© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Το μικρασιατικό στοιχείο στη Βόρεια Εύβοια μέσα από τις μνήμες της κυρίας Μαρίκας
Κωδικός Ιστορίας
18348
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Κατερίνα Αϊδονοπούλου (Κ.Α.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
26/02/2021
Ερευνητής/τρια
Αλεξάνδρα Λαδά (Α.Λ.)
[00:00:00]Καλησπέρα σας, θα μας πείτε το όνομά σας;
Κατερίνα Αϊδονοπούλου
Είναι Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2021, είμαι με την κυρία Αικατερίνη Αϊδονοπούλου, βρισκόμαστε στην Καστανιώτισσα της Βορείας Εύβοιας, εγώ ονομάζομαι Αλεξάνδρα Λαδά, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Κυρία Αικατερίνη ή Κατίνα, όπως σας φωνάζουνε.
Ό,τι σε βολεύει κορίτσι μου.
Από πού είσαστε;
Είμαστε από την Μικρασία, Μικρασιάτες είμαστε. Οι γονείς μου ήρθαν εδώ, πρόσφυγες, τους φέρανε, μείνανε εδώ στο χωριό. Όλοι είναι τέσσερα χωριά μαζί. Καθένας είναι… Διαφορετικοί σμίξανε αλλά ήταν αγαπημένος ο κόσμος. Μιλούσανε, συγγενείς, αναγνωρίζανε ο ένας τον άλλον, σου λέω όταν δεν είχε η μια πήγαινε βοήθαγε η άλλη, δεν έκαναν εξαιρέσεις να πούνε «Όχι δεν πάω ‘γω σήμερα στην Αλεξάνδρα να βοηθήσω, θα πάω…»
Εσείς πού μεγαλώσατε;
Εδώ μεγάλωσα στην Καστανιώτισσα.
Εδώ γεννηθήκατε;
Ναι, εδώ γεννήθηκα, εδώ γεννήθηκα. Μεγάλωσα εδώ και εγώ και ο αδερφός μου. Έχω και έναν αδερφό.
Οι γονείς σας από που ήρθαν;
Μικρασιάτες είναι, από ‘κει ήρθανε και οι δύο γονείς μου.
Από ποιο μέρος της Μικράς Ασίας;
Από το Eğin, Νέο Eğin λεγότανε. Τα άλλα τα πιο πολλά δεν τα ξέρω. Άσε δεν ρωτάγαμε κιόλας κορίτσι μου, δεν ξέραμε να ρωτήσουμε, να μάθουμε, να κάνουμε.
Το μέρος αυτό υπάρχει και σήμερα;
Ναι.
Στη Μικρά Ασία.
Ναι, θέλανε να πάνε οι δικοί μας, κανόνισαν λεωφορείο να πάνε εκδρομή, αλλά δεν τους άφησαν. Λέει «Δεν σας αφήνουν γιατί είναι επικίνδυνο». Είχε αυτό πολλούς, Κούρδους εκεί πέρα και δεν αφήσανε να πάνε.
Έμειναν πίσω δικοί σας άνθρωποι;
Όχι κανένας, κανένας δεν έμεινε, κανένας. Όλους τους φέρανε από τον τόπο τους στη Σμύρνη με τα ζα, δώδεκα μέρες κάνανε, ήρθανε στη Σμύρνη, από ‘κει τους έφερε, μάλιστα… Ο μακαρίτης ο παππούς μου έλεγε «Βασιλικό βαπόρι» πήγε και ρώτησε στον καπετάνιο «Πόσο πουλιέται να τα αγοράσω αυτό το βαπόρι;»
Εδώ το χωριό πώς πήρε το όνομα Καστανιώτισσα;
Καστανιώτισσα και τώρα γράψανε... Ήρθανε και κοιτάξανε, γράψανε «Νέο Eğin», από ‘κει που ήρθαμε, ναι.
Δηλαδή το λέγανε Νέο Eğin το χωριό;
Κάτω που ήτανε εκεί στη Μικρά Ασία, ναι, λεγότανε Νέο Eğin και γράψανε εδώ στο δικό μας Νέο Eğin επειδή ήτανε παλαιοί, πάνω στους ντόπιους που ήτανε, ήτανε εκεί και το βάλανε τότε Καστανιώτισσα. Δεν είχε πολλά πράγματα και το είπανε Καστανιώτισσα, ύστερα τώρα το βάλανε Νέο Eğin.
Μάλιστα.
Αυτό το ‘κάναν τώρα, ποιο άλλο, τι ύστερα, πού να ξέρω περισσότερα. Ναι.
Όταν ήρθαν οι πρόσφυγες εδώ πώς αντιμετωπίστηκαν από τον κόσμο;
Δεν είχε κόσμο, δεν είχε σπίτια.
Από τους ντόπιους εδώ.
Ναι ήτανε ντόπιοι αλλά δεν τους δεχτήκανε καλά γιατί οι δικοί μας ήτανε μορφωμένοι, ήρθανε με ρούχα, με σκαρπίνια, αυτοί γυρίζανε με τα τσαρούχια. Οι δικοί μας φέρανε… Είχανε ρούχα, πολιτισμό, πώς να σου πω και δεν πηγαίνανε... Τα πηγαίνανε καλά τόσο πολύ, άσε δεν ήτανε πολλοί, πέντε-έξι άτομα ήταν οι οικογένειες, αλλά μετά, μετά ας πούμε, ταιριάξανε, δώσανε… Τότε κορίτσια δεν δίνανε ούτε αγόρια αυτό κάνανε, δεν μας θέλανε, μετά, μετά άρχισαν και κορίτσια δώσαμε και αγόρια πήραμε, κοντά σε μας ξυπνήσανε και εκείνοι, δεν είχανε τίποτα. Μόλις ήρθανε οι δικοί μας, σου ‘πα κιόλας, φέρανε από ‘κει τις μουριές, τις συκιές, φυτέψανε καρυδιές. Όλα αυτά, μετά αρχίσανε και εκείνοι κοντά σε μας να βάλουνε, φιστικιές πήγανε αγοράσανε, βάλανε, ενώ αυτοί δεν ξέρανε τέτοια πράγματα, δεν είχανε τίποτα, εμάς δώσανε σαράντα στρέμματα κλήρου, αυτοί πήραν εξήντα. Όλοι ήτανε σαν δούλοι στο τσιφλίκι του Πετρόπουλου, που ήταν το τσιφλίκι, εκεί δουλεύανε.
Εσείς σαν παιδί προσφύγων είχατε καλή αντιμετώπιση; Σας φερθήκανε καλά;
Καλά ναι, όχι, στο σχολείο με τα παιδιά… Ογδόντα παιδιά ήμασταν στην ηλικία τη δική μου, ήμασταν και κορίτσια και παιδιά, δεν είχαμε πρόβλημα. Μετά, μετά σου λέω αγαπηθήκανε, φτιάνανε τα φαγιά που ερχόταν, ρωτάγανε ορισμένες «Πώς θα κάνετε;» «Πώς θα βγαίνουνε…;», πολλά πράγματα. Έρχονταν όποια ήθελε, όχι με το ζόρι, όποια ήθελε, ερχότανε, δεχότανε, ρωτάγανε, μαθαίνανε. Αλλά τα παιδιά ήμασταν πολύ αγαπημένοι [00:05:00]με τους δασκάλους και τα παιδιά ένας με τον άλλον. Μετά στην εκκλησία είχαμε δικό μας παπά. Ήμασταν πολύ… Δεν ξεχωρίζαμε, απλά οι δικοί μας είχανε άλλα εθίματα άλλα αυτά, αυτοί είχανε άλλα χούγια.
Και τα έθιμα που είπατε, έφεραν κάποιο έθιμο ή μουσική ή χορούς;
Μουσική είχανε, χορούς, τσιφτετέλι, το τσιφτετέλι δεν ήτανε... Συρτό δεν ξέρανε, το τσιφτετέλι μόνο ξέρανε. Πολύ χορό, τραγούδια, τον καρσιλαμά, πολλά τέτοια.
Εσείς τα μάθατε αυτά σαν παιδί;
Πώς δεν τα ‘μαθα, αφού οι γονείς μας όταν γινόταν γάμος αυτά, ξέρεις τι γινότανε; Τι να σε πω. Δύο μέρες κράταγε το γλέντι. Ήτανε πολύ αγαπημένος ο κόσμος, για αυτό σου λέω κορίτσι μου, δεν ξέρανε ένας με τον άλλον να πούνε, να μην χωνεύουνε, να μην κάνουνε. Δηλαδή οι δικοί μας, οι πρόσφυγες ένας με τον άλλον.
Αυτό σας λείπει δηλαδή από τότε. Ότι οι άνθρωποι ήταν αγαπημένοι.
Πολύ, πολύ. Δεν είχανε κακία ένας με τον άλλον. Ήτανε άλλος κόσμος. Γιατί καθένας είχανε τις κότες τους, τις γελάδες τους, τα γίδια, όποιος δεν είχε ας πούμε αυτό, είχε τα γίδια, αρχίσανε βάλανε αμέσως δέντρα, τι... Να σπέρνουνε διάφορα σιτάρι, κριθάρι, βρωμάρι, το βίκος, όλα, δεν αγοράζανε τίποτα, από το σπίτι όλα τα είχανε, μπαχτσέ βάζανε, είχανε νερά, παλιά είχε νερά, τώρα στύψανε τα νερά.
Συνταγές φέρανε καινούργιες;
Συνταγές δεν ξέρανε, όχι τόσα πολλά πράγματα. Ξέρανε ορισμένα, έτσι ας πούμε τα κουλούρια με πετιμέζι. Ναι, τα σουτζούκια κάνανε με τα καρύδια, αυτό το ‘καναν. Mετά το λέγανε bastık, το απλώνανε. Το σουτζούκι το κάναμε πάντα με τα καρύδια, το κάναμε πάντα από τα καρύδια, μετά κάναμε με τη μουσταλευριά, είχαμε καθαρίσει τραπεζομάντηλα, είχανε ειδικά μόνο και μόνο για αυτή τη δουλειά, αυτό το… Τη μουσταλευριά το απλώνανε επάνω, το απλώνανε στην ταράτσα και στέγνωνε μια μέρα. Μετά την άλλη μέρα το κατεβάζαμε κάτω το βράδυ, αυτό το γύριζε πάλι, έβαζε άλλο τραπεζομάντηλο η μακαρίτισσα η μάνα μου, το έβαζε από την ανάποδη και από το πίσω μέρος το πανί, το μούσκευε με ένα άλλο πανί και αυτό το τράβαγε, το πανί αυτό έβγαινε, το πανί όλο έβγαινε, γινότανε αυτό, μετά με το μαχαίρι το ‘κόβε λουρίδες-λουρίδες το έκανε αυτό, λίγο αλεύρι πασάλειβε απάνω και το έβαζε στο κασόνι, ειδικό κασόνι, παίρναμε από σταφίδες, το ‘βάζε εκεί μέσα και τρώγαμε όλο το χειμώνα. Μετά αυτόν τον τραχανά, που λέω, το κορκότ' που φτιάνουμε, εκείνο πάλι μούστο βράζανε και το έβαζε μέσα στο ταψί, το ‘καβε ύστερα μπακλαβωτό. Πώς είναι ο μπακλαβάς, το ‘κόβε έτσι, πάλι στον ήλιο το στεγνώναμε και το τρώγαμε και εκείνο πάλι. Αυτά είχαμε για φρούτα το χειμώνα. Σταφίδες, σταφύλια, τα βουτάγανε, ‘κάναν αλισίβα, στάχτη, το ‘βάζαν στην κατσαρόλα έβραζε, το στράγγαγαν, [Δ.Α.] έμεινε από κάτω, μέσα σε εκείνο δένανε ένα τσαμπί, από ‘δω κόβανε τόσο μακρύ κομμάτι σχοινί, το ένα τσαμπί το δένανε από εδώ και το άλλο από ‘κει. Και το βούταγε αυτό μέσα, τα απλώνανε στον ήλιο στο σύρμα. Υστέρα το καθαρίζανε από τα κοτσάνια, έμενε μαλακιά, ωραία σταφίδα. Αν είχες σταφίδα, έκανες σταφίδα, αν δεν είχες, μόνο το ροδίτη, το σταφύλι. Βάλανε αμπέλια. Μόλις ήρθαν, αμέσως βάλανε αμπέλια. Όλοι από ένα στρέμμα, ένα στρέμμα αμπέλι είχανε, κάνανε το κρασί τους, το τσίπουρό τους, το πετιμέζι, φτιάχνανε αυτά τα γλυκά.
Εσείς άλλη συνταγή που θυμάστε από όταν ήσασταν μικρή που την έφτιαχνε η μαμά σας;
Η μαμά μας αυτά, άλλο δεν ξέρανε.
Α, βούτυρο. Το πήζανε το γάλα, το αγελαδινό γιαούρτι, είχαμε ένα ειδικό κιούπι στο στόμα του... Από κατσίκι, το είχε ξεφλουδίσει το δέρμα, το ‘δένε απάνω και στη μέση είχε μια τρύπα αυτό το κιούπι και είχε βάλει άχυρα, μαξιλάρι το είχε κάνει, το ‘βάζε απάνω και το κούναγε έτσι, το ‘βγάζε βούτυρο. Τα άδειαζε μες την κατσαρόλα, έβγαζε το βούτυρο, το ‘παίρνε, το ‘βάζε αλλού και αυτό το άλλο το κάνανε «τσουκιαρλίκ» το [00:10:00]λέγανε, το πηγαίνανε όλο στο Μουρσαλί, το πουλάγανε και παίρναμε λάδι. Δεν είχε λάδι το χωριό μας, το πήγαινε ο μακαρίτης ο πατέρας μου κάθε βδομάδα, Σάββατο. Η μάνα μου θα το ‘φτιάχνε. Το βούτυρο το πήγαινε στο Ξηροχώρι σε έναν –αυτός Οικονόμου λεγότανε, Γιάννης, πέθανε τώρα ο μακαρίτης, τα παιδιά του είναι εκεί– πάλι και από εκεί λάδι θα έπαιρνε για να φάμε, δεν είχαμε λάδι στο χωριό. Ερχότανε από τη Γουργουβίτσα, μας φέρνανε λάδι, δίναμε στάρι, σπέρναμε τότες, ήταν το μαυραγάνι, δεν ξέρω, γινόταν ένα ψωμί τι να σε πω κορίτσι μου, τώρα να ήταν και να ‘τρωγες στο φούρνο μοσχοβόλαγε.
Τι ψωμί ήτανε αυτό; Πώς το κάνατε;
Μαυραγάνι, το ζυμώναμε με μαγιά, κρατάγαμε μαγιά, το αλεύρι το… Είχε μύλο στο χωριό μας το πηγαίνανε, το αλέθανε, το ζύμωνε, δώδεκα καρβέλια, την εβδομάδα μία φορά ζύμωνε η μακαρίτισσα η μάνα μου, είχαμε φούρνο, το ψήναμε στο φούρνο, είχε πιάσει ένα όσο είναι αυτό το αυτό… Ένα ξύλο ο μακαρίτης ο πατέρας μου, το είχε κρεμάσει, το έβαζε πάνω η μάνα μου και το τύλαγε με την πετσέτα μέχρι τελείωνε εκείνο, άντε πάλι, γιατί πηγαίνανε στα χωράφια, δεν καθόντουσαν, τελείωνε εκείνο και ύστερα ζύμωνε άλλο. Τη μαγιά την είχαμε, τότε και ψυγεία δεν είχαμε, στάμνες είχαμε, γεμίζαμε το νερό αποβραδίς, κρύωνε όλη την ημέρα. Μετά είχαμε φτιάξει ένα βαθουλό χωματένιο μέρος ο πατέρας μου, βάζαμε εκεί τις στάμνες και ένα τσουβάλι, έβρεχε η μάνα μου, το ‘ρίχνε απάνω και έμενε κρύο το νερό. Είχαμε μια βρύση στην πλατεία και μια βρύση πιο πάνω στο μαχαλά είχε, δεν είχε παντού βρύσες. Ύστερα σε κάθε μαχαλά βάλανε βρύση. Ερχόμασταν στην πλατεία και παίρναμε νερό.
Μαχαλάς;
Μαχαλάς. Πώς να σου πω. Πώς λες τώρα…
Γειτονιά. Μαχαλά το λέγανε οι δικοί μας.
Άλλη συνταγή θυμάστε;
Συνταγή σου λέω το πλιγούρι είναι. Τους τραχανάδες που κάναμε τους δικούς μας, γιαουρτένιους με το κορκότ', το βράζαμε. Βάζουμε μια κατσαρόλα... Ό,τι κατσαρόλα έχεις σπίτι και το γιαούρτι, θα βάλεις και μια κατσαρόλα νερό. Το χτυπάμε αυτό με το σουρωτήρι και το ‘κανες και με το ίδιο την κατσαρόλα θα βάλεις από αυτό το κορκότ'. Και το βράδυ ξινό τραχανά. Είναι πολύ ωραίος αλλά… Και με κρέας με κοτόπουλο να το φτιάξεις και έτσι σκέτο. Εγώ κάθε χρόνο φτιάχνω, το τρώμε, μας αρέσει, άλλο το γλυκό, το ξινό που φτιάχνουμε το δικό μας, το αλευριένο, το ζυμώνουμε το ντόπιο και το στάρι που φτιάχνουμε. Μετά το πλιγούρι κάναμε, κάθε σπίτι θα ‘κανε το πλιγούρι. Τρεις-τέσσερις τενεκέδες έβραζε η μάνα μου η μακαρίτισσα, μετά είχαμε μια μεγάλη πέτρα, μύλος το λέγανε, είχε στη μέση ένα ξύλο, μεγάλος, στρογγυλός, με τσιμέντο χτισμένο, όχι αυτό… το ‘βαζες εκεί, το μούσκευες λίγο το σιτάρι και αυτό το γύριζες γύρω-γύρω, γύρω-γύρω, γύρω-γύρω και μέχρι να βγάλει πίτερο. Μόλις έβγαζε πίτερο το σταματάγαμε. Το απλώναμε στον ήλιο, το ξεπιτιριάζαμε.... Μετά είδες έχουμε έξω πέτρα, σε αυτή την πέτρα το κόβαμε, το κοσκινάγαμε, έβγαζε αλεύρι, εκείνο το δίναμε στα γίδια, στις γελάδες το ‘δίνε η μακαρίτισσα η μάνα μου απάνω στα άχυρα το ‘ρίχνε, το κόβαμε σε εκείνο και το βάζαμε στις σακούλες, όλο το χειμώνα είχαμε πλιγούρι και τρώγαμε. Γίνεται ωραίο με βούτυρο να το κάνεις. Μετά βάζαμε το γάλα στο ταψί και το ‘βαζες βέβαια όχι πολλή φωτιά, σε λίγη φωτιά απάνω –με συγχωρείς– έδινε καϊμάκι αυτό ένα δάχτυλο. Το μάζευες αυτό το καϊμάκι και το βγάζαμε, το λέγαμε λεκέ.
Και τι το κάνατε;
Τώρα πώς το λένε αυτό το…
Κρέμα γάλακτος. Γινόταν να το φας, τι να σε πω! Το κόβανε, –με συγχωρείς– η μάνα μου τέτοια τετράγωνα κομματάκια έβαζε μέλι απάνω και μας έβαζε και το τρώγαμε.
Τι να σου πω, τι αυτά φτιάνανε δεν ξέρανε άλλα, αυτά τέτοια, ότι γινόταν με το γάλα…
Τα ντολμαδάκια μετά, ναι, αυτό ήταν το κυριότερο το φαΐ, τα ντολμαδάκια, τα τυλάγαμε τα γιαπράκια, μπάμιες, τις περνάγαμε, τις πλέναμε, –έβαζε κάθε σπίτι, έβαζε στο μπαχτσέ του– τις κόβαμε γύρω-γύρω για να τις μαγειρέψουμε, τις περνάγαμε στην κλωστή, τις βάζαμε στεγνώνανε, όλο το χειμώνα έβγαζες μια αρμάθα, ήθελες δυο αρμάθες, τις μαγείρευες. Μετά τις μελιτζάνες πάλι τα ίδια, τις ξεφλουθάγανε απ’ έξω σε δυο μεριές, πάλι και αυτές τις κρεμάγανε, στέγνωνε το χειμώνα κάνανε ιμάμ μπαϊλντί. Όλα αυτά...
[00:15:00]Τι ήταν ακριβώς αυτό;
Ποιο;
Με τη μελιτζάνα αυτό που είπατε τώρα στα τούρκικα.
Ιμάμ μπαϊλντί.
Τι ήταν ακριβώς δηλαδή;
Ε αυτό πώς το λένε, μελιτζάνες που κάνουμε ιμάμ μπαϊλντί.
Μαγειρευτό.
Παπουτσάκια;
Όχι παπουτσάκια.
Γεμιστά κάνανε με ντομάτες, πιπεριές, αυτά. Φασολάκια και τα φασολάκια τα περνάγανε ένα-ένα στην κλωστή και τα κρεμάγανε, γιατί ψυγεία τέτοια δεν ξέρανε, να τώρα όπως έχω βάλει εγώ στον καταψύκτη και βγάζω όλο το χειμώνα μαγειρεύουμε, τότε δεν είχε, τα στέγνωνανε στον ήλιο, τα βάζανε σε σακούλες, τα κρεμάγανε όπου θέλανε σε δροσερό μέρος όταν χρειαζόταν το χειμώνα τα βγάζανε και τα μαγειρεύανε.
Άλλη συνταγή θυμάστε; Θυμάστε κάποια άλλη;
Άλλη συνταγή σου λέω δεν κάνανε.
Αυτές.
Τη σταφίδα γλυκό φτιάναμε, ξέραμε μόνο αυτό το σταφύλι, τη σταφίδα που δεν έχει κουκούτσι, το φτιάνανε αυτό. Μήλο γλυκό κάναμε, το ξεφλουδάγαμε το μήλο απόξω, μετά από μέσα είχαμε πάρει ειδικό αυτό που βγάζαμε μέσα αυτό, τα μύγδαλα τα καθαρίζαμε, τα καβουρδίζουμε όταν κάναμε το γλυκό, τριάντα μήλα έβαζε, ένα κιλό ζάχαρη –οκά ήταν τότε, κιλό δεν ήταν, οκά ήτανε– ζάχαρη βάζαμε, δύο ποτήρια νερό, όταν τα βγάζαμε, το κατεβάζαμε αυτό έπαιρνε ένα ωραίο ροζ χρώμα, βάζαμε και τα μύγδαλα μέσα τα βάζαμε στο τάπερ, κερνάγαμε όποιος ερχότανε.
Ναι, το ρετσέλι από κυδώνια. Τα κυδώνια τα κόβανε, τα πλέναμε, τα καθαρίζαμε, απόξω είδες βγάζει, έχει μια… Ένα χνούδι έχει, το καθαρίζαμε, το κόβανε φέτες φέτες με το πετιμέζι, κάναμε ρετσέλι. Αυτά, δεν ξέρανε άλλα έτσι γλυκά, αυτά να κάνει, ότι κάναμε με το πετιμέζι, αυτά τα πράγματα, το ρετσέλι πολύ το φτιάχναμε το κυδώνι, είχαμε κυδωνιές, είχαμε βάλει. Κυδώνι γλυκό κάναμε.
Ε; Ε...
Ναι, το karadut εκείνο μόνο το κάναμε, αυτό, όταν γινόταν τα μικρά τα παιδιά στοματίτιδα που λένε, εκείνο βάζανε, δεν ξέραμε τότε στο γιατρό να πάμε στο αυτό, εκείνο ‘βάζαν και ήταν ένα-ένα.
Τι ήταν αυτό ακριβώς;
Μούρο, karadut το λέγανε, μαύρο, ένα ξινό είχε εδώ αλλά το κόψανε. Ξέρεις τι γινόταν απάνω, τι βγάζανε, –με συγχωρείς– να κάτι μούρα κάνει, το ‘φέραν αυτό από εκεί. Το βράζανε, το βάζανε μέσα στο τσουβάλι, το στουμπάγανε από πάνω και έβγαινε από κάτω ζουμί, το βράζανε αυτό, το ‘καναν, το πήζανε και το βάζανε στο αυτό μόλις όποιο ακούμπησε έλεγε «Είχε το παιδί μου» άμα δεν είχε εκείνη έλεγε «Έλα θα σου δώσω εγώ, έχω», αλλά δεν γίνεται... Άσπρο, karadut το λέγανε γιατί ήταν μαύρο, στα τούρκικα ας πούμε.
Είπατε πριν ότι φέρανε χορούς, φέρανε τραγούδια, εσείς ξέρετε κάποιο τραγούδι;
Σου λέω, δεν ξέρω πολλά.
Ό,τι ξέρετε.
Τραγούδι να, αυτό σου λέω.
«Saçların saçların vay vay [Δ.Α.] oynamaymız başladı [Δ.Α.] kısa [Δ.Α.] oynamaymız başladı» Πολλά τραγούδια λέγανε, σου λέω οι δικοί μας οι παλιοί, τι να σε πω κορίτσι μου. Αυτή η θεία μου να ζούσε και να σε ‘λέγε. Και σου λέω κάθε Πάσχα στην Ανάσταση, στην εκκλησία, θα στήνανε χορό. Φοράγανε... Είχανε φέρει από ‘κει ειδικά φορέματα με σούρα αλλά τι να σου πω, τα φορέματα πώς τα λέγανε, όχι τέτοια υφάσματα, τέτοια υφάσματα δεν μπορείς να βρεις εδώ. Θα στήνανε χορό, θα χορεύανε και ύστερα θα φεύγανε.
Μιλάτε και τούρκικα, πώς τα μάθατε;
Ναι, η γιαγιά, η μάνα μου, ο πατέρας μου καλά ήξερε και οι θειάδες μου, οι παππούδες μου, δεν ξέρανε ελληνικά.
Τα μιλούσατε και εσείς δηλαδή.
Ναι, τα ‘μαθα, τα μάθαμε όλοι και εγώ και ο αδερφός μου, όλοι, όλοι, ας πούμε και ο σύζυγός μου, όλοι τα ξέρουμε τα τούρκικα [00:20:00]και τα αρμένικα και αρμένικα ξέρουμε και αρμένικα μιλάγανε γιατί είχαμε και Αρμεναίους εδώ.
Άλλες συνήθειες φέρανε οι πρόσφυγες;
Ε αυτές τις συνήθειες, δεν είχανε άλλα αυτά.
Ας πούμε, το κέντημα.
Ναι, κεντάγανε, πλέκανε. Πλέκανε, κεντάγανε, κάλτσες πλέκανε, κασκόλ πλέκανε, μπλούζες πλέκανε, αυτά τα είχανε, βελόνες, κάλτσες, τσουράπια τα λέγαμε. Κάλτσες δεν είχαμε τότε, δεν ξέραμε κάλτσες. Θα παίρνανε μαλλί, θα το ‘γνεφαν, θα το πλένανε, θα το πηγαίνανε κάτω, είχε εργοστάσιο, το έξανε, το έφτιανε, είχανε ρόκες, το γνέφανε, το κάνανε κλωστή και είχανε βελόνες, έξι βελόνες, πλέκανε τα τσουράπια –τα λέγαμε– τσουράπια δεν είχε κάλτσες. Κεντήματα πολλά, κεντάγανε, πλέκανε.
Εσάς οι γονείς σας ήρθαν χωρίς περιουσία φαντάζομαι όπως και οι περισσότεροι πρόσφυγες.
Ναι τίποτα, τίποτα, μόνο τα ρούχα που φοράνε.
Περάσατε δύσκολα παιδικά χρόνια;
Ε στην αρχή ναι, ύστερα όμως... Δεν αυτό κάναμε, βέβαια δεν είχαμε και απαιτήσεις, δεν ξέραμε πολλά πράγματα όπως τώρα ας πούμε, αυτά τα γλυκά, τα αυτά, δεν ξέραμε εμείς. Σταφίδες θα τρώγαμε, στραγάλια θα παίρνανε, είχε εδώ στο χωριό, έφτιανε στραγάλια ένας είχε κάνει από εκεί ήρθε στραγαλοποιείο είχε το ‘φτιάξε και εδώ παίρναμε. Σταφίδες, πολλά έτσι όπως τώρα μπισκότα, διάφορα πράγματα, η εγγονή μου που παίρνει στην κόρη της, δεν είχαμε τέτοια πράγματα, αλλά δεν μέναμε κιόλας, δεν υστερούσαμε. Σου λέω, αυτά τα γνήσια, τα σπιτίσια που έφτιαχνε η μάνα μου, εκείνα τρώγαμε. Αλλά ύστερα στα παιδιά μου, φέρανε και στα μαγαζιά πράματα, πουλάγανε, πηγαίναμε σε εκείνα, παίρναμε, εμείς όμως δεν ξέραμε να πάρουμε να φάμε. Ό,τι φτιάνανε οι γονείς μας.
Α, οι εικόνες. Οι εικόνες από την πατρίδα τις φέρανε όλες. Στην εκκλησία μας ξέρεις τι εικόνες έχει; Αυτά κορίτσι μου, ξέρω ‘γω, παραπάνω άλλα…
Εσάς από όλα αυτά τα μικρασιάτικα, από τις συνταγές, από αυτές τις συνήθειες, από όλα αυτά τα οποία έφεραν οι άνθρωποι αυτοί, τι είναι αυτό που σας λείπει πιο πολύ από όλα; Που το ζούσατε πιο έντονα όταν ήσασταν παιδί και τώρα σας λείπει;
Σου λέω εμείς δεν στερηθήκαμε τίποτα, ας πούμε να πούμε… Εκείνα που τα έφερε η μάνα μου που ‘φτιάνε, είχαμε συνηθίσει, τρώγαμε, κάναμε, δεν ξέραμε κάτι παραπάνω.
Σήμερα από αυτά που σας έκανε η μαμά σας, σας λείπει κάτι; Θα θέλατε να…
Ε, καλά το [Δ.Α.] το ήθελα, το γκοστίχτ το ήθελα. Αυτά τα κάναμε, αυτά μας άρεσε, τα θέλαμε, αλλά τώρα, παλιά φτιάναμε, τώρα, αλλά δεν μπορούν να φτιάξουνε βαριόμαστε. Δεν τρώνε κιόλας, τα παιδιά μας, τα εγγόνια μας, σου λέμε «Γιατί να κάτσουμε να φτιάξουμε;», σου λέω, δεν ξέραμε τη σοκολάτα, τα μπισκότα, αυτά δεν τα ξέραμε, είχαμε ασχοληθεί με αυτά τα πράματα και τρώγαμε. Τα σουτζούκια, κάναμε πολλά σουτζούκια.
Καλά, τον καβουρμά, ναι, τον χοιρινό. Κάθε Χριστούγεννα θα σφάζαμε γουρούνι, κάθε οικογένεια κράταγε, κάναμε τον καβουρμά, κάναμε τον χαρχουζίν, τη λίπα από πάνω το κάναμε χαρχουζίν και ρίχνουμε μέσα στα φαγιά. Αυτό το καβουρμά το κάναμε, τα έβαζε η μακαρίτισσα η μάνα μου στα κιούπια μέχρι απάνω με βούτυρο, φυσικό αυτό το πιλάφι στον τραχανά ρίχναμε, ξέρεις τι νόστιμο γίνεται;
Από καλλιέργειες ποιες ήρθαν αποκλειστικά από τη Μικρά Ασία;
Εκεί δεν είχανε.
Τι καλλιεργούσαν;
Εκεί πατάτες μόνο βάζανε, κρεμμύδια και τέτοια τα πηγαίνανε, τα πουλάγανε. Ούτε στάρια είχανε. Αυτά είχανε, καρυδιές πολλές είχανε, σύκα τέτοια άλλα αυτά δεν είχανε τίποτα, τίποτα, μόνο πατάτα, κρεμμύδια τέτοια βάζανε, τα πουλάγανε και ζούσανε.
Είχανε ζωντανά.
Ναι, μουριές είχανε πολύ –με συγχωρείς– τα στεγνώνανε τα μούρα, τα στουμπάγανε και το χειμώνα τα τρώγανε. Δεν είχανε τέτοια εδώ όταν ήρθανε σου λέω και το στάρι και το ρεβίθι και το αυτό δεν στερηθήκανε τίποτα, όλα τα βάλανε, δουλεύανε, ήτανε πολύ προκομμένος λαός, δεν… Ή γυναίκα είναι ή άντρας [00:25:00]είναι, δεν καθότανε, να πει «Δεν πάω ‘γω στη δουλειά» όπως ορισμένοι λένε δεν πάμε εμείς, θα πάει ο άντρας μου, μαζί με τον άντρα το πρωί σηκωνόταν και η γυναίκα, θα πήγαινε στο χωράφι. Το απόγευμα θα ερχόταν, θα μαγειρεύανε, θα βάζανε νερό να ζεσταθεί, να λουστούνε, είχαμε λεκάνες, καρεκλάκια είχανε φτιάξει, θα καθόμασταν στα καρεκλάκια, ένας θα ‘ρίχνε το νερό, δεν είχαν τέτοια μπάνια, αυτά, δεν είχε τότε, ούτε ψυγεία, σου είπα είχαμε τίποτα τέτοια. Φως δεν είχαμε, με τις λάμπες ήμασταν. Στα κάρβουνα, στο τζάκι θα μαγειρεύαμε, τέτοια ζωή κάνανε, αλλά όμως ήταν ευχαριστημένοι, ήταν αγαπημένος κόσμος. Πώς να σε πω, δεν είχε να πουν να σήμερα «Η Αλεξάνδρα έχει, εγώ γιατί να μην… Ή να μην έχει εκείνη, γιατί να της δώσω;» δεν το είχαν αυτό.
Ωραία. Θυμάστε κάτι άλλο; Έχετε να προσθέσετε κάτι άλλο;
Τι να πω άλλο κορίτσι μου; Τι να πω άλλο;
Ωραία, ευχαριστούμε πολύ κυρία Κατίνα.
Τίποτα κορίτσι μου, τίποτα τι ευχαριστάς, δεν σου ‘κανα τίποτα αυτό.
Θα μας πείτε και για τα πατσούκια;
Ναι, αμέ. Θα κοσκινίσεις το αλεύρι στη λεκάνη που είναι, θα... Αυγά, τυρί, βούτυρο, το μισό βούτυρο το μισό λάδι, θα το κάψεις λίγο, θα τα ρίξεις όλα αυτά μέσα, γάλα, θα ζεστάνεις το γάλα, θα τα ζυμώσεις, θα το τυλίξεις να φουσκώσει, μετά θα τα ανοίξεις μικρά μπαλάκια, θα κόβεις ένα μπαλάκι, θα το ανοίγεις με το χέρι σου απάνω στο τραπέζι. Έχουμε και ειδική χτένα ξύλινη, θα το πατήσεις από πάνω για να μην φουσκώσει πάλι, αυγό κρόκο θα το χτυπήσεις με το λάδι θα το έχεις εκεί με το πινέλο τη βούρτσα, θα το πασαλείψεις από πάνω, θα το βάλεις στο ταψί, θα το ψήσεις στο φούρνο. Μόλις είδες ροδοκοκκίνισε, το βγάζεις. Άλλο κάνεις. Κάνουμε μια λεκάνη, φτιάχνουμε, τα ψήνουμε, τα ‘χούμε για το Πάσχα. Πάσχα, Χριστούγεννα. Φτιάνουμε και τρώμε.
Και τώρα ακόμα.
Γίνεται πολύ ωραίο.
Και τώρα ακόμα.
Ναι, και τώρα το συνεχίζουμε, δεν το σταματάμε εμείς. Θα στείλουμε και στα κορίτσια μας, τα εγγόνια μας, θα δώσουμε στους γνωστούς μας, γιατί τους αρέσει πολύ.
Και από τις συνταγές που μου είπατε και πριν, τις κάνετε τις περισσότερες και σήμερα;
Ναι αμέ, όλα τα κάνουμε, όλα εμείς τα παλιά τα κάνουμε κορίτσι μου, τα τρώνε και τα παιδιά μου και οι γαμπροί τα τρώνε. Προχθές η εγγονή μου ήταν εδώ γιατί έρχεται κάθε τόσο, λέει «Γιαγιά ο Κωστής θέλει –λέει– τραχανά», «Βρε αυτός δεν έχει φάει στη ζωή του τραχανά –λέω– θα θέλει;». «Όχι –λέει– γιαγιά να δεις πώς το ‘φαγε», λέει, τι θα κάνει άμα πεινάσει; Η σάλτσα, να αυτή είναι η σάλτσα που κάνουμε, έδωσα και στην κόρη μου, στην εγγονή μου, στην άλλη, η μικρή δεν το θέλει, έδωσε εκεί και εγώ έχω όλο το χρόνο, θα ξοδέψω και θα περισσέψει πάλι. Έχω κάνει και ντοματάκια, τα κόβω στο μπλέντερ, τα βάζω στα μπολάκια, μετά τα βγάζω από τα μπολάκια, τα βάζω στις σακούλες, τα ‘χω βάλει στην κατάψυξη και θα φέρω ένα απάνω στο ψυγείο, θα το βάλω, θα ρίχνω μισό σάλτσα στο φαΐ μισό ντοματάκι βάζω.
Στην αρχή όλες αυτές τις συνταγές των προσφύγων οι ντόπιοι τις έκαναν ή δεν τις έκαναν;
Όχι, όχι. Ορισμένοι τώρα αρχίσανε και κάνανε. Ορισμένοι ήρθανε στα αυτά και κάνουνε, αλλιώς δεν τα κάνανε. Κοροϊδεύανε κιόλας, μπουλγουράδες μας λέγανε. Όταν βλέπανε... Γιατί όλο το καλοκαίρι που γίνεται μόλις τέλειωνε ο θέρος, αλωνίζαμε τα στάρια, όλοι θα ξεκινάγανε να κάνανε αυτό το πλιγούρι, το κορκότ' να φτιάξουνε και κοροϊδεύανε, αρχίσανε οι πρόσφυγες να φτιάνουνε μπουλγούρια τους, μπουλγουράδες. Αλλά τώρα θέλουνε να φάνε ορισμένοι, τα αγοράζουνε πάλι έτοιμα από τη λαϊκή. Και δεν είναι τέτοιο της λαϊκής όπως είναι αυτό. Αυτό το δικό μας δεν ασπρίζει γιατί παίρνουμε ειδικό στάρι και το φτιάνουμε. Να προχθές έκανα με κρεατάκια, είχε πάρει η Μαρίτσα χοιρινό, κρεατάκια έκανα... «Γιαγιά –λέει να δεις η Θοδώρα δύο πιάτα έφαγε» λέει, γίνεται πολύ… Προχθές έδωσα και στον Παπα-Γιώργη «Κυρά Κατίνα…» εχθές ξέχασα να βάλω λίγο να δώσω, είμαστε οικογένεια μεγάλη και στα εγγόνια μου στέλνω, δεν περισσεύει να δώσεις και σε κανέναν άλλον. Λέω «Παπα-Γιώργη άμα ξανάφτιάξω –λέω ‘γω– θα σε στείλω να φας» λέω.
Και μου είπατε πριν ότι γινόντουσαν και προξενιά.
[00:30:00]Ναι αμέ.
Μεταξύ των παιδιών των προσφύγων.
Ναι, ναι, με προξενιό, να σου λέω ήρθε μία, συμπεθέρα της ήτανε, είχε πάρει η αδερφή της το γιο της, είμαστε γειτονιά. Και ήρθε μια μέρα και... Η μάνα του με τη μάνα μου είναι πρώτα ξαδέρφια. Λέει «Δίνετε –λέει– την Κατίνα –λέει– στο Στέλιο;» λέει η μάνα μου «Τι λες» λέει, ο πατέρας μου λίγο τσίναγε, «Όχι –λέει– άστηνα -λέει- μικρή είναι ακόμα μπορεί να βρεθεί κανένας πιο καλύτερος». Εγώ είπα «Όχι τον θέλω, θα κάτσω στο χωριό» είπα στη μάνα μου, η μάνα μου λέει «Όχι, αφού το κορίτσι θέλει, θα δώσουμε» είπα στην αυτήν, ήρθανε, με ζητήσανε, φέρανε μια χρυσή λίρα, με ασημώσανε, μετά κάναμε αρραβώνες και μετά ο πατέρας μου ήτανε αυτός, «Δεν θέλω –λέει– πολλά σούρτα φέρτα, σε ένα μήνα –λέει– θα κάνουμε το γάμο», «Εντάξει» λέει, δεχτήκανε και οι γονείς του, παντρευτήκαμε, στρώσαν τα προικιά, ήρθανε όλοι, καλέσαμε και οι αυτοί οι κουμπάροι μας ήρθανε, η Ροδιά, η Δήμητρα, η Κατινά η μακαρίτισσα –και όλες πεθάνανε βρε παιδί μου, τι κορίτσια καλά ήτανε– ήρθανε και αυτές, χορός στα προικιά, μαγειρεύουμε εμείς, όσοι θα ‘ρθουν απ’ έξω να φάνε οι δικοί μας. Ε, μετά έγινε ο γάμος, πάλι γλέντι, τραπέζι, όργανα είχαμε φέρει και μετά αρχίσανε οι γέννες. Έκανα την κόρη πρώτα, ύστερα έκανα το Θοδωρή…
Να σας ρωτήσω κάτι; Εσείς τον άντρα σας τον γνωρίζατε πριν; Τον θέλατε δηλαδή;
Δεν είχαμε παρτίδες, δεν είχαμε παρτίδες, όταν μου είπε…Ήρθε αυτή η γειτόνισσά μου και λέει ότι έτσι και έτσι «Σε θέλει ο Στέλιος» ε, λέω «Γιατί καλός είναι, ράφτης είναι...», είχα αυτό το αυτό ότι δεν θα πάω στα χωράφια, μετά, τώρα αυτή το άφησε, αρχίσαμε να ασχολούμαστε με τα κτήματα.
Αρά δεν ήσασταν ερωτευμένη.
Όχι, όχι, όχι, συνοικέσιο έγινε. Δεν είχαμε… Ούτε πέρναγε από το νους μας ότι μπορούμε να παρθούμε.
Και μετά με τι ασχοληθήκατε στη ζωή σας;
Με τα κτήματα. Με τα κτήματα, χωράφια, σπέρναμε, στάρια, νούμερα. Μετά το μαυρογάνι βγήκε το νούμερο, έβγαζε πολλά κιλά, τα δίναμε στην τράπεζα. Τα ‘παίρνε η τράπεζα, στο συνεταιρισμό γραφτήκαμε, τα ‘παιρνε η τράπεζα. «Άντε, άντε, άντε, άντε» κάναμε και οικονομία, δεν είχαμε σπατάλες σου λέω, όλα τα είχαμε από το σπίτι, πουλιότανε ένα χωράφι, πηγαίναμε το παίρναμε, μαζεύαμε στάρι. Ούτε ρούχα παραπανίσια να φορέσω, εγώ προπαντός με της νύφης μου τα ρούχα πέρασα. Η νύφη μου, ο αδερφός μου, ήταν στη Θεσσαλονίκη, ντυνόταν εκείνη πιο καλώς, όσα δεν ήθελε, τα ‘στέλνε σε ‘μένα.
Εσείς σαν παιδί πηγαίνατε στα χωράφια;
Ναι αμέ. Και η μάνα μας την ίδια δουλειά έκανε κορίτσι μου και ο πατέρας μου. Ο πατέρας μου βέβαια από την αγροτική δεν ήξερε. Η μάνα μου τι έκανε και εμείς υστέρα που μεγαλώσαμε και ο αδερφός μου και εγώ πηγαίναμε, μετά πάλι συνεχίσαμε με το σύζυγο. «Άντε, άντε, άντε, άντε».
Και ποια ήταν δηλαδή η διαδικασία στο χωράφι; Τι κάνατε;
Στο χωράφι τι κάναμε; Σπέρναμε ρεβίθια. Τα ρεβιθιά είχαμε φτιάξει χωνί από καλάμι και κουκίζαμε τα ρεβιθιά, ο άντρας μου με το ζευγάρι έκανε σπορά και εγώ από πίσω κούκιζα τα ρεβιθιά, τα στάρια, τα σπέρνανε, δεν αυτό κάναμε, το όργωνε και υστέρα το σβάρνιζε από πάνω. Στο θέρος, στο βίκο πηγαίναμε, τα θερίζαμε με τα δρεπανιά, κουκιά, μπάμιες βγάζαμε, ξέρεις τι μπάμια πουλάγαμε; Πρώτοι ήτανε οι εμπόροι αλλού να έπαιρνε εκατό, εμάς διακόσα πενήντα δραχμές, –δραχμές ήτανε τότε– θα έπαιρνε την μπάμια μας. Όλες τις δουλειές τις κάναμε, δεν φεύγαμε από τους άντρες μας.
Και να φανταστώ τότε δεν υπήρχαν τα μηχανήματα που…
Όχι δεν είχε ακόμα, υστέρα, οι πρώτοι, ένας Γκιοσής –που λένε– πηρέ το τρακτέρ και εμείς πήραμε το "Ferguson" τότε ένα μικρό. Λέει να πάρουμε λεμέ δώσε, τα πούλησε τα ζα πήραμε το τρακτέρ, δεν είχε ούτε αλωνιστική μηχανή, με το χέρι έτσι παλιά, υπάρχει τώρα. Με τα ζα τα αλωνίζαμε τα αυτά, τα κάναμε. Το βίκο πάλι τα δέναμε γιατί είχαμε αγελάδες, ταΐζαμε τις αγελάδες, δεν το πουλάγαμε εκείνο, μόνο καμιά φορά που βγάζαμε ερχόταν από το Μουρσαλί, παίρνανε πάλι για… Το ερχόμενο κριθάρι, βρωμάρι, αυτό όλα τα πουλάγαμε, κριθάρι, βρωμάρι, Γαλτσιώτες τα παίρνανε, είχανε ζα αυτοί τα παίρνανε. Αυτά κάναμε, την αγροτική δουλειά. Ξύλα θα κόβαμε για το χειμώνα, δεν είχαμε, ούτε τζάκι δεν είχαμε τότε, σόμπες είχαμε, ξύλινες ανάβαμε, αυτά. Παραπανίσια έξοδα δεν κάναμε κορίτσι [00:35:00]μου, γι’ αυτό κάναμε και λεφτά μαζεύαμε. Τώρα εγώ στην εγγονή μου λέω... Ξέρεις τι ρούχα, τι δίνει κάθε μέρα τι παίρνει λέω «Στέλα και λίγο οικονομία κάνε κορίτσι μου» λέω. «Γιαγιά εκείνα τα χρονιά ξέχνα τα, εσύ που έκανες», «Εντάξει –λέω– τα βρήκες και τα κάνεις, άμα δεν είχες –λέω– τι θα ‘κανες;».
Θυμάστε κάτι άλλο; Έχετε να προσθέσετε κάτι άλλο;
Τι να πω άλλο μανά μου, τι να πω, τι να πω, σου λέω ήτανε, κουραζόμασταν, άλλα ήμασταν ευχαριστημένοι, η ζωή ήταν άνετη, ήσυχη. Δεν είχαμε πονηριές, δεν είχαμε κακίες ο ένας με τον άλλον.
Ευχαριστούμε πάρα πολύ.
Τίποτα, τίποτα κορίτσι μου, τίποτα, καλή επιτυχία να έχεις και καλή τύχη να έχεις, τα άλλα όλα γίνονται.