© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Η ιστορία της αρχαιολογίας μέσα από ένα ταξίδι ζωής

Κωδικός Ιστορίας
18115
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Κατερίνα Κάντα-Κίτσου (Κ.Κ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
04/02/2021
Ερευνητής/τρια
Σίλεια Αλεξάκη (Σ.Α.)
Σ.Α.:

Καλησπέρα! Θα μας πείτε το όνομα σας;

Κ.Κ.:

Ονομάζομαι Κατερίνα Κάντα και το δεύτερο μου είναι Κίτσου και θα σας εξηγήσω αργότερα γιατί το κολλάω εκεί, και έχω γεννηθεί στη Λευκίμμη της νότιας Κέρκυρας.

Σ.Α.:

Πάρα πολύ ωραία. Είναι, λοιπόν, Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου, βρισκόμαστε με την κυρία Κατερίνα Κάντα στην Κέρκυρα. Εγώ ονομάζομαι Σίλεια Αλεξάκη, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Κυρία Κατερίνα, θα ξεκινήσουμε από τα παιδικά σας χρόνια, να μας περιγράψετε την εικόνα;

Κ.Κ.:

Ευχαρίστως, δεσποινίς Σίλεια, και ευχαριστώ καταρχήν για την πρόσκληση και την πρόκληση που μου δίνετε για αυτήν την συγκινητική αναδίφηση της ζωής μου. Ξεκινώντας λοιπόν απ’ τα παιδικά μου χρόνια, να σας πω ότι γεννήθηκα στη Λευκίμμη της νότιας Κέρκυρας, ένα χωριό στην κυριολεξία. Βέβαια, απ΄ τα μεγαλύτερα του νησιού της Κέρκυρας. Γεννήθηκα 23 Αυγούστου του 1949, μια εποχή μετακατοχική που εκείνη την εποχή η Λευκίμμη ήτανε, θα μπορούσα να πω, το δεύτερο πνευματικό κέντρο της Κέρκυρας δεδομένου ότι πέρα από την πόλη της Κέρκυρας ήτανε το μοναδικό χωριό που είχε γυμνάσιο. Αυτό όπως έδειξαν οι μετέπειτα εποχές έδωσε μια πνευματικότητα, όχι μόνο στη Λευκίμμη αλλά και σε όλο το νησί, δεδομένου ότι παρήγαγε σε εισαγωγικά πάρα πολλούς επιστήμονες. Που αυτό είχε ως αποτέλεσμα σήμερα, τον τελευταίο καιρό, η Κέρκυρα, η πόλη της Κέρκυρας και όχι μόνο, να έχει πάρα πολλούς Λευκιμμιώτες επιστήμονες. Γιατρούς, μηχανικούς, αρχιτέκτονες, οικονομολόγους, σε όλα τα επαγγέλματα, και μια αρχαιολόγο, εμένα! Βέβαια, Λευκιμμιώτες επιστήμονες υπάρχουνε σε όλη την Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο και λάμπουν πραγματικά, με τις γνώσεις τους και με την εργασία που προσφέρουν.  Γεννήθηκα, λοιπόν, στη Λευκίμμη το 1949, μια εποχή φτώχειας και κακομοιριάς για όλη την Ελλάδα, καθώς βρισκόμαστε στη μεταπολεμική περίοδο. Θυμάμαι πως όλα τα παιδιά ήταν ξυπόλητα με πολύ ελάχιστα ρούχα, με πολύ ελάχιστο φαγητό. Η οικογένεια μου όμως, δόξα τω Θεώ, είχα την τύχη να είναι λίγο εύπορη, περισσότερο από πολλές άλλες, δεδομένου ότι ο παππούς μου ήταν πολύ νοικοκύρης, ήταν ψαράς, έπιανε πολύ μεγάλα ψάρια που υπήρχαν εκείνη την εποχή. Είχε κάνει ένα θα λέγαμε, μια μικρή βιοτεχνία που παρήγαγε τούβλα, κεραμίδια και όλα αυτά τα υλικά απ’ τον πηλό. Ήτανε πάρα πολύ έτσι, εργατικός άνθρωπος και είχε μια καλή περιουσία και θυμάμαι από μικρή πόσος κόσμος δούλευε στο σπίτι μου και πόσο καλά περνούσαμε, δεδομένου ότι έφερνε τα ψάρια από τη θάλασσα, μεγάλα, πολύ μεγάλα ψάρια, συναγρίδες! Και τα μαγείρευε η γιαγιά μου και η μητέρα μου και τα παίρναμε στους εργάτες στο χωράφι κι ήταν όλοι πολύ ευχαριστημένοι. Λοιπόν, ο πατέρας μου, μοναχογιός –όχι μοναχοπαίδι, είχε και μια αδελφή–, εκείνη την εποχή τελείωσε το ημιγυμνάσιο και είχε μια παιδεία και ήξερε και γαλλικά και ήταν αυτοδίδακτος, ή δεν ξέρω αν πήγε σε κάνα δάσκαλο, ήξερε ακορντεόν, μαντολίνο και βιολί. Είχε μια παιδεία αρκετά ανεπτυγμένη για την εποχή εκείνη, την οποία μας μετέδωσε, θα ‘θελα να πω, και μας βοήθησε πάρα πολύ και τα τρία παιδιά. Εγώ ήμουν δίδυμη αδελφή με ένα αγόρι και είχαμε και έναν αδελφό 5 χρόνια μεγαλύτερο. Πρέπει να πω ότι η μανούλα μου όταν μας γέννησε είχε πέσει απ’ το άλογο και είχε σπάσει όλη της τη λεκάνη και μας γέννησε όντας σε γύψο όλο αυτό το τμήμα του σώματος της, με πάρα πολλούς πόνους! Γεννήθηκα 2 κιλά; Κάπου τόσο, και με βάφτισαν αμέσως απ’ ό,τι μου λέγανε γιατί ήτανε πάρα πολύ επικίνδυνη η κατάσταση της υγείας μου. Ας είναι καλά εκεί που είναι η μανούλα μου… Λοιπόν, μεγάλωσα με πολλή αγάπη, με πολλή στοργή και με πλουσιοπάροχα θα έλεγα όλα τα αναγκαία που θέλει ένα παιδί εκείνης της εποχής. Θυμάμαι ότι τα παιδάκια της γειτονιάς και του χωριού ήτανε ξυπόλυτα κι εμένα η μανούλα μου, επειδή ήμουνα και μοναχοκόρη μου έπαιρνε λουστρίνια παπούτσια και με έντυνε με βελούδινα φορέματα. Τις γιορτές βέβαια! Και θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερή που μεγάλωσα με αυτές τις συνθήκες. Έβγαινα στην αυλή να παίξουμε με τα άλλα παιδιά και είχα μια φέτα ψωμί με ζάχαρη και με λάδι και τα καημένα αυτά μου τα παίρνανε απ’ το χέρι για να το φάνε κι εγώ έτσι, δεν μου αφήνανε να φάω το ψωμάκι μου, γι’ αυτό ήμουνα και πολύ αδυνατούλα όταν ήμουνα μικρή! Μεγάλωσα λοιπόν, επήγα στο δημοτικό, ήμουνα πολύ καλή μαθήτρια. Η μανούλα μου με έφερνε στην πόλη μια φορά το χρόνο να μου αγοράσει φούστα και μπλούζα. Φορούσαμε μπλε φούστα και άσπρη μπλούζα και λουστρίνια παπούτσια για την παρέλαση. Ήμουνα σημαιοφόρος στην παρέλαση. Είχαμε μια δασκάλα, την Παπαστεφανήχω, όπως τη λέγαμε, η οποία ήτανε πάρα πολύ αυστηρή και όπλο της ήταν καθημερινά το ξύλο και η βέργα και σε όλα τα παιδάκια τραβούσε τα χέρια και τα μαύριζε στο ξύλο με τη βέργα κι εμένα με χάιδευε επειδή ήμουνα πολύ καλή μαθήτρια. Αισθανόμουνα άσχημα βέβαια, αλλά αυτή ήταν η τακτική και το παιδαγωγικό της σύστημα εκείνη την εποχή. Ήτανε ανύπαντρη η καημένη, γεροντοκόρη και αγαπούσε τον δάσκαλο, τον διευθυντή του σχολείου, ο οποίος ήταν παντρεμένος και ηθικός άνθρωπος, κι αυτή έβγαζε όλη της τη λύσσα στα παιδάκια. Τη θυμούνται όλοι αυτή τη δασκάλα, δεν την ξεχνάνε! Τέλος πάντων, γεγονός είναι ότι πήραμε καλές βάσεις από αυτό το σχολείο. Στο γυμνάσιο τότε δίναμε εξετάσεις, πέτυχα φυσικά. Τελείωσα το εξατάξιο τότε γυμνάσιο, το οποίο είναι όπως το σημερινό γυμνάσιο, 3 τάξεις γυμνασίου και 3 λυκείου απλά την Α’, Β’, Γ’ Λυκείου τη λέγαμε 6η, 7η και 8η. Δηλαδή Β’ Λυκείου, Εβδόμη και Ογδόη ήτανε η Γ’ Λυκείου. Λοιπόν, είχα την ατυχία όμως, όντας στο γυμνάσιο να αρρωστήσει η μανούλα μου από τα νεφρά της. Δεν υπήρχαν τότε τα μέσα, οι γιατροί, και όλα αυτά που έχει προσφέρει η σύγχρονη έρευνα, μεταμοσχεύσεις και φάρμακα κι αυτά, ώσπου όταν ήμουν 17 χρονών η μανούλα μου έφυγε. Έφυγε στα χέρια μου δυστυχώς, 17 χρονών, ένα θλιβερό πρωινό της 3ης Αυγούστου του ’66, μου ‘φυγε μέσα απ’ τα χέρια έχοντας μεγάλο πονοκέφαλο κι εγώ στην εφηβεία δεν ήξερα, έβαλα τις φωνές, είναι μια θλιβερή μνήμη αυτή. Κι έμεινα έτσι ορφανή, στη Β’ Λυκείου. Ήταν μια σκληρή στιγμή στη ζωή μου, μια από τις πιο άσχημες που με σημάδεψε, αλλά είχε προλάβει–. [ΔΙΑΚΟΠΗ]

Σ.Α.:

Συνεχίζουμε.

Κ.Κ.:

Είχε προλάβει, λοιπόν, η μανούλα μου να μου δώσει τα στοιχεία εκείνα, την παιδεία, τη δύναμη, τις αξίες, που έπρεπε να έχω για να προχωρήσω τη ζωή μου και χωρίς αυτήν. Και όπως θα διαπιστωθεί και παρακάτω, την ευχαριστώ, έτσι και έγινε. Πήρα πολλές αξίες απ’ τη μανούλα μου. Ήταν ένας άνθρωπος που ναι μεν δεν γνώριζε γράμματα και προσπαθούσαμε να τη μάθουμε εμείς μόλις πήγαμε στο δημοτικό, να τη μάθουμε να γράφει το όνομα της, δίπλα εκεί στο τζάκι, στη στιά όπως λέγαμε, και γελούσαμε με τα γράμματα της, αλλά είχε έμφυτες πολλές πνευματικές αξίες με αποτέλεσμα να φιλοσοφεί τη ζωή, να βλέπει την καλή πλευρά της, να είναι αισιόδοξη και να μας αναθρέψει πολύ σωστά και πολύ θετικά και τα τρία παιδιά. Για παράδειγμα θέλω να σας πω ότι είχε–, είχε βέβαια από την οικογένεια της πάρει πολλά. Ο πατέρας της ήτανε δήμαρχος και άνθρωποι–, και γεννήθηκε σε οικογένεια με αξίες πνευματικές. Εκείνο που είναι χαρακτηριστικό και θυμάμαι πολύ έντονα ήτανε ότι οι καθηγητές του σχολείου μου, τη λατρεύανε. Ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσαν να συζητάνε και ερχόταν πολύ συχνά στο σπίτι ομάδα καθηγητών, 4-5 από το τότε γυμνάσιο που πηγαίναμε κι ερχόντανε στο σπίτι με χαρά για να συζητάνε μαζί της. Και συζητούσανε υψηλού επιπέδου θέματα, που εγώ τότε μικρή δεν τα καταλάβαινα. Ήτανε από τις μοναδικές γυναίκες που τέλος πάντων, εκείνη την εποχή είχανε ταξιδέψει και στην Αθήνα και είχε την τύχη να πάει και στο Grande Bretagne τότε, το μεγάλο ξενοδοχείο στην πλατεία Συντάγματος που ακόμα υπάρχει και να λάβει μέρος σε μια συζήτηση μαζί με έναν αδελφό της που είχε τότε επιχειρήσεις στην Αθήνα. Και ο αδελφός της αυτός με περηφάνεια έτσι, την σύστηνε στο περιβάλλον του. Αυτή ήτανε η μανούλα μου δυστυχώς αλλά πέθανε 53 ετών, πολύ νέα. Θέλω να πιστεύω ότι κληρονόμησα κάποια καλά προσόντα της από όλα αυτά που είχε. Βέβαια, δεν ξέρω αν την έφτανα. Επίσης, ήτανε και πάρα πολύ άνθρωπος της αγαθοεργίας και της φιλανθρωπίας. Συναντάω τώρα ακόμα ανθρώπους από τη γειτονιά, της ηλικίας μου παιδιά και μου λένε: «Αν ζω, ζω απ’ τη μάνα σου, που μας έδινε και τρώγαμε, που μας έφερνε τα ψάρια στο σπίτι, μας έφερνε το λάδι, μας έφερνε τα κρέατα, πολλές φορές κρυφά απ’ τον πατέρα σου!». Κι αυτό το πράγμα με συγκινεί και με γεμίζει ευγνωμοσύνη και υπερηφάνεια για αυτή την υπέροχη μανούλα που έχω.

Σ.Α.:

Μάλιστα

Κ.Κ.:

Που είχα.

Σ.Α.:

Εσείς μετά από την απώλεια της, πώς συνεχίσατε με αυτές τις βάσεις που σας έδωσε;

Κ.Κ.:

Συνέχισα. Συνέχισα πολύ εύκολα γιατί μία από τις παρακαταθήκες της –επειδή αισθανότανε ότι θα πεθάνει, είχε αφήσει «εντολή» και αυστηρή μάλιστα, στον πατέρα μου και σε όλη την οικογένεια μου, «Η Κατερίνα μου πρέπει να σπουδάσει». Επειδή τις λέγανε οι καθηγητές ότι είμαι καλή μαθήτρια, ήμουνα πρώτη μαθήτρια, από τις πρώτες στο σχολείο, και στο δημοτικό και στο γυμνάσιο και στο τωρινό λύκειο, ήθελε να σπουδάσω για να ξεφύγω από την κακομοιριά και από τη φτώχεια του χωριού. Ήταν η εποχή που αναδυόταν ο τουρισμός και έλεγε: «Ὀχι, η Κατερίνα μου δεν θα πλένει τις τουαλέτες των τουριστών! Θα πάει να σπουδάσει στην Αθήνα! Και δεν θα πάνε χαμένοι οι κόποι και τα γράμματα που έμαθε μέχρι τώρα!». Κι ο πατερούλης μου, καλή του ώρα κι αυτός εκεί που είναι, την άκουσε, παρά τις αντιδράσεις όλων των συγγενών και τη νοοτροπία της εποχής. «Που έχεις μια κοπέλα και θα τη στείλεις στην Αθήνα μόνη της να σπουδάσει! Που ξέρεις εκεί, θα γίνει έτσι, θα γίνει…!». Είχε μεγάλες και πιεστικές αντιδράσεις από όλη τη συγγένεια, όμως ο πατέρας μου «υπάκουσε» στις εντολές της μανούλας μου και με έστειλε. Είχαν φύγει βέβαια προηγουμένως και τα δύο μου αδέλφια κι είχαν εγκατασταθεί στην Αθήνα, οπότε δεν υπήρχε κανένας φόβος. Ο φόβος ήτανε μόνο οικονομικός αλλά ο πατέρας μου εκεί που ήτανε το καλοαναθρεμμένο παιδί, το καλομαθημένο παιδί, το παιδί που προοριζότανε να γίνει, να σπουδάσει τέλος πάντων, τελικά έγινε ράφτης και ήταν ένας πολύ καλός ράφτης. Να πω δυο λόγια για τον πατέρα μου. Ήτανε ένας από τους καλύτερους ράφτες της περιοχής, δεν υπήρχε κι άλλος και του φέρνανε ακόμα κι από την Κέρκυρα στολές της μουσικής τότε να ράβει. Και είχε σχολή, είχε καμιά δεκαριά μαθητές που τους μάθαινε την τέχνη και μάλιστα ένας απ’ αυτούς κατέληξε στον οίκο Dior στο Παρίσι, ο Μπατόλιος ο λεγόμενος. Κάποιοι άλλοι στην Αθήνα σε μεγάλους οίκους και εγώ περίμενα μάλλον, και τα τρία περιμέναμε τα Σάββατα να τελειώσει τα κουστούμια και να τα πάμε να τα μοιράσουμε στους ανθρώπους να μας δώσουνε το χαρτζιλίκι! Και οι μέρες των γιορτών ήτανε για μας πολύ χαρούμενες καθώς εισπράτταμε τα χαρτζιλίκια από τα κουστούμια! Ναι, τέλος πάντων ήταν ένας καλομαθημένος άνθρωπος και από τον καιρό που πέθανε η μανούλα μου παράτησε τη δουλειά του και ρίχτηκε στα χωράφια και στην καλλιέργεια τους και στις ελιές και στα καρπούζια και στα αμπέλια και σε όλα αυτά, για να τα καταφέρει να τα βγάλει οικονομικά πέρα, καθώς ήμαστε και τα τρία παιδιά στην Αθήνα και σπουδάζαμε. Ο αδελφός μου ο μεγάλος έμαθε πολλές γλώσσες, 5 χρόνια σας είπα μας περνούσε. Έμαθε πολλές γλώσσες, ήταν πολύ εύκολος στις γλώσσες και έγινε από τους καλύτερους ξεναγούς της Ελλάδας. Ο αδελφός μου ο δίδυμος, ο Σπύρος πέτυχε στη Σχολή Μηχανικών Εμπορικού Ναυτικού. Κι εγώ τελειώνοντας το τότε γυμνάσιο, πήγα στην Αθήνα δύο μήνες, έκανα φροντιστήριο σε έναν καθηγητή που είχαμε στο γυμνάσιο και τέλος πάντων, ήταν απ’ την Αθήνα και τα καλοκαίρια έκανε φροντιστήριο εκεί στην Αθήνα, μας έκανε δύο μήνες φροντιστήριο μαζί με δύο άλλα κορίτσια, με αποτέλεσμα να πετύχω στη Νομική, πρώτη μου επιτυχία.

Σ.Α.:

Γιατί δεν συνεχίσατε στη Νομική;

Κ.Κ.:

Στη Νομική έβγαλα το πρώτο έτος. Από την αρχή δεν μου άρεσε, διότι ο πατέρας μου μού έλεγε ότι αν γίνω δικηγόρος, θα αναγκάζομαι να λέω ψέματα και να υπερασπίζομαι ανθρώπους που ίσως ήταν παράνομοι, άδικοι, κι αυτό δεν του άρεσε, ούτε του πατέρα μου, ούτε εμένα και ούτε προφανώς της μάνας μου θα της άρεσε. Και με απέτρεπε απ’ αυτό το δρόμο της Νομικής. Και του άρεσε πάρα πολύ να γίνω καθηγήτρια. Πέτυχα λοιπόν στη Νομική, παρακολούθησα την πρώτη χρονιά καινούργια στην Αθήνα εγώ, ένα χωριατοπουλάκι, το καημένο, αγνό! Στην Αθήνα, βρέθηκα στο χάος της Αθήνας. Ήτανε βέβαια, η εποχή της Χούντας όταν πέτυχα, το ’67; Το ’67! Και τα πράγματα τότε ήτανε σιωπηρά. Εγώ άβγαλτη και χωριατοπούλα πήγαινα στη σχολή μου, παρακολουθούσα, έφευγα. Δεν ήμουνα από τα παιδιά της φασαρίας και της επανάστασης, γιατί δεν ήξερα! Δεν ήξερα καν τι συμβαίνει στον κόσμο, στην Ελλάδα. Εμείς στο χωριό, πού να ξέρουμε τα καημένα; Ούτε οι γονείς μας να μας πούνε, ραδιόφωνα δεν υπήρχαν. Τηλέφωνο πρώτη φορά είδα στο σπίτι της σπιτονοικοκυράς μου στην Αθήνα! Έκανα παρέα βέβαια και με ήσυχα κορίτσια. Θυμάμαι ήτανε την Μπέι, η Μπέι η Κορρέ, ήταν η κόρη του Πρύτανη την εποχή τότε, ήμασταν συμφοιτήτριες στη Νομική. Αλλά γενικά, ήμουνα αποστασιοποιημένη από όλα αυτά που συνέβαιναν, γιατί δεν ήξερα. Και ερχόμουνα βέβαια στη Λευκίμμη, στην Κέρκυρα, τα καλοκαίρια, το Πάσχα και τα Χριστούγεννα. Κι ο πατέρας μου να τον βλέπω δυσαρεστημένο, «Τι τη θες βρε παιδί μου τη Νομική; Άμα τελειώσεις θα αναγκάζεσαι να λες ψέματα, να λες…». Οπότε, όταν τελείωσα το πρώτο έτος και μπήκα στο δεύτερο ναι μεν εγώ ήμουνα άνθρωπος, ήμουνα μαθήτρια των φιλολογικών και των θεωρητικά γενικά μαθημάτων, αν και ήμουνα καλή και στα Μαθηματικά. Εκείνο που δεν μπορούσα ήτανε η Φυσική και η Χημεία. Αν και ήθελα να γίνω γιατρός κάποτε να σώζω τον κόσμο, δεν άντεχα την ένεση και τη χημεία, οπότε δεν ευόδωσε αυτή η κατεύθυνση. Προβληματίστηκα να πάω μαθηματικά, δηλαδή θετικές επιστήμες ή θεωρητικές. Κατέληξα θεωρητικές με την παρότρυνση των φιλολόγων μου και όντας, λοιπόν, στο δεύτερο έτος αρχίσαμε το μάθημα της πολιτικής οικονομίας και είχαμε τον αείμνηστο Ζολώτα τότε, ο οποίος ήταν πολύ απαιτητικός και εγώ, δεν μ’ άρεσε καθόλου η πολιτική οικονομία και τα οικονομικά και γενικά, ό,τι αφορούσε το χρήμα και τα υλικά αγαθά, με τις θεωρητικές μου απόψεις και τη θεωρητική μου παιδεία και παρατάω την Νομική! Και δίνω εξετάσεις δεύτερη φορά και πετυχαίνω στο φιλολογικό τμήμα Ιωαννίνων. Ήτανε η Φιλολογία στα Γιάννενα που τότε λειτουργούσε για πρώτη φορά το πανεπιστήμιο. Μιλάμε για το 1970. Πετυχαίνω στα Γιάννενα, πρώτη φορά λειτουργεί το πανεπιστήμιο σε μια περιοχή που οι άνθρωποι δεν είχανε, δεν ξέρανε από να φιλοξενήσουν ξένο κόσμο και κυρίως νεολαία και ήτανε στις απαρχές μιας καινούργιας έτσι, ζωής θα ‘λεγα, κοινωνικής ζωής για την περιοχή των Ιωαννίνων. Νοικιάσαμε ένα σπίτι με μια φίλη μου που έμεναν δυο σπιτονοικοκυρές, δυο αδελφές γεροντοκόρες και μας λέγανε: «Μωρ’ μάναμ, σε είδα που μιλούσες σε κάτι αγόρια! Πω, πω, πω!». Τόσο πολύ! κι εμένα αυτό με τρόμαζε, δηλαδή, το να μιλάμε σε αγόρια ή να περπατήσουμε στο δρόμο ήτανε κάτι εξωφρενικό για αυτές, ήταν ανήθικο, παράλογο! Αυτό δεν μπόρεσα να το καταλάβω και ευτυχώς μετά τον πρώτο χρόνο, το πρώτο έτος στα Γιάννενα, σε αυτό το κλίμα το οπισθοδρομικό θα ‘λεγα, κατάφερα και έκανα μεταγραφή στην Αθήνα και πήγα στην Αθήνα επειδή ήτανε τα δύο μου αδέλφια εκεί και σπουδάζαν, οπότε μας συνέφερε και οικονομικά. Έπρεπε να το κάνω αυτό, να έχουμε ένα σπίτι. Και έκανα μεταγραφή στη Φιλολογία της Αθήνας, στο δεύτερο έτος. Εκεί, σε αυτή τη σχολή τη φιλοσοφική, από το δεύτερο έτος έπρεπε να διαλέξουμε ποιο τμήμα θα ακολουθήσουμε. Χωριζόταν η φιλοσοφική τότε σε πέντε τμήματα, φιλολογικό που βγαίναμε καθαρά καθηγήτριες φιλόλογοι, φιλοσοφικό, ψυχολογικό, ιστορικό-αρχαιολογικό και ψυχολογικών το είπα; Φιλοσοφικών. Πέντε τμήματα. Εγώ ακολούθησα το ιστορικό-αρχαιολογικό με το δεδομένο ότι μπορούσα τελειώνοντας, να γίνω και αρχαιολόγος και φιλόλογος. Δηλαδή το είχα σαν «δίπορτο», διέξοδος. Ο πατέρας μου με ήθελε καθηγήτρια οπωσδήποτε. Εγώ όμως κάνοντας παρέα στο πρώτο έτος της Νομικής με όλα αυτά τα κορίτσια που είχανε κάποιο επίπεδο και ήταν από πολύ καλές οικογένειες, και μιλάγαμε για αρχαιολογία και για αυτές τις επιστήμες, μου ήρθε η ευκαιρία να επιλέξω την αρχαιολογία. Ακόμα δεν είχα ιδέα, διότι κακά τα ψέματα, κουβαλούσα τις ρίζες τις χωριάτικες και τις επαρχιώτικες. Όσο και να ήθελα να δείξω έτσι, μια προοδευτικότητα, το χωριό και η επαρχία με ακολουθούσε. Δεν είχα ακόμα ωριμάσει. Όμως, κλήθηκα να αποφασίσω ποιο τμήμα θα ακολουθήσω και αυτό ήταν η ευκαιρία να αποφασίσω να πάω στο αρχαιολογικό τμήμα, με αυτό το σκεπτικό, να ικανοποιήσω και του πατέρα μου την επιθυμία, δηλαδή που μου ‘λεγε: «Τι άλλο καλύτερο παιδί μου, να έρθεις καθηγήτρια στο χωριό σου, αφού έχουμε και το γυμνάσιο εδώ;». Το όνειρο της ζωής του!

Σ.Α.:

Εσείς θέλατε να γυρίσετε στο χωριό σας;

Κ.Κ.:

Εγώ τότε δεν είχα σκεφτεί τι ήθελα να κάνω, αλλά έχοντας τον πατέρα μου και τον παππού μου στο σπίτι και βεβαίως, το όνειρο μου κάποτε ήτανε να γυρίσω! Διότι, μην ξεχνάς ότι στην εποχή της Χούντας, φοιτήτρια, δεν ζούσαμε και τη φοιτητική ζωή, να φανταστείς σε πάρτι να είχα πάει κάνα δύο φορές. Με κάτι φίλους μόνο άρχισα σιγά-σιγά να ξυπνάω κι εγώ και να τραγουδάμε με μυστικότητα αυτά της εποχής όπως ήτανε, κρυφά να τραγουδάμε σε ταβερνάκια τα τραγούδια του Θεοδωράκη κι όλα αυτά, έτσι, μ’ αυτή τη μυστικοπάθεια και το φόβο σιγά-σιγά. Άρχισε κι εμένα να μου γεννιέται φόβος κάνοντας τις παρέες και να καταλαβαίνω και να μπαίνω στο κλίμα της εποχής! Στην επέτειο του Πολυτεχνείου είχα προσπαθήσει να μπω μέσα, δεν τα κατάφερα. Ήμουνα στα σύρματα με έναν φίλο μου και κυκλοφορούσαμε. Την άλλη μέρα κυκλοφορούσαμε απ’ έξω και πέφτανε οι βόμβες αυτές, ναι, οι κροτίδες και παραλίγο να φάω και καμιά στο κεφάλι! Το βράδυ, πριν να γίνει αυτό στο Πολυτεχνείο ήμαστε στο Σύνταγμα, απ’ το Σύνταγμα και πηγαίναμε προς το Πολυτεχνείο και φάγαμε τα δακρυγόνα και να κλαίω και να μην ξέρω και τι είναι! Τόσο καλά! Λοιπόν, σας είπα ήμουνα ένα άβγαλτο και σιγά-σιγά έμπαινα στο πνεύμα της κατάστασης. Λοιπόν, μπήκα λοιπόν στο αρχαιολογικό και σιγά-σιγά, άρχισα να μου αρέσει γιατί είχα πάρα πολύ καλούς καθηγητές, αρχίσαμε τις επισκέψεις σε αρχαιολογικούς χώρους και ήμουνα μία απ’ τις καλύτερες φοιτήτριες. Βέβαια, κορυφαίος φοιτητής που δεν ξεχνιέται και ακόμα λάμπει στο στερέωμα και είναι μοναδικό αστέρι, είναι ο Κώστας ο Μπουραζέλης, συμφοιτητής μου, περήφανη για τη συντροφιά μαζί του, λάμπει στο πανεπιστήμιο και γενικά, αυτός έγινε ιστορικός βέβαια. Είναι από τους καλύτερος ιστορικούς της σύγχρονης Ελλάδας, τον ακούω και κάθε Σάββατο και Κυριακή στο ραδιόφωνο που έχει εκπομπές και υπήρχε ένα πολύ υψηλό επίπεδο. Γιατί πες ο φόβος της εποχής, πες το πάθος για την αρχαιολογία, ήτανε ένα τμήμα στο πανεπιστήμιο που έλαμπε! Και όλοι οι φοιτητές πραγματικά, όσους θυμάμαι και κάπου-κάπου συναντιόμαστε ακόμα κάθε τρία χρόνια στην Αθήνα, λέμε και αναφερόμαστε σε αυτές τις πολύ ωραίες εποχές. Συμμετείχαμε, παρακολουθούσαμε, κρατούσαμε τις σημειώσεις μας, κάναμε τα φροντιστήρια τα λεγόμενα, κάναμε τις εργασίες μας και αυτή η γενιά, αυτό το έτος τουλάχιστον που ήμουνα εγώ, έβγαλε πάρα πολύ αξιόλογα στελέχη και της αρχαιολογικής υπηρεσίας και της ιστορίας. Οι περισσότεροι γίνανε και πανεπιστημιακοί. Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό.

Σ.Α.:

Ποιος σας ενέπνευσε μετέπειτα στις σπουδές σας; Υπήρχε κάποιο άτομο που σας ενέπνευσε τόσο πολύ που είπατε ότι «Θα ακολουθήσω αυτά τα βήματα.»;

Κ.Κ.:

Ξεκίνησα από το πανεπιστήμιο ακολουθώντας αυτή τη σχολή τελικά, αυτό το τμήμα, το αρχαιολογικό ιστορικό, περισσότερο με κατεύθυνση στην αρχαιολογία. Καταρχήν με ενέπνευσαν οι καθηγητές μου αλλά και οι παρέες που κάναμε. Στην αρχή δεν είχα κάποιο ιδιαίτερο, από μόνη μου, διαβάζοντας, ανακαλύπτοντας τον αρχαίο κόσμο. Είναι έρωτας η αρχαιολογία! Μπορώ να πω ότι στάθηκα και πολύ τυχερή σε αυτόν τον τομέα. Δηλαδή, τελείωσα το αρχαιολογικό τμήμα το ’73 και έκανα αμέσως αίτηση στο Υπουργείο Πολιτισμού να προσληφθώ παράλληλα έκανα και στο Υπουργείο Παιδείας να προσληφθώ ως φιλόλογος, γιατί μπορούσα όπως είπα τελειώνοντας αυτό το τμήμα, να ακολουθήσω και την εκπαίδευση διδάσκοντας φιλολογικά μαθήματα και την αρχαιολογία ως αρχαιολόγος στο Υπουργείο Πολιτισμού. Δεν θα ξεχάσω τον τρόπο που με προσέλαβαν. Πήγα στα δύο υπουργεία αντίστοιχα, άφησα τις αιτήσεις μου, τηλέφωνο δεν είχα, δεν υπήρχαν τότε και κυρίως κινητά, και άφησα μια διεύθυνση. Έμενα στην Καλλιθέα, Ανδρομάχης 40 και εκεί πολύ κοντά ήταν ένα αστυνομικό τμήμα, το αστυνομικό τμήμα της Καλλιθέας στο δρόμο που έμενα. Και μετά από δύο μήνες, όταν έκανα την αίτηση στο Υπουργείο Πολιτισμού, συγκεκριμένα, 19 Ιουλίου το ’74, έρχεται ένας αστυνομικός στο σπίτι και μου χτυπάει την πόρτα. Εγώ όταν τον είδα τρόμαξα και του λέω: «Δεν έχω κάνει τίποτα! Τι θέλετε εσείς εδώ;» «Α -μου λέει-, δεσποινίς μου!». Αυτός με είδε,γέλασε και το εκμεταλλεύτηκε. «Α -μου λέει-, δεσποινίς μου, ανοίχτε μου να σας πω!», «Όχι -λέω-, δεν σας ανοίγω. Δεν έχω κάνει τίποτα, να φύγετε!». Μου λέει και κρατούσε ένα χαρτί, λέω: «Τι να σας πω -λέω-, κάτι λάθος κάνατε». Μου λέει: «Πώς σας λένε;», έτσι. Και μετά μου ‘βγαλε την ψυχή, στο τέλος μου λέει: «Έχετε κάνει αίτηση στο Υπουργείο Πολιτισμού;» Λέω: «Ναι». Μου λέει: «Πάρε αυτό το χαρτί και αύριο το πρωί να είσαι στις 08:00 η ώρα στο Υπουργείο Πολιτισμού». Και μου ‘δωσε και τη διεύθυνση, τότε ήτανε στην Αριστείδου, απέναντι απ’ το χρηματιστήριο. Εγώ δεν ήξερα ούτε που είναι η Αριστείδου, ούτε που είναι τέλος πάντων, το πήρα το χαρτί, όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα βέβαια απ’ τη χαρά μου. Και το πρωί ξύπνησα, 20 Ιουλίου του ’74. Ιστορική μέρα! Ξύπνησα τόσο νωρίς και άκουγα εμβατήρια και λέω, είχα ένα ραδιοφωνάκι, ένα ξυπνητήρι που ήταν και ραδιόφωνο και ακούω εμβατήρια και λέω, «Τι μουσική βάζουνε κάθε πρωί;». Ήτανε πρώτη φορά βέβαια, που ξυπνούσα τόσο νωρίς γιατί ξυπνούσα πολύ πιο αργά, και λέω: «Μωρέ μπράβο, εμβατήρια -λέω- τέτοια ώρα! Τι είναι αυτό;». Δεν είχα ιδέα! Τέλος πάντων, το ‘κλεισα, ντύνομαι, φεύγω χαρούμενη, πετώντας, και στο δρόμο πριν να φτάσω στο Υπουργείο Πολιτισμού στην Αριστείδου–. Έμενα στην Καλλιθέα και στην Κοραή έκανε το τέρμα του το λεωφορείο της Καλλιθέας απ’ την Κοραή, να πάω στην Αριστείδου και εκεί μόλις βγήκα απ’ το λεωφορείο συνάντησα μια ξαδέλφη μου και μου λέει: «Πού πας Κατερίνα;». Λέω: «Πάω στο Υπουργείο Πολιτισμού», χαρούμενη εγώ, «με προσέλαβαν!». «Πού πας;», μου λέει, «Γύρνα σπίτι! Ξέρεις τι έγινε σήμερα; Τι κακό γίνεται στην Ελλάδα και στο αυτό;». Λέω: «Δεν με νοιάζει, πάω στο Υπουργείο Πολιτισμού!». Μου λέει: «Τι δεν σε νοιάζει -μου λέει- καημένη, γίνεται πόλεμος!». Ήτανε η απόβαση στην Κύπρο! Και ήτανε όλα αυτά τα γεγονότα της 20 Ιουλίου του ‘74. Μου κοπήκαν τα πόδια, λιποθύμησα, λέω: «Θα πάω στο Υπουργείο και ό,τι γίνει!». Πάμε στο Υπουργείο, ένας χαμός να γίνεται και μας κάλεσε ο διευθυντής στο γραφείο του, εμάς, ήταν κι άλλα παιδιά που είχαν προσληφθεί εκείνη την ημέρα και παρουσιαστήκαμε και μας λέει: «Από πού είστε; Από πού είστε, από πού είστε;» «Απ’ την Κέρκυρα». «Πήγαινε στην Κέρκυρα -μου λέει-, κυρία Κάντα, πήγαινε στην Κέρκυρα και θα σας ειδοποιήσω εγώ όταν φτιάξει η κατάσταση!». Τι να πω, τρελάθηκα! Γύρισα σπίτι τρελαμένη, πάω στις ξαδέλφες μου, φόβος, κακό, χαμός, φύγαμε όλοι και ήρθαμε στην Κέρκυρα στη Λευκίμμη, τρομαγμένα. Τις καταστάσεις τις ξέρουμε όλοι, τις γνωρίσαμε, τις ζήσαμε και παρακαλώ, 13 Αυγούστου, μόλις είχε κατασιγάσει λίγο, είχε κοπάσει ο θόρυβος και όλα αυτά τα θέματα τα πολιτικά, παίρνουνε τηλέφωνο από το Υπουργείο Πολιτισμού. Παίρνουνε τηλέφωνο στο μπακάλικο της γειτονιάς μου στο χωριό να με ειδοποιήσουν –δεν θυμάμαι αν τους είχα δώσει εγώ το τηλέφωνο, αν το ήξεραν ή δεν ξέρω πώς το βρήκανε, σκέψου πώς γινόνταν οι προσλήψεις την εποχή εκείνη– και με φώναξε ο μπακάλης της γειτονιάς μου στο χωριό και μου λέει: «Ἐλα, Κατερίνα, στο τηλέφωνο, σε θέλουν απ’ το Υπουργείο Πολιτισμού». Τρελάθηκα! Και μας λέει ο διευθυντής ο ίδιος, ο Γιαλούρης, Θεός σχωρέστον, ο Νίκος Γιαλούρης, μεγάλος αρχαιολόγος: «Ελάτε στην Αθήνα να πιάσετε δουλειά. Σας χρειαζόμαστε!». Και γυρνάω στην Αθήνα. 13 Αυγούστου; 14 γύρισα, 15 κάτι ξανάγινε πάλι στην Κύπρο, κάτι ξαναέγινε πάλι με τη Χούντα και πάλι ξανά στο σπίτι κλεισμένη. Ώσπου πάλι το ξεπεράσαμε κι αυτό κι αρχές Σεπτέμβρη με ξαναφωνάζει πάλι ο αστυνομικός στο σπίτι από την Καλλιθέα: «Πήγαινε στη Στοά του Αττάλου, στην Αθήνα να συναντήσεις τη διευθύντρια σου, την κυρία Όλγα Αλεξανδρή, να αρχίσεις εργασία». Ήτανε πολύ άσχημες και πολύ δύσκολες εποχές πολιτικές και κοινωνικές αλλά για δουλειά και για προσλήψεις ήτανε πολύ εύκολες. Πολύ εύκολες! Τέλος πάντων, ο τομέας της αρχαιολογίας είχε αποφασιστεί από την κυβέρνηση, από τη νεοσύστατη τότε κυβέρνηση να δουλέψει. Δηλαδή, οι αρχαιολόγοι βέβαια της εποχής εκείνης δεν ήταν και πάρα πολλοί, άντε να ήμαστε 300 σε όλη την Ελλάδα, οι 300 του Λεωνίδα! Και γι’ αυτό τελειώνοντας γίναμε ανάρπαστοι. Είχε αποφασίσει η κυβέρνηση να ανασυγκροτήσει το θέμα του πολιτισμού που ήτανε εντελώς εγκαταλελειμμένα τα μνημεία, τα μουσεία και όλη η πολιτιστική κληρονομιά και έτσι είχαμε την τύχη, την ευτυχία να προσληφθούμε αμέσως. Και με αυτόν τον τρόπο, χωρίς κινητά, χωρίς τα μέσα τα τωρινά, να σε ψάχνει ο αστυνομικός στο σπίτι, να σε παίρνουνε τηλέφωνο στο παντοπωλείο του χωριού, στην άκρη της Ελλάδας και να μας μαζεύουνε απ’ όλη την Ελλάδα για να ανασυγκροτήσουμε την αρχαιολογική υπηρεσία.

Σ.Α.:

Απίστευτο. Έπειτα λοιπόν, πώς στρώθηκε η πορεία σας;

Κ.Κ.:

Λοιπόν, παρουσιάζομαι στην κυρία Αλεξανδρή με το πλατύ χαμόγελο και την καλοσυνάτη καρδιά κι ένιωσα μια αγκαλιά. Ένιωσα μια θαλπωρή και της λέω: «Κυρία Αλεξανδρή, δεν ξέρω τίποτα από αρχαιολογία, τι θα με κάνεις; Μόνο -λέω- τα θεωρητικά, όλα αυτά που διδαχτήκαμε από τον κύριο Ιακωβίδη, απ’ όλους τους μεγάλους καθηγητές». «Μη σε νοιάζει κορίτσι μου! Όλοι έτσι είμαστε! Έχεις τα νιάτα σου, έχεις τον ενθουσιασμό σου, έχεις την ομορφιά σου, μη σε νοιάζει, εδώ!». Και ο κύριος Θέμελης, ο γλυκός μου, καλή του ώρα εκεί που είναι! Και φωνάζει για τη Μεσσίνη και φωνάζει για τα αρχαία της Θεσσαλονίκης, ακόμα είναι δυνατός και μαχόμενος! Κι ο γλυκός μου ο κύριος Θέμελης με πήρε απ’ το χέρι και πάμε στην Ελευσίνα. Μου ορίστηκε η Ελευσίνα σαν πρώτος χώρος επαφής μου με την αρχαιολογία. Και ήμουνα ευλογημένη, Σίλεια μου! Και ήμουνα τυχερή, γιατί αυτός ο τόπος είναι μέσα στην καρδιά μου και την αγάπησα την Ελευσίνα, γιατί είναι από τους πιο ιερούς, τους μοναδικούς, τους πολύ, πολύ, πολύ σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους της Ελλάδας. Της Ελλάδας ολόκληρης και όχι μόνο. Είναι εκεί που δίδαξε η Δήμητρα την ευλογία του σιταριού και του ψωμιού, την ευλογία να μπορεί ο κόσμος να ζει με ένα κομμάτι ψωμί, να μπορεί ο άνθρωπος να επιβιώσει. Εδίδαξε στον Τριπτόλεμο να μυήσει τους ανθρώπους εκεί, στην καλλιέργεια του σιταριού, στο Θριάσιο πεδίο και να καλλιεργεί το μοναδικό, το ευλογημένο σιτάρι που παράγεται το ψωμί, να θρέφεται ο κόσμος και να μπορεί να επιβιώνει με μόνο το ψωμί. Εκεί στο Θριάσιο πεδίο, ευλόγησε η θεά Δήμητρα τους ανθρώπους να επιβιώσουν, να επιβιώνουν από πολέμους, από καταστροφές, από κακουχίες, με μόνο το ψωμί. Εκεί, στον αρχαιολογικό χώρο της Ελευσίνας όπου υπήρχε το τελεστήριο και εμυούντο οι άνθρωποι στα ελευσίνια μυστήρια, εκεί πέρασα τις πρώτες μου αρχαιολογικές εμπειρίες, την πρώτη μου αγάπη και σαν να μυήθηκα κι εγώ στα μυστήρια. Αγάπησα την αρχαιολογία. Αγάπησα την Ελευσίνα, με αποτέλεσμα φεύγοντας να γράψω και ένα βιβλίο, γιατί έβλεπα όλο αυτό το πλήθος που ερχόταν των τουριστών αλλά κυρίως των μαθητών και των δασκάλων, που ‘ρχοντανε εκεί, καπνίζανε το τσιγάρο τους, εκάνανε ένα περίπατο και δεν ξέρανε σε ποιο χώρο βρίσκονται και πόσο σημαντικός και πόσο σπουδαίος ήταν αυτός ο χώρος. Και έτσι, με χαρά μου πολλή έγραψα αυτό το βιβλίο από τη λύπη μου που έβλεπα τα παιδιά, κυρίως,τους μαθητές, να μην ενδιαφέρονται, να ενδιαφέρονται μόνο για τον Πανελευσινιακό εκεί που ερχόντανε και στεναχωριόμουνα πάρα πολύ και να μην γνωρίζανε τίποτα γι’ αυτά τα ερείπια και τα ιερά χώματα που περπατούσανε και περιπλανιότανε εκεί μέσα στην αμάθεια και το σκότος και αυτών και των δασκάλων τους. Όχι όλοι, συγγνώμη, για τους περισσότερους, αλλά οι περισσότεροι δάσκαλοι καθόντανε και πίνανε καφέ στο καφενείο και τους λέγανε: «Πηγαίνετε μέσα να δείτε». Τι να δούνε τα παιδιά; Έπρεπε να ‘χουνε κάτι να διαβάσουνε, να ξέρουνε κι έτσι παρακινήθηκα και έγραψα ένα βιβλίο. Ευτυχώς ο ιδιωτικός οίκος του Καρδαμίτσα ακόμη το κυκλοφορεί και το επανέκδωσε. Θυμάμαι δεν είχα ούτε λεφτά η κακομοίρα, από δω κι από κει ζήταγα απ’ τους φίλους μου δανεικά! Τέλος πάντων, τα κατάφερα και το ‘βγαλα σε 4 γλώσσες, αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά και ελληνικά. Και η ελληνική έκδοση συνεχίζεται ακόμα.

Σ.Α.:

Είχε επιτυχία το βιβλίο σας, έτσι;

Κ.Κ.:

Δεν ξέρω αν είχε επιτυχία. 12.000 αντίτυπα, 3.000 σε κάθε γλώσσα, πουληθήκανε αμέσως. Και μάλιστα, το ενέκρινε και το Υπουργείο Πολιτισμού, το ΤΑΠ το λεγόμενο, ταμείο αρχαιολογικών πόρων που είναι αρμόδιο γι’ αυτά και πουλιότανε και στον αρχαιολογικό χώρο. Είχα βέβαια και πολύ καλές κριτικές από τις τότε εφημερίδες, Ελευθεροτυπία και τις άλλες εκεί που ήτανε, την Ελευθεροτυπία, τη Βραδινή, τον Ριζοσπάστη, την Ακρόπολη, την Αυγή. Έτυχα πολύ θετικών κριτικών, τέλος πάντων. Είχα την τύχη να έχω στην Ελευσίνα μια φανταστική, μια υπέροχη κυρία ως προϊσταμένη μου, την κυρία Εύη Τουλούπα, η οποία ήτανε αρχαιολόγος πάρα πολύ σπουδαία κι εκείνη την εποχή ήταν στην Ακρόπολη διευθύντρια. Αυτή με αγαπούσε τόσο πολύ γιατί εγώ τότε ήμουνα νέα, νέα και ωραία που λένε, και πήγαινα με πάθος εκεί να δουλέψω στην Ελευσίνα. Έμενα στην Καλλιθέα και έπαιρνα 3 λεωφορεία κάθε μέρα και ήμουνα στην ώρα μου πρωί-πρωί στην Ελευσίνα και ήμαστε από τις πρώτες που δουλέψαμε στην Ελευσίνα μετά από πολλά χρόνια που είχε δουλέψει ένας περίφημος αρχαιολόγος, ο Κουρουνιώτης. Μιλάμε για 1910-’20, εκεί. Ένας περίφημος, ο Τραυλός, αρχιτέκτονας κι αρχαιολόγος και μετά είχε κλείσει η Ελευσίνα με τις αποθήκες γεμάτες θησαυρούς και έπρεπε να αρχίσουμε πολύ σημαντική δουλειά στην Ελευσίνα. Το μουσείο υπήρχε αλλά ήταν εγκαταλελειμμένο. Ο αρχαιολογικός χώρος εγκαταλελειμμένος, οι αποθήκες κλειστές και ανήλιαγες για χρόνια! Λοιπόν, πήγα εκεί με την κυρία Τουλούπα και χώθηκα με πάθος μες στις αποθήκες και να βρίσκουμε θησαυρούς. Εν τω μεταξύ, ελέγχαμε και τις οικοδομές που γινόντανε σε όλη την περιοχή της Ελευσίνας, η οποία εκτός από τον συγκροτημένο κλειστό αρχαιολογικό χώρο, τον περιτειχισμένο τέλος πάντων, που ήτανε το ιερό της Δήμητρας και της κόρης, αρχαιότητες υπήρχαν και σε όλη την πόλη, η οποία σιγά-σιγά αναπτυσσόταν και απλωνότανε και έπρεπε να ελέγχονται όπως σε όλη την Ελλάδα και παντού, κι εδώ στην Κέρκυρα, οι θεμελιώσεις των οικοδομών. Και εκεί, Σίλεια, ήταν που βρίσκαμε θησαυρούς! Θησαυρούς! Εγώ η καημένη να μην ξέρω και πρώτη φορά, διότι στο πανεπιστήμιο ναι μεν κάναμε θεωρία και επισκέψεις σε μουσεία και σε αυτά, αλλά σε ανασκαφή δεν είχα πάει. Δεν γινότανε πρακτική εξάσκηση στις ανασκαφές ή εγώ τουλάχιστον δεν είχα επιλεγεί να πάω. Δεν γινότανε κιόλας, οι καθηγητές δεν ήτανε τώρα όπως είναι οι καθηγητές που παίρνουνε τα τμήματα και πάνε στα νησιά, πάνε παντού και κάνουνε μια πρακτική εξάσκηση τα καλοκαίρια. Τότε δεν γινότανε. Λοιπόν, εγώ δεν είχα κάνει πρακτική εξάσκηση και πάμε εκεί με την κυρία Τουλούπα σε ένα οικόπεδο και εκεί βρήκαμε τάφους, ένα τμήμα του νεκροταφείου της αρχαίας πόλης της Ελευσίνας. Και μόλις είδα εγώ τάφο, ω, πω, πω! Τρόμαξα! Ήμουνα και λίγο φοβιτσιάρα σ’ αυτά τα έτσι, τα μαύρα πράγματα. Όμως ανοίγουμε τον τάφο, ανοίγουμε μια σαρκοφάγο και βλέπουμε μέσα κάτι αγγεία, λευκές ληκύθους! Ζωγραφικές παραστάσεις, μοναδικά! Αν πας στο Εθνικό Μουσείο και δεις αυτά τα αντικείμενα, αυτά μόνο να δεις θα εντυπωσιαστείς για την τέχνη, για το χέρι του ζωγράφου, για το χέρι του αγγειοπλάστη, για τα πάντα! Λοιπόν, κι από τότε έπαθα την τρέλα μου. Έτσι παθαίνεις με την αρχαιολογία, οποιοσδήποτε, όχι εγώ. Πήγαινα με τόση χαρά κι η κυρία Τουλούπα με αγκάλιασε με τόση αγάπη, να με μάθει πράγματα. Εγώ συνέχεια αισθανόμουνα ότι δεν ξέρω, δεν ξέρω. Στο γυρισμό, δεν ξέρω γαλλικά, και μέσα στο λεωφορείο που γυρνούσαμε απ’ την Ελευσίνα, καλή της ώρα εκεί που είναι δεν ξέρω αν έχει πεθάνει, χίλια χρόνια να ζήσει αυτή η γυναίκα, υπέροχος άνθρωπος. Προσπαθούσε να με μάθει γαλλικά να εκμεταλλευτούμε το χρόνο, γιατί ξέρεις, άρχισα μετά και μετά δεν πήγαινα σπίτι μου. Έπαιρνα ένα σάντουιτς και πήγαινα στις βιβλιοθήκες, στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο που έχει φοβερή βιβλιοθήκη, στο Γαλλικό Ινστιτούτο, ατελείωτες βιβλιοθήκες κι εκεί χανόμουνα, στις βιβλιοθήκες. Ήταν υπέροχες εποχές! Χωνόμουνα μέσα στις αποθήκες, 25 χρονών ήμουνα τότε και να με πιάνει η μέση μου και να μην μπορώ να σηκωθώ, γιατί μέσα σε αυτά τα καφάσια οι ανασκαφές των προηγούμενων είχαν θησαυρούς. Δεν θα ξεχάσω μια φορά που βρήκαμε πολλά κινητά, κινητά αντικείμενα, κινητά ευρήματα, ειδώλια. Αυτά τα ειδώλια ξέρεις, είναι αφιερώματα στις θεές εκεί που ερχότανε απ’ όλη την Ελλάδα, στα Ελευσίνια Μυστήρια ερχότανε απ’ όλη την Ελλάδα και φέρνανε τα αφιερώματα τους. Λοιπόν, ειδώλια και ήτανε ένα καφάσι με ειδώλια από την Ολυμπία. Μια φορά λοιπόν είχε έρθει ένας καθηγητής από τη Γερμανία, Χάιλ Μάγερ λέγεται, θα ζει ακόμα και συζητούσε με την κυρία Τουλούπα, η οποία είχε σπουδάσει στη Γερμανία, ήξερε γερμανικά, ήξερα κι εγώ γερμανικά, πήγαινα στο Γκαίτε. Ήθελα να οπλιστώ όσο γίνεται με περισσότερα προσόντα. Τα γερμανικά για τους αρχαιολόγους ήτανε τα top. Δηλαδή, δεν σε ρωτούσανε αν έχεις πτυχίο αρχαιολογίας, σε ρωτούσανε: «Ξέρεις γερμανικά;». Αν ήξερες γερμανικά περνούσες στην επόμενη. Λοιπόν, και είχε έρθει ο Χάιλ Μάγερ και έψαχνε ο άνθρωπος, μελετούσε κάποια ειδώλια απ’ την Ολυμπία, έκανε διδακτορικό. Οπότε πετάγομαι εγώ με τα σπασμένα μου γερμανικά και τα λίγα που ήξερα και του λέω: «Ελάτε να σας δείξω κάτι ειδώλια που βρήκα εγώ μέσα στις αποθήκες απ’ την Ολυμπία!», και τον επαίρνω στις αποθήκες και του δείχνω αυτά που είχα βρει πρόσφατα. Δεν ξέρω, την ίδια μέρα, την προηγούμενη, από την Ολυμπία. Έπρεπε να τα αναγνωρίζεις βέβαια, το κάθε αντικείμενο από που προέρχεται, αν είναι ντόπιο απ’ την Ελευσίνα, αν είναι απ’ την Αθήνα. Με βοηθούσε και η κυρία Τουλούπα γιατί είχαμε μάθημα στην έρευνα και τον πήρα κάτω στις αποθήκες. Με αγκάλιασε, με φίλησε και μου λέει: «Σου δίνω υποτροφία να έρθεις μαζί μου στη Γερμανία, να κάνεις με υποτροφία!». Εντωμεταξύ, το λέω στην Τουλούπα, μου λέει: «Όχι -μου λέει-, δεν σε αφήνω να φύγεις! Δεν ξέρω -μου λέει-, αργότερα! Τον Χάιλ Μάγερ τον έχουμε σίγουρο! Αργότερα -μου λέει-, κάτσε λίγο κοντά μου». Ναι, ενθουσιασμένος ο Χάιλ Μάγερ, έχω ακόμα τα γράμματα του που μου λέει: «Έχω θέση για σένα στο πανεπιστήμιο του Heidelberg, στη Χαϊδελβέργη!».

Σ.Α.:

Εσείς θέλατε να πάτε Γερμανία;

Κ.Κ.:

Εγώ ήμουνα άβγαλτο! Ήμουνα μικρό, ήμουνα άμαθο και λέω: «Πού να πάω τώρα! Δεν λες πώς βρέθηκα στην Αθήνα με τόσα εμπόδια! Που να πάω στη Γερμανία;». Οι εποχές εκείνες, Σίλεια μου, δεν ήτανε για να ονειρεύεσαι ταξίδια και μετακομίσεις και λέω «Είμαι εδώ». Είχα κάνει σύμβαση αορίστου χρόνου, δεν ήμουνα μόνιμη, μας κάνανε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Ήμουνα έκτακτη όπως λέγανε. Τίποτα σίγουρο δηλαδή, αλλά είχα προοπτικές. Και πήγαινα λοιπόν, πέρα από τις δουλειές στις αποθήκες και στο μουσείο, πήγαινα και στις ανασκαφές της Ελευσίνας και βρίσκαμε σε κάθε οικόπεδο, βρίσκαμε θησαυρούς. Βέβαια εκεί ήτανε πιο δύσκολα, γιατί εκεί είχες να ερχόσουνα σε επαφή με τον κόσμο, με τους ανθρώπους οι οποίοι θέλανε ένα κεραμίδι να βάλουνε τα παιδιά τους από κάτω, να χτίσουν το σπιτάκι τους και όταν τους έλεγες ότι: «Βρήκα αρχαία, θα καθυστερήσουμε»–. Η υπηρεσία, η Ελευσίνα υπαγόταν στην τρίτη εφορεία προϊστορικών και κλασικών αρχαιοτήτων, που είχε την έδρα στην Αθήνα και είχε την Ελευσίνα και τα Μέγαρα και ένα κομμάτι της Αθήνας. Λοιπόν, έπρεπε να πεις σε αυτούς τους ανθρώπους ότι «Θα πρέπει πρώτα να κάνουμε ανασκαφή, να καθυστερήσουμε, να δούμε τι θα βγει, όπως συμβαίνει παντού σε όλη την Ελλάδα, να βγάλουμε τα αποτελέσματα, να καταλήξουμε και μετά θα πάρετε άδεια για το σπίτι». Άντε τώρα να πεις στον φτωχό τον άνθρωπο, τον μεροκαματιάρη, τον εργάτη της Ελευσίνας που έτρωγε τη ζωή του στον τιτάνα εκεί, κι έτρωγε όλο το τσιμέντο, θα του πεις ότι «Θα καθυστερήσουμε κι ότι δεν μπορούμε τώρα να φτιάξουμε το σπίτι!». Λοιπόν, εκεί ήταν η μεγάλη μου επιτυχία και θα σου πω γιατί. Γιατί εντοπίζαμε τα αρχαία, πες ας πούμε, ένα σπίτι ή ένα τείχος και ερχότανε μες στη λάσπη, ξέρεις, μες στο κρύο, μες στη βροχή, μες στον αέρα, μες στον ήλιο, μες τον καύσωνα, όλες αυτές οι καιρικές συνθήκες! Αλλά εγώ δεν με ενδιέφερε τίποτα. Εκεί τι θα βγάλει από στιγμή σε στιγμή η σκαπάνη. Αυτή η αγωνία, αυτή η χαρά, αυτή η έκπληξη, αυτή η απογοήτευση πολλές φορές. Όλα αυτά τα συναισθήματα. Λοιπόν, τι έκανα; Εμάζευα κι ερχόντανε βέβαια κυρίως, όταν ήμουν μέσα στην πόλη, ερχόντανε από πάνω διάφοροι και βλέπανε και λέγανε το μακρύ τους και το κοντό τους. Τι έκανα εγώ; Άρχιζα και τους μιλούσα και τους έλεγα: «Παιδιά βλέπετε; Αυτό είναι αυτό κι αυτό κι αυτό! Είναι ένας τάφος, είναι ένα σπίτι που ζούσανε οι πρόγονοι, πρόγονοι, πρόγονοι, πρόγονοι. Έγινε εκείνη την εποχή, κατοικούσανε αυτή την εποχή, συνέβαιναν αυτά εδώ πέρα» και τους κέντριζα και τους δημιουργούσα το ενδιαφέρον και πηγαίνανε σπίτι τους και λέγανε κι ερχόνταν την άλλη μέρα και μου λέγανε, ήμουνα η Κατερίνα τους, όχι δεσποινίς Κατερίνα, η Κατερίνα μας. «Κατερίνα μας, έβαλα τον γιο μου», δεν ξέραν γράμματα οι περισσότεροι, «έβαλα τον γιο μου και μου διάβαζε εκείνο το κομμάτι της ιστορίας που μας είπε!». Και τους ξύπναγα το μυαλό. Και μετά ερχόντανε την άλλη μέρα: «Και σήμερα τι θα βρούμε;», «Και σήμερα τι θα βρούμε;». Τους μετέδιδα την αγωνία μου, το ενδιαφέρον μου, τη χαρά μου, τις γνώσεις μου – αυτές τις λίγες, την έκπληξη μου και γινόντανε ένα με μένανε. Κι ήτανε και πολλοί σε πολλές περιπτώσεις πληρώνανε αυτοί, για να τελειώσουνε γρήγορα. Υπάρχει αυτή η δυνατότητα, κι ακόμα και τώρα, να πληρώσεις στην ανασκαφή τους εργάτες για να τελειώσουν πιο γρήγορα, γιατί αν περιμένεις απ’ την αρχαιολογία πότε θα βάλει εργάτες, πότε θα βρούνε λεφτά, πότε θα τελειώσουνε… Και τους μετέδιδα αυτή την αγωνία και τη γνώση και ερχόντανε ακόμα κι αυτοί που πληρώνανε και στο τέλος μου λέγανε: «Κατερίνα, δεν θέλω να τελειώσουμε!». Αυτό ήτανε δηλαδή, είμαι περήφανη που πέτυχα αυτό, όχι να τους διδάξω, δεν ήμουνα εγώ καμία, αλλά να τους ανεβάσω ένα ελάχιστο, ένα λιθαράκι στην παιδεία τους. Και να τους κάνω αντί για τον Πανελευσινιακό που εντάξει, κι οι άνθρωποι κι αυτοί είχανε τα ενδιαφέροντα τους αλλά πέρα απ’ τον Πανελευσινιακό να ενδιαφέρονται και για ένα κομμάτι της ιστορίας τους. Έγραψα και το βιβλίο και τους λέω: «Ξέρετε ποιοι άνθρωποι ερχόντανε εδώ; Απ’ όλη την Ελλάδα! Σταματούσαν οι πόλεμοι όταν γινότανε τα Ελευσίνια Μυστήρια και εμυούντο οι άνθρωποι και εξαγνιζόντανε». Βέβαια, δεν μπόρεσα να δώσω ούτε εγώ, ούτε κανένας άλλος, ούτε ποτέ απάντηση στο τι γινότανε μέσα στο τελεστήριο στα Ελευσίνια μυστήρια. Αυτό έχει μείνει απορία όλων των ερευνητών, όλων των ιστορικών, όλης της ανθρωπότητας, των ανθρώπων της Ελευσίνας και δικό μου! Διότι ετιμωρήτο με θάνατο όποιος αποκάλυπτε ένα ελάχιστο από τα δρώμενα μέσα στο τελεστήριο. Όμως έκανε αυτούς τους ανθρώπους να αναρωτιούνται, να ψάξουνε, να… να συμμετέχουν στη μέθεξη αυτή των Ελευσινίων Μυστηρίων και του τόπου τους. Το θεωρώ αυτό επιτυχία μου και όταν έφυγα κλαίγανε. Δεν θα ξεχάσω πολλούς ανθρώπους, ερχόνταν–. Μετά από κει έφυγα και πήγα στο Υπουργείο Πολιτισμού γιατί έπρεπε να πάνε κάποιοι άλλοι εκεί, δηλαδή να μεταλαμπαδευτεί η συνέχεια της ιστορίας της Ελευσίνας. Βοήθησα πολύ το δήμαρχο τότε, ένας λεγόντανε Λεβέντης, να οργανώσει γιορτές στην Ελευσίνα, στο χώρο τον αρχαιολογικό που λεγότανε Ελευσίνια. Είχε έρθει και η Μελίνα η Μερκούρη μια φορά. Παιζότανε τραγωδίες του Αισχύλου, ο Αισχύλος ήταν απ’ την Ελευσίνα.

Σ.Α.:

Ναι.

Κ.Κ.:

Λοιπόν, κι αυτός γράφει και κάπου ότι κάποιος αποκάλυψε κάτι για τα Ελευσίνια μυστήρια και εκδιώχθηκε. Λοιπόν, είχε παίξει και η Μελίνα Μερκούρη στα Ελευσίνια, στις γιορτές αυτές που γινόντανε αρχές Σεπτέμβρη, δεν ξέρω κάθε δύο χρόνια, κάθε χρόνο; Δεν θυμάμαι. Και με τον Λεβέντη είχαμε συνδιοργανώσει όλα αυτά, όλες αυτές τις γιορτές. Είχα συμβάλλει, είμαι πολύ περήφανη γι’ αυτά. Είχε έρθει και η Μελίνα Μερκούρη και έπαιζε στο θέατρο και δεν φορούσε – να το πω τώρα;

Σ.Α.:

Να το πείτε.

Κ.Κ.:

Δεν φορούσε εσώρουχο! Και μου λέει: «Κατερίνα -μου λέει-, πρέπει να φορέσω κάτι!», μου λέει, «Έχεις κάνα εσώρουχο να βάλω από μέσα;». Πλάκα που είχε η Μελίνα με την τρέλα της, πολλή πλάκα!

Σ.Α.:

Θα λέγατε λοιπόν ότι ήταν το κύριο πάθος σας εκείνη την εποχή η αρχαιολογία κι η δουλειά σας;

Κ.Κ.:

Είχα ένα αγόρι και το καημένο το είχα ξεχάσει! Και παραπονιότανε ώσπου τελικά χωρίσαμε, το άφησα! Δεν μπορούσα, δεν είχα χρόνο. Το πρωί Ελευσίνα, στο λεωφορείο γαλλικά με την Τουλούπα, με την κυρία Τουλούπα, και τ’ απόγευμα, απ’ το μεσημέρι και μετά στις βιβλιοθήκες. Κυριακή, Σάββατα, Πάσχα, Χριστούγεννα; Σε εκείνες τις σκοτεινές κι ανήλιαγες τεράστιες βιβλιοθήκες στο Ινστιτούτο Γκαίτε. Φοβερές βιβλιοθήκες γερμανικές, φοβερές βιβλιοθήκες. Τώρα είναι με το ίντερνετ και τα βρίσκεις κι όλα και τα βρίσκεις και στραβά γραμμένα, γιατί ό,τι θέλει ο καθένας γράφει. Αυτό είναι ένα άλλο δράμα, άλλο δράμα! Λοιπόν, εκεί τα νεανικά μου χρόνια, 25 χρονών, 30 χρονών. Στα 34 μου βρήκα έναν σύζυγο και μου λέει: «Έλα, γιατί δεν προλαβαίνουμε!».

Σ.Α.:

Πώς γνωριστήκατε με τον σύζυγο σας; Πώς προέκυψε;

Κ.Κ.:

Αν σου πω, θα γελάσεις! Λοιπόν, πού καιρός και χρόνος; Γι’ αυτό οι περισσότερες αρχαιολογίνες είναι ανύπαντρες, αφιερώνεσαι, σε τραβάει, σε τρελαίνει, δηλαδή αυτά τα συναισθήματα και ειδικά όταν κάνεις και ανασκαφή, να βλέπεις ας πούμε ένα γήπεδο ίσιο, επίπεδο, τίποτα, με λουλούδια, με χαμηλή βλάστηση, με χώμα και ξαφνικά από κάτω να σου αποκαλύπτεται ένας κόσμος ολόκληρος! Ολόκληρη η ιστορία σου και να λες: «Είμαι η πρώτη, είμαι ο πρώτος που τα φέρνω στο φως!». Θα σου πω αργότερα με τον Κούρο! Και είμαι η πρώτη που μετά από δυόμισι χιλιάδες χρόνια –αν είναι και προϊστορική ανασκαφή μετά από τρεις, μετά από 5 χιλιάδες χρόνια–, «Είμαι η πρώτη που τα φέρνω στο φως!». Είναι φοβερά συναισθήματα, σου γεμίζουνε τη ζωή. Και μετά αυτά πρέπει να τα πιάσεις στα χέρια σου και να τα μελετήσεις, να πεις πότε, πού, πώς, τι; Βλέπεις, το πιο συγκλονιστικό είναι η επιγραφή, βέβαια. Εγώ έχω τρέλα με τις επιγραφές, γιατί είναι τα μόνα στοιχεία που απτά σου λένε κάτι με σιγουριά, με σιγουριά. Δεν έχεις να αμφισβητήσεις τίποτα, δηλαδή βρήκα έναν ναό, αν δεν βρεις μια επιγραφούλα που να σου λέει σε ποιον είναι, αρχίζεις να προβληματίζεσαι ή ένα αφιέρωμα που να τον δηλώνει, ας πούμε. Είναι συγκλονιστικά.

Σ.Α.:

Πείτε μου για το σύζυγο σας. Καταρχάς πώς τα κατάφερε να σας φέρει στα νερά του και να–;

Κ.Κ.:

Απ’ την αρχαιολογία τώρα να πάμε στον σύζυγο;

Σ.Α.:

Μία παρένθεση.

Κ.Κ.:

Τι να πω;

Σ.Α.:

Πώς γνωρίσατε τον σύζυγο; Να πάμε σε αυτό.

Κ.Κ.:

Βέβαια, είναι και αυτό ενδιαφέρον γιατί όταν αφιερώνεις όλο σου το ενδιαφέρον, όλη τη δυναμική σου στην αρχαιολογία, στην Ελευσίνα, στις βιβλιοθήκες εκεί, έχεις θέμα με το έτερον φύλο. Είχα πολλές γνωριμίες γιατί είμαι κοινωνικός άνθρωπος και είχα πάρα πολλούς φίλους. Είχα και μια αγάπη πολύ σημαντική με έναν άνθρωπο που ήτανε βέβαια πολιτικός μηχανικός – μην τα λέω τώρα και τα ακούσει ο σύζυγος μου, αλλά τα ξέρει, τα ‘χω πει, είμαι ανοιχτό βιβλίο! Αλλά αυτός με μύησε στη Λογοτεχνία, στην Ιστορία, ήτανε τόσο ευρυμαθής άνθρωπος, στην ποίηση, στα πάντα, στη Φιλοσοφία. Καλή του ώρα εκεί που είναι! Δεν είχαμε αίσιο τέλος γιατί η πεθερά ήθελε πλούσια νύφη τέλος πάντων και τα γνωστά. Έτσι, μου ‘δωσε την ευκαιρία να αφιερωθώ περισσότερο στην αρχαιολογία. Ώσπου στα 34 μου, εκεί περίπου, πάω σε ένα γάμο σε μια φίλη μου, συμφοιτήτρια μου και στον Άγιο Παντελεήμονα, εκεί στο κέντρο, στα Εξάρχεια, κάπου εκεί είναι, που έχει πολλά σκαλοπάτια. Και έτσι, ήμουνα νέα και ωραία βέβαια, όπως όλα τα κορίτσια στην ηλικία μας. Όχι, πριν τα 34, στα 30, 31, εκεί και φορούσα ένα άσπρο φόρεμα, το μαλλί μου ήτανε πάντα μακρύ και πολύ, ήμουνα χαρακτηριστική στο υπουργείο για τα ωραία μου μαλλιά. Δηλαδή, ακόμα έρχονται, βλέπω απ’ το Υπουργείο Πολιτισμού, βλέπω συναδέλφους και μου λένε: «Τα μαλλιά σου Κατερίνα, τα μαλλιά σου Κατερίνα!». Τα είχα πάρει απ’ τη μάνα μου που είχε πάρα πολύ ωραία μαλλιά. Βέβαια, το μόνο που τους έκανα ήταν να τα λούζω και να φεύγω. Δεν είχα πάει ποτέ σε κομμωτήριο! Δεν τα ‘χα βάψει ποτέ, δεν ήξερα τι σημαίνει κομμωτήριο. Λούσιμο και δρόμο! Δεν είχα καιρό να ασχοληθώ με αυτά. Λοιπόν, και με είχε καλέσει η φίλη μου στο γάμο της, μου λέει: «Σε παρακαλώ, αν δεν έρθεις θα θυμώσω», συμφοιτήτρια μου. Αυτή από τα Γιάννενα συμφοιτήτρια η οποία είχε έρθει κι αυτή στην Αθήνα αλλά ακολούθησε φιλολογικό. Κάναμε όμως κάπου-κάπου παρέα. Είχε παντρευτεί. Και πάω λοιπόν σ αυτή την εκκλησία μ’ ένα άσπρο φόρεμα, το μαλλί φρεσκολουσμένο και αεράτο και τακούνια βέβαια, τα γνωστά στο γάμο. Και βλέπω εκεί έναν κουμπάρο ο οποίος φορούσε ένα άσπρο κουστούμι και εντάξει, μου άρεσε, σαν κοπέλα μου άρεσε το στήσιμο του όλο αλλά μέχρι εκεί, γιατί μου θύμιζε και ένα παιδί απ’ το χωριό μου και λέω: «Μπας και είναι αυτός;». Δεν ήτανε τελικά, έμοιαζε. Ψηλός, ωραίος, όμορφος. Μετά όταν τελείωσε ο γάμος, δεν ήμουν στο τραπέζι καλεσμένη, χαιρετήσαμε εκεί έξω τους νεόνυμφους, χαιρέτησα και τον κουμπάρο, «Να σας ζήσουνε, πάντα άξιος! Γεια σας!». Και κατέβηκα τη σκάλα, τη μεγάλη σκάλα εκεί πέρα με το άσπρο φουστάνι, όχι πολύ μακρύ, δεν νομίζω ότι ήταν, δαντέλα, κάτι με δαντέλα φορούσα. Ποιος ξέρει! Θα το ‘χα δανειστεί κι από πουθενά, είχα γω λεφτά να πάρω! Γιατί δεν σου είπα ότι όταν με πήρανε στην Ελευσίνα που πήρα τον πρώτο μου μισθό, ούτε ήξερα πόσα θα μου δίνανε, και μου δίνανε 80 δραχμές. Αλλά εμένα δεν με ένοιαζε, σιγά, ήμουνα η πλούσια του κόσμου! Αυτά τα χαλούσα και στα εισιτήρια, τρία λεωφορεία, τρία και τρία, έξι, να γυρίσω. Λοιπόν και φορώντας αυτό το άσπρο φουστάνι με το μακρύ μαλλί από πίσω, κατέβηκα τα σκαλοπάτια όλα και κάτω με περιμένανε κάτι φίλες μου, φίλοι μου δεν ξέρω τι, να πάμε για καφέ. Όχι για καφέ, δεν ήταν τότε πολύ διαδεδομένος ο καφές, εγώ στα νεανικά μου χρόνια δεν ήξερα τι σημαίνει καφέ, δεν πίναμε καφέ. Να πάμε βόλτα δεν ξέρω πού, τέλος πάντων, και πάει και τελείωσε. Ναι μεν τον είδα, μου ‘κανε καλή εντύπωση αλλά μέχρι εκεί. Εγώ είχα πολλές παρέες τότε, χωρίς να έχω έναν δεσμό έτσι, ιδιαίτερο. Λοιπόν, αφού είχα χωρίσει με τον προηγούμενο δεσμό μου, αυτόν τον ευρυμαθή και τον πολυμαθή και με τα πολλά ενδιαφέροντα, δεν έβρισκα μια τέτοια ποιότητα και δεν είχα σταθεροποιηθεί κάπου. Και 2-3 χρόνια, 3-4 ξέρω ‘γω, ήμουν αδέσμευτη –  μην φωνάζω και τ’ ακούει και ο νυν! Λοιπόν και μετά από 3 χρόνια, όντας ακόμα αδέσμευτη με έπαιρνε τηλέφωνο αυτή η φίλη μου – αρχίσαμε να βάζουμε τηλέφωνα στα σπίτια, πολιτισμός!

Σ.Α.:

Μάλιστα!

Κ.Κ.:

Κατερίνα τη λέγανε κι αυτή κι είχε κάνει ένα κοριτσάκι. Και με αγαπούσε πολύ η μανούλα της και να μου λέει: «Βρε Κατερίνα, έλα σπίτι, δεν την αντέχω άλλο τη μανούλα μου, θέλει να σε δει, θέλει να σε δει! “Πού είναι εκείνη η καλή κοπέλα, που είναι εκείνη η καλή κοπέλα;}». Κι έμενε κάπου στη Ζωοδόχου Πηγής. Λέω: «Θα ‘ρθω, ρε Κατερίνα, μια φορά θα ‘ρθω κι εγώ! Γιατί έλεγα «Αυτή είναι παντρεμένη, έχει παιδί, έχει τη μάνα της, έχει άλλη ζωή. Εγώ είμαι αδέσμευτη, ελεύθερο πουλί από δω κι από κει, που να… Τι δουλειά έχω εγώ με αυτήνε;». Τέλος πάντων, μετά από τα πολλά παρακάλια, πάω σπίτι της πήρα και μια τούρτα, δεν θυμάμαι τι πήρα, ένα γλυκό και πήγα για να δω το κοριτσάκι της και παιχνίδια, που ήτανε τριών χρονών. Και είδα και τη μανούλα της και έκατσα κι όλη μέρα, αφιέρωσα την ημέρα μου. Κι εκεί που καθόμαστε, ανοίγει το άλμπουμ απ’ το γάμο και μου λέει: «Ναι, για να δούμε» και φυλλομετρούσαμε το άλμπουμ και βλέπω τον κουμπάρο. «Α -λέω-, να ο κουμπάρος που μου άρεσε. Ωραίο παιδί!». Μου λέει: «Σοβαρά;». Λέω: «Ναι, μου ‘χε κάνει εντύπωση!» Αλλά εγώ στο έτσι, στο φλου, ήμουνα της κακιάς ώρας. «Ναι -λέω-, ωραίος». Μου λέει: «Σοβαρά, σ’ αρέσει;», «Ε -λέω-, καλός είναι!». Μου λέει: «Αν σ’ αρέσει -μου λέει- είναι περίπτωση!». Λέω: «Είναι ελεύθερος;». Μου λέει: «Ελεύθερος! Είναι διπλωμάτης, είναι καλός, είναι ευγενικός». Είναι έτσι, είναι αλλιώς, μου ‘πλεξε τον ύμνο του, «Και να στον γνωρίσω, αλλά δεν ξέρω -μου λέει- αν είναι εδώ, γιατί αυτός -λέει- είναι στις πρεσβείες και πάει έξω συνέχεια, αλλά έρχεται -μου λέει- και στην Αθήνα συχνά». Ήτανε φίλοι με τον άντρα της και γι’ αυτό τους πάντρεψε κιόλας. Ο Αχιλλέας, ο άντρας της ήταν φίλος με τον Δημήτρη.  Μου λέει: «Να στον εγνωρίσω! Αν -μου λέει- τον επετύχω θα βάλω -μου λέει- τον Αχιλλέα να τον ψάξει. Αν τον πετύχουμε εδώ θα βγούμε, να σας καλέσω στο σπίτι για φαΐ». Λέω: «Κανόνισε. Ντάξει -λέω- δεν με νοιάζει!». Λοιπόν, αυτό ήτανε λίγο πριν το Πάσχα του ’81. Λέω εντάξει. Τον είδα εγώ στην φωτογραφία, τον ξαναθυμήθηκα ας πούμε σαν μορφή και άφησα την Κατερίνα να κάνει τη δουλειά της. Να τον βρει, να μας βγάλει έξω, να γνωριστούμε, να κάνουμε. Άκου τι είναι η τύχη όμως, Σίλεια μου, τι είναι η τύχη! Πραγματικά δηλαδή! Αυτό έγινε 20 μέρες πριν απ’ το Πάσχα; Μία εβδομάδα πριν απ’ το Πάσχα, του Λαζάρου ή των Βαΐων ή του Λαζάρου νομίζω, ήμουνα λίγο άρρωστη, είχα πυρετό και έμενε κοντά μου μια ξαδέλφη μου, η Βιβή, που έχει 2 παιδιά και είχε έναν άντρα κρεοπώλη, Σάββατο ήτανε. Κι ερχόντανε ο αδερφός της απ’ την Αμερική, απ’ τη Νέα Υόρκη και εγώ τότε είχα αυτοκίνητο. Όταν ήμουνα στην Ελευσίνα, μια παρένθεση, είχα πάρει τον αδερφό μου που ήτανε ναυτικός στην Ελευσίνα με 3 λεωφορεία και με λυπήθηκε ο κακομοίρης και μου λέει: «Δεν γίνεται να παίρνεις τρία λεωφορεία! Έλα–», μου λέει και με πήρε στις Βρυξέλλες, να μην στα πολυλογώ, και μου αγόρασε αυτοκίνητο! Πήγαμε μαζί και μου αγόρασε αυτοκίνητο, το Fiesta Ford, το πρώτο που είχε μπει στην Ελλάδα τότε, μόλις είχε βγει. Και ήρθαμε οδικώς απ’ την Ιταλία, απ’ τη Γερμανία και ήρθαμε και μου ‘φερε το Fiesta για να πηγαινοέρχομαι στην Ελευσίνα να μην ταλαιπωρούμαι στους δρόμους, γιατί η δουλειά μου πέρα απ’ το μουσείο που είχα ένα γραφείο ας πούμε και εκεί στις αποθήκες, ήτανε όλο να γυρίζω έξω στα χωράφια, στα οικόπεδα, στις ανασκαφές. Τέλος πάντων και είχα αυτοκίνητο, το Fiesta. Και μου λέει η Βιβή: «Πάμε -μου λέει- στο αεροδρόμιο σε παρακαλώ να φέρουμε -λέει- τον αδελφό μου, γιατί ο Δημήτρης», ο άντρας της, «έχει δουλειά στο κρεοπωλείο και δεν μπορεί». Λέω: «Μωρή είμαι άρρωστη, έχω πυρετό!», κι είχα φορέσει… «Τι να κάνω όμως;», λέω, «Άντε, πάμε!». Τι να κάνω, δεν μπορούσα, ο ξάδελφος απ΄ την Αμερική, απ’ τη Νέα Υόρκη! Λοιπόν, και φόρεσα θυμάμαι και ένα πάρα πολύ ωραίο πουλόβερ με ρίγες πολύχρωμες και μου πήγαινε! Αλλά είχα και μισό πυρετό, δηλαδή ήμουνα με αντιπυρετικό. Και πάω στο αεροδρόμιο με τη Βιβή και τα παιδιά. Αυτό το αεροπλάνο όμως είχε καθυστέρηση απ’ τη Νέα Υόρκη και εγώ να είμαι στο αυτοκίνητο, να ‘χω τα πιτσιρίκια 5-6 χρονών και λέει η εκεί, η αεροσυνοδός, αυτή η υπάλληλος που ήταν εκεί: «Θα καθυστερήσει λίγο». Αμάν τι να κάνω! Ήταν στο ελληνικό τότε το αεροδρόμιο και εκείνα να αρχίζουν να πεινάνε. Η Βιβή δεν είχε λεφτά μαζί της, εγώ κάπου είχα 5 φράγκα, δεν ξέρω πόσα. Όχι, ένα ‘κατοστάρικο τότε, δραχμές, δεν ξέρω τι, κι έπαιρνες 2 τυρόπιτες. Δεν θυμάμαι πόσα λεφτά. «Άντε -λέω- πάρτε τα κι αυτά, πάρε τους δυο τυρόπιτες να ησυχάσω! Πάω να δω -λέω- εκεί στο γκισέ πότε θα έρθει αυτό το αεροπλάνο!». Και πάω και σκύβω να ρωτήσω την υπάλληλο και της λέω: «Το αεροπλάνο παρακαλώ απ’ τη Νέα Υόρκη, θα έχει μεγάλη καθυστέρηση ακόμα;» και σηκώνω το κεφάλι μου και σκουντάω με τον εν λόγω κύριο!

Σ.Α.:

Απίστευτο!

Κ.Κ.:

Περίμενε και αυτός –τον μελλοντικό μου σύζυγο δηλαδή– περίμενε κι αυτός κάτι ξαδέλφια του απ’ την Νέα Υόρκη με την ίδια πτήση. Τι είναι η τύχη! Οπότε σηκώνω το κεφάλι μου και του λέω: «Κάτι μου θυμίζεις!», μου λέει: «Εγώ ξέρω ποια είσαι». Κατευθείαν! Λέω: «Ποια είμαι;». Εγώ το πήρα, μου λέει: «Είσαι η φίλη της Κατερίνας που είχες έρθει στο γάμο με ένα άσπρο φόρεμα». Στον γάμο της Κατερίνας και του Αχιλλέα με ένα άσπρο φόρεμα. Λέω: «Κι εσύ πού το ξέρεις;» ή όχι και του λέω: «Εσύ ήσουνα ο κουμπάρος!», γιατί τον θυμήθηκα από την φωτογραφία που είχα δει πρόσφατα. Μου λέει: «Ναι». «Ναι -μου λέει- κι εγώ -μου λέει- σε θυμάμαι από τότε και με είχες εντυπωσιάσει». Κοίτα σύμπτωση, Σίλεια, ε; Δεν είναι;

Σ.Α.:

Έτσι έγινε λοιπόν!

Κ.Κ.:

Δεν είναι; Δεν είναι σύμπτωση; Οπότε μου λέει: «Πάμε να κάτσουμε -μου λέει- εδώ να πιούμε έναν καφέ;». Εγώ αγανακτισμένη απ’ τα πιτσιρίκια που κλαίγανε, που πεινάγανε, που τους είχα δώσει τα τελευταία μου λεφτά κι απ’ το αεροπλάνο που δεν καθυστερούσε, κι απ’ τον πυρετό που μου ανέβαινε, λέω: «Πάμε να περάσει η ώρα!». Ε, αυτό ήτανε! Πήγαμε κάτσαμε, με κέρασε έναν καφέ, ανταλλάξαμε τηλέφωνα και αυτό ήτανε. Εμένα τότε, όταν τον είδα στη φωτογραφία μου άρεσε να τον δω, του λέω: «Σε είδα πρόσφατα στη…». Μου άρεσε. «Να πάρουμε -λέω- την Κατερίνα», όταν ανταλλάξαμε τα τηλέφωνα, «να πάρουμε την Κατερίνα μην σε ψάχνει, σε βρήκα μόνη μου!». Μου λέει: «Αλήθεια; Με ψάχνει -μου λέει- η Κατερίνα;». Πρόσφατα είχε έρθει απ’ το Λονδίνο. Υπηρετούσε τότε στο Λονδίνο. Είχε υπηρετήσει στη Ρώμη στην ελληνική πρεσβεία, στην Κωνσταντινούπολη και μετά ήτανε στο Λονδίνο, 7 χρόνια. Μου λέει: «Ήρθα για λίγο», για σαββατοκύριακο; Έφερνε τον ταχυδρομικό σάκο με την ευκαιρία για να έρθει και στην Ελλάδα, τον διπλωματικό σάκο πώς το λένε αυτόν. Τέλος πάντων, μου λέει, λέω: «Να πούμε στην Κατερίνα να μη σε ψάχνει γιατί βρεθήκαμε!». Κι ανταλλάξαμε τηλέφωνα.

Σ.Α.:

Βρισκόσασταν σε απόσταση εντωμεταξύ;

Κ.Κ.:

Άκου. Μου λέει: «Μου ‘χες κάνει εντύπωση -μου λέει- και από τότε σε θυμάμαι και σε έψαχνα». Λέω: «Πώς με έψαχνες; Στα χαμένα;». Μου λέει: «Ε, σε έψαχνα. Είχα σκοπό -μου λέει- να πάω στην Κατερίνα». Λέω: «Πάρτην Κατερίνα τηλέφωνο, να μη σε ψάχνει, γιατί σε ψάχνει και εκ μέρους μου!». Τέλος πάντων ανταλλάξαμε τηλέφωνα αλλά έλα ντε, που εμένα μετά μου πέρασε, αυτό ήτανε όλο! Τον έβλεπα μετά, πώς το λένε; Μου πέρασε ο ενθουσιασμός να τον εδώ, λέω τώρα εντάξει, τον εβρήκα! Αυτό ήτανε! Δεν ήμουνα σε φάση να σταθεροποιηθώ κάπου. Έλα ντε, ετούτος όμως που θα ‘φευγε και έπρεπε να με δει. Εγώ βέβαια, με έπαιρνε τηλέφωνο. Βέβαια, δεν καθόμουν ποτέ στο σπίτι για να με βρει και με βρήκε μετά από ένα μήνα με πέτυχε. Όταν ξανάρθε, πάλι, δεν ξέρω, είχε άδεια, κάτι. Και όταν με βρήκε, όταν σηκώνω το τηλέφωνο μου λέει: «Ήμουνα έτοιμος να βάλω την Interpol να σε ψάξει -μου λέει-, γιατί έχω πάρει…». Ή στις βιβλιοθήκες ή έξω με παρέες. Δεν καθόμουν σπίτι, σιγά μην κάτσω εγώ μες στο σπίτι να κλειστώ ή να κάνω δουλειές, δεν ήμουνα τσι δουλειάς, του νοικοκυριού πολύ. Λοιπόν, τέλος πάντων και βγήκαμε. Και αρχίζαμε να βγαίνουμε σιγά-σιγά, να τρώμε. Εντωμεταξύ εγώ σε κείνη τη φάση δεν ήμουνα για σοβαρά, δηλαδή δεν σκεφτόμουνα σοβαρά. Η αρχαιολογία, τίποτα άλλο! Και όταν εβγαίναμε μαζί έπαιρνα και τις φίλες μου, κάτι πεινασμένα τα καημένα, συναδέλφισσες μου, συμφοιτήτριες μου, φίλες μου, κάτι πεινασμένα λέω: «Ελάτε, βρήκα έναν πλούσιο, πάμε να φάμε». Μας έπαιρνε σε ταβέρνες στου Λάμπρου, ήτανε μια φημισμένη ταβέρνα με ψάρια κάτω στον Άλιμμο, κάπου κει προς τη Βουλιαγμένη, στη Βούλα. Λοιπόν, πρώτη, δεύτερη, τρίτη, του ‘παιρνα και 2-3 φίλες και μας τάιζε ο κακομοίρης, αλλά μετά λέω: «Για κάτσε, Κατερίνα, σοβαρέψου λίγο». Μετά του λέω: «Όχι, θα πληρώνω κι εγώ», τι να πληρώνω η πεινάλα! Πού να βρω, πού να βρίσκω λεφτά να πληρώνω έστω και το μερτικό μου σ’ αυτές τις ταβέρνες. Τέλος πάντων και μετά σοβάρεψε το πράγμα. Ιούνιος, τι ήτανε τώρα, Πάσχα. Πες Απρίλης, Μάης, Ιούνιος, Ιούλιος, κάπου κει στο τέλος Ιουλίου, του ‘ρχεται μια εντολή να πάει στην Ουάσιγκτον, στην πρεσβεία της Ουάσιγκτον και τι κάνουμε τώρα; Και μου κάνει αμέσως πρόταση, μου λέει: «Κοίτα, εγώ φεύγω». Α, εντωμεταξύ ναι, κάναμε παρέα, ερχότανε και στο Υπουργείο. Με είχανε μεταθέσει στο Υπουργείο. Απ’ την Ελευσίνα το ’79, πήρα μετάθεση στο Υπουργείο. Απόσπαση, μετάθεση, δεν ξέρω πώς το λένε. Γκρίνιαζα εγώ γιατί άφησα την Ελευσίνα αλλά μου είπανε και με πείσανε μαζί με μια άλλη γκρινιάζαμε, γιατί θέλαμε ανασκαφή, οι αρχαιολόγοι θέλουν ανασκαφή, αλλά μου είπαν ότι πρέπει να μάθω και τα διοικητικά και τη διοικητική πλευρά. Και έτσι πείστηκα και ήμουνα στο Υπουργείο. Κι ερχότανε σχεδόν μέρα παρά μέρα στο υπουργείο και με έβλεπε και στο γραφείο ήμαστε με 4 άλλα κορίτσια κι εγώ δεν το χα πάρει σοβαρά και τον εκοροϊδεύαμε, τον κάναμε, γελούσαμε, ξέρεις τώρα.

Σ.Α.:

Ναι, ναι.

Κ.Κ.:

Αυτές να με βρίζουνε: «Είναι τόσο καλό παιδί! Είναι ευκαιρία, είναι αυτό!». Προσπαθούσαν να με πείσουνε ότι είναι η ευκαιρία της ζωής μου. Δεν τον αγαπούσα, σιγά τώρα, αμέσως να τον αγαπήσω; Δεν είμαστε και μωρά! Λοιπόν και με πείσανε κι αυτές, οι συγγενείς μου όλοι όσοι τον εβλέπανε: «Κατερίνα, μην τον εχάσεις!», μην αυτό, μην έτσι, μην αλλιώς και ξαφνικά του ‘ρχεται η μετάθεση και μου κάνει πρόταση. Και του λέω εγώ, ούτε να φανταστώ τον εαυτό μου εγώ παντρεμένη, παρότι ήμουνα 31-32, να φανταστώ τον εαυτό μου ότι δεσμεύομαι, κάνω παιδιά, μπαίνω σε τέτοια λούκια, ούτε να το φανταστώ! Αρχαιολογία και μόνο αρχαιολογία! Και ελευθερία ας πούμε, ελευθερία. Ετούτος δω με περνούσε 6-7 χρόνια και ήθελε να κάνει οικογένεια. Εγώ ήμουνα ναι, όταν παντρευτήκαμε αυτός ήτανε, εγώ ήμουνα 34 κι αυτός 40 χρονών, ήθελε να κάνει οικογένεια. Λοιπόν και άρχισε να με ψήνει. Και επειδή θα φευγε για την Ουάσιγκτον, λέει: «Να φωνάξουμε τον πατέρα σου να μιλήσουμε», κι αυτός φώναξε τον αδερφό του. Εν τω μεταξύ λέω: «Τον πατέρα μου τον κακομοίρη, που να τον εφέρω τώρα από τη Λευκίμμη, να τον εφέρω στην Αθήνα κι αυτά». Τέλος πάντων, αυτός δεν ξέρω πώς τα κατάφερε και ένα βράδυ, στην ταβέρνα κάτω στα Βλάχικα βλέπω τον αδερφό του και τον πατέρα μου να με ζητήσει. Και την άλλη μέρα, σε 2 μέρες θα έφευγε για την Ουάσιγκτον. Εγώ του ‘πα: «Δεν σου λέω ούτε ναι ούτε όχι. Δεν έχω τίποτα ιδιαίτερο, άσε να φύγεις, να δούμε πως θα το διαχειριστούμε», γιατί είναι και Ουάσιγκτον δεν είναι κοντά κι ούτε τα κινητά υπήρχαν, ούτε τα viber, «να δούμε τι θα γίνει. Και τα λέμε μετά, άμα γυρίσεις ή δεν ξέρω και πότε θα γυρίσεις». Αυτοί όμως κάνανε ταξίδια συχνά και φεύγει λοιπόν, χωρίς να του πω εγώ ναι ή όχι κι από το πρώτο βράδυ να με παίρνει τηλέφωνα απ’ την Ουάσιγκτον. Εντωμεταξύ ήτανε μεσάνυχτα για μας. Εκεί ήτανε ώρα. Του λέω: «Με παίρνεις απ’ την πρεσβεία κι είναι τσάμπα!». «Όχι -μου λέει- από το σπίτι σε παίρνω, το πληρώνω». Εντωμεταξύ, άλλη σύμπτωση, εγώ είχα τα ξαδέρφια αυτά στην Αμερική και είχα πει ότι τον Σεπτέμβρη, τον Σεπτέμβρη εκείνης της χρονιάς, το ’81, θα πήγαινα στην Αμερική να με φιλοξενήσουνε. Με είχανε χιλιοπαρακαλέσει τέλος πάντων, και το είχα αποφασίσει εκείνον τον Σεπτέμβρη. Και πηγαίνοντας στην Αμερική στη Νέα Υόρκη, το λέω στα ξαδέλφια μου, έτσι κι έτσι: «Είναι ένα παιδί που με θέλει, είναι στην Ουάσιγκτον τώρα στην πρεσβεία εκεί πέρα, είναι ακόλουθος Τύπου, με θέλει», και έτσι κι αλλιώς. Τι ήθελα και τους το ‘πα; Με βάζουνε σε ένα αεροπλάνο, τα αεροπλάνα εκεί είναι από πολιτεία σε πολιτεία είναι σαν τα λεωφορεία, μπαίνεις μέσα, βγάζεις εισιτήριο και πας. Με βάζει η ξαδέλφη μου στο αεροπλάνο για την Ουάσιγκτον. Πού πάω εγώ; Εντωμεταξύ, είχα φόβο γιατί δεν τον ήξερα, δεν τον είχα γνωρίσει και μόνη μου στην Αμερική, πρώτη φορά σε έναν άγνωστο κόσμο, σε έναν άγνωστο άνθρωπο, να ‘μαι μες στον φόβο, αλλά λέω «Δεν βαριέσαι, ό,τι θέλει ο Θεός!». Οι γονείς μου δεν ξέρανε τίποτα. Ξέραν ότι πήγα στην Αμερική αλλά τα υπόλοιπα δεν τα ξέρανε. Λοιπόν, μπαίνω στο αεροπλάνο, Σίλεια μου, και τι αεροπλάνο ήταν εκείνο; Ήταν η εποχή που έχει τους μουσώνες δεν ξέρω τι έχει, κι αυτό το αεροπλάνο να πηγαίνει έτσι, να γυρίζει. Και λέω: «Τώρα γειά σου Κατερίνα, κανένας δεν ξέρει που είσαι, μόνο τα ξαδέρφια!». Παιδί μου γύριζε το αεροπλάνο στροφές! Τέτοια κακοκαιρία, τέτοιο κακό και ευτυχώς φτάσαμε κάποια στιγμή και τώρα λέω, «Πού πάω; Θα τον εγνωρίσω κιόλας;». Δεν τον γνώριζα πολύ, δηλαδή δεν είχαμε κάνει πολλή παρέα. «Και πώς θα πάω στο σπίτι του πρώτη φορά να κοιμηθώ; Και ποιος είναι αυτός;». Και τον εβλέπω τον κακομοίρη και περίμενε στο αεροδρόμιο, εκεί μπροστά. Εγώ να είμαι έτσι, ζαλισμένη, φοβισμένη από πολλές πλευρές και λέω, Θεέ μου τι κάνω; Βοήθησε με, Άγιε μου! Και με υποδέχεται μ’ ένα χαμόγελο, με μια αγάπη, με μια αγκαλιά, ζεστάθηκα λίγο. Και με πάει σε ένα διαμέρισμα στον 20ο όροφο, για ξέρω πού, στην Ουάσιγκτον. Ένα διαμέρισμα πάρα πολύ όμορφο, επιπλωμένο. Έβλεπες όλα κάτω και να βλέπω στο παράθυρο εγώ και να βλέπω μόνο μαύρους να περπατάνε. «Παναγία μου -λέω-, τι κάνω τώρα -λέω- μ’ έναν άγνωστο κι αν με κρεμάσει, κι αν με σφάξει, κι αν με δηλητηριάσει και δεν ξέρει κανένας τίποτα και δεν ξέρει η μανούλα μου, δεν ξέρει ο πατέρας μου. Τι θα κάνω;». Και τελικά με περιποιήθηκε τόσο πολύ, τόσο πολύ, αλλά εγώ φοβόμουνα. Είχα 2 εβδομάδες άδεια, τη μία βδομάδα την έκατσα κλεισμένη μέσα σε εκείνο το διαμέρισμα, εκείνο πάνω και για να του δείξω τα καλά μου αυτά, άρχισα να σφουγγαρίζω και να καθαρίζω να καταλάβει ότι είμαι και λίγο νοικοκυρά. Και του ‘κανα το σπίτι, το γυάλισα, το ‘κανα, και τι ήθελε να του μαγειρέψω; Φασολάδα που του χε λείψει! Κατεβαίναμε το βράδυ κάτω και τρώγαμε αλλά εγώ φοβόμουνα να κυκλοφορήσω, είχε κι ένα κλίμα πολλή υγρασία και μόνο μαζί του κυκλοφορούσα λίγο. Την πρώτη βδομάδα, λοιπόν, την πέρασα κλεισμένη μέσα. Τη δεύτερη λέω: «Κατερίνα, για κάτσε, 2 βδομάδες έχεις. Η μία πάει!». Κατεβαίνω, παίρνω ταξί και γυρίζω όλα τα μουσεία και όλες τις πινακοθήκες μοναχή μου. Πάω στην πινακοθήκη της Ουάσιγκτον, που είναι ατελείωτη, ατελείωτη. Είχε και τηλέφωνο και του λέω: «Μην με ψάχνεις, θα με βρεις στην πινακοθήκη», του άφησα σημείωμα. Λοιπόν, βγάζω και τα παπούτσια μου στο χέρι και έβγαλα όλη την ημέρα, όλες τις ημέρες στην πινακοθήκη της Ουάσιγκτον και στο Smithsonian Institute, αν το έχεις ακούσει, ένα ινστιτούτο, ένα ίδρυμα τι να σου πω! Και στον Λευκό Οίκο απ’ έξω, να παίζω με τα σκιουράκια και στο Καπιτώλιο απ’ έξω, πέτυχα και σε μία διαδήλωση Εβραίων και δεν ήξερα τι είναι οι Εβραίοι με τα φέσια τους και με τα αυτά. Και γύρισα όλη την Ουάσιγκτον με ταξί, τη δεύτερη βδομάδα αυτός δούλευε κι εγώ γύρναγα! Αυτά με την Ουάσιγκτον. Και γυρίσαμε μαζί με το Amtrak, το Amtrak ήτανε, τώρα έχει τελειοποιηθεί, ένα τρένο τελευταίας τεχνολογίας, δεν ξέρω σε πόσα λεπτά ήμαστε στη Νέα Υόρκη. Έτρεχε περισσότερο απ’ το αεροπλάνο! Και κατεβαίνουμε στη Νέα Υόρκη μαζί, με συνόδευσε και στη Νέα Υόρκη ο σταθμός του τρένου ήτανε εντάξει, 5-6 υπόγεια κάτω και βγαίνουμε στο ισόγειο και να κάνω έτσι και να βλέπω τους ουρανοξύστες στο κεφάλι μου και ήμαστε ξέρεις, σαν τους χωριάτες. Τέλος πάντων, πήγαμε στα ξαδέλφια μου, τον εγνωρίσανε, τραπέζι από δω, τραπέζι από κει, ενθουσιαστήκανε, τον εγκρίνανε και αυτό! Και τελείωσε.

Σ.Α.:

Τότε βεβαιωθήκατε πια ότι ήταν ο άνθρωπος σας;

Κ.Κ.:

Ότι τέλος πάντων, «Κατερίνα, πρέπει να μαζευτείς!». Του εξήγησα όμως, πρόσεξε: «Με βλέπεις; Θα γίνομαι χειρότερη, όχι καλύτερη! Με βλέπεις; Δεν είμαι νοικοκυρά! Δεν ξέρω τίποτα, δεν κάνω τίποτα, δεν αυτό. Βλέπεις ότι είμαι αρχαιολόγος, έχω τρέλα με τη δουλειά μου, δυο μήνες το χρόνο θα μας δίνουνε άδεια, όπου και να ‘μαι εγώ θα τα παρατάω και θα πηγαίνω στην Αθήνα για την επιδημία», έτσι λέγεται αυτή η εκπαιδευτική άδεια που πηγαίνουμε στις βιβλιοθήκες, «Παιδιά μην περιμένεις και πολλά και αυτά να τα ξέρεις! Και το κυριότερο, ότι θα γίνομαι χειρότερη, δεν θα γίνομαι καλύτερη!». Λέει: «Τα δέχομαι». «Βρε δεν πας να βρεις καμιά κοπέλα απ’ το συνάφι σου; Να βρεις καμιά κοπέλα απ’ το χωριό σου;». Αυτός είναι απ’ το Αγρίνιο, η καταγωγή του, «Να καλλιεργήσετε και τις ελιές σου κι όλα αυτά». «Όχι, εσένα θέλω!». Λοιπόν, μετά τι έγινε;

Σ.Α.:

Γυρίσατε Αθήνα;

Κ.Κ.:

Γύρισα εγώ Αθήνα, αυτός έμεινε Ουάσιγκτον, πηγαινοερχότανε και μετά… Μωρή, δύο παρά! Μετά τι έγινε; Όταν γύρισα στην Αθήνα αρρώστησε ο αδελφός του με πρόβλημα στα νεφρά και τον παίρνει, να μην σου τα πολυλογώ, και τον παίρνει στην Αμερική και του κάνει μεταμόσχευση και τρία χρόνια παιδευότανε με τον αδελφό του και με τις αρρώστιες και τα θέματα της υγείας. Τον ανέλαβε εξ ολοκλήρου. Ο αδελφός του 39 χρονών πέθανε και είχε τρία παιδιά και τον πήγαμε στην Αμερική, στο St. Lukes Hospital στη Νέα Υόρκη, έλανε μεταμόσχευση και έπρεπε μετά να τον παρακολουθεί. Έμεινε εκεί και εγώ πήγα άλλες δυο φορές. Θα σου τα πω, όμως.

Σ.Α.:

Τι έγινε στη συνέχεια, κυρία Κατερίνα;

Κ.Κ.:

Σίλεια μου, η κατάσταση του αδελφού του συνέχισε να είναι ευαίσθητη και ο Δημήτρης όντας στην Αμερική ακόμα, στην Ουάσιγκτον, μου δόθηκε η ευκαιρία να ξαναεπισκεφθώ πάλι την Αμερική. Επειδή κι ο αδελφός του έπρεπε συνέχεια να τον παρακολουθούν οι γιατροί στο St. Lukes Hospital της Νέας Υόρκης, άδραξα κι εγώ την ευκαιρία και την επόμενη χρονιά, το ’82, ζήτησα άδεια από το Υπουργείο Πολιτισμού που εργαζόμουν. Και σημειωτέον ότι δικαιούμαστε 2 μήνες το χρόνο εκπαιδευτική άδεια ή στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, στην οποία μας πληρώνανε τα έξοδα, όχι τα εισιτήρια για το εξωτερικό και άδραξα λοιπόν την ευκαιρία και ξαναπήγα τον επόμενο χρόνο στην Αμερική. Αυτή τη φορά, εργαζόμουν στο Υπουργείο Πολιτισμού, όπως σας είπα, στο τμήμα μουσείων ήμουνα και είχα έναν πολύ καλό διευθυντή, τον Γιάννη τον Τζεδάκη, ο οποίος μου έδωσε και συνοδευτική συστατική επιστολή για τα εκεί πανεπιστήμια. Οπότε ήτανε μια μεγάλη ευκαιρία για μένα να επισκεφτώ τα πανεπιστήμια, όσα μπορούσα πανεπιστήμια στην πλευρά αυτή της Αμερικής. Δηλαδή πήγα στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, της Φιλαδέλφειας, της Βαλτιμόρης και στη Βοστώνη και συγκεκριμένα, κρατώντας την επιστολή στα χέρια μου απευθυνόμουν στους μεγαλύτερους και γνωστότερους τότε στην Ελλάδα αρχαιολόγους, οι οποίοι με δεχόντανε με τόση χαρά, με τόση τιμή για μένανε που πραγματικά, ήμουν εντυπωσιασμένη. Στη Νέα Υόρκη ήταν ένας περίφημος καθηγητής, ο Mac Reddy, ο οποίος έκανε ανασκαφές στην Σαμοθράκη αυτή την περίοδο στην Ελλάδα. Γνώριζε βέβαια, τον κύριο Τζεδάκη, γνώριζε την Ελλάδα γενικώς, και φυσικά την αγαπούσαν όλοι. Δεν θα ξεχάσω που με πήρε απ’ το χέρι να μου δείξει. Εγώ έπρεπε να διαβάζω στις βιβλιοθήκες αυτές τις μεγάλες και τις ατελείωτες αυτών των πανεπιστημίων. Συγκεκριμένα έψαχνα, είχα ένα θέμα για τους παναθηναϊκούς αμφορείς και επειδή οι βιβλιοθήκες εκεί ήταν ατέλειωτες και δύσκολα να βρω κάθε βιβλίο, με πήρε απ’ το χέρι και με ρώταγε: «Τι βιβλίο θέλεις, να σου το βρω εγώ, δεσποινίς Κάντα, για να μην ταλαιπωρηθείς και χάνεις χρόνο να το ψάχνεις». Αυτό ήτανε για μένα η υπέρτατη τιμή. Δεν λέω τις συζητήσεις και τις ξεναγήσεις που μου έκαναν στο πανεπιστήμιο. Στη Νέα Υόρκη. Μετά πάω στη Φιλαδέλφεια, στο πανεπιστήμιο της Φιλαδέλφειας, δίδασκε ένας καθηγητής μου που τον είχα στο πανεπιστήμιο, ο Ιακωβίδης, ο οποίος διωγμένος απ’ τη Χούντα, είχε καταλήξει εκεί και ήταν απ’ τους έγκριτους καθηγητές. Και όταν με είδε και με αναγνώρισε χάρηκε τόσο πολύ και ο ίδιος και δίνει εντολές στους αποθηκάριους τέλος πάντων, μου δείξανε ό,τι υπήρχαν. Υπήρχαν κάποια κομμάτια παναθηναϊκών αμφορέων που με ενδιέφεραν εκείνη την εποχή στις αποθήκες και έδωσε εντολή σε όλους εκεί να με εξυπηρετήσουν, να μου τα δείξουν, να τα φωτογραφίσω, να κάνουνε τα πάντα για μένανε. Μάλιστα, στη Φιλαδέλφεια εκείνη την εποχή, το είχα κανονίσει κιόλας να παρευρίσκομαι σε ένα συνέδριο που γινότανε για τις ανασκαφές στην Ελλάδα. Η Αμερικάνικη Αρχαιολογική Σχολή που βρίσκεται στην Ελλάδα έχει θεσπίσει τις μέρες από τα Χριστούγεννα μέχρι την Πρωτοχρονιά, ημέρες διακοπών υποτίθεται, να γίνεται σε κάθε πόλη ένα συνέδριο για τα αποτελέσματα των ανασκαφών που κάνει η αμερικάνικη σχολή στην Ελλάδα, τις ανασκαφές που κάνει στην Ελλάδα σε διάφορα σημεία, στην Αρχαία Αγορά, στην Ολυμπία, στη Σάμο. Λοιπόν και εκείνη την περίοδο, εκείνη τη βδομάδα γινότανε στη Φιλαδέλφεια αυτό το συνέδριο και μου δόθηκε η ευκαιρία να το παρακολουθήσω. Και εκεί ήτανε το απόλυτο! Παρατήρησα και παρακολούθησα τη λατρεία που έχουν οι Αμερικάνοι και όχι μόνο επιστήμονες, για την Ελλάδα, κι εκεί αισθάνθηκα τόσο περήφανη! Ανέβηκα στα ύψη, ανέβηκα στον ουρανό. Συζήτησα με κάποιους εκεί κι όταν είπα ότι «Έρχομαι απ’ την Ελλάδα, είμαι αρχαιολόγος, μια απλή και ταπεινή κι ασήμαντη», αυτοί με ανεβάσανε στον ουρανό! Γιατί; Γιατί πιάνω, γιατί κάνω ανασκαφές και πιάνω αυτά που αυτοί μελετάνε στις ανήλιαγες βιβλιοθήκες εκεί πέρα χρόνια. Εγώ τα πιάνω, εγώ τα φέρνω στο φως και τα πιάνω, και όλοι μας βέβαια οι αρχαιολόγοι. Και με είχανε, με παίρνανε από δω, με παίρνανε από κει, με συστήνανε από δω, με συστήνανε από κει. Αισθάνθηκα σαν την πιο σπουδαία και την πιο μεγάλη αρχαιολόγο. Αρκεί γι’ αυτούς που έπιανα αυτά τα κεραμικά συνήθως, που εμείς πολλές φορές τα πετάμε γιατί είναι τόσα πολλά και δεν έχουμε πια αποθήκες να τα βάλουμε. Εμείς τα πετάμε κι αυτοί τα έχουνε σε τέτοια περιωπή και σε τέτοια εκτίμηση! Λοιπόν, τελείωσε το συνέδριο και μετά πάω στη Βαλτιμόρη, στο John Hopkins University, γνωστό, γνωστότατο. Και εκεί η ίδια υποδοχή, η ίδια εξυπηρέτηση, η ίδια εκτίμηση, ήταν πραγματικά για μένα κάτι πρωτόγνωρο. Και σκεφτόμουνα, εδώ στην Ελλάδα πόσο αν είσαι λίγο καλός ή αν είσαι σημαντικός, προσπαθούνε να σε πατήσουνε, να σε θάψουνε και εκεί μια ασήμαντη νεαρή, φτωχή και ταπεινή αρχαιολόγος και από ταπεινή οικογένεια προπάντων, δεν είχα πατέρα ούτε υπουργό ούτε στρατηγό που είχανε οι περισσότεροι αρχαιολόγοι στην Ελλάδα, και να μου δίνουνε τέτοια εκτίμηση και τέτοια θέση και τέτοια αξία. Πραγματικά, αυτό το ταξίδι ήταν για μένα το ταξίδι της ζωής μου, με αποκορύφωμα το τελευταίο και το πιο σημαντικό. Ήταν η τελευταία μου επίσκεψις στη Βοστώνη. Αφού τελείωσα με τον νότο, Νέα Υόρκη, Φιλαδέλφεια, Βαλτιμόρη, επέστρεψα στη Νέα Υόρκη, είδα τους δικούς μου στο νοσοκομείο και λοιπά, και πήρα το λεωφορείο να πάω στη Βοστώνη. Σε μια, ανάμεσα από χιονισμένα τοπία έκανα αυτή τη διαδρομή και σκεφτόμουνα «Χριστέ μου, εγώ, εγώ η φτωχή και ταπεινή, πού βρίσκομαι και πού πάω; Στο πουθενά!». Με ένα χαρτί στο χέρι του διευθυντή μου και οπλισμένη με το θάρρος μου, με την επιμονή μου, με την αγάπη μου, με το πείσμα μου; Έκανα τον σταυρό μου και προσευχόμουν στον Άγιο Σπυρίδωνα και στον Θεό και λέω, «Βοήθησε με, Χριστέ μου, που πάω στο άγνωστο;». Εκεί βέβαια στη Βοστώνη με περίμενε μία φίλη ενός φίλου, ενός φίλου συναδέλφου που δεν την γνώριζα, η Κατερίνα, η οποία ήταν φοιτήτρια – απόφοιτος μάλλον, έκανε μεταπτυχιακό. Είχε τελειώσει στο πανεπιστήμιο της Providence, μιας επαρχίας κοντά στο Χάρβαρντ και έμενε στη Βοστώνη. Αυτή θα με περίμενε στο λεωφορείο και θα με φιλοξενούσε στο σπίτι της η οποία ήτανε μαθήτρια, μου λέει: «Πού θα πας Κατερίνα;», της λέω: «Θα πάω να συναντήσω την κυρία Vermeule». Emily Vermeule, είχα την επιστολή για αυτή την–, η Vermeule ήτανε καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ της αρχαιολογίας. Ο σύζυγός της ήταν διευθυντής του μουσείου της Βοστώνης, δεν θυμάμαι πως το λέγαν, National Museum of Boston; Είχαν κι οι δυο πρώτη θέση! Λοιπόν, «Αχ -μου λέει-, στη Vermeule θα πας; Αυτή είναι μια στριμμένη, μια πολύ αυστηρή! Σου συνιστώ να μην πας, εμένα με έχει αφήσει, με έχει ταλαιπωρήσει, ταλαιπωρεί τους φοιτητές, είναι πολύ απαιτητική. Θα είναι δύσκολο να τη βρεις!». Με είχε απογοητεύσει εντελώς. Λέω: «Κατερίνα μου, αφού ήρθα μέχρι εδώ, θα πάω κι ας με διώξει, κι ας με αποπέμψει, δεν με ενδιαφέρει. Αφού ήρθα μέχρι εδώ, θα πάω». Και πάω στο Χάρβαρντ χωρίς ραντεβού, χωρίς τίποτα. Ρωτάω εκεί, μου λένε το γραφείο της, ήμουνα τυχερή χτύπησα την πόρτα και με περίμενε. Της έδειξα την επιστολή από τον Τζεδάκη κι αυτή άστραψε, έλαμψε, «Καθίστε -μου λέει- κυρία Κάντα!» και κάθισα. Με τα σπασμένα μου αγγλικά, δεν ήτανε και τα τέλεια, τι να σου πω, την εποχή εκείνη. Και εκεί στη συζήτηση της λέω–. Μου λέει: «Πες μου τα νέα απ’ την Ελλάδα» και εκείνες τις μέρες ήτανε στην επικαιρότητα, γράφανε οι εφημερίδες ότι οι Τούρκοι, οι οποίοι είχανε καταπατήσει το κομμάτι της Κύπρου, είχαν εισβάλλει στην Κύπρο, είχανε πάρει κάποια αρχαία και τα χαρίζανε στην Αμερική σε κάποια πανεπιστήμια. Συγκεκριμένα, κάποια αρχαία από μια θέση που λεγότανε Τούμπα του Σκούφου, του Σκούρου, κάπως έτσι, τα είχανε δώσει στο πανεπιστήμιο της Βαλτιμόρης και αυτά εγώ τα είχα διαβάσει πρόσφατα. Ο άντρας μου επειδή ήταν ακόλουθος Τύπου ασχολιότανε με τον Τύπο και το συζητούσαμε και το είπα έτσι απλά και στην κυρία Vermeule. Η κυρία Vermeule εντωμεταξύ ήτανε ειδική στα προϊστορικά κυρίως και με βιβλιογραφία ατελείωτη, δηλαδή τόμους και ογκώδεις, ογκοδέστατους! Και το όνομα στην προϊστορία! Εγώ όμως, δεν είχα ασχοληθεί με προϊστορικά, ήμουνα κλασική αρχαιολόγος. Πού να φανταστώ ότι η εν λόγω κυρία είχε σκάψει σε αυτό το σημείο στην Τούμπα Σκούφου στην Κύπρο, κοντά στην Αμμόχωστο, κάπου εκεί πάνω. Η Αμμόχωστος είναι στα κατεχόμενα;

Σ.Α.:

Ναι.

Κ.Κ.:

Λοιπόν, κοντά κάπου εκεί και όταν της το είπα αυτό έτσι, αθώα σαν μια είδηση απ’ την Ελλάδα για να ‘χω κάτι να της πω, αυτή άστραψε και σηκώνεται πάνω, με πιάνει απ’ το χέρι και μου λέει: «Δεσποινίς Κατερίνα, πάμε κάτω στους διοικητικούς στη γραμματεία!». Και με παίρνει σε δύο Έλληνες υπαλλήλους για να μιλάω καλύτερα ελληνικά, οι οποίοι ήτανε αρμόδιοι για υποτροφίες και τους δίνει εντολή, «Ψάξτε να βρείτε υποτροφία για την Κατερίνα μας εδώ, οπωσδήποτε!». Εγώ να τρέμω! Ήτανε κάτι που ούτε στα πιο όνειρα μου! Τι να πω κι εγώ, να τρέμω και να–, «Παναγία μου -λέω-, συμβαίνει αλήθεια; Είναι αλήθεια αυτό;». Τα δύο παιδιά να σκοτωθούνε να βρούνε υποτροφίες. Βρήκανε μία του Ωνάση και μία άλλη και με πιάνει απ’ το χέρι και μου λέει: «Κατερίνα θα μείνεις εδώ, τουλάχιστον δυο χρόνια κοντά μου. Παιδιά, προχωρήστε το θέμα της υποτροφίας». Μου κόπηκε η φωνή, δεν ήξερα τι να πω και λέω: «Αφήστε κυρία, να το σκεφτώ πρώτα». «Όχι -μου λέει-, δεν έχεις να το σκεφτείς, εδώ θα μείνεις κοντά μου!». Τέλος πάντων, συνήλθα από το σοκ και λέω: «Εγώ ήρθα για δυο μέρες μόνο εδώ, έχω πρόγραμμα να φύγω». Μου λέει: «Θα φύγεις αφού έχεις πρόγραμμα, ο χρόνος -μου λέει- είναι πολύ περιορισμένος αλλά η υποτροφία θα σε περιμένει και θα σε παραλάβω εγώ. Μην ανησυχείς καθόλου, θα σου έχω και σπίτι να μένεις και ό,τι θέλεις. Εγώ θέλω -μου λέει- μία χάρη μόνο από σένα σε αντάλλαγμα. Θα ψάξεις να μου βρεις αυτά τα δημοσιεύματα και θα μου στείλεις αποκόμματα από τις εφημερίδες». Λέω: «Αυτό είναι το πιο εύκολο γιατί -λέω- ο άντρας μου ασχολείται και με τον Τύπο και είναι -λέω- στην Ουάσιγκτον, στην ελληνική πρεσβεία, είναι πάρα πολύ εύκολο». «Εντάξει -μου λέει-, πήγαινε στο καλό κι εγώ σε περιμένω όποτε θέλεις, η πόρτα μου είναι ανοιχτή, να κάνεις την υποτροφία». Φεύγω εγώ ζαλισμένη, «Ω, Χριστέ μου!». Εθόλωσε το μυαλό μου, δηλαδή ήμουν σε κατάσταση… Είναι δυνατόν η Vermeule, που η Κατερίνα η φίλη μου με τρόμαζε να της μιλήσω να με πάρει απ’ το χέρι να ψάξουμε για υποτροφία για μένα, τη φτωχή και την ταπεινή, τη χωριάτισσα; Κι όμως, έγινε. Λοιπόν, γυρίζω στη Νέα Υόρκη, το λέω στον Δημήτρη, μου λέει: «Ναι -μου λέει-, να το δεχτείς. Κι εγώ -μου λέει-, το πολύ να ζητήσω μια απόσπαση, μια μετάθεση για εκεί. Θα είναι εύκολο φαντάζομαι». Εγώ όμως, Σίλεια μου, εκείνη την εποχή δεν υπήρχανε ούτε τα τηλέφωνα και σκεφτόμουνα, λέω: «Έκανα 15 ώρες να φτάσω εδώ», τους γονείς μου που ήτανε μακριά, την οικογένεια μου, την πατρίδα μου, όλο μου το περιβάλλον, τόσο μακριά, «Κι εγώ θα είμαι μόνη μου εδώ πέρα να κάνω τι;». Δεν το σκέφτηκα καθόλου και της λέω: «Κυρία Vermeule, δυστυχώς δεν θα μπορέσω». Επιπλέον καλά, τελείωνε και η άδεια μου κι έπρεπε να γυρίσω αλλά γυρνώντας στην Ελλάδα, ήτανε η εποχή –το ’83 έγινε αυτό– πριν απ’ το ’83, που είχαμε προετοιμάσει το έδαφος, είχε βγει το ΠΑΣΟΚ το οποίο μας είχε υποσχεθεί. Ήμουνα και ενεργό μέλος όπως σου είπα στον Σύλλογο, στον Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων, έκανα τις επαφές μου με τους βουλευτές, ερωτευμένοι οι βουλευτές με μένανε, υποσχέσεις. Kι εγώ είχα ερωτευτεί ένανε, τέλος πάντων. Υποσχέσεις ότι θα μονιμοποιηθούμε, μέχρι τότε ήμασταν αορίστου χρόνου, δηλαδή στον αέρα, θα μπορούσανε κάποια στιγμή να μας απολύσουνε. Και το ΠΑΣΟΚ μας είχε υποσχεθεί ότι θα μας μονιμοποιούσε τους έκτακτους αρχαιολόγους. Ήμουν έκτακτη αρχαιολόγος. Mια μικρή παρένθεση, στην Ελευσίνα που ήμουνα είχε έρθει ο Τσάτσος, ο Τσάτσος ήτανε πρωθυπουργός τότε, κάτι, ο κοντούλης, ο Κωνσταντίνος; Δεν θυμάμαι. Και μου λέει: «Τι κάνεις εσύ εδώ;». Λέω: «Έκτακτη είμαι», «Μωρέ έκτακτη, το βλέπω που είσαι έκτακτη! Τι κάνεις;». Λέω: «Είμαι έκτακτη αρχαιολόγος». «Έτσι πες μου! Το ότι είσαι έκτακτη, είσαι». Λοιπόν, ήμαστε έκτακτες και έκτακτοι και έπρεπε να μονιμοποιηθούμε και είχαμε κάνει μεγάλο αγώνα και υποσχέσεις στο ΠΑΣΟΚ. Λοιπόν, είχε βγει το ΠΑΣΟΚ, είχε αναλάβει η Μελίνα η Μερκούρη το Υπουργείο Πολιτισμού και η υπόθεση ήταν τελειωμένη. Οπότε γυρνώντας στην Ελλάδα, είχα ένα μεγάλο δίλημμα, ή πάω στο Χάρβαρντ να κάνω την υποτροφία και να ακολουθήσω προφανώς καριέρα ακαδημαϊκή. Εκεί στην αγκαλιά της Vermeule, ποιος ξέρει τι εξέλιξη θα είχα. Θα ήμουνα των γραμμάτων και της τέλος πάντων πανεπιστημιακής καριέρας κι ο Δημήτρης τι θα τον έκαναν, και το Υπουργείο Πολιτισμού, η μόνιμη αυτή θέση ήταν ένα δέλεαρ και λέω, το σκέφτηκα πάρα πολύ και αποφάσισα, το βρήκα τυχοδιωκτικό αυτό, να πάρω την υποτροφία και να πάω στο Χάρβαρντ. Ήτανε τόσο μακρινό, τόσο, λες και πήγαινα στο φεγγάρι ένιωθα. «Δεν κάθομαι στα αυγά μου, να δεχτώ τη μονιμοποίηση, να γίνω μόνιμη, να είμαι στην Ελλάδα, στην Ελλαδίτσα μου την ωραία, να την υπηρετήσω; Να υπηρετήσω την πολιτιστική της κληρονομιά που την έχω ήδη αγαπήσει, να πω και του ευλογημένου του Δημήτρη να ‘ρθει στην Ελλάδα και να κάνουμε μια οικογένεια νορμάλ και έτσι, παρά να κυνηγάω χίμαιρες στο Χάρβαρντ;». Κι έτσι λοιπόν, αρνήθηκα οριστικά. Ακόμα, Σίλεια, έχω τα γράμματα της Vermeule, που μου φύλαγε τη θέση της υποτροφίας να πάω στο Χάρβαρντ. Δεν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου εγώ η –το λέω συνέχεια– η ασήμαντη, η τιποτένια, η μικρή αρχαιολόγος, η ανίδεη, να πάω εγώ στο Χάρβαρντ.

Σ.Α.:

Μετανιώσατε που δεν πήγατε;

Κ.Κ.:

Δεν το μετάνιωσα Σίλεια, γιατί ακολούθησε μια περίοδος για μένα, δόξα τω Θεώ, πολύ ευνοϊκή, δόξα τω Θεώ! Δηλαδή στα απλά και στα ταπεινά. Δημιούργησα μια πολύ όμορφη οικογένεια, μονιμοποιήθηκα, δούλεψα, ήρθα στην Κέρκυρα και δόξα τω Θεώ και τον Άγιο Σπυρίδωνα, προσγειώθηκα στην καθημερινότητα και σε αυτά που ήθελα και που μου άρεσαν να κάνω. Δεν το μετάνιωσα ή δεν θέλω να το σκέφτομαι, γιατί δεν ξέρω τι εξέλιξη θα είχα. Προφανώς, μπορεί να ήμουνα το καλύτερο, καθηγήτρια στο Χάρβαρντ. Δεν ξέρω όμως αν είχα αυτή την υπέροχη οικογένεια, δεν ξέρω αν είχα αυτή την υπέροχη καριέρα που πρωτίστως προεξείχε για μένα αυτή η επαφή μου, το να ανακαλύπτω τα αρχαία και να τα πιάνω στα χέρια μου. Αυτό το γεγονός που τουλάχιστον όπως έζησα στο εξωτερικό, είναι η πεμπτουσία της αρχαιολογίας, η ανασκαφή, η αποκάλυψη των αρχαιοτήτων, οποιονδήποτε αρχαιοτήτων, δεν έχει σημασία. Δεν περιμένεις συγκεκριμένα πράγματα, αλλά έστω αυτά τα ταπεινά ή τα πιο υψηλά, να τα βγάζεις απ’ τη γη πρώτη, μετά από τόσα χρόνια, να τα πιάνεις και να αρχίζεις μετά να τα μελετάς, να τα ερευνάς. Αυτό θα μου έλειπε. Θα ήμουνα η καθηγήτρια των βιβλίων, των βιβλιοθηκών, ίσως της διδασκαλίας. Θα είχα βέβαια άλλα, δεν τα υποτιμώ, προς Θεού! Θα είχα τους φοιτητές, θα είχα, δεν ξέρω πως θα είχε εξελιχθεί εκείνη η καριέρα. Το σίγουρο είναι ότι αυτή η θεά της αρχαιολογίας, η Emily Vermeule, μου εκτίμησε αυτό το λίγο που είδε, δεν ξέρω τι εκτίμησε και μου το πρόσφερε απλόχερα και εγώ είχα τη μεγαλοσύνη; Δεν μπορώ να το εξηγήσω, να το αρνηθώ. Δεν είναι εγωισμός αλλά προτίμησα αυτό. Δεν ξέρω τελικά αν ήταν καλό ή κακό στη ζωή μου αυτή η επιλογή. Προτίμησα τα ταπεινά και τα απλά, και τα καθημερινά, να είμαι στην Ελλάδα και να κάνω μια όμορφη οικογένεια όπως με διδάξανε οι γονείς μου, όπως μεγάλωσα, όπως οι αρχές μου ορίζανε.

Σ.Α.:

Γυρίσατε λοιπόν Κέρκυρα μετά;

Κ.Κ.:

Και μετά, κάτσε να σου πω. Μετά η Μελίνα μας μονιμοποίησε, καλή της ώρα εκεί που είναι και έπρεπε να επιλέξουμε. Ήθελε να κάνει τι η Μελίνα; Τους αρχαιολόγους που ήτανε στην επαρχία να τους φέρει στην Αθήνα, για λόγους διάφορους, προσωπικούς. Είχανε οι άνθρωποι τις οικογένειες τους και πηγαινοερχόντανε στην επαρχία και τους αρχαιολόγους που ήτανε στην Αθήνα να τους στείλει στην επαρχία, η σειρά τους. Λοιπόν, και μας λέει η Μελίνα: «Διαλέχτε που θέλετε να πάτε». Εγώ εκείνη την εποχή επίκειτο ο γάμος μου με τον Δημήτρη, είχε ωριμάσει πια η κατάσταση. Και δηλώσαμε. Λέω: «Προκειμένου να πάω στη Λαμία ή στην Κόρινθο, να πηγαινοέρχομαι κάθε μέρα, θα πάω Κέρκυρα». Την Κέρκυρα δεν την ήθελε κανένας διότι δεν ήτανε άλλος απ’ την Κέρκυρα. Η μοναδική Κερκυραία αρχαιολόγος ήμουνα εγώ τότε στο Υπουργείο και επιπλέον ήτανε ακριβή. Ο μισθός μας ήταν πενιχρός. Πενιχρός! Για τα δεδομένα ήταν χαμηλός. Οπότε, δεν θα μπορούσε εύκολα ένας από άλλο μέρος να έρθει στην Κέρκυρα, να πληρώνει ενοίκια κι όλα αυτά. Στην Κέρκυρα είχε αρχίσει να αναπτύσσεται ο τουρισμός πολύ και τα πάντα ήταν πανάκριβα, και τα σπίτια και τα προϊόντα, τα αγαθά, όλα ήταν πανάκριβα. Εγώ όμως είχα το σπίτι μου στην Κέρκυρα και λέω: «Προκειμένου να πάω σε άλλη επαρχία, να πάω στην Κέρκυρα». Βέβαια, αυτό μεγάλωνε το χάσμα με τον Δημήτρη, ο οποίος ήταν από την Ουάσιγκτον, κατάφερε να πλησιάσει περισσότερο προς την Ελλάδα και τον στείλανε στο Βουκουρέστι. Ήτανε μια θαυμάσια εμπειρία. Έπαιρνα το λεωφορείο και πήγαινα στο Βουκουρέστι. Ένα φανταστικό μέρος τότε. Δεν ξέρω τώρα πως έχει εξελιχθεί. Μια πραγματικά έτσι φανταστική ζωή γιατί οι διπλωμάτες είχανε το κλαμπ τους, τα Diplomatic Duty Free, φθηνά προϊόντα, ένα ας πούμε τεράστιο μαγαζί με φθηνά και ωραία πράγματα. Είχανε τα κλαμπ τους και πηγαίνανε όλοι μαζί σε κάποια. Βέβαια ήτανε το Βουκουρέστι και η Ρουμανία του Τσαουσέσκου και ήτανε φοβερή εμπειρία αυτό. Δηλαδή, εκεί που είχα τις ιδέες τις αριστερίζουσες τέλος πάντων, εκεί είδα πραγματικά ότι στην εφαρμογή του ο κομμουνισμός ήταν πολύ δύσκολος! Όταν έβλεπα από το παράθυρο τις ουρές των ανθρώπων να περιμένουνε για ένα σάπιο μήλο που εμείς ούτε στις κατσίκες δεν δίνουμε, και περίμενα κι εγώ για να πάρω αυτό το μήλο να το διαπιστώσω. Ή όταν έβλεπα ουρές να περιμένουνε έξω από το κρεοπωλείο μία φορά το μήνα για να πάρουνε μισό κιλό κρέας ή στα μεγάλα ξενοδοχεία να χορεύουνε μέσα οι άνθρωποι του κόμματος και του Τσαουσέσκου και να περνάνε χλιδάτα και ο λαουτζίκος να βλέπει απ’ το παράθυρο και να πεινάει, εκεί πήρα μεγάλα μαθήματα! Τέλος πάντων, και πλησίασε στο Βουκουρέστι ο Δημήτρης, οπότε στο Βουκουρέστι εκείνος, εγώ στην Κέρκυρα. Τι θα γίνει, τι θα γινότανε; Είχαμε φτάσει και σε μια ηλικία που έπρεπε να κάνουμε οικογένεια. Εντωμεταξύ τι έγινε; Τι γινότανε; Οι συνάδελφοι μου όλοι οι αρχαιολόγοι, αφιερωμένοι στο έργο τους, όχι μόνο εγώ διάβαζα κι έκανα, όλοι οι αρχαιολόγοι την ίδια λόξα είχαμε, γιατί η αρχαιολογία τι είναι; Είναι να την αγγίξεις, να την πλησιάσεις, μετά σε μαγεύει και σε συναρπάζει και αφιερώνεσαι! Έτσι πάθανε όλοι οι συνάδελφοι μου, όλες, στην πλειονότητα τους βέβαια είμαστε κορίτσια, γυναίκες, γιατί οι άντρες δεν γινόνταν αρχαιολόγοι επειδή παίρναμε λίγα λεφτά. Σου λέει: «Τι οικογένεια να κάνω εγώ σαν αρχηγός της οικογένειας;. Και δεν γινότανε αρχαιολόγοι, πηγαίνανε φιλόλογοι οι άνθρωποι, κάναν και τα ιδιαίτερα τους. Αρχαιολόγοι πηγαίναμε όλοι εμείς για τη λόξα που είχαμε. Λοιπόν, και δεν μας ενδιέφερε το χρήμα. Ένα κομμάτι ψωμί θα το φάμε! Λοιπόν, κι είμαστε στην πλειονότητα μας γυναίκες, οι οποίες όλες έχουνε μείνει γεροντοκόρες οι περισσότερες. Εγώ ευτυχώς, είχα μία μεγαλύτερη από μένανε, η οποία την είχε πατήσει. Είχε κάνει βέβαια μια κόρη, αλλά ήτανε μόνη της, «Κατερίνα!». Είχε γνωρίσει τον Δημήτρη και να με πιέζει και να με πιέζει τόσο πολύ, «Παντρέψου, Κατερίνα! Παντρέψου, Κατερίνα! Κάνε οικογένεια, δεν αξίζει τίποτα άλλο στη ζωή!». Καλή της ώρα εκεί που είναι, γιατί αν δεν είχα αυτηνής την πίεση, της Μαρίας Αναγνωστοπούλου, δεν θα παντρευόμουνα με τίποτα. Είχα τον Δημήτρη που με παρακαλούσε αλλά εγώ εκεί, το άφηνα για αργότερα πάντα. Τέλος πάντων, με την πίεση και της Μαρίας, γιατί έβλεπα τις συναδέλφισσες μου όλες που έλεγαν: «Άντε μωρέ που θα παντρευτείς, άντε να πάμε μια εκδρομή να επισκεφθούμε το τάδε σπήλαιο του Πανός, να επισκεφθούμε τον τάδε ναό» και ήμουνα με τα μυαλά στον αέρα. Τέλος πάντων, μετά από το Βουκουρέστι – ναι, εγώ ήμουνα στην Κέρκυρα, ο Δημήτρης στο Βουκουρέστι, τι θα γινότανε; Πώς θα γινόταν αυτός ο γάμος; Ο καημένος ο Δημήτρης ζήτησε να πλησιάσει ακόμα περισσότερο και ήρθε στην Αθήνα, στα κεντρικά, στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών τότε ήτανε σε ένα δρόμο – δεν θυμάμαι αν υπάρχει, όχι δεν υπάρχει αυτό το υπουργείο με το όνομα. Τέλος πάντων, και έρχεται στην Αθήνα στο Γραφείο Τύπου και αποφασίζουμε να παντρευτούμε. Έλα ντε! Φτάνουμε στο ’84. Τα λέω πολύ αναλυτικά;

Σ.Α.:

Ὀχι, τα λέτε πολύ καλά.

Κ.Κ.:

Το ‘84 εγώ στην Κέρκυρα, αυτός στην Αθήνα. Όντας στην Κέρκυρα εγώ, η υπηρεσία μας στηριζόταν στα παλιά ανάκτορα. Ήρθα το ’83, τον Αύγουστο του ‘83 ήρθα στην Κέρκυρα, μετακόμισα χαρούμενη πάρα πολύ, διότι ήρθα κοντά στους δικούς μου. Οι γονείς μου περιχαρείς, αλλά όντας 34 χρονών μου λέγανε: «Μην ξανάρθεις στο χωριό αν δεν παντρευτείς!», μην ξαναυτό, αν δεν παντρευτείς. Θεωρούσανε ότι είμαι πια γεροντοκόρη 34 χρονών, οπότε λέω: «Δημήτρη, τι κάνουμε;». Αρχίσανε τα προξενιά εδώ, δεν ξέρανε ότι είμαι μπερδεμένη. Τα προξενιά εδώ, ξέρεις, νεαρή αρχαιολόγος, ερχόντανε οι έγκριτοι Κερκυραίοι, λέω: «Μέχρι εδώ, παιδιά!». Και τι παθαίνω; Λοιπόν, απ’ το ’83 ήταν ο Χωρέμης εδώ, ο αείμνηστος Χωρέμης και μετά ήρθε προϊσταμένη η Πρέκα. Καλλιόπη Πρέκα και εγώ υφιστάμενη, βέβαια. Η Πρέκα είχε πάει μετά από μένανε στην Ελευσίνα, πριν ήτανε στο Αιγαίο κάπου. Η Πρέκα, λοιπόν, είχε πάει μετά από μένανε στην Ελευσίνα. Όταν εγώ έφυγα απ’ την Ελευσίνα είχε πάει κάποιο διάστημα η Πρέκα και μου ‘λεγε συνέχεια: «Μα τι έχεις κάνει στους Ελευσινιώτες και σε αγαπάνε τόσο πολύ; Κάποιοι κλαίγανε γιατί έφυγες! Τι τους έχεις κάνει τέλος πάντων;». Λέω: «Τους φερόμουνα ανθρώπινα και σωστά! Και τους δίδαξα την ιστορία του τόπου τους και την αρχαιολογία και τους έκανα και αγαπήσανε την Ελευσίνα τους, τον τόπο τους». Μπορείς να την κάνεις την αρχαιολογία, αλλά δεν είναι όλοι αρχαιολόγοι να σε καταλάβουνε. Ο κόσμος εξήγησε τους, πλησίασε τους, κάνε τους κι αυτούς να συμμετέχουνε. Τέλος πάντων, λοιπόν και όντας στην Κέρκυρα το ’83, εκεί προς το τέλος του Δεκέμβρη, τρέχω να φωνάξω κάποιον στο τηλέφωνο, κάποιον υπάλληλο. Ένα ή δυο τηλέφωνα είχαμε. Γλίστρησα σε ένα πάτωμα που μόλις είχανε γυαλίσει οι καθαρίστριες και πέφτω και χτυπάω τη μέση μου. Έκανα ακτινογραφία, δεν έπιασε αυτό το σημείο που έσπασε, λέω: «Εντάξει, καλά είμαι», τις πρώτες μέρες δεν με πονούσε. Και παίρνω το αυτοκίνητο και άρχιζε η επιδημία μου. Επιδημία ήτανε αυτή η δίμηνη εκπαιδευτική άδεια, τη λέγαμε επιδημία και άκουγε ο κόσμος και τρόμαζε, σου λέει: «Τι επιδημία;», πανδημία, σαν τώρα, σαν τον κορονοϊό; Κανονικά αποδημία έπρεπε να λέγεται γιατί από όποια επαρχία και να είμαστε, έπρεπε να πάμε στην Αθήνα στις μεγάλες βιβλιοθήκες, να διαβάσουμε γιατί οφείλαμε να γράψουμε κάποιο άρθρο για τα αποτελέσματα των ανασκαφών, τέλος πάντων, εκπαιδευτική. Και αυτό ήτανε ένα από τα προνόμια που κρατήσανε οι αρχαιολόγοι, γιατί αρχαιολόγοι γινόντανε τα παιδιά των πλουσίων και των πολύ πλουσίων ας πούμε της Αθήνας τα χρόνια εκείνα, των στρατηγών, των υπουργών. Και σαν δημόσιοι υπάλληλοι, αυτά τα παιδιά περιωπής δεν μπορούσανε να μπούνε με τον όγδοο βαθμό που μπαίνανε οι απλοί υπάλληλοι, οι πτυχιούχοι με άλλα πτυχία στο δημόσιο. Εμείς μπαίναμε με τον έκτο βαθμό, δηλαδή κερδίζαμε δύο βαθμούς σαν προνόμιο και αυτή την επιδημία των 2 μηνών, την εκπαιδευτική άδεια των 2 μηνών. Ήταν, ήταν σαν προνόμια επειδή και επιπλέον είχαμε και χαμηλούς μισθούς, γιατί τα παιδιά των πλουσίων δεν διεκδίκησαν ποτέ αύξηση στο μισθό τους. Δεν είχανε ανάγκη! Και ήτανε, σου λέω, επάγγελμα περιωπής, έπρεπε να έχεις τη φωτογραφική σου μηχανή, έπρεπε να ‘χεις τα λεφτά σου για τα ταξίδια. Όμως από την εποχή τη δική μου άρχισαν να μπαίνουν και τα φτωχά και τα καημένα, όπως εγώ, σε αυτό το επάγγελμα και σε αυτή τη σχολή. Οπότε, έτσι άλλαξε η κατάσταση όμως, αυτά τα δύο προνόμια, την εισαγωγή με τον έκτο βαθμό και την επιδημία, την εκπαιδευτική άδεια την κρατήσαμε. Αύξηση στο μισθό, για αυτό παίρναμε και λίγα χρήματα, δεν πετύχαμε. Μετά αρχίσαμε σιγά-σιγά να συνδικαλιζόμαστε, φτιάξαμε τον Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων και σιγά-σιγά αρχίζαμε να απαιτούμε μια αυξησούλα. Τι να κάνουμε; 80€ μου δίνανε, αλλά εγώ ήτανε σαν να παιρνα 80 εκατ.! Λοιπόν, τέλος πάντων, κι αυτό το εκμεταλλευότανε η κυβέρνηση, σου λέει «Αυτοί -λέει- δεν έχουν ανάγκη από λεφτά». Λοιπόν, τέλος πάντων, επανερχόμαστε εκεί και άρχισα λοιπόν την επιδημία μου τον Γενάρη του ’84 οπότε είχα φρικτούς πόνους από το πέσιμο το οποίο δεν είχαν, οι γιατροί δηλαδή, δεν είχαν παρατηρήσει ότι είχα σπάσει τον πέμπτο οσφυϊκό μου σπόνδυλο και έμεινα και στο ΚΑΤ και στο σπίτι και σε μια κλινική, επί 4 μήνες; Κλινήρης. Ήταν μια επώδυνη περίοδος για μένανε, γιατί πονούσα πάρα πολύ. Όμως ευτυχώς κάποια στιγμή με φυσικοθεραπείες και με ασκήσεις, πάρα πολλές φυσικοθεραπείες κατόρθωσα να σταθώ στα πόδια μου και τον Ιούνιο, 30 Ιουνίου του ’84, της ίδιας χρονιάς δηλαδή, απ’ το Γενάρη μέχρι τον Απρίλη, Μάη, ήμουνα τέζα! Και τον Ιούνιο έγινε ο γάμος!

Σ.Α.:

Τον Ιούνιο!

Κ.Κ.:

Και χόρεψα κιόλας λίγο. Έγινε ο γάμος, πού έγινε ο γάμος; Είπαμε να μοιραστούμε την απόσταση. Η καταγωγή του Δημήτρη ήταν απ’ το Αγρίνιο, εγώ απ’ την Κέρκυρα. Στην Αθήνα δεν ήθελε ο Δημήτρης να γίνει, γιατί μπορεί να –του το λέω και γελάμε– να ‘ρχοντανε οι προηγούμενες ερωμένες του και να μας κάνανε, λέω εγώ! Υπέθετα εγώ! Μου λέει: «Δεν είναι -μου λέει- Αθηναίες, είναι στο εξωτερικό, δεν θα το μάθουνε! Τι σε νοιάζει -μου λέει- εγώ εσένα επέλεξα!». Λοιπόν, την Αθήνα δεν την θέλαμε και μοιραστήκαμε την απόσταση, είχαμε και τον κουνιάδο μου στην Άμφισσα και λέει: «Μην ανησυχείτε, εγώ θα τα ετοιμάσω όλα!» και ο γάμος έγινε παρακαλώ στο Λιδωρίκι. Όχι μωρέ, στο Λιδωρίκι. Στην Ιτέα, τι είναι εκεί δίπλα; Ένα ωραίο γραφικό, στο Γαλαξίδι! Στο Γαλαξίδι! Τι λέω Λιδωρίκι, κάπου εκεί είναι κι αυτό. Λοιπόν, έγινε στο Γαλαξίδι σε μια πολύ όμορφη εκκλησιά και μετά σε ένα πολύ ωραίο κέντρο. Ήρθανε οι φίλες μου απ’ το Υπουργείο όλες, ήρθανε λίγοι συγγενείς απ’ την Κέρκυρα τέλος πάντων, και έγινε ένας πολύ ωραίος γάμος για την εποχή εκείνη. Το νυφικό μου μού το έφτιαξε ο άντρας μιας φίλης μου που είχε στο Κολωνάκι τέλος πάντων, οίκο μόδας. Και μου το ‘φτιαξε σε αρχαϊκό στυλ, σαν χλαμύδα έπεφτε από πάνω, ένα πολύ ωραίο νυφικό, όχι κάτι το ιδιαίτερο, απλό, αλλά είχε πολύ ωραίο σχέδιο αρχαϊκό. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά! Με ιμάτιο και χλαμύδα έτσι, με πτυχές πολλές, σαν τις Καρυάτιδες, κάπως, κάπως έτσι. Έγινε ο γάμος και την άλλη μέρα φύγαμε για το ταξίδι του μέλιτος, είπαμε να πάμε στην Κρήτη. Λοιπόν, στην Κρήτη πρώτη φορά, δεν είχα πάει ούτε εγώ ούτε ο Δημήτρης. Είχαμε μια κουμπάρα εκεί πέρα που ήθελα να δω και το βαφτιστήρι μου τέλος πάντων, το πρώτο βράδυ μας φιλοξένησε εκεί αλλά μετά πήραμε τους δρόμους. Τι πέρασε αυτός ο καημένος ο Δημήτρης. Στην Κρήτη δεν υπήρχε αρχαιολογικός χώρος να μην τον επισκεφτούμε, σε ίσια και σε κακοτράχαλα! Σε ερημιές και στα πιο ακραία σημεία του νησιού! Θυμάμαι, δεν θα ξεχάσω που πήγαμε στη Ζάκρο. Η Ζάκρος είναι ένα σημείο στην ανατολική Κρήτη, δηλαδή το ακρότατο σημείο του μινωικού πολιτισμού που είχε κτίσει και εκεί ανάκτορα και ήτανε το σημείο που είχε τις επαφές, τις εμπορικές σχέσεις με όλη την ανατολική Μεσόγειο, Αίγυπτος, Συρία, Κύπρος, όλα από κει. Δεν μπορώ να σου περιγράψω! Βέβαια, έτσι, με αυτόν τον τρόπο τον μύησα στην αρχαιολογία και τη λάτρεψε. Πέρα απ’ την αρχαιολόγο που λάτρευε, λάτρεψε και την αρχαιολογία, ο καημένος. Επήγαμε σε όλους, στην Κνωσό, στη Φαιστό, στα Μάλια, κάτω στη Ζάκρο! Τι να σου πω, σ’ όλη την Κρήτη και μετά από μια βδομάδα, μια βδομάδα βέβαια διήρκησε το θέμα δεν είχαμε πολυτέλειες για περισσότερο και γυρίσαμε στην Αθήνα. Εγώ παίρνω το δρόμο για την Κέρκυρα κι εκείνος παραμένει στο Υπουργείο του στην Αθήνα.

Σ.Α.:

Πώς τα καταφέρατε με την απόσταση αυτή;

Κ.Κ.:

Λέω: «Τώρα τι θα κάνουμε; Θα κάνουμε οικογένεια έτσι; Εγώ με τους δικούς μου κι εσύ μοναχός σου εκεί πέρα; Δεν γίνεται!». Και ζητάει λοιπόν, ο Δημήτρης μόνος του να κάνει απόσπαση. Βέβαια, εδώ δεν θα μπορούσε να ασχοληθεί και κάπου ιδιαίτερα με αυτό που είχε, την ειδικότητα που είχε. Τέλος πάντων βρέθηκε μια θέση στο γραφείο τύπου στη Νομαρχία με απόσπαση, για κάποιο χρονικό διάστημα για να δει και να εγκλιματιστεί. Να δει πως θα είναι τα πράγματα. Από τις μεγαλοπρεπείς πρεσβείες από δω κι από κει σ’ όλα τα μέρη, του ‘χανε κάνει και πρόταση να πάει διευθυντής στο Πεκίνο εκείνη την–, λίγο πιο πριν και ο καημένος ήρθε κι αυτός σε μεγάλο δίλημμα. Οικογένεια ή διευθυντηλίκια και χίμαιρες στο Πεκίνο; Στου διαόλου τη μάνα! Μου λέει: «Έρχεσαι στο Πεκίνο;», «Όχι -λέω-, εγώ δεν πήγα στο Χάρβαρντ, θα ‘ρθω στο Πεκίνο; Δεν γίνεται, βρες άλληνε!». Εγώ ευκαιρία ήθελα να μη δεσμευτώ! Λοιπόν, τέλος πάντων, κάνει κι αυτή τη θυσία, έρχεται εδώ με απόσπαση. Ζει λίγο, του άρεσε η Κέρκυρα, σε ποιον δεν αρέσει η Κέρκυρα; Πηγαίναμε τα σαββατοκύριακα στο χωριό, εδώ άρχισε να κάνει φιλίες και εγκλιματίστηκε μια χαρά και μετά μόνος του χωρίς να μου το πει –ήτανε με απόσπαση, απόσπαση σημαίνει προσωρινά–, ζήτησε μετάθεση, δηλαδή να μείνει οριστικά. Εγώ αυτό δεν το ‘ξερα, μου το είχε για έκπληξη. Οπότε μένει και οριστικά κι ο Δημητράκης μου κι επιτέλους, σμίξαμε! Μένω έγκυος… Την πρώτη χρονιά δεν έμενα έγκυος, δεν ξέρω γιατί, άρχισε να ανησυχεί. Αυτός είναι από οικογένεια με πολλά παιδιά και του ‘λεγε ο πατέρας του: «Καλή η Κατερίνα, πολύ καλή αλλά είναι μεγάλη, μήπως δεν μας κάνει παιδιά». Λέω: «Καλά, εντάξει». Τέλος πάντων, μένω έγκυος στον Γιώργο μου το ’85, μετά από ενάμιση χρόνο έμεινα στην Ευτυχία, ήμουνα 36-37 χρονών και το ’90, στα 40 μου έμεινα στην Αρετούλα μου! Έκανα τρία παιδιά φανταστικά, Χριστέ μου βοήθησε μου τα, και άρχισα την οικογενειακή ζωή. Παράλληλα όμως, η αρχαιολογία αρχαιολογία! Η ψυχούλα μου ξέρει τι τραβούσα! Διότι αναγκάστηκα να φέρω στο σπίτι… Τότε μέναμε στα παλιά ανάκτορα. Υπήρχε ένας τέλος πάντων, ένας άγραφος νόμος, δεν μπορώ να πω, ένα θέσφατο, οι αρχαιολόγοι όπου η υπηρεσία διέθετε ακίνητα, να μένουνε για μείζονα φύλαξη. Στα παλιά ανάκτορα ήτανε το μουσείο ασιατικής τέχνης και είναι ακόμα από κάτω και στο ισόγειο ήταν τα γραφεία μας, τα γραφεία της υπηρεσίας της Η’ Εφορίας Προϊοστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων. Λοιπόν, το μουσείο διέθετε βέβαια φύλακες, αλλά για μείζονα φύλαξη απάνω στα υπέργεια, στον τελευταίο όροφο έμενε η προϊσταμένη μου, η κυρία Πρέκα, έμενε μια άλλη συνάδελφος –πώς τη λέγανε μωρέ, δεν θυμάμαι τώρα–, έμενε ένας φύλακας, ο αρχιφύλακας του μουσείου και έμενα κι εγώ, σε κάτι δωμάτια 42 τετραγωνικά το καθένα. Λοιπόν, τέλος πάντων, για μείζονα φύλαξη γιατί ήτανε δωμάτια που δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, το μουσείο ήτανε μεγάλο, ήτανε ψηλά, είχε σκάλες. Λοιπόν και με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού έμενα εκεί, έμενα μόνη μου στην αρχή. Σιγά-σιγά όμως παντρεύτηκα και έκανα οικογένεια, τα παιδιά και τι θα έκανα με τα παιδιά και με τη δουλειά; Αναγκάστηκα και με πολλή χαρά μου και έφερα στο σπίτι τον παππού και τη γιαγιά. Εντωμεταξύ, ο πατέρας μου αυτό ξέχασα να πω στην αρχή, και μπορώ να το συμπληρώσω τώρα;

Σ.Α.:

Βεβαίως, εννοείται.

Κ.Κ.:

Ο πατερούλης μου μένοντας μόνος του όταν πέθανε η μανούλα μου κάποιο διάστημα πελάγωσε, διότι έπρεπε και εγώ να φύγω τον επόμενο χρόνο που πέθανε η μάνα μου το ’66, εγώ το ’67 τελείωνα το λύκειο, το γυμνάσιο τότε και έπρεπε να φύγω για την Αθήνα να σπουδάσω σύμφωνα με την παρακαταθήκη που άφησε. Ο πατερούλης μου όμως, θα έμενε μόνος του με έναν γέρο πατέρα και τι θα έκανε, πώς θα τα έβγαζε πέρα; Ήταν και καλομαθημένος και δεν μπορούσε, δεν ήξερε να μαγειρεύει και να κάνει. Λοιπόν, έπρεπε τη δική μου παρουσία υποτίθεται να την αναπληρώσει κάποια γυναίκα, κι έτσι αναγκαστήκαμε με πολύ μεγάλη λύπη γιατί δεν είχε περάσει πολύς χρόνος απ’ το θάνατο της μάνας μου, να φέρουμε στο σπίτι μια άλλη γυναίκα η οποία θα αναπλήρωνε το κενό. Στην αρχή εγώ αντιδρούσα, δεν ήθελα στη θέση της μάνας μου κι ήτανε φυσικό, δεν είχε περάσει πολύς χρόνος. Και τα αδέλφια μου, είχανε φύγει βέβαια τα αδέλφια μου και εγώ θα ήμουνα εκείνη που θα τα ζούσα όλα αυτά. Τέλος πάντων, ήμαστε πάλι τυχεροί εκεί που μας πέτυχε μια πάρα πολύ καλή γυναίκα, η οποία ήτανε ανύπαντρη, ζούσε με τα αδέρφια της, υπηρετούσε τον αδερφό της με την έννοια της τότε νοοτροπίας που πραγματικά, ήτανε η υπηρέτρια του σπιτιού του αδελφού της. Τα χρόνια εκείνα, οι αδελφές μένανε ανύπαντρες για τον αδελφό και την οικογένεια του να γίνουνε υπηρέτριες, όμως κάποια στιγμή η γυναίκα αγανάκτησε και δέχτηκε να έρθει στο σπίτι μας με τον πατέρα μου. Ήτανε μεγάλη, μεγάλη για τα χρόνια εκείνα, ήταν 42 χρονών, δεν έκανε δικά της παιδιά. Είχε όμως μια αγάπη μέσα της που δεν την είχε δώσει, μια απωθημένη αγάπη, μια στερημένη και την έβγαλε αυτή την αγάπη όλη στα παιδιά μου, Σίλεια. Ήμουνα τυχερή και εκεί! Δόξα τω Θεώ και τον Άγιο Σπυρίδωνα!

Σ.Α.:

Στα εγγόνια λοιπόν από μία άποψη.

Κ.Κ.:

Και λέω: «Μητέρα», την έλεγα μητέρα, δεν μπορούσα να την πω μάνα, «Μητέρα -λέω-, τι θα κάνουμε με τον Γιώργο μόλις γεννήθηκε; Θα πρέπει να βρω γυναίκα, γιατί σε λίγο επιστρέφω στη δουλειά». «Μο’ ναι, που θα μου μεγαλώσει άλλος το παιδί! Και που ξέρω ‘γω αν μου το ταΐζει και που ξέρω ‘γω τι θα μου το δίνει; Όχι -μου λέει-, εγώ θα έρθω! Θα έρθω στην πόλη!» «Και τον πατέρα τι θα τον εκάνουμε;» «Θα πηγαινοέρχεται στο χωριό!». Και έρχεται και εγκαθίσταται στην πόλη στο σπίτι, μεγαλώνοντας τον Γιώργο με τόση αγάπη, με τόση λατρεία, δεν κοιμότανε η γυναίκα! Και ήταν από πάνω του! Με διευκόλυνε πάρα πολύ κι έτσι μπόρεσα κι εγώ να είμαι ήσυχη και στη δουλειά μου. Βέβαια, από το μεσημέρι και μετά που σχόλαγα, τα παραλάμβανα εγώ τα παιδιά, δεν τα άφηνα εντελώς. Αλλά ήμουνα ήσυχη, τα τάιζε, τα αγαπούσε και με βόηθησε πάρα πολύ. Αιωνία της η μνήμη και να ‘ναι καλά εκεί που είναι! Ήτανε δεύτερη μάνα μου, δεν ξέρω αν η μάνα μου αφοσιωνότανε κι έκανε τόσα πολλά, κυρίως για τα παιδιά, όσα αυτή η γυναίκα. Και το τέλειο ήτανε που είχε μια απόλυτη ταύτιση με τον γαμπρό της, με τον Δημήτρη, λες και τον εγέννησε! Λοιπόν, ο πατέρας ερχότανε σαββατοκύριακο να δει τα παιδιά και να πάρει τα εφόδια κι έτσι ήτανε μια πάρα πολύ ωραία περίοδος. Κάναμε και το δεύτερο, κάναμε και το τρίτο. Δεν θα έκανα τρία παιδιά εγώ, αρχαιολόγος! Και το τονίζω αυτό, γιατί οι περισσότερες αρχαιολογίνες ή δεν θα είχαν παντρευτεί αφιερωμένες στο έργο της αρχαιολογίας ή αν παντρευότανε, χωρίζανε, δεν τους άντεχε ο άνθρωπος με όλα αυτά ή θα κάνανε ένα παιδί. Είμαι από τις λίγες, νομίζω κάνα δυο-τρεις ακόμα να ‘χουνε τρία παιδιά. Εγώ, με τη χάρη του Θεού και με τη βοήθεια των δικών μου κατάφερα το ακατόρθωτο. Γιατί εντάξει τα παιδιά σου δίνουν φτερά και σου δίνουν ώθηση γιατί νιώθεις συμπληρωμένη. Και γιατί το λέω αυτό; Γιατί παρότι τρία παιδιά, τα οποία δεν τα είχα εγκαταλελειμμένα στη γιαγιά, σημειωτέον, από το μεσημέρι και μετά ήμουν δική τους και στα παιχνίδια και παντού και στις βόλτες και στα διαβάσματα κυρίως. Αλλά τα παιδιά σου δίνουν φτερά και έτσι, το βράδυ που όλοι πηγαίνανε για ύπνο, εγώ καθόμουνα και μελετούσα. Και βιβλία έγραψα, και σε συνέδρια πήγα και παρουσίασα πολλά πράγματα, θα στα πω στη συνέχεια και ήμουνα απ’ τις καλές αρχαιολόγους – θεωρώ εγώ, για τη δουλειά μου εδώ στην Κέρκυρα. Γιατί στην Κέρκυρα εγώ, επειδή είμαι Κερκυραία, ήρθα με πάθος να δουλέψω, να βοηθήσω στην ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς και κυρίως, ένα μεγάλο θέμα που θα σου πω τώρα που μας απασχολεί όχι μόνο την Κέρκυρα, αλλά όλη την επιστημονική κοινότητα, όλο τον κόσμο, όλους τους αρχαιολόγους, όλους τους ιστορικούς, όλους τέλος πάντων τους σκεπτόμενους ανθρώπους, το ομηρικό θέμα του νησιού των Φαιάκων! Να το αναλύσω τώρα ή να το αφήσω για αργότερα;

Σ.Α.:

Θα μας πείτε λιγάκι και για την έρευνα που κάνατε εδώ στο νησί;

Κ.Κ.:

Ευχαρίστως. Απ’ το ’85 και μετά, μέχρι το 2009 ασχολήθηκα με πάθος για τις αρχαιότητες της Κέρκυρας και ήρθα με πάθος να δουλέψω, όπως είναι κατανοητό ως Κερκυραία και ως Λευκιμιώτισσα. Ήρθα να δουλέψω στην πατρίδα μου με πάρα πολλή αγάπη, με πάρα πολλούς στόχους, με μεγάλη αφοσίωση, παλεύοντας βέβαια και με την προσωπική μου ζωή και με την οικογένεια μου που με ευλόγησε ο Θεός, με ευλόγησε ο Θεός, δοξασμένο το όνομα του και μου ‘στειλε έναν υπέροχο άνθρωπο, με πάρα πολύ κατανόηση, υπέροχους γονείς, υπέροχη –μητριά δεν την είπα ποτέ γιατί δεν την αισθάνθηκα, την είπα– μητέρα και με βόηθησε πάρα πολύ. Με βοήθησαν γενικά, πολύ οι δικές μου οικογενειακές συνθήκες και βέβαια, η Κέρκυρα ήτανε μία από τις περιοχές που δεν είχε εξελιχθεί πολύ η έρευνα μέχρι τότε. Ήτανε ολιγομελής η υπηρεσία και γενικά βέβαια, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είχε αποφασίσει να εντείνει και να ενισχύσει την αρχαιολογική υπηρεσία με αποτέλεσμα φυσικά, να ενταθούν οι έρευνες. Μας ενίσχυσε με προσωπικό, δηλαδή είμαστε εδώ στην εφορεία αρκετοί αρχαιολόγοι, έδωσε λεφτά για εργάτες ανασκαφής και βέβαια, ο στόχος της εφορείας αρχαιοτήτων που ήρθα να υπηρετήσω και ο δικός μου, όπως ανέφερα και πριν, ήτανε το μεγάλο θέμα να αποδείξουμε ή να διαγράψουμε τέλος πάντων, να ακυρώσουμε το θέμα το μεγάλο ομηρικό θέμα του Αλκινόου, της Ναυσικάς, της Αρήτης. Δηλαδή αν η Κέρκυρα είναι το νησί των Φαιάκων πράγματι όπως μας παρέδωσε ο Όμηρος και αναφέρουν και οι μετέπειτα συγγραφείς, κάποιοι συγγραφείς. Εμείς θέλαμε μέσω της αρχαιολογίας να το επιβεβαιώσουμε ή να το ακυρώσουμε γιατί αυτό είναι η αρχαιολογία, Σίλεια μου. Ή επιβεβαιώνει κάποια πράγματα, ο κάθε ιστορικός μπορεί να γράψει ό,τι θέλει, από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τις μέρες μας με τη φαντασία του, με διάφορες, διάφοροι παράγοντες που υπεισέρχονται στο γραπτό του. Όμως η αρχαιολογία τι κάνει; Αποδεικνύει, επιβεβαιώνει ή αναιρεί αυτά που κάποιοι συγγραφείς αναφέρουν, με τα απτά, χειροπιαστά ευρήματα. Δηλαδή, να σου δώσω να καταλάβεις. Γράφει η ιστορία και οι ιστορικοί, ο Θουκυδίδης ας πούμε, ότι ήρθαν οι Κορίνθιοι και κατέλαβαν την Κέρκυρα. Αυτό η αρχαιολογία το αποδεικνύει καθημερινά στις ανασκαφές. Βρήκαμε, ας πούμε, παραδείγματος χάριν, ένα εκτεταμένο νεκροταφείο στη Γαρίτσα, κάτω απ’ τις σημερινές πολυκατοικίες που ήτανε πλούσιο και πολύ έτσι αναπτυγμένο νεκροταφείο που περιείχε στους τάφους αγγεία κορινθιακής τέχνης. Άρα επιβεβαιώνουμε ότι εδώ ήρθαν οι Κορίνθιοι, κατέλαβαν την Κέρκυρα, έδρασαν, έφεραν τον πολιτισμό τους, με έστω και με αυτά τα λίγα στοιχεία. Έχτισαν τους ναούς τους και έμειναν εδώ, επέλεξαν στο δρόμο για τις Συρακούσες βέβαια. Εδώ έμειναν σαν σταθμό στην πορεία τους αλλά είδαν το πόσο σημαντικό και κατάλληλο είναι το έδαφος και η θέση του νησιού και έχτισαν μία από τις μεγαλύτερες αποικίες τους στην Κέρκυρα. Τώρα, πάμε στο θέμα του Αλκίνοου. Από τότε που ήρθαμε, που ήρθα στην Κέρκυρα μαζί με την προϊσταμένη μου, ήταν περιορισμένος μέχρι τότε ο έλεγχος του νησιού. Εμείς απλωθήκαμε σε όλο το νησί και κάναμε έλεγχο εκσκαφής θεμελίων. Δηλαδή, όποιος κακομοίρης είχε λίγα λεφτά και ήθελε να χτίσει καλώς ή κακώς εμείς σαν υπηρεσία έπρεπε να επέμβουμε να κάνουμε πριν από την εδραίωση των θεμελίων, να ελέγξουμε το έδαφος, ώστε να αποκλείσουμε το σημείο, το κομμάτι που θα δομηθεί, ότι εκεί δεν υπάρχουν αρχαιότητες. Ήταν ο μόνος τρόπος για να μπορούμε να πούμε ότι έχουμε στοιχειώδη έλεγχο στο νησί στην προσπάθεια μας να βρούμε στοιχεία του πολιτισμού της εποχής που ο Όμηρος αναφέρει το νησί των Φαιάκων. Το θέμα βέβαια έχει απασχολήσει πάρα πολύ κόσμο και γίνονται συνέχεια συνέδρια και με αυτά ασχολούνται οι λεγόμενοι Ομηριστές, για τα ταξίδια του Οδυσσέα και τις θέσεις που αυτός σταμάτησε. Και ένα απ’ αυτά, κορυφαίο, είναι το νησί των Φαιάκων, η προσπάθεια ανεύρεσης του σημείου όπου ο Οδυσσέας σταμάτησε εδώ. Λοιπόν, έχουν ασχοληθεί από τον προ-προηγούμενο αιώνα πάρα πολλοί και ήδη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, γερμανοί αρχαιολόγοι. Ο Μπουλέ, ο Δαίρπφελδ είχαν έρθει εδώ με βάση τα τοπογραφικά σημεία που δίνει ο Όμηρος άρχισαν να κάνουν έρευνες. Πρώτη θέση θεωρήσανε τους Έρμονες. Είναι πολύ μεγάλο θέμα τώρα, μην σε κουράζω.

Σ.Α.:

Είναι πολύ μεγάλο θέμα.

Κ.Κ.:

Πολύ.

Σ.Α.:

Εμένα μου αρκεί να μου πείτε ποια ήταν για σας ας πούμε η πιο σπουδαία στιγμή της έρευνας σας. Έχετε κάνει πολύ μεγάλη έρευνα εδώ στο νησί.

Κ.Κ.:

Να σου τελειώσω λίγο με αυτό, τον Όμηρο.

Σ.Α.:

Βεβαίως.

Κ.Κ.:

Πόσο απελπισμένοι είμαστε εμείς οι αρχαιολόγοι, παρά–! Της εφορείας της Κέρκυρας, της εφορείας αρχαιοτήτων, γιατί μας λένε και για την άλλη εφορία, την οικονομική. Όταν θα λέω εφορεία, εφορεία αρχαιοτήτων. Λοιπόν, πόσο απελπισμένοι είμαστε όλοι εμείς οι αρχαιολόγοι της εφορείας αρχαιοτήτων της Κέρκυρας που δεν έχουμε βρει το ελάχιστο, το ελάχιστο! Δηλαδή, αυτό που λέμε ένα όστρακο! Όστρακο λέμε κομμάτι από σπασμένα αγγεία της εποχής της μυκηναϊκής που τοποθετείται λογικά η ανάπτυξη του βασιλείου των Φαιάκων. Η μυκηναϊκή εποχή εκτείνεται χοντρικά από το 1250 μέχρι το 1000 χοντρικά, έτσι, του δίνω μια μεγάλη έκταση, όταν στην υπόλοιπη Ελλάδα ανθούσε ο μυκηναϊκός πολιτισμός με όλα αυτά τα έργα τέχνης που ξέρουμε και κυρίως τα κεραμικά που είναι χαρακτηριστικά για την διακόσμησή τους κι αμέσως τα αναγνωρίζουμε εμείς όπου και να τα βρούμε, ο μεγάλος μας πόθος, η μεγάλη μας επιθυμία ήταν να βρούμε λίγα τέτοια κομματάκια, έστω! Δεν σου λέω για τα μαρμαροστόλιστα παλάτια με τις χάλκινες πόρτες και τις χρυσές λαβές κι όλα αυτά που περιγράφει ο Όμηρος, δεν σου λέω τίποτα απ’ όλα αυτά. Ένα κομματάκι πηλό! Πήλινο κομματάκι να βρίσκαμε με μια διακόσμηση από ένα μυκηναϊκό αγγείο, που δεν φτάνει βέβαια, γιατί θα μπορούσε και ένας μυκηναίος να περάσει να πιει τον καφέ του και να το πετάξει. Αλλά σου λέω, ούτε αυτό το ελάχιστο δεν έχουμε βρει που να επιβεβαιώνει ότι πράγματι ήτανε το νησί των Φαιάκων αυτής της μυκηναϊκής εποχής. Μάλιστα, κάποιοι ερευνητές και επιστήμονες που ασχολούνται με αυτό, με αυτό το δεδομένο προσπαθούν να κατεβάσουν τη ζωή του Ομήρου, ο οποίος έζησε στον 8ο αιώνα π.Χ, να του κατεβάσουν λίγο τις ημερομηνίες, την εποχή που έζησε γιατί μετά τη μυκηναϊκή εποχή ακολουθεί η γεωμετρική εποχή που σε όλη την Ελλάδα έχει δείγματα. Ούτε και αυτής της εποχής εδώ στην Κέρκυρα έχουμε. Λίγο αρχίζει δειλά η υστερογεωμετρική εποχή, έχουμε βρει κάποια ελάχιστα όστρακα, βέβαια είναι πολύ βαθιά. Αλλά τέλος πάντων, υπάρχει μια παρουσία της υστερογεωμετρικής εποχής, δηλαδή λίγο πριν το 700πΧ. Και μετά στην αρχαϊκή, μπαίνουμε στην αρχαϊκή εποχή για να δούμε μια μεγάλη ακμή στην Κέρκυρα. Δηλαδή, από το 650 και μετά, με τον ναό της Αρτέμιδος, με τα Κορινθιακά όλα που βρίσκουμε στο νεκροταφείο. Μετά, με τον ναό στο Μον Ρεπό, στο Καρδάκι και όλα αυτά τα δείγματα. Δηλαδή μια μεγάλη ακμή έχει η Κέρκυρα μετά το 730 που έρχεται ο Χερσικράτης απ’ την Κόρινθο και αναπτύσσεται εδώ ο πολιτισμός της Κέρκυρας που τον λέμε κορινθιακό, γιατί οι Κορίνθιοι φέρνουνε την τέχνη τους, τις λατρείες τους, τα ήθη και τα έθιμα τους, αλλά εμείς για λόγους εγωισμού λέμε η αρχαϊκή εποχή της Κέρκυρας που έδειξε μεγάλη ανάπτυξη. Δεν το λέμε, ας πούμε, κορινθιακό πολιτισμό. Δεν θέλουμε να το πούμε! Με το αέτωμα της Γοργούς απ’ το ναό της Αρτέμιδος, με μεγάλα έργα τέχνης. Λοιπόν, άρα στη μυκηναϊκή εποχή δεν έχουμε ένα δείγμα ύπαρξης αυτού του βασιλείου του Αλκίνοου. Δυο ή τρία όστρακα, μικρά κομμάτια που είχε βρει η Πρέκα στους Έρμονες, που είναι αμφίβολα αν ανήκουνε στη μυκηναϊκή εποχή, δεν μπορούν να επιβεβαιώσουν το μεγάλο θέμα, δεν μπορούμε να στηριχτούμε σε αυτά τα τρία όστρακα.

Σ.Α.:

Έχετε γράψει και κάποιο βιβλίο εδώ στην Κέρκυρα;

Κ.Κ.:

Ἐχω γράψει ένα βιβλίο.

Σ.Α.:

Τι θέμα έχει;

Κ.Κ.:

Γιατί; Γιατί να σου πω την αλήθεια πώς το ξεκίνησα. Τώρα πάμε σε άλλο θέμα, αλλά δεν πειράζει, δεν θα τελειώσουμε ποτέ άμα σου αρχίσω τις ιστορίες τις ανασκαφικές, τώρα που με ρωτάς για το βιβλίο! Λοιπόν, βρίσκαμε η αρχαία πόλη της Κέρκυρας, ο ιστός ας πούμε ο κεντρικός, απλώνεται στο Κανόνι, δηλαδή εδώ ο Χερσικράτης, αυτός ο Κορίνθιος οικιστής είχε έρθει με τους ακόλουθους του και έχτισε την αρχαία πόλη στο Κανόνι, απλωμένη σε όλη την έκταση της χερσονήσου στο Κανόνι. Γιατί; Γιατί ήτανε καλά προφυλαγμένη από τα δυο λιμάνια, το λιμάνι το Υλλαϊκό από κει και το λιμάνι του Αλκίνοου από δω τον κόλπο της Γαρίτσας και απ’ τη μεριά του Μον Ρεπό κι απ’ την ανατολική είχε φυσική προφύλαξη με βράχους. Λοιπόν, τον βρήκε ιδανικό χώρο εγκατάστασης και έφτιαξε την πόλη του. Εκεί οι ανασκαφές διήρκησαν και διαρκούν χρόνια και οι καημένοι κάτοικοι ταλαιπωρούνται αλλά δόθηκε, σχηματίστηκε και ένα σχέδιο πόλης και δόθηκαν άδειες και χτίζονται τώρα. Λοιπόν, και το νεκροταφείο αυτής της αρχαίας πόλης το έκαναν για λόγους υγιεινής στην περιοχή της Γαρίτσας, έξω από την πόλη, εκτεταμένο, πλούσιο, πυκνό, πυκνότατο που δείχνει μια μεγάλη ακμή αυτής της πόλης από τον 6ο αιώνα, δηλαδή την αρχαϊκή εποχή μέχρι και τους ελληνιστικούς χρόνους, και τους ελληνιστικούς. Δηλαδή, 2ο αιώνα με 1ο π.Χ. Οπότε το 229 έρχονται οι Ρωμαίοι και εγκαθίστανται και από τότε έχουμε άλλη ιστορία. Λοιπόν, το βιβλίο πως το ‘γραψα; Στις ανασκαφές όλα αυτά τα χρόνια βρίσκαμε έργα των αρχαίων Κερκυραίων, δηλαδή σπίτια, αγωγούς, τείχη, ναούς, νεκροταφεία, τα έργα τους, τα χειροπιαστά τους έργα. Και δεν ξέραμε τίποτα για τους ίδιους τους Κερκυραίους. Αυτό μου δημιούργησε μεγάλο θέμα εσωτερικό και λέω: «Εντάξει, βρίσκουμε τα ερείπια, τα μελετάμε, τα φωτογραφίζουμε, τα σχεδιάζουμε, μένουνε στα χαρτιά, μένουνε στα βιβλία, τις περισσότερες φορές τα σκεπάζουμε γιατί δεν έχει δυνατότητα το κράτος να τα απαλλοτριώσει και αξιολογικά ας πούμε δεν αξίζουν τα περισσότερα να μείνουν, διότι το μετέπειτα είναι» και αναρωτιόμουνα γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Για αυτούς τους ανθρώπους δεν ξέραμε τίποτα. Λοιπόν, και σκεφτόμουνα πώς είναι δυνατόν να μάθουμε κάτι για το έμψυχο υλικό, όχι για τις πέτρες και τα μάρμαρα και τα αγγεία που αγγίξαμε, γι’ αυτούς τους ανθρώπους που τα φτιάξανε όλα αυτά. Το μόνο μου κλειδί σε όλα αυτά ήταν οι επιγραφές. Επιγραφές στην Κέρκυρα δεν έχουν βρεθεί πολλές. Γιατί; Γιατί οι περιηγητάδες που είχαν έρθει τον 17ο και τον 18ο αιώνα παίρνανε το πιο πολύτιμο, που ήταν οι επιγραφές. Οι επιγραφές ήτανε scripta manet, δεν αμφισβητείται για τίποτα. Βρήκαμε ένα ναό στο Καρδάκι και ακόμα δεν ξέρουμε σε ποιον ανήκει γιατί αν βρίσκαμε μια επιγραφή, ξέρω ‘γω Απόλλωνι, Αρτέμιδι ή Ήρα, Διί, κάπως θα τον ταυτίζαμε! Λοιπόν, δεν υπήρχαν επιγραφές. Και αν υπήρχανε οι Βενετσιάνοι και οι περιηγητές τις είχανε αρπάξει. Είναι το πολύτιμο εύρημα. Βέβαια, υπάρχουν συλλογές στη Βενετία και ιδιωτικές συλλογές στο Λονδίνο και αλλού και πολλές απ’ αυτές ήταν δημοσιευμένες. Και εδώ βρίσκουμε βέβαια κάπου-κάπου, δεν μπορώ να πω. Και ήτανε το όπλο μου και το κλειδί μου που θα μου άνοιγε την πόρτα να μελετήσω τους αρχαίου Κερκυραίους. Τέλος πάντων, μην στα πολυλογώ, κατάφερα να συγκεντρώσω όλες αυτές τις επιγραφές που έχουν βρεθεί στην Κέρκυρα και όχι μόνο και να κάνω ένα κατάλογο. Ευτυχώς, ο Ανδρέας Μουστοξύδης, ένας από τους πρώτους αρχαιολόγους που ασχολήθηκαν με την Κέρκυρα, συγκέντρωσε κάποιες επιγραφές και τις δημοσίευσε. Και κάποιοι καλοί άνθρωποι, μια ομάδα επιγραφολόγων έκανε τις συλλογές των επιγραφών και περιέλαβε κι ένα μεγάλο κομμάτι απ’ την Κέρκυρα και με βάση αυτά ξεκίνησα να ψάχνω επιγραφές. Τι με ενδιέφερε στις επιγραφές; Να βρω ονόματα Κερκυραίων και βέβαια, ονόματα ξένων που ήρθαν στην Κέρκυρα, αλλά αυτό είναι μια δεύτερη δουλειά. Εμένα με ενδιέφεραν οι Κερκυραίοι που έζησαν εκείνα τα χρόνια από το 600, από τους αρχαϊκούς χρόνους μέχρι το 600μ.Χ. Κατάφερα και συγκέντρωσα έναν κατάλογο. Ήτανε μια δουλειά που τη δούλευα και 10 χρόνια; Λίγο να πω! Γύρισα όλες τις βιβλιοθήκες, όλα τα μουσεία και κατάφερα να βγάλω αυτό το βιβλίο με τα ονόματα και τα πρόσωπα της αρχαίας Κέρκυρας. Είχα την τύχη, την τιμή, την ευτυχία να μου το δημοσιεύσει η Αναγνωστική Εταιρεία της Κέρκυρας το 2002, με την χορηγία της Γενικής Τράπεζας. Είχα κάνει και μια παρουσίαση στην Αναγνωστική Εταιρεία και είμαι πάρα πολύ ευχαριστημένη που πέρα από τα ερείπια και τα έργα και τις πέτρες και τα υλικά, κατάφερα και έβγαλα στην επιφάνεια περίπου –για να μετρήσω πόσα, 500 τόσα, 600, περίμενε– 626 ονόματα!

Σ.Α.:

Σπουδαία έρευνα.

Κ.Κ.:

Διαχρονικά, από τους αρχαϊκούς χρόνους μέχρι το 600μ.Χ., πιάνει δηλαδή και τους ρωμαϊκούς και τους βυζαντινούς χρόνους με ό,τι μπόρεσα και μάζεψα. Περιλαμβάνονται ονόματα πρυτάνεων, περιλαμβάνονται ονόματα απλών πολιτών, περιλαμβάνονται ονόματα, παρακαλώ, Ολυμπιονικών που είχε η Κέρκυρα και νίκησαν σε Πανελλήνιους Αγώνες. Περιλαμβάνονται αρσενικά, θηλυκά ονόματα και ουδέτερα. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες στους Πανελλήνιους, Κερκυραίοι που νίκησαν στα Ολύμπια, στα Παναθήναια, στα Ίσθμια, στα Αμφιαράεια του Ωρωπού, πανελλήνιοι αγώνες. Σε ιππικούς αγώνες με μικρά άλογα πόνυ και ένας αθλητής στο στάδιο. Ονόματα πρυτάνεων, οι πρυτάνεις ήταν άρχοντες που κυβερνούσαν κάθε χρόνο, άλλαζαν κάθε χρόνο στην Κέρκυρα και παντού και άφηναν το όνομα τους στα έργα που έκαναν σε κεραμίδες στέγης. Δηλαδή χτίζανε κάποιοι κτίριο δημόσιο και βάζανε το όνομα τους και το βρίσκουμε στις ανασκαφές, ψάχνουμε εναγωνίως τα κεραμίδια τα σπασμένα, τα χιλιοσπασμένα κομμάτια να βρούμε κάποιο όνομα και βρήκαμε πάρα πολλά, τα έχω με αλφαβητική σειρά. Μετά, περιλαμβάνω στο βιβλίο μου ονόματα που συναντώνται αποκλειστικά στην Κέρκυρα. Βέβαια, από τη δυτική Ελλάδα και τη μεγάλη Ελλάδα, πιάνω και τη μεγάλη Ελλάδα, τη νότια Ιταλία και συμπεριλαμβάνεται και η Πελοπόννησος και η Ιλλυρία, η σημερινή Αλβανία. Επίσης, ονόματα απλών πολιτών σε επιτύμβιες στήλες. Ανάμεσα σε αυτούς είναι ποιητές, ασματογράφοι, τραγουδιστές δηλαδή, και τραγικοί. Μεγάλο μέρος είναι επιγραφές, μολύβδινες επιγραφές, σε μόλυβδο, που περιλαμβάνουν ονόματα οφειλής χρεών, δηλαδή οικονομικές συναλλαγές. Ο τάδε δανείζει στον τάδε αυτά και επάκοος, δηλαδή μάρτυρες, είναι αυτοί κι αυτοί. Πολύ σημαντικό! Αναθηματικές επιγραφές, δηλαδή «ο τάδε αφιερώνει στον τάδε αυτά», «Μέντης Αρτάμητι», η Μέντης αφιερώνει στην Αρτέμιδα. Έτσι ταυτίσαμε τον ναό της Αρτέμιδας, που προβληματιζόμαστε σε ποιο ναό ανήκει. Βρήκαμε δυο επιγραφούλες «Μέντης Αριστέα Αρτάμητι», «ο Μέντης, ο γιος του Αριστέα, στην Αρτέμιδα» και ταυτίσαμε τους ναούς. Πόσο σημαντικές είναι οι επιγραφές! Βρήκαμε επιγραφές μαστόρων που ταυτίζονται με οικοδομικές εργασίες. Δηλαδή αυτός έκανε εκείνο, σε εκείνο το έργο. Προξένους και πρέσβεις. Ο Μενεκράτης, ας πούμε. Ο Μενεκράτης ήταν πρόξενος από την Άνθεια από το Γαλαξίδι που παντρεύτηκα εγώ, γι’ αυτό παντρεύτηκα, δεν το ‘ξερα! Από το Γαλαξίδι, ήτανε πρόξενος εδώ, παρακαλώ κι όταν πέθανε ο αδερφός του του έκανε το μνημείο του Μενεκράτη. Το ξέρεις που είναι ένα στρογγυλό μνημείο κοντά εκεί, στη Γαρίτσα. Μετά, έψαξα Κερκυραίους που έζησαν και πέθαναν νοσταλγοί της πατρίδας τους σε κάποιο άλλο μέρος και τάφηκαν εκτός του νησιού. Ας πούμε, στην Αθήνα καμιά δεκαριά, στη Λευκάδα κάποιοι πεθάναν Κερκυραίοι και χαρακτηριστικά σε αυτά, σε αυτές τις επιτύμβιες στήλες γράφει το όνομα τους. Ας πούμε, Αλεξά Κερκυραία, Αισχρίων Κερκυραίος και τον βρίσκουμε θαμμένο στην Αθήνα, έχει το χαρακτηριστικό το εθνικό. Στο Δέλβινο, στη Φοινίκη, κερκυραίος θαμμένος, δύο. Στην Πάλαιρο της Αιτωλοακαρνανίας και στο Ανακτόριο της Αιτωλοακαρνανίας, Καλύφρων Κωρκυραίος, Μετώπα Κωρκυραία, η Κερκυραία. Κι άλλοι, βιοτέχνες, επιχειρηματίες, τεχνίτες, μετά ζεύγη ονομάτων. Συζυγικά ζεύγη, ο Άγης και η Ανδρεία είναι θαμμένοι στο ίδιο μνήμα, το ζευγαράκι! Ο Αρίσταρχος, ο Αριστομένης και η Ψείλα, αυτοί είναι σε μια επιγραφή. Τι να σου λέω τώρα, τι να σου λέω…

Σ.Α.:

Τι σημαίνουν–;

Κ.Κ.:

Σφενδονιστές που σε σφενδόνη, είχανε σφενδόνες και είχανε το βόλι το μολύβδινο και πάνω εκεί γράφανε το όνομα τους. Ναι, τα γλυκά μου! Ας πούμε, Αρχείας, Λάκριτος, Ξενοκλής, σε κάτι ωοειδή μολύβδινα, βλήματα μωρέ, έχει το όνομα τους. Ναι, τέτοια! Λοιπόν όλα αυτά, το θεώρησα χρέος μου να αναφερθώ σε αυτά τα ονόματα. Έστω, δεν ξέρουμε τίποτα άλλο, έστω και το ονοματάκι τους. Και ξέρουμε ότι αυτός ήτανε σφενδονιστής ας πούμε. Πού αλλού να το μάθουμε; Πώς αλλιώς–;

Σ.Α.:

Νιώθετε χορτάτη από την πορεία σας στην αρχαιολογία, έχετε κάνει τόσα πράγματα. Νιώθετε χορτάτη;

Κ.Κ.:

Θα μπορούσα να κάνω πάρα πολλά, ας πούμε ένα διδακτορικό. Αλλά θεωρώ ότι έκανα τρία διδακτορικά, τον Γιώργο μου, την Ευτυχία μου και την Αρετή μου. Λένε, είχα μία προϊσταμένη, ας μην αναφέρω το όνομα της, που έλεγε: «Τα παιδιά μπαίνουμε εμπόδιο στην καριέρα μας. Τι κάνεις εσύ, είσαι μια κατίνα που κάνεις παιδιά!». Λέω: «Βρε χαζή, τα παιδιά σου δίνουνε φτερά, σε ολοκληρώνουνε! Κάνε κι εσύ ένα παιδί και εγώ θα στο μεγαλώσω!». Την παρακαλούσε ο άντρας της, «Κάνε μου ένα παιδί, θα το πιάσω στα χέρια μου και δεν θα το ξαναδείς, να μη σου μπει εμπόδιο στην καριέρα!». Λέω: «Κάνε του ένα παιδί αφού το θέλει κι εγώ θα στο μεγαλώσω, μαζί με τα δικά μου!», «Μπαίνουνε εμπόδιο στην καριέρα!». Λέω: «Κι αν έχεις μια εργασία λιγότερη, τι έγινε;». Και τώρα όμως που είναι 80 χρονών, λέει: «Εσείς έχετε τα παιδιά σας, εγώ είμαι μόνη μου» και αυτό το λέω στα νέα κορίτσια. Αρχαιολογία, αρχαιολογία! Με το πάθος που τη δούλεψα εγώ, δεν ξέρω πόσοι πολλοί, αλλά άλλο η οικογένεια, πρώτη η οικογένεια. Βέβαια, είχα βοήθεια απ’ τον πατέρα μου κι απ’ τη μητέρα μου, με βοηθήσανε που τα μεγάλωσαν, αλλά πάντα βρίσκουμε τρόπους, πάντα. Εγώ ούτε στέρησα τον εαυτό μου από τα παιδιά μου. Και κοντά τους ήμουνα, αλλά τα ‘βαζα για ύπνο και καθόμουνα και μελετούσα και διάβαζα. Δεν είχανε βγει και οι υπολογιστές τότε ακόμα η κακομοίρα έσβηνα, έγραφα, έσβηνα, έγραφα. Φωτοτυπίες! Ούτε φωτογραφικές μηχανές να φωτογραφίζεις το κείμενο ή το ίντερνετ να σου το στέλνουνε. Πήγαινα στις βιβλιοθήκες, πλήρωνα τσι φωτοτυπίες, τις έχανα, βγαίνανε σβημένες, ξανά, τι τραβούσα! Να σου πω ότι, αυτό είναι το κορυφαίο! Ο Γιώργος γεννήθηκε το ‘85, ντάξει και έπρεπε να πάρω την επιδημία μου, αυτή η δίμηνη άδεια για να πάω στην Αθήνα απ’ την Κέρκυρα, στις κεντρικές βιβλιοθήκες. Έβαζα τον Γιώργο σε ένα αυτό, το πραματάκι που το βάζουνε μέσα μωρέ και το κουβαλάνε. Σε ένα καλαθάκι τέλος πάντων στο port bebe, τον έβαζα στο αυτοκίνητο, πηγαίναμε στην Αθήνα και πήγαινα στην Αμερικάνικη Σχολή που είχε φοβερή βιβλιοθήκη, εκεί πίσω απ’ τον Ευαγγελισμό, ευτυχώς είχα να παρκάρω. Είχα τον Γιώργο στο port bebe και κοιμόταν κι εγώ πήγαινα πάνω, διάβαζα και κοίταζα απ’ το παράθυρο πότε θα ξυπνήσει ο Γιώργος για να πάω η καημένη να τον πάρω. Κοιμόντανε του καλού καιρού ο Γιώργος μου κι εγώ διάβαζα. Μωρό μιλάμε για μηνών. Με βλέπαν οι φίλες μου γελούσανε. Λέω: «Μη γελάτε καθόλου! Όλα μπορεί να τα κάνει ο άνθρωπος».

Σ.Α.:

Αυτό το πιστεύατε σε όλη τη ζωή σας; Δεν σας φόβισε ούτε το ένα ταξίδι, ούτε το άλλο, ούτε οι δυσκολίες της εποχής.

Κ.Κ.:

Οι δυσκολίες της εποχής υπήρχανε. Οι οικονομικές δυσκολίες υπήρχανε, οι ανθρώπινες, οι καθημερινές δυσκολίες υπήρχανε της οικογένειας, αλλά είχα υποστηρικτές. Ο πατέρας μου έλεγε: «Εγώ σε σπούδασα για να είσαι σε γραφείο και να έχεις μια καλή θέση όχι για να πηγαίνεις στα χωράφια να σκάβεις και να τρως τη βροχή και το κρύο και τον ήλιο και τον καύσωνα!». Αλλά τέλος πάντων, έλεγε: «Αφού η κόρη του Παπουτσάνη είναι», επειδή ήταν προϊσταμένη μου κάποια εποχή η κυρία Καραμάνου, υπέροχη, η κόρη του Παπουτσάνη με τα σαπούνια, με τις βιομηχανίες, «Είναι αρχαιολόγος και είναι και η κόρη μου, του φτωχού του ράφτη του κακομοίρη από τη Λευκίμμη, απ’ το χωριό, αρχαιολόγος, αυτό μου φτάνει!». Η μητέρα μου βέβαια, ένα επίπεδο πολύ χαμηλό η κακομοίρα, αγράμματη, έλεγε: «Ε, μωρέ, να ασχολείσαι με τις παλιόπετρες! Τι σε έχει πιάσει να ασχολείσαι με τις παλιόπετρες!». Αλλά εντάξει, αντίσταση, εκεί. Είχα την προϊσταμένη η οποία έλεγε: «Είσαι κατίνα που κάνεις παιδιά» και ήθελε εκεί να δουλεύω γι’ αυτήνα, δηλαδή να κάθομαι τα απογεύματα και τα βράδια και να της κάνω το διδακτορικό. Λέω: «Όχι, κυρία μου», γιατί ήμουνα μόνιμη και μπορούσα και μίλαγα, «αν θέλω κάτι να κάνω, θα κάνω για τον εαυτό μου». Εγώ σεβόμουνα τους πάντες, σεβόμουνα τους συναδέλφους και δεν ζήτησα ποτέ τόσο! Δηλαδή, όλα μόνη μου! Ας πούμε, οι βιβλιογραφίες που ήτανε γερμανικά, αγγλικά, γαλλικά, τα πάντα, καθόμουνα με το λεξικό, καθόμουνα με το–, είχα αγοράσει ένα πράγμα που του ‘λεγες κάτι και στο μετέφραζε. Είχε βγει εκείνη την εποχή. Αλλά ήτανε τόσο χάλια, γιατί δεν ήτανε για αρχαιολόγους, κι έλεγε άλλα αντ’ άλλα! Και εκεί το πάλεψα μόνη μου. Και ό,τι έκανα, το έβγαλα μόνη μου με ξενύχτι και με προσωπική δουλειά. Και όταν βέβαια, το ’88 ο Γιώργος ήτανε τριών χρονών, ο Δημήτρης είχε πάρει μια μετάθεση, απόσπαση στο Λονδίνο και ήταν η εποχή που βγαίναν οι υπολογιστές και όταν γύρισε ο γλυκός μου, μου έφερε έναν υπολογιστή. Μια γκουμούτσα εκεί πέρα, νταγκα-ντουγκα, νταγκα-ντουγκα, από τους πρώτους υπολογιστές, εκείνους τους ογκοδέστατους με το σκληρό δίσκο τον τεράστιο. Λοιπόν, και να ‘χω ένα δωμάτιο 2 επί 3, δηλαδή το κρεβάτι δεν το χώραγε έτσι, συνθήκες φρικτές. Όχι 2 επί 3, 3 μέτρα δεν ήτανε, το κρεβάτι έτσι το ‘παιρνε, δεν χωρούσα να περάσω κι είχα βάλει ένα τραπέζι πάνω στο κρεβάτι και εκεί δούλεψα τον Κούρο, με ξενύχτια. Πήρα ένα παιδί εκεί πέρα και μου ‘δειξε τα βασικά και άρχισα, ήταν η εποχή που άρχιζα με τον Κούρο, θα σου πω μετά με τον Κούρο. Και οι συνθήκες ήτανε πολύ δύσκολες. Με τρία παιδιά να μου χτυπάνε την πόρτα και να θέλουνε το ένα, να θέλουνε το άλλο! Και εγώ να πρέπει να ψάξω, να κάνω, να μην ξέρω τον υπολογιστή και να τα χάνω συνέχεια, μου σβηνόντανε. Τι τράβηξα! Πέντε φορές αυτόν τον Κούρο τον έχασα και ξανά απ’ την αρχή. Και ξέρεις τι είναι να χάνεις ξενόγλωσση βιβλιογραφία με σελίδες και με τέτοια. Πώς τα κατάφερα; Απορώ τώρα πώς το πάλεψα, ναι. Απορώ. Είχα δύναμη όμως, που μου την έδινε η οικογένεια μου και τα παιδιά και η αγάπη μου για όλα αυτά.

Σ.Α.:

Τι άλλες έρευνες κάνατε πάνω στον τομέα σας;

Κ.Κ.:

Ω, Σίλεια μου, σε ευχαριστώ για όλες αυτές τις ερωτήσεις και σε ευχαριστώ που ήρθες και εγκαίρως, πριν να έχω πάθει Αλτσχάιμερ και μου δίνεις αυτή την ευκαιρία να αναδιφήσω στη ζωή μου, στη μνήμη μου, μου φαίνεται ότι καλά στέκεται ακόμα η μνήμη μου. Τι άλλες έρευνες; Μια ζωή έρευνες! Από το ’85 που ήρθα, έκανα εκατοντάδες δεν θα ‘λεγα, αλλά τις έφτασα τις 100 ίσως και παραπάνω, ανασκαφές. Και στην αρχαία πόλη της Κέρκυρας που είπαμε ότι εκτείνονταν σε αυτή τη γλωσσοειδούς σχήματος χερσόνησο του Κανονιού που επέλεξε ο Χερσικράτης καλά προστατευμένη και έκτισε την καινούργια του πόλη, την καινούργια του αποικία την πιο δυνατή ίσως και την κυριότερη αποικία της Κορίνθου, μαζί με την Απολλωνία, τις Συρακούσες και την πώς την λέγανε μωρέ την Άρτα, την αρχαία Άρτα, την Αμβρακία, μαζί με την Αμβρακία, οι κυριότερες αποικίες. Λοιπόν, έκανα και στο νεκροταφείο που εκτείνεται στο σημερινό προάστιο της Γαρίτσας και ήτανε έξω από τα τείχη της αρχαίας πόλης, όπως ανέφερα και πριν για λόγους υγιεινής οι αρχαίοι τα νεκροταφεία τους τα χτίζανε έξω από την κατοικήσιμη περιοχή και από τις περιοχές της λατρείας και της αγοράς, για να μην μεταδίδονται οι ασθένειες. Έκανα ανασκαφές και σε όλη την ύπαιθρο της Κέρκυρας. Αναζητούσαμε, όπως σου είπα και πριν, με πάθος στοιχεία της εποχής του Αλκίνοου που δεν βρήκαμε. Όμως, εμάς τους αρχαιολόγους πέρα από τους στόχους μας τους υψηλούς και τις επιθυμίες μας, μας αρκούν και είμαστε πάρα πολύ ευχαριστημένοι έστω και με τα ελάχιστα στοιχεία που θα δώσει η αρχαιολογική σκαπάνη, διότι δηλώνει την ύπαρξη μιας αρχαίας εγκατάστασης σε οποιοδήποτε σημείο. Δηλαδή σημεία ζωής της αρχαιότητας σε όποιο σημείο του νησιού να είναι αυτό. Είχα την τύχη να εντοπίσω αρχαιότητες πολλές και στη βόρεια Κέρκυρα και κυρίως, στη νότια Κέρκυρα. Σημεία που ήταν άγνωστα στην έρευνα και βέβαια, δώσανε μεγάλη ώθηση στη μελέτη της ιστορίας και της αρχαιολογίας ολόκληρου του νησιού, γιατί μέχρι τώρα οι έρευνες είχανε περιοριστεί στο κέντρο, στην πόλη που λέγαμε της Κέρκυρας. Τώρα με την ανάπτυξη την οικοδομική του νησιού λόγω τουρισμού, δόθηκε η ευκαιρία στην αρχαιολογική υπηρεσία μας να ερευνηθεί και να εντοπιστούνε πάρα πολλές θέσεις. Να αναφέρω εν συντομία στη βόρεια Κέρκυρα, στην περιοχή της Κασσιόπης, ρωμαϊκή πόλη καθαρά, αναπτύχθηκε πάρα πολύ αυτή την εποχή, βρήκαμε εγκαταστάσεις, νεκροταφεία, οικίες δηλαδή, το χώρο του νεκροταφείου. Πέρα από το κομμάτι που είναι εντοιχισμένο και σώζεται ακόμα έτσι, από τα τείχη εκεί. Βρήκαμε στην Αχαράβη, στον Αλμυρό της Αχαράβης έναν ωραιότατο, κλασικό νεκροταφείο, μέσα στην άμμο, δίπλα στο κύμα, που λόγω της άμμου οι σκελετοί ήτανε ατόφιοι. Από κάποια φυσική καταστροφή ίσως, κάποια παλίρροια, κάποιο τσουνάμι, πολλοί νεκροί βρεθήκανε με το στόμα ανοιχτό και με ακέραιη την οδοντοστοιχία τους και με αρκετά κτερίσματα δίπλα τους, πολλά από αυτά είναι στο μουσείο. Λίγο πιο πάνω απ’ τον Αλμυρό, εκεί που παλιά ήτανε η εγκατάσταση της ΜΟΜΑ βρήκαμε ολόκληρη προϊστορική εγκατάσταση και λίγο πιο πάνω σε ένα οικόπεδο Σαξονί θυμάμαι που λεγόταν ο ιδιοκτήτης, βρήκαμε προϊστορική εγκατάσταση με ακέραια αγγεία προϊστορικής εποχής, δηλαδή της εποχής του χαλκού, γύρω στο 3000 χρόνια. Που είναι κι αυτά, εκτίθενται στο μουσείο. Λίγο πιο πέρα, προς τη λίμνη Αντινιώτη, βρήκαμε ένα κυκλικό μνημείο προϊστορικής εποχής. Μετά, στην βόρεια Κέρκυρα, στην Αχαράβη, στο κέντρο, κοντά στο πηγάδι, λίγο πιο πριν, στο οικόπεδο Ξαγοράρη αποκαλύφθηκε συγκρότημα ρωμαϊκών λουτρών που απαλλοτριώσαμε το οικόπεδο και επί της εποχής μου, όταν ήμουνα διευθύντρια, το είχαμε βάλει στο τρίτο ΚΠΣ, το αξιοποιήσαμε, κάναμε στέγη και το κάναμε επισκέψιμο. Ένας χώρος επισκέψιμος, ένα σημείο έλξης για πολλούς τουρίστες που έχει η περιοχή. Η δυστυχία μου είναι ότι όλες αυτές τις θέσεις που αξιοποιήσαμε όπως και ο ναός στη Ρόδα και άλλα πολλά σημεία που αξιοποιήσαμε με τα κοινοτικά προγράμματα, τώρα είναι εγκαταλελειμμένα στην τύχη τους, ρημάζουν μες στα χορτάρια, μες στη βλάστηση και μες στην εγκατάλειψη. Είναι η δυστυχία όλων των αρχαιολόγων αυτό που το βλέπουμε γιατί δυστυχώς, οι εποχές που ακολούθησαν, η κρίση, τώρα η πανδημία, δίνουν προτεραιότητες και καλώς σε άλλα θέματα. Και ο πολιτισμός και τα μνημεία υποφέρουν, καταρρέουν, ρημάζουν, συρρικνώνονται, καταστρέφονται. Τέλος πάντων, εκεί βρήκαμε τα ρωμαϊκά λουτρά, το συγκρότημα στο οικόπεδο Ξαγοράρη. Σε άλλα οικόπεδα στην Αχαράβη προς τη θάλασσα, βρήκαμε εργαστηριακές εγκαταστάσεις, σε ένα άλλο οικόπεδο βρήκαμε μια αγροικία. Είχα την τύχη, την ευτυχία στην περιοχή του Αη Γιώργη, προς τον Αγρό εκεί, Αη Γιώργης Πάγων, ναι στους πάγους, να βρω μια αγροικία ενός αγρότη ο οποίος ήταν και πλούσιος, παρακαλώ, και μέσα σε έναν απ’ τους τοίχους της αγροικίας βρήκαμε έναν θησαυρό! Ένα αγγειάκι μικρό, ένα κιούπι που θα λέγαμε, μέσα στο οποίο όπως είναι οι σημερινοί κουμπαράδες βάζανε λεφτά. Και βρήκαμε ασημένια νομίσματα και δύο χρυσά και ήταν από τον Τάραντα της Κάτω Ιταλίας, ναι. Και τα παρουσιάσαμε σε ένα συνέδριο πρόσφατα στα Γιάννενα, η Ελένη η Μπονέλου που έκανε το διδακτορικό της στα νομίσματα της Λευκάδας τέλος πάντων, παρουσιάσαμε και αυτόν τον θησαυρό. Έτσι λεγόταν αυτό το σύνολο των νομισμάτων που βρίσκαμε σε αγγεία μέσα και τις περισσότερες φορές εντοιχισμένα σε τοίχους μέσα, σαν οικοδομικό υλικό. Λοιπόν, η βόρεια Κέρκυρα. Η δυτική από κει, έχει τον Αφιώνα. Ήτανε η περιοχή που οι πρώτοι ερευνητές, οι ομηριστές που ψάχνανε για το σημείο απόβασης του Οδυσσέα που τοποθετείται στην δυτική πλευρά της Κέρκυρας κι εκεί στην περιοχή των Ερμόνων και του Αφιώνα, είχανε έρθει και κάνανε έρευνες. Όμως, δυστυχώς και εκεί, άνθρακες ο θησαυρός. Βρήκανε προϊστορικά πολύ πριν από τον Οδυσσέα, ας πούμε, εποχή του Οδυσσέα, και βυζαντινά. Της μυκηναϊκής εποχής τίποτε. Όπως και ο Δαίρπφελδ έσκαψε στην Παλαιοκαστρίτσα, στην περιοχή της Παλαιοκαστρίτσας, που σύμφωνα με τον Όμηρο σχηματίζεται ο κόλπος εκεί και είναι μια ώρα δρόμος απ’ την πόλη. Κι εκεί δεν βρήκε κάτι. Και στους Έρμονες. Οι Έρμονες ήτανε το σημείο που επικέντρωσαν περισσότερο οι ομηριστές για να βρούνε τα ίχνη του Οδυσσέα και στους Έρμονες η δική μας η υπηρεσία έκανε ανασκαφή σε κάποια οικόπεδα, δεδομένου ότι πολύ παλιά, το ‘70-73 είχε έρθει κάποιος κάτοικος από εκεί – είχανε καμίνι σε κάποιο οικόπεδο και είχε έρθει κάποιος και έφερε στον κύριο Χωρέμη ένα αγγείο και ήτανε ένα αγγείο προϊστορικό, της προϊστορικής εποχής, της εποχής του χαλκού. Μας έδειξε που το βρήκε και κάναμε ανασκαφές εκεί και βρήκαμε κάποια ίχνη κατοίκησης της προϊστορικής εποχής, της εποχής του χαλκού. Η κυρία Μεταλλινού τα έχει μελετήσει που ασχολείται με τα προϊστορικά όπως και τον τύμβο στην Αχαράβη. Όμως, εξακολουθώ να λέω ότι είναι πολύ μακριά από την εποχή τη μυκηναϊκή αυτά δηλαδή, αυτά στους Έρμονες χρονολογούνται γύρω στο 3000 χρόνια π.Χ. Μέχρι που να φτάσουμε στο 1200 της μυκηναϊκής εποχής έχουμε μεγάλη απόσταση. Αυτά τα σημεία στη βόρεια και την κεντρική Κέρκυρα. Τώρα, στην κεντρική Κέρκυρα αρχαιολογικά στοιχεία έχουμε στις Μπενίτσες. Στις Μπενίτσες εγκατάσταση ρωμαϊκών λουτρών, έχουμε βρει ένα χώρο που το ονομάζουμε καλντάριουμ, δηλαδή το ζεστό νερό που γινότανε το λουτρό τους. Η ανασκαφή δεν έχει προχωρήσει, έχει απαλλοτριωθεί το οικόπεδο και μια άλλη θέση με εγκατάσταση ρωμαϊκών λουτρών στα Μωραΐτικα, στο δρόμο καθώς πάμε στη Λευκίμμη προς τα νότια, που κάναμε μια υποτυπώδη ανασκαφή κι έχουμε βρει μερικούς χώρους των ρωμαϊκών λουτρών κι αυτά, υποτίθεται ότι αναμένουν την ανασκαφή τους την ολοκληρωμένη. Έχουν απαλλοτριωθεί όμως και ανήκουν στο δημόσιο. Πέρα από αυτά τώρα τα σημεία, στη νότια Κέρκυρα απ’ την οποία κατάγομαι και ήτανε το όνειρο μου να ερευνήσω, ασχολήθηκα πάρα πολύ επίμονα. Είχα την ευκαιρία να έχω κάποια περίοδο την κυρία Καραμάνου προϊσταμένη, η οποία ήτανε η υπέρτατη, η μεγάλη μας κυρία, η πολύ καλή διευθύντρια και στο Μουσείο Ασιατικής Τέχνης έχει δώσει και τα δείγματα της, αλλά κάποια περίοδο ήταν και στην εφορεία κλασικών αρχαιοτήτων και με βοήθησε πολύ. Με βοήθησε απ την άποψη ότι μου δωσε την άδεια να –οικονομικά δεν είχαμε δυνατότητα σαν εφορεία– να ερευνήσω τη νότια Κέρκυρα. Πήγαινα, λοιπόν, στη Λευκίμμη και ξέρανε όλοι ότι είμαι αρχαιολόγος και «Ἐλα, Κατερίνα μου, να σου δείξουμε τούτο!» και «Έλα να σου πούμε εκείνο!» και «Έλα να σε πάρουμε εκεί που υπάρχουν κάτι ποτάμια», ξεροπόταμοι τώρα, χείμαρροι. Το χειμώνα μπορεί να έχουνε νερό, λοιπόν, και από δω και σε κείνο το ποτάμι βλέπαμε, είχαμε μάλλον, περνούσαμε από κάτι σκαλοπάτια, ανεβαίναμε σκαλοπάτια και υπήρχανε κάτι δέστρες, κάτι κρίκοι που προφανώς δένανε τα πλοία και είχα επιστρατεύσει πάρα πολλούς εκεί να μου δώσουνε πληροφορίες για να εκμεταλλευτώ όποτε μπορούσα τη δυνατότητα να μπορώ να κάνω έρευνα. Με την άδεια, λοιπόν, της κυρίας Καραμάνου και με ένα ελάχιστο ποσό, άρχισα να πραγματοποιώ το όνειρο μου. Δηλαδή τι; Να πληρώσω μια μπουλντόζα και κάνα δυο εργάτες και με την επίβλεψη μου, να αρχίσουμε τις έρευνες, να βρούμε αυτά τα περιβόητα σκαλοπάτια, αυτές τις περιβόητες δέστρες, μέσα στο ποτάμι του Αη ‘Ντριά. Η περιοχή του Αη ‘Ντριά, Άγιος Ἀντρέας δηλαδή, κοντά στον Κάβο, στα δεξιά μας όπως πάμε στον Κάβο, μέσα στην ενδοχώρα θα ‘λεγα. Πιο πέρα είναι τα χωριά Κρητικά, Δραγωτινά, όλα αυτά τα χωριά, το πεντάχωρο ας πούμε. Λοιπόν, αυτή η περιοχή ήταν επίπεδη, όχι πάρα πολύ κοντά στη θάλασσα με τα σημερινά δεδομένα, και τη διέρρεε ένα ποταμάκι ο Αη ‘Ντριάς. Λοιπόν, εκεί συγκεντωνόντανε οι φήμες ότι υπάρχει το ανάκτορο του Αλκινόου, υπάρχουνε οι δέστρες, υπήρχανε τα πλοία, υπήρχανε αυτά. Βέβαια, το ανάκτορο του Αλκίνοου και τον Οδυσσέα τον διεκδικούσε και τον διεκδικεί όλη η Κέρκυρα. Βέβαια, ακόμα στην Παλαιοκαστρίτσα κάνουν αναπαραστάσεις της Ναυσικάς και όλα αυτά. Λοιπόν, είπαμε η αρχαιολογία όμως, μιλάει με απτά, με χειροπιαστά πράγματα. «Πάμε, βρε παιδιά, να δούμε εκεί στις δέστρες», και το καλοκαίρι του ‘98 είχα την τιμή να αρχίσω, την χαρά να αρχίσω. Παίρνω ένα μπάρμπα μου, τον μπάρμπα μου τον Αντρέα τον Γούναρη, ο κακομοίρης ήτανε ετοιμοθάνατος, τον εσήκωσα απ το κρεβάτι, γιατί μου ‘λεγε κι αυτός ιστορίες που σκάβανε σε ένα χωράφι που είχε εκεί, ένα αμπέλι και βρίσκανε βύσσαλα. Βύσσαλα ξέρεις τι είναι, τα σπασμένα κεραμίδια. «Ρε μπάρμπα, πάμε πριν να πεθάνεις να μου τα δείξεις αυτά τα βύσσαλα που είναι. Πού είναι;». Κατάφερα τον πήρα με το αυτοκίνητο και μου δείχνει ένα σωρό, ιδιοκτησία του το οικόπεδο, το χωράφι αυτό, ελιές μάλλον είχε, εγκαταλελειμμένα βέβαια μέσα στη βλάστηση όλα, μου δείχνει ένα σωρό από βύσσαλα πνιγμένο στη βλάστηση. Λοιπόν, βάζω τους εργάτες, το καθαρίζουμε και μετά με παίρνει λίγο πιο πέρα και μου λέει: «Εδώ θα σκάψεις! Εδώ -μου λέει- κάτι υπάρχει. Όταν έσκαβα με το αλέτρι, με το τσαπί κάτι άκουγα». Και ως εκ θαύματος, παίρνω τους εργάτες και με τη μπουλντόζα βγάλαμε τα επιφανειακά χώματα και πέφτω πάνω σε τοίχο, Σίλεια μου! Τοίχο πρώτη φορά στη νότια Κέρκυρα, ολόκληρη η νότια Κέρκυρα δεν είχαμε άλλα δείγματα. «Αχ -λέω στην Καραμάνου- τι θα κάνουμε τώρα; Πού θα βρούμε λεφτά;». Μου λέει: «Κατερίνα μου, σου δίνω άδεια να σκάψεις και να ξεκινήσουμε». Καταρχήν, πρέπει να πάρουμε την άδεια του ιδιοκτήτη. Δεν μπορούσαμε αυθαίρετα να επέμβουμε, να παρέμβουμε, ούτε πουθενά σε ιδιόκτητο οικόπεδο δεν μπορούμε, μόνο με γραπτή άδεια. Μου την έδωσε ο άνθρωπος, μετά το πούλησε και σε κάποιον άλλονε, τέλος πάντων μου την έδωσε κι αυτή κατοχυρώθηκα με τις γραπτές τις άδειες και ξεκινάμε. Βγαίνω έρανο στο χωριό! Είκοσι λεπτά –πώς το λένε– τότε ήτανε ’98, ναι, ήταν ακόμα οι δραχμές! Μάζεψα κάνα χιλιάρικο τέλος πάντων, έβαλα τα παιδιά μου μέσα, έβαλα τον άντρα μου, εγώ, σκάβαμε όλοι. Τελικά να μη σου τα πολυλογώ αποκαλύφθηκε μια αγροικία με αποθηκευτικά. Αγροικία σημαίνει σπίτι κάποιου αγρότη. Λοιπόν, με αποθηκευτικά πιθάρια, με εστία, με ψηφιδωτό. Ψηφιδωτό όχι έγχρωμο, άχρωμο, θα σου πω. Ένα τέλος πάντων, σημαντικό εύρημα για την περιοχή. Δεν περίμενα τα ανάκτορα του Αλκίνοου, δεν περίμενα τίποτα. Κανένας αρχαιολόγος δεν περιμένει τίποτα, δεν ξέρει τι θα βρει, αλλά αυτό το ελάχιστο που το παίρνεις στα χέρια σου και είναι στοιχείο αυτής της εποχής και καλείσαι να το ερμηνεύσεις, ήτανε το παν για μένα. Έκανα διαλέξεις, το παρουσίασα σε συνέδρια, για μένα ήτανε το ότι η Λευκίμμη βγήκε από τα άγνωστα και από τα μέρη που δεν ήξερε κανένας τίποτα, παρά όλοι μόνο γνωρίζανε τον Κάβο και τον φρικτό τουρισμό του. Και βγήκε η αγροικία στη Λευκίμμη να δώσει σημάδια μιας ζωής και μιας κατοίκησης των ελληνιστικών χρόνων, τα χρονολόγησα στα ελληνιστικά χρόνια τα στοιχεία που μου έδωσε. Και αυτό για μένα ήτανε υπεραρκετό. Βέβαια, είχα τη δυνατότητα και κάπου βρήκε η Καραμάνου δυο χιλιάδες, μια χρηματοδότηση και φέραμε–. Όχι, δεν βρήκε η Καραμάνου, πήγα στο δήμο, έφερα το δήμαρχο εκεί και μου λέει: «Κατερίνα, δυο χιλιάδες θα σου τις δώσω» και έφερα τον Σαρρή τον καθηγητή, από το Ινστιτούτο Τεχνολογικών Ερευνών στην Κρήτη και κάναμε επιφανειακή γεωσκόπηση. Η επιφανειακή γεωσκόπηση ξέρεις τι ήτανε, ήτανε τότε στα σπάργανα που ακτινογραφούσε το έδαφος και έδειχνε αν έχει διαταραχές κάτω που σημαίνει ότι υπήρχε κάτι, κάτω απ’ το έδαφος. Ακόμα βέβαια ο δήμος του χρωστάει τα λεφτά. Το 2000 είχε έρθει ο άνθρωπος με ένα team φοιτητών και κάναμε σε κάποια σημεία στη Λευκίμμη αυτή την έρευνα και ακόμα ο δήμος του χρωστάει τα λεφτά! Αλλά εγώ τη δουλειά μου την έκανα! Ας κανονίσουν τα δημόσια μεταξύ τους, να είναι καλά ο άνθρωπος με βοήθησε. Λοιπόν, και εντοπίσαμε κάποιες διαταράξεις σε αρκετά εκτεταμένη περιοχή, οι οποίες βέβαια δεν ήταν και πολύ σημαντικές. Δεν ήτανε πολύ σημαντικές. Δώσανε στοιχεία διασκορπισμένα, δεν είχανε ένα συγκρότημα. Δηλαδή, εμένα με ενδιέφερε, αυτή η αγροικία ήτανε μονοκατοικία; Ή ήτανε μέρος από κάποιο συγκρότημα; Που αυτό θα σήμαινε πολλά, που θα υπήρχε μια αρχαία Λευκίμμη. Η αρχαία Λευκίμμη την αναφέρει ο Θουκυδίδης. Μετά τη ναυμαχία στα Σύβοτα, βγήκανε οι Κερκυραίοι στη Λευκίμμη και ήτανε μια πλούσια περιοχή, δηλαδή αναφέρεται και στον Θουκυδίδη και στον Στράβωνα η Λευκίμμη. Υπήρχε από τότε. Το όνομα της οφείλεται στα λευκά πετρώματα που έχει στις παρυφές εκεί που τελειώνει το νησί στην νότια πλευρά είναι λευκά, ολόλευκα τα πετρώματα, κι όπως η Λευκάδα, ο Λευκάτας το ακρωτήριο, κάποια πόλη Λεύκη, κάπως στη νότια Ιταλία, πήρε το όνομα της από τα λευκά πετρώματα, η Λευκίμμη. Και τι άλλο; Όταν μάθανε οι διάφοροι κάτοικοι εκεί ότι έκανα έρευνα στη Λευκίμμη ερχόντανε και μου λέγανε πληροφορίες. «Κυρία Κατερίνα, εκεί σε κάποιο σημείο στο ποτάμι του Αη ‘Ντριά είναι μια τρύπα και εκεί μπαίναμε στον πόλεμο και βγαίναμε στη θάλασσα. Λέω: «Πάρε με, πάμε να τη δούμε». Ήρθε κάποιος, μου την έδειξαν, μέσα στη βλάστηση, μέσα στους βάτους, μέσα στην κακομοιριά. Την ανοίξαμε. Τελικά, τι ήταν αυτή η τρύπα; Ένας κλίβανος, ούτε στη θάλασσα βγαίνανε ούτε πουθενά! Ο κλίβανος ξέρεις τι είναι, ένας φούρνος, και εκεί παρακαλώ εντόπισα αυτόν τον κλίβανο. Πάρα πολύ καλής ποιότητας κλίβανο που αποτελούσε μέρος ενός εργαστηρίου κεραμικής και ανοίγοντας εκεί κάποια σημεία του βρήκαμε κεραμίδες στέγης. Αυτός ο κλίβανος έφτιαχνε κεραμίδια, ίδια με τα κεραμίδια στέγης που είχαμε βρει στην αγροικία λίγο πιο πέρα, άρα ήτανε ένα συγκρότημα εκεί βιοτεχνικό, ήτανε στις όχθες του ποταμού. Οι κλίβανοι και τα εργαστήρια κεραμικής θέλανε νερό για να πλάσουνε τα διάφορα, τα αγγεία και τα υλικά που είχανε. Λοιπόν, το νερό ήταν απαραίτητο. Δίπλα στο ποτάμι αποκαλύφθηκε το εργαστήριο της κεραμικής, ένας κλίβανος. Τώρα μην σου περιγράψω τι περιείχε το εργαστήρι κεραμικής. Τέλος πάντων, αυτός ο κλίβανος είχε και μια οροφή που από κάτω βάζανε τη φωτιά και η οροφή είχε τρύπες και εκεί βάζανε τα αγγεία ή τα υλικά, ας πούμε, τα κεραμίδια και τα ψήνανε, τα κλείνανε με πηλό και μετά για να τα βγάλουνε γκρεμίζανε τον πηλό και τα παίρνανε. Λοιπόν, και σώζεται ο κλίβανος με την προχοή που βάζανε τη φωτιά μέσα και είχε στη μέση μια κολώνα για να στηρίζει την οροφή του κλιβάνου. Λοιπόν, βρέθηκε και ένα τέτοιο. Και κλιβάνους αλλά πολύ μεταγενέστερους, της βυζαντινής ίσως και της βενετσιάνικης εποχής, βρήκα κατά μήκος αυτού του ποταμιού, του Αη ‘Ντριά, σε μακρινή απόσταση. Προς το δρόμο όπως πάμε στον Κάβο.

Σ.Α.:

Μάλιστα.

Κ.Κ.:

Δηλαδή, ήτανε ένα σημείο διαχρονικής βιοτεχνικής παραγωγής κεραμιδιών και τέτοιων, εργαστήριο πηλοπλαστικής, ας πούμε. Αυτό και κάτι άλλο, εκεί στην περιοχή, γι’ αυτό πήρε και το όνομα της Αη Ντριάς, υπήρχε ένα εκκλησάκι το οποίο ανήκει στην ιδιοκτησία κάποιου και είχε να λειτουργηθεί 300 και περισσότερα χρόνια. Ήταν ερειπωμένο, μέσα σε βουνό από βλάστηση. Μου ‘δωσε την άδεια ο ιδιοκτήτης –ακόμα ζούσε τότε– και το καθαρίσαμε και βγήκε ένα κουκλάκι! Τέσσερις τοίχοι χωρίς της στέγη και μέσα είχε φυτρώσει ένα κυπαρίσσι, αλλά είχε μια κόγχη με τοιχογραφία. Στην πλευρά του ιερού είχε μια τοιχογραφία, αδιάγνωστη βέβαια, και κομμάτια τοιχογραφίας πεσμένης γύρω. Ένα κουκλάκι μικρό, αλλά τόσο υποβλητικό, τόσο… Και αξιωθήκαμε μετά από 300 χρόνια και πλέον και το λειτουργήσαμε εκείνη την εποχή, το ’98. ‘98 με 2000 δραστηριοποιούμουν στη νότια Κέρκυρα, στη Λευκίμμη, στον Αη ‘Ντριά συγκεκριμένα, και αξιωθήκαμε και το λειτουργήσαμε την ημέρα της μνήμης του, του Αγίου Αντρέα, 30 Νοεμβρίου. Μες στο καταχείμωνο κι εκείνη την ημέρα να έχει έναν ήλιο φανταστικό! Μαζευτήκαμε αρκετά άτομα και να θροΐζουν τα φύλλα και να έχει αυτή τη μαγική ατμόσφαιρα και να ακούγεται η λειτουργία ενός μελωδικότατου παπά και να είμαστε όλοι εκστασιασμένοι σε μια μέθεξη προς το θείο. Δηλαδή έλεγες, «ο Θεός σήμερα κι ο Άγιος Ἀντρέας έκανε αυτή την ημέρα την όμορφη». Κάτι λεύκες είχε εκεί να θροΐζουνε, σου λέω μια μαγεία! Μια απ’ τις μέρες που δεν θα ξεχάσω! Μετά κι αυτό στην εγκατάλειψη, ξαναφυτρώσαν… Κι από αυτόν τον ιδιοκτήτη που είχε αυτό το εκκλησάκι, κατάφερα από τον δήμο να το αγοράσει ο δήμος και να γίνει μια απαλλοτρίωση στην ιδιοκτησία του δήμου οποίος μετά θα μας το παραχωρούσε εμάς, αλλά μείνανε εκεί τα πράγματα, δυστυχώς. Με αποτέλεσμα, όλα αυτά στη Λευκίμμη ήτανε συγκεντρωμένα σε μια περιοχή κοντά στον Κάβο με αυτόν τον απαίσιο τουρισμό, με τις αξίες τις ηθικές, τις πολιτισμικές, εκμηδενισμένες να αρχίσω έναν αγώνα μετά να γίνει ένας ιστορικός αρχαιολογικός φυσιολατρικός περίπατος αναδεικνύοντας όλα αυτά τα σημεία. Καθώς υπάρχει ένας δρόμος πεταλοειδούς σχήματος που ξεκινάει από τον δημόσιο δρόμο και καταλήγει στον δημόσιο, τον εθνικό ας πούμε, θα λέγαμε προς τον Κάβο. Φαντάζεσαι αυτό πόσο θα αναβάθμιζε την περιοχή. Τι ήθελε; Λίγο, ασφαλτόστρωση, ας ήταν και μονοπάτι, δεν θα με πείραζε καθόλου. Και πρώτο σημείο θα συναντούσε μια εκκλησιά σύγχρονη, αλλά πολύ παλιά, τους Αγίους Αποστόλους, πάνω στο πεταλοειδές αυτό σχήμα. Δεύτερο σημείο, αυτό το εκκλησάκι το κουκλίστικό του Αη ‘Ντριά με ιστορία πριν από το 1500 χτισμένο, το γράφει–. Ποιος έγραψε μωρέ για τις εκκλησίες της Κέρκυρας; Θα τον θυμηθώ. Μετά συναντούσε την αγροικία στην οποία είχα καταφέρει με ζητιανιά να βρω κάποιους χορηγούς και μου κάμανε και στέγαστρο να το προφυλάξω, στέγαστρο, μεταλλικό στέγαστρο. Την αγροικία λοιπόν αυτήνα,  μετά θα συναντούσαμε τον κλίβανο των ελληνιστικών χρόνων, το εργαστήριο παραγωγής με αναπαράσταση του εργαστηρίου –και αυτό είχα καταφέρει πάλι με ζητιανιά να το στεγάσω– και μετά τους κλιβάνους των επόμενων χρόνων, των νεότερων χρόνων. Δηλαδή, θα ήτανε μια αναβάπτιση του επισκέπτη στην ιστορία διαχρονικά. Φαντάζεσαι, Σίλεια μου, πόσο θα ανέβαζε το επίπεδο αυτού του –πώς να τον χαρακτηρίσω– του τουρισμού του Κάβου. Εκεί αναπτύχθηκε στον Αη Πέτρο, είναι η περιοχή του Αη Πέτρου, άμα το δεις στο χάρτη θα το βρεις, αναπτύχθηκε ένα ξενοδοχείο. Τώρα λέγεται, πώς λέγεται μωρέ, δεν θυμάμαι, ένα μεγάλο ξενοδοχείο, πολύ καλό, καλής ποιότητας ξενοδοχείο δεν ξέρω πόσων αστέρων, που το ‘χε ένας Δημητρίου. Πήγα και έπιασα και τον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου τον Δημητρίου να συμβάλλει στην υλοποίηση αυτού του σχεδίου. Έκανα μελέτες, ήμουνα κάποια χρόνια προϊσταμένη εδώ, απ’ το 2006 μέχρι το 2009. Λοιπόν, έκανα μελέτες αυτού του περιπάτου να το εντάξουμε σε κάποιο πρόγραμμα, το ‘δωσα στην Περιφέρεια, το κατέθεσα στην Περιφέρεια. Έπιασα τους υπαλλήλους εκεί, τους διευθυντές να το προωθήσουνε, έπιασα τον διευθυντή του ξενοδοχείου–.

Σ.Α.:

Σας βοήθησε;

Κ.Κ.:

Και μου λέει: «Είμαι πρόθυμος. Για μένα -μου λέει- θα το κάνω». Γιατί εκεί κοντά, από κει ξεκινούσε ο δρόμος για τον περίπατο ας πούμε, και όλο το σύνολο της απόστασης ήταν τρία χιλιόμετρα. Δηλαδή, εκεί με ποδήλατο, με τα πόδια, περιπατητικά, με άλογα, ιππασία μπορούσε. Τι χρειαζότανε; Λίγη ασφαλτόστρωση, κάποιες πινακίδες που θα τις έφτιαχνα εγώ, λίγο φωτισμό, μια προβολή, τα στέγαστρα κουτσά στραβά τα ‘κανα κι εντάξει, μια περιποίηση και έναν άνθρωπο εκεί να τα προσέχει μην κάνουνε και καμιά ζημιά ή έστω και χωρίς άνθρωπο. Θα ήταν ένα σημείο αναφοράς για τη Λευκίμμη που θα ανέβαζε τόσο πολύ το επίπεδο και το πολιτιστικό και το κοινωνικό, και τα παιδιά μας, θα πηγαίνανε τα σχολεία. Εγώ ήμουνα διατεθειμένη να εγκατασταθώ εκεί και να αρχίζω να τους λέω. Λοιπόν, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έγινε, Σίλεια, δυστυχώς. Τώρα δεν πάω εκεί γιατί θα με πιάσει σίγουρα εγκεφαλικό–.

Σ.Α.:

Σας δυσαρέστησε η κατάσταση–.

Κ.Κ.:

Σίγουρα. Κοίτα, ακολούθησε η κρίση. Με τη δικαιολογία της κρίσης εγκαταλειφθήκανε τόσα πράγματα, αυτό; Και τώρα ρημάζει. Όμως, μου έμεινε η ικανοποίηση ότι η Λευκίμμη, η αρχαία Λευκίμμη βγήκε στην επιφάνεια. Μάθαμε ότι δεν γεννήθηκε πρόσφατα, με τα σύγχρονα σπίτια. Υπήρχε τουλάχιστο από το 350 π.Χ. που όταν ο Μέγας Αλέξανδρος στα βάθη της Ασίας έκανε τα θαύματα του και διέδιδε τον ελληνικό πολιτισμό, η Λευκίμμη υπήρχε. Και υπήρχε ζωντανή, εύπορη, εύφορη, ακμάζουσα, αυτή την περίοδο που ήταν άγνωστη μέχρι τότε, όχι μόνο στους Λευκιμιώτες, στην ιστορία ολόκληρη της Κέρκυρας, της Ελλάδας. Κι εμένα αυτό μου φτάνει. Όταν το παρουσίασα στο συνέδριο στο Αίγιο, εκστασιαστήκανε κάποιοι, μου κάνανε πολλές ερωτήσεις, είχα στοιχεία πολλά. Είναι πρωτότυπο και μοναδικό αυτού του είδους το ψηφιδωτό που υπήρχε μέσα σε αυτήν την κατοικία. Το είπα ανδρώνα γιατί δημιουργούσε σαν εσωτερικό αίθριο αυτή η οικία και εκεί συνήθως, ξάπλωναν οι άνδρες, κάτι σαν τα συμπόσια, ας πούμε, γιατί δίπλα ήτανε η εστία. Βρήκα πολλά είδη σπασμένα αγγεία, όστρακα που τα λέμε εμείς από οικιακά σκεύη, από κουζίνα, τον χώρο της κουζίνας. Βρήκα πιθάρι που μέσα έβαζαν παστά ψάρια. Το έφερα εδώ στο εργαστήριο συντήρησης της εφορείας και το αδειάσαμε και βρήκαμε κόκκαλα από παστά ψάρια. Η Λευκίμμη πάντα ψαροχώρι με πλούσια παραγωγή κι οπωσδήποτε ο άρχοντας της οικίας πέρα του ότι ήτανε ένας μεγάλος γαιοκτήμονας, ήταν και ψαράς, και όλες αυτές οι πληροφορίες, ξέρεις, είναι συναρπαστικές. Και το όφειλα, το είχα χρέος, ήταν το καθήκον μου να ψάξω και να ερευνήσω τα πάτρια εδάφη, το χώμα που με γέννησε και με μεγάλωσε.

Σ.Α.:

Μου είπατε πριν για την αρχαιολογική ανακάλυψη που ονομάζεται το τέταρτο σας παιδί–.

Κ.Κ.:

Ναι, παρασύρομαι, πλατειάζω πολύ και επεκτείνομαι, και σε κούρασα κιόλας και κούρασα κι εδώ το μικρόφωνο.

Σ.Α.:

Δεν πειράζει. Πείτε μας όμως γι’ αυτό το παιδί.

Κ.Κ.:

Αυτό είναι άλλη ιστορία. Αυτή είναι η κορυφαία μου ιστορία, Σίλεια! Το τέταρτο παιδί μου, αλλά τώρα έγινε το πέμπτο! Δυστυχώς, γιατί δεν έχει φωνή να διαμαρτυρηθεί. Γιατί ανάμεσα τους, έκανα τρία φυσικά παιδιά, αλλά έχω κι ένα άλλο. Να το πω εδώ, δεν είναι αρχαιολογικό, να το πω κι αυτό, είναι ανθρώπινο, κοινωνικό, έχω κι ένα άλλο παιδάκι του οποίου πέθανε η μανούλα του και ο πατερούλης του. Πέθανε η μανούλα του όταν ήτανε τρεισήμιση χρονών κι ο πατερούλης του όταν ήτανε δέκα, και αυτό το παιδάκι δεν μου το δώσανε να το μεγαλώσω στο σπίτι μου, όπως ήθελα–.

Σ.Α.:

Θέλατε να το κάνετε έτσι;

Κ.Κ.:

Ήθελα γιατί φύγανε τα τρία μου παιδιά, δόξα τω Θεώ. Φύγανε, σπουδάσανε, κάνανε τις οικογένειες τους, τώρα είμαι μόνη. Και το ζήτησα, δεν μου το δώσανε, αλλά το είχα αγκαλιά συνέχεια. Να το μάθω γράμματα, να του δώσω αξίες, να το κάνω καλό άνθρωπο, γιατί–.

Σ.Α.:

Το βοηθήσατε.

Κ.Κ.:

Γιατί είναι πανέξυπνο και έχει και πολύ καλά στοιχεία απ’ τη μανούλα του, δεν πρόλαβα να τη γνωρίσω. Είναι πολύ ευγενικό, πολύ ήρεμο και κουβαλάει αυτή την πληγή στη ζωή του, να μην έχει μάνα και πατέρα και το γεγονός ότι δεν το έχει αγκαλιάσει μανούλα ποτέ, με πόναγε και με πονάει. Τώρα είναι 17 χρονών, πάει λύκειο, έχει γίνει πανύψηλο, πανέμορφο παλληκάρι, αλλά έχει πάρει αυτό τη θέση του κούρου. Είναι το τέταρτο παιδί μου αυτό κι έτσι ο κούρος ο καημένος, που δεν έχει φωνή, υποχώρησε στο πέμπτο! Λοιπόν, μετά τον Γιώργο μου, την Ευτυχία μου, την Αρετή μου, τα τρία φυσικά μου παιδιά, έχω τον Θοδωρή μου, που πρέπει τώρα να δώσει εξετάσεις πανελλήνιες. Και τελευταίος έρχεται αυτός ο κούρος, δεν του ‘χω δώσει όνομα, ο Κούρος φτάνει. Ο Κούρος της Κέρκυρας ο μοναδικός, ο πανέμορφος που ο Θεός με ευλόγησε να μου τον στείλει στη δική μου ανασκαφή, στα δικά μου χέρια, μετά από… Κάτσε, τον έχω χρονολογήσει, 320π.Χ. Όχι 320, 520, τι λέω εγώ 320, 520π.Χ. Μετά από τόσα χρόνια να μου τον στείλει στα δικά μου χέρια και να τον φέρω στο φως και στη λάμψη του ήλιου και να μου ομορφύνει τη ζωή μου, να μου ομορφύνει την καριέρα μου ολόκληρη, να λάμψει μέσα μου κι έξω μου και να γίνει ένα πανέμορφο έκθεμα στο αρχαιολογικό μουσείο. Που έλειπε ένας κούρος απ’ την Κέρκυρα! Τόσα χρόνια η αρχαιολογική σκαπάνη δεν είχε βγάλει έναν κούρο, με τόσο πλούσιο νεκροταφείο που είχε και με τόσα πλούσια άλλα ευρήματα. Ήθελε ο Θεός να τον στείλει στα χέρια μου. Τον ευχαριστώ με όλη μου την ψυχή! Είδα, λοιπόν, ένα όνειρο πριν από την ημέρα που βρήκαμε τον κούρο, ότι πετούσα με μια χλαμύδα γαλάζια και με λουλούδια γύρω στο λαιμό μου και πετούσα! Εγώ το πρωί είχα ραντεβού με έναν σιδερά, να πάμε εδώ στην Παλαιόπολη να φτιάξουμε το κάγκελο. Και θα ερχόταν ο σιδεράς να μιλήσουμε για το κάγκελο. Κάθε πρωί πήγαινα στην ανασκαφή, αλλά προηγουμένως έκανα τις δουλειές μου άλλες που είχα έτσι, αρμοδιότητα. Ήταν η κυρία Καραμάνου διευθύντρια τότε και μου είχε αναθέσει κάποια πράγματα και ήμουνα και υπεύθυνη σε αυτή την ανασκαφή στο Κανόνι. Λοιπόν, και μετά τον σιδερά πάω στο Κανόνι σε μια ανασκαφή που ήτανε δίπλα στο μοναστήρι της Κασσωπίτρας, γνωστό. Μια περιοχή που βρίθει αρχαιοτήτων. Παλιότερα εκεί, πολύ παλιά εκεί, μιλάμε για το 1920, ’15, όταν ο Κωνσταντίνος Ρωμαίος, πολύ γνωστός αρχαιολόγος είχε βρει κάτι κιονόκρανα και κάτι κίονες σκόρπια και υπέθεσε ότι εκεί θα είναι κάποιος ναός ή κάποια στοά. Λοιπόν, μετά το όνειρο, μετά τον σιδερά, πάω στο χώρο της ανασκαφής που είναι ένα οικόπεδο κοντά στο μοναστήρι της Κασσωπίτρας, είπαμε, που ήτανε μια περιοχή πάρα πολύ ενδιαφέρουσα από αρχαιολογικής άποψης. Λοιπόν, εκεί είχαμε βρει κάποια στοιχεία και είχα τους εργάτες και είχα εκείνη την ημέρα και μία μπουλντόζα να κάνει μια αποχωμάτωση επιφανειακά, έτσι κάναμε στην πρακτική της ανασκαφής, τα πάνω χώματα. Γιατί οι αρχαιότητες βρίσκονται σε κάποιο βάθος και μετά, να πάρει τα πάνω χώματα να ελαφρύνουμε λίγο την εργασία των εργατών. Και εκεί, λοιπόν, που άρχισε η μπουλντόζα να αποχωματώνει με την άγρυπνη παρουσία μου εκεί και των εργατών και των ολονών, σκοντάφτει! «Σταματήστε -λέω-, κάτι συμβαίνει!». Αυτό το κάναμε πάντα, δηλαδή και μια πέτρα απλή να συναντούσαμε, σταματούσε η μπουλντόζα. Ήταν ένας πολύ καλός χειριστής, ειδικευμένος στη λεπτομέρεια αυτή και την ευαισθησία και βάζω τους εργάτες μέσα σε ένα βάθος 1 και 80, αρκετά βαθιά και η αναπνοή μου κόπηκε! Άρχισε να βγαίνει λεία επιφάνεια, λειασμένη, κατεργασμένη, δεν ήτανε μια απλή πέτρα και αποκαλύπτεται σιγά-σιγά, να μη σου τα πολυλογώ, Σίλεια μου, με εγκεφαλικό όλοι, με την ανάσα κομμένη, αποκαλύπτεται ο γλυκός μου, ο Κούρος! Βέβαια χωρίς το κεφάλι, χωρίς τα χέρια απ’ τους αγκώνες περίπου και κάτω και χωρίς τα πόδια από τα γόνατα και κάτω. Ήτανε σύνηθες των αρχαίων Ελλήνων να τα κόβουν αυτά για πάρα πολλούς λόγους. Τα κεφάλια ξέρετε ότι τα παίρναν οι Ρωμαίοι απ’ τα αρχαία αγάλματα και τα βάζανε σε δικά τους κι όλη αυτή η ιστορία. Τέλος πάντων, ελαφρά τραυματισμένος ο γλυκός μου από το δόντι της μπουλντόζας, διαφορετικά δεν θα τον βρίσκαμε κιόλας. Ελαφρά, ελαφρότατα, αμυδρά, την έχει ακόμα αυτή την αμυχή και με λυπεί, αλλά τι να κάνουμε; Θα μπορούσε να ‘ταν και χειρότερα! Και βγαίνει στην επιφάνεια! Συγκλονισμένοι όλοι. Πρώτη φορά, πρώτη φορά και εκείνη την ώρα, εκείνη την ημέρα, 26 Ιουλίου 1992, ένα πανέμορφο πρωινό, ζεστό, ένας ήλιος λαμπερός έφερε τον Κούρο στην επιφάνεια κι εκείνη την ημέρα είχε έρθει ο Άγκνιου στην Ελλάδα, κάποιος Αμερικάνος κάτι, δεν ξέρω τι ήτανε. Είχε έρθει στην Κέρκυρα, συγγνώμη, και είχαν έρθει μαζί του όλα τα κανάλια. Εγώ βέβαια, ιδέα δεν είχα από αυτά και σε λίγο πλακώνουνε στην ανασκαφή τα κανάλια τα αθηναϊκά, πέρα από τα κορφιάτικα εδώ, τα κερκυραϊκά, και άρχισα να δίνω συνεντεύξεις. Αλλά εγώ δεν ήξερα τίποτα, ξέρεις. Όχι δεν ήξερα, ήμουνα τόσο εκστασιασμένη, είχα μείνει άναυδη και τους έλεγα γενικολογίες. Τι ήτανε οι κούροι, ό,τι θυμόμουν από το πανεπιστήμιο και ήξερα. Οι κούροι λοιπόν, ήτανε αγάλματα νέων, κυρίως εφήβων, που τα βάζανε πάνω στους τάφους και κυρίως, αθλητών. Ολόκληρο, πλουσιότατο, πυκνότατο νεκροταφείο στη Γαρίτσα με Ολυμπιονίκες Κερκυραίους και δεν βρήκαμε έναν κούρο! Είχανε αυτή την αποστολή τέλος πάντων, ή οι Κούροι ήτανε αναθήματα σε κάποιο θεό ή θεά. Κυρίως στον Απόλλωνα, μέχρι κάποια εποχή τους λέγανε και Απόλλωνες γιατί ήτανε αναθήματα στον Απόλλωνα. Όταν βρέθηκαν όμως στη Σάμο, στο ιερό της Ήρας, διαπιστώθηκε ότι δεν ήτανε μόνο στον Απόλλωνα, ήταν και σε άλλους θεούς. Λοιπόν, είπα τα διάφορα αυτά και μετά από ένα γλέντι που κάναμε στην ανασκαφή, αχ, αυτή η Καραμάνου! Έφερε σουβλάκια, έφερε μπύρες, ήπιαν οι εργάτες, το διασκεδάσαμε! Την άλλη μέρα, μια κοπέλα, η λογίστρια μας, η Τάνια η καημένη έχει πεθάνει, έκανε μια παστιτσάδα κόκορο και έφερε στην ανασκαφή! Το γλεντήσαμε, ήταν ένα εύρημα φανταστικό! Λοιπόν, μετά απ’ όλα αυτά, κλείστηκα για πέντε χρόνια να τον μελετάω τον γλυκό μου τον Κούρο. Άρχισα να πηγαίνω στην Αθήνα, ήρθα σε επαφή και με βοήθησε πάρα πολύ η Γεωργία Αλευρά, καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο στην Αθήνα, εξειδικευμένη στους κούρους και στην αρχαία γλυπτική, συζητήσαμε πολλά πράγματα, πήγα στο σπίτι της. Και μετά από πέντε χρόνια, μελετούσα, μελετούσα, είχα αρχίσει τότε να εντρυφώ και με τους υπολογιστές και να μην ξέρω να το σώζω και κάθε φορά να το χάνω και κάθε φορά να το ξαναγράφω! Είναι φοβερό αυτό, Σίλεια, δεν σου εύχομαι να το ζήσεις. Να κάνεις τόσο κόπο, να μαζεύεις τόση βιβλιογραφία, να ‘χεις τόσα στοιχεία μοναδικά και ξαφνικά, να μην το βρίσκεις και ξανά απ’ την αρχή. Ευτυχώς, κρατούσα λίγες σημειώσεις αλλά ήτανε μια πάλη με την τεχνολογία φοβερή.

Σ.Α.:

Σίγουρα, σίγουρα.

Κ.Κ.:

Τέλος πάντων, κατάφερα την πρώτη παρουσίαση την έκανα σε ένα συνέδριο στην Πάτρα, εντυπωσιαστήκανε όλοι. Έλα ντε, που δεν είχα στοιχεία να πω ότι είναι Απόλλωνας! Μια επιγραφούλα από κάτω δεν μπορούσε να υπάρχει; Και έπρεπε να το παίξω, να το ψάξω, ποιος θεός θα μπορούσε να έχει αυτό το αφιέρωμα; Απέκλεισα από την αρχή ότι ήτανε ταφικό μνημείο, διότι στην περιοχή εκείνη–. Λοιπόν, απέκλεισα το γεγονός ότι ήτανε ταφικός ο κούρος, αφού δεν βρέθηκε πάνω από κάποιο τάφο, αφού δεν ήτανε σε περιοχή καν νεκροταφείου, ήτανε σε περιοχή ιερών. Τα ιερά της Κέρκυρας ήτανε σε τρεις μεριές, εδώ στον ναό της Αρτέμιδος, μέσα στο Μον Ρεπό, στον ναό του Καρδακίου που είχαμε βρει ναούς από παλαιά και στην περιοχή του Κανονιού, στην περιοχή της Κασσωπίτρας, γύρω απ’ την Κασσωπίτρα, που είχαν υποθέσει οι παλαιοί ερευνητές, ο Ρωμαίος και κ΄σποιοι άλλοι, ότι μπορεί εκεί να υπάρχει κάποιο ιερό με μοναδικά δείγματα κάποια μεγάλα κιονόκρανα που είναι στην αυλή του μουσείου και είναι πραγματικά εντυπωσιακά και κάποιους κίονες. Και κατά καιρούς, βρίσκαμε κομμάτια από κίονες σε όλη την περιοχή εκεί, της Κασσωπίτρας. Λοιπόν και στην Αγία Παρασκευή είναι κάποια κομμάτια εντοιχισμένα, που είναι τώρα μια εκκλησούλα, η Αγία Παρασκευή. Άρα λοιπόν, απέμενε ότι είναι λατρευτικός ο κούρος και ήτανε αφιέρωμα σε κάποιον θεό. Ποιος θεός να είναι αυτός, που δεν υπήρχε μια επιγραφή; Βρήκε ο φίλος μου από τον Βόλο –πώς τον λένε– σε ένα σημείο στον Βόλο ένα ναό αλλά από κάτω έγραφε Απόλλωνι και έτσι ήταν τυχερός. Εγώ δεν βρήκα επιγραφή και άρχισα να ψάχνω, να ψάχνω απελπισμένα. Με επίκεντρο βέβαια, τον Απόλλωνα που ήτανε ο πιο πιθανός θεός λατρευτικός αλλά δεν αποκλειόταν και άλλες περιπτώσεις. Τι με βοήθησε; Ο Θεός πάλι, κι ο Απόλλωνας κι ο δικός μας Θεός. Δίπλα στον Κούρο ήτανε, βρήκα ένα –ο Κούρος χρονολογείται γύρω στο 530-520π.Χ.– κτίριο με μια ιδιομορφία, νεότερο βέβαια, στον ένα τοίχο του οποίου ήτανε εντειχισμένος, εντοιχισμένο ένα κομμάτι κίονα. Τον κίονα αυτό, είχε μια ιδιομορφία. Ήτανε πλατύτερο στη βάση και έβαινε στενότερός προς τα πάνω, ένα τμήμα του, δεν θυμάμαι, ενάμιση μέτρο; Και εντοιχισμένο επίσης, σε έναν άλλο τοίχο, βρήκα μια τετράγωνη βάση λαξευμένη, έναν κυβόλιθο θα ‘λεγα, μια κυβική βάση. Τη βγάλαμε με τους εργάτες, την πλύναμε μήπως έχει καμιά επιγραφή, τίποτα; Από δω, από κει, είχε κάτι ιερογλυφικά αλλά δεν βγαίνανε τίποτα. Όμως παρατήρησα στη μία, στην πάνω επιφάνεια του, αυτή η βάση –από ασβεστόλιθο ήτανε– είχε έναν κύκλο χαραγμένο και λέω: «Ρε παιδιά, φέρτε εδώ τον κίονα να δούμε αν εφαρμόζει σ’ αυτόν τον χαραγμένο κύκλο!». Και η διάμετρος του κύκλου ήτανε ίδια με την κάτω διάμετρο του κίονα. Αυτό σήμαινε πάρα πολλά! Τι να είναι, τι να είναι, τι να είναι; Πέντε χρόνια ψάξιμο μέσα στις βιβλιοθήκες, συζητήσεις, αυτά. Λοιπόν, ο κούρος ήτανε, έστειλα δείγμα, ξύσμα δηλαδή από ένα σημείο που ήταν σπασμένο, στον «Δημόκριτο» και ήτανε μάρμαρο της Πάρου. Στην αρχή νομίζαμε ότι ήτανε μάρμαρο της Νάξου, αλλά ήτανε μάρμαρο της Πάρου σύμφωνα με την ανάλυση του «Δημόκριτου». Και μάλιστα, παρακάλεσα και έκανα ενέργειες με την Καραμάνου στο Υπουργείο και μου στείλανε και έναν συντηρητή λίθου από την Ακρόπολη, ένας Καρδάμης, Κερκυραίος, και ήρθε ο καημένος από την Ακρόπολη και έκατσε ένα χρόνο στον κούρο και τον καθάρισε, η επιφάνεια του είχε πολλά άλατα από την υγρασία. Και με αυτό το καθάρισμα βγήκε η λεία του επιφάνεια και οι ανατομικές του λεπτομέρειες και είναι ένας κούκλος. Με τους κοιλιακούς του, με την ανατομία του σε όλες τις λεπτομέρειες και είναι ένα αξιοθαύμαστο έκθεμα στο αρχαιολογικό μουσείο, με συγκινεί πάντα! Λοιπόν, άρα καταλήξαμε ότι είναι αφιέρωμα σε κάποιον. Στην Κέρκυρα έχουμε τους Κορίνθιους που κύρια θεότητα τους είναι η Άρτεμις, που χτίζουνε τον μεγάλο ναό της Αρτέμιδος εδώ στο 590-580π.Χ., από τον οποίο προέρχεται το αέτωμα της Γοργούς το μεγαλειώδες και μοναδικό το που έχουμε στο μουσείο της Κέρκυρας. Και ήτανε μια εποχή όταν ανακαλύφθηκε το 1910, το 1911, που μίλαγε όλη η Ευρώπη γι’ αυτό, διότι εμπλέκεται και ο Κάιζερ. Λοιπόν, έχουμε τη λατρεία της Δήμητρας εδώ και στην Κόρινθο ήτανε και ο Απόλλωνας, ο κύριος και ο μεγάλος θεός. Άρα, φέρνουμε στην Κέρκυρα τη λατρεία της Αρτέμιδας και δεν θα φέρναμε του μεγαλύτερου και κυρίαρχου θεού της Κορίνθου, τον Απόλλωνα; Δεν είχαν βρεθεί μέχρι τότε δείγματα λατρείας του Απόλλωνα. Ένας μικρός ναός εδώ είχε πει η Χωρέμη, δίπλα στο ναό της Αρτέμιδος, επειδή ήτανε τα δύο αδέλφια, Άρτεμις και Απόλλωνας, να λατρεύεται. Δεν του άξιζε όμως αυτός ο μικρός ναός, στον Απόλλωνα. Κι ένας άλλος, δίπλα στον ναό της Ήρας μέσα στο Μον Ρεπό που είπανε επειδή βρέθηκε ένα μαχαιρίδιο που έλεγε Απόλλωνι, Απόλλωνι τέλος πάντων, είπανε: «Εκεί λατρεύεται ο Απόλλωνας», αλλά όχι η κύρια και η μεγάλη λατρεία του δίπλα στην Ήρα ή στην Άρτεμη. Του άξιζε ένας μεγάλος ναός αφιερωμένος ολοκληρωτικά στον μεγάλο θεό. Άντε τώρα να το αποδείξεις. Και ανακαλύπτω στην έρευνα μου ότι η λατρεία του Απόλλωνα ήτανε και ανεικονική, δηλαδή λατρευότανε με ένα σύμβολο. Και να οι Κορίνθιοι, που στην Απολλωνία, τη μεγάλη αποικία τους στην Ιλλυρία χτίζουνε τον ναό που αναφέρεται, του Απόλλωνα, Αγιαία. Ο Απόλλων με την προσωνυμία, ξέρεις, όλοι οι θεοί είχαν το προσωνύμιο τους, ο Δαφνηφόρος, ο έτσι, ο αλλιώς. Αυτός ήταν ο Απόλλωνας Αγιαίας. Αυτός προστάτευε τους αποίκους στα ταξίδια που ανοιγόταν στα πελάγη να ιδρύσουνε καινούργιες αποικίες, προστάτευε τους αποίκους στην καινούργια τους πατρίδα. Και έτσι οι Κορίνθιοι φτιάχνουν αποικίες στην Απολλωνία, μεγάλη αποικία, φτιάχνουνε το ναό του Απόλλωνα Αγιαία, προστάτη των αποίκων, φτιάχνουν την αποικία στην Αμβρακία και φτιάχνουνε νομίσματα με τον Απόλλωνα Αγιαία, το σύμβολο του.

Σ.Α.:

Μάλιστα.

Κ.Κ.:

Εδώ στην Κέρκυρα θα τον αφήνανε έτσι; Λοιπόν, το σύμβολο του Απόλλωνα Αγιαία ήταν ανεικονικό, δηλαδή δεν ήταν μια μορφή του Απόλλωνα, ήταν ένα σύμβολο. Το σύμβολο του τι ήτανε; Ένας κίων εις οξεί λήγων, δηλαδή ένας κίονας που κατέληγε σε μύτη. Και να λοιπόν, το κομμάτι του κίονα που στην προέκταση που βρήκαμε εντοιχισμένο εκεί, στην προέκταση του σε κάποιο ύψος, έφτανε σε μυτερό πάλι, μύτη. Να λοιπόν, το σύμβολο του Απόλλωνα του Αγιαία, του προστάτη των αποίκων. Ήτανε το κομμάτι του κίονα που βρήκαμε, και η βάση που εδραζότανε, που είχε ακριβώς την ίδια διάμετρο. Δεν βρήκαμε μόνο τον Κούρο, βρήκαμε και ένα μέρος του συμβόλου του.

Σ.Α.:

Και έτσι σιγουρευτήκατε.

Κ.Κ.:

Εγώ σιγουρεύτηκα, το παρουσίασα και σε πολλά συνέδρια και ο Απόλλων στη Φιγάλεια, υπάρχει ένας περίλαμπρος ναός σε ένα λόφο του Απόλλωνα. Εκεί ένας απ’ τους μεγάλους μελετητές, ο Γιαλούρης, εκεί δεν υπήρχε άγαλμα του θεού, υπήρχε ο κίονας μέσα στο ναό, που συμβόλιζε τον ίδιο τον Απόλλωνα. Η ανεικονική λατρεία του Απόλλωνα ή αν υπήρχε άγαλμα εκεί, τέλος πάντων, δεν βρέθηκε, το κλέψανε. Υπήρχε το σύμβολο του, αυτός ο κίονας και μου έλυσε τα χέρια όταν οι εργάτες μου είπανε ότι η διάμετρος του κίονα του κάτω είναι ίδια με τον χαραγμένο κύκλο, εκεί τρελάθηκα, λέω «Δεν μπορεί, αυτό θα έχει κάποια σχέση». Κι έτσι λοιπόν, αυτός ο Κούρος μου άνοιξε τον δρόμο να πιστέψω και να γράψω ότι έχουμε και εδώ πλέον τη λατρεία του μεγάλου, τη μεγάλη λατρεία, αυτή την κεντρική, όπως άξιζε σε ένα μεγάλο θεό που λατρευότανε στη μητρόπολη, την Κόρινθο. Θα ήτανε δηλαδή μεγάλο λάθος των Κορινθίων, μεγάλη παράλειψη να μη χτίζανε κι εδώ τον περίλαμπρο ναό του. Κι όπως ήτανε εκεί στο χώρο της Κασσωπίτρας που είναι σε ένα κάπως ύψωμα κι ερχότανε τα καράβια στο λιμάνι το Υλλαϊκό και οι προσκυνητές, θα φάνταζε από εκεί διότι και δεν μπορούσανε να ήτανε και–. Γιατί λέγανε οι παλιοί αρχαιολόγοι ότι οι χώροι της λατρείας των κατοίκων ας πούμε, των ανθρώπων της χερσονήσου ήταν από τούτη τη μεριά, όντας ο ναός της Αρτέμιδος εδώ κοντά και στο Μον Ρεπό κι από εκεί ήταν οι εγκαταστάσεις οι εργοστασιακές και οι κτιριακές. Όχι, οι χώροι της λατρείας των αρχαίων Κερκυραίων ήταν απλωμένοι σε όλη την περιοχή του Κανονιού.

Σ.Α.:

Κυρία Κατερίνα, μπορείτε να μου πείτε τώρα, τι σας έμεινε από όλα όσα είπαμε και χθες και σήμερα; Απ’ όλες αυτές τις υπέροχες ιστορίες.

Κ.Κ.:

Έχουμε και συνέχεια! Τι μου μείνανε, τα πάντα μου μείνανε! Δόξα τω Θεώ, δόξα τω Θεώ, είχα αυτή την τύχη. Βέβαια, δημιούργησε μεγάλα θέματα αυτό, «Γιατί η Κατερίνα βρήκε αυτό;» και όλα τα–, αλλά δεν είναι θέμα τύχης. Είμαι ευλογημένη, με αγαπάει ο Θεός, έχω την ευχή της μανούλας μου που ήτανε ο υπέροχος άνθρωπος που τάισε κόσμο, που μάζευε τα παιδιά τα ξυπόλητα. Που ερχότανε στο σχολείο, δεν στο είπα αυτό, στα πρώτα μου χρόνια από τα κοντινά χωριά, μακριά χιλιόμετρα, ερχόταν για το σχολείο τα χρόνια της πείνας ξυπόλητα και ξεβράκωτα και τα μάζευε στο σπίτι που ήμαστε κοντά στο σχολείο εμείς, και τα τάιζε και τα κρατούσαμε εκεί που έβρεχε ατελείωτα. Όλα αυτά, έχω την ευλογία της μανούλας μου και την ευχή της, δόξα τω Θεώ, δόξα τω Θεώ, σε ευχαριστώ Θεέ μου! Τι άλλα, τι μου μείνανε, όλα μου μείνανε. Και να σου πω και το τελευταίο; Την τελευταία ευλογία; Όταν έγινα εδώ διευθύντρια και είχα βρει τον Κούρο και τον ανακοίνωνα από τα συνέδρια, από δω, από κει και μου λέγανε «Συγχαρητήρια» και τέτοια, δημιούργησα και πάθη και ζήλιες, άθελα μου η καημένη, τι να κάνω! Τέλος πάντων, με την αξία μου και μετά από τόσα χρόνια, έγινα διευθύντρια από το 2006 μέχρι το 2009. Και το 2009, ‘08 στο τέλος του ‘08, επειδή ιδρύθηκε η εφορεία μας μέχρι τότε περιελάμβανε και τη Θεσπρωτία λεγότανε Η’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Κέρκυρας και Θεσπρωτίας, και αποφάσισε η κυβέρνηση να ορίσει ξεχωριστή εφορία στη Θεσπρωτία γιατί αυτά τα πήγαινε έλα, μας είχανε τρελάνει. Κι η Θεσπρωτία είναι μια γη με πολλούς αρχαιολογικούς θησαυρούς, πολλούς, πολύ περισσότερους και πολύ σπουδαιότερους από την Κέρκυρα, σε πληροφορώ. Ίσως επειδή ήταν ηπειρωτική χώρα; Τέλος πάντων, με λίγα λόγια, με παίρνουν από δω και με στέλνουν στη Θεσπρωτία. «Εγώ -λέω- με τρία παιδιά, με στέλνουνε;». Κι ήταν η τελευταία χρονιά που θα ‘παιρνα, σύνταξη. Τέλος πάντων, στην αρχή δυσανασχετούσα. Λέω «Τώρα δύο ώρες να πάω, δύο ώρες να γυρίσω!». Αλλά τελικά πήγα γιατί κάποιες ίντριγκες, κάποιες μηχανορραφίες εδώ κάποιων που θέλανε να πάρουνε τη θέση μου, τέλος πάντων, εγώ δεν είχα, ούτε διεκδικούσα θέση διευθυντού, διότι έλεγα: «Αυτά μου φτάνουνε και τα τρία μου παιδιά και δεν έχω…». Θέση διευθυντού είναι υπευθυνότητα μεγάλη και δουλειά πολλή και δεν ήμουνα και ποτέ τόσο φιλόδοξη. Τέλος πάντων, ήρθε η σειρά μου να γίνω διευθύντρια και έμεινα δύο χρόνια εδώ. Αυτά τα δύο χρόνια και τι δεν κάναμε, Σίλεια, και τι δεν κάναμε! Ήταν η εποχή που είχαμε λεφτά απ’ τα κοινοτικά προγράμματα, και τι δεν κάναμε. Πέρα από πολλές ανασκαφές, οργάνωσα την περιβόητη ανασκαφή του Δεσύλλα, την οποία πλήρωνε ο ιδιοκτήτης και είχα πενήντα εργάτες. Μου λέει: «Δεν θα πάρεις Αλβανούς και ξένους, θα πάρεις από δω, απ’ την τοπική κοινωνία, απ’ τη Γαρίτσα». Πενήντα εργάτες, ένα πενηντάρικο την ημέρα, είχα δέκα αρχαιολόγους. Έψαχνα αρχαιολόγους, δεν έβρισκα, έφερα απ’ την Αθήνα, υπέροχα παιδιά. Οργασμός! Είχα πολλές ανασκαφές. Αλλά ήμουνα κάθε μέρα, το πρωί πήγαινα σε πολλές ανασκαφές και μετά στο γραφείο μέχρι τις 18:00 ώρα, 19:00, τα παιδιά μου τα καημένα… Εντάξει, είχανε φύγει κιόλας, ήταν φοιτητές. Και τι δεν έκανα αυτά τα δύο χρόνια! Συναντάω τα παιδιά και λένε «Πού είναι εκείνα τα χρόνια;». Ημερολόγιο έκανα, δωρεάν ξεναγήσεις, είχα θεσπίσει κάθε σαββατοκύριακο να ξυπνήσω λίγο τους Κερκυραίους που οι περισσότεροι δεν ξέραν ότι υπάρχει αρχαιολογικό μουσείο! Αυτοκίνητο, δύο αυτοκίνητα πήρα από το ΟΔΔΥ, πήγα στην Πάτρα και έφερα αυτοκίνητα. Συσκέψεις, ήμουνα πάντα πολύ δημοκρατική. Μια φορά, 2-3 φορές το μήνα κάναμε συσκέψεις και άνοιγα όλα τα χαρτιά μου με τις συναδέλφους, είχα 15-20 αρχαιολόγους: «Τι λέτε; Τη γνώμη σας, αυτό κι αυτό συμβαίνει στην εφορεία, αυτό έχουμε. Πέστε μου τη γνώμη σας, συμφωνείτε, δεν συμφωνείτε;», συμβούλια, συσκέψεις. Οι άνθρωποι ερχόντανε και δεν περιμένανε, η πόρτα μου ήταν ανοιχτή. Το έγγραφο ερχότανε σήμερα και έφευγε αύριο η απάντηση και μου ‘λεγε μάλιστα ένας που τον είδα προχθές, «Όχι, κυρία Κατερίνα», ο Σπύρος ο Ασωνίτης, «δεν έφευγε την άλλη μέρα, την ίδια μέρα έφευγε!», η απάντηση, θετική ή αρνητική έφευγε την ίδια μέρα. Ερχόμουνα στη θέση του πολίτη που περίμενε. Και έχει να το πει όλος ο τεχνικός κόσμος, όλοι οι μηχανικοί. Και είχα ευελιξία. Ο νόμος ο αρχαιολογικός απαράβατος και αυστηρός, αλίμονο, αλλά ζούμε στον 21ο αιώνα. Ήθελε ευελιξία και δυνατότητα. Θα φυλάξουμε τα αρχαία, θα προστατεύσουμε την πολιτιστική κληρονομιά, αλλά θα κοιτάξεις και τον άλλον που έχει το δάνειο του, που έχει τα παιδιά του. Και είχα ευελιξία και τους έδινα λύσεις κι αυτό είναι το τίμημα μου που περπατάω στο δρόμο και μου λένε «Αχ!», μου φιλάνε τα χέρια, «Πού είσαι κυρία Κάντα, πού είσαι;». Δώσε μια απάντηση, αρνητική, προστάτευσε το νόμο, αλλά δώστην, να ξέρει και ο άλλος τι θα κάνει. Τέλος πάντων και με όλα αυτά και ο ΧΥΤΑ της Λευκίμμης, βρήκαμε κάποια ασήμαντα αλλά κάποια δείγματα. Βρήκαμε κάποια κεραμική. Έπρεπε να σταματήσει το έργο, να στεγνώσει λίγο η λάσπη για να μπορούμε να τα αποκαλύψουμε, να κάνουμε την ανασκαφή. Δεν ήτανε τίποτα σημαντικό και δόθηκε η άδεια, από αρχαιολογικής άποψης. Αλλά εγώ έκανα τη δουλειά μου σωστά. Δηλαδή, και σαν Λευκιμιώτισσα αλλά σαν αρχαιολόγος, εντελώς αντικειμενικά. Όπως θα έκανα και στη βόρεια Κέρκυρα και παντού. Λοιπόν, όλα αυτά είχανε σαν αποτέλεσμα τάχα να πάω να οργανώσω την εφορεία της Θεσπρωτίας και η τελευταία χρονιά μου ήταν το 2009 στην εφορεία της Θεσπρωτίας προϊσταμένη. Ήτανε, Σίλεια μου, η καλύτερη χρονιά! Το κύκνειο άσμα μου! Δηλαδή, μου το φύλαγε ο Θεός, γκρίνιαζα και ήμουνα δυσαρεστημένη και το θεώρησα δίωξη και τέτοια αλλά… Γιατί δύο ώρες να πάω και δύο ώρες να γυρίσω. Όμως, αυτό τον χρόνο των δύο ωρών να πάω και να γυρίσω μέσα στο ferry boat, είχα το λαπτοπάκι μου κι έβγαζα τη δουλειά, κι έτσι πέντε βιβλία έβγαλα σε αυτές τις διαδρομές. Να τα, αυτά εδώ. Και εκεί με περίμενε ένας κόσμος τελείως διαφορετικός από την Κέρκυρα. Όλα τα καλά έχει η Κέρκυρα αλλά, αλλά! Δεν λέω τίποτα. Εκεί πριν να σκεφτώ κάτι, Σίλεια, το είχανε κάνει! Είχα κάτι παιδιά αρχαιολόγους με ένα αστραφτερό μυαλό, με μια προθυμία! Είχα κάτι εργάτες, με περίμενε ο οδηγός στο ferry boat και πηγαίναμε στις ανασκαφές και στα διάφορα. Είχα κάτι αρχαιολογικούς χώρους, πέντε σύνολα αρχαιολογικών χώρων που τα είχανε εντάξει στα μεσογειακά προγράμματα και τα είχανε αναδείξει και εγώ, ο Θεός μου επεφύλασσε να τα εγκαινιάσω. Σαράντα χρόνια το παλεύανε αυτό το αρχαιολογικό μουσείο της Ηγουμενίτσας να το ανοίξουνε, και την τελευταία μέρα που θα ‘φευγα, γιατί με απολύσανε από το Υπουργείο Πολιτισμού, είχα μόλις μπήκα 60 χρονών και είχα συμπληρώσει 35 χρόνια. Ο νόμος έλεγε ότι έπρεπε να φύγεις τον Αύγουστο του 2009, άντε με αφήσανε μέχρι το Δεκέμβρη, μου κάμανε –πώς το λένε αυτό– αυτοδίκαιη απόλυση. «Βρε αφήστε με -τους έλεγα- και δεν θέλω λεφτά! Θα αρχίσω να παίρνω τη σύνταξη μου, δεν θέλω λεφτά, αφήστε με να ολοκληρώσω το έργο μου εκεί πέρα!». Τίποτα. «Μέχρι που να βρείτε -λέω- διευθυντή για να στείλετε στη Θεσπρωτία, αφήστε με να τελειώσω τα πράγματα», πώς το λένε, να παραδώσω. Τίποτα, αυτοδίκαιη απόλυση. Φεύγεις! Οι νόμοι. Λοιπόν, το κύκνειο άσμα μου ήτανε στις 20 Δεκεμβρίου του 2009 να εγκαινιάσω το μουσείο της Θεσπρωτίας, της Ηγουμενίτσας. Σαράντα χρόνια το παλεύανε διάφοροι, οι καημένοι και μου το ετοιμάσανε να το εγκαινιάσω. Πήγε ναι, πήγε να σκάσει αυτή που ήταν εδώ προϊσταμένη, γιατί πριν είχε πάει αυτή εκεί. Λοιπόν και λέει, ήτανε το 2009 μόλις είχε – τι είχε βγει; Ήτανε ΠΑΣΟΚ νομίζω. Είχε βγει ή Νέα Δημοκρατία, ξαναβγήκε πάλι το ΠΑΣΟΚ και ήτανε η Άντζελα Γκερέκου και της έλεγα: «Θα ‘ρθεις να εγκαινιάσουμε το μουσείο;» «Ναι, Κατερίνα, θα ‘ρθω.» «Θα ‘ρθεις να το εγκαινιάσουμε;». Να πω κι αυτό να τελειώσουμε. Λοιπόν, είχαμε ορίσει ημερομηνίες, συνέχεια τις άλλαζε, τις άλλαζε, τις άλλαζε. Λέω: «Κοίτα», εγώ κάθομαι μέχρι το τέλος του Δεκέμβρη και παίρνω σύνταξη ή θα έρθει κάποιος, Υπουργός Πολιτισμού ήταν, Υφυπουργός, κάτι ήταν η Άντζελα Γκερέκου και κάποιος άλλος ήτανε, επίσημος τέλος πάντων, για να ‘ρθει. Όλο το αναβάλλανε, όλο το αναβάλλανε, λέω: «Δεν μπορώ, πρέπει να τυπώσω προσκλήσεις!». Η τελευταία ημερομηνία είναι 20 Δεκεμβρίου, όποιος θέλει έρχεται. Λοιπόν, ή θα ‘ρθειτε να κάνουμε τα εγκαίνια του μουσείου ή παραιτούμαι -της λέω εγώ- γιατί μετά παραιτούμαι φυσιολογικά». Δεν ήρθε κανένας. Όχι, μου λέει, «Κλείσε για 20 Δεκεμβρίου!». Ετύπωσα προσκλήσεις, στείλαμε παντού, ξέρεις, επισημότητες, αρχιμανδρίτες, αρχιερείς –πώς τους λένε–, δεσποτάδες να ‘ρθούνε να εγκαινιάσουμε και μετά μου λέει: «Ξέρεις», ήτανε ο Γιώργος ο Παπανδρέου, «δεν μπορεί -λέει-, δεν με αφήνει γιατί κάτι άλλο έχουμε». «Δεν πειράζει -λέω- θα το κάνουμε μόνοι μας». Ήτανε κάποιοι βουλευτές, κάποιοι δήμαρχοι, δεν ξέρω, κάποιοι εκπρόσωποι της εκκλησίας, επισημότητες, το περιμέναν πως και πως οι Θεσπρωτοί αυτό το έργο, και βγάλαμε τις ομιλίες μας, κάναμε τις επισημότητες μας. Είχα επιστρατεύσει νοικοκυρές και κάνανε πίτες και δεξιώσεις εκεί. Και στο τέλος, έπρεπε να κόψουμε την κορδέλα και λέει κάποιος: «Ποιος θα κόψει την κορδέλα;». Και πετάγεται ένας βουλευτής, δυο-τρεις βουλευτές ήταν από κει, «Μα ποιος άλλος, η κυρία Κάντα!» «Όχι -λέω- παρακαλώ, είναι δικό σας» «Όχι, όχι, εσύ θα κόψεις την κορδέλα!», και μου δίνει το ψαλίδι και κόβω την κορδέλα! Ήτανε το κύκνειο άσμα μου. Σε ευχαριστώ, Θεέ μου! Και μετά ξεναγώ όλους τους επισήμους. Εντυπωσιαστήκανε, ήταν πραγματικά, πάρα πολύ ωραίο μουσείο. Πολύ σύγχρονο, είχανε δουλέψει όλα τα παιδιά με πολλή αγάπη, τους έδειξα όλους εκεί και τους παρουσίασα και στην ομιλία μου ανέφερα όλα τα ονόματα, τους τίμησα και τους έδειξα, λέω: «Όχι, εγώ δεν έκανα τίποτα, απλώς υπέγραψα τα τελευταία χαρτιά» και απλώς το ‘κλεισα, γιατί αν δεν έπαιρνα αυτές τις αποφάσεις, δεν θα εγκαινιαζόταν ποτέ, όλο κάτι για παρέλκυση, όλο κάτι, όλο ο κήπος θέλει φτιάξιμο, οι βροχές, οι πάγοι, το ένα το άλλο, δεν θα εγκαινιαστεί ποτέ, άμα φύγω εγώ. Έκτοτε δεν ξαναπήγα, ήταν η τελευταία μου και η τυχερή μου μέρα! Και να σου πω πώς πήγα σε αυτά τα εγκαίνια, 20 Δεκεμβρίου 2009; Έπρεπε να πάω από την προηγούμενη μέρα για να ετοιμαστούμε, τέλος πάντων. Αυτές τις μέρες να ‘χει μποφόρ, να ‘χει αέρα και ήτανε μόνο ένα πλοίο που πήγαινε απέναντι. Και λέω: «Πρέπει να πάω και ας πνιγώ». Αφού, ο γλυκός μου ο Γιώργος, ο γιος μου, μού λέει: «Όχι μάνα, δεν θα σε αφήσω μόνη σου να πας. Θα έρθω να πνιγούμε μαζί, τουλάχιστον να σε σώσω!». Να γίνεται ένας χαμός, το πλοίο να πηγαίνει καρυδότσουφλο και όμως πήγα, κοιμηθήκαμε εκεί το βράδυ, το πρωί είχα ραντεβού στην κομμώτρια. Τι να κάνω, έπρεπε να χτενιστώ! Οι κόρες μου ήτανε στην Αθήνα, πού να ‘ρθούνε με αυτόν τον καιρό, ήρθανε τσίμα τσίμα που προλάβανε. Αλλά δεν θα ξεχάσω αυτό το ταξίδι, λέω «Αν είναι να γίνει θα γίνει», αυτά τα εγκαίνια, τα μύρια όσα εμπόδια αλλά γινήκανε περίλαμπρα. Βέβαια, είχαμε ένα μελανό σημείο που οι εργάτες ήταν όλοι με σύμβαση και κάποιοι απολυόντανε και μαζευτήκανε εκεί και διαμαρτυρηθήκαν, γιατί νομίζανε ότι θα ‘ρθουνε κυβερνητικά στελέχη. «Κυρία Κατερίνα, δεν έχουμε τίποτα με σένα κι εσύ απολύεσαι!», μου λέει, «Δεν έχουμε τίποτα». Ξέρανε ότι δεν ήτανε στις δυνατότητες μου, λαμπρά παιδιά, λαμπροί υπάλληλοι, εργάτες, τα πάντα. Και κάνανε τη διαμαρτυρία τους, κι εγώ το σεβάστηκα και μου άρεσε. Δεν ξέρω αν είχε και απήχηση αλλά είχε και αυτό το σημείο που τάραξε λίγο έτσι, την όλη ατμόσφαιρα. Αλλά ήτανε μέσα στα πλαίσια, μου άρεσε κι αυτό! Το απόλαυσα. Τους είπα: «Ό,τι μπορούσα εγώ…». Το μόνο που μπορούσα να κάνω και το έκανα, έκανα τις απίθανες εκθέσεις και αξιολογήσεις». Έβαλα σε όλους άριστα δέκα! Όχι γιατί… Γιατί το αξίζανε και γιατί το πίστευα. Ήταν η καλύτερη χρονιά της καριέρας μου. Εδώ οι εργάτες κοιμόντανε και συνέχεια γινόμουνα και δυσάρεστη. Εκεί ήταν τόσο πρόθυμοι! Τόσο ωραίοι, τόσο έξυπνοι, τόσο αγαπούσανε αυτό που κάνανε! Και όταν ήρθε η ώρα για τις αξιολογήσεις, έκανα ύμνους δηλαδή! Μοναδικοί και αναντικατάστατοι. Κάποια παιδιά αρχαιολόγοι… Αφού κλαίγανε, με παίρνανε, «Δεν αξίζω!» «Όχι! Αξίζατε και παραξίζατε». Και πραγματικά, το πίστευα και πραγματικά, δοξάζω τω Θεώ, ήμουνα πάρα πολύ ευτυχής που έστω αυτή η τελευταία χρονιά ήτανε σου λέω το κύκνειο άσμα μου–.

Σ.Α.:

Ήτανε το κύκνειο άσμα που άφησε–.

Κ.Κ.:

Ανέδειξα πέντε χώρους αρχαιολογικούς, μοναδικούς. Και κάναμε εκδηλώσεις. Σε κείνο το φεγγαρόφωτο, δεν θα ξεχάσω στις γιορτές της πανσελήνου τον Αύγουστο, σε έναν έτσι, αρχαιολογικό χώρο που τον είχαμε αναδείξει, τον είχαμε περιποιηθεί, στον Πύργο Ραγίου, εκεί κοντά στην Ηγουμενίτσα, δυο-τρία χιλιόμετρα. Κάπου είχαμε ένα χιλιάρικο, κάπου περίσσεψε. Είχε έρθει ένας τραγουδιστής με δυο-τρεις άλλους και στο φεγγαρόφως της πανσελήνου εκάναμε τη γιορτή και έβγαλα και την ομιλία, τι να κάνω! Και μετά αυτός μας είχε ζητήσει 10.000 και του λέω: «Να σου δώσω οκτώ;», γιατί ερχόνταν από την Αθήνα με τους μουσικούς του, με όλα, και μου ‘χανε περισσέψει δύο χιλιάρικα, ένα χιλιάρικο; Λέω: «Θα αγοράσετε πορτοκαλάδες, τοστ, σάντουιτς», τέτοια και κεράσαμε τον κόσμο εκεί που ανέβηκε σε ένα λόφο. Να βλέπεις τις μανούλες με τα καρότσια, κόσμος! Κι ανεβάζανε τα μωρά τους να απολαύσουν τη βραδιά κι εμεις τους κερνούσαμε τέτοια. Δηλαδή, τέτοια ωραία! Λένε, πολλοί λένε, «Ω, λεφτά που τρώνε εκεί πέρα! Λεφτά που…». Εμένα αν μου περίσσευε ένα φράγκο το μοίραζα, το ‘δινα. Σε έναν άλλο πάλι αρχαιολογικό χώρο είχαμε φέρει τον Κότσιρα και τραγούδησε, κάναμε βραδιές τέτοιες, σε αυτό το λίγο χρόνο που έμεινα εκεί.

Σ.Α.:

Πολύ ενδιαφέρον αυτό. Πολύ ενδιαφέρον.

Κ.Κ.:

Ναι, ναι, σου λέω τα παιδιά όλα με λατρεύουνε και εδώ στην Κέρκυρα και στη Θεσπρωτία, συνέχεια. Δεν ξαναπήγα όμως, έτσι, μετά γιατί στεναχωριέμαι.

Σ.Α.:

Γιατί στεναχωριέστε, γιατί τα θυμάστε;

Κ.Κ.:

Θέλω να μένουν αυτά έτσι ευχάριστα που έκλεισε ο κύκλος μου με όλα αυτά τα υπέρλαμπρα γεγονότα! Τώρα μένει ας πούμε να, μετά από… Μόλις τελείωσα με τη Θεσπρωτία και με την αυτοδίκαιη απόλυση και τέλος πάντων άρχισα να κάνω τα χαρτιά της σύνταξης, μας καλέσανε στη Βενετία, να παρουσιάσουμε τις αρχαιότητες της Θεσπρωτίας. Και πήγαμε μια ομάδα απ’ τη Θεσπρωτία σε ένα συνέδριο στη Βενετία και μιλήσαμε εκεί και παρουσιάσαμε αυτούς τους υπέροχους χώρους της Θεσπρωτίας. Είναι τειχισμένες αρχαίες πόλεις σε πολύ καλή διατήρηση με πολλή δουλειά, συμπληρώσαμε ανασκαφικά και –τώρα βέβαια δεν ξέρω σε τι κατάσταση είναι, θα είναι κι αυτά εγκαταλελειμμένα– παρουσιάσαμε τη Θεσπρωτία. Και προσπάθησα με όλες μου τις ενέργειες να πω ότι η Θεσπρωτία είναι από τις σημαντικότερους χώρους της αρχαιότητας που τη ζηλεύει πάρα πολύ η Κέρκυρα. Στην Κέρκυρα, επειδή ήτανε σημείο, σταυροδρόμι πολιτισμών και λαών, θέλανε όλοι να την κατακτήσουνε κι ερχότανε ο ένας μετά τον άλλο λαό εδώ και κατέστρεφε και ρήμαζε και έπαιρνε. Και γι’ αυτό δεν βρίσκουμε τίποτα. Από τη μία αυτό, οι καταστροφές των κατακτητών, με αποκορύφωμα βέβαια οι μεγάλες καταστροφές στην κλασική εποχή. Δημοκρατικοί με τους ολιγαρχικούς, την κάψανε την κλασική Κέρκυρα, βρίσκουμε αποκαΐδια και στάχτες ό,τι είχε δημιουργήσει η αρχαϊκή εποχή της ακμής. Μετά, στα ρωμαϊκά χρόνια, μια επιδρομή του Αγρίππα εδώ πέρα επειδή βοηθήσαμε στο Άκτιο τον Οκταβιανό κι όχι τον Αντώνιο, άλλη καταστροφή εδώ πέρα. Μετά οι Γότθοι με τον Αλάριχο τον 5ο μ.Χ. αιώνα δεν άφησε τίποτα, και ήρθαν κι οι Βενετσιάνοι να πάρουν το υλικό απ’ την Παλαιόπολη, την αρχαία πόλη, να χτίσουνε τα φρούρια. Δεν έμεινε τίποτα. Και όλα τα καλά κομμάτια τα πήρανε στις ιδιωτικές τους συλλογές. Ήτανε πάντα σταυροδρόμι και γι’ αυτό δεν έχουμε μνημεία πολλά και αξιόλογα. Το καλύτερο σωζόμενο μνημείο είναι ο ναός του Καρδακίου που σωζόντανε μερικοί κίονες και αυτοί τώρα ρημαγμένοι. Έτσι λοιπόν, η Θεσπρωτία δεν γνώρισε τέτοιες καταστροφές και είχε αυτούσια πέντε αρχαιολογικούς χώρους τειχισμένους, δηλαδή να δεις τα τείχη! Τι καλοχτισμένα και τι καλοδιατηρημένα, κι έτσι τουλάχιστον αυτόν τον χρόνο που έμεινα, με ομιλίες, με συνέδρια, με αυτά, να τη βγάλουμε από τη λήθη. Την Κέρκυρα λίγο-πολύ, με τις ανασκαφές του Κάιζερ κι αυτά, την ξέρανε κάποιοι, το αέτωμα της Γοργούς. Αλλά και τη Λευκίμμη την καημένη δεν την ήξερε κανένας, τη Θεσπρωτία κανένας. Δηλαδή, αυτή είναι η ικανοποίηση μου, έβγαλα απ’ τη λήθη τόπους που σιγά-σιγά αναδεικνύονται στην επιστήμη την αρχαιολογική.

Σ.Α.:

Τώρα πλέον πόσα χρόνια βρίσκεστε εκτός χώρου;

Κ.Κ.:

Απ’ το ’10, βάλε.

Σ.Α.:

Σας λείπει αυτή η ασχολία;

Κ.Κ.:

Μου λείπει αλλά είμαι ευτυχής, ευτυχισμένη πραγματικά που τελείωσα την κατάλληλη στιγμή. Τώρα με τη φτώχεια που επακολούθησε, με την κρίση, εγκαταλειφθήκανε οι εφορείες αρχαιοτήτων, οι αρχαιότητες γενικά, τα μνημεία. Καταρχήν, συνενώθηκε η Εφορεία Κλασικών Αρχαιοτήτων με την Εφορεία Βυζαντινών, δηλαδή είναι τώρα μια εφορεία αρχαιοτήτων από τα προϊστορικά χρόνια να προστατεύσει τα μνημεία από τότε μέχρι το 1850, μέχρι τα νεότερα χρόνια, αν είναι δυνατόν! Τι να πρωτοκάνει αυτή η κακομοίρα η Τένια η Ρηγάκου, τις εκκλησίες, τα κάστρα, τις ανακαφές, τις αρχαιότητες, τα μουσεία; Τι να πρωτοκάνει; Με την παλιά την πόλη που πήγε στην UNESCO και τα παιδιά που είχα στην ανασκαφή και τη λατρεύανε αυτή τη δουλειά, ασχολούνται τώρα με τα air condition και τα παράθυρα, αν είναι 50 πόντους πιο μεγάλα και τις τέντες. Αν είναι δυνατόν, είναι φθορά αυτή! Πολύ πολιτισμική έτσι, κρίση μεγάλη περνάει η χώρα. Έτσι, είμαι πολύ χαρούμενη λοιπόν που τελείωσα αυτή την εποχή και δεν είμαι σε έτσι σε ενέργεια, στη μαχόμενη αρχαιολογία θα έλεγα τώρα αυτή την εποχή, γιατί θα ήμουνα τελείως απογοητευμένη. Να βλέπεις όλα αυτά και να μην μπορείς να κάνεις τίποτα, λόγω έλλειψης χρημάτων. Γιατί άσχημα τα ψέματα, όλα θέλουνε λεφτά! Πληρώνεις εργάτες, πληρώνεις πράγματα και είμαι ευτυχής που έφυγα την κατάλληλη στιγμή, την πιο κατάλληλη δεν θα μπορούσα…

Σ.Α.:

Ήταν η σωστή στιγμή.

Κ.Κ.:

Αν δεν έφευγα στις 31/12 του ‘09 και έφευγα, δηλαδή καλή τους ώρα στο Υπουργείο που με απολύσανε, και έφευγα την 01/01/2010 θα έχανα σταδιακά την αύξηση του ΕΦΑΠΑΞ που συνέχεια το μειώνουν, τώρα νομίζω έχει σταματήσει και τελείως.

Σ.Α.:

Ήσασταν λοιπόν τυχερή, σε πολλές στιγμές θα έλεγα.

Κ.Κ.:

Δόξα τω Θεώ, έχω την ευλογία της μάνας μου και του Αγίου Σπυρίδωνα που τον λατρεύω και τον υμνώ και τον δοξάζω και υγεία, υγεία πάνω απ’ όλα, υγεία, Χριστέ μου να δίνεις σε όλο τον κόσμο και σε εμάς. Ναι, Σίλεια μου, αυτά ήτανε! Τι άλλο να σου πω, σε τρέλανε, σε τρέλανα!

Σ.Α.:

Ἠταν πολύ ωραία η ιστορία σας.

Κ.Κ.:

Τώρα λοιπόν, έτσι, εντελώς ερασιτεχνικά θα έλεγα συμμετείχα, σε ένα συνέδριο που έγινε στα Γιάννενα και τι κάνω; Τι κάνω; Μπορεί εγώ να μην κάνω πράγματα αλλά ξεσηκώνω τα μικρά μου, εννοώ τα παιδιά. Τα λέω παιδιά μου κι αυτά, όλες τις αρχαιολογίνες τις βλαμμένες που δεν παντρεύονται και κάθονται εκεί και υπηρετούν την αρχαιολογία τέλος πάντων! Τις ξεσηκώνω να γράφουνε και να ασχολούνται και να παρουσιάζουνε σε συνέδρια. Τους δίνω το υλικό μου, τους δίνω το υλικό μου διότι αυτό είναι θέσφατο στην αρχαιολογία. Το υλικό που βρήκα εγώ στην ανασκαφή, είναι ιδιοκτησία μου. Δηλαδή, όλοι οι αρχαιολόγοι, όπου σκάψανε θεωρούνται ιδιοκτησία τους και πρέπει να ‘χουνε την άδεια οι άλλοι για να το μελετήσουνε. Και οι περισσότεροι θα το πάρουνε μαζί τους εκεί που θα πάνε στην αιώνια ζωή. Εγώ τους παροτρύνω, «Πάρτε βρε, έχω τόσο υλικό, χρόνια ανασκαφών, πάρτε!». Και με αποτέλεσμα το ‘17 πήγαμε στα Γιάννενα, γιατί γι’ αυτό είναι τα αρχαία, να τα βγάζεις, να τα εκθέτεις τα πιο σημαντικά και να μην μένουνε στις αποθήκες μυστικά. Τουλάχιστον να γράφονται, να παρουσιάζονται στα βιβλία, να βγαίνουνε στην επιστημονική κοινότητα. Αυτός είναι ο σκοπός, δεν είναι να τα κρύβουμε. Ούτε ιδιοκτησία μας, προς Θεού, προς Θεού δηλαδή! Κι εγώ αναζητώ υλικό δικής μου ανασκαφής που επόπτευε η–. Εγώ έτρωγα τον αέρα τον ήλιο, τη λάσπη και η προϊσταμένη μου, μια πρώην, δεν μου το έδινε γιατί «Το έχω υποσχεθεί σε άλλους». Ποιοι είναι αυτοί οι άλλοι; Οι ξένο οι φοιτητές που τις κάνανε το διδακτορικό! Αμ έτσι, δεν γινότανε. Λοιπόν, τα ζήσαμε κι αυτά. Τέλος πάντων, και ασχολούμαι με αυτό τώρα, δηλαδή αν γίνει κάποιο συνέδριο και έχω υλικό, προωθώ και τα παιδιά, τα βοηθάω. Τώρα έχω έτοιμο ένα βιβλίο αλλά δεν έχω λεφτά να το εκδώσω, το έχω 20 χρόνια στο συρτάρι μου!

Σ.Α.:

Τι θέμα έχει το βιβλίο σας;

Κ.Κ.:

Να στο πω;

Σ.Α.:

Βεβαίως.

Κ.Κ.:

Είναι ένα θέμα πολύ σημαντικό για την Κέρκυρα, είναι για τον ναό της Αρτέμιδος που έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον η ιστορία της ανασκαφής αυτού του ναού και βέβαια, απ’ αυτόν τον ναό προέρχεται το μεγαλειώδες αέτωμα της γοργούς που εκτίθεται στο αρχαιολογικό μουσείο και είναι το κορυφαίο έκθεμα όχι μόνο του μουσείου μας αλλά και το μοναδικό τέλος πάντων σωζόμενο, ολόκληρο αέτωμα, εκείνης της εποχής. Αλλά και το έχω γράψει πολλά χρόνια, δηλαδή το έχω  έτοιμο χρόνια, αλλά είναι στα συρτάρια. Είναι από αυτές τις περιπτώσεις που περιμένεις να σου τύχει το λαχείο, να το εκδώσεις. Το ‘χω δώσει σε μια εκδότρια, η οποία το επεξεργαζόμαστε αλλά δεν έχουμε λεφτά να το προχωρήσουμε. Προσπαθώ να βρω κανέναν χορηγό, δεν είναι εύκολα στους καιρούς μας. Είναι πάρα πολύ σημαντικό και θέλω να το βγάλω γιατί; Γιατί είναι το μεγαλύτερο, το σημαντικότερο μνημείο της Κέρκυρας. Δεν σώζονται πολλά πράγματα στη θέση του ναού αλλά μόνο και μόνο που βρέθηκε εκεί το αέτωμα και μεταφέρθηκε στο μουσείο και όλη η Ευρώπη μίλαγε για αυτό–. Η ανασκαφή έγινε γύρω στο Πάσχα του 1911 και ήτανε παρών ο Κάιζερ, ο Γουλιέλμος Κάιζερ, σε μια εποχή που όλη η Ευρώπη μιλούσε για την Κέρκυρα και για αυτό ο ίδιος το λάτρεψε, έγραψε απομνημονεύματα, ήτανε ο πλέον φιλάρχαιος ηγεμόνας κατά τη συνήθεια των ηγεμόνων της εποχής. Μιλάμε για την εποχή που γίνονται τα μουσεία στην Ευρώπη, τα πρώτα μουσεία και περιλαμβάνουν ελληνικές αρχαιότητες και όλη η Ευρώπη μιλάει για την Ελλάδα και την ελληνολατρία. Βλέπε Σίσσυ, μετά τη Σίσσυ ήταν ο Κάιζερ. Θέλω να βγει αυτό το βιβλίο πραγματικά, γιατί πολλοί Κερκυραίοι δεν ξέρουνε ούτε τον ναό της Αρτέμιδος, τι σημασία έπαιξε η ανασκαφή του και το εύρημα του αετώματος της Γοργούς. Να σου πω αυτό και να κλείσουμε, γιατί σε κούρασα. Αν της Ελλάδας τα σύνορα είναι στη βόρεια πλευρά, τα βόρεια σύνορα είναι εκεί που είναι τώρα στη Βουλγαρία, οφείλονται σε αυτή την ανασκαφή, του ναού της Αρτέμιδος και στην εύρεση του αετώματος της Γοργούς. Γιατί; Γιατί ο Κάιζερ που ήταν ο παντοδύναμος της εποχής εκείνης, μιλάμε για λίγο πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους–. Έχει γράψει ένα βιβλίο ο Θανάσης ο Καλπαξής, την επίδραση της αρχαιολογίας στην πολιτική και μιλάει για τον ναό της Αρτέμιδος αυτόν και τον ναό της Σάμου, το ιερό της Σάμου. Λοιπόν, τι συνέβαινε; Ο Κάιζερ είχε υποσχεθεί στους Βούλγαρους, ήτανε φιλοβούλγαρος πριν τα ανασκαφικά. Είχε υποσχεθεί στους Βούλγαρους ότι θα φτάσουν τα όρια του κράτους τους μέχρι τη Θάσο. Θα τους έδινε και τη Θάσο! Όλη τη Θράκη και τη Θάσο! Αγοράζει το ανάκτορο του Αχιλλείου μετά τη Σίσσυ και έρχεται διακοπές το Πάσχα του 1911 εδώ. Είναι μια ιστορία που θα σε κουράσω πάλι, αλλά πρέπει να στην πω σύντομα. Κάποιοι εργάτες σε αυτή την περιοχή εκεί, που είναι τώρα το μοναστήρι των Αγίων Θεοδώρων, είχανε καμίνι, καμίνι ξέρεις, και κάνανε ασβέστη και ρίχνανε μέσα στο καμίνι αγάλματα και πέτρες. Δεν ξέρανε οι κακόμοιροι, όπως στην Ελευσίνα! Άλλη ιστορία κι αυτή. Περνάει από δω στο κτήμα του Φίλιππου Αρταβάνη, περνάει ένας καθηγητής, ο Αθανάσιος Πολίτης, φιλόλογος και τους λέει: «Ρε παιδιά, τι κάνετε; Αυτά μην τα χαλάτε, είναι αρχαία!». Και τους σταμάτησε και είχε έναν ανιψιό στην Αθήνα που εργαζόταν στο ΕΜΠΡΟΣ, μια εφημερίδα της εποχής, ΕΜΠΡΟΣ νομίζω λεγότανε, και του λέει: «Γράψε γρήγορα ότι στο κτήμα του Φίλιππου Αρταβάνη εργάτες κάνουνε ασβέστη αρχαία!». Και ευαισθητοποιείται με αυτό το δημοσίευμα το Υπουργείο Θρησκευμάτων και Παιδείας, που λεγόταν τότε Παιδείας και Θρησκευμάτων και στέλνει τον Βερσάκη εδώ, παραμονές Πάσχα του 1911, και απ’ τις πρώτες ανασκαφές και βρίσκει κομμάτια απ’ το αέτωμα. Γίνεται ο θόρυβος, έρχεται ο Κάιζερ, ο Γουλιέλμος Κάιζερ στην Κέρκυρα διακοπές έχοντας αγοράσει το Αχίλλειο, φιλάρχαιος μέχρι το κόκκαλο αυτός ων και παρίσταται στις ανασκαφές. Δίνει συγχαρητήρια στον Βερσάκη, βλέπει πόσο σημαντικά ήταν τα αρχαία και φέρνει τον Γουλιέλμο Δαίρπφελδ. Ο Δαίρπφελδ που είναι και το όνομα του δρόμου και κατά σύμπτωση, μένω και σ’ αυτόν τον δρόμο, ο Δαίρπφελδ ήταν το όνομα της εποχής στην αρχαιολογία. Είχε σκάψει στην Τροία και στις Μυκήνες με τον Σλήμαν, τον είχε βρει ο Σλήμαν και ήτανε ο κορυφαίος αρχαιολόγος του κόσμου. Φίλος του Δαίρπφελδ τον φέρνει εδώ με ίντριγκες, με μηχανορραφίες, με τέτοια, απωθούν τον Βερσάκη, τον στέλνουν μετάθεση στη Σπάρτη κι αναλαμβάνει τις ανασκαφές ο Δαίρπφελδ με τον Κάιζερ. Βρισκόμαστε στις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων, ‘13-’14, και πέφτει όλη η διπλωματία και του λένε: «Ναι, Κάιζερ μου, θα σου δώσουμε τη διεύθυνση των ανασκαφών». Στέλνουν εδώ τον Κωσταντίνο Ρωμαίο, μεγάλο αρχαιολόγο-διπλωμάτη. «Πάρε τα δικαιώματα». Γίνονται, δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ οι ανασκαφές. Τρεις αρχαιολόγοι Γερμανοί και ο Ρωμαίος, γράφουνε τα πρώτα δημοσιεύματα. Ο Κάιζερ γράφει τα απομνημονεύματα του, Erinnerungen an Korfu, με λεπτομέρεια, με φωτογραφίες, μετά να έρχονται εδώ οι κυρίες με τα κρινολίνα, με τα μακριά, με τα αυτά. Και μίλαγε όλη η Ευρώπη γι’ αυτό. Και κυρίως, τα σύνορα της Ελλάδας παρέμειναν εκεί που ήτανε γιατί κατάφεραν με έναυσμα αυτό, με δόλο και με δολοπλοκίες και διπλωματικές ενέργειες από τη μία ώρα στην άλλη να αλλάζουνε, να γίνεται χαμός. Έψαξε ο Καλπαξής, αυτός o καθηγητής, στα αρχεία της Γερμανίας και βρήκε τι κινήσεις διπλωματικές και πείθουν τον Κάιζερ να αφήσει τα σύνορα και να γίνει φιλέλληνας και φιλάρχαιος που ήτανε, από φιλοβούλγαρος. Και πήρε ανατροπή η ιστορία λόγω του αετώματος και της ανασκαφής του ναού της Αρτέμιδος. Αυτά δεν τα ξέρουνε. Οι Κερκυραίοι δεν ξέρουνε καν πού υπάρχει και αν υπάρχει τέτοιος ναός και ελάχιστοι ξέρουνε και πάνε και στο μουσείο. Γι’ αυτό κι όταν ήμουνα διευθύντρια είχα θεσπίσει κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο δωρεάν ξενάγηση και εγώ η ίδια άφηνα τη δουλειά μου, το μαγείρεμα μου –ένα Σάββατο είχα η καημένη και μια Κυριακή– και έκανα live ξενάγηση εκεί μπας και ξυπνήσω λίγο τους Κερκυραίους και τους ευαισθητοποιήσω. Γιατί έξω απ’ το μουσείο ήτανε ένας Κερκυραίος και τον ρωτούσανε δυο τουρίστριες: «Πού είναι το αρχαιολογικό μουσείο;», «Α, δεν υπάρχει αρχαιολογικό μουσείο εδώ, δεν ξέρουμε, δεν υπάρχει!». Και το άκουσα εγώ και λέω, λυπόμουν να τον εβλέπω και μου λέει: «Κυρία Κατερίνα, συγγνώμη, να μην ξέρω. Μα να επιμένουνε», λέει οι τουρίστριες, «“Να, κάπου εδώ είναι το αρχαιολογικό”» «“Όχι δεν υπάρχει! Δεν το ‘χω δει ποτέ μου! Δεν ξέρω, δεν υπάρχει, αλλού θα είναι!”». Και να διώχνει τις τουρίστριες και να ‘ναι απ’ έξω απ’ το μουσείο. Και όσο ήμουνα στην υπηρεσία, και την πιο σοβαρή δουλειά να είχα, αν ερχότανε σχολείο τα άφηνα όλα και πήγαινα και τα ξεναγούσα. Θυμάμαι κάποια παιδιά, κάποια σχολεία που είχαν φοβερούς δασκάλους και ενημερωμένους κι ερχόταν και κρατούσανε σημειώσεις και με ακούγανε με το στόμα ανοιχτό και ρουφούσανε. Λέω: «Άντε, θα βγει και κάνας αρχαιολόγος από σας». Και άλλοι πηγαίνανε στην καφετέρια και λέγανε: «Πηγαίνετέ στο μουσείο και ελάτε σε μια ώρα στην πλατεία να πάμε στο σχολείο, να επιστρέψουμε», τέτοια. Λοιπόν, όλα αυτά, Σίλεια μου, μνήμες ωραίες, και ευχάριστες και δυσάρεστες και λαμπερές ημέρες και σκοτεινές μέρες και αγωνίες και χαρές και λύπες και ελπίδες και αναμονές και απογοητεύσεις και δυσαρέσκειες και ευαρέσκειες, όλα τα αισθήματα, σε γεμίζει. Η αρχαιολογία είναι σαν την όμορφη κοπέλα, τη βλέπεις και λες: «Μα τι όμορφη! Να την παντρευτώ; Κάτσε ακόμα, έχουμε καιρό!». Κι όσο τη γνωρίζεις, τη γνωρίζεις, αν δεν την γνωρίσεις και δεν μπεις στο βάθος και δεν την αγγίξεις και δεν την γνωρίσεις, δεν την αγαπάς. Σου λέω μόνο αυτό, να βλέπεις ένα επίπεδο κομμάτι γης, χώμα, λάσπη, βλάστηση, αυτό και να σου αποκαλύπτεται όλο αυτό το μεγαλείο.

Σ.Α.:

Έχετε δίκιο–.

Κ.Κ.:

Θα μπορούσα, σε έχω τρελάνει.

Σ.Α.:

Καθόλου, καθόλου!

Κ.Κ.:

Θα μπορούσα να σου μιλάω μέρες! Τελειώσαμε όμως.

Σ.Α.:

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την ιστορία σας. Ήταν υπέροχη.

Κ.Κ.:

Ναι, σε ευχαριστώ εγώ που με προσκάλεσες. Μου έδωσες αυτή την πρόσκληση εγκαίρως θα ‘λεγα, πριν πάθω Αλτσχάϊμερ! Είμαι 70 χρονών και ήθελα, να σου πω την αλήθεια, να μείνουνε κάπου αυτά. Μακάρι να πάνε όλα καλά, να έχεις επιτυχία σε αυτό που κάνεις, να βρεθούνε πολύ πιο σημαντικοί άνθρωποι από μένα. Εγώ δεν είμαι τίποτα, μια απλή ιστορία, δεν νομίζω. Υπάρχουνε σημαντικές ιστορίες ανθρώπων, πραγματικής προσφοράς και στην κοινωνία και στους ανθρώπους. Ό,τι μπορούσα έκανα.

Σ.Α.:

Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ.

Κ.Κ.:

Γι’ αυτόν τον πολιτισμό, γι’ αυτό τον πολιτισμό που πάσχει τόσο πολύ, πάσχει τόσο πολύ και πολλές φορές ντρεπόμουνα να πω ότι υπηρετώ τον πολιτισμό. Γιατί η φτωχή Ελλαδίτσα μας όταν έβλεπα ότι πάσχει η υγεία, πάσχει η παιδεία και έλεγα, «Τι να ζητάμε εμείς, πολυτέλειες; Πολυτέλειες». Κι όμως, δεν θα ξεχάσω, στο εξωτερικό πήγα σε πολλά μουσεία. Δεν θα ξεχάσω σε ένα μικρό σχετικά μουσείο, κοντά στη Βοστώνη, στο President, έχει πανεπιστήμιο και έχει και ελληνικές σπουδές και ελληνική αρχαιολογία και έχει και μουσείο και μια αίθουσα του είχε εκθέματα ελληνικά, κάτι αγγεία. Και ήτανε μια δασκαλίτσα, ξανθιά, μικρή, όμορφη σαν κι εσένα και είχε παιδάκια 5-6 χρονών, 10 το πολύ να ήταν, και τους δίδασκε με τόσο ενθουσιασμό κάτω απ’ τα αγγεία τα ελληνικά και τα εκθέματα για την Ελλάδα. Και ήταν μάλιστα, ένα αγγείο με έναν άθλο του Ηρακλή, νομίζω το Λιοντάρι της Νεμέας και να βλέπεις τα πιτσιρίκια να σηκώνουνε το χεράκι τους και να μιλάνε για τον Ηρακλή και τους άθλους και την ελληνική μυθολογία. Την άρπαξα τη δασκαλίτσα και τη φιλούσα και της λέω: «Έλα, δωρεάν διακοπές να σου κάνω στην Ελλάδα! Αυτό που κάνεις είναι πολύ σπουδαίο πράγμα!». Πολύ σπουδαίο, το λέω και δακρύζω. Το λέω και δακρύζω. Δυο-τρεις μέρες έμεινα στο Χάρβαρντ, εκεί στη Βοστώνη, κι είχα φοβερές εμπειρίες και εδώ τα παιδιά… Ποιο παιδί βλέπει τώρα ειδικά, καλά δεν μιλάμε για τώρα! Εδώ παρακαλούσα όταν ήμουνα διευθύντρια, παρακαλούσα τους ανθρώπους να μαζευτούν να ‘ρθούνε να τους ξεναγήσω, δωρεάν να τους ξεναγήσω. Παρακαλούσα τις δασκάλες να φέρουν τα παιδιά στο σχολείο: «Δεν έχουμε χρόνο, δεν έχουμε χρόνο!». Στην πλατεία πηγαίνανε για να χαζολογάνε, «Δεν έχουμε χρόνο!». Στο Μον Ρεπό, έγραψα βιβλίο για το Μον Ρεπό, δεν μπορούσα. Έρχεται κόσμος και δεν ξέρει τι βλέπει. Έγραψα και για το Μον Ρεπό! Άσε.

Σ.Α.:

Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ! Όπως και να έχει, είναι πολύ σημαντική η προσφορά σας.

Κ.Κ.:

Μη θυμάμαι άλλα, μη θυμάμαι άλλα! Γιατί πολλά πονάνε βέβαια, όπως έχει εξελιχθεί η κατάσταση, πολλά πονάνε. Αλλά δεν σταματάω κάθε στιγμή να δοξάζω τον Θεό που ήμουνα τυχερή από την αρχή, στο θέμα της πρόσληψης, στο θέμα των εμπειριών και των ευτυχισμένων στιγμών. Με αξίωσε ο Θεός. Σου εύχομαι κι εσύ να είσαι τόσο τυχερή στη ζωή σου. Και όλα τα παιδιά του κόσμου και τα παιδιά μου.

Σ.Α.:

Να ‘στε καλά.

Κ.Κ.:

Τα παιδιά μου δεν έγινε κανένας αρχαιολόγος, δυστυχώς! Επειδή παίρνανε μικρό μισθό, λίγα λεφτά. Αλλά είναι καλά, είναι καλά, δεν έγιναν μεγάλοι επιστήμονες. Είναι καλά κι ευτυχισμένα και θέλω να έχουν την υγεία τους και τίποτα άλλο. Υγεία, υγεία, υγεία!

Σ.Α.:

Έχετε να προσθέσετε κάτι ακόμη;

Κ.Κ.:

Θα μπορούσα να σου μιλάω μια ζωή! Όχι, σε κούρασα, σε κούρασα.

Σ.Α.:

Ευχαριστούμε πολύ που μοιραστήκατε την ιστορία σας μαζί μας. Να είστε καλά.

Κ.Κ.:

Εγώ σε ευχαριστώ που μου ‘δωσες την πρόκληση και την πρόσκληση να ξετυλίξω όλες τις πτυχές της ζωής μου και τις προσωπικές. Είπα και πολλά προσωπικά, δεν ξέρω αν είναι δημοσιεύσιμα. Αχ!

Σ.Α.:

Πείτε μου, πείτε μου.

Κ.Κ.:

Τα είπα, τα είπα όλα. Δεν θέλω άλλο να σε κουράσω, δεν θέλω άλλο να σε κουράσω! Είπα τα κυριότερα, τα κυριότερα. Είναι αρκετά. Σε ευχαριστώ! Σε ευχαριστώ, γλυκιά μου.