© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Ένας απόστρατος ναύαρχος του Κινήματος του Ναυτικού εξιστορεί τη ζωή του
Κωδικός Ιστορίας
16092
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Νικόλαος Γαρδικιώτης (Ν.Γ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
18/06/2020
Ερευνητής/τρια
Μαριτίνα Βλαχάκη (Μ.Β.)
Ναύαρχος του πολεμικού ναυτικού.[00:00:00] Γράφει;
Τώρα ξεκίνησε. Λοιπόν. Καλησπέρα, θα μας πείτε το όνομά σας;
Λέγομαι Γαρδικιώτης Νικόλαος του Αθανασίου και είμαι απόστρατος ναύαρχος του πολεμικού ναυτικού, στο οποίο υπηρέτησα 35 χρόνια.
Ωραία, εγώ, λοιπόν, πρέπει να πω και την ημερομηνία. Είναι Παρασκευή, 19 Ιουνίου, βρισκόμαστε με τον κύριο ναύαρχο Νικόλαο Γαρδικιώτη, στη Μελιγού. Εγώ ονομάζομαι Μαριτίνα Βλαχάκη, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε!
Γεννήθηκα στη Μελιγού, τα χρόνια της κατοχής, που είχαν έρθει οι γονείς μου για να επιβιώσουν, όπως όλοι τότε, φύγαν απ’ την Αθήνα και ήρθανε εδώ. Δύσκολα χρόνια, για όλους, απ’ ό,τι λένε. Με πολλές περιπέτειες η οικογένεια. Είναι σημαντικό να πω ότι την πρώτη αίσθηση ότι είμαι ζωντανός, την είχα κάτω από πολύ άσχημες συνθήκες, στην Αρτοκωστά. Όπου οι αντάρτες είχανε πάρει τη μητέρα μου, την αδερφή του πατέρα μου κι εμένανε, επειδή δεν μπορέσαν να συλλάβουν τον πατέρα μου, ο οποίος ξέφυγε και κρυβότανε. Και κρυβότανε στο βουνό, εκεί που είχαν τα γίδια οι Γελεντρήδες. Δηλαδή η οικογένεια του Αδάμη. Στη συνέχεια κατεβήκανε οι Ιταλοί και εκεί ήτανε έτοιμοι με προτροπή του τότε καπετάνιου του ΕΛΑΣ, καπετάν Αχιλλέα, να μην αφήσουν πίσω επιζώντες Έλληνες και να ανεβούν στο βουνό οι αντάρτες, αλλά ο στρατοπεδάρχης, ένας ιδεολόγος –απ’ ό,τι φαίνεται– κομμουνιστής, είπε ότι «εγώ δε βάφω τα χέρια μου με ελληνικό αίμα» και μας πήρε, γυναίκες, παιδιά και μωρά, με κάτι μουλάρια μες τον χειμώνα και μας ανέβασε και μας άφησε κάπου ψηλά, στα ορεινά, δεν ξέρω πού ήτανε και ήρθε ο παππούς ο Λαψάνας και μας μάζεψε. Εκεί στην Αρτοκωστά, κατάλαβα –μίλησα και για πρώτη φορά, γιατί είδα από το παράθυρο την αδερφή του πατέρα μου που ήταν κι εκείνη κρατούμενη, την Ασπασία, να πηγαίνει να μαζέψει χόρτα κι εγώ νόμιζα ότι φεύγει και φώναξα, για πρώτη φορά ανθρώπινα: «Πατσία εδώ!», κάπως έτσι, μη μ’ αφήνεις. Γι’ αυτό και τώρα που μεγάλωσα και ήρθα εδώ, πήγα στην Αρτοκωστά, αλλά βέβαια δε θυμόμουνα τίποτα από ‘κει. Απλώς εκείνη την ανάμνηση από το παράθυρο. Ε, περάσαν τα χρόνια τα δύσκολα, ο πατέρας μου μπήκε στο υπουργείο δημοσίων έργων. Εγώ μικρός ήμουνα περίεργος μάλλον. Μ’ αρέσαν πάρα πολύ τα βιβλία, διάβαζα πολύ και έπαιζα ποδόσφαιρο. Δεν έκανα τίποτα άλλο. Έπαιζα ποδόσφαιρο. Τελικά ποδοσφαιριστής μεγάλος δεν έγινα, αν και είχα κάποτε τη δυνατότητα, να με δοκιμάσουνε μεγάλοι προπονητές, αλλά το διάβασμα μου βγήκε σε καλό, γιατί 17 χρονών μπήκα στη σχολή δοκίμων σαν μηχανικός, που η σχολή δοκίμων τότε ήτανε 500 υποψήφιοι, για 30 θέσεις. Δύσκολα και ήτανε η σχολή στην οποία πηγαίνανε όλα τα παιδιά των επωνύμων και του κόμματος και του ναυτικού και της νομενκλατούρας και μεταξύ αυτών μπήκα και μάλιστα βγήκα και ανάμεσα στους πρώτους 4, σαν μηχανικός. Αυτό ήτανε κάτι που έκανε πολύ υπερήφανο τον πατέρα μου, κι εμένα μου έδωσε μια προοπτική να ανεβώ ένα σκαλοπάτι, ας πούμε, παραπάνω απ’ τη ζωή που κάνουμε όλοι μας, ας πούμε. Πάμε σε ένα πανεπιστήμιο, κάνουμε μια δουλειά, σε μία τράπεζα, γιατί στο ναυτικό μόνο δόκιμος 3 χρόνια, φεύγαμε με το εκπαιδευτικό, γυρνάγαμε όλη τη Μεσόγειο και φτάναμε όλη την Ευρώπη, μέχρι τη Σουηδία. Τη δεκαετία του ‘60. Εμπειρίες τρομερές που την εποχή εκείνη βέβαια, η Ελλάδα ήτανε ακόμα στα μεταπολεμικά χρόνια, τα ήθη ήταν πολύ σφικτά. Εκεί είδαμε άλλους κόσμους, άλλα έθιμα.
Πείτε μας κάποιες από τις εμπειρίες σας εκεί πέρα.
Ορίστε;
Πείτε μας κάποιες από τις εμπειρίες σας.
Να τώρα, διάφορες. Πήγαμε με ένα φίλο μου, συμμαθητή μου σε μια πισίνα με γκαζόν εκεί. Έλληνες εμείς, πιο μαυριδεροί, πιο τριχωτοί για την ηλικία μας, γνωρίσαμε 2 κοριτσάκια και μας λένε το βράδυ να ‘ρθειτε στο σπίτι μας, γειτονοπούλες. Πήγαμε και ήταν οι μπαμπάδες και οι μαμάδες, χαρήκανε που μας είδανε και αντί να βγάλουν κάνα γκράου, όπως θα γινόταν στην Ελλάδα, μας είπανε: «Θα πάμε να φάμε, θα πάμε σινεμά, ε, μέχρι τις 12:00 η ώρα καλά να περάσετε εσείς». Ε αυτό ήτανε κάτι που βέβαια, μας έκανε μεγάλη –αν και δεν ήταν τίποτα σημαντικό– μας έκανε μεγάλη σημασία η διαφορά της νοοτροπίας. Τα ταξίδια αυτά ήτανε πάρα πολύ ενδιαφέροντα, γιατί σε κάθε χώρο που πηγαίναμε, βλέπαμε όλα τα αξιοθέατα, είχε οργανωμένες αυτές. Έτσι, για πρώτη φορά, παιδί ξέρω ‘γω, 18-19 χρονών, μπήκα στα ανάκτορα του Buckingham! Βέβαια όχι στις μεγάλες αίθουσες, αλλά τέλος πάντων μας κάναν μια δεξίωση εκεί, μαζί με τις δοκιμίνες της Αγγλίας. Και Σουηδία, Δανία, άλλες χώρες, άλλα μυαλά. Την τρίτη χρονιά, όταν ήμουνα τριετής, είχαμε στο καράβι μας μαζί και τον ανθυποπλοίαρχο σε βαθμό, διάδοχο του ελληνικού θρόνου, Κωνσταντίνο. Οπότε εκείνο το καλοκαίρι κάναμε το ταξίδι της ζωής μας. Ενώ συνήθως ταξιδεύαμε 5 μέρες και ήμαστε 2 στο λιμάνι, με τον Κωνσταντίνο ήμασταν 5 μέρες στο λιμάνι και ταξιδεύαμε 2 μέρες. Οι δεξιώσεις δε, που γινόντουσαν σε κάθε μέρος επειδή ήτανε κι ο διάδοχος, οι ωραιότερες γυναίκες κάθε χώρας μαζευόντουσαν στις δεξιώσεις αυτές. Έβλεπε τις ωραιότερες γυναίκες με τον κυβερνήτη μας, τέλος πάντων. Αυτά, άμα θες μην τα γράφεις. Εντάξει, ο άνθρωπος αυτός ήτανε... Μεγάλη εμπειρία, ήτανε κάθε καλοκαίρι το περιμέναμε να ‘ρθει. Μετά, όταν βγήκαμε στο στόλο σαν αξιωματικοί, τρέχαμε με τους Τούρκους μια ζωή. Μια ζωή. Φεύγαμε μόλις αρχίζαν να καλυτερεύει ο καιρός βγαίνανε, γιατί οι Τούρκοι δεν πολυβγαίνανε με κακό καιρό. Από το Μάρτιο μέχρι τον Οκτώβριο τρέχαμε στο Αιγαίο, ακριβώς όπως και τώρα, δεν έχει αλλάξει τίποτα. Αυτό βέβαια έπαιξε μεγάλο ρόλο και στο πώς διαμορφώθηκε η ζωή μας. Όταν τρέχεις όλο το μήνα και βγαίνεις έξω σκόρπια λίγες μέρες, πρώτα πρώτα δεν μπορείς να κάνεις ένα δεσμό της προκοπής για την ηλικία σου. Είσαι 20 χρονών, πού να βρεις μία κοπέλα κι αυτά, έτσι να κάνεις ένα φλερτ να να... Εμείς αυτά δεν τα ‘χαμε δυστυχώς. Τι μας έσωζε; Ότι ξέραμε καλά αγγλικά, ντυνόμασταν πολύ καλά, ήμαστε ευπρεπείς. Και βέβαια ποια Αγγλίδα, Γαλλίδα ή Νορβηγίδα ή Σουηδέζα όταν την έβλεπες στο μουσείο που πήγαινες επίτηδες, δε θα δεχόταν να της κάνεις το τραπέζι; Αυτό το εννοώ. Τέλος πάντων, αστειεύομαι. Το ναυτικό, ναι ήτανε, μετά μεγαλώσαμε, ήμουνα και μηχανικός, ωφελήθηκα πάρα πολύ από τη δουλειά μου αυτή. Αλλά... είχα και ας πούμε έτσι ανησυχίες, γιατί η σχολή δοκίμων, το πτυχίο που είχαμε, είχε βέβαια κάποια αξία, ήτανε ας πούμε ισότιμο του Πανεπιστημίου, αλλά πήγα και έδωσα εξετάσεις και μπήκα στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο, γιατί με τραβάγανε κατά κάποιο τρόπο τα οικονομικά. Ζήλευα τον Ανδρέα τον Παπανδρέου. Και τελείωσα το Οικονομικό Πανεπιστήμιο, με δυσκολία βέβαια και με πολλά χρόνια, αλλά πήρα το πτυχίο μου όταν πια είχα οικογένεια. Και μου ‘δωσε μια προσωπική ικανοποίηση ότι απέκτησα ένα πεδίο, ας πούμε γνώσεων, το οποίο ντάξει, μαζί με τα μηχανολογικά –γι’ αυτό και όταν πήγα στην Αμερική, σαν ακόλουθος, πήγα σε ένα πανεπιστήμιο του στρατού και έκανα Engineering με Material Management, δηλαδή πώς διαχειρίζεσαι τα υλικά, για τις μηχανές και τις επισκευές και αυτά. 00:08:45 Και αν δεν ήταν στρατιωτικό νοσοκομείο, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είναι master degree, αλλά δε με ενδιαφέρει αυτό το πράγμα, δεν αναγνωρίζεται. Οι γνώσεις έχουν σημασία.
Ακούγεται το αυτοκίνητο. Συνεχίστε.
Στην πρώτη φορά που πήγα στην Αμερική, ήμουνα... πήγα στη Φιλαδέλφεια 2 χρόνια, μ’ έστειλε το Ναυτικό σε έναν ναύσταθμο και δούλευα σαν επόπτης επισκευής πλοίων, πολεμικών πλοίων, αντιτορπιλικών, τα οποία θα τα παίρναμε μετά στην Ελλάδα, ώστε να είμαι προετοιμασμένος –και την πείρα να έχω την πείρα, γιατί πάντοτε έτσι γίνεται με αυτά τα πράγματα. Εκεί πέρασα πάρα πολύ καλά και πήγα στην Αμερική τότε γιατί είχα τη διάλυση ενός δεσμού με μία γυναίκα η οποία με επηρέασε πολύ στη ζωή μου. Ήταν μια πολύ όμορφη Φιλανδέζα, κόρη και εγγονή ζωγράφου, η οποία και η ίδια ήταν ζωγράφος, ήταν μία πανέμορφη γυναίκα. Πέντε γλώσσες, δούλευε για την FinnAir εδώ στην Ελλάδα και την είδα τυχαία σε ένα λόμπι ενός ξενοδοχείου και ξαφνικά γυρνάει, με κοιτάζει και μου λέει «Πώς σας λένε;», λέω έτσι. «Με ξέρετε;». «Όχι» μου λέει, «αλλά έχω την αίσθηση ότι για να γνωρίσω εσένα ήρθα στην Ελλάδα». Και βέβαια έπεσα απ’ τα σύννεφα, γιατί ήταν πολλών κυβικών γυναίκα, ας πούμε, αλλά εν πάσει περιπτώσει, είχε χίλια καλά, αλλά είχε ένα κακό. Ήταν αλκοολική. Κι έτσι δεν μπορέσαμε να ολοκληρώσουμε τις αυτές. Έβλεπα ότι άρχισα να πίνω κι εγώ και ζήτησα για να απομακρυνθώ να πάω στην Αμερική και πήγα στη Φιλαδέλφεια και έτσι έληξε και μετά από λίγο καιρό αυτή πέθανε. Έχω ακόμη την κόρη της, που τη γνώρισα 3 χρονών, η οποία με λέει «πατέρα» και αυτό είναι μεγάλο πράγμα για μένα, αν και ζει στη Φινλανδία, με λέει γιατί την μεγάλωσα. Αυτά είναι τα περίεργα της ζωής. Πήγα στην Αμερική λοιπόν καραβοτσακισμένος και εκεί ζούσα μέσα σε μία βάση, μου είχαν δώσει ένα διαμέρισμα, το καθαρίζαν, άλλαζαν σεντόνια, είχε φθηνά φαγητά, λέσχες, πράγματα και το βράδυ πήγαινα στη λέσχη αξιωματικών και ήταν τότε το Βιετνάμ και ήταν 20-30 γυναίκες, μόνες, χήρες του Βιετνάμ που τις λέγανε. Ε, ντάξει, πέρασα ένα διάστημα εκεί έτσι χαζο-αυτό, τίποτα το ιδιαίτερο. Και κάποια στιγμή αποφάσισα να κάνω στροφή ποιοτική. Στη Φιλαδέλφεια είναι πολύ φημισμένη η Academy of Music, είναι το Opera House της Φιλαδελφείας, που είναι το παλιότερο στην Αμερική, με τη μεγαλύτερη φήμη. Και με μια ελληνοαμερικανίδα φίλη μου, αποφασίσαμε να πάρω εισιτήρια, αντί να πάω σε κάνα γήπεδο –γιατί τα δίναν τζάμπα στη βάση– να πάμε να δούμε όπερα, “Ubaldo di Passera”. Ιταλικό, καθαρά ιταλικό, με όλα αυτά τα... το καταλάβαινες και η συγκίνηση ήταν μεγάλη και μπροστά μου καθόντουσαν δυο κοπέλες. Η μία ξανθιά γύρναγε και μου χαμογέλαγε, αλλά δεν ήταν, συνηθισμένη μορφή Αμερικανίδας. Η άλλη ήταν μία λεπτούλα, φόραγε στο κεφάλι κάτι σαν αυτό που λέμε στην Ελλάδα φακιόλι, άμα είσαι αχτένιστη βάζεις[00:10:00] ένα πράγμα, όχι τσεμπέρι. Και κάτι λένε μεταξύ τους και γυρνάει αυτή η άλλη και μου λέει –ήμουνα με κοστούμι εγώ έτσι, χωρίς γραβάτα, αλλά με κοστούμι, ευρωπαϊκά ντυμένος, όχι αμερικανικά– και μου λέει: «Είστε Ιταλός;». «Όχι», της λέω: «Δεν είμαι Ιταλός, είμαι Έλληνας». Μου λέει: «Έχουμε κάτι κοινό». «Τι;» της λέω, «Ελληνίδα είσαι;». «Όχι» μου λέει, «είμαι Ρωσίδα ελληνορθόδοξη». Αυτή είναι η γυναίκα μου. Και βέβαια, από την ώρα που τελείωσε αυτό, πήγα εγώ, της τράβηξα το φουστάνι, της έδωσα την κάρτα μου και η αναιδέστατη γύρισε κι εκείνη και μου έδωσε τη δική της. Ποιος πήρε τον άλλο πρώτος τηλέφωνο; Ερώτηση.
Εκείνη;
Εκείνη. Και γνωριστήκαμε και ήταν μία αξιόλογη κοπέλα, η οποία σπούδαζε και δούλευε. Είχε γεννηθεί στο Ρέγκενσμπουργκ της Γερμανίας από Ρώσους που τους είχαν πάρει οι ναζί σε στρατόπεδα εργασίας. Εκεί πέθαναν ο πατέρας της και κάνα δυο από τα αδέλφια της, και η μάνα της με δυο αδέλφια –ήταν τότε ένα πρόγραμμα που πηγαίναν γιατί ο Στάλιν δεν τους πολυήθελε– και τους πήγανε στη Φιλαδέλφεια, στην Αμερική που ήτανε κι άλλοι Ρώσοι εκεί. Και μεγάλωσε, σπούδαζε, αυτά, είχε το αυτοκίνητό της, ήτανε ας πούμε άλλη… η δεύτερη –όπως με τους Ελληνοαμερικάνους, τα παιδιά είναι προχωρημένα, ενώ οι γονείς δουλεύουνε σαν σκλάβοι, πήγαιναν και πλένανε πιάτα– και τελικά ναι, γνωριστήκαμε. Ήταν όμορφη κοπέλα και σοβαρή και κατάλαβα ότι αυτή η γυναίκα θα μπορούσε να κρατήσει το οχυρό. Γιατί εγώ είχα λιγάκι περίεργες, αριστερές ιδέες στο ναυτικό, που για το ναυτικό ήταν πολύ αριστερές, πολύ αριστερές. Ειδικά επί Χούντας, είχα πάει πολύ αριστερά, τέλος πάντων, δεν μετανιώνω γι’ αυτό, έτσι έπρεπε. Κάπου έχω ισορροπήσει, κάπου κοντά εκεί στην Αριστερά. Αλλά πάντοτε και στη νοοτροπία και στην έκφρασή μου της ζωής της ίδιας, είχα αυτές τις... δεν ήμουνα, δηλαδή ούτε το εύκολο κυνήγησα ούτε τον πλούτο ούτε είχα αυτές τις... Αλλά και ο πατέρας μου που ήταν βενιζελικός, τα ίδια ήτανε. Έτσι λοιπόν, γνωριστήκαμε και της έκανα πρόταση. Τώρα πώς να πω στη μάνα μου, τη Μυκονιάτισσα, ότι θα πάρω Αμερικανίδα, που εκείνη μου προξένευε μια Μυκονιάτισσα με τη μισή Μύκονο. Είχε ένα τσιφλίκι η οικογένεια της κοπελιάς, πολύ καλή κοπέλα και εξαιρετική κοπέλα. Τέλος πάντων, με τα σόγια και τα τέτοια.
Ποια εποχή τώρα αυτό;
Αυτό, απ’ την Αμερική γύρισα το... το ‘67 έγινε η Χούντα, το ‘74-‘75 πήγα στην Αμερική, το ‘76. Το ‘76 γνώρισα τη γυναίκα μου και η μητέρα μου με τα μυαλά που είχε πώς θα της το ‘λεγα. Εκεί στη λέσχη αξιωματικών στο Μπάρι, ήτανε μια πολύ όμορφη μαύρη, πολύ όμορφη γυναίκα σαν μαύρη Αφροδίτη. Δηλαδή πολύ όμορφα μάτια, δεν είχε ούτε χείλια μεγάλα, αλλά μόνο που ήτανε μαύρη. Της λέω: «Έλα να βγάλουμε μια φωτογραφία να θυμάμαι ότι μου έφτιαχνες το ουίσκι μου» και λέω στη μάνα μου, της γράφω: «Να σου γνωρίσω τη μελλοντική νύφη σου». Μου απαντάει: «Όποια θέλεις, όποια θέλεις, όχι τη μαύρη!». Οπότε μετά βάζω τη φωτογραφία της γυναίκας μου, ηρέμησε, εντάξει, δεν είχε πια αντιρρήσεις. Τη χάσαμε τη Μυκονιάτισσα με τη μεγάλη περιουσία. Και εντωμεταξύ η γυναίκα μου πάλι, η Tamara, δεν είχε αμερικάνικη υπηκοότητα, είχε την πράσινη κάρτα, πώς τη λένε αυτή, για να δουλεύει, αλλά επειδή εκεί για να πάρεις υπηκοότητα, παρόλο που είχε δικαίωμα, επειδή ήταν displaced person απ’ τη Σοβιετική Ένωση, τη Ρωσία, και τους δίνανε την υπηκοότητα, έπρεπε να πας εκεί και να πεις ότι απεχθάνεσαι τον κομμουνισμό; Απεταξάτω! Απεχθάνεσαι τον σοσιαλισμό; Απεταξάτω! Και αυτά δεν της αρέσανε και δεν πήγε ποτέ να πάρει την... Αλλά της λέω: «Κοίταξε να δεις, θα έρθεις στην Ελλάδα να παντρευτούμε». Αξιωματικός εγώ πρέπει να πάρω Ελληνίδα εξ Ελλήνων γονέων και με προίκα. Και θα πάρω μία Αμερικανίδα, η οποία δεν έχει ούτε αμερικανική υπηκοότητα; Τι θα πω; Και πήγε η καημένη και κλάφτηκε εκεί στο... γιατί έπρεπε να κάνεις χρόνια να πάρεις την υπηκοότητα: «Θα φύγει ο αρραβωνιαστικός μου και είναι στο ναυτικό και θα με ξεχάσει!». Και πήρε την υπηκοότητα σε δυο μήνες! Και ήρθε στην Ελλάδα πριν τα Χριστούγεννα και ο πατέρας μου ενθουσιάστηκε. Η μητέρα μου είχε ακόμα κάποιες αυτές. Και εντωμεταξύ δε μου δίναν άδεια από το ναυτικό να παντρευτώ, γιατί δεν ήταν Ελληνίδα και δεν είχε προίκα. Και είχα ένα εκλογικό βιβλιάριο που έξω κατά λάθος έλεγε αντί για ΠΝ, αξιωματικός ΠΝ, αξιωματικός ΕΝ. Είχε και ο πατέρας μου έναν παπά σε μία εκκλησία στο Μοσχάτο, γιαπί, που τη χτίζανε, την αλλάζανε, γνωστό του απ’ τη Λαμία που είχε υπηρετήσει και του λέει έτσι κι έτσι, λέει: «Θα βγάλω εγώ άδεια, θα τον παντρέψουμε». Και παντρεύτηκα σε μια εκκλησία γιαπί, αλλά βέβαια στο γάμο είχε έρθει… υπηρετούσα σε ένα αντιτορπιλικό, ο κυβερνήτης μου, οι αξιωματικοί, όλοι το ξέρανε, αλλά κάνανε τα στραβά μάτια. Και μετά από κάνα 2-3 μήνες, έδωσα το χαρτί ότι παντρεύτηκα στο ναυτικό, υπήρχε κι αυτή, και μου το αναγνωρίσαν το γάμο και όλα αυτά τα πράγματα και μου ρίξανε και ένα μήνα φυλακή, τυπικά. Όχι μη νομίζεις ότι με ‘βάλαν στα σίδερα, είναι τυπικό, τυπική ποινή, για τους ναύτες δεν βγαίνεις έξω ένα μήνα. Για μας είναι τυπικό για να φανεί ότι για το παράπτωμα που έκανες τιμωρήθηκες.
Γιατί είχε λόγο το ναυτικό στο γάμο; Δεν τα ξέρω αυτά.
Ήμουνα αξιωματικός εν ενεργεία στο πολεμικό ναυτικό.
Οπότε…
Και έπρεπε να πάρεις Ελληνίδα, εξ Ελλήνων γονέων, «μην πάρεις καμία Βουλγάρα και εκτεθούμε!», και να πάρεις και προίκα. Προίκα αξιόλογη, ώστε να μπορείς να πηγαίνεις σε δεξιώσεις, να κάνεις δεξιώσεις, Βασιλικόν Ναυτικόν ήταν τότε, δεν ήταν αστεία τώρα. Τέλος πάντων και τα τακτοποιήσαμε κι αυτά. Έχουμε 3 παιδιά, τον Θάνο, την Τατιάνα και τον Δημήτρη. Ο Θάνος έχει τελειώσει ναυτιλιακά και κάνει ναυλώσεις πλοίων και πάει μια χαρά, γιατί η ναυτιλία πάντα δίνει. Η κόρη μου είναι καθηγήτρια αγγλικών και γαλλικών κι αυτή πάει μια χαρά και ο Δημήτρης τελειώνει, τελειόφοιτος Γεωπονικής στο Οικονομικό. Με τη γυναίκα μου αν και έχουμε λιγάκι… μετά από πολλά χρόνια απομακρύνεσαι, έχουμε καλή σχέση. Έφτιαξα το σπίτι στο χωριό εδώ, το αναπαλαίωσα και το έφτιαξα, γιατί ήτανε σοβατισμένο, ενώ κοίταξε τι ωραίο που ήταν φτιαγμένο παλιά. Του έκανα την προσθήκη εδώ, έχει τις κρεβατοκάμαρες επάνω και ένα μπάνιο, το κάτω αυτό το είδες. Τον κήπο μου που αυτό κάνω πια, φυτεύω και καλλιεργώ. Θάλασσα, μπάνιο, κάνα ψάρεμα, έρχονται τα παιδιά. Απόψε θα ‘ρθει ο γιος μου με τη γυναίκα του. Κι έτσι προχωράει η ζωή τώρα στα 70 κάτι, με την ικανοποίηση ότι... Έχω φτιάξει ένα πολύ ωραίο σπίτι στον Κάλαμο, 200 τετραγωνικά. Πήρα ένα χωράφι αλλά άξιζε τον κόπο, γιατί από τα παιδιά που δουλεύουν στην Αθήνα είναι πιο εύκολο να πάνε εκεί και να κάνουν τα μπάνια τους –που είναι 25 λεπτά απ’ την Αθήνα– στην παραλία του Καλάμου. Και έχω και ακόμα μια εκκρεμότητα να φτιάξω ένα παλιό σπίτι στην απάνω Μελιγού, που έχω κληρονομήσει και είναι γιαπί και θέλει αρκετά λεφτά, γιατί δεν έχει φτιαχτεί ποτέ στη ζωή του. Αλλά έχει μία θέα… Είναι ένα τριώροφο σπίτι στην απάνω Μελιγού, που βλέπει μέχρι τον αχλαδόκαμπο, μέχρι το Άργος, υπέροχο σπίτι, με θόλο από κάτω, μονόχωρο, το ισόγειο. Και διώροφο το ισόγειο και ένα αίθριο και πάνω, ένα πολύ όμορφο σπίτι, αλλά παίζω τζόκερ τώρα, άμα μου πέσει, θα το φτιάξω. Όχι, θα το φτιάξω σιγά σιγά, θα το προγραμματίσω και θα το φτιάξω. Πολεμάμε και χτίζουμε μια ζωή.
Να μας πείτε και για την ιστορία του σπιτιού αυτού.
Το σπίτι αυτό, αυτοί οι δύο κορμοί εκεί, που θα τους βγάλεις φωτογραφία, είναι εδώ από τότε που το σπίτι δεν είχε την προσθήκη επάνω.
Μισό λεπτό γιατί δεν θέλω να ακούγεται.
Ναι. Κατά την ιστορία, όταν έγινε η εθνοσυνέλευση στο Άστρος, ο Κολοκοτρώνης, το αρχηγείο του ήταν στο κέντρο της Μελιγούς και τα παλληκάρια του ήταν εδώ στα Μελιγιώτικα Καλύβια. Που εδώ, τελευταίο σπίτι ήταν αυτό και μετά πήγαινε στο Καστράκι, δεν είχε τίποτε άλλο. Κι ο Κολοκοτρώνης λένε ότι με ένα παλικάρι του έμεινε εδώ που ήταν τραυματισμένο και μάλιστα πέθανε το παλικάρι του. Και στο ένα κομμένο εκεί καθότανε και στο άλλο ακούμπαγε το ναργιλέ του. Τότε δεν υπήρχαν και τραπεζάκια και καρεκλίτσες και τέτοια πράγματα. Κι αυτή η μουριά ήτανε και τότε. Ο πατέρας μου έφτιαξε βέβαια αυτήν την κατασκευή τη σιδερένια, την κρεβατίνα και εγώ τη διαμόρφωσα να είναι έτσι… να είναι όλα αυτά εκεί πέρα τουρλού και η μουριά και τα τέτοια και όλα να κάνουν σκιά. Δε με ενδιαφέρει η παραγωγή. Και είμαι πάρα πολύ ευχαριστημένος με αυτό το σπίτι εδώ, πάρα πολύ, το λατρεύω.
Είναι πολύ ωραίο.
Αυτά είναι τα... αυτά που έκανα στη ζωή μου. Καλά πήγα, ελπίζω ότι τα παιδιά μου το αναγνωρίζουν και μου το λένε συνέχεια, αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό για έναν γονιό. Λένε: «Πατέρα μπράβο, έκανες πράγματα που εμείς θα τα χαρούμε, γιατί στην εποχή μας είναι δύσκολο να κάνουμε αυτά τα πράγματα» κι αυτό είναι πολύ μεγάλο πράγμα για ένα γονιό. Το σπίτι μου στην Αθήνα, πάνω εγώ, κάτω ο γιος μου. Κάτω είναι τόσα τετραγωνικά αυτά, μονοκατοικίες με το δέντρο, με τη λεμονιά μας και η πόρτα είμαστε αυτοί, δεν έχουμε άλλα διαμερίσματα. Βέβαια στα Πετράλωνα, που είναι μια πολύ ωραία γειτονιά. Κάποτε ήτανε πολύ υποβαθμισμένη, γιατί ένα ρέμα που ήτανε γύφτοι είχαν τέτοια, αλλά τώρα είναι πάρα πολύ ωραία, είναι κάτω από το Θησείο, είναι κοντά στο τρένο, στον ηλεκτρικό, κοντά στην Ομόνοια, κοντά παντού, μέσα σ’ όλα είναι. Έτσι τα παιδιά μου έχουν τα σπίτια τους, έχω πάρει ένα διαμέρισμα στην κόρη μου, πολύ κοντά εκεί. Και τώρα που είμαι πια συνταξιούχος και τακτοποιημένα τα πράγματα, απολαμβάνω τη θάλασσα εδώ, αρχίζω τα μπάνια το Μάρτιο, εκεί μόλις αυτώσει, μέχρι τον Οκτώβριο, Νοέμβριο, πηγαίνω κάθε μέρα. Και μπορώ να πω και ότι και από υγεία πάω καλά. Εδώ οι άντρες στην ηλικία μου έχουν προστάτη, είχα και ένα ατύχημα εδώ κάηκα, τέλος πάντων θα περάσει, περαστικό είναι. Πήγα να τηγανίσω πατάτες, έλα Παναγία μου. Αφού η κουζίνα δεν είναι το καλύτερό μου δωμάτιο του σπιτιού. Αυτά και από εκεί και πέρα εντάξει. Αν είναι να ‘ρθει θα ‘ρθεί, αλλιώς θα προσπεράσει. Προσπαθώ όσο είμαι καλά, να ζω ενεργητικά, να κάνω πράγματα, να ‘χω ακόμα και σχέδια για το μέλλον. Αυτό είναι πολύ σημαντικό για τον άνθρωπο, γενικά για να μην γεράσει πρόωρα. Θέλεις να με ρωτήσεις κάτι άλλο εσύ τώρα;
Ναι, φυσικά, πάρα πολλά-
Για λέγε.
Μπορούμε να πούμε ακόμα! Θα ήθελα, για παράδειγμα, να μας πείτε πώς θυμάστε τα χρόνια της Χούντας.
Ναι. Τα χρόνια της Χούντας. Το βράδυ του Κινήματος του Ναυτικού, είναι η νύχτα της ζωής μου. Ήμουνα δεύτερος μηχανικός σε ένα αντιτορπιλικό και ο κυβερνήτης μου μου ζήτησε στις 10 η ώρα το βράδυ [00:20:00]να είναι το πλοίο σε άμεση ετοιμότητα. Τα πλοία αυτά είχανε καζάνια που ανάβανε πετρέλαιο και βγάζαν ατμό και μετά ο ατμός πήγαινε και σε ατμοστροβίλους, είναι μια ολόκληρη διαδικασία, θέλει 4 ώρες να είναι έτοιμο να φύγει. Και μου είπε 10:00 η ώρα να ‘μαστε έτοιμοι και θα γυρίζανε οι ναύτες στις 9:00, όσοι είχαν εξόδους, 10:00 η ώρα θα ‘ναι όλοι μέσα και θα έστελνα τη βάρκα του πλοίου στο Πέραμα, γιατί είμαστε σε τσαμαδούρα. Ξέρεις τι είναι η τσαμαδούρα; Μες τη θάλασσα είναι με αλυσίδες πιασμένη στον πάτο ένα μεταλλικό που πλέει και δένει το πλοίο απάνω με ασφάλεια για τον καιρό, μην ξεσύρει και τέτοια. Και θα ετοιμαζόμασταν 10:00 η ώρα να φύγουμε και το πλοίο ήταν σε άμεση ετοιμότητα και ενώ είχαν έρθει όλοι μέσα, έστειλα τη βάρκα να φέρει τον κυβερνήτη και δεν ερχόταν η βάρκα. Και παίρνω στο ραδιοτηλέφωνο το Πέραμα και μου απαντάει ένας ανθυπασπιστής, ξυλουργός, Αβραμόπουλος, θείος του Αβραμόπουλου, ο αδερφός του πατέρα του, ότι: «Εγώ κάνω κουμάντο εδώ, οι αξιωματικοί θα πάνε στη λέσχη αξιωματικών στο Μπαλάσκα υπό κράτηση, διότι έχουμε πληροφορίες ότι ετοιμάζεται ατιμωτικό κίνημα εναντίον της εθνικής κυβέρνησης», της Χούντας δηλαδή, και έχουν κατεβεί οι ΛΟΚατζήδες και φυλάνε τα αυτά, επομένως δεν πρόκειται να έρθει κανένας μέσα. Και στις 13:00 η ώρα, από μία βάρκα από κάποια άλλη περιοχή, ήρθε ο κυβερνήτης μου μέσα και του λέω του κυβερνήτη: «Είμαστε 2 αξιωματικοί εδώ, ένας της γέφυρας, εγώ στη μηχανή, είναι όλοι μέσα, όλο το προσωπικό, μπορούμε να φύγουμε, με σκοπό να πάμε όπου λέει το σχέδιό σας που έχετε εσείς αυτό, να πάμε στον Πειραιά, να βγάλουμε μια βάρκα να πάρουμε κι άλλους αξιωματικούς που είναι σε επιτελεία, να… μπορούμε να φύγουμε. Να ξεκινήσει το πράγμα και θα είναι πιστεύω και τα άλλα καράβια το ίδιο». Μου λέει: «Όχι, θέλω να πάω να δω τον αρχηγό στόλου, τον Αραπάκη, γιατί θέλουν να τεθεί επικεφαλής και να φύγουμε συντεταγμένα, σαν στόλος». Του λέω «Κύριε… θα σας συλλάβουν». Γιατί αν ο κύριος Αραπάκης, αρχηγός στόλου, θα είχε δείξει αυτό το πράγμα μέχρι τώρα... Και όπως το είπα, πήγε πάνω και τον συλλάβανε. Και συλλάβανε όλους τους κυβερνήτες και ήρθανε στα καράβια, τέλος πάντων, έγινε ένα αυτό, δεν μπορέσαμε να φύγουμε. Γιατί αν πετύχαινε το Κίνημα του Ναυτικού, ίσως να γλιτώναμε την Κύπρο. Που έγινε ένα χρόνο μετά. Ιωαννίδης, έπεσε ο Παπαδόπουλος, ο Ιωαννίδης πρόλαβε έκανε το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου, βρήκαν την ευκαιρία οι Τούρκοι, μπήκανε μέσα και από τότε όλα έχουν αλλάξει. «Οργάνωση για το Κίνημα του Πολεμικού Ναυτικού». Δεν θέλω να το διαβάσεις όλο, αλλά λέει εδώ πέρα αυτή την παράγραφο εκεί που με αναφέρει, γιατί στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις και θα ήθελα να το δεις αυτό το πράγμα. Ήταν η νύχτα της ζωής μου. Μου λέει ένας ανθυπασπιστής: «Κύριέ μου, απόψε» λέει, «εσείς δεν περπατάτε, πετάτε!». Του λέω: «Σκάσε και κολύμπα, το πρωί θα τα δούμε, θα κάνουμε αυτό». Αλλά δυστυχώς δεν μπορέσαμε… Το «Κίνημα του Πολεμικού Ναυτικού στο Ασπίς», το γράφει ένας οικονομικός του καραβιού, ο οποίος σε αυτό λέει πώς έζησε αυτός, παρόλο που δεν μπορέσαμε να φύγουμε, πώς μας πιάσανε την άλλη μέρα και όλα αυτά τα πράγματα. Και εδώ πάλι κάτι αναφέρει και για μένανε, εδώ αν το δεις εκεί πάνω κάτι λέει.
Ναι.
Γιατί και αυτό… όλα τα παιδιά, όλοι οι αξιωματικοί του καραβιού ήτανε έτοιμοι να τα δώσουμε όλα εναντίον της Χούντας. Αλλά τελικά δεν μπορέσαμε να κάνουμε αυτό που... να γίνει αυτό που θέλαμε. Φέρανε έναν χουντικό κυβερνήτη –γελοίος– στο καράβι και έναν πρώτο μηχανικό άσχετο, ο οποίος ήταν και φίλος μου, αλλά ανακαλύψαμε τα προσωπικά και εγώ που ήμουνα η καρδιά του κινήματος με αφήσαν στο πλοίο! Και μετά κάποιος κατάλαβε, μαθεύτηκε ότι αυτά και κάναν το λάθος, το άλλο λάθος. Να με στείλουν πρώτο μηχανικό σε ένα πετρελαιοφόρο του πολεμικού ναυτικού, που είχαμε 2 τότε. Και όταν γινόταν άσκηση ή όταν γινόταν οτιδήποτε και φεύγανε τα καράβια, το πετρελαιοφόρο πήγαινε από πλοίο σε πλοίο. Εμείς ακούγαμε με τον κυβερνήτη “Deutsche Welle” και «Η Φωνή της Αλήθειας» και πηγαίναμε και ενημερώναμε τους αξιωματικούς για τις εξελίξεις, τι γίνεται, τι λέει ο Καραμανλής, τι λέει ο Παπανδρέου, τι λέει ο ένας, τι ακούγεται, τι θα γίνει, τι θα κάνει. Ήτανε όλα εκείνη την εποχή ήταν και να γελάς και να κλαις. Γιατί στην ουσία, απ’ ό,τι είδα εγώ στο ναυτικό, όλοι οι σοβαροί άνθρωποι είτε ήτανε δημοκρατικοί –γιατί δεν είχαμε και πολλούς αριστερούς, ήτανε βασιλικοί... το ναυτικό ήτανε πολύ δημοκρατικό. Όλοι επομένως ήτανε –και βγήκανε κάτι χαμένα κορμιά, κάτι άχρηστοι, οι οποίοι εκμεταλλευτήκανε τη Χούντα για να προβληθούνε εις βάρος καλύτερων, γιατί δεν είχανε στον ήλιο μοίρα. Γιατί στο ναυτικό, απ’ το βαθμό του πλωτάρχη και μετά, κρίνεσαι κάθε χρόνο. Και κρίνεσαι είτε παραμένεις κατ’ εκλογήν ή φεύγεις, δεν έχει πια… Ε και αυτοί νομίζανε ότι έτσι θα φτάσουν. Ήταν μια περίεργη αυτή. Και εντάξει, δεν καταφέραμε να κάνουμε τίποτα, αλλά έμεινε για μας η ικανοποίηση ότι προσπαθήσαμε. Και την άλλη μέρα όταν ήρθαν και μας πήρανε και ήμασταν δεμένοι επάνω στο ναύσταθμο, είδα ναύτες να κλαίνε. Ήτανε μια... και όχι μόνο. Κι εγώ που το θυμάμαι τώρα μετά από τόσα χρόνια συγκινούμαι. Γιατί αισθάνεσαι ότι τώρα μπορεί να πετάξεις και ξαφνικά σου κόβουν τα φτερά. Δεν πειράζει, τελειώσαν αυτοί, χαθήκανε, πάνε. Επανήλθαμε στην κανονικότητα, εγώ έχω πολύ καλή εξέλιξη στο ναυτικό. Τελευταία μου υπηρεσία ήμουν αρχιμηχανικός στόλου 2 χρόνια και... Θέση μεγάλης ευθύνης, αλλά πήγα πάρα πολύ καλά, κυρίως γιατί είχα... να πω την εκτίμηση, να πω την αναγνώριση, από τους μικρότερους αξιωματικούς, τους μηχανικούς. Και τότε μετά τη Χούντα που ήταν κάτι εποχές περίεργες και αυτά, με τα σταγονίδια που λέγανε τότε ότι θα ξανακάνουνε προσπάθεια, ήταν ένα διάστημα που ήμουνα… είχα εντολή να μαζεύω μικρούς αξιωματικούς και να μαζευόμαστε σε διάφορα ταβερνάκια εδώ κι από κει και να τους εξηγώ τα πράγματα και να τους παροτρύνω να ψάξουν να βρούνε και να κρίνουνε ποιος είναι ο δρόμος της δημοκρατίας, για μας τους αξιωματικούς του ναυτικού και τι θέλουν κάτι περίεργοι. Και πώς, βέβαια, πάντα να είναι οι πρώτοι στη δουλειά, γιατί το καράβι το πολεμικό είναι εκείνο που μετράει σε μια κρίση με την Τουρκία και όλα αυτά τα πράγματα. Ήμουνα δηλαδή ινστρούκτουρας. Τέλος πάντων. Όχι, γνώρισα και ακόμα έχω φιλίες με νεαρά παιδιά, οι οποίοι και αυτοί είναι απόστρατοι τώρα και θυμόμαστε εκείνες τις εποχές, που νομίζαμε ότι κάνουμε κάτι πολύ σημαντικό, δεν ξέρω αν ήταν ή αν δεν ήταν, τότε εμείς έτσι νομίζαμε. Αυτά. Άλλη ερώτηση;
Κι άλλα θέλω, να επιμείνουμε στα παιδικά σας χρόνια, τον πόλεμο, τους αντάρτες...
Τα παιδικά μου χρόνια. Γεννήθηκα στη Μελιγού. Ήτανε Ιούνιος, αύριο έχω γενέθλια, 20 Ιουνίου και μάλλον 20 Ιουνίου θα ήμασταν στην απάνω Μελιγού. Και ειδοποίησαν το πατέρα μου, ο οποίος κάποια δουλειά έκανε στον κάμπο –τότε στον κάμπο δεν έμενε κανένας, γιατί δεν είχε νερά, ένας δραγάτης έμενε μόνο. Όλοι πηγαίνανε, φεύγαν όλοι και πηγαίνανε ορεινή Μελιγού, Αη Γιάννη, Καστρί, Άγιο Πέτρο, Πλάτανο, Χάραδρο. Δεν έμενε ψυχή κάτω εδώ, μόνο ελονοσία και κουνούπι.
Θυμάστε την ελονοσία;
Όχι, εγώ, αλλά ακούω που λέγανε τότε. Κάτω δεν υπήρχε, τώρα έχουμε τα νερά, κάνουμε ψεκασμούς. Τότε ο βάλτος ήταν γεμάτος κουνούπια. Και ειδοποίησαν τον πατέρα μου ότι ήρθε η Μαρία η μαμή και μάλλον εύκολα, όπως ήταν τότε τα πράγματα, γεννήθηκα στην απάνω Μελιγού, την οποία και λατρεύω. Γιατί μετά, όταν ήμουνα στο δημοτικό και στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου, η οικογένειά μου με τον πατέρα μου στο υπουργείο δημοσίων έργων, πήγαμε Τρίκαλα πολλά χρόνια, Λαμία πολλά χρόνια. Εγώ κάθε καλοκαίρι ερχόμουνα στην απάνω Μελιγού. Είχαμε μία συνάδελφο του πατέρα μου χήρα και εκεί μεγάλωσα, ας πούμε. Και από ‘κείνη την εποχή είναι και οι γνωριμίες μου στους Μελιγιώτες. Είμαστε όλοι πάνω από 70. Πολλοί έχουν πεθάνει, τα νέα παιδιά, τους νέους, δεν του ξέρω ούτε εδώ ούτε στο Άστρος βέβαια. Ήταν δύσκολα τα πρώτα χρόνια. Θυμάμαι στην Αθήνα, πρέπει να ήμουνα πρώτη δημοτικού, ‘48, πήραν τον πατέρα μου στην εθνοφρουρά. Ενώ είχε κάνει θητεία στην αεροπορία, τότε με τον εμφύλιο τους ξαναπαίρνανε –περισσότερο για λόγους προπαγανδιστικούς, ποιος ξέρει. Και μείναμε η μάνα μου, εγώ και η αδερφή μου, ακόμα μικρότερη, 3 χρόνια μικρότερη εκείνη, ξεκρέμαστοι. Αλλά η μάνα μου δεν το ‘βαλε κάτω. Ξενόπλενε και εγώ έκανα την πρώτη μου δουλειά. Στο πανηγύρι της Αγίας Αικατερίνης, που είχαν τους πάγκους και πουλάγανε, πήγαινα και πούλαγα κάτι που πούλαγε ένας πάγκος και φώναζα «Πάρτε!». Και μου ‘δωσε όταν τελείωσε το βράδυ το πανηγύρι, ολόκληρο 2 δραχμές! Τότε το ψωμί το κιλό είχε 250 λεπτά. Και το πήγα στη μάνα μου με υπερηφάνεια. Και μετά βέβαια περάσαν αυτά, δούλευε και στο υπουργείο δημοσίων έργων ο πατέρας μου, περάσαμε πολύ ωραία χρόνια στα Τρίκαλα. Οι Θεσσαλοί, η εμπειρία που έχω σαν παιδί εκεί, ήταν θαυμάσιοι άνθρωποι. Ο πατέρας μου έκανε πολλούς φίλους, η μητέρα μου πολλές φίλες. Με τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους ακόμα έχω εγώ επαφή. Ήταν υπέροχοι άνθρωποι. Αισθανθήκαμε σαν να είμαστε στο χωριό μας. Μετά από ‘κει πήραμε μετάθεση στη Λαμία, άκρως αντίθετοι! Μείναμε εκεί 5 χρόνια, ο πατέρας μου έκανε παρέα μόνο με Πελοποννήσιους, γιατί είχε μια θεολογική σχολή εκεί και είχε δύο καθηγητές που ήταν απ’ την Αρκαδία, με Αρκάδες κυρίως, ένας αξιωματικός του στρατού, Λαμιώτης δεν μας άνοιξε μία πόρτα 5 χρόνια και παραπάνω.
Γιατί έτσι πιστεύετε;
Άλλη νοοτροπία οι Λαμιώτες. Οι Λαμιώτες είναι πολύ μονόχνωτοι και κλειστοί ανθρώποι. Ειδικά τους κάτω απ’ το αυλάκι δεν τους χωνεύουνε, τους θεωρούνε ότι κυβερνάνε την Ελλάδα, ότι παίρνουν το μεγαλύτερο κομμάτι απ’ την εξουσία την πολιτική, την οικονομική και την αυτή και έχουν αυτά τα κολλήματα. Από εκείνη την εποχή της [00:30:00]Λαμίας, έχω έναν φίλο εκεί ακόμα. Που αυτός ήτανε ο πατέρας του από τη Θράκη και μόνο η μάνα του από εκεί, και γεννήθηκε εκεί πέρα. Πηγαίναμε μαζί στο δημοτικό και κάνουμε ακόμα παρέα. Είναι δικηγόρος. Απ’ τα Τρίκαλα δεν πρόλαβα, γιατί έφυγα μικρός. Εκεί βέβαια έμενα στο σπίτι μιας οικογενείας που είχε 2 κορίτσια και ένα αγόρι. Και το κοριτσάκι το μεγάλο ήτανε συμμαθήτριά μου, ήταν η Νανά. Με τη Νανά ήμαστε κολλητά. Μια αγαπιόμαστε, μια μισιόμαστε, μισούσε ο ένας τον άλλο, παίζαμε μπουνιές, κάναμε αγκαλίτσες, διαβάζαμε μαζί, είμαστε αυτά. Φύγαμε από ΄κει, χαθήκαμε και ήτανε τότε την εποχή που ήταν η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ –πότε τώρα ήτανε, ήμουνα πλωτάρχης– το ‘80 κάτι. Και γίνεται ναυτική εβδομάδα πού, στα Τρίκαλα που έχει ένα ποτάμι. Ήμουνα πλοίαρχος τότε και δηλώνω συμμετοχή. Θα ήταν ένας ναύαρχος, ένας υπουργός, κάτι υπαξιωματικοί, άλλοι αξιωματικοί, ένα τσούρμο εκεί με ένα λεωφορείο, πήγαμε στα Τρίκαλα για ναυτική εβδομάδα. Με στολές άσπρες παρακαλώ. Και όπως πηγαίναμε ήταν κάτι κορίτσια μπροστά και βλέπω τη Νανά. Τώρα μιλάμε από το δημοτικό, μιλάμε… Και φωνάζω: «Νανά, δε μου μιλάς, δε μιλάς στο φίλο σου;». Γυρνάει, με κοιτάει, «Τι φίλο μου;» λέει, «δεν έχω εγώ φίλους στο ναυτικό». «Το φίλο σου το Νίκο, που ζούσατε στο ίδιο σπίτι, στο δημοτικό, έτσι τον ξέχασες;». Ανοίγει τα μάτια, ήταν και μικροκαμωμένη. Έχεις δει στο έργο που τρέχει και βάζει τα πόδια εδώ και αγκαλιάζει; Ένα πράγμα έτσι, λέω: «Μαζέψου, με στολή είμαι!». «Νίκο, μετά από τόσα χρόνια!». Αυτή ήτανε πολύ καλή μαθήτρια και ήθελε να σπουδάσει. Ο πατέρας της ήταν ένας τυπικός, εκεί πατριάρχης, ο οποίος τα κορίτσια δεν άφησε να σπουδάσουν και έδωσε ένα σκασμό λεφτά να σπουδάσει ο γιος του ο μικρότερος, που δεν τελείωσε τίποτα. Και της είχε μείνει της Νανάς αυτό, γι’ αυτό μου λέει: «Και τα 2 μου παιδιά master degree στην Αγγλία». Πανεπιστήμια ό,τι… Και καθίσαμε και περάσαμε με τη Νανά, όπου πήγαινε το ναυτικό και η Νανά μαζί. Τελικά το τελευταίο βράδυ κάναν μία εκδήλωση στο στάδιο των Τρικάλων και πήγαμε με στολές, έγινε κάτι χορευτικό εκεί, η Μαρίζα Κωχ τραγούδησε και πια θα αποχωριζόμαστε. Και έρχεται λοιπόν η Νανά με έναν πολύ γεροντότερο σύζυγο και λέει: «Από εδώ είναι ο παιδικός μου φίλος, ο Νίκος που σου έλεγα». «Χαίρω πολύ» μου λέει, «πότε φεύγετε;». Ανησύχησε ο άνθρωπος! Του λέω: «Τελευταίο μου βράδυ, αύριο το πρωί θα είμαστε στην Αθήνα». Και έτσι έληξε η ιστορία με τη Νανά. Και άλλη μία ιστορία που αξίζει να ακούσεις. Είναι με τούτο εδώ.
Ναι.
Αυτό είναι η ταυτότητά μου. Και κολυμπώντας στις Πόρτες το ‘χα με μια αλυσίδα μεταλλική, σαν αυτά που τραβάμε τους ρουμπινέδες εκεί, έσπασε και την έχασα. Και έρχεται μια κοπέλα με έναν νεαρό και μου λένε: «Αυτό, το όνομά σας -λέει- είναι δικό σας». Είναι η ταυτότητά μου του ναυτικού, έχει όλα μου τα στοιχεία επάνω, γράφει απάνω ομάδα αίματος, τέτοια, αυτά, βαθμούς. Λέω: «Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, είναι η ταυτότητά μου του ναυτικού, την έχασα στη θάλασσα». Και... «Τάκης Αδάμης, Δήμητρα», «Χαίρω πολύ απ’ τη Μελιγού;». «Αλλά εμάς μας λένε "Γελεντρήδες" -λέει- το παρατσούκλι». «Για καθίστε, ρε παιδιά» λέω, «Έναν Γελεντρή με καμπούρα, βοσκό και τον αδερφό του και τη γυναίκα του αδερφού του, που ήταν πάνω στην Αγια-Τριάδα;». «Παππούς μου ήταν και ο αδερφός του παππού μου!». «Τι λέτε, ρε παιδιά; Αυτοί σώσαν τον πατέρα μου!». Λέει: «Κάτσε!». Ο πατέρας μου ζούσε ο μπαρμπα-Γιώργης. Και μας είπε όλη την ιστορία. Ότι ο πατέρας μου, παρόλο που ήτανε, ας τον πούμε, δημοκρατικός επί κατοχής, η εξουσία ήτανε στον καπετάνιο της περιοχής, τον καπετάν Αχιλλέα. Ζησιάδης στο επίθετο. Ο καπετάν Αχιλλέας, ήταν πολιτικός μηχανικός σπουδασμένος στην Ιταλία και όταν ήρθε εδώ –ήτανε ωραίος τύπος, ωραίος άνδρας– όταν ήρθε καβάλα στ’ άλογο, καπετάνιος του ΕΛΑΣ στην πλατεία του Άστρους, έγινε πανζουρλισμός. Οι συντρόφισσες γύρω του 5-6 τον αποθεώνανε, είδωλο ο καπετάν Αχιλλέας, νέος καπετάνιος. Και λέει ο πατέρας μου παγωμένος, κάπου σε μια συγγένισσά του: «Αυτός» λέει, «δεν είναι καλός άνθρωπος, ήμουνα μάρτυρας κατηγορίας του σε υπόθεση μοιχείας με τη γυναίκα του Βάραγκα». Βάραγκας ήταν ένας έμπορας στον Πειραιά από ‘δω, η γυναίκα του Μελιγιώτισσα, όμορφη γυναίκα, ο οποίος φώναζε τον πατέρα μου, επειδή ήταν πολυάσχολος εκείνος και έλεγε: «Πάρε τη γυναίκα μου, πήγαινέ την ένα σινεμά». Νέα και ωραία η γυναίκα του. Και πηγαίνανε στον κινηματογράφο, την έχανε κάνα μισάωρο και ένας που καθόταν εκεί, ωραίος άνδρας, διακριτικά, χανόταν κι εκείνος κάνα μισάωρο, περί της τουαλέτας δηλαδή. Και μετά ερχόντουσαν και γυρνάγανε πίσω και αυτός κατάλαβα ότι ήταν ο καπετάν Αχιλλέας. Κι όταν το ‘πε εδώ πέρα, πήγε και του το σφύριξε κάποιος. Κάνανε κομματική οργάνωση στο βερβενιώτικο σχολείο και είπε: «Μην μας κάνεις τώρα το μεγάλο, εσύ για μοιχεία έχεις πάει μέσα». Τους πιάσαν με το σεντόνι τότε σε ένα ξενοδοχείο και τον πήγαν και τον πατέρα μου μαζί με τους μοιχούς και τον άντρα, για να της δώσει διαζύγιο και να μην πάρει τίποτα, αποζημίωση. Με τα σεντόνια. Ήταν ποινικό αδίκημα τότε η μοιχεία, τώρα δεν είναι πια. Και του λέει «Ποιος στο είπε;». «O Γαρδικιώτης». Στέλνει δυο δικούς του, τον παίρνουνε τον πατέρα μου, τον πάνε για εκτέλεση στη Λουκού. Τον στήνουνε στο αυτό, χειμώνα καιρό, με μια χλαίνη, που φόραγε ο πατέρας μου. Και λέει: «Ρε παιδιά, να κατουρήσω», λέει. Λένε: «Τώρα που θα πας εκεί, θα κατουράς όσο θέλεις». «Έλα» λέει ο άλλος, «ασ’ τον μωρέ». Κι όπως γυρνάει έτσι να βγάλει τη χλαίνη του, τους ρίχνει τη χλαίνη απάνω τους, στους δύο, τους αιφνιδιάζει και φεύγει στην κατηφόρα κάτω εκεί να κρυφτεί και τον πυροβολούν και τον παίρνει μία σφαίρα στη γάμπα διαμπερές. Και φεύγει από ‘κει και πάει στη ραχούλα και χώνεται σε ένα αμπάρι με ελιές, μέχρι το λαιμό, για να μην τον πιάσουν τα σκυλιά, γιατί αρχίσαν και τρέχανε και πηγαίνανε προς το Άργος, γιατί νομίζαν πως θα φύγει προς τα ‘κει. Εκείνοι, δεν ξέραν ότι ήταν τραυματισμένος, δεν είδαν τα αίματα εκεί πέρα, αλλά μετά εκεί που χώθηκε στις ελιές, τον χάσανε. Και τα σκυλιά μες τις ελιές που τις αφήναν τότε να γίνουνε πολύ γινομένες, για να βγάλουν λάδι –δεν είναι όπως τώρα που τις βγάζουμε άγουρες– καταλαβαίνεις πώς ήταν εκεί μέσα. Τελικά βγήκε μέσα από τις ελιές τα ξημερώματα, λαδωμένος και παγωμένος και στο δρόμο ένας που λέγεται –θα το θυμηθώ το όνομά του– τον είδε ένας: «Θανασάκη, τι έπαθες;» κι αυτά, του λέει: «Άσε με…» και ο άνθρωπος του έδωσε τη χλαίνη του. Την εποχή εκείνη –το παλτό του– ένα παλτό ήταν μια περιουσία. Κατσής. Χαρής Κατσής λεγόταν αυτός ο φίλος του. Και πήγε στις Κορδωνίτσες, τις κόρες του Μιχάλη του Κορδώνη που είχε το μύλο στον απάνω Αγιάννη, το νερόμυλο –ήτανε ξαδέρφες, η γιαγιά ήτανε Κορδωνίτσα– και τον βάλανε σε ένα καζάνι και τον βράσανε, του δώσανε κάτι εσώρουχα του αδερφού της του Κώστα. Και μετά, ανέβηκε το ρουμάνι όλο, απ’ εδώ απ’ την Παλαιοπαναγιά και έφτασε στην Αγια-Τριάδα, εκεί άνοιξε το τραύμα του και έφτασε ξεψυχισμένος και βόγκαγε. Και ήτανε ο παππούς του Τάκη και της Δήμητρας, με τη γυναίκα του και τον αδερφό του, που ήταν καμπούρης, τον ακούσανε και λέει ο πατέρας μου: «Δώστε μου λίγο νερό να πιω και μην ασχοληθείτε μαζί μου, γιατί θα σας κυνηγήσει ο καπετάν Αχιλλέας». Και του λέει εκεί η γυναίκα: «Ρε Θανασάκη, εμείς ζώα τραυματισμένα βρίσκουμε και τα φροντίζουμε και θα αφήσουμε εσένα να πεθάνεις; Έλα εδώ». Του καυτηριάσαν το αυτό, του το δέσαν το πόδι, του δώσαν και μία κάπα και έμεινε εκεί πάνω μήνες ολόκληρους κάνοντας το βοσκό. Και ο μόνος που το ήξερε, κατέβηκε τότε ο Γελεντρής κάτω και το είπε στον παππού μου τον Λαψάνα. Ο παππούς ο Λαψάνας είναι μία μυθική μορφή. Ήταν αδερφός του παππού του Νικόλα, δεν είχε παιδιά και εγώ έμαθα 18 χρονών ότι δεν είναι παππούς μου, τον έλεγα παππού. Με λάτρευε και τον λάτρευα. Με τις μουστάκες του, να δεις φωτογραφία εδώ πέρα. Είχε πάει στον πόλεμο με τους Τούρκους, είχε φτάσει μέχρι τη Ρωσία. Ένας τύπος περίεργος, μια ιστορία ολόκληρη. Τέλος πάντων. Και... εντάξει, ειδοποίησε δηλαδή. Εμάς μας πήγαν στην Αρτοκωστά, όπως σου ‘πα, μετά μας αφήσανε στα βουνά επάνω, μας φέρανε εδώ και ένα βράδυ –θυμάμαι αμυδρά– καθόμασταν στο σπίτι του παππού του Λαψάνα στη Μελιγού και λέει στη μάνα μου «Mωρή Βούλα, δεν θέλεις να δεις τον άντρα σου;». Βάζει τα κλάματα και του λέει «Με δουλεύεις, θείε;». Τον είχε από κάτω στο κατώι κρυμμένο! Ανεβαίνει ένας άγριος με γένια, με μαλλιά, έτσι μόλις τον είδα τρόμαξα! Μ’ αγκάλιασε, πού να καταλάβω τι γινότανε; Ε, μετά ομαλοποιήθηκε η κατάσταση κάπως. Και στη δίκη της Τρίπολης, τότε που εκτελέσανε 20 εξέχοντες αριστερούς της περιοχής μας, μεταξύ των οποίων και τον πατέρα του Γιάννη του Γρηγορίου του μακαρίτη, απ’ τη Μελιγού ένα παιδί, ανύπαντρο που πέθανε πέρυσι. Δεν θα τον ξέρεις. Ο πατέρας του ήτανε μορφωμένος, ήτανε δικηγόρος και ήταν από τους προύχοντες της αριστεράς εδώ. Και τους μαζέψαν τότε και τους εκτελέσανε στην Τρίπολη. Ήτανε μέσα σ’ αυτούς τους 20 και ο καπετάν Αχιλλέας, ο οποίος έδωσε ένα γράμμα στα εγγλέζικα στον πρόεδρο και του βάλανε ένα χρόνο εξορία. Ήταν πράκτορας της Intelligent Service!
Πράκτορας;
Της Intelligent Service. Της μυστικής υπηρεσίας της Αγγλίας! Εδώ έφαγε ό,τι υπήρχε, αγνός κομμουνιστής, τον εκτελούσανε με διαταγή του καπετάν Αχιλλέα. Είχε φάει πολλούς. Έβρισκε μία αφορμή, ανέβαινε… έστελνε δύο δικούς του, τον τρώγανε. Βέβαια, είχε κάνει εγκλήματα. Μάλιστα. Αυτή ήταν η ιστορία του πατέρα μου. Όχι, εγώ δεν είχα τέτοια ιστορία ευτυχώς, απλώς επί Χούντας δοκιμαστήκαμε.
Πώς τη ζήσατε τη Χούντα;
Ε;
Πώς τη ζήσατε;
Πώς την έζησα.
Τι σκεφτήκατε όταν μάθατε ότι…
Εκείνο… κατ’ αρχήν ήταν μία περίοδος που υπήρχε πολύ έτσι, αστάθεια πολιτική, ας το πούμε έτσι. Περνάγαμε από την Ελλάδα της Δεξιάς και του Καραμανλή, σε κάτι που ερχότανε ίσως λίγο πρώιμα, δεν ήταν έτοιμο το πράγμα, ας πούμε. Και τότε βέβαια κυριαρχούσαν οι Αμερικάνοι, οι οποίοι στο σχεδια[00:40:00]σμό τους έπρεπε η Ελλάδα να είναι ακροδεξιά, να κυβερνιέται από… Γιατί είχανε το τι θα γινόταν στην Κύπρο, προφανώς στο μυαλό τους. Τότε είχανε πει στον γερο-Καραμανλή να δεχτεί το διαμελισμό της Κύπρου, αρνήθηκε, πήγε Γαλλία εξορία, αυτοεξορίστηκε. Ο γερο-Παπανδρέου το ήξερε, επομένως… Μάλλον, ο γερο-Παπανδρέου είπε κι αυτός όχι, οπότε έπρεπε να γίνει η Χούντα. Και βρήκανε τον Παπαδόπουλο, ο οποίος ήτανε πράκτορας των Αμερικάνων από το ‘48, από τον εμφύλιο πόλεμο, ήταν γνωστός ακροδεξιός, κομμουνιστοφάγος και τους δικούς του είχε διαδικτυωθεί μαζί με τον Ιωαννίδη που ήταν στην ΕΣΑ, ήταν στις μεταθέσεις και βάζανε τους δικούς τους ανθρώπους όπου θέλανε και μία ωραία πρωία είπανε «εθνική κυβέρνηση, δικτατορία!». Με ξύπνησε ένας ξάδερφός μου, ο Γιάννης απ’ τις 5 η ώρα, μου λέει –νεαρός αξιωματικός, στην Αθήνα στα Πετράλωνα, κοιμόμουνα– «Έγινε δικτατορία» μου λέει, «Ξύπνα». «Άι στο διάολο» του λέω, «άσε με να κοιμηθώ», είχα ξενυχτήσει το βράδυ και κατάλαβα, σηκώθηκα με τον πατέρα μου, με τα πόδια, γιατί δεν υπήρχε συγκοινωνία, περπατήσαμε μέχρι την Ομόνοια. Στην Ομόνοια είδαμε κάτι τανκς να περιφέρονται γύρω γύρω, ψυχή από ανθρώπους. Ο πατέρας μου πήγε στο γραφείο του, ήταν κάπου εκεί κοντά, εγώ πήγα στο παλιό αρχηγείο του ναυτικού στην Κλαυθμώνος. Εκεί είχανε λεωφορεία, μας πήραν, μας πήγανε μέσα. Το ναυτικό δεν ήξερε τίποτα! Δεν χρειάστηκε ούτε να το ενημερώσουνε. Απλώς κατεβάσαν τα τανκς, πιάσαν από εδώ, από ‘κει και έγινε η αυτή. Και ρωτούσαμε ο ένας τον άλλονε. Εκείνη την εποχή στο ναυτικό διακριθήκανε όλοι οι άχρηστοι. Όλοι οι άχρηστοι που δεν θα μπορούσαν να έχουνε εξέλιξη με κανονικές συνθήκες –γιατί το ναυτικό ήταν δημοκρατικό, τουλάχιστον σε αυτά τα πράγματα, είτε βασιλικοί είτε λίγοι δημοκρατικοί, υπήρχε αξιοκρατία. Αλλά οι άχρηστοι τότε βρήκαν ευκαιρία. Και πήραν τα πόστα και μείναμε χωρίς να μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Βέβαια προσπαθήσαμε τότε μετά το ‘73, 23 Μαΐου, να κάνουμε το Κίνημα του Ναυτικού, το οποίο προδόθηκε και απέτυχε. Όπως σου ‘πα πιάσανε τους αξιωματικούς, δεν μπορέσαμε να φύγουμε ποτέ, αλλά τουλάχιστο, το κίνημα του ναυτικού έχει αξία έστω και αν απέτυχε, γιατί έδωσε το σήμα στους νατοϊκούς αξιωματικούς, οι οποίοι, πολλοί είχαν υπηρετήσει με δικούς μας, σε διάφορες θέσεις στο ΝΑΤΟ, ότι το στράτευμα δεν είναι αρραγές υπέρ της Χούντας. Άρα λίγα τα ψωμιά τους. Δηλαδή κι εκείνοι αν είχανε τα σχέδια με την Κύπρο, γρηγορεύσαν τα πράγματα, δηλαδή ρίξαν τον –πώς τον λέγαμε– τον Παπαδόπουλο, βάλαν τον Ιωαννίδη, έκανε το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου, μπήκαν οι Τούρκοι στην Κύπρο, τελείωσε, φύγανε. Δεν χρειάζεται άλλη Χούντα πια. Ξαναγύρισε ο Καραμανλής. Σαν να μην πέρασε μια μέρα. Πάλι η Δεξιά. Κι όλοι οι Χουντικοί πήγαν να τον υποδεχθούνε στο αεροδρόμιο. Ήταν κι η αδερφή μου. Ο άνδρας της και συμμαθητής μου ήτανε Χουντικός, απ’ τους πολύ Χουντικούς. Όταν βρισκόμασταν στο σπίτι του πατέρα μου, είναι σαν να ήταν ένα Τούρκος και ένας Έλληνας και να τσακωνόντουσταν, ακουγόμασταν μέχρι το Θησείο. Τώρα, αυτός, καλό παιδί ήτανε, αλλά τέλος πάντων, παίζουν ρόλο πολλά πράγματα στον άνθρωπο. Να δεις αν θα βγεις έτσι, αλλιώς, αλλιώτικα, τι σε επηρεάζει, η ιδιοσυγκρασία σου, τα όνειρά σου, τα θέλω σου, τα πιστεύω σου, αυτά σε διαμορφώνουν, τα πιστεύω, από τα θέλω σου και τι κάνεις. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση. Δεν γεννιόμαστε, δεν το ‘χουμε στο DNA. Εσύ να είσαι αριστερός, ο άλλος δεξιός, έτσι δεν είναι; Εγώ θαύμαζα πολύ τον πατέρα μου, γιατί ήταν ορφανός από πατέρα και από μάνα και προόδευσε, μπήκε στη Σιβιτανίδειο, που ήταν μικρό Πολυτεχνείο, έφτιαξε οικογένεια, έφτιαξε το σπίτι, ήταν άνθρωπος, ο οποίος είναι του «φτιάχνω». Και τον θαύμαζα πάντοτε κι εκείνος με θαύμαζε και με αγαπούσε. Όταν μπήκα στη σχολή δοκίμων, του ‘στειλε ένα τηλεγράφημα ο διευθυντής του τότε εκεί πέρα, «Το ‘χω κορνιζάρει, γιε μου, με έκανες έτσι περήφανο». «Έλα ρε πατέρα, εντάξει… εξετάσεις ήτανε, δεν σκοτώσαμε και το Μινώταυρο!». Έτσι που λες.
Μισό λεπτό, γιατί ακούγεται και δεν πρέπει. Αλλά μάλλον θα μιλάνε για ώρα…
Τέλος πάντων, κλείσ’ το τότε, μην το αυτό... Α, θες να με ρωτήσεις τίποτα άλλο εδώ πέρα;
Ναι, τι θα θέλατε εσείς άλλο να μου πείτε;
Τι άλλο; Α, όταν έφυγα από το πολεμικό ναυτικό, αποστρατεύτηκα λιγάκι άγαρμπα. Είχε ‘ρθει πάλι η Δεξιά και οι δεξιοί στα πράγματα το ‘92. Απ’ το ‘89 ήμουν αρχιμηχανικός στόλου. Ήτανε μία περίοδος που τη λάτρεψα, γιατί ήξερα τα καράβια, είχα κάνει σε όλων των τύπων τα καράβια, οι νεαροί αξιωματικοί –ειδικά οι μηχανικοί– με λατρεύανε, δηλαδή ό,τι έλεγα, κοινή προσπάθεια, ξενύχτι αυτά. Και ενώ ήμουνα δυο χρόνια και ήταν να γίνω εν ενεργεία... να πάω αρχηγός των μηχανικών, πήγα σπίτι μου. Και είχα λιγάκι έτσι στεναχωρηθεί, 'ντάξει. Δεξιά Δεξιά, αλλά τέλος πάντων και ήμουνα λιγάκι στενοχωρημένος. Και με παίρνουν τηλέφωνο και μου λένε: «Είστε ο κύριος τάδε, που φύγατε από το ναυτικό, που είσαστε αρχιμηχανικός στόλου; Είμαστε μια εταιρία ναυτιλιακή στον Πειραιά, φέρτε μας ένα βιογραφικό». Και ήταν μία εταιρία με 7 κρουαζιερόπλοια, τα οποία όλο το χειμώνα δρούσανε στον όλπο, στην Καραϊβική, Φλόριντα, Καραϊβική, Μπαχάμες και το καλοκαίρι ανεβαίνανε Αλάσκα, Βανκούβερ, Καναδά δηλαδή. Και πάω, δίνω το βιογραφικό μου, «Να έρθετε αρχιμηχανικός στην εταιρία μας, η έδρα μας είναι στον Πειραιά, αλλά κυρίως θέλουμε κάποιον ο οποίος θα μπορεί όταν θα έχουμε πρόβλημα να πηγαίνει για τις επισκευές, να οργανώνει τις επισκευές και επίσης να οργανώνει τους δεξαμενισμούς». Γιατί τα καράβια, κάθε 1,5 χρόνο βγαίνουν δεξαμενή και πρέπει να κάνουνε δουλειές, ειδικά τα κρουαζιερόπλοια. Τέτοιες που καθορίζουν ότι πρέπει να γίνουν απ’ τις ώρες των μηχανολόγων, αλλά κι εκείνες, οι οποίες θα εξασφαλίσουν ότι το καράβι 1,5 χρόνο δεν θα ξανασταματήσει, γιατί ένα κρουαζιερόπλοιο με 500-800 επιβάτες μέσα, έτσι και σταματήσει, χάνουν πολλά λεφτά. Και πράγματι Μάρτιο αποστρατεύτηκα, το Μάιο ήμουνα στο Μαϊάμι. Και η έδρα στη Νέα Υόρκη. Εκείνο το διάστημα έκανα 2-3 επισκευές σε διάφορα μέρη εκεί της Αμερικής και του Καναδά. Πήγαινα… τα ταξίδια μου στην Αμερική ήταν λες και πήγαινα Παγκράτι-Πατήσια, ό,τι χρειαζότανε εκεί. Είχα οργανώσει πολύ τα πράγματα, ήξερα τα καράβια, τοπικούς επισκευαστικούς φορείς που μπορούσα και τηλεφωνικά ακόμα να ξεκινήσουν ώσπου να… Είχα κάνει πάρα πολύ καλή οργάνωση, γιατί είχα πάει εκεί και έψαξα να βρω στα μέρη που πήγαινε το καράβι και έμενε, το debarkation που φτάνει το βράδυ και όλο το βράδυ βγάζει τον κόσμο και το πρωί φεύγει. Άρα μένει εκεί 12 ώρες. Να το εκμεταλλευτούμε. Είτε στο Βανκούβερ είτε στο επάνω στην Αλάσκα εκεί στο Juneau. Πήγα μέχρι την Αλάσκα, πάνω. Και ήταν τόσο καλή δουλειά που.. Α, και πήγα και όταν έφυγα από το ναυτικό έπαιρνα σύνταξη 200.000 δραχμές. Ε μου λέει «Να ξεκινήσουμε, εντάξει» λέει «να σας δώσουμε, όχι πάρα πολλά, πάρτε 200.000 τώρα από μας το μήνα και 100 δολάρια την ημέρα όταν βγαίνετε από το γραφείο σας και όλα σας εκεί πληρωμένα». Και το προφυλακτικό. Ό,τι αγόραζα με απόδειξη, ναι. Η γυναίκα μου ήτανε πολύ έξυπνη σε αυτό το πράγμα. Μου είπε: «Κοίταξε εκεί που θα πηγαίνεις τόσο καιρό –και θα ΄ναι κρουαζιερόπλοια κι αυτά– μη σου φάνε δραχμή και μη μου φέρεις καμιά αρρώστια! Τα υπόλοιπα δεν θέλω να ξέρω». Και έκανα αυτά τα χρόνια τόσο ωραία ζωή, που ντρεπόμουν να με πληρώνουνε! Η πλάκα είναι ότι αφού πέρασε ο πρώτος καιρός και είδανε ποιος είμαι, όπως μου είχε πει ο εφοπλιστής, το Σεπτέμβριο μου λέει: «Ντάξει, θα σου δώσω 500.000 το μήνα, επί 14, δηλαδή και δώρα και αυτά και τα 100 δολάρια την ημέρα και όλα σου πληρωμένα». Θυμάμαι πήγα στο σπίτι και η κόρη μου ήτανε μικρούλα, ήτανε ακόμα στο δημοτικό η Τατιάνα, τα παιδιά ακούνε και επηρεάζονται, σου λέει η ασφάλεια που έχουμε, ε; Και γυρνάω πίσω και λέω: «Ντάξει τα κουβεντιάσαμε...», «Σε απολύσανε, μπαμπά;» μου λέει. «Όχι, κούκλα μου» της λέω, «αντί για 200.000, θα μου δίνουν 500.000 το μήνα!». «Μπράβο», μου λέει «μπαμπά! Σ’ αγαπάω πάρα πολύ!». «Σκατούλα» της λέω, «άμα με απολύανε, τι θα ‘κανες;». To θυμάμαι με την κόρη μου και της το λέω, «Έλα πάλι το λες;» μου λέει, «εντάξει μικρή ήμουνα!». Και περάσαν τα χρόνια αρκετά. Το λάθος του εφοπλιστή ήταν ότι ενώ κάναμε κουμάντο απ’ τον Πειραιά, από τα γραφεία μας, σε όλα. Προμήθειες, επισκευές, προσωπικό. Με τη σημαία, με το [Δ.Α.] γιατί όλα αυτά είναι ένα σκασμό φορείς που ανακατεύονται. Ας πούμε η σημαία, αν έχει όποια σημαία ποιας χώρας κι αυτά –είχαν σημαίες κάτι μικρών χωρών εκεί της Αμερικής– έρχονται και κοιτάζουν οι άνθρωποι που εκπροσωπούν τη σημαία τα μαγειρεία σου, τις τουαλέτες σου, την ασφάλεια του πλοίου και τέτοια πράγματα. Είναι άλλοι, οι οποίοι έρχονται και βλέπουν τις μηχανές. Τι επισκευές κάνεις, τη συσσώρευση και τέτοια, ένα σκασμό τέτοια πράγματα. Και τελικά... εντάξει όλα αυτά ήτανε μες το πρόγραμμα. Δουλέψανε καλά τα πράγματα.
Αυτό ακούγεται πάρα πολύ.
Ε;
Ακούγεται πάρα πολύ αυτό απέναντι.
Τέλος πάντων.
Δεν πειράζει, θα δούμε στο τέλος πόσο θα επηρεάσει.
Και έτσι περάσαν τα χρόνια και αποφάσισε ο εφοπλιστής να μεταφέρει τα γραφεία στη Νέα Υόρκη, γιατί ένας γιος και ένας ανιψιός του τελειώσανε ναυτιλιακά στη Νέα Υόρκη και θεώρησε ότι αυτοί μπορούν να πάνε την εταιρία καλύτερα. Σε 3 μήνες φαλίρισε, χάσαν όλα τα πλοία. Γιατί τα πλοία αυτά αγοράζονται παλιά συνήθως, δεν είναι καινούρια. Τους κάνουν κάποιες επισκευές εδώ, είχαμε και τα ναυπηγεία της Χαλκίδας, ο ίδιος εφοπλιστής, και τα βγάζει στη δουλειά. Αυτά όλα είναι αγορασμένα με κάποια λεφτά, με δάνεια από κάποια τράπεζα. Και πληρώνει κανείς. Αν όμως πάθει κάτι και δεν πληρώσει ο εφοπλιστής, δεν έχει επιβάτες, δεν κάνει ταξίδια, βρίσκεται ξεκρέμαστος. Η εταιρία πέσαν 2-3 τέτοιες αυτά και χάσανε τα πλοία, τα πήραν οι τράπεζες και χάσαμε κι εμείς τη δουλειά μας. Θα δούλευα ακόμα, τέλος πάντων. Αλλά τα χρόνια εκείνα, γίνονταν πάρα πολύ παραγωγικά, έφτιαξα το σπίτι μου στον Κάλαμο, έκανα εδώ την προσθήκη, μεγάλωσα το σπίτι μου στην Αθήνα και όλα πήγανε καλά. Λοιπόν, ο παππούς ο Λαψάνας, ήταν αδερφός του παππού μου του Νικόλα, του κανονικού παππού μου, ο οποίος ο παππούς ο Νικόλας τραυματίστηκε στο Μπιζάλι, γύρισε πίσω, έζησε λίγα χρόνια, είχε δύο παιδιά, έκανε άλλα δύο και [00:50:00]πέθανε. Ένα τραύμα διαμπερές από σαγόνι, βρήκε στην καρδιά. Ο παππούς ο Λαψάνας ήτανε από μικρός πολύ δυνατό παιδί, δούλευε, έσκαβε από 8 χρονών. Ήτανε τελείως άφραγκος, δεν είχε περιουσία και όλοι του τη ζωή δούλευε για κάποιους εδώ στα χωράφια. Ο παππούς ο Λαψάνας. Πάνος Γαρδικιώτης, από το Πάνας, όχι Παναγιώτης. Πάνος. Ο παππούς μου ο Νικόλας, λοιπόν, από ‘δω έφυγε. Εκεί ο παππούς ο Λαψάνας βέβαια, όταν γινόντουσαν τα πανηγύρια στην απάνω Μελιγού και τον Αγιάννη, ήτανε ο πρώτος χορευτής. Έδινε κάτι πήδους εκεί στα τσάμικα και κάτι αυτά, ήτανε παλικαράκι, πολύ γερός, πολύ έτσι γεροδεμένος, ψηλός, με τις μουστάκες του. Κάπου θα ‘χω κάποιο… να εκεί, όχι, κάπου θα ‘χω κάποια φωτογραφία του. Θα βρούμε κάτι. Ναι, κάπου. Για κάτσε να δω μια στιγμούλα, γιατί αξίζει τον κόπο. Φτάνει το καλώδιο;
Ναι, ναι.
Κάπου θα το’ χω. Τέλος πάντων, δεν βρίσκω τώρα πού είναι.
Α τώρα έγραφε, πριν δεν έγραφε.
Ναι, ε;
Ναι, οπότε να μου πείτε για τον παππού πάλι, αν μπορείτε.
Αυτός είναι ο παππούς ο Λαψάνας. Με τη θεία Κατερίνα, τη Λιλίτσα, τη γυναίκα του. Σόι Λιλέικο. Κι αυτή εδώ είναι η μητέρα μου. Η Μυκονιάτισσα. Λοιπόν, ο παππούς ο Λαψάνας, όπως σου έλεγα, ήτανε πάμφτωχος. Και δούλευε για να ζήσει στους αγρούς και χόρευε πάρα πολύ ωραία και διακρινόταν και στο χορό. Και ήτανε… Εκείνη την εποχή είχε έρθει από την Αμερική ένας Ελληνοαμερικάνος, μεγάλος σε ηλικία, πάνω από 60 χρονών, 70, για την εποχή εκείνη ήτανε μεγάλη ηλικία, ο οποίος άρχισε και αγόραζε εδώ χωράφια, ελιές, σπίτια, πάνω Μελιγού, κάτω Μελιγού, αυτά, περιβόλια, κτήματα και έλεγε «Εγώ θέλω να παντρευτώ νέα κοπέλα, να κάνω πολλά παιδιά, είμαι νταβραντωμένος». Νταβραντωμένος σημαίνει ότι είμαι γερός. Και του ‘μεινε η νταβράντα στο παρατσούκλι. Όπως συνηθιζόταν τότε. Αυτό το φως το χρειαζόμαστε;
Ε, να το κλείσω;
Αγόρασε λοιπόν εκεί σπίτια αυτά και είδε μια μικρή εκεί στον Αη Γιάννη που χόρευε τη θεια-Κατερίνα. Ήτανε Λιλίτσα. Οι Λιλέοι είχανε πολλά κορίτσια, είχαν 6-7 κορίτσια αδερφές. Αυτή ήταν η μικρότερη πού να την παντρέψουν, δεν θα ‘χανε προίκα. Και τη βλέπει ο γέρος και λέει: «Αυτήνε θέλω». Και βέβαια τα αδέρφια της και οι γονείς της της κοπέλας δεχτήκανε, εκείνη είπε: «Εγώ δεν τον παίρνω τον γέρο, καλύτερα να σφαχτώ». «Δεν θα σφαχτείς» της λένε τα αδέρφια της, «θα σε σφάξουμε εμείς αν δεν τον πάρεις!». Και τον πήρε τελικά και όταν γινόταν ο γάμος, που ήταν εδώ στη Μελιγού νομίζω ο παπα-Μανώλης, ρωτάγαν τότε: «Τη θέλεις την Κατερίνα;». «Τη θέλω». «Τον θέλεις Κατερίνα…». Και είπε «Τον θέλω και το κρίμα στα αδέρφια μου». Λέει ο παπάς: «Ή τον θέλεις ή δεν τον θέλεις, δεν έχει τέτοια!». Ε, πάλι βγήκανε τα μαχαίρια απ’ τα αδέρφια της. Τελικά παντρεύτηκε. 'Ντάξει, γέρος ήτανε, μικρή ήτανε εκείνη…
Πόσο χρονών ήταν ο παππούς;
Ο γερονταβράντας; Πόσο χρονών ήτανε; Τι να σου πω τώρα. Εξηντάρης; Για εκείνη την εποχή... εβδομηντάρης, εξηντάρης και η άλλη ήτανε 20 κάτι. Ε, έπεσε με τα μούτρα ο γέρος, σε 6 μήνες τέζα ο γέρος. Και μένει η θεια-Κατερίνα με όλη την περιουσία του γερονταβράντα. Και ποιον πήρε; Τον παππού τον Λαψάνα. Το ατύχημα ήταν ότι δεν κάνανε παιδιά και ο παππούς ο Λαψάνας, όταν ήμουνα στην ηλικία 17 χρονών, να μπω στη σχολή δοκίμων τότε που ήταν να δώσω, ερχόμουνα κάθε καλοκαίρι με τον παππού το Λαψάνα στην απάνω Μελιγού. Με μάθανε εκεί με τα περβόλια, να αγαπάω τη γη, μου λέει να σπουδάσεις, ήθελα ήθελα, εγώ δεν μπορώ να μείνω στο χωριό, θέλω να σπουδάσω, να κάνω. Μου ‘χε μεγάλη αδυναμία. Και έτσι λοιπόν, απ’ τη μια μεριά τον θεωρούσα σαν παππού, απ’ την άλλη δεν ήτανε. Και μετά από χρόνια υιοθετήσανε έναν ανιψιό, μία ανιψιά και εντάξει, ζήσανε με αυτούς που υιοθετήσανε. Αλλά για μένα ήταν πάντοτε παππούς, ο παππούς ο Λαψάνας, μέχρι που πέθανε. Τον θεωρούσα παππού μου και με αγάπαγε πάρα πολύ. Στον πόλεμο είχε πολεμήσει τους Τούρκους, μετά έγινε ένα εκστρατευτικό σώμα τότε, να πάνε να βαρέσουνε –όταν είχε γίνει η επανάσταση του Λένιν στην αυτή και ήτανε και σ’ αυτό το εκστρατευτικό, φτάσανε μέχρι τη Ρουμανία νομίζω και ξαναγυρίσαν πίσω. Επειδή ήταν φτωχός δεν… Και τότε που γύρισε απ’ τον πόλεμο πίσω… όχι δεν ήτανε, ίσως αργότερα, γιατί πήγε σε πολλούς πολέμους. Όποτε γινόταν επιστράτευση τον παίρνανε και δεν είχε και περιουσία και πήγαινε. Και στο τέλος, τη δεκαετία του ‘40, τον είχανε πάρει πάλι βοηθητικό, λόγω ηλικίας, έγινε επιστράτευση τότε, κάτι έμπλεξε με την επιστράτευση τότε, μάλλον ήταν μεγάλος. Και γύρισε πίσω κουβαλώντας στην πλάτη του ένα άλογο, μισοπεθαμένο μισοψόφιο. Ένα από αυτά τα... με χρώμα μελί. Και τον κοροϊδεύαν εδώ στη Μελιγού: «Ρε γέρο το ψόφιο το ‘φερες;». Το είχε ένα χειμώνα και το τάιζε σπασμένο –πώς το λέμε αυτό– σπασμένο σιτάρι, πλιγούρι; Κάπως το λένε αυτό, το σπάζουνε, κάνουνε ένα μείγμα, ένα πράγμα, το δίνουνε στα ζώα. Τους δίνουν λίγο από αυτό, γιατί είναι πολύ δυναμωτικό, γιατί είναι σιτάρι και με λίγο γάλα. Και το είχε ένα χειμώνα και το τάιζε και το ξύστριζε, το... αυτό. Και την άνοιξη ανοίγει την πόρτα εδώ, γιατί είχε μία πόρτα την αποθήκη του που έβγαινε έξω στο δρόμο, και ήτανε σαν να βγάζεις μια τζάγκουαρ, ας πούμε ξαφνικά στους δρόμους της Μελιγούς, ένα αφηνιασμένο άλογο, ένα άλογο τέρας, τεράστιο σε διαστάσεις. Δηλαδή το έβλεπες… και τότε είπανε ότι «Είδες που είχε δίκιο ο γέρος; Ήξερε τι έφερνε». Αυτό το άλογο το πρόλαβα κι εγώ. Και άκουγε μόνο το γέρο. Εγώ όταν πήγαινα κοντά του μου ορμούσε! «Έναν ακούω!». Και θυμάμαι μια φορά να τσακώνεται ο γέρος με το άλογο, γιατί ενώ το είχε δέσει απ’ το ποδάρι σε ένα μέρος εκεί που δεν είχε να φάει τίποτα, τράβηξε το αυτό και πήγε και έφαγε κάτι αμπέλια, απ’ ένα αμπέλι κάτι αυτά, που ήταν ξένα. Και θύμωσε τότε: «Τι πήγες και έφαγες του γείτονα;». Και παίρνει μια τριχιά να το χτυπήσει και σηκώνεται το άλογο! Γρρ έκανε το άλογο! Τσακωνόταν ο γέρος με το άλογο σαν να ήτανε… Αυτή η εικόνα μου έχει μείνει στο μυαλό. Και τελικά ο γερο-παππούς πέθανε πρόωρα, γιατί έπεσε από... Ήταν ένας γάμος, μια ανιψιά του παντρευότανε, βγήκαν σε ένα μπαλκόνι πολλοί, έπεσε το μπαλκόνι και χτύπησε στο κεφάλι. Έζησε κάποιο διάστημα, αλλά δεν ήταν πια ο ίδιος και μετά πέθανε. Όταν έμαθα και ήρθα τότε στην κηδεία του, αισθάνθηκα σαν να έθαβα τον πατέρα μου. Τόσο πολύ του είχα αδυναμία. Αυτά. Είπαμε για τις περιόδους της Χούντας, είπαμε για τα αυτά. Τι άλλο να πούμε;
Δεν ξέρω, εσείς…
Κάποιο ερώτημα εσύ κάτι απ’ αυτά που είπαμε εδώ πέρα, κάτι;
Κάποιο ερώτημα να σκεφτώ… Κάποια περίοδο της ζωής σας που δεν έχουμε συζητήσει αρκετά, πιστεύετε;
Είπαμε στην Αμερική.
Tην Αμερική σκέφτηκα κι εγώ.
Στην Αμερική… Όταν πας στην Αμερική, όπως εγώ που δεν εξαρτιόμουν από την Αμερική, εγώ είχα το μισθό μου εδώ κι εκεί έπαιρνα το επίδομα, ό,τι μ’ άρεσε το δεχόμουνα, ό,τι δεν μ’ άρεσε γύριζα την πλάτη. Είναι καλή η Αμερική, αλλά για τους Αμερικάνους δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ο Αμερικάνος εκεί αγωνίζεται, ο Αμερικάνος έχει μια τάση να επιδειχθεί. Να πάρω δάνειο, να πάρω καλύτερο σπίτι, να κάνω τούτο, να κάνω τ’ άλλο. Ενώ εμείς περισσότερο λέμε να σπουδάσουν τα παιδιά μας. Ε; Και βλέπεις εκείνος ‘κει, όλα πάνε καλά, όσο δουλεύει. Έτσι και πάθει κάτι και χάσει τη δουλειά του, γεμίζουν οι γέφυρες στα ποτάμια από κάτω με homeless, ανθρώπους που δεν έχουν σπίτι να ζήσουν, με κάτι κούτες και κάτι καροτσάκια. Εκεί δε σε σώζει τίποτα. Εκεί δεν υπάρχει όπως εδώ το σύστημα. Άμα χάσεις τη δουλειά σου επίδομα ανεργίας, εκεί και παίρνουνε 3 μήνες, ξέρω ‘γω, τέλος από ‘κει και πέρα. Δεν υπάρχει αυτό που δίνουν, το κατώτερο, που το παίρνουν και οι ξένοι, τα 200 τόσα ευρώ. Δεν γίνεται, τουλάχιστον τότε που ήμουνα εγώ έτσι ήτανε, τώρα δεν ξέρω να έχουνε φτιάξει. Λέγαν τότε ότι ο Ομπάμα έκανε το Obama Care, κάπως για θέματα αυτά, δεν τα ξέρω τι έχουνε γίνει. Τώρα απ’ ό,τι ακούω είναι τελείως άσχημα τα πράγματα εκεί. Αλλά εγώ δεν εξαρτιόμουν από την Αμερική. Τα λεφτά που έπαιρνα δεν ήταν πολλά, αλλά είχα... στο τέλος, όταν γνώρισα τη γυναίκα μου και μου λέει «Για να δω το βιβλιάριό σου. Κι όλα αυτά τα ‘χεις!». Τελικά έβαλα το αυτοκίνητο πίσω, ντάξει.
Δε βιώσατε διακρίσεις εσείς… Διακρίσεις εσείς δε βιώσατε στην Αμερική;
Διακρίσεις, έζησα κάποια επεισόδια, αλλά ήμουνα απ’ τη μεριά του διαιτητή. Εκεί ήτανε, στο μπαρ που πηγαίναμε κάθε βράδυ στο κλαμπ, ήτανε ο Μπιλ, ένας μαύρος, ο οποίος, του βάζαμε ένα πεντοδόλαρο δίπλα μας, στο ποτήρι μας, έπαιρνε τα λεφτά, έβγαζε τα ρέστα, ήξερε τι πίνουμε. Ο Μπιλ. Μια μορφή μαύρου που θα μπορούσε να είναι σε μια αφίσα ας πούμε, έτσι, τυπικός. Εύσωμος, ωραίο χαμόγελο, έτσι γλυκός άνθρωπος, μαύρος, κατάμαυρος. Και ένας συνάδελφος Αμερικάνος αξιωματικός, του ‘βαλε τις φωνές μια μέρα για κάτι άσχετο. Και τον έβρισε. Και τον έπιασα από ‘δω και του λέω: «Δεν ντρέπεσαι» του λέω, «νέο παιδί εσύ», στα εγγλέζικα, «αυτόν τον άνθρωπο έχει τα τριπλάσιά σου χρόνια και του μιλάς έτσι; Kαι γιατί;» του λέω, «επειδή είναι μαύρος;». Και μου λέει: «Εσένα τι σε κόφτει; Τι σε ενδιαφέρει;». Του λέω: «Σαν άνθρωπος» του λέω, «δεν μπορώ να βλέπω μία συμπεριφορά, η οποία είναι ανάρμοστη και άδικη σε ένα πολύ μεγαλύτερό σου άνθρωπο». Μου λέει: «Και από πού είσαι εσύ;» μου λέει «από ποια χώρα;». Λέω: «Απ’ την Ελλάδα, έχεις ακούσει, ποια είναι η Ελλάδα;». Λέει «Εσείς έχετε κάτι περίεργες ιδέες» λέει «εκεί πέρα». Ότι εμείς οι Έλληνες… «Ναι», του λέω, «εμείς διδάξαμε τον κόσμο, διδάξαμε στον κόσμο και ένα από αυτά που διδάξαμε είναι τους ηλικιωμένους και τους α[01:00:00]νήμπορους και τους φτωχότερους από μας και τους αυτούς, να τους τιμούμε και να τους συμπεριφερόμαστε, όπως πρέπει». Τα μάζεψε κι έφυγε. Και ευτυχώς δεν τον ξαναείδα πια στο κλαμπ. Κι εγώ δεν πήγαινα και πολύ, αλλά… Το αποτέλεσμα. Ήρθε ο Μπιλ, βγήκε από εκεί και με αγκάλιασε και έκλαιγε. “Thank you, thank you, thank you Nick!” Κατάλαβες;
Μπορεί να μην του είχε ξανατύχει.
Δεν ξέρω.
Να τον υποστηρίξουνε.
Δεν ξέρω, δεν ξέρω, δεν ξέρω. Εμείς, παρόλο που όταν πήγαμε στην Αμερική, δεν είμαστε… τη δεύτερη φορά ειδικά όταν πήγαμε με τα παιδιά. Το πρώτο βράδυ που πήγαμε, είχαμε κανονίσει βέβαια για σπίτι στην Ουάσιγκτον, πήγα ακόλουθος δύο χρόνια, με την οικογένεια, με το μικρότερο παιδί μου μωρό.
Ποια εποχή αυτό;
Το... ήτανε το ‘76 πήγα την πρώτη φορά. Το ‘85-’87 τη δεύτερη φορά. Και μπήκαμε το πρωί στο ασανσέρ να πάμε... είχαμε... με κάποιο αυτοκίνητο θα μας έπαιρνε να πάμε να δούμε το σπίτι που θα μέναμε, στην πρεσβεία, κάτι τέτοιο και μέσα στο ασανσέρ μπαίνει μια οικογένεια μαύρων, πατέρας, μητέρα και ένα παιδί. Και τα παιδιά μου γουρλώσαν τα μάτια. Και αυτοί θυμώσανε. Λένε: «Τι είναι αυτό;». Λέω: «Με συγχωρείτε, ήρθαμε μόλις σήμερα στην Αμερική από την Ελλάδα, εκεί δεν έχουμε ανθρώπους άλλων χρωμάτων και τα παιδιά μου ξαφνιαστήκανε, δεν είναι τίποτα. Πρέπει να καταλάβετε ότι είναι κάτι αυθόρμητο, δεν το κάνανε επειδή…». «Α, ναι» λέει, «σήμερα ήρθατε;». Έπειτα συνηθίσανε μετά από λίγο την ιστορία με τους μαύρους.
Ωραία.
Ο πατέρας μου, ο Θανάσης ο Γαρδικιώτης, από πολύ μικρός έμεινε χωρίς πατέρα και μάνα, ο παππούς ο Νικόλας σκοτώθηκε στον... μάλλον τραυματίστηκε στο Μπιζάνι, γύρισε πίσω και πέθανε. Η δε μητέρα του, η Κατίγκω, μετά από λίγο καιρό... Και πήγε στην Αθήνα, μετά το σχολαρχείο, γιατί δεν είχε εδώ γυμνάσιο τότε, γιατί δεν το θέλανε οι προύχοντες, γιατί ένας φτωχός, το παιδί του θα πήγαινε μέχρι το σχολαρχείο, αν είχε εδώ γυμνάσιο θα πήγαινε στο γυμνάσιο. Αλλά δεν μπορούσε να στηρίξει ένα παιδί και το γυμνάσιο και το λύκειο στην Αθήνα. Οι πλούσιοι μόνο πηγαίνανε στα... τελειώνανε τις σπουδές για Πανεπιστήμια μετά στην Αθήνα. Τέλος πάντων. Και μετά το σχολαρχείο, πήγε στην Αθήνα και δούλευε σε ένα καρβουνιάρικο που είχε ένας Καστρίτης και κοιμότανε και στα κάρβουνα. Ένας πατριώτης από ‘δω, ο οποίος ήτανε... διακεκριμένος νομικός, ο Σοφοκλής Λάιος, ήτανε νομικός σύμβουλος του Ελευθερίου Βενιζέλου και μετέπειτα του Σοφοκλή Βενιζέλου. Έμαθε ότι το παιδί του... το ορφανό έτσι κι έτσι και έστειλε μια παραδουλεύτρα και τον πήρε στο σπίτι του και τον έβαλε στη Σιβιτανίδειο και τον βοήθησε και οικονομικά να βρει κάποιο... να μένει τώρα αυτά. Και κάθε Κυριακή πήγαινε στο σπίτι του και έτρωγε, μαζί με τα 2 παιδιά του. Είχε τον Γιαννάκη το Λάιο, ο οποίος έγινε μετά νομικός και μπήκε στη ναυτική δικαιοσύνη και έγινε ναυτοδίκης και ένα κορίτσι. Και κάθε Κυριακή πήγαινε ο πατέρας μου και έτρωγε εκεί. Και κάποιες άλλες Κυριακές πήγαινε και έτρωγε στο σπίτι του Βάραγκα, που είπαμε προηγουμένως, του εμπόρου. Ήτανε βέβαια συνεσταλμένος ήτανε, αλλά ήτανε ευγενικός και τέλος πάντων τον συμπαθούσανε όλοι εκεί αυτοί. Όταν τελείωσε τη Σιβιτανίδειο, αφού πήγε έκανε τη θητεία του, νομίζω; Τον στείλανε, μπήκε στο υπουργείο δημοσίων έργων. Και τότε το ‘40, κάνανε οχυρωματικά έργα προετοιμασίας για τον πόλεμο στα νησιά και τον στείλανε στη Μύκονο, για να κάνει οχυρωματικά έργα σε κάτι ξερονήσια, τα λεγόμενα Σταπόδια –που εκεί πηγαίναν και κάνανε με τσιμέντο και κρίκους που βάζανε στους βράχους εκεί για να μπορούν να κρύβονται πλοία, να πάνε να αγκυροβολήσουνε και να δεθούνε ασφαλώς– και εκεί συνεργάστηκε με έναν ντόπιο εργολάβο, ο οποίος ήτανε χήρος. Και όταν τελειώσανε και λογαριαστήκανε και πληρώθηκε ο αυτός, «Να σου κάνω το τραπέζι Θανάση, αλλά εγώ είμαι χήρος, να σε πάω στην αδερφή μου τη χήρα, με τις κόρες της, να σου κάνω το τραπέζι». Και πράγματι, πήγανε σε ένα μυκονιάτικο σπίτι, το οποίο είναι ένα κάτι σπίτια, απ’ τον ένα δρόμο στον άλλον εκεί. Στα Ματογιάννια, που είναι το Σαλιγκάρι. Και εκεί καθίσαν στο τραπέζι ο πατέρας μου, ο εργολάβος, τρεις κοπέλες και η γιαγιά η Καλλιόπη και φάγανε μουσακά. Και λέει: «Ποια από σας έφτιαξε αυτόν τον τόσο νόστιμο μουσακά;». Α, λέει: «Εμείς ράβουμε, η μαγείρισσα της οικογένειας είναι η Βούλα, είναι στην κουζίνα». «Ε, φωνάξτε τη Βούλα να τη δούμε, που έφτιαξε το μουσακά». Και βγήκε, αυτή εκεί πέρα που φαίνεται στη φωτογραφία, και μόλις την είδε ο πατέρας μου κόντεψε να πνιγεί, του κάθισε ο μουσακάς στο λαιμό. Έμεινε, ήταν πολύ όμορφη κοπέλα, γυναίκα, όπως σου ‘πα, Κλαύδιος, ιταλικό. Απ’ τους Ιταλούς που είχαν έρθει τότε να σώσουνε τους Αγίους Τόπους και μείνανε όλοι και πλιατσικολογήσανε και μείνανε στις Κυκλάδες. Και δεν έμοιαζε και όταν ήρθε εδώ έγινε πανηγύρι, γιατί ήταν σαν να ήτανε από άλλη χώρα, δεν ήτανε ντόπια εδώ. Και έτσι, μόλις την είδε είπε «Αυτή είναι». Θυμώσαν οι μεγαλύτερες, οι μοδίστρες, αλλά εκείνος αυτή ήθελε. Και το ‘40 πήγε στη Μύκονο, μόλις κηρύχτηκε ο πόλεμος, την πήρε, παντρευτήκανε εκεί και μ’ ένα καΐκι που φύγανε να γυρίσουν στην Ελλάδα ήταν τα ιταλικά και κάνανε βυθίσεις από πάνω τους. Ε, ήρθαν εδώ –όλοι τότε, δε μείνανε κανένας στην Αθήνα– και παρόλο που η μάνα μου δεν ήτανε ούτε της ελιάς ούτε του χωραφιού και ελιές μάζεψε και στον κήπο ασχολήθηκε, προσαρμόστηκε. Και βέβαια, όλες οι γειτόνισσες εδώ, όταν ήτανε μικρές τότε: «Τι μαγειρεύει πάλι αυτή η Βούλα και μας έχει…». Εδώ οι γυναίκες ξέραν μόνο τα ψητά και τα βραστά. Δεν είχαν άλλη κουζίνα, ας πούμε, οι παλιές της περιοχής μας εδώ, δεν ξέρανε από... Και βέβαια άρχισε να τους λέει διάφορα φαγητά κι αυτά, καρυκεύματα. Αυτό ήταν το χαρακτηριστικό της, μαζευόταν όλη η γειτονιά, τι μαγειρεύει πάλι η Βούλα! Τα παιδιά… και ο πατέρας μου και η μάνα μου ήταν πολύ της οικογένειας. Και ξέρεις, ο πατέρας μου έφτιαξε το πρώτο δωμάτιο, το ‘χτισε ο ίδιος, γιατί ήταν στη Σιβιτανίδειο που τότε ήταν και θεωρητικό και πρακτικό, με φίλους του φτιάξαν τη στέγη στο πρώτο δωμάτιο και αφού έκλεισε και έβαλε και τα κουφώματα, έφυγα κι εγώ από ‘δω φθινόπωρο, για να μπορέσω να μην χάσω το σχολείο και πήγα στην Αθήνα. Πρέπει να είχα αρχίσει εδώ το σχολείο και θυμάμαι ότι κατεβήκαμε στο Παράλιο, τότε είχε καΐκι με το οποίο πήγαινες στο Ναύπλιο και από εκεί έπαιρνες το λεωφορείο. Δεν είχε δρόμο. Μιλάμε το ‘48; ‘49; Κάπου ‘κει. ‘50; Ίσως. Και τελικά την πρώτη μέρα που πήγαμε με τη θειά μου στο Παράλιο δεν έφυγε το καΐκι, είχε καιρό από ‘κει που δεν μπορούσε να φύγει ένα καϊκάκι που πηγαίναμε στο Ναύπλιο. Και τη δεύτερη, την άλλη μέρα, είχε πέσει ο καιρός, είχε πολλή βροχή, αλλά είχε καλυτερεύσει, δεν είχε πολύ κύμα. Και φύγαμε με τον καπετάνιο, είπε: «Άντε, να πάμε να δούμε τι θα γίνει». Και θυμάμαι –α, είπε σε κάποιον πατριώτη εδώ να με προσέχει η θεια μου. Όλοι αυτοί κατεβήκαν στ’ αμπάρι. Εγώ… το καΐκι πίσω, εκεί που είναι η λαγουδέρα που λένε, κάνει ένα πράγμα έτσι, όπως είναι εδώ. Και εδώ κάθεται αυτός με τη λαγουδέρα και αυτό είναι, όπως είναι το τέτοιο, αφήνει ένα κενό. Πήγα και κούρνιαξα εκεί δίπλα του και κουβεντιάζαμε όλο το δρόμο. Όσοι κατεβήκαν κάτω στο αμπάρι, όταν φτάσαμε στο Ναύπλιο δεν μπορούσαν να βγουν έξω, είχαν κάνει εμετό, ήτανε τα χάλια τους. Ε, αυτόν τον άνθρωπο που ‘ταν να με πάει, τον πήρα από το χέρι, πήγαμε στο λεωφορείο, ξεκίνησε το λεωφορείο να φύγουμε και όλος ο κάμπος, η Αργολίδα, ήταν με νερό τόσο. Και να φανταστείς όπως ήταν ο δρόμος υπερυψωμένος στην πεδιάδα, πήγαινε μπροστά ο βοηθός του οδηγού, να βλέπει πού είναι ο δρόμος, γιατί ήταν πάνω από το δρόμο το νερό, σαν λίμνη. Και περάσαμε το δύσκολο μέρος και θυμάμαι ότι ξεκινήσαμε πρωί με το καΐκι και φτάσαμε βράδυ, 10, 11, 12 η ώρα στον Άγιο Κωνσταντίνο που πηγαίνανε τότε τα λεωφορεία και περίμενε ο πατέρας μου ανήσυχος, τέλος πάντων. Και θυμάμαι ότι πήρα ένα ταξί, είχε βρέξει, οι δρόμοι είχαν γίνει ποτάμι, γιατί δεν ήταν όλοι άσφαλτος τότε στην Αθήνα, μας άφησε κάπου κοντά στο σπίτι και με τα πόδια μες στα νερά, φτάσαμε στο σπίτι. Μάντρα, δωμάτιο ένα και στο βάθος η τουαλέτα. Και μπαίνουμε στο δωμάτιο, είχε ένα μαγκάλι η μάνα μου και κοιμόταν σε ένα κρεβατάκι διπλό ο πατέρας μου με τη μάνα μου και ένα άλλο με την αδερφή μου, πόδια-κεφάλι, κεφάλι-πόδια. Μπήκαμε και ήταν τόσο ζεστό και μύριζε τόσο ωραία. Νόμιζα ότι μπήκα σε παλάτι! Η αίσθηση αυτή πωπω, το σπίτι μας, τι ωραίο που είναι το σπίτι μας! Δωμάτιο ένα. Και μετά έφτιαξε το κάτω, φτιάξαμε το πάνω, μεγάλωσα το σπίτι εγώ. Αλλά πάντα μέναμε εκεί, στις ρίζες μας. Στα Πετράλωνα, που κάποτε ήταν πολύ υποβαθμισμένη γειτονιά και τώρα είναι πολύ καλή, γιατί είναι κοντά στον ηλεκτρικό, κοντά στην οδό Πειραιώς, κοντά στο Θησείο, στο κέντρο, που είναι όλα κείνα κει και είμαστε τυχεροί εκεί γιατί έχω πάλι γειτονιά, δεν είμαστε, δεν έχουμε διαμέρισμα, που τσακώνεται ο άλλος με τη γυναίκα του και το ακούς. Ξέρεις πώς είναι οι πολυκατοικίες ε;
Και πώς ήταν η γειτονιά εκείνη την εποχή; Πώς το θυμάστε;
Εκείνη την εποχή, ήτανε χωματόδρομος μπροστά, ήταν όλο μικρά σπιτάκια, με τις μάντρες τους. Και τα δέντρα, την κληματαριά, τη λεμονιά, τη συκιά, όπως είμαστε στο χωριό. Με τους ανθρώπους δίπλα και τα παιδιά, παρέες, φίλους, απέναντι με το μακαρίτη –πέθανε πέρυσι– ήταν μεγαλύτερος από μένα, ο Αντώνης –καλή του ώρα– με πρωτοπήγε εκεί, πήγαμε στη λεωφόρο και προσκυνήσαμε στο όνομα του Παναθηναϊκού, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Η πλάκα είναι ότι ο πατέρας μου ήταν Ολυμπιακός, γιατί όταν πρωτοπήγε στο... έφυγε από το χωριό, πήγε στον Πειραιά. Εκεί πήγαινε το καΐκι. Και κά[01:10:00]ποια εποχή, όταν έφτασε ξέρω ‘γω κάποια ηλικία, 6-7 χρονών, μου ‘φτιαξε έναν αετό, που πετάγαμε τότε στα Τρίκαλα της Καθαρής Δευτέρας, άσπρο-κόκκινο. Και του λέω: «Εγώ δεν τον πετάω, εγώ είμαι Παναθηναϊκός» και μου λέει «Πώς έγινες Παναθηναϊκός;». Του λέω: «Κοίταξε, εγώ εδώ λένε όλοι ότι είμαι Αθηναίος γκάγκαρος και τρώω φάπες από τα παιδιά, γιατί είμαι Αθηναίος γκάγκαρος. Ε, Αθηναίος, Παναθηναϊκός στην εφημερίδα, τον Πειραιά δεν ξέρω κατά πούθε πέφτει». «Έχεις δίκιο» μου λέει, «εντάξει, δεν πειράζει, εσύ Παναθηναϊκός, εγώ Ολυμπιακός θα σου φτιάξω του χρόνου πράσινο αετό».
Το δέχτηκε.
Ναι, ναι, εντάξει το δέχτηκε, σου λέει «τι;». Ήταν λογική εξήγηση. Τα Πετράλωνα τότε ήτανε ένα ρέμα που ήταν όλο γύφτοι. Και υπήρχε και το Γκάζι, στην από ‘κει μεριά, στη βόρεια μεριά, το Φωταέριο που λέγανε, που διοχέτευε φωταέριο με γκάζι πολλές περιοχές. Στο Κολωνάκι, κάποιες περιοχές που είχανε δίκτυο. Σε μας, πέρασε και σε μας κάποτε, γι’ αυτό και τώρα έχουμε και φυσικό αέριο στο σπίτι. Αυτό ήτανε πάρα πολύ καλό, αλλά έβγαζε μία βρώμα όταν είχε βοριά, έπνιγε όλη την περιοχή. Κι αυτό ήτανε και πιστεύω ότι και τότε έπρεπε να κάνουν κάτι, γιατί όταν αναπνέεις κάτι, το οποίο μυρίζει έτσι, αυτό που μυρίζεις δεν είναι κάτι καλό. Αλλά δεν τα κοιτάζαν πολύ εκείνη την περιοχή. Και απ’ την άλλη μεριά ήταν ένα ρέμα που ήταν οι γύφτοι και βέβαια ήταν υποβαθμισμένη η περιοχή, προφανώς γι’ αυτό βρήκε φθηνό οικόπεδο κι ο πατέρας μου τότε και το πήρε για να φτιάξει, γιατί δεν ήτανε... να πάρει στο Κολωνάκι, ήταν κι άλλες περιοχές που ήταν πολύ καλύτερες. Αλλά με τα χρόνια όλα αυτά φύγανε και τελικά είναι μία περιοχή προνομιούχος. Γιατί δεν έχει και πολύ μεγάλες πολυκατοικίες, έχει διώροφο, τριώροφο, σαν το δικό μου, που είναι διώροφο και πάνω εμείς, κάτω ο γιος μου, παρακεί η κόρη μου. Φίλοι, μεγαλώσαμε, ξέρεις... γειτονιά. Που είναι πάρα πολύ καλό, όταν είσαι στην Αθήνα. Θυμάμαι –για να γελάσεις– έπαθε ένα κολικό του νεφρού η γυναίκα μου και πήγε ένα βράδυ στο νοσοκομείο. Και έμεινα μόνος μου, με μωρό το μικρό μου γιο, το Δημήτρη... όχι, το Θάνο, ο Θάνος ήτανε. Ο μεγάλος μου γιος. Η Τατιάνα ήταν μεγαλύτερη κοιμότανε. Και τη νύχτα, είχα ετοιμάσει το μπουκάλι, όπως μου είχε πει η γυναίκα μου, το γάλα, θερμοκρασία, το δοκίμασα και λοιπά. Και τον παίρνω στην αγκαλιά μου –ήταν καλοκαίρι όπως τώρα– να τον ταΐσω. Εκεί που άρχισε να πίνει και ανοιγόκλεινε τα ματάκια του και χαλάρωνε για να πιει, το χεράκι του άρχισε να με χαϊδεύει. Χάιδευε τη μάνα του και ξαφνικά πιάνει τις τρίχες μου. Πιάνει τις τρίχες μου και ααα, σου λέει τι είναι τούτο το τέρας, το φαντάζεσαι; Και με το που βάζει τις φωνές, ώσπου να καταλάβω τι γίνεται, βαράει το κουδούνι η γειτόνισσα απέναντι, η Μαρίνα, καλή της ώρα, «Νίκο, θέλεις βοήθεια;». Αυτό είναι η γειτονιά! «Όχι, Μαρίνα» της λέω, «όχι, κάτι έγινε με το Θάνο εδώ πέρα και ηρεμήσαμε». Αλλά το φαντάζεσαι; Το θυμάμαι αυτό, ώσπου να τον ηρεμήσω μετά. Έβαλα κάτι κλειστό μετά από 'κει πέρα. Αλλά το ένστικτο του μωρού, ε; Καταλαβαίνει «η μάνα μου μαλακιά εκεί πέρα είναι, ωραίο πράγμα πιάνω». Τώρα τρίχες… Ωχ! Τι είναι αυτό το τέρας;
Και εκείνη την εποχή που φύγατε, πώς θυμάστε τη Μελιγού, το Παράλιο που τα αφήσατε…
Είχα… Εγώ, σου λέω, ερχόμουνα κάθε καλοκαίρι, καλά το Παράλιο δεν ήτανε τίποτα το σπουδαίο εκείνη την εποχή,
Τι είχε;
Πηγαίναμε εκεί για να φύγουμε. Ήτανε επίσης και μονοπώλιο αλατιού, τότε στο Παράλιο και κάποια υπηρεσία, τότε γινότανε και μεγάλη φασαρία, μέχρι και ντουφέκια πήρανε οι Παραλιώτες με τους Αστρινούς, για το πού θα γίνει το τάδε υπηρεσία, η αστυνομία πού θα γίνει τούτο, τελικά τα μοιράσανε. Η αστυνομία στο Παράλιο, η εφορία στο Άστρος και κάτι τέτοια. Πήρανε τα ντουφέκια τότε και τέτοια πράγματα. Το Άστρος ήτανε πολύ διαφορετικό από σήμερα. Τώρα πηγαίνω σε κάποιες περιοχές, όπως και στη Μελιγού, στο Ανάσκελο, τέτοιες σπιταρόνες, τέτοια πράγματα, αυτά δεν υπήρχαν τότε τίποτα. Το Ανάσκελο ήταν άδειο. Και το Άστρος ήτανε μια περιοχή εκεί γύρω γύρω και τα σπιτάκια, η φτωχική γειτονιά ήταν η πάνω γειτονιά που ανέβαινες στο βουνό, ας πούμε. Που τώρα έχει όλη τη θέα και έχουν φτιάξει βίλες εκεί πάνω. Εκεί στον Άγιο Παύλο δεν υπήρχε τίποτα, ούτε ο Άγιος Παύλος υπήρχε. Η Μελιγού πάλι, εδώ τελείωνε, δεν υπήρχε τίποτα, ούτε από ‘δω ούτε από ‘κει. Τελευταίο σπίτι... ούτε τα δίπλα των Βουλγαρέων. Τίποτα, χωριουδάκι. Τα διώροφα, τα τυπικά σπιτάκια, προσανατολισμένα βορρά-νότο, έτσι για να βγαίνει στο χαγιάτι στην ανατολή. Συμπαθητικό χωριό, πολλά φυτά, όπως και τώρα, πας στο κέντρο της Μελιγούς και μυρίζουν εκεί τα διάφορα που έχει σ’ αυτά. Απ’ το Άστρος δε θυμάμαι πολλά πράγματα, γιατί εκεί πήγαινα με τα ξαδέρφια μου, του Ηρακλή του ταχυδρόμου. Που αυτοί μένανε σε ένα μικρό σπιτάκι κοντά στου Γαλάνη, θυμάμαι ένα μεγάλο σπίτι, και μετά αγοράσαν αυτό που είναι τώρα στο δρόμο που πηγαίνει... μάλλον ο δρόμος που είναι η πόρτα που πάμε στο κέντρο του Ζαφείρη. Εκεί ένα σπίτι σ’ αυτό το δρόμο.
Το αγροκήπιο.
Στο αγροκήπιο, ναι. Που ‘ταν παλιά. Το οποίο ήταν πανέμορφο το αγροκήπιο, ήτανε απ’ τα μοναδικά στην Ελλάδα. Και θυμάμαι ότι στο βιβλίο της Φυσικής Ιστορίας του δημοτικού έγραφε «οι μπανάνες ευδοκιμούν στις θερμές χώρες και στο αγροκήπιο του Άστρους». Ήταν ένας Κεφαλόπουλος που ήταν έτσι γεωπόνος και μαζί με άλλους εδώ είχανε φτιάξει έναν παράδεισο. Και επί Χούντας τον χαλάσανε ηλιθίως, να φτιάξουν τον ΟΤΕ. Ένας ταγματάρχης εδώ πέρα, ένα καθίκι και μισό, ο οποίος είχε πηδήξει τις περισσότερες κοπέλες εδώ, κυρίες. Ξέρεις με ποιο τρόπο; «Θα σου απολύσουν τον άντρα σου ή δε θα διοριστεί το παιδί σου». Ένα καθίκι και μισό, ένα καθίκι και μισό! Έτσι, να εκμεταλλεύεται τη θέση του και τη Χούντα, που ήτανε παντοδύναμος εδώ πέρα, διόριζε έβαζε, απέλυε, έκανε. Και δεν τον πρόλαβα, μόλις έπεσε η Χούντα εξαφανίστηκε από δω πέρα. Μάλιστα. Τι να κάνω; Έχουμε τις ευαισθησίες μας. Δεν θα πω τίποτα άλλο γι’ αυτό, γιατί θα εκτεθώ. Ήτανε πολύ συμπαθητικά τα χωριά μας, πολύ συμπαθητικά. Και ήρθε η εποχή μετά το ‘80, ανοίξαν οι δουλειές, το εργοστάσιο, που έφερε εδώ ο Τζίμης ο Γαρδικιώτης, ο θείος μου, ο οποίος δούλευε στου Καρέλλα χρόνια και ήτανε από τα πολύ υψηλά στελέχη και όταν είπαν να κάνουν ένα εργοστάσιο στην Ήπειρο ή εδώ, είπε: «Εδώ, στο Άστρος κι εγώ θα αναλάβω τη διεύθυνση, έχουμε πολλά εργατικά χέρια, που μπορούμε να εκμεταλλευτούμε άνετα» και έδωσε δουλειά, μισθούς, συντάξεις, σε πολύ κόσμο εδώ πέρα. Και όταν πια έκλεισε το εργοστάσιο, γιατί δεν ήταν ανταγωνιστικό, ήρθαν καινούρια πράγματα, καινούρια μηχανήματα, δεν μπορούσε να το βοηθήσει κανένας, να ανταγωνιστεί, άμα τον έβλεπα καμιά φορά –πήγαινα επίτηδες– είχε ένα σπίτι στο Παράλιο και τα λέγαμε, πίναμε καφέ μαζί και μου ‘λεγε: «Είδες, κάποτε με γλείφανε απ’ τα πόδια μέχρι το κεφάλι και τώρα δεν μου δίνει κανένας σημασία, που έκλεισε το εργοστάσιο». Του λέω: «Ανθρώπινο δεν είναι, εσένα; Εδώ ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας, όλοι αυτοί τα ίδια τραβήξανε. Όταν πέρασε η μπογιά τους, ας πούμε και γεράσανε. Άσ' τα τώρα». Αυτοί είμαστε, οι Έλληνες είμαστε. Και ναι, χαιρόταν όταν τον έβλεπα. Ήταν αξιόλογος άνθρωπος, ορφανός, από μια οικογένεια με πολλά παιδιά κι όμως αγωνίστηκε, έκανε, έρανε. Μάλιστα. Τώρα εσύ, για να σε ρωτήσω κι εσένα, εσύ τι φιλοδοξίες έχεις στη ζωή σου;
Αυτά δεν είναι, δεν γίνεται να καταγραφούν.
Ε, κλείσ' το.