© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Το όραμα για ένα ανατρεπτικό ραδιόφωνο

Κωδικός Ιστορίας
15927
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Αναστάσιος Σταυρουλάκης (Α.Σ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
10/08/2020
Ερευνητής/τρια
Γεωργία Κατσίκα (Γ.Κ.)

[00:00:00]

Γ.Κ.:

Καλησπέρα.

Α.Σ.:

Καλησπέρα.

Γ.Κ.:

Θα μας πείτε το ονοματεπώνυμό σας;

Α.Σ.:

Τάσος Σταυρουλάκης.

Γ.Κ.:

Ωραία. Εγώ είμαι η Γεωργία Κατσίκα, είμαι ερευνήτρια στο Istorima. Βρίσκομαι με τον Κύριο Τάσο στο σπίτι του στην Αρτάκη. Η ημερομηνία σήμερα είναι 11 Αυγούστου του 2020. Σας ευχαριστούμε πολύ για τη συνέντευξη που μας δίνετε, κύριε Τάσο.

Α.Σ.:

Παρακαλώ.

Γ.Κ.:

Και πάμε να ξεκινήσουμε.

Α.Σ.:

Ναι.

Γ.Κ.:

Θα μας πείτε λίγα λόγια για εσάς; Για τον τόπο που γεννηθήκατε και μεγαλώσατε;

Α.Σ.:

Γεννήθηκα... Kαλά γεννήθηκα στην Αθήνα, αλλά μάλλον μόνο για να γεννηθώ πήγε η μάνα μου εκεί. Oυσιαστικά, γεννήθηκα στη Χαλκίδα και έζησα τα χρόνια μου μέχρι τα μαθητικά. Και ουσιαστικά, στη Χαλκίδα ζω με ένα μικρό διάστημα σπουδών στην Πάτρα περίπου 5 χρόνια. Αυτό. Χαλκιδαίος. Χαλκιδαίος με καταγωγή από την Κρήτη από τη μεριά του πατέρα. Η μάνα μου είναι από την Εύβοια. Οι γονείς μου... O πατέρας μου εργάζονταν στον ΟΤΕ οι γονείς μου, οπότε γνωρίστηκαν εδώ που είχε διοριστεί ο πατέρας μου στον ΟΤΕ κι έτσι απέκτησε μια μικρή ρίζα κι εδώ το σόι του πατέρα μου.

Γ.Κ.:

Ωραία. Τώρα το θέμα της συνέντευξης θα είναι για το ραδιόφωνο, με το οποίο ασχοληθήκατε κατά τα φοιτητικά χρόνια;

Α.Σ.:

Τα φοιτητικά και μετά. Δηλαδή, ναι, το ραδιόφωνο ξεκίνησα να ασχολούμαι στην περίοδο των φοιτητικών μου χρόνων, στο τέλος φοιτητικών μου χρόνων, και στο πλαίσιο μιας διαδικασίας που είχε προηγηθεί εδώ στην ευρύτερη περιοχή της Χαλκίδας και συνεχίστηκε μετά, όταν πια έγινε επαγγελματική δραστηριότητα, μέχρι να αλλάξω επαγγελματική δραστηριότητα και πλέον να γίνω δικαστικός υπάλληλος που είμαι μέχρι σήμερα... Αυτή η ιστορία με το ραδιόφωνο ήτανε μια ιστορία, βέβαια, που εκτυλίχθηκε σε όλη την Ελλάδα εκείνη την εποχή. Μέχρι τότε τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης ήταν τα κρατικά και, δηλαδή, τηλεόραση, ραδιόφωνο. Δεν υπήρχε κάτι άλλο φυσικά. Εκτός από τις εφημερίδες, εκτός από τον έντυπο λόγο, εννοώ, μιλάμε για τα ηλεκτρονικά της εποχής. Ήτανε το ραδιόφωνο και η τηλεόραση. Όμως, αυτά ήτανε κρατικά εκτός από τους πειρατές που έκαναν το, όπως το λέγανε τότε ή ραδιοερασιτέχνες, όπως λέγονταν, ή πειρατές που έκαναν παράνομα ραδιοφωνία.  Αυτό ήτανε... Οι πειρατές συνήθως, βέβαια, είχανε κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή είχανε επίκεντρο του ενδιαφέροντος τους τη μουσική και θα ήτανε πολλοί απ’ αυτούς με τη λαϊκή μουσική και κάποια άλλοι... Κάποια πιο νέα παιδία που έπαιζαν ροκ κτλ. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας τώρα άρχισε να δημιουργείται ένα κίνημα το οποίο ήρθε και απ’ έξω βέβαια, από την Ευρώπη, σε σχέση με τη λειτουργία τοπικών ραδιοφώνων που θα είχανε να παίξουνε ένα ρόλο σημαντικό στις διάφορες διαδικασίες που εκτυλίσσονται στις τοπικές κοινωνίες. Το ελεύθερο ραδιόφωνο, όπως έλεγαν, κάποιοι τότε. Δηλαδή, ένα ραδιόφωνο ανεξάρτητο κυρίως από το κράτος εκείνη την εποχή, αλλά σε μια προσπάθεια που γινότανε να συνδεθεί επίσης και με τη -από κάποιους τουλάχιστον- να συνδεθεί με την τοπική αυτοδιοίκηση και μέσα σε αυτή τη διαδικασία συμμετείχα κι εγώ. Όμως, επειδή υπήρχαν και οι ερασιτέχνες της εποχής, αυτό έγινε... Καταφέραμε εδώ στη Χαλκίδα να δημιουργηθεί ένας σύλλογος ραδιοερασιτεχνών, όπως λέγονταν τότε, στον οποίο όπως παρεισέφρησαν και άνθρωποι οι οποίοι δεν ήτανε γνήσιοι ραδιοφωνατζήδες, ερασιτέχνες, πειρατές, αλλά κάποιοι στους οποίους μάλλον ανήκα κι εγώ, παρότι έκανα και ραδιόφωνο ερασιτεχνικό, δεν είχα όμως δικό μου πομπό. Πηγαίναμε τότε στο σπίτι ενός φίλου στη Χαλκίδα που είχε, ο οποίος δυστυχώς δε ζει κιόλας πια. Έφυγε ξαφνικά πριν από λίγα χρόνια, ο Γιάννης ο Ισμύρογλου είναι αυτός. Είχε στο σπίτι του έναν πομπό και μάλιστα έλεγε το σταθμό του «Ροκ κλαμπ», κι εκεί κάναμε με τον αδερφό μου -τον επίσης που έχει χαθεί εδώ και πολλά χρόνια, αυτός ήτανε και πιο έτσι δυναμικός, γιατί ήτανε πιο πολύ με τη μουσική- είχε ανοίξει και ένα δισκάδικο- μάλλον λίγα χρόνια μετά άνοιξε ένα δισκάδικο ξέρω ‘γω εδώ στη Χαλκίδα... Πηγαίναμε και κάναμε τέτοιες εκπομπές. Όμως, όπως είπα σε σχέση με το ραδιόφωνο, δημιουργήθηκε ένας σύλλογος, στον οποίο εκτός από τους ερασιτέχνες ή κάποιους, πολλούς από τους ερασιτέχνες της εποχής, συμμετείχαν και κάποιοι που έβλεπαν το ραδιόφωνο σαν ένα μέσο κινηματικό, με στόχο τη δράση σε τοπικό επίπεδο, στην κοινωνία, με σκοπό δηλαδή την..[00:05:00]. Ας το πούμε την επίλυση κάποιων τοπικών προβλημάτων ή την διαμόρφωση εναλλακτικών στάσεων σε διάφορα τοπικά προβλήματα στο πλαίσιο μιας λογικής που υπήρχε τώρα και που μάλιστα υπήρχαν και κάποια συνθήματα όπως το, «Δράσε τοπικά, σκέψου συλλογικά» εκείνης της εποχής. Δηλαδή, ότι θα πρέπει να ασχοληθούμε με τα του οίκου μας. Εντάξει, οι υπερδυνάμεις ξέρω ‘γω, οτιδήποτε μπορούσε να συμβεί στη Μέση Ανατολή, στην κεντρική πολιτική σκηνή, σε οτιδήποτε, αλλά εκτός απ’ όλα αυτά υπήρχε και το καθημερινό που ήταν, επίσης, εξίσου σημαντικό. Και όχι μόνο το καθημερινό αυτό που ζούμε μέσα το σπίτι μας, αλλά αυτό που τότε ονομαζόταν τοπική δημοσιότητα και που αυτό το αντιλαμβάνονταν, όμως, σαν τέτοια τα τοπικά μέσα ενημέρωσης, τα οποία ήταν αποκλειστικά έντυπα. Και τα οποία είχανε και έναν ρόλο αρκετά κατεστημένο θα έλεγα.  Δηλαδή, είτε έπαιρναν τη θέση της μίας ή της άλλης πολιτικής ή δημοτικής παράταξης τότε και στα δημοτικά πράγματα ή εντάξει... Τότε ήδη είχε αρχίσει και ανθούσε αρκετά το φαινόμενο που συνεχίζεται -και μάλλον όχι σε αυτό το βαθμό, τότε ήταν ακόμα περισσότερο έτσι- το λαϊκίστικό... Πώς να το πούμε, αυτό της «Ευβοϊκής Γνώμης», μιας άλλης εφημερίδας εδώ στην περιοχή. Να πάρω μια ανάσα... Λοιπόν, στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας, δημιουργήθηκε αυτός ο σύλλογος και άρχισαν να γίνονται κάποιες συζητήσεις για τη δημιουργία ενός ραδιοφώνου που εμείς λέγαμε ότι θέλουμε να είναι δημοτικό. Δηλαδή, να μπει στο πλαίσιο της... Να στηριχτεί απ’ τον δήμο, να αναλάβει κάποια πράγματα ο δήμος Χαλκιδαίων, όπως υλικοτεχνικά να το στηρίξει κτλ. αλλά να έχει και μια ανεξαρτησία. Και πράγματι, αυτό μέσα από διαδικασίες αρκετών μηνών μπόρεσε να λειτουργήσει. Στην αρχή, παράνομα. Τότε, βέβαια, εμφανίστηκαν οι δημοτικοί άρχοντες κτλ. και είπαν ότι στηρίζουν τη προσπάθεια αυτή, γιατί είχε και έναν γενικότερο λόγο, όχι τόσο πολύ οξύ σε σχέση με την κατεστημένη κατάσταση εδώ, με σκοπό ακριβώς να λειτουργήσει και σε ένα ευρύτερο πλαίσιο να μπορέσουν να ακουστούν όλες οι φωνές, τέλος πάντων. Άρα, και φωνές που δεν ακούγονταν μέχρι, δηλαδή δεν πηγαίναμε τότε εμείς να φτιάξουμε ένα περιθωριακό ραδιόφωνο, το οποίο θα εξέφραζε τις απόψεις 5 ανθρώπων που θα ασκούσαν κριτική και θα λέγανε ότι: «Πώς γίνεται αυτό έτσι; Πως γίνεται το άλλο έτσι;». Λέγαμε ότι θα είναι ραδιόφωνο το οποίο θα είναι η φωνή της Χαλκίδας, των Χαλκιδαίων. Άρα, λοιπόν, θα μπορούν εκεί να ακούγονται όχι μόνο οι φωνές που ακούγονται μέχρι τώρα, αλλά και κάποιες άλλες περιθωριακές, μειονοτικές, απόψεις διαφορετικές κτλ. Αυτή ήτανε έτσι κάπως η γενικότερη λογική και αυτό νομίζω ότι στην αρχή με έναν περίεργο τρόπο, ίσως ήταν γιατί ήταν κι άλλες εποχές τότε βέβαια... Καμία σχέση με τότε, ήταν οι καλές εποχές τότε του ΠΑΣΟΚ που όλα ήτανε λίγο πιο, ξέρω ‘γω; Υπήρχε μια άνεση σε κάποια πράγματα, παρότι μας κλείσανε... Ήρθε η αστυνομία ξέρω ‘γω. Εγώ δε θυμάμαι, δεν πρέπει να ήμουνα εδώ όταν έγινε αυτό, γιατί εγώ πηγαινοερχόμουνα τότε Χαλκίδα – Πάτρα, αλλά συμμετείχα ενεργά σε όλη αυτή τη διαδικασία.  Έκλεισε, λοιπόν. Ήρθαν τότε όμως μέσα... Ήταν το πρώτο ελεύθερο ραδιόφωνο. Δηλαδή, πριν απ’ το «Ράδιο Χαλκίδα» ονομάστηκε και δεν ξέρω νομίζω δεν υπάρχει πια, υπάρχει μόνο σαν ταμπέλα. Πριν γίνει δημοτικός σταθμός, έτσι είχε ονομαστεί ο ραδιοφωνικός σταθμός αυτός, «Ράδιο Χαλκίδα». Ήρθαν τότε και Αθηναϊκά μέσα ενημέρωσης. Ήταν ο πρώτος ελεύθερος ραδιοσταθμός που έγινε... Εννοούμε με έτσι έναν τέτοιο προσανατολισμό σαν αυτόν που έτσι αρκετά αδρά περιέγραψα πριν. Λίγο μετά έγινε ο «9,84», δηλαδή ο δημοτικός ραδιοσταθμός της Αθήνας. Είχε προηγηθεί το «Ράδιο Χαλκίδα». Τελικά, μέσα από πολλές διαδικασίες πήρε τη μορφή του δημοτικού ραδιοφώνου. Ουσιαστικά, επέτρεψε η τότε δημοτική αρχή, στην αρχή, να εκφραστούν αυτές οι απόψεις, όπως τις εκφράζουμε, και σίγουρα φυσικά υπήρχαν και απόψεις που εξέφραζαν τη λογική της δημοτικής αρχής. Όλοι συμμετείχαν μέσα, αλλά όχι με την ιδιότητά τους ως εκπροσώπων, παραδείγματος χάριν, της δημοτικής αρχής, αλλά ως μεμονωμένα άτομα. Ο ένας μπορεί να ήτανε ερασιτέχνης και να ήταν φίλος του δήμαρχου... Να υπήρχε μια καλή σχέση. Όμως ακούγονταν όλες οι φωνές. Θυμάμαι μάλιστα είχαν γίνει κάποιες[00:10:00] εκλογές τότε, όταν πια έγινε κανονικό δημοτικό ραδιόφωνο και έτσι... Κάτι το οποίο ίσως αποδείχτηκε τότε και λίγο κουραστικό, αλλά ξέρεις είχαμε εμείς τη λογική, τέλος πάντων... Υπήρχαν και κάπως σχετικά δημοκρατικές διαδικασίες, παρότι ορίστηκε ένας διευθυντής τότε που ήτανε ο Αλέκος ο Δεληβοριάς, αλλά γίνονταν συζητήσεις. Εντάξει δεν... Όταν πια έγινε δημοτικό ραδιόφωνο, ήδη ουσιαστικά ξεκινούσε η προαναγγελία μιας άλλης λειτουργίας που θα αποκτούσε σιγά σιγά, όπως συμβαίνει με πολλά τέτοια εγχειρήματα. Αλλά παρόλα αυτά, μέχρι τότε υπήρχαν πιο συλλογικές διαδικασίες και αυτό επικράτησε έστω σαν αύρα πέρασε και στην επόμενη φάση, όταν πια έγινε δημοτικό ραδιόφωνο και διατηρήθηκε για κάποιο καιρό αυτός ο πλουραλισμός, η έκφραση διαφορετικών απόψεων κτλ. Το χαρακτηριστικό που ήθελα να πω είναι στις εκλογές που είχαμε δώσει ίσο χρόνο σε όλα τα κόμματα ανεξάρτητα από τη δύναμή τους. Δηλαδή, ερχόταν και το τελευταίο γκρουπούσκουλο και μίλαγε όση ώρα μίλαγε το ΠΑΣΟΚ, η Νέα Δημοκρατία ξέρω ‘γω κτλ. Αυτό, ίσως, ήταν λίγο κουραστικό τελικά και δεν ξέρω σε ένα τέτοιο ραδιόφωνο που είναι αρκετά γενικού προσανατολισμού. Δεν ξέρω αν ήταν τόσο καλή ιδέα, αλλά πάντως σίγουρα ήταν πάρα πολύ δημοκρατικό. Υπήρχε ένας γενικότερος προβληματισμός γύρω απ’ όλα αυτά. Ξαφνικά, τότε άνοιξαν και κάποιες δουλειές. Δηλαδή, σιγά σιγά μετά δημιουργήθηκαν... Δόθηκε, έγινε και το νομοθετικό πλαίσιο και δόθηκε η δυνατότητα να δημιουργηθούν και ιδιωτικοί ραδιοσταθμοί.  Έτσι, δημιουργήθηκαν κάποιοι τοπικοί εδώ ιδιωτικοί ραδιοσταθμοί, όπως το «Ράδιο Ένα» που νομίζω ακόμα κάτι εκπέμπει εκεί πέρα, αλλά βλέπω ότι τώρα πια δεν έχουνε καμία... Δηλαδή, αναμεταδόσεις κάνουν. Μετά έγινε και ο σταθμός ο «9,65» που ήταν ο σταθμός των εργαζομένων, στον οποίο κατέληξα εγώ αφού πλέον ήρθαμε σε ρήξη μέσα από κάποιες διαδικασίες με την τότε δημοτική αρχή, γιατί ουσιαστικά σιγά σιγά ο δήμαρχος τότε... Εντάξει απ’ τη μεριά του, μάλλον δεν είχε να κάνει και τίποτα άλλο, προσπάθησε βάζοντας ανθρώπους δικούς του στον χώρο των δημοσιογράφων εκεί να ελέγξει την κατάσταση και, τέλος πάντων, αποκτώντας ή διατηρώντας κάποιες καλές σχέσεις με κάποιους, επίσης, που συμμετείχαν δημοσιογραφικά, με κάποιους συναδέλφους, μπόρεσε να ελέγξει την ιστορία. Να την ελέγξει, δηλαδή, με την έννοια ουσιαστικά να μην δίνεται η δυνατότητα να εκφράζονται τόσο άνετα όσο μέχρι τότε διαφορετικές απόψεις. Και αυτό εμένα με οδήγησε να φύγω. Ήδη, όμως, είχα αρχίσει να ασχολούμαι επαγγελματικά, δηλαδή, αυτό τόσο με είχε ενθουσιάσει τότε, που νόμιζα ότι έχουμε ξεκινήσει την επανάσταση εγώ τότε, ήμουνα ξέρω ‘γω εντάξει 22 χρονών ξέρω ‘γω, 23... 23 χρονών πρέπει να ‘μουνα πια και δεν πήρα καν το πτυχίο μου. Τα παράτησα στην Πάτρα και όταν μου πρότειναν να δουλέψω σαν δημοσιογράφος τότε. Και λέω θα δουλέψω εκεί γιατί εκεί πάμε, θα δούμε τι θα γίνει. Γιατί νόμιζα ότι γίνεται κάτι πολύ σημαντικό... Κάτι... Όλα τα άλλα μου φαινόντουσαν έτσι τελείως ασήμαντα. Οπότε, παράτησα και τελείως τη βιολογία που σπούδαζα μέχρι τότε. Φυσικά, εντάξει, ήδη είχα αρχίσει και τη βαριόμουνα... Δεν ήταν μόνο αυτό. Αλλά νόμιζα ότι μου δινόταν και μία ευκαιρία. Εντάξει υπήρχε και μια λογική τότε δεν ξέρω... Δηλαδή, δεν είχα την αυτή και δεν ξέρω αν ήταν μόνο δικό μου αυτό το πρόβλημα, αν το θεωρήσουμε πρόβλημα. Δηλαδή, δεν είχα τη λογική: «Τώρα θα κάνω αυτή τη δουλειά, αυτό τι προοπτική έχει;». Δεν το σκεφτόμουνα καθόλου. Εντάξει έπαιρνα κάποια λεφτά. Εντάξει η αλήθεια είναι ότι ζούσα ακόμα τότε με τους δικούς μου, τα έξοδά μου ήταν ό, τι έπαιρνα τα ‘τρωγα, ας πούμε. Τώρα έχω αφήσει πολλά κενά νομίζω στην ιστορία, αλλά δεν ξέρω. Πού να το πάμε; 

Γ.Κ.:

Θα τα καλύψουμε.

Α.Σ.:

Ναι.

Γ.Κ.:

Εγώ θέλω να ρωτήσω-

Α.Σ.:

Ναι για ρώτα με κάτι.

Γ.Κ.:

Πώς έγινε και μπλεχτήκατε, αρχικά, με το ραδιόφωνο;

Α.Σ.:

Μπλέχτηκα συμμετέχοντας σε αυτές τις ομάδες που κρίναμε κάποια στιγμή, δηλαδή είχε προηγηθεί... Το λέγαμε και πριν στη συζήτηση πριν που κάναμε... Υπήρχε έτσι ένα, μια ας την πούμε κινηματική διαδικασία εδώ στη Χαλκίδα. Έβγαινε ένα περιοδικό, το περιοδικό «Μια απόπειρα στη Χαλκίδα», στο οποίο συμμετείχα ενεργά και το οποίο πέρα από διάφορα άρθρα και συνεργασίες που είχε προσπαθούσε να κάνει και παρεμβάσεις στην τοπική ζωή. Γινόντανε διάφορες εκδηλώσεις... Είχε γίνει μια ολόκληρη καμπάνια σε σχέση με τη λειτουργία της παραλίας και τον αποκλεισμό από το χώρο της παραλίας -πώς το λένε- κάποιων ανθρώπων που ζούσαν στο περιθώριο. Είτε αυτών που λέμε περιθωριακών, αλλά και ανθρώπων οι οποίοι επειδή ανήκανε σε κάποιες κοινωνικοοικονομικές τάξεις, ας πούμε, που δεν τους επέτρεπαν να έρθουν στην παραλία, να κάτσουν να πιούνε, ν[00:15:00]α πάρουν τον καφέ τους, ξέρω ‘γω, ή αυτό... Είχε γίνει μία τέτοια συζήτηση και μια καμπάνια στη λογική να αποδοθεί η παραλία της Χαλκίδας σε όλο τον κόσμο, ας πούμε, και είχαμε φέρει τον Θανάση τον Χάρο, τον βιολιστή και είχε δώσει μια συναυλία, ξέρω ‘γω, εδώ και είχε γίνει μία αντιπυρηνική διαδήλωση με συμμετοχή των οικολόγων ξέρω ‘γω της εποχής. Είχε έρθει ο Άσιμος και τραγούδησε, εγώ δεν ήμουνα τότε σ’ αυτή, γιατί ήμουνα στην Πάτρα και δεν μπόρεσα να έρθω. Δε θυμάμαι, καμιά εξεταστική είχαμε, δε θυμάμαι. Καλοκαίρι ήτανε. Δε θυμάμαι. Ναι και διάφοροι άλλοι, ας πούμε, τότε. Γενικώς, υπήρχε ένα ένας σχετικός αναβρασμός που δεν ξέρω ακριβώς τι διεκδικούσαμε εκείνη την εποχή. Δηλαδή, δε μπορώ να πω έτσι να θυμηθώ συγκεκριμένες διεκδικήσεις. Ίσως, γιατί όπως είπα πριν, πάρα πολλοί νομίζαμε ότι έχουμε ξεκινήσει την επανάσταση και ότι είμαστε σε καλό δρόμο. Αλλά αυτό δεν ήταν έτσι βέβαια, όπως έμελλε να αποδειχτεί. Στο πλαίσιο, λοιπόν, αυτών των διαδικασιών κάποια στιγμή μπήκε και το θέμα του ραδιοφώνου, ότι θα κάνουμε ραδιόφωνο, ότι θα ασχοληθούμε με το ραδιόφωνο, θα έχουμε άμεση επικοινωνία. Τότε, φάνταζε έτσι πολύ διαφορετικό... Πολύ. Εκείνη την εποχή ήτανε ένα άμεσο μέσο ενημέρωσης. Μπορούσες να επικοινωνήσεις με το τηλέφωνο, να βγει ο ακροατής να πει την άποψή του ξέρω ‘γω. Ήτανε, ξέρω ‘γω, τα social media μπροστά του δεν είναι τίποτα σήμερα.  Αυτό που νομίζαμε τότε ότι συμβαίνει, και που συνέβαινε με μία έννοια. Υπήρχε... Είχε μια ζωντάνια ξέρω γω όλη αυτή η ιστορία. Οπότε, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας κι εγώ συμμετείχα και παράλληλα με την διπλή μου δραστηριότητα και λίγο σαν ερασιτέχνης, αλλά εκεί ήταν περισσότερο, ξέρεις, στην λογική να δω τι συμβαίνει σ’ αυτό το χώρο. Δηλαδή, μάλλον περισσότερο έτσι εισοδιστής ήμουνα -πώς να το πω- αυτός που ήρθε απ’ έξω που έλεγε ένας Γάλλος είχε γράψει εκείνη την εποχή ένα βιβλίο που ο Bernard-Henri Georges Lévy, που λεγόταν έτσι το βιβλίο «Αυτός που ήρθε απ’ έξω» και αναφερόταν στην δικιά του εμπειρία. Αυτός θεωρείται τώρα Γάλλος φιλόσοφος, ο οποίος βέβαια πλέον μετά ακολούθησε μια πορεία κι αυτός. Στρίβει από τις θέσεις της εποχής εκείνης που είχε πάει και δούλευε σε εργοστάσιο, για να δει, να είναι μαζί με τους, ενώ ήταν διανοούμενος. Κι αυτό, αυτός ήταν αυτός που ήρθε απ’ έξω. Κάπως έτσι κι εμείς προσεγγίζαμε και τους ερασιτέχνες. Κάποιοι από μας. Για να μπούμε μέσα να το δούμε από κοντά αυτό το πράγμα, πως δουλεύει, ξέρω ‘γω. Και είχε και μια αίγλη, κάτι έτσι λίγο παράνομο, λίγο αυτό εκείνη την εποχή. Περνούσανε τα αστυνομικά με τα ραδιογωνιόμετρα που δεν είχαν, όμως, τότε στη Χαλκίδα λέγανε. Τώρα, αυτά ήτανε της εποχής και ήταν κάποια μηχανήματα που τα βάζαν μέσα στο περιπολικό ή δεν ξέρω στο ασφαλίτικο και πιθανότατα σε ασφαλίτικο και έπιαναν το σήμα που εξέπεμπε ο ραδιοσταθμός ή κοιτούσαν μην έχει καμία κεραία, γιατί τότε δε μπορούσες να κρυφτείς και πολύ. Έπρεπε να έχεις κάποια κεραία, για να εκπέμψεις. Όλα αυτά, λοιπόν, έγιναν εκείνη την εποχή. Είχανε μια σχετικά γρήγορη απομυθοποίησ που με βρήκε εμένα πλέον, όμως, να είμαι επαγγελματίας της δημοσιογραφίας. Όταν ήρθα, τελικά, σε ρήξη με την κατάσταση εκεί στο δημοτικό ραδιόφωνο, επειδή τότε είχε δημιουργηθεί ήδη ο «9,65», ο σταθμός των εργαζομένων, που ήταν ο σταθμός που είχε το εργατικό κέντρο. Με φωνάξανε εκεί και θα έφευγε και ο τότε διευθυντής, για να πάει φαντάρος, κι εγώ δεν είχα πάει ακόμα φαντάρος. Θα πήγαινα περίπου όταν θα γυρνούσε αυτός. Οπότε, μου ανέθεσαν εμένα, μου ζήτησαν και μου ανέθεσαν εμένα την διεύθυνση του σταθμού και, παράλληλα, τότε ήμουνα και ανταποκριτής της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» που δεν ξέρω αν τη θυμάμαι. Ναι, τη θυμάσαι αυτή, ναι. Κι εκεί πάλι έγινε μια προσπάθεια κάτι να κάνουμε, αλλά τέλος πάντων ήταν η εποχή πια που είχε... Αυτό έγινε όταν είχε αναλάβει ο Μητσοτάκης πια -είχε περάσει το σκάνδαλο Κοσκωτά όπως λεγότανε- ανέλαβε ο Μητσοτάκης μετά και την περίοδο της αποβιομηχάνισης. Η Εύβοια είχε πληγεί πάρα πολύ από αυτή την ιστορία που έκανε τότε. Ήταν τότε που έκλεισαν δηλαδή τα μεταλλεία στη βορειοκεντρική Εύβοια, ο Σκαλιστήρης, όπως τον λέγαν, που έκλεισαν τα τσιμέντα Χαλκίδας δεν έκλεισαν τότε. Πήγαιναν για κλείσιμο. Έκλεισαν πάρα πολλές, όμως, βιομηχανίες στην περιοχή, μια τεράστια ανεργία. Ήταν ένα μεγάλο αυτό βήμα του νεοφιλελευθερισμού τότε στην Ελλάδα αυτή η ιστορία με πρωτεργάτη τον πατέρα του σημερινού πρωθυπουργό, τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.  Οπότε, το κλίμα που υπήρχε τότε στο εργατικό κέντρο και στο σταθμό των εργαζομένων ήταν απ’ τη μια όσον αφορά το[00:20:00] πολιτικό, την πολιτική πλευρά, αντικυβερνητικό, γιατί ήταν ο Μητσοτάκης και, κυρίως, εξέφραζε τότε τις απόψεις των εργατών, των επιμέρους σωματείων βέβαια, κυρίως. Και βέβαια, παρακολουθούσε... Θυμάμαι τότε χρόνια κράτησε η κατάληψη που είχαν κάνει οι εργαζόμενοι, οι πρώην εργαζόμενοι στον «Τσαούσογλου» ή «Σωληνουργεία Αθηνών», όπως έγινε μετά, που υπήρχε ένα σωματείο το οποίο συνέχισε και με την κατάληψη, δηλαδή ήτανε μια ιστορία που πραγματικά κράτησε 1 – 2 χρόνια. Δεν ξέρω, που καταφέρανε, έτσι πίστευαν κι αυτοί ίσως, δεν ξέρω. Προφανώς, τα συμφέροντα τότε του Αμφιετζόγλου που αγόρασε το εργοστάσιο θα έπρεπε να εξυπηρετηθούν, αλλά κι αυτοί θεώρησαν ότι με τον αγώνα που κάνανε κατάφεραν να κρατήσουν εκεί και τα μηχανήματα και όλα και να μπορέσει να ξαναλειτουργήσει και πολλοί ξαναδούλευψαν στον πρώην «Τσαούσογλου», στη «Σωληνουργεία Αθηνών». Υπήρχε, λοιπόν, από τη μια πλευρά, στον «9,65». Είμαστε πια στις αρχές της δεκαετίας του ’90 αυτό το κλίμα, που εμένα με βόλευε αν θέλεις και, απ’ την άλλη, όμως μπορούσαν να εκφραστούν πάλι διάφορες απόψεις έτσι. Ήταν μια εποχή δηλαδή που ήταν εύκολο, πιο εύκολο να εκφραστούν νομίζω -όχι ότι επειδή τότε επιτρεπόταν και τώρα δεν επιτρέπεται- αλλά η πολυσυλλεκτικότητα, η έκφραση απόψεων που ίσως κάποιοι θα τις θεωρούσαν ακραίες και τότε εντάξει... Παραδείγματος χάριν, τότε που είχαμε την υπόθεση του Καλτεζά, ας πούμε, θυμάμαι να κάνω εγώ εκπομπή στο ραδιόφωνο ή κάποια μάλλον επέτειο από την δολοφονία, κάποιον Νοέμβρη τον επόμενο ή το μεθεπόμενο που παίρνανε ας πούμε κάποιοι και βρίζανε με αυτά που λέγαμε, αλλά τότε το θέμα ήταν ότι υπήρχε η δυνατότητα να το πεις κι από ένα μέσο που ήτανε mainstream, ας πούμε, της εποχής. Σε τοπικό, όμως, επίπεδο. Κι αυτό συνεχίστηκε τότε εκεί όσον αφορά εμένα και η ιστορία για μένα κλείνει αυτή, όταν πια ουσιαστικά έχω συνειδητοποιήσει ότι αυτό που νόμιζα ότι θα έκανα με αυτή την ιστορία δεν ήτανε κάτι τέτοιο. Ήταν κάτι πια πολύ διεκπεραιωτικό. Δεν υπήρχε, γενικότερα, και η διάθεση. Άρχισε να μπαίνει και σε μια κρίση αυτή η ιστορία, γιατί έγινε ένα μπαμ -όπως πήγα να πω στην αρχή- σε κάποια στιγμή έγινε ένα μπαμ. Δούλεψε πολύς κόσμος, δημιουργήθηκαν θέσεις εργασίας, πολλοί έγιναν δημοσιογράφοι. Ουσιαστικά, δεν υπήρχε κατάρτιση. Ούτε καν. Τώρα, νομίζω υπάρχουν και κάποιες σχολές δημοσιογραφίας πανεπιστημιακές.  Τότε, αμφιβάλλω αν υπήρχε κανένα ιδιωτικό, τύπου ΙΕΚ. Τότε λεγόντουσαν κάπως αλλιώς αυτές οι ιδιωτικές σχολές. Ούτε κανείς είχε παρακολουθήσει, εντάξει. Απλώς, κάποιοι άνθρωποι είχαν ένα, ας το πούμε, ευρύτερο μορφωτικό επίπεδο. Όχι μορφωτικό με την έννοια ότι όταν ο άλλος είχε τελειώσει μια σχολή, ήταν βιολόγος, ας πούμε. Αυτό δε θα έδινε κάτι σαν προσόν σε σχέση μ’ αυτό, αλλά υπήρχαν άνθρωποι που είχαν ένα ευρύτερο μορφωτικό επίπεδο και ενδιαφέροντα και μπορούσαν να παίξουν αυτό το ρόλο, χωρίς όμως να γνωρίζουν ουσιαστικά και ούτε τα βασικά, αν θέλεις της δημοσιογραφίας, θέματα δεοντολογίας, ξέρω ‘γω κτλ. Γι’ αυτό και γινόντουσαν πολλές πατάτες, ξέρω ‘γω. Εντάξει, υπήρχαν κι αυτά τα, αλλά ήταν μια σίγουρα ενδιαφέρουσα εποχή σε σχέση με τώρα φαντάζομαι, ναι. Και για την εποχή της τέλος πάντων, νομίζω ότι στη Χαλκίδα δηλαδή είχανε γίνει έτσι... Ήταν η Χαλκίδα ένας χώρος που είχε ζωή, είχε δραστηριότητα. Είχε γίνει τότε και η δίκη της Απόπειρας και γιατί είχε γίνει ένα δημοσίευμα και θεώρησε ο τότε αστυνομικός διευθυντής ότι τον έθιγε, με αποτέλεσμα να κάνει μήνυση στον Ρουμελιώτη που ήταν τότε ο υπεύθυνος για τον νομό, τον Αντρέα, και στην κοπελιά που το έγραψε, τη Σούλα την Πεπέ. Και είχαν έρθει σε αυτό το δικαστήριο... Τότε τα δικαστήρια λειτουργούσαν μέχρι αργά το βράδυ και είχε έρθει ο Σαββόπουλος τότε εκείνης της εποχής, τέλος πάντων, να καταθέσει. Είχαμε δικηγόρο τον Κωνσταντόπουλο, έπειτα πρόεδρο του «Συνασπισμού» και τον Φυτράκη, αν τους έχεις ακουστά. Υπήρχε δηλαδή διεργασία γινότανε. Υπήρχε πράγμα.

Γ.Κ.:

Το ραδιόφωνο τότε τι απήχηση είχε στον κόσμο;

Α.Σ.:

Είχε απήχηση νομίζω. Ξαφνικά, δηλαδή κι ο κόσμος ακολουθήσε αυτή τη διαδικασία. Γι’ αυτό, και ήταν μια περίοδος λίγων χρόνων άνθισης. Εξάλλου στηρίχτηκε και σε έσοδα τα οποία είχε από διαφημίσεις τοπικές εκείνης της... Εκείνη την εποχή από διάφορα καταστήματα, ξέρω ‘γω, στη Χαλκίδα κλπ. Έβαζαν μια[00:25:00] διαφήμιση στο σταθμό και έτσι αποκτούσαν οι ραδιοφωνικοί σταθμοί έσοδα. Αυτό το γεγονός ότι υπήρχαν διαφημίσεις... Υπήρχε η δυνατότητα και οι άνθρωποι να δώσουνε κάτι, βέβαια, εκείνη την εποχή.  Λειτουργούσε έτσι και η οικονομία ήταν λίγο πιο κουλ απ’ ό, τι τώρα, βέβαια. Έδειχνε, όμως, ότι αναγνώριζαν ότι υπήρχε ένα ενδιαφέρον. Είχε μια απήχηση στον κόσμο. Ο κόσμος συμμετείχε και σε συζητήσεις που γίνονταν ραδιοφωνικές. Έβγαινε, έλεγε την άποψή του. Τώρα δεν ξέρω αν συμβαίνει αυτό στο ραδιόφωνο. Εντάξει τώρα το ραδιόφωνο νομίζω είναι... Θεωρείται λίγο παρωχημένο μέσο επικοινωνίας. Αν και κάποιοι ακούω καμιά φορά στο αυτοκίνητο, όταν βάζω. Ακούω κάποιοι, αλλά ελάχιστα πια, να έχουν επικοινωνία με τους ακροατές. Κάτι βραδινά μάλλον περισσότερο τίποτα. Ίσως άνθρωποι οι οποίοι δεν έχουν και την ευχέρεια να χρησιμοποιήσουν τα νέα μέσα. Αλλά, τότε, υπήρχε μεγάλη συμμετοχή του κόσμου και αισθανόταν... Ξαφνικά άρχισε ο κόσμος να αισθάνεται ότι αποκτούσε – ο κόσμος τώρα αρκετά αόριστη έννοια τέλος πάντων- οι δημότες, πως να το πούμε, κάποιοι απ’ αυτούς... Αποκτούσαν ξαφνικά μια... Είχαν αποκτήσει ξαφνικά μια δύναμη. Δηλαδή τη δυνατότητα και κάτι που έπεφτε στην αντίληψή τους να πάρει δημοσιότητα, αν θεωρούσαν ότι πρέπει να πάρει και το προκαλούσαν αυτό είτε παίρνοντας τηλέφωνο είτε καλώντας μας να πάμε να δούμε κάπου τι συμβαίνει εδώ κτλ. Μια δυνατότητα που δεν την είχαν πριν. Είτε να εκφράσουν και τις απόψεις τους για διάφορα τεκταινόμενα, εντάξει πλέον όχι απαραίτητα μόνο σε τοπικό επίπεδο, και γενικότερα. Πάντως, είχε μια δυναμική. Δηλαδή, μπόρεσε ο κόσμος. Γι’ αυτό, υπήρχε και μια άνθιση τότε... Δημιουργήθηκαν κάμποσα ραδιόφωνα, τα οποία δεν ήταν πια μόνο μουσική. Αλλά ήτανε κανονικά, είχαν πρωινή ζώνη με εκπομπές ενημερωτικές, ξέρω ‘γω. Υπήρχε ένας αναβρασμός σε σχέση με αυτό. Θυμάμαι -την έλεγα σχετικά πρόσφατα αυτή την ιστορία- γιατί με αφορμή κάπου είπαμε ένα τραγούδι που λέγανε οι «Τρύπες» τότε απ’ τον πρώτο δίσκο, «Το Γριά πουτά...», που ξεκινάει έτσι δεν ξέρω πως, «Παράξενη πόλη» νομίζω λέγεται. Ξεκινάει «Γριά πουτάνα που ξυρίζει τα πόδια της» και είχανε κάνει τότε μια συναυλία, την οποία την είχε οργανώσει ο δήμος να καταλάβεις. Είχε έρθει ο Αγγελάκας, οι «Τρύπες» δηλαδή και παίξανε στο 3ο Γυμνάσιο. Δηλαδή, είχε μια αίθουσα εκεί το... Απέναντι ακριβώς απ’ το παλιό μας σπίτι. Το ξέρεις το παλιό μας σπίτι. Ναι, βέβαια. Εκεί είχε μια αίθουσα... Πήγαινες σε αυτό το γυμνάσιο; Όχι. Ναι, είχε μια αίθουσα -πώς το λένε- εκδηλώσεων και είχαν έρθει οι «Τρύπες» τότε και τραγούδησαν και ξεκίνησαν με αυτό το τραγούδι και ένας δημοσιογράφος που πέθανε πριν από λίγες μέρες, ο Δεμερτζής, που έβγαζε την «Προοδευτική Εύβοια» τότε και την «Καθημερινή Εύβοια» εδώ και αρκετά χρόνια απ’ ό, τι έβλεπα... Δεν τα παρακολουθούσα πια, έκανε αντιπολίτευση αυτός στον τότε δήμαρχο τον Μαργαρίτη που ήταν του ΠΑΣΟΚ, αλλά καμία σχέση όλα αυτά και οπότε έγραφε την άλλη μέρα: «Να ποιους φέρνει, τραγουδάνε "γριά πουτάνα"» και ήρθε τότε ο Αγγελάκας την άλλη μέρα στο ραδιόφωνο και του πήρα συνέντευξη και βάλαμε αυτό το τραγούδι κι γενικώς ας πούμε... Εντάξει, το διακωμωδήσαμε λίγο. Άλλο ένα παράδειγμα ότι συνέβαιναν πράγματα, δηλαδή τώρα στην πιο ξέρω ‘γω, στην κεντρική πρωινή ζώνη του δημοτικού ραδιοφώνου. Και φυσικά, κάποιοι το προωθούσαν όλο αυτό, για να γίνει.  Και ίσως κι όταν έδινε την έγκρισή του ξέρω ‘γω, δεν ξέρω ποιος αρμόδιος απ’ το δήμο έλεγε: «Εντάξει αυτοί εκεί ok, αφού είναι του δημοτικού ραδιοφώνου» ή δεν ξέρω αν ήταν τότε αυτού του ραδιοφώνου. Θέλω να πω ότι υπήρχαν οι δυνατότητες να εκφραστούν πράγματα εκείνη την εποχή σε κανάλια που σε άλλες συνθήκες θα φαινότανε πολύ κουφό να συμβαίνει κάτι τέτοιο, αλλά συνέβαινε και κράτησε, όμως, λίγο. Κράτησε λίγο, γιατί ίσως και γιατί κάποιοι που είχανε την ιδέα ότι μπορούν κάτι να καταφέρουν, δεν είχαν καταλάβει αυτοί ακριβώς τη δύναμη που είχαν τότε, αλλά πιστεύω κυρίως για δύο άλλους λόγους. Ο ένας ήτανε ότι αυτοί, τελικά, ήταν οι λίγοι και οι πολλοί ήτανε οι κανονικοί... Αυτοί που δεν είχαν καμιά τέτοια και τους κοιτούσαν με μισό μάτι, αλλά τέλος πάντων επειδή είχανε έτσι μια πρωτοποριακή συμμετοχή σε όλα αυτά και τα υποκινήσαν κτλ. ήταν αποδεκτοί για κάποιο χρόνο. Σιγά σιγά, όμως, έπρεπε το πράγμα να ομαλοποιηθεί και αυτό έγινε και η δεύτερη περίπτωση είναι ότι αυτό επιδιώχθηκε, δηλαδή τότε και από τη δημοτική αρχή εκείνη την εποχή, να πάρουν τα πράγματα μια [00:30:00]κανονικότητα, να εκφράζει τις απόψεις της δημοτικής αρχής. Να λέει και κάτι η αντιπολίτευση και μέχρι εκεί. Όχι κάτι περισσότερο σε σχέση με όλα αυτά. Επίσης, να συνδέσω λίγο το γεγονός ότι πήγα στον «9,65», το σταθμό των εργαζομένων, του εργατικού κέντρου. Αυτό ουσιαστικά είχε να κάνει με την... Απ’ ό,τι και τότε το ήξερα, αλλά δεν έδινα ίσως τόσο πολλή σημασία. Εγώ, ίσως, θεωρούσα περισσότερο ότι με εκτιμούσαν και με θεωρούσαν έτσι πολύ ικανό και, γι’ αυτό, με φωνάξαν και μου ανέθεσαν και τη διεύθυνση του σταθμού κτλ. Πιστεύω, όμως, ότι δυστυχώς, πέραν του ότι βέβαια όντως αναγνώριζαν τις ικανότητές μου, ο κύριος λόγος ήταν ότι εγώ είχα εκφράσει αυτή τη... Είχα έρθει σε ρήξη με τον τότε δήμαρχο και ο τότε πρόεδρός του εργατικού κέντρου που με φώναξε, για να μου πει αν θέλω να πάω εκεί που ήταν ο Μπουραντάς, ο οποίος έγινε μετά νομάρχης και τώρα είναι δήμαρχος στην Κύμη, αν δεν κάνω λάθος; Δεν ξέρω. Ήτανε σε κόντρα με τον Μαργαρίτη το δήμαρχο. Παρότι ήταν και οι δύο στο ΠΑΣΟΚ, ήταν σε μεγάλη κόντρα. Οπότε... Και μάλιστα, θυμάμαι τότε που πήγα στον «9,65 το σταθμό των εργαζομένων», ήτανε και ο γραμματέας της νομαρχιακής του ΠΑΣΟΚ που μόνο δεν με φίλαγε και λέω... Τον ήξερα σαν δημοσιογράφος ας πούμε, εντάξει. «Τι κάνεις;» και αυτό και «έλα». «Τι έγινε, αυτός γιατί με αγάπησε τώρα;». Έχει πεθάνει και αυτός τώρα. Ναι. 

Γ.Κ.:

Πώς όμως κάτι που ξεκίνησε το ραδιόφωνο, δηλαδή αυτό πριν ακόμα να γίνει δημοτικό ραδιόφωνο, ξεκίνησε σαν κάτι πιο ριζοσπαστικό, πώς άρχισε να αφομοιώνεται, να μεταλλάσσεται, να γίνεται πιο πολύ ένα όργανο της δημοτικής αρχής;

Α.Σ.:

Ναι, νομίζω ότι προσπάθησα να το περιγράψω. Αυτό ήταν, ότι αυτοί που ήθελαν να εκφράσουν κάτι πιο ριζοσπαστικό -να το πω κι αυτό που δεν το είπα πριν- ένα κομμάτι αφομοιώθηκε. Κάποιοι θεώρησαν ότι, όταν πια έκαναν δουλειά, προσλήφθηκαν, ότι είναι μια ευκαιρία να έχουν μια δουλειά και είναι χαρακτηριστικό ότι, όταν έκλεισε πια το ραδιόφωνο, όσοι ήτανε -δεν ξέρω ακριβώς τώρα αν ήταν όλοι- αλλά απ’ ό, τι άκουσα εκείνη την εποχή, όλοι μετά πήγανε σε κάποια θέση στο δήμο. Δηλαδή βρήκανε δουλειά μέσα απ’ αυτή τη... Βρήκαν μόνιμη δουλειά. Ίσως, το είδαν έτσι, και έτσι κάποιοι. Κάποιοι, όμως, αφομοιώθηκαν που είχανε τη λογική τέλος πάντων εγώ το είδα έτσι, το αφομοιώθηκαν. Αφομοιώθηκαν με την έννοια ότι έγιναν συνομιλητές της δημοτικής αρχής, ακόμα δηλαδή κι όταν, ίσως, εξέφραζαν λίγο διαφορετικές απόψεις, αυτό το έκαναν στο πλαίσιο της λογικής της συνύπαρξης και όχι όπως εκφραζότανε στην αρχή, για την κόντρα. Απ’ την άλλη, οι υπόλοιποι που θεωρούσαν ότι δεν ήθελαν να αφομοιωθούν ήταν πολύ λίγοι. Κι υπήρχε και πολύς κόσμος, ο οποίος δεν είχε καν... Δηλαδή, μπορεί ακόμα και να έκφραζε κάτι ριζοσπαστικό, όπως εγώ το αντιλαμβανόμουν ο ίδιος, δεν το έκανε με αυτή τη λογική. Εγώ μπορεί να θεωρούσα ότι αυτό που κάνει είναι πολύ σημαντικό, γιατί «Έτσι εκφράζεται η νεολαία και αυτό και ελεύθερα μέσα από τα μέσα κτλ.», αυτός ήθελε να κάνει τη φάση του και δεν έβλεπε μία πολιτική, πολιτικοκοινωνική χροιά σε όλα αυτά. Και, βέβαια, ότι ουσιαστικά το εκμεταλλεύτηκε αυτό τότε η δημοτική αρχή. Μπόρεσε να το ενσωματώσει και οτιδήποτε πλέον ήταν ενοχλητικό, σιγά σιγά να το βγάλει προς τα έξω.  Παράλληλα, όμως, το ραδιόφωνο είπαμε δεν ήταν μόνο το δημοτικό ραδιόφωνο. Ίσως, το δημοτικό ραδιόφωνο έμεινε για χρόνια το πιο ισχυρό, αλλά ήτανε και ο «9,65» μετά έγινε που ήταν κι αυτός, δεν ξέρω αν είναι μοναδικό φαινόμενο ή απ’ τα λίγα φαινόμενα ραδιοφωνικού σταθμού στην Ελλάδα που έχουνε τον έλεγχο -πώς να το πω- τα σωματεία, τα εργατικά σωματεία, αλλά υπήρχαν και κάμποσοι ιδιωτικοί σταθμοί που λειτούργησαν τότε και οι οποίοι, όμως, από αυτή την άποψη σίγουρα εκεί δεν δινόταν τόσο η ευκαιρία. Υπήρχε η λογική του ελεύθερου ραδιοφώνου... Αυτό από μόνο του. Όταν ξαφνικά, δηλαδή είχαν ζήσει όλοι οι άνθρωποι... Κάτι ανάλογο, βέβαια, έγινε -μόνο που εκεί δεν μεσολάβησε προφανώς τίποτα κινηματικό- έγινε και με την τηλεόραση. Δηλαδή, μετά το ιδιωτικό ραδιόφωνο, ήρθε και η ιδιωτική τηλεόραση. Πριν ξέραμε μόνο τα κρατικά μέσα ενημέρωσης. Τίποτα άλλο. Και μάλιστα το ένα απ’ τα κρατικά ήτανε και του στρατού, η ΥΕΝΕΔ. Οπότε, ήδη όλοι αισθανόντουσαν ότι κάτι κάνανε διαφορετικό, κάτι όπως[00:35:00] μπορούσε να αντιληφθεί ο καθένας ριζοσπαστικό για την εποχή. Αλλά δε τους, ακόμα κι όταν ήταν έτσι, όταν εγώ έβλεπα σε αυτό αυτή τη διάσταση πολύ πιο έντονη, ο άλλος έλεγε, «Ναι ωραία, κάνουμε κάτι τέτοιο, αλλά τελικά κάνουμε τη φάση μας». Φυσικά κι αυτό πολύ καλό είναι, να κάνεις κάτι που το ευχαριστιέσαι. Όμως, δεν έβλεπαν κάποια προοπτική. Όχι ότι υπήρχε βέβαια απ’ την άλλη κανένα σχέδιο ανατροπής ολοκληρωμένο κλπ. Τίποτα δεν υπήρχε, απλώς υπήρχε μια θολή αίσθηση ξέρω ‘γω... Ότι κάτι θα γίνει και θα αλλάξουν τα πράγματα. Αλλά δεν... Μπορεί να εκφράζω μια πολύ μικρή μειονότητα τώρα σε σχέση με όλα αυτά, οπότε δεν είναι και τόσο αντιπροσωπευτικό μάλλον αυτό. Αυτά που λέω δηλαδή φαντάζομαι τα λένε πάρα πολύ λίγοι ή δεν ξέρω ποιος άλλος τα λέει.

Γ.Κ.:

Εσείς πώς πήρατε την απόφαση να σταματήσετε να ασχολείστε με το ραδιόφωνο;

Α.Σ.:

Είχε γίνει πια, παρότι εντάξει ήμουνα τότε διευθυντής του σταθμού, έπαιρνα έναν μισθό. Μη φανταστείς τίποτα το φοβερό, αλλά ένα μισθό για να... Υπήρχαν, όμως, οικονομικά προβλήματα. Αν τον έπαιρνα κανονικά το μισθό, πες ότι θα ζούσαμε σχετικά κανονικά ας πούμε εντάξει. Δεν είχαμε και πολλές απαιτήσεις. 150.000 το μήνα θυμάμαι έπαιρνα τότε. Όμως και αυτά δεν τα παίρναμε πολλές φορές στην ώρα τους, δηλαδή δεν υπήρχε... Αλλά ήταν αυτό, ότι αφού δεν υπήρχε τίποτε άλλο, ήτανε καθαρά διεκπεραιωτικό όλο αυτό και, ταυτόχρονα, μου έτρωγε απίστευτες ώρες και θυμάμαι ότι η κόρη μου διαμαρτυρόταν πάρα πολύ, γιατί ήτανε τότε πολύ μικρή και γιατί έλειπα όλη τη βδομάδα απ’ το σπίτι. Όχι μόνο, δηλαδή όχι μόνο όλη τη μέρα. Και όλη τη μέρα και ή τέλος πάντων ανά πάσα στιγμή μπορούσα να λείψω, σαββατοκύριακα. Οπότε, ήδη είχε αρχίσει, παρότι δεν ήμουνα πολύ μεγάλος, είχε όμως αρχίσει να με κουράζει, έτσι όπως γινόταν και χωρίς να υπάρχει κάποια άλλη προοπτική, κάτι άλλο. Και τότε έγινε ο πρώτος διαγωνισμός του ΑΣΕΠ και έδωσα μεταξύ σοβαρού και αστείου, δηλαδή δεν το πήρα και πολύ σοβαρά, αλλά με πήρανε. Οπότε, σοβάρεψε το πράγμα και μετά πέρασε μια φάση που -πώς το λένε- προβληματισμού, «Τι να κάνω τώρα; Εντάξει, ωραία, να τα παρατήσω και να πάω εκεί». Ναι, τελικά, πήρα αυτή την απόφαση και, στην αρχή, αυτό χαρά μου προκάλεσε, γιατί είχα απίστευτο ελεύθερο χρόνο πια.  Δηλαδή, 15:00 η ώρα ήμουνα free και την Παρασκευή 15:00 η ώρα ήμουνα free και μετά τη Δευτέρα το πρωί ας πούμε. Αυτό ήταν ξαφνικά μια μεγάλη ελευθερία σε αντιδιαστολή, φυσικά, με το γεγονός ότι ήμουν πλέον δημόσιος υπάλληλος και έπρεπε να αρχίσω να σκέφτομαι κι αυτό. Άργησα να το καταλάβω. Να το σκέφτομαι κάπως διαφορετικά πια. Αλλά το κατάλαβα κι αυτό με τον καιρό. Πάντως, τώρα θυμήθηκα κάποια απ’ αυτά που έκανα τότε που ίσως έχουνε ενδιαφέρον, για να δείξω ότι δινόταν η ευκαιρία να ακουστούν πράγματα για πρώτη φορά και να... Ας πούμε είχα κάνει μια σειρά εκπομπών τότε σε διάφορες περιοχές της ευρύτερης Χαλκίδας, στα Ψαχνά, στην Αρτάκη και πήγαινα και έβρισκα διάφορους και μιλούσα, αλλά όχι το... Πήγαινα και στο δήμαρχο της Αρτάκης και έκανα μια ολοκληρωμένη εκπομπή για την περιοχή με ιστορικά στοιχεία κτλ., αλλά πήγαινα και έβρισκα παλιούς πρόσφυγες και μιλάγανε που τότε δεν ήταν συνηθισμένα. Και κάποιους που είχαν έρθει τότε ακόμα εκείνη την εποχή ζούσανε, που είχαν έρθει από τη Μικρά Ασία. Για παράδειγμα, εδώ στην Αρτάκη ή αλλού στα Ψαχνά ας πούμε είχα πάρει συνέντευξη από την Τασία την Κοτσαλού. Δεν ξέρω αν την έχεις ακούσει. Ήτανε μια τρελή πόρνη των Ψαχνών, η οποία ήτανε, δηλαδή χαρακτηριστική, αλλά ποτέ κανείς προφανώς δεν της είχε δώσει τη δυνατότητα να μιλήσει και τότε μάλιστα ένας ο Ματράκας ο Νάσος που είχε τότε «Το Μουσικό Καφενείο» και ο ίδιος έγραφε τραγούδια, είχε βγάλει και ένα δίσκο και είχε γράψει και ένα τραγούδι για την Τασία, και είχαμε παίξει κι αυτό το τραγούδι τότε. Ή με μετανάστες ξέρω γω’ που παρότι ακόμα τότε δεν υπήρχε καν... Τότε όταν το ‘κανα, αυτή τη σειρά των εκπομπών ίσως δεν είχαν έρθει ακόμα ούτε οι Αλβανοί στην Ελλάδα που ήταν το πρώτο κύμα μεταναστών που ήρθανε εκεί γύρω στο ’90. Κάπου εκεί. Αλλά υπήρχαν, όμως, κάποιοι μετανάστες που δούλευαν και είχα βρει είχα μιλήσει με κάποιους και όλα αυτά ξαφνικά, δηλαδή παίρνανε μια θέση στο ραδιόφωνο που είχαν μια αδρή απήχηση εντάξει. Ο άλλος άμα δεν ήθελε δεν το άκουγε, δεν έβρισκε ενδιαφέρον. Αλλά πολλοί θυμάμαι ότι που δε θα είχαν την ευκαιρία να τα ξανακούσουν, κατάφεραν και τα άκουσαν. Αυτό ήτανε το διαφορετικό νομίζω το σημαντικό για όσους έκαναν[00:40:00] κάτι τέτοιο διαφορετικό που άξιζε τον κόπο όλο αυτό. Και που παράλληλα, εντασσότανε όσον αφορά εμένα και κάποιον άλλον κόσμο, όπως είπα πριν, σε μια προσπάθεια που είχε ξεκινήσει αρκετά νωρίτερα. Εκεί γύρω στο ’82 με το περιοδικό «Μια απόπειρα στη Χαλκίδα» και ένα «Στέκι νεολαίας»... Είχαμε φτιάξει τότε, το «Στέκι νεολαίας», «Η άλλη όχθη». Αυτό ήτανε εκεί που είναι τώρα -δεν ξέρω αν είναι ακόμα- το «Άλφα». Στην αρχή της -πώς λέγεται- της Περικλέως Σταύρου, το «Άλφα» το φροντιστήριο είναι ακόμα εκεί; Ναι. Εκεί ήταν, σε αυτό το κτήριο ήταν το στέκι που είχαμε φτιάξει, με μουσική και διάφορες εκδηλώσεις. Θυμάμαι τότε και εκεί γινόντουσαν συνελεύσεις και παίρναμε κάποιες... Αυτά ήτανε, η «Απόπειρα», το περιοδικό και το «Στέκι» ήτανε αδερφάκια. Δηλαδή, ουσιαστικά περίπου οι ίδιοι ήμασταν και στα δύο.  Το «Στέκι» ήρθε να δημιουργήσει ένα χώρο, για να μαζεύονται και όλοι αυτοί οι άνθρωποι και να μη βρίσκονται τότε από δω και από κει. Πηγαίναμε και στο σπίτι του Βλάση του Σκολίδη τότε ένα διάστημα, ο οποίος είναι σήμερα ψυχαναλυτής ολκής θεωρείται, τέλος πάντων. Δεν έχουμε πια καμία σχέση όμως, στο χώρο των Λακανιστών. Έχει μεταφράσει και τον Badiou κτλ., τέλος πάντων. Και στο στέκι κράτησε κι αυτό, κράτησε κι αυτό κάποια χρόνια, αλλά σιγά σιγά όλα πήραν το δρόμο τους.

Γ.Κ.:

Και κάτι τελευταίο ήθελα να ρωτήσω.

Α.Σ.:

Ναι.

Γ.Κ.:

Αν τα χρόνια από τότε που σταματήσατε να εργάζεστε στο ραδιόφωνο, σας έχει λείψει και το ραδιόφωνο και η δημοσιογραφία, γενικότερα.

Α.Σ.:

Ναι. Δε θα το ‘λεγα. Ειδικά για τη δημοσιογραφία και για το... Ίσως και για το ραδιόφωνο. Νομίζω ότι προσπάθησα να διοχετεύσω αλλού τις ανησυχίες μου. Η δημοσιογραφία σίγουρα. Δεν ξέρω αυτό τώρα για τον καθένα... Εμένα μπορεί να είχε να κάνει, ο πατέρας μου έπαιρνε 2 εφημερίδες δηλαδή κάθε μέρα όταν ήμουνα παιδάκι. Ίσως, για μένα το να είσαι δημοσιογράφος ήταν κάτι πολύ σημαντικό και τότε, αλλά μετά το απομυθοποίησα. Δεν νομίζω, δε θα έλεγα ότι μου έλειψε η δημοσιογραφία. Το ραδιόφωνο, όμως, από μόνο του έχει κάποια στοιχεία που έχει ένα έτσι -πώς να το χαρακτηρίσω τώρα- έχει μια άλλη, ένα άλλο συναίσθημα. Η δημοσιογραφία, όταν ειδικά όταν εξελίσσεται σαν μια διεκπεραιωτική διαδικασία, δε νομίζω ότι έχεις κάτι να νοσταλγήσεις. Κάποιες στιγμές, ίσως, αλλά κι αυτές εντάξει... Δύσκολα τώρα θα ξεκίναγα να κάνω κάτι ανάλογο. Το ραδιόφωνο, όμως, από μόνο του, δηλαδή γιατί κάναμε και μουσικές εκπομπές τότε ή εκπομπές λόγου, όπως τις λέγαμε. Δηλαδή διαβάζαμε ποιήματα με τραγούδια παράλληλα και κάτι εκεί κάναμε κάτι πειραματικά κάτι τέτοια, όχι πολλοί, αυτά τα κάναμε λίγοι, και ήμασταν και σε ζώνη λίγο περίεργη. Αυτό εντάξει, αλλά πάντως και όταν μου δόθηκε σχετικά πρόσφατα η ευκαιρία... Όχι βέβαια σε... δηλαδή που μου 'πε ο Γεώργας, ο Βάσος Γεώργας που έχει τη «Bibliothèque», και είχε ένα, το «Clipart Radio» και μου ‘πε να κάνω εκπομπές ας πούμε, με άλλη ιδιότητα πια, τελικά δεν έκανα. Δεν... Βέβαια, αυτές θα ήταν κονσέρβα και εντάξει το ραδιόφωνο η αλήθεια είναι ότι είχε... Το ζωντανό ραδιόφωνο, ακόμη κι όταν κάνεις εκπομπή λόγου, έχει ένα άλλο feeling. Είναι κάτι ακόμα κι όταν δεν έχεις καμία επικοινωνία με... Κι εγώ έκανα κάποιες εκπομπές που δεν είχα καμία επικοινωνία. Δεν είχα στόχο να επικοινωνήσω με... Εννοώ δηλαδή, να βγει ο άλλος στον αέρα ή να πάρει τηλέφωνο να κάνει παραγγελιά οτιδήποτε, αλλά έχοντας την αίσθηση ότι εκείνη τη στιγμή κάμνεις ζωντανά εκπομπή και σε ακούνε, ξέρω ‘γω.  Κάναμε διάφορα. Δηλαδή, βάζαμε τραγούδια και τραγουδάγαμε κι εμείς κάποιοι ενδιάμεσα, ας πούμε. Γενικώς, υπήρχε μια... Υπήρχε και η χαρά σε όλο αυτό και η συντροφικότητα και η διασκέδαση, υπήρχανε. Ήταν μια ωραία εποχή. Νομίζω ότι αντικειμενικά είναι δύσκολο να επαναληφθεί. Οπότε και να το νοσταλγούσα ή να έλεγα, δε θα μπορούσα να το ξανακάνω. Δεν ξέρω τώρα. Εντάξει, κάποιοι μπορεί να το κάνουν, αλλά νομίζω δεν θα το επιδίωκα. 

Γ.Κ.:

Ωραία. Εγώ δεν έχω να σας ρωτήσω κάτι άλλο. Δεν ξέρω αν θέλετε να προσθέσετε εσείς κάτι ακόμη.

Α.Σ.:

Ναι. Μάλλον όχι σε αυτή τη, σε αυτή τη φάση. Θα μπορούσα να[00:45:00] σκεφτώ ίσως κάποια πράγματα, αλλά τώρα δεν... Έπιασε και ζέστη. Δεν ξέρω ή εγώ ζεστάθηκα που μιλάω συνέχεια.

Γ.Κ.:

Ίσως.

Α.Σ.:

Ok. 

Γ.Κ.:

Ωραία, σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

Α.Σ.:

Κι εγώ ευχαριστώ.