© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Από την «Υπόγα» στην «Alea Brewing Co»

Κωδικός Ιστορίας
16847
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Αυγουστίνος Ευριπιώτης (Α.Ε.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
14/10/2020
Ερευνητής/τρια
Γεώργιος Ψαρουδάκης (Γ.Ψ.)
Α.Ε.:

[00:00:00]Ωραία.

Γ.Ψ.:

Θα μας πεις το όνομά σου;

Α.Ε.:

Λοιπόν, λέγομαι Αυγουστίνος Ευριπιώτης.

Γ.Ψ.:

Εγώ είμαι ο Γιώργος Ψαρουδάκης. Είμαι με τον Αυγουστίνο Ευριπιώτη στη Μεταμόρφωση. Είναι 15 Οκτωβρίου του 2020. Ξεκινάμε.

Α.Ε.:

Ωραία.

Γ.Ψ.:

Πώς ασχολήθηκες με τη ζυθοποιία;

Α.Ε.:

Λοιπόν, αυτή η ιστορία είχε πολύ μεγάλη πλάκα, γιατί ήτανε κάτι το οποίο ήτανε —σταματάω όταν παίζει— τελείως τυχαίο. Ήμουνα σε διακοπές κάπου το 2009 στο νησί, στη Νάξο, και εκεί πέρα που γυρνούσα στο νησί ήταν απ’ τις λίγες φορές που δεν είχα ακουστικά μαζί μου για να ακούω μουσική ή να κοιμάμαι ή να διαβάζω κάποιο βιβλίο. Και τελικά, παρακολούθησα μία εκπομπή —στον ΑΝΤ1 ήταν, του Παπαδάκη που έπαιζε στην τηλεόραση;— κλασικά στο πλοίο. Και βλέπω δύο τύπους, τον Αλέξανδρο το Σεϊντάνη και —αχ, κολλάει το όνομά μου για το δεύτερο. Έλα— τον Πωλ τον Εμμανουηλίδη, οι οποίοι ήταν στην εκπομπή και καθόντουσαν, τώρα, με κατσαρόλες, παίζανε και χαζολογούσαν και δείχναν στον κόσμο πώς να φτιάξεις εύκολη μπύρα στο σπίτι σου. Με τα κουβαδάκια, με, έτσι, τα πολύ πρωταρχικά τεχνικά στάδια που το ‘χαν ξεκινήσει τα παιδιά. Κι είχαν ανοίξει, κιόλας, ένα site, το beer.gr, όπου σιγά-σιγά άρχισαν να μαζεύονται τότε οι homebrewers που υπήρχαν στην Ελλάδα. Και όπως ήμουνα στο πλοίο και γυρνούσα πίσω, έχοντας και μια εξεταστική μπροστά μου στο Φυσικό Αθήνας, που δεν ψηνόμουνα και τότε πάρα πολύ για να κάτσω να διαβάσω, για το Φυσικό δηλαδή, με το που πατάω το πόδι μου στην Αθήνα αρχίζω ανοίγω ίντερνετ, ψάξιμο, διάβασμα, επικοινωνία με τα παιδιά. Και σιγά-σιγά άρχιζα να μπαίνω στο crew ότι να φτιάξω μπύρα στο σπίτι, γιατί πάντα μ’ άρεσε, έτσι, να παίζω λίγο με τα χέρια μου, να φτιάχνω πραγματάκια και να παιδεύομαι. Και κάπως έτσι ξεκίνησε όλη αυτή η ιστορία της τρέλας, με κατάληξη εδώ να μιλάμε στο ζυθοποιείο για εκείνες τις εποχές. Οπότε, αυτή ήταν, έτσι, το μικρό ξεκίνημα το 2009, όπου σιγά-σιγά αυτό το site άρχισε να μαζεύει διάφορους ανθρώπους τότε που είτε ασχολιόντουσαν ήδη στο σπίτι και δεν τους ήξερε κανένας, είτε αποφασίσαν τελευταία στιγμή να το ξεκινήσουνε, είτε από έναν φίλο μάθανε ότι μπορείς να φτιάξεις μπύρα στο σπίτι σου, που ήταν κάτι, έτσι, λίγο το εξωτικό. Ενώ στην Ελλάδα, ας πούμε, το κρασί το φτιάχνει ο καθένας —όσοι είναι στην επαρχία, δηλαδή, και έχουν ένα αμπελάκι. Είναι κάτι το οποίο είναι συνηθισμένο σε εμάς—, η μπύρα δεν ήταν κάτι το οποίο το ξέραμε. Και κανείς δεν ήξερε, κιόλας, ότι μπορεί να τη φτιάξει και στο σπίτι του με απλούς τρόπους. Οπότε, ήμασταν ένα πολύ μικρό crew στην αρχή, το οποίο ήμαστε σε ένα forum, γράφαμε, μεταφέραμε ο καθένας τις εμπειρίες, τα διαβάσματά του, «Α, εγώ διάβασα αυτό από τους Αμερικανούς», «Α, εγώ διάβασα αυτό από τους Άγγλους». Και σιγά-σιγά άρχισε να γίνεται, έτσι, μια... ζύμωση —ας το πούμε έτσι, που κολλάει κιόλας και στη φάση— με τα παιδιά από κει πέρα. Και σιγά-σιγά, επίσης, άρχιζαν να δημιουργούνται και φιλίες μεταξύ αυτών των ανθρώπων. Εντάξει, το κακό ήταν ότι ήμασταν σπασμένοι σε όλη την Ελλάδα, οπότε ήταν πολύ δύσκολο να καθίσουμε, φυσικά, όλοι μαζί, να κάτσουμε και να πιούμε μπύρες. Αλλά, αυτό μάς έδωσε και την όρεξη να πάμε και στους άλλους homebrewers, να δούμε τον εξοπλισμό τους, να μιλήσουμε με αυτούς. Οπότε, αρχίσαν και οι εκδρομές. Και μέσα απ’ αυτό το site άρχισαν να αναπτύσσονταν και πιο, έτσι, δυνατές φιλίες∙ όπως είναι η δικιά μου μαζί με τον Κώστα το Σιώζο που είναι στην KYKAΩ, που και αυτός μαζί το 2009 είχαμε ξεκινήσει να ανταλλάσσουμε στοιχεία, να τον έχω γνωρίσει στην Πάτρα, να με έχει καλέσει σπίτι του, να έχει ψήσει ψωμιά και να καθόμαστε να συζητάμε για τη μπύρα, με αποτέλεσμα κι αυτός τώρα πια —αυτό είναι το φανταστικό κομμάτι— να έχει το δικό τους ζυθοποιείο στο Ρίο και να τον έχω βοηθήσει και εγώ να το στήσουμε και να με έχει βοηθήσει και αυτός. Οπότε, ήταν, έτσι, ψιλό τα πρώτα χρόνια. Δε γνωριζόμασταν ήδη, δεν υπήρχε πολύς κόσμος. Και σιγά-σιγά άρχισε αυτό το πράγμα να ανεβαίνει και όλο και περισσότεροι να έρχονται μέσα εκεί και επίσης να ανοίγουν και άλλες εταιρείες πια, δηλαδή όπως η Septem, οι οποίες αυτές εταιρείες άρχισαν να φτιάχνουνε καλή ποιοτική μπύρα, craft μπύρα, τέλος πάντων, στην Ελλάδα και να διαφημίζονται και μέσα από το όλο κομμάτι αυτό. Το πράγμα αυτό μού έκατσε γιατί μ’ άρεσε να ασχολούμαι με διάφορα χόμπι και ανά δίμηνο, ανά τετράμηνο, ανά χρόνο, ανά δύο χρόνια να βαριέμαι αυτό που έκανα και μετά να μεταπηδάω στο άλλο. Και τότε με τη μπύρα μού έκατσε γιατί μου κάλυπτε πολλές πτυχές των πραγμάτων που θα ‘θελα να παίξω. Δηλαδή, έχει και τη βιολογία, έχει και τη χημεία, έχει και τη φυσική μέσα. Έχει ένα κάρο πράγματα, τέλος πάντων, και από μαθηματικά. Οπότε, ήταν ένα χόμπι που τελικά είπα στον εαυτό μου ότι θα το κρατήσω, ασχέτως αν το ακολουθούσα ποτέ επαγγελματικά, γιατί τότε δεν έβλεπα το επαγγελματικό κομμάτι. Αλλά, σαν χόμπι ήταν κάτι το οποίο μ’ άρεσε γιατί κάλυπτε πολλές πτυχές. Οπότε, σιγά-σιγά, όσο προχωρούσε ο καιρός, αυτό το πράγμα άρχισα να το μεγαλώνω, αντί για έναν κουβά να έχω δύο κουβάδες που φτιάχνω μπύρα, να έχω βρει κάνα δυο μαγαζάκια τοπικά, έτσι, φίλων που να τους λέω «Παιδιά, έχω και μια μπύρα που τη βάζω σε μπουκάλι. Άμα θέλετε να σας τη δώσω, έτσι, στη ζούλα, ρε παιδί μου, να τη δώσετε και στον κόσμο, να την πουλήσετε» ή κάτι τέτοια· έτσι, ψιλοπαρανομία στα στενά. Οπότε, άρχισα να το βλέπω όλο και πιο ζεστά όσο περνούσε ο καιρός. Ντάξει, είχα μπει και στο κομμάτι αυτό του να πουλάω σε μαγαζιά, οπότε είχαμε και μερικές κόντρες με κάτι ιδιοκτήτες, ότι «Α, μου την έδωσες 15 λεπτά παραπάνω ενώ έπρεπε να μου τη δώσεις 3 λεπτά λιγότερο από αυτό που είχαμε πει», τέλος πάντων, ιστορίες ό,τι να ναι και μ’ αυτούς τους τύπους, αλλά όχι κάτι αποκαρδιωτικό ώστε να με κόψει. Βέβαια, όσο αυτό μεγάλωνε μεγάλωνε και η ένταση στο σπίτι, γιατί έχεις στο σαλόνι σου έναν κουβά το οποίο ζυμώνει και μυρίζει, οπότε μετά έρχεται η μάνα σου και σου λέει: «Άνθρωπέ μου, τι θα γίνει μ’ αυτό το πράγμα; Πότε θα φύγει αυτός ο διάολος μέσα από τα πόδια μας, που μυρίζει όλο το σπίτι;». «Ε, ρε μάνα, δώσε λίγο ακόμα χρόνο. Σε μια εβδομάδα θα έχουμε και θα πιείς μπυρίτσα». Ντάξει, δε νομίζω ότι οι δικοί μου γενικά ποτέ μέχρι τώρα στο ζυθοποιείο είπαν ότι «Α, τι ωραίες μπύρες φτιάχνεις!» ή θα το είπανε μόνο και μόνο, ξέρεις, για το «Αχ, ναι, το παιδί παλεύει και ασχολείται, οπότε ας του πούμε ένα ‘‘μπράβο’’, ρε παιδί μου, για την προσπάθειά του». Ε, βέβαια, η κατάσταση στο μπάνιο, στα πλυσίματα, ήτανε αδιανόητη, γιατί όταν έχεις μία παραγωγή 20 λίτρα βγαίνουν αυτά κοντά στα σαράντα μπουκάλια πενήντα μπουκάλια. Οπότε, να μαζεύουμε μπουκάλια Amstel, Heineken, whatever, να τα βάζουμε μέσα στη μπανιέρα με ζεστό νερό, να βγάζουμε ετικέτες… Και υπάρχει και μια φωτογραφία κάπου στο Facebook που ‘ναι όλο το μπάνιο μου γεμάτο κολλημένες από τις ετικέτες της Heineken και της Amstel που είχα δει. Οπότε, εκεί ήταν η φάση που μπήκε η μάνα μου μέσα στο μπάνιο, τον είδε αυτόν το χαμό και απλά ήταν σε φάση εγκεφαλικό τώρα, κατευθείαν! Πέφτουμε κάτω. Ντάξει, τελικά σιγά-σιγά το δέχτηκαν. Είχαμε κι ένα μικρό υπογειάκι, όποτε άρχιζα να μεταφέρω τα πράγματα προς τα εκεί, οπότε ψιλοαποδεσμεύτηκε η κατάσταση στο σπίτι. Από την άλλη, το beer.gr τότε, το site αυτό, που ήταν χώρος συγκέντρωσης όλων αυτών των ανθρώπων, μεγάλωνε. Οι άνθρωποι βρισκόντουσαν μεταξύ τους. Αλλά, συνέβη το κλασικό πράγμα που συμβαίνει όταν ένα πράγμα, τέλος πάντων, μεγαλώνει —και κυρίως εδώ στην Ελλάδα: Όταν μαζεύονται πολλοί νοματαίοι αρχίζουν αυτοί οι νοματαίοι μέσα και μετά και έχουν και προσωπικά προβλήματα μεταξύ τους, ειδικά όταν μιλάμε τότε ότι ήταν άνθρωποι που ήταν 40 και 50 χρονών μέσα στο κόλπο, που κάτι να έχει ειπωθεί στο forum απ’ τον ένα, τον άλλον, αυτό το πράγμα κρατιέται μανιάτικο και μένει στον άλλον και «Όχι, εγώ δεν κάνω παρέα με αυτόν γιατί ήταν έτσι» και «Όχι εγώ δεν κάνω παρέα με τον άλλον γιατί μία φορά μού είχε πει ότι μπύρα μου δεν ήταν έτσι». Οπότε, άρχιζαν… Υπήρχανε, τέλος πάντων, σημάδια ότι δεν… Ναι μεν μας ενώνει η μπύρα αλλά δεν είναι κάτι άλλο, τέλος πάντων, το οποίο να ενώνει αυτό. Υπήρχαν οι μικρές παρέες εκεί πέρα μεταξύ τους, αλλά η φάση ήταν αυτή, ότι κρατάμε τις αποστάσεις μας και τέτοια. Μέχρι… Βασικά, θα μιλήσω γι’ αυτό μετά, για τη διάσπαση. Το beer.gr, παρεμπιπτόντως, μιας και που το ανέφερα, ήταν και κάτι το πρωτοποριακό, γιατί εν έτει 2010, που στην Ελλάδα η craft μπύρα με τη σημερινή έννοια της λέξης ήτανε περιορισμένη σε τέσσερις πέντε ετικέτες στην Ελλάδα και με εταιρείες που να παράγουν craft μπύρα να ‘ναι βαριά-βαριά η Craft, που ήταν στην Αλεξάνδρας —που τώρα πια δεν υπάρχει— και η Septem, το περιβάλλον ήταν ακόμα σε πολύ σπάργανα. Όμως, οι δύο αυτοί που είχαν το beer.gr τότε πιάσανε λίγο το hype που έπαιζε στο εξωτερικό και ήρθαν σε επικοινωνία με έναν τύπο που λέγεται Mikkeller. Ο συγκεκριμένος, φυσικός και αυτός σε πανεπιστήμιο της Δανίας, αποφάσισε κάπου στα 30 του να ξεκινήσει να φτιάχνει μπύρα σε διάφορα ζυθοποιεία έχοντας ρίξει πολύ διάβασμα και να αρχίζει πειραματικά στυλ τελείως, να αναβιώνει παλιά στυλ μπύρας και σιγά-σιγά να αρχίζει να γίνεται γνωστός, με αποτέλεσμα τώρα, ας πούμε, αυτός ο τύπος να έχει αγοράσει τα γραφεία της Carlsberg στη Δανία, εκεί στη γοργόνα, και να έχει χτίσει τα headquarters του με τριακόσια πόσα —δε θυμάμαι και εγώ— Mikkeller Bar παγκοσμίως. Έχει χτίσει, δηλαδή, το δικό του κίνημα. Αλλά, τότε αυτός ήτανε ακόμα στα ξεκινήματα. Ήταν στα τρία τέσσερα χρόνια το οποίο έχει ξεκινήσει τη φασούλα του. Είχε γίνει και ψιλογνωστός. Επικοινώνησαν τα παιδιά μαζί του και θέλαν να τον φέρουν στην Ελλάδα, να γίνει μια συνεργασία, μεταξύ... Θα [00:10:00]απογείωνε την ελληνική σκηνή και θα μας έκανε πασίγνωστους στον κόσμο αυτή η κατάσταση. Οπότε, καταφέρνουν τον φέρουν τον τύπο αυτόν. Και κάθεται ο man εκεί πέρα, αρχίζει και συζητάει με το αφεντικό. Ο τύπος ήταν πιο πολύ —από την ιστορία που έμαθα μετά— ότι ήθελε να τον βάλει αυτόν να του σετάρει τις συνταγές του πιο πολύ απ’ το να κάτσει να ρισκάρει να βγάλει μία συνταγή για αυτόν. Οπότε, τελικά έπαιξε μεγάλη ξενέρα απ’ το Mikkeller. Φύγαν από κει. Σταματήσαν σε ένα περίπτερο. Ο τύπος άδειασε όλο το ψυγείο από Μύθος. Πήρε ό,τι μπύρα υπήρχε και δεν υπήρχε. Τα ήπιε. Και γενικά, από τότε προμοτάρει τη Μύθος σαν γαμάτη ελληνική μπύρα στη Δανία, τώρα, που ο τύπος, ξέρω ‘γώ, ήτανε —τουλάχιστον πριν από κάνα δυο χρόνια— εκεί βασιλιάς της craft σκηνής παγκοσμίως. Έτσι, αυτό ήταν... Οπότε, έχει διάφορες τέτοιες φασούλες το beer.gr. Μαζευόμασταν και ψήναμε και τέτοια. Μέχρι που κάποια φάση, κοντά στο ‘12 —αλλά δεν είμαι πολύ σίγουρος, οπότε να μην πω ψέματα—, το beer.gr διασπάστηκε. Υπήρξε μία αντιδικία. Χωρίσαν τα τσανάκια τους, αλλά μαζί με αυτό επήλθε και η ρήξη μεταξύ των ανθρώπων οι οποίοι συμμετείχαν σε αυτό. Δηλαδή, κάποιοι άνθρωποι τελικά διαλέξαν στρατόπεδα, οπότε έγινε ένας διαχωρισμός μεταξύ τους. Και μιλάμε τώρα για κάτι το οποίο είναι τόσο αστείο, που λες «Ρε φίλε, φτιάχνουμε μπύρα. Δεν είμαστε ούτε πολιτικοί ούτε πετάμε πύραυλο στο διάστημα», δηλαδή είναι κάτι το οποίο είναι πάρα πολύ basic… Το κάνει τόσος κόσμος τόσα χρόνια. Για ποιο λόγο να φτάσεις και να πεις ότι «Εγώ διαλέγω στρατόπεδο απ’ το ένα, το άλλο» και πόσο μάλλον να διασπαστείς για κάτι το οποίο στην τελική είναι ένα χόμπι που, ΟΚ, πρέπει να εκλαμβάνουμε ως έχει, δεν είναι κάτι παραπάνω; Οπότε, δυστυχώς αυτό ήτανε η πρώτη διάσπαση που έζησα, τέλος πάντων, σε έναν χώρο της μπύρας που ακόμα δεν είχε δημιουργηθεί, δηλαδή δημιουργότανε σιγά-σιγά. Eίχε δημιουργηθεί ένας πυρήνας και τελικά αυτός ο πυρήνας ψιλοδιασπάστηκε. Οπότε, τότε δεν υπήρχε κάποιο μέσο το οποίο να μαζεύονται όλοι μαζί. Άρα, ο καθένας μετά μιλούσε σε ξεχωριστά forum. Μετά άνοιξε κάποιος άλλος ένα forum. Οπότε, αυτό το πράγμα που ήτανε σαν κοινότητα στην αρχή, η μονάδα, άρχισε να διασπάται σε υποκοινότητες μικρότερες με ανθρώπους με ψιλοΐδιες νοοτροπίες. Μέχρι που γύρω στο ‘15, άνθρωποι από όλα αυτά τα κομμάτια, τέλος πάντων, σιγά-σιγά άρχισαν να τα βάζουν στην άκρη τις διαφορές τους και αποφασίστηκε ότι, επειδή δε μπορεί να υπάρχει μία εταιρεία, μία επιχείρηση πίσω από το χόμπι μας, τέλος πάντων, που να το στηρίζει αυτό, αποφασίζεται από… πόσοι ήμασταν —καμιά εικοσαριά άνθρωποι;— να στήσουμε έναν σύλλογο. Οπότε, έτσι, ένα ωραίο μεσημεράκι μιας Κυριακής στο Γκάζι, στην Τεχνόπολη Αθηνών, μαζεύτηκαν καμιά εικοσαριά άτομα και βάλαμε κάτω ένα καταστατικό. Το στήσαμε, πέσαν οι υπογραφές και τότε ξεκίνησε και πρώτη φορά να λειτουργεί ένας σύλλογος που ο σκοπός του ήταν να μαζέψει και να φέρει όλους τους homebrewers πάλι μαζεμένους για να μπορέσουμε πάλι να είμαστε όλοι μαζί, να ανταλλάσσουμε ιδέες, να ανταλλάσσουμε απόψεις, να συναντιόμαστε, να κάνουμε event, πράγμα και το οποίο έγινε μέσα στα επόμενα δύο με τρία χρόνια, δηλαδή, και κάπου εκεί επήλθε και η λύση και του συλλόγου αυτού. Στην αρχή είχε ξεκινήσει με πάρα πολύ ωραίο τρόπο. Δηλαδή, όλοι ήμασταν μαζί, γινόταν χαβαλές, γινόντουσαν event, περνάγαμε όλοι καλά και επίσης ανταλλάξαμε απόψεις. Στον πρώτο χρόνο και στο δεύτερο χρόνο, που ήρθαν ουσιαστικά οι πρώτες επίσημες εκλογές του, έβαλα… Είχα βάλει και εγώ υποψηφιότητα έτσι, μόνο και μόνο για να στηρίξω και τη φάση, να υπάρχουν και παραπάνω κόσμος, γιατί ναι μεν όταν μαζεύονται πολλά άτομα σαν συλλογικότητα να ασχοληθούν με κάτι, τελικά αυτοί που αρχίζουν και το τρέχουν —τουλάχιστον έτσι πιστεύω εγώ— είναι μια βασική πεντάδα εξάδα και από κει μετά κουμπώνουν οι συμπληρωματικοί διάφοροι ώστε να μπορέσουν να είναι βοηθητικοί απέναντι στο κόλπο αυτό. Οπότε, λέω: «Θα βάλω και εγώ υποψηφιότητα για το σύλλογο». Εντάξει, είχα και λίγο χρόνο τότε παραπάνω ως ακόμα φοιτητής, οπότε «Ας το διαθέσουμε σε κάτι συλλογικό». Τελικά, βρεθήκαμε με όλους αυτούς, με τα παιδιά —γιατί με βγάλανε και εμένα στο συμβούλιο, που εγώ δεν το περίμενα, να σου πω την αλήθεια, να βγω. Το είχα βάλει έτσι, μόνο για το χαβαλέ. Και τελικά πάνω στο διοικητικό συμβούλιο, εκεί πέρα που συζητάμε, συζητάμε, συζητάμε, κανένας δε θέλει να αναλάβει τη θέση του προέδρου. Και εκείνη την ώρα τούς λέω: «Ναι, ρε παιδιά. Πρέπει να βγάλει, όμως, έναν πρόεδρο. Δεν γίνεται να λέει κανένας όχι». «Ωραία», μου λένε, «θα γίνεις εσύ». «Μα, εγώ έχω τις λιγότερες ψήφους απ’ την όλη φάση. Δε με ξέρει ακόμα ο κόσμος» —γιατί είχαμε απομακρυνθεί λόγω των διασπάσεων που είχανε προέλθει και των αντιδικιών. Δε μου αρέσουν γενικά αυτά, οπότε δεν ήμουνα και πρόσωπο, ας πούμε, που να ‘μαι ευρέως γνωστός στους κύκλους ή να έχω πολλούς καλούς φίλους μέσα από κει. Και μου λένε «Όχι, θα γίνεις εσύ». «Ρε παιδιά, όχι, ρε παιδιά». «Ναι, θα γίνει έτσι». Και τελικά, με τα πολλά γίνεται η ψηφοφορία και με βγάζουνε πρόεδρο του συλλόγου. Και αρχίζει, έτσι, για ενάμιση χρόνο ένα τρελό ταξιδάκι με πολύ μεγάλη εμπειρία. Δηλαδή, αποκόμισα πολύ μεγάλη εμπειρία από αυτό, γιατί ναι μεν να οργανώνεις μία ομάδα ανθρώπων που τους ξέρεις και είναι φίλοι σου και ταιριάζετε, έτσι, και ιδεολογικά και κοινωνικά, αλλά τώρα μιλάμε για ένα πράγμα το οποίο ήτανε φάσμα, δηλαδή ήταν άνθρωποι από όλους τους χώρους. Μπορούσες να πετύχεις τον οποιοδήποτε εκεί μέσα. Δηλαδή, μπορούσες να βρεις ανθρώπους εξηντάρηδες, ας πούμε, ή πενηντάρηδες με τους οποίους δε θα μιλούσες και πότε. Θα ‘λεγες για καμιά μπύρα τι ωραία που είναι, αλλά και πάλι δε θα ήταν στον ευρύ κύκλο σου, πόσο μάλλον να φτάνεις να τους εκπροσωπείς ή να διοργανώνεις για αυτούς πράγματα. Οπότε, έτσι, μου έδωσε πάρα πολλές εμπειρίες το συγκεκριμένο κομμάτι, όπως και το οργανωτικό, γιατί καταφέραμε και δημιουργήσαμε… κάναμε έναν διαγωνισμό μπύρας που είχε γίνει και τις προηγούμενες χρονιές. Γινόντουσαν γενικά διαγωνισμοί και απ’ το beer.gr αλλά και σε συνεργασία με τα ζυθοποιεία, κυρίως τη Septem, αλλά πια ήτανε κάτι το οποίο ήταν για όλους, δηλαδή ήταν ο πρώτος διαγωνισμός ο οποίος μπορούσε οποιοσδήποτε να λάβει συμμετοχή χωρίς να χρειάζεται να είναι σε κάποιο site ή οτιδήποτε άλλο. Δηλαδή, ήταν του συλλόγου. Κι ήταν, βέβαια, και λίγο περίεργο το στυλ, ήταν ένα στυλ το οποίο ήταν περίεργη μπύρα. Έγινε συνεργασία με τη Voreia, τη ζυθοποιία. Ήταν καπνιστή Amber Ale. Δεν κυκλοφορούσε ιδιαίτερα στο εμπόριο. Αποφασίσαμε να γίνει καπνιστή Amber Ale. Δύσκολη για τους homebrewers. Αλλά, τελικά είχαμε μεγάλη συμμετοχή. Είχαμε φωνάξει και τον γραμματέα του E.B.C.U., European Beer Consumers Union, έναν Βέλγο, φανταστικό τυπάκι. Οπότε, έγινε, έτσι, ψιλοεπίσημη διαδικασία με γευσιγνωσίες, με γκρουπάκια, με τα πάντα όλα και με την τελική εκδήλωση στο δήμο Περιστερίου, σ’ ένα αμφιθέατρο που είχε. Και κέρδισαν ουσιαστικά και δυο παιδιά τα οποία ήταν τελείως outsiders, δηλαδή δεν ήταν από τους γαμάτους homebrewers τους φτασμένους που τους ήξεραν όλοι και είχαν δοκιμάσει τις μπύρες τους. Ήταν κάτι τελείως τυπάκια απ’ το πουθενά, που τελικά γνωριστήκαμε και τώρα πια τα παιδιά και τα δύο δουλεύουνε, από όσο ξέρω, και στη ζυθοποιία στην Τήνο, στη Νήσο. Οπότε, ενεπλακήσαν με το χώρο και η μπύρα τους ακόμα κυκλοφορεί κανονικά από τη ζυθοποιία τη Voreia. Τι άλλο είχαμε κάνει; Είχαμε διοργανώσει σεμινάρια, που ‘χαμε, κιόλας, επαφή με εξωτερικό, με έναν τύπο που λέγεται Palmer, που έχει γράψει το How to Brew, που είναι γενικά η Βίβλος του κάθε homebrewer. Καταφέραμε και τον φέραμε και αυτόν με Skype Call να μιλήσει σε εμάς. Οπότε, είχαμε διάφορα τέτοια τρεξιματάκια και ήτανε πάρα πολύ ενδιαφέρον μόνο και μόνο να βλέπεις και την αποδοχή του κόσμου σ’ αυτό, την αναγνωρισιμότητα που έχει, ότι ο κόσμος τελικά ενδιαφέρεται να προχωρήσει και το χόμπι του λίγο παραπάνω. Οπότε, ήταν, έτσι, μια πάρα πολύ καλή περίοδος, πιστεύω, και ήταν και —ντάξει, χωρίς να θέλω να περιαυτολογήσω, κιόλας— απ’ τα καλύτερα χρόνια του συλλόγου, γιατί έτρεχα όσο δεν πήγαινε. Ήμουνα στο μεταπτυχιακό και μετά είχα και το σύλλογο και μετά δεν είχα χρόνο για άλλα πράγματα, οπότε έτρωγα γκρίνιες από τα πολύ οικεία μου πρόσωπα ότι τρέχω με όλες αυτές τις μαλακίες για τη μπύρα αλλά δεν τους δίνω και πολύ σημασία. Ντάξει, το αποδεχτήκανε και πήγε παρακάτω. Μέχρι που, λόγω… Το τελείωσα το μεταπτυχιακό. Ήθελα να μπω επαγγελματικά στον κλάδο, γιατί το ‘χα αποφασίσει πια ότι θα ασχοληθώ με αυτό σαν επάγγελμα. Ήθελα να φύγω εξωτερικό Erasmus, ήθελα να ασχοληθώ επαγγελματικά, οπότε δεν μπορούσα να συνεχίσω να είμαι πρόεδρος σε έναν σύλλογο ερασιτεχνικό. Και τότε ουσιαστικά μετά από ενάμιση χρόνο παραιτήθηκα απ’ το σύλλογο σαν πρόεδρος και έφυγα για Erasmus. Και τότε σιγά-σιγά τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν την κατιούσα. Εγώ ήμουνα στο εξωτερικό και τα μάθαινα από Ελλάδα. Ακόμα και τότε που ήμουνα και εγώ έβλεπα ότι αρχίζουν πάλι και εμφανίζονται αυτές οι συγκρούσεις ότι «Α, τον έναν εγώ δεν τον πάω, τον άλλο εγώ δεν το[00:20:00]ν πάω», πάρα πολλοί άνθρωποι μαζί. Και δυστυχώς ήταν οι παλιοί που είχανε… η παλιά γενιά, ας το πούμε έτσι, η οποία μάς είχαν έρθει αμανάτι απ’ τα παλιά, απ’ τις παλιές ενασχολήσεις. Οπότε, αυτοί άρχισαν σιγά-σιγά να δημιουργείται ένα πρόβλημα. Πάραυτα, όμως, άρχισαν να μπαίνουν και πάρα πολλοί νέοι που δε γουστάραν καθόλου να συμμετέχουνε στην όλη φάση αυτήν, που ούτε τα έμαθαν ούτε ενδιαφέρθηκαν ποτέ να τα μάθουν. Οπότε, σιγά-σιγά φτάνει να έχουν γίνει ένα κομμάτι ιστορίας που απλά τα θυμούνται τώρα κάποιοι μεγάλοι και λένε ότι «Α, κοίτα να δεις τι κάναμε τότε» και «Το μαλάκα τον έναν, το μαλάκα τον άλλο», που όμως ήταν αρκετό αυτό για να σταματήσουν σιγά-σιγά core μέλη και βασικά μέλη να ασχολούνται πια με το σύλλογο, με συνέπεια μετά από περίπου κάνα χρόνο να φτάσει σε ένα σημείο και τελικά ο σύλλογος αυτός να κλείσει δυστυχώς, με ένα πολύ πονεμένο post από το Μιχάλη. Εντάξει, ήτανε προβληματικό απ’ την αρχή γενικά προς τα τελειώματα το πράγμα και δυστυχώς τελείωσε έτσι άδοξα. Αλλά, τουλάχιστον για μένα, μόνο και μόνο που καταφέραμε και κάναμε δέκα πράγματα, βάλαμε τον κόσμο σε αυτόν, έβλεπα χαρούμενα πρόσωπα που ακόμα θυμούνται εκείνη την εποχή και μου λένε «Πού ‘σαι ρε πρόεδρε;!» —γιατί μου ’χει κολλήσει αυτή η ρετσινιά του προέδρου, που είναι κάτι το οποίο δε μου αρέσει, αλλά ΟΚ, έγινε αυτό. Και συν τοις άλλοις μου έδωσε και τη βάση αναγνωρισιμότητας απ’ τον κόσμο ώστε όταν θα μπω στο ζυθοποιείο και θα ανοίξουμε πια αυτήν την επιχείρηση ήδη να υπάρχει, να παίζει το όνομά μου από πριν, οπότε ο κόσμος να με ξέρει και να ξέρει το ποιόν μου —τουλάχιστον όσοι με είχανε γνωρίσει από την εποχή του συλλόγου. Οπότε, κάπου εκεί τελειώνει η ερασιτεχνική ενασχόληση με το συγκεκριμένο πράγμα και ξεκινάει το επαγγελματικό κομμάτι. Ενδιαφέρον ήτανε ο τρόπος ο οποίος αποφάσισα να ασχοληθώ με αυτό —ανάβω μία— γιατί ήτανε μία πολύ δύσκολη επιλογή το να επιλέξεις να γίνεις ζυθοποιός σε ένα χώρο, στην Ελλάδα ας πούμε, το οποίο ούτε παραδοσιακό είναι ούτε πολλές επιχειρήσεις υπάρχουν στο συγκεκριμένο κλάδο, και ακόμα και αυτές οι επιχειρήσεις θα προτιμήσουν να πάρουν έναν εργάτη ο όποιος δεν έχει ιδιαίτερες γνώσεις γιατί η διαδικασία είναι ψιλοστάνταρ, αν δε σε ενδιαφέρει να κάνεις πειραματικά πράγματα. Οπότε, το να μπλέξεις μέσα σ’ ένα τέτοιο επάγγελμα εδώ —συν ότι τα περισσότερα είναι πια εκτός Αθήνας. Θα δεις την Αθήνα είμαστε μόνο τρία ζυθοποιεία εν έτει 2020 και στην Κρήτη έχει κοντά στα δέκα— σημαίνει ότι θα έπρεπε να φύγω κιόλας εκτός της πόλης μου και να πάω να ζήσω κάπου αλλού, με ό,τι συνεπαγόταν αυτό. Αλλά, ήταν κάτι το οποίο το ‘χα πάρει σαν απόφαση. Οδηγήθηκα λίγο περίεργα εκεί. Σα φοιτητής στο Φυσικό ήμουνα ψιλοαδιάφορος, δηλαδή δεν πατούσα πολύ αμφιθέατρο, το ‘χα πάρει πολύ αρνητικά, δεν είχα κίνητρο. Γι’ αυτό και το τελείωσα και στα έντεκα χρόνια. Οπότε, σιγά-σιγά απομακρυνόμουνα απ’ τον όλο κλάδο, απ’ του Φυσικού. Όμως, παράλληλα, επειδή δεν είχα κάτι άλλο το οποίο να ‘μουνα καλός ή να μπορώ να ασχοληθώ, να κάνω μια δουλειά, αυτό το πράγμα άρχισε να με τρώει πάρα πολύ και να με τρώει σε χοντρό σημείο, που να λέω ότι «Τι θα κάνω στη ζωή μου πια;», ότι θα καταλήξω πρεζάκι στην Ομόνοια ή άστεγος στο δρόμο και δεν υπάρχει ελπίδα καμία γιατί δε βλέπω πουθενά κάποια ελπίδα να υπάρχει. Ντάξει, ήτανε κρίσεις πανικού χοντρές εκείνη την περίοδο. Όμως, με λίγο δουλίτσα με τον εαυτό μου, με το ένα με το άλλο κατάφερα και βρήκα μία απάντηση στα προβλήματά μου και λέω ότι αν όλα πάνε χάλια, αν όλα πάνε άσχημα, αν όλα πάνε κακά, παρόλο που δεν είμαι θρησκευόμενος, υπάρχει το Άγιο Όρος. Οπότε, σε περίπτωση που όλα πάνε χάλια, μπορείς να φύγεις εκεί πέρα και να πας και να τελειώσεις εκεί τη ζωή σου. Δε θα σε ενοχλήσει και κανένας, θα κάνεις τη φασούλα σου, όλα καλά. Έτσι τουλάχιστον θεωρούσα εκείνη τη στιγμή, πράγμα που όμως με βοήθησε και μου λέει ότι από τη στιγμή που υπάρχει μία λύση για ένα πρόβλημα σίγουρα θα υπάρχουν και κάποιες άλλες που δε μπορώ να τις δω εκείνη τη στιγμή. Οπότε, αυτό το μόνο πράγμα που κατάλαβα σαν βασικό κομμάτι είναι ότι λύσεις υπάρχουν. Το θέμα είναι να παρθεί η απόφαση για το τι θα ακολουθήσεις. Και εκείνη την ώρα στο κεφάλι μου είπα ότι «Εγώ θα γίνω ζυθοποιός. Με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο ποντάρω όλα για όλα, αφιερώνω το 100% του χρόνου μου και κυνηγάω αυτό το πράγμα», σαν όνειρο να το πούμε, σαν ελπίδα, σαν κίνητρο; Οπότε, ήταν αυτό που μου ‘δωσε και το κίνητρο να προχωρήσω με τη ζωή μου και να φτάσουμε εδώ που είμαστε. Οπότε, με το που γίνεται αυτό το κλικ, μέσα σε δύο χρόνια δυόμισι τελειώνω το Φυσικό Αθήνας, όντας με το περίπου 90% των μαθημάτων, δηλαδή το πήγα σφαίρα —δύσκολο, αλλά υπήρχε το κίνητρο— και μετά καπάκια λέω ότι «ΟΚ, ξεκινάω. Πάμε για μεταπτυχιακό». Εδώ στην Ελλάδα μεταπτυχιακό υπάρχει μόνο στο ΤΕΙ Οινολογίας. Δεν υπάρχει κάπου αλλού. Οπότε, ήταν αυτό. Ήθελα, όμως, να κοιτάξω και το Heriot-Watt στη Σκωτία, που είναι, έτσι, ένα απ’ τα πιο γνωστά μεταπτυχιακά. Δυστυχώς ένας καθηγητής στο Φυσικό με έκοψε Ιούνιο, οπότε δε μπορούσα να πάω στο μεταπτυχιακό. Του ζήτησα να την κάνουμε την επανεξέταση άμεσα μπας και προλάβω. Μου λέει: «Έχω παραδώσει γραπτά. Τα λέμε από Σεπτέμβρη». Οπότε, εκείνη την ώρα κοπήκαν τα φτερά. Λέω: «ΟΚ. Δεν πειράζει. Πάμε να κοιτάξουμε το ελληνικό». Κάθισα στο ελληνικό, γνώρισα τους ανθρώπους, με πήραν στη συνέντευξη... Ήταν τότε στα σπάργανα. Ήταν, τώρα, δεύτερη χρονιά μεταπτυχιακού. Ήταν, δηλαδή, πολύ φρέσκο το συγκεκριμένο και συνήθως δεχόντουσαν ψιλοάτομα από διάφορους κλάδους, όχι συγκεκριμένα. Δεν είχαν και πολύ συγκεκριμένες απαιτήσεις. Θέλαν απλά να γεμίσουν τις θέσεις. Και εκεί ξεκινήσαμε την όλη πορεία με το μεταπτυχιακό της Αθήνας, που είχε τη δικιά του φάση, γιατί πια άρχισε και ενασχόλησή μου και η επικοινωνία με τους κρασάδες, που είναι ένας κλάδος ο οποίος με τη μπύρα δεν είναι τόσο συνυφασμένος. Είναι πιο δική τους… Μπορεί να ‘ναι κάποιοι λίγο πιο σνομπ. Είναι πιο πολλά χρόνια στο κουρμπέτι τώρα αυτοί —δε μπλέκεις εύκολα— και έχουν και πολύ διαφορετική αντίληψη στο πώς να δημιουργούν το προϊόν τους και στο τι είναι το προϊόν τους. Οπότε, αυτό μου έδωσε και εμένα λίγο τη νοοτροπία του κρασιού, το πώς το χειρίζονται αυτοί, και όχι το καθαρά βιομηχανικό στυλ, αυστηρά γερμανικά πρότυπα της μπύρας, που έχει πεθάνει την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια από τότε που ξεκίνησε από το Βαυαρό βασιλιά. Δηλαδή, είναι αστείο. Και άρχισα, επίσης, και να δημιουργώ φιλίες, με αποτέλεσμα απ’ το Μεταπτυχιακό να βρω και έναν άνθρωπο —ο Γιάννης ο Μακαρώνας— ο οποίος τελικά μετά από διάφορες συζητήσεις να είναι πια και μέτοχος εδώ πέρα στο ζυθοποιείο και να είναι και να ασχολείται ενεργά και αυτός τη ζυθοποίηση, παρόλο που έκανε ένα μεταπτυχιακό που ήτανε στο ντεμί «Το κάνω/δεν το κάνω. Με ενδιαφέρει/Α, έτσι ας κάνουμε ένα μεταπτυχιακό». Και έχεις κι επαφή μ’ αυτόν. Οι κρασάδες, επίσης, να πω ότι είναι και λίγο σνομπ και λίγο ξερόλες. Οπότε, αντιμετώπισα, επειδή είχαν κάποιοι κρασάδες και θέλαν να μπουν στον κόσμο της μπύρας, και κάνα δυο από δαύτους που είναι ότι «Εντάξει, τώρα είσαι και εσύ homebrewer που φτιάχνεις μπύρα στο σπίτι σου. Τι να μας πεις και εσύ; Εδώ πέρα εμείς έχουμε ζυμώσει τόνους κρασί και τα ξέρουμε αυτά τα πράγματα τώρα» και «Ήρθες εσύ εδώ πέρα να κάνεις το μεταπτυχιακό και να μας πεις τις παπάτζες σου». Είχε την πλάκα του που, όμως, κατάφερα και τους το έσπασα αυτό, γιατί ήτανε σε ένα μάθημα είχαμε να παρουσιάσουμε μια ετικέτα, να παρουσιάσουμε το προϊόν, να πούμε και δυο λόγια για αυτό, να εξετάσουμε το στυλ και στο τέλος ουσιαστικά να δοκιμάσουμε και το συγκεκριμένο προϊόν. Οπότε, εγώ είχα επιλέξει μια μπύρα Βελγίου —έτσι, από τότε άρχισε να με ελκύει λίγο παραπάνω το Βέλγιο— που ήταν η Duchesse de Bourgogne, η Δούκισσα της Βουργουνδίας —παίζει στην Ελλάδα. Αξίζει να δοκιμαστεί—, που είναι για κάτι πολύ ιδιαίτερο. Δηλαδή, είναι μία μπύρα η οποία είναι πέρα από τα συνηθισμένα απ’ τα οποία έχουνε παίξει στην Ελλάδα. Είναι ξινή, είναι ξιδάτη, βγάζει μπαλσάμικα ξίδια, περίεργα φρούτα. Τέλος πάντων, είναι μια μπύρα η οποία δεν είναι συνηθισμένη στον Έλληνα καθόλου. Οπότε, αποφασίζω να κάνω αυτήν. Έχω πάει στο ΤΕΙ. Μας έχει πάρει πάρα πολύ ώρα. Είναι 23:00 η ώρα το βράδυ πια. Μας έχουνε διώξει γιατί πρέπει να κλείσει. Εγώ δεν έχω κάνει ακόμα την παρουσίασή μου, αλλά αποφασίζω και λέω στον καθηγητή ότι «Κοίταξε να δεις, θα την κάνω την παρουσίαση. Έχω φέρει τις μπύρες. Είναι κρύες. Θα τις πιούμε και θα το κάνουμε στον αέρα». Οπότε, τελικά καταλήγουμε έξω απ’ το ΤΕΙ Οινολογίας σε ένα παγκάκι όλο το Μεταπτυχιακό μαζεμένο και αρχίζω, τώρα, προφορικά χωρίς light, χωρίς τίποτα, στα σκοτάδια, ποτηράκια, μπύρες, «Παιδιά, εδώ έχουμε αυτή την μπύρα, την έτσι, την αλλιώς, περιγραφή, περιγραφή, περιγραφή, περιγραφή, αού, αού». Και, ήτανε γενικά, έτσι, ένα πολύ ωραίο κλίμα. Τέλος πάντων, ανοίγω τη μπύρα, σερβίρω σε όλους. Ήταν κάτι το οποίο οι περισσότεροι δεν την είχαν δοκιμάσει πέρα απ’ τους καθηγητές και τους ανθρώπους που ασχολιόντουσαν πάρα πολύ. Οπότε, θυμάμαι χαρακτηριστικά οι δύο κρασάδες αυτοί με το που βάζω τη μπύρα στο ποτήρι και παίρνουν το ποτήρι και το μυρίζουνε χαζογελάνε, φάση: «Χα χα χα, τι μας έφερες τώρα εδώ; Τι μπύρα είναι αυτή τώρα; Α χα χα, ουουου». Πειραγματέοι και τέτοια. Λέω: «Κράτα μικρό καλάθι. Δεν πειράζει, ασ’ τους». Σε κάποια φάση τούς βλέπω ότι έχουνε χωθεί, έτσι, ψιλό σε μία γωνία λίγο παράμερα. Έχουνε πάρει το ποτήρι, αρχίζουνε μυρίζουνε, μυρίζουνε, μυρίζουνε. Και βλέπω τα μάτια. Γουρλώνουνε και ανοίγουνε οι κόρες και λένε «Όπα» και σκαλώνουνε. Και αρχίζουν σιγά-σιγά μόνοι τους και το ρουφάνε λίγο-λίγο, λίγο-λίγο. Γυρνάνε μετά, έρχονται σε μένα και μου λένε: «Καλά ρε συ, πού το βρήκες αυτή τη μπυράκλα; Τι φανταστική είναι αυτή, τι…». Outside of the box, ρε παιδί μου, για την Ελλάδα. Οπότε, ήταν κι ένας έπαινος, λοιπόν: «Ορίστε, παλιοκρασάδες. [00:30:00]Βρήκα εδώ… Ο δάσκαλός σας, να!». Τέτοιες μπύρες είναι ουσιαστικά οι παραδοσιακές του Βελγίου. Οπότε, μιλάμε για ένα προϊόν το οποίο δεν είναι πια καθαρά γερμανίλα, αυστηρό τεχνολογικό και τα συναφή. Έχει και ένα πιο καλλιτεχνικό υφάκι και ένα πιο περίεργο. Οπότε, είχε το συγκεκριμένο κομμάτι την πλάκα του, με αποτέλεσμα, θέλοντας να φύγω και εξωτερικό μέσα από το Μεταπτυχιακό αυτό, να κάνω επαφές με Βέλγιο, με Γάνδη… Δυστυχώς ή ευτυχώς είχα και άλλη μία πρόταση για Αγγλία σε ένα πολύ γνωστό μικροζυθοποιείο που τότε έκανε scale up, έπαιρνε καινούργιο ζυθοποιό και ήταν η θέση που την ήθελα σαν διάολος. Ήτανε στο εργαστήριο αναλυτής, που με έψηνε πάρα πολύ, γιατί είχε και το χημικό κομμάτι, είχε και το ένα και το άλλο μέσα και θα ‘μουνα, θα ’χα αναλάβει εγώ όλο το εργαστήριο της ζυθοποιίας. Αλλά, επειδή χρωστούσα την πτυχιακή μου επιλέξαν τελικά κάποιον άλλον που δεν είχε πτυχιακή. Οπότε, θα πω δυστυχώς, γιατί θα ‘ταν μία δουλειά φανταστική η συγκεκριμένη και σε ένα μέρος το οποίο θα ‘ταν ξεάγχωτο κιόλας, γιατί δουλεύεις για άλλους, αποκτάς και τρελή εμπειρία γιατί διαχειρίζεσαι και ένα εργαστήριο ολόκληρο, συν τα μισθολογικά που, ντάξει, εδώ στην Ελλάδα δεν είναι και τόσο καλά, και ήθελα να φύγω και έξω. Αλλά, ευτυχώς που δεν έκατσε, γιατί δε θα ‘μαστε εδώ τώρα να μιλούσαμε στο ζυθοποιείο που ζυμώνουν οι μπύρες. Οπότε, τελικά με κέρδισε το Βέλγιο. Με ζήτησαν εκεί. Δούλεψα στο πανεπιστήμιο του KU Leuven στη Γάνδη, στο τμήμα Τροφίμων και Ποτών —με βάση τη μπύρα οι συγκεκριμένοι—, στο οποίο με έχωσαν και με βάλαν κατευθείαν στις αποστάξεις χωρίς να με ρωτήσουν ιδιαίτερα. Και με βάλανε θέση ερευνητή κατευθείαν γιατί είχαν ένα ερευνητικό πρόγραμμα, οπότε «Φίλε μου, θα κάνεις εσύ το συγκεκριμένο κομμάτι», παπ, παπ, παπ. Μπορώ να πω ότι ήτανε φανταστικό. Ήτανε από άλλο πλανήτη, γιατί έβλεπα και τότε τον τρόπο εργασίας στο εξωτερικό. Δηλαδή, ήμασταν οκτάωρο 09:00-17:00 κάθε μέρα. Και μου έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση, γιατί στην Ελλάδα αυτό το πράγμα ήταν κάτι το... Δεν υπήρχε. Μιλάμε τώρα για χρόνια μετά κρίσης —που ακόμα στην κρίση ήμασταν. Το ‘15 –’16, ήμασταν ακόμα εκεί—, που κανένας δεν είχε κανένα ωράριο. Πήγαινες στη δουλειά και φίλοι μου μου λέγανε ότι φεύγαν από τη δουλειά 19:00 και 20:00 η ώρα και τους λέγανε: «Τι έγινε, φίλε; Θα πάρουμε τη μισή μέρα εργασίας σήμερα;». Οπότε, βλέποντας πια το Βέλγιο και βλέποντας τους ανθρώπους εκεί, ότι 16:55 είχανε μαζέψει τα πράγματά τους, είχανε φύγει —αν δεν είχες φύγει σε διώχναν οι ίδιοι— και όλο το περιβάλλον εργασίας είναι κάτι το οποίο για μένα ήτανε ξένο όσο δεν πάει! Και ήταν κάτι το οποίο το γούσταρα πάρα πολύ, γιατί μετά τελείωνες 16:55 τη δουλειά σου, πήγαινες σπίτι σου 17:10 και μετά είχες όλη την ημέρα να ασχοληθείς με τον εαυτό σου, να κάνεις τα πράγματα που σε ενδιαφέρουνε και να ζήσεις μία ζωή αξιοπρεπή, ας πούμε, γιατί δε θεωρώ αξιοπρέπεια, τώρα, να τελειώνεις δουλειά 19:00 και 20:00 η ώρα το βράδυ, ξεκινώντας απ’ τις 09:00 η ώρα το πρωί και με τους μισθούς που παίζαν τότε στην Ελλάδα. Και ήταν κάτι το οποίο το γούσταρα και μου έδωσε πάρα πολλές εμπειρίες. Οπότε, θα μπορούσα να πω επίσης ότι στη Γάνδη είναι απ’ τις λίγες πόλεις οι οποίες θα μπορούσα να μείνω εκεί, όντως βλέποντας και τους Βέλγους ότι είναι πολύ κοντινοί σαν άνθρωποι. Και ήτανε όλο αυτό το μέρος, έτσι, ένα boost μεγάλο. Και κάπου εκεί άρχισε σιγά-σιγά να μπαίνει το μικρόβιο «Να δούμε μήπως μπορούμε να ανοίξουμε ένα μικροζυθοποιείο στην Αθήνα; Το ‘χουμε;». Και ουσιαστικά το μικρόβιο αυτό μού το ‘βαλε ένας φίλος, που κάνουμε πάρα πολύ παρέα ακόμα, που ήταν ουσιαστικά ένα απ’ τα τρία άτομα τα οποία είχαμε την ξακουστή Υπόγα. Υπόγα δεν την έβαλα πιο πριν. Κατά τη διάρκεια του μεταπτυχιακού είχαμε νοικιάσει έναν χώρο —γιατί πια το σπίτι δε χωρούσε τις μπύρες. Οπότε, επειδή δεν ήθελα να πάθω έξωση απ’ το σπίτι, το συζήτησα με τους δικούς μου, βρήκα έναν χώρο μετά από τρεις μήνες που έψαχνα κάτω ακριβώς απ’ το σπίτι μου, ημιυπόγειο, 90 τετραγωνικά, και τελικά βρίσκω άλλα δύο άτομα τα οποία τον νοικιάζουμε μαζί αυτό τον χώρο —homebrewers κι αυτούς, ο ένας πια είναι και υπάλληλος εδώ. Ο άλλος ήταν αυτός που μου είχε βάλει το μικρόβιο—, με αποτέλεσμα εκεί πέρα πια να φτιάχνουμε μπύρες κάθε Σαββατοκύριακο, 20 με 40 λίτρα μπύρα, να μαζεύονται όλοι, οι παρέες, οι γύρω-γύρω ολονών, να αράζουμε εκεί, να δοκιμάζουμε καινούργιες συνταγές, να δοκιμάζουμε ό,τι γουστάρουμε και μετά να γίνονται επίσης και τεράστια πάρτι, εκατό, διακόσια άτομα να μαζεύονται, τώρα, σε μία πολυκατοικία τυχαία στο Μαρούσι, σε ένα ημιυπόγειο που να βαράει τσίτα μουσική, και να είναι καλεσμένοι και οι άνθρωποι της πολυκατοικίας. Οπότε, έβλεπες κάποιους να κοπανιούνται και να χορεύουνε, αλλά στη μια γωνίτσα να υπάρχει ένα τραπεζάκι που είχε σκάσει ο μπάρμπας —ταρίφας, κιόλας, ο συγκεκριμένος. Είχε δει την πρόσκληση πάνω στην τέτοια της πολυκατοικίας— να κατέβαινε κάτω, πήγαινε τσούκου-τσούκου στο ψυγείο που είχε να σερβίρει μπυρίτσα, έβαζε τη μπυρίτσα του, πήγαινε στη γωνία του μαζί με τον άλλο φίλο του, ανοίγανε αλουμινόχαρτα που είχαν μέσα σπανακόπιτα, τυρόπιτα, έτσι, ψιψιψούνια και να κάθονται να τρώνε και να πίνουμε και οι άλλοι δίπλα δεξιά να γίνεται παρτάρισμα, ξέρω ‘γώ, από 25 μέχρι 35 χρονών και να τα δίνουν όλα και να γίνεται ό,τι να ‘ναι σκηνικά. Αυτό, η Υπόγα, κράτησε τρία χρόνια και μετά την κλείσαμε, με το που άνοιξε το ζυθοποιείο. Οπότε, ένας από τα παιδιά, όσο ήμουνα εγώ στο Βέλγιο, μου λέει «Μην είσαι μαλάκας. Πάμε να το βάλουμε μπροστά, να το τρέξουμε, να ψάξουμε να βρούμε χώρο. Στη βράση κολλάει το σίδερο». Και του λέω: «Άντε, καλά, αλλά, Αντώνη, είμαι εγώ Βέλγιο, οπότε θα πρέπει να το ξεκινήσεις εσύ». Και όντως, ο σκύλος ξεκινάει και βλέπει ακίνητα μόνος του. Οπότε, έτσι ξεκίνησε η ψιλοϊδέα «Πάμε να ανοίξουμε ένα ζυθοποιείο» απ’ τον τύπο αυτόν. Μετά, παράλληλα είχα και έναν άλλο φίλο που είχαμε ξεκινήσει αυτό το homebrewing-λίκι —είχαμε γνωριστεί από παλιές εποχές πάλι τότε, beer.gr—, το Θάνο, όπου αυτός Σουηδία μεν, αλλά ψάχνει να βρει τρόπο ακόμα να γυρίσει στην Ελλάδα μόνιμα και ενδιαφερότανε για κάτι αντίστοιχο. Τα πιάνουμε τις κουβέντες. Μου λέει: «Ναι, μέσα. Ενδιαφέρομαι». Όταν είχε έρθει και στην Ελλάδα είχαμε βράσει και μερικές μπύρες μαζί. «Βάλε με, βάλε με στο κόλπο». Οπότε, άρχισε να δημιουργείται αυτός ο core πυρήνας των τριών ατόμων. Μετά, στο Βέλγιο είχα κι έναν άλλο φίλο που δούλευε Ολλανδία —καράβια, τώρα, και τα συναφή—, που όμως ήταν κι αυτός, έτσι, στην ηλικία ότι ήθελε να επενδύσει κάπου στην Ελλάδα. Το συζητάγαμε για χρόνια, δηλαδή ήταν κοντά στα τρία χρόνια που «Α, ασχολείσαι με το homebrewing; Α, πώς θα ήταν να ανοίξουμε ένα ζυθοποιείο» και να το συζητάμε έτσι, στο χαβαλέ, που όμως σιγά-σιγά το πράγμα, επειδή άρχιζε να γίνεται πιο σοβαρό, του λέω «Πάνο, συζητιέται χοντρά το συγκεκριμένο ζήτημα. Σε ενδιαφέρει;». «Ε, με ενδιαφέρει». Βρεθήκαμε και στη Γάνδη αρκετές φορές —γιατί αυτός ήταν επάνω στην Ολλανδία, στο Ντεν Χέλντερ—, να τα στήσουμε κάτω, να του γνωρίσω και το υπόλοιπο team που ψιλό τους ήξερε. Οπότε, μπήκε και αυτός στο κόλπο και γίναμε μία καλή τετράδα.

Α.Ε.:

Και αρχίζουμε να κοιτάμε ακίνητα. Θυμάμαι γύρισα Ελλάδα τον Ιούνιο του ‘17. Είχαμε ένα ακίνητο το οποίο ήτανε τσίτα στο Μαρούσι, δίπλα σε εταιρείες —μικρό, βέβαια, σχετικά—, παλιό μαρμαράδικο. Έτσι, αρχιτεκτονικό ωραίο θα γινόταν· έτσι, ένα πολύ cozy σημείο με αυλούλα μπροστά για να μπορείς να σερβίρεις τον κόσμο. Είμαστε έτοιμοι να το κλείσουμε και τελικά ο ιδιοκτήτης, που ήταν ένας παππούλης, μας φέρνει τους γαμπρούς του και από κει που είχαμε ένα ενοίκιο τύπου 1.200 ευρώ για όλο το ακίνητο οι γαμπροί άρχιζαν να κάνουν νερά. Θεωρήσαν ότι έχουμε φράγκα από πίσω στην άκρη, οπότε αρχίζουν να ζητάνε παραπάνω. Και τελικά, το ξεχάσαμε αυτό, που και ουσιαστικά τότε είναι που έχω γυρίσει εγώ στην Ελλάδα, τελειώνω με την πτυχιακή μου σιγά-σιγά και παράλληλα μπαίνω στο κομμάτι της αναζήτησης του χώρου, που αποδείχθηκε πολύ πιο δύσκολο απ’ αυτό που περίμενα. Στην πορεία, μετά από κάνα μήνα και κάτι, πετυχαίνω πάλι αυτό τον Γιάννη από το μεταπτυχιακό να αράζουμε στην πλατεία: «Α, τι θα κάνεις τώρα που τελειώνεις με το μεταπτυχιακό;». «Δεν ξέρω, ψάχνομαι». «Εσύ», μου λέει, «τι θα κάνεις;». «Εγώ», του λέω, «συζητάω με κάποια άτομα για ζυθοποιείο». «Α, με ψήνει». «Σε ψήνει σίγουρα;». «Ναι, ναι, ναι. Ψήνομαι» και τα συναφή. «Φέρε με σε επαφή να αρχίζουμε να το τρέχουμε» και τα συναφή «Cool». Μπαίνει κι ο Γιάννης στην ομάδα. Οπότε, έχουμε κλείσει σαν πεντάδα. Λέμε: «Εδώ είμαστε. Τέλος». Και αρχίζει τώρα η αναζήτηση του χώρου. Όλοι οι υπόλοιποι ψιλοείχαν τις δουλειές τους: ο ένας Ολλανδία, ο άλλος Σουηδία, ο άλλος —αυτός ο φίλος ο Αντώνης— ναυτιλιακά, ο Γιάννης σούπερ μάρκετ. Οπότε, ψιλοσταθερές δουλειές. Εγώ δεν είχα κάποια δουλειά. Κάνα ιδιαίτερο από δω, κάνα ιδιαίτερο από κει. Οπότε, εγώ μπήκα στο κομμάτι της αναζήτησης του χώρου. Το συγκεκριμένο κομμάτι μού πήρε κοντά στον ένα χρόνο και οχτώ μήνες, μέχρι να καταφέρω να βρω ακίνητο, που το θεωρούσα απίθανο, γιατί ήτανε —στην Αθήνα και στην Ελλάδα— σε μια κατάσταση μετά κρίσης, που οι περισσότερες επιχειρήσεις κλείνανε και ήταν σιγά-σιγά τότε που το πράγμα άρχιζε να σαλεύει. Άρχιζε να δείχνει ο κόσμος ενδιαφέρον στο να κάνει κάτι άλλο. Πριν δεν υπήρχε τίποτα. Οπότε, λέω αναγκαστικά θα βρω και πάρα πολλούς χώρους οι οποίοι θα ‘ναι άδειοι, θα ‘ναι σχετικά κομπλέ, που θα έχουνε κλείσει η επιχείρηση και θα τους βρούμε. Τελικά αυτό το πράμα δεν ίσχυε. Η αναζήτησή μου ήτανε σε όλη την Αθήνα, αλλά είχαμε και κάποιους παράγοντες, που θέλαμε να ‘ναι και επισκέψιμο, δηλαδή να μπορεί να έρθει ο άλλος. Οπότε, κοιτάγαμε σχετικά στο βασικό αστικό ιστό. Και έτρωγα επί τόσο καιρό το ένα πακέτο μετά το άλλο. Δηλαδή, βλέπαμε ένα ακίνητο, μας άρεσε, κάναμε όνειρα για αυτό, το σχεδιάζαμε στο κεφάλι μας πώς θα ‘τανε. Μετά από δύο μέρες να ‘χω πάει στην πολεοδομία. Δε βγάζει άδεια. Μετά τελικά ο ιδιοκτήτης δεν το νοίκιαζε. Μετά από δω, μετά από κει… Οπότε, ήταν πολύ σκληρή εποχή, τέλος πάντων, και ψυχολογίας, που η ψ[00:40:00]υχολογία μου όσο περνούσε ο καιρός σιγά-σιγά άρχιζε να καταρρέει. Και ήταν και ένας λόγος που με οδήγησε και σε ένα προσωπικό ζήτημα και σε έναν χωρισμό μετά από μία πολύ μεγάλη σχέση. Το αποκορύφωμα αυτού ήταν τον Μάιο του ‘18, που έχοντας πια τεράστια κοινωνική πίεση… Δηλαδή, φίλοι και γνωστοί που ξέραν ότι ασχολούμαι με αυτό το πράγμα μού λέγαν «Άντε, ρε μαλάκα. Τι θα γίνει; Θα ανοίξεις ζυθοποιείο; Δε θα ανοίξεις ποτέ ζυθοποιείο, χα χα χα, χου χου χου», η πίεση από οικογένεια του τύπου «Αγόρι μου, αφού το βλέπεις ότι χτυπάς τοίχο, το κεφάλι σου όλη την ώρα. Μήπως δεν είναι η ώρα να γίνει κάτι τέτοιο; Μήπως είναι μετά;», όλα. Ήξερα ότι η ώρα είναι τώρα. Ή το κάνω τώρα ή φεύγω εξωτερικό, φεύγω από Αθήνα και πάω να μείνω, και πάω να ζήσω τελείως άλλου, πράγμα που δεν ήθελα να το κάνω μέχρι να εξαντλούσα όλα τα περιθώρια. Το τελικό χτύπημα στην ψυχολογία μου ήτανε λίγο πριν το Πάσχα —και κει ξεκίνησα πάλι να ανεβαίνω—, που ‘χα βρει ένα ακίνητο στον Πειραιά. Παλιό μεν, 500 τετραγωνικά, διώροφο. Κάλυπτε σχεδόν όλες τις προδιαγραφές μας: Έβγαζε τις άδειες, τα ‘χαμε συμφωνήσει με τον ιδιοκτήτη, χαμηλό ενοίκιο, τσίτα, τέλεια. Αλλά, υπήρχε κόσμος μέσα, ο οποίος θα έφευγε, από ό,τι μου έλεγε ο ίδιος, σε δύο μήνες. Οπότε, εκείνη την ώρα μπήκα εγώ στο κομμάτι της αναμονής. Δεν είχα καμία άλλη εναλλακτική. Ήταν το τελευταίο. Τα είχα εξαντλήσει, θεωρούσα, όλα. Ήταν η τελευταία μου ελπίδα. Οπότε, αράζω. Περνάω ένα πολύ όμορφο Πάσχα. Λέω: «Εντάξει, περιμένουμε τώρα να αδειάσει, να το κλείσουμε, να αρχίσουμε να στήνουμε business plan, να αρχίσουμε να στήνουμε εταιρείες, να μπούμε σε αυτό το παιχνίδι». Γυρίζω πίσω Αθήνα μετά το Πάσχα. Κάθομαι λίγο, σχέδια, πολιτικό μηχανικό να τον έχω βάλει μπροστά, όλα τα συναφή. Και είναι τώρα περίοδος Πρωτομαγιάς. Εντωμεταξύ, έχω ανέβει και ψυχολογικά γιατί είχε παίξει και ένα αίσθημα καινούργιο, οπότε όλα είναι ντουζένια και μιλάμε για υψηλά high. Και θυμάμαι χαρακτηριστικά είναι μία Παρασκευή απόγευμα. Έχουνε σκάσει διάφοροι φίλοι στην Υπόγα. Πίνουμε καφέδες, τα λέμε από δω και από κει και σκάει τηλέφωνο απ’ το μεσίτη. Και γυρνάει ο μεσίτης και μου λέει: «Κοίταξε να δεις, το ακίνητο το έδωσε αλλού». Κι εκείνη την ώρα απλά μου κόβονται τα πόδια. Είναι πάλι αυτές μια κρίση πανικού τύπου απόγνωση, τύπου δεν υπάρχει καμία ελπίδα, τύπου όλα χαμένα. Έχω χάσει απλά ενάμιση χρόνο απ’ τη ζωή μου τελικά για το τίποτα. Μιλάω στο τηλέφωνο μαζί του. Του λέω «Καλά, δεν είχε τα κότσια ο ιδιοκτήτης να με πάρει αυτός ένα τηλέφωνο να μου πει κάτι;». «Ε, τι να σου πω; Το έδωσε». Τον παίρνω καπάκι αυτόν τηλέφωνο. Του λέω: «Ρε φίλε, δεν τα είχαμε συμφωνήσει; Δεν τα ‘χαμε πει; Τι είναι αυτά τα πράγματα που κάνεις τώρα; Ισχύουν αυτά που μου είπε ο μεσίτης;». Μου λέει: «Ισχύουνε». Το ενοίκιο ήταν 1.400 που μου είχε πει αυτός. Μου λέει: «Βρήκα και το νοίκιασα σε κάποιους άλλους 1.600». Του λέω: «Καλά, δε με ρώτησες να μου πεις αν μπορώ να κάνω raise τουλάχιστον αυτή την τιμή, να φτάσω κι εγώ τα 1.600; Τόσο καιρό περιμένω, ρε φίλε». Μου λέει: «Το ‘δωσα και δε μπορώ να κάνω κάτι άλλο» και «Γεια σου» και κλείσιμο το τηλέφωνο. Και εκείνη την ώρα ήταν απλά που τα πάντα κατέρρευσαν γύρω μου. Μπορώ να πω ότι έπεσα και στην κατάθλιψη. Για τουλάχιστον δυο με τρεις εβδομάδες απλά δεν έκανα τίποτα. Κοιτούσα το ταβάνι. Η επικοινωνία μου με τον έξω κόσμο ήταν ελάχιστη. Το νέο αίσθημα ήτανε απλά «Γεια σας» απ’ την πίσω πόρτα, χωρίς κανένα λόγο —έτσι;—, δηλαδή χωρίς να πω ότι «Ξέρεις κάτι; Αντιμετωπίζω ένα θέμα τώρα. Θα τα πούμε μετά». Μηδέν επικοινωνία, με αποτέλεσμα με ένα μήνυμα μετά από δύο εβδομάδες ότι «Ξέρεις κάτι; Είμαι σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Μπορεί και να τα ξαναπούμε» και να το κλείνω έτσι τελείως. Αυτό κράτησε κοντά στις δύο με τρεις βδομάδες, και τελικά ήτανε, πιστεύω, το σημείο που πρέπει να περάσει ο καθένας. Δηλαδή, πρέπει να φτάσεις στον πάτο για να πεις ότι «Ναι, θα τα κάνω. Θα τα καταφέρω και θα το βάλω κάτω». Και από το πουθενά λέω «Ας μιλήσω και με ένα μεσιτικό γραφείο», που δεν είχα μιλήσει καθόλου. Και με τα πολλά μού λέει ο τύπος. «Ρε συ, έχω ένα που και αυτό θα αδειάσει». Οπότε, μου σκάνε πάλι λίγο τα άγχη, αλλά μου λέει: «Αυτό θα σου κάνει». Και ήτανε απ’ τα λίγα ακίνητα που ένας μεσίτης είχε διαβάσει ακριβώς το τι ήθελα. Και με φέρνει σε αυτό. Με το που το βλέπω παθαίνω σοκ. Λέω: «Είναι το ακίνητο αυτό που ονειρευόμουνα». Υψηλό ενοίκιο μεν, αλλά είναι το μόνο πράγμα που ήταν το πιο εκτός λίστας. Όλα τα υπόλοιπα ήτανε check. Check, check, check, check, check. Και το είδα και λέω: «Αυτό είναι το ακίνητο που θέλω». Μπαίνω εδώ στο χώρο. Φλαταδούρα, όπως το βλέπεις και συ εδώ πέρα. Είχε μόνο λίγες κολώνες. Όλο το υπόλοιπο επίπεδο. Σε άθλια κατάσταση γενικά, αλλά επειδή ήταν κέλυφος δεν έχει και πολλά πράγματα για κατασκευές. Οπότε, λέω: «Εδώ είμαστε. Γαμώ, πάμε να τρέξουμε μέχρι όσο δεν πάει». Και αρχίζω και το τρέχω. Και μάλιστα, τότε είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι εδώ μέσα μία μέρα θα κάνω σκέιτ. Δεν είμαι σκειτάς, είχα όμως ένα χαζοσκέιτ εκεί πέρα στην Υπόγα, οπότε έλεγα ότι θα μεταφέρω το σκέιτ αυτό εδώ και θα μάθω να κάνω σκέιτ εδώ πέρα, που τελικά έγινε. Και μπαίνουμε τότε στο κομμάτι του πότε θα αδειάσει το ακίνητο, πότε το ένα, πότε το άλλο, μπούρου μπούρου από δω, μπούρου μπούρου από κει, και στην επικοινωνία με το μεσίτη, με τον ιδιοκτήτη. Τελικά, ο Αντώνης, αυτός που μου ‘χε βάλει τη φιτιλιά, την πρώτη ιδέα, έχοντας μία συνομιλία ένα βράδυ με τον ιδιοκτήτη, που του ‘λεγε «Ρε φίλε, δε μπορείς να έχεις τέτοιο ενοίκιο σε εμάς και στους προηγούμενους να έχεις ένα ενοίκιο τόσο και δεν το δέχομαι και το ένα και το άλλο», γυρνάει ο τύπος και του λέει: «That’s business. Take it or leave it», πάρ’ το ή… τέτοιο. «Έχω κάπου αλλού να το δώσω». Και εκείνη την ώρα ο Αντώνης σπάζεται τρελά και μου λέει ότι «Δε θα προχωρήσω με αυτό το ακίνητο. Ενδιαφέρομαι να συνεχίσουμε την αναζήτηση, αλλά με αυτόν τον ιδιοκτήτη εγώ δε μπλέκω». Αλλά, δυστυχώς τότε τα πράγματα ήταν πιεσμένα και, επειδή κάτι δε με διαβεβαίωνε ότι ο Αντώνης θα συνέχιζε —ακόμα και αν βρίσκαμε και κάποιον άλλο χώρο πάλι μπορεί να μου ‘λεγε κάτι τέτοιο. Και το να κάθομαι να περιμένω κι άλλο χρόνο εκτός στον πάγκο, χωρίς δουλειά, με ένα χαρτζιλίκι από τους γονείς μου και τα συναφή ήταν κάτι το οποίο δε μπορούσε να γίνει. Οπότε, οι υπόλοιποι τέσσερις αποφασίσαμε ότι εμείς θα συνεχίσουμε αυτό το ακίνητο. Οπότε, είχαμε την αποχώρηση του Αντώνη, που ίσως, έχοντάς το συζητήσει και μετά με αυτόν και βλέποντας την κατάσταση τώρα, ευτυχώς που έγινε κάτι τέτοιο, γιατί ποτέ δεν ήταν προετοιμασμένος στην πραγματικότητα να αντιμετωπίσει μια τέτοια κατάσταση. Δεν έχει... Δεν είχε το στομάχι για μια τέτοια δουλειά. Είχε μάθει αλλιώς. Οπότε, με τον Αντώνη συνεχίζουμε να είμαστε φίλοι. Δεν άλλαξε κάτι. Απλά, αποφάσισε ότι δε θα μπει στην εταιρεία. Όμως, το πλάνο με τέσσερα άτομα δεν έβγαινε οικονομικά, και τότε σιγά-σιγά αρχίζαμε να το ανοίγουμε και λίγο παραπάνω, με αποτέλεσμα κάπου το Σεπτέμβρη-Οκτώβρη του ‘18 ο Γιάννης μάς φέρνει και έναν δικό του στην παρέα να γνωριστούμε, τον Κώστα, που τελικά ο Κώστας ψήθηκε. Και με τα χίλια ζόρια ο χώρος άδειασε το Νοέμβριο του ‘18 και μπήκαμε με τα χίλια ζόρια και άρχισε το τρελό ταξίδι του ζυθοποιείου, του στησίματος και της διαχείρισης και της... ό,τι περιλαμβάνει το συγκεκριμένο κομμάτι. Ξεκινήσαμε το Νοέμβριο του ‘18. Ντάξει, τα υπόλοιπα παιδιά πάλι δούλευαν, οπότε ήμουνα εγώ που έτρεχα τη φάση οργάνωσης, μαστόρους, συνεργεία, από δω, από κει, να βρω τους ανθρώπους που είναι κατάλληλοι για να κάνουν τη συγκεκριμένη δουλειά. Και όντας μη εμπειρία έκανα και λάθη. Δηλαδή, το βασικότερό μου λάθος, που θα με ακολουθεί για μία ζωή, που είναι το πάτωμα μας, που δεν είναι σωστά φτιαγμένο —έχει σε κάποια σημεία μεγάλα λάθη και μαζεύονται εκεί νερά. Τέλος πάντων, είναι πιο τεχνικό το θέμα—, ήταν επειδή αποφάσισα να συνεργαστώ —και η ομάδα— με έναν άνθρωπο που είχε χαμηλότερη τιμή από όλους τους υπόλοιπους, αλλά τελικά αποδείχτηκε... Ενώ το ένστικτό μου μου ‘λεγε ότι «Μην τον εμπιστευτείς», είπα ότι αφού έχει τη χαμηλότερη τιμή, οι επιχειρήσεις λειτουργούν κατά αυτό τον τρόπο, οπότε άσε το gut feeling από πίσω και πήγαινε για το κομμάτι το οποίο είναι «Μιλάνε τα μαθηματικά». Και έχοντας φάει μετά τη φόλα αυτού του πράγματος, αποφάσισα ότι για αρχή ο πρώτος παράγοντας για να μπορέσω να συνεργαστώ με κάποιον άνθρωπο είναι το στομάχι μου να μου το λέει, το ένστικτό μου. Αν το ένστικτό μου λέει «Φύγε», ακόμα και να είναι και ό,τι καλύτερο θα πω «Όχι» και μετά θα βάλω και το οικονομικό κομμάτι. Οπότε, ξεκινήσαμε αυτή την τρελή ιστορία, να μαθαίνουμε πράγματα, να γίνονται σκηνικά... Τρέλα, δηλαδή μάστορες κάθε μέρα από δω πέρα από τις 07:00 η ώρα το πρωί μέχρι τις 05:00 η ώρα το απόγεμα, και μετά το υπόλοιπο γραφειοκρατία και εργασιομανία ώστε το κεφάλι μου να μην ασχολείται με άλλα ζητήματα, οτιδήποτε. Οπότε, ήταν και καλής ψυχολογίας κατάσταση και περίοδος. Με το αποκορύφωμα αυτού του πράγματος —γιατί όλο το πράγμα που έγινε από τότε μέχρι που βράσαμε την πρώτη μπύρα ακόμα τα θυμάμαι, αλλά είναι σαν έφυγε σαν όνειρο, ρε παιδί μου, αυτό το πράγμα, σαν να έγινε κάτι και να μην το πήρα χαμπάρι, τέλος πάντων, πώς έγινε. Το αποκορύφωμα ήταν όταν έφτασε πια ο εξοπλισμός απ’ την Κίνα, δηλαδή μιλώντας με τους Κινέζους, φτιάχνοντας σχεδιαγράμματα στο Autocad, λέγοντας ότι «Το θέλω έτσι αυτό, το θέλω έτσι εκείνο» και όλα στα χαρτιά. Ήταν η στιγμή που δε μπορείς να πας πίσω. Πια έχει γίνει. Είναι κλεισμένο. Έγινε αυτό το πράγμα. Τελείωσε. Ήρθαν τα μηχανήματα στο χώρο μας. Ήρθαν δυο container που με κάποιο τρόπο εδώ πέρα έπρεπε να τα ξεφορτώσουμε. Και να έχει γίνει εδώ ο χαμός, να είμαστε κοντά τριάντα άτομα —φίλοι, συγγενείς, άσχετοι, φίλοι από άλλα ζυθοποιεία, φίλοι από το homebrew. Δηλαδή ήτανε πανηγύρι— και εκείν[00:50:00]η την ώρα που σκάνε τα μηχανήματα θυμάμαι καθαρά ότι είμαι «Πάμε για δουλειά» χωρίς να έχω καταλάβει ακριβώς τι έχει γίνει. Δεν το εννοείς, δε νιώθεις, ρε παιδί μου, εκείνη τη στιγμή. Αδρεναλίνες σκάνε, ενδορφίνες σκάνε στον οργανισμό σου. Δε μπορώ να το περιγράψω, αλλά είναι ένα πράγμα που το ένιωσα ότι ήρθε φυσικά, ενώ αν το εξετάσεις στην πραγματικότητα δεν είναι κάτι το οποίο είναι φυσικό. Είναι εξοπλισμός και ταξίδεψε όλη τη γη, ας πούμε, για να ‘ρθει σε μας φτιαγμένος μόνο μέσω τηλεφώνου και μόνο μέσω email και κάποια χρήματα που φύγανε από κει και ελπίζαμε ότι θα φτάσει. Δεν ξέρεις αν θα φτάσει. Σε κοροϊδεύει ο άλλος; Ποια είναι τα credentials που έχεις; Ευτυχώς ο Αντώνης είχε πάει —επειδή, ξέρεις, για κινέζικα— και τους είχε δει. Οπότε, ήμασταν λίγο πιο safe. Και επίσης, απ’ τον ίδιο προμηθευτή είχε πάρει και αυτός ο φίλος μου απ’ την Πάτρα, ο Κώστας ο Σιώζος, το δικό του εξοπλισμό. Οπότε, εντάξει, δεν ήταν τόσο ακραία τα σκηνικά, αλλά και πάλι είναι κάτι το οποίο είναι περίεργο. Οπότε, εκείνη την ώρα, από κείνη την ώρα ξεκίνησε ο χρόνος να μετράει ανάποδα για το πότε θα βράσουμε. Δεν τα ‘χαμε κάνει καλή εκτίμηση. Βράσαμε τελικά πρώτη Ιουλίου ενώ υπολογίζαμε ότι σε έναν μήνα βράζουμε. Και όσα ζυθοποιεία έχω δει να χτίζονται από τότε και μετά τους το λέω: «Παιδιά, να ξέρετε, ό,τι σχεδιάζεις… Σε πόσο καιρό θα βράσεις;». «Σε τρεις μήνες». «Ξέχνα το αυτό. Υπολόγισε ένα εξάμηνο, εννιάμηνο για να ‘σαι μέσα». Δε με ακούνε οι περισσότεροι. Το συναντάνε τώρα, οπότε εντάξει. Αλλά, αυτό είναι... Πρέπει να το δει ο καθένας μόνος του, ρε παιδί μου, για να το βιώσει —σόρρυ. Οπότε —σόρρυ—, ξεκινάει το στήσιμο του ζυθοποιείου και το στήσιμο μέσα. Νταξει, χάος. Όλοι οι φίλοι βοηθούσανε. Μέχρι να καταφέρουμε να στήσουμε σαν Lego το μηχάνημα πιστοποίησης γινότανε χαμός. Τελικά, ανέλαβε ο αδερφός μου ένα κομμάτι σωληνώσεων, ο άλλος από δω, ο άλλος από κει, τουλάχιστον δέκα δεκαπέντε νοματαίοι να καταφέρουμε να τα βάλουμε μέσα. Ευτυχώς όλα καλά. Αλλά, είχαμε δύο περιστατικά στα οποία πραγματικά αυτά τα περιστατικά με στοιχειώνουνε, γιατί αν είχε γίνει μαλακία τότε δε θα ήμουν εδώ και το πιο πιθανό να ήμουνα φυλακή. Το πρώτο περιστατικό ήταν όταν κατεβάζαμε μία δεξαμενή από το κοντέινερ, που ήτανε πάνω στο φορτηγό. Το παλετοφόρο δεν είχε πιάσει —όχι το παλετοφόρο, το κλαρκ— καλά τη δεξαμενή, με αποτέλεσμα όταν τη σήκωσε και την έβγαλε προς τα έξω η δεξαμενή, που ‘ταν 3 τόνους και ήταν κοντά στα 2,5-3 μέτρα ύψος, να κάνει «κλακ» και να μπατάρει κοντά στις 30 μοίρες απ’ τη δεξιά μεριά. Και με το που γίνεται αυτό να βλέπω ότι ακριβώς από κάτω —εγώ να είμαι πάνω στο κοντέινερ— να υπάρχει κόσμος. Και να λέω ότι αν αυτό φύγει πάνω —γιατί εκείνη την ώρα πέρασε απ’ το μυαλό μου—, έχει λιώσει τουλάχιστον τέσσερα με πέντε άτομα. Και μιλάμε τώρα ότι τα πράγματα δεν είναι αστεία, είναι πολύ σοβαρά. Μιλάω με τον κλαρκατζή. Του λέω «Όπως είσαι, φέρ’ την πίσω τη δεξαμενή. Βάλ’ την πίσω τώρα! Γρήγορα!» πανικόβλητος. Φωνές από πάνω. Όμως, είχαμε έναν μάστορα ηλεκτρολόγο που ήτανε πολύ χωμένος στα κόλπα —μπάρμπας— και μιλάει εκείνη την ώρα «Ψου ψου ψου» στον άλλον και του λέει «Όχι, κατέβασέ την. Μην τον ακούς. Κατέβασέ τηνα», πράγμα το οποίο δεν ήταν ούτε δικιά του απόφαση να την πάρει ούτε να ρισκάρει τις ζωές ανθρώπων γι’ αυτό το πράγμα, ασχέτως αν ο ίδιος ήταν σίγουρος ότι αυτό… Έπρεπε να ‘χα ‘γω τον τελευταίο λόγο. Έκανε την υπέρβαση ο τύπος. Ο κλαρκατζής τον άκουσε. Ευτυχώς η δεξαμενή κατέβηκε και δε σκότωσε κανέναν άνθρωπο. Αυτό ήταν το πρώτο κομμάτι. Έπρεπε να το έχω στο νου μου και μετά, αλλά είναι πάντα εκεί που χαλαρώνεις που γίνονται οι μαλακίες, με αποτέλεσμα το δεύτερο κομμάτι —πάλι με τον ίδιο—, την ώρα που πάμε να μεταφέρουμε ένα βαρύ σύστημα ώσμωσης, ένα πράγμα το οποίο τρία άτομα, τέσσερα άτομα δεν το σηκώνουνε, γιατί έχει και φιάλες, οπότε δεν σταθεροποιείται καλά. Να είμαι με αυτόν τον ηλεκτρολόγο, να θέλουμε να του βάλουμε πόδι για να το σηκώσουμε από το σημείο που είναι, να μου λέει «Έλα τώρα. Μην το συζητάς πολύ. Πρώτα δουλειά και μετά σκέψη, πρώτα δουλειά και μετά σκέψη, πρώτα δουλειά και μετά σκέψη». Τον ακούω εκείνη την ώρα. Σηκώνεται το μηχάνημα. Και εκείνη την ώρα είναι απ’ τη μία μεριά ο Γιάννης, ο ένας από μας, και το μηχάνημα πέφτει πάνω του. Ευτυχώς που ο Γιάννης έπεσε σε μία τρύπα μικρή, αλλά γύρω-γύρω είχε κάγκελα, οπότε θα μπορούσε κάλλιστα να χτυπήσει το κεφάλι του στα κάγκελα. Ευτυχώς δεν το χτύπησε και έπεσε στο ενδιάμεσο κομμάτι και ακριβώς από πάνω του έπεσε αυτό το μηχάνημα. Το μηχάνημα έσκασε στο κάγκελο. Το κράτησε και δεν έπεσε να τον λιώσει. Αυτό ήταν το δεύτερο, έτσι, χοντρό σκηνικό που παραλίγο, ας πούμε, να...

Γ.Ψ.:

Αυτός ο ηλεκτρολόγος... 

Α.Ε.:

Αυτός ο ηλεκτρολόγος έχει κάνει θαύματα. Ναι, ήτανε μαστόρι απ’ τα λίγα. Ντάξει, βοήθησε αρκετά εδώ πέρα. Είναι πατέρας φίλου. ΟΚ... Δεν αξίζει τέτοιο ρίσκο. Καλύτερα ανθρώπους οι οποίοι είναι επαγγελματίες στο χώρο —ήταν επαγγελματίας και αυτός, αλλά δεν ήταν επαγγελματίας με όλη την έννοια της λέξης—, επαγγελματίες του χώρου. Ξεκάθαρο τι πρέπει να κάνουνε, το οτιδήποτε ώστε να μην υπάρχουν τέτοια περιστατικά, γιατί ήταν δύο περιστατικά απ’ τον ίδιο άνθρωπο τα οποία μού κόψανε εκείνη την ώρα τα πόδια και η ζωή μου θα ήταν πολύ διαφορετική χωρίς κάποιον λόγο. Δεν υπάρχει λόγος να μπαίνεις σε τέτοια ρίσκα. Οπότε, καταφέραμε και το στήσαμε με τα χίλια ζόρια και με αυτές τις τρέλες που συνέβαιναν. Και φτάνουμε με τα χίλια ζόρια και μετά από γραφειοκρατίες, μετά από με το δημόσιο, με το ένα, με το άλλο —που έχω να πω ότι δεν είδα ανθρώπους από αυτά που περιγράφει ο κόσμος της καθημερινότητας, που «Α, αδιάφοροι, ξύστες», το ένα το άλλο. Είδα ανθρώπους οι οποίοι, ντάξει, μας βλέπουν κι εμάς νέους αλλά θέλαν να στηρίξουν τη φάση, θέλαν να βοηθήσουνε. Δεν ήτανε αδιάφοροι, δεν ήταν «Σε παρακαλώ πολύ, αγόρι μου, φέρε μου και αυτό το χαρτί για να υπάρχει και φύγε από δω πέρα». «Έλα εδώ να το δούμε μαζί, να το στήσουμε, να το κάνουμε», να ασχοληθούν και οι ίδιοι, δηλαδή πράγματα που μετά αναρωτιόμουνα και λέω: «Μα καλά, αφού όλοι κράζουν τους δημοσίους υπαλλήλους… Εγώ δεν έχω κάποιον να κράξω αυτή την περίοδο». Δηλαδή, με όσους είχα συνεργαστεί, ακόμα και ψάχνοντας ακίνητο, ήταν άψογοι άνθρωποι. Οπότε, άρχισα να καταλαβαίνω το μύθο γενικά που έχει χτιστεί απέναντι σε αυτούς ανθρώπους. Εντάξει, υπάρχουνε και άνθρωποι που είναι αδιάφοροι και ίσως είναι οι άνθρωποι οι οποίοι έχουν να αντιμετωπίσουν κοινό κάθε μέρα όλη μέρα, που αυτό το πράγμα είναι ψυχοφθόρο όντως, αλλά οι άνθρωποι που είχαν να συνεργαστούν με επιχειρήσεις και με ανθρώπους σαν κι εμένα, ήτανε άψογοι. Σ’ αυτό ήμασταν πολύ τυχεροί. Και φτάνουμε στο σημείο να βράσουμε την πρώτη μας ετικέτα, την Test Batch, που αυτή η μέρα ήταν μία μέρα που, ντάξει, ήταν σταθμός για την Alea. Εκείνη την ημέρα έσκασαν άνθρωποι απ’ το ζυθοποιείο τουλάχιστον από τέσσερα με πέντε διαφορετικά ελληνικά μικροζυθοποιεία, άνθρωποι της ηλικίας μας, παιδιά με κοινά μυαλά κι αυτά, με το φοβερό τον Κώστα το Σιώζο, που έχει σκάσει με το crew από την Πάτρα στην πρώτη βρασιά μας, γιατί θα πρέπει να είναι στην πρώτη βρασιά μας, να με κοιτάει και να μου λέει «Ωραία. Λοιπόν, εσύ πάρε την ομάδα σου και κάνε αυτό. Εγώ θα πάρω την ομάδα μου και θα κάνω αυτό. Βάλε και κάποιους άλλους να κάνουν αυτό». Οπότε, γινότανε… Βράζαμε, ουσιαστικά, την πρώτη βρασιά τη βράζαμε μαζί με αυτόν, που είχαμε ξεκινήσει απ’ το 2009 σαν homebrewers. Ήταν και τα κλασικά μπαρμπάδια απ’ τη Noctua, o Ορφέας, που είναι πώς είναι οι μπάρμπες στο ψήσιμο, που ψήνει ένας και πάνε από πάνω του και λένε: «Ξέρεις, αυτό δεν το ‘ψησες καλά» ή εκείνο ή το άλλο. Οπότε, αυτός είχε πάρει αυτό το ρόλο στη γωνία και καθότανε και σχολίαζε «Μμμ, ναι, αλλά δεν το κάνετε, έτσι, καλά αυτό. Δεν το κάνετε έτσι από δω, δεν το κάνετε από κει». Και μετά, από κει και πέρα, είχανε περάσει και όλη η αθηναϊκή σκηνή να μας πούνε, ξέρω ‘γώ, «Παιδιά, μπράβο! Α, να δούμε το ζυθοποιείο» και τα συναφή και να αράξουνε να πιούνε καμιά μπύρα μαζί μας —Άλφα ή Fischer, γιατί δεν είχαμε κάτι άλλο στο ζυθοποιείο να πιούμε! Και ήταν πανηγύρι τεράστιο το συγκεκριμένο. Και μάλιστα, η συγκεκριμένη μπύρα είχε και ό,τι υλικά είχαν περισσέψει από την Υπόγα, από τις εποχές του homebrewing, που είχε κλείσει πια, οπότε είχε και, ξες, ένα κομμάτι συνέχειας, δηλαδή πήρε ένα κομμάτι της ψυχής του πράγματος του προηγούμενου να μπει στο επόμενο μαζί με όλο αυτό το πανηγύρι. Και κάπως έτσι ήταν και το πρώτο ξεκίνημα. Ε, και από τότε μετά τρέλα, πανικός, διαχειρίσιμο άγχος, γιατί έχω μάθει πια το άγχος μου, και ειδικά μετά από τότε με τις κρίσεις, να το διαχειρίζομαι όσο δεν πάει, να λέω «Εντάξει, ΟΚ. Πάντα υπάρχει αυτή η λύση, άρα υπάρχουν κι άλλες» —μην ξεχνάμε το Άγιο Όρος. Οπότε, ξεκινήσαμε έχοντας μία δύσκολη περίοδο μπροστά μας, γιατί ξεκινήσαμε εκτός σεζόν —o Ιούλιος δεν είναι σεζόν μπύρας—, να μας μάθει ο κόσμος το Σεπτέμβριο, σιγά-σιγά, λίγο-λίγο, και μετά να μπει ο Νοέμβριος, Δεκέμβριος, Ιανουάριος, που τα πράγματα είναι δύσκολα γιατί στη μπύρα δεν κινείται καθόλου αυτό. Ευτυχώς είχαμε στήριξη πολύ από κάποιους gipsy brewers που δεν έχουν το δικό τους ζυθοποιείο, οι Strange Brew —τώρα πια… Εντάξει ήμασταν και φίλοι από πριν, αλλά τώρα είμαστε ακόμα πιο δεμένοι—, οι οποίοι αποφάσισαν ότι θέλουν να φτιάχνουν μπύρες στο ζυθοποιείο μας, μιας και που είναι στην Αθήνα. Τις προηγούμενες… Φτιάχνουν ήδη μπύρα στη Χίο και φτιάχναν και στη Σπάρτη. Απλά, θέλανε και κάτι το οποίο να είναι προσβάσιμο σε αυτούς με ανθρώπους κοινής νοοτροπίας με τους συγκεκριμένους. Οπότε, κάπως έτσι ξεκίνησε η συνεργασία τους και ουσιαστικά το εγχείρημα στηρίχτηκε ακόμα πιο καλά στα πόδια του έχοντας και άλλους ανθρώπους που βράζαν σε μας, γιατί να πουλήσουμε μόνο τη δικιά μας μπύρα ήταν δύσκολο χωρίς να μας ξέρει κανένας. Οπότε, τα παιδιά αυτά ανέβαζαν το capacity. Και έτσι, καταφέραμε και βγάλαμε τον πρώτο χειμώνα με τα διάφορα τα οποία περιλάμβανε, με τις τριβές μεταξύ των μελών αλλά και τις ανόδους και τις καθόδους της ψυχολογίας —αλλά όχι σε χοντρό βαθμό, που λες ότι «Τώρα θα πάει καλά, τώρα πάει λίγο άσχημα, τώρα πάει καλά». Αλλά, όλη την ώρα έχει up and down αυτό το πράγμα και ευτυχώς που έχω έν[01:00:00]αν πολύ καλό φίλο —ψυχολόγος, κοινωνικός, βέβαια, ψυχολόγος, αλλά δεν έχει σημασία. Έχει και λίγο την ψυχολογία μέσα του—, όπου έπαιξε πάρα, πάρα πολύ μεγάλη ανάλυση για το πώς διαχειριζόμαστε τέτοιες καταστάσεις και απ’ τη μεριά μου και τη μεριά του. Είναι κι αυτός ενεργός, δηλαδή, εδώ πέρα μέσα. Ο καλύτερος ετικετάς που έχουμε. Βάζει ετικέτες χιλιάδες. Και κάπως έτσι, ουσιαστικά, καταφέραμε και βγάλαμε το χειμώνα, με το αποκορύφωμα του χειμώνα τέλη Φλεβάρη, που έγινε εδώ στο ζυθοποιείο ένα τιτανοτεράστιο live. Δηλαδή, επειδή ασχολούμουν και με τη μουσική, και ειδικότερα με τη metal, ήτανε κάτι το οποίο μόνο στα πιο υγρά μου όνειρα θα μπορούσε αυτό το πράγμα να το βιώσω, ας το πούμε, που σε συνεργασία με τους Strange Brew μαζί ήρθαν στο χώρο μας τρεις μπάντες: οι Sadhus, Their Methlab, Electric Feat, δηλαδή μουσικές τις οποίες άκουγα και μόνος μου στο σπίτι. Έχει στηθεί μέσα στο χώρο PA, έχουνε μπει ηχεία, έχουνε μπει κονσόλες, έχουν έρθει οι άνθρωποι, έχουμε διαμορφώσει το χώρο το συναυλιακό, έχουμε στήσει τον ήχο ώστε ο ήχος να ενισχύεται η ποιότητά του από το χώρο στον οποίο είμαστε. Και ξεκινάει μέσα στο Φλεβάρη μία liveάρα που να με βρίσκει σε διάφορες ώρες να κάνω headbanging στην πρώτη γραμμή και να λέω: «Αυτό το πράγμα δε μπορεί να συμβαίνει! Δε γίνεται να κάνω headbanging μέσα στο ζυθοποιείο ακούγοντας Sadhus και να παίζουν οι τύποι μπροστά μου». Δεν είναι κάτι… Δεν το πιστεύεις και εύκολα, ρε παιδί μου. Με κοντά στα πεντακόσια-εξακόσια άτομα. Δηλαδή, έξω ο αέρας να ξυρίζει, να κάνει κρύο όσο δεν πάει και ο κόσμος να μαζεύεται σαν τους πιγκουίνους σε ομάδες και να μιλάνε δίπλα-δίπλα και μες στο ζυθοποιείο να γίνεται το αδιαχώρητο, να μη μπορείς να μπεις και να λες: «Α, καταφέραμε και μαζέψαμε τόσο κόσμο Φλεβάρη μήνα, live, να έχει πάει και γαμώ, να έχει ουρά τουλάχιστον σαράντα λεπτά για να πάρεις μπύρα», γιατί, εντάξει, ήμασταν και εμείς άπειροι. Αλλά, υπήρχαν πέντε άτομα από πίσω που συνεχώς σερβίρανε και δεν καταφέρανε να δώσουν την μπύρα που αναλογούσαν. Οπότε, τελικά πολύς κόσμος —και το ‘μαθα και μετά— έφευγε από μας, πήγαινε στο περίπτερο απέναντι και πήγαινε και έπαιρνε τις μπύρες του και ερχόταν μετά από δω. Η πλάκα είναι, όμως, ότι σεβάστηκαν ακόμα και αυτό, και επειδή ο περιπτεράς ήταν απ’ τα πρώτα μαγαζάκια που μας στήριξε και έχει μπύρες δικές μας, αδειάσαν το περίπτερο απ’ τις μπύρες μας και μετά τις πέσαν στις υπόλοιπες μπύρες. Οπότε, ουσιαστικά στηρίχτηκε και η γειτονιά με αυτό το concept. Και τελικά, με τη γειτονιά, θέλοντας να πιάσω και καλές σχέσεις, αυτό το πράγμα ενισχύθηκε ακόμα πιο πολύ. Εντάξει, με τη γειτονιά όσοι ψήνουνε και τους μυρίζω σε ακτίνα ένα τετράγωνο, έχω φύγει με μπύρες και τους λέω: «Παιδιά ορίστε, πάρτε μπυρίτσες να πιείτε. Γεια χαρά, είμαστε απ’ την τάδε ζυθοποιία». Και έχουμε κάνει και, έτσι, διάφορες φιλίες και μας καλούνε κιόλας πια και στα ψησίματά τους. Δεν ξέρω αν μας καλούνε για τις μπύρες μόνο ή και για την παρέα, αλλά τουλάχιστον μας καλούν, ρε παιδί μου, να πάμε και σε αυτά.

Α.Ε.:

Οπότε, εκεί πέρα ήτανε που με το που τελείωσε το live που πήραμε ένα μεγάλο boost και λέμε: «Τώρα μπαίνει Μάρτης. Πάμε να τα σκίσουμε όλα, να μπούμε δυναμικά, να κάνουμε live, να κάνουμε συναυλίες, να κάνουμε event, να μας γνωρίσει ο κόσμος, να, να, να, να, να, να, να»… Κορωνοϊός. Μπουμ! Κάποιοι το λέγανε από πριν. Δηλαδή, ενδεικτικά είναι γενικά ένας τύπος ο οποίος είναι γκρινιάρης. Κάθε φορά που θα τον δεις: «Πώς πάει η επιχείρησή σου;», «Χάλια!». Είναι τώρα πέντε έξι χρόνια —δε θυμάμαι και ‘γω. Παραπάνω, βασικά. Έξι εφτά χρόνια επιχείρηση— τρέχει, αναπτύσσεται, κάνει εξαγωγές στο εξωτερικό. Κάθε φορά που θα τον ρωτήσεις «Πώς πάει η επιχείρηση;» σου λέει: «Χάλια. Τα πράγματα είναι χάλια και έτσι και το κράτος και από δω και από κει». Οπότε, δεν του δίνεις και πάρα πολλή σημασία όταν τον πετυχαίνεις. Όμως, τον είχα πετύχει σε κάτι βραβεία λίγο πριν το live και αυτά και τα συζητούσαμε και μου το ‘λεγε «Παιδιά, θα υπάρξουν πολύ δύσκολες μέρες. Ο τουρισμός θα πιάσει πάτο. Θα ‘χουμε προβλήματα, δε θα βγαίνουμε», το ένα, το άλλο, γκρίνια, γκρίνια, γκρίνια, γκρίνια. Και να λέω εγώ: «Εντάξει τώρα, ρε παιδιά. Τι κορωνοϊός; Στην Κίνα είναι τώρα. Και σιγά τώρα τα αυγά. Και ο άλλος, εντάξει, είναι και γκρινιάρης και μεγάλος». Μέχρι που σκάει lockdown 15 Μαρτίου. Κι εκείνη την ώρα, μέχρι να το συνειδητοποιήσουμε, είχε περάσει μια εβδομάδα. Με το που συνειδητοποιούμε την καταστροφή που έρχεται —γιατί μιλάμε για μεγάλη καταστροφή αυτή τη στιγμή της αγοράς— δεν το ‘χαμε πολυσυνειδητοποιήσει. Οπότε, ήμασταν χαλαροί. Με το που ξεκινάει η δεύτερη εβδομάδα και μπαίνουμε στην τρίτη βδομάδα, εκεί αρχίζει το κομμάτι πάλι ότι αρχίζει και μας παίρνει παρακάτω. Εκεί άρχιζε να σκάει λίγο το άγχος: Πώς θα βγει η κατάσταση; Τι θα γίνει; Θα στηριχτούμε από κάποια κυβέρνηση; Θα μπορέσει η κυβέρνηση να διαχειριστεί την κατάσταση; Πώς θα αντιδράσει ο κόσμος; Όλοι είναι κλεισμένοι μες στα σπίτια τους. Δε βγαίνει κανένας. Δε μπορείς να φωνάξεις κανέναν στο ζυθοποιείο, δε μπορείς εσύ να βγεις απ’ το ζυθοποιείο, που, ντάξει, έχοντας καρτούλα επαγγελματία μπορούμε να κάνουμε τις βόλτες μας. Αλλά, δεν έχει νόημα να βράσεις, που η βρασιά ήτανε κάτι το οποίο μού έδινε και εμένα τη χαρά ότι «Ναι μεν ασχολούμαι με γραφειοκρατία αλλά τουλάχιστον έχω και την παραγωγή μέσα στο κόλπο». Οπότε, αρχίζει πια πάλι λίγο η περίοδος της κατάθλιψης, λίγο της κάτω βόλτας, λίγο ψυχολογικά πεσμένος. Έπαιζε, δηλαδή, πολύ αυτό το πράγμα, μέχρι που τελικά αποφασίζουμε να ξεκινήσουμε λίγο το ντιλίβερι στο σπίτι. Οπότε, αρχίζουμε και το τρέχουμε λίγο στα Social, λίγο μιλάμε με φίλους και γνωστούς και αρχίζει και υπάρχει ανταπόκριση απ’ τον κόσμο. Και όσο υπάρχει ανταπόκριση απ’ τον κόσμο, επειδή το ντιλίβερι το κάναμε μόνοι μας, έχει αρχίσει και η ενασχόλησή μας ξανά. Τουλάχιστον είχαμε μια δουλειά να τρέξουμε. Οπότε, αυτό το πράγμα σιγά-σιγά άρχιζε να φεύγει από το κεφάλι μου. Πώς το λένε; «Αργία μήτηρ πάσης κακίας». Οπότε, ξεκινάμε ντιλίβερι σαν να μην υπάρχει αύριο. Παραδίδουμε κούτες, γνωρίσαμε τον κόσμο ο οποίος έπαιρνε τις μπύρες, είχαμε feedback από αυτούς, μας λέγαν και το δικό τους «Πού μας γνώρισες;». Οπότε, ήταν και κάτι πολύ καλό σαν μάρκετινγκ και ήταν και μια ιστορία που θα μπορεί να λέει ο άλλος ότι «Α, τότε επί καραντίνας έσκαγε ο τάδε, που τώρα είναι φτασμένο ζυθοποιείο» —ή «έχει κλείσει». Δεν ξέρουμε τώρα πότε θα είναι!— και «Αυτός ο τύπος, ναι, μου είχε φέρει τις μπύρες μου στο σπίτι να κάτσω να τις πιώ, ρε παιδί μου, με την κοπέλα μου, με τους φίλους μου, με το οτιδήποτε». Οπότε, ήτανε και κάτι, ξέρεις, που έδινε και κουράγιο βλέποντας τους ανθρώπους και χαρούμενες φάτσες που πάω μπύρες. Μπύρες τούς πας. Δε μπορεί να μην είναι χαρούμενες οι φάτσες! Οπότε, μας έδινε κι εμάς κάτι πίσω και μας έβαζε και στο κομμάτι ότι πρέπει να συνεχίσουμε την ενασχόληση. Καταφέραμε και βγήκαμε απ’ αυτό και σιγά-σιγά μέσα στο καλοκαίρι αρχίζει να μπαίνει το νερό στο αυλάκι∙ άρχιζε να μας μαθαίνει πιο πολύς ο κόσμος, αρχίσαμε να μπαίνουμε και σε περισσότερα μαγαζιά. Εντάξει, events και τέτοια πια δε μπορούσαν να γίνουνε —αν και κάναμε στη ζούλα ένα κλειστού τύπου, μόνο συγγενείς φίλοι και γνωστοί και η γειτονιά προφανώς, ένα ρεμπέτικο γλεντάκι, τηρώντας όλα τα μέτρα προστασίας, βέβαια, που τώρα, βέβαια, ρεμπέτικο… να παίζουν, τώρα, ρεμπέτικα και λίγο πιο επαναστατικοτέτοια, με μία φασούλα που έπαιξε που τραγουδάγαν το «Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια, μπάτσοι κλάστε μας τα αρχίδια» και να βλέπω εγώ, να είμαι στην είσοδο του ζυθοποιείου και να βλέπω την ομάδα Δίας να περνάει ακριβώς μπροστά από το ζυθοποιείο και να τσεκάρουν τη φάση που παίζει εδώ πέρα. Ευτυχώς δεν είχαμε κάποιο πρόβλημα. 00:00 η ώρα μάς έσκασε περιπολικό απ’ έξω. Μας λέει: «Παιδιά είναι ώρα κοινής ησυχίας». «Ναι» τους λέμε. «Τα έχουμε μαζέψει ήδη». Μου λέει: «Πολύ κόσμο έχεις μαζέψει». Του λέμε: «Είναι συγγενείς και φίλοι». Μου λέει: «Πολύ μεγάλη οικογένεια είστε». «Ε, είμαστε πολλά τα άτομα, αδερφέ, εδώ πέρα. Οπότε, τι να σου λέω; Θες να τους ρωτήσεις όλους;». Οπότε, έγινε, έτσι, μια πολύ ωραία φασούλα. Είχανε σκάσει και οι γείτονες, είχαν ενώσει τα τραπεζάκια τους, είχαν αράξει με την ησυχία τους, είχανε βγάλει βότκες και πίνανε μόνοι τους όλη η οικογένεια, παιδάκια, ιστορίες, να τρέχουν. Οπότε, ήταν πολύ οικογενειακό για τον ένα χρόνο, ντάξει, που αυτό έμεινε εκτός. Δεν ανακοινώθηκε πουθενά, και είχε και την επιτυχία του. Ε, και τώρα σιγά-σιγά είναι που έχουμε φτάσει Οκτώβρη. Είδαμε καλούς μήνες, δηλαδή έχουμε πάρει πια τα πάνω μας. Σιγά-σιγά αρχίζει και κυλάει λίγο παραπάνω. Η στήριξη απ’ το κράτος, ντάξει, είναι αστεία. Δεν το συζητάω καν. Είναι... Δεν ξέρω, η κατάσταση και τον τρόπο που έχουν επιλέξει να ακολουθήσουν το πώς θα επηρεάσει την κοινωνία οικονομικά —το πιο βασικό για μένα είναι το κοινωνικό κομμάτι— και πιστεύω ότι θα έρθουν αρκετές δύσκολες μέρες. Δηλαδή, τώρα από Νοέμβριο μέχρι Φλεβάρη θα είναι τα πράγματα πολύ δύσκολα. Αλλά, τουλάχιστον έχοντας αυτό στο νου κρατάω μία αισιοδοξία ότι μπορεί και να διαψευσθώ ή μπορεί να την παλέψουμε ή μπορεί κάτι να γίνει και σιγά-σιγά αυτό το πράμα να τρέξει. Αλλά, ό,τι και να γίνει θα το αντιμετωπίσουμε και θα βάλουμε το κεφάλι κάτω και θα το τρέξουμε. Οπότε, νομίζω αυτό. Και φτάνουμε στο σήμερα.

Γ.Ψ.:

Σχέδια για το μέλλον;

Α.Ε.:

Εντάξει, τώρα τα σχέδια για το μέλλον είναι λίγο περίεργα, γιατί αυτό που έχω δει ως την ως τώρα πορεία μου είναι ότι οι άνθρωποι κάνουν σχέδια και ο Θεός γελάει ένα πράγμα, δηλαδή εσύ κάνεις τα σχέδιά σου, λες ότι «Θα κατευθυνθώ, θέλω να κάνω αυτό», τελικά «Όχι, φίλε μου. Δε θα γίνουν έτσι τα πράγματα ακριβώς» για χίλιους δυο λόγους. Οπότε, προσπαθώ να βάζω ψιλογενικού, γενικού τύπου σχέδια, να πάω προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις και να δω πώς θα το τρέξουμε: να βγάλουμε κάποιες καινούργιες παραγωγές, να κάνουμε κάποιες καινούργιες συνεργασίες και σιγά-σιγά να αρχίσουμε να δημιουργούμε τουλάχιστον με την ομάδα των ανθρώπων από ζυθοποιεία τα οποία έχουμε κοινά κεφάλια, να συνεννοηθούμε για μια συσπείρωση, δηλαδή να δημιουργηθεί μία ομάδα πιο πολύ ενωμένη. Δεν έχουμε κάτι να χωρίσουμε μεταξύ μας. Το να πίνει ένας μια μπύρα, ας πούμε, άλλου αντί να πίνει μια μπύρα δικιά μου, αυτό δεν είναι ανταγωνισμός. Πιο πολύ συναγωνιστικά το έβλεπα, γιατί αν καταφέρνει και πίνει μια μπύρα από αυτούς σίγουρα θα πιει και μια μπύρα δικιά μου. Ουσιαστικά, το πρόβλημα του ανταγωνισμού είναι με τις μεγάλες εταιρείες του κλά[01:10:00]δου, οι οποίες ακόμα και τώρα χρησιμοποιούνε πρακτικές τοποθέτησης σε μαγαζιά τις οποίες δε μπορεί να τις ακολουθήσει ο οποιοσδήποτε. Συμβαίνουνε επιστροφές σε μαγαζιά, όπως να τους βάλεις ομπρέλες, όπως να τους βάλεις ποτήρια, όπως να τους βάλεις το μπαρ, όπως να τους πάρεις πετσέτες, δηλαδή όλες αυτές τις παροχές που δίνουνε τις όποιες μια επιχείρηση τόσο μικρή και μια επιχείρηση που σου λέει: «Ρε φίλε, εγώ δεν κάνω. Δε θέλω να σου φτιάξω το μαγαζί και να σου βάλω τέντες. Μπύρα φτιάχνω. Θέλεις τη μπύρα να την πάρεις ή τώρα θέλεις και μένα να σου φτιάξω ένα μαγαζί το οποίο εσύ δε θέλεις να το φτιάξεις ο ίδιος γιατί δε θες να ξοδέψεις λεφτά, ‘‘Ας ξοδέψει ένας άλλος λεφτά για να πουλάει την μπύρα του εκεί’’;»… Οπότε, με αυτούς είναι κυρίως το πρόβλημα που συναντάμε και αυτούς είναι κυρίως τους οποίους πολεμάμε, μόνο έχοντας σαν γνώμονα την ποιότητα του προϊόντος, δηλαδή ότι είναι κάτι διαφορετικό, και την αναγνωρισιμότητα πια στον κόσμο, ότι έχει αρχίσει και γίνεται λίγο hype. Αρχίζει και δημιουργείται ένα community που μου αρέσει να το παρομοιάζω με το community της μουσικής. Είναι κάποιοι που παρακολουθούν εσένα τι βγάζεις, τι καινούργιο βγάζεις, σκάνε στα events σου —τα παρομοιάζω με τα live—, θα ‘ρθουν να σε γνωρίσουν, να σου πούνε δυο κουβέντες, να δοκιμάσουν ξανά τις μπύρες, να συζητήσουνε μαζί σου. Και αυτό το πράγμα σιγά-σιγά διαμορφώνεται στην Αθήνα. Και επειδή διαμορφώνεται και από ανθρώπους οι οποίοι είναι ιδιοκτήτες άλλων ζυθοποιείων αλλά δεν είναι κολλημένοι σε ένα γραφείο —είναι εκεί, είναι να σερβίρουν τη μπύρα στον άλλον, είναι εργαζόμενοι και είναι «Φτιάχνω τη μπύρα, στη σερβίρω τη μπύρα»—, οπότε έχει καλύτερη επικοινωνία ο άλλος με σένα. Είναι πιο άμεσο. Έτσι, σιγά-σιγά με ανθρώπους της ίδιας ιδιοσυγκρασίας και της ίδιας ηλικίας πάνω-κάτω αρχίζει και δημιουργείται όλη αυτή η ομάδα. Και απ’ τη στιγμή που υπάρχει αυτή η σκηνή, τέλος πάντων, σιγά-σιγά ελπίζω να καταφέρουμε και με τα άλλα παιδιά να συνεννοηθούμε. Νομίζω ότι τα καταφέρνουμε σχετικά καλά ώστε να το κάνουμε αυτό μία εξέλιξη, ένα βήμα παραπάνω. Πια το προϊόν δεν είναι ένα προϊόν, είναι κάτι το οποίο ξεφεύγει, είναι μια εμπειρία, είναι μία ένταξη, νιώθεις μέλος μιας ομάδας, ότι εγώ πίνω αυτές τις μπύρες γιατί μ’ αρέσει να στηρίζω αυτή την εταιρεία στην τελική. Και λόγω της κρίσης πιστεύω ότι βοήθησε αυτό, γιατί οι άνθρωποι τώρα πια θέλουν να στηρίξουνε. Η στήριξη, δηλαδή, είναι κάτι το οποίο το έχουν στο κεφάλι τους, «Να στηρίξουμε τους ανθρώπους που μας αρέσουν, τους ανθρώπους που ξέρουμε, τους ανθρώπους που συμπαθούμε και τα προϊόντα που συμπαθούμε». Οπότε, ολιστικά αυτό αρχίζει και δημιουργεί και μας ανεβάζει και εμάς σιγά-σιγά και μας φέρνει στο προσκήνιο. Οπότε, για μελλοντικές σκέψεις είναι αυτό. Εντάξει, νέες παραγωγές, γιατί ως τώρα παίζουμε core μπύρες, βασικές. Θέλω να πλησιάσουμε κυρίως το κοινό, δηλαδή να μπορεί ο κάθε άνθρωπος να τη δοκιμάσει τη μπύρα. Ούτε πολύ ακριβές ώστε να μην μπορεί ο άλλος να τις πάρει να τις δοκιμάσει, με το μικρό τους twist, ένα εξτραδάκι παραπάνω ώστε να μπορεί να πει «Α, ξεφεύγω απ’ το στάνταρ μου, παίζω και λίγο κάτι εξτρά, το ζω λίγο επικίνδυνα», ας πούμε. Οπότε, τώρα σιγά-σιγά, επειδή αρχίζουμε και δημιουργούμε κόσμο που μας παρακολουθεί, πάμε και στα πιο εξεζητημένα, είτε με συνεργασίες είτε με δικά μας προϊόντα. Και κάπως έτσι σιγά-σιγά λέμε να προχωρήσουμε. Και σιγά-σιγά αυξανόμαστε. Έχουν έρθει παιδιά για πρακτική απ’ το ΤΕΙ Οινολογίας. Ακόμα και προπτυχιακοί φοιτητές που τους είχα γνωρίσει τότε, που ακόμα δεν έχουν τελειώσει τα παλιόπαιδα, τώρα μου έρχονται για πρακτική εδώ. Οπότε, ξέρεις, είναι το κλίμα ωραίο. Και με τον καθηγητή του πανεπιστημίου που έχουμε αρκετά καλή επαφή μπορεί να ‘ρθει από δω. Και γενικά, εδώ πέρα είναι ένας χώρος… Δε θέλω να το λέω πολύ, αλλά ήταν κάτι σαν το upgrade της Υπόγας, δηλαδή η εξέλιξη, το επαγγελματικό πια στάδιο. Δεν αρέσει σε πολλούς αυτό να το συζητάμε, αλλά πιστεύω ότι νοητά, σαν feeling είναι αυτό. Δηλαδή, πρέπει να είσαι προσβάσιμος, πρέπει να είσαι άμεσος, πρέπει να νιώθει ο άλλος οικεία που έρχεται εδώ πέρα, γιατί άμα έρθει και εδώ οικεία θα δει τη μπύρα και θα την πάρει. Θα πει ότι «Τα παιδιά τα ξέρω. Είναι δικά μας παιδιά». Παπ. Και έτσι αντιμετωπίζουμε και λίγο το μάρκετινγκ και το DIY κομμάτι που —γιατί εδώ πέρα, εντάξει, τα περισσότερα πράγματα είναι DIY. Όταν με ιδία κεφάλαια το ξεκινάς αυτό και χωρίς κάποια στήριξη απ’ το κράτος —γιατί δεν υπήρχαν προγράμματα, όχι για κάποιον άλλο λόγο— αναγκαστικά...

Γ.Ψ.:

Λοιπόν συνεχίζουμε στο δεύτερο μέρος—

Α.Ε.:

Πάμε για δεύτερο.

Γ.Ψ.:

—με τον Αυγουστίνο. Μου ‘λεγες ότι το πέρασμα από την Υπόγα—

Α.Ε.:

Α, αχά.

Γ.Ψ.:

—στο ζυθοποιείο ήτανε σαν να είναι μέσα σου ένα upgrade αυτής και διατηρεί στοιχεία. 

Α.Ε.:

Ναι, γιατί από κει ξεκίνησαν τα πράγματα όλα. Δηλαδή, πάρα πολύ μεγάλος κόσμος που μας έμαθε μέσα από κει, που θα ‘ρχόταν στα πάρτι, που ερχόταν στις φάσεις, που δοκίμασε τώρα μπύρες του, ό,τι να ‘ναι. Είχαμε φτάσει να ‘χουμε δέκα κουβάδες να ζυμώνουνε κανονικά, να έρχεται ο ένας να βράζει και εγώ, ας πούμε, επειδή, εντάξει, έμενα και πάνω, στον τρίτο, οπότε ήταν για μένα εύκολο να πάω κάτω, ερχόταν ένας από τους άλλους δύο, ρε παιδί μου, άρχιζε να φτιάχνει τη μπύρα του το πρωί, κατέβαινα και εγώ κάτω μαζί του, «Πάμε για βοήθεια», να πιώ τον καφέ μου, να αράξω. Οπότε, ήταν ένας χώρος αναψυχής, παράλληλα παραγωγής, παράλληλα κοινωνικών συναθροίσεων. Είχε, δηλαδή, έτσι, ένα ωραίο μοτίβο. Ο καθένας ερχότανε μέσα εκεί και άφηνε το δικό του κομμάτι. Ένα βράδυ τυχαίο είχε έρθει ένας φίλος… καλλιτέχνης. Θα το βάλω στο γενικό πλαίσιο, ρε παιδί μου. Μου λέει: «Τι χρώματα έχεις που σου έχουν περισσέψει από λαδομπογιές;». Του λέω: «Αυτά». «Ωραία», μου λέει, «cool. Φέρε μου τα χρώματα να κάτσω να ζωγραφίσω». Οπότε, έναν τοίχο τον ζωγράφισε αυτός γιατί έτσι. Οπότε, ήταν, έτσι, ένας χώρος ο οποίος γινόντουσαν πάλι εκεί μέσα ζυμώσεις διαφορές από πολύ κόσμο, πράγμα που αυτό βοήθησε πολύ το τωρινό, γιατί πολλοί άνθρωποι μάς ξέραν από τότε: «Α, ρε συ. Είχα πάει στο πάρτι της Υπόγας. «Αυτοί έχουν ανοίξει ζυθοποιείο». «Ναι, αα! ΟΚ» και «Κάνουν φάση στο ζυθοποιείο τώρα» και «Πάμε να δούμε τι παίζει από κει». Οπότε, δημιουργήθηκε ένα, ας το πούμε, κοινό —followers, whatever, όπως τα λένε σήμερα— από ανθρώπους οι οποίοι ξέρανε για μας πριν ακόμα ανοίξει, ας πούμε, αυτό το πράγμα επίσημα, γιατί από τότε ακουγότανε λίγο ότι «Α, να ανοίξεις ζυθοποιείο» και το ένα και το άλλο. Και επίσης, μάθαμε σε πολύ κόσμο ότι η μπύρα δεν είναι κάτι το οποίο είναι μη οργανικό, δηλαδή γερμανικό strict φτιαγμένο lager, τόση ενανθράκωση, τόσο το ένα, τόσο το άλλο, ίδιο μπουκάλι κάθε φορά, ίδιο προϊόν κάθε φορά. Οπότε, όταν λες μπύρα πια —μέχρι πριν από μερικά χρόνια στην Ελλάδα— εννοούσες κάτι πολύ συγκεκριμένο. Έλεγες «Πάμε να πιούμε μπύρες», δεν έλεγες: «Πάμε να πιούμε μια IPA ή μια το ένα, μια το άλλο». Ήτανε κλασικό lager, pilsner ή ό,τι νεροζούμι, τέλος πάντων, πολυεθνικών. Οπότε, μέσα από κει άνθρωποι που δεν είχαν επαφή, άνθρωποι που δεν τους ενδιέφερε και ιδιαίτερα, αρχίσαν να δοκιμάζουν τώρα IPA, imperial stouts, μπύρες με ιβίσκο, ξινόμπυρες, μπύρες απλές, μπύρες χωριάτικες, γιατί αυτό που κάναμε κάτω, και επειδή είναι δικιά μας παραγωγή, είναι σαν αυτούς που φτιάχνουν τα κρασιά στα χωριά, που σου λένε «το καλύτερο πράγμα του κόσμου» και το πίνεις και είναι ξύδι. Είχαμε κι εμείς κάποιες τέτοιες, ρε παιδί μου, που τις δοκιμάζαμε, έλεγαν «Γαμάτη μπύρα», ξύδι ήτανε, δεν ήτανε καλά, αλλά ο σκοπός ήταν, ξέρεις, να πιει ο άλλος. Θα γουστάρει να είναι με κόσμο, να κάνει παρέα και να κάνει τη φάση του. Οπότε, άρχισε να μαθαίνει και ο κόσμος τις IPA και μετά από μερικά πάρτι, μετά από κάποιες φορές που ερχόντουσαν στην Υπόγα κάτω να μου λένε: «Μμμ, αυτή η μπύρα με αυτό το λυκίσκο που ‘χες βάλει τότε ποιος είναι;». «Αυτός». «Α, τον έχεις βάλει και σε αυτήν εδώ πέρα;». «Ναι!». Και άρχιζε να στροφάρει και άρχιζε να βλέπει πράγματα τα οποία… και να κρίνει κιόλας και το προϊόν. Δε χρειάζεται να είσαι σομελιές για να μπορείς να το κρίνεις ένα προϊόν. Απλά μόνο βάλε τις αισθήσεις σου και βάλε λέξεις σε αυτό το πράγμα που νιώθεις. Οπότε, είχαμε σα βάση αυτό, σαν ξεκίνημα, και σιγά-σιγά το φέραμε αυτό το πράγμα εδώ. Ήθελα να το φέρω πάρα πολύ γιατί ξέρω ότι ο μόνος τρόπος… Δηλαδή, δε μπορείς να ‘σαι μια αυστηρή… Μπορείς άμα θέλεις, βέβαια, αλλά δεν μπορεί να ‘σαι μια αυστηρή επιχείρηση «Ο διευθύνων μάνατζερ κάνει αυτό, ο ένας κάνει το ένα, ο άλλος κάνει το άλλο» και ουσιαστικά το πρόσωπο να είναι το brand σου. Πρέπει κι ο άλλος να σε ξέρει πια προσωπικά. Αυτό είναι που δημιουργείς δεσμούς με ανθρώπους οι οποίοι είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από το «Τι μπύρα θα πιώ σήμερα;». Και αυτό το πράγμα φαίνεται ότι όταν έρχεται και ο κόσμος εδώ πέρα αποκτάει μια οικειότητα με την κατάσταση. Δηλαδή, πια βλέπεις ένα κουτάκι, δεν ξέρεις τι έχει, πώς έχει φτάσει το κουτάκι σε σένα, ενώ μπαίνοντας εδώ μέσα βλέπεις ότι «Α, εδώ φτιάχνεται αυτό» και υπάρχει μια σύνδεση. Ή το άλλο: Είχε έρθει ένας φίλος από δω. Του στέλνουν οι δικοί του «Έλα, πού είσαι, ρε φίλε; Έλα να πιούμε έναν καφέ, αού, αού» και γυρνάει και τους λέει: «Παιδιά, συγγνώμη, αλλά είμαι τώρα αυτή τη στιγμή επίσκεψη σε ένα ζυθοποιείο», οπότε είναι οι άλλοι «Α, τι ζυθοποιείο; Πού το βρήκες;» «Τι;» το ένα, «Τι;» το άλλο. Είναι κάτι πολύ ξεχωριστό, ρε παιδί μου. Δεν το κάνεις στην καθημερινότητά σου. Και όμως, είναι εδώ και είναι προσβάσιμο. Οπότε, όλο και περισσότερος κόσμος σιγά-σιγά έρχεται, τυχαίοι, ας πούμε, «Α, παιδιά, σας είδα μέσα. Ήρθα να πιώ καμιά μπύρα, να πούμε καμιά δυο κουβέντες». Οπότε, έχει αυτό το παρεΐστικο στυλάκι το οποίο, εντάξει, όσο είμαστε σε ηλικίες κατάλληλες πρέπει να το κάνουμε. Δηλαδή, δε μπορούμε να πούμε τώρα ότι «Σας παρακαλώ πολύ» και «Οι ώρες γραφείου είναι 09:00 με 17:00. Από κει και πέρα απαγορεύεται η είσοδος σε μη προσωπικό. Υπογράψτε το χαρτί αυτό του τέτοιου». Δε μπορείς να έχεις ένα τόσο «παγωμένο» προφίλ. Θέλεις άμεσο. Οπότε, μέσα στο ζυθοποιείο είναι και αυτό το κομμάτι το οποίο, ας πούμε, «πουλάμε»: το experience, το όλο κομμάτι αυτό. Και νομίζω ότι είναι μία ωραία προσέγγιση του όλου θέματος και ψήνεται και ο κόσμος να ασχοληθεί. Τώρα, από κει και πέρα το τι θα εξελιχθεί στο μέλλον είναι κάτι το οποίο είναι πολύ ενδιαφέρον. Θα το πω ως εκεί. Δε θέλω να κάνω πρόβλεψη αν θα είναι καλό, κακό, θα ανοίξουμε, θα κλείσουμε. Εντάξει, οι πιθανότητες πάντα υπάρχουνε. Ετ[01:20:00]αιρείες ανοίγουν, εταιρείες κλείνουν, προσπάθειες ανθρώπων εκτοξεύονται στον ουρανό και εκτοξεύονται στον πάτο. Είναι καθημερινό ζήτημα, δεν... Εδώ όπως είμαστε το παλεύουμε όσο μπορούμε και όλα τα πράγματα κάνουν τον κύκλο τους, δηλαδή. Όπως και η Υπόγα, δηλαδή, που ήτανε πολύ δύσκολο να πω ότι κλείνει, γιατί ήταν πολύ συναισθηματικά, πολλές εμπειρίες εκεί πέρα μέσα, έκλεισε και προχωρήσαμε παρακάτω και τώρα απλά θυμόμαστε όσοι ήταν, θυμόμαστε ευχάριστα τις στιγμές που περάσαμε εκεί πέρα, οπότε έτσι πιστεύω θα γίνει με όλα τα πράγματα και θα γίνει και κάποια στιγμή με εδώ, εκτός αν το πράγμα αυτό πάει ταβάνι και μετά τα παιδιά των παιδιών μας συνεχίζουν, ας πούμε, την Alea και λένε «Από τότε οι παππούδες μας φτιάχναν μπύρα, το 2019», ξέρω ‘γω, και είναι τόσο μακρινό πια το πράγμα που λες «Ω, 2019 ξεκίνησε ο άλλος. Φοβερό».

Γ.Ψ.:

Το όνομα; Έχει τη δικιά του ιστορία;

Α.Ε.:

Έχει και τη δικιά του και ιστορία το όνομα. Πάλι στην Υπόγα, εκεί πέρα που γίναν οι ζυμώσεις, με αυτόν το φίλο τον ψυχολόγο καθόμασταν και λέγαμε ονόματα, πώς θα το ονομάσουμε, πώς θα το βγάλουμε. Η ονοματοδοσία ενός νέου πράματος ήταν δύσκολη. Στην αρχή είχε παίξει και το όνομα που μ’ άρεσε εμένα πάρα πολύ, το Μαγκουφάνα. Μαγκουφάνα είναι και μια περιοχή της Μεταμόρφωσης —αρβανίτικο παλιό όνομα. Ή προέρχεται από τη μαγκούφα Άννα που ζούσε κάποτε εδώ ή από κάποιο τοπωνύμιο, τέλος πάντων. Κάτι βυζαντινό είχα τσεκάρει. Αλλά, μου άρεσε πάρα πολύ, γιατί είναι, έτσι, το τοπικό. Δεν άρεσε πολύ στους άλλους, οπότε το αφήσαμε στην άκρη και το «παγώσαμε» λίγο. Οπότε, σιγά-σιγά αρχίσαμε να σκεφτόμαστε και άλλα πράγματα. Και πάνω σε ένα βράδυ με μπύρες, πάνω στην κουβέντα και τα συναφή, είχε πέσει απ’ τη μάνα μου ότι θα πρέπει να ξεκινάει με Α το όνομα του ζυθοποιείου, για κάποιους ανεξήγητους λόγους της μάνας μου. Της λέω: «Εντάξει». Οπότε, πάνω στο χαβαλέ, τέλος πάντων, γυρνάει αυτός ο φίλος μου ο ψυχολόγος, που είναι και λατινοθρεμένο το παιδί: «Αλέα» ή «Άλεα». Το κοιτάγαμε από δω, το κοιτάγαμε από κει, είναι μικρό, είναι εύηχο, τελειώνει σε Α, είναι θηλυκό οπότε πιάνει λίγο τα συναφή αυτά. Πάμε να δούμε και τι σημαίνει. Βλέπουμε «το ζάρι, τον κύβο». Μας άρεσαν τα γεωμετρικά. Ο χώρος είναι και, όπως φαίνεται, έτσι, γεωμετρικός με τα παράθυρα, με το ένα με το άλλο. Κουτί. Οπότε, αρχίζουν και συνδέονται πράγματα πάνω σ’ αυτό. Και μετά μας έρχεται και στο μυαλό η φράση του Ιούλιου Καίσαρα, το «Alea jacta est», που είναι «Ο κύβος ερρίφθη». Ήταν όταν ο Ιούλιος Καίσαρας πέρασε το Ρουβικώνα μαζί με το στρατό του. Δηλαδή, ήταν το σύνορο που ξεκινούσε η Ρώμη. Δε μπορούσε κάποιος στρατηγός να έχει στρατό ιδιωτικό μέσα στη Ρώμη για να μην καταλύσει το πολίτευμα. Και ο Ιούλιος Καίσαρας, έχοντας μαζέψει τον υπέρτατο στρατό, λέει: «Όταν περάσω το Ρουβικώνα πια γίνομαι εχθρός του κράτους». Οπότε, μιλάμε πια για ειλημμένες αποφάσεις, δηλαδή ότι έχει παρθεί αυτή η απόφαση και πια δεν υπάρχει γυρισμός. Τελείωσε! Διαβήκαμε το ποτάμι, τώρα κολυμπάμε! Δεν έχει! Τα ζάρια έχουνε πέσει. Το τι θα φέρει το ζάρι αυτό είναι κάποια στιγμή όταν θα καταλήξει. Κάπου θα κυλήσει και θα μας δείξει το νούμερο του, αλλά μέχρι τότε πια τα πράγματα εξαρτώνται μόνο από μας να το πάμε μπροστά. Δε μπορεί να πάει πίσω. Οπότε, και έτσι σιγά-σιγά καταλήξαμε και λέμε —το ψάξαμε και στο ίντερνετ προφανώς— να δούμε αν το Alea υπάρχει σε κάποια ζυθοποιία, που όλως τυχαίως δεν υπήρχε. Εντωμεταξύ, όλα τα ελληνικά ονόματα που σκεφτόμασταν μπαίναμε σε ζυθοποιεία της Αμερικής και τα είχανε πιάσει ήδη, γιατί μιλάμε η Αμερική κοντά στα έξι χιλιάδες μικροζυθοποιεία, οπότε... Πόσες λέξεις πια να έχει αυτό το λεξιλόγιο για να ονομάσεις ένα μικροζυθοποιείο; Και τελικά, ήτανε μέσα στα επικρατέστερα, με αποτέλεσμα στο τέλος να ψηφιστεί και πια να λεγόμαστε «Alea Brewing Company». Αυτό.

Γ.Ψ.:

Θυμάσαι να περιγράψεις την πρώτη φορά που άνοιξες μπουκάλι απ’ το homebrew σου και το πρώτο κουτάκι που άνοιξες —τα συναισθήματα— στην Alea;

Α.Ε.:

Το πρώτο μπουκάλι, να σου πω την αλήθεια, δεν το θυμάμαι καθόλου. Δηλαδή, θυμάμαι γεγονότα, περιστατικά της τότε εποχής. Ξέρω ότι ήμουνα υπερενθουσιασμένος, «Α, homebrew», «Α!» το ένα, «Α!» το άλλο. Δε θυμάμαι την πρώτη. Α, ψέματα! Η πρώτη παραγωγή που είχε γίνει, που ήταν εκείνο το καλοκαίρι, Αύγουστο δηλαδή, βγήκε Σεπτέμβριο και όπως ήταν όλη η μπύρα αυτή έφυγε και πήγε στο πάρτι ενός φίλου, γιατί είχε τα γενέθλιά του. Οπότε, όπως ήμουν στα γενέθλια —από κει και πέρα, μετά με το που άρχισα να ασχολούμαι με τη μπύρα, στα γενέθλια είμαι πολύ σταθερός και πάω μπύρες δώρο. Δεν έχει. Είναι στάνταρ αυτό το πράγμα—, που τους είχα πάει τις μπύρες τις δικές μου. Ήταν, τώρα, μια porter… κάτι, έτοιμο κιτάκι, που το ‘χα δοκιμάσει. Αλλά, δεν είχα καταλάβει. Δεν ήξερα ποτέ πώς είναι αυτό το στυλ, αλλά ήταν, έτσι, ένα... «Κοιτάξτε εγώ τι έφερα τώρα εδώ πέρα στο τραπέζι, παιδιά! Μπύρες. Σπιτική, δικιά μας!». Χαμούλη και τέτοια, όπου έγινε χαμός στο πάρτι και προφανώς όλοι καθόντουσαν και πίναν τη μπύρα. Εντάξει, σε κάποιους άρεσε, σε κάποιους δεν άρεσε. Στο τέλος είχα ψιλοξενερώσει γιατί έβρισκα πολλά μπουκάλια μισογεμάτα, μισοάδεια και τα συναφή. Και ήμουνα εγώ: «Ρε παιδιά, αφού είναι προσπάθεια. Πιείτε τη γαμημένη όλη τη μπύρα». Αλλά, ήταν, έτσι, ένας πολύ κομπασμός ότι «Α, κοιτάξτε τι έφερα στο τραπέζι! Τι επιτυχία», ασχέτως τώρα αν το σκέφτομαι αυτή τη μπύρα και να λέω: «Εντάξει, ΟΚ. Εντάξει...». Έχουμε πιει διάφορα μέχρι τότε. Αυτό ήταν κάτι το οποίο ήταν decent.

Γ.Ψ.:

Πρώτο κουτάκι;

Α.Ε.:

Το πρώτο κουτάκι ήτανε κατά τη διαδικασία της εμφιάλωσης. Ήτανε μια διαδικασία στην οποία ήτανε χάος, ήτανε πανικός. Δηλαδή, είναι πάλι το σημείο που... Είναι τόσο έντονο αυτό το πράγμα που δεν γίνεται. Δε συνειδητοποιείς εκείνη την ώρα να πάρεις εικόνα, ρε παιδί μου, να πάρεις μία φωτογραφία της στιγμής, γιατί έχουν σκάσει... Είναι πρώτη φορά που βάζουμε τη μηχανή μπροστά για τα κουτάκια, έχοντας φάει και από κει κάποιος πίκρες, γιατί είχαμε κανονίσει να έχουμε άλλο μηχάνημα να ρθει, με άλλη εταιρεία. Είχαμε πάει και τους είχαμε βρει στη Γερμανία, τα είχαμε συμφωνήσει, τα είχαμε κανονίσει. Αρχίσανε μετά καθυστερήσεις, καθυστερήσεις, καθυστερήσεις, καθυστερήσεις, ένα εξάμηνο καθυστέρηση. Τους ρίχνουμε πακέτο, παραγγέλνουμε από ξένους, από Καναδούς, και τελικά οι Καναδοί μάς φτιάχνουνε. Στέλνουν το μηχάνημα και σκάνε δύο τυπάκια από Καναδά για να μας μάθουν να το χειριζόμαστε. Οπότε, το πρώτο κουτάκι ήτανε την ώρα που να μιλάει ταυτόχρονα ο Καναδός, να μας εξηγεί στα αγγλικά με μια προσφορά —γιατί είναι αυτό το σαν Ιρλανδοκαναδός—, στα Ιρλανδικά τη φάση, τι, πώς, πώς σετάρουμε το μηχάνημα, έναν άλλο βοηθό που είχε από δίπλα του που έλεγε τα δικά του, να περνάνε κουτάκια μπροστά μας και εκεί να τσιμπάω ένα κουτάκι, ρε παιδί μου, να το ανοίγω, να δοκιμάζω και να λέω: «Ναι, ρε φίλε! Ναι, εντάξει! Νταν! Έκλεισε!». Και ήτανε αυτή η μπύρα που ακόμα και τώρα μας ρωτάνε «Πότε θα την ξαναβγάλετε » και η απάντηση είναι «Ποτέ», γιατί δεν ξαναβγαίνει μια τέτοια μπύρα, δηλαδή ήτανε... Απ’ την περιγραφή και μόνο της παραγωγής ήτανε once in a lifetime που συμβαίνει αυτό. Οπότε, ήταν εκεί που το κομμάτι της πλήρωσης ολοκληρώθηκε, έγινε. Το πρώτο κουτί βγήκε. Βγαίνουμε πια στο εμπόριο. Έχουμε ήδη κανονίσει event που να σκάσει κόσμος στο ζυθοποιείο, εγκαίνια φάση, «Ελάτε πάρτε μπύρες», χαμός, με τα δύο πρώτα στυλ, με την Test Batch και την Wit. Οπότε, ήταν, έτσι, μια ψιλοαγχωτική κατάσταση. Αλλά, τελικά βγήκε κομπλέ. Ήταν, έτσι, ένα χάος πιο πολύ από άποψη συναισθημάτων. Πολύ μετά αρχίζαμε να καταλαβαίνουμε στην πραγματικότητα τι έχει συμβεί. Εκείνη την ώρα, τουλάχιστον όσο το ‘χω βιώσει, είναι κάτι που περνάει μπροστά απ’ τα μάτια σου, συμβαίνει, αλλά άμα δε σταματήσεις κάποια στιγμή να κάνεις μια επανεξέταση του «Τι έχουμε περάσει μέχρι τώρα» είναι σαν να μην έγιναν ποτέ, ρε παιδί μου, σαν να είναι φυσικά που τα πράγματα είναι εδώ. Και όσοι μάς γνωρίζουνε τώρα και μας βλέπουνε τους έρχεται πολύ φυσικό αυτό το πράγμα που έχει συμβεί, χωρίς όμως… Αλλά, δε μπορούν να φανταστούν ποτέ, όμως, πώς από το μηδέν φτάνεις εδώ, ενώ άμα το πάρεις και το κάνεις μια... το ανατρέξεις λίγο πίσω και βάλεις, έτσι, τα κομμάτια μαζί και φωτογραφίες και τα πάντα όλα, αρχίζει και φαίνεται, έτσι, λίγο το πώς δημιουργήθηκε. Αλλά, φεύγει νερό από μπροστά σου. Και είχα κουβέντες με μικροζυθοποιούς άλλους που μου λέγανε: «Να ξέρεις, αυτή είναι η καλύτερη εποχή, του στησίματος. Είσαι ξεάγχωτος. Δε σε νοιάζει να πουλήσεις, δε σε νοιάζει τα έσοδα, δε σε νοιάζουν τα έξοδα. Αυτή τη στιγμή το μόνο που κάνεις είναι: ξοδεύεις και στήνεις». «Ναι;». «Ναι. Απόλαυσέ το». Και ουσιαστικά το απόλαυσα όλο αυτό το κομμάτι. Και μπορώ να πω ότι, παρόλο τη γκρίνια, την κούραση, τις χαρές τις λύπες, το πάνω, το κάτω, το μανούριασμα, το έτσι, το αλλιώς, ήτανε μια περίοδος ο οποίος ήτανε φανταστική, ήτανε... Είναι από άλλο πλανήτη, δηλαδή είναι μία στιγμή γέννησης. Και μ’ αρέσει να το παρομοιάζω με μαγικά, γιατί είναι και ένα κομμάτι μαγείας. Απλά, τα υλικά για τη μαγεία αυτά είναι πολύ απτά. Είναι χρόνος, χρήμα, διάθεση, υπομονή, αντοχές, στομάχια και τα συναφή. Αλλά, όλα αυτά μαζί άμα τα βάλεις, γίνεται ψιλομαγικά το πράγμα. Είναι μία... παπ! Εμφανίστηκε αυτό. Κάπως έτσι. Οπότε, είμαστε και λίγο σύγχρονοι μάγοι, ας το πούμε. Ας το πούμε έτσι.

Γ.Ψ.:

Απ’ όλα αυτά τι σου μένει;

Α.Ε.:

Το ταξίδι. Είναι πολύ έντονο. Δηλαδή, δε θα… Είμαι τυχερός που είχα την ικανότητα να ζήσω κάτι τέτοιο από άποψη δημιουργίας, είτε γιατί είχα τη στήριξη και οικογένειας —γιατί, εντάξει, δε μαζεύονται τα κεφάλαια έτσι από τη μια στιγμή στην άλλη. Ωπ, αυτό το έπιασε το μικρόφωνο.

Γ.Ψ.:

Ξαναπές το

Α.Ε.:

Ε...

Γ.Ψ.:

Είχες τη στήριξη της οικογένειας.

Α.Ε.:

Ναι. Η στήριξη της οικογένειας, η στήριξη των φίλων, γιατί ένα τέτοιο κεφάλαιο δύσκολα μαζεύεται, ειδικά από τη γενιά τη δικιά μας, έχοντας περάσει χρόνια κρίσης, ανεργίας, ιστορίες, να μπορέσεις να βρεις αυτό το πράγμα και να πεις ότι «Το στήνω». Οπότε, σ’ αυτό το κομμάτι ήμουν αρκετά τυχερός και από στήριξη απ’ τα οικεία μου πρόσωπα, που, όπως είπα, τα ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα είναι ακραία. Δηλαδ[01:30:00]ή, μπορεί να ξυπνήσω τη μια μέρα το πρωί και να είμαι αγχωμένος, το μεσημέρι να ‘μαι τσίτα, τέλεια ότι έχουν πάει όλα, και το βράδυ, ας πούμε, να είμαι σε κατάθλιψη γιατί, ας πούμε, έγινε το συγκεκριμένο σκηνικό που μου ανέφεραν εκείνη τη στιγμή. Οπότε, έχει ένα σκαμπανέβασμα τιτανοτεράστιο. Ή τη μια μέρα να πιάνω το φίλο και να του λέω «Έι, έγινε αυτό και αυτό και αυτό. Τα πράγματα πάνε γαμώ, α, ου!» και την επόμενη μέρα «Ξέρεις κάτι; Έσκασε αυτό, έσκασε εκείνο, έσκασε τ’ άλλο και είχαμε πρόβλημα εδώ και είχαμε πρόβλημα εκεί και γαμώ το κέρατό μου». Οπότε, και το περιβάλλον γύρω σου θα πρέπει να αντέχει ένα τέτοιο σκαμπανέβασμα ψυχολογίας και να ‘ναι υποστηρικτικό απέναντί σου και να σου λέει «Εντάξει, έλα. Όλα καλά θα πάνε. Ξεκόλλα». Οπότε, κρατάω το ταξίδι και παράλληλα κρατάω και ότι τελικά κάτι τέτοιο μού ταίριαζε απ’ την αρχή, γιατί είναι ένα πράγμα το οποίο δεν είναι μονόπλευρο. Δεν είναι μια δουλειά που πρέπει να χτυπάω σφραγίδες για δέκα ώρες, πρέπει να δουλεύω σε ένα εργοστάσιο οχτώ ώρες την ημέρα —συγγνώμη— στην ίδια και στην ίδια δουλειά. Είναι κάτι το οποίο κάθε μέρα έχει απαιτήσεις καινούργιες. Θα πρέπει να κάνεις τιμολόγια, θα πρέπει να κάνεις βαρέλια, θα πρέπει να φτιάξεις μπύρα, θα πρέπει να διαχειρίζεσαι τους πελάτες, θα πρέπει να διαχειριστείς προμηθευτές, θα πρέπει να από δω, θα πρέπει να από κει, να είσαι και up-to-date επιστημονικά για το πώς να συμπεριφερθείς, γιατί το προϊόν είπαμε ότι είναι κάτι το οποίο είναι πιο εκλεπτυσμένο. Δε μπορείς να είσαι να πεις ότι «Είμαι ασφαλής. Έχω βρει τα πάντα και τέλειωσε». Ο κλάδος συνεχώς επιστημονικά ψάχνεται, οπότε βάλε και αυτό μέσα. Άρα, έχω πιάσει πάρα πολλές πτυχές, δηλαδή φυσική, χημεία, βιολογία, μαθηματικά, οικονομικά, logistics, από δω από κει. Οπότε, είναι κάτι το οποίο σε έχει σε συνεχόμενη εγρήγορση. Και όλη την ώρα επίλυση προβλημάτων, που αυτό είναι για μένα το κατάλοιπο του Φυσικού. Επίλυση. Αυτό ξέρουμε να κάνουμε. Εκεί. Ποιο είναι το πρόβλημα; Τακ, τακ, τακ. Παράμετροι, ιστορίες, στήλες, «Πάμε!», κοπανάμε εξισώσεις. Και για αυτό... Νομίζω θα κρατήσω αυτά τα δύο.

Γ.Ψ.:

Έχεις κάτι να προσθέσεις;

Α.Ε.:

Δεν ξέρω κάποια ιδέα. Νομίζω ότι έχουμε καλύψει πολύ μεγάλο κομμάτι της όλης κατάστασης εδώ πέρα. Τώρα, ντάξει, μαθαίνουμε. Και μπορώ να... Μια ερώτηση που μου ‘χανε κάνει, μια ερώτηση που μου ‘χε κάνει ένας ζυθοποιός στην αρχή. Μου λέει: «Κοίταξε να δεις, άμα θες να μιλήσουμε πέντε πράγματα τώρα, αλλά μετά από έξι μήνες θα κάνουμε τελείως διαφορετική κουβέντα. Και μετά από έναν χρόνο πια θα μπορέσουμε να τα πούμε πια ως ίσο προς ίσο, ρε παιδί μου, κανονικά». Και η ερώτησή του μετά από έναν χρόνο, το πρώτο πράμα που μου ‘κάνε, μου λέει: «Πόσο διάστημα χρονικό νιώθεις ότι πέρασε από τότε που έβαλες την πρώτη σου βρασιά;». Και η απάντησή μου είναι ότι «Έχει περάσει ένας χρόνος κανονικά αλλά», του λέω, «αυτό το πράγμα νιώθω ότι γέρασα», ρε παιδί μου, ότι γέρασα εννοώντας ωρίμασα απέναντι σε αυτό, ότι έχουν περάσει τρία με τέσσερα χρόνια στο νερό. Είναι τόσες πολλές οι... τα μικρογεγονότα τα οποία συμβαίνουνε, το οποίο σού αλλάζει την καθημερινότητά σου σε πολύ μεγάλο βαθμό, γιατί… «Α, σήμερα βράζεις. Σήμερα βράζεις. Α, τελικά δε θα βράσεις σήμερα γιατί δεν ήρθαν τα κουτάκια. ΟΚ, πού είναι τα κουτάκια;». «Έλα εδώ μάστορα, από δω, από κει, τακ, τακ, τακ, τακ, τακ». Οπότε, σε εγρήγορση όλη τη μέρα. Άρα, όλες αυτές οι ιστορίες, που χτίζονται η μία πάνω στην άλλη, νιώθεις —νιώθω τουλάχιστον— ότι το χρονικό περιθώριο έχει περάσει τουλάχιστον δύο με τρία χρόνια στο όλο κομμάτι αυτό. Και συν τοις άλλοις, ότι βλέπω, ας πούμε, τον εαυτό μου στις αρχές και λέω «Τι παιδάκι που ήμουνα», ενώ τώρα, ξέρω ‘γώ, βλέπω, νιώθω ότι έχω γίνει, έτσι, ένας γερόλυκος εδώ πέρα, οπότε α, ου! Βέβαια, μετά από τρία χρόνια αυτό το πράγμα πάλι θα λέω «Τι παιδάκι που ήμουνα πριν από τρία χρόνια που καθόμουνα και νόμιζα ότι ήξερα τον κόσμο», ρε παιδί μου. Οπότε, έχει αυτή την πλάκα το όλο concept. Και διαφθείρει, γιατί μιλάμε για σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, οπότε δεν είναι όλες οι σχέσεις καλές, όπως επίσης δεν… Επίσης, υπάρχουν και σχέσεις εξουσίας. Οπότε, αναγκαστικά εκεί θα πρέπει να έχεις απαιτήσεις από τον άλλον και όπως και ο άλλος έχει απαιτήσεις από σένα. Θα πρέπει να μην αφήσεις τον άλλον να δει τα αδύναμα σημεία σου, αλλά να μπορείς να χτυπήσεις σ’ εκείνο το σημείο. Δηλαδή, έχει και μια στρατηγική πολέμου η όλη κατάσταση αυτή. Οπότε, αν δεν είσαι τέτοιος άνθρωπος, θα αναγκαστείς να γίνεις για να επιβιώσεις. Δηλαδή, πια αυτό εδώ το μέρος είναι το παιδί μου, να το πούμε έτσι. Όσο φίλοι να ‘μαστε μ’ όλο τον κόσμο, όσο καλά να ‘μαστε, δε θα αφήσω κάποιον άνθρωπο να απειλήσει αυτό εδώ το πράγμα. Δηλαδή, εκεί πέρα βγαίνουνε δόντια και μαχαίρια. Μέσα σε εισαγωγικά πράγματα όλα αυτά, αλλά είναι κάτι το οποίο... Είναι κάτι μεγαλύτερο πια από μένα, έτσι; Υπάρχουν άνθρωποι στη Θεσσαλονίκη που πίνουν την μπύρα μας και δε μας ξέρουν καν ούτε τους ξέρουμε εμείς. Ούτε φανταζόμασταν ότι αυτοί οι άνθρωποι θα πίναν ποτέ την μπύρα μας ούτε το κάναν κι οι ίδιοι. Οπότε, είναι… Πια το Alea έχει αρχίσει και μεγαλώνει πέρα από τα περιθώρια του οικείου μας κοινωνικού κύκλου ή του λίγο μεγαλύτερου κοινωνικού κύκλου. Αυτό. Οπότε αλλάζει, αλλάζει και τον τρόπο που αντιμετωπίζεις και τους άλλους ανθρώπους, αλλάζει και τον τρόπο που αναλύεις τα γεγονότα, τις κουβέντες που κάνεις με άλλον. Όταν έχεις μια επιχειρηματική κουβέντα, πια τα παιχνίδια γίνονται στρατηγικά. Πρέπει να μάθεις να μιλάς στρατηγικά. Μπορεί να μην ήσουνα τέτοιος άνθρωπος και να μη χρειαζόταν ή και να μην ήθελες και ποτέ να μιλάς στρατηγικά με τον απέναντί σου, αλλά τώρα χρειάζεται. Οπότε, αυτό, όμως, δε μένει μέσα στα σύνορα του ζυθοποιείου, γιατί άμα είσαι στην καθημερινότητα έτσι σιγά-σιγά η καθημερινότητα αρχίζει και... Ο άνθρωπος του ζυθοποιείου αρχίζει και λιώνει και στα υπόλοιπα κομμάτια σου: και στο σπίτι και στην προσωπικότητά σου και στη σχέση σου και στις φιλίες σου. Δηλαδή, όλα αυτά τα πράγματα επηρεάζονται απ’ το συγκεκριμένο ζήτημα. Το μόνο που χρειάζεται είναι απλά να το γνωρίζεις και από κει και πέρα μετά να βλέπεις και τι άνθρωπος θες να γίνεις και τι άνθρωπος είσαι, ποιες κινήσεις θα έκανες που θεωρείς σωστές και ποιες κινήσεις που τις βλέπεις ότι είναι λάθος και λες ότι «Τις κάνω ή δεν τις κάνω;».  Είχαμε, έτσι, ένα ωραίο περιστατικό, στο οποίο δεν ήμουνα χαρούμενος το οποίο έγινε. Τελικά ο μεσίτης που μας είχε γνωρίσει για το χώρο, δεν είχαμε υπογράψει πέρα από κάποια χαρτιά μαζί του, ο τύπος ήθελε τα λεφτά να τα βάλει στην τσέπη μαύρα, πρέπει να είχε γίνει και ένα κονέ με τον ιδιοκτήτη, αλλά αυτό είναι ακόμα στη σφαίρα της φαντασίας της δικιάς μου, οπότε γενικά μύριζε η κατάσταση πολύ βρωμερή, όπου τελικά αποφασίσαμε σαν ομάδα ότι ο μεσίτης αυτός δεν θα πάρει το... τα χρήματα τα οποία ζητούσε από εμάς. Νομικά ήτανε στην γκρίζα ζώνη, έστεκε δεν έστεκε, νομικά δεν μπορούσε να μας κυνηγήσει γιατί δεν υπήρχε χαρτιά αντίστοιχα, με τον ιδιοκτήτη που ’χε τα χαρτιά τα ’παιρνε απ’ τον ιδιοκτήτη, οπότε σαν εταιρεία αποφασίσαμε ότι δεν θα του το κάνουμε αυτό. Αυτός που μίλησε όμως μαζί του ήμουν εγώ, και είχα την προσωπική σχέση με αυτόν, και ήταν κάτι το οποίο σαν Αυγουστίνος εγώ δεν θα το ’κανα ποτέ. Αλλά δεν ήταν πια δικιά μου επιλογή. Ήταν επιλογή όλων, οπότε από τη στιγμή που ήταν επιλογή όλων έπρεπε να γίνει αυτός ο άνθρωπος που θα του πω του άλλου ότι «Κοίταξε να δεις φίλε, άσε μας ήσυχους τώρα, δεν υπάρχει υπάρχει περίπτωση να πάρεις φράγκο από μας». Τέτοια, μικρά γεγονότα που ουσιαστικά παίζουνε με τον κώδικα ηθικών αξιών σου. Ντάξει. Αλλά, αυτό. Εδώ, το κεφάλι μπροστά. Αντιμετωπίζουμε καταστάσεις και προσπαθούμε να ξέρουμε ότι... Και προσπαθώ να διαχωρίζω τουλάχιστον το επαγγελματικό με το προσωπικό. Δύσκολο, αλλά...

Γ.Ψ.:

Οπότε, να ευχηθώ καλή συνέχεια.

Α.Ε.:

Ευχαριστούμε πολύ.

Γ.Ψ.:

Καλές μπύρες.

Α.Ε.:

Καλά κρασά κιόλας, έτσι, για τη φάση.

Γ.Ψ.:

Και ευχαριστώ και προσωπικά—

Α.Ε.:

Εγώ.

Γ.Ψ.:

—και εκ μέρους του Istorima.

Α.Ε.:

Νομίζω είχε πλάκα η όλη αφήγηση αυτή που έκανα και ‘γώ. Τα ανακάλεσα και ’γω λίγο στο κεφάλι μου, οπότε, ξέρεις, ήταν λίγο… Τα ξαναθυμάμαι τώρα.

Γ.Ψ.:

Χαίρομαι.

Α.Ε.:

Ναι, ναι.