© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Ψάχνοντας την Ειρήνη
Κωδικός Ιστορίας
16679
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Ουρανία Φωτοπούλου (Ο.Φ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
24/10/2020
Ερευνητής/τρια
Νικολέτα Μπάκα (Ν.Μ.)
[00:00:00]Καλησπέρα, θα μας πείτε το όνομά σας;
Καλησπέρα. Με λένε Φωτοπούλου Ουρανία, κατάγομαι απ’ τον Νομό Καστοριάς, από ένα χωριό το οποίο ονομάζεται Επταχώρι.
Είναι λοιπόν, 25 Οκτωβρίου 2020, είμαι με την κυρία Ράνια Φωτοπούλου, για άλλη μία φορά, βασικά και βρισκόμαστε στην Κατερίνη. Εγώ ονομάζομαι Νικολέτα Μπάκα, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Κυρία, Ράνια, απ’ το Επταχώρι μου είπατε κατάγεστε.
Επταχώρι Καστοριάς.
Μεγαλώσατε εκεί. Θέλετε να μου πείτε λίγα λόγια για εσάς, για τη ζωή σας; Μια εισαγωγή ας πούμε.
Ναι. Γεννήθηκα εκεί, μεγάλωσα εκεί μέχρι τα 14 μου, δυστυχώς. Δεν έχω πολλές παιδικές αναμνήσεις, και με θλίβει πολύ αυτό, για τον λόγω του ότι βιάστηκα πολύ να αρραβωνιαστώ και να παντρευτώ. Θεωρούσα ότι με το να φύγεις από το χωριό, θα ‘χεις μια καλύτερη ζωή. Τέλος πάντων, αυτό είναι άλλη ιστορία. Έφυγα, λοιπόν, στα 14. Θυμάμαι. Θυμάμαι απ’ το χωριό τα παιδικά μου χρόνια, λίγα μεν, αλλά θυμάμαι. Τη γειτονιά μου, που ήμασταν πολλά παιδιά στη γειτονιά. Παίζαμε, μαζευόντουσαν οι γονείς μας όλοι εκεί πάνω σ’ ένα ύψωμα και καθόμασταν και μας λέγανε ιστορίες, μερικές φορές και τρομακτικές βέβαια, και εκείνο λίγο μας έμεινε κάπως μέσα μας μια φοβία. Ωραία χρόνια. Θυμάμαι τη γιαγιά, η οποία γιαγιά μας μεγάλωσε. Ήμασταν πολλά αδέλφια. Οι γονείς μας δούλευαν σκληρά, τη μαμά μας δεν τη βλέπαμε σχεδόν καθόλου. Περιττό να σου πω ότι όταν ήταν στο σπίτι η μαμά μας θεωρούσαμε ότι έχουμε γιορτή. Τόσο που μας έλειπε. Μεγαλώναμε με τη γιαγιά. Μπορεί να ήμαστε 7 αδέλφια, αλλά ουσιαστικά μεγαλώσαμε τα 5 μαζί. Γιατί τα άλλα δύο δόθηκαν για υιοθεσία από τους γονείς μου. Την πρώτη ιστορία σας την είπα, για τη Μαρία που είμαστε και δίδυμες και βρεθήκαμε… Από 3 μηνών μας χωρίσανε, βρεθήκαμε το 2000, 37 χρονών πλέον. Αυτά τα είπαμε. Υπάρχει και άλλη μία υιοθεσία που θα μιλήσουμε γι’ αυτήν σήμερα. Θέλω να πω ότι 5 αδέλφια μεγαλώσαμε μαζί. Ιστορίες πολλές θυμάμαι, απ’ τη γιαγιά, απ’ τον παππού, απ’ τους γονείς…
Θέλετε να μου πείτε… Πριν μπούμε στην ιστορία για την αδελφή σας την Ειρήνη, αν θέλετε να μου πείτε κάποιες αναμνήσεις που έχετε από τους γονείς σας από εκείνα τα χρόνια.
Έχω ναι, έχω… θυμάμαι τον μπαμπά μου, που πολλές φορές έτσι τον έπιανε το παράπονο. Γιατί τότε με τον πόλεμο, το παιδομάζωμα που είχε γίνει, η οικογένειά του είχανε φύγει για την Τσεχοσλοβακία. Και τον αφήσανε… Αφήσανε τέλος πάντων, τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια στο χωριό και οι υπόλοιποι φύγανε εκεί με τα μικρότερα παιδιά. Ήταν 4 αδέλφια, 4 αγόρια, ο μπαμπάς μου. Πράγμα που τον δυσκόλεψε πάρα πολύ. Ο μεν ένας, ο θείος μου ας πούμε, που ήτανε και με τους αντάρτες τότε πήγε και φυλακή, ο μπαμπάς μου που ήτανε μικρότερος αναγκαζόταν και πήγαινε να… έγινε βοσκός τέλος πάντων, για να βγάζει ένα κομμάτι ψωμί. Για να ζήσει! Όχι για να βγάζει λεφτά, για να ζήσει! 17 χρονών παιδί. Και παντρεύτηκε με τη μάνα μου σε ηλικία 18 χρονών, 19. Η μάνα μου μοναχοπαίδι, κάνανε μεγάλη οικογένεια. Και μου έλεγε πόσο δύσκολα ήταν εκείνα τα χρόνια ας πούμε, και τα θυμάμαι ακόμη αυτά. Μου έλεγε ότι δεν είχανε ένα κομμάτι ψωμί να φάνε και παίρνανε… πηγαίνανε μαζεύανε από τα καλαμπόκια τα… αυτό το από μέσα που έχει, τις «κούκλες» που λέμε, απ’ το καλαμπόκι και τους έστελνε οι μάνα τους στον μυλωνά να πάνε να αλέσουνε αυτές τις κούκλες, να το κάνει αλεύρι, για να κάνει καμιά πίτα να φάνε. Κι έλεγε: «Τι πίτα να γίνει μ’ αυτό το πράγμα; Σκέτο ξύλο είναι». Κι όμως λέει, έτσι ζήσανε. Ξυπόλητοι, ούτε λέει: «Μπότες δεν είχανε να φορέσουνε, ούτε παπούτσια, κάτι τσαρούχια είχανε, κι αυτά – λέει – κομμένα». Εγώ τ’ άκουγα και μου φαινότανε απίστευτα, λέω: «Πώς είναι δυνατόν; Πώς επέζησαν αυτοί οι άνθρωποι με τόση φτώχεια;» Κι όμως, να, κάνανε οικογένεια, είχανε τα ζωντανά τους, τα πρόβατά τους. Δεν μας έλειψε τίποτα, εμάς τα παιδιά ας πούμε. Εντάξει, μπορεί να μην ήμασταν πλούσιοι, μεγαλώσαμε φτωχικά, τουλάχιστον δεν μας έλειπε το φαγητό. Μπορεί να μην είχαμε μεγαλεία και πολλά πράγματα, αλλά είχαμε δικά μας προϊόντα: το γάλα μας, το τυρί μας, το γιαούρτι, το βούτυρο, το καρβέλι που ζύμωνε η μαμά, την πίτα ας πούμε, το κρέας δεν μας έλειπε, γιατί είχαμε δικά μας ζώα. Εντάξει… Εκείνο που μας έλειπε – εμένα προσωπικά, δεν μπορώ να πω για τους άλλους και για τους άλλους είμαι σίγουρη – οι αδελφές μου. Που από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου είχα αυτή την επιθυμία, κάποια στιγμή να τις δω από κοντά. Μαθαίναμε νέα τους, όπως και για τη Μαρία που είπαμε την προηγούμενη φορά, [00:05:00]έτσι και για την Ειρήνη. Το ξεκίνησα τώρα λίγο ανάποδα. Η Ειρηνούλα μας ήτανε το… Πρώτος ο Παύλος, δεύτερη είχαμε μια Δημητρούλα, την οποία δεν τη γνωρίσαμε εμείς γιατί χάθηκε, πέθανε από μηνιγγίτιδα σε ηλικία τεσσεράμισι χρονών, μετά γεννήθηκε η μεγάλη μου η αδελφή, μετά εμείς οι δίδυμες, μετά ο αδελφός μου ο Μπάμπης και μετά η Ειρήνη. Δηλαδή είναι το προτελευταίο παιδί η Ειρήνη. Είναι ότι… την Ειρήνη τη δώσανε λίγο μεγαλούτσικη. Δεν τη δώσανε σαν τη Μαρία που ήτανε τριών μηνών, ήτανε σχεδόν πέντε χρονών. Πράγμα που… εγώ θυμάμαι ας πούμε σαν παιδάκι που ήτανε μικρότερη από μένα, εγώ πιο μεγάλη από ‘κείνη, ήτανε η ψυχή της γειτονιάς! Η ψυχή της γειτονιάς. Δηλαδή αυτό το κορίτσι απ’ όπου περνούσε ήταν ο σίφουνας. Ανέβαινε ψηλά, κι αυτό, και φώναζε και… Ήταν το καμάρι, και μάλιστα μια γειτόνισσα την είχε βγάλει έτσι: «Το καμάρι της Παπαδούκας». Παπαδούκα ήταν η γειτονιά μας. Όλο ζωντάνια, όλο… πρόσχαρο παιδί, χαρούμενο παιδί, με τα μάγουλα τα ροδοκόκκινα… που είχαμε όλοι ροδοκόκκινα μάγουλα εκεί στο χωριό! Τελικά… Μ’ αυτήν έτσι πιο πολύ, γιατί πρόλαβα και έζησα μαζί της κάποια χρόνια, έστω αυτά τα λίγα, με πόνεσε πάρα πολύ. Βέβαια εμείς δεν ρωτηθήκαμε για αυτό. Την απόφαση την πήρανε οι γονείς, οι φυσικοί και οι θετοί που τα συζητήσανε και τα αποφασίσανε, για να ζήσει μια καλύτερη ζωή και… έτσι έγινε. Ακόμα θυμάμαι τη μέρα που την πήρανε. Που ήρθαν στο χωριό να την πάρουνε. Την ντύσαμε μ’ ένα άσπρο φουστανάκι, από τούλι και γυαλιστερό ύφασμα, δεν ξέρω τι ήτανε, με μια ωραία ζωνίτσα πίσω και τη βγάλαμε μια φωτογραφία, για να την έχουμε ενθύμιο, με μια ντάλια συγκεκριμένα στο χέρι. Και τη βάλανε στο αυτοκίνητο και φύγανε. Θυμάμαι εκείνη την ημέρα που δεν μας άφηναν ούτε οι γονείς μου – λίγο, πολύ αμυδρά το θυμάμαι – να πάμε την ώρα που θα έφευγε το αυτοκίνητο. Αλλά εγώ νομίζω πως είχα πάει. Δεν είμαι σίγουρη. Τώρα, είναι στη φαντασία μου; Στο μυαλό μου όλο αυτό; Νομίζω ότι την είδα να μπαίνει στο αυτοκίνητο και να μας χαιρετάει. Και θυμάμαι τη γειτόνισσα μας που ήτανε μεγάλη κοπέλα, πολύ πιο μεγάλη από μας, στην ηλικία του αδελφού μου, που έκλαιγε συνέχεια και δεν μπορούσε να… που έφυγε, πήγε πίσω στο σπίτι της, αλλά εγώ θυμάμαι ότι ήμουν εκεί την ώρα που μπήκε στο αυτοκίνητο και μας χαιρετούσε για να φύγει. Τώρα θαρρείς, μέσα στο μυαλουδάκι της τι είχε; Ότι θα πήγαινε για λίγο κάπου και θα ξαναγύριζε; Δεν μπορώ να ξέρω. Ούτε κι εκείνη ξέρει. Τώρα σ’ αυτή την ηλικία έτσι έχει κάποιες αναμνήσεις, αλλά πολύ ξεθωριασμένες και λίγο μπερδεμένες αναμνήσεις. Δύσκολες καταστάσεις.
Θέλετε να μου πείτε τι αναμνήσεις έχετε με την Ειρήνη από τα παιδικά σας χρόνια; Από τα παιχνίδια σας ίσως;
Ναι. Να σου πω.
Όσο ήτανε στο χωριό.
Όσο ήταν στο χωριό θυμάμαι αυτό. Που ήταν ένα παιδί όλο ζωντάνια και χαρούμενο παιδί και φωνές και γέλια και ήτανε η χαρά του Θεού, τι να πω; Η χαρά της ζωής! Αφότου έφυγε, αφότου την πήραν και μετά, ερχότανε, επειδή της άρεσε το χωριό. Της άρεσε… Επειδή εκεί είχε μεγαλώσει, έστω μέχρι εκείνη την ηλικία. Ερχόταν σχεδόν κάθε καλοκαίρι. Και μάλιστα εκείνη το ζητούσε η ίδια.
Δηλαδή πού έμενε;
Στη Θεσσαλονίκη. Γιατρός ο μπαμπάς, πολύ καλοί άνθρωποι, μεγάλωσε πολύ καλά η αδελφή μου, δεν της έλειψε τίποτα, πήρε πολλή αγάπη. Να ‘ναι καλά οι άνθρωποι εκεί που είναι. Φύγανε από τη ζωή. Μέχρι κάποια ηλικία ερχότανε κάθε χρόνο. Τελευταία φορά θυμάμαι, θα ήτανε… Εγώ δημοτικό πρέπει να ήμουνα, εκείνη μικρότερη, είχε μια κούκλα, η οποία κούκλα μιλούσε. Και θυμάμαι συγκεκριμένα έλεγε: «Θέλεις να παίξουμε;», η κούκλα. Και με το που κατέβηκαν – γιατί στην πλατεία μένανε, τους φιλοξενούσε ένα ζευγάρι εκεί πέρα για όσο θα μένανε στο χωριό – με το που την αφήσαν και κατέβηκε απ’ τ’ αυτοκίνητο πήρε την κούκλα της και έψαχνε να βρει παρέα, παιδιά. Και κάποια στιγμή συναντηθήκαμε εμείς οι δυο. Εγώ ως μεγαλύτερη και ήξερα τι έγινε, λίγο ήμουνα… δεν ήξερα πώς να συμπεριφερθώ, δεν με είχανε δασκαλέψει κι απ’ το σπίτι τι να κάνω σ’ αυτή την περίπτωση. Και μόλις με βρήκε μου λέει: «Κοίταξε, έχω μια κούκλα που μιλάει, θέλεις να παίξουμε;». Κι εγώ εντάξει, παιδάκι κι εγώ ήμουνα. και η αδελφή μου βέβαια, ήτανε ακόμα πιο έντονη η θέληση να παίξω μαζί της. Όπου την παίρνω και πάμε στο σπίτι μας, στο πατρικό. Με το που φτάνουμε στο σπίτι, είχε έναν αέρα… ανοίγει την πόρτα, παίρνει την κούκλα αγκαλιά και ξαπλώνει στο κρεβάτι, το οποίο κρεβάτι δεν ήταν κανένα… ξέρεις, με στρώματα, σούστες και τέτοια. Είχε σανίδια κάτω, και – πώς να τα πω; – εκείνα τα μάλλινα που [00:10:00]κάνουν τις βελέντζες; Στρωμένο. Εντάξει, φτωχοί άνθρωποι. Και λέει: «Πόσο μ’ αρέσει εδώ αυτό το κρεβάτι!». Και σκέφτομαι τώρα εγώ και λέω: «Μα είναι δυνατόν; Αυτή είναι εκεί που είναι τώρα, της έχουν τα καλύτερα, ζει σαν βασίλισσα. Τι της αρέσει αυτό το κρεβάτι εδώ το ξύλινο, το σκληρό;» Κι όμως αργότερα μπόρεσα να το εξηγήσω, ότι σ’ αυτό το κρεβάτι μεγάλωσε. Κοιμόμασταν 3-4 μαζί σ’ ένα κρεβάτι, μωρά. Ναι. Τα πιο μικρά κοιμόμασταν σ’ ένα κρεβάτι. Αυτό το θυμάμαι πολύ έντονα. Κι άλλη μια φορά που τη φέρανε, θα ήτανε εκείνη 11; Κι εγώ ήμουνα αρραβωνιασμένη. Κι είχαμε συναντηθεί πάνω στο μοναστήρι, στον Αϊ-Γιώργη, τη μέρα του Αϊ-Γιώργη και την είδα από μακριά και δεν μπόρεσα να πάω κοντά της. Γιατί πίστευα ότι θα τη βουτήξω και θα την πιάσω και θα της πω ότι: «Ξέρεις τι; Είσαι αδελφή μου!». Κι επειδή το φοβήθηκα αυτό, έμεινα σε απόσταση και την είδα μόνο από μακριά, ήταν η τελευταία φορά που τη είδα.
Η ίδια δεν σας θυμότανε δηλαδή.
Όχι. Όχι, μετά όταν βρεθήκαμε και τα συζητούσαμε όλα αυτά, όχι. Είχε έτσι κάποιες εικόνες από το χωριό, αλλά κι άλλα παιδιά, μαζί κι εμένα ας πούμε. Όχι ιδιαίτερα.
Οπότε από ένα σημείο και μετά σταματήσανε να επισκέπτονται το χωριό, απ’ ό,τι κατάλαβα.
Ναι, ναι. Αλλά μετά έφυγα κι εγώ. Γιατί όπως σου είπα έφυγα πολύ μικρή, 14 χρονών αρραβωνιάστηκα. Τον επόμενο χρόνο παντρεύτηκα και γέννησα μαζί. Όχι, τον μεθεπόμενο γέννησα, δηλαδή 15 χρονών και κάτι, που έκανα το πρώτο μου παιδί. Όλα αυτά τα χρόνια ήθελα πάρα πολύ – μαθαίναμε νέα τους – ήθελα πάρα πολύ να τις… Κυρίως όταν έκανα κι εγώ παιδί, και είδα πώς είναι να ‘χεις δικό σου παιδί, μου φάνηκε αδιανόητο να μπορείς να δώσεις το παιδί σου. Έστω κι αν ξέρεις ότι περνάει καλά και το αγαπάνε οι άνθρωποι που το έχουνε και… Είναι πολύ δύσκολο! Και μάλιστα θυμάμαι όταν γέννησα το πρώτο μου παιδί και μ’ είχε επισκεφτεί ο πατέρας μου όσο ήταν ακόμα μωρό, στην κούνια και θυμάμαι τα λόγια που του είχα πει, έτσι πολύ… τον πίκρανα πολύ τον μπαμπά μου τότε, γιατί μετά αρρώστησε ο καημένος και τον χάσαμε πολύ νέο. Ίσως γιατί τότε, εκείνη την περίοδο είχα καταλάβει τι εστί να είσαι γονιός. Και ήρθε, μάλιστα μπήκαμε στο δωμάτιο του μωρού και το βλέπαμε πάνω απ’ την κούνια, κι εκεί καθίσαμε λίγο και λέω: «Θέλω να σου πω. Επειδή τώρα κατάλαβα πώς είναι να είσαι γονιός, πώς μπορέσατε και δώσατε δύο παιδιά για υιοθεσία;». Δεν μου απάντησε τίποτα. Μόνο με κοίταξε, μ’ ένα βλέμμα που έκρυβε… τον πόνο, την πίκρα, τις ενοχές… δεν ξέρω. Δεν ξέρω τα συναισθήματα που είχε εκείνη τη στιγμή ο άνθρωπος. Δεν μου απάντησε, απλά. Δηλαδή η σιωπή του τα είπε όλα. Σίγουρα γι’ αυτούς τους ανθρώπους δεν ήτανε και εύκολο, αυτό. Εντάξει, η φτώχεια… Θα μου πεις τώρα «φτώχεια; Ένα πιάτο φαγητό», όπως λέγανε και κάποιοι άλλοι ας πούμε που ήξεραν να κρίνουν μόνο. Ότι: «Ε, τώρα, ένα πιάτο φαΐ παραπάνω». Δεν είναι το ένα πιάτο φαΐ παραπάνω. Πρώτον, νομίζω ότι οι γονείς μου το κάνανε αυτό για να δώσουν χαρά και σε κάποιους άλλους ανθρώπους που ήταν άτεκνοι και τους τιμά αυτό δηλαδή, είναι μεγαλείο ψυχής να το κάνεις αυτό πιστεύω. Και δεύτερον, σίγουρα για να ζήσουν πολύ καλύτερα τα παιδιά, να μορφωθούν, κι όπως κι έγινε. Και οι δύο. Και σπούδασαν, και ζήσαν καλά, και πήραν πολλή, πολλή αγάπη, εξαιρετικοί άνθρωποι και οι μεν και οι δε. Αλλά την απάντηση αυτή δεν την πήρα ποτέ, ούτε απ’ τον μπαμπά μου, ούτε απ’ τη μαμά μου. Γιατί και της μάνας μου της είχα μιλήσει μια φορά, έτσι λίγο με σκληρή γλώσσα. Της είχα πει: «Πώς μπόρεσες; Πώς μπόρεσες να δώσεις δύο παιδιά;». Τι μου απάντησε; Μου απάντησε με δάκρυα στα μάτια ότι: «Δεν είναι τόσο εύκολα και μην νομίζεις ότι εσύ που είσαι από ‘κει τώρα και μου λες εμένα «πώς το έκανα;», μπορείς να το καταλάβεις. Ούτε κι εγώ μπορώ να στο εξηγήσω», «Μα – λέω – δεν μπορώ να το διανοηθώ αυτό το πράγμα». Κι ένοιωσα τύψεις μετά, γιατί κατάλαβα πόσο την πόνεσε. Τι να πω; Μεγαλοψυχία; Το πιστεύω. Εγώ λέω «Δεν θα το ‘κανα ποτέ, και 10 παιδιά να είχα δεν θα το έκανα ποτέ». Αλλά όπως λέει κι ο λαός: «Μεγάλη μπουκιά φάε και μεγάλη κουβέντα μην πεις». Τέλος πάντων, αυτό μετά είναι άλλη ιστορία το τι συνέβη σε μένα. Μετάνιωσα για κάποιες κουβέντες που έχω πει, γιατί κανείς δεν μπορεί να κρίνει [00:15:00]κανέναν, ακόμη κι αν αυτός είναι γονιός σου, ακόμη κι αν… γονιός για το παιδί του. Κανείς. Ο καθένας μόνος του ξέρει το πώς και το γιατί.
Τέλος πάντων. Πάει αυτό. Μετά… Περάσανε αρκετά χρόνια. Πάντα με την επιθυμία αυτή να συναντήσω τις αδελφές μου τις υιοθετημένες. Πάντα υπήρχε στο μυαλό μου αυτή η σκέψη. Κάποια στιγμή, το ’95, το 1995, έτυχε να πάω Θεσσαλονίκη σε μια φίλη μου, που ήτανε απ’ τα παιδικά χρόνια φίλη. Ερχόταν τα καλοκαίρια στο χωριό, κάναμε παρέα, μετά χαθήκαμε, μετά ξαναβρεθήκαμε και… επειδή αυτή έχει λίγο έτσι, φαντασία… Της λέω: «Ρε συ, Τασούλα, έτσι κι έτσι – λέω – το ‘χω πολύ έντονα στο μυαλό μου. Κάτι πρέπει να κάνω γι’ αυτή την αδελφή μου. Εντάξει, η μία είναι στην Αμερική, είναι πολύ δύσκολο. Αλλά για την Ειρήνη – λέω – πρέπει κάτι, με κάποιον τρόπο… Θέλω να τη δω, δεν μπορώ, θα πεθάνω – λέω – μ’ αυτόν τον καημό; Θέλω να τη δω, κι ας μην της πω ποτέ τίποτα. Ας μην μάθει ποτέ ότι είμαστε αδελφές. Απλά θέλω να τη δω, να τη σφίξω στην αγκαλιά μου», μου λέει: «Κάτι θα σκεφτούμε». Σκεφτόμασταν, ξανασκεφτόμασταν – γιατί είχα μείνει μερικές μέρες εκεί πέρα μαζί της – μου λέει: «Το βρήκα τι θα κάνουμε», λέω: «Τι;», «Θα πάρουμε – λέει – τηλέφωνο…», γιατί ήταν εύκολο να βρούμε, ξέραμε διεύθυνση, ξέραμε πού μένει, ονοματεπώνυμο τα πάντα, όλα, ο μπαμπάς γιατρός γνωστός, Θεσσαλονίκη. «Θα πάρουμε – λέει – τηλέφωνο, θα τη ζητήσουμε…», «Και θα της πούμε – λέω – τι;», «Θα της πω ότι είμαι μια συμμαθήτριά σου», λέει, λέω: «Ξέρουμε σε ποιο σχολείο πήγαινε;», «Ε, τώρα – λέει – θα της πω εγώ ένα όνομα εκεί πέρα. Θα πάρουμε ένα όνομα, «Παπαδόπουλος», ο μισός κατάλογος είναι Παπαδοπουλαίοι! Και θα δούμε, άμα πιάσει, έπιασε». Τέλος πάντων, εγώ έτρεμα μέχρι να γίνει αυτό, εκείνη παίρνει το τηλέφωνο, σχηματίζει τον αριθμό, παίρνει, ζητάει… Α, ξέχασα να πω ότι η αδελφή μου ήτανε παντρεμένη τότε, είχε ένα παιδάκι. Μετά έκανε το δεύτερο. Νιόπαντρη, θα ήτανε το μωρό της τότε ενάμιση χρονών; Ενάμιση, ναι. Και εκείνο το διάστημα τυχαίνει τώρα να ‘ναι και η άλλη η αδελφή μου από την Αθήνα, η μεγάλη. Και λέμε: «Τώρα θα το κανονίσουμε, ευκαιρία είναι», γιατί το συζητούσα και με την αδελφή μου, λέω: «Έτσι κι έτσι αποφασίσαμε», λέει: «Προχωρήστε το». Παίρνει τηλέφωνο η φιλενάδα μου, ζητάει την Ειρήνη, λέει: «Η ίδια. Ποια είστε;», «Βρε –λέει – είμαι μια συμμαθήτριά σου – λέει – απ’ το σχολείο» ξέρω ‘γω, λέει: «Ποιο σχολείο;» «Ε, τώρα – λέει – τελευταία, σε θυμήθηκα και είπα – λέει – να συναντηθούμε, να βρεθούμε». Εκείνη δεν τσίμπησε, γιατί τις συμμαθήτριές της, τις ήξερε, τώρα Παπαδοπούλου, ποια Παπαδοπούλου; Κατάλαβε ότι είναι φάρσα. Και λέει: «Έτσι είσαι τώρα; Φάρσα; Κι εγώ θα συνεχίσω τη φάρσα». «Εντάξει – λέει, –πού θέλεις να βρεθούμε;», «Να βρεθούμε – λέει – στο τάδε καφέ στην πλατεία Αριστοτέλους. Εντάξει;», «Εντάξει». Εν τω μεταξύ, η αδελφή λίγο πριν παντρευτεί είχε τέτοιες – βέβαια αυτά καλά είναι να τα συζητήσετε μαζί, θα στα πει εκείνη κάποια στιγμή, πιστεύω να βολέψει – είχε στο μυαλό της έντονα να ψαχτεί λίγο, γιατί στην ηλικία που πήγαινε στο γυμνάσιο κάποιος της σφύριξε ότι είναι υιοθετημένη. Δεν το συζήτησε ποτέ με τους γονείς της, και της έμεινε αγκάθι. Και έφτιαχνε με τον νου της σενάρια ότι μπορεί να είναι από κάποιο ίδρυμα, μπορεί να είναι ξέρω ‘γω… να την πήραν από κάποια οικογένεια φτωχή… Αλλά πιο πολύ για ίδρυμα πήγαινε το μυαλό της. Και είχε ζητήσει κι απ’ τον άντρα της να πάνε να ψάξουν στο ληξιαρχείο τέλος πάντων, να βρουν στοιχεία και τα λοιπά.
Είχε καθόλου αναμνήσεις, σαν εικόνα;
Είχε, είχε, γιατί αυτά τα ‘παμε μετά όταν συναντηθήκαμε. Ήταν πολύ αμυδρές όμως οι εικόνες που είχε. Και δεν μπορούσε να τις… Πώς να το πω;
Να προσδιορίσει.
Να προσδιορίσει μπράβο, από πού είναι αυτές οι εικόνες. Ας πούμε θυμότανε κάποιες ποδιές. Γι’ αυτό σκεφτόταν ότι είναι από ίδρυμα. Κι όμως οι ποδιές ήταν από τον παιδικό σταθμό που πηγαίνανε. Γιατί τότε μας φορούσαν κάτι ποδίτσες εδώ πέρα μικρούλες με διάφορα φρούτα. Ας πούμε το ένα είχε μανταρίνι, το άλλο αχλάδι, πορτοκάλι ξέρω ‘γω. Αυτό θυμόταν. Και θυμόταν συνέχεια ένα μαύρο φόρεμα και μια ποδιά. Το οποίο φόρεμα ήταν της γιαγιάς, κι ένα μαντήλι – ας πούμε τότε οι γιαγιάδες φορούσαν μαντήλια στο κεφάλι – κι ένα μαντήλι που το πιπιλούσε συνέχεια στα δάχτυλα. Αυτό θυμότανε. Και εκεί λίγο μπερδευότανε οι εικόνες που είχε στο μυαλό της. Ότι είμαι από οικογένεια από κάποιο χωριό; Είμαι από ίδρυμα; Τέλος πάντων, δεν της έκανε ποτέ το χατίρι ο άντρας της γιατί ο άντρας της το ήξερε. Του το είχαν πει οι γονείς της προφανώς, και λέει: «Α! Κορίτσι μου, τώρα τι το ψάχνεις τώρα, άστο. Δεν χρειάζεται», και έτσι περνούσε ο καιρός και το είχαν αφήσει. Τέλος πάντων, πετάχτηκα αλλού τώρα, να σου πω για τη συνάντηση. Αφού κανονίστηκε λοιπόν η συνάντηση για μια [00:20:00]ημερομηνία, είχα τον χρόνο εγώ να προετοιμαστώ γι’ αυτό. Ότι… θα πάρω κάποιες φωτογραφίες, γιατί είχαμε κάποιες φωτογραφίες που ήταν παιδί, που ήμασταν όλα μαζί τ’ αδέλφια με τους γονείς μας, με τη γιαγιά κι όλα αυτά, Θα τις βάλω, λέω, σ’ ένα άλμπουμ κι όταν θα συναντηθούμε, δεν μπορώ να της πω κατευθείαν: «Α! Ξέρεις, είσαι αδελφή μου!», κάπως πρέπει με κάποιον τρόπο, λίγο κάτι να δει, κάπως να την προϊδεάσω, κάτι, κάτι να γίνει. Και το έκανα, λέω «ας το βάλω στην τσάντα μου μέσα να το έχω». Όταν ήρθε αυτή η ευλογημένη ώρα, εγώ έπρεπε από Καστοριά να πάω Θεσσαλονίκη για να βρεθούμε. Και επειδή δεν είχα τη δυνατότητα να πάρω αυτοκίνητο, υπήρχε μόνο ένα τότε στην οικογένεια, οπότε πήγα με ΚΤΕΛ. Με περίμενε η φίλη μου να με πάρει απ’ το ΚΤΕΛ, να πάμε στο σημείο συνάντησης. Κόντεψε να μου βγει η ψυχή μέσα στο λεωφορείο. Γιατί η ώρα περνούσε, οι άλλες ήταν όλες στη Θεσσαλονίκη και η αδελφή μου η μεγάλη που ‘χαν έρθει απ’ την Αθήνα και φιλοξενούνταν στον αδελφό του άντρα της, και η φίλη μου, όλοι μένανε εκεί, εγώ έπρεπε από Καστοριά να πάω εκεί να βρεθούμε. Αυτές φτάσανε νωρίτερα στο σημείο. Εγώ κόντεψα να πω τον οδηγό: «Άσε με να πάω με τα πόδια» για κάπου πεντακόσια, ένα χιλιόμετρο, να πάω με τα πόδια να τρέξω πιο γρήγορα. Είχε μια κίνηση, φανάρια και τα λοιπά. Έφτασα με την ψυχή στο στόμα, με περίμενε η φίλη μου. Τι να σου πω γι’ αυτή τη στιγμή; Εκείνη, η αδελφή μου είχε πάρει μαζί της την φίλη της και κουμπάρα, που βάφτισε τον γιο της. Ήταν από παιδιά μαζί, μαζί σπουδάσανε, μαζί… κολλητές. Η Ελένη. Και από ‘κείνη τη μεριά ήτανε η αδελφή μου με την Ελένη, κι από τη δικιά μας πλευρά ήμασταν οι δύο οι αδελφές, η μεγάλη εγώ, η φίλη η δικιά μου, που έκανε όλο αυτό το σχέδιο τέλος πάντων και η μεγάλη αδελφή μου είχε μαζί και τη συννυφάδα της. Τέσσερις τώρα ήμασταν εμείς. Οι άλλες δύο – η αδελφή μου κι η συννυφάδα της – είχαν προχωρήσει προς το σημείο. Η φίλη μου επειδή περίμενε εμένα, έμεινε λίγο πιο πίσω. Με το που κατεβαίνω εγώ απ’ το λεωφορείο και προχωράμε τώρα με τη φίλη μου οι άλλες είχαν ήδη φτάσει εκεί. Είχανε ιδωθεί οι δύο… η αδελφή μου η μεγάλη με τη μικρή. Αυτό εγώ το έχασα. Το έχασα. Γιατί η Ειρήνη ενώ πίστευε ότι είναι μια φάρσα, αλλά ξαφνικά όταν βλέπει τη Γιάννα κοκκαλώνει. Κοιτάει μια τη Γιάννα, μια την Ελένη, την φίλη και κουμπάρα της. Η κουμπάρα της κατάλαβε, λέει: «Τώρα…» Και η Ειρήνη κατάλαβε ότι κάτι γίνεται, γιατί μόνο που είδε τη φυσιογνωμία λέει: «Τώρα, να ‘ναι μάνα μου; Μικρή είναι να ‘ναι μάνα μου. Να ‘ναι αδελφή μου; Τι είναι; Τι γίνεται τώρα εδώ πέρα;» Το έχασα αυτό. Φτάνουμε κι εμείς. Κι είμαστε τώρα όλες μαζί, έξι κορίτσια. Και κοιτάμε η μία την άλλη. Εγώ μόλις την είδα άρχισε η καρδιά μου να πηγαίνει τάκα-τούκα, τάκα-τούκα, λέω: «Τώρα τι γίνεται;», υπήρχε μια αμηχανία κι από τη μεριά τους κι απ’ τη μεριά μας. Η φίλη μου ήταν λίγο πιο ψύχραιμη, έσπαγε λίγο τον πάγο, λέει: «Άντε κορίτσια, να μπούμε μέσα, να καθίσουμε, να πάρουμε έναν καφέ, κάτι, να τα πούμε». Υπήρχε μεγάλη αμηχανία. Μπήκαμε μέσα στο καφέ – «Forum» λεγόταν, τώρα δεν υπάρχει πια αυτό το καφέ – στην Πλατεία Αριστοτέλους, παίρνοντας από την πάνω μεριά την Εγνατία, στη δεξιά μεριά. Μπαίνουμε στο καφέ, κοιτούσαμε η μια την άλλη, εγώ απ’ τη μια μου ερχότανε να την πιάσω, να τη σφίξω και να της πω κατευθείαν ότι «Είμαστε οι αδελφές σου!», από την άλλη λέω: «Εντάξει και λίγο με τρόπο, μην πάθει και τίποτα η κοπέλα». Άσε που εγώ κινδύνευα να πάθω πιο πολύ παρά εκείνη, γιατί εκείνη είχε άγνοια του ποιες είμαστε. Καθίσαμε. Δεν θυμάμαι τι συζητούσαμε, τίποτα δεν θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο ότι εγώ είχα αυτή τη λαχτάρα να της το φωνάξω, να της πω. Κι ό,τι άλλο ειπώθηκε εκείνη την ημέρα δεν θυμάμαι τίποτα. Τίποτα. Όπως και φωτογραφίες, που βγάλαμε ένα σωρό φωτογραφίες και στο τέλος, απ’ τη βιασύνη μου και – όχι απ’ τη βιασύνη μου – απ’ το άγχος που είχα, δεν είχα βάλει σωστά το φιλμ, και δεν έγινε λήψη σε καμία φωτογραφία. Μείνανε όλες οι φωτογραφίες εδώ, εκείνης της μέρας. Δεν έχουμε ούτε μία φωτογραφία από ‘κείνη τη στιγμή. Καθίσαμε είπαμε τι είπαμε. Κάποια στιγμή μόνο κοιταζόμασταν, η μια την άλλη. Υπήρχε συγκίνηση, υπήρχε απορία, υπήρχε… Ανάμεικτα συναισθήματα, πολλά συναισθήματα, από όλες μας. Και όσες ήταν δίπλα μας κι εκείνες συγκλονίστηκαν μ’ όλο αυτό. Όχι μόνο εμάς που αφορούσε όλη αυτή η ιστορία. Κάποια στιγμή, εκεί που προσπαθήσαμε λίγο να είμαστε πιο ψύχραιμες, ανοίγω την τσάντα μου, βγάζω το άλμπουμ και της λέω: «Έχω κάτι για σένα. Θέλω να το δεις». Και το πήρε και το ξεφύλλιζε. Και την ώρα που το ξεφύλλιζε, αναγνώρισε τον εαυτό της και τα αδέλφια που υπήρχαν γύρω της κι εκείνη τη στιγμή [00:25:00]έμεινε έτσι να με κοιτάει, και λέω: «Δεν θα σε ταλαιπωρήσω άλλο, θα στο πω. Πιο ξεκάθαρα δεν γίνεται. Είμαστε οι αδελφές σου». Το τι έγινε εκείνη τη στιγμή δεν μπορώ να στο περιγράψω. Δεν μπορώ. Κλάμα, γέλιο, χαρά. Πολλά! Γίναμε όλες μαζί μια αγκαλιά. Συγκλονίστηκε η κοπέλα. Δεν ξέρω πόσες ώρες καθίσαμε εκεί πέρα. δεν ξέραμε καν αν υπήρχαν άλλοι άνθρωποι εκεί μέσα. Δεν μας ενδιέφερε, ούτε καν ο σερβιτόρος που ήρθε να μας φέρει αυτά που ήπιαμε, τους καφέδες, δεν ξέρω τι πήραμε. Δεν θυμάμαι τίποτα. Τίποτα. Σαν να ήμασταν μόνοι μας κι έγινε όλο αυτό το σκηνικό. Δεν ξέρω… λες και κάτι παθαίνει το μυαλό και δεν θυμάσαι λεπτομέρειες. Το μόνο που θυμάμαι είναι αυτό: το αλμπουμάκι που είδε με τις φωτογραφίες τις λιγοστές, το ότι πήρα τον λόγο εγώ γιατί κανένας δεν μιλούσε, καμία απ’ όλες δεν μιλούσε και της λέω: «Κορίτσι μου, να μην σε ταλαιπωρούμε άλλο. Τίποτα, αυτό. Είμαστε οι αδελφές σου». «Τι; Πώς; Και τι;», άρχισε εκείνη να κάνει ερωτήσεις, ερωτήσεις, ερωτήσεις! Ποιος είν’ αυτός; Ποιοι είναι αυτοί; Οι γονείς μου, πώς ήταν; Τα αδέλφια μου, πού είναι; Πού βρίσκονται; Σε τι κατάσταση; Τα πάντα όλα ήθελε να τα μάθει μέσα σε μία στιγμή. Γίνεται; Να μάθεις για τις ζωές όλων των αδελφών σου μέσα σε μια στιγμή; Δεν γίνεται. Εντάξει, τα είπαμε, είπαμε πόσα αδέλφια έχω, πόσα ανίψια έχω, και το ένα και τ’ άλλο. Εντάξει, αυτά σιγά-σιγά εν καιρώ μετά. Το πρώτο διάστημα ήταν πολύ δύσκολο γι’ αυτήν. Παρόλο που είχε εικόνες, είχε μνήμες, είχε κάποιες ας πούμε –πώς να το πω; – ότι από κάπου είναι ρε παιδί μου, ότι δεν είναι οι γονείς της αυτοί. Παρόλα αυτά όμως της ήρθε λίγο, έτσι, ο ουρανός στο κεφάλι. Τον πρώτο καιρό δεν το συζήτησε καν με τους γονείς της. Της αρκούσε που μιλούσε μαζί μας, που είχαμε την επικοινωνία την τηλεφωνική, βρισκόμασταν. Πόσο καιρό κράτησε αυτό μέχρι να μιλήσει στους γονείς της; Ε, μετά από κάποια στιγμή δεν μπορούσε να το κρατήσει κρυφό. Γιατί χρειάστηκε να ‘ρθει κι εκείνη σε εμάς, κι εγώ στο σπίτι της. Σαν τι θα με παρουσίαζε; Σαν φίλη ας πούμε; Δεν ξέρω πόσο διάστημα κράτησε αυτό, ώσπου να το συζητήσει με τους γονείς της. Θύμωσε στην αρχή πολύ. Ε μετά όμως κάναμε πολλή κουβέντα μαζί, λίγο κάλμαρε, λίγο της έφυγε ο θυμός. Προσπάθησε να κατανοήσει γιατί της το κρατήσανε μυστικό. Εντάξει κι εκείνοι απ’ τη μεριά τους είχανε φόβο μην το μάθει, μην τυχόν και πάψει να τους αγαπάει, αν είναι δυνατόν. Γιατί το ίδιο σκεφτόντουσαν και οι άλλοι γονείς της άλλης αδελφής μου. Είναι δυνατόν ένα παιδί που το μεγαλώνεις με τόση αγάπη να σε μισήσει ή να πάψει να σ’ αγαπάει; Μα ο γονιός είναι αυτός που μεγαλώνει, όχι αυτός που γεννάει, έτσι δεν είναι; Ζήσαμε συγκλονιστικές στιγμές. Κι έτσι κύλησαν τα χρόνια με την Ειρήνη. Το πρώτο διάστημα εγώ ήμουνα… Δεν μπορώ να το περιγράψω αυτό που ένιωθα. Χαρά; Ευτυχία, ότι επιτέλους βρήκα την αδελφή μου. Και μαζί μετά σχεδιάζαμε πώς θα βρούμε και την Μαρία και μαζί το κάναμε. Είχαμε δεθεί πάρα πολύ! Δηλαδή από το ’95 μέχρι και πριν λίγα χρόνια που μου ‘φυγε στη Μυτιλήνη κι ήταν εδώ κοντά στη Θεσσαλονίκη βλεπόμασταν πάρα πολύ συχνά. Ολόκληρα βράδια καθόμασταν και μιλούσαμε, μιλούσαμε, μιλούσαμε. Άντε τώρα να αναπληρώσεις τόσα χρόνια σε μόνο κάποια λίγα ας πούμε. Δεν γίνεται. Και πάλι είναι φορές που όταν βρισκόμαστε, πάλι αναφερόμαστε σ’ αυτά. Είχε πολλά κενά, πολλά κενά. Δικαιολογημένα. Και ήθελε όλα αυτά τα κενά να τα αναπληρώσει. Και να τη βοηθήσει ας πούμε η κουβέντα μαζί μου, να τη βοηθήσει να συμπληρώσει το παζλ, που τόσα χρόνια της έλειπαν κομμάτια. Και νομίζω ότι τα καταφέραμε. Μου λείπει τώρα πολύ. Γιατί μ’ αυτήν δεθήκαμε περισσότερο λόγω του ότι είναι εδώ, ενώ με τη Μαρία υπάρχει αυτή «η νοερή επικοινωνία» το λέω εγώ, δηλαδή επικοινωνούμε έτσι λίγο με το μυαλό μας, με τη σκέψη μας. Δεν είναι τόσο εύκολο να βρισκόμαστε. Αλλά με την Ειρήνη δεθήκαμε πάρα πολύ. Και έζησε μαζί μου κι αυτή δύσκολες στιγμές αργότερα. Για αυτά θα μιλήσουμε άλλη φορά.
Άλλη φορά. Θέλετε να μου πείτε τώρα ας πούμε, άλλαξε αρκετά η ζωή σας μετά απ’ αυτήν την αναγνώριση.
Ναι, ναι. Γιατί ήτανε ένα αγκάθι αυτό ρε παιδί μου, που με τρυπούσε συνέχεια, κάθε μέρα. Αυτό, να ξέρεις ότι έχεις [00:30:00]αδέλφια και δεν σε γνωρίζουν. Είναι σκληρό. Έπιασε το κόλπο! Η φάρσα της φίλης μου, που τελικά νομίζω ότι αυτό ήτανε φάρσα της ζωής για όλους μας.
Θέλετε να μου πείτε, πώς θα λέγατε ότι ένιωθαν οι γονείς σας για όλα αυτά; Απ’ όσο καταλαβαίνατε κι εσείς δηλαδή, κι απ’ όσο γνωρίζατε.
Ναι, να σου πω.
Συναντήσανε...;
Η πρώτη φορά που πήγαμε με την Ειρήνη στο χωριό για να γνωρίσει τη μαμά – γιατί ο μπαμπάς δεν ζούσε πια, έφυγε νωρίς ο μπαμπάς μου, τον χάσαμε στα 51 του, από καρκίνο του πνεύμονα – όταν πήγαμε στο χωριό, τι ήταν αυτό; Θεέ μου. Η μαμά μου – έτσι την παρατηρούσα – ήτανε λιγάκι παγωμένη. Δηλαδή σαν να μην ήθελε να δείξει τα συναισθήματά της. Ήτανε λες και της είχες κάνει μια ένεση ας πούμε και ήτανε ανέκφραστη. Και σκεφτόμουνα, «Τι νιώθει τώρα αυτή η γυναίκα; Τι μπορεί να νιώθει;». Απ’ τη μεριά της αδελφής μου, ήτανε κι εκείνη κάπως αμήχανη απέναντι στη μάνα μου. Δεν την είχα ρωτήσει άμεσα το πώς νιώθει ας πούμε, γιατί… Αργότερα όμως τα λέγαμε κι αυτά. Μετά, πολύ αργότερα μου είπε τι ένιωσε. Λέω: «Ένιωσες μίσος;», λέει: «Όχι. Παράπονο, ναι». Ας πούμε σαν να ήθελε να της πει: «Γιατί έδωσες εμένα;» Κατάλαβες; «Γιατί εμένα;». Ένα ανεξήγητό πράγμα, δηλαδή ούτε κι η ίδια μπόρεσε να το δώσει να το καταλάβω πώς ένιωθε. Υπήρχε έτσι μια… όχι απλά αμηχανία, δεν βρίσκω τη λέξη να το πω. Δεν βρίσκω πραγματικά. Τις πρώτες ώρες που πήγαμε τέλος πάντων, χάρηκε με το παιδάκι, γιατί είχε ένα παιδάκι… Κάτσε, την πρώτη φορά, δεν είχαμε πάρει το παιδάκι μαζί, είχε μείνει με τον μπαμπά του, άλλη φορά ήταν εκείνη, γιατί μετά πήγαμε κι άλλες φορές στο χωριό, και οικογενειακώς και μαζί όλοι. Πρώτη φορά πήγαμε μόνο οι δυο μας νομίζω. Οι δυο μας πήγαμε, ναι. Περάσανε κάποιες ώρες, δεν λέγανε πολλά ούτε η μία ούτε η άλλη. Τώρα εγώ σου μιλάω για τη μαμά μου, γιατί εντάξει, πέρα από τα αδέλφια μου, τα ανίψια μου, όλα αυτά, σίγουρα η χαρά ήταν μεγάλη, μας δεχτήκανε στο σπίτι, μόνο κόκκινο χαλί που δεν μας βάλανε. Κάποια στιγμή ήρθε το βράδυ και θα κοιμόμασταν μαζί στο ίδιο δωμάτιο εγώ με την αδελφή μου και στο ίδιο κρεβάτι μάλιστα. Κι όπως ετοιμαστήκαμε να πάμε να ξαπλώσουμε γιατί ήτανε έντονη η μέρα και συναισθηματικά έτσι φορτισμένη, και σωματικά, και ώρες πολλές, να μιλάς, να έχεις να πεις πολλά, να έχεις ερωτήσεις, να παίρνεις απαντήσεις… Σε κάποιες ερωτήσεις δεν έπαιρνες και καμία απάντηση. Τέλος πάντων και, την ώρα εκείνη που πήγαμε στο δωμάτιο για να ξεκουραστούμε, να ησυχάσουμε, χτυπάει η πόρτα κι ήταν η μάνα μας. Εγώ έπαθα σοκ, λέω: «Κοίτα εδώ τώρα τι γίνεται. Πώς;», και μπήκε μέσα, και θυμάμαι είχε κι ένα χαρτονόμισμα στο χέρι, για να της δωρίσει. Και δεν ήταν τόσο αυτή η κίνηση που έκανε να της δωρίσει το χαρτονόμισμα, εγώ αυτό που είδα εκείνη τη στιγμή ήτανε συγκλονιστικό. Συγκλονιστικό! Δηλαδή, με το που κάθεται εκεί στην άκρη του κρεβατιού… Η αδελφή μου είχε προλάβει κι είχε ξαπλώσει, και ανασηκώθηκε απλά απ’ το κρεβάτι και την πιάνει η μάνα μου και την κάνει μια αγκαλιά. Δεν έχω ξαναδεί τέτοια αγκαλιά! Εγώ έμεινα στήλη άλατος. Δηλαδή αυτό που είδα, μ’ έπιασε ένα σύγκρυο απ’ το μαλλί μέχρι τα νύχια ας πούμε. Αυτό νομίζω ήτανε η στιγμή που τα είπε όλα. Τα είπε όλα αυτή η στιγμή, δηλαδή… Εκείνο το βράδυ, ε λέω: «Τελικά το έβγαλε η γυναίκα από μέσα της αυτό που ένιωθε». Λαχτάρα υπήρχε, λαχτάρα. Ούτε αυτό που έβλεπα αρχικά όταν πήγαμε ας πούμε και παρατηρούσα τη συμπεριφορά της, που υπήρχε αυτό το ανέκφραστο πρόσωπο, ότι και καλά «Δεν νιώθω τίποτα τώρα», ξέρεις. Εκείνη τη στιγμή εκδηλώθηκε. Λαχτάρα να τη σφίξει στην αγκαλιά της. Αυτό μου έμεινε στο μυαλό. Από εκείνη τη φορά. Ε, μετά έτυχε να πάμε κι άλλες φορές. Έσπασε λίγο μετά έτσι ο πάγος, ήτανε πιο φυσιολογικά τα πράγματα.
Εσείς είχατε μιλήσει λίγο με τους γονείς σας απ’ ό,τι κατάλαβα γι’ αυτά τα θέματα παλιότερα.
Κοίτα, εγώ ναι, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ήξερα ότι υπάρχουνε… Καλά, για τη μία θυμόμουν γιατί ήμουν μεγάλο κοριτσάκι και για τη Μαρία που δεν τη θυμόμουν καν γιατί ήμασταν 3 μηνών ήξερα ότι... ναι. Τα γράμματα που μας στέλνανε, τα νέα, όλα αυτά που μαθαίναμε, το πώς μεγαλώνουν, πώς προοδεύουν κι όλα αυτά. Αλλά σαν παιδιά δεν τολμούσαμε ποτέ να πούμε στους γονείς μας τι… Μόνο ο μεγάλος μου αδελφός, θυμάμαι μια φορά που είχε αρπαχτεί λίγο με τον μπαμπά μου, εκείνος ήταν στην εφηβεία, εμείς ήμασταν πιο [00:35:00]μωρά. Που του είχε πει… κάτι είχε αναφέρει γι’ αυτό, για την υιοθεσία. Δεν θυμάμαι ακριβώς τα λόγια, αλλά του είχε πει ότι: «Πώς το έκανες αυτό και έδωσες ας πούμε τα παιδιά σου;», πάνω σε… ξέρεις, εν βρασμώ ψυχής. Αυτό μόνο θυμάμαι, και θυμάμαι τον μπαμπά μου που είχε αγριέψει πάρα πολύ και τον είχε μαλώσει άσχημα. Δεν είχαμε έτσι άλλες κουβέντες με τους γονείς, γιατί ήμασταν ακόμη κι εμείς μικρά. Ας πούμε τις μοναδικές φορές που θυμάμαι που κάναμε αυτή την κουβέντα, ήταν τη μία όταν έκανα το παιδί μου, όταν έγινα μαμά ας πούμε και κατάλαβα πώς είναι να το κάνεις αυτό, με τον πατέρα μου. Και άλλη μια φορά με τη μάνα μου, πριν… Πριν την Ειρήνη, ναι, πριν να κάνουμε όλο αυτό το σχέδιο για να συναντήσουμε την Ειρήνη. Είχε έρθει σε εμένα στο σπίτι μου για λίγες μέρες και έτσι όπως καθόμασταν στο μπαλκόνι – δεν θυμάμαι τι συζήτηση είχε προηγηθεί – και αναφερθήκαμε μετά σ’ αυτό. Αυτές οι δυο φορές. Άλλη φορά δε συζητήσαμε τίποτα.
Κυρία Ράνια, θέλετε να μου πείτε λίγα περισσότερα πάνω στο κομμάτι… Δηλαδή πώς ήταν τα πράγματα από τη γνωριμία σας και μετά με την Ειρήνη; Πώς κύλησε μετά ο καιρός;
Να σου πω. Εκείνη η περίοδος ήτανε νομίζω η πιο… Ένιωθα μια πληρότητα, ένιωθα μια ευτυχία, μια ολοκλήρωση, δεν ξέρω πώς να το πω. Βρισκόμασταν πολύ συχνά τότε. Ερχότανε εκείνη στο σπίτι μου στην Καστοριά, κατέβαινα εγώ στη Θεσσαλονίκη. Πάρα πολύ συχνά βρισκόμασταν. Γιατί είχαμε τόσα πολλά να πούμε, να αναπληρώσουμε τόσα κενά, απ’ τη ζωή της, απ’ τη ζωή μου. Να ανταλλάξουμε πολλά και διάφορα. Λοιπόν, εκείνο το διάστημα, κυρίως όταν ερχότανε εκείνη, επειδή εγώ διατηρούσα ένα πολύ μικρό σπίτι, δεν είχα την άνεση να κοιμόμαστε σε ξεχωριστά δωμάτια και… Αλλά, βέβαια, ακόμα και να την είχα, σίγουρα προτιμούσα να κοιμόμαστε μαζί. Κοιμόμασταν στο ίδιο δωμάτιο, στο διπλανό κρεβάτι εκείνη, και καθόμουνα το βράδυ, όλο το βράδυ και την κοιτούσα που κοιμόταν. Δηλαδή για να σου περιγράψω αυτό που ένιωθα. Πώς λένε όταν ας πούμε είσαι ερωτευμένος; Αυτό είναι κάτι παραπάνω απ’ τον έρωτα. Απερίγραπτο, δεν βρίσκω τη λέξη να το πω. Ένιωθα σαν να είμαι… να πετάω στα ουράνια. Ευτυχία, χαρά, δεν χόρταινα να την κοιτάω ακόμη και που κοιμότανε. Αυτό θεώρησα έτσι σημαντικό να το αναφέρω, το πώς ένοιωσα εγώ. Φαντάζομαι κι εκείνη. Γιατί όταν μιλούσαμε μου έλεγε ας πούμε πόσο άλλαξε η ζωή της, πόσο δεν νοιώθει πια αυτό το κενό, αυτό το… που δεν ήξερε από πού προέρχεται, από πού… Περνούσαν βέβαια διάφορα όπως τα έχουμε πει και πιο πάνω αυτά. Ήρθαν και γέμισαν τα κενά, όλα αυτά που είχε, οι απορίες, ό,τι φανταζόταν. Ήταν πάρα πολύ ωραία, και είναι, βέβαια, τώρα την έχω μακριά, αλλά είμαστε πολύ δεμένες. Ακόμη κι από απόσταση.
Είχατε έτσι συχνή επικοινωνία ακόμη και…;
Ναι, τηλεφωνική. Αλλά, σου είπα ερχότανε, ερχότανε συχνά, πήγαινα κι εγώ. Και τώρα έχουμε. Τώρα μάλιστα βοηθάει κι η τεχνολογία γι’ αυτό. Το καθιερώσαμε κάθε Κυριακή να κάνουμε βιντεοκλήση μεταξύ μας και οι τρεις. Μάλλον και οι τέσσερις, γιατί την προηγούμενη Κυριακή κάναμε και με την άλλη αδελφή μου τη μεγάλη, στην Αθήνα. Η καθεμιά απ’ το σπίτι της, στην πόλη της, εκεί που μένει τέλος πάντων, και μιλάμε.
Οι τέσσερις δηλαδή…
Οι τέσσερις αδελφές.
Δηλαδή η Ειρήνη, η Μαρία και η Γιάννα.
Και η Γιάννα, ναι, που είναι στην Αθήνα.
Να κάνουμε μια ανακεφαλαίωση!
Ναι. Μάλιστα της κάναμε κι έκπληξη της Γιάννας, γιατί εμείς το είχαμε κάνει τρεις φορές, τέσσερις, αυτό με τη βιντεοκλήση και ξαφνικά πρόσθεσα εγώ και τη Γιάννα μέσα. Και παιδιά αυτό το πράγμα, δηλαδή… Η έκπληξη που είδα στο πρόσωπό της, λέει: «Μα είναι δυνατόν;». Μετά με πήρε τηλέφωνο από κάνα δύο μέρες, μου λέει: «Ποιανής ιδέα ήταν αυτό; – λέει – σίγουρα δική σου», λέω: «Γιατί καλέ το λες;», λέει: «Σίγουρα ήταν δική σου», λέω: «Ναι, δική μου», «Γιατί δεν με ενημέρωσες; Δεν με προειδοποίησες;», «Τι λες; Και θα έχανα εγώ αυτό το πρόσωπο, την έκπληξη που έδειξες;». Και όλα αυτά! Και, ναι, είπαμε θα το κάνουμε πιο συχνά. Μάλιστα λέει η Ειρήνη: «Γιατί δεν το κάναμε τόσο καιρό αυτό το πράγμα;», λέω: «Ε, γιατί είμαστε λίγο χαζές!» Αυτό, έτσι… Τι άλλο να προσθέσω; Ότι… είναι τα πάντα. Τα αδέλφια είναι τα πάντα. Η [00:40:00]αγάπη που εισπράττεις και που προσφέρεις είναι… πώς να το πω; Είναι πολύ δυνατό αυτό που νιώθουμε. Εντάξει, πιστεύω ότι σε όλα τα αδέλφια υπάρχει αυτό, αλλά σε εμάς είναι λίγο ειδική η περίπτωση. Είναι ότι στερηθήκαμε τόσα χρόνια η μία την άλλη.
Οπότε, αυτά και για την Ειρήνη. Δεν ξέρω κυρία Ράνια τώρα, αν θέλετε εσείς κάτι να προσθέσουμε ή να κλείσουμε κάπου εδώ την ιστορία;
Ναι, να την κλείσουμε. Αφού πρώτα να πω και κάτι ακόμα. Συνέβησαν κι άλλα γεγονότα στη ζωή μου, πολύ δύσκολα, στα οποία την είχα δίπλα μου, κερί αναμμένο. Μου στάθηκε πάρα πολύ αυτό το κορίτσι. Και όλα τα αδέλφια μου, αλλά περισσότερο εκείνη, ήταν πολύ κοντά μου και μου έγραφε έτσι διάφορα. Δεν ξέρω αν είναι να σας δείξω κάποια που μου έχει γράψει, κάποια κείμενα.
Θέλετε να μου πείτε κάτι σαν παράδειγμα, αν έχετε κάτι υπόψιν σας τώρα;
Ναι, έχω ένα που ήτανε πάνω σε πολύ δύσκολη φάση της ζωής μου και μου το ‘χε γράψει και ακόμα έτσι το ανοίγω καμιά φορά και το διαβάζω και μου φέρνει πολύ συγκίνηση. Και νιώθω πραγματικά ότι η αγάπη της είναι πολύ μεγάλη. Μπορούμε να το βάλουμε στην ιστορία.
Μπορούμε, ναι, ναι.
Αυτό το μικρό.
Εντάξει. Άρα αυτά λοιπόν. Κυρία Ράνια, ευχαριστώ πάρα πολύ και πάλι, για τον χρόνο σας.
Κι εγώ ευχαριστώ.
Να ‘στε καλά.
Κι εσύ το ίδιο.