, είπε: «Πηγαίνετε έναν χειμώνα να δοκιμάσετε και αν θελήσετε, τότε θα σας δώσουμε. Τι να σας δώσουμε;». Για κακή τους τύχη τον πρώτο χειμώνα δεν χιόνισε καθόλου, το 1955 δεν χιόνισε καθόλου. Και φεύγοντας από κει να βγούνε στα βουνά πάλι το καλοκαίρι, αποφασίζουν ότι, καθότι είχε μέρη καλά κι εκεί για βοσκότοπους, αλλά με την προϋπόθεση ότι δεν θα χιόνιζε, όμως, έτσι; Και πήραν απόφαση και πήγαν για δεύτερο χειμώνα πάλι στους προορισμούς αυτούς. Να, όμως, που ο δεύτερος χειμώνας ήταν πραγματικός χειμώνας. Είχαν μπει, όμως, στη διαδικασία να ξεκινήσουν να κάνουν σπίτια, να έχουν αγοράσει κάποιες εκτάσεις και ήταν δύσκολο πλέον να τα παρατήσουν και να φύγουν. Τον δεύτερο χειμώνα πήγε το χιόνι 1 μέτρο και πιο πολύ χάσαν τα κοπάδια τους. Παρ’ όλα αυτά, παρέμειναν αυτοί οι ανθρώποι εκεί, οι πιο πολλοί αφού, μπήκαν στη διαδικασία και κάναν σπίτια και κάναν δάνεια και οποίοι ανθρώποι ακόμα και σήμερα που μιλάμε αισθάνονται μετανάστες μέσα στην Ελλάδα. Είχα επισκεφθεί πριν δύο-τρία χρόνια κάτι ξαδέρφια μου, πρώτα ξαδέρφια, στη Φλώρινα, και ήταν Κυριακή και τους έκανα μία επίσκεψη, χωρίς να τους έχω ενημερώσει. Ξαφνική επίσκεψη. Ήταν Κυριακή και πάω με τη γυναίκα μου και πάω σπίτι τους. Χτυπάω την πόρτα κι ανοίγω και μπαίνουμε μέσα. Δεν το ξεχνάω αυτό. Άκουγαν Ράδιο Ήπειρος, που εκεί, ξέρεις, έχουν άλλες μουσικές, επηρεασμένες από την πλευρά των Σέρβων περισσότερο. Έχουνε χάλκινα, έχουνε... Και τους λέω: «Ξαδέρφη, τι γίνεται εδώ;» και μου είχε απαντήσει: «Εμείς, ξάδερφες, είμαστε μετανάστες εδώ», λέει, «εμείς είμαστε από την Θεσπρωτία», λέει, «δεν έχουμε καμία σχέση με εδώ. Τώρα βρεθήκαμε εδώ», λέει, «εμάς η ζωή μας είναι η Θεσπρωτία. Αισθανόμαστε Θεσπρωτοί», λέει, «δεν έχουμε να κάνουμε ούτε με Φλωρίνα ούτε με τίποτα άλλο». Είναι πολύς ο κόσμος που είναι εκεί. Εν ολίγοις, Γιάννα μου, αυτή είναι μια μικρή ιστορία των Βλάχων και την προέλευσή τους. Τώρα να γυρίσω πάλι στους Τσατσαίους, γιατί το ένα φέρνει το άλλο, και έφυγα από τους Τσατσαίους. Ο παππου-Γιώργης, ο Τσάτσας, είπαμε είχε έναν γιο, τον Βαγγέλη, και όπως σου είχα αναφέρει και μια άλλη φορά, ο παππου-Γιώργης απ’ όλα τα αδέρφια έζησε, γιατί ήταν έξυπνος και ήτανε και φιλειρηνικός. Ήταν μια φράση που σου είχε κάνει εντύπωση. Θα ήθελα να σου πω ότι ο παππου-Γιώργης αυτά τα χρόνια είχε τελειώσει σχολαρχείο, το οποίο δεν το γνώριζα και εγώ, το έμαθα εκ των υστέρων. Κι αυτό εξηγεί πάρα πολλά, εξηγεί πάρα πολλά. Ήταν ο μόνος από τα εφτά αδέρφια που τελείωσε, δηλαδή, σημερινό Λύκειο. Μιλάμε για το 1900, έτσι; Και νωρίτερα, όχι 1900, νωρίτερα, πριν το 1900. Πάρα πολύ σημαντικό. Κι αυτό εξηγεί πάρα πολλά πράγματα. Είμαστε στον οικισμό από το 1917. Ο παππου-Γιώργης, είπαμε, είχε έναν γιο, τον Βαγγέλη, ο οποίος Βαγγέλης είχε τέσσερα αγόρια. Αφήνουν τα κορίτσια στην άκρη, δεν ασχολούνται οι Βλάχοι με τα κορίτσια, δεν ασχολούνταν οι Βλάχοι με τα κορίτσια. Είχε τέσσερα αγόρια, οι οποίοι ήταν όλοι κτηνοτρόφοι, μείναν στον οικισμό. Όλοι με πολλά παιδιά. Εγώ είμαι εγγόνι του ενός από τα παιδιά του Βαγγέλη, είμαι του Κώστα και έχω και το όνομά του. Όλοι ήταν κτηνοτρόφοι. Σήμερα η σειρά του πατέρα μου είναι όλοι γερασμένοι πλέον και ο πατέρας μου και είμαι ο μοναδικός κτηνοτρόφος που έχω απομείνει στον οικισμό. Το έχω συνδυάσει και με το κρεοπωλείο και έχω μια κάποια παραγωγή. Παραγωγή και κατανάλωση. Πολλά χρόνια και το κρεοπωλείο, τριάντα χρόνια. Είμαστε κτηνοτρόφοι, συνεχίζουμε τη μετακίνηση από και προς χειμερινούς και θερινούς βοσκότοπους. Μια ωραία διαδικασία, όπως σου ανέφερα. Αυτή τη στιγμή έχουμε στην κατοχή μας, βέβαια έχει αλλάξει το ύφος της κτηνοτροφίας, παλιά οι Βλάχοι είχαμε πρόβατα ως επί το πλείστον, εμείς έχουμε μείνει πλέον με τα γελάδια και με τα γίδια, ελάχιστα πρόβατα και συνεχίζουμε τη διαδρομή που κάνανε οι Βλάχοι κάποτε για τα βουνά, αλλά πλέον με διαφορετικές συνθήκες. Με πιο ανθρώπινες συνθήκες, τα ζώα μεταφέρονται με φορτηγά πλέον και όχι με τα πόδια, με τους βοσκούς, μας δίνεται η δυνατότητα να έχουμε βοσκούς από τη γείτονα χώρα και έχουν γίνει οι συνθήκες πλέον πολύ πιο εύκολες, απ’ ό,τι ήτανε παλαιότερα.
Εδώ.
Αυτό είναι το τσικρίκι. Είναι βασικό εργαλείο να γίνει το νήμα. Παίρνανε το μαλλί και το κάνανε ράμα, σχοινί ουσιαστικά, για να πάει μετά στον αργαλειό. Ήταν βασικό εργαλείο, γιατί, όπως είπαμε, οι Βλάχοι κάναν τα πάντα από το μαλλί, είτε είναι σκέπασμα, είτε ήταν ρούχο, τα πάντα τα φτιάχνανε μόνοι τους. Οπότε αυτό είναι το τσικρίκι. Συνεχίζουμε. Να πάμε στον σοφρά. Είναι ο σοφράς, τον οποίο χρησιμοποιούσανε για τραπέζι και καθόταν κυκλικά γύρω-γύρω όλοι σταυροπόδι, ως επί το πλείστον οι άνδρες σταυροπόδι και τρώγανε γύρω-γύρω εκεί, τα πιάτα τους, την κανάτα με το νερό στη μέση και πίνανε όλοι από μια κανάτα νερό, δεν υπήρχαν ποτήρια και καθόταν εκεί. Κάτω, πάντα είχε στρωμένο κάτω την φλοκάτη. Αλλά κάτω από την φλοκάτη, για να μη τραβάει σκόνη η φλοκάτη, είχε μια βελέντζα από γίδινο μαλλί, πάντα κάτω από την φλοκάτη, έτσι; Και καθόταν πάντα οκλαδόν και τρώγανε, δεν χρησιμοποιούσαν καρέκλες. Εννοείται δεν χρησιμοποιούσαν καρέκλες. Λοιπόν, θα πάμε στον ντουρβά. Ο ντουρβάς βάζανε μέσα τα τρόφιμα τους οι βοσκοί, φεύγανε το πρωί, βάζανε μέσα το φαγητό τους και το κρατούσανε όλη μέρα. Διατηρούνταν σε καλή κατάσταση, καθότι, όπως λογικό είναι, ούτε σακούλες, και να υπήρχαν σακούλες θα σκίζονταν όλη μέρα στη φύση. Είχαν τον ντουρβά και βάζαν το φαγητό εκεί μέσα και τρώγανε. Έχουμε το δισάκι. Το δισάκι, ο οποίο, λόγω της κατασκευής του, μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν με αυτόν τον τρόπο στο άλογο, βάζαν τρόφιμα πηγαίναν να ψωνίσουν στην αγορά που θα πηγαίναν να ψωνίσουν. Βάζαν τα ψώνια τους μέσα, τα μοιράζαν κατ’ αυτό τον τρόπο, να είναι ισόποσα, ισοβαρή και τα κρεμάγανε είτε στο άλογο ή, εύκολο, και στην πλάτη, λόγω του τρόπου κατασκευής που έχει. Λοιπόν, τα [01:00:00]σακουλάκια ήταν η σημερινή η γυναικεία τσάντα. Βλέπετε τα αρχικά: «Ελευθερία Τσάτσα». Ήταν δώρο στον γάμο της και ήταν αυτό η σημερινή τσάντα που παίρνει η γυναίκα και πάει στην αγορά. Μ’ αυτό το ουσιαστικά τσαντάκι, το έπαιρνε η γυναίκα και πήγαινε στην αγορά. Πήγαινε στο Φιλιάτι, πηγαίναν την Πέμπτη, έπαιρναν αυτό στο χέρι της, είχε τα προσωπικά της αντικείμενα, θα έλεγα, ας πούμε κατά κάποιο τρόπο εκεί μέσα. Η τριχιά, την οποία τη φτιάχνανε κι αυτή μόνες τους οι γυναίκες, δεν αγοράζαν τριχιές, είναι από μαλλί φτιαγμένη και η τριχιά. Τη χρησιμοποιούσανε είτε στα άλογα για να φορτώνουν τα άλογα, απαραίτητο εργαλείο για τ’ άλογα, για να φορτώνουν τα άλογα, ή οι ίδιες, για να ζαλώνονται τα ξύλα. Οι γυναίκες πηγαίναν για ξύλα και κόβαν ξύλα και φορτώναν ξύλα, για να πάνε στο σπίτι, για να έχουν καύσιμη ύλη. Θα ήθελα να σου πω για την κάπα, που και αυτή τη φτιάχνανε, το ύφασμα, οι γυναίκες μόνες τους, αλλά φέρνανε ράφτες στο σπίτι μετά, για να τη γαζώσουνε, για να γαζωθεί σωστά. Αν τη δείτε, είναι έργο, κυριολεκτικά είναι έργο τέχνης. Αυτή την είχε ο βοσκός μαζί του, όση βροχή και να έριχνε, όσο κρύο και να έκανε, ούτε νερό βάζει, ούτε κρύο περνάει εκεί μέσα. Ήταν βασικό εργαλείο του κτηνοτρόφου του βοσκού, για να προστατευθεί από τις καιρικές συνθήκες. Αυτή είναι κάπα από γίδινο μαλλί. Υπάρχει και κάπα από πρόβειο. Η διαφορά τους είναι ότι η πρόβεια, με το που βρέχονταν, γινόταν πάρα πολύ βαριά. Ενώ η γίδινη δεν μπαίνει νερό και μένει, το βάρος μένει το ίδιο. Και το χρώμα, αυτό που βλέπεις, Γιάννα μου, δεν είναι βαμμένο, είναι το χρώμα που έχει η γίδα. Καθώς οι γίδες, οι λίγες γίδες που είχαν οι Βλάχοι στο κοπάδι, ήταν αυτού του χρώματος. Δεν βάζαν άλλα γίδια στο κοπάδι, σπάνια θα έβρισκες γίδα άλλου χρωματισμού απ’ αυτό εκεί. Είναι η κανούτα, το λέγανε, κανούτα. Και η κλίτσα, που ήταν βασικό εργαλείο πάλι του κτηνοτρόφου. Όλα αυτά, Γιάννα, προσπαθούμε να τα διατηρήσουμε, να τα γνωρίσουμε στα παιδιά μας, για να μη ξεχνάνε από πού προέρχονται, γιατί αν χάνεις τις ρίζες σου, θεωρώ ότι χάνεις και τον εαυτό σου, αν κόβεσαι από τις ρίζες σου, κόβεσαι από την ζωή. Άνθρωπος χωρίς να ξέρει την καταγωγή του, την προέλευσή του, δεν νομίζω ότι μπορεί να είναι ό,τι καλύτερο και προσπαθούμε μέσω εκδηλώσεων, που κάνουμε, σαν Βλάχοι. Έχουμε σύλλογο Βλάχων στη Θεσπρωτία, αρκετά χρόνια, του οποίου είμαι και ιδρυτικό μέλος, ένα από τα ιδρυτικά μέλη. Έχω διατελέσει και πρόεδρος αρκετά χρόνια και μέλος του διοικητικού συμβουλίου. Κάνουμε ανταμώματα, κάνουμε εκδηλώσεις, κάνουμε αναπαραστάσεις από τα ήθη και απ’ έθιμα των Βλάχων, συμμετέχουμε σε πανελλήνια ανταμώματα με Βλάχους απ’ όλη την Ελλάδα. Έχουμε συμμετάσχει πάρα πολλές φορές και με χορευτικά, και με δρώμενα και με πολυφωνικά. Θα ήθελα να σου αναφέρω και αισθάνομαι ιδιαίτερα ευτυχής, γιατί συμμετείχα σε ένα πολυφωνικό που κάναμε στο Ηρώδειο πριν τρία χρόνια, που ήτανε σταθμός προσωπικά για μένα στη ζωή μου. Με ένα τεράστιο κοινό και δεν θα ξεχάσω, όταν τελειώσαμε το πολυφωνικό, τρεις χιλιάδες άτομα να χειροκροτάνε επί δέκα λεπτά. Είχαμε παρουσιάσει κάτι άκρως εντυπωσιακό, από την κουλτούρα μας και απ’ τη ζωή μας, γιατί το πολυφωνικό τραγούδι ήταν η κουλτούρα μας και η ζωή των Βλάχων. Δεν είχαμε τηλεόραση, το ραδιόφωνο ήρθε αρκετά αργότερα. Ήταν οι άντρες στις δουλειές όλη μέρα, στα κοπάδια, γυρνούσαν το βράδυ, ουσιαστικά το βράδυ αντάμωνε η οικογένεια και όχι το μεσημέρι, όπως συνηθίζεται τώρα, γιατί όλοι ήταν στις δουλειές, στα κοπάδια την ημέρα, ανταμώνανε το βράδυ και το βράδυ γινόταν κυριολεκτικά γιορτή. Κι αφού τρώγανε και θα πίνανε ένα τσίπουρο, ένα ούζο, ένα κρασί, ό,τι είχανε, ξεκινάγανε το τραγούδι. Λίγα τα αγαθά, ωραία η ζωή, απλή και ωραία. Δεν είχαμε το διαδίκτυο που έχουμε σήμερα και χανόμαστε τα παιδιά και εμείς εκεί μέσα και είμαστε στο σπίτι τέσσερα άτομα και ο καθένας είναι στο δωμάτιο του. Ήμασταν δέκα άτομα, κοιμόμασταν σε ένα δωμάτιο και γλεντάγαμε με την ψυχή μας και απολαμβάναμε τα πάντα. Το πολυφωνικό τραγούδι είναι η ιστορία μας. Δεν σου κρύβω, όταν ακούω πολυφωνικό τραγούδι, συγκινούμαι, δακρύζω. Είμαι τυχερός, έμαθα και εγώ, γιατί οι γονείς μου τραγουδούσαν και οι δύο και ο παππούς μου, και μου μάθαν να τραγουδάω. Σε καμία περίπτωση να τους φτάσω, αλλά τουλάχιστον μπορώ και το απολαμβάνω. Και έχω και κάποιους ανθρώπους της ηλικίας μου που συμμετέχουν κι αυτοί και περνάμε. Δεν χάνουμε ευκαιρία να τραγουδήσουμε και να περάσουμε καλά. Και στον χώρο, αυτόν εδώ, έχουμε τραγουδήσει πάρα πολλές φορές. Και την επόμενη φορά που θα βρεθούμε θα σε καλέσω να ’ρθεις να παρακολουθήσεις βλάχικο πολυφωνικό τραγούδι. Πιστεύω ότι θα εκπλαγείς. Και θα εκπλαγείς όχι μόνο γιατί είναι ωραίο. Θα εκπλαγείς, γιατί έρχεται από πολύ παλιά, γιατί είναι ιστορία, είναι πραγματικά ιστορία και τα τραγούδια αυτά δεν βγήκαν από καλλιτέχνες, βγήκανε από την καθημερινότητα. Είναι τραγούδια ιστορικά, είναι τραγούδια που αναφέρουνε πολέμους. Θα βρεις τραγούδια, ένα χαρακτηριστικό του Κεφαλόβρυσου, που περιγράφει την επίθεση που κάνανε οι Ιταλοί και διαλύσανε το Κεφαλόβρυσο, για ανθρώπους που σκοτωθήκανε, για παλικάρια, που τους σκότωσε ο εχθρός για οποιοδήποτε λόγο. Εξυμνούν και τον έρωτα, γιατί υπήρχε έρωτας και παλιά. Δεν υπάρχει μόνο τώρα έρωτας. Όσο και αν ήταν τα προξενιά και όλα αυτά, ο έρωτας υπήρχε πάντα, η αγάπη υπήρχε πάντα, πάντα φώλιαζε ανεξαρτήτως, αν κατάφερναν κάποιοι την επιθυμία τους να την κάνουν πράξη ή όχι. Κι όλα αυτά εξυμνεί το βλάχικο πολυφωνικό τραγούδι. Υπάρχει συγκεκριμένα ένα βλάχικο τραγούδι, θα σου πω, που έχει να κάνει με τους Τσατσαίους, που ζήτησε ένας Τσάτσας μία κοπέλα. Ήταν ερωτευμένος, του άρεσε μια κοπέλα και την οποία δεν του τη δώσανε. Ήταν από τους Πιτουλαίους, οι Πιτουλαίοι θεωρούνταν πολύ μεγάλο σόι και λέει: «Δεν τη δίνουμε στους Τσατσαίους», δεν είχαν τα πλούτη των Πιτουλαίων. Και αρνήθηκαν να τη δώσουν και τότε ο Τσάτσας, που τη ζήτησε, πήρε μαζί του και δυο θειους του, παραμόνευσε στη στάνη, που ήταν οι Πιτουλαίοι εκεί, γιατί εκεί ήταν στάνες, ήταν τότε, ήτανε εκατό άτομα, ίσως και παραπάνω, παραμόνευσε, φύγαν οι άντρες και είδαν που ήταν η Σοφία, Σοφία την λέγανε την κοπέλα, σε ποια καλύβα ήταν η Σοφία. Μπήκαν μέσα, της κόψαν την κοτσίδα, της πήραν την [01:10:00]κοτσίδα και φύγανε. Ας πούμε, μια κοπέλα τότε, της έπαιρνες την κοτσίδα, ταυτόχρονα ήταν αυτού που πήρε την κοτσίδα η κοπέλα. Δεν την έπαιρνε κανένας άλλος. Αφού έγινε αυτό, τη δώσανε τη Σοφία στον Θωμά, τον Τσάτσα, και κάνανε απογόνους όμορφα και ωραία. Αυτό το πράγμα υπάρχει σε τραγούδι και λέει σε κάποια στιγμή, σε κάποια φάση λέει, το τραγούδι λέει: «Ή θα μας δώσεις τη Σοφία», λέει, «ή θα σου κάψουμε τη στάνη όλη», λέει, «δεν θα σ’ αφήσουμε κανέναν όρθιο». Τέλος πάντων, την πήραν τη Σοφία, μη σου πω περισσότερα και σε κουράζω με τους Τσατσαίους, έτσι; Αυτό όσον αφορά το πολυφωνικό τραγούδι. Είναι βγαλμένο μέσα από τη ζωή και ήτανε χαρακτηριστικό των Βλάχων της περιοχής μας, γιατί εμείς το έχουμε ως επί το πλείστον αυτό, το βλάχικο, το πολυφωνικό τραγούδι. Αυτά, Σοφία μου. Συγγνώμη–
Γιάννα.
Γιάννα, μιλούσα για τη Σοφία.
Φωτογραφίες

Το τσικρίκι
Βασικό εργαλείο των Βλάχων, για να φτιάχνο ...

Το τσικρίκι
Βασικό εργαλείο των Βλάχων, για να φτιάχνο ...

Ο ντουρβάς
Μέσα στον ντουρβά βάζανε οι βοσκοί τα τρόφ ...

Δώρο γάμου
Δώρο γάμου που δόθηκε στην Ελευθερία Τσάτσ ...

Το δισάκι
Το δισάκι χρησιμοποιούταν για την αποθήκευ ...

Οι μπάντες
Χρησιμοποιούνταν για τη διακόσμηση των βλά ...

Κλίτσες
Οι κλίτσες, ένα χαρακτηριστικό των κτηνοτρ ...
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Ο Κωνσταντίνος Τσάτσας, βλάχικης καταγωγής, μιλάει για την ιστορία της οικογένειάς του και για τη διαβίωση στον οικισμό Τσατσέικα, όπου και μεγάλωσε. Ανακαλεί αναμνήσεις από τις μετακινήσεις των Βλάχων σε θερινούς προορισμούς, στο πλαίσιο της ενασχόλησής τους με την κτηνοτροφία, χαρακτηρίζοντάς τους ως γιορτές. Αναφέρεται στους βλάχικους πληθυσμούς που έμειναν εκτός συνόρων, αλλά και σ’ αυτούς που εγκαταστάθηκαν στα χωριά της Μακεδονίας και αισθάνονται σαν μετανάστες, νιώθοντας ευτυχισμένος που ο ίδιος μπορεί να συνεχίζει τις παραδόσεις της κοινότητας. Κλείνει τη συνέντευξή του περιγράφοντάς μας κάποια παραδοσιακά αντικείμενα καθημερινής χρήσης των Βλάχων.
Αφηγητές/τριες
Κωνσταντίνος Τσάτσας
Ερευνητές/τριες
ΓΙΑΝΝΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ;
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
21/03/2021
Διάρκεια
71'
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Ο Κωνσταντίνος Τσάτσας, βλάχικης καταγωγής, μιλάει για την ιστορία της οικογένειάς του και για τη διαβίωση στον οικισμό Τσατσέικα, όπου και μεγάλωσε. Ανακαλεί αναμνήσεις από τις μετακινήσεις των Βλάχων σε θερινούς προορισμούς, στο πλαίσιο της ενασχόλησής τους με την κτηνοτροφία, χαρακτηρίζοντάς τους ως γιορτές. Αναφέρεται στους βλάχικους πληθυσμούς που έμειναν εκτός συνόρων, αλλά και σ’ αυτούς που εγκαταστάθηκαν στα χωριά της Μακεδονίας και αισθάνονται σαν μετανάστες, νιώθοντας ευτυχισμένος που ο ίδιος μπορεί να συνεχίζει τις παραδόσεις της κοινότητας. Κλείνει τη συνέντευξή του περιγράφοντάς μας κάποια παραδοσιακά αντικείμενα καθημερινής χρήσης των Βλάχων.
Αφηγητές/τριες
Κωνσταντίνος Τσάτσας
Ερευνητές/τριες
ΓΙΑΝΝΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ;
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
21/03/2021
Διάρκεια
71'