© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Η επιστράτευση του 1987: Αναμνήσεις ενός τότε φαντάρου

Κωδικός Ιστορίας
16533
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Γεώργιος Λαζαρίδης (Γ.Λ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
26/09/2020
Ερευνητής/τρια
Θωμάς Λαζαρίδης (Θ.Λ.)
Θ.Λ.:

[00:00:00]Καλησπέρα.

Γ.Λ.:

Καλησπέρα.

Θ.Λ.:

Πώς ονομάζεσαι;

Γ.Λ.:

Λαζαρίδης Γεώργιος.

Θ.Λ.:

Σήμερα, 27 Σεπτεμβρίου 2020, είμαι με τον Λαζαρίδη Γεώργιο στα Πατήσια, στην Αθήνα. Εγώ ονομάζομαι Θωμάς Λαζαρίδης, είμαι ερευνητής στο Ιstorima. Να ξεκινήσουμε;

Γ.Λ.:

Ναι, ξεκινάμε!

Θ.Λ.:

Πού και πότε γεννήθηκες; 

Γ.Λ.:

Γεννήθηκα 10/07/1967 στη Δυτική Γερμανία, συγκεκριμένα στην Κολωνία.

Θ.Λ.:

Και πού μεγάλωσες;

Γ.Λ.:

Μεγάλωσα στην Ξάνθη, στο Μαγικό Ξάνθης, συγκεκριμένα.

Θ.Λ.:

Πώς θυμάσαι τα παιδικά χρόνια;

Γ.Λ.:

Τα παιδικά χρόνια, επειδή γυρίσαμε από Γερμανία, ήταν –να το πω– πολύ δύσκολα, υπήρχε φτώχεια καταραμένη. Δεν υπήρχαν τα βασικά είδη ανάγκης, ο κόσμος περνούσε μια κρίση φοβερότατη!

Θ.Λ.:

Σας επηρέαζε και στο χωριό αυτό;

Γ.Λ.:

Στο σπίτι είχαμε ηλεκτρισμό και δεν είχαμε… Κάποιες φορές κόβονταν, είχαμε μια λάμπα μέσα με πετρέλαιο, αυτό… δεν ξέρω πώς λέγεται, όχι κηροζίνη, πετρέλαιο, καθαρό πετρέλαιο, λάμπες με λαμπόγυαλα. Ήταν λίγο δύσκολα. Στο σχολείο παίρναμε τα ξύλα για να πάμε να ζεσταθούμε, αργότερα ήρθε το πετρέλαιο και βάλαμε πετρελαίου σόμπα και γλιτώσαμε το κουβάλημα των ξύλων από το σπίτι.

Θ.Λ.:

Οι ίδιες συνθήκες επικρατούσαν και στην Ξάνθη, ας πούμε, ή επειδή ήσασταν στο χωριό;

Γ.Λ.:

Νομίζω στην Ξάνθη ήταν πιο καλά τα πράγματα γιατί πιο πλούσιο μέρος, πιο έτσι, πιο πλούσιο, πιο μεγάλο μέρος, ήταν πιο καλύτερες οι συνθήκες, δηλαδή πρώτα έγινε εκεί το πετρέλαιο και μετά ήρθε σε εμάς. Δηλαδή όλα γίνονται στις μεγάλες πόλεις πρώτα και μετά πάνε και στα χωριά. Δυστυχώς, η εξέλιξη ξεκινά μέσα από τις μεγάλες πόλεις.

Θ.Λ.:

Και στο υπόλοιπο χωριό δηλαδή ήταν ανάλογες οι συνθήκες με αυτές που περιγράφεις στο σπίτι σου;

Γ.Λ.:

Ναι, ναι, υπήρχε μία τηλεόραση, την οποία την είχε ένας, πηγαίναμε βλέπαμε εκεί, αργότερα πήραμε τηλεόραση, δηλαδή θυμάμαι όταν έγινα 8-9 χρονών, τότες πήραμε τηλεόραση, μια μαυρόασπρη και εκείνη της κακιάς ώρας.

Θ.Λ.:

Οι γονείς τι καταγωγή είχαν;

Γ.Λ.:

Η καταγωγή ήταν Πόντιοι, Ξανθιώτες και οι δυο, πρόσφυγες από τον Πόντο –οι γονείς τους, βέβαια, το ‘22 που ήρθαν από τον Πόντο οι άνθρωποι– και πήγαν στη Γερμανία για μια καλύτερη ζωή. Και γύρισαν μετά την πάροδο κάποιων ετών, περίπου το ’68… ’69, συγγνώμη, ‘68-‘69, ‘68 γύρισαν πίσω και εγκαταστάθηκαν Αθήνα και από Αθήνα ήρθανε στην Ξάνθη.  

Θ.Λ.:

Οπότε εσύ θυμάσαι από την Ξάνθη και μετά;

Γ.Λ.:

Ναι, ναι, από την Ξάνθη και μετά, Αθήνα ήμουν μωρό, δε θυμάμαι τίποτα.

Θ.Λ.:

Και μετά το Δημοτικό τι έκανες;

Γ.Λ.:

Μετά το Δημοτικό, επειδή τα χρόνια ήταν δύσκολα, ο μπαμπάς μου ήταν και λίγο θρησκόληπτος, μαζί με τον παπά κατάφεραν και με πήγαν στο Εκκλησιαστικό Λύκειο Ξάνθης, στο οποίο διευθυντής ήταν ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ξάνθης. Ήταν Διευθυντής της Σχολής, ο οποίος με πολλή αγάπη εκεί πέρα μας είχε και ήμουν οικότροφος 6 ολόκληρα χρόνια στην Εκκλησιαστική Σχολή Ξάνθης. Δηλαδή πηγαίναμε Κυριακή, βράδυ μπαίναμε μέσα και φεύγαμε Σάββατο μεσημέρι, δηλαδή ουσιαστικά στο σπίτι μας ήμασταν - δεν ήμασταν 1 μέρα.

Θ.Λ.:

Και αυτό για 6 χρόνια;

Γ.Λ.:

Για τα πρώτα 5 χρόνια, για τα πρώτα 5 χρόνια. Τον τελευταίο χρόνο είχε γίνει το πενθήμερο και τον τελευταίο χρόνο πρόλαβα να φεύγω Παρασκευή μεσημέρι και να γυρνάω Κυριακή βράδυ.

Θ.Λ.:

Πώς ήταν εκεί οι συνθήκες;

Γ.Λ.:

Τα πρώτα χρόνια, που ήμουν και μικρός, ήταν πολύ δύσκολες οι συνθήκες. Στην Εκκλησιαστική Σχολή τα πράγματα είναι λίγο… τότες ήταν λίγο δύσκολα, γιατί οριζότανε ως αρχηγός ένας από τη Ζ’ –ήταν εφτατάξιο Εκκλησιαστικό Λύκειο, δεν ήταν εξατάξιο–, οριζότανε ένας αρχηγός, ήταν ένα παιδί σαν κι εμάς, ο οποίος ήταν αρχηγός της σχολής μαζί με κάτι φύλακες, οι οποίοι ήταν εναλλάξ. Αλλά τα πράγματα ήταν δύσκολα και εκεί πέρα, γιατί υπήρχαν από όλη την Ελλάδα παιδιά, τα οποία έπρεπε να συνεννοηθείς μαζί τους, έπρεπε να κοιμάσαι… Ήμασταν την πρώτη χρονιά που πήγα τετρακόσια πενήντα άτομα. Τετρακόσια πενήντα, δύο τάξεις πρωτοετών στην Α’ Γυμνασίου.

Θ.Λ.:

Τετρακόσια πενήντα άτομα τα οποία μένανε και εκεί;

Γ.Λ.:

Μένανε και εκεί, μένανε, κοιμόντουσαν εκεί πέρα, διαβάζανε, κάνανε τα μαθήματα, αθλοπαιδίες. Πρωί σηκωνόμασταν η ώρα 6 [00:05:00]και μισή - 7 παρά, πηγαίναμε εκκλησία, αφού ντυνόμασταν και πλενόμασταν, κατεβαίναμε, πηγαίναμε στην εκκλησία, κάναμε τον Όρθρο. Εφόσον τέλειωνε ο Όρθρος, όλοι μαζί θα πηγαίναμε στην τραπεζαρία να φάμε. Βέβαια, έπρεπε να είχες στρώσει το κρεβάτι σου πιο μπροστά, γιατί μετά το φαγητό πηγαίναμε στα δωμάτια επάνω, πλέναμε δόντια κι ετοιμαζόμασταν για μια μελέτη που είχε το πρωί. Κάναμε τη μελέτη το πρωί μέχρι τις 8:30 η ώρα και 8:30 η ώρα ξεκινούσαν τα μαθήματα έως τις 1:30, 1:30-2:00 παρά στρώνονταν η τράπεζα, τρώγαμε το μεσημεριανό,. 2:30-3:00 είχε ένα κενό, το οποίο έπρεπε να πλένεις δόντια, πόδια, ό,τι ήθελες. 3:00-5:00 είχε υποχρεωτική κατάκλιση, έπρεπε να κοιμάσαι 3:00-5:00, ήσουν μες στο δωμάτιο σου, επικρατούσε απόλυτη ησυχία και κοιμόσουνα. Υπήρχαν θαλαμάρχες, υπήρχαν υποθαλαμάρχες, υπήρχαν χίλιοι δυο, οι οποίοι έλεγχαν αυτό όλο το πράγμα. Και φυσικά, παίρνονταν κάθε φορά απουσίες, μήπως λείπει κάποιος, γιατί φαίνονταν από το κρεβάτι αν έλειπες από εκεί. Τα πρώτα χρόνια ήταν πολύ δύσκολα εκεί, γιατί πλέναμε τα πιάτα, πλέναμε τις λαμαρίνες που τρώγαμε, μαζεύαμε τα τραπέζια οι ίδιοι. Μετά, τα τελευταία 2 χρόνια κάνανε προσλήψεις και πήρανε προσωπικό και επιτελούς πήραν και ένα πλυντήριο, το οποίο έπλενε τις λαμαρίνες και τα πιάτα. Μεγαλύτερη τιμωρία ήταν εκεί, όταν σε πιάνανε να μιλάς, να κάνεις κάποια αταξία, να πλένεις πιάτα και ποτήρια και λαμαρίνες και να καθαρίζεις πατάτες, να καθαρίζεις όλα αυτά, γιατί τετρακόσια πενήντα άτομα ήταν δύσκολα.

Θ.Λ.:

Σαν το στρατό μου ακούγεται κάπως!

Γ.Λ.:

Στο στρατό ήτανε… μέχρι και τα δικά μου τα χρόνια ήτανε έτσι. Τώρα ο στρατός, φυσικά, είναι «κολλέγιο», νομίζω απ’ έξω παίρνουν φαγητό. Λίγα στρατόπεδα, απ’ ό,τι ακούω, έχουν μάγειρα και κάνουν φαγητό μέσα. Άσε που ο στρατός είναι τόσα λίγα τα άτομα, που δε φτάνουν.

Θ.Λ.:

Ναι, εννοώ ότι οι συνθήκες ακούγονται αρκετά αυστηρές και ήταν–

Γ.Λ.:

Ίδια με το στρατό και χειρότερες. Νομίζω στο στρατό μπορεί να ήταν λίγο καλύτερες, βέβαια εκεί είχε λίγο την πειθαρχία παραπάνω, αλλά όταν πήγα στο στρατό δε ζορίστηκα καθόλου, γιατί ήδη ήξερα τι με περίμενε από εκεί και στο στρατό 1 μέρα είσαι υπηρεσία, ανάλογα, 1-2 μέρες θα είσαι υπηρεσία, την τρίτη θα βγεις έξω. Εκεί πηγαίναμε Κυριακή μεσημέρι, είχαμε μία έξοδο την Τετάρτη για 2 ώρες. Δηλαδή φεύγαμε η ώρα 3:00… 3:00 η ώρα φεύγαμε από την τράπεζα, μόλις τρώγαμε το φαγητό, 3:00. 5:30 έπρεπε να ‘μασταν εκεί πέρα. Κατεβαίναμε στην πόλη κάθε Τέταρτη, κατεβαίναμε στην πόλη, κάναμε τα ψώνια μας, τι θέλαμε να ψωνίσουμε. Να σημειώσω εδώ πέρα ότι η Εκκλησιαστική Σχολή Ξάνθης βρίσκεται πάνω στο βουνό. Είναι σε ένα βουνό απομακρυσμένο πάνω στην Ξάνθη, σε ένα παλιό μοναστήρι, των Μιχαήλ και Γαβριήλ, το οποίο κάηκε και το ξαναχτίσανε μετά και από μοναστήρι έγινε Εκκλησιαστική Σχολή. Η απόσταση δε από την Ξάνθη πρέπει να είναι γύρω στα 4 χιλιόμετρα από το κέντρο της πόλεως. Βέβαια, από το δρόμο που πας. Εάν το πάρεις λίγο κοφτά, μπορεί να είναι γύρω στα 2-2,5 χιλιόμετρα, ανηφόρα όμως, ανηφόρα και κατηφόρα. Όταν πας, ανηφόρα, όταν κατεβαίνεις, κατηφόρα. Απ’ τα στενά.

Θ.Λ.:

Οπότε, όταν κάνατε τις εξόδους, με τι μέσο;…

Γ.Λ.:

Με τα πόδια. Όταν πηγαίναμε την Κυριακή το βράδυ, ή θα μας έφερνε ο πατέρας μας εκεί, αυτοί, ή θα παίρναμε ταξί. Ή τη Δευτέρα μαζευόμασταν όλοι μαζί σε ένα συγκεκριμένο μέρος στο ΚΤΕΛ της Ξάνθης και παίρναμε όλοι μαζί, πέντε άτομα ένα ταξί. Όποιος ήταν τυχερός και αργούσε, το ‘παιρνε μόνος του το ταξί και χρεωνότανε όλη την κούρσα.

Θ.Λ.:

Και μετά το Λύκειο;

Γ.Λ.:

Μετά το Λύκειο πήγα στο στρατό…

Θ.Λ.:

Λύκειο έκανες πάλι στην ίδια σχολή, έτσι; 6-7 χρόνια;

Γ.Λ.:

Ναι, το Λύκειο εκεί έξι τάξεις είναι, είχε και εφτατάξια… εφτατάξιο ήταν Εκκλησιαστικό Λύκειο, το οποίο ήταν για αυτούς που θα πήγαιναν για ιερείς. Όποιος πήγαινε για παπάς, έπρεπε να βγάλει αυτό και μετά, εφόσον θα γινότανε παπάς, έδινε εξετάσεις και πήγαινε Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία ή περνούσε στη Θεολογία με κάποια μόρια πολύ χαμηλά, οι απόφοιτοι Εκκλησιαστικών Λυκείων.

Θ.Λ.:

Μετά τα 6 χρόνια το σκέφτηκες να συνεχίσεις;

Γ.Λ.:

Όχι, όχι, δεν το σκέφτηκα καθόλου να συνεχίσω! Δεν ήθελα να συνεχίσω. Ο σκοπός μου ήταν να τελειώσω το Λύκειο εκεί πέρα. Φυσικά, σε όλο αυτό που είπα, η Εκκλησιαστική Σχολή ήταν ένα σχολείο το οποίο από το μεσημέρι και μετά, απ’ τις 5:00 έως τις 8:00, είχε υποχρεωτική μελέτη. 8 η ώρα πηγαίναμε στην [00:10:00]εκκλησία, κάναμε τον Εσπερινό, 8:30 βγαίναμε, πηγαίναμε κατευθείαν για φαγητό, 8:30. 9 η ώρα έπρεπε να ήμασταν πάνω, στους θαλάμους, να πλένουμε δόντια, αυτά και 9:30 είχε υποχρεωτική κατάκλιση, οπότε κοιμόμασταν μέχρι και τις 6:30 - 7 παρά, που ξεκινούσε πάλι το πρόγραμμα της άλλης μέρας. Κι όλα αυτά γινότανε καθημερινά, να πω.

Θ.Λ.:

Οπότε, μόλις τελειώνεις, τι κάνεις μετά το Λύκειο;

Γ.Λ.:

Μετά το Λύκειο, από κει, φεύγω, πάω στο στρατό.

Θ.Λ.:

Ποια χρονιά, θυμάσαι;

Γ.Λ.:

Στο στρατό πήγα το 1986 τον Οκτώβριο. Είχα παρουσιαστεί στο Κιλκίς, στο Καμπάνη, στο 640-… τότε δε θυμάμαι τώρα ποια μονάδα. Πήγα στο Κιλκίς, έκατσα εκεί πέρα περίπου 3 μήνες. Από εκεί επιλέχθηκα ως υποψήφιος βαθμοφόρος, γιατί είχα βγάλει Λύκειο και έπρεπε να πάω στα ΛΥΒ, στο Λόχο Υποψηφίων Βαθμοφόρων. Τα ΛΥΒ ήτανε: κάποιους τους κάνανε δοκίμους, δηλαδή ήταν πάρα πολύ λίγοι αυτοί, ήτανε οι  θέσεις αυτές… ήταν καμιά δέκα, κάποιοι θα ’τανε υποψήφιοι βαθμοφόροι, που φτάνανε μέχρι το βαθμό του λοχία (υποδεκανέας, δεκανέας, λοχίας) και κάποιοι θα ήταν απλοί στρατιώτες. Κι όλα αυτά ήτανε, νομίζω, σύμφωνα με τις μαθητικές σου γνώσεις, ένας δηλαδή που έβγαλε Δημοτικό θα ήταν σκέτο στρατιώτης. Όσο πιο πολλές γνώσεις είχε κάποιος, τόσο πιο μεγάλο βαθμό έπαιρνε, τον επέλεγαν δηλαδή για να πάει. Γιατί και κάποιοι κόβονταν εκεί που τους στέλνανε, κάποιοι οι οποίοι πήγαιναν για δόκιμοι τους κόβανε, άμα δεν είχε τις σωματικές… αυτές, τους κόβανε.

Θ.Λ.:

Πόσα χρόνια ήτανε ο στρατός;

Γ.Λ.:

Ο στρατός ήταν 21 μήνες, 21 μήνες κρατούσε ο στρατός. Και έφυγα από κει μέσα σε 3 μήνες, έφυγα και παρουσιάστηκα την πρώτη μου μετάθεση απ’ το Κιλκίς στο 645 Μηχανοκίνητο Τάγμα Πεζικού, το οποίο ήταν στο Πετροχώρι Ξάνθης. Εκεί όσα μάθαμε στη βασική εκπαίδευση, έγινε καινούρια εκπαίδευση εκεί, στα καινούρια όπλα, ήμουνα οδηγός απ’ τα μικρά τα Μ113. Συγχρόνως, όμως, με στείλανε και 1 μήνα στην Κομοτηνή, τον Ιανουάριο τον είχα βγάλει, η πρώτη μου μετάθεση ήτανε εκεί. Με το που έφτασα εκεί, όμως, είχα επιλεχθεί ως υποψήφιος βαθμοφόρος και έπρεπε να πάω στο Λόχο Υποψηφίων Βαθμοφόρων, που ήταν στο 646 στην Κομοτηνή. Οπότε φεύγω 1 μήνα από εκεί, με άλλους συναδέλφους μου που είχανε επιλεγεί, και πάμε στην Κομοτηνή. Πηγαίνουμε στην Κομοτηνή, περνάμε τα τεστ και τα σχολεία τα οποία ήτανε εκεί στην Κομοτηνή και γίνομαι λοχίας εγώ, έτυχε να είμαι λοχίας. Γυρνάμε πίσω στο 645, ήτανε Φεβρουάριος, γυρνάμε στο 645.

Θ.Λ.:

Φεβρουάριος του ‘87;

Γ.Λ.:

Το ’87. Γυρνάμε στο 645, εκεί ήμουν στον τρίτο λόχο. Εκεί σε καθημερινή βάση ήμασταν –“καθημερινή βάση”–, μέρα παρά μέρα υπήρχε –εγώ να προσθέσω ότι ήμουν από την Ξάνθη κιόλας και έφευγα στο χωριό μου, το Μαγικό Ξάνθης, και πήγαινα όποτε ήμουν εξοδούχος, είχα και ένα μηχανάκι, ένα μοτοποδήλατο, και πήγαινα κάθε φορά που ήμουν εξοδούχος, πήγαινα στο χωριό μου, έπαιρνα καινούργια ρούχα, έφερνα καινούργια ρούχα. Να σημειώσω ότι τα ρούχα μου τα είχα πάρει όλα και τα πήγα στο χωριό για να πλυθούν. Ρούχα δεν είχα μαζί μου τίποτα και τα χρήματα μου ήτανε… πάντοτε ήτανε ελάχιστα, γιατί σαν φαντάρος δεν έχεις πολλά χρήματα στην τσέπη. Ε, τα χρήματα που έχεις είναι… Τέλος πάντων, και τα είχα πάει εκεί–, στο Πετροχώρι ανά 3-4 μέρες είχαμε συναγερμό κάθε πρωί. Κάθε πρωί, δηλαδή στις 6:30 η ώρα, χτυπούσε ο συναγερμός και την ώρα που θα χτυπήσει ο συναγερμός έπρεπε να σηκωθούμε, να μαζέψουμε όλα τα πράγματά μας, ό,τι υπήρχε πάνω στο κρεβάτι, σεντόνια, κουβέρτες, μαξιλάρια, να πάρουμε το σάκο μας, όλα αυτά να τα βάλουμε στον ατομικό μας σάκο, στο λουκάνικο το λεγόμενο, θα τα βάλουμε εκεί πέρα μέσα όλα [00:15:00]αυτά, θα πάρουμε τα ατομικά σακίδια τα οποία είχε ο καθένας και κρέμονταν μπροστά στο κρεβάτι που είχαμε ο καθένας. Είχε τη μισή σκηνή, μισή σκηνή είχα εγώ, μισή σκηνή είχε ένας συνάδελφός μου, τις ενώναμε και κάναμε μια σκηνή και κοιμόμασταν δύο άτομα σε μια σκηνή. Έπρεπε δηλαδή να πάρω όλα εκείνα τα πασσαλάκια, ήτανε ένας συγκεκριμένος σάκος, ο οποίος ήτανε ασήκωτος μαζί με το λουκάνικο, το λεγόμενο λουκάνικο, που είχα όλα μου τα ρούχα μέσα, συν έπρεπε να πάρω και τις κουβέρτες, τα ‘παιρνες όλα αυτά, τα μάζευες, τα ‘παιρνες στον ώμο μαζί με το όπλο, το κράνος, τις μπαλάσκες, τις φυσιγγιοθήκες, πλήρη εξάρτυση, και πήγαινες μία απόσταση περίπου 600 μέτρα, περίπου 600 με 700 μέτρα, που ήταν ο όρχος. Ήτανε ένας ταξίαρχος, μας διοικούσε όλους εμάς. Και έπρεπε να περάσουμε όλη αυτή τη διαδρομή, φορτωμένος με όλα αυτά τα πράματα και εξίμισι, εφτά παρά, να κατεβαίνεις τώρα μια κατηφόρα και να πας τώρα μέσα στο άρμα, να τα τοποθετήσεις εκεί και να περιμένεις τη λήξη του συναγερμού. Γιατί είχαμε συνηθίσει τους συναγερμούς και νομίζαμε ότι κάθε φορά γίνεται αυτό το πράγμα έτσι, για να είμαστε σε μια ετοιμότητα. Και στο λόχο, φυσικά, εκεί στα άρματα μάς περίμεναν πάντα οι Διοικητές και χρονομετρούσαν την ώρα που θα κάνουμε, απ’ την ώρα που θα χτυπήσει ο συναγερμός, πόση ώρα κάναμε να φτάσουμε εκεί στο άρμα. Οι τελευταίοι που πηγαίναν πάντοτε ήτανε αυτοί που τρώγανε τις ποινές. Αν και αργούσαμε όλοι για να πάμε, έπρεπε να έχουμε συγκεκριμένη ώρα, απ’ την ώρα που θα χτυπήσει ο συναγερμός μέχρι την ώρα που θα φτάσουμε στο άρμα, είχε συγκεκριμένη ώρα. Δεν έπρεπε να αργήσουμε παραπάνω-παρακάτω, δηλαδή έπρεπε να κάνουμε ένα συγκεκριμένο. Εκεί μας περίμεναν οι Διοικητάδες μαζί με τον Ταξίαρχο και όσοι αργούσαν, τους παίρνανε τα ονόματα και πέφτανε οι καμπάνες βροχή.

Γ.Λ.:

Έλα ντε, όμως, που 26η Μαρτίου, εφόσον χτύπησε ο συναγερμός, τώρα εμείς λέμε: «Άντε πάλι απ’ τα ίδια, μια απ’ τα ίδια!», γιατί εφόσον πηγαίναμε εκεί τα πράγματα, όλα αυτά τα βάζαμε μες στο άρμα και ήμασταν έτοιμοι για να φύγουμε –βάζαμε κι εμπρός τα άρματα, υπόψιν– και ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε, περιμέναμε εμείς κάθε φορά να γίνει λήξη συναγερμού. Την τελευταία φορά, 26η Μαρτίου του ’87, πήγαμε εκεί στα άρματα με τα όλα τα πράγματα μας, περιμένουμε, περιμένουμε, ο Διοικητής να φωνάζει σαν τρελός: «Βάλτε τα όλα μπρος, βάλτε τα όλα μπρος!». Ήτανε κάποια τζιπάκια, τα οποία δεν παίρνανε μπρος, γιατί οι μπαταρίες, όταν ένα μηχάνημα το έχεις εκεί, κάνεις κάποια συντήρηση – κάθε Παρασκευή είχαμε συντήρηση, κάθε Παρασκευή. Κάθε φορά στην Παρασκευή, το βάζαμε μπρος για πολύ λίγη ώρα. Αυτές οι μπαταρίες, για να γεμίσουν, πρέπει να κάνεις βόλτα, να το πάρεις, να το κάνεις 2-3 χιλιόμετρα, 5 –ξέρω γω– την κάθε φορά, για να γεμίζει την μπαταρία. Όταν εμείς κάναμε μια συντήρηση την Παρασκευή και το βάζαμε μπρος την Παρασκευή για μισή ώρα, η μπαταρία δεν προλάβαινε να γεμίσει και είχαμε πολλά τζιπάκια και πολλά άρματα, τα οποία μείνανε… εκείνη την στιγμή δεν μπορέσαμε να τα βάλουμε μπρος. Κι όλο αυτό έγινε, γιατί κάθε φορά που γινότανε ο συναγερμός πηγαίναμε εκεί, τα βάζαμε μπρος, παίρνανε – ήταν και χειμώνας, Μάρτιος μήνας. Το καλοκαίρι η μπαταρία λειτουργεί, παίρνει πιο εύκολα, γιατί ήταν αυτά με πετρέλαιο και παίρναν εύκολα μπρος. Όταν είναι με βεντζίνα, δε χρειάζεται τόσο μεγάλη δύναμη, αλλά με πετρέλαιο το πετρέλαιο, επειδή θέλει δύναμη εκεί πέρα… τέλος πάντων. Ε, τα βάλαμε μπρος, πήραμε καλώδια και από άλλα τέτοια, τα βάλαμε μπρος όλα, ήμασταν δε τόσα λίγα άτομα εκεί πέρα, που το ’87, που ο στρατός ήτανε 21 μήνες, τα άρματα ήτανε, νομίζω, περισσότερα από μας. Εμείς δηλαδή σε κάθε άρμα πρέπει να ‘μασταν δύο άτομα, δύο άτομα το πολύ! Δύο, αν ήταν τρία άτομα σε κάθε άρμα μέσα, ήταν ευχής έργον. Στο δικό μου το συγκεκριμένο το άρμα ήμασταν δύο άτομα μόνο, εγώ και ένας άλλος συνάδερφος. Τέλος πάντων, με τα πολλά μάς λέει ο διοικητής ότι θα πάμε στο χώρο διασποράς, λέει. Το χώρο διασποράς τον ξέραμε, γιατί κάθε φορά κάποιες Παρασκευές πηγαίναμε εκεί πέρα, καθόμασταν λιγάκι, έτσι, μας κάνανε και μάθημα εκεί κι οπότε τον είχαμε μάθει το χώρο απ’ έξω και ανακατωτά, ξέραμε πού μπαίνει το κάθε άρμα. Λέει: «Θα πάμε στο χώρο διασποράς». Δε μας εξήγησε κανένας το λόγο του τι θα πάμε εκεί, τι γίνεται, υπάρχει επιστράτευση… Eμείς, με το νεαρό της ηλικίας τότες, ήμασταν 19 χρονών, πού να κάτσουμε να δούμε ειδήσεις στην τηλεόραση να μάθουμε! Δεν υπήρχε internet, δεν υπήρχε αυτό, [00:20:00]τηλεόραση ήτανε… Τότες τα κανάλια μόλις άρχισαν να ξεπετάγονται, ANT1, Mega, αυτά κι άρχισαν λίγο έτσι να κάνουν. Οπότε δεν είχαμε ενημέρωση. Το μεσημέρι νομίζαμε ότι θα γίνει μία άσκηση και θα γυρίσουμε πίσω. Το απογευματάκι, όμως, όταν άρχισε να σουρουπώνει, ήρθε ο Διοικητής… Εκτός απ’ τους οδηγούς που ήταν μέσα, εμένα με έστειλε σαν επικεφαλής με δύο μεγάλα Στάγιερ και ένα τζιπάκι... Εκεί συνειδητοποίησα ότι κάτι δεν πάει καλά, κάτι δεν… κάτι, κάτι. Αρχίσαμε να ρωτάμε ο ένας τον άλλο, κανένας δεν ήξερε τίποτα. Πήραμε τα Στάγιερ, πήγαμε μέσα εκεί, βρήκαμε την αποθήκη, τα κλειδιά, ανοίξαμε, μπήκαμε μέσα, άρχισε να σουρουπώνει… Μας είχανε πει ότι «Δε θα ανάψετε μέσα… Εδώ είναι αποθήκη πυρομαχικών, δε θα ανάψετε ούτε λάμπα ούτε φώτα ούτε τίποτα, τίποτα δε θα  ανάψετε μέσα!». Και αρχίσαμε να κουβαλάμε τις σφαίρες των 50 χιλιοστών, για τα 50άρια τα οποία είχαμε πάνω στο άρμα κ.τ.λ. Τέλος πάντων, τα μοιράσαμε, αφού τα μοιράσαμε και μετά, περί ώρα 10 το βράδυ, ο πατέρας μου… είχα την τύχη ο πατέρας μου να εργάζεται στο στρατό, σαν πολιτικό προσωπικό. Εγώ τα πράματα που είχα μέσα, τα ρούχα μου, οι πετσέτες μου, όλα αυτά που είχα μέσα στο σάκο, τον είχα αδειάσει το σάκο, δεν είχα τίποτα μαζί μου. Είχα τα ρούχα μόνο που φορούσα σαν φαντάρος που ήμουνα και τις ασκήσεις που έκανα, ζήτημα να είχα μέσα άλλα 2-3 ρούχα. Ήρθε η ώρα εκεί πέρα το βράδυ, 10 η ώρα το βράδυ. Εκείνη τη στιγμή λέω τον οδηγό: «Σταμάτα!». Βλέπω το αυτοκίνητο του μπαμπά μου, ένα κίτρινο αγροτικό, με τη μάνα μου μαζί, λέω: «Τι κάνετε;»,  λέει: «Φεύγετε», λέει, «πάνω στον Έβρο, θα γίνει πόλεμος», λέει. Λέω: «Τα ρούχα μου;», «Πάρε», μου λέει, «αυτά τα ρούχα», λέει, «εδώ πέρα, αυτά που σ’ έφερα», μου έδωσε και τότες, θυμάμαι, τι ήταν: 5.000, «Πάρε», μου λέει, «και 5.000 δραχμές και ο Θεός βοηθός», λέει, «Θα έρθουμε να σε βρούμε», λέει, «εκεί πάνω, όπου κι αν είσαι!». Λέω: «Τα ρούχα μου, στείλτε μου τα ρούχα μου!», λέω. Εμένα αυτό που μ’ ενδιέφερε ήταν τα ρούχα, τίποτ’ άλλο. Να προσθέσω, το μεσημέρι μας δώσανε όλη την ημέρα –πρωινό δε φάγαμε–, το μεσημέρι φτιάξανε ένα φαγητό εκεί πέρα και ο μάγειρας έβαλε τόσο αλάτι μέσα, που αυτό το φαγητό, αυτή η φασουλάδα δεν τρώγονταν με τίποτα, με τίποτα! Αφού όλοι την πετάξαμε, δηλαδή λίγο ψωμάκι φάγαμε, όσο ψωμί είχε δηλαδή, γιατί το στρατόπεδο είχε κλείσει εντελώς, δεν υπήρχε στρατόπεδο, εκεί μέσα στο στρατόπεδο δεν κυκλοφορούσε ψυχή, όλοι ήμασταν έξω εκεί πέρα, όλοι βρισκόμασταν έξω στο χώρο διασποράς, μέσα σε πυρένια –τα λέγαμε εμείς–, είναι κάτι φυτά «πυρένια» και κάτι δέντρα –τώρα δε θυμάμαι τι ήταν αυτά τα δέντρα–, κάτι καλάμια, κάτι αυτά και τα κόψαμε και σκεπάσαμε εμείς τα άρματα μαζί με ένα φιλέ που είχαμε, το οποίο δεν είναι ορατό απ’ τα εχθρικά αεροπλάνα, αφού σκεπάστηκε εντελώς κι εμείς κρυφτήκαμε μέσα, δε φαινόμασταν έξω καθόλου. Τέλος πάντων, την ώρα εκείνη που περνάμε απέναντι το δρόμο, μου λέει ο πατέρας μου: «Πάρε», μου λέει, «αυτά τα λεφτά, πάρε κι αυτά τα λίγα ρούχα και θα τα πούμε», λέει, «θα μάθω εγώ πού είσαι και θα σε στείλω τα ρούχα σου». Λέω: «Τι θα γίνει;», μου λέει: «Θα γίνει πόλεμος». «Πόλεμος;». «Με την Τουρκία», λέει, «δεν ξέρω τι», λέει. «Πω!», εγώ δεν ήξερα τίποτα μέχρι εκείνη την ώρα, λέω τον οδηγό: «Θα γίνει πόλεμος», «Σιγά, ρε», μου λέει, «μη γίνει πόλεμος!», λέει. «Ε, πού πάμε;», του λέω, μου λέει: «Πάμε για άσκηση, πάμε. Θα πάμε μια βόλτα και θα γυρίσουμε», λέει. «Ποιοί θα γυρίσουμε, ρε;», του λέω, «Εδώ ανεβάσαμε τόσα πυρομαχικά, τόσα αυτά, θα γυρίσουμε;». Τέλος πάντων, ξεκινάμε από την Ξάνθη, βγαίνουμε… Η πορεία μας προς την Αλεξανδρούπολη έγινε όλη μέσα από χωράφια. Έγινε μέσα από οδούς οι οποίοι δεν ήταν ορατοί από... επειδή στην Ξάνθη και στην Κομοτηνή υπήρχε το μουσουλμανικό στοιχείο, υπήρχαν πολλοί μουσουλμάνοι... Τέλος πάντων, αφού περάσαμε μέσα από τα χωράφια –η σκόνη ήτανε το κάτι άλλο!– φτάσαμε από τον πάνω δρόμο της λίμνης Βιστωνίδας, δηλαδή δεν πήγαμε απ’ την Εθνική Οδό, η Εθνική Οδός ήτανε από κάτω από το Πόρτο Λάγος. Εμείς δεν πήγαμε από το Πόρτο Λάγος, εμείς πήγαμε πάνω από τον Ίασμο, από κάτω… κάτω από τον Ίασμο, μέσα απ’ τα χωράφια, φτάσαμε Κομοτηνή. Κομοτηνή, όμως, δεν υπήρχε άλλος δρόμος να πάμε μέσα απ’ τα χωράφια και αναγκαστικά περάσαμε μέσα από την πόλη. Όταν περάσαμε μέσα από την πόλη, οι κάτοικοι βγήκαν με σημαίες έξω,[00:25:00] ήταν κάτι ανατριχιαστικό! Βγήκαν με σημαίες έξω και μας περίμεναν και την ώρα που περνούσαμε μέσα απ’ την Κομοτηνή αρχίζαν ψέλναν αυτοί, λέγανε εκεί πέρα οι άνθρωποι τον Εθνικό Ύμνο και κάνανε τόσο θόρυβο τα άρματα, που βλέπαμε το στόμα τους που λέγανε τον Εθνικό Ύμνο, δεξιά και αριστερά είχαν μαζευτεί αυτοί. Η αστυνομία προσπαθούσε να βάλει μια τάξη στους πολίτες, να μην πατήσουμε κάναν άνθρωπο… Φτάσαμε κοντά σε ένα μαγαζί, το οποίο είχε… ένα snack bar, να το πω; Πηγαίναμε εμείς σαν φαντάροι, επειδή ήμουν στην Κομοτηνή, στα ΛΥΒ, πηγαίναμε εκεί και τρώγαμε. Αυτός ο άνθρωπος έβγαλε έξω όλα του τα αναψυκτικά και μας πετούσε ένα-ένα άρμα: «Πόσα άτομα;», έλεγε «Άτομα;», έλεγε ο άλλος: «Δύο», πετούσε μέσα δύο πορτοκαλάδες, δύο γκαζόζες –τι ήθελε ο καθένας– και έφευγε. Σταματούσε, έπαιρνε τις γκαζόζες, έφευγε. Ο δε Διοικητής, που ήτανε εκεί, έλεγε: «Φύγετε, φύγετε!», φώναζε: «Φύγετε!», αλλά εμείς δε φεύγαμε, γιατί είχαμε διψάσει, η φασουλάδα ήτανε αλμυρή, πεινασμένοι κτλ. κτλ. Τέλος πάντων, φεύγουμε απ’ την Κομοτηνή μετά τους ανθρώπους εκεί, που βγήκανε με τις σημαίες και τον Εθνικό Ύμνο, και από κει και μετά, όμως, πήγαμε έξω απ’ την Κομοτηνή, βγήκαμε μέσα από βουνά, δεν πήγαμε καθόλου εθνικό δρόμο, μετά από κει κι ύστερα ήταν μια διαδρομή μέσα σε βουνά, πριν την Αλεξανδρούπολη, στη Μάκρη. Μετά τη Μάκρη, νύχτα, βέβαια, είχαμε κουραστεί τόσο πολύ, γιατί άλλο να πηγαίνεις με αυτοκίνητο και άλλο να πηγαίνεις με ένα άρμα. Ο Διοικητής σταματούσε ένα-ένα άρμα και είχε ένα παγούρι με νερό και μας έβρεχε όλους από πάνω μέχρι κάτω για να ξυπνήσουμε, γιατί κάποιοι κοιμόντουσαν στην διαδρομή και φεύγανε δεξιά-αριστερά, πάνω σε δέντρα, πάνω σε βράχους, πάνω σ’ αυτά. Είχαμε και τέτοια ατυχήματα, τα οποία ο άνθρωπος, για να μπορέσει να τα κάνει, είχε κατέβει ο ίδιος του –αυτός ο Διοικητής μου ήταν αλεξιπτωτιστής, ο οποίος είχε πέσει από αλεξίπτωτο, έσπασε και το πόδι του ο άνθρωπος, τέλος πάντων– και μας έριχνε νερό στα μούτρα για να ξυπνήσουμε, γιατί φτάσαμε γύρω στις 5:30 ώρα το πρωί, φτάσαμε πάνω στην... έξω απ’ την Αλεξανδρούπολη.

Γ.Λ.:

Εφόσον το κρύψαμε εκεί πέρα, τώρα μας λένε, μας λέει ο Διοικητής: «Δε θα κοιμηθεί κανείς, θα σκάψουμε και χαρακώματα». Έπρεπε να είμαστε έτοιμοι, γιατί πλέον δεν ξέρουμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα και τι θα γίνει. Εμείς κατάκοποι τώρα, όλη αυτήν την κούραση εκεί πέρα που τραβήξαμε, τι να κάνουμε; Αρχίσαμε να σκάβουμε, σκάψαμε τα χαρακώματα περίπου στο 1 μέτρο, ίσα-ίσα να χωράς να μπεις μέσα, και το φάρδος πρέπει να ήταν περίπου 40-50 πόντους. Τα ετοιμάσαμε, βάλαμε το χώμα μπροστά, ώστε να βάζεις το όπλο και να είσαι έτοιμος. Μέχρι εκείνη την ώρα δεν ξέραμε κανένας τίποτα. Μας εξήγησε ότι τα πράγματα με την Τουρκία πώς είναι: «Θα παραμείνουμε εδώ, θα έρθουν επίστρατοι. Τους επίστρατους», λέει, «δεν ξέρουν πολλά πράγματα για τα όπλα, θα πρέπει να τους εκπαιδεύσουμε στα όπλα: λύση, αρμολόγηση… Θα πρέπει να τους εκπαιδεύσουμε και λίγο εκεί πώς γίνονται οι βολές, θα τους μοιράσουμε και σφαίρες και πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι», λέει, «αυτοί θα ‘ρθούνε εντός ολίγων ωρών». Ίσα-ίσα που κοιμηθήκαμε, πήγαμε έξω να κοιμηθούμε, είχε τρομερή υγρασία, δεν μπορούσες να κοιμηθείς! Εγώ κοιμήθηκα μέσα στο άρμα, στον υπνόσακο που είχα για καλή μου τύχη, αλλά ήτανε όλα παγωμένα, ήτανε όλα σίδερα εκεί πέρα μέσα, δεν υπήρχε κάτι μέσα στο άρμα, ήτανε όλα σίδερα. Πόσο να κοιμηθείς; Να κοιμηθείς καμιά ώρα, 2 ώρες; Έτσι, ίσα-ίσα να ξεκουραστείς. Αφού κοιμηθήκαμε κάνα 2ωρο-3ωρο, πήγε 12 η ώρα το μεσημέρι, κάποιοι κρατούσαν σκοπιές. Και μετά, 12 και μισή μας δώσανε κάτι γαλέτες. Οι γαλέτες εκείνες μάς φάνηκαν λες και τρώγαμε χαβιάρι! Αν τρώγαμε χαβιάρι ή γαλέτα, θα έλεγα ότι η γαλέτα ήταν το πιο γλυκό πράγμα στον κόσμο, δηλαδή να είσαι νηστικός μια μέρα και παραπάνω και να τρως εκείνη τη γαλέτα, η οποία δεν κοβόταν με τίποτα! Ήταν λες κι έτρωγες πέτρες! Αλλά ήταν τόσο γλυκό, έτσι… απ’ την πείνα, το ‘νιωθες ότι ήταν… δε ξέρω, τι να πω! Αφού φάγαμε τις γαλέτες, λίγο να μας κοπεί η όρεξη –οι περισσότεροι δεν μπορούσαν να τις σπάσουν, δε σπάζανε, δεν έσπαγε με τίποτα!–, τέλος πάντων, η ώρα 2:00 μας ήρθε το φαγητό, με το φαγητό μαζί –ήτανε σε καλύτερη κατάσταση το φαγητό από το προηγούμενο που φάγαμε, τη φασουλάδα, βέβαια και εκείνο[00:30:00] δεν ήταν σταθερό φαγητό, ήταν σούπα, να πω, γιατί ήταν πιο εύκολο, φαίνεται, στο μαγείρεμα–, τέλος πάντων, φάγαμε εκεί πέρα, μας φέρανε και νερό λίγο, πλυθήκαμε, κάπως συνήλθαμε εκεί πέρα. Ήρθανε οι επίστρατοι. Με το που ήρθαν οι επίστρατοι εκεί πέρα, όλοι ήταν με πολιτικά, να φορέσουν τις στολές τους, λίγο να φανούν, εκεί άρχισε ένα δράμα, τώρα, με τους επίστρατους. Οι επίστρατοι ήταν αρνητικοί οι περισσότεροι, δε θέλανε έτσι… να κάτσουν ούτε λεπτό. Ο καθένας είχε την οικογένειά του, τα παιδιά του, την οικογένειά του, άρχισε η γρίνια: «Τι μ’ έφεραν εδώ! Εγώ έχω τα παιδιά μου, τη δουλειά μου…», το ένα, το άλλο… Δηλαδή υπήρχε ένα κλίμα δεν μπορούσες να συνεννοηθείς, ο Διοικητής έλεγε: «Πάρτε τους, βάλτε τους να κάνουν σκηνές, το βράδυ θα κοιμηθούν εδώ πέρα. Μη τυχόν φύγει κανείς!». Εγώ ήμουν και βαθμοφόρος, οι βαθμοφόροι ήμασταν λίγοι, είχαμε μια περισσότερη ευθύνη για όλα αυτά. Αυτοί είχανε μια άρνηση μέσα τους τρομερότατη, ήταν και μεγαλύτεροι από μας, εμείς ήμασταν 19 χρονών, αυτοί ήταν 40-45. Δεν μπορούσες, υπήρχε ένα χάσμα εκεί πέρα, δεν μπορούσες να βγάλεις άκρη, αλλά έπρεπε όμως να τους μάθεις κάποια πράγματα για τα οποία θα τους έσωζαν τη ζωή αργότερα. Έπρεπε να τους μάθεις την αρμολόγηση του όπλου, πώς λειτουργεί αυτό το όπλο, αν πάθει εμπλοκή, τι κάνει αυτό το όπλο… Ήταν κάποιες λεπτομέρειες που έπρεπε να τις κάνουμε. Τέλος πάντων, σε ένα μάθημα που τους έκανα, σε ένα απ’ τα πολλά μαθήματα που τους έκανα εγώ, αυτοί που παρακολουθούσαν απ’ τα περίπου εικοσπέντε άτομα το κάθε γκρουπ που ήταν, γιατί δεν μπορούσαμε να τους κάνουμε όλους μαζί, σε ένα μάθημα που τους έκανα αυτοί που παρακολουθούσαν πραγματικά πρέπει να ήταν δυο-τρεις. Οι άλλοι όλοι ήτανε αλλού, δηλαδή ήτανε οπουδήποτε αλλού εκτός απ’ το μάθημα.

Θ.Λ.:

Πόσες μέρες μείνατε εκεί;

Γ.Λ.:

Λοιπόν, εκεί μείναμε από τις 27 Μαρτίου, φύγαμε… περίπου 10 Μαΐου.

Θ.Λ.:

Και ήσασταν σε εκείνο το σημείο όλες αυτές τις μέρες;

Γ.Λ.:

Όλες αυτές τις μέρες…

Θ.Λ.:

Και στις ίδιες συνθήκες;

Γ.Λ.:

Στήσαμε σκηνάκια με συναδέλφους, κοιμόμασταν εκεί. Φυσικά, για να κάνουμε μπάνιο, το μπάνιο μας έγινε μετά τη… 10η μέρα, να πω; Κι εκείνο έγινε το μπάνιο, γιατί ένας ήρθε και μας έφερε εκεί πέρα, αγρότης, έβαλε τις σωλήνες και έβαζε μπρος το ηλεκτρομοτέρ του και η σωλήνα ήταν κάτι σαν καταρράκτης, το είχαμε βάλει έτσι ψηλά και από ψηλά έπεφτε το νερό και εμείς μπαίναμε από κάτω και κάναμε ένα μπάνιο υποτυπώδες, με παγωμένο νερό! Και φαντάσου ότι ήτανε Μάρτιος, Απρίλιος, το Πάσχα εκεί το βγάλαμε. Μόλις τελείωσε το Πάσχα, αρχίσαμε σιγά-σιγά σταδιακά να φεύγουμε. Εγώ δεν είχα ρούχα μαζί μου, τα ρούχα αυτά που είχα τα φορούσα τα ίδια και τα ίδια, μετά από 15 μέρες και μετά που ο πατέρας μου έκανε μεγάλες προσπάθειες μέσω του στρατού… Δεν αποκαλύπτονταν η θέση μας επ’ ουδενί. Οι μάνες μας, οι πατέρες μας δεν ξέρανε πού ήμασταν. Το μόνο που ξέρανε από μερικούς επίστρατους που παίρνανε τηλέφωνο και δίναμε τα τηλέφωνα να πάρουν και στο σπίτι μας, ξέρανε πού περίπου είμαστε, αλλά δεν μπορούσαν να μας βρουν. Εκεί δηλαδή δε μας έβρισκες με τίποτα. Συχνές περιπολίες στρατονομίας, ώστε να μη μας κλέψουν, μη χαθεί κανένα όπλο, υπήρχανε και οι επίστρατοι που ήρθαν, δεν ξέραμε και τι είναι ο καθένας, τα όπλα μας τα φυλούσαμε και δεν υπήρχαν οπλοβαστοί. Στο στρατό υπάρχουν ειδικές θύρες, οι οπλοβαστοί, που λέμε, οι οποίοι πας εκεί, αφήνεις το όπλο σου και το κλειδώνεις με κλειδαριά, σιδερένια πράγματα κτλ. Εκεί δεν υπήρχαν αυτά τα πράγματα, μπορούσαν να μας κλέψουν, μπορούσαν να μας κάνουν… η επικοινωνία δύσκολη. Και εκ των υστέρων, εφόσον έληξε το Σισμίκ, αυτό που έγινε με το Σισμίκ, όλη αυτή η ιστορία, εφόσον τελείωσε αυτή, εμάς μας κρατήσανε εκεί για το φόβο των Ιουδαίων, μήπως και ξαναγίνει κάτι παρόμοιο. Ορισμένα τάγματα, κάποια από το Κιλκίς, κάποια από τις Σέρρες, δηλαδή κάποια που πήγανε εκεί πέρα δε γυρίσανε ποτέ. Εγώ ήμουν τυχερός που ήμουνα στην Ξάνθη και το τάγμα μου επιτέλους γύρισε αρχές Μαΐου, γύρισε στην Ξάνθη. Όταν φτάσαμε στην Ξάνθη, αυτοί που φυλούσανε εκεί μπροστά στην είσοδο, πρέπει να ‘τανε… 5 άτομα; Μας περίμεναν εκεί και οι άνθρωποι χάρηκαν που γυρίσαμε και μας χαιρετούσαν έναν-έναν, ήταν πέντε άνθρωποι εκεί στην πύλη και μας χαιρετούσαν, δηλαδή όλα τα άρματα τα χαιρετούσαν έναν-έναν. Γιατί η σκοπιά που έμεινε να φυλάει το στρατόπεδο, γιατί το στρατόπεδο ήτανε αχανές εκεί στο Πετροχώρι, δεν μπορούσες να τα αφήσεις έτσι, μείναν 5-6 άτομα. Αυτοί οι 5-6 άτομα κοιμόντουσαν εκεί και εναλλάσσονταν σε βάρδιες, δεν έφευγαν στο σπίτι τους, δεν πήγαιναν πουθενά![00:35:00] Τρισχειρότερα κι αυτοί! Γιατί κι εμείς δεν παίρναμε, δεν είχαμε άδειες εξόδου, δεν πηγαίναμε πουθενά. Πού να φύγεις εκεί τώρα; Η Αλεξανδρούπολη ήταν σε μια απόσταση… 5-6 χιλιόμετρα; Και ήταν πολύ μακριά η Αλεξανδρούπολη για να πας με τα πόδια. Για να πας με τα πόδια δηλαδή ήτανε δράμα! Αυτό που πάθαμε ένα βράδυ που κοιμηθήκαμε εκεί, εγώ είχα το σκηνάκι μου με έναν συμπατριώτη μου από την Ξάνθη, ο οποίος ήταν περίπου… ήταν πιο παλιός από μένα κατά 15 χρόνια, ο Γιώργος, είχαμε το σκηνάκι μαζί, ήταν θηριώδης ο Γιώργος, αυτά… Του είπα να σκάψουμε γύρω-γύρω από το σκηνάκι ένα μικρό όρυγμα εκεί πέρα για το φόβο των Ιουδαίων, μη τυχόν βρέξει καμιά φορά… Ο Γιώργος μου ήτανε λίγο βαρετός, ήταν και λίγο χοντρούλης, είχε μερικά κιλά: «Άσ’ το, μωρέ», μου λέει, «τώρα!» –δεν ξέρω τι. Και ένα βράδυ έριξε έναν κατακλυσμό, μια βροχή ατελείωτη, δε σταματούσε με τίποτα και καθόμασταν εμείς, ήμασταν… τα σκηνάκια μας ήταν πάνω στην πλαγιά. Και αρχίσανε να παίρνουνε νερό ένα-ένα τα σκηνάκια, πήρε το πρώτο, το δεύτερο… Το νερό περνούσε μέσα απ’ το σκηνάκι, μέσα, δηλαδή έμπαινε από το μπροστινό μέρος και έβγαινε από μέσα και περνούσε απ’ έξω! Αν σκάβαμε από μπροστά ένα τρίγωνο, αν το σκάβαμε έτσι, ένα τρίγωνο γύρω-γύρω από το σκηνάκι, θα έφευγε απ’ τα πλάγια το νερό. Με αποτέλεσμα να βραχούν όλα τα ρούχα μας. Την άλλη μέρα σηκωθήκαμε όλοι μούσκεμα. Την άλλη μέρα σηκωθήκαμε, τα πράματά μας να τα βγάλουμε στον ήλιο να στεγνώσουν, να κάνουνε… Μέσα δεν μπορούσες να κάτσεις, γιατί ήταν όλα βρεγμένα. Οπότε ήρθαν κάποιοι, πήγαν σε κάποια χωριά εκεί πέρα και πήραν κάποιες μπάλες άχυρο, φέραν τις μπάλες άχυρο, τις πήραμε τις βάλαμε, βάλαμε μέσα στη σκηνή από κάτω άχυρο, να κάνουμε κάτι σαν μόνωση, να το πω, ήτανε ένα σχέδιο του Διοικητή αυτό, ένα κόλπο. Βάλαμε από κάτω το άχυρο και από πάνω βάλαμε τις κουβέρτες μας και πήγαμε να κοιμηθούμε. Το πρώτο βράδυ που κοιμηθήκαμε, εκείνες οι μπάλες είχανε μέσα ψείρες. Και όταν σηκωθήκαμε το πρωί, να ‘μαστε κατακόκκινοι σε χέρια, σε πόδια, σε μούτρα! Τώρα να σηκωθούμε και να λέμε ο ένας στον άλλο: «Τι έπαθες;», ο ένας λέει εμένα, ο άλλος τον άλλον και να ‘χουμε μια φαγούρα τρομερή! Εκείνα δηλαδή τα άχυρα μας κάνανε τη μεγαλύτερη ζημιά. Φύγαμε, πήγαμε όλοι στο γιατρό, ήρθε ο γιατρός, είδε εκεί πέρα και βγάλαμε το άχυρο, ξεστήσαμε, στην ουσία, από κει και φύγαμε, πήγαμε σε άλλο μέρος, αφήνοντας τα άχυρα, αφήνοντας την λάσπη… Η λάσπη δε, ήταν το κάτι άλλο: λάσπη στα παπούτσια, λάσπη στα ρούχα, λάσπη εκεί που κοιμόμασταν, λάσπη παντού!

Θ.Λ.:

Θυμάσαι όσο ήσουν εκεί πώς αισθανόσουν που ήσουν τόσο κοντά σε ένα ενδεχόμενο πολέμου;

Γ.Λ.:

Το νεαρό της ηλικίας δε μου επέτρεπε να σκεφτώ κάτι έτσι… με φοβικά σύνδρομα, δηλαδή να φοβηθώ, να κάνω, γιατί ήμουν 19 χρονών. Δεν είχε στο μυαλό μου, δεν περνούσε κάτι τέτοιο! Τώρα που είμαι 53, εάν τώρα μου πεις: «Φοβήθηκες;» κι αυτά, τώρα αυτή τη στιγμή έχω παιδιά, έχω οικογένεια, έχω αυτά, σίγουρα φοβάμαι και θα φοβόμουν πολύ, θα ήθελα δηλαδή να μη γίνει τίποτα!

Θ.Λ.:

Ωραία. Είναι κάτι άλλο το οποίο θέλεις να συμπληρώσεις;

Γ.Λ.:

Όχι, δε θα συμπληρώσω κάτι. Ίσως, αν δεν ήταν οι επίστρατοι αυτοί, νομίζω ότι ο Ελληνικός Στρατός είναι πολύ λίγος για παν ενδεχόμενο.

Θ.Λ.:

Ωραία. Ευχαριστώ!

Γ.Λ.:

Να ‘σαι καλά!