© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Η κοινωνία της Νάουσας κατά την περίοδο της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης
Κωδικός Ιστορίας
17370
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Γεώργιος Στανίσης (Γ.Σ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
24/08/2020
Ερευνητής/τρια
Αντωνία Μαρκοβίτη (Α.Μ.)
Ονομάζ[00:00:00]ομαι Αντωνία Μαρκοβίτη και είμαι ερευνήτρια στο Istorima. Σήμερα, 25 Αυγούστου, βρισκόμαστε στη Νάουσα μαζί με τον κύριο Γιώργο Στανίση, ο οποίος με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο θα μας περιγράψει βιώματα της εποχής του, τι πέρασε σ’ αυτήν την όμορφη πόλη της Νάουσας. Οπότε, θα δώσω τον λόγο στον κύριο Γιώργο κατευθείαν, να μας τα διηγηθεί. Καλημέρα, κύριε Γιώργο.
Καλημέρα σας. Χαίρομαι για την επίσκεψη και ανταποκρίνομαι με ευχαρίστηση στην πρόσκλησή σας. Γεννήθηκα στη Νάουσα, από γονείς Ναουσαίους, τον Φεβρουάριο του 1931. Λοιπόν, τα παιδικά μου χρόνια, τα οποία τα λαμβάνω υπόψη από τότε που άρχισα να αισθάνομαι τον εαυτό και να κινούμαι ελεύθερα στη γειτονιά, τα πέρασα στο προαύλιο του 4ου Δημοτικού Σχολείου και της Εκκλησίας της Μεταμορφώσεως, η οποία απέχει από το σπίτι στο οποίο γεννήθηκα, γύρω στα 20 μέτρα, επί της οδού Σωφρονίου. Μικρός, θυμάμαι στη γειτονιά αυτήν, μαζευόμασταν πάρα πολλά παιδιά. Δηλαδή, ήταν μια μεγάλη γειτονιά, η οποία οποιαδήποτε ώρα της ημέρας -και ιδίως κατά τη θερινή περίοδο, και τις άλλες- αριθμούσε πάνω από 30 παιδιά, οι οποίοι ήταν ηλικίας από 6 ετών έως 16-17 ετών. Για να πάρουμε σειρά να παίξουμε -τα παιχνίδια μας τότε ήταν το ποδόσφαιρο, το τόπι, μικρά τόπια, ας πούμε, ήταν η σκλέντζα, το τσινίκι που λένε σήμερα, ήταν τα σκλαβάκια- έπρεπε πρώτα μετά τις 14:00 η ώρα, 15:00 η ώρα το απόγευμα, μετά από το κλείσιμο του σχολείου και το φαγητό που κάναμε στο σπίτι, πηγαίναμε στα παιχνίδια να παίξουμε πρώτα με τον ήλιο στο κεφάλι, τα μικρότερα παιδιά, τα παιδιά της μικρότερης ηλικίας. Μετά, αυτά ήτανε 15:00 με 17:00. 17:00 με 18:00 παίζανε οι μεγαλύτεροι, από 10 έως 12-13 ετών. Και 19:00 με 21:00 είχαν την πρωτοβουλία και την πρωτοκαθεδρία οι μεγάλοι, από ηλικίας 14 έως και 17 ετών. Και οι μικροί παρακολουθούσαμε καθήμενοι εις τα σκαλοπάτια του 4ου Δημοτικού Σχολείου, στο οποίο φοίτησα για τέσσερα χρόνια, το ονομαζόμενο Σεφέρτζειο, δωρεά συμπολίτου μας, της οικογενείας Σεφερτζή και συνδρομές Ναουσαίων δωρητών, παρακολουθούσαμε τα παιχνίδια. Στην εκκλησία πηγαίναμε κάθε Κυριακή οι μικροί, κουβαλούσαμε τα εξαπτέρυγα και όταν φτάσαμε στην ηλικία των 10 ετών, μετακομίσαμε στο ψαλτήρι, στο δεξιό ψαλτήρι, που ήτανε άρχων πρωτοψάλτης, στα χρόνια εκείνα, ο Θανασάκης ο Ρούκαλης. Λοιπόν, η εκκλησία όμως αυτή, της Μεταμορφώσεως, επειδή ήταν παλαιά, το 1937 προς ‘38 κατεδαφίσθη. Και θυμάμαι, μικρός, μετά από τη λειτουργία η οποία έγινε, την τελευταία λειτουργία την Κυριακή, ναι, οι πατεράδες μας με διάφορα εργαλεία, με τσαπιά, με κασμάδες, με τσεκούρια, ναι, δίκην προσωπικής εργασίας, καλεσμένοι από τους… απ’ την επιτροπή την ενοριακή, έλαβαν μέρος εις την κατεδάφιση της εκκλησίας. Και θυμάμαι το σκηνικό της κατεδαφίσεως εκείνη τη στιγμή. Στη συνέχεια, άρχισε η οικοδομή, η οικοδομή της καινούργιας εκκλησίας άρχισε αμέσως το ‘38, την εποχή κατά την οποίαν είχε αρχίσει να οικοδομείται και το Νοσοκομείο της Ναούσης, δωρεά αδερφών Λαναρά, συγχρόνως δε και στην αγορά, το σπίτι ενός εγκρίτου και καλοστεκούμενου Nαουσαίου συμπολίτου μας, του Αγγελάκη. Η αποπεράτωση της οικοδομής έγινε το 1940, χωρίς βέβαια τον εμπλουτισμό των εσωτερικών χώρων της εκκλησίας. Αλλά ήσαν όλα τα απαραίτητα για να λάβει χώρα η λειτουργία της εκκλησίας. Την εποχή για την οποίαν ομιλούμε, δηλαδή ένα-δυο χρόνια πριν από το 1940, είχε λάβει χώρα ένα επεισόδιο στη Νάουσα, όχι και τόσο ευχάριστο. Μετά τη δικτατορία του Μεταξά, τον Αύγουστο του ‘36, πριν όμως από αυτήν, στις εκλογές τις δημοτικές του 1935, δήμαρχος Ναούσης ανεδείχθη ο Φιλώτας ο Κόκκινος, με το δημοτικό του συμβούλιο. Κατά τη διάρκειαν της δικτατορίας, οι νέοι της Ναούσης -όπως όλης της Ελλάδος, αλλά ιδίαν αντίληψιν επειδή έχω για τους νέους της Ναούσης- οι μαθηταί του Γυμνασίου από τη δευτέρα τάξη, οκταταξίου και πάνω, ήσανε φαλλαγίτες, δηλαδή φορούσαν στολή, μπλε, μακριά με δίκοκκο, ναι, με άσπρο σιρίτι και είχαν τους βαθμοφόρους. Κατά τον ίδιο τρόπο, η ΕΟΝ τότε, η νεολαία του Μεταξά, όπως ελέγετο, είχε οργανώσει και τους νέους οι οποίοι εργάζοντο εις τα εργοστάσια της Ναούσης. Σ’ αυτήν την περίοδο, συνέβη ένα όχι ευχάριστο γεγονός, όπως προείπα, κατά το οποίο ήρθε μία επιθεωρήτρια, ένα ανώτατο στέλεχος της ΕΟΝ από την Αθήνα, για να επιθεωρήσει και να δει πώς είναι οργανωμένη η νεολαία του Μεταξά. Ο δήμαρχος Ναούσης, Φιλώτας Κόκκινος, ευγενέστατος, έξυπνος και δραστήριος, την υπεδέχθη, βέβαια, την εξυπηρέτησε σε ό,τι ζήτησε η κυρία και την ξενάγησε -θεώρησε σκόπιμο να την ξεναγήσει- στις πηγές του Αγίου Νικολάου, που βρίσκεται στους πρόποδες του Βερμίου, οι πηγές του Αγίου Νικολάου, σε απόσταση 2, 2,5 έως 3 χιλιομέτρων από τη Νάουσα, όπου ήταν και το παλάτι του Βασιλιά, το λεγόμενο. Δηλαδή, ήτανε ένα δασικό φυλάκιο, χτισμένο με σχήμα αρχιτεκτονικό και καλλιεργημένο, στο οποίο φιλοξενούνταν οι Βασιλείς, καθότι ένα τμήμα του ορεινού όγκου του Βερμίου ήτανε βασιλικό, και στη διαδρομή του χρόνου παρεχωρήθη εις τον Δήμο και έγινε δημοτικό το δάσος. Βέβαια, μετά από πάροδο αρκετών ετών, με τη δωρεά του Γρηγορίου Τρόμπακα, Ναουσαίου ομογενούς στην Αμερική, ο Δήμος αγόρασε από τη Βιολέττα Κίνγκστον, την Αγγλίδα, η οποία είχε ένα μερίδιο μεγάλο του δάσους, περίπου 80.000 στρέμματα, δωρεά εις τον Δήμο Ναούσης. Και έτσι, όλη η πλευρά του Βερμίου από το Μουχαρέμ Χαν μέχρι το Σέλι, είναι ιδιοκτησία του Δήμου Ναούσης. Το Βέρμιο, βέβαια, είναι ένα βουνό το οποίο έχει πλούσια χλωρίδα και πανίδα, έχει ποικιλία δάσους, εξαιρετική βλάστηση, κυρίως οργιάζει την εποχή για την οποίαν ομιλούμε, γύρω στο… την εποχή του 1940, οργιάζει στα χαμηλότερα ύψη η καστανιά. Αλλά καστανιές μεγάλες, γηραιές, που να χρειάζονται δύο άνθρωποι να τις αγκαλιάσουν για να τις... Στα υψηλότερα ευδοκιμεί η οξιά, επίσης πανύψηλη, και τελευταία είναι το πεύκο με μικρή έκταση από έλατο, κυρίως ας πούμε προς την νοτίαν πλευράν του Βερμίου, η οποία είναι στην περιοχή Σελίου. Πλούσιο το δημοτικό δάσος, αποτελούσε μία πηγή εσόδ[00:10:00]ων τόσο για τον Δήμο, αλλά όσο και για μία μερίδα κατοίκων της πόλεως, οι οποίοι ασκούσαν το επάγγελμα του ξυλοφόρου. Δηλαδή, υπήρχαν στη Νάουσα πάνω από 150 άνθρωποι, ίσως και 200, οι οποίοι διατηρούσαν στα σπίτια τους ένα, δύο ζώα, άλογα ή ημιόνους, μετέφεραν ξύλα, καυσόξυλα τα οποία πωλούσαν εις τους άλλους κατοίκους της Ναούσης για να περάσουν τον χειμώνα, διότι η θέρμανσις το χειμώνα στη Νάουσα, ναι, γινόταν μόνο με καυσόξυλα. Η οικονομία της Ναούσης, την εποχή την οποίαν αναφερόμεθα, ήτο ανθηρά, διότι η Νάουσα είχε αρκετή βιομηχανία, κλωστοϋφαντουργία, εθεωρείτο δε, το Μάντσεστερ των Βαλκανίων. Καθόλου παράξενον, ότι το νηματουργείο Λόγγου-Τουρπάλη ήτανε το πρώτο κλωστοϋφαντουργικό νηματουργείο το οποίο ιδρύθη στα Βαλκάνια και το οποίο κατεστράφη από πυρκαϊά το 1935. Για την εποχή την οποία συζητούμε, όμως, λειτουργούσαν τα εργοστάσια της εταιρείας Λαναρά-Κύρτση, εριοκλωστήρια αδελφών Χριστοδούλου-Λαναρά, κεραμοποιείο, νηματουργείο Γρηγόρη Τσίτση, νηματουργείο αδερφών Χατζηδημούλα, νηματουργείο Μπίλη-Τσίτση, σχοινοποιείον Κοκκίνου-Πλατσούκα. Ένα τμήμα και ως εκ τούτου, ήταν εύκολο εις τους πολίτες της Ναούσης, εις τα σπίτια και εις τα νοικοκυριά, οι άνθρωποι, οι νέοι και οι μεσήλικες να βρουν δουλειά και να εξασφαλίζουν ένα ικανοποιητικό ημερομίσθιο. Πέραν αυτού, όμως, ένα μεγάλο τμήμα Ναουσαίων ασχολούνταν με τις αγροτικές ασχολίες, δηλαδή ήσαν κτηματίαι λεγόμενοι. Κτηματίαι όχι από την έννοιαν τη σημερινή, ότι ένας είναι κτηματίας ο οποίος έχει 20, 30, 50, 100, 200 στρέμματα, αλλά είχαν 5, 10 στρέμματα, τα οποία, όμως, ευρίσκοντο εις περιοχές, οι οποίες αρδεύονταν, ναι, από την ευλογία του Θεού που μας χαρίζουν οι πηγές του Αγίου Νικολάου, οι οποίες εκτός από την κινητήριο δύναμη την οποίαν έδιδον για τη λειτουργία, για την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας και τη λειτουργία των βιομηχανιών, αλλά αποτελούσαν και στοιχείο, διευκολύνοντας την άρδευση των κτημάτων, κατά συνέπειαν τα κτήματα που αρδεύονταν είχαν καλή παραγωγή. Η καλλιέργεια των κτημάτων τότε γινότανε κατά περιοχάς. Υπήρχαν περιοχαί που καλλιεργείτο η πατάτα, άλλη περιοχή και το καλαμπόκι, μαζί και τα φασόλια, άλλη περιοχή ήταν για το τριφύλλι, το οποίο χρειάζετο για τη διατροφή των ζώων, διότι στη Νάουσα εσυνεθίζετο την εποχή εκείνη, ναι, τουλάχιστο στα πέντε σπίτια της γειτονιάς, τα δυο να έχουν και ένα οικόσιτο ζώο, μία κατσίκα, η οποία είχε την ονομασία στη Νάουσα «γίδα», και αυτή πήγαινε στα κοπάδια και βοσκούσε. Υπήρχε βοσκός, ο οποίος κατά συνοικίας μάζευε τα γίδια, βοσκούσαν όλη την ημέρα και το βράδυ έρχονταν στα αυτά. Και αρμέγανε οι γιαγιάδες μας και βγάζανε γάλα, το οποίο το πρωί το δίδαν σ’ εμάς, τα μικρά τα εγγόνια και αποτελούσε μια στερεά και καλή διατροφή. Επιπροσθέτως, ήταν ανεπτυγμένη πολύ η αμπελουργία, γι’ αυτό και από τότε ήσαν γνωστά τα κρασιά της Ναούσης. Δεν αποτελεί, δηλαδή, παράξενο το γεγονός ότι την εποχή εκείνην εγένετο εξαγωγή κρασιού από τη Νάουσα εις την Αίγυπτον. Αυτό δε, το έχω ακούσει και από εξιστόρηση των αδερφών του πατέρα μου, εκ των οποίων ο ένας είχε φύγει νεαρός, τότε στη δεκαετία του ‘15 με ‘20, στην Αίγυπτο, αλλά και από τον άλλον τον αδερφό του, τον μεγαλύτερο, ο οποίος είχε κάνει στην Αίγυπτο, για τα κρασιά που πηγαίνανε στην Αίγυπτο, η οποία όμως, δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια, γύρω στο ‘40, ναι, είχε προσβληθεί απ’ τον περονόσπορο. Λοιπόν, η καλλιέργεια της αμπέλου και το εκλεκτό σταφύλι και κρασί που έβγαινε, ναι, εκαλλιεργείτο σε ειδικές εκτάσεις εδάφους οι οποίες ήσαν προσήλιες και δεν ποτίζονταν με νερό. Αυτή ήταν η οικονομική κατάσταση της πόλης. Η πόλις, όμως, εξακολουθούσε τη ζωή της, λόγω της καταστάσεως της οικονομικής που βρισκόταν, είχε κέντρα διασκεδάσεως, όπως ήταν το περίφημο «Κιόσκι» και το εξοχικό του Νικόλα του Μήττα, στην οδό Αριστοτέλους, απέναντι απ’ το σημερινό νοσοκομείο. Είχε τον «Σερίφη», επάνω εις τον συνοικισμό όπου ήσαν εγκατεστημένοι οι πρόσφυγες οι οποίοι -συμπολίτες μας- οι οποίοι ήρθανε μετά τη μικρασιατική καταστροφή και εγκαταστάθησαν εις τη Νάουσα και βρήκαν εργασία αμέσως εις τα εργοστάσια του Λαναρά και επέζησαν και προόδευσαν οι άνθρωποι και ενσωματώθηκαν και αποτελούν ας πούμε, ναι, μία ψυχή και ένα πνεύμα μαζί με τους γηγενείς, με τους ντόπιους Ναουσαίους, χωρίς να υπάρχει καμία διάκριση προς τούτοις. Το… Οι πολιτιστικές εκδηλώσεις στη Νάουσα υφίσταντο από πολύ παλιά. Το έτος 1948 είχε ιδρυθεί –‘28, με συγχωρείτε- είχε ιδρυθεί ο φιλοπρόοδος σύλλογος «Αθηνά», ποδοσφαιρικός και ο οποίος είχε χορωδία, μαντολινάτα και φιλαρμονική. Τα όργανα δε της φιλαρμονικής αυτής εχρησιμοποιήθησαν το 1940 από την ΕΟΝ. Και πολλά, μερικά από αυτά, σώζονται ακόμη και σήμερα, που τα χρησιμοποιεί η φιλαρμονική του Δήμου Ναούσης, η οποία επανεσυστήθη το 1976 με '77 επί δημαρχίας Αλεξάνδρου Χωνού. Είχε, όμως, και την παράδοση η οποία διετηρείτο. Δηλαδή, την Πέμπτη της Αναλήψεως του Σωτήρος, οι Ναουσαίοι συνήθιζαν όλοι να βγαίνουν οικογενειακώς εις τον Άγιο Νικόλα και ξεφάντωναν με τις γιαγιάδες και τα εγγόνια και τα παιδιά. Οικογένειες με στρωμένες τις κουβέρτες, με απλωμένο το τραπέζι, πίτες, κεφτέδες, τηγανητά, λοιπόν, νταμιζάνες με κρασιά και ούζα και γλεντούσαν πάρα πολύ ωραία. Ευτυχισμένα χρόνια! Όμως, ήταν και οι παραδοσιακές εκδηλώσεις, όπως συνεχίζονται και μέχρι σήμερα και είναι παγκοσμίως γνωστό, το… οι Μπούλες και οι Γενίτσαροι της Ναούσης. Και θυμάμαι, συγκεκριμένα προσωπικά, ο πατέρας μου ο μακαρίτης, ο οποίος είχε πολύ μεράκι, το 1938 και ‘39 με έντυσε και εμένα Γενίτσαρο, και μαζί με το μπουλούκι το μεγάλο, χόρευα και διατηρώ ακέραια τη φωτογραφία της συνοικίας εκείνης, και σήμερα ακόμη, εις το σαλόνι της κατοικίας μου. Το 1940, την ημέρα των Απόκρεων, επί δημαρχίας Σταύρου Κούλη. Ο Σταύρος ο Κούλης ήταν δημοτικός σύμβουλος του ψηφοδελτίου του Φιλώτα του Κοκκίνου, αλλά όπως σας ανέφερα με την ιστορία, ο Φιλώτας ο Κόκκινος κατά τη φιλοξενία της επιθεωρήτριας της ΕΟΝ κι αυτά, κατηγορήθηκε ότι δήθεν πήγε να εκβιάσει την κοπέλα και απελήθη από τη θέση του δημάρχο[00:20:00]υ, επαύθη από τη θέση του δημάρχου από την κυβέρνηση Μεταξά, και ανέλαβε καθήκοντα ένας εκ των δημοτικών συμβούλων, όπως ο κύριος Σταύρος Κούλης, έντιμος δημότης Ναουσαίος, ο οποίος θυμάμαι το 1940 δεν ντύθηκα και εγώ μικρός ας πούμε Γενίτσαρος, αλλά επειδή ακολουθούσα το μπουλούκι, θυμάμαι ότι ο δήμαρχος είχε τάξει ρεγάλο, δώρο, 1000 δραχμές σε κάθε μεγάλο Γενίτσαρο, ο οποίος θα έφερε τη μάσκα. Και εκείνην την Κυριακή των Απόκρεων, ναι, είχε γίνει ένα πολύ μεγάλο μπουλούκι, περίπου τριάντα ηλικιωμένοι, από ηλικίας 18 έως 40 ετών - λοιπόν ήταν ντυμένοι και χορεύανε ένα υπέροχο, ας πούμε, αξιόλογο, έτσι, ευχάριστο θέαμα. Και θυμάμαι μικρός στην πίστα του εξοχικού κέντρου στο «Κιόσκι» που χόρεψε, πρώτος έλεγαν, ήταν ένας ψηλός γενίτσαρος και έλεγαν ότι ήτο ο Αλέκος ο Χωνός.
Στη διαδρομή του χρόνου, πέρασε το καλοκαίρι, ήρθε ο Οκτώβριος, ξυπνήσαμε την 29η Οκτωβρίου με το «Όχι». Οι νέοι της Ναούσης, οι πατεράδες, οι πιο νέοι, τα αδέρφια επιστρατεύτηκαν, ξεκίνησαν με χαρά και ενθουσιασμό πεζοπορούντες κάτω εις τον σιδηροδρομικό σταθμό της Ναούσης, ο οποίος απείχε από την πόλη περίπου 6 χιλιόμετρα, να επιβιβαστούν εις τις αμαξοστοιχίες και να πάνε να παρουσιαστούν εις τα κέντρα επιστρατεύσεως, όπου έγραφε το φύλλο πορείας καθενός εκ των επιστρατευθέντων. Με ενθουσιασμό οι Ναουσαίοι ενετάχθησαν και ήταν από τους πρώτους οι οποίοι μετείχαν εις τα… την πρώτη περίοδο συγκροτηθέντα τμήματα, τα οποία αντιμετώπισαν την επίθεση των Ιταλών εναντίον της Ελλάδος. Επέζησαν. Λοιπόν, στη διαδρομή, στη διάρκεια του πολέμου, βέβαια, εφονεύθησαν περίπου πάνω από είκοσι στρατιώτοι, μεταξύ των οποίων και δύο έφεδροι ανθυπολοχαγοί, όπως ήταν ο Αναστάσιος ο Μυσιρλής, τον οποίον μικρό παιδί εγώ βέβαια, 10 ετών τότε, θυμόμουν κατ’ όψιν και ο αδερφός της γειτόνισσάς μας, της Ζωής Περδικάρη, τον οποίον όμως δεν ενθυμούμαι για να περιγράψω. Με ενθουσιασμό ο κόσμος εδέχετο τα γράμματα από το μέτωπο των επιστρατευθέντων και ηρωικώς αγωνιζομένων τέκνων της Ναούσης μαζί με όλα τα ελληνόπουλα στα παγερά βουνά της Αλβανίας, αλλά οι γυναίκες όμως στη Νάουσα, όπως και σε όλη την Ελλάδα, πιστεύω, αλλά έχω ιδίαν αντίληψιν, η μητέρα μου, η θειά μου, η γιαγιά μου, οι γειτόνισσες έπλεκαν κάλτσες, σκουφούνια και κουκούλες με νήμα μάλλινο και γάντια και έστελναν στα στρατευμένα παιδιά, για να αντιμετωπίσουν όσο μπορούσαν περισσότερο, ας πούμε, το κρύο, το οποίο ήταν πολύ τσουχτερό, όπως περιεγράφετο εκείνες τις εποχές στις εφημερίδες, οι οποίες κυκλοφορούσαν, τότε στη Νάουσα ήταν η «Μακεδονία» και το «Φως». Λοιπόν, με μεγάλη χαρά δεχτήκαμε την πτώση, την κατάρρευση από τον ελληνικό στρατό της Κορυτσάς. Ακόμη στη Νάουσα, θυμάμαι μικρό παιδί, βάζαμε το αυτί κάτω στη γη για να ακούμε τους κρότους των χαρμόσυνων πυροβολισμών του βαρέως πυροβολικού του ελληνικού στρατού. Το ίδιο όταν κατελήφθη το Αργυρόκαστρο, η Χειμάρρα. Ελάμβαναν χώρο και δοξολογίες εις τις εκκλησίες. Στη δε Νάουσα εφιλοξενείτο και ένα τμήμα της ελληνικής αεροπορίας, το οποίο ήτανε στο στρατιωτικό αεροδρόμιο, που βρίσκεται στην περιοχή μεταξύ Ναούσης και Βεροίας, στην περιοχή του σημερινού Τριλόφου. Μετά την επιτυχή έκβαση που είχε για την πατρίδα μας ο πόλεμος στην Αλβανία, βέβαια ο Άξονας και το Τρίτο Ράιχ του ναζισμού, δεν μπορούσε να ανεχθεί περισσότερο την κατάσταση, και εχτύπησε στις 6 Απριλίου, εκήρυξε τον πόλεμο ο Χίτλερ εναντίον της Ελλάδος και εχτύπησε την ελληνική πατρίδα από το μέτωπο της Βουλγαρίας, της ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης, εκεί που ήσαν τα λεγόμενα οχυρά του Μεταξά. Βρήκε, όμως, αντίσταση μεγάλη. Επί τρεις-τέσσερις μέρες, αλλεπάλληλες επιθέσεις και έφοδοι με όλα τα μέσα, με άρματα, με πυροβολικό, με αεροπορία, δεν κατέστη δυνατόν να κάμψουν την αντίσταση των υπηρετούντων εις τα ελληνικά χαρακώματα ανδρών, πολλοί εκ των οποίων ήσαν και αποθεραπευθέντες τραυματίες από το μέτωπο της Αλβανίας, ήταν τόσος ο ηρωισμός. Και αναγκάστηκαν, ναι, να χτυπήσουν τη Σερβία και ενώ οι στρατιώτες μας ηρωικώς εμάχοντο εναντίον γερμανικών μονάδων εις τα οχυρά του Μεταξά, ναι, οι γείτονές μας οι Σέρβοι δεν προέβαλαν καμίαν αντίστασιν και δια της κοιλάδος του Αξιού εισήλθαν οι Γερμανοί εις τη Θεσσαλονίκην. Γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα στα μέσα του Απριλίου του 1941. Το 1941, όμως, τους πρώτους μήνες του χειμώνα άρχισε να λειτουργεί η Εκκλησία της Μεταμορφώσεως. Και θυμάμαι μικρός τότε τον Σταύρο τον Ρίζο και τον Κώστα τον Χάλκα, Ναουσαίοι στρατιώται του αλβανικού μετώπου οι οποίοι είχαν τραυματιστεί, είχαν εκκλησιαστεί και έξω εις, το προαύλιο, όλος ο κόσμος τους είχε αγκαλιάσει και τους περιτριγύριζε και ρωτούσε να μάθει νέα, ο καθένας για τα δικά του παιδιά, για τους δικούς του ανθρώπους οι οποίοι ήσαν στο μέτωπο. Έχω, δηλαδή, ζωντανή την εικόνα, καθώς και του Νίκου του Οικονομίδη, ο οποίος εκλήθη διότι ήταν απαραίτητος μηχανικός στο εργοστάσιο και χρειάζονταν τα εργοστάσια των Λαναρά τότε εργάζονταν συνεχώς μέρα νύχτα μαζί με τα έρια που βρίσκονται δίπλα απ’ το νοσοκομείο και παρήγαγαν κουβέρτα και χακί για τον στρατό, για να ντυθεί. Οι πρώτοι Γερμανοί εις την Ελλάδα ήρθανε το Σάββατο του Λαζάρου, δύο μοτοσικλετισταί, δύο μοτοσυκλέτες με κοφίνι, όπως λέγαμε, με καλάθι -στην επαρχία το λέγαμε- με δύο στρατιώτας. Η μία μοτοσικλέτα έκανε έναν γύρο εις την αγορά της πόλεως και έφυγε. Η άλλη η μοτοσυκλέτα κατευθύνθη από την είσοδο της πόλεως δια μέσω της οδού Μεγάλου Αλεξάνδρου, στο νοσοκομείο της πόλεως. Εκεί συνέβη ένα, έτσι, τραγελαφικό γεγονός. Εστεγάζετο στο νοσοκομείο ο Γιώργης ο τρελός, ένας κάτοικος της περιοχής Ναούσης από τα Μονόσπιτα -ή από τον Άγιο Γεώργιο, δεν θυμάμαι, ένα απ’ τα δυο χωριά-, ο οποίος την είχε ψωνίσει απ’ το αλβανικό μέτωπο και κατά τη διαδρομήν της μοτοσικλέτας από το νοσοκομείο, αυτός είχε το μπαστούνι του και δίκην τουφέκι το έδειξε στους Γερμανούς. Και οι Γερμανοί κοντοστάθηκαν και αμέσως πήραν να οπλίσουν τα αυτόματα. Αλλά διερχόμενοι συμπολίτες μας, οι οποίοι γυρνούσαν από τα χτήματα, παρενέβησαν και έδωσαν να καταλάβουν στους Γερμανούς ότι επρόκειτο περί ανθρώπου ο οποίος είχε χάσει τα λογικά του και έφυγαν. Την άλλη μέρα, Κυριακή των Βαΐων -θυμάμαι πολύ καλά την εικόνα αυτήν, δ[00:30:00]εν θα τη ξεχάσω- μετά απ’ την εκκλησία, με τον φίλο μου, τους παιδικούς μου φίλους, τον Στέργιο τον Γαλανό και τον Μίμη τον Σιμομώκιο, βγήκαμε έξω να πάμε, κάναμε βόλτα συνηθίζαμε τα παιδιά- στην περιοχή του «Κιόσκι». Και όταν πήγαμε εκεί πέρα πλησιάζαμε, είδαμε κόσμο, τον Δήμαρχο με καμιά εικοσαριά ανθρώπους μαζεμένους να περιμένουν. «Τι έγινε;», «Θα έρθουν οι Γερμανοί». Και από περιέργεια από αποστάσεως 20-30 μέτρων, ναι, βλέπαμε ότι ήρθαν οι Γερμανοί. Αρχικώς δηλαδή, ήρθαν δυο-τρία επιβατικά αυτοκίνητα, ασκεπή ελεύθερα, κατέβηκαν οι αξιωματικοί, χαιρετήθηκαν και έφυγαν και ‘μείς φύγαμε, συνεχίσαμε. Από τότε, λοιπόν, είχαμε τη γερμανική κατοχή, οι Γερμανοί εγκατεστάθησαν εις το νοσοκομείο και στη διαδρομή του χρόνου αμέσως μετά από λίγες μέρες στο 4ο Δημοτικό Σχολείο εγκατεστάθησαν, όπου και φοιτούσα εγώ στην τετάρτη Δημοτικού, την έβγαλα κάνοντας μαθήματα εις τον γυναικωνίτη της νεοανεγερθείσης Εκκλησίας της Μεταμορφώσεως. Λοιπόν, είχαν δημεύσει το σχολείο τα «Γαλάκεια», το 3ο Δημοτικό Σχολείο. Οι Γερμανοί, που ήσαν στη γειτονιά μας, ελέγετο ότι ήσαν τραυματίαι από το ανατολικό μέτωπο και περνούσαν, ας πούμε, δήθεν την ανάρρωσή τους. Πλην όμως αυτοί, κάθε πρωί συνετάσσοντο κανονικά με τον οπλισμό τους και έβγαιναν έξω και έκαναν ασκήσεις μάχης, ναι. Το μεσημέρι επέστρεφαν, εμείς πιτσιρικάδες, τότε οι Γερμανοί αγαπούσαν πολύ τα φρούτα και βέβαια παράξενα τότε τα έβλεπαν στην αγορά της Ναούσης- και μας στέλναν πιτσιρικάδες, τους αγοράζουμε σταφύλι, ροδάκινα, ό,τι άλλα φρούτα ήθελαν. Αγαπούσαν πολύ και το κρεμμύδι, το ήθελαν. Λοιπόν, και μας χαρτζιλικώνανε. Και εμείς πιτσιρικάδες, τη βολεύαμε. Επιπροσθέτως δε, τα περισσεύματα των φαγητών των στρατιωτών τα μαζεύαμε με κατσαρόλες και τα λοιπά και τα χρησιμοποιούσαν στο σπίτι για τη διατροφή οικόσιτων ζώων. Τότε, πολλά σπίτια, διατρέφαμε σε πολλά σπίτια, διατρέφοντο τα γουρούνια. Θυμάμαι χαρακτηριστικά το εξής γεγονός. Ήτανε Χριστούγεννα του 1941 μετά την εκκλησία. Η μητέρα μου είχε φύγει νωρίτερα στο σπίτι για να ετοιμάσει… Επιστρέφοντας απ’ την εκκλησία με τον μπαμπά μου, στο στενό του Τσάκαλου, ένθα και τα ουρητήρια του 4ου Δημοτικού Σχολείου, ήταν ένας Γερμανός στρατιώτης. Τον χαιρετήσαμε, πήραμε χρόνια πολλά, ευγενώς προσηνής ο μπαμπάς μου, τον κάλεσε να έρθει στο σπίτι. Και κατ’ έθιμον, όπως συνηθίζεται στη Νάουσα, το πρωί μετά από τον εκκλησιασμό των Χριστουγέννων, κάτι είχε στη φωτιά στο τζάκι, ή θα είχε τηγανιά με χοιρινό κρέας ή σαρμάδες. Και έβγαλε η μητέρα μου η μακαρίτισσα, έστρωσε ένα τραπεζάκι και πήραμε ένα κρασάκι. Ο Γερμανός συγκινήθηκε πολύ ο άνθρωπος, μας ευχαρίστησε, και ο πατέρας μου θυμάμαι τον είπε: «Στις 31 του μηνός -όπως στη Νάουσα συνηθίζουμε, ακόμη και σήμερα και ακόμη την αγιοβασιλιάτικη πίτα για να βρούμε το χρυσό το νόμισμα- να έρθεις στο σπίτι». Και ήρθε ο άνθρωπος και έφερε δύο σοκολάτες, για μένα και για την αδερφή μου, και ένα δέμα με καπνό για τον πατέρα μου, ο οποίος κάπνιζε πίπα. Φάγαμε στο τραπέζι και την ώρα που τρώγαμε και τελειώσαμε, άνοιξε την τσέπη του απ’ το χιτώνιό του της αριστερής πλευράς και έβγαλε μία φωτογραφία, στην οποία ήτανε με τη γυναίκα του και τα τρία του παιδιά και έβαλε τα κλάματα. Δηλαδή, ήτανε μία στιγμή ανθρώπινη, πραγματικά συγκινητική, διότι ο πόλεμος είναι πόλεμος τον οποίον αποφασίζουν οι μεγάλοι, οι μαχηταί όμως δεν παύουν να είναι άνθρωποι. Έφυγε, ας πούμε, έκτοτε δεν είχαμε καμία επαφή. Στο σπίτι της… του αδερφού του πατέρα μου, το οποίο ήταν στη συνέχεια του δικού μας σπιτιού, είχε επιταχθεί ένα δωμάτιο, καθόντουσαν δύο Γερμανοί, βαθμοφόροι, λοχίαι, οι οποίοι ήσανε τύποι και υπογραμμοί εις τη συμπεριφορά απέναντι της οικογένειας. Δεν δίδανε την παραμικρή λαβή, καθαριότητα και τα λοιπά και ησυχία. Τους βλέπαμε εμείς. Ήρθαν να επιτάξουν δωμάτιο και στο σπίτι μας. Αλλά την ώρα που καθόταν ο Γερμανός σε μία καρέκλα απέναντι απ’ τη φωτιά που έκαιγε στο τζάκι, επάνω είχε μία σήραγγα την οποία την είδε και όταν ρώτησε τι ήταν. Εμείς εκείνη την εποχή είχε ασθενήσει ο αδερφός μου, ο Αναστάσιος, από αδενοπάθεια και ήτανε ένεση «κάλτσο», θυμάμαι. Και εξ αυτού του γεγονότος φοβήθηκε ο γιατρός και δεν επιτάχθηκε δωμάτιο για να ‘ρθουν να καθίσουν.
Περάσαμε ήσυχα. Το σχολικό έτος ‘41-‘42, από την τετάρτη Γυμνασίου επιτυχώς έδωσα εξετάσεις στο οκτατάξιο Γυμνάσιο της Ναούσης. Αρχίσαμε, μόλις άρχισε η φοίτηση, επιτάχθηκε το Γυμνάσιο και αναγκαστήκαμε οι μαθηταί του Γυμνασίου -το οποίο ευρίσκετο έναντι της εκκλησίας της Παναγίας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ενοριακής εκκλησίας στη Νάουσα- να κουβαλήσουμε τα θρανία στον ώμο όλοι οι μαθηταί στο εργοστάσιο του Λαναρά, όπου η εταιρεία είχε παραχωρήσει έναν αποθηκευτικό χώρο ο οποίος χρησιμοποιήθηκε με διάφορες διαρρυθμίσεις από λινάτσες και από χαρτόνια ως αίθουσα διδασκαλίας. Και εκεί διεξήχθη, φοιτήσαμε δυο-τρεις μήνες και έγιναν και οι διαγωνισμοί του πρώτου εξαμήνου. Δίδαμε τότε, γράφαμε διαγωνισμούς τον Φεβρουάριο, αρχάς Φεβρουαρίου πρώτο εξάμηνο, και βέβαια, στο τέλος της σχολικής χρονιάς, τις προαγωγικές εξετάσεις. Θυμάμαι, οι μεγάλες τάξεις του Γυμνασίου για το σχολικό έτος ‘42-‘43, ‘41-‘42, οι οποίες είχαν πολύ καλή ομάδα βόλεϊ, μπάσκετ και χάντμπολ. Οι Γερμανοί παίζανε χάντμπολ. Και στο νοσοκομείο διοικητής ήτο ένας Γερμανός ανθυπολοχαγός, όμορφος άντρας, λεβεντόπαιδο, ονόματι «Χόνετ». Αυτός έπαιζε πάρα πολύ καλό ποδόσφαιρο μέσα δεξιά και χάντμπολ. Και συχνά συναντιόνταν με την ομάδα του Γυμνασίου μας, η οποία ήταν αξιόλογος, και παίζανε χάντμπολ, στο γήπεδο της Ναούσης. Θυμάμαι η σύνθεση ήταν 13 με 13 άτομα. Αλλά πέραν αυτούς, τα πρώτα χρόνια της κατοχής, οι Γερμανοί είχαν και ποδοσφαιρική ομάδα και έκαναν συναντήσεις ποδοσφαιρικές με ομάδες της Ναούσης, και με τον Αχιλλέα και με τον Ολυμπιακό. Η ζωή, ευρισκόμεθα υπό κατοχήν, βεβαίως στερημένοι της ελευθερίας και των άλλων δικαιωμάτων μας, αλλά ωστόσο, ήταν ομαλή. Δηλαδή εις τη Νάουσα, η συμπεριφορά των Γερμανών ήτανε καλή. Και φιλοξενούνταν και στα σπίτια. Αυτό, όμως, κράτησε μέχρι τις 31 Μαρτίου του έτους 1943. Το βράδυ, τη νύχτα της 31ης Μαρτίου, 31η Μαρτίου, τη Νάουσα την κατέλαβαν ένα τμήμα του ΕΛΑΣ, στρατιωτικό τμήμα της Εθνικής Αντίστασης του 16ου Συντάγματος Βερμίου, το οποίο απετελείτο από εβδομήντα περίπου αντάρτες, οι οποίοι ήσαν οπλισμένοι με παλιά τουφέκια Mannlicher και πολλοί ως αορτήρα χρησιμοποιούσαν σχοινιά και κρατούσαν τα όπλα στον ώμο. Επικεφαλής των ανταρτών ήταν τ[00:40:00]ρεις καπεταναίοι, οι δύο από τη Νάουσα, ο Χρήστος ο Παλαμάς, έφεδρος ανθυπολοχαγός του αστικού στρατού με το ψευδώνυμο «Καπετάν Μαύρος», ο Νικηφόρος ο Σιμανίκας με το ψευδώνυμο «Νικηταράς», γιος του Σιμανίκα του Μακεδονομάχου -επ’ ονόματι του οποίου και σήμερα υπάρχει οδός στη Νάουσα «Σιμανίκα»- και ο Κολοκοτρώνης, ο οποίος κατήγετο από την Πελοπόννησο. Την εποχή που κατέβηκε ο ΕΛΑΣ κατέλαβε βέβαια τα δημόσια κτίρια, την εφορία, το δημόσιο ταμείο, την εφορία καπνού, το ειρηνοδικείο και άλλα αυτά, αλλά από στρατηγικής πλευράς Γερμανών, υπήρχαν μόνον επτά οι Γερμανοί εις τη Νάουσα. Οι τέσσερις ήσαν εγκατεστημένοι στο νοσοκομείο, το οποίο κατέλαβαν χωρίς απώλειες οι αντάρται, συνελήφθησαν οι Γερμανοί. Και οι τρεις ήσαν στο γυμναστήριον, το οποίο δεν κατέστη δυνατόν να καταλάβουν οι αντάρται, και μάλιστα υπήρξε και ένα θύμα θανατηφόρο, ένας αντάρτης, ένας ΕΛΑΣίτης, από τη Λάρισα και τον κλαίγανε οι συναγωνιστές του και ημείς οι πολίτες, ως χάθηκε ο Λαρισινός. Το απόγευμα της ημέρας εκείνης, γύρω στις 17:00 με 18:00, απεχώρησε ο ΕΛΑΣ με παρέλαση, η οποία έλαβε χώρα από τον κεντρικό δρόμο της Ναούσης, Ζαφειράκη έως τα Καμμένα, με την ελληνική σημαία μπροστά και με τους τέσσερις Γερμανούς αιχμαλώτους στην προτελευταία σειρά της παρελάσεως. Τελευταίοι ήταν πάλι μια, δυο σειρές αντάρται. Οδηγήθηκε το τμήμα του ΕΛΑΣ στην περιοχή του Αγίου Θεολόγου και από κει, τη νύχτα έφυγε προς το Βέρμιο, ενώ άφησε ελεύθερους τους τέσσερις αιχμαλώτους, τους οποίους βέβαια δεν κακομεταχειρίστηκε. Αυτό είχε μεγάλη σημασία και αντίκτυπο για την πόλη της Ναούσης. Κατέβηκαν οι αντάρται -οι Γερμανοί-, πήγαν στο νοσοκομείο, αλλά υπήρξε μία απρονοησία από μέρους του τμήματος του ΕΛΑΣ, της διοικήσεως, αλλά εν πάση περιπτώσει τότε απειρία ακόμη. Όταν κατελήφθη το νοσοκομείο, δεν έλαβαν μέτρα προστασίας στο νοσοκομείο. Και ο κόσμος ξεχύθηκε, νόμιζε ότι τελείωσαν τα πράγματα, έφυγαν οι Γερμανοί, δεν θα ξανάρθουν και πήγε και λεηλάτησε το νοσοκομείο. Και πήραν διάφορα αντικείμενα. Εξ αυτού του γεγονότος, όταν ήρθαν οι Γερμανοί την επομένη ημέρα, συνελήφθησαν περί τους 55 συμπολίτες μας, οι οποίοι ενεκλείσθησαν εις τας φυλακάς Παύλου Μελά εν Θεσσαλονίκη. Μετά από παρέμβαση, από κράτηση 15-20 ημερών και παρέμβαση Ναουσαίων παραγόντων, όπως του Δημητρίου Παπαλώλα, ο οποίος Ναουσαίος χημικός, σπουδάσας στη Γερμανία, ενυμφέφθη Γερμανίδα γυναίκα, της οποίας ο γαμπρός από αδερφή συνέπεσε να είναι αξιωματικός στη φρουρά της Θεσσαλονίκης. Και τη συνδρομή του Ζάρεβαλτ, ο οποίος ήταν Γερμανός πολίτης, εγκατεστημένος στη Νάουσα προ του 1940, ως μηχανολόγος-ηλεκτρολόγος μηχανικός, υπεύθυνος για τη λειτουργία του εργοστασίου της ηλεκτρικής εταιρείας Ναούσης, που ηλεκτροδοτούσε όλην την πόλη της Ναούσης, αφέθησαν ελεύθεροι, πλην όμως εκρατήθησαν επτά συμπολίτες μας, οι οποίοι μετά από μία βδομάδα, ένα Σάββατο απόγευμα εδικάσθησαν σε σύντομο, σε έκτακτο στρατοδικείο το οποίο στήθηκε στο κέντρο της αγοράς της πόλεως Ναούσης, στο καφενείο «Εθνικό», των αδερφών Παπαφιλίππου. Διεξήχθη η δίκη, καθόλα νομότυπη, με συνήγορο υπερασπίσεως εξ επαγγέλματος, τον συμπολίτη μας Κυριάκο Χατζηδημητρίου, -ενθυμούμαι εγώ πιτσιρικάς, παρακολουθούσα για μισή ώρα τη δίκη και οι μεγαλύτεροι μας διώξανε- και οι επτά καταδικάσθηκαν εις θάνατον, οι οποίοι τη μεθεπόμενη Δευτέρα το πρωί, εξετελέσθησαν στην κάτω πλευρά του γυμναστηρίου Ναούσης. Από τη στιγμή εκείνη, νιώσαμε τι θα πει γερμανική κατοχή. Τα μέτρα άρχισαν να σκληραίνουν, η κυκλοφορία να απαγορεύεται, οι έρευνες στα σπίτια να αρχίσουν να γίνονται και να εντείνονται. Παράλληλα, όμως, με την παρέλευση του χρόνου και γύρω στον Μάιο και Ιούνιο, άρχισε να εξαπλώνεται, να οργανώνεται, να εξαπλώνονται οι οργανώσεις της Εθνικής Αντίστασης, ΕΑΜ και ΕΠΟΝ. Στο Γυμνάσιο Ναούσης, το τμήμα της ΕΠΟΝ ήταν το πιο δραστήριο, στο οποίο μετείχον οι μαθηταί όλοι, από την τρίτη οκταταξίου και άνω. Εγώ εκείνη την εποχή ήμουνα μαθητής της δευτέρας οκταταξίου. Ο συμμαθητής μου και ο φίλος μου παιδικός, ο Μίμης ο Σιμομώκιος, ήταν μια τάξη μεγαλύτερος και ήταν οργανωμένος στην ΕΠΟΝ.
Λοιπόν, τον Ιούνιο του 1945 οργανώθηκα στα «Αετόπουλα», που είχαμε καθοδηγητή το Γιώργο τον Τσομπανέλη, γεννηθέντα -εγώ ήμουνα γεννηθείς του 1931- αυτός ήταν γεννημένος το 1927, ακολουθούσε τη μια τάξη του Γυμνασίου, και τον Αντώνη τον Ζαχαρόπουλο, γεννηθέντα το 1946, ο οποίος ήτανε «Χρυσαετός», δηλαδή επικεφαλής σε όλα τα «Αετόπουλα». Κάναμε κάνα δυο-τρεις συνεδριάσεις σε εξοχικές τοποθεσίες, όπως στα «Τρία Πλατάνια», στον γύρο του Στογιάννου και στο μαντρί προς τον Άγιο Θεολόγο. Διάφορα πράγματα ας πούμε, κυρίως ας πούμε ήτανε οι παροτρύνσεις να ενταχθούμε για να φύγει ο κατακτητής, να αποκτήσει η χώρα την ελευθερία, ήταν δηλαδή ζυμωμένοι οι νέοι από τα επιτεύγματα του στρατού στο μέτωπο της Αλβανίας, αλλά και από την ιστορία του Μακεδονικού Αγώνα, στον οποίον είχε μεγάλη και ιδιαίτερη συμβολή η Νάουσα, από ιστορήματα και αφηγήσεις των γονέων, γαλουχημένοι από αγάπη προς την πατρίδα, ενταχθήκαμε στις εθνικές αυτές οργανώσεις. Τον Σεπτέμβριο του 1942, για το σχολικό έτος ‘42-‘43, οργανώθηκα στην ΕΠΟΝ. Εκεί, βέβαια, άρχισε μετά η δράσις διαφορετικά, να παρακολουθούμε τας περιπόλους των Γερμανών, να κολλάμε προκηρύξεις, να πηγαίνουμε σημειώματα ως σύνδεσμοι σε διάφορα στελέχη και έξωθεν της Ναούσης. Σε μία από αυτές τις περιπτώσεις, συνέπεσε να μου ανατεθεί ο ρόλος να κολλήσω προκηρύξεις -η κυκλοφορία ήταν μέχρι τις 21:00- από την αρχή της οδού Βύρωνος, οικία Γεωργίου Σεραφίνη, μέχρι τον φούρνο του Φίδαρη και από το στενό του Μαλιάσα, οδός Καρατάσου, μέχρι το εργοστάσιο Κοκκίνου. Είχα ένα κουτί με αλευροτέντωμα και τις προκηρύξεις και πήγα τις κόλλησα. Όταν επέστρεφα στο σπίτι στην οικία, πίσω απ’ την οικία του Μαλιάσα, όπου και ο υδρόμυλος, υπήρχε το ποτάμι, είχα την πρόνοια να πετάξω στο ποτάμι το κουτί με το αλευροτέντωμα και δεν είχα τίποτε επάνω μου. Και πιάνοντας τον δρόμο, την οδό Σοφρωνίου, απ’ τα Μπατάνια προς τα πάνω για το σπίτι μου, 30 μέτρα πριν απ’ το σπίτι, κατέβαινε -20:55 ήταν η ώρα- και κατέβαινε ένα περίπολο γερμανικό, από τρεις ανθρώπο[00:50:00]υς. Με είδαν, δεν με είπαν τίποτα, πήγα στο σπίτι μου βέβαια. Ναι, με έβαλε τις φωνές και τις παρατηρήσεις ο μπαμπάς μου για την ώρα που πήγα, ήταν αργά, αλλά εν πάση περιπτώσει πέρασε η μπόρα. Εκείνην, όμως, τη βραδιά βρέθηκε με προκηρύξεις στην τσέπη και ο γείτονας μου -κολλητά τα σπίτια μας- ο Τρύφων ο Μαρκοβίτης, ο οποίος βέβαια ήτανε δέκα χρόνια μεγαλύτερος από μένα, και ήτανε στέλεχος της ΕΠΟΝ. Τον είχαν συλλάβει στην αγορά και ήταν έγκλειστος εις το νοσοκομείο της πόλεως. Πέρασαν μερικές μέρες στο νοσοκομείο και επρόκειτο να γίνει η μεταγωγή του εις την Θεσσαλονίκη. Πράγματι, σε ένα μικρό αυτοκινητάκι επιβατικό, ένας Γερμανός αξιωματικός της Βέρμαρτ, το οποίο -αυτοί φορούσαν πηλήκιο- μικρός λοχίας ή επιλοχίας ήταν, ναι, τον έβαλαν στο αυτοκίνητο και έφυγε απ’ τη Νάουσα για τη Θεσσαλονίκη. Την άλλη μέρα, διεδόθη ότι ο Τρύφων απέδρασε από το αυτοκίνητο και τον ψάχνουν οι Γερμανοί. Όλοι μείναμε με ανοιχτό το στόμα! Είχε διαφύγει από τα χέρια των Γερμανών, κρύφτηκε, οι Γερμανοί τον αναζητούσαν. Πέρασαν μερικές μέρες, οπότε φτάσαμε στην ημέρα, το Σάββατο της εβδομάδος. Ο πατέρας μου εργάζετο ως μηχανικός στην κλωστοϋφαντουργία Έρια και καθώς σχόλασε το απόγευμα και επέστρεψε στο σπίτι, η μητέρα του Τρύφωνη, η θειά η Λέγκω του Μαρκοβίτση, καθόταν στην πόρτα με σταυρωμένα τα χέρια. Και μόλις είδε τον μπαμπά μου, τον λέει: «Τι κάνεις, θεία Λέγκω;». Τον λέει: «Γιώργη, έχουμε -ναι- άσχημα μαντάτα». «Τι;». «Μας ειδοποίησαν να αδειάσουμε το σπίτι, γιατί θα το ανατινάξουν». Εκείνην την εποχή, η μητέρα μου είχε αρρωστήσει από πλευρίτιδα. Και ήταν περίπου δυο μήνες άρρωστη στο κρεβάτι. Κατά τη διάρκεια της ασθένειας, μέσον της οικογενείας Ζάρεβαλτ, η οποία ενοίκιαζε εις το σπίτι του αδερφού της γιαγιάς μου, του Νικολάου Χρηστίδη, ήρθε ο Γερμανός, ο Χόνετ ο αξιωματικός, ο γιατρός και εξήτασε τη μητέρα μου. Αμέσως, λοιπόν, ο μπαμπάς μου ακούγοντας τη θειά τη Λέγκω, τρέχει στον θειό του, ο οποίος το σπίτι του ήτανε περίπου απέναντι απ’ το νοσοκομείο. Ανεβαίνει, όπως μας διηγούνταν ο μπαμπάς μου στο σπίτι, βρίσκει τον θειό του το Νικόλα, τον λέει τι συμβαίνει και του λέει ο θειός μου: «Ανιψιέ -λεει- εγώ βέβαια δεν έχω και τόσες παρτίδες με τη Μαργαρίτα -τη γυναίκα του Ζάρεβαλτ- αλλά πες τη θειά σου τη Μαριορίτσα». Και ανεβαίνει η θειά μου μαζί με τον μπαμπά μου. Η οικογένεια Ζάρεβαλτ εκείνη την ημέρα είχε τραπέζι τον Χόνετ, και τους βρίσκει στο τραπέζι. «Τι συμβαίνει, κυρά Μαριορίτσα;» λέει η Μαργαρίτα. «Να -λέει- εδώ με τον Γιώργη». Και της λέει ο μπαμπάς μου, λέει: «Έτσι και έτσι. Πηγαίνοντας στο σπίτι με πληροφόρησαν απ’ τον Μαρκοβίτση ότι τους ειδοποίησαν να αδειάσουν το σπίτι δια να το ανατινάξουν. Αλλά δίπλα απ’ το σπίτι του Μαρκοβίτση είν’ και το δικό μου το σπίτι. Τι θα γίνω εγώ; Έχω και άρρωστη γυναίκα». Ο Γερμανός γύρισε και είδε έτσι. Λοιπόν, «Στάσου -λέει- να πουμ’ τον αυτόν». Και τον λέει -στα γερμανικά μιλούν με τον Χόνετ- τον είπε ότι ο κύριος είναι έτσι και έτσι, η γυναίκα του είναι άρρωστη και το σπίτι που πρόκειται να ανατινάξετε είναι δίπλα ας πούμε απ’ το σπίτι της ασθενούς την οποίαν επισκέφθηκες και εξέτασες. «Ναι» λέει. Λοιπόν: «Αλλά μετά τι θα γίνει αυτό;». Και έδωσε εντολή: «Πράγματι» λέει ο Γερμανός. Στις 16:00 η ώρα το απόγευμα έπρεπε να ανατιναχθεί το σπίτι και έδωσε εντολή ο Γερμανός αμέσως με σημείωμα στον ιπποκόμο, πήγαν στο νοσοκομείο, είπαν στους αρμοδίους εκεί πέρα που ετοιμάζονταν στο συνεργείο και απετράπη το ανατίναγμα. Τώρα τι γίνεται ο Τρύφων; Μάθαμε -εγώ έμαθα ας πούμε- ότι δήθεν είχε φύγει από δω, απ’ τη Βεργιώτικη. Πετάχθηκε και στη Βεργιώτικη και έφυγε και φιλοξενήθηκε στου Γεωργούλη του Γεωργιάδη το σπίτι, επί της οδού σήμερα Χατζημαλούση. Τα χρόνια περνούν. Με τον Τρύφωνα τα βλέπαμε, μιλιόμασταν, λέγαμε πολλά, αλλά δεν αναφέραμε ποτέ. Τελευταία χρόνια, όμως, στη Θεσσαλονίκη, που καθόταν ο Τρύφων ο Μαρκοβίτης, συναντηθήκαμε μία Κυριακή στην καφετέρια του Τότη, στην Πλατεία Αριστοτέλους. Ήμουνα με τη γυναίκα μου και μπήκε ο Τρύφων, μας χαιρέτησε, τον καλέσαμε στο τραπέζι. Ναι, μιλήσαμε ας πούμε θερμά και τα λοιπά. Από κουβέντα σε κουβέντα, πέσαμε στην ιστορία. Και μου διηγήθηκε ο Τρύφων πώς απέδρασε από τους Γερμανούς. Τον είπα εγώ το περιστατικό. Μου λέει: «Όχι. Έφυγα από το ταξί, αλλά όχι στη Βεργιώτικη. Όταν προχωρήσαμε -λέει- και περάσαμε τη διασταύρωση Ναούσης προς Βέροια και φτάσαμε προς την περιοχή του Τριλόφου, περίμενα ότι θα είχε ενέδρα ο ΕΛΑΣ για να χτυπήσει για να απελευθερωθώ. Δεν παρουσιάστηκε, δεν έλαβε χώρα αυτού του γεγονότος, απελπίστηκα. Εγώ καθόμουνα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Μπροστά ήταν ο οδηγός και δίπλα του μία γυναίκα η οποία έκανε τον διερμηνέα. Ο Γερμανός έξυπνος, μου έδωσε να φορέσω το πηλήκιο και το χιτώνιο, ώστε να φαίνομαι ότι είμαι Γερμανός σε περίπτωση που στήσουν ενέδρα οι αντάρται, να χτυπήσουν εμένα ως Γερμανό, αφού θα έφερα στολή. Όταν φτάσαμε στην περιοχή της Αλεξανδρείας -Γιδάς τότε- του Γιδά, σταμάτησε για μια στιγμή, η κοπέλα, αγροτική περιοχή, να πάει για ανάγκη της, προς νερού της. Και βγήκε η κοπέλα, απομακρύνθηκε απ’ το δεξιό πλευρό του αυτοκίνητου, όπως ήτανε, για 20-30 μέτρα μέσα σε κάτι καλαμποκιές, τη συνόδευσε εκεί ο Γερμανός. Εγώ εκείνη την ώρα, από την αριστερή πλευρά που καθόμουνα, άνοιξα την πόρτα την πίσω και βγήκα έξω. Και ήταν τα κτήματα που ήταν με καλαμπόκι, μπήκα μέσα και άρχισα να τρέχω. Όταν γύρισαν αυτοί, δεν με είδαν. Εγώ ήδη είχα φύγει αρκετά. Πυροβόλησαν, έφτιαξαν, αλλά εγώ είχα πετάξει, έφυγα και κατέληξα σε ένα χωρίο, στον Άγιο Γεώργιο, τη σημερινή -εκεί που είναι ο θείος ο Κωνσταντίνος που έχει τα κτήματα- και από κει ήρθα στη Νάουσα και φιλοξενήθηκα στο σπίτι του Γεωργούλη του Γεωργιάδη, πράγματι -λέει- μια βδομάδα». Αυτή είναι η ιστορία με τον Τρύφωνη. Πέρασε ο καιρός, οι Γερμανοί στη Νάουσα ήσαν σκληροί, όμως, είναι ένα γεγονός το οποίο δεν μπορώ να μην το αναφέρω. Είχαν καλή ποδοσφαιρική ομάδα και επειδή στους άλλους αγώνες προγενέστερα αντιμετώπιζαν ήττα απ’ τον Ολυμπιακό, ζήτησαν απ’ την ομάδα του Ολυμπιακού να γίνει μία συνάντηση. Ευρισκόμεθα εις το 1944. Πρόεδρος του Ολυμπιακού ήταν ο Βασίλης ο Κασάπης. Λέω εγώ: «Τον διέταξε ο φρουρός να παίξουμε, να παίξουμε». Η οργάνωση, όμως, του ΕΑΜ έλαβε γνώση και εμήνυσε εις τον Πρόεδρο ότι δεν πρέπει να γίνει ο αγώνας. Μα, τι, πώς θα γίνει αυτό, δεν ξέρω νόμο, τρόπο, να γίνει. Εν πάση περιπτώσει, έγιναν πολλές συζητήσεις. Στο τέλος, ας πούμε, αναγκάστηκε η οργάνωση να υποχωρήσει, να γίνει ο αγώνας, γιατί δεν γινόταν, θα είχε συνέπειες το… η υπόθεση, αλλά με την προϋπόθεση, όμως, να κερδίσει η ομάδα του Ολυμπιακού. Και σφίχτηκαν, παρακολούθησαν τον αγώνα και κέρδισε η ομάδα του Ολυμπιακού με 3-0 τους Γερμανούς. Στη διαδρομή του χρόνου, τον Ιούνιο του 1944, μια βραδιά κατέβηκαν ο ΕΛΑΣ και πήρε απ’ τις αποθήκες του Λαναρά υφάσμ[01:00:00]ατα και τα λοιπά. Πλην, όμως, τον Αύγουστο του ‘43, κατέβηκε ο ΕΛΑΣ και χτύπησε τους Γερμανοϊταλούς -ήταν οι Ιταλοί τότε, οι Γερμανοί ήταν, είχαν φύγει, οι Ιταλοί αλλά με αξιωματικούς Γερμανούς- στον Άγιο Μηνά. Εκεί σκοτώθηκαν τρεις αντάρται, τους οποίους τους είχαν βάλει οι Γερμανοί στη δημοτική αίθουσα, τη κινηματογραφική αίθουσα «Τα Τιτάνια», τα οποία ήταν κτισμένα πίσω απ’ το Ηρώον το σημερινό. Πήγαμε τους είδαμε. Ένας δε αντάρτης, ένα τρομερό θέαμα ήτανε, εδώ που είναι σήμερα κτισμένο το σπίτι του Γιώργου του Δημητριάδη γωνία, στην πλατεία Καρατάσου και Βενιζέλου, ήταν του Τσάρα τα οικόπεδα, ανυψωμένα απ’ τον δρόμο, ήτανε κάνα μέτρο ενάμιση, ήταν ένα πτώμα ΕΛΑΣίτη, διαμελισμένο από τη μέση και απάνω. Υπήρχαν μόνο δηλαδή, από τη μέση και κάτω με τα δύο πόδια. Μας είχε κάνει εντύπωση, μαζί με τον Μίμη τον Σιμομώκιο το είδαμε αυτό. Τέλος πάντων, υπήρξαν πολλά. Τον Απρίλιο του 1944 γίνονται εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών, σοβαρές, στο Βέρμιο. Η Νάουσα κατεκλείσθη από γερμανικά στρατεύματα, όπως και απ’ την Κοζάνη, Κατράνιτσα και τα λοιπά. Ξεκίνησαν οι Γερμανοί, άπλωσαν τις γραμμές τους, ανέβηκαν επάνω στο Βέρμιο από δω, απ’ την Έδεσσα, απ’ την Κοζάνη, να περικυκλώσουν το Βέρμιο, έγινε μια αψιμαχία -μικρή μάχη- στην περιοχή του Γιαννακοχωρίου στη θέση Κράστα και εκεί ελέγετο ότι οι αντάρται χρησιμοποίησαν τότε ένα πρωτότυπο όπλο, το οποίο χρησιμοποιούσαν οι Ρώσοι στο ανατολικό μέτωπο, τις βόμβες μολότοφ, μπουκάλια με μπύρα τα οποία τα είχαν γεμίσει βενζίνη και τα πέταξαν στους Γερμανούς. Ανεβαίνοντας τα γερμανικά στρατεύματα -ήταν μεγάλη η δύναμις- το 16ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ απέφυγε να δώσει μάχη και χωρίστηκε σε μικρά τμήματα. Ένα από τα μικρά αυτά τμήματα ήτανε στη χαράδρα Τα «Τρία Πλατάνια» που πηγαίνουμε για τον Πρόδρομο, περνάμε... Εκεί πέρα. Είμαστε στο Γυμνάσιο, κάναμε τα μαθήματά μας και είχαμε διάλειμμα. Παρουσιάζεται ο Γιώργος ο Κυριακίδης, οργανωμένος στην οργάνωση, μεγαλύτερος από μένα πέντε-έξι χρόνια, τόσο, του ‘26 γεννηθείς. Φωνάζει: «Γιώργο, έλα δω». «Τι θέλεις, Γιώργο;». «Πάρε και τον Ρούλη -τον Μίντζη, τον οποίον έλεγαν, επειδή ήταν ανιψιός του Χωνού, τον Ρούλη τον Χωνό- και ελάτε μαζί μας». Μας παίρνει, βγαίνουμε και απ’ το Γυμνάσιο προχωρούμε 10 μέτρα και γυρίζουμε δεξιά, η οδός -ποια είναι εκεί πέρα τώρα; Καινούργιο, που βγαίνει κάτω στο… στις εργατικές κατοικίες απ’ την Παναγιά- και δεξιά, σε ένα βλάχικο σπίτι, καινούργιο, διότι μπροστά ήσαν τα κελιά της Παναγίας, κάθονταν βλάχοι. Δυο γυναίκες ήταν στον φούρνο, φούρνιζαν. Και κάτω απ’ τον φούρνο είχε δυο τσουβάλια σακιά αλλά φαρδιά σακιά, τα οποία εμείς τα λέγαμε τότε «εβδομηντάρια», διότι έπαιρναν 70 οκάδες σιτάρι. Και μέσα στο ένα το σακί είχε δώδεκα πλαστά ψωμί. Μας λέει ο Γιώργος: «Θα πάρετε αυτό το ψωμί και θα το πάτε στο Σασάκι. Θα κατεβείτε κάτω στο ποτάμι και μόλις κατεβείτε και πάρετε την ανηφόρα προς τα πάνω, θα παρουσιαστεί άνθρωπος για να το παραδώσετε». Πράγματι, λοιπόν, παίρνουμε. Εγώ σαν πιο σωματώδης και γερός, ζαντικώθηκα τα δώδεκα πλαστά ψωμί στον ώμο. Ο Ρούλης, μπροστά, 10 μέτρα προχωρούσε, εγώ 15 μέτρα, και ‘γώ από πίσω ακολουθούσα. Σιγά-σιγά βγήκαμε από το Γυμνάσιο, μέσω κάτι στενά, στον δρόμο που είναι η πυροσβεστική, ο περιφερειακός που βγαίνει κάτω. Ήτανε… Η περιοχή λέγονταν «Βρυσάκι», είχε μια βρύση. Η υπόθεσις αυτή, όπως είπαμε, ήταν τον Απρίλιο μήνα. Δηλαδή, ήτανε γύρω στην Κυριακή, μετά την Κυριακή του Θωμά. Μόλις βγαίνει ο Ρούλης, κοιτάει στο βρυσάκι, βλέπει Γερμανό σκοπό. Με κάνει με το χέρι «Stop». Σταματάω, μου λέει: «Την έχουμε σκούρα» λέει. «Δεν μπορούμε να περάσουμε», «Γιατί;», «Διότι είναι ο σκοπός». Καθόμαστε τώρα εμείς. Εκείνη την εποχή, όμως, οι Ναουσαίοι, τα κτήματα όπως απλώνονται, τώρα, στην περιοχή της Παναγιοπούλας και στο Βάντο, έβαζαν το νερό τον χειμώνα μέσα και τ' αλώνιζαν. Και έκοβαν το νερό το Πάσχα και οι ηλίοι χρησιμοποιούνταν δίκην λιπάσματος. Οπότε, ήτανε καλύτερη η παραγωγή. Καλλιεργείτο η περιοχή αυτήν με καλαμπόκι. Λοιπόν, όμως από το νερό που έτρεχε τον Μάρτιο μέχρι τον Απρίλιο που το κόβαν, φύτρωνε χόρτο πολύ. Και οι κτηματίοι έκοβαν το χόρτο, το στέγνωναν και το χρησιμοποιούσαν για τη διατροφή των ζώων τον χειμώνα. Και είχε μεγάλη κίνηση ο δρόμος τότε, διότι πολύς κόσμος ασχολούνταν με αγροτικές εργασίες. Αλλά και εκείνοι που κατά κύριον επάγγελμα δεν ήσαν αγρότοι, είχαν τα κτήματά τους, τα οποία φρόντιζαν τις ελεύθερες ώρες να... Λοιπόν. Εκεί που καθόμασταν και περιμέναμε τι θα γίνει, λοιπόν, δυο-τρία ζώα φορτωμένα με δεμάτια από χόρτο έρχονται και στο Βρυσάκι -η θέση Βρυσάκι ελέγετο διότι είχε βρύση και μία κοπάνα με νερό που έπιναν τα ζώα- σταμάτησαν να πιούν τα ζώα. Εκεί, ο σκοπός μπερδεύτηκε, χάθηκε με τα ζώα, διέλαθεν της προσοχής μας, περάσαμε εμείς τον δρόμο, κάναμε ένα άλμα ας πούμε, τροχάδην 10 μέτρα, περάσαμε ας πούμε, μπήκαμε σε κτήματα, πήραμε την κατηφόρα, μετά αλλά την κατηφόρα δεν την πήραμε. Ναι, οι φτέρνες των ποδιών μας, πλησίαζαν τους ώμους μας από τροχάδην. Κατεβήκαμε κάτω στην κοίτη του ποταμού και μόλις στρίψαμε αριστερά, παρουσιάστηκε ένας ΕΛΑΣίτης ο οποίος, θυμάμαι, φορούσε χιτώνιο χακί, μπλε παντελόνι μέσα στις κάλτσες και αρβύλες. «Βρε, καλώς τους ΕΠΟΝίτες. -λέει- Τι, φέρατε το ψωμί;». Το πήρε το ψωμί. Ο Ρούλης, όμως, επειδή ο αδερφός της μητέρας του, ο Αλέκος ο Χωνός, είχε ενταχθεί στον ΕΛΑΣ και ήταν λοχαγός στο τάγμα του Παγώνα, ρώτηξε για τον θειό του τι γίνεται. Λέει: «Ο θειός μου, ο Αλέκος, τι γίνεται;». Απαντάει ο ΕΛΑΣίτης: «Εδώ είναι -λέει- παραπάνω μαζί είμαστε». Λέει: «Να τον δω;», «Όχι -λέει- δεν θα τον δεις. Να δώσεις χαιρετίσματα τη μάνα σου και να πάτε στο καλό. Πάρτε -λέει, και μας δίδει- μια τανάλια, εκεί που είναι απλωμένες οι γραμμές τηλεφώνου των Γερμανών, να κόψετε τις γραμμές». Λοιπόν, πηγαίνουμε ανεβαίνοντας, πριν φθάσουμε στον δρόμο ήταν απλωμένες στην άκρη, κόψαμε στις γραμμές, πετάξαμε το αυτό και φύγαμε.
Μάλιστα.
Ολοκληρώθηκαν βέβαια οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Βερμίου, με αποτέλεσμα να υπάρξουν τα 300 και περίπου θύματα στην Κατράνιτσα και ένας άλλος αριθμός, περί τα 100, στο Μεσόβουνο. Αλλά μπαίνουμε στο καλοκαίρι, έχουμε σκληρά μέτρα, απαγόρευση της κυκλοφορίας, τρεις ώρες, δυο ώρες, μόνο την ημέρα, 10:00 με 12:00, 12:00 με 14:00, τρεις ώρες, 12:00 με 13:00. Ήταν μία Κυριακή από αυτές που ήταν περιορισμένη η κυκλοφορία, αλλά είχε καλμάρει λίγο. Παρουσιάζεται ένα παιδί απ’ τον συνοικισμό. Λέει: «Πάρε αυτό το σημείωμα. Μου το ‘δωσε η Δώρα η Σιδηροπούλου, η οποία ήταν καθοδηγήτρια στην ΕΠΟΝ και στο μαθητικό τμήμα την είχαν μετέπειτα και το ’45, και να πας κάτω στα Ισβόρια. Θα συναντήσεις στο τάδε μέρος τρεις ανθρώπους και θα το δώσεις». Πράγματι, πηγαίνω την περιοχή τα Ισβόρια, ο Πλάτωνας, όπου τώρα η σχολή του Αριστοτέλους, εκεί από κάτω είχαμε κτήμα εμείς με ροδακινιές, καλλιεργούσαμε, μαζεύαμε ροδάκινα κοντόνια και πουλούσαμε. Ο πατέρας μου είχε βάλει ροδακινιές, είχε φυτε[01:10:00]ύσει στο Βάντο το 1936, στα Ισβόρια το 1940. Λοιπόν, πήγα πράγματι. Ήταν ο Γιώργος ο Σταματόπουλος, ο Κώστας ο Σμέρνος και ο γείτονάς μου, ο Κούλης ο Μπρούβαλης. Μεγάλοι αυτοί, ήτανε τριανταπεντάρηδες. Τους έδωσα το σημείωμα, μου δίδουν ένα σημείωμα, το φέρνω, πηγαίνω στον συνοικισμό, το δίδω, με δίδει άλλο σημείωμα ο επικεφαλής. Ξανά, το πηγαίνω κάτω, παίρνω δεύτερο. Ο Κούλης ο Μπρούβαλης, όμως, ο οποίος ήτανε… Εγώ ήμουνα προστατευόμενος του αδερφού του, του Γιάννη, στον Αγιαστήρη να μη με πειράζουν τα μεγαλύτερα παιδιά. Διότι παρέλειψα να πω ότι στον μαχαλά, στη γειτονιά που παίζαμε, δεν μπορούσε να παίξει το παιδί, εάν κάποια γειτόνισσα τον έλεγε να πάει σε μια δουλειά και δεν πήγαινε. Διότι βγαίναν οι γυναίκες και έλεγαν: «Πήγαινε, γιε μου, να με πάρεις λίγο λουλάκι απ’ το παντοπωλείο του Τίμη -ή- μισή οκά λάδι σαμόλαδο απ’ τον μύλο του Μάκη». Άμα δεν πηγαίναμε οι μεγάλοι μας χτυπούσαν, δεν μας άφηναν να παίξουμε. Και ήμασταν πειθαρχημένοι και εκτελούσαμε τις δουλειές. Λοιπόν, μου λέει: «Θα πας τώρα -λέει- ακόμα μια φορά και θα πεις τη μάνα μου -τη θειά τη Δοξία του Μπρούβαλη, εδώ κάθεται, απέναντι απ’ τη Θωμαή. Άδειο το σπίτι ειν’ τώρα- να σε δώσει ένα μπουκάλι ρακί μια και εκατό». «Ρε Κούλη -του λέω- δυο φορές Νάουσα-Ισβόρια και επιστροφή τρίτη;», «Θα πας» λέει. Τέλος πάντων, έρχομαι, πάω στη θειά τη Δοξία, ανεβαίνω απάνω, αυτή ήταν στην κουζίνα. «Ποιος είναι;», «Εγώ είμαι, θεία Δοξία». «Τι θέλεις, παιδί μου, Γιώργο;» «Χαιρετήματα πολλά απ’ τον Κούλη -της λέω- και να μου δώσεις ένα μπουκάλι ρακί μια και εκατό». «Τον κακό του τον καιρό! -λέει- Τι θέλει; Να έχουμε τα εσάπια του Τσούκα;». Τι σημαίνει αυτό; Του Αγίου Κωνσταντίνου το ‘44, 21 Μαΐου που είναι, στην αγροτική περιοχή, στης Χώρας το Νερό, ο Γεώργιος ο Τσούκας, αδερφός της θειάς μου της Όλγας, στέλεχος της οργάνωσης στην ΕΤΑ, μαζί με άλλους, ήταν εξοχή εκεί πέρα και τα είχαν στρώσει τραπέζι και ωζάρεζαν και πήραν μυρωδιά οι Ιταλοί -εκεί πέρα ήταν συγκεντρωμένος- και πήγαν από μακριά απ’ την Αγία Παρασκευή, χτύπησαν με τα πολυβόλα και σκοτώθηκαν τρεις Ναουσαίοι. Λέω τη θειά Δοξία: «Δεν ξέρω, τι να σε πω; Εμένα έτσι με είπε». «Παρ’ το, δώσ’ το» η θεια Δοξία -να μιλήσουμε και λίγο Ναουσαίικα τώρα, όπως ακριβώς έλαβε χώρα η στιχομυθία. «Θα σε δώσω -λέει- αλλά να τον πεις να έχει τα μάτια του δεκατέσσερα». «Εντάξει, θεία Δοξία». Και πήγα το πήρα το… Έγινε. Περάσανε αυτά και ερχόμεθα εις τον Σεπτέμβριο του 1944. Κυριακή μέρα, είμαστε αποκλεισμένοι στη Νάουσα. Δεν κυκλοφορούσαμε καθόλου. Οπότε στις 14:00 με 15:00 η ώρα το απόγευμα, παρουσιάζεται αθρόως έχων καπνός απ’ το σχολείο, το 1ο και 2ο Δημοτικό Σχολείο του Αγίου Μηνά. Το βλέπει ο Δημητράκης ο Πιτσούνης, γείτονας, αυτό. Βλέπουν να βγαίνει καπνός απ’ το νοσοκομείο. «Τι έγινε;». Βγαίνουμε στο μπαλκόνι, η θειά η Λέγκω στο αυτό, τα παιδιά ήτανε μπλεγμένα. Λοιπόν, έφυγαν οι Γερμανοί. Έφυγαν οι Γερμανοί, έφυγαν οι Γερμανοί, 15:00, 16:00 μέχρι κατά τις 18:00 η ώρα, βγήκαμε, πρώτα έφυγαν οι Γερμανοί, περιμέναμε ας πούμε στα έξω, έφυγαν οι Γερμανοί, άρχισαν να έρχονται τα στελέχη της οργάνωσης που ήταν έξω και τα λοιπά. Τώρα θα κατέβει ο ΕΛΑΣ, ύστερα θα κατέβει ο ΕΛΑΣ, αλλά τα τμήματα του ΕΛΑΣ αργούσαν να κατέβουν. Τραγούδια, χαρές και τα λοιπά. Αυτά. Και κοιμηθήκαμε. Το τάγμα του ΕΛΑΣ το μαύρο ήρθε στις 16:00 η ώρα το πρωί της Δευτέρας και πηγαίνοντας για το σχολείο, 10 Σεπτεμβρίου -όχι, 1η Οκτωβρίου αρχίζαν τα μαθήματα- βγαίνοντας έξω να δούμε, στην Τράπεζα Αθηνών, όπου είναι στην πλατεία απέναντι από τη Σούλα, το ζαχαροπλαστείο, που έχει ο Μπιλιούρης σήμερα το πατσατζίδικο, ήταν η Τράπεζα Αθηνών, ήτανε σκοπός ο Γρηγοράκης ο Μπέης, γείτονας μας, απέναντι, στο εντευκτήριο των Βλάχων, κάθονταν η οικογένεια Μπέη. Ο μεγάλος ο Γρηγοράκης, γεννηθείς το 1926 είχε βγει στον ΕΛΑΣ τον Μάρτιο του ‘43 που κατέβηκαν. Και φύλαγε σκοπός. Εκεί πέρα τον χαιρετήσαμε, χαρά εμείς παιδιά, γείτονας ας πούμε, μετά ας πούμε κατέβηκε ο ΕΛΑΣ, εντάξει. Αυτά είναι μέχρι τη διάρκεια της κατοχής.
Μάλιστα.