© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Οι περιπέτειες ενός Έλληνα φοιτητή στη Γερμανία
Κωδικός Ιστορίας
17717
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Σπυρίδων Μαντζαβίνος (Σ.Μ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
12/01/2021
Ερευνητής/τρια
Μυρτώ Καρζή (Μ.Κ.)
[00:00:00]
Είναι Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2021. Είμαι με το Σπύρο Μαντζαβίνο στο σπίτι του στο Χολαργό. Εγώ είμαι η Μυρτώ Καρζή και είμαι ερευνήτρια στο Istorima. Και ξεκινάμε. Γεια σου, Σπύρο.
Καλησπέρα, Σεμέλη. Είμαι ο Σπύρος, όπως είπες και συ πολύ σωστά, και θα σου πω τις ιστορίες μου και τις εμπειρίες μου από τη Γερμανία, όταν είχα εκεί, μετά το σχολείο. Εγώ πήγα σχολείο στη Γερμανική Σχολή Αθηνών, μια σχολή η οποία από την αρχή, από το Γυμνάσιο δηλαδή, έκανε κάτι σαν προπαγάνδα στα παιδιά, «Να πάτε στη Γερμανία, να πάτε στην Γερμανία». Πώς λέει στον Αστερίξ «Μας λέγανε να πάμε να πολεμήσουμε και...». Έτσι ήταν αυτό. Και μας λέγαν να πάμε στη Γερμανία: «Να πάτε Γερμανία, είναι ωραία» κτλ. Όσοι καθηγητές το λέγαν αυτό, όμως, είχαν πάει στη Γερμανία για master. Και εκ του ασφαλούς πήγαν ένα χρόνο εκεί πέρα, όπως πάει κάποιος Erasmus στη Γερμανία για ένα εξάμηνο και νομίζει ότι ξέρει από Γερμανία. Αυτά τα Erasmus τα λέω εγώ orgasmus, γιατί κανείς δεν κάνει σοβαρά Erasmus για να σπουδάσει, όπως καταλαβαίνεις κι εσύ. Έτσι, λοιπόν, μας λέγαν: «Να πάτε στη Γερμανία όλοι». Από τα 18. Έτσι, λοιπόν, εγώ έδωσα Abitur. Το Abitur είναι οι γερμανικές Πανελλήνιες, οι εξετάσεις που δίνεις σαν Γερμανός για να πας στη Γερμανία. Δηλαδή, τα δίνεις όλα στα γερμανικά. Είναι σαν γερμανικό απολυτήριο. Εγώ και όλοι μου οι φίλοι που πήγαμε στη Γερμανία και θέλαμε να σπουδάσουμε κάπου κοντά όλοι μαζί, να είμαστε όλοι μαζί μια παρέα. Ήμαστε μια παρέα εκεί πέρα στο σχολείο, εγώ, ο Λάμπρος ο Μποτώνης και ο Σπαρούνης. Αυτή ήταν η παρέα μου τότε. Και ο Αντρέας που πήγε στη Βιέννη γιατί είναι Αυστριακός ο μισός. Έτσι, λοιπόν, εμείς, η παρέα, επιλέξαμε να πάμε σε κάποια μικρή πόλη, γιατί λέγαμε λανθασμένα ότι, εντάξει, έχουμε ζήσει τις μεγαλουπόλεις, στην Αθήνα κτλ.
Την ζήσατε πια στη ζωή στη πόλη…
Ακριβώς. Οπότε, να μείνουμε κάπου πιο μικρό, μια κωμόπολη, δηλαδή, ρε παιδί μου. Εγώ πήγα στο Τύμπινγκεν, Ο Λάμπρος πήγε στην Karlsruhe, δηλαδή στην Καρλσρούη, και ο Αντρέας πήγε στη Βιέννη, που, ντάξει, είναι μια μεγάλη πόλη αλλά εκεί έχει σπίτι η γιαγιά του και πήγε γι’ αυτό το λόγο εκεί πέρα. Έτσι, λοιπόν, ζήσαμε εκεί πέρα φοβερές στιγμές που πέρα από πολύ αστείες κάποιες, ήταν όπως λέμε εμείς —εμείς λέμε, η παρέα μου—, «Κάναμε Γερμανία», όπως κάποιος κάνει στρατό και λέει από το στρατό ιστορίες. Εμείς λέμε από τη Γερμανία ιστορίες. Και ήτανε μια πολύ δύσκολη περίοδος για όλους μας. Ήμασταν τότε πολύ μικροί. Ήμασταν μόλις ενήλικες. Ήμασταν 18 χρονών και φύγαμε ξαφνικά από την Ελλάδα και το φως και όλα αυτά στη Γερμανία, και μάλιστα σε χωριά τα οποία ήτανε σχετικά χωριά, τα οποία… Είχαν μια δομή, βρε παιδί μου, που αν δεν ήσουν φοιτητής εκεί πέρα θα ήσουνα ένας τύπος που δεν έχει βγει έξω από το χωριό του. Και οι Γερμανοί είναι που είναι, αλλά σ’ αυτό ήταν όλο και πιο δύσκολοι στη συναναστροφή τους, έτσι; Αυτά που θα πω στη συνέχεια είναι αποτέλεσμα δικής μου εμπειρίας. Και δεν κρίνομαι με βάση το τι λέω για τους Γερμανούς, γιατί αυτά που λέω όντως τα έχω όντως βιώσει. Και δεν έχω σκοπό να προσβάλω έναν λαό, αλλά να καταδείξω τις διαφορές τους με έναν Έλληνα και πόσο μπορεί ένας Έλληνας να συναναστραφεί με ένα Γερμανό. Τι πήγες να πεις;
Ήθελα να σε ρωτήσω αν ξέραν αγγλικά και μιλούσαν αγγλικά ή αν μιλούσατε μαζί τους μόνο γερμανικά, γιατί, ας πούμε, εγώ που έχω πάει στην Ιταλία κάποια χρόνια δεν μιλούσανε αγγλικά. Όχι χρόνια, ένα εξάμηνο. Δεν μιλούσαν αγγλικά.
Ναι. Εμείς πήγαμε στη Γερμανία. Εμείς ξέραμε γερμανικά από το προνήπιο. Εγώ έκανα γερμανικά στο σχολείο. Δηλαδή, πρώτα έμαθα τους μήνες στα γερμανικά και μετά στα ελληνικά σκέψου, γιατί ήμασταν σε ένα σχολείο γερμανικό, στην Ελληνογερμανική Αγωγή εμείς πρώτα, που είναι ένα σχολείο που ‘ναι μισό-μισό. Και μετά πήγαμε στη Γερμανική Σχολή, η οποία είναι όλη... Είχαμε, δηλαδή, Γερμανούς καθηγητές, να στο πω έτσι. Οπότε, μιλάγαμε γερμανικά, γερμανικά. Δηλαδή, δεν είχαμε καμιά δυσκολία στο να μιλήσουμε με τους Γερμανούς γερμανικά. Οι Γερμανοί μιλάνε όλοι αγγλικά, αλλά κάνουν κάτι που είναι πιο εξοργιστικό ακόμα από το να μη μιλάγανε. Τους μιλάς στα γερμανικά με σκοπό να μάθεις τη γλώσσα και σου απαντάν στα αγγλικά, που θες να τους βρίσεις εννοείται, γιατί δεν σε αφήνουν. Δεν μπορείς να μάθεις τη γλώσσα. Λοιπόν, όταν, λοιπόν, πήγα στη Γερμανία καταλάβαμε στην ουσία τι σημαίνει αυτό που λέμε ελληνικότητα, το οποίο το καταλαβαίνεις μόνο αν πας κάπου αλλού και δεις ότι αυτά που είχες δεδομένα δεν είναι δεδομένα. Λοιπόν, τις πρώτες μέρες, λοιπόν, εγώ πήγα στο Τύμπινγκεν και είχα ξενοδοχείο κλείσει, το οποίο λεγότανε Μετέωρα. Αυτός που το είχε, που ήταν Έλληνας φυσικά, δεν ήταν από τα Μετέωρα, αλλά τα Μετέωρα πουλούσανε πολύ στους Γερμανούς. Αυτός ήταν από τα Τρίκαλα, κάτι τέτοιο. Και το ονόμασε Μετέωρα το ξενοδοχείο. Και έφαγα ένα ωραίο μπιφτέκι εκεί πέρα —το θυμάμαι— το μεσημέρι. Ήδη ήμουν πολύ μελαγχολικός που είχα πάει στη Γερμανία, γιατί ήδη μάλλον προαισθανόμουν ότι είχα κάνει μια μαλακία μάλλον εδώ πέρα, έκανα κάτι λάθος που το έκανα αυτό. Αλλά, αυτά ήταν όλα ασυνείδητα. Και όταν κατέβηκα κάτω στο ξενοδοχείο να φάω ένα μπιφτέκι την πρώτη μέρα που πήγα στο Τύμπινγκεν άκουσα από τα μεγάφωνα να τραγουδάνε, να τραγουδάει ο Μπιθικώτσης: «Κάτω στον Πειραιά στο μουράγιο, είπα θα σκοτωθώ, μα τον Άγιο». Αυτές ήταν οι πρώτες στιγμές όπου κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά και κάτι δεν θα πάει καλά στο μέλλον. Λίγο μεταφυσικό αυτό που λέω, αλλά υπήρχαν στοιχεία πάρα πολλά. Θα σου πω.
Μήπως αυθυποβαλλόσουνα λιγάκι; Έτσι μου ακούγεται, γιατί είχες μόλις εικοσιτετράωρο που είχες φτάσει.
Ναι. Σίγουρα[00:05:00]. Αλλά, πιστεύω ότι, ξες, καταλαβαίνεις όταν κάτι που κάνεις δεν είναι για σένα ακριβώς και το κάνεις για λόγους κομφορμισμού, για λόγους ότι έτσι πάει το ρεύμα κτλ. Είχανε πάει όλοι οι φίλοι μου εκεί πέρα, οι πιο κολλητοί μου φίλοι, όπως ο Λάμπρος, που ήταν κολλητός μου, ακόμα είναι δηλαδή. Οπότε, δεν ήθελα να είμαι μόνος μου εγώ στην Ελλάδα, κατάλαβες; Λοιπόν, το Τύμπινγκεν είναι, λοιπόν, μια πόλη η οποία είναι πάρα πολύ γνωστή για το πανεπιστήμιό της. Εκεί πέρα έχει σπουδάσει ο Hegel και εκεί πέρα πέθανε ο Hölderlin και εκεί πέρα τρελάθηκε και πέθανε σε ένα φρενοκομείο. Το φρενοκομείο υπάρχει ακόμα και λέγεται Hölderlin Sturm, δηλαδή ο Πύργος του Hölderlin. Αλλά αυτό είναι. Το Τύμπινγκεν είναι μια ιστορική πόλη, αλλά μόνο το πανεπιστήμιό της. Και όλες οι εκδόσεις φιλοσοφικών βιβλίων είναι του Τύμπινγκεν. Έτσι, λοιπόν, πήγα στα «Μετέωρα». Γνωρίσαμε τους πρώτους Έλληνες, που ήταν μια καλή πρώτη επαφή. Ήταν λιγότερο σοκαριστική. Και τις πρώτες κιόλας μέρες, πριν εγκατασταθώ, πήγαμε στην Καρλσρούη με το φίλο μου το Λάμπρο…
Πού;
Στην Καρλσρούη, που σπούδαζε ο Λάμπρος, όπως σου είπα, για να βρεθούμε εκεί πέρα με τους φίλους μου. Ήταν άλλη μια εμπειρία η οποία πιστεύω εγώ ότι άμα ήμασταν πολύ έξυπνοι θα καταλαβαίναμε ότι αυτό δεν είναι για μας και θα ‘χαμε φύγει εκείνη την στιγμή. Είχαμε πάει στη Στουτγκάρδη από την Καρλσρούη, που είναι κοντά σε αυτές τις πόλεις, να πιούμε μια μπύρα. Πήγαμε από ένα μαγαζί που ήταν πάνω σε ένα παλάτι, πίσω από ένα παλάτι, το οποίο μαγαζί πούλαγε μπύρες και έλεγε «ein Stiefel bier». «Stiefel» είναι η μπότα. Οπότε, εμείς αναρωτηθήκαμε τι είναι αυτό το πράγμα. Και ήταν ένα τεράστιο ποτήρι δίλιτρο σε σχήμα μπότας. Εμείς, φυσικά, τις πήραμε αυτές τις μπότες να πιούμε, αλλά ήταν… Είχαμε ένα θέμα με τις μπύρες. Ο σερβιτόρος μάς έτεινε το χέρι του, έτσι, τελείως αγενώς, με την παλάμη έξω λέγοντάς μας ότι «Πρέπει να μου δώσετε 20 ευρώ για να μην κλέψετε τη μπότα στην ουσία». «Θέλω 20 ευρώ για εγγύηση ότι δεν θα μου κλέψετε την μπότα και θα φύγετε».
Ότι δεν θα πάρεις το ποτήρι μετά;
Το ποτήρι, δηλαδή, μαζί σου. Ναι. 20 ευρώ ήθελε.
Συμβαίνει αυτό πάντως.
Ναι. Και το απαίτησε. Τέντωσε το χέρι του σαν να ζητιανεύει, δηλαδή. Εμείς έπρεπε να πούμε, παίρνουμε τα καπελάκια μας και φεύγουμε εκείνη τη στιγμή από τη Γερμανία ολόκληρη για μένα. Αλλά, εμείς δεν το κάναμε αυτό και πήραμε τις μπύρες. Και τις ήπιαμε τόσο πολύ απανωτά που δεν καταλάβαμε πόσο μας χτύπησε. Και όταν σηκωθήκαμε ήμαστε τελείως κουρούμπελα, γιατί είχαμε πιεί 2 λίτρα μπύρα σε μισή ώρα. Οπότε, ήμασταν χάλια μετά και πέσαμε πάνω σε κάτι γκαζόν εκεί έξω από το παλάτι εκεί πέρα της Στουτγκάρδης και κάτσαμε εκεί πέρα και λουφάξαμε. Μετά πήγαμε στα McDonald’s και ήπιαμε λίγο καφέ, ο καθένας έναν καφέ. Και χτύπησαν οι καμπάνες της καθολικής εκκλησίας τόσο δυνατά που μας είχαν πάρει το κεφάλι, γιατί είχαμε τότε μεθύσει πάρα πολύ. Αυτή ήταν, λοιπόν, η πρώτη εμπειρία στη Στουτγκάρδη. Μετά, όμως, στο Τύμπινγκεν —ξαναγύρισα πίσω— έπρεπε κάπου να βρω σπίτι. Στη Γερμανία συμβαίνει κάτι πολύ ιδιαίτερο: για να έχεις σπίτι πρέπει να έχεις τηλέφωνο. Και για να έχεις τηλέφωνο πρέπει να έχεις σπίτι. Ο φαύλος κύκλος είναι ότι από την αρχή σού λένε πρέπει να κάνεις μια πουστιά. Είναι σαν ένα τεστ κοινωνικής ευφυίας. Είναι σαν τεστ αυτό. Δεν μπορείς να το πάρεις αλλιώς. Είναι σαν ένας μηχανισμός πώς θα επιζήσεις. Κάτι είχαμε σκαρφιστεί —δε θυμάμαι τώρα ακριβώς— και πήγαμε και πήραμε το σπίτι. Α, ναι. Η μητέρα μου, λοιπόν, η οποία είχε έρθει μαζί μου να με βοηθήσει τότε να βρούμε τα σπίτια, είχαμε πει σε μια μεσίτισσα ότι θέλουμε σπίτια τα οποία να ‘χουν ένα, ρε παιδί μου, ενοίκιο κάπου στα 500 ευρώ. Είναι πολύ ακριβά εκεί πέρα τα σπίτια. Αλλά, δεν έβρισκε αυτή τίποτα. Και πήγε τελικά και είπαμε δεν μπορεί να μην υπάρχει ένα σπίτι στη Γερμανία, σε ολόκληρη πόλη. Και βρήκαμε ένα σπίτι που είχε ενοίκιο 520 ευρώ. Αλλά, εκείνη δε μας το είχε πει αυτό γιατί είχαμε πει ότι έχουμε μέχρι 500 ευρώ εμείς. Οπότε, εκείνη θεώρησε ότι 510 ευρώ δεν είναι αυτό που ζητήσαμε, οπότε δε μας το έδειξε ούτε αυτό το σπίτι. Κατάλαβες; Το πήραμε το σπίτι, λοιπόν. Το πήρα με μια κοπέλα την οποία γνώρισα στο ξενοδοχείο, την Έλλη, η οποία ήταν δικηγόρος, και μείναμε μαζί τελικά. Και μείναμε μαζί σ’ αυτό το σπίτι. 1100 ευρώ έκανε, άρα από 550. Μεγάλο σχετικά. Εκείνη έμενε στο σαλόνι κι εγώ έμενα στο δωμάτιο. Είχε δωμάτιο και ένα σαλόνι.
Τζέντλεμαν ακούγεσαι!
Ναι. Κοίτα, ήταν κοντά στην κουζίνα, οπότε καλύτερα να ήτανε εκείνη για να μαγειρεύει κιόλας. Οπότε, για πολιτικά ορθούς λόγους την έβαλα στο σαλόνι, γιατί αυτός είμαι εγώ! Όχι, εντάξει, πλάκα κάνω. Είχε κάποιο κέρδος εκείνη. Είχε την κουζίνα της, είχε έναν τεράστιο χώρο, ρε παιδί μου. Είχε μια τεράστια έκταση. Εγώ είχα ένα δωματιάκι το οποίο ήταν πολύ μικρό. Ήτανε το μισό μου σαλόνι. Ούτε καν. Βλακείες λέω, λιγότερο από το μισό σαλόνι. Η Έλλη, λοιπόν, ήταν αυτή και μείναμε μαζί σ’ αυτό το σπίτι, το οποίο το είχανε η κυρία «Xαλκός» και ο κύριος «Mεγάλος». Mega και ο άλλος Kupfer. Δηλαδή… Αυτός ήταν από την Ιταλία ο τύπος. Σαν το Super Mario ήταν αυτός. Kαι μέναμε από πάνω τους ακριβώς. Κάπως βρήκανε όλοι μας οι φίλοι σπίτι, τέλος πάντων, και καταφέραμε κάπως να μείνουμε εκεί πέρα. Στη Γερμανία… Και τώρα αρχίζουνε οι πολλές ιστορίες τις οποίες μπορώ να τις πω εδώ χύμα —είναι πάρα πολλές— για τους Έλληνες στη Γερμανία. Θέλεις να πούμε για τους Έλληνες στην Γερμανία; Τι θες να πούμε;
Για τους Έλληνες στη Γερμανία πες μου. Δεν έχω πρόβλημα.
Οι Έλληνες στη Γερμανία, λοιπόν, είναι ένα περίεργο πράγμα. Πάντα τους ρωτάς «Τι κάνεις;» και λένε «Τι να κάνω;». Είναι όλοι δυστυχισμένοι εκεί πέρα, ρε παιδί μου. Υπάρχει μια τεράστια σαπίλα στη Γερμανία. Υπήρχ[00:10:00]ε ένα μικρό καφέ το οποίο το λέγαμε ΚΨΜ. Ήταν πάρα πολύ μικρό. Και ήταν επάνω στον πράσινο και βρομερό Νέκαρ. Ο Νέκαρ είναι ένας παραπόταμος του Ρήνου ο οποίος διατρέχει το Τύμπινγκεν —και πράσινος φυσικά. Και αυτό το καφέ ήταν επάνω στο Νέκαρ. Λεγότανε Blue Bay. Γαλάζια Λίμνη, Γαλάζιος Κόλπος. Ήτανε πάρα πολύ αστείο αυτό. Εκεί πέρα το είχαν κάποιοι Καλαματιανοί. Και έμπαινα μέσα και παρήγγελνα τον καφέ μου. Φρέντο καπουτσίνο μπορούσα να πάρω εκεί. Ήταν το μόνο μέρος που μπορούσα να πάρω ένα καφέ «ελληνικό», γιατί είναι ελληνικός ο καπουτσίνο, απλώς λέγεται ιταλικά, όπως ξέρεις. Αλλά, ήταν ένας κρύος καφές. Θέλαμε όλοι έναν κρύο καφέ. Θέλαμε να πίνουμε καφέ. Ήτανε σημαντικό αυτό το ζήτημα στη Γερμανία. Υπήρχε ένα άλλο καφέ το οποίο λεγόταν Άβατον και ήτανε στο Μάνχαϊμ. Στο Μάνχαϊμ ήταν ο φίλος μου ο Σπαρούνης. Το Άβατον είχε τα εξής χαρακτηριστικά: Είχε μέσα τάβλι. Είχε μέσα τάβλι, είχε σκάκι και το απόγευμα με βράδυ γινόταν σκυλάδικο. Ήταν αυτό το κλασικό ελληνικό. Τι κοιτάς;
Τίποτα. Συνέχισε.
Ήταν αυτό το κλασικό. Γινότανε καφέ-μπαρ-σκυλάδικο τα βράδια, δηλαδή έβαζε Παντελίδη, έβαζε Καρρά, τέτοια πράγματα το βράδυ. Εκεί πηγαίναμε και πίναμε τον καφέ μας. Ήταν πιο μεγάλο μαγαζί αυτό. Κι είχαμε δει και τον αγώνα Ελλάδα-Κόστα Ρίκα. Και έγινε χαμός. Στο γκολ έγινε χαμός. Ήτανε στο Μουντιάλ. Αλλά, δεν ξέρεις από αυτά. Ή ξες από αυτά;
Δεν πολύ-ξέρω από αυτά.
Η Ελλάδα έχει προχωρήσει πάρα πολύ στο Μουντιάλ. Είχαμε παίξει με την Κόστα Ρίκα στους δεκαέξι και με ένα πέναλτι αποκλειστήκαμε. Και εκεί ήτανε ένα μαγαζί πήχτρα από Έλληνες. Πήχτρα. Τσιγάρα, χαμός μέσα, εννοείται. Και στο γκολ σπάσανε ποτήρια, έγινε χαμός. Ε, λοιπόν, στο Τύμπινγκεν υπήρχε ο Γιάννης, ήτανε Ολυμπιακός φανατικός. Υπήρχε ένας άλλος ο οποίος είχε ένα άλλο καφέ, Έλληνας επίσης, που τον λέγανε Πειρατή. Και υπήρχε και ο Σωκράτης, ο οποίος ήτανε πάρα πολύ καλός άνθρωπος. Και ένας —Τάκης λεγότανε—Πόντιος. Πολλοί Έλληνες είναι ταξιτζήδες στη Γερμανία. Πάρα πολλοί Έλληνες. Εγώ μια φορά ήμουν σε ένα ταξιτζή ο όποιος έψαχνε να βρει το σπίτι μου —γιατί εγώ έμενα στην Hornschuchstraße, μια οδό η οποία ήταν άγνωστη και στους ίδιους τους Τυβιγκίους. Και είχα πάρει μια φορά ένα ταξί. Και αυτός άρχισε και έβριζε και έλεγε: «Πω, ρε πούστη, το GPS…». Και του λέω: «Τι έγινε;». Και μου λέει: «Α γαμή-, είσαι πατριώτης!», μου λέει. Και άρχισε και ούρλιαζε και με έβριζε! Πάρα πολύ τον αγάπησα. «Άντε γαμήσου, γαμώ το καντήλι μου, ρε είσαι Έλληνας κι εσύ». Λοιπόν, ο Σωκράτης ο μανάβης είχε ένα μανάβικο το οποίο ήτανε μέσα στην αγορά του Τύμπινγκεν, ο οποίος έλεγε «Πάρε, πάρε μπανάνες, πάρε γιαούρτι». Και κέρναγε στους Γερμανούς πράγματα. Έπαιρναν όλοι. Τους έβαζε και λίγα γραμμάρια ελιές. Τον αγαπούσανε όλοι. Γερμανικά δεν ήξερε σχεδόν γιατί δεν ήθελε να μάθει. Κι ήταν ένας πολύ αλέγκρος τύπος ο οποίος συνέχεια φώναζε και τους έλεγε «Πάρε μπανάνα». Οι Γερμανοί είχαν τρελαθεί με αυτόν. Τον αγαπούσαν πάρα πολύ αυτόν. Είχε βάλει στην τέντα του μαγαζιού του ένα κασκόλ του Ολυμπιακού. Λοιπόν, αυτός, μ’ αυτόν είδαμε όλους τους αγώνες του Ολυμπιακού εκείνη τη χρονιά, Champions League, στο Blue Bay, στο ΚΨΜ. Ήμασταν όλοι πήχτρα ή στην ελληνική κοινότητα. Παίζαμε τάβλι από το πρωί ως το βράδυ και βλέπαμε τους Ολυμπιακούς, τους αγώνες του Ολυμπιακού. Τότε, λοιπόν, αυτός μια μέρα με έβαλε σε ένα πούλμαν. Μου ‘πε: «Θα πας να δεις το Άντερλεχτ-Ολυμπιακός στις Βρυξέλλες». Και εγώ δεν είχα πώς να... Πήγα στον Ολυμπιακό σύνδεσμο φιλάθλων του Ρόιτλιγκεν. Το Ρόιτλιγκεν είναι μια πόλη κοντά στη Γερμανία. Και μπήκα, λοιπόν, στο πούλμαν εκεί πέρα να πάμε στις Βρυξέλλες, στον Ολυμπιακό, στον αγώνα. Οχτώ ώρες πήγαινε. Βλέπαμε τον αγώνα, μετά πάλι πίσω. Όλο πήχτρα από Ολυμπιακούς. Στο οποίο λεωφορείο δεν μπορούσα να κλείσω μάτι, επειδή όποτε κάποιος ήθελε να κοιμηθεί ο οδηγός έβαζε φουλ σκυλάδικα. Αλλά, ακραία σκυλάδικα. Κοντολάζο, φουλ σκυλάδικα. Οπότε δεν μπορούσες να κοιμηθείς. Έκανε μία στάση στο Λουξεμβούργο, που πήγαν όλοι να αγοράσουν τσιγάρα. Στο Λουξεμβούργο δεν έχει φόρους στα τσιγάρα, για αυτό το λόγο. Είδαμε τον αγώνα και φύγαμε πίσω. Γενικώς, λοιπόν, οι Έλληνες ήταν πάρα πολύ κοντά μου. Όλοι αυτοί οι Έλληνες εκεί με βοήθησαν πάρα πολύ να συνεχίσω να την παλεύω. Λοιπόν, οι Γερμανοί, όπως ξέρεις, χωρίζουνε τα σκουπίδια τους σε χαρτί, πλαστικό, χύμα ρε παιδί μου, τα rest που είναι τα απόβλητα.
Την κομποστοποίηση μήπως είναι.
Τι είναι;
Μήπως λες για την κομποστοποίηση, για τα τρόφιμα κι αυτά.
Δεν ξέρω. Ναι, μπορεί. Αλλά, πιστεύω ότι αυτά είναι απόβλητα τελείως. Δεν είναι… Χαρτί, αλουμίνιο. Χαμός γίνεται. Το οποίο ακούγεται γλυκό για κάποιον ο όποιος είναι Έλληνας και λέει «Α, τι ωραία. Κάνουμε ανακύκλωση», αλλά είναι εκνευριστικό όταν είσαι εκεί πέρα. Και μια φορά, λοιπόν, ένα βράδυ —εγώ αυτό το έκανα εννοείται— χτύπησε το κουδούνι μου η σπιτονοικοκυρά μου, η κυρία «Χαλκός». Άνοιξα την πόρτα και είχε στο χέρι της περασμένες πέντε σακούλες σκουπιδιών που ήτανε οι δικές μου σακούλες σκουπιδιών. Και έβγαλε ένα γιαούρτι και μου λέει: «Αυτό το έβαλες σε λάθος σημείο. Πρέπει να το ανοίξεις, να το πλύνεις». Δηλαδή, να κάνω μπάνιο το γιαούρτι μου και να το βάλω μέσα στο σωστό τέτοιο. Δηλαδή, αυτή πήγε το βράδυ με ένα φακό, άνοιξε τα σκουπίδια μου και κοίταξε τα σκουπίδια μου, το οποίο ήταν εντελώς εξοργιστικό. Οι Γερμανοί που βγάζουνε τόσα λεφτά το μήνα… Αυτό το πράγμα είναι φοβερό. Αυτό το πράγμα… Δεν πρέπει να είσαι τόσο πολύ γύφτος… Είναι φοβερό πράγμα. Τέλος πάντων. Αυτό ήταν φοβερό πράγμα, να σε ξυπνάνε να σου λένε αυτό το πράγμα.
Το οποίο ισχύει, βέβαια. Πρέπει να τα πλένεις πριν βάζεις.
Ναι, άμα είσαι Γερμανός πρέπει. Αλλά η τύπισσα μπήκε... Σκουπίδια είναι…
Όχι. Και εδώ στην Ελλάδα πρέπει.
Ρε παιδί μου, τι ε[00:15:00]ννοείς πρέπει;
Εννοώ ότι για να γίνει ανακύκλωση πρέπει…
Εννοείται.
Δεν θέλω να την υπερασπιστώ, απλά να πω αυτό.
Μα προφανώς έχει λογική τεχνικά. Αλλά, να σου χτυπάει το κουδούνι η άλλη να σου λέει «Αααα…», αυτό δεν είναι περίεργο; Δεν είναι η απόλυτη επέμβαση να ανοίξει τα σκουπίδια σου;
Είναι περίεργο που άνοιξε τα σκουπίδια σου.
Είναι τρελό. Κυρία «Χαλκός»... Μια μέρα, λοιπόν, με αυτούς πήγαμε πάνω να φάμε μαζί με την Έλλη, ως σπιτονοικοκυρά μας, κι είχε κεράσει. Και έβγαλε και είχαμε φάει κάτι ωραία μακαρόνια, θυμάμαι, και έβγαλε μία γαβάθα γεμάτη κόκκαλα. Δεν κατάλαβα ποτέ τι ήταν αυτά τα κόκκαλα. Ήτανε κόκαλα ρε! Δεν είχε καθόλου ψαχνό μέσα. Κόκαλα. Knochen. Ήταν κόκκαλα. Πάρτε κόκαλα. Δεν ήξερα καθόλου τι ήταν αυτό το πράγμα. Ακόμα το θυμάμαι.
Τα φάγατε;
Όχι. Τι να φάω; Κόκκαλα; Δεν είχε ψαχνό. Ήταν μία γαβάθα με κόκαλα. Ούτε ρώτησα τι είναι αυτό. Ντράπηκα μάλλον. Είχα ντραπεί φαντάζομαι. Περίεργο.
Εσείς φάγατε μακαρόνια και δίπλα έβγαλε κόκκαλα;
Έβγαλε κόκαλα. Νομίζω ήταν για την μυρωδιά. Έπρεπε να βάλουμε τα κόκκαλα πάνω στα μακαρόνια. Ήταν πολύ περίεργο. Όχι παϊδάκια. Ήταν κόκκαλα τελείως. Μετά πήγαμε βόλτα σε ένα δάσος, ρε παιδί μου, με το που φάγαμε, γιατί έτσι κάνουν εκεί πέρα μάλλον. Μου βγήκε η γλώσσα. Τέλος πάντων. Γενικώς οι Γερμανοί έχουν μία τάση με τους κανόνες, ρε παιδί μου. Έχουν ένα φετίχ με τους κανόνες. Αγαπάνε πάρα πολύ τους κανόνες και τους νόμους. Πάρα πολύ. Στα τρένα υπήρχανε κίτρινα κουτάκια, που έχουνε βάψει την πλατφόρμα σε εξωτερικό χώρο για να καπνίζεις. Ένας φίλος μου κάπνιζε 1 μέτρο μακριά από τα κουτάκια και ήρθε ένας τύπος και του είπε: «Πήγαινε στο κουτάκι». Δεν ήταν ένας τύπος του τρένου. Ήταν ένας άσχετος τύπος ο οποίος του είπε να πάει εκεί πέρα. Αγαπάνε πάρα πολύ τους κανόνες. Και αγαπάνε πάρα πολύ να δημιουργούνε ουρές. Έχουνε τάση αυτοί με τις ουρές. Στη Mensa που τρώγαμε, στη λέσχη του Πανεπιστημίου δηλαδή, είχε μια τεράστια ουρά που κάνανε πάνω στις σκάλες οι Γερμανοί. Εγώ ανέβαινα τις σκάλες, τους πέρναγα όλους, και πήγαινα και έπαιρνα το φαγητό μου. Αλλά, αυτοί μένανε στις σκάλες. Παίρναν τα κουταλάκια τους και πάνω στα σκαλοπάτια κάνανε ουρά. Μια φορά ένας φίλος μου που οδηγούσε το ποδήλατό του —έχουνε πάρα πολλούς ποδηλατοδρόμους οι Γερμανοί. Επίσης αυτό ακούγεται πολύ ευχάριστο για κάποιον ο οποίος μένει στην Ελλάδα, αλλά είναι εξοργιστικό να έχεις να κοιτάζεις και τα αυτοκίνητα και τα ποδήλατα. Και μάλιστα, οι Γερμανοί τι κάνουνε; Φέρνουν κάτι ποδήλατα τα οποία σέρνουν πίσω κάτι σαν άμαξα, πολύχρωμα κουβούκλια, στα οποία βάζουνε το μωράκι τους για να το πάνε βόλτα και πάνω στο κουβούκλιο βάζουνε μία σημαία για να μην πατήσει το παιδάκι σου. Αυτό το βλέπεις συνέχεια. Είναι σαν το καρναβάλι της Πάτρας, σαν άρμα δίπλα σου. Λοιπόν, ένας φίλος μου έκανε ποδήλατο και η ρόδα του είχε περάσει λίγο από τη γραμμή, τον ασβέστη που είναι για ποδήλατα στη μεριά του δρόμου. Και μια γριά βγήκε απ’ το σπίτι της και έβαλε το σκουπόξυλό της μέσα στη ρόδα, στις ακτίνες του ποδηλάτου του. Και έπεσε κάτω ο άνθρωπος, φυσικά, και γκρεμίστηκε κάτω, εννοείται. Και αυτό το έκανε επειδή φυσικά, είχε περάσει λίγο απ’ τη γραμμή του ασβέστη. Αυτός μια άλλη φορά είχε πέσει και είχε σπάσει την κλείδα του από το ποδήλατο και περνάγανε κόσμος και δεν τον βοήθαγε κανένας, φυσικά, μέχρι που κάποια τον ρώτησε: «Συγνώμη. Θέλετε μήπως βοήθεια;». Και αυτός είπε: «Φυσικά θέλω βοήθεια!». Και τον βοήθησε. Ευτυχώς.
Εκεί με το ποδήλατο τι έγινε τελικά;
Έπεσε κάτω αυτός. Την έβρισε. Και έφυγε. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Αλλά, είναι ένα φετίχ με τους κανόνες. Είναι φοβερό πράγμα αυτό. Είναι φοβερό. Και ισχύει παντού αυτό. Για παράδειγμα, μπορεί στο τρένο που είσαι σε ένα βαγόνι κάποιος να κοιμάται πλάι σε ένα Γερμανό ο οποίος να έχει πιει πάρα πολύ. Οι Γερμανοί κάνουνε saufen, να πιούνε πολύ και να γίνουνε χώμα, λιώμα. Ο Γερμανός άμα πιει θα γίνει λιώμα. Αλλιώς δεν θα πιει καθόλου. Δεν έχει νόημα. Ε, λοιπόν, στα τρένα ουρλιάζουνε. Δηλαδή, μπορεί να κοιμάται πλάι τους ο άλλος κι αυτός να ουρλιάζει επειδή έχει πιει, να ουρλιάζει. Αν υπήρχε μια ταμπέλα που να ‘λεγε «Μην ουρλιάζετε άμα κάποιος κοιμάται πλάι σας», θα το κάνανε. Αλλά, δεν το σκέφτονται, κατάλαβες; Για πες, για πες.
Τι ήθελα να σε ρωτήσω; Α, αυτό δεν το ήξερες πηγαίνοντας; Δηλαδή, είχες μία επαφή με την κουλτούρα. Δεν είναι ότι πήγες σε μια χώρα που δεν είχες ιδέα.
Ναι. Αυτό που λες ισχύει. Αυτό που λες ισχύει. Αλλά, πιστεύαμε όλοι ότι θα έχουν και καλά στοιχεία οι Γερμανοί. Θα είμαστε στη μέση της Ευρώπης. Θα κάνουμε ταξίδια κτλ., τα οποία τα κάναμε, φυσικά. Έχεις δίκιο αυτό που λες. Φυσικά, αυτό ήταν το μεγάλο λάθος. Το είχαμε δει από τους Γερμανούς στο σχολείο. Έχεις απόλυτο δίκιο. Λοιπόν, αυτό που είπαμε με τους κανόνες είναι πάρα πολύ ιδιαίτερο που το έχουν οι Γερμανοί. Και τώρα είμαι σε όλη μας την... Και οι κανόνες, τώρα, ως νόμος —ως θεσμός, ως μοτίβο, ως ότι έτσι πρέπει να ‘ναι τα πράγματα, ρε παιδί μου, ότι πρέπει να ‘ναι έτσι τα πράγματα και έτσι είναι. Για παράδειγμα: Συχνά ζήταγαμε μια κόκα κόλα ενώ παραγγέλναμε φαγητά και θέλαμε να πάρουμε μια κόκα κόλα, και τους λέγαμε: «Την κόκα κόλα φέρτε την μου με το φαγητό». Αυτό για εκείνους ήτανε αδιανόητο, γιατί από όταν το έλεγες, όταν εξέφραζες ότι θέλεις μία κόκα κόλα, έπρεπε να στην φέρνουν εκείνη τη στιγμή. Και μας είπαν ότι «Αυτό δεν γίνεται να το κάνουμε». Οπότε, εμείς λέγαμε: «Εντάξει. Δεν θέλουμε την κόκα κόλα. Άκυρη η κόκα κόλα». Και όταν τα φαγητά ερχόντουσαν λέγαμε: «Ωραία. Μια κόκα κόλα θέλω τώρα». Και αυτή μετά δεν καταλάβαινε καν το τέχνασμα και μας έλεγε: «Αφού πριν είπατε ότι δεν θέλετε κόκα κόλα». Δηλαδή, δεν καταλάβαιναν καν το τέχνασμα, το μηχανισμό, κατάλαβες; Ή μπορεί μία κυριούλα στο Saturn, —Saturn είναι σαν το Public… όχι σαν το Public, σαν το Media Markt[00:20:00]. Kαι μάλιστα έλεγα: «Tο Saturn πού είναι;». Αλλά, επειδή δεν το έλεγα με την προφορά τη γαλλική δεν καταλάβαιναν και μου λέγανε: «Αα, το Sat-u-rn!». Δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι όπως εμείς κάποιος λέει «Where is Akropolis?» καταλαβαίνουμε ότι εννοεί Ακρόπολη ή «moussaka» και λέμε «Μάλλον μουσακά θα εννοεί, ρε παιδί μου». Οι Γερμανοί ποτέ. «Ένα καπουτσίνο. Έναν καπουτσίνο;». «Α, capucc-iii-no». Καταλαβαίνεις; Ή «τσιπς». «Α, ch-ii-ps». Κατάλαβες; Ή «μπέργκερ». «Buerger». Είναι τέτοιοι θεωρώ. Κατάλαβες την λογική, έτσι;
Ναι.
Και μια κυριούλα στο Saturn είχε πάρει κάτι σακούλες. Είχε πάρει ένα βουνό με CD τόσο, βουνό, βουνό. Και ενώ έφευγε πήρε… Είχε πάρει μια σακούλα από το ταμείο. Έβαλε μέσα τα τέτοια. Κι ενώ έφευγε υπήρχε ένας πάγκος που ‘χε σακούλες και πήρε άλλη μια σακούλα. Και η πωλήτρια τής φώναξε: «Ε, συγγνώμη. Τι κάνετε εκεί; Δεν μπορείτε να πάρετε σακούλα. Αφήστε τη σακούλα κάτω και φύγετε». Και έφυγε. Δεν μπορούσε να πάρει δεύτερη σακούλα. Κατάλαβες; Δεν δικαιούντανε με αυτά που πήρε. Και μετά ψηφίζεις πάλι την «Πωωω! Τι είναι αυτό που πας και κάνεις!», τύπου «Τι είναι αυτοί τώρα; Πού μας φέρανε;». Αυτή είναι μια αγένεια που έχουν οι Γερμανοί. Υπάρχει μια θεώρηση ότι οι Ευρωπαίοι είναι πιο ευγενικοί από εμάς, από τους Έλληνες, που δεν ισχύει καθόλου. Για μένα δεν έχουν καθόλου, καμιά αστική ευγένεια. Ούτε ευγένεια ούτε έχουνε το καλωσόρισμα, ούτε έχουνε την ευγένεια σε ένα μαγαζί, ρε παιδί μου. Δηλαδή, μπορείς να ρωτήσεις… Σ’ ένα μαγαζί που παίζαμε μπιλιάρδο και είχε ιρλανδικό φαγητό —μπέργκερ βασικά είχε αυτό το μαγαζί. Και λες—
Pub.
Pub. Και έλεγες: «Μπορώ να πάρω παρακαλώ μια, μπορώ να γράψω το όνομά μου για να έρθει η σειρά μου να μου δώσετε τις μπάλες του μπιλιάρδου;». Και λέγανε: «Αυτό δε γίνεται εδώ πέρα». Σα να της λέω: «Μπορώ να σε χαστουκίσω ή μπορώ να σε πάρω σπίτι μου;», κατάλαβες; Ήτανε τρελό αυτό που ρώτησα. Υπήρχε αυτό το πράγμα. Και όταν παραγγέλναμε φαγητό. Είχα μεγάλο πρόβλημα με το φαγητό. Πάρα πολύ δύσκολο το φαγητό στη Γερμανία. Οι σερβιτόροι ήταν πολύ περίεργοι, ανίκανοι, αδιάφοροι και βαρετοί. Δηλαδή, έλεγες: «Θα ‘θελα ένα μπέργκερ χωρίς κρεμμύδι» και δεν καταλαβαίνανε τι εννοείς. Και εγώ τους έλεγα: «Ωραία. Βάλτε όλα τα υλικά» —τα υποδείκνυα— «βάλτε ντομάτα, κρεμμύδι και όχι αυτό. Δηλαδή, μία κίνηση λιγότερη θα κάνετε». Δε γινόταν αυτό να το κάνεις! Έβγαζες προφανώς το κρεμμύδι.
Μια φορά είχα πει: «Θέλω plus ein Burger», συν ένα μπέργκερ στο μπέργκερ μου. Καλά, αυτό ήταν αδιανόητο, φυσικά. Εγώ το έκανα και για να γελάσω κιόλας. Ήθελα να δω το κοκομπλόκο που θα δημιουργούσα σε όλο το σύστημά τους. Και μετά πήγαινε η τύπισσα μέσα στο μαγαζί: «Εντάξει», λέει, «θα ρωτήσω το μάγειρα και θα σας πω». Και γύρναγε και έλεγε: «Εντάξει, μόνο για εσάς θα βάλουμε ακόμα ένα μπέργκερ. Συν 1.5 ευρώ. Ντάξει;». Λέω εγώ: «Ναι! Ναι! Εντάξει!». Ήταν τρελό. Ή παρήγγελνες εσύ, παρήγγελνα εγώ και παραγγέλναμε και μία σαλάτα. Και ρώταγαν: «Ωραία. Για ποιον είναι η σαλάτα;». «Για όλους» της έλεγα. Αυτό ήταν ένα αδιανόητο concept για αυτούς —γιατί ήταν concept—, ότι κάποιος θέλει να φάει κάτι, ότι όλοι μαζί να φάνε από το ίδιο πιάτο, ρε παιδί μου. Υπήρχε ένας Έλληνας σερβιτόρος στο μαγαζί ο οποίος της έλεγε: «Εντάξει, φύγε, φύγε». Την έδιωχνε απ’ το τραπέζι μας και έκανε εκείνος τη δουλειά. Αυτός ήταν ένας Έλληνας που μπορούσε να συνεννοηθεί μαζί μας. Οι σερβιτόροι, επίσης, με το που βλέπανε ότι τρως το τελευταίο για εκείνους μέρος του γεύματός σου τρέχαν να σου πάρουν το πιάτο. Έπρεπε να δώσεις αγώνα για να μη σου πάρουν το πιάτο αν θες να τσιμπάς λίγο ακόμα, κατάλαβες; Ήτανε αυτό το πράγμα λες και παίρνουνε κάτι παραπάνω άμα βιαστούν να πάρουν τα πιάτα. Και πάντα σου λέγανε, άμα δεν έπαιρνε το tip, το φιλοδώρημα, σου λέγανε: «Γιατί δεν με φιλοδωρείς; Γιατί δεν μου δίνεις λεφτά;». Δηλαδή, δεν μπορούσες να αφήσεις στο τραπέζι το πουρμπουάρ. Έπρεπε να τα πάρει εκείνη. Δηλαδή, θέλαν να παίρνουν ένα πουρμπουάρ από όλους. Κατάλαβες; «Zusammen oder getrennt?».
Τι;
Όλοι μαζί ή ξεχωριστά για να πληρώσουμε. Και έλεγες: «Zusammen» και έπρεπε να πληρώσει ο καθένας ένα πουρμπουάρ, κανονικά, είθισται. Κατάλαβες; Εκείνοι λέγανε: «Γιατί δεν μου έδωσες πουρμπουάρ;». Τέτοια κατάσταση η των σερβιτόρων στην Γερμανία. Ένας φίλος μου μια φορά είχε παραγγείλει μία μπύρα και επειδή ήταν πολύ μακριά η άλλη, η σερβιτόρα, είπε —με χειρονομίες, φυσικά— «Noch ein Bier», «Άλλη μία μπύρα» —μεταφράζω — και έκανε το χέρι του, έκανε την απόσταση από το χέρι του πάρα πολύ μεγάλη ώστε να μπορέσει αυτή να φέρει μια μεγάλη μπύρα. Κατάλαβες; Όπως δείχναμε το μέγεθος. Και το ανέβασε τόσο ψηλά, σαν το μπόι του το χέρι του. Αλλά, φυσικά μικρή μπύρα τού έφερε η σερβιτόρα. Δεν μπορούσε να καταλάβει το συμβολισμό. Έχουν τέτοια πράγματα οι Γερμανοί. Έχουν τέτοια προβληματικά —με την πιο ήπια έννοια το λέω— θέματα. Δηλαδή, μια έξοδος ήταν μια περιπέτεια κάπως, με έναν τρόπο. Ή σου βάζαν μετά το ποτό σου, φυσικά, στο χέρι — 23:00 η ώρα—, σε ένα πλαστικό ποτήρι να φύγεις. Σε διώχνανε κανονικά. Καμιά ευελιξία, ρε παιδί μου, αυτός ο λαός δεν μπόρεσε ποτέ να επιδείξει σε όλη αυτή την εποχή.
Νομίζω ότι θα είχε πάρα πολύ ενδιαφέρον μια αντίστοιχη συνέντευξη με κάποιον σερβιτόρο Γερμανό που σε συναναστράφηκε!
Έχεις απόλυτο δίκιο. Έχεις απόλυτο δίκιο. Υπήρχε ένας φίλος μας εκεί πέρα που λεγόταν F[00:25:00]lo κι εμείς τον λέγαμε Tubo αυτόν, από το TuboFlo. Και τον φωνάζαμε Tubo αυτόν τον τύπο. Αλλά, αυτόν εγώ τον κάλεσα σπίτι μου για να φάμε μπριζόλες, να κάνουμε ένα μπάρμπεκιου, ρε παιδί μου. Και αυτός πήγε να πάρει τις μπριζόλες για όλους μαζί. Και φυσικά αρνήθηκε να πάρουνε όλοι μαζί ίδιες μπριζόλες και ήθελε να πάρει τις δικές του μπριζόλες, εννοείται. Αυτό σού φαίνεται περίεργο; Και πήρε τις δικές του μπριζόλες. Να σου πω εγώ… Αν αυτό είναι περίεργο… Τις δικές του μπριζόλες με τις μαρινάδες του τις ωραίες κτλ. Και αρνήθηκε φυσικά να πληρώσεις όλοι μαζί. Και όταν οι φίλοι μου είπαν να πάρουμε και μία Weissbier —η Weissbier είναι η θολή μπύρα που λέμε στην Ελλάδα. Έχεις πιει, φαντάζομαι.
Ναι, αμέ.
Αυτός αρνήθηκε, γιατί ρώτησε άμα «ο Σπύρος σπίτι του τα μεγάλα ποτήρια της μπύρας», γιατί αυτά είναι στα μεγάλα ποτήρια. Και όταν έμαθε ότι δεν έχω εγώ αυτά τα μεγάλα ποτήρια δεν πήραμε. Έβαλε βέτο ότι δεν μπορούμε να πιούμε αυτές τις μπύρες σε ποτήρια μικρά. Οπότε, δεν ήπιαμε εκείνη την ημέρα Weissbier λόγω του φίλου μας του Flo, τoυ Tubo. Μετά ήρθε σπίτι μας. Τον κεράσαμε καφέ, τυρόπιτα. Τα αρνήθηκε όλα γιατί δεν ήθελε να δοκιμάσει τώρα τυρόπιτα πρώτη φορά στη ζωή του, ούτε ήθελε να πιει καφέ μετά από τις 17:55, που ήτανε γιατί πίνει μέχρι τις 18:00 αυτός, κάτι πράγματα ωραία. Αυτά τα όμορφα πράγματα που κάναν οι Γερμανοί. Ο Flo είναι μια φοβερή περίπτωση. Ο Flo μπορείς να τον ρωτήσεις άμα έχει δει καμιά καλή ταινία τελευταία. Και θα σου απαντούσε: «Ναι» και θα άλλαζε θέμα συζήτησης, γιατί αυτό τον ρώτησες. Δεν τον ρώτησες ποια ταινία είδε τελευταία. Γενικώς αυτό ήταν πάρα πολύ θέμα, της ακρίβειας. Μπορούσες να πας να παραγγείλεις και έλεγες: «Καλησπέρα». Λέγανε: «Καλησπέρα». Τους έλεγες «Μπορώ να παραγγείλω;» και άκουγες σιγή από το τηλέφωνο. Ξανάλεγες «Kann ich bestellen?» και σου λέγανε: «Φυσικά μπορείτε να παραγγείλετε!». Δηλαδή, ήταν ένα εξωφρενικό ερώτημα αυτό που έκανα πάντοτε. Ήταν να ανοίξει λίγο η συζήτηση της παραγγελίας. Αυτό ήτανε πάντα αδιανόητο. Οι Γερμανοί έχουν τις χειρότερες από όλους πιτσαρίες και ντελίβερι να ξέρεις. Έχουνε χάλια πίτσες. Ακόμα κι αν είναι πίτσα Domino’s, που είναι διεθνής, στη Γερμανία είναι χάλια. Βάζουνε 1 κιλό ρόκα πάνω στην πίτσα και την καλύπτουνε με ρόκα, η οποία δεν είναι καν αλατισμένη ή με λάδι. Είναι πάρα πολύ απαίσιο. Και τα φέρουν με ποδήλατα λόγω της οικολογικής μαλακίας που τους δέρνει. Με ποδήλατα φέρνουν τα… Δηλαδή, να πάω με τα πόδια να πάρω την πίτσα μου. Και όταν την φέρνουνε σου ζητάνε ένα πιάτο συχνά. Πρέπει να πας στο κατάστημα ένα πιάτο για να μην χαλάσουν το χαρτί της συσκευασίας. Και σου βάζουν την πίτσα πάνω στο πιάτο. Επίσης, δεν κόβουνε ποτέ την πίτσα σε κομμάτια. Πρέπει να την κόψεις μόνος σου. Όπως καταλαβαίνεις, είναι προβληματικό όλο αυτό. Αλλά, αυτό… Για πες.
Γιατί δεν έπαιρνες ένα χοτ ντογκ;
Ναι. Γιατί δεν παράγγελνες χοτ ντογκ. Δεν υπήρχαν πολλά ντελίβερι. 19:00 η ώρα ήταν όλα κλειστά. Άκουγες να κλείνουν οι πόρτες 19:00 η ώρα το βράδι. Άκουγες το κρουκ κρουκ. Πως είναι στις ταινίες, κατάλαβες; Να κλείνουν τα μαγαζιά κι όλα αυτά στην οδό. Στο λεωφορείο ήταν πάρα πολύ περίεργο. Στο λεωφορείο οι Γερμανοί καθόντουσαν ήσυχοι. Δεν άκουγες φωνή στο λεωφορείο. Καθόντουσαν και κοιτάγαν τη μπροστινή τους θέση. Αυτό ήτανε όλη τους η διαδρομή. Και αν άκουγαν ελληνικά οι Γερμανοί, κάτι αλλόγλωσσo από εκείνους, σε κοιτούσανε μες τα μάτια, μες στη μάπα, έτσι, πολύ έντονα, ρε παιδί μου. Δηλαδή, αυτό που σε εμάς όχι δεν το κάνεις, θεωρείται αγένεια. Γιατί να το κάνουμε αυτό; Αλλά, όχι. Σε κοιτάγανε μες στη μούρη, μες στα μάτια, τύπου «Ποιος είναι αυτός ο περίεργος εξωγήινος εδώ πέρα που υπάρχει;». Μια φορά στο λεωφορείο δεν είχε ανοίξει η πόρτα μου και φώναζα «die Tür!» φώναξα, δηλαδή «η πόρτα!». Και γυρίσαν όλοι και με κοιτάξαν σα να ήμουνα τρομοκράτης. Ντάξει, λογικό. Περίμενε, γιατί εγώ τα έχω σημειώσει όλα αυτά. Ήθελα να γράψω ένα κείμενο γι’ αυτό το θέμα. Θα σου πω. Ένας φίλος μου, επίσης, είχε αφήσει το ποδήλατό του κοντά στην είσοδο της πολυκατοικίας που έμενε. Και επειδή αυτό απαγορεύεται —γιατί απαγορεύεται; Επειδή σε περίπτωση πυρκαγιάς μπορεί να σκοντάψεις πάνω στο ποδήλατο και να πέσεις κάτω— και ο θυρωρός τού τρύπησε τα λάστιχα. Ήταν αυτό που έκανε για να τον τιμωρήσει, φυσικά.
Να σε ρωτήσω εγώ κάτι άλλο όσο το σκέφτεσαι;
Ό,τι θέλεις. Εννοείται.
Στο πανεπιστήμιο πήγες;
Ναι. Αυτό είναι πολύ αστείο. Φυσικά πήγα.
Είναι πολύ αστείο;
Ναι, φυσικά πήγα. Πήγα στο πανεπιστήμιο. Πήγα στο πανεπιστήμιο, φυσικά. Σπούδαζα Ιστορία και Αρχαία Ελληνικά εκεί πέρα. Την πρώτη μέρα των Αρχαίων Ελληνικών που πήγα σε έναν τύπο, —όσοι ήταν με τα Αρχαία Ελληνικά, είχανε σχέση, ήτανε οι πιο εξευγενισμένοι Γερμανοί που έχω γνωρίσει ποτέ. Είχαν κάτι ευγενές. Δεν μπορώ να στο εξηγήσω. Δηλαδή, μπορεί να σου φανεί περίεργο.
Μου φαίνεται.
Είμαι σίγουρος, Σεμέλη, αλλά όχι. Ήταν όντως πιο… στην φάτσα τους, στη φατσούλα τους. Εγώ έκανα αρχαία σε ένα δωμάτιο με δέκα ανθρώπους. Και είπε: «Ποιος θέλει να διαβάσει το κείμενο;». Κάναμε το Συμπόσιο —του Ξενοφώντα, όχι του Πλάτωνα. Του Ξενοφώντα. Και εγώ σήκωσα το χέρι μου και άρχισα να διαβάζω, φυσικά, ελληνικά. Και γελάσανε όλοι πάρα πολύ επειδή εκείνοι διαβάζουνε ερασμιακά, όπως ξέρεις. Δεν μιλάνε ελληνικά. Και αυτός είπε: «Όχι, μην γελάτε», λέει, «γιατί ο Έλληνας έτσι», λέει, «τα ελληνικά. Έτσι τα διαβάζουν οι Έλληνες και μην γελάτε καθόλου». Αυτός ήταν πολύ γλυκούλης τύπος, αυτός ο τύπος που δίδασκε ελληνικά. Γενικώς οι Γερμανοί προσαρμόζουν τα πάντα στη γλώσσα τους. Δηλαδή, ο βασιλιάς, ο βασιλεύς, λέγεται «μπασιλόης» στην ερασμιακή προφορά, γιατί το «ε» και το «ι» στα γερμανικά είναι «οι», κατάλαβες; Είναι «μπασιλόης», δηλαδή. Όλη αυτή η λογική… Υπάρχει ένα μοτίβο εδώ πέρα όπως καταλαβαίνεις. Υπάρχει ένα προκρούστειο πράγμα.[00:30:00] Είχαμε και ένα μάθημα που ήταν Ρωμαϊκή Ιστορία, ρωμαϊκή πολεμική, res militaris. Ενδιαφέρον πολύ. Αλλά, εκεί πέρα ήταν ένας άριος τύπος, ένας τρίμετρος τύπος, ένας άριος, ένα ντερέκι, ρε παιδί μου, τύπου SS, ρε παιδί μου, Γκεστάπο. Έτσι, λοιπόν, ο τύπος άρχισε το μάθημα θέλοντας να μας εξηγήσει πόσο πολύ η Ιστορία είναι επίκαιρη πάντοτε, ρε παιδί μου. Και είχε ένα power point στην αρχή που ‘χε την ελληνική σημαία και τη σημαία των Σκοπίων. Και μας είπε ότι «οι Μακεδόνες και οι Έλληνες έχουν μεγάλο ζήτημα για το εάν είναι Μακεδόνας ή Έλληνας ο Μέγας Αλέξανδρος» και πώς η Ιστορία είναι επίκαιρη. Και ‘γω σήκωσα το χέρι μου και τους είπα ότι αυτό δεν είναι καθόλου ζήτημα ιστορικό και ότι αυτό έχει λυθεί ιστορικά και ότι οι Μακεδόνες είναι ένα φύλο ελληνικό και οι Σκοπιανοί είναι Σλάβοι κτλ. Και του είπα για το συμβολισμό που έχει το άστρο της Βεργίνας και τι γλώσσα μίλαγε ο Μέγας Αλέξανδρος και όλα αυτά. Και αυτός ο Γερμανός, ο «επιστήμονας», είπε: «Εγώ δεν παίρνω θέση, βέβαια, σ’ αυτή τη διαμάχη. Εγώ απλώς εξηγώ αυτό το πράγμα». Και δεν έπαιρνε θέση λέγοντας «οι Μακεδόνες και οι Έλληνες»! Δηλαδή, είχε πάρει ήδη θέση, εννοείται. Και μια άλλη εκεί πέρα, ένα τσόκαρο, σήκωσε το χέρι της και είπε ότι «Άκου τώρα, Σπύρο, να σου πω» —που ήξερε αυτή. Ήθελε να λύσει τα πράγματα. Και λέει η μάνα του ήταν Ελληνίδα και ο πατέρας του Μακεδόνας. Το έλυσε αυτό το θέμα εκείνη. Εγώ της απάντησα ότι αυτά που λέει είναι ανυπόστατα τελείως και ότι επιστημονικά, wissenschaftlich, δεν ισχύει. Και σηκώθηκα και έφυγα, εννοείται, από το μάθημα —για να μην μου κάνει τίποτα ο Γκεστάπο τύπος. Και έφυγα. Ντάξει, πλάκα κάνω. Δεν έφυγα για αυτό. Έφυγα γιατί ήταν προσβλητικό αυτό και απαράδεκτο. Οι Γερμανοί γενικότερα… Βλέπεις ότι η Επιστήμη με την Πολιτική ποτέ δεν μπορεί να διαχωριστεί και ο ίδιος που έκανε Ρωμαϊκή Ιστορία, είχα πάει και τον είχα ρωτήσει στο διάλειμμα, γιατί είχε πει: «οι Μακεδόνες και οι Έλληνες» κι αυτός, «Mazedonier und Griechen». Λέω: «Γιατί το ‘πατε αυτό; Αφού δεν ισχύει αυτό». Και μου είπε: «Ναι, έχεις δίκιο. Και τους Μακεδόνες Hellenen τούς θεωρούσαν». «Έλληνες τούς θεωρούσαν», λέει, «τους Μακεδόνες». Ντάξει. Αλλά, συνέχισε να λέει ακριβώς αυτό το πράγμα συνεχώς, το πώς η πολιτική, ρε παιδί μου είναι μέσα σε όλα αυτά τα πράγματα. Εγώ πήγαινα σε ένα μάθημα. Ήταν πολύ καλός αυτός ο τύπος. Είχε ένα μάθημα 07:30 το πρωί με 10:00 sine tempus, χωρίς ακαδημαϊκό τέταρτο. Δηλαδή ήταν «cum tempus» που σήμαινε «μαζί με tempo, μαζί με χρόνο», δεκαπεντάλεπτο, το ακαδημαϊκό τέταρτο, και ώρες οι οποίες ήτανε χωρίς το ακαδημαϊκό. Ήτανε μπαμ, νταν. Ήταν πάρα πολύ νωρίς. Αυτός ήταν φοβερός τύπος στη Ρωμαϊκή Ιστορία. Και ‘κει μια μέρα πάω και μύριζε η τάξη όλη μανιτάρια. Και ήταν μια η οποία είχε φέρει μια γαβάθα με μανιτάρια, Με ζουμί όμως, με ζουμί. Και έτρωγε 07:30 η ώρα το πρωί μπροστά μου τα μανιτάρια της. Ήταν αηδιαστικό. Όπως και παίρνανε κάποια νερά τα οποία είχανε μέσα ροδάκινα, μήλα κτλ. Γιατί εκεί δεν πίνουν νερό οι Γερμανοί, πίνουν ανθρακούχο νερό, πίνουν φυσικό. Και τους έλεγα πάντα ότι «Θέλω νερό από τη βρύση». Και σου λέγανε: «Με δική σας ευθύνη», όμως, πάντα. Έπρεπε να ζητήσεις νερό χωρίς Kohlenstoff, χωρίς ανθρακικό. Εκεί ήταν μια άλλη τύπισσα η οποία έκανε ένα μάθημα Ελληνικές Αποικίες στην Ισπανία, ένα σεμινάριο. Ήτανε μια πάρα πολύ άσχημη καθηγήτρια, πάρα πολύ άσχημη. Τέλος πάντων. Αυτή, λοιπόν, η τύπισσα… Λοιπόν, αυτή μια μέρα γυρνάει και μου λέει «Συγγνώμη, το κάνατε το διαγώνισμα;» ή έλεγε «Μη μιλάτε» ή έλεγε «Τι κάνετε εκεί πέρα; Άνοιξες κινητό;». Σα να ‘ναι σχολείο, δηλαδή, τελείως.
Δεν κατάλαβα. Γράφατε εκείνη την ημέρα;
Όχι, όχι τίποτα. Απλώς μιλάγαμε. Ήταν σεμινάριο, κατάλαβες;
Και την ώρα του σεμιναρίου άνοιξες το κινητό.
Ναι. Και φρίκαρε η άλλη ρε. Λες και είμαστε στο σχολείο. Έκανε παρατήρηση. «Θα στο πάρω στο τέλος, κατάλαβες»; Είχαμε και μια άλλη καθηγήτρια που ήτανε... Αλλά, το Πανεπιστήμιο στη Γερμανία είναι όλο τεχνοκρατικό. Δηλαδή, μαθαίνεις πώς να εξετάζεις τις πηγές ή κάνεις power point για να εξηγήσεις έναν ιστορικό. Δεν μαθαίνεις Ιστορία εγγενώς —όχι εγγενώς, ad hoc—, Ιστορία. Και επίσης, είναι χύμα τα πράγματα. Δηλαδή, μπαίνεις πρώτο μάθημα «Το συνέδριο που παρέθεσε ο τάδε ηγεμόνας στη Φραγκονία το 300 π.Χ.». Αυτό είναι μάθημα τώρα. Δεν υπάρχει κάποια δομή, κατάλαβες; Πολύ χύμα.
Εννοείς ότι δεν υπάρχει ένα σταθερό πρόγραμμα ακαδημαϊκό—
Ναι. Ακριβώς.
και ο καθένας επιλέγει το εξειδικευμένο μάθημα που του αρέσει.
Ακριβώς. Ωραία το ‘πες. Αυτό ακριβώς είναι. Και είχαμε πολλά μαθήματα φροντιστηριακού τύπου που εξηγούν τους όρους του άλλου μαθήματος. Ήταν όλο πάρα πολύ σχολικό πράγμα, τελείως αισχρό. Είχαμε μια «καθηγήτρια» —κάνω το χέρι μου σαν εισαγωγικά, γιατί δεν υπάρχει εικόνα—, η κυρία Winter. Η κυρία «χειμώνας». Άρια τελείως. Πολύ[00:35:00] κοντή, αλλά άρια, ξανθιά, γαλανομάτα, πανέμορφη. Αυτή μας είχε πει: «Θα προσπαθήσω πάρα πολύ να σας φέρω Gluhwein τα Χριστούγενα». Το Gluhwein ξέρεις τί είναι;
Ναι.
Τι είναι;
Αυτό το κρασάκι το ζεστό που βάζουνε και φρούτα μέσα.
Ακριβώς. Ακριβώς. Αυτό. Δεν μας έφερε ποτέ, όμως. Ποτέ δεν μας έφερε Gluhwein. Άμα δω ακόμα ένα Gluhwein στη ζωή μου θα τρελαθώ. Ήταν αισχρό, γιατί πήγαινες σε πολλά Weihnachtsmarkt αγορές χριστουγεννιάτικες των Γερμανών και πίνανε όλοι αυτό το πράγμα. Αυτή τη μιζέρια, ρε παιδί μου, να πίνεις αυτό το πράγμα σε μια κούπα! Μου ερχόταν να τους κοπανήσω στο κεφάλι, να τους πετάξω τις κούπες, αλλά ντάξει. Εκεί ήταν που μπήκε ένας τζιχαντιστής με ένα βαν και σκότωσε μερικούς. Ναι, πριν τρία χρόνια. Εγώ δεν ήμουν Γερμανία όμως τότε ευτυχώς.
Δεν ήσουν τότε.
Όχι ευτυχώς. Ήταν στο Βερολίνο. Τι άλλο μπορώ να σου πω; Ήτανε, λοιπόν, ότι κάθε σου βήμα στη Γερμανία ήτανε λίγο ανασφαλές. Έδινες μάχη για πολλά πράγματα. Επίσης, η γυφτιά κυριαρχούσε στη Γερμανία, η τσιγκουνιά. Όπως σου είπα, αυτό… ή ζήταγες λίγο παραπάνω φαγητό στη Μensa, λίγο παραπάνω ποσότητα, μην σου βάλουνε δύο, να σου βάλουνε τρία από κάτι. Και σε κοιτάγαν πολύ περίεργα εκεί πέρα, φυσικά. Δηλαδή, υπήρχε αυτό το πράγμα. Ήταν, λοιπόν, μια τύπισσα —είχαμε έναν Ιταλό εκεί πέρα που είχε πάει για Erasmus στην κυρία Winter, την κυρία «χειμώνα». Αυτός αργούσε λίγο να ‘ρθει, κάνα πεντάλεπτο. Και μια τύπισσα τού είπε: «Αυτό που κάνεις είναι απαράδεκτο» —μαθήτρια, φοιτήτρια κι αυτή. «Δε θα αργείς», λέει, «γιατί με αποσυντονίζεις και θέλω να φύγεις από το μάθημα». Τέτοιου τύπου ήταν αυτή.
Και ακολούθησε μετά διαμάχη για το αν θα μείνει ή θα φύγει στο μάθημα αυτός;
Όχι. Όλοι οι υπόλοιποι είπαν ότι αυτή είναι για τον πούτσο —συγγνώμη—, ότι αυτή είναι απαράδεκτη. Έτσι την είπαν οι άλλοι Γερμανοί. Δηλαδή, δεν την πήγαιναν αυτή, ευτυχώς, ντάξει. Αλλά, συνέβη αυτό, ρε παιδί μου, συνέβη, συνέβη αυτό το πράγμα.
Μήπως αυτά τα παραδείγματα είναι, όμως, είναι πολύ ειδικές περιπτώσεις;
Είμαι ακόμα στην αρχή. Και έκατσα εννιά μήνες, έτσι; Έκατσα εννιά μήνες. Το ζήτημα, λοιπόν, είναι ότι όλοι αυτοί οι κανόνες οι οποίοι κυριαρχούν στη Γερμανία έρχονται σε αντίθεση με την ευγένεια, γιατί η ευγένεια δεν υπάρχει σε κανόνες. Δεν είναι γραμμένη σε κανόνες η ευγένεια, ρε παιδί μου. Και αυτό το έβλεπες συνεχώς σε όλη αυτή την αλληλεπίδραση. Και έτσι, σιγά-σιγά όλοι μου οι φίλοι άρχισαν λίγο να μαραζώνουν εκεί πέρα, γιατί όλο αυτό γινόταν συνεχώς. Δηλαδή, συνεχώς τέτοιες περιπτώσεις έβλεπες, και αγένειας και κανονικοποίησης και καθόλου ευελιξίας, μηδενικής ευελιξίας στα πράγματα αυτά. Πήγαμε μερικές εκδρομές... Γιατί γελάς;
Περιμένω να μου πεις για τις εκδρομές…
Πήγαμε μερικές εκδρομές λοιπόν, road trip και καλά. Πήγαμε στο Άμστερνταμ και στο Λουξεμβρούργο.
Στο;
Στο Λουξεμβούργο και στο Άμστερνταμ.
Λίγο πιο καθαρά αν μπορείς να τα λες.
Λουξεμβούργο και στο Άμστερνταμ, λοιπόν. Μας σταμάτησαν για ναρκωτικά στο δρόμο εννοείται. Δεν είχαμε. Όταν πηγαίναμε, όμως, φυσικά όχι όταν γυρνάγαμε. Όχι. Και πάλι δεν είχαμε, αλλά μας σταματήσανε όταν πηγαίναμε. Και ένα βράδυ θυμάμαι ήτανε 23:00 η ώρα και είχαμε κάπου να παρκάρουμε για να κοιμηθούμε στο αμάξι. Και ξαφνικά ρίχνουν δυο πόρτες. Ήταν ένα τεράστιο σπίτι παλιό. Και μας βρίζουνε μία στα γαλλικά μία στα γερμανικά επειδή τους είχαμε ξυπνήσει. Ήταν πάρα πολύ αστείο. Είχαμε περάσει πάρα πολύ ωραία.
Πώς τους ξυπνήσατε;
Μιλάγαμε στο δρόμο. Εκεί πέρα ήταν σούπερ η ερημιά, ήτανε ζόφος, ήτανε σκοτάδι, ήτανε απόλυτη ερήμωση. Και θεωρήθηκε πάρα πολύ δυνατά όπως μιλάγαμε. Αυτοί βγήκαν και ουρλιάζανε. Ήτανε δύο διαφορετικοί γείτονες σκέψου, αλλά αρχίσαν ταυτόχρονα. Και μας βρίζαν. Ήταν σαν ταινία. Ήταν πολύ ωραίο. Γραφικό τελείως. Γραφικό. Α, ναι. Μια φορά μιλάγαμε με τον TuboFlo και του λέγαμε ότι είναι καλοκαίρι στη Γερμανία. Εννοούσαμε ότι ήταν πάρα πολύ ζεστά στη Γερμανία, γιατί είχε 24 βαθμούς. Και ο TuboFlo διαφώνησε και είπε ότι «Όχι, από 25 βαθμούς θεωρείται καλοκαίρι, όχι 24». Είναι αυτό, δηλαδή, το πράγμα ακριβώς όπως σου λέω. Η πλήρης κυριολεξία. Α, ναι. Παίζαμε ένα παιχνίδι Taboo στο σπίτι μου εκείνη την μέρα με το φαγητό. Πάω λίγο πίσω. Δεν πειράζει…
Ναι. Απλά δεν κατάλαβα ποια μέρα. Ξαναπές.
Μια μέρα που είχαμε καλέσει τον TuboFlo σπίτι μου να φάμε…
Με τις μπριζόλες;
Με τις μπριζόλες. Και παίξαμε Taboo. Ήταν «κινηματογράφος» το θέμα, «Κino» δηλαδή, και μπορούσαμε να κάνουμε και χειρονομίες. Και ‘γω έκανα τη χειρονομία του ποπκόρν. Και οι άλλοι οι φίλοι μου, η Χριστίνα, η οποία ήταν η κοπέλα του Μάριου —λοιπόν, άκου: ο Μάριος και η Χριστίνα ήταν δύο, ένα ζευγάρι Ελλήνων που κάναν παρέα με μένα και την Έλλη. Βγαίναμε εμείς οι τέσσερις, λοιπόν. Και ο TuboFlo ήταν από το μάστερ του Μάριου. Παίζαμε, λοιπόν, το «Κino» και βρήκε τη λέξη η κοπέλα που έκανα εγώ το ποπκόρν και καλά, τη χειρονομία. Εξοργίστηκε! Ο TuboFlo τρελάθηκε, γιατί λέει: «Πώς κατάλαβες το σινεμά απ’ το ποκόρν;». Του φάνηκε τόσο πολύ τρελό! Τρελή ιδέα! Σου λέει τύπου ότι κλέβεις, ήταν κλεψιά. Ήταν τρελό. Δεν μπορούσε να το συνειδητοποιήσει, ότι γίνονται κάποιοι συνειρμοί οι άνθρωποι, γιατί οι Γερμανοί δεν μπορο[00:40:00]ύν να καταλάβουν ούτε την ειρωνεία, ούτε αυτές τις... Δηλαδή η ειρωνεία… Εμείς οι Έλληνες ως χιούμορ, ρε παιδί μου, έχουμε την ειρωνεία συνεχώς. Συνέχεια.
Ναι.
Οι Γερμανοί δεν μπορούν να το συνειδητοποιήσουν τι σημαίνει ειρωνεία, τι σημαίνει αυτό το πράγμα, με τίποτα. Είναι αυτή η απόλυτη κυριολεξία στα πάντα. Τι άλλο θα σου πω... Ήμασταν στα ταξίδια ε;
Τσακώθηκες με κανέναν σοβαρά; Γιατί, ντάξει τώρα αυτά είναι λίγο…
Ναι, δεν το λέω για τσακωμούς εγώ. Ναι, για πες.
Αυτά είναι και λίγο στην παρέα, ντάξει, μικροπεριέργειες.
Ναι.
Αλλά, σου έτυχε κανένα περιστατικό, έτσι, που όντως να σου δημιούργησε πρόβλημα;
Πρόβλημα; Τι εννοείς πρόβλημα;
Να ήταν κάποια σοβαρή κατάσταση που να έπρεπε να επιλυθεί.
Ναι.
Κάποιο γραφειοκρατικό, για παράδειγμα, και να μην μπορούσε να επιλυθεί.
Ναι. Σου είπα απ’ την αρχή. Ξεκινήσαμε την μας από την αρχή με ένα πρόβλημα γραφειοκρατικό. Πρέπει να έχεις σπίτι για να έχεις τηλέφωνο. Έπρεπε να επινοήσεις ένα ψεύτικο νούμερο ή να επινοήσεις μια κατοικία, ρε παιδί μου. Ναι, απ’ την αρχή. Εγώ έβαλα το ξενοδοχείο μου για κατοικία. Δηλαδή, από την αρχή ξεκίνησε αυτό το πράγμα. Άμα δεν είσαι λίγο ευέλικτος δεν μπορείς να αντέξεις. Είναι καφκικό αυτό το πράγμα που αρχίζει να δημιουργείται. Και ‘γω έβαλα του ξενοδοχείου μου την οδό ότι είναι σπίτι μου. Κι έτσι μπόρεσε αυτό να κινηθεί. Αλλά, δεν μπλέχτηκα ποτέ σε πολύ σοβαρή κατάσταση στο να γίνει αυτό, εντάξει. Ε, πες ότι στο δρόμο για Άμστερνταμ ο φίλος μου ο Λάμπρος υπερέβη ταχύτητα για 5 χιλιόμετρα. Αντί για 29 ήταν 30, ξέρω ‘γω. Και πήραμε κλήση. Δηλαδή, αυτό το πράγμα υπήρχε συνεχώς στη λογική της Γερμανίας. Στη Γερμανία καταλαβαίνεις, λοιπόν, κάτι πολύ πιο βαθύ τελικά, ότι οι άνθρωποι που δεν περνάνε καλά κάπου συχνά θέλουν να πείσουν τους εαυτούς τους ότι περάσανε καλά, ότι περνάνε καλά. Αυτές οι ιστορίες που σου ‘πα —και είναι κι άλλες. Μπορεί να σου πω αν θυμηθώ στην πορεία— σου κάναν τη ζωή, όπως καταλαβαίνεις, λίγο άσχημη. Δηλαδή, δεν μπορούσες να βγεις μέχρι αργά το βράδυ γιατί τα μαγαζιά ήτανε όλα κλειστά. Νιώθεις μια εχθρικότητα από παντού. Καμία «ζέστη». Νιώθεις με τη μία ότι είσαι ξένος σ’ αυτά τα μέρη. Υπάρχει ότι είσαι Έλληνας και μιλάς ελληνικά στο δρόμο και σε κοιτάνε περίεργα ή φράσεις ότι «Α, δεν έχεις λεφτά» επειδή είσαι Έλληνας. Όλα αυτά ήταν πάρα πολύ συχνά. Ή η λογική ότι πρέπει να βγεις σε ένα σπίτι, γιατί πάντα σε σπίτια βγαίναν οι Γερμανοί. Και κάνανε πριν το «vortrinken», δηλαδή πίνανε μπίρα πριν πάνε σπίτι και είναι ήδη σκατά όταν πάνε. Όλο αυτό το λέγαμε μεταξύ μας με τους φίλους μου όλοι μαζί και γελάγαμε. Γελάγαμε πικρά γιατί αυτό ήταν πάρα πολύ άσχημο. Γελούσαμε, αλλά αυτό σε φθείρει γιατί αυτό είναι η καθημερινότητά σου. Δεν χρειάζεται να γίνει κάτι πολύ σοβαρό για να νιώθεις την πίεση. Η πίεση ήταν από παντού. Έτσι, λοιπόν, καταλαβαίνεις γιατί οι Έλληνες εκεί πέρα ήταν όλοι δυστυχισμένοι. Δηλαδή, περνάει, έλεγε ένας τύπος —κάναμε ελληνικές βραδιές όπου ακούγαμε μουσική του χειρίστου είδους: «Όταν ακούς σκυλάδικα σε ένα ξένο τόπο λες ‘‘πατρίδα’’, ρε παιδί μου». Είναι άλλη λογική. Είχαμε φάει ένα σούρουπο στο Άμστερνταμ σε μια ελληνική ταβέρνα. Από τα πιο θλιβερά πράγματα στη ζωή μου που μου ‘χουν συμβεί. Ήταν θλιβερό! Πάνω σ’ ένα ποτάμι… Είχαμε πάει στις Βρυξέλλες και όλοι μαζί, το τσούρμο των Ολυμπιακών, πήγαμε σ’ ένα μαγαζί με σουβλάκια ενός Έλληνα, «Καρδίτσα». Ήταν στη Χρυσή Πλατεία στις Βρυξέλλες. Και μας έλεγε ο μαγαζάτορας: «Να τους βάλατε ένα και να καίει».
Εσύ εννιά μήνες γύρισες όλες τις ελληνικές ταβέρνες της Ευρώπης.
Ναι. Ήταν, ήταν φοβερά. Αλλά, όλα αυτά παίρνουν μια άλλη λογική όταν καταλαβαίνεις ότι συμβαίνουν, ότι συμβαίνει, ότι είσαι έξω από την πατρίδα σου και το νιώθεις πάρα πολύ. Οπότε, λοιπόν, υπήρχε ένας Έλληνας εκεί πέρα στην Καρλσρούη ο οποίος μας έλεγε ότι η Γερμανία σού μαθαίνει να βρεις το ποτό που σου αρέσει. Για να αντέξεις τη Γερμανία πρέπει να βρεις το ποτό σου, δηλαδή ποιος είσαι και να μπορέσεις να αντέξεις τις μέρες. Αυτός είχε ιδεολογικοποιήσει το πράγμα. Υπήρχε ένα σύστημα.
Το ‘χε φιλοσοφήσει.
Το ‘χε φιλοσοφήσει. Είχε τον Τσιντσιλά, το οποίο Τσιντσιλά τού είχε φάει το αυτί μια μέρα. Ένα ποντίκι, ρε παιδί μου, είχε πάρει για συντροφιά στη Γερμανία.
Δεν κατάλαβα τίποτα.
Αυτός είχε πάρει ποντίκι για κατοικίδιο, ένα τσιντσιλά. Τα τσιντσιλά είναι ποντίκια.
Α!
Αυτό το έλεγαν όλοι Τσιντσιλά ως παρατσούκλι, αυτό το ποντίκι, ρε παιδί μου. Δηλαδή, όλοι επινοούσαν. Κι αυτό το βρήκε το πρωί πάνω στο κεφάλι του το πρωί να κοιμάται και πήρε και το πέταξε από το σπίτι του. Αλλά, όλοι, ρε παιδί μου, επινοούσαν τρόπους να περνάνε καλά. Όχι να περνάνε καλά. Να αντέχουνε αυτό το πράγμα. Ή συνηθίζαν αυτή την κατάσταση και λέγανε: «Τι θα γίνει; Θα ανάψουμε κάνα κάρβουνο την Παρασκευή;» για να βρισκόμασταν όλοι σε ένα σπίτι που ‘χε κήπο και ψήναμε μια μπριζόλα. Ακούγεται ωραίο τώρα. Αυτό κάθε Σάββατο είναι κάτι θλιβερό. Είναι κάτι αισχρό. [00:45:00]Και αυτό υπήρχε συνεχώς. Έτσι, λοιπόν, οι άνθρωποι λέγανε ψέματα στους εαυτούς τους ότι την παλεύουν, περνάνε καλά, ότι αντέχουν…. γιατί νιώθαν ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει καμιά αποκατάσταση επαγγελματική, ότι δεν υπήρχε κάτι τέτοιο. Έτσι, λοιπόν, όλοι αυτοί θέλανε να αντέξουν στη Γερμανία και να περάσουν καλά στη Γερμανία. Θυμάμαι ένα ζευγάρι που ήτανε εκεί πέρα πέντε χρόνια, όπου αυτός μάς έλεγε ότι «Κάθε πρωί με ξυπνάει 05:00 η ώρα ένα τεράστιο φορτηγό που έχει βούρτσες και καθάριζε τους δρόμους» και ότι περνάγανε κάθε μέρα 05:00 το πρωί. Αυτό το πράγμα. Και άρχισε και έλεγε και άλλες μίζερες στιγμές της ζωής του στη Γερμανία. Και του λέγαμε: «Γιατί δεν φεύγεις»; «Τώρα», έλεγε, «πρέπει ή να φύγω ή να κάτσω». Να πω το μεγάλο «Ναι» ή το μεγάλο «Όχι». Με το φίλο μου το Λάμπρο καθόμασταν σε μία ταράτσα στο P Zehn. «Zehn» σημαίνει «δέκα». Ήταν ένα κτίριο το οποίο ήταν ανοιχτό. Είχε αμάξια παρκαρισμένα. Από τον πρώτο μέχρι τον ένατο όροφο είχε αμάξια πάνω.
Ήταν από τα γκαράζ τα ανοιχτά.
Ακριβώς. Και πάνω πάνω στην κορυφή το επιστέγασμα ήταν ένα μαγαζί που λεγότανε P Zehn, δηλαδή Όροφος 10, που ήταν ένα ελληνικό μαγαζί που είχε φραπέ. Αυτό το μαγαζί είχε φραπέ. Και είχε κάτω χώμα σαν άμμο και καλά, φοίνικες και ομπρέλες. Και καθόσουν και έπινες καφέ σαν να ήσουν σε προσομοίωση παραλίας, δηλαδή. Και έβρεχε από πάνω. Ήτανε ο ουρανός όλος γκρίζος και είχε πόσα αμάξια και κορναρίσματα κι εσύ έπινες τον καφέ σου στην παραλία. Ήταν φοβερό. Και μου φέρναν λάθος τα μπουκάλια νερό και τους έλεγα: «Πάρ’ το πίσω. Δεν πίνεται αυτό». Και έπαιρνα άλλο, νερό χωρίς ανθρακικό. Και μου λέει ο Γερμανός: «Πώς θα το κάνω αυτό; Πώς θα πάρω πίσω το νερό που σου έφερα;». Και του λέω: «Πάρε ένα χωνί και βάλ’ το». Ήταν αυτή η κατάσταση. Εκεί που στο μαγαζί λέγαμε να φύγουμε ή να μην φύγουμε, να φύγουμε ή να μην φύγουμε από τη Γερμανία. Ήταν ήδη ένας χρόνος. Δηλαδή, ή κάθεσαι μετά ή φεύγεις. Δεν έχει λογική να φύγεις μετά από δύο ή τρία χρόνια, γιατί τσάμπα λεφτά, έτσι; Και έμαθα τελικά —αυτό ήταν το μεγάλο μάθημα— ότι οι άνθρωποι ξέρουν καλά να λένε ψέματα στους εαυτούς τους και να αυτοαπατώνται συνεχώς επειδή φοβούνται να κάνουνε κάτι το οποίο πρέπει να γίνει, ρε παιδί μου. Και αυτό γινότανε συνεχώς. Όλοι οι Έλληνες στη Γερμανία ήτανε μίζεροι. Οπότε ακούσεις Έλληνα να λέει «Εμείς στο Μόναχο είμαστε έτσι», να μυρίσεις την παπατζιά, το ψέμα, ότι «Είμαστε Ευρωπαίοι». Όχι δεν είσαι Ευρωπαίος! Είσαι ένας ευρωλιγούρης! Έχει διαφορά, έτσι; Όλοι οι Έλληνες στη Γερμανία περνάνε δύσκολα. Ένας άλλος φίλος μου στην Βιέννη μού έλεγε —ο Άγγελος, στο Μόναχο… Άλλο κεφάλαιο… Οι Βαυαροί είναι οι πιο αγενείς από όλους τους Γερμανούς. Καταφέρνουν να είναι πιο αγενείς από όλους τους Γερμανούς. Τους βάζουν όλους κάτω. Περίμενες στο μετρό και σε χτυπάγανε στο δρόμο. Σε χτύπαγαν με το χέρι τους για να περάσουνε, ρε παιδί μου. Βαυαρός σημαίνει βάρβαρος χωρίς το ρω. Είναι αυτό το πράγμα. Και εκεί πέρα στο Μόναχο βγαίναν όλοι… Σε έναν κόμβο βγαίνανε. Δηλαδή, πάνω στην λεωφόρο υπήρχε ένας κόμβος και πηγαίναν καθόντουσαν πάνω στον κόμβο και πίνανε μπύρες. Εκεί σε οδηγεί η Γερμανία. Σου βγάζει το χειρότερο εαυτό σου η Γερμανία, να ξέρεις. Έτσι, λοιπόν, αυτοί οι άνθρωποι φοβόντουσαν να κάνουν το μεγάλο βήμα και λέγανε: «Εντάξει μωρέ. Την παλεύω. Εντάξει, δεν είναι τόσο χάλια».
Γιατί νομίζεις ότι το φοβόντουσαν, όμως;
Γιατί πιστεύανε ότι στην Ελλάδα δεν θα βρούνε δουλειά, θα είναι δυστυχισμένοι, ότι η Ελλάδα είναι μόνο για διακοπές, κατάλαβες; Και γοητεύονταν από τη λογική τού «Εγώ είμαι στη Γερμανία. Είμαι στη Γερμανία, ρε παιδί μου εγώ. Δεν είμαι στην Ελλάδα. Δεν είμαι...». Κατάλαβες… Κατάλαβες τι λέω;
Ναι, ότι «Δεν είμαι, ας πούμε, όπως όλοι οι άλλοι».
Ακριβώς. Ακριβώς. Ακριβώς. Ή εγώ προχώραγα πάνω στον τοίχο… Είχε έναν τοίχο στο Τύμπινγκεν, ένα τείχος μεσαιωνικό. Και εγώ πάταγα από τη λάθος μεριά του δρόμου. Κι επειδή προχώραγα μου λέγαν οι περαστικοί: «Ανάποδα, ανάποδα, ανάποδα». Όλοι, ρε παιδί μου, κατάλαβες; Αυτό για να σου δώσω ένα point από την καθημερινή πίεση. Τώρα ακούγεται αστείο αυτό που λέω, αλλά είναι αλήθεια. Δεν μπορούσες να ζήσεις με κάτι τέτοιο. Όχι εσύ, εννοώ οποιοσδήποτε. Έτσι μετά αποφασίσαμε να φύγουμε απ’ τη Γερμανία και όντως φύγαμε απ’ τη Γερμανία. Όσοι έμειναν δεινοπάθησαν. Α, πήγα και στη Βιέννη εγώ σε έναν φίλο μου. Πήγα στη Βιέννη. Αυτό που ήθελες να πω. Πήγα με τρένο στην Βιέννη. Εφτά ώρες ήταν, εφτάμισι ωρίτσες. Έχουν ωραία τρένα στη Γερμανία, το μόνο καλό που έχουνε. Και είχα κοιμηθεί. Είχα αποκοιμηθεί και όταν ξύπνησα είδα ένα ζευγάρι που γέλαγε μαζί μου. Γέλασε μαζί μου που κοιμόμουνα. Δεν ξέρω γιατί. Γέλαγε μες τη μούρη μου, ρε παιδί μου. Μετά ένα πήρα λεωφορείο για να πάω εκεί που να πάω. Α, πήγα και στην Πράγα. Θα σου πω και γι’ αυτό. Οι Τσέχοι είναι οι πιο αγενείς άνθρωποι που έχω γνωρίσει στη ζωή μου.
Πιο πολύ απ’ τους Βαυαρούς;
Καμία σχέση. Οι Τσέχοι τούς ρίχνουν όλους, φρίκη. Λοιπόν, στη Βιέννη έμενε ο φίλος μου ο Ανδρέας. Επίσης ήτανε χάλια. Είχε πάει να δώσει Καλών Τεχνών και του ‘πανε στο ξενοδοχείο: «Πες ότι είσαι schwul». «Πες ότι είσαι ομοφυλόφιλος και θα σε πάρουν».
Είχε πάει να δώσει για ποιο;
Για Καλών τεχνών. Του είχανε πει: «Πες πως είσαι schwul και θα σε πάρουνε. Μην αγχώνεσαι», κατάλαβες; Εκεί είχαμε φτάσει. Εκεί πέρα, λοιπόν, στη Βιέννη ήτανε ωραία πόλη. Πάλι είναι αυτοί οι άνθρωποι όπως είναι, οι Αυστριακοί. Οι Αυστριακοί… Χτυπάς την πόρτα σε μία τουαλέτα. Δεν κλειδώνει ο τύπος. Χτυπάς την πόρτα να πεις «Να μπω[00:50:00]» στην ουσία. Δεν απαντάνε. Ανοίγεις την πόρτα και σε βρίζουνε. Μα χτύπησα την πόρτα! Να μου πεις «Άλλος» ή πες κάτι! Βγάλε έναν βρυχηθμό, να καταλάβω ότι είσαι μέσα, κατάλαβες; Και είχαμε περάσει ωραία με το φίλο μου τον Αντρέα. Ήτανε πάρα πολύ μελαγχολική… Αυτός ήτανε στρατό στη Βιέννη τότε. Στρατό στη Βιέννη είναι ό,τι χειρότερο υπάρχει. Και είχα πάει εκεί πέρα και είχαμε πάει στο ζωολογικό πάρκο.
Θέλω να μου εξηγήσεις τι σημαίνει ότι ήτανε στρατό στη Βιέννη.
Θα σου πω. Αν και είναι ιστορία άλλου και θα σου πούνε είναι ιστορία άλλου. Αλλά, θα σου πω. Στο ζωολογικό κήπο...
Πιο καθαρά.
Στον ζωολογικό κήπο ταΐζαμε τα σκιουράκια φιστίκια Αιγίνης. Ναι, ήτανε τέλειο. Μετά φύγαμε. Τι είπες; Γιατί ήταν στρατό στη Βιέννη; Τους πήγανε στου διαόλου το κέρατο στην Αυστρία, σε μία περιοχή που ήταν έξω από τη Βιέννη, το οποίο είναι αστείο. Λέγεται Horn, που σημαίνει «κέρατο» αυτή η περιοχή. Αυτοί κάνανε εκεί πέρα τη βασική εκπαίδευση. Ήταν γυμνοί και τρέχανε γυμνοί στα χιόνια ή με αντιασφυξιογόνες μάσκες να πάνε από το ένα δέντρο στο άλλο δέντρο σε πέντε δευτερόλεπτα. Δηλαδή, τους κάνουν καψόνια. Ήταν πάρα πολύ άγρια εκεί πέρα ο στρατός. Δεν είχε να κάνει με τον ελληνικό στρατό, καμία σχέση. Εκεί πέρα δεν μπορείς να λουφάρεις, να φιδιάσεις, όπως λένε αυτοί που έχουν πάει στρατό. Δεν μπορούσες. Ήταν αυτή η κατάσταση φριχτή και πολύ άσχημη. Ήταν από τις πιο κακές στιγμές που πέρασε ο φίλος μου ο Αντρέας εκεί πέρα. Εγώ πήγα γιατί είχε πέντε μέρες κάτι σαν γιορτή και μπορούσε να φύγει να μην πάει.
Ο φίλος σου ο Αντρέας Έλληνας δεν είναι;
Ναι. Η μάνα του είναι Αυστριακιά.
Άρα, υπηρετούσε εκεί.
Στην Αυστρία.
Δεν τον έστειλαν από εδώ, από το ελληνικό το…
Όχι βέβαια, όχι. Εκεί πήγε στη Βιέννη. Λάθος του αυτό. Και το αποφάσισε ο ίδιος να πάει, αλλά ήταν λάθος. Για να πάρει τρία ψωροχιλιάρικα. Αλλά, η ψυχική σου οδύνη δεν αντικαθίσταται από τίποτα. Είχε πέντε μέρες και εγώ πήγα εκεί πέρα με το τρένο για να πάω εκεί πέρα να τον δω. Πήγαμε σε μουσεία, πήγαμε βόλτα στην πόλη, είδαμε μια χήνα να περπατάει μέσα στο δρόμο —ήταν υπέροχο αυτό —, πήγαμε σε αυτό το βιβλιοπωλείο, που πήγα τουαλέτα και βάρεσα την πόρτα και ο τύπος δεν κατάλαβε τίποτα. Ήταν πολύ όμορφα, πολύ ωραία. Το τρένο… Έχασα το κινητό μου ενώ πήγαινα στη Βιέννη και ένας ταξιθέτης πήρε τηλέφωνο και μου το βρήκε ευτυχώς. Πολύ ευέλικτος.
Ωραία. Και αφού πέρασες αυτό το καταπληκτικό ενιάμηνο—
Ναι.
αποφάσισες να γυρίσεις.
Σωστό. Α, ναι. Εκεί πέρα είδα διακόσιες ταινίες. Κάθε μέρα έβλεπα δύο ταινίες την ημέρα. Τριακόσες ταινίες είδα. Έβλεπα κάθε μέρα δύο ταινίες. Και θα σου πω γιατί το λέω αυτό, γιατί ήμουνα σπίτι μου όλη μέρα. Έβλεπα διακόσιες ταινίες, έτρωγα συνέχεια απ’ έξω, πάχυνα αρκετά. Στη Γερμανία όταν γυρνάς είσαι ή πολύ παχύς ή πολύ αδύνατος. Πάντοτε. Και τα δύο λόγω φρίκης. Είδα πάρα πολλές ταινίες εκεί πέρα και αποφάσισα ότι θα γίνω σκηνοθέτης. Κατάλαβες; Γι’ αυτό γύρισα πίσω στην Σταυράκου—
Α, γύρισες πίσω στη Σταυράκου.
να σπουδάσω σκηνοθεσία, ναι. Για σίγουρο επαγγελματικό μέλλον! Πλάκα κάνω.
Ωραία σε ευχαριστώ πάρα πολύ.
Κι εγώ.
Έχεις κάποια ιστορία να πεις που δεν είπες; Έτσι, για κλείσιμο.
Τώρα που γυρίζει θα ‘λεγε κανείς; Ναι... Όχι, δεν έχω να πω κάτι. Να σου πω ότι στη Γερμανία…
Δε λες, έτσι, για το κλείσιμο κάτι που σου έκανε μια θετική εντύπωση;
Έχουν ωραία τρένα. Δεν είναι όπως εμείς που είμαστε τελείως ό,τι να ‘ναι με την… Εμείς έχουμε ένα που πάει Θεσσαλονίκη, ένα που πάει Λάρισα, ένα που πάει… εντάξει. Εκεί έχουνε σε όλη τη χώρα δίκτυα στη Γερμανία τρένων, ρε παιδί μου. Και εγώ πήγαινα σε πολλούς φίλους μου, σε πολλά χωριά κτλ. Πήγα στην Πράγα με τρένο, όπως σου είπα. Καλά, οι Τσέχοι είναι μια άλλη ιστορία. Τους Τσέχους τούς ρωτάς «Excuse me, where is the castle?» και γυρνάνε εκείνοι το κεφάλι τους από την άλλη και φεύγουνε, κατάλαβες; Τέτοια φάση οι Τσέχοι. Όπως και οι Ούγγροι επίσης. Αλλά, έχουν φοβερά τρένα, ρε παιδί μου, φοβερά τρένα. Εγώ πέρναγα ωραία. Έπαιρνα το γρήγορο τρένο, το ICE, και καθόμουνα. Έβγαζα τα βιβλία μου, κοιμόμουνα, κοροϊδεύανε που κοιμάμαι σιγά-σιγά. Κάποιες φορές οι Γερμανοί σού λέγανε: «Κοίτα τα πράγματά μου» και φεύγανε, το οποίο ήταν πολύ καλό.
Τι σου λέγανε;
«Κοίτα τα πράγματά μου μη μου τα κλέψουνε. Μη μου κλέψουνε τα πράγματά μου, τη βαλίτσα μου». Και φεύγανε. Και γυρνάγανε μετά από μισή ώρα —κατάλαβες;— μες το τρένο. Δηλαδή, υπήρχε μία ότι «Είμαστε συνταξιδιώτες. Δεν θα γίνει τίποτα, δεν θα μου κάνεις κακό, φαντάζομαι», το οποίο ήταν καλό κάπως.
Δείχνει εμπιστοσύνη, ναι.
Ναι, εμπιστοσύνη. Και υπήρχαν και τα κυριλέ τρένα και τα πιο φτηνιάρικα τρένα. Τα RE ήταν τα φτηνιάρικα και τα ICE ήταν τα πιο κυριλάτα, ρε παιδί μου, τα οποία ήταν πολύ γρήγορα αυτά, ρε παιδί μου. Και ήταν φοβερή εμπειρία. Εγώ πέρασα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής μου εκεί πέρα με τρένα, πάρα πολύ. Με αποβάθρες, που έχει κάτι μελαγχολικό αλλά είναι κάτι πολύ μοντέρνο, γιατί το τρένο είναι του Μοντερνισμού. Και είχε πολύ ενδιαφέρον να πας στα τρένα.
Ωραία. Δεν ξέρω αν τα τρένα είναι αρκετά για να αντισταθμίσουνε όσα ειπώθηκαν…
Λες ε; Ίσως όχι. Δεν είναι, όχι, δεν είναι.
Παρόλα αυτά, σε ευ[00:55:00]χαριστώ πάρα πολύ, ήτανε τιμή μου.
Δική μου.
Ωραία, αυτό. Και καλό βράδυ.
Επίσης.