© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Η Ελένη του καταστήματος ενδυμάτων και υποδημάτων «Τοξότης» στα Κάτω Πατήσια

Κωδικός Ιστορίας
16303
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Ελένη Χατζηθεοδώρου (Ε.Χ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
05/07/2020
Ερευνητής/τρια
Ελευθερία-Φρειδερίκη (Έρικα) Καζάνη (Ε.Κ.)
Ε.Κ.:

[00:00:00]Καλησπέρα σας.

Ε.Χ.:

Καλησπέρα.

Ε.Κ.:

Θα μας πείτε το όνομά σας;

Ε.Χ.:

Ελένη Χατζηθεοδώρου ονομάζομαι.

Ε.Κ.:

Σήμερα λοιπόν είναι Δευτέρα 6 Ιουλίου του 2020, βρίσκομαι στη Ραφήνα Αττικής με την κυρία Ελένη Χατζηθεοδώρου, εγώ είμαι η Έρικα Καζάνη, ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε.

Ε.Χ.:

Ξεκινάμε, πολύ ωραία. Να πούμε τα εμπορικά μου, ότι από το ’77 είχα ανοίξει μαγαζί, τελείως συμπτωματικά με μεγάλα παπούτσια, μεγάλα ρούχα. Είχα σπουδάσει στη Σιβιτανίδειο διακοσμήτρια και το δεύτερο έτος της σχολής είχα ανοίξει εγώ σαν εργαστήριο, με τα πράγματα που σπούδαζα στη σχολή, δηλαδή στάμπα, ψηφιδωτό, βιτρό, χαρακτική. Επειδή ήμουν ένα άτομο δραστήριο, δεν μου έφτανε μόνο η Σιβιτανίδειος, αυτά που μάθαινα… μπατίκ, σταμπωτά, τα πάντα, τα πάντα είχα μάθει. Πήγα και στη ΧΕΝ και εκεί έμαθα πυρογραφία, να παίρνω το δέρμα και να το στολίζω με λουλούδια, με πουλιά, να το ζωγραφίζω. Και άρχισα να τα κάνω όλα στο χέρι. Άνοιγα μία-μία τρύπα, τα έραβα, έβαζα και μονογράμματα πάνω, κι έτσι, μετά απ’ αυτό, άνοιξα και το πρώτο μου μαγαζί, που ήτανε Ηπίτου 5, στην Πλάκα. Εκεί έφτιαχνα τα παπούτσια, τα οποία παπούτσια… με λέγανε τσαγκάρα. Είχα τα καλαπόδια και τα κάρφωνα μόνη μου. Και τελείως συμπτωματικά, έρχεται κάποιος, δεν μπορώ να θυμηθώ ποιος, και μας είπε για ένα εργοστάσιο που κάνει εξαγωγή, αλλά λέει: «Είναι πολύ μεγάλο εργοστάσιο και δεν ξέρω αν θα σας δώσει σημασία». Ήμουνα κι εγώ κοπελίτσα, 19μισι χρονών, έβαλα το εξώπλατό μου το φορεματάκι, κοντούλι, πάω εκεί, του είχαμε κλείσει ραντεβού, πάω εκεί, με το που ζητάω τον… Να πω το όνομα του κυρίου;

Ε.Κ.:

Ναι, ναι, ναι. 

Ε.Χ.:

…που ζητάω τον κύριο Παλιοκώστα, βγήκε ένας κοντούλης σαν κι εμένα, γιατί κι εγώ είμαι κοντούλα, «Γεια σου, Ελενάκι μου» και «Γεια σου, Ελενάκι μου». Και με βοήθησε αυτός ο άνθρωπος πάρα πολύ. Του πήγαινα τα φόντια, τα ψίδια, ας το πούμε έτσι, σε σαμπό, σε τσόκαρα, με ψηλό τακούνι, με πέντε πόντους τακούνι, και μου τα μοντάριζε αυτός. Ο οποίος έκανε εξαγωγή στη Γερμανία. Και φτιάχνοντας τα δικά μου τα παπούτσια, που τα έβαζα… Τότε ήτανε τρία περιοδικά, ήτανε το «Πάνθεον», η «Γυναίκα» και το «Τηλέραμα», κι έβαζα διαφήμιση εκεί και γινότανε ο κακός χαμός. Παίρνανε τα σαμπό, ασορτί με την τσάντα, με ζώνη, έκανα τσαντάκι με καθρεφτάκι και με τσατσαρούλα μέσα, πορτοφόλια, όλα ασορτί. Και εκεί που έκανε εξαγωγή στη Γερμανία με μεγάλα νούμερα, του είχανε μείνει κάποια παπούτσια που ήτανε εκπρόθεσμα και οι Γερμανοί, όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι πάρα πολύ τυπικοί. Όταν σου πούνε: «Σήμερα», είναι σήμερα. Και βγήκε εκπρόθεσμος ο άνθρωπος μετά από μία βδομάδα και του τα γυρίσανε πίσω τα παπούτσια. Και μου λέει: «Ελενάκι», Ελενάκι μ’ έλεγε, «δεν τα βάζεις στο μαγαζί σου, να κάνεις και καμία διαφήμιση;». Κι έβαλα στο μαγαζί τα παπούτσια. Ναι, έκανα διαφήμιση σ’ αυτά τα τρία περιοδικά… Ήμασταν τρεις άνθρωποι –ήτανε η μάνα μου, μία κοπέλα που είχα κι εγώ– και κλείναμε την πόρτα από τον κόσμο. Πώς είναι οι γιατροί, που περιμένουνε απ’ έξω οι πελάτες, ένα τέτοιο πράγμα. Και τα παίρνανε τα παπούτσια πέντε-πέντε, δέκα-δέκα, γιατί το ’77 που άνοιξα, δεν υπήρχανε μεγάλα παπούτσια τότε. Μετά από πολλά χρόνια ανοίξανε άλλα δύο μαγαζιά με μεγάλα παπούτσια, που είδαν ότι είχε δουλειά ο «Τοξότης» και σου λέει: «Κάτσε να της πάρουμε τη δουλειά». Πήγανε, βέβαια, οι πελάτες, γιατί ήτανε πολύ πιο φτηνά, γιατί δεν ήτανε καθόλου καλά ποιοτικά, ήτανε πλαστικά παπούτσια, μου λέγαν ότι πηγαίναν εκεί και μετά ξαναερχόντουσαν στο μαγαζί. Μετά είχανε βάλει κάτι άλλα μαγαζιά και ρούχα. Πηγαίνανε παίρνανε τα ρούχα, γιατί ήτανε πιο φτηνά από μένανε, σε μία βδομάδα τους τριβόντουσαν τα παντελόνια, σε μία βδομάδα τριβόντουσαν τα ρούχα στις μασχάλες, και μετά ξαναρχόντουσαν πάλι στον «Τοξότη». Γι’ αυτό ο «Τοξότης» ήτανε σαράντα ένα χρόνια μαγαζί.

Ε.Κ.:

Ο «Τοξότης» είναι το όνομα του μαγαζιού;

Ε.Χ.:

Το όνομα του μαγαζιού. Απ’ το ’77 μέχρι το 2018. Σαράντα ένα χρόνια.

Ε.Κ.:

Πάρα πολύ πρόσφατα.

Ε.Χ.:

Ναι, τώρα έκλεισα. Τώρα, δυόμισι χρόνια. Έχουνε περάσει πάρα πολλοί ηθοποιοί από το μαγαζί, Λαζόπουλος, Σεφερλής, Μητσικώστας. Ο Λαζόπουλος ήτανε τότε με το «Δέκα μικροί Μήτσοι» και του έδινα ρούχα, παπούτσια και το έγραφε στα γράμματα. Πάρα πολλοί ηθοποιοί, τώρα δεν μπορώ να τους θυμηθώ. Αλλά γενικά το μαγαζί είχε μία ιστορία. Πολύ καλή ιστορία. Δημιούργησα περιουσία από το μαγαζί, γιατί ήτανε χρυσές εποχές τότε. Οι τσάντες φεύγανε πέντε-πέντε, και μεγάλες τσάντες, τόσες, με φιλάγανε οι πελάτισσες, όλες ήτανε πάρα πολύ ευχαριστημένες. Μου άρεσε αυτή η δουλειά που έκανα. Μου άρεσε πάρα πολύ αυτή η δουλειά που έκανα. Και δεν είχα σχέση πελάτη με καταστηματάρχη. Είχα με όλους τους πελάτες φιλία αναπτύξει. Αφού ακόμα με παίρνουνε τηλέφωνο και μου λένε: «Γίνεται κάνα παπούτσι να μας φτιάξεις; Γίνεται, γίνεται; Πού θα βρούμε παπούτσια;» κτλ. Και αυτή ήτανε, με λίγα λόγια, η ιστορία του μαγαζιού. Κανένα παιδί δεν ήθελε ν’ ακολουθήσει, ούτε η κόρη μου ούτε ο γιος μου. Η κόρη σπούδασε Γεωλογία, ασχολήθηκε με τα πετρέλαια. Ο γιος σπούδασε γεωπόνος, ασχολήθηκε με τη μαγειρική. Οπότε, έκλεισε το μαγαζί μετά από σαράντα ένα χρόνια. Μία ιστορία, δηλαδή, που έκλεισε.

Ε.Κ.:

Για να ξεκινήσουμε απ’ το τέλος προς την αρχή, πώς βιώσατε εσείς το κλείσιμο, ας πούμε, αυτό το αίσιο κλείσιμο μίας ιστορίας;

Ε.Χ.:

Ε, λογικά στεναχωρέθηκα. Αλλά οι συνθήκες της ζωής τέτοιες. Τι να κάνουμε; Και η ζωή συνεχίζεται. Γύρισα μία σελίδα, έκλεισα δηλαδή ένα βιβλίο και ξεκίνησα μία άλλη σελίδα, πήγα στην κόρη μου στο εξωτερικό, απέκτησα εγγονάκι, τώρα είμαι πιο ελεύθερη να κάνω ό,τι θέλω, ό,τι μ’ ευχαριστεί. Δεν έχω την πίεση, γιατί ήμουνα πάρα πολλές ώρες, ήμουνα από το πρωί μέχρι το βράδυ, και τα Σάββατα. Και μερικές φορές, τότε ήτανε ορισμένες Κυριακές ανοιχτά τα μαγαζιά, ήμουνα κι εκεί. Τα παιδιά μου τα μεγάλωσα μέσα στο μαγαζί. Ναι, εντάξει, αλλά όλα περάσανε και είναι μία ανάμνηση όλ’ αυτό. Τώρα είμαι ελεύθερη, πηγαίνω για… προ κορονοϊού πήγαινα για καφέ, γιατί τώρα δεν πάμε ούτε για καφέ, καθόμαστε σπίτι μας. Αλλά γενικά, εντάξει, απ’ τη ζωή μου έμεινα ευχαριστημένη, έκανα αυτό που ήθελα, το όνειρό μου. Μου άρεσε το εμπόριο.

Ε.Κ.:

Πώς επιλέξατε να ασχοληθείτε με αυτό, γιατί είπατε ότι κάνατε πολύ νωρίς μία επιλογή, δηλαδή ήδη ήσασταν στη Σιβιτανίδειο μόλις έναν χρόνο;

Ε.Χ.:

Ναι, ήμουνα παιδάκι ακόμα, ήμουνα… 17,5 τέλειωσα το Γυμνάσιο, το τότε Γυμνάσιο, γιατί μετά έγινε Λύκειο. 17,5, 18,5 πήγα Σιβιτανίδειο, ήτανε δύο χρόνια η Σιβιτανίδειος και στη δεύτερη χρονιά είχα ανοίξει μαγαζί και… μ’ αυτά τα πράγματα που σου είπα που έφτιαχνα, στην Πλάκα εκεί. Μετά πήγα στα Κάτω Πατήσια, γιατί το σπίτι το πατρικό μου ήτανε μονοκατοικία και είχε κάτω υπόγειο κι από κει ξεκίνησα. Μετά μου είχε πάρει ο πατέρας μου πάλι εκεί, Ναυάρχου Βότση, ένα ακίνητο, το οποίο έγινε το μαγαζί το ιστορικό ο «Τοξότης». Και εκεί τελείωσαν όλα, ας πούμε, μετά από σαράντα ένα χρόνια. Κι αυτό είναι πάρα πολύ βασικό που θα πω τώρα, ότι για να κρατηθεί ένα μαγαζί σαράντα ένα χρόνια, πάει να πει ότι ήμουνα και τίμια και είχα καλή ποιότητα, και στα παπούτσια και στα ρούχα, είχα συνέπεια στον λόγο μου. Όταν έλεγα: «Παρασκευή η παραγγελία», θα ήτανε Παρασκευή η παραγγελία, τους έκανα όλα τα χατίρια. Δηλαδή η άλλη ήθελε τακούνι δεκαπέντε πόντους, άλλη ήθελε πλακάκι, η μία είχε γάμπα εξήντα πόντους centimetres, άλλη είχε τριάντα πόντους centimetres… Τους έκανα και μπότες ανάλογα με τη γάμπα, ανάλογα με το κουντεπιέ, ανάλογα με τον αστράγαλο. Αυτά δεν ήταν εύκολα, να τα κάνει ο κάθε ένας. Πας στα μαγαζιά, σου λένε… το άψυχο το μαγαζί, εκεί κοιτάς μόνος σου, τα παίρνεις μόνος σου, self service κτλ. Ενώ εγώ ήμουνα απίκο στην πελάτισσα, να την εξυπηρετήσω, να της βγάλω και δεκαπέντε ζευγάρια παπούτσια, να διαλέξει, ας πούμε, τα δύο, τα τρία. Ήμουνα πάρα πολλές ώρες όρθια, πάρα πολλές ώρες, αλλά τους έκανα τα κέφια. Αφού και ο… Να το πω;

Ε.Κ.:

Ναι, ναι.

Ε.Χ.:

Ναι, και ο πατέρας σου, του είχε κάνει εντύπωση αυτό το πράγμα. Μου λέει: «Κυρία Ελένη, αυτό το δικό σας δεν το ’χω ξαναδεί», φεύγανε οι πελάτισσες, με πληρώνανε και με φιλάγανε κι από πάνω. Μου λέει: «Αυτό μόνο σ’ εσάς το ’χω ξαναδεί». Και μου το ’χε πει ο πατέρας σου πολλές φορές. Πολλές φορές μου το ’χε πει.

Ε.Κ.:

Πρέπει να ήσασταν[00:10:00] πάρα πολύ αγαπημένη στο…

Ε.Χ.:

Στον χώρο, στον χώρο, πάρα πολύ, πάρα πολύ. Μετά, σου λέω, ήμουνα η πρώτη στον χώρο μ’ αυτά τα νούμερα.

Ε.Κ.:

Θέλετε να μας πείτε παραπάνω γι’ αυτό, για τα μεγάλα νούμερα που αναφέρατε; Δηλαδή νούμερα, πάνω από ποιο νούμερο μιλάμε;

Ε.Χ.:

Α, ναι, δεν το είπαμε κι αυτό, ναι. Γυναικεία παπούτσια από 42 μέχρι 45 και αντρικά παπούτσια από 47 μέχρι 53. Είχε έρθει σε μένα όλο το μπάσκετ, όλο το βόλεϊ, και από άντρες και από γυναίκες. Κι όχι μόνο ψηλοί αδύνατοι… και εύσωμοι. Γιατί είχα και αντρικά ρούχα και γυναικεία ρούχα μεγάλα μεγέθη. Κι όταν λέω μεγάλα μεγέθη, και δύο μέτρα περιφέρεια. Μιλάμε για τεράστια ρούχα. Και βρίσκανε τα πάντα, βρίσκανε μπλούζες, βρίσκανε μπουφάν, τους είχα καλσόν, τους είχα εσώρουχα, τους είχα μαγιό, τους είχα τα πάντα, τα πάντα. Δηλαδή θα ερχόντουσαν στο μαγαζί, θα ψωνίζανε από παπούτσια μέχρι και εσώρουχα, μέχρι και νυχτικά, μέχρι και ρόμπες, μέχρι μπουρνούζια… Τα πάντα, τα πάντα, τα πάντα. Αλλά ήτανε όλες οι πελάτισσες και οι πελάτες ευχαριστημένοι. Έστελνα και στην επαρχία, σ’ όλη την Ελλάδα αντικαταβολή, παπούτσια, τι θέλανε κτλ. Ναι, γενικά μου άρεσε αυτό που έκανα. Πάρα πολύ μου άρεσε.

Ε.Κ.:

Έτσι ακούγεται. Και είναι πολύ σημαντικό να μας αρέσει αυτό που κάνουμε, διότι διαφορετικά είναι πολύ δυσβάσταχτο.

Ε.Χ.:

Είχα κάνει και εκθέσεις, γιατί κάποιο διάστημα ζωγράφιζα, έκανα χαλκογραφίες, έκανα βιτρό. Και είχα κάνει έκθεση στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, είχα κάνει σε γκαλερί… Ναι, ήμουνα και καλλιτέχνης, γιατί επειδή τα ’φτιαχνα εγώ, έφτιαχνα και πήγαινα και σε εκθέσεις. Είχα και ψευδώνυμο στους πίνακες, Λένα Χατζή. Είχα κάνει και ψευδώνυμο!

Ε.Κ.:

Γιατί κάνατε ψευδώνυμο; 

Ε.Χ.:

Ε, γιατί ήτανε μεγάλο το Χατζηθεοδώρου και γι’ αυτό τον λόγο το έκανα. Τώρα να γράφεις πάνω σε πίνακα «Ελένη Χατζηθεοδώρου»; Ενώ «Λένα Χατζή», μπαμ μπαμ το έκανες, έκανες και μία τζιφρούλα από κάτω… Κι έχω κάνει ελαιογραφίες, έχω κάνει ψηφιδωτά. Έχω κάνει στην Αμάλθεια. Ήτανε μία ταβέρνα τότε πάρα πολύ της αριστοκρατίας, στην Κηφισιά. Και είχα κάνει έναν πίνακα 2 επί 2, 3 επί 3, δεν θυμάμαι, ένα τεράστιο πράγμα, και τον είχε μεταφέρει φορτηγάκι μικρό. Και είχα καβαλήσει κι εγώ το φορτηγάκι για να πάω να δω πού θα βάζανε τον πίνακα, να δω πώς τον βάλανε κτλ., και πρέπει ο πίνακας αυτός ακόμα να υπάρχει. Ναι, είχα κάνει… Σε σπίτια παίρνανε τους πίνακές μου, χαλκογραφίες έκανα πάρα πολλές, αμπαζούρ υφασμάτινα με χαλκογραφίες, αμπαζούρ που έπαιρνα πάπυρο και τον ζωγράφιζα ή έκανα διάφορα σχέδια με τρυπούλες κι έβγαινε το φως από μέσα. Έχω κάνει πάρα πολλά στη ζωή μου, πάρα πολλά. Τώρα τελευταία, επειδή μ’ αρέσει η καλλιτεχνία, είχα ασχοληθεί με σκουλαρίκια, με μπιζού, με μπρελόκ, με διάφορα κτλ., και τα πούλαγα κάτω στο ξενοδοχείο που έχουμε στο Μεγανήσι.

Ε.Κ.:

Κατάγεστε από εκεί;

Ε.Χ.:

Όχι, είναι ο άντρας μου από κει, αλλά κι αυτό το δημιούργησα με τη δουλειά μου. Είχε ο άντρας μου το οικόπεδο και το δημιούργησα με τη δουλειά μου, γιατί ήμουνα άνθρωπος του να χτίζω. Βέβαια, τώρα όλα αυτά τα πληρώνουμε, τα τούβλα, αλλά τι να κάνουμε; Δεν μπορούμε να τα γκρεμίσουμε. Το θέμα είναι εσείς τα παιδιά, αν μπορέσετε, να τα συντηρήσετε. Αυτό είναι το θέμα. Εμείς κάναμε, κάναμε, κάναμε, τώρα έχουν έρθει δύσκολες εποχές, ειδικά για σας τα παιδιά, κι αυτό είναι: ή τα συντηρείτε ή τα πουλάτε. Διαλέγετε και παίρνετε, που είπα και στα παιδιά μου. «Εγώ», τους λέω, «μέχρι τώρα μπόρεσα, τα έφτιαξα, τα συντήρησα. Από δω και πέρα αναλαμβάνετε εσείς. Εγώ μια σύνταξη έχω, δεν μπορώ να προσφέρω κάτι και τελείωσα». Ναι.

Ε.Κ.:

Άρα, ήταν πολύ διαφορετικές οι εποχές όταν εσείς ξεκινήσατε να ασχολείστε.

Ε.Χ.:

Πολύ διαφορετικές εποχές, πολύ διαφορετικές εποχές. Ωραίες εποχές. Χρυσές εποχές! Χρυσές εποχές. Γιατί δεν υπήρχε τότε κανένα κατάστημα, που σου είπα και πριν, να πουλάει μεγάλα νούμερα και τότε ήτανε τα τρία αυτά περιοδικά, και τα ’παιρνε ο κόσμος, γιατί δεν είχε και άλλα περιοδικά. Δεν υπήρχε τότε το ίντερνετ, δεν υπήρχαν αυτά τα πράγματα, οπότε παίρναν το περιοδικό να χαζέψουνε, βλέπανε και την αγγελία που έβαζα κάθε τόσο κι έτσι ξεκίνησα στον χώρο του παπουτσιού. Κι ακόμα και σήμερα, σου λέω, οι πελάτισσες με ψάχνουνε: «Τι έγινε; Είμαστε», λέει, «έξω απ’ το μαγαζί, είσαστε μέσα; Είναι κλειστά; Είναι ανοιχτά; Πού είσαστε;». Ναι, ακόμα στο ψάξιμο μ’ έχουνε. «Και τι θα κάνουμε εμείς με παπούτσια;». «Ε», λέω, «θα βρείτε, κάπου αλλού θα βρείτε».

Ε.Κ.:

Ιστορικό μαγαζί.

Ε.Χ.:

Ναι, ναι, ναι. Έχει, σου λέω, μεγάλη ιστορία αυτό το μαγαζί. Αφού πουλήθηκε και οι άνθρωποι που το πήρανε μου λένε: «Αμάν, κυρία Ελένη, κάθε μέρα», λέει, «μας χτυπάνε το κουδούνι», εδώ και δυόμισι χρόνια που το ’χω κλείσει. «Ε», λέω, «σας το ’πα ότι πήρατε ένα ιστορικό μαγαζί». Βάλε απ’ το ’77, ολόκληρη ζωή εκεί πέρα. Και ήμουνα γέννημα θρέμμα εγώ στα Κάτω Πατήσια, οπότε έχει την ιστορία του.

Ε.Κ.:

Πολύς κόσμος πέρασε από το μαγαζί.

Ε.Χ.:

Πάρα πολύς κόσμος, θέατρα πάρα πολλά. Στην τηλεόραση πάρα πολλά σίριαλ, πάρα πολλά. Στον κινηματογράφο. Πάρα πολλοί ηθοποιοί, πάρα πολλοί.

Ε.Κ.:

Θυμάστε έτσι κάποιον αγαπημένο σας;

Ε.Χ.:

Ο Λαζόπουλος, ο Σεφερλής, Μητσικώστας, ο Τσαρούχας είχε περάσει. Είχα και τους τραβεστί, οφείλω να πω, οι οποίοι ερχόντουσαν κι αυτοί και παίρνανε παπούτσια. Είχα και τον πρόεδρο των τραβεστί, τη λεγόμενη Αλόμα, η οποία ερχότανε στάνταρ και της είχα πάντα παπούτσι, γιατί φόραγε μία στάνταρ γόβα με στάνταρ τακούνι. Μετά είχα μία κοπέλα τραβεστί και τη μια μου ζήταγε χαμηλό παπούτσι, την άλλη μου μέτριο τακούνι, την άλλη ψηλό τακούνι, μετά πάλι χαμηλό, μετά… Δεν είχε στάνταρ ένα τακούνι. Όλες που ερχόντουσαν, πελάτισσες, τραβεστί κτλ., είχαν ένα στάνταρ τακούνι. Της λέω: «Βρε Μαρία μου, να σε ρωτήσω κάτι; Γιατί μου ζητάς πότε χαμηλό, πότε ψηλό, πότε ντεμί, πότε…;». Μου λέει: «Είναι ανάλογα με τον γκόμενο που έχω». Ανάλογα με τον γκόμενο που έχει, παίρνει και το ανάλογο τακούνι! Ναι. «Τ’ ακούσαμε», λέω, «κι αυτό». Μα μου ’χε κάνει εντύπωση, γιατί ήξερα όλες οι πελάτισσες, στάνταρ, ερχόντουσαν και μου ζητάγανε, ξέρω γω, τρεις πόντους τακούνι ή φλατ ή οχτώ πόντους τακούνι. Ήξερα κάθε πελάτισσα τι τακούνι ήθελε. Αλλά αυτή κάθε φορά ερχότανε, διαφορετικό. Οπότε μου ’δωσε αυτή την ωραία απάντηση.

Ε.Κ.:

Πολύ ωραία απάντηση, πράγματι. Εξηγεί, μπορεί, και καταναλωτικές συνήθειες.

Ε.Χ.:

Ναι, ναι, ναι, ναι, ναι. Αλλά ήτανε… ο άντρας μου την έλεγε: «Η δασκαλίτσα», με γυαλάκι, σεμνή, ωραία ντυμένη, όμορφη, «Η δασκαλίτσα, ήρθε η δασκαλίτσα». Ναι. Τώρα ήτανε η πρώτη που είχε έρθει, δεν… δεν μπορώ να τη θυμηθώ, η πρώτη τραβεστί και μου ’πε: «Ελένη, είσαι πολύ καλό παιδί», γιατί, σου είπα, ήμουνα 18,5 χρονών τότε, «θα σου φέρω», μου λέει, «όλη τη Συγγρού». Και πράγματι μου ’φερε όλη τη Συγγρού κι αγοράζανε παπούτσια, γιατί τα φέρνανε τότε από το εξωτερικό και τους στοιχίζανε μια περιουσία. Και μόλις με μάθανε εμένα, ερχόντουσαν όλοι, σωρηδόν. Εν τω μεταξύ, ήτανε και άντρες και τα στραβοπατάγανε τα παπούτσια, είχανε άλλο βηματισμό, άλλο πόδι, πιο χοντροκομμένο από τις γυναίκες, και τα χαλάγανε τακτικά τα παπούτσια κι ερχόντουσαν τακτικά και παίρνανε, αλλά υπήρχανε και δουλειές τότε. Τώρα, με όλες τις αρρώστιες, με το AIDS, με το ’να, με τ’ άλλο, είχε κόψει η δουλειά τους και σ’ αυτούς. 

Ε.Κ.:

Βέβαια. Και στηρίξατε και μία ομάδα ατόμων σε μία εποχή που τα στερεότυπα, φαντάζομαι, οι προκαταλήψεις ήταν πολύ έντονες.

Ε.Χ.:

Βέβαια, βεβαία, βέβαια. Ενώ ερχόντουσαν σε μένα, ερχόντουσαν σε μένα και μου λέγανε: «Γεια σου, Ελένη, γεια σου, αγάπη μου», μ’ αγκαλιάζανε, με φιλάγανε, δηλαδή είχα άλλη οικειότητα και με αυτούς, οι οποίοι κι αυτοί είναι άνθρωποι εννοείται, και με όλο τον κόσμο. Με βλέπανε όλοι σαν φίλη, όχι σαν να έρθουνε σ’ ένα μαγαζί να ψωνίσουνε και να φύγουνε. Ναι, ήταν οικογενειακό το μαγαζί, γιατί ήτανε ψηλές οι πελάτισσες, είχανε ψηλούς άντρες, μετά βγαίνανε και τα παιδιά τους ψηλά. Τους έκανα παπούτσια για τον γάμο άσπρα, που θέλανε, πέδιλα, γόβες, οτιδήποτε. Και μετά ερχόντουσαν και τα παιδιά τους κι έβλεπες από δεκατριών, δεκατεσσάρων ετών και φοράγανε 43, 44, 45. Οπότε, ήτανε οικογενειακό το μαγαζί, ερχότανε η οικογένεια ολόκληρη. Είχα τη Λιάνη, τη μαμά της Δήμητρας, που μ’ αγάπαγε κι αυτή πάρα πολύ κι έπαιρνε παπούτσια. Φόραγε 44 νούμερο και ερχότανε με σοφέρ, πάντα μου ’φερνε γλυκό και πάντα μπαίνανε μέσα, ξέρεις, οι μπράβοι,[00:20:00] να δούνε το μαγαζί και αν είναι κανένας μέσα κι αυτά, και μετά έμπαινε η Λιάνη να πάρει παπούτσια. Ναι, είχα προσωπικότητες. Κι από τη Βουλή είχα βουλευτίνες, που ήτανε ψηλές, αδύνατες αυτές, μεγάλα παπούτσια. Τη Μάρω Κοντού, που φόραγε κι αυτή 42 νούμερο παπούτσι. Είχα πολλές προσωπικότητες, πάρα πολλές.

Ε.Κ.:

Πολύ ιστορικό μαγαζί.

Ε.Χ.:

Ναι, ναι, ναι. Και έχω φωτογραφίες με όλα αυτά τα άτομα. Έχω φωτογραφίες. Και οι καθρέφτες που είχα μέσα στο μαγαζί, ήτανε ντυμένοι όλοι οι καθρέφτες με φωτογραφίες.

Ε.Κ.:

Το θυμάμαι το μαγαζί σας, είχα έρθει μία φορά…

Ε.Χ.:

Είχες έρθει, είχες έρθει. Είχες φέρει κάτι παπούτσια.

Ε.Κ.:

Ναι, μικρότερη. Και μου άρεσε πάρα πολύ και η διακόσμησή του. Εσείς πώς την επιλέγατε, πώς αντιλαμβανόσασταν έτσι τον χώρο, πώς αποφασίζατε, ας πούμε, τη διάταξή του;

Ε.Χ.:

Η διάταξη δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο. Ήταν ένα σπίτι παλιό, που το πουλάγανε οι άνθρωποι γύρω στα δέκα χρόνια εκεί, στα Κάτω Πατήσια. Και το πουλάγανε ακριβά για την εποχή του και μου το πήρε ο πατέρας μου. Και ρίξαμε τους δύο τοίχους τους μέσα, γιατί ήτανε δωμάτιο αριστερά, δωμάτιο δεξιά, και κάναμε το ένα δωμάτιο, αριστερά όπως έμπαινες, με τα παπούτσια και δεξιά ήτανε το σαλόνι με τα ρούχα. Είχα δοκιμαστήρια μέσα, είχα βιτρίνες, είχα τα ρούχα κρεμασμένα κτλ. Και, εντάξει, ήτανε στο γούστο μου η διάταξη. Και ήτανε σαν σπίτι, δηλαδή δεν θύμιζε καθόλου ότι ήτανε μαγαζί, κι αυτό ήτανε που τους άρεσε. Μπαίνανε σ’ έναν χώρο οικείο, ξέρανε ότι θα με βρουν εμένα. Αφού πήγαινα τουαλέτα κι εκείνη την ώρα τύχαινε να μπει πελάτισσα, ήταν ο άντρας μου στο γραφείο, καθότανε: «Πού είναι η Ελένη;», «Πού ’ναι η Ελένη;», η ψυχή του μαγαζιού ήμουνα εγώ: «Πού ’ναι η Ελένη;». «Αμάν», λέω, «από μέσα μου, ούτε τουαλέτα δεν μπορούμε να πάμε». Ναι, εντάξει, ωραίες εποχές, όλα ήταν ωραία. Ε, μετά άρχισε η Κρίση κι άρχισε να κόβει η δουλειά, μπορεί να πέρναγε μέρα και να μην έμπαινε κανένας πελάτης. Ήτανε δύσκολα μετά.

Ε.Κ.:

Πώς αισθανθήκατε όταν είδατε αυτή την αλλαγή;

Ε.Χ.:

Χάλια! Χάλια. Γιατί μαθαίνεις σ’ έναν άλλο τρόπο ζωής, έχεις αναλάβει κάποιες υποχρεώσεις, κάποια… δεν ξέρω, τα διάφορα που αναλαμβάνουμε, και μετά έπρεπε κάποια στιγμή, όταν δεν δούλευε πια το μαγαζί, να κλείσει. Γιατί κι εγώ είχα μεγαλώσει, οπότε δε… Κάπου είχα βαρεθεί, κάπου είχα κουραστεί, γιατί ήτανε σαράντα ένα χρόνια και ήμουνα από το πρωί μέχρι το βράδυ στο μαγαζί. Έτρωγα στο πόδι, σαν το ζώον που λέει. Κι αν έτρωγα λίγο, χτύπαγε και το κουδούνι, γιατί έκλεινα την πόρτα, χτυπάγανε το κουδούνι, να μπούνε μέσα να ψωνίσουνε. Ε, μετά έκοψε η δουλειά, εντάξει. Ε, μετά, λέω: «Καιρός για σύνταξη». Για βάλε απ’ το ’77. Πόσες δεκαετίες; Πόσες δεκαετίες μέσα σε τέσσερις τοίχους. Διακοπές δεν είχα, να πω ότι κλείνω το μαγαζί και πάω κάπου. Γιατί έκλεινα το μαγαζί και πήγαινα στην άλλη δουλειά, κάτω στο νησί, που σου είπα που έχουμε δωμάτια ενοικιαζόμενα. Οπότε, κι εκεί δούλευα. Άντε το σίδερο, άντε το πότισμα, άντε το μαγείρεμα, γιατί έπρεπε να μαγειρέψω για την οικογένεια. Εντάξει, τέλος πάντων, είμαι γερή, είμαι καλά κι αυτό παίζει μεγάλο ρόλο, μεγάλη σημασία.

Ε.Κ.:

Και έτσι να συνεχίσετε.

Ε.Χ.:

Να ’σαι καλά, να ’σαι καλά.

Ε.Κ.:

Ήταν δύσκολο να μεγαλώσετε τα παιδιά σας μέσα σε αυτές τις συνθήκες τις εντατικές;

Ε.Χ.:

Όχι, δεν ήτανε δύσκολο, γιατί τα είχα τα παιδιά μέσα στο μαγαζί, οπότε τα παρακολουθούσα τα παιδιά. Ναι, δεν ήτανε δύσκολο. Βέβαια, κάποιες στιγμές, ήτανε η κόρη μου μωράκι κι έπρεπε να εξυπηρετήσω τρεις, τέσσερις πελάτισσες συγχρόνως, και την κράταγα αγκαλιά, τώρα τι να την κάνω, την έβαζα στη στράτα, έτρωγε και μερικές τούμπες. Μου λέγανε πελάτισσες: «Ελένη, φέρ’ τη να την κρατήσουμε εμείς, εξυπηρέτησε τις πελάτισσες τις άλλες που βιάζονται, εγώ δεν βιάζομαι». Ναι, εντάξει, δεν ήτανε κι εύκολο, αλλά δεν ήτανε και το δύσκολο, που αφήνεις τα παιδιά σου και δεν μπορείς να τα παρακολουθήσεις, γιατί δουλεύουν οι κοπέλες σε γραφείο, σε υπηρεσίες διάφορες κτλ. Αλλά εγώ τα είχα ευτυχώς κοντά μου τα παιδιά μου. Μετά πήγαινα τα ’παιρνα από το σχολείο, τρώγανε, διαβάζανε, τα πήγαινα φροντιστήριο. Μεγαλώσανε κι όλα καλά. Τώρα είμαι και γιαγιά, από την κόρη.

Ε.Κ.:

Να σας ζήσουνε.

Ε.Χ.:

Τώρα κλείνει η εγγονή, τον Σεπτέμβρη, τα 2, οπότε θα την έχω εδώ και θ’ αλωνίζει.

Ε.Κ.:

Με το καλό.

Ε.Χ.:

Να ’σαι καλά, να ’σαι καλά, αγάπη μου, κι εσύ. Καλή πρόοδο να ’χεις στη ζωή σου κι εσύ.

Ε.Κ.:

Ευχαριστώ πολύ. Βοήθεια είχατε ποτέ από γονείς, από…; Στο μεγάλωμα των παιδιών εννοώ.

Ε.Χ.:

Όχι, όχι, καμία.

Ε.Κ.:

Καμία.

Ε.Χ.:

Καμία, καμία.

Ε.Κ.:

Και επειδή ήσασταν και γυναίκα σ’ έναν χώρο που νομίζω…

Ε.Χ.:

Αντρικός.

Ε.Κ.:

Αντρικός.

Ε.Χ.:

Αντρικός!

Ε.Κ.:

Επιβιώσατε; Νιώσατε ποτέ ότι δυσκολεύεστε;

Ε.Χ.:

Όχι, όχι, ποτέ, γιατί ήμουνα πάρα πολύ καλή… Πλήρωνα αμέσως, οπότε και δουλειά να είχανε, κοιτάζανε εμένανε, γιατί ξέρανε ότι θα τα πάρουνε μετρητά τα λεφτά. Πάρα πολύ παλιά ήτανε οι επιταγές, που δίναμε επιταγές τότε. Ήτανε για είκοσι μέρες, για έναν μήνα. Ξέραν ότι θα πάρουνε τις επιταγές τους, τα λεφτά τους. Ήμουνα πάρα πολύ τυπική στο θέμα το χρηματικό, πάρα πολύ. Γι’ αυτό τον λόγο, όπως είπα και πριν, κρατήθηκε το μαγαζί σαράντα ένα χρόνια. Γιατί αν είσαι απατεώνας… Ο κλέφτης, λέει, κι ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται. Οπότε, πρέπει να ’σαι εντάξει στον χώρο αυτόν.

Ε.Κ.:

Πολύ σημαντικό.

Ε.Χ.:

Αλλά σήμερα… Σήμερα; Γενικά τώρα, αυτές τις εποχές, έχουμε γεμίσει με απατεώνες. Έχουμε γεμίσει και θέλει πάρα πολλή προσοχή από σας τα νέα παιδιά. Πάρα πολλή προσοχή. Τότε δεν ήταν έτσι, ήτανε τίμιος ο κόσμος. Σου ’λεγε: «Θα σου πάρω αυτό το παπούτσι, δεν έχω τώρα, θα σ’ τα φέρω την άλλη βδομάδα τα λεφτά», τα φέρνανε. Τώρα δεν είναι να ’χεις εμπιστοσύνη σε κανέναν.

Ε.Κ.:

Εσάς δεν σας έτυχε όμως ποτέ κάποια τέτοια αναποδιά;

Ε.Χ.:

Τύχανε, τύχανε. Τύχανε. Γιατί δείχνανε στην αρχή καλή συμπεριφορά και μετά ήρθανε, κάναν ένα ντου, ξέρω γω, εκατό-διακόσιες χιλιάδες και γίνανε Λούηδες μετά. Τύχανε. Ήτανε και τότε απατεώνες, αλλά ήτανε πολύ λίγοι. Τώρα έχει γεμίσει ο τόπος με απατεώνες. Εντάξει, όλοι λίγο πολύ. Γι’ αυτό από τότε που την πάτησα, είχα πάρει ένα κάδρο που είχε έναν τσαγκάρη, που ήταν έτσι σκεφτικός, κι ο άλλος ήτανε με κουστούμια, με πράγματα, και έλεγε: «Ο πωλών τοις μετρητοίς», ο κύριος, και: «Ο πωλών με δόσεις τοις μετρητοίς», με δόσεις, ας πούμε, που έκανε. Και ήταν ο κακομοίρης ρακένδυτος, με μπαλώματα, στεναχωρημένος, αυτά. Και είπα: «Μόνο μετρητά, τίποτ’ άλλο». Αλλά όλοι την πατάμε στη ζωή. Την πατάμε για να μας γίνει το πάθημα μάθημα και να μας κάνει πιο σκληρούς η ζωή. Γιατί δεν είναι να είσαι large και να λυπάσαι κι αυτά. Όχι, γιατί εσένανε μεθαύριο, ας πούμε, ποιος θα σε λυπηθεί, αν δεν δουλέψεις, αν δεν βγάλεις λεφτά ή το ένα ή το άλλο; Κανένας. Οπότε, πρέπει να στηρίζεται ο κάθε ένας στον εαυτό του.

Ε.Κ.:

Μάλιστα. Έτσι είναι.

Ε.Χ.:

Έτσι είναι, βέβαια.

Ε.Κ.:

Και τους συνεργάτες σας τούς επιλέγατε έτσι με προσοχή, πέρα από αυτές τις κακοτυχίες, ας πούμε; Εσείς ήσασταν, μετά από ένα σημείο κι έπειτα, στο κομμάτι του εμπορίου, απ’ όσο κατάλαβα…

Ε.Χ.:

Ναι, ναι, ναι.

Ε.Κ.:

Οπότε, τους κατασκευαστές των ρούχων, των παπουτσιών σας…

Ε.Χ.:

Τους έδινα παραγγελία, τα φέρνανε τα εμπορεύματα στο μαγαζί και πληρωνόντουσαν αμέσως. Ή και τα πρώτα χρόνια πήγαινα Αγγλία και έπαιρνα ρούχα, παπούτσια μεγάλα νούμερα και τα πούλαγα εδώ. Και ενημερωνόντουσαν οι πελάτισσες ότι λείπω Αγγλία κι έφερνα παπούτσια και ερχόντουσαν να τα πάρουνε πρώτες, τα παπούτσια που έφερνα ή τα ρούχα που έφερνα. Τότε ήτανε πάρα πολύ της μόδας τα ινδικά τα ρούχα και ήτανε στην Αγγλία ένα κομμάτι, δεν θυμάμαι πώς το λένε, που ήτανε όλο Ινδοί και πήγαινα κι έπαιρνα ινδικά ρούχα. Και τα πούλαγα εδώ, γινότανε χαμός, γιατί τότε δεν υπήρχε τίποτα. Και πήγαινα μια φορά τον χρόνο, γέμιζα τις βαλίτσες και τις έφερνα. Ναι, ωραία χρόνια, ωραία. Αλλά μ’ άρεσε, αγάπαγα τη δουλειά μου, αγάπαγα τη δουλειά μου. Και μετά είχα, ας πούμε, ξέρω γω, φίλους, φίλες κτλ… Ποτέ –ήτανε αρχή μου αυτό– δεν έδινα ραντεβού έξω από την πόρτα του μαγαζιού μου. Έδινα ραντεβού σ’ έναν κεντρικό δρόμο, έδινα ραντεβού, ξέρω γω, στην Κηφισιά. Δεν ήθελα να συγχέω τη δουλειά με τα προσωπικά. Ναι, κι αυτό είναι πολύ βασικό. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Και μετά, όταν ήτανε κλειστό το μαγαζί, Δευτέρες, Τετάρτες, Σαββατοκύριακα κτλ., νευρίαζα πάρα πολύ όταν με παίρνανε τηλέφωνο για παπούτσια, γιατί λέω: «Έλεος, είμαι από το πρωί μέχρι το βράδυ, τώρα που έχω κλειστά και θέλω να ηρεμήσω με παίρνουνε τηλέφωνο;». Γιατί ήτανε πάνω κάτω το σπίτι. Ήτανε κάτω το μαγαζί και πάνω το σπίτι, οπότε χτύπαγε το τηλέφωνο πάνω κάτω, πάνω κάτω, πάνω κάτω. Και αυτό ήτανε το μόνο που ήτανε κουραστικό, γιατί ήθελα να ξεκουραστώ λιγάκι [00:30:00]και δεν μπορούσα μ’ αυτό το πράγμα. Ή μου χτυπάγανε το κουδούνι. Με τη μπουκιά στο στόμα έπρεπε να σηκωθώ, να κατέβω ν’ ανοίξω. Τέλος πάντων, όλα περάσανε, μια ωραία ανάμνηση είναι, μου άρεσε η δουλειά που έκανα, μεγάλωσα τα παιδιά μου, έκανα μια περιουσία από τη δουλειά μου, είμαι ευχαριστημένη, εντάξει, κι όλα καλά και η ζωή συνεχίζεται.

Ε.Κ.:

Θα αλλάζατε κάτι, αν μπορούσατε, απ’ ό,τι πέρασε;

Ε.Χ.:

Όχι. Όχι, όχι, όχι, τίποτα. Γιατί μου άρεσε, σου λέω, πάρα πολύ. Μου άρεσε πάρα πολύ το εμπόριο και μου αρέσει ακόμα. Δηλαδή για να γίνεις έμπορος και να κάνεις ό,τι έκανα εγώ, πρέπει να το ’χεις μέσα σου. Αλλιώς να σου πούνε: «Πάρε αυτό, πούλησέ το», πώς να το πουλήσεις, άμα δεν το ’χεις; Ενώ εγώ βλέπω κάτι, θα το πουλήσω τόσο, θα το πουλήσω τόσο, θα το πουλήσω τόσο. Μ’ άρεσε το εμπόριο πάρα πολύ.

Ε.Κ.:

Πότε σας μπήκε πρώτη φορά το μικρόβιο; Εννοώ τι είδατε, τι σκεφτήκατε πριν μπείτε στη σχολή; Πώς αποφασίσατε ότι: «Εγώ αυτό θα κάνω»;

Ε.Χ.:

Ο πατέρας μου ήτανε γιατρός, καμία σχέση με εμπόριο και με τέτοια. Και ποτέ δεν μου αρέσανε εμένα τα γράμματα, ποτέ. Κι από Δ’ Γυμνασίου άρχισα να μένω… όχι στην ίδια τάξη, για Σεπτέμβρη. Και όλο το καλοκαίρι διάβαζα, για να δώσω τον Σεπτέμβρη. Δ’, Ε’, Στ’ Γυμνασίου είχα μείνει. Και η μάνα μου ήταν αυτή που παρακίνησε τον πατέρα μου να πάω να γραφτώ στη Σιβιτανίδειο και άρχισα έτσι ν’ ασχολούμαι με την καλλιτεχνία, με το ’να, με τ’ άλλο. Και μετά λέω: «Αυτά πρέπει να τα πουλάω εγώ για να βγάζω λεφτά», τους πίνακες και τα διάφορα, που σου είπα. Και από κει μου μπήκε, ας πούμε, το μικρόβιο για το εμπόριο. Αλλά ήτανε και η γιαγιά μου έμπορας. Η οποία γιαγιά μου έμενε Ερμού και Διομείας, υπάρχει το ακίνητο μες στην Ερμού, Ερμού, μες στο κέντρο της Αθήνας. Και έκανε ασπρόρουχα… Λέγοντας «ασπρόρουχα»: σεντόνια, μαξιλαροθήκες, τραπεζομάντιλα, νυχτικά με ρόμπες… Κεντημένα στο χέρι. Είχε είκοσι κεντήστρες εκείνη την εποχή η γιαγιά μου, που έχω τ’ όνομά της, Ελένη τη λέγανε και τη γιαγιά μου και ήτανε κι αυτή έμπορας. Οπότε, είχα το εμπορικό της γιαγιάς μου. Και είχε εκείνη την εποχή την αριστοκρατία της Αθήνας, είχε τους βασιλιάδες όλους, πηγαίνανε εκεί και κάνανε τα προικιά. Κεντημένα, σου λέω, όλα στο χέρι. Και μετά είχε το ατελιέ εκεί και είχε και ατελιέ στο Κολωνάκι. Και πηγαίναν ο κόσμος, ναι, πηγαίναν ο κόσμος, τα ’παιρνε, κεντημένα… Τι να σου πω; Τι ωραία πράγματα! Και είδα τη γιαγιά μου ότι το ένα, τ’ άλλο κι αυτά κι από τότε μου ’χε μπει το μικρόβιο κι εμένανε.

Ε.Κ.:

Και μάλλον είχατε και το κομμάτι της επικοινωνίας, γιατί κι αυτό είναι πολύ βασικό.

Ε.Χ.:

Αφού, σου λέω, ο Στάθης ήτανε, ο άντρας μου, τριάντα χρόνια μέσα στο μαγαζί, δεν θέλανε τον Στάθη: «Πού είναι η κυρία Ελένη;». «Πού ’ναι η Ελένη;», «Πού ’ναι η κυρία Ελένη;», αυτό το πράμα. Ναι. Είναι να το ’χεις. Να το ’χει η κούτρα σου, λέει, να κατεβάζεις ψείρες. Εμένα το είχε η κούτρα μου να είμαι καλή στο εμπόριο. Ναι. Έπαιρνα ένα μικρό πραγματάκι, έβλεπα το άλλο: «Αυτά», λέω, «θα τα πουλήσω, εκείνο θα το φτιάξω, εκείνο δεν ξέρω τι». Και, σου λέω, ακόμα και τώρα κατασκευάζω σκουλαρίκια, βραχιολάκια… διάφορα πράγματα που τα πουλάμε σαν σουβενίρ στο ξενοδοχείο.

Ε.Κ.:

Παραμένετε δημιουργική πολύ.

Ε.Χ.:

Ναι, ναι, ναι, ναι, ναι.

Ε.Κ.:

Ποιο είναι το αγαπημένο σας από αυτά που κατασκευάζετε τώρα; Τι ευχαριστιέστε πιο πολύ να κατασκευάζετε;

Ε.Κ.:

Βραχιολάκια από σμάλτο και δαχτυλίδια από σμάλτο. Ναι. Σκουλαρίκια, κολιεδάκια…

Ε.Κ.:

Χειροποίητα;

Ε.Χ.:

Όλα, όλα, όλα, όλα εγώ, όλα εγώ τα φτιάχνω. Και τους γράφω και το μονόγραμμα στους ξένους τώρα, στους τουρίστες που έχουμε, και τρελαίνονται. Τρελαίνονται! Ναι, δεν μπορώ να κάτσω, δεν μπορώ να κάτσω. Είμαι σκουλήκι σ’ αυτό το θέμα.

Ε.Κ.:

Χρειάζεται, δεν γίνεται μετά από μία τόσο έντονη ζωή που έχετε και είχατε…

Ε.Χ.:

Δεν μπορείς, όχι. Δεν μπορείς να κάτσεις, δεν μπορείς. Το μυαλό μου συνέχεια δουλεύει, δουλεύει, δουλεύει. Και πήγα τώρα… Αυτά που σου λέω τα τελευταία δυο χρόνια πήγα σε μάθημα και τα έκανα. Παρακολούθησα σεμινάρια, να σου δώσω να καταλάβεις, γιατί εγώ δεν ήξερα να κάνω δαχτυλίδια από σμάλτο, σκουλαρίκια από πηλό, μενταγιόν από πηλό, κι έμαθα πολλά πράγματα κι εκεί. Πήγαινα κάθε Παρασκευή κι έκανα σεμινάρια. Κι έμαθα κι άλλα πράγματα, ναι. Δηλαδή δεν σταμάτησα, ότι έκλεισα το μαγαζί και τελείωσε. Πήγαινα για δύο χρόνια κάθε Παρασκευή κι έμαθα πράγματα κι αυτά που έμαθα τα πράγματα τα ’φτιαξα και τα πήγα στο ξενοδοχείο, και τα πουλάω εκεί.

Ε.Κ.:

Πάρα πολύ ωραίο.

Ε.Χ.:

Ναι. Ή μετά κάνω και το άλλο, γιατί οι ξένοι θέλουνε τέτοια πράγματα, αλλά θέλουνε και τα βιολογικά, και κάνω μαρμελάδες. Και τρελαίνονται με τις μαρμελάδες. Τρελαίνονται με τα γλυκά του κουταλιού. Τους βγάζουμε στο πρωινό και τους εξηγώ ότι αυτά είναι handmade, ότι τα φτιάχνω εγώ, και τρελαίνονται και μου ζητάνε βάζα. Γι’ αυτό σου λέω: το μυαλό δουλεύει στο έπακρο ακόμα.

Ε.Κ.:

Συνέχεια.

Ε.Χ.:

Δουλεύει για να δημιουργώ, να φτιάχνω. Και να πουλάω, γιατί σου λέω, μ’ αρέσει το εμπόριο, το ’χω με το εμπόριο.

Ε.Κ.:

Φαίνεται, το ακούω.

Ε.Χ.:

Μ’ αρέσει, μ’ αρέσει. Δεν είναι ότι σταμάτησα το μαγαζί και τελείωσα. Σου ’πα, και σεμινάρια έκανα και γλυκά φτιάχνω και μαρμελάδες φτιάχνω, ψωμί τους έφτιαχνα σπιτικό στα πρωινά, κέικ τους έφτιαχνα. Ναι, δεν μπορώ να κάτσω, δεν μπορώ. Να κάτσω μισή ώρα στον καναπέ, πιάνομαι, κάτι πρέπει να κάνω, ν’ ασχοληθώ.

Ε.Κ.:

Είναι πολύ σημαντικό να παραμένετε έτσι δημιουργική και ανοιχτή. 

Ε.Χ.:

Ναι, σίγουρα, σίγουρα. Μετά, με τον κορονοϊό, ασχολήθηκα πάρα πολύ με φυτώριο. Πάρα πολύ. Και έχω φυτέψει κάτω στο νησί πορτοκαλιές, λεμονιές, μαϊντανό, δεντρολίβανο, πιπεριές, ντομάτες, μαρούλια, πατάτες, κρεμμύδια, σκόρδα… Ναι, έχω φυτέψει έναν κήπο, γιατί δεν μπορούσα να κάτσω και μέσα στο σπίτι και κατέβαινα κάτω και σκάλιζα. Μέχρι πατάτες. Τώρα πήραμε και κότες! Κι έχουμε και κότες και παίρνουμε κι αυγά και τις ταΐζουμε εμείς με φαγητά και είναι πολύ καλά τα αυγουλάκια. Ναι. Από έμπορος έχω γίνει κτηνοτρόφος τώρα, γεωπόνος, ό,τι θες έχω γίνει. Αλλά δεν κάθομαι. Δεν κάθομαι! 

Ε.Κ.:

Και φαίνεται να σας ωφέλησε πολύ αυτή η περιέργειά σας και η κινητικότητα.

Ε.Χ.:

Και αυτό, βέβαια, γιατί άμα κάτσεις… Μου λέγαν όλοι: «Μα εσύ που είσαι δραστήρια και τι θα κάνεις, άμα θα πάρεις σύνταξη;». Πολλοί, όταν παίρνουνε σύνταξη, αρρωσταίνουνε. Λέω: «Μα δεν πρόκειται να κάτσω, κάτι θα βρω να κάνω». Κι όντως βρήκα, πότε το ’να, πότε τ’ άλλο, πότε τ’ άλλο. Δεν μπορώ να κάτσω. Εντάξει, δεν είμαι και μεγάλη, 62 χρονών είμαι, στα 63 πάω. Ναι, μεγάλοι λέγονται 80, 70, 90, εκεί. Η μάνα μου είναι 93 και ζει ακόμα.

Ε.Κ.:

Να τα χιλιάσει και να τα χιλιάσετε.

Ε.Χ.:

Να ’σαι καλά. Εντάξει. Να ’σαι καλά, αλλά δεν πρόκειται να φτάσουμε τόσο. Να φτάσουμε όσο είναι να φτάσουμε και να ’χουμε τα μυαλά μας και να ’χουμε τα πόδια μας. 

Ε.Κ.:

Είμαι πολύ χαρούμενη έτσι για τις ιστορίες που…

Ε.Χ.:

Που σου είπα.

Ε.Κ.:

…μου μοιραστήκατε. Θα θέλατε να προσθέσετε κάτι άλλο;

Ε.Χ.:

Όχι.

Ε.Κ.:

Για σκεφτείτε καλύτερα.

Ε.Χ.:

Δεν έχω κάτι άλλο. Και κένταγα… Αυτό, δεν το είπα κι αυτό.

Ε.Κ.:

Για πείτε μου.

Ε.Χ.:

Κένταγα και έχω κάνει τραπεζομάντιλα, έχω κάνει πετσετάκια, έχω κάνει κάδρα… Και μου λέει η κόρη μου, πριν από δυο χρόνια: «Μαμά, τι να τα κάνουμε αυτά τα κάδρα με τα κεντήματα;». «Κανένα πρόβλημα», της λέω, «αγάπη μου, έχω ανθρώπους που τα θέλουνε». Και ήρθανε, πήρανε κάδρα, πήρανε κάτι πίνακες που δεν τους ήθελε η κόρη, γιατί καλύτερα να τα δώσω τώρα που είμαι στη ζωή σε ανθρώπους να τα χαίρονται, παρά να πεταχτούνε στον δρόμο.

Ε.Κ.:

Και βέβαια.

Ε.Χ.:

Ναι, και αυτό έκανα.

Ε.Κ.:

Και με τόσο προσωπικό κόπο είναι πολύ κρίμα να πηγαίνουνε…

Ε.Χ.:

Ε, ναι, εντάξει. Τουλάχιστον τα έδωσα σε ανθρώπους που τα εκτιμήσανε. Γιατί τώρα δεν είναι της μόδας, η αλήθεια είναι, τα κάδρα τα τόσα, τα τεράστια, με τη γλάστρα, με τα λουλούδια… Η «υπογραφή της αγάπης», ήτανε μία κοπέλα από κάτω και χάραζε το όνομα του καλού της στο δένδρο. Εντάξει, εποχές ξεπερασμένες. Ναι, τώρα, εντάξει.

Ε.Κ.:

Εσείς… σας ρώτησα και πριν, αλλά αυτή έτσι την αλλαγή των εποχών στα ήθη, στα ίδια τα προϊόντα, εννοώ στο παπούτσι, αν άλλαξε, ακόμα και τα τεχνικά του, ας πούμε, χαρακτηριστικά;

Ε.Χ.:

Όχι. Όχι, όχι, όχι, είχα το στάνταρ παπούτσι, είχα τη στάνταρ την ποιότητα. Αφού ερχόντουσαν πελάτισσες και μου λέγανε: «Έχουμε τις μπότες δεκαπέντε, δεκαεφτά χρόνια» και τους έλεγε ο Στάθης: «Κι εμείς τι θα γίνουμε», λέει, «κλέφτες; Να πουλάμε ένα ζευγάρι μπότες για δεκαεφτά χρόνια;». Κι είχε δίκιο, εδώ που τα λέμε. Αλλά γι’ αυτό ήτανε σαράντα ένα χρόνια το μαγαζί, γιατί πούλαγα γερά παπούτσια. Δηλαδή μπορεί να τρύπαγε η σόλα[00:40:00] από κάτω, την πηγαίνανε σε τσαγκάρη, βάζανε λάστιχο από κάτω, σόλα, το δέρμα από πάνω δεν πάθαινε τίποτα, γιατί δούλευα πάντα δέρμα. Πάντα δέρμα. 

Ε.Κ.:

Το δέρμα είναι πάντα καλύτερο σε σχέση με άλλα προϊόντα.

Ε.Χ.:

Εννοείται, εννοείται. Το δέρμα είναι το καλύτερο, γιατί ούτε μύκητες σού δημιουργεί ούτε μυρίζουνε τα πόδια, που ιδρώνουνε και βρομάνε αυτά τα σπορτέξ τα παπούτσια που φοράνε όλοι τώρα. Και κάποτε υπήρχε δηλαδή κι ο διαχωρισμός. Πήγαινες σ’ έναν γάμο, πήγαινες σε μία βάφτιση, φόραγες ένα καλό παπούτσι. Τώρα είτε σε γάμο πας, είτε στη θάλασσα πας, είτε ξέρω γω τι, φοράνε σπορτέξ και τζιν. Τα ’χουν ισοπεδώσει όλα. Παλιά δεν ήταν έτσι. Ήθελες το πρωινό το παπούτσι, το απογευματινό, το καλό, να βγεις κάπου να πας, ξέρω γω. Τώρα είναι όλα… Θα μου πεις τώρα δεν γίνονται και γάμοι και βαφτίσεις μ’ αυτό που μας βρήκε όλους. Οπότε, τα ’χουν ισοπεδώσει όλα. Ήταν ωραίες εποχές, γιατί ο άλλος ντυνότανε, έβγαινε, στολιζότανε. Τώρα μ’ ένα τζιν απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ είναι όλοι. Τον χειμώνα είναι μ’ αυτές τις φόρμες, με τα σπορτέξ τα παπούτσια, που έχουνε κάνει πάρα πολλή ζημιά στα πόδια, γιατί είπαμε, δεν είναι δέρμα, που αναπνέει το δέρμα. Αυτά τα φοράς πέντε μέρες και σου ’ρχεται μπόχα. Πω, πω, τι θυμήθηκα τώρα; Να το πω;

Ε.Κ.:

Εννοείται.

Ε.Χ.:

Είχε έρθει μία πελάτισσα και, με το που μπήκε μέσα, μου ’ρθε μπόχα, να δοκιμάσει παπούτσια. Πήγαινα να βγάλω τα έντερά μου. Έφυγα, πήγα τουαλέτα, ανέλαβε ο Στάθης, που είχε πιο υπομονή, είχα ανοίξει… χειμώνα και είχα ανοίξει πόρτες, παράθυρα, για να ξεμυρίσει το μαγαζί από την ποδαρίλα. Και λέω: «Ρε παιδί μου, πας σε ένα μαγαζί, δεν πλένεις τα πόδια σου; Μιλάμε ψοφίμι;». Και αυτό μου θύμισες τώρα, γιατί φόραγε αυτά τα παλιοπάπουτσα. Αλλά κι αυτά τα παλιοπάπουτσα κάποια στιγμή πρέπει να τα βάζεις και λίγο στο πλυντήριο. Αλλά τέτοια βρόμα; Πω, πω, τι μου θύμισες τώρα!

Ε.Κ.:

Ευχάριστη ανάμνηση.

Ε.Χ.:

Τι να σου πω; Πολύ ευχάριστη. Εντάξει, τ’ αντιμετωπίσαμε κι αυτά. Ή και τα ρούχα, να… Δεν τις άφηνα όμως, γιατί… Λέει: «Να το δοκιμάσουμε». «Όχι, παιδιά, δεν γίνεται, γιατί είσαστε ιδρωμένοι», τους το ’λεγα έτσι με τρόπο, «Σας κάνει το ρούχο, δεν χρειάζεται να το δοκιμάσετε». Ε ναι, γιατί αν δεν το ’παιρνε και το δοκίμαζε και έμενε η ιδρωτίλα πάνω στο ρούχο, ήμουνα υποχρεωμένη εγώ να το πλύνω, γιατί η βρόμα δεν έφευγε από το ρούχο. Οπότε, προκειμένου να έχω όλη αυτή την ταλαιπωρία και να πλυθεί καινούριο χώρο, έλεγα: «Όχι, να μην το φορέσετε τώρα. Σας κάνει, το βλέπω εγώ το νούμερο».

Ε.Κ.:

Αναλόγως την πελάτισσα ή πάντα;

Ε.Χ.:

Όχι, όχι. Ερχόντουσαν και κάποιες που ήτανε πεντακάθαρες. Ερχόντουσαν και κάποιες που βρομάγανε ιδρωτίλα. Ε, δεν μπορούσα να επιτρέψω σ’ αυτές να κάτσουνε να φορέσουνε τα ρούχα. Ή μετά, επειδή δεν καπνίζω εγώ, είχα βάλει και στο μαγαζί ότι απαγορεύεται το κάπνισμα. Γιατί αν καπνίζανε στο μαγαζί, παίρνανε μυρωδιά τα ρούχα. Κι όταν έβλεπα να κάνουνε την κίνηση, λέω: «Λυπάμαι, θα βγείτε έξω». Χρόνια, όχι τώρα που απαγορεύσανε το κάπνισμα. Μιλάμε τώρα το ’77. Είχα αυτοκόλλητα μέσα στο μαγαζί μεγάλα: «απαγορεύεται το κάπνισμα». Και βγαίναν έξω, καπνίζανε, το δεχόντουσαν. Λέω: «Παιδιά, δεν μπορεί να καπνίζετε εδώ πέρα μέσα με τα ρούχα, να μυρίζει τσιγαρίλα καινούριο ρούχο». Ναι, είχα ορισμένους κανόνες μέσα στο μαγαζί. Που, εντάξει, οι πελάτισσες τους σεβόντουσαν. 

Ε.Κ.:

Άλλαξαν πολλοί κανόνες από τότε και κυρίως κιόλας και οι Κυριακές, που πλέον περισσότερες, απ’ ότι παλιά, Κυριακές τον χρόνο επιτρέπεται.

Ε.Χ.:

Περισσότερες, περισσότερες Κυριακές.

Ε.Κ.:

Πώς σας φαίνεται εσάς αυτή η αλλαγή;

Ε.Χ.:

Αυτό δεν μ’ αρέσει καθόλου, γιατί είναι άνθρωποι κι αυτοί και θέλουνε να κάτσουνε μία Κυριακή να ξεκουραστούνε, να δούνε την οικογένειά τους, τα παιδάκια τους, τον άντρα τους, τους γονείς τους. Δηλαδή ο άλλος δεν είναι και ζώον, να δουλεύει απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ και Κυριακές. Δουλεύαμε θυμάμαι δύο Κυριακές τα Χριστούγεννα, μία Κυριακή πριν απ’ τα Χριστούγεννα και μία Κυριακή πριν από την Πρωτοχρονιά. Και δουλεύαμε και μία Κυριακή πριν τη Μεγάλη Βδομάδα. Τρεις Κυριακές δουλεύαμε και τώρα το ’χουνε κάνει είκοσι τρεις Κυριακές να δουλεύει ο κόσμος. Αλλά ο κόσμος δεν μπορεί να μιλήσει, γιατί σου λέει: «Αν μιλήσω ότι δεν έρχομαι Κυριακή, μπορεί να με διώξει τ’ αφεντικό». Οπότε, αναγκαστικά δουλεύουνε τα παιδιά. Τι να κάνουνε; «Δεν θες να είσαι εσύ στη δουλειά; Να απ’ έξω», σου λέει. Και τώρα, έτσι που έχει γίνει κι έχουνε κλείσει του κόσμου τα μαγαζιά, και στην εστίαση έχει πέσει πολλή πείνα, γιατί ο άλλος φοβάται να βγει έξω, σου λέει: «Και ποιος είχε κάτσει πριν;» και ποιος το ένα και ποιος το άλλο… Είναι δύσκολα!

Ε.Κ.:

Πάρα πολύ.

Ε.Χ.:

Είναι δύσκολα τα πράγματα. Κι έχουνε μειώσει μισθούς… Εντωμεταξύ, το ΦΠΑ κατέβηκε στην εστίαση, στους καφέδες και στα αυτά, από 24 πήγε 13, ο καφές παρέμεινε το ίδιο. Ο καφές παρέμεινε το ίδιο! Κι έχουν ακριβύνει όλα, γιατί τώρα τρεις μήνες ήτανε κλειστά και σου λέει: «Από πού θα τα βγάλουμε τα λεφτά;». Τέλος πάντων, θα φτιάξουνε τα πράγματα. Για σας πιο πολύ. Εμείς λίγο πολύ ζήσαμε τη ζωή μας, κάναμε τι ήταν να κάνουμε. Εσείς η νεολαία και τα πιο μικρά παιδάκια.

Ε.Κ.:

Και τι θα συμβουλεύατε έναν νέο που θα ήθελε να ακολουθήσει, ή μία νέα, τα δικά σας βήματα στη σημερινή εποχή; Πώς πιστεύετε ότι θα έπρεπε να προχωρήσει;

Ε.Χ.:

Πρέπει να του αρέσει, κατ’ αρχήν, γιατί αν δεν το ’χει, δεν μπορεί να προχωρήσει. Πρέπει να το ’χεις μέσα σου το εμπόριο. Να βλέπεις, ας πούμε, ένα πράγμα, να το σκέφτεσαι: «Πώς θα το πουλήσω; Τι θα κάνω για να βγάλω λεφτά;», εκείνο, το άλλο, δηλαδή να παίρνει στροφές το μυαλό, αλλιώς ανοίγουνε μαγαζιά και μέσα σ’ έναν χρόνο κλείνουνε. Είχα μία κουμπάρα μου, και την έχω ακόμα εννοείται, και ήταν 20 χρονών και είχε ξεκινήσει να πουλάει τάπερ και πήγαινε στα σπίτια, έδειχνε τα τάπερ κι αυτά και της έλεγε μία: «Α», λέει, «το ’χω αυτό», «Ε», λέει, «αφού το ’χετε, μην το πάρετε». Δεν το είχε με το εμπόριο. Όπως και ο άντρας μου, δεν το ’χει με το εμπόριο καθόλου. Ο έμπορας πρέπει να είναι και σκληρός συγχρόνως, για να κάνει κάτι. Αλλιώς πήγαινε υπάλληλος, να δουλεύεις, να παίρνεις οχτώ, εννιά κατοστάρικα, πόσα θα παίρνεις. Μη μπεις καν στη διαδικασία, που λέει, να ανοίξεις μαγαζί. Σου λέω, γιατί για να ανοίξεις μαγαζί πρέπει να έχεις κότσια και πρέπει να το ’χεις αυτό με το εμπόριο. Πρέπει να σου αρέσει, πρέπει να το ’χεις, πρέπει να παίρνει στροφές το μυαλό σου, όλ’ αυτά.

Ε.Κ.:

Έτσι είναι.

Ε.Χ.:

Έτσι είναι. Έτσι είναι.

Ε.Κ.:

Εσείς θα θέλατε τα δικά σας παιδιά να είχαν ακολουθήσει τον δρόμο σας;

Ε.Χ.:

Ναι, ναι, θα ’θελα, αλλά δεν τους άρεσε το εμπόριο, δεν τους άρεσε. Οπότε, κάποια στιγμή έπρεπε να κλείσει το μαγαζί. Ειδικά τα τελευταία χρόνια είχε πάρα πολύ λίγη δουλειά, οπότε τι να κρατάς, ένα μαγαζί και να είσαι απίκο εκεί απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ; Δεν γινότανε, εντάξει. Κι ελευθερώθηκα, να σου πω, πήγα και στην κόρη μου, έκανα και τα ταξίδια μου… Προ κορονοϊού, γιατί τώρα ούτε ταξίδια ούτε τίποτα. Οπότε, μια χαρά. Και τώρα που μπορώ έκανα τα ταξίδια, ας πούμε, γιατί αργότερα δεν ξέρεις τι σου επιφυλάσσει ο Θεούλης ή η ζωή γενικότερα. Εντάξει. Αυτά.

Ε.Κ.:

Υπέροχα θα πάνε όλα, είμαι σίγουρη…

Ε.Χ.:

Καλά, ναι, εντάξει.

Ε.Κ.:

είστε πολύ δημιουργική και πολύ δραστήρια γυναίκα.

Ε.Χ.:

Ναι, ναι, είμαι, η αλήθεια είναι ότι είμαι. Αφού όλες οι φίλες μου λένε: «Κουράζομαι μ’ όλα αυτά που μας λες ότι κάνεις κάθε μέρα, κουράζομαι», εκείνες κουράζονται, όχι εγώ να κουραστώ. Εντωμεταξύ, επειδή μια ζωή ξύπναγα στις 6 η ώρα το πρωί, να ετοιμάσω τα παιδιά στο σχολείο, να ετοιμάσω το φαγητό, να κάνω το μπάνιο μου, να κάνω τις εξωτερικές μου δουλειές… Έπρεπε 9 η ώρα να είμαι έτοιμη. Να ’χω κάνει όλ’ αυτά που σου είπα, να ’χω στρώσει τα κρεβάτια, να ’χω πάει, που σου είπα, τράπεζες, εξωτερικές δουλειές και διάφορα και 9 η ώρα να είμαι στο μαγαζί. Οπότε, αναγκάστηκα σηκωνόσουν απ’ τις 6 η ώρα. Κι έχω μάθει ακόμα και σήμερα… Πού θέλω να καταλήξω; Ακόμα και σήμερα σηκώνομαι από τις 6 η ώρα, είναι αυτό το ρολόι που δεν μπορώ να το αλλάξω, και κάνω του κόσμου τις δουλειές. Ναι. Να ποτίσω, να κάνω το ένα, να κάνω το άλλο. Δουλειές, δουλειές, δουλειές. Τώρα περιμένω, που σου ’πα, και την κόρη, έφτιαξα το σπίτι της πίσω, δηλαδή περάσανε συνεργεία από δω, μπογιατζήδες, σιδεράδες, υδραυλικοί, κλειδαράδες. Κι όλα έπρεπε εγώ να τα κανονίσω. Δεν μπορώ να σταματήσω εγώ, δεν υπάρχει, με τίποτα. Τι να κάνουμε; Είναι στον άνθρωπο, είναι στον άνθρωπο. Γι’ αυτό δεν υπήρχε… Α! Δεν σου είπα και κάτι άλλο. Σου είπα, ο πατέρας μου ήτανε οδοντίατρος –έτσι;– και είχε κάποιους γνωστούς… έναν γνωστό που ήτανε στο Χρηματιστήριο τότε. Και μου λέει: «Είπε ο τάδε», δεν θυμάμαι τ’ όνομά του, «να σε βάλουμε στο Χρηματιστήριο». Του λέω του πατέρα μου: «Τι λες, μωρέ μπαμπά; Να πάω υπάλληλος εγώ και να ’χω άλλον πάνω απ’ το κεφάλι μου και να μου λέει: ‘Κάνε εκείνο, κάνε τ’ άλλο’; Εγώ», λέω, «θέλω να ’μαι μόνη μου, θέλω να κάνω κάτι δικό μου». Δεν μπορούσα υπαλ[00:50:00]ληλίκι να πάω. Και πριν δύο χρόνια, είχα πάει σε μία κατασκήνωση στον Άγιο Αντρέα, στους προσκόπους, για δεκατρείς μέρες… Είχα κάνει και τη μαγείρισσα! Δεν σ’ το ’πα κι αυτό. Ένα, ένα μου ’ρχονται. Ένα, ένα μου ’ρχονται. Και ήταν η πρώτη φορά που πληρώθηκα από άνθρωπο. Από άνθρωπο, δηλαδή ότι πήγα υπάλληλος.

Ε.Κ.:

Και πώς σας φάνηκε αυτό;

Ε.Χ.:

Μ’ άρεσε, μ’ άρεσε. Μ’ άρεσε. Σηκωνόμουνα το πρωί, πηγαίναμε, κάναμε προετοιμασία το φαγητό το μεσημεριανό, γιατί ήτανε κάτι σεμινάρια που κάνανε τα παιδιά απ’ όλο τον κόσμο και είχαμε σαράντα παιδιά να ταΐσουμε. Κι ήμουνα εγώ μαζί με μία άλλη και κάναμε εκεί τα διάφορα τα φαγητά. Το ’κανα κι αυτό. Μαγείρισσα. Τα πάντα έχω κάνει. Τα πάντα! Και μετά είχαμε και φωτογραφίες με τα παιδιά και τους αρέσαν τα φαγητά και μας φωνάζανε, εμένα και την άλλη: «Μάμα, μάμα, μάμα», ναι, γιατί τους κάναμε ωραία φαγητά, σαν τις μαμάδες τους, ας πούμε. Ναι, το ’κανα κι αυτό. Και, σου λέω, ήταν η μόνη φορά που είχα πάει υπάλληλος, για δεκατρείς μέρες, κι είχα πληρωθεί απ’ το παιδί αυτό.

Ε.Κ.:

Το ελεύθερο επάγγελμα ήταν δύσκολο;

Ε.Χ.:

Ναι, γιατί έπρεπε να δουλέψεις για να πληρώσεις τα φώτα σου, τα νερά σου, το ΤΕΒΕ σου, τ’ αυτοκίνητό σου, τα παιδιά σου. Γιατί αν δεν μπορούσες να πουλήσεις, να βγάλεις λεφτά, πώς θα πλήρωνες όλ’ αυτά; Να ’φερνες καινούριο εμπόρευμα. Πολύ βασικό κι αυτό, πάρα πολύ βασικό. Βέβαια. Τι να κάνουμε; Εντάξει, όλα καλά. Τέλος καλό, λέει, όλα καλά. Το μόνο καλό ήτανε το καλοκαίρι, όποτε μου κάπνιζε εμένανε, δηλαδή 10 με 20, έβαζα μία ταμπελίτσα, αυτό που ήθελα δηλαδή, την ανεξαρτησία: «Το μαγαζί θα είναι κλειστό». Άντε να ήσουνα υπάλληλος, να κανόνιζες ποιος θα πάρει την πρώτη άδεια, ποιος θα πάρει τη δεύτερη, ποιος δεν ξέρω τι. Ενώ έτσι, έφτιαχνες ένα ταμπελάκι, το κόλλαγες στην πόρτα, πήγαινες τις διακοπές σου… Που δεν πήγαινα διακοπές, για την άλλη δουλειά πήγαινα, αλλά τέλος πάντων. Ναι, διακοπές ακόμα δεν έχω κάνει, ακόμα και τώρα δουλεύω. Πέρσι ήμουνα και καθάριζα τα δωμάτια στο ξενοδοχείο. Έχω κάνει κι αυτή τη δουλειά. Σιδέρωνα, την καμαριέρα έχω κάνει… Τα πάντα, τα πάντα, τα πάντα. Ναι.

Ε.Κ.:

Σε δουλειά να βρισκόμαστε.

Ε.Χ.:

Ναι, και όντως βρίσκομαι συνέχεια σε δουλειά. Συνέχεια σε δουλειά όμως, συνέχεια. Εντάξει, τι να κάνεις; Έτσι είναι η ζωή. Δεν σημαίνει ότι έκλεισες ένα μαγαζί ετών, ότι πρέπει να σταματήσεις. Αν σταματήσεις, παθαίνεις κατάθλιψη, παθαίνεις χίλια δυο άλλα, ενώ έτσι παίρνει στροφές το μυαλό και συνεχίζει και εργάζεται το μυαλό.

Ε.Κ.:

Θα λέγατε ότι είναι η ψυχοθεραπεία σας η δουλειά, ειδικά τώρα που σταματήσατε, ας πούμε;

Ε.Χ.:

Σίγουρα. Σίγουρα, γιατί τι θα μπορούσες να κάνεις απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ; Να κάτσεις μισή ώρα, που είπα και πριν, στον καναπέ πιάνεσαι, δεν μπορείς να κάτσεις. Θα κάνεις δουλειές του σπιτιού, του κήπου, που σου είπα ασχολήθηκα… Να, εκεί είναι η βερικοκιά μου, η λεμονιά μου… από κουκουτσάκια. Πρέπει κάτι να κάνεις, για να περνάνε οι ατέλειωτες ώρες της ημέρας, γιατί είναι απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ. Το μεσημέρι εγώ δεν είμαι του να ξαπλώνω, πέφτω το βράδυ μία κι έξω, ναι, οπότε το πάω σερί. Σου λέω, έχω μάθει έτσι, γιατί δεν κοιμόμουνα τα μεσημέρια, αφού ήμουνα στο μαγαζί. Εννιά μ’ εννιά, εννιά με εννιά, εννιά το πρωί με εννιά το βράδυ. Εκεί ήτανε δύσκολες ώρες όταν δεν είχα δουλειά, αλλά είχα το κομπιούτερ, έπαιζα παιχνιδάκια και πέρναγε η ώρα. Κι εκεί κάτι έκανα πάλι. Αυτά τα ολίγα. Σε ζάλισα.

Ε.Κ.:

Καθόλου. Τα πολλά θα έλεγα ότι έχετε κάνει, όχι…

Ε.Χ.:

Έλα ντε, έλα ντε. Εντάξει. Όχι, απ’ τη ζωή μου γενικά είμαι πολύ ευχαριστημένη, και από άποψη δουλειάς κι έκανα μια καλή οικογένεια, έκανα δυο καλά παιδιά. Εντάξει, είμαι ευχαριστημένη. Και δεν σταματάω εδώ. Συνεχίζω.

Ε.Κ.:

Τα υπόλοιπα είναι μπροστά σας.

Ε.Χ.:

Ακριβώς! Είμαι μικρή ακόμα.

Ε.Κ.:

Είστε πολύ μικρή ακόμα.

Ε.Χ.:

Αχ, Θεούλη μου. Έτσι. Τι άλλο; Δεν έχω κάτι άλλο. Ο πατέρας μου με βοήθησε στα πρώτα μου βήματα. Η μάνα μου δεν με βοήθησε καθόλου. Τέλος πάντων, δεν θέλω να το πω αυτό. Ο πατέρας μου ήτανε το κάτι άλλο, το κάτι άλλο.

Ε.Κ.:

Παρότι η μητέρα σας στην αρχή έπεισε τον πατέρα σας να πάτε στη Σιβιτανίδειο, έτσι;

Ε.Χ.:

Ναι, ναι, ναι, ναι, ναι. Μέχρι εκεί. Από κει και πέρα άρχισε η αντίστροφη μέτρηση της μάνας μου, ότι με εκμεταλλεύτηκε πολύ, πάρα πολύ. Τέλος πάντων. Γι’ αυτό όταν βλέπω μέσα στο Facebook που βάζουνε: «Μανούλα μου» και «Μανούλα μου» και «Μανούλα μου» και «Είσαι μοναδική» και δεν ξέρω τι, λέω: «Εμένα ήτανε μία και έσπασε το καλούπι μετά απ’ αυτήνα», δεν υπήρχε δηλαδή, εντάξει. Άσ’ το, δεν πειράζει. 

Ε.Κ.:

Είπατε ότι δουλεύατε και μαζί και πάντα, όταν μπλέκονται ίσως οικογενειακά με επαγγελματικά, οι σχέσεις…

Ε.Χ.:

Βασικά, κοίταξε να δεις, υποτίθεται ότι η μάνα βοηθάει το παιδί. Ε, η μάνα μου βοήθαγε τον εαυτό της. Δυστυχώς. Και το κατάλαβα μετά από δέκα χρόνια, που παντρεύτηκα. Παντρεύτηκα έτσι. 

Ε.Κ.:

Δηλαδή;

Ε.Χ.:

Χωρίς τίποτα, χωρίς μία δραχμή. Γι’ αυτό σου λέω, δεν βοήθαγε το παιδί της, βοήθαγε τον εαυτό της. Εγώ ήμουνα παιδί, λέω: «Εντάξει, ό,τι λεφτά βγαίνουν από το μαγαζί μού τα βάζει στ’ όνομά μου στην τράπεζα» και παντρεύτηκα με ένα χαρτζιλίκι που είχα μαζέψει εγώ. Τότε ήτανε διακόσιες είκοσι χιλιάδες. Κι είχα πάρει τους δύο καναπέδες και το τραπέζι που έχω μέσα. Θα μπεις μέσα και θα τα δεις. Ναι, αυτό ήταν το μόνο μου παράπονο. Αλλά τέλος πάντων. Μετά έφυγα, που παντρεύτηκα, και έκανα αυτά που έκανα. Που μπορούσα να ’χα κάνει τριπλά, αλλά πού να φανταστείς; Υποτίθεται να σε βοηθήσει η μάνα σου και να παίρνει όλα τα πακέτα η μάνα σου. Δηλαδή δεν το χωράει ανθρώπινος νους αυτό το πράγμα. Τέλος πάντων. Μου ’τυχε κι αυτό εμένανε. Δεν πειράζει, τι να κάνουμε;

Ε.Κ.:

Είχατε την ευκαιρία να το συζητήσετε αυτό μαζί της;

Ε.Χ.:

Ε, όχι. Απλά της έχω δείξει, με την αδιαφορία μου, με τη συμπεριφορά μου, ότι δεν μου είχε σταθεί δίπλα μου καθόλου σαν μάνα. Ήτανε πάρα πολύ σκληρή, πάρα πολύ… κακιά; Ατομίστρια; Την ενδιέφερε μόνο αυτό.

Ε.Κ.:

Το χρήμα;

Ε.Χ.:

Ακριβώς. Εγώ πιστεύω καμία μάνα δεν θα το ’κανε αυτό το πράμα, να βοηθάει υποτίθεται το παιδί της και να παίρνει τα λεφτά εκείνη. Καμία δεν θα το ’κανε. Τέλος πάντων, πάει κι αυτό. Μια παρένθεση που έκλεισε. Τι να κάνουμε; Εγώ τα παιδιά μου μέχρι και σήμερα τα βοηθάω. Όσο μπορώ. Γιατί τώρα υπάρχει μία σύνταξη, δεν μπορείς να βοηθήσεις και πολύ, αλλά όλ’ αυτά τα χρόνια τους έκανα τι τους έκανα, τους πλήρωνα τις υποχρεώσεις τους… Εντάξει, σαν μάνα, σωστή μάνα. Από κει και πέρα μεγάλα παιδιά είναι, μεγάλα παιδιά είσαστε, ν’ αναλάβετε κάποια στιγμή και τις υποχρεώσεις σας κι εσείς. Και είπαμε, αν μπορείτε να τα συντηρήσετε, ό,τι βρείτε από γονείς, από παππούδες, δεν ξέρω, καλώς. Δεν μπορείτε; Πουλήστε, ν’ αφήσετε τα μισά.

Ε.Κ.:

Έτσι είναι.

Ε.Χ.:

Ε, ναι, έτσι είναι. Τι να κάνουμε τώρα; Εντάξει. Άλλο; Τι θες να με ρωτήσεις; 

Ε.Κ.:

Θα ήθελα να σας ρωτήσω αν νιώσατε ποτέ ότι μέσα σε αυτή τη δουλειά που είπατε ότι κάνατε, που την αγαπάτε πάρα πολύ, οπότε είναι λίγο δύσκολη η ερώτηση που θα κάνω, είναι ότι αν είχατε ποτέ μία πτυχή της προσωπικότητάς σας που νιώσατε ότι δεν της δόθηκε χώρος για να αναπτυχθεί; Για παράδειγμα, μπορεί να ήτανε η κοινωνική σας ζωή, επειδή δεν είχατε πολύ χρόνο για να βρίσκεστε έξω.

Ε.Χ.:

Όχι. Όσο ήμουνα κοπέλα, ελεύθερη και δεν είχα υποχρεώσεις, έβγαινα. Και τις εκδρομές μου πήγαινα και τα ταξίδια μου πήγαινα, που σου είπα, στο εξωτερικό κι έφερνα εμπόρευμα. Μετά, όταν παντρεύτηκα και γίναν τα παιδιά, τότε συρρικνώνεσαι μέσα στο σπίτι, σπίτι-δουλειά, δουλειά-σπίτι. Αλλά γενικά όχι, δεν έχω στερηθεί στη ζωή μου. Πέρασα καλά. Με τα ταξίδια μου, με τα γλέντια μου, με τις εκδρομές μου.

Ε.Κ.:

Πώς σας άρεσε να διασκεδάζετε;

Ε.Χ.:

Εκδρομές. Πάρα πολύ μ’ αρέσαν οι εκδρομές. Ε, αυτό έγινε τώρα, που μεγαλώσανε τα παιδιά, που πήγανε Πανεπιστήμιο, και μπορούσα κι έφευγα. Κι έφευγα… πάλι στο μαγαζί καθόταν ο Στάθης, γιατί δεν μπορούσε να κλείσει το μαγαζί. Αλλά εγώ την κοπάναγα. Μου λέγανε για καμιά εκδρομή, «Μέσα», άλλη εκδρομή, «Μέσα». Του άντρα μου δεν του αρέσουνε καθόλου οι εκδρομές, καθόλου, οπότε δεν μπορούσε να μου στερήσει και εμένα αυτό που μου άρεσε. Οπότε, του έλεγα: «Κάτσε εσύ στο μαγαζί και φεύγω εγώ». Και τι έφευγα; Για τέσσερις, πέντε μέρες, μη νομίζεις ότι έφευγα και για μήνες. Εντάξει. Και γενικά δεν στερήθηκα στη ζωή μου, δεν στερήθηκα. Αλλά όλα αυτά γίνανε, είπαμε, με δουλειά. Δουλειά! Γιατί ξέρω και τεμπέληδες, που σκέφτονται τι απατεωνιά θα κάνουνε, για να σου φάνε εσένανε τα λεφτά. Κατάλαβες; Ξέρω πολλούς τέτοιους τεμπέληδες, που η μόνη τους σκέψη είναι τι θα κάνουνε, τι λαμογιά θα κάνουνε, για να βγάλουνε λε[01:00:00]φτά, να σου φάνε λεφτά και δεν ξέρω τι. Ενώ άμα δουλεύεις, είσαι άνθρωπος τίμιος, γιατί σκέφτεσαι και τον κόπο του άλλου και δεν μπορείς να του φας λεφτά.

Ε.Κ.:

Έτσι είναι.

Ε.Χ.:

Έτσι είναι, ακριβώς.

Ε.Κ.:

Πολύ ωραία.

Ε.Χ.:

Να ’σαι καλά.

Ε.Κ.:

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

Ε.Χ.:

Να ’σαι καλά. Κι εγώ σ’ ευχαριστώ που μου έδωσες την ευκαιρία να σου πω τη ζωή μου.

Ε.Κ.:

Είναι πολύ όμορφη και χαίρομαι που τη μοιραστήκατε μαζί μου.

Ε.Χ.:

Να ’σαι καλά, να ’σαι καλά και να έχεις κι εσύ καλή πρόοδο στη ζωή σου.

Ε.Κ.:

Σας ευχαριστώ.

Ε.Χ.:

Και πάντα με προσπάθεια όλα. Έτσι. Να ’σαι καλά, να ’σαι καλά.

Ε.Κ.:

Σας ευχαριστώ.