© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Η ζωή στην Κέρτεζη Καλαβρύτων: Αναμνήσεις από τις δεκαετίες 1940 και 1950

Κωδικός Ιστορίας
18127
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Φώτιος Αλεξόπουλος (Φ.Α.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
17/02/2021
Ερευνητής/τρια
Δημήτρης Παναγόπουλος (Δ.Π.)
Δ.Π.:

[00:00:00]Καλησπέρα. Πώς ονομάζεσαι;

Φ.Α.:

Είμαι ο Φώτης Αλεξόπουλος του Ανδρέα. Γεννηθείς το 1941, 15 Μάρτη.

Δ.Π.:

Ωραία. Είναι Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου του 2020. Είμαι με τον Φώτη Αλεξόπουλο, βρισκόμαστε στα Βριλήσσια Αττικής. Εγώ ονομάζομαι Παναγόπουλος Δημήτρης και είμαι ερευνητής του Istorima. Παράλληλα, είμαι και εγγονός του αφηγητή, κάτι που κρίνεται απαραίτητο να δηλωθεί από την αρχή. Θέλεις να μου πεις πού γεννιέσαι τον Μάρτη του ’41;

Φ.Α.:

Στην Κέρτεζη των Καλαβρύτων. Η Κέρτεζη είναι με «η». Είναι μια κωμόπολη, ορεινή κωμόπολη, στην ανατολική πλευρά του Ερυμάνθου, η οποία τότε είχε περίπου, το ’41 έχει χίλιους τριακόσιους-πεντακόσιους κατοίκους. Σήμερα έχει διακόσιους και τον Αύγουστο τριακόσιους-τετρακόσιους, όχι τίποτα παραπάνω. Το σχολείο που πήγαινα στην Κέρτεζη είχε τότε, το ’49, που πήγαινα Δευτέρα-Τρίτη Δημοτικού, είχε εκατόν ογδόντα μαθητές. Το 1941 έχουμε γεννηθεί στην Κέρτεζη σαράντα πέντε παιδιά. Στο Γυμνάσιο επήγαμε… Δίναμε εξετάσεις για να πάμε στο Γυμνάσιο και πήγαμε καμιά δεκαριά. Ευρήκαμε και άλλους εκεί, πηγαίναμε εξήντα-εβδομήντα παιδιά στα Καλάβρυτα. Νοικιάζαμε σπίτι και μέναμε στα Καλάβρυτα και στην Κέρτεζη γυρίζαμε Πάσχα, Χριστούγεννα και κάνα Σαββατοκύριακο, κάνα τριήμερο, έτσι. Και αυτό με τα πόδια, 15 χιλιόμετρα δρόμο. Έχω πάει βροχές, με χιόνια, με, με, με, με… Πολύ σκληρή εποχή, μιλάω… Το ξεφύγαμε τώρα, πήγαμε στο Γυμνάσιο, αφήσαμε το Δημοτικό, αφήσαμε το ’41. Θυμάμαι τη ζωή μου καλύτερα από… Να αρχίσουμε από ’δω, από το ’44-’45. Θυμάμαι που με έπαιρνε ο παππούς μου πίσω στο μουλάρι, πισωκάπουλα, δηλαδή στα καπούλια του μουλαριού, για να κρυφτούμε από τους Ιταλούς. Από τους Γερμανούς λέγαμε τότε. Από τους Γερμανούς. Και πού να πας; Στο μαντρί, το οποίο δεν πήγαινε δρόμος στο μαντρί. Στο γαλάρι το λέγαμε, «Να πάμε στο γαλάρι. Στον Εγκρέμενο». Από αυτό θυμάμαι που είχαν έρθει οι Ιταλοί και μετά ήρθανε οι Γερμανοί. Τους βρήκανε εκεί τους Ιταλούς, δεν φύγανε. Και είχανε πιάσει το σπίτι μπροστά από το δικό μας το σπίτι, που έμενα εκεί μετά. Το είχανε επιτάξει και το είχαν κάνει σαν στρατόπεδο εκεί. Και εμείς ήμαστε… Τα παιδιά της γειτονιάς ήτανε από το σχολείο που είπα, ήτανε... Να καταλάβεις, ήταν πάρα πολλά τα παιδιά. Γεμάτο το χωριό, είχε ζωή το χωριό. Κάθε Κυριακή είχε δυο-τρεις γάμους και όταν λέμε γάμος, λέμε νταούλια στην πλατεία! Νταούλια με πίπιζες και τα λοιπά. Μετά ήρθαν τα κλαρίνα, αργότερα.

Δ.Π.:

Και από τους Ιταλούς που μου είπες τι θυμάσαι; Τους Γερμανούς.

Φ.Α.:

Θυμάμαι που πήγαινα εκεί με τα άλλα τα παιδάκια εκεί, άλλα δυο γειτονόπουλα, ξαδέρφια, πρώτα ξαδέρφια του πατέρα μου. Αλλά επειδή ο αδερφός του είχε παντρευτεί αργότερα, από τον παππού μου, ήτανε συνομήλικά μου. Μπινιάρια τα λέγανε, δυο κορίτσια, τη Βάσω και τη Μάχη – Ανδρομάχη, Μάχη. Οι οποίες είναι στην Αυστραλία. Η Μαχούλα έχει… Μας έχει αφήσει τώρα, δεκαπέντε χρόνια, δέκα-δώδεκα χρόνια. Και οι Ιταλοί φωνάζανε, μας αγαπάγανε: «Piccolo, piccolo, έλα!» και βγαίναν και μας δίναν μία φέτα άσπρο ψωμί, κουραμάνα. Ήταν φρατζόλα, σαν μια μπάλα έτσι, τα ανοίγανε και του βάζαν απάνω βούτυρο και ζάχαρη. Αυτό ήτανε το γλυκό! Ήτανε πέντε [Δ.Α.]! Δεν ξεκολλάγαμε από εκεί. Και μας αγαπάγανε οι Ιταλοί. Οι Ιταλοί είχαν επιτάξει το σπίτι και μετά τους βρήκαν οι Γερμανοί εκεί. Στη συνέχεια, η ζωή ήταν πάρα-πάρα πολύ δύσκολη, γιατί εξελίχθηκε μετά το αντάρτικο. Το αντάρτικο είναι μια πάρα πολύ μεγάλη ιστορία. Ήτανε το πρώτο αντάρτικο, που έγινε εναντίον των Γερμανών. Αυτό δεν το καταλάβαμε διότι τα σπίτια ήταν ακόμα γεμάτα, δεν έκλεψαν… Όχι δεν κλέβανε, δεν πήραν τις τροφές, δεν έπαιρναν ζώα και τέτοια. Στο δεύτερο αντάρτικο, όμως, που ήταν μεταξύ Ελλήνων αυτό, εκεί έγινε η μεγάλη στέρηση. Έγιναν οι αρπαγές ζώων, ερχόταν στο σπίτι και έβγαινε με το χωνί πάνω στην άκρη, στο βουνό. Συνήθως φωλιά είχανε στο Καλλιφώνιο, το διπλανό χωριό, της μάνας μου το χωριό. Εκεί ήταν φωλιά των ανταρτών, το λέγανε «μικρή Μόσχα». Λοιπόν, και φωνάζαν με το χωνί: «Κερτεζήτες, να έχετε μαζεμένα τα φασόλια στην πλατεία» και τα λοιπά. Τα φασόλια τα θέλαν, κυνηγάγανε φασόλια, γιατί τα φασόλια ήταν τροφή τότε, και το χωριό έβγαζε πολλούς τόνους φασόλια. Όλοι δουλεύανε στα φασόλια. Φασόλια, πατάτες, κτηνοτροφία πάρα πολλή... Ερχόντουσαν και στα σπίτια και βουτάγανε, αλλά ήτανε… Δεν είχανε πού να τα πάνε, δεν είχαν πού να σηκώσουνε. Παίρνανε κάτι και φεύγανε, πάει στο διάολο, πάει. Εγώ αυτά τα θυμάμαι μικρό παιδάκι. Στο αντάρτικο αυτό σκοτώσανε και τον θείο μου, τον αδερφό της μάνας μου, γιατί είχε δυο αδέρφια στη Χωροφυλακή. Η μάνα μου είναι, εννιά αδέρφια ήταν, οχτώ… Δύο είχαν πεθάνει, τα έξι εν ζωή, εφτά εν πάση περιπτώσει, έχω χάσει τον αριθμό. Και αφού σκοτώσανε τον αδερφό της, μας ειδοποίησε η Αστυνομία να πάμε στα Καλάβρυτα. Αυτό έγινε το ’48; Κάπου στο ’47… Όχι ’46, ’47. Με λαϊκό δικαστήριο του βουνού τον εκτελέσαν τον θείο μου στη Λαμπεία, στη Δίβρη, απάνω στο βουνό. Η οποία Δίβρη απάνω στο βουνό, πάνω από τον… Είναι και εκεί από τον Ερύμανθο μέσα από τα βουνά… Δύο μέρες έκανε η μάνα μου; Πήγε η μάνα μου εκεί και πήραν τα κόκκαλα μετά από χρόνια, με τη νύφη του. Η μάνα μου και η νύφη του, η κουνιάδα της μάνας μου. Εγώ, 7 χρονών παιδάκι, επήγα στα Καλάβρυτα, στην καμένη εκκλησία από τη σφαγή των Καλαβρύτων το ’43, επήγα μαθητής στη Δευτέρα Δημοτικού, πρωτοπήγα εκεί. Είχα πάει στην Πρώτη στο χωριό. Μια πλάκα, ένα κομμάτι από μια σπασμένη πλάκα από τον Νίκο τον Δουκλιά, ο οποίος έχει γίνει μεγάλος επιστήμονας στη Γερμανία, στο Μόναχο και λοιπά, ήμαστε γειτονόπουλα και πήγαινα στο σχολείο. Και εν πάση περιπτώσει, στα Καλάβρυτα βρέθηκα τη Δευτέρα Δημοτικού, στον παπά-κουτσό, στον δάσκαλο. Ο δάσκαλος ήτανε παπάς και κάναμε στην εκκλησία, αρχίσαμε το… Είχαμε πάει τον Ιούλιο με τη μάνα μου είχαμε πάει στα Καλάβρυτα;

Δ.Π.:

Είχατε πάει επειδή σας[00:10:00] είπε η Αστυνομία.

Φ.Α.:

Είπε η Αστυνομία, ναι. Είχαμε πάει εκεί για ασφάλεια, πιο πολλή ασφάλεια. Και θυμάμαι η μανούλα μου σηκωνότανε νύχτα και έκανε τα 15 χιλιόμετρα να πάει και 15 να γυρίσει… Και πίσω είχε καθίσει η γιαγιά μου, ήταν και ο αδερφός μου ο μικρός, ο Διονύσης, εκεί που πήγαμε με τη μάνα μου στα Καλάβρυτα. Και η χήρα του θείου μου που ήταν σκοτωμένος, η Χρυσάνθη, είχε δυο κοριτσάκια. Η Αλεξάνδρα, που ήτανε κάνα δυο-τρία χρόνια μικρότερή μου, ήταν 4-5 χρονών τότε; 3, 4, 5; Και τη Γιώτα, η οποία ήταν αγέννητη ακόμα. Και κοιμόμαστε στου Κυριακόπουλου, μπαίνοντας στα Καλάβρυτα από τη μεριά της Πάτρας, ακριβώς που είναι η βενζίνα του Τζόβολου, ακριβώς απέναντι από πάνω, στου Κυριακόπουλου. Η οποία Κυριακοπούλου ήτανε χήρα και είχε πέντε, έξι, επτά παιδιά, τα οποία τα θυμάμαι τα ονόματά τους όλα. Και πήγαινε και έφερνε… Θυμάμαι που είχε φέρει συγκεκριμένα φασόλια και κολοκύθια και μας είχε φτιάξει φασόλια με κολοκύθια! Είναι συγκινητικές ιστορίες, είναι το… Το πού κοιμόμαστε; Τα σπίτια τα είχαν κάψει στα Καλάβρυτα! Καθόμασταν σε μια χαμοκέλα που είχε για τον γάιδαρο. Τα σπίτια τα έφτιαξε η… Αυτός που τα έφτιαξε, η Ούντρα, ξέρω ’γω πώς τη λέγανε; Αλλά τους έφτιαξε από ένα δωματιάκι, ίσα να μένουνε. Τα σπίτια δεν υπήρχανε. Η Κυριακοπουλίνα είχε ολόκληρο μέγαρο εκεί. Και μέναμε κάτω και είχαμε βάλει ένα σχοινί στη μέση, από τη μια μεριά ο γάιδαρος, από την άλλη εγώ, η μάνα μου και ο αδερφός μου, και απ’ την άλλη η χήρα με την ξαδέρφη και το άλλο στην κοιλιά. Κάτσαμε εκεί ώς τα Χριστούγεννα. Τα Χριστούγεννα μας ειδοποίησαν να φύγουμε, ξέρω ’γω, γιατί δεν ήτανε καλά τα Καλάβρυτα, δεν ένιωθε η Χωροφυλακή ότι μπορούσε να μας προστατεύσει και πήγαμε στο χωριό πάλι, στην Κέρτεζη. Στην Κέρτεζη βρεθήκαμε… Έμενα στη γιαγιά μου. Στη γιαγιά μου σε ένα δωμάτιο μέναμε έντεκα-δώδεκα άτομα. Εγώ με τη μάνα μου και τα δυο μου… Ο Διονύσης έχει γεννηθεί το ’46. Το ’47 θα ήταν αυτά, γιατί το παιδί… Ο άλλος είχε μείνει με τη γιαγιά μου, τον Διονύση τον είχε πάρει κοντά η μάνα μου. Ναι. Ήτανε μικρός, στην κούνια. Ποια κούνια μωρέ, δεμένο με τη φασκιά! Φασκιά είναι ένα κορδόνι, σχοινί, πλεκτό στο χέρι. Το καθένα είναι μια ιστορία, τι να σου πω, βρε παιδί μου;

Δ.Π.:

Ωραία, να σε ρωτήσω εγώ κάποια πράγματα τώρα για όσα μου έχεις πει μέχρι τώρα;

Φ.Α.:

Ναι.

Δ.Π.:

Μου είπες ότι, όταν ήσασταν μικροί, ήταν επιταγμένο ένα σπίτι απέναντι από εσάς, στο οποίο είχαν παραμείνει Ιταλοί, παρά το ότι είχαν κατέβει οι Γερμανοί.

Φ.Α.:

Δεν τους ξεχώριζα τότε εγώ, όλοι ένα ήτανε, κατάλαβες; Αλλά θυμάμαι το «Piccolo, piccolo» και αυτό το ψωμί που μας δίναν, την κουραμάνα με τη ζάχαρη.

Δ.Π.:

Θέλω να σε ρωτήσω άμα θυμάσαι, πέρα από το ότι εσάς τα παιδιά της γειτονιάς σας αγαπούσαν πολύ, γενικά τι σχέση είχαν οι χωρικοί με αυτούς; Δηλαδή πριν από κάνα χρόνο περίπου, φαντάζομαι, είχε γίνει και η Σφαγή των Καλαβρύτων. Όλα αυτά πώς επηρέαζαν τη σχέση των χωρικών με...

Φ.Α.:

Δεν μπορούσαμε να έχουμε… Δεν έχω γνώμη επ’ αυτού, σίγουρα όμως δεν ήταν οι χωρικοί, δεν μπορούσαν να αντιδράσουνε γιατί ερχότανε και σου έπαιρνε το… Αυτό το κατιτίς σου που είχες να ζήσεις. Σου έπαιρνε το βόδι, σου έπαιρνε το αρνί, σου έπαιρνε το κατσίκι, σου έπαιρνε τα φασόλια, σου έπαιρνε… Αραποσίτι, καλαμπόκι δηλαδή, δεν κυνηγάγανε. Κυνηγάγανε… Τότε, τον πρώτο καιρό. Μετά πεινάσανε, μετά παίρνανε μέχρι και πέτρες, που λέει ο λόγος. Να το συσχετίσω με τη Σφαγή των Καλαβρύτων δεν μπορώ. Απ’ ό,τι έμαθα όμως, έχω μάθει εκ των υστέρων, είχαν έρθει και στην Κέρτεζη να μας κάψουνε. Και μας μαζέψανε στην πλατεία και μπήκαμε στην εκκλησία. Εγώ, όμως, η μάνα μου, είχαμε πάει στο γαλάρι, δεν ήμαστε εκεί μέσα στους πολλούς, γιατί σκόρπισε το χωριό, το μάθανε. Και ευρέθηκε ο δάσκαλος τότε του χωριού και ένας παπάς, που τον παπά τον σκότωσαν επάνω στον Χελμό κάπου, και δεν ξέρω τι τους είπαν... Είμαι φορτωμένος. Και μας αφήσαν και δεν κάψαν την εκκλησία και γλυτώσαμε, δεν καήκαμε, η Κέρτεζη. Κάποια άλλα χωριά έχουν από κάποιους σκοτωμένους. Η Σοκά, η Κερπινή, οι Ρωγοί, έχουνε νεκρούς.

Δ.Π.:

Κάτι άλλο που δεν έχουμε πει και θέλω να μου πεις. Στην οικογένειά σου πόσοι ήσασταν; Με τη στενή έννοια, δεν σου λέω τώρα να μου πεις για ξαδέρφια και θείους.

Φ.Α.:

Η οικογένεια ήμαστε δέκα-δώδεκα άτομα, δεκατρία, δεν τα έχω μετρήσει, αλλά μπορώ να σ’ τα πω. Ήταν ο παππούς με τη γιαγιά από την κεντρική ομάδα. Ήταν πέντε παιδιά, τα δύο ήτανε στρατιώτες, ο Χρήστος με τον Γιάννη. Ο Αντώνης ήταν εκεί με τα πρόβατα, με τον πατέρα μου και αυτά. Και ήταν και ο Πάνος ο μικρός, ο οποίος δεν είχε πάει, ήτανε μικρός αυτός, δεν είχε πάει στρατιώτης ακόμα, και τελικά δεν πήγε μετά λόγω υπηρετούντων αδερφών, κάπως έτσι. Και εκεί μέναμε πενταμελής οικογένεια, η δική μας. Σε μια καμαρούλα, καμαρούλα το λέγανε, να ήτανε… Πω, ρε πούστη! 2 επί 3, κάτι τέτοιο, μικρό, χωρισμένο με μισάντρα, με σανίδες, αυτά. Και εκεί μέσα είχαμε ένα κρεβάτι ξύλινο, δυο τρίποδα και βάζαν επάνω σανίδες και επάνω ήταν το ματαράτσι. Το ματαράτσι ήταν γεμάτο με άχυρα, ένα υφαντό πράγμα. Πώς έχει η μαξιλαροθήκη μέσα το αυτό; Εκεί είχε πρώτη ύλη μέσα για στρώμα, είχε άχυρο. Και δίπλα ήταν το μπεσίκι. Το μπεσίκι ήταν τούρκικη λέξη, είναι που κούναγε το παιδάκι, ήτανε δίπλα. Δηλαδή χωράγανε ίσα-ίσα να σταθείς μόνο όρθιος, δεν ήταν τίποτα, και ήταν για ύπνο. Και ήταν γύρω-γύρω, στο βάθος είχε τη μεγάλη… Μεγάλη; Μεγάλη, εντάξει, θα ήτανε 6 επί 5, 5 επί 5, κάτι τέτοιο πράγμα το δωμάτιο, το οποίο είχε στρωματσάδα κάτω. Οι άντρες κοιμόνταν εκεί. Είχαν και μια αδερφή, η οποία είχε παντρευτεί, δεν τη θυμάμαι τον γάμο της. Πρέπει να παντρεύτηκε γύρω στο ’45; ’44; Δεν θυμάμαι τον γάμο της θειας μου της Ελένης. Στο χωριό παντρεύτηκε εν πάση περιπτώσει, είχε πάρει τον...

Δ.Π.:

Άρα μένατε στο σπίτι πάνω από δέκα άτομα;

Φ.Α.:

Ναι, ναι, ναι. Και κάτω ήτανε τα γαϊδούρια, το μουλάρι και τα βόδια. Δυο βόδια κάτω στο… Όχι υπόγειο, ισόγειο. Το σπίτι ήταν μονοκατοικία με αυλή μεγάλη, περίγυρο, μαντρότοιχο, όπως φτιάχνανε τότε τα σπίτια, γιατί ζούσαμε με τα ζώα. Χωρίς ζώα δεν μπορούσες να ζήσεις. Ούτε ξύλα δεν μπορούσες να φέρεις. Για να φέρεις ξύλα έπρεπε να έχεις... Και τον πρώτο καιρό που… Τώρα θα σου πω, κάπου εδώ το ’48, τέλος ’48-Φλεβάρης ’49, χώρισε ο πατέρας μου από τον[00:20:00] παππού και πήγαμε στο καινούριο σπίτι, στο δικό μας. Το σπίτι ήτανε… Αυτό το σπίτι ήτανε που ήτανε ακριβώς απέναντι από τους Ιταλογερμανούς, που σου είπα, 10 μέτρα πιο κάτω. Οικόπεδο με… Αδερφομοίρια, μοιρασιά αδερφών, γιατί το είχαν αγοράσει οι Αλεξοπουλαίοι αυτό. Και εκεί είχαν υπερυψώσει το παλιό το σπίτι και το φτιάξαμε και μπήκαμε μέσα. Να καταλάβεις, η χρονιά τότε ήταν που είχε το πολύ το χιόνι. Το χιόνι έφτανε 1 μέτρο, είχαμε… Το ’49 έπεσε και ο Γράμμος, οι αντάρτες τελείωσαν το ’49, τους έφαγε το χιόνι, δεν είχανε πού να κρυφτούνε από το πολύ το χιόνι. Το θυμάμαι το χιόνι πολύ-πολύ καλά. Λοιπόν, και όταν χιόνιζε, το έβαζε μέσα στα παράθυρα. Είχαμε… Δεν είχε ταβάνι απάνω, από τα κεραμίδια πέρναγε το χαλάζι, το κουρκουσάλι. Πέρναγε και το έστρωνε μέσα, στο πάτωμα. Κοιμόμαστε σε ένα ντιβανάκι, όπως είναι αυτό εδώ, τόσο, το οποίο δεν ήτανε ντιβάνι. Είχανε κόψει από τα έργα που είχανε βάλει για τον Βουραϊκό και τα είχαν γεμίσει πέτρες κάτι… Πώς να τα πούμε εκεί; Γεμάτα πέτρες. Και κόψαν τα σύρματα, όλος ο κόσμος, τα κλέψανε, για να φτιάξεις κρεβάτι. Και είχε ένα τέτοιο κρεβάτι, τρία παιδιά. Πού να κοιμηθούμε; Οι γονείς είχανε το ματαράτσι, σου είπα, με τα άχυρα. Ήτανε χωρισμένο το σπίτι, αυτό το καινούριο που πήγαμε, το οποίο είναι δεν είναι 50 τετραγωνικά ολόκληρο, χωρισμένο με το τζάκι και το δωμάτιο των γέρων, να τους πούμε, του πατέρα μου και της μάνας μου. Και δίπλα, στο άλλο δωμάτιο, την τραπεζαρία, που δεν είχαμε ούτε τραπέζι, στον σοφρά τρώγαμε. Σοφράς είναι ένα τέτοιο τραπεζάκι, που είναι τούρκικη λέξη και αυτή. Καθόντουσαν σταυροπόδι κάτω – σε βλέπω τώρα και κάθεσαι, εγώ δεν μπορώ να κάτσω. Έτσι καθόμασταν. Τα παιδιά δεν πολυκαθόμασταν εκεί γιατί δεν χωράγαμε. Τι να σου πω; Ότι εκεί τρώγαμε… Το εθνικό φαγητό που ζήσαμε ήταν τα φασόλια. Ω ρε φασόλια, μάνα μου! Και λίγο ξυδάκι μέσα, ξύδι είχαμε. Το σπίτι ήταν νοικοκυρόσπιτο, γιατί είχαμε και διακόσια γιδοπρόβατα, τριακόσια θα είχαμε. Αλλά ψόφησαν το ’49 εκατό και όταν χώρισε… Ναι, ήθελα να σου πω που καθόμασταν στον σοφρά και τα παιδιά βάζαμε μισή κουταλιά λάδι, οι μεγάλοι βάζαν στα φασόλια μία κουταλιά. Με το μέτρο όλα. Για να πάρουμε λάδι δίναμε τυρί. Ένα βαρέλι τυρί, έναν ντενεκέ λάδι. Τι να σου πρωτοθυμηθώ, ρε εγγονέ; Είμαι και φορτισμένος σήμερα.

Δ.Π.:

Να σε ρωτήσω κάτι εγώ μήπως σε βοηθήσω.

Φ.Α.:

Ναι.

Δ.Π.:

Θέλω να μου πεις τι θυμάσαι από το σχολείο στην Κέρτεζη, το Δημοτικό. Δηλαδή πόσοι ήσασταν, ποιος ήταν τι, τι δάσκαλο είχατε, πώς ήταν το σχολείο, πώς ήταν το κτήριο.

Φ.Α.:

Η Κέρτεζη είχε δάσκαλο πριν το 1821, επί Τουρκοκρατίας δηλαδή. Είχανε κάποια προνόμια και είχαμε και σχολαρχείο. Σχολαρχείο είναι σαν γυμνάσιο της εποχής, δηλαδή αυτοί όλοι ήταν, δημόσιοι υπάλληλοι έγιναν, του σχολαρχείου οι παλιοί. Οι δάσκαλοι οι δικοί μου, είχαμε τρεις δασκάλους. Πρώτη-Δευτέρα ένας δάσκαλος, Τρίτη-Τετάρτη άλλος, και Πέμπτη-Έκτη άλλος δάσκαλος. Σου είπα για την πλάκα. Η πλάκα ήταν με μολύβι. Με μολύβι εννοώ μολύβι….

Δ.Π.:

Κιμωλία;

Φ.Α.:

Όχι, μολύβι πέτρινο, τέτοιο μολύβι. Δεν θυμάμαι τώρα, το μυαλό μου δεν είναι… Με βρήκες σε πολύ δύσκολη μέρα. Μια άλλη μέρα θα σου τα πω αυτά, γιατί το μυαλό έχει κουράσει σήμερα, δεν έχω πάρει και το χάπι μου. Λοιπόν, πηγαίναμε πρωί-απόγευμα σχολείο. Όταν χωρίσαμε το ’49 τον Αύγουστο απ’ τον παππού μου, είχαμε πάει στο σπίτι, αλλά τον Αύγουστο, στις 6 Αυγούστου, του Σωτήρος ανήμερα –γιατί οι γιορτές στην Κέρτεζη παίζουν έναν άλλο ρόλο, είναι σημαδιακοί σταθμοί–, χωρίσαμε τα γιδοπρόβατα και την περιουσία. Ήταν όλα, μέναμε όλοι στο σπίτι. Αφού πήγαμε εμείς σε αυτό, δεν έχει καλό-κακό, αυτό ήταν, αυτό μας έδωσε ο παππούς μου, εκεί πήγαμε. Και μπροστά είχε και περιβόλι. Να πάρουμε το περιβόλι του σπιτιού, μας μοίρασε, μας πήρε το καλύτερο κομμάτι του περιβολιού. Και εκεί στο περιβόλι φτιάξαμε φούρνο για να ψήνουμε ψωμί και τουαλέτα να πηγαίνουμε, να μην τρέχουμε απάνω στο βουνό... Και ιστορίες για πολύ μεγάλους αγρίους!

Δ.Π.:

Ωραία. Δεν μου είπες για το σχολείο που λέγαμε πριν. Θέλω να μου πεις, ας πούμε, αν θυμάσαι, πόσοι μαθητές ήσασταν σε μία τάξη, πώς ήταν ο δάσκαλος και πώς ήταν το κτήριο. Δηλαδή όταν λέμε σχολείο στην Κέρτεζη τη δεκαετία του ’40 πώς ήταν;

Φ.Α.:

Το σχολείο που πήγα, το πρώτο σχολείο, ήταν το σπίτι του Στριφτόμπολα. Ήτανε από τους… Ήτανε γαμπρός του Κολοκοτρώνη; Ήταν οπλαρχηγός ο Στριφτόμπολας και το άγαλμά του είναι στο Λεβίδι, έπεσε από τους πρώτους στη μάχη του Λεβιδίου. Και ήτανε ξύλινο, υπάρχει, είναι στον κεντρικό δρόμο. Εκεί πηγαίναμε όλες οι τάξεις στην αρχή. Μετά πήγαμε στο κτήριο το καινούριο. Εγώ στο καινούριο κτήριο του σχολείου πήγα Τετάρτη, Πέμπτη, Έκτη. Το οποίο είναι μπαίνοντας στο χωριό δεξιά, είναι κτήριο από αυτά τα σύγχρονα κτήρια. Όχι σύγχρονα, για την εποχή εκείνη, όταν τα βλέπουμε τώρα, είναι από αυτά που έχουνε μείνει… Είναι αυτά που έχουνε μείνει ενθύμια. Και τώρα είναι χωρίς μαθητές, έχει κλείσει το σχολείο τότε. Τότε ήμασταν... Για να το υπολογίσω, εκατόν είκοσι μαθητές; Εκατόν πενήντα; Στο παλιό απάνω ήμαστε εκατόν ογδόντα, γιατί μαζέψαμε και αυτούς που είχαν μείνει. Τα χρόνια του ’40, ’41, ’42 δεν υπήρχανε σχολεία, κάποια χρόνια εκεί, και είχε μπάζα. Μαζέψαμε όλους αυτούς και, σου είπα, εμείς ήμαστε σαράντα πέντε παιδιά με μητρώο γεννηθέντα το ’41, αγόρια-κορίτσια. Τα οποία θυμάμαι τα ονόματά τους ένα-ένα. Δηλαδή… Τι να σου πρωτοπώ; Τι να σου πω;

Δ.Π.:

Ωραία. Θέλω να σε ρωτήσω, μου είπες ότι και ένας θείος σου στον Εμφύλιο εκτελέστηκε. Αυτό θυμάσαι, ας πούμε, οι δικοί σου, οι γονείς σου, η οικογένειά σου...

Φ.Α.:

Η μάνα μου! Αδερφός της μάνας μου.

Δ.Π.:

Αδερφός της μάνας σου. Πώς το είχαν δει αυτό τότε οι δικοί σου; Δηλαδή τι λέγανε, θυμάσαι; Τι λέγανε και για την περίοδο, τι συμβαίνει στη χώρα, ας πούμε. Ποιες ήταν οι ιδέες τους.

Φ.Α.:

Δεν υπήρχε το τι συμβαίνει στη χώρα τότε. Τον θείο μου τον σκοτώσανε οι… Το χωριό, το Καλλιφώνιο, ήταν η «μικρή Μόσχα» λέγανε. Μέσα από το χωριό η μάνα μου δεν έλεγε «καλημέρα» με κάποιους από εκεί, τους οποίους έλεγε ότι: «Αυτοί είναι, αυτός είναι». Δεν υπήρχε σχόλιο, καταλαβαίνω τι θες εσύ να δεις, δεν υπήρχε περίγυρος τέτοιος. Κοίταγες για τον επιούσιον, το δος ημίν σήμερον κοίταγες. Δεν υπήρχε ενημέρωση. Ράδιο δεν υπήρχε. Δεν μιλάμε για τηλεόραση. Ράδιο έβαζε[00:30:00] το καφενείο μόνο για τραγούδια, δεν υπήρχαν ειδήσεις, δεν υπήρχε τίποτα, σου έλεγε: «Ταραραραμ». Εγώ ράδιο, πήγα 25 χρονών και πήρα ένα τρανζιστοράκι. Ζούσα στο βουνό πάνω στον Παξιμαδά χωρίς ράδιο, χωρίς τίποτα. Μόνο την καμπάνα άκουγα.

Δ.Π.:

Κάτι άλλο που ήθελα να μου πεις είναι, όταν ήσουν έτσι σε πολύ μικρή ηλικία, ακόμα και πριν πας στα Καλάβρυτα, θυμάσαι τι δουλειές έκανες στα πλαίσια των οικογενειακών δουλειών που είχατε;

Φ.Α.:

Πατάς τον κάλο τώρα. Πήγαινε και έλα.

Δ.Π.:

Πες μου.

Φ.Α.:

Όταν χωρίσανε τα γιδοπρόβατα από τα αδέρφια του του Σωτήρος, ο πατέρας μου, του έτυχε εκεί, είχε… Η μόνη δουλειά που ξέρανε, είχε διάφορους χασάπηδες, εμπόρους, που είχανε σύνδεση με το Αίγιο, με το Δερβένι και στέλναν τα ζώα κάτω, αρνιά συνήθως και κατσίκια και γίδια, και τα στέλνανε κάτω. Με τα πόδια τώρα, από εκεί πάνω μέσα από τα βουνά! Και στείλαν τον πατέρα μου τρεις-τέσσερις μέρες να πάρει ένα πενηντάρι. Και τι να κάνει; Το αφήνεις το πενηντάρι; Και πήγε τα αυτά κάτω. Εν τω μεταξύ, ήταν και νεροπούλος. Νεροπούλος θα πει, κανόνιζε ποιος θα ποτίσει με τη σειρά τα καλαμπόκια στα Ξάμπελα. Και έκανε η μάνα μου τον νεροπούλο, και να ειδοποιήσεις τον άλλο να ’ρθει να ποτίσει. Και εγώ, 8 χρονών παιδάκι, 7,5 χρονών παιδάκι, όπως είχα πάει – εννιά προβατίνες είχα και είκοσι γίδια. Τα είκοσι γίδια ήταν εννιά-δέκα γίδες ήτανε, δυο-τρεις κατσικάδες και δύο βεργαδάκια, ένα τραγάκι, τέτοια πράγματα. Και πάω και μου έλειπε ένα. Μου έλειπε ένα, βάνω τα κλάματα, ψάχνω. Ήρθε ο πατέρας μου: «Άσ’ το» μου λέει. Κατάλαβε ποιος την είχε κάνει τη λαδιά. Το είχε κλέψει. Και πήγα την άλλη μέρα, πριν έρθει ο πατέρας μου από κάτω, και κοιμήθηκα κοντά στις γίδες. Είκοσι ζωντανά ήτανε, έκλεψε ένα, μείναν δεκαεννιά. Και κοιμήθηκα κοντά. Η μάνα μου: «Παιδάκι μου, κάτσε κάτω», «Όχι, εγώ θα πάω». «Ρε παιδάκι μου, κάτσε κάτω!». Κάποια ώρα, ήρθε ο πατέρας μου μες στη νύχτα… Το αυγουστιάτικο φεγγάρι το θυμάμαι σαν να είναι τώρα... Ακούω σφύριξε. Του αποκρίθηκα εγώ με σφύριγμα πάλι: «Εγώ είμαι, μην φοβάσαι, έρχομαι». Μες στη νύχτα τώρα! Θα ήταν η ώρα 23:00, 24:00, τέτοια ώρα, αποβραδίς. Ήρθε εκεί, με πήρε και πήγαμε κάτω στο… Εκεί που ήταν νεροπούλος, εκεί στο στέκι, να το πούμε. Εκεί ήταν η χαμοκέλα του παππού μου, του πατέρα του, η οποία δεν μας έδωσε εμάς.

Δ.Π.:

Για πες.

Φ.Α.:

Και πήγαμε κάτω. Δηλαδή το έλεγε η ψυχή μου! Κοιμήθηκα μες στο βουνό να μην μου κλέψει κι άλλο. Και τι να του πω εγώ του κλέφτη τώρα; Με τη φουστανέλα του ήταν, τον θυμάμαι, τον ήξερα. Είχε έναν φίλο ο πατέρας μου, έναν δυνατό, από το ίδιο χωριό, από την Κούτελη ήτανε, τον Αλντούπη, και του τα είπε αυτά και του λέει: «Μούτζω ’τον, κοίτα τα παιδιά σου». Ο Αλντούπης έριχνε ξύλο, μπορεί και να τον ράβδισε μετά.

Δ.Π.:

Άρα απ’ ό,τι καταλαβαίνω, κτηνοτροφικές δουλειές κάνατε.

Φ.Α.:

Γεωργο-κτηνοτροφικές, διότι δεν είχαμε τότε περιουσία. Η περιουσία που πήρε ο πατέρας μου από τον πατέρα του ήτανε 2 στρέμματα χωράφι. Το ενάμιση έχουνε φυτρώσει τώρα τσαγκουρνιές, αγκαθιές. Η τσαγκουρνιά είναι ένα άγριο πράγμα, τα οποία ήταν από μισό στρέμμα. Το πότιζες κάθε δεύτερο χρόνο, να βάλεις αραποσίτι να μην πάρεις ούτε τον σπόρο. Και την άλλη χρονιά το βάζαμε σιτάρι, σιτάρι κάτι κάναμε. Και άλλα 5-6 στρέμματα ξερικά επάνω, που δεν έχουνε νερό ποτέ. Τώρα έχουνε γίνει δάσος. Τα οποία σπέρναμε σιτάρι τότε, αλλά για να σπείρουμε έπρεπε να έχεις βόδια ή μουλάρι. Εμείς δεν είχαμε ούτε γάιδαρο. Και φορτωνότανε η μάνα μου τα πουρνάρια, τζαλιά, τα έφτιαχνε κάτω και τα φορτωνότανε και τα έφερνε στο σπίτι για να μας ψήσει ψωμί. Δουλεύαμε όλοι. Στο σχολείο, που λες, αυτά όλα είναι μετά που χωρίσαμε, είμαστε στου Σωτήρος που χωρίσαμε τώρα, ε; Εγώ πηγαίνω Τρίτη Δημοτικού, τέτοιο πράγμα. Τετάρτη, Πέμπτη είχαμε και τις προβατίνες και σηκωνόμουνα πρωί. Έφευγε η μάνα μου με τον πατέρα μου και πηγαίνανε σε άλλον που είχε βόδια και μουλάρια, τον βοηθάγανε στις δουλειές. Δυο μέρες η μάνα μου με τον πατέρα μου, μία μέρα να μας δώσει το ζευγάρι, κατάλαβες; Και σηκωνόντουσαν πρωί και φεύγανε για τις δουλειές, εμείς ακόμα κοιμόμαστε, τον χειμώνα, την άνοιξη… Και μετά έπρεπε να βγάλω τις γίδες, να τις πάω στο βουνό, 1,5 χιλιόμετρο μακριά, πίσω από το σπίτι, γιατί μετά τις πήραμε στο σπίτι, στο κατώι τις γίδες. Φύγαμε απ’ το μαντρί τώρα πλέον, είχαμε λίγα, δεν είχαμε μαντρί. Και να τις καλούσα τις γίδες στο βουνό, να πάω στο σχολείο, να γυρίσω πίσω στο σπίτι, να ταΐσω το γουρούνι, τις κότες, να δω τα αδέρφια μου πού είναι, ήταν μικρά ακόμα τα παιδιά. Με τον Τζίμη έχουμε δύο χρόνια διαφορά, ερχόταν από το σχολείο και εκείνος. Ο Διονύσης τον είχε η γιαγιά μου, μας τον φύλαγε κάπου-κάπου η γιαγιά. Να βάλω πατάτες να βράσουνε να φάμε, να βάλω φασόλια το βράδυ, να έρθει η μάνα μου από το χωράφι να τα βρει μισοβρασμένα, να τα αποτελειώσει. Λοιπόν… Και μια φορά – σ’ τα λέω τώρα, αυτές είναι μεγάλες ιστορίες. Είχαμε για τον κύβο, είχαμε και το «Πιστεύω». Εγώ ήμουν πολύ καλός, δεν είχα βιβλία, αυτά, ήμουν δυνατός μαθητής. Όταν δώσαμε εξετάσεις στα Καλάβρυτα για να πετύχουμε στο Γυμνάσιο, καθόμασταν τώρα… Δώσαμε τετρακόσια-πεντακόσια παιδιά απ’ όλα τα χωριά της επαρχίας Καλαβρύτων, για να πάρει καμιά εξηνταριά-εβδομήντα; Μου δώσανε «συγχαρητήρια στον εαυτό σου, στους γονείς σου και στον δάσκαλό σου». Ο δάσκαλος ψήλωσε. Γιατί; Γιατί διάβασε ο Αδραχτάς, του παπά το παιδί, που το ήξερα από το Καλλιφώνιo, από το χωριό της μάνας μου, με την αδερφή του τη Χαρίκλεια, διάβασαν, έγραφε: «Ο καροτσέρης. Το καμτσίκι έπεφτε απλά στα καπούλια του αλόγου». Ρωτάει ο καθηγητής, Παπανικολάου Οικονομόπουλος, καθηγητής με ούμπαλα, ε; Αδραχτάς, Αλεξόπουλος, ήμαστε... «Τι είναι το “απαλά”;», «Ρήμα». «Τι είναι το “απαλά”;» «Ουσιαστικό». Ήρθε η σειρά μου. «Τι είναι το “απαλά”;» Του λέω: «Τροπικό επίρρημα». «Πού το κατάλαβες;». Του λέω: «Μας δείχνει τον τρόπο που έπεφτε το καμτσίκι στα καπούλια του αλόγου». Ω ρε πούστη! Έγινε της πουτάνας μέσα! Βγήκαμε έξω, ξέρεις, ο ένας με τον άλλον τώρα, συζητιόνται αυτά τα πράγματα. Ο δάσκαλος περίμενε απ’ έξω, ψήλωσε ο δάσκαλος. Και την ίδια χρονιά εκείνη, τον χειμώνα, ήτανε[00:40:00] που είχαμε για το «Πιστεύω» και για τον κύβο. Και τα δυο ήτανε μανίκια, αλλά έπρεπε να φτιάξεις και κύβο. Εμείς σπίτι δεν είχαμε ούτε κουβαρίστρα, ρε, να ράψουμε το κουμπί μας, πού να το βρω το χαρτί εγώ; Και ποιος άδειαζε να φτιάξεις; Εγώ δεν είχα εγώ χρόνο δικό μου καθόλου σαν παιδί να πάω να παίξω. Κυριακή… Την Κυριακή πήγαινα με τα γίδια για να πάει ο πατέρας μου στην εκκλησία και εκείνος. «Λέγε το “Πιστεύω”». «Νηστεία, νηστεία». Λέει εγώ και το «Πιστεύω» και τον κύβο, τι με ρώτησε, γεωμετρικά, πλευρές, τέτοια και τα λοιπά. «Πού είναι ο κύβος σου;», «Νηστεία». «Κύριε, έχω τις δουλειές επάνω στο βουνό, τι…». «Δεν ξέρω τίποτα, με τον κηδεμόνα σου. Άμα θα έρθει ο κηδεμόνας σου να σε πάρει». Αυτό δεν του το συγχώρησε κανείς του δάσκαλου, ε; Να κλείσει τον Φώτη μέσα και να είναι οι γίδες… Που ο Φώτης ήταν καλός μαθητής και από ανέχεια πράγματι… Γιατί μπήκαμε σε ένα σπίτι μέσα, όπως σου είπα, είχα τελειώσει τη Δευτέρα, την Τρίτη Δημοτικού, που ήτανε τέσσερις τοίχοι. Δύστυχα χρόνια, παιδί μου, δύστυχα χρόνια.

Δ.Π.:

Αυτή τώρα η ιστορία που μου είπες είναι από το Δημοτικό;

Φ.Α.:

Σου είπα, πριν δώσουμε εξετάσεις εισιτηρίους, πριν δώσουμε εισιτηρίους.

Δ.Π.:

Ήθελα να σε ρωτήσω τώρα και το εξής. Μου είπες ότι έδωσες εξετάσεις, πέρασες στο Γυμνάσιο στα Καλάβρυτα και ότι νοικιάζατε εκεί πέρα ένα σπίτι μαζί με άλλους μαθητές;

Φ.Α.:

Ναι, στα Καλάβρυτα… Έχω αλλάξει σαράντα πέντε φορές σπίτι στη ζωή μου. Σαράντα πέντε φορές σπίτι. Πρέπει να είναι παγκόσμια πατέντα.

Δ.Π.:

Για το σπίτι στα Καλάβρυτα, θέλεις να μου πεις πόσοι θυμάσαι περίπου μένατε και πώς ήταν το σπίτι;

Φ.Α.:

Συνήθως ζευγάρια, συνήθως ζευγάρια. Αλλά τσακωνόμασταν κιόλας και δεν τη βγάζαμε πέρα-πέρα. Εγώ με τον ξάδερφό μου τον Χρήστο, έμεινε αυτός, έχει πεθάνει τώρα νομίζω, τσακωθήκαμε.

Δ.Π.:

Μένατε μαζί;

Φ.Α.:

Μέναμε μαζί. Γιατί τσακωθήκαμε; Φτου γαμώ το κέρατό μου, ούτε θυμάμαι γιατί. Δηλαδή δεν υπήρχε, παιδιά τώρα. Κρεμάγαμε… Σπίτια… Μην νομίζεις σπίτια. Ποντίκια, ε; Και κυνηγάγανε το ψωμί τα ποντίκια. Πού να το βάλεις; Το κρεμάγαμε από το φως! Πήγαινε ο διάολος γύρω-γύρω και το έβρισκε μέσα στο τράστο. Το τράστο είναι το σακούλι που το… Αυτό που… Πώς να σ’ το πω; Ντορβά, τράστο; Τράστο είναι αυτό, υφαντό. Εν πάση περιπτώσει, το βάζαμε εκεί μέσα το ψωμί, γιατί ψωμί το φέρνανε, μια φορά τη βδομάδα ερχότανε. Κάποιος ερχόταν μέσα, έφερνε το ψωμί και καμιά φορά μας έστελνε και με το λεωφορείο εμάς, οι Κερτεζήτες. Αλλού δεν υπήρχε ούτε λεωφορείο. Μας έστελνε με το… Όπως τις Απόκριες με το χοιρινό, είχα κάθε μέρα, μου έστελνε η μάνα μου κάθε μέρα κρέας, δεκαπέντε μέρες-είκοσι κρέας, κάθε μέρα! Γιατί είχαμε χοιρινό μεγάλο. Το χοιρινό πήγαινε 120-150 οκάδες. Γιατί είχαμε την πατάτα τη χαλασμένη, είχαμε κολοκύθια, είχαμε βελάνια, είχαμε κάστανα και είχαμε και καλαμπόκι σκούπα, από αυτό που φτιάχνουνε τις σκούπες. Ένα ψιλό καλαμπόκι αυτό, το οποίο το άλεθε ο μύλος. Η Κέρτεζη είναι το μόνο χωριό το οποίο έχει εννιά-δέκα υδρόμυλους. Καταλαβαίνεις τώρα τι… Βιομηχανία ολόκληρη.

Δ.Π.:

Και για να καταλάβω, κάθε Απόκριες σφάζατε ένα χοιρινό;

Φ.Α.:

Ναι, δύο χοιρινά. Το ένα να το σφάξουμε και το άλλο μεγάλωνε. Ετοιμαζότανε για τον άλλο χρόνο, βέβαια. Γιατί είχαμε τροφή. Ήταν ο τυρόγαλος. Από το τυρί που πήζαμε έμενε αυτό, ο τυρόγαλος. Το οποίο το ρίχναμε και λίγο αλεύρι μέσα και το γουρούνι ήταν η καλύτερή του.

Δ.Π.:

Και…

Φ.Α.:

Κάτι σου έλεγα, φύγαμε από το ένα θέμα...

Δ.Π.:

Για τα Καλάβρυτα λέγαμε, για το σπίτι στα Καλάβρυτα.

Φ.Α.:

Που κρεμάγαμε το ψωμί επάνω και το καθαρίζαμε. Πώς είναι εδώ το ψωμί; Με το μαχαίρι την τρύπα και το τρώγαμε το ίδιο, λες και δεν είχε πατήσει το ποντίκι πάνω. Δεν έπαθε κανείς τίποτα! Ιστορίες για αγρίους… Για πολύ αγρίους! Αυτά εν έτη ’52-’55, ’56. Μετά έγιναν και σπίτια στα Καλάβρυτα, κίνησε λίγο η οικονομία. Το ’55 επήγα... Δουλεύαμε στο σπίτι όλοι τώρα! Και ο αδερφός μου ο μικρός κοντά να βαρέσει τη στρούγκα για να αρμέξω. Εγώ αρμέγω από 12-13 χρονών, και το άρμεγμα είναι δύσκολη δουλειά, δεν είναι εύκολη.

Δ.Π.:

Θέλεις…

Φ.Α.:

Κάτι ήθελα να σου πω και κόλλησα.

Δ.Π.:

Μήπως σε μπέρδεψα εγώ; Άμα σε βοηθάει, μπορείς να μου τίποτα για το σχολείο στα Καλάβρυτα; Πώς ήτανε;

Φ.Α.:

Άσε με λίγο, θα σου πω. Να σου πω αυτό και αμέσως μετά.

Δ.Π.:

Ναι, ναι.

Φ.Α.:

Μαζέψαμε, πουλήσαμε και κάτι τραγάκια εκεί και πήραμε μουλάρι για να οργώνουμε και να σπέρνουμε. Πήραμε μουλάρι, το καλύτερο μουλάρι. Το μουνούχισε ο μουνουχάρης και ψόφησε το μουλάρι. Μεγάλη ζημιά!

Δ.Π.:

Κάτσε, πώς ψόφησε;

Φ.Α.:

Το μουνούχισε και δεν ήταν καθαρά εκεί που κοιμήθηκε και έπαθε τέτανο, το αφόρμισε, έγινε…

Δ.Π.:

Ο μουνουχάρης τι είναι;

Φ.Α.:

Ο μουνουχάρης ήταν αυτός που… Του έκανε, πώς να το πω;

Δ.Π.:

Σαν κτηνίατρος, ας πούμε;

Φ.Α.:

Ναι.

Δ.Π.:

Οκ.

Φ.Α.:

Ναι, ναι, μουνουχάρης, ο Καρπετάς, ήταν εμπειρικός από τον στρατό.

Δ.Π.:

Ναι, ναι.

Φ.Α.:

Έτσι ήτανε. Λοιπόν… Και ψόφησε το μουλάρι. Και τώρα το καλοκαίρι τι κάνουμε, τι θα κάνουμε; Χρεωμένοι! Ήμουνα 15 χρονών. Είχα τελειώσει την Πέμπτη Γυμνασίου, δηλαδή την Τρίτη, θα πήγαινα στην Έκτη, Εβδόμη, Ογδόη. Και πήγα με τη μάνα μου για σταφίδα. Σταφίδα να τρυγάς, να τη βάνεις στο γαλίκι. Γαλίκι είναι ένα κοφίνι 20-25 κιλά, οκάδες. Οκάδες είχαμε, τότε είχαν αρχίσει το ’55-’56 κάπου μεταφερθήκαμε από τις οκάδες στα κιλά. Και πήγαμε και στον τρύγο. Εμένα δεν με θέλανε, δεν με παίρνανε. Παιδάκι τώρα, πού θα σου δώσει μεροκάματο; Η μάνα μου γέμιζε τρία γαλίκια ώσπου να πεις κίμινο. Ήτανε πολύ άξια η μάνα μου, δηλαδή στον θέρο που θερίζανε δεν την έφτανε κανείς. Είχαν να το λένε, πουθενά, ήταν πολύ δυνατή στα πάντα. Κοινωνική… Αγράμματη τελείως! Αλλά δεν την έκοβες. Μαγείρισσα σε γάμους, σε αυτά όλα! Η Ελένη να φτιάξει τα γλυκά… Ακούραστη! Και πήγαμε εκεί στου Τούμπα Αιγίου, πήγαμε εκεί σε έναν κουμπάρο. Έπαιρνα εγώ το γαλίκι, το έπιανα έτσι, ήμουνα γυμνασμένο παιδί! Έτσι, και το πήγαινα λες και… Κάτι ανηφόρες, κάτι αυτά. Και με κράτησε αυτός και για να την ψήσουμε τη σταφίδα. Και μου έδωσε λεφτά καλά τότε και πήραμε το μουλάρι. Πήραμε άλλο μουλάρι δηλαδή.

Δ.Π.:

Επόμενο.

Φ.Α.:

Μου είπες κάτι για το Γυμνάσιο, πώς ήταν τα…

Δ.Π.:

Ναι, που μου είπες ότι πήγες στο Γυμνάσιο…

Φ.Α.:

Στο Γυμνάσιο είναι αυτό, αφού είμαι 15 χρονών.

Δ.Π.:

Και πώς ήταν εκεί πέρα; Καταρχάς, φεύγατε απ’ το σπίτι και μένατε στα Καλάβρυτα, που ήταν η πόλη εκεί.

Φ.Α.:

Ναι. Κάθε πρωί σχολείο. Κάθε πρωί πηγαίναμε σχολείο. Το απόγευμα δεν πολυείχαμε, ίσως και καθόλου. Μέχρι το μεσημέρι ήσουν σχολείο. Και Σάββατα, δεν είχε Σάββατα, αργίες και αυτά. Άμα ήθελες να πας στο χωριό, το Σάββατο το απόγευμα, Δευτέρα το πρωί έπρεπε να ήσουν πάλι εκεί. Έχω μια ιστορία τώρα εκεί… Μας έδωσε ένας το άλογο να το πάμε στον γιο του, που έμενε στα Καλάβρυτα, να τρυγήσει και μας πιάνουν κάτι αστροπελέκια στα 8 χιλιόμετρ[00:50:00]α. Είναι 15 η Κέρτεζη από τα Καλάβρυτα, εκεί από κάτω από το Ηρώο της Αγίας Λαύρας, που τα στύλωσε το άλογο και δεν προχωρούσε. Είχε απάνω κάτι λινάτσες που κουβάλαγε τα φουσκιά.

Δ.Π.:

Τι κουβάλαγε;

Φ.Α.:

Το φουσκί, τις κοπριές από το άλογο, για να τις πάει στο αμπέλι, στο χωράφι. Γινότανε και αυτή η δουλειά, γιατί αυτά ήταν λίπασμα. Και τα βάλαμε πάνω και… Αστροπελέκι! Και εκεί δεν έχει τίποτα, ούτε δέντρο δεν έχει, κάνα-δυο αχλαδιές έχει. Λοιπόν. Και πήγαμε και πότισε το φουσκί από εδώ μέχρι εδώ, μέχρι τα νύχια. Και πήγαμε μέσα στα Καλάβρυτα.

Δ.Π.:

Τα είχατε πάρει, τα είχατε...

Φ.Α.:

Τα βγάλαμε μετά, κράτησε μετά, πέρασε το μπουρίνι, αλλά μας είχε ποτίσει φουσκί.

Δ.Π.:

Γιατί τα είχατε βάλει στο κεφάλι.

Φ.Α.:

Να μας φυλαχτεί. Αλλά δεν έκοψε τίποτα. Εμείς γίναμε πατείς με... Και πάμε σπίτι… Γιατί, είχε ζεστό νερό να κάνεις μπάνιο; Είχε… Τι είχε; Τίποτα δεν είχε, με το κανάτι έριχνε ο ένας στον άλλο. Και πού να το ζεστάνεις και πώς; Ιστορίες, πολύ σκληρές ιστορίες.

Δ.Π.:

Στο χωριό, πέρα από δουλειές, κάνατε κάτι για διασκέδαση; Περνάγατε κάπως τον χρόνο σας;

Φ.Α.:

Οι διασκεδάσεις, ναι, ωραίο θέμα. Γλεντάγαμε οικογενειακώς από σπίτι σε σπίτι. Τις Απόκριες ιδίως. Σε γιορτές, σε γάμους. Ο πατέρας μου έχει καμιά ογδονταριά-ενενήντα πρωτοξάδερφα. Ο πατέρας μου, πρόσεξε. Εγώ έχω –τώρα δεν είναι τόσοι, έχουνε χαθεί–, σαράντα πέντε πρωτοξάδερφα. Εγώ. Ο πατέρας μου έχει ογδόντα πέντε πρωτοξάδερφα. Γιατί ο παππούλης μου είναι επτά-οκτώ αδέρφια, άλλα τόσα η γιαγιά μου, η μάνα του δηλαδή, και γίνεται εκεί ένα… Και κάθε τόσο είχαμε γάμο ή χαρά. Και ο πατέρας μου ήταν ωραίος τραγουδιστής και η μάνα μου και ήταν και αγαπητοί και μας προτιμούσανε και πηγαίναμε. Και αυτή ήτανε διασκέδαση. Στην πλατεία είχε, έρχονταν νταούλια, o Μπακόπουλος. Ήτανε με τις πίπιζες, δύο πίπιζες, ο νταουλιάρης. Και εκεί χόρευες και κόλλαγες, έριχνες το κατιτίς σου. Και άμα χόρευε η νύφη, ρίχνανε όλοι και κάτι παραπάνω για τη νύφη κ.λπ. Και ο κόσμος καθόταν γύρω-γύρω στην πλατεία και όρθιοι και χαζεύανε. Και αν ξέρει η νύφη που ήρθε χορό και τι… Αυτό ήταν μια άλλη νότα. Κάθε Κυριακή, όμως, η Κέρτεζη είχε γάμο. Ήταν πολύς ο κόσμος. Τον κόσμο τον έφαγε η Αυστραλία, η Γερμανία και ο Καναδάς. Άδειασε το χωριό. Δεν άδειαζε το χωριό αλλιώς.

Δ.Π.:

Πότε θυμάσαι να αρχίζει να φεύγει ο κόσμος; Το θυμάσαι εσύ; Ήσουν ακόμη στο χωριό;

Φ.Α.:

Πότε;

Δ.Π.:

Άρχισε να φεύγει ο κόσμος για Αυστραλία, Αμερική και Καναδά που μου είπες.

Φ.Α.:

Πώς δεν θυμάμαι! Το ’58, ’59, ’60, ’62, εκεί έφυγε ο κόσμος. Ναι. Μέχρι και εγώ, επήγα στη Δ.Ε.ΜΕ., Δ.Ε.ΜΕ. ήταν Σοφοκλέους επάνω στον 5ο-6ο όροφο κάπου ήταν, για να πάω για να κάνω τα χαρτιά μου. Κάτι στο διάολο ήτανε, γραφείο ήτανε για μετανάστευση. Και με έπιασε ένα παράπονο και λέω: «Ρε πούστη…». Και μετά έκανα τα χαρτιά μου και πήγα στην Αεροπορία εθελοντής.

Δ.Π.:

Κάτι που δεν έχουμε συζητήσει πολύ αναλυτικά και θα ήθελα να μου πεις είναι το ζήτημα των αγροτικών δουλειών, των δουλειών που κάνατε στο χωριό. Ποιες ήταν αυτές;

Φ.Α.:

Αγροτικές δουλειές στο χωριό, Κέρτεζη, που σου είπα το χωριό μου, είναι πολλές. Δεν έχουνε αρχή και τέλος. Ο πατέρας μου, Θεός συγχωρέσ’ τον, έλεγε: «Τον Μάη θάνατος επιτρέπεται, αρρώστια απαγορεύεται». Δεν φτάσαμε ακόμα εκεί, θέλω να σου πω τώρα για τις δουλειές γενικά. Οι αγροτικές δουλειές είναι… Αρχίζει η σπορά το φθινόπωρο, τα σιτηρά και τα γρασίδια για τα αρνοκάτσικα την άνοιξη. Γρασίδι είναι το κριθάρι και η βρόμη. Αυτά τα τρώνε πριν ακόμα γίνουν για θέρο τα κατσικάκια και τα αρνιά μικρά στο... Αυτά η σπορά τους γίνεται πρώιμα. Σεπτέμβρη, αρχές Οκτώβρη τα σπέρναμε αυτά. Μετά έρχεται ο χειμώνας, έχει, είναι… Μόνο οι τσοπάνηδες έχουνε δουλειά, γιατί γεννάνε τότε τα γιδοπρόβατα και είναι συνέχεια στη βροχή, στο κρύο, στα χιόνια μέσα και στα λοιπά. Ο γεωργός έχει καφενείο τον Δεκέμβρη-Γενάρη, μέχρι που να αρχίσουν τα αμπέλια. Τα αμπέλια εννοούμε ο κλάδος, το κλάδεμα αρχίζει. Τέλος Γενάρη αρχίζει το κλάδεμα των αμπελιών. Μετά ερχόμαστε στο σκάψιμο, μετά είναι το θειάφι, το ρέντι για τα αμπέλια. Τον Μάη ωστόσο… Ναι, τον Μάη πρέπει να κόψουν τα τριφύλλια με την κοσιά. Τα τριφύλλια το κόβουνε τρεις φορές τον χρόνο και τέσσερις μπορείς να το κόψεις, ανάλογα το χωράφι.

Δ.Π.:

Η κοσιά που μου είπες τι είναι;

Φ.Α.:

Η κοσιά είναι… Η κοσιά… Ένα μεγάλο μαχαίρι με ένα μακρύ ξύλο και το τραβάς έτσι κάτω στη γη και κόβεις, κόβεις και το αφήνει πίσω. Και μετά πρέπει να ηλιαστεί λίγο και μετά να το μαζέψεις, γιατί θα σαπίσει, θα μουχλιάσει αν το μαζέψεις χλωρό. Και πρέπει να μην βρέξει, έχει καημούς το τριφύλλι. Και να το πας στην αποθήκη για να έχεις τον χειμώνα. Βασικά τότε, τα χρόνια εκείνα, ο καθένας είχε για τα ζώα του, για τα κατσικάκια, για τα αρνάκια, τους έδινες λίγο τριφύλλι άμα ήθελες να παχύνουν για να πουλήσεις. Δεν πουλάγαμε, γιατί… Πουλάγαμε μετά το Πάσχα αρνιά και κατσίκια. Δεν είχε όλο τον χρόνο τότε, όπως τώρα, αρνιά και κατσίκια εκεί σε εμάς που είναι ορεινό και είναι... Λοιπόν, μετά από τα αμπέλια, ερχόμαστε στη γεωργία, καθ’ εαυτού γεωργία. Φασόλια, πατάτες, καλαμπόκι. Τα φασόλια έπρεπε να ετοιμάσεις το χωράφι, να το οργώσεις μια-δυο φορές, ανάλογα το χωράφι, να έχει «ρωγό» λέγανε, δηλαδή να είναι σε τέτοιο σημείο που να μην είναι ούτε πολύ βρεγμένο, ούτε πολύ υγρό, ούτε και ξερό. Να έχει… Για να βάλεις το φασόλι, να πιάσει. Το φασόλι βγαίνει σε καμιά δεκαπενταριά μέρες, αρχίζει και βγαίνει επάνω. Μετά το φασόλι θέλει να το βοτανίσεις, άμα έχει μέσα άγρια ζιζάνια. Η πατάτα είναι πιο εύκολη στην καλλιέργεια. Τη βάζεις, μετά θέλει πότισμα μόνο. Μερικά χωράφια κάτω στον κάμπο δεν θέλουνε πότισμα, γιατί έχει πάρα πολύ νερό ο κάμπος της Κέρτεζης. Από κάτω είναι όλο πηγάδι. Φτάνει να σου πω ότι στη μέση στον κάμπο και στη μέση στο χωριό το διασχίζει ο Βουραϊκός, που βγαίνει δίπλα στο Διακοφτό. Ο Βουραϊκός, οι πηγές του, είναι πίσω στον Ερύμανθο επάνω του Βουραϊκού. Από τον Κοκκαλιάρη ξεκινάει, το οποίο είναι από τη Λαμπεία, που σου είπα προηγουμένως, σκοτώσανε τον θείο μου[01:00:00], από ένα ψηλό σημείο του Ερύμανθου στα 2.200. Ο Ερύμανθος έχει, νομίζω, 2.350 ύψος και το άλλο το μεγάλο… Όχι, το μεγάλο ύψος της Κέρτεζης είναι και οι Τρεις Γυναίκες. Οι Τρεις Γυναίκες είναι κοντά στις 2.000 μέτρα υψόμετρο. Ένα άλλο μεγάλο υψόμετρο είναι η Καρβελού. Και η Καρβελού είναι μεγάλο υψόμετρο. Αυτά τα έχω δει και τα έχω περπατήσει, που γύριζα με τα γίδια πάνω στα βουνά. Και μάλιστα, τελευταία πέρασα από το… Σε επιστροφή μου από το Κούμανι- Λεχούρι επάνω τον Ερύμανθο και βγήκα πίσω στο Μάνεσι. Το Μάνεσι είναι πάνω στον δρόμο Πάτρα-Καλάβρυτα. Εκεί βλέπεις από την πίσω μεριά του Ερυμάνθου και από μπροστά είναι η Κέρτεζη. Η Κέρτεζη είναι… Δεν πάει, πάει μόνο Κέρτεζη ο δρόμος. Είναι αδιάβατη, είναι απέραστη.

Δ.Π.:

Ωραία, είχαμε μείνει στις αγροτικές δουλειές, στις καλλιέργειες. Μου είχες πει για τα φασόλια και τις πατάτες.

Φ.Α.:

Οι καλλιέργειες, ναι, ναι. Η πατάτα. Η πατάτα είναι… Βγάζει πολλούς τόνους η Κέρτεζη πατάτα. Πατάτα και φασόλια. Ήτανε, τώρα σε λίγο δεν ξέρω αν βρίσκεις και να φας. Τώρα το έχουνε γυρίσει μπρόκολο, μάπα, τέτοια πράγματα. Δεν υπάρχουνε άνθρωποι να δουλέψουνε. Τι να σου πω τώρα; Δυο-τρεις είναι εκεί οι οποίοι ασχολούνται. Έχουνε νοικιάσει, επινοικιάσει τα χωράφια και δίνουν ένα κομμάτι ψωμί σε όποιον έχει χωράφια. Δεν έχουν καμία αξία σήμερα τα χωράφια.

Δ.Π.:

Και θέλω να μου πεις, μετά τα φασόλια και τις πατάτες, τι άλλες δουλειές κάνατε; Ας πούμε, τρύγο είχατε;

Φ.Α.:

Αφού έχεις αμπέλια, δεν θα έχει τρύγο;

Δ.Π.:

Σωστά.

Φ.Α.:

Μια ωραία δουλειά είναι πριν τον τρύγο ή μαζί με τον τρύγο τότε, είναι το μάζεμα του καλαμποκιού, το αραποσίτι δηλαδή. Το οποίο αραποσίτι το πηγαίναμε στο αλώνι και το ρίχναμε… Το αλώνι σε ένα μέρος έριχνες μια θημωνιά εκεί, μια θημωνιά. Μια θημωνιά. Θημωνιά είναι, όπως το έβγαζες από τα τσουβάλια και το έριχνες εκεί, γινόταν μεγάλη θημωνιά, και ανάλογα ο καθένας τι αυτό είχε. Και μάζευε ανθρώπους να πάμε να το ξεφλουδίσουμε. Να βγάλεις τον καρπό από το πούσι. Το πούσι το μαζεύαμε διότι το τρώγαν τα βόδια. Τα γαϊδούρια και τα άλογα δεν το τρώνε το πούσι από το καλαμπόκι, μόνο τα βόδια το τρώγανε. Και εκεί ήτανε η μεγάλη ευκαιρία για να απλώσεις και το χέρι σου, να πιάσεις κάνα ποδαράκι! Κάτω από το πούσι, γιατί σε έχωνε… Όπως ξεφύλλιζες το καλαμπόκι έριχνες το πούσι. Έριχνες το πούσι, παραδίπλα σου καθόταν άλλος, παραδίπλα καθόταν η Βαγγελιώ, από δω η Μαρία, από εκεί η Βασίλω, λοιπόν, και γινόταν ευκαιρία για τζερτζελέ. Και παρακαλάγανε όλοι να πάνε για να βοηθήσουνε στο ξεφύλλισμα γιατί είχε νταραβέρι! Είχε και κάνα μεζέ εκεί, είχε… Λίγο, γιατί ήταν φτωχά τα χρόνια τότε. Τώρα που έχουνε μεζέ, δεν έχουνε καλαμπόκι. Μετά ήταν ο τρύγος. Ο τρύγος, τα πατάγαμε τα σταφύλια στο αμπέλι και τα αμπέλια ήταν μικρά, διότι το χωριό είναι παλιό, πάρε το ένα παιδί, πάρε το άλλο, έγιναν μικρά τα κτήματα, δεν είχε… Μισό στρέμμα. Λέγαν μάλιστα: «Ένα ξινάρι, δύο ξινάρια αμπέλι». Λέει: «Αφήνω στην εκκλησία, στον Αϊ- Θανάση, δύο ξινάρια αμπέλι». Δηλαδή τι θα πει αυτό; Θα πει ένα χωράφι που δύο άνθρωποι το σκάβουν σε μια μέρα. Τα σκάβαν και φτιάχνανε κουτρούλια και μετά τα χαλάγανε. Τα χαλάγανε, το ισοπεδώνανε εννοώ. Λοιπόν, για τον τρύγο. Ο τρύγος ήτανε… Τα πατάγαμε, ναι, τα σταφύλια. Κουβάλαγες πρώτα μια κάδη μεγάλη, έναν κάδο μεγάλο, ξύλινο. Και το πατητήρι επάνω. Το πατητήρι ήταν, τα έριχνες τα σταφύλια μέσα και τα πατάγαμε. Ξυπόλυτος βέβαια. Παντελόνι εγώ είχα. Παιδάκι δεν είχα μακρύ παντελόνι. Μετά που είχα εν πάση περιπτώσει, σήκωνες το παντελόνι και πάταγες. Αυτό είχε ένα πράγμα και μετά τα έριχνες μέσα, αφού το έκανες ζουμί, και μετά από τον κάδο το βάζαμε στα ασκιά για το σπίτι. Τα ασκιά ήταν από γιδοτόμαρα και όσο γερή ήταν η γίδα, δηλαδή παγωμένη και νέα, δηλαδή όχι παγωμένη… Νέα γίδα, ήταν η γιδιά ήτανε γερή, ήτανε ντούρα, ήτανε… Αλλιώς σου έσπαγε η γιδιά. Ήτανε μια ιστορία μεγάλη το κουβάλημα. Από εκεί το κρασί, από τη γιδιά, πήγαινε στο βαγένι. Το βαγένι ήταν το μεγάλο βουτσί, πώς αλλιώς; Βαρέλι! Το μεγάλο βαρέλι, που ψηνόταν εκεί λίγο καιρό και από εκεί το τραβάγαμε από κάτω το λαγάρι, το χωρίζαμε από τα τσίπουρα εν ολίγοις, τα τσίπουρα μένανε μέσα...

Δ.Π.:

Το λαγάρι που μου είπες τι είναι;

Φ.Α.:

Λαγάρι είναι καθαρό, δεν έχει τσίπουρα. Και γεμίζαμε τα βουτσιά, τα βαρέλια. Βουτσί και βαγένι. Το μεγάλο ήταν το βαγένι. Το Μέγα Σπήλαιο έχει δύο βαγένια, τον Αγγελή και τον Σταμάτη, τα οποία παίρνουνε 20-30 τόνους το καθένα μέσα.

Δ.Π.:

Το Μέγα Σπήλαιο λες τη Μονή;

Φ.Α.:

Η Μονή, ναι. Έχει ένα μεγάλο αμπέλι, είναι όπως πηγαίνουμε δεξιά από κάτω από τον δρόμο. Φαίνεται από του Θανάση το εστιατόριο εκεί, την ταβέρνα.

Δ.Π.:

Και εκεί, πώς τα πηγαίνατε όλα αυτά εκεί πέρα;

Φ.Α.:

Όχι, δεν τα πηγαίναμε.

Δ.Π.:

Δεν τα πηγαίνατε.

Φ.Α.:

Αυτά ήταν του Μεγάλου Σπηλαίου, δηλαδή θέλω να σου πω.

Δ.Π.:

Ήταν για τα δικά τους κτήματα.

Φ.Α.:

Ναι. Το βαγένι το δικό μου ήτανε μικρό. Υπήρχαν, όμως, και άνθρωποι στο χωριό που είχανε 3-4, 5 τόνους βαγένι, που είχανε πολλά αμπέλια. Εμείς, γιατί χωρίσαμε κιόλας, δεν ήμαστε και χοντρονυκοκυραίοι, γιατί δεν είχαμε μόνο αμπέλια, είχαμε απ’ όλα, είχαμε και τα γιδοπρόβατα.

Δ.Π.:

Για αυτό θες να μου πεις; Δηλαδή μου είπες ότι τον χειμώνα ξεγεννάγατε γιδοπρόβατα. Το έχεις κάνει αυτό εσύ;

Φ.Α.:

Λοιπόν, την πρώτη χρονιά, τότε που κοιμήθηκα τον Αύγουστο να μην μου κλέψει κι άλλο, ήρθαν τα Χριστούγεννα. Ήρθαν τα Χριστούγεννα και έκλεινε το σχολείο τότε. Στο Δημοτικό πήγαινα τότε, ήμουν 8-9 χρονών παιδάκι. Και πήγα με τις γίδες. Είχα εννιά γίδες και είχα και πέντε-έξι μισακές. Μισακές του Στεφανόπουλου, τις οποίες τις είχε κανονίσει ο πατέρας μου με την ωφέλεια. Όσα κατσίκια κάνουν να μοιραστούμε τα κατσίκια. Τίποτα, δυο κατσίκια, αλλά...

Δ.Π.:

Άρα για να καταλάβω, κρατούσατε τα ζώα κάποιου άλλου και ό,τι γεννούσε τα μοιραζόσασταν.

Φ.Α.:

Ναι, ναι, ναι, ναι, ναι. Το λέγαν «με την ωφέλεια» αυτό. Αυτός ήτανε τσαμπάσης και ο οποίος είχε πάει, είχε… Είχε πληρώσει και τον πατέρα μου να πάει τα αρνιά, τότε που έκατσα εγώ και μου έκλεψε ο κλέφτης, που πήγα στο βουνό και ήρθε ο πατέρας μου κάτω. Αυτουνού τα αρνιά είχε πάει κάτω στο… Στο Αίγιο είχε πάει. Στο Αίγιο… Από τα Αίγιο ήρθα με τα πόδια μέσα από τα βουνά, πάνω, μια φορά που πήγα στη σταφίδα, γιατί δεν είχε μεροκάματο και γύρισα πίσω από το Αίγιο[01:10:00] και κοιμήθηκα στο Γαρδίκι. Ακατοίκητο το χωριό τότε! Γιατί πέντε-έξι ανθρώπους είχε, πηγαίνανε στις σταφίδες το καλοκαίρι και κοιμότανε ο κόσμος και δεν γύριζε στο χωριό. Και σε μια αυλή, έτσι, με σκέπασμα τον ουρανό, έτσι κοιμήθηκα λίγο, με άλλους δύο-τρεις. Και από εκεί με τα πόδια από κάτω ξεκινήσαμε να πάμε στην Κέρτεζη νηστικοί. Και σταμάτησα στην επάνω Γουμένισσα, σε έναν συμμαθητή μου –Θεός συγχωρέσ’ τον, έχει πεθάνει ο Αλέκος–, μέναμε μαζί, μέναμε μαζί. Ξέρεις πού; Εσύ ήσουνα που με ρώτησες: «Και πώς χωράγατε εδώ, παππού, δύο άτομα;» και σου λέω: «Παιδάκι μου…».

Δ.Π.:

Μπορεί να ήμουν και εγώ, δεν το θυμάμαι τώρα. Άρα όλο αυτό που μου είπες τώρα, είχες πάει για μεροκάματο στις σταφίδες, δεν βρήκες μεροκάματο και γύρισες με τα πόδια από το Αίγιο στο χωριό;

Φ.Α.:

Ναι, ναι, ναι.

Δ.Π.:

Αυτό πόσα χιλιόμετρα είναι περίπου;

Φ.Α.:

Μέσα από τα βουνά είναι ευθεία, είναι… Μόνο αν το… Δεν μπορώ να το υπολογίσω.

Δ.Π.:

Είναι μακριά. Πόσο περπάταγες;

Φ.Α.:

Δηλαδή δεν είναι 15, ούτε 20 ούτε 30. 40 και.

Δ.Π.:

Kαι πόσο περπάταγες;

Φ.Α.:

Φύγαμε το πρωί, κοιμηθήκαμε στο Γαρδίκι. Επτά-οκτώ ώρες δεν θα περπατήσαμε; Εννιά. Και άλλες επτά-οκτώ, δεκαπέντε ώρες και… Από 5 χιλιόμετρα, 60. Επειδή ήτανε βουνό. Καλά σου είπα, καμιά 35-40 χιλιόμετρα, αλλά είναι κατσικόδρομο, δεν λέμε για δρόμο. Λέμε για βουνό.

Δ.Π.:

Ωραία, έχουμε αφήσει μια ιστορία στη μέση, που μου έλεγες για τα πρόβατα, πώς ξεγεννάγατε τα πρόβατα.

Φ.Α.:

Ναι, ναι. Και είχα πάει τα Χριστούγεννα, δεν είχαμε σχολείο. Την ήξερα τη δουλειά εγώ, πήγαινα με τις γίδες. Τις προβατίνες τις έπαιρνε ο πατέρας μου κοντά, δεν είχαν εκεί επάνω να φάνε και όπου πήγαινε τις έπαιρνε κοντά για δουλειές. Είχαμε εννιά προβατίνες. Βγάλαμε οκτώ αρνιά το Πάσχα. Η μία ήτανε στέρφη. Και όπως τα είχα εκεί στο… Πού είναι το σπίτι; Εδώ, στο κάτω μέρος του χωριού, πού είναι το σπίτι που είχα; Εν πάση περιπτώσει, από πάνω στο βουνό βλέπω μία εκεί… Ω, ρε πούστη! Κλάμα ήτανε, τι κάνει; Νόμιζα ότι ψοφάει! Βγαίνω πιο πέρα, φωνάζω, σφυράω. Ήτανε ένας επάνω στη ράχη, μακριά. «Θείε!», έτσι λέγαμε τους μεγαλύτερους, τους λέγαμε θείους. Αυτός όμως ήταν και θείος. «Θείε, ψοφάει μία!». Κατεβαίνει, έρχεται εκεί τρέχοντας, μπορεί να έκανε και μια ώρα. «Σώπα ρε, μην κάνεις έτσι. Μήπως γεννάει;» μου λέει. Μήπως είχα δει εγώ πάλι πώς γεννάνε; «Πού;», «Εκεί». Πάμε εκεί, είχε γεννήσει, το είχε μαζέψει, γιατί μερικές δεν το μαζεύουν, το αφήνουν και φεύγει και το χάνεις, ευνόητο είναι. Και το είχε μαζέψει, το είχε θηλάσει, είχε σηκωθεί το κατσικάκι. Πω! Πω! Το πήρα αγκαλιά και το βράδυ που πήγαινα σπίτι τι χαρά ένιωσα! Τι χαρά! Να έχεις τώρα τη ζωή, αυτά, και να πας να πεις: «Πατέρα, έφερα το καινούριο μέλος».

Δ.Π.:

Ήταν δηλαδή τα ζώα τότε βασικό πράγμα.

Φ.Α.:

Πάντα έχουν τα ζώα, πάντα έχουνε…

Δ.Π.:

Ζούσατε με αυτά, ας πούμε.

Φ.Α.:

Βέβαια! Χωρίς αυτά… Μα γίναμε πλούσιοι, σιγά σιγά γίναμε νοικοκυραίοι. Άμα δεν είχες ζώα, δεν πέρναγε τίποτα! Όπου πηγαίναμε: «Καλώς τον Αντρέα!» τον πατέρα μου. «Τι θες; Ό,τι θέλει ο Αντρέας». Ο μπακάλης, αυτά, δεν δίνανε, σε είχανε γράψει black list, γιατί σύνταξη δεν υπήρχε. Ο παππούς μου που έβγαλε τον πατέρα μου στον δρόμο και όλα αυτά – η μεγάλη αξιοσύνη της μάνας μου βέβαια! Ερχότανε να πάρει ένα πενηνταράκι να ανάψει κερί στην εκκλησία.

Δ.Π.:

Έχει μείνει καμία δουλειά πιστεύεις που δεν έχουμε πει; Που να θυμάσαι που να κάνατε;

Φ.Α.:

Μια δουλειά ήταν που μαζεύαμε τα κάστανα. Το καστανοδάσος της Κέρτεζης φαίνεται. Και από το αεροπλάνο να περάσεις, φαίνεται η πρασινάδα. Εγώ έχω περάσει πολλές φορές και το έχω δει. Είναι το μόνο πράγμα που πρασινίζει εκεί στην περιοχή. Δεν έχει αλλού καστανοδάσος έτσι οργανωμένο. Έχει και στον Χελμό πάνω, στις Κλουκίνες, από κάτω από τα ύδατα, στη [Δ.Α.] εν πάση περιπτώσει, από το χιονοδρομικό εκεί έχει κάστανα. Έχει και σε άλλα μέρη καστανιές, από λίγες, αλλά η Κέρτεζη είναι δάσος. Αλλά είναι άγρια κάστανα. Είναι άγρια, αλλά είναι νόστιμα! Για τα κάστανα βάζαμε δύο καστανοφύλακες. Για τα σταφύλια βάζαμε εφτά δραγάτες. Ναι, για να φυλάνε τα σταφύλια. Γιατί κλέβανε. Και εγώ έκλεβα σταφύλια για να φάω, ούτε να πουλήσεις ούτε τίποτα. Να γεμίσεις την κοιλιά σου και να φας και το βράδυ. Βέβαια! Ο δραγάτης μού μάζευε και μού έδινε μια τραγιάσκα, ένα καπέλο σταφύλια. Δεν με φτάνανε εμένα. Από τα σταφύλια ζούσα. Κανέναν δεν φτάνανε. Αλλά έκοβε από αυτόν που είχε πολλά, μην πάω και του κόψω και τα τρίψω και τα δει ο νοικοκύρης και έχουμε ντράβαλα. Βέβαια.

Δ.Π.:

Αυτούς τους φύλακες ποιος τους έβαζε;

Φ.Α.:

Η Κοινότητα.

Δ.Π.:

Η Κοινότητα.

Φ.Α.:

Ναι. Εφτά δραγάτες. Είχαμε μόνιμα δύο αγροφύλακες με καπέλο. Αυτοί ήτανε από το κράτος, μόνιμοι αυτοί. Είχαμε και βάζαμε και δύο καστανοφύλακες να φυλάνε τα κάστανα. Και αυτοί οι καστανοφύλακες περνάγανε μετά… Και βάζαμε και νεροπούλους. Και ο πατέρας μου, σου είπα, έκανε τον νεροπούλο. Βάζαμε και δέκα νεροπούλους στο χωριό που κανονίζανε τα νερά, γιατί είναι διάφορες οι πηγές, πότε θα ποτίσει ο καθένας. Βέβαια. Με τα κάστανα, αφού σχεδόν είχαν τελειώσει οι δουλειές, βάραγε η καμπάνα: «Αύριο πάμε για τα κάστανα». Πάμε για τα κάστανα, ο καθένας ήξερε πού θα πάει. Δηλαδή εμείς πηγαίναμε στον Καλόγερο. Εσύ δηλαδή σαν να λέμε: «Εσύ πας στα Μελίσσια», «εσύ πας στα Βριλήσσια», «εσύ πας, η οικογένειά σου...». Και μπορούσε να πάει η οικογένεια να μαζέψει όσα μπορούσε. Δεν μπορούσες, όμως, να πάρεις εργάτη ή να πάρεις από άλλο χωριό άλλον να πας για κάστανα. Μάζευε όσα μπορούσε η οικογένεια.

Δ.Π.:

Άρα οι καστανιές, τα δέντρα εκεί, δεν ήταν ότι άνηκαν σε κάποιον; Ήταν της Κοινότητας.

Φ.Α.:

Είναι της Κοινότητας, ναι, κοινοτικά. Και είναι άγρια, δεν τα… Μερικοί που έχουνε κάποια χωράφια, λίγα, έχουνε κεντρώσει και έχουνε μαρόνι. Το μεγάλο, αυτό που πουλάνε εδώ στην… Τα μεγάλα. Και έχει και τέτοια, αλλά είναι...

Δ.Π.:

Το έχουν μπολιάσει λες.

Φ.Α.:

Ιδιωτικά.

Δ.Π.:

Το έχουν μπολιάσει, το έχουν εξημερώσει το δέντρο.

Φ.Α.:

Ναι, ναι, έτσι.

Δ.Π.:

Κάτι άλλο που ήθελα να σε ρωτήσω είναι στο σπίτι νερό και φως πώς είχατε; Τι κάνατε με αυτά;

Φ.Α.:

Ωραίο θέμα. Το νερό έπρεπε να πας στο ρέμα που ήτανε η βρύση να πάρεις νερό και είχαμε βαρέλι για το νερό. Το βαρέλι ήτανε ξύλινο, από έλατο συνήθως το κάναμε εμείς στην Κέρτεζη και βαρέλα από κυπαρίσσι, άγριο κυπαρίσσι. Βαρέλα έλεγε πολλά λεφτά... Την οποία βαρέλα την παίρναμε για το χωράφι που σπέρναμε σιτάρια, έξω, που δεν είχε… Και για όπου πηγαίναμε μια βαρέλα νερό, μια τσίτσα κρασί.[01:20:00] Τσίτσα είναι ξύλινο μικρό, το οποίο το γέμιζαν και κρασί και για τους γάμους εκεί και… Να κερνάνε σ’ αυτούς… Λοιπόν… Τα ’βαλα πολλά μέσα, έβαλα πολλά μαζί. Λοιπόν, το βαρέλι με το νερό, αυτά ήταν δουλειά των γυναικών. Κουβαλάγανε το νερό. Για να πλύνεις, η μάνα μου για να πλύνει, όχι μόνο η μάνα μου, όλοι, πήγαινε και άναβε φωτιά στο ποτάμι. Πώς κατεβαίνουμε κάτω από το σπίτι; Δεν είναι το ποτάμι από κάτω; Εκεί κάτω άναβε φωτιά και είχε το νερό δίπλα και έβρεχε και έβαζε ένα… Αυτό δω απάνω, να μην μπαίνει το νερό εδώ μέσα και βάραγε με τον κόπανο τα ρούχα για να καθαρίσουν και να τα λουλακίσει και… Λουλάκι ήταν ένα μπλε που βάζανε για να… Το νερό ήρθε στα σπίτια τέλος δεκαετίας ’60, ναι, επί Δικτατορίας. Ο Παττακός.

Δ.Π.:

Και με το φως τι κάνατε;

Φ.Α.:

Το φως… Το φως ήρθε γρηγορότερα. Το φως ήρθε στην Κέρτεζη γύρω στο ’63-’64. Εγώ δεν ήμουν εκεί, ήμουν φαντάρος τότε, ήμουν στην Αθήνα, εν πάση περιπτώσει. Και δούλευε με τη λάμπα, με το… Είχαμε τον Τσιμπλή. Τσιμπλής είναι ένα λυχνάρι. Ένα από… Ένα μπακίρι, τέλος πάντων, ντενεκέ. Ντενεκέ, ένα δοχείο. Έβαζες το φυτίλι μέσα, του έριχνες και πετρέλαιο και έβγαινε επάνω και το άνοιγες και φώτιζε. Φώτιζε… Τρίχες φώτιζε! Εγώ έμαθα γράμματα με το λαμπόγυαλο. Μήπως είχα και εφημερίδα να το καθαρίσω το λαμπόγυαλο; Πού τη βρίσκεις την εφημερίδα; Δεν υπήρχε χαρτί. Δεν ήτανε πλούτος όπως σήμερα. Το καθετί ήτανε μετρημένο. Πήγαινες στον μπακάλη να σου δώσει ένα φράγκο σαρδέλες, ένα αυγό σαρδέλες. Σου έβαζε δέκα σαρδέλες στο αυγό, οκτώ-δέκα σαρδέλες.

Δ.Π.:

Τι εννοείς στο αυγό;

Φ.Α.:

Από κότας.

Δ.Π.:

Και έβαζε μέσα σαρδέλες;

Φ.Α.:

Όχι. Το αντίκρισμα!

Δ.Π.:

Έδινες εσύ αυγό, έπαιρνες σαρδέλα.

Φ.Α.:

Ναι, ναι.

Δ.Π.:

Χρήματα, ας πούμε, κυκλοφορούσαν καθόλου;

Φ.Α.:

Όχι, ήταν ελάχιστα τα χρήματα που κυκλοφορούσαν. Βέβαια. Τα χρήματα που κυκλοφορούσαν ήτανε κάνα καφέ στο καφενείο, όποιος ήταν του καφενείου, κάνα ούζο. Εγώ πάντα δούλευα, πάντα είχα εγώ χαρτζιλίκι! Και στο σχολείο που πήγαινα στα Καλάβρυτα, όλα… Αφού σου είπα με τη σταφίδα, φόρτωνα ένα φορτηγό άμμο με το φτυάρι. Δούλεψα στο νταμάρι με βαριοπούλα. Έσπαγα την πέτρα που στρώνανε τον δρόμο –πρέπει να σ’ τα πω–, από Καλάβρυτα για Μαζέικα. Πάτρα. Η διασταύρωση που πάμε στο αυτό, πριν φτάσεις στο χωριό, αυτό το έχω εγώ στρώσει. Με το σφυρί να σπας την πέτρα! Με τη βαριοπούλα και με το σφυρί, πιο μικρή η άλλη, για να πέσει η πίσσα. Μηχανές δεν υπήρχαν, σπαστήρες τότε. Είχαμε έναν σπαστήρα ο οποίος ήτανε συνέχεια χαλασμένος. Και ο Νίκος, ένας Κεφαλλονίτης μηχανικός, νευρικός, βλαστήμαγε ό,τι δεν υπήρχε. Ξάπλωνε κάτω και μούντζωνε τον Θεό με χέρια και με πόδια! Και δεν έπαιρνε μπροστά ο σπαστήρας, ήθελε μανιβέλα. Εγώ ήμουνα, σου είπα, πολύ γερό παιδί και με έναν άλλον, ο οποίος ήταν μπρατσαράς, είναι στην Αυστραλία και συνέχεια το λέει: «Ο Φώτης του ’λεγε ρε» λέει. Ο Γιάννης, του Θεοφάνη, ο Γορίλας. Λοιπόν, και μας έγραφε υπερωρία.

Δ.Π.:

Επειδή κάνατε αυτή τη δουλειά με τον σπαστήρα;

Φ.Α.:

Ναι, ναι, ναι, ναι. Επειδή βάναμε μπρος τον σπαστήρα. Σπαστήρα μην πάει το μυαλό σου, ένα σπαστηράκι, όπως είναι οι εργολάβοι τώρα που έχουν τα αυτά και ρίχνουνε, και είναι και ο άλλος κάτω με το αρμοπύλι και παίζει, φτιάχνει καμιά μικροδουλειά ρε. Δεν έχουν στη γειτονιά αυτό που ανακατώνει το τσιμέντο με το…

Δ.Π.:

Η μπετονιέρα.

Φ.Α.:

Μπράβο, η μπετονιέρα, ναι.

Δ.Π.:

Δεν ήταν τέτοιο πράγμα, ήταν μικρό.

Φ.Α.:

Τέτοιο ήταν αυτό το σπαστηράκι, τέτοιο ήταν, για να σπάει πέτρες. Ήταν και ο εργολάβος, ήτανε φτωχός. Ήταν ο πατέρας της τραγουδίστριας της Πόλυς Πάνου. Πόλυ Πάνου, Κολιοπάνου. Κολιοπάνος ήταν αυτός, από την Πάτρα, βέβαια.

Δ.Π.:

Πριν που μιλάγαμε για τη διασκέδαση, μου είπες πώς κάνατε τα γλέντια σας στους γάμους και τα λοιπά.

Φ.Α.:

Ναι.

Δ.Π.:

Ως παιδιά τι είχατε;

Φ.Α.:

Ως παιδιά παίζαμε ένα βασικό παιχνίδι… Το πιο άγριο παιχνίδι, σου είπα, μιλάγαμε για αντάρτικα τώρα! Αυτά τώρα ήμαστε 12-13, 14 χρονών παιδιά, 10, ξέρω ’γω, παίζαμε γειτονιές με γειτονιές ποιος θα ανοίξει το κεφάλι του άλλου. Πετροπόλεμο! Ξέρεις τι θα πει πετροπόλεμο; Πιο άγριο παιχνίδι δεν υπάρχει. Ξυπόλυτοι, είχε γίνει σόλα από κάτω το… Για να μην χαλάμε και τα παπούτσια! Και παίζαμε τώρα η απάνω γειτονιά με την κάτω, ή το Αλωνίσιο με το Κεφαλόβρυσο. Ποιος θα ανοίξει το κεφάλι του άλλου! Ρε τι ήταν αυτό! Λοιπόν, αυτό πέρασε μετά. Είχαμε και το κλιτσίκι. Το κλιτσίκι ήταν ένα ξύλο τόσο...

Δ.Π.:

Σαν την παλάμη σου, ας πούμε.

Φ.Α.:

Όχι, ξύλο, τέτοιο. Ξύλο. Σαν μολύβι, ένα μολύβι, χοντρό όμως, χοντρό, χοντρό, τόσο.

Δ.Π.:

 Ναι, ναι, αυτό. Σε τέτοιο μήκος. Ωραία.

Φ.Α.:

Και το βάραγες από τη μια μεριά και πεταγότανε πάνω. Το περίμενες με μια σανίδα και όπου πάει. Αν το έπιανε ο άλλος από κει, το έπαιρνε εκείνος και δώσ’ του! Έπρεπε να το πιάσεις. Άμα έπεφτε κάτω, συνέχιζες. Ή το άλλο, που αυτό το είχαμε κάνει και τετράπλευρο και εξάπλευρο. Και έγραφε πάνω 4. Τέσσερις φορές δηλαδή θα το… Και αν το έπαιζες έτσι, το περπάταγες κιόλας. Και ήταν ένα παιχνίδι. Ένα άλλο παιχνίδι ήτανε το κοκαλάκι. Το κοκαλάκι είναι από την κλείδωση, από τα λιανά, από το αρνί ή από το κατσίκι, από την κλείδωση που έχει… Ψωμάς, κλέφτης. Όποιος έφερνε το τέτοιο, διέταζε ο βασιλιάς και από δω ήταν η λωρίδα. Την κράταγε εκεί. Και έλεγε ο βασιλιάς: «Δώσ’ του πέντε ξιδάτες». Πέντε ξιδάτες είναι πέντε λαδάτες. Τον χάιδευε με τη ζώνη. Λοιπόν, αυτό είχε πολλή πέραση. Ένα άλλο παιχνίδι ήτανε οι μπίλιες. Μπίλιες ήτανε αργότερα βέβαια, αλλά ήρθαν και οι μπίλιες. Άμα την πετύχεις εκεί πέρα, άμα το πετύχεις. Έχεις παίξει μπίλιες; Δεν τις ξέρεις;

Δ.Π.:

Ναι, ναι, βόλους.

Φ.Α.:

Λοιπόν, είχαμε τις μπίλιες. Είχαμε και τη ρουκέλα. Η ρουκέλα είναι από την κουβαρίστρα... Ποια είναι η κουβαρίστρα τώρα; Είναι αυτό που έχει την κλωστή που ράβουνε οι… Αυτό το ξύλινο. Το βάζαμε πάνω, βάζαμε πάνω λεφτά. Ποια λεφτά; Δεν κυκλοφορούσαν λεφτά, αλλά είχαμε τα λεφτά για να παίζουμε που είχανε χαθεί. Τα λεφτά το ’40, με τον πόλεμο του ’40, γίνανε ρούβλια. Ο πατέρας μου παντρεύτηκε το ’40 και δεν πήρε μία δραχμή, γιατί η προίκα της μάνας μου έγινε ρούβλια, είχαμε ένα μπαούλο γεμάτο λεφτά. Αλλά δεν είχαν καμία αξία αυτά. Λοιπόν, και παίζαμε πολύ, ρουκέλα το λέγαμε αυτό το… Το κοτσάνι της κουβαρίστρας, να το πω –δεν έχω διαύγεια γαμώτο[01:30:00]–, και ήταν τα μεγάλα τα τάλιρα...

Δ.Π.:

Με την τρύπα;

Φ.Α.:

Όχι, δεν είχαν τρύπα αυτά, αυτά ήτανε γερά. Τα οποία με αυτό έπαιζες και, αν την πετύχαινες τη ρουκέλα και έμενε και το τάλιρο κοντά, όσα ήταν ποιο κοντά σε εσένα τα έπαιρνες. Όποιο ήταν μακριά, έριχνε ο άλλος. Και ανάλογα την αυτή –εγώ ήμουν πολύ καλός σε αυτό–, αν τη βάραγες τη ρουκέλα στη μέση, έμενε το τάλιρο από δω και γυρίζανε, όποια σου ερχόντουσαν πιάτο τα λεφτά. Και τα μάζευες όλα. Ένα άλλο παιχνίδι που παίζαμε, που είχε πέραση, ήταν το στεφάνι. Στεφάνια είχαμε και από τα βουτσιά, από τα βαρέλια του κρασιού και από τα τυροβάρελα. Δεν είχε τίποτα άλλο, δεν είχε δοχεία τότε. Για να ανοίξεις το βαρέλι να βγάλεις τυρί –όποιος είχε βέβαια–, είχες τη σμίλα, το καλέμι και ένα άλλο, λίγο-λίγο να το… Δεν έβγαινε μία και έξω. Γιατί αυτό έπρεπε να είναι ερμητικά κλειστό, γιατί, άμα έπαιρνε αέρα, έπιανε σκουλήκια το τυρί, ήτανε...

Δ.Π.:

Άρα αυτά ήταν εργαλεία για να ανοίξεις το καπάκι;

Φ.Α.:

Όχι το… Για να ανοίξεις το καπάκι, έπρεπε να το αραιώσεις από κάτω, να ανοίξει λίγο, για να το ξανακλείσεις. Δεν είναι να το ανοίξεις, έπρεπε να το ξανακλείσεις, είναι ένα… Ναι. Λοιπόν. Και αυτό, φτιάχναμε γάντζο από λεπτό σύρμα. Όχι αυτά τα… Ας πούμε, σαν το καλώδιο σύρμα, που ήταν περίφραξη σε αυτά και τα λοιπά, και το πηγαίναμε το στεφάνι τρέχοντας κοντά… Και αυτό είχε πολύ… Ήτανε γυμναστική ωραία αυτό. Και είχε και έναν θόρυβο ο οποίος σαν παιδιά είχε και...

Δ.Π.:

Ωραία, άρα το στεφάνι που λες ήταν το καπάκι, ή δεν έχω καταλάβει καλά;

Φ.Α.:

Το;

Δ.Π.:

To καπάκι ήταν το στεφάνι;

Φ.Α.:

Όχι, το στεφάνι ήταν απ’ έξω από το βαρέλι για να κρατάει το καπάκι.

Δ.Π.:

Κατάλαβα.

Φ.Α.:

Ήτανε, αγκάλιαζε το βαρέλι.

Δ.Π.:

Ναι, ναι, ναι. Και το σέρνατε με το γάντζο εσείς.

Φ.Α.:

Είχε δύο κάτω, ένα παραπάνω, ένα στη μέση και ένα επάνω. Είχε τέσσερα-πέντε στεφάνια το κάθε βαρέλι, ανάλογα το…

Δ.Π.:

Θυμάσαι και άλλο παιχνίδι ή να σε ρωτήσω κάτι άλλο;

Φ.Α.:

Τρώγοντας έρχεται η όρεξη! Είδες που… Για ρώτα με.

Δ.Π.:

Θέλω να σου πω, εκεί μου είπες ότι όταν ήσουν μικρός δεν είχες μακρύ παντελόνι, μετά είχες και έκανες τρύγο. Από ρούχα τι είχατε; Τι θυμάσαι;

Φ.Α.:

Τα ρούχα… Εγώ δεν έκαμα φτωχός από ρούχα, λόγω η μανούλα μου ήτανε υπεράξια. Και εκτός αυτού, και ένας θείος μου απ’ την Αμερική μας έστειλε μπαούλο. Και έστειλε ρούχα και τα μεταποιήσαμε και τα λοιπά. Τα ρούχα ήτανε ντρίλι, ξεφτίλα ύφασμα δηλαδή, το ντρίλι. Αλλά φοράγαμε και ντρίλινα ρούχα. Δεν μπορώ να σου δώσω το ντρίλι τώρα, δεν υπάρχουνε φυσικά αυτά. Είναι βαμβακερό τελευταίου τύπου. Τα οποία ήταν οι μοδίστρες τότε, τα ράβανε οι μοδίστρες. Το χωριό είχε δέκα μοδίστρες, η Κέρτεζη. Στο κάτω μέρος του χωριού, δίπλα απ’ το σχολείο είχε ανοίξει, είχε έρθει μόδιστρος και είχε πενήντα μαθήτριες γύρω από τη μοδιστρική. Ήταν σαν ΤΕΙ, να το πω έτσι.

Δ.Π.:

Ωραία, θα συνεχίσουμε για λίγο, γιατί μην σε κουράσω άλλο, γιατί έχεις κουραστεί. Και μου είπες ότι θέλεις να μου πεις μια τελευταία ιστορία, όταν είχε έρθει ο Στρατός στην περιοχή την περίοδο του Εμφυλίου. Τι θέλεις να μου πεις από εκεί;

Φ.Α.:

Είχε πλέον ωριμάσει το θέμα και ο Στρατός ξαναδυνάμωσε τότε –ο Τσακαλώτος, δεν θυμάμαι ποιος ήτανε–, και άρχισε η εκκαθάριση των ανταρτών. Ήρθε χρήμα από απ’ έξω. Οι Εγγλέζοι ρίξανε, γιατί ήταν οι Εγγλέζοι και οι Ρώσοι τότε. Με τη Ρωσία ήταν οι αντάρτες. Με τους Εγγλέζους ήτανε οι… Λοιπόν, που κυνηγάγανε τους αντάρτες, οι αντίθετοι να το πούμε. Οι οποίοι ρίξανε, τροφοδοτούσαν τον Στρατό και τη Χωροφυλακή. Και Χωροφυλακή. Αλλά αυτός ήταν ο Εμφύλιος, ο λεγόμενος, που Έλληνες κυνηγάγανε Έλληνες. Τους μεν τους στήριζαν τη Χωροφυλακή και τον Στρατό οι Εγγλέζοι, τους δε, τους αντάρτες, τους στήριζαν οι Ρώσοι. Αυτό ήταν στα βουνά, δεν ήτανε «ελάτε βαράτε». Ήταν ο κλεφτοπόλεμος. Και άρχισε η εκκαθάριση από την Πελοπόννησο. Στο σημείο αυτό βρέθηκα στα Καλάβρυτα εγώ. Ήτανε το ’48, αν δεν κάνω λάθος, και ήρθε ο Στρατός, τα άρματα, οργανωμένος στρατός, από τον δρόμο της Πάτρας, που πάει για Καλάβρυτα, ο αμαξωτός ο δρόμος. Και ήμουν από πάνω και μου είχε κάνει εντύπωση τα άρματα, αυτά τα μεγάλα. Το ένα ήταν μεγάλο, το κανόνι. Τα άλλα ήτανε πιο μικρό, τα άλλα ήτανε εννιά-δέκα, ήτανε βοηθητικά, άλλα άρματα. Σαν παιδάκι κι εγώ, τότε σε έπιανε δέος! Το μεγάλο κανόνι ιδίως ήτανε… Ξεκίνησε η εκκαθάριση από Πελοπόννησο και έφτασε στον Γράμμο, στην Καστοριά. Φλώρινα, Καστοριά επάνω, εκεί χαθήκανε. Η τελευταία μάχη δόθηκε στο Βίτσι. Δόθηκε στο Βίτσι τον Αύγουστο. Τον Αύγουστο του… Του ’9 μπορεί να ήτανε;

Δ.Π.:

Του ’49.

Φ.Α.:

Ναι. Το έχεις εσύ; Λοιπόν. Η τελευταία μάχη στο Βίτσι. Έχω πάει στο Βίτσι.

Δ.Π.:

Και ήσουν εσύ παιδάκι στα Καλάβρυτα και έβλεπες τα άρματα να περνάνε;

Φ.Α.:

Ναι, πέρασε… Μόνο που τα βλέπανε οι αντάρτες στα βουνά, άρχισαν και… Πώς να σου πω; Τους έπεφτε το ηθικό. Γιατί μετά… Μετά κάψανε τα Καλάβρυτα όμως. Μετά τα κάψανε τα Καλάβρυτα οι αντάρτες. Τα κάψανε τα Καλάβρυτα με μπαμπεσιά. Τα Καλάβρυτα φυλάγανε φυλάκια γύρω-γύρω-γύρω και επάνω ο Χελμός ήτανε γεμάτο ανταρτοχώρια. Τα Σουδενά επάνω ήταν ανταρτοχώρι μεγάλο, το Σιγούνι, και όχι μόνο. Λοιπόν, με πονηριά πιάσανε τον σκοπό, το φυλάκιο, του Αγίου Κωνσταντίνου στη ρεματιά επάνω. Και ξέρεις τι μπαμπεσιά του κάνανε; Πήγανε εκεί οι αντάρτες με δυο κουδουνάκια που βάζουμε στα πρόβατα. «Τρούκου, τρούκου, τρούκου, τρούκου», «Πρόβατα θα είναι» λένε οι σκοποί. Και τους πιάσανε και μπήκαν μες στα Καλάβρυτα και λεηλατήσανε και την τράπεζα, κάνανε ζημιές μεγάλες. Αλλά δεν κάψανε αυτοί, ήταν καμένα, τι να κάψεις; Πιασ’ τον ξυπόλυτο και πάρ’ του τα παπούτσια. Δεν έχω άλλο να σου πω γύρω από τα… Γιατί αυτά ήμουνα μικρός, κατάλαβες; Αυτά που σου λέω τώρα με τα κουδουνάκια και εγώ τα έχω ακούσει, δεν τα έχω δει, δεν είναι… Αλλά ορισμένες εικόνες μού έχουνε μείνει. Θυμάμαι που ερχόντουσαν στο σπίτι και πήραν τον πατέρα μου μια φορά, ο Στρατός, να πάει να τους δείξει πού είδε αντάρτες. Να τους δείξει τον δρόμο, πώς θα πάνε, κάπου έξω από το χωριό. Εκεί που κοιμήθηκα εγώ μην μου κλέψει κι άλλο ο κλέφτης. Πώς θα πάνε εκεί. Και θυμάμαι πρώτη φορά που είδα τον πατέρα μου μεθυσμένο[01:40:00]. Έφαγε κονσέρβα και ήπιε και ρακί και τέτοια και αυτά δεν τα σήκωνε ο γέρος. Ο γέρος σήκωνε ένα βουτσί κρασί, αλλά κρέας αυτά τα… Άμα του μύριζε η βενζίνη από το αυτοκίνητο, ήταν για κλάματα. Λοιπόν. Άσε, θα τα πούμε και άλλη φορά.

Δ.Π.:

Ωραία, ωραία. Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για αυτά που μου είπες όλα.

Φ.Α.:

Εντάξει, παλικάρι μου! Εντάξει, λεβέντη μου!