© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Mνήμες απο την Καλαμωτή Χίου
Κωδικός Ιστορίας
15896
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Ευαγγελία Μισαηλίδου (Ε.Μ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
23/08/2020
Ερευνητής/τρια
Αγγελική Αγαλιανού (Α.Α.)
Καλησπέρα σας, θα μας πείτε το όνομά σας;
Είμαι η Ευαγγελία Μισαηλίδου.
Τέλεια, λοιπόν, σήμερα η ημερομηνία είναι 24 του Αυγούστου 20. Βρισκόμαστε στην Καλαμωτή Χίου, είμαι με την κυρία Ευαγγελία Μισαηλίδου. Εγώ ονομάζομαι Αγγελική Αγαλιανού, είμαι ερευνήτρια για το Istorima και ξεκινάμε. Λοιπόν, κυρία Ευαγγελία, μιλήστε μου λιγάκι κατ' αρχάς για το πού γεννηθήκατε, πότε γεννηθήκατε και λίγα πράγματα γι' αυτό τον τόπο που τόσο πολύ αγαπάτε.
Εγώ γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Καλαμωτή. Το αγαπάω πολύ το χωριό μου, μπορώ να πω ότι έχω πάθος για το χωριό μου κι ίσως και κάποια στραβά εγώ να τα βλέπω ίσια. Έζησα εδώ όλα μου τα χρόνια, πήγα εδώ στο Δημοτικό, εδώ στο Γυμνάσιο. Μετά, επειδή εγώ εξαρτιόμουνα οικονομικά από ένα θείο, αδερφό του πατέρα μου που ήταν Αμερικανός- ήθελα να σπουδάσω γιατί ήμουνα καλή μαθήτρια, ειδικά στα ελληνικά- αλλά εκείνος δεν ήθελε να φύγω από το σπίτι, γιατί θεωρούσε ότι οι γυναίκες δεν πρέπει να φεύγουν από τα σπίτια τους. Βέβαια, αυτό με πλήγωσε πάρα πολύ, αλλά δεν είχα τη δυνατότητα να φύγω από το χωριό και να πάω στην Αθήνα. Έτσι, μετά από αυτό, προσπάθησα να βρω μια εργασία, γιατί μ' άρεσε να εργάζομαι, αλλά έτυχε στα 23 μου χρόνια να 'ρθει από την Αμερική ο σύζυγός μου, ο Γιώργος ο Μισαηλίδης, ο οποίος με ζήτησε σε γάμο, οι γονείς μου θέλανε να πάρω Καλαμωτούση κι όχι ξένο, όπως τους λέγανε, κι έτσι αποφασίστηκε να με παντρέψουνε. Βέβαια, πιο μπροστά θα σας μιλήσω για τα παιδικά μου χρόνια, τα όποια δεν μπορώ να πω ότι ήτανε στερημένα. Μεγάλωσα καλά, διότι οι γονείς μου είχαν αδέρφια που δεν είχαν παιδιά. Ήμουνα το μοναχοπαίδι μιας οικογένειας που εξαρτιόταν από θείους-θείες, αρκετούς δηλαδή, και μου είχαν αδυναμία, κι έτσι και τον καιρό της φτώχειας - εγώ έχω γεννηθεί το 1947- και τον καιρό της φτώχειας της Καλαμωτής, εγώ δεν μπορώ να πω ότι στερήθηκα κάτι. Τα είχα όλα ό,τι ήθελα λόγω σ' αυτούς τους θείους και τις θείες, οπότε μπορώ να πω ότι μεγάλωσα καλά. Το χωριό μου τότε ήταν ένα χωριό γεμάτο κόσμο, καλούς ανθρώπους, ζούσα σε μια γειτονιά που τη λέγαν Πατωσά γιατί ήταν πατείς με πατώ σε ο κόσμος. Δεν υπήρχε σπίτι που να μη μένει οικογένεια. Ήταν άνθρωποι καλοί. Έχω ωραίες αναμνήσεις απ' τα παιδικά μου χρόνια. Και τώρα που το λέω συγκινούμαι γιατί όλοι αυτοί οι άνθρωποι ζούσαν σαν αδέρφια. Δηλαδή δεν είχε να φάει ο ένας, βοηθούσε ο άλλος. Υπήρχε ένα δέσιμο που δε νομίζω πια στις μέρες μας, λυπάμαι που το λέω, ότι υπάρχει μέσα σε γείτονες, σε οικογένειες, αυτό. Γιατί και τώρα δύσκολα χρόνια περνάμε. Περάσαμε μια περίοδο ευημερίας όλοι μας και ζήσαν και τα παιδιά μας αυτή την ευημερία και τώρα σκέπτομαι, ας πούμε, και τα εγγόνια μου, που έχω εγγόνια και τις δυσκολίες που έρχονται, σκέπτομαι πώς θα μπορούν να τα αντιμετωπίσουν που έχουν μεγαλώσει έτσι καλά. Εγώ λοιπόν, θα πάω πίσω στα χρόνια της Καλαμωτής. Όταν εγώ ήμουνα παιδί, όταν ήμουνα μαθήτρια, όταν αυτό το χωριό ήταν γεμάτο ζωή, γεμάτο ζωή στην κυριολεξία. Δηλαδή, υπήρχανε τα γλέντια. Υπήρχανε οι βεγγέρες, που πηγαίναν ο ένας στο σπίτι του άλλου και γλεντούσαν, τρώγανε, διασκέδαζαν. Υπήρχε η πλατεία του χωριού μου, η οποία είχε τουλάχιστον 8 μπακάλικα μες στην πλατεία, που είχε 4 κουρεία, που είχε υφασματοπωλείο, που είχε παγωτατζίδικο, που είχε ζαχαροπλαστείο, που είχε υποδηματοποιείο, δηλαδή, υφασματοπωλείο δεν ξέρω αν το 'πα. Ήταν ένα χωριό που είχε ό,τι μπορεί να ζητήσει κανείς. Ήτανε το κέντρο των νοτιοχώρων, είχε Αγρονομείο, είχε Ειρηνοδικείο, είχε Αστυνομία, είχε Φαρμακείο. Από καφενεία δεν μπορώ να περιγράψω πόσα είχε, εκτός τα μπακάλικα που ήταν μες στην πλατεία, υπήρχαν και μες στα στενά του χωριού μπακάλικα. Είχε περίπου 2.000 κόσμο το χωριό. Κι όλοι αυτοί, ας πούμε, οι άνθρωποι ζούσαν μέσα εδώ ειρηνικά. Στην αρχή είχαμε μόνο Δημοτικό σχολείο. Το 1949 είχε έρθει ένας φαρμακέμπορας της Καλαμωτής, ο Γρηγοριάδης, ο οποίος αγαπούσε τόσο τον τόπο του, που όταν είδε τους ανθρώπους να σέρνουν από το πηγάδι για να πιούνε, για να ποτίσουν τα ζώα τους, για να πλύνουν τα ρούχα τους, πόνεσε τόσο πολύ, που αμέσως διέθεσε ένα τεράστιο ποσό και έφερε το νερό απ' τον Κατράρη - Κατράρης λέγεται ο ποταμός του χωριού, εκεί υπήρχε πηγή - έφερε στο χωριό το νερό, έφτιαξε υδραγωγείο, κι έβαλε μέσα στο χωριό 3-4 βρύσες, να μπορεί ο κόσμος να πάρει νερό να πιεί και να μαγειρέψει. Εγώ θυμάμαι χαρακτηριστικά τις γυναίκες να κρατάνε τις στάμνες τους, έτσι τις λέγαμε, και να περιμένουν για να πάρουν νερό, στα σπίτια τους. Αλλά αυτό ήταν ευλογία για όλους. Αργότερα, έγινε το δίκτυο μέσα στο χωριό και μπόρεσαν όλοι, όσοι μπορούσαν, να βάλουν στα σπίτια τους νερό. Ύστερα από δυο χρόνια ήρθε στο χωριό ένας Αμερικανός, ο Βαμβακάς, ο οποίος ήταν πάρα πολύ πλούσιος. Λοιπόν, του μίλησαν οι χωριανοί για το πάθος που είχαν να μορφώσουν τα παιδιά τους και δεν είχαν τη δυνατότητα να τα στείλουν στην πόλη κάτω της Χίου για να σπουδάσουν, και τον παρακαλέσαν αν μπορούσε να μας φτιάξει ένα σχολείο. Αυτός το πρώτο που έκανε, ήταν επειδή έβλεπε με τις λάμπες τον κόσμο να τυραννιέται - δεν υπήρχε το φως - πήρε αμέσως μια γεννήτρια, έχτισε την ηλεκτρική, όπως τη λέγαμε της Καλαμωτής, και η Καλαμωτή είχε φως. Βάλανε στα σπίτια όλοι φως, αλλά το φως ερχόταν στις 6 το απόγευμα, 23:45 δινόταν σήμα ότι 00:00 θα σβήσουν τα φώτα κι ο κόσμος κανόνιζε τις δουλειές του και μαζευόταν σπίτια του, κι η Καλαμωτή είχε φως από τις βραδινές ώρες μέχρι τις 00:00. Αυτό ήταν μεγάλο ευεργέτημα, τη στιγμή που σε κανένα άλλο χωριό δεν υπήρχε τότε φως. Αυτό το 'κανε το '50. Συγχρόνως γύρισε στην Αμερική, μάζεψε από όλους τους Αμερικανούς χρήματα, κι έχτισε την πρώτη πτέρυγα του Γυμνασίου Καλαμωτής. Αυτό εξυπηρετούσε όχι μόνο τους Καλαμωτούσους αλλά και όλα τα νοτιόχωρα κι ερχόταν τα παιδιά με τα πόδια ή με γαϊδουράκι, βρεχότανε το χειμώνα, κι ερχότανε εδώ και μορφωθήκαν και παιδιά των γύρω χωριών. Επειδή είδε ότι ήταν πάρα πολλά τα παιδιά, φρόντισε ο ίδιος και με δικές του δαπάνες έκανε τη δεύτερη πτέρυγα του σχολείου, για να 'χουμε περισσότερες αίθουσες. Με υπόγεια, με τα πάντα δηλαδή. Οι καθηγητές που ερχόντουσαν τότε ήταν ωρομίσθιοι. Το καλό ήταν ότι επειδή και οι ίδιοι δεν είχαν μέσα μεταφορικά, μείνανε στο χωριό. Ερχόταν σε επαφή με τους γονείς των παιδιών, συζητούσαν τα προβλήματα των παιδιών στο καφενείο, που μαζεύονταν όλοι οι Καλαμωτούσοι - καφενεία η Καλαμωτή είχε τουλάχιστον 6-7, είχε εστιατόρια όπου τρώγαν αυτοί οι άνθρωποι, οι ξένοι. Είχε πάρα πολλές υπηρεσίες που μπορεί τώρα κάποιες να μου διαφεύγουνε βέβαια, γιατί σε μια συνέντευξη το μυαλό σου σταματάει και λίγο και δεν μπορείς να τα θυμάσαι όλα, δεν ξέρω αυτά που είχαμε συζητήσει πιο μπροστά αν κάτι χρειάζεται εσείς να το δείτε και να το αναφέρετε. Εκείνο που ξέρω, ότι οι γονείς πλήρωναν κάθε μήνα ένα κατοστάρικο για να πληρωθούν οι καθηγητές. Λοιπόν, κι αυτό με δυσκολία βέβαια το είχαν. Και θυμάμαι συγκεκριμένα τον πρόεδρο του συλλόγου του Γυμνασίου Καλαμωτής - γιατί τότε Γυμνάσιο λεγότανε, 6ταξιο, δεν ήταν Γυμνάσιο-Λύκειο, 6ταξιο- που ερχόταν και έλεγε «Παιδιά, να τα φέρνετε και να τα δίνετε», εννοώντας ο άνθρωπος ότι οι καθηγητές έπρεπε να πληρωθούν. Αυτές ήταν, ας πούμε, οι σπουδές μας στο χωριό. Από εκεί και πέρα τα παιδιά είχαν τόση όρεξη για μάθηση που αν σας πω ότι κανένα παιδί στην Καλαμωτή δεν έμεινε χωρίς να πάει στο Γυμνάσιο. Αυτό άνοιξε δρόμους. Πολλοί πήγαν ναυτικοί, για καπεταναίοι, για μηχανικοί. Πήγανε στη Μηχανική Σχολή ας πούμε, και πήγανε, γίνανε ναυτικοί. Όλα λοιπόν αυτά τα παιδιά σπουδάσανε. Γέμισε η Χίος, η Αθήνα, με Καλαμωτούσους γιατρούς, δικηγόρους, ό,τι μπορείς, υπαλλήλους, δημόσιους, ό,τι μπορείς να φανταστείς. Αυτό ήταν ένα μεγάλο πλεονέκτημα αλλά συγχρόνως ήταν ένα πλήγμα για το χωριό. Τώρα πλήγμα, δεν ξέρω πώς να το πω αλλιώς, γιατί τότε δεν υπήρχαν αυτοκίνητα ατομικά του καθενός, ήταν μόνο συγκοινωνία. Αυτοί όλοι οι άνθρωποι ειδικά που μείναν στη Χίο, δεν μπορούσαν να πηγαίνουν, να 'ρχονται. Οπότε εγκαταστάθηκαν στο κέντρο δηλαδή του νησιού, μέσα στη χώρα, κι έτσι τα σπίτια της Καλαμωτής έπιασαν να αδειάζουν. Η Καλαμωτή, το 'χετε δει κι εσείς, είναι ένα καστροχώρι με φοβερά ωραία σπίτια. Ειδικά τα εσωτερικά των σπιτιών, όλα είναι αρχοντόσπιτα. Έχει χάσει βέβαια το χρώμα της εξωτερικά, γιατί με το να εγκαταλειφθούν τα σπίτια έπιασαν να 'χουν φθορές. Είχε πάρα πολλές καμάρες η Καλαμωτή, σκεπαστά που τα λέμε εμείς. Λοιπόν, αυτά τα σκεπαστά σιγά-σιγά φθειρόταν και πέφταν για να μη σκοτώσουν και κανέναν άνθρωπο. Υπήρχε ένα τέτοιο σκεπαστό μόλις τελείωνε η πλατεία του χωριού, που έβγαινε στην κάτω πόρτα, έτσι λεγόταν - γιατί η Καλαμωτή έκλεινε με δύο πόρτες. Η πάνω πόρτα για τους πειρατές, κι η κάτω πόρτα. Λοιπόν, αυτό το σκεπαστό ήταν περίπου 10-12 μέτρα. Φαίνονται εκεί τα σημεία δηλαδή που τελείωνε ο σκεπαστός. Κι επειδή το λεωφορείο που ερχόταν δεν μπορούσε να περάσει - τότε η έξω πλατεία του χωριού δεν υπήρχε, ήταν ποτάμι - τότε αποφάσισαν ότι έπρεπε να πέσει το σκεπαστό. Υπήρχε λοιπόν μια παράδοση που έλεγε ότι σ' αυτό το σκεπαστό κάποτε, επί Τουρκοκρατίας, πέρασαν κάποιοι καλόγεροι με δύο μουλάρια φορτωμένα με πράγματα και ζητήσαν να φιλοξενηθούν κάποιες μέρες στο χωριό. Ξεφόρτωσαν τα πράγματά τους, μείναν κάποιες μέρες και φύγανε. Υπήρχε, λοιπόν, μια παράδοση ότι εκεί κρύψαν θησαυρό. Όταν αυτό το σκεπαστό, πριν 25 χρόνια, ίσως να 'ναι και 30 πήγαν να το γκρεμίσουν, τότε σε μια χτισμένη θυρίδα πέσανε θησαυροί που δεν μπορείς να φανταστείς. Κομμάτια χρυσά, χρυσά -πώς τα λένε- φλουριά. Ασημένια κέρματα, γέμισε εκεί ο κόσμος, άλλοι βουτήξανε όπως ήτανε, όσα κιούπια δεν είχαν σπάσει, τα πήραν ολόκληρα, ο κόσμος έτρεχε -το θυμάμαι δηλαδή, ήμουνα παντρεμένη, δεν ήμουνα λεύτερη, εγώ παντρεύτηκα το '70 - και μαζέυαν τα φλουριά ο κόσμος κι αυτά. Τα μπάζα αυτά που - έτρεξε βέβαια η αστυνομία, αλλά τα πολλά είχαν φύγει. Δε νομίζω ότι βρήκαν τίποτα. Τα μπάζα αυτά τα πηγαίνανε στην Κώμη, σε μια οικοδομή που χτιζότανε, του Γαλάτουλα του Νικόλα, εκεί στον κεντρικό δρόμο της Κώμης, κι εκεί ο κόσμος σκάλιζε κι έβρισκε φλουριά. Εγώ δεν πήγα να πιάσω ούτε ένα, φοβόμουνα. Ήμουνα φοβερά φοβιτσιάρα. Λοιπόν, μετά κάναν μηνύσεις βέβαια σε ανθρώπους σε αυτά, δεν βγήκαν τίποτα απ' αυτά. Βέβαια κάποιοι από αυτούς τους ανθρώπους έτυχε να αρρωστήσουν και πολλοί το απέδωσαν ότι αυτοί που πήρανε τα χρυσά κι αυτά, ότι τους βγήκε σε κακό. Αυτό είναι το ιστορικό του σκεπαστού του μεγάλου όπως το λέγαμε, του σκεπαστού της Κάτω Πόρτας. Λοιπόν, τα σπίτια της Καλαμωτής ερημωνόντουσαν. Κάποια στιγμή, ήρθαν κάποιοι άνθρωποι, θα αναφέρω τον τότε γιατρό του χωριού, ο οποίος το αγάπησε το χωριό πραγματικά και ήθελε να αγοράσει ένα σπίτι. Του προξένεψα λοιπόν εγώ το σπίτι της θείας μου που το 'χε κληρονομήσει απ' τον άντρα της η ανιψιά του. Αν θυμάμαι καλά το πήρε τότε 800.000. Ήτανε μια τιμή λογική. Ήταν ένα σπίτι που στεκόταν. Δηλαδή δεν είχε στατικά θέματα, και αμέσως το κατοίκησε όπως ήταν αυτό το σπίτι και νομίζω ότι και τώρα δε νομίζω να 'χει κάνει παρεμβάσεις μέσα σ' αυτό, ότι το 'χει αφήσει αυθεντικό, όπως ήτανε. Μετά ήρθαν και κάποιοι άλλοι, φίλοι του, τυχαία; Δεν ξέρω, αυτά τα ξέρει ο ίδιος να τα πει, έφερε βέβαια και φίλους του, τους οποίους εγώ ανέλαβα και τους γύριζα τα σπίτια του χωριού, για να τα δούνε και να πάρουνε σπίτια. Και αγοράσανε πάρα πολλά. Δηλαδή, τους ανθρώπους αυτούς εγώ τους θεωρώ ευεργέτες της Καλαμωτής. Το λέω με όλη μου την πίστη, γιατί αυτά τα σπίτια που αγόρασαν τα σώσανε. Θα 'χαν πέσει και αυτά. Ο ένας τραβούσε τον άλλον κι ερχόντουσαν. Φίλοι του. Ήρθαν άνθρωποι αξιόλογοι, με κουλτούρα, άνθρωποι δηλαδή που εκτίμησαν αυτό που βρήκανε, το σεβαστήκανε και πάνω σ' αυτό προχώρησαν τις εργασίες που κάναν στα σπίτια. Δεν μπορώ να πω σήμερα πόσοι απ' αυτούς είναι. Πιστεύω 100 άτομα σίγουρα θα 'ναι. Φέραν εδώ τα παιδιά τους, δώσανε ζωή στον τόπο, πολλοί έρχονται και το Πάσχα, αλλά οι περισσότεροι έρχονται το καλοκαίρι. Όταν το καλοκαίρι, αν εξαιρέσεις τώρα με τον κορωνοϊό εφέτος, έρχονται οι άνθρωποι αυτοί στο χωριό, η παλιά πλατεία του χωριού γεμίζει ζωή. Θα παίξουν την κιθαρίτσα τους, θα ετοιμάσουν τα φαγητά τους να καθίσουν, θα κάνουν την παρεΐτσα τους, θα μαζευτούν τα παιδιά τους και στο χωριό αυτό το άδειο που μένουν λίγοι Καλαμωτούσοι, γιατί πάνε στην Κώμη, είναι αυτοί οι άνθρωποι. Έχουμε κι ένα άλλο στοιχείο, έχουμε τους Αλβανούς, οι οποίοι, μόλις άνοιξε η Αλβανία, ήρθαν αρκετοί εδώ. Ήρθαν βέβαια και άνθρωποι που για μας ήταν ανεπιθύμητοι. Αλλά ήρθαν και οικογενειάρχες καλοί που ζουν εδώ, που κάναν οικογένειες, που τα παιδιά τους νιώθουν Καλαμωτούσοι, σπουδάζουν εδώ. Έχει καλούς μαθητές, από το Δημοτικό μέχρι και το Λύκειο, έχουν δώσει εξετάσεις κι έχουν περάσει σε πανεπιστήμια , κι αν τους αρωτήσεις «Ποιος είναι ο τόπος σας;» λένε «Η Καλαμωτή». Εμείς όλους αυτούς τους ανθρώπους τους θεωρούμε φίλους μας και δικούς μας ανθρώπους. Δηλαδή, έχουν ενσωματωθεί στο χωριό αυτοί οι άνθρωποι. Κι έτσι η Καλαμωτή πήρε ζωή από τους Νεοκαλαμωτούσους κι από τους Αλβανούς.
Η δική σας η σχέση με τους Αλβανούς ποια ήτανε, γιατί ξέρω ότι ήσασταν από τους πρώτους -
Εγώ, η σχέση μου, είναι σαν τους δικούς μου ανθρώπους. Δηλαδή εδώ, της οικογένειας. Μάλιστα, κάποιους απ' αυτούς, όταν πρωτοήρθανε και τους κυνηγούσε η αστυνομία γιατί ήταν παράνομοι, θυμάμαι χειμώνα μέναν σε κάποια καλύβα, σε κάποια κτήματα που έχουμε εμείς, και είχε μια σπηλιά, όχι καλύβα, φυσική σπηλιά μέσα... Κι έρχεται ο γιος μου - ήταν Δεκέμβρης - και μου λέει «Ρε μάνα, πάνω στην καλύβα στο μετόχι, έχει τρεις Αλβανούς οι οποίοι κρυώνουνε, είναι μέσα στα νάιλον τυλιγμένοι κι ούτε να φάνε δεν έχουνε». «Παιδί μου να πάρουμε κουβέρτες και φαγητό». Πήγαμε, κι αρκετές μέρες πήγαινε ο γιος μου, τους σφύριζε, βγαίναν και παίρναν φαγητό. Όταν πέρασαν κάποια χρόνια έρχεται ένας γνωστός μου, Αλβανός που ήταν εδώ η οικογένειά τους και τους είχα βοηθήσει κι αυτούς πολύ, κι έφερε έναν, για μας ήταν ηλικιωμένος, αλλά ήταν νεότατος άνθρωπος - οι Αλβανοί ήρθαν εδώ οι άνθρωποι κακοπορεμένοι - λοιπόν, μου λέει «Κάτι θέλει να σου πει». Λέω «Αφού δεν μιλάει ελληνικά, τι να μου πει;». Πριν να προφτάσω να το πω, μου άρπαξε τα χέρια μου και μου τα φιλούσε. Λέω «Τι κάνει αυτός ο άνθρωπος, τρελάθηκε;». Μου λέει «Είναι ο πατέρας - τώρα ξεχνάω το όνομα του γιου του - και ήρθε να σε ευχαριστήσει που έσωσες το παιδί του, τον καιρό εκείνο που έμενε στην καλύβα». Αισθάνθηκα τόση συγκίνηση. Δεν μπορείς να φανταστείς. Λέω, κοίτα τώρα ο άνθρωπος. Του Σπύρου. Σπύρος λέγεται ο γιος του, είναι εργολάβος, μένει εδώ, έχει κάνει περιουσία, έχει τρία παιδιά, τα δύο έχουν σπουδάσει, και τα δύο. Το ένα είναι μάλιστα στα Γιάννενα νομίζω. Όλοι αυτοί κάνανε ωραίες οικογένειες, κάναν χρήματα, ζούνε αξιοπρεπέστατα, δηλαδή έχουν γίνει ένα κομμάτι δικό μας. Εγώ, αν εξαιρέσεις ένα - δύο ανθρώπους τους οποίους λόγω χαρακτήρος δεν τους πάω, δεν θέλω ούτε το κακό τους ούτε τίποτα, αλλά δεν έχω κάποια σχέση μαζί τους. Εμείς έχουμε στη γειτονιά μας οικογένεια Αλβανών, οι οποίοι όλη μέρα είναι στο σπίτι μου, πίνουν, τρώνε με το γιο μου, τους θεωρώ ανθρώπους της οικογένειας. Αυτά περί Αλβανών και περί Νεοκαλαμωτούσων. Οι οποίοι, σου 'πα, τους χρωστώ ευγνωμοσύνη γιατί σώσαν τα σπίτια του χωριού τα περισσότερα. Μάλιστα, έχουμε εδώ κι έναν αρχιτέκτονα, το Γιάννη το Λουκά, επειδή η κόρη μου είναι αρχαιολόγος, και ασχολείται πάρα πολύ με το χωριό, και ήταν φίλος της και είχε πάει στους Ολύμπους για να πάρει σπίτι. Και του λέει η κόρη μου «Πριν να το αποφασίσεις, δεν πας να δεις και το χωριό μου; Πάρε τη μητέρα μου να σε γυρίσει να δεις κάποια σπίτια». Ήρθε λοιπόν εδώ, του άρεσε πολύ το χωριό, τον πήγα σε ένα σπίτι της κυρίας Ιστορίας το οποίο του άρεσε πάρα πολύ, κι όταν ήρθε η γυναίκα του να το δει, η οποία είναι φιλόλογος, καθηγήτρια, ήταν μαζί και η σπιτονοικοκυρά, μια πολύ αθώα γυναίκα και καλή, η κυρία Ιστορία η Σαραντινίδου και λέει «Απ' ετούην τη σκάλα ήπεσεν η μάνα μου κι εσκοτώθη». Μόλις τ' άκουσε η γυναίκα του Γιάννη λέει «Δεν το θέλω αυτό το σπίτι». «Ρε Βάσω» της λέω «τι πειράζει;» «Δεν το θέλω». Κι ήρθαμε εδώ στην πλατεία, μες στο Βαρβακά, και βρήκε ένα ωραίο σπίτι, το οποίο βέβαια είχε πιο πολλά προβλήματα στατικά - ο ίδιος βέβαια ήταν η δουλειά του- κι έχει ένα υπέροχο σπίτι. Αν τύχει κι είναι εδώ, θα 'θελα να 'μπαινες να το δεις παιδί μου. Το 'χει φτιάξει με πολύ μεράκι, πολύ ωραίο. Οπότε έρχεται εδώ και όλο το χειμώνα κάθε Τετάρτη και κάθε Σαββατοκύριακο, και το καλοκαίρι έρχεται εδώ κι έρχονται και τα παιδιά του και φέρνουν τις παρέες τους, δηλαδή το θεωρεί δικό του μέρος, δικό του χωριό. Και μάλιστα πολλές φορές τον πειράζω και του λέω «Άντε να φύγεις από δω, γιατί εσύ δεν είσαι καλός Καλαμωτούσης».
Στη Χίο ζει όμως αυτός;
Στη Χίο ζει, ζει μέσα στο κάστρο, έχει κι εκεί ένα ωραίο σπίτι, αλλά το χωριό το λατρεύει και τον αγαπώ κι εγώ πολύ. Θέλω να το πω αυτό γιατί όλο του λέω «Δε σε θέλω μες στο χωριό, να σηκωθείς να φύγεις». Τώρα, δε θυμάμαι πού σταμάτησα και τι άλλο θες να πω. Για την εξέλιξη του χωριού;
Ενδεχομένως ναι. Θα γυρίσουμε βέβαια και σε παλιότερα, θα κάνουμε μπρος - πίσω, αλλά μπορούμε να μιλήσουμε και για αυτό, για το πώς θυμάστε λοιπόν εσείς που μεγαλώσατε από τα γεννοφάσκια σας, πώς θυμάστε το χωριό να αλλάζει στην πορεία των χρόνων.
Το χωριό στην πορεία των χρόνων άλλαξε με το να φύγουν οι βέροι Καλαμωτούσοι, να εγκατασταθούν αλλού και μετά να κάνουν εξοχικές κατοικίες στην Κώμη και ν' αφήσουν, ας πούμε, τα σπίτια τους. Εγώ το πατρικό μου σπίτι, δηλαδή, αν μου δίναν σήμερα που έχω ανάγκη, ένα εκατομμύριο δε θα το έδινα. Είναι οι αναμνήσεις μου, είναι το μέρος που μεγάλωσα, είναι εκεί που ζήσαν οι γονείς μου, μέχρι το 1970 κατοικούνταν το σπίτι μου. Τον καιρό που έκανα πρόεδρος του προοδευτικού ομίλου Καλαμωτής το 'κανα μουσείο.
Για μιλήστε μου λίγο παραπάνω γι' αυτό. Τι εστί προοδευτικός σύλλογος Καλαμωτής;
Είναι ένας σύλλογος ο οποίος υπήρχε από παλιά, αλλά ανανεώθηκε νομίζω γύρω στο '77 ξανά. Εδώ υπήρχε μια δασκάλα η οποία είχε σπουδάσει στην Κέρκυρα, Καλαμωτούσαινα, η οποία έχει χαρίσει κι εδώ, μέσα στη Φιλόπτωχο, εκείνη την είχε ιδρύσει, το 1935 έγινε επίσημο σωματείο, αλλά αρχικά λειτουργούσε από τον καιρό των διωγμών των Ελλήνων από την Τουρκία, που ήρθαν εδώ οι πρόσφυγες και είχε βοηθήσει όλο αυτόν τον κόσμο. Να τους βρούνε σπίτια - τους στάβλους παίρνανε οι άνθρωποι, τους άσπριζαν και τους κάναν παλάτια. Ήταν τόσο νοικοκυραίοι οι Μικρασιάτες όσο κανείς άλλος. Βέβαια τα πρώτα χρόνια, οι Καλαμωτούσοι δεν θέλαν να παντρέψουν τα παιδιά τους με τους πρόσφυγες, όπως τους λέγανε. Σιγά σιγά, ενσωματώθηκανε οι άνθρωποι. Έγιναν γάμοι τέτοιοι. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι ήταν από εξαιρετικές οικογένειες. Εγώ είχα μια θεία που πήρε πρώτο ξάδελφο της μαμάς μου. Ήταν κυρία σε όλα της. Και τα αδέρφια της. Και θυμάμαι όταν εγώ το '70 πήγα απέναντι στη Σμύρνη μου λέει «Παιδάκι μου, μια χάρη σου ζητώ». Λέω «Τι θες θεία;». «Θα πας στην κάτω Παναγιά και θα σκύψεις παιδί μου, θα σκύψεις παιδί μου» μου λέει «να φιλήσεις το χώμα της και να μου φέρεις μια χουφτίτσα χώμα». Πήρα ταξί και πήγα, και το 'κανα. Κι όταν ήρθα και της έφερα αυτό το χώμα, μόνο που δεν το 'φαγε. Τόση ήταν η συγκίνηση της. Και μου λέγε «Ο πατέρας μου» - τον οποίο χάσανε, εκείνους τους έδιωξε, κείνος παράμεινε και χάθηκε - «τα χρυσά μας τα 'χε πετάξει μέσα στο πηγάδι. Ήμαστε παιδί μου καλή οικογένεια. Είχαμε αμπέλια, είχαμε κτήματα, είχαμε όλα τα δικά μας, κι ήρθαμε εδώ χωρίς να 'χουμε τίποτα». Είχε πολλούς πρόσφυγες η Καλαμωτή. Σε πολλά χωριά δεν τους δεχτήκανε. Δεν ξέρω ας πούμε, πώς ο κόσμος- ίσως ήταν κι η φτώχεια. Οι ίδιοι δεν μπορούσαν να ζήσουν με τα κτήματα που είχανε και σου λέει... Αλλά εδώ στην Καλαμωτή, επειδή είχε και γαιοκτήμονες, ας πούμε δίναν τα κτήματα τους σε αυτούς τους ανθρώπους, τότε λέγαμε «Τα τιμησιά». Ας πούμε, εγώ θυμάμαι επειδή ο μπαμπάς μου ήταν φιλάσθενος άνθρωπος και δεν μπορούσε - είχαμε κτήματα πολλά - να τα καλλιεργήσει, τα δίναμε «τιμησιά». Δηλαδή, κάναν μαστίχι, κάναν 50 κιλά; Τα 25 σ' εμάς, τα 25... Κι ήταν μεγάλο ευεργέτημα το ότι έδινες σε κάποιον τα κτήματα σου να κάνουν το σιτάρι τους, να βάλουν τα καπνά τους, γιατί τότε είχε και καπνά εδώ, να φτιάξουν το μαστίχι τους, ήταν ευεργέτημα μεγάλο αυτό. Λοιπόν, όλοι αυτοί οι άνθρωποι νοικοκυρευτήκανε, κάναν τις περιουσίες τους, ενσωματωθήκανε, οι παντρειές γίνανε με όλους. Τώρα να φτάσω σ' ενα άλλο σημείο, δεν ξέρω πόσο τα 'χω ανακατέψει, να σου πω για τον Καλαμωτούσικο γάμο.
Τέλεια, ωραιότατα.
Λοιπόν, οι γάμοι αυτοί ήταν το κάτι άλλο! Γιατί τρεις μέρες πριν από το γάμο, γλεντούσαν, πίναν, χορεύανε. Την ημέρα του γάμου, ντυνόταν η νύφη, μιλάω για τους παραδοσιακούς τους παλιούς γάμους γιατί μετά γίνονταν οι μοντέρνοι γάμοι, όπως γίνονται και τώρα. Τη μέρα που γινόταν ο γάμος, με τα σαρίκια κι αυτά όλα, πηγαίνανε ας πούμε, παίρναν το γαμπρό, ο γαμπρός δεν έπρεπε να δει τη νύφη εκείνη τη μέρα, τον παίρναν τα παλικάρια με μουσικές, με τραγούδια με αυτά, και πήγαιναν στη νύφη, της λέγαν αμανέδες. Έχω τέτοιους αμανέδες, δεν τους έχω μαζί μου, μπορώ κάποια στιγμή να σου τους δώσω να τους γράψεις. Και παίρνανε τη νύφη, και πήγαιναν όλοι μαζί, τον κουμπάρο παίρναν πρώτα, τον γαμπρό, τη νύφη, κι όλοι μαζί στην εκκλησία και γινόταν το μυστήριο. Εκείνο το βράδυ γινόταν γλέντι, αλλά το γλέντι κρατούσε μια βδομάδα. Τη δεύτερη μέρα του γάμου έπρεπε οι φίλες της νύφης να 'χουν 'τοιμάσει ένα σινί. Το σινί ήταν ένας πελώριος δίσκος, στον οποίο βάναν τα λευκά τους τα χειροποίητα κεντήματα κι εκεί πάνω κάθε μία έφτιαχνε το μεζέ της, το γλυκό της, το καθετί, με τα ποτηράκια. Δηλαδή μπορεί να 'ταν 5-6-8 σινιά, πήγαινε λοιπόν, ο γαμπρός με τη νύφη και τη μουσική, στεκόταν έξω απ' της κοπελιάς το σπίτι, της λέγαν αμανέδες, ήταν μαζί κι αυτός που ενδιαφερόταν για την κοπελιά, συνήθως αυτός έπαιρνε το σινί στο κεφάλι του - γιατί το σήκωναν στο κεφάλι αυτό το σινί, είναι και βαρύ. Ήταν μπρούτζινο κι είχε πάνω όλα αυτά. Λοιπόν, της λέγαν κάμποσους αμανέδες, με τη μουσική πήγαιναν στην άλλη κοπέλα - αυτό γινόταν τη δεύτερη μέρα του γάμου - μετά στην άλλη, μαζευόταν όλα τα σινιά, βγαίναν στην πλατεία του χωριού, είχε τραπέζια που τα βάζαν έτσι πάνω, πίναν, τρώγαν απ' αυτά και συνεχιζόταν ο χορός και το γλέντι. Μπορούσε να κρατήσει και μια εβδομάδα. Εκεί, λοιπόν, λέγαν πάλι τους αμανέδες, ο καθένας στην κοπελιά του, άλλοι μαζί, δηλαδή ήταν το κάτι άλλο. Μια τέτοια αναπαράσταση είχαμε κάνει εδώ στο χωριό το '77 νομίζω, την πρώτη που κάναμε, μ' αυτή τη δασκάλα, τη Δαμαλά, το 'χαμεν οργανώσει όλο αυτό, και μετά κάναμε το γλέντι, όπως γινόταν παλιά. Τώρα σκεπτόμουνα να πω κάτι, μου διέφυγε αυτή τη στιγμή. Καλά, γίναν πολλοί Καλαμωτούσικοι γάμοι αναπαράσταση έτσι.
Μου διαβάσατε και πριν από λίγο το κειμενάκι που γράψατε για μιαν αναπαράσταση που κάνατε όμως στην Αθήνα;
Αυτό ήταν στο κολλέγιο Αθηνών. Είχαμε πάει και κάναμε αναπαράσταση του Καλαμωτούσικου γάμου, έχω και φωτογραφία από αυτό να σου δώσω. Εγώ μάλιστα ήμουνα ντυμένη η μάνα του γαμπρού, και στις εκδηλώσεις τις άλλες που γινόντανε, πάλι εγώ φορούσα τη γεροντίστικη στολή. Δηλαδή, αυτή αντί να φοράς άσπρο φουστάνι, φορούσες το πλισέ το μαύρο. Αλλά σαρίκι φορούσες μπεζ χρώμα , όχι άσπρο-
Ακόμα και για τις γυναίκες που δεν ήταν χήρες φορούσαν το μαύρο;
Οι μεγάλες γυναίκες, οι μεγάλες γυναίκες ναι. Ήταν ωραία φορεσιά κι αυτή. Είχε μια χρωματιστή ζώνη στη μέση, δεν είχε πίσω τη φούντα που είχε η νύφη, αυτό το κεντητό. Εκτός τη φούντα, υπήρχε κι η "ακλαριά" που σήμερα δεν την ξέρουνε ούτε οι νέοι. Εγώ έτυχε να βρω αφ' το σπίτι μας ακλαριά. Δηλαδή είναι κάτι μικρότερο από φούντα, αλλά έχει πίσω πολλά κρόσσια. Αυτή λέγεται ακλαριά.
Ο δικός σας ο γάμος ήταν παραδοσιακός;
Όχι αγάπη μου. Δεν ήταν παραδοσιακός, αλλά στο γάμο της κόρης μου έκανα τα σινιά. Κι έφερα το τελευταίο σαντούρι που υπήρχε εδώ στο χωριό. Ήταν από τα Νένητα, ήταν φοβερός ο –
Λουλούδης.
Ο κύριος Λουλούδης, ναι. Ο οποίος ήταν σε μεγάλη ηλικία και μου λέει - γιατί όταν πήγαμε για το γάμο στην Αθήνα, μες στο καράβι, τον είχαμε, έπαιζε, όλοι τραγουδούσαμε και χορεύαμε κι ο καπετάνιος κατέβηκε και κέρασε όλους εμάς. Τόσο ενθουσιάστηκε όλο το πλοίο με το γλέντι που κάναμε. Λοιπόν, τον παρακάλεσα στο γάμο της κόρης μου και του λέω «Θα 'ρθετε να παίξετε;». Μου λέει «Ρε Βαγγελιώ, μεγάλωσα πια και δεν μπορώ, αλλά για χατίρι σου , θα' 'ρτω». Και ήρθε, και τον κρατούσανε για να παίζει το σαντούρι. Ξεκίνησε από εδώ, από την κεντρική εκκλησία, κατέβηκε κάτω, για να πάρει τον κουμπάρο, και μετά πιο κάτω προς το ποτάμι, γιατί ο γαμπρός μου είναι από τη Χίο, για να πάρει το γαμπρό που είχε έρθει με τους συγγενείς του. Και μετά, όλη αυτή η κουστωδία ήρθαν στο σπίτι μου. Εκεί, λοιπόν, είχα φτιάξει εγώ 4 σινιά όπως ήταν παλιά, είχα βρει 4 νεαρούς, που τα σηκώσανε, φίλοι δηλαδή των παιδιών μου, κι εκεί απ' έξω η μουσική που έπαιζε, γιατί είχαμε κι άλλη μουσική εκτός το σαντούρι, λέγαν τους αμανέδες που είχε γράψει μια γειτόνισσα μου, η Γιαννούλα η Χαγιά, κι επαινούσανε τη νύφη, το γαμπρό, τα πεθερικά, όλους. Και μετά, όλοι μαζί, προχωρούσε η νύφη με το γαμπρό, ακολουθούσαν τα σινιά, τον κύριο Λουλούδη να τον κρατούνε να παίζει, και ήρθαμε στην εκκλησία μπροστά. Έπαιζε συνέχεια η μουσική, μόνο την ώρα του μυστηρίου δεν έπαιζε. Και μετά όταν τελείωσε το μυστήριο, ο Λουλούδης έπαιζε κι ο κόσμος χαιρετούσε. Δηλαδή, ήταν κάτι συγκινητικό, ήταν κι η τελευταία φορά που έπαιξε ο άνθρωπος αυτός, γιατί ήταν πολύ μεγάλος, πάρα πολύ μεγάλος. Αλλά ήταν το καλύτερο σαντούρι της Χίου. Οι εφοπλιστές στην Αθήνα όταν κάναν γάμους, το Λουλούδη παίρναν εκεί, για να παίξει στους γάμους.
Κι ήταν Καλαμωτούσης αυτός;
Όχι, ήταν από τα Νένητα, Νενητούσης.
Οι Καλαμωτούσοι, η σχέση τους με τη μουσική; Θυμάστε να υπάρχουν μουσικοί Καλαμωτούσοι;
Δεν είχαμε ιδιαίτερα ας πούμε κάποιους καλούς μουσικούς Καλαμωτούσους, ενώ είχανε έφεση, ας πούμε, σ' αυτό. Τους άρεσε και το τραγούδι και κάποιοι παίζανε στα σπίτια τους ή ακορντεόν ή κιθάρα, αλλά δεν είχαμε συγκρότημα Καλαμωτουσων που να πηγαίνει στα πανηγύρια. Και το ότι αγαπούσαν τη μουσική και το τραγούδι ήτανε - μάλιστα γινόταν φοβερές καντάδες, μια που μου 'ρθε στο μυαλό αυτό. Δηλαδή τα παλικάρια που ήταν ερωτευμένα με κάποιες κοπελιές πήγαιναν τη νύχτα και τους κάναν καντάδες. Επειδή, όμως, εδώ είχαμε αστυνομικό τμήμα, η χωροφυλακή τους κυνηγούσε τις ώρες της κοινής ησυχίας. Αν τους έπιανε, τους έκανε και μήνυση. Θυμάμαι ας πούμε, στη γειτονιά μου είχαμε μια κοπέλα, τη Μίμα, που ήταν ερωτευμένος κάποιος Παρασκευάς, κι ερχόταν και της έκανε καντάδα. Τώρα, είχε κάτι γαρύφαλλα στο, όχι μπαλκόνι, δεν είχαν μπαλκόνια αυτά τα σπίτια, αλλά είχαν κάτι πλάκες έξω στα παράθυρα, κι εκεί βάζαν ή βασιλικό ή γαρυφαλλιές ή αυτά, και πήγαιναν και τον σήκωναν και της έκλεβε γαρύφαλλα, για να της δείξει ότι μπόρεσε και πήγε μέχρι το παράθυρο της.
Εσάς σας είχανε κάνει ποτέ καντάδα;
Καντάδα μου κάναν όταν ήμουνα στο καινούριο μου σπίτι, κοριτσάκι αλλά, εμένα ήταν στο βάθος το σπίτι, ήταν ο κήπος μπροστά, καντάδες κάνανε. Κάνανε πολλές. Είχαμε κάποιον που τραγουδούσε πολύ όμορφα, Στεργίδης λεγόταν, και ήτανε και μηχανικός στην ηλεκτρική του χωριού. Αυτός, λοιπόν, ήταν πολύ γλεντζές, ήταν μοναχικός άνθρωπος, δεν είχε κανέναν δικό του, κι έπινε και τραγουδούσε. Τραγουδούσε τόσο υπέροχα. Και ξέρεις πόσες φορές τον έπιασε η αστυνομία και τον πήρε για ένα βράδυ μέσα; Και πολλούς Καλαμωτούσους. Τους έπιανε η αστυνομία κι ένα βράδυ τους έβανε μέσα. Στην "ψειρού" που λέγαν τότε.
Και ποτέ περίπου σταμάτησαν αυτές οι καντάδες, θυμάστε;
Ε, τώρα πια οι νεαροί δεν κάνουν καντάδες, έχουν τόσοι ελευθερία να πάρουν τις κοπέλες τους, να βγούνε να παν να διασκεδάσουν. Δεν υπήρχε αυτό το απαγορευμένο που υπήρχε, ας πούμε, στα χρόνια εκείνα. Τώρα τα παιδιά τα βλέπεις, και καλά κάνουνε, ζούνε ελεύθερα. Είχα σκεφτεί και κάτι άλλο να πω, τώρα έτσι το ξεχνάω.
Μήπως σε σχέση με το γάμο που λέγαμε πριν;
Το γάμο νομίζω τον ολοκληρώσαμε, ναι. Είπαμε και για τις καντάδες. Το χωριό άρχισε ν' αλλάζει, η ζωή του μέσα χωριού, από τότε που θεωρήσαν ότι έπρεπε να γίνει μια μεγάλη πλατεία, όχι η πλατεία του παραδοσιακού χωριού που 'ταν γεμάτη καφενεία, ζαχαροπλαστεία, υποδηματοποιεία, μπακάλικα, δεν μπορώ να σου πω πόσα. Τότε ο κόσμος ψώνιζε ο πιο πολύς με το τεφτεράκι αν το 'χεις υπόψιν σου. Δηλαδή, πήγαιναν στον μπακάλη, ψώνιζαν, κρατούσαν τεφτεράκι, τα χρωστούσαν. Και όταν πουλούσαν το μαστίχι τους ή τον καπνό τους πήγαιναν, εξοφλούσαν για να ξαναρχίσουν πάλι μετά. Θεώρησαν, λοιπόν, να κάνουν μια μεγάλη πλατεία, και βγήκαν έξω απ' το χωριό, είχε σπίτια τότε προς τα κει. Αλλά εμείς που μέναμε μέσα στο χωριό, όλους αυτούς τους λέγαμε «αθρυμπίτες». Υπάρχει ένα φυτό που λέγεται αθρύμπα στο χωριό μου. Λοιπόν, εκεί έξω ήταν εξοχικά όλα αυτά κι είχαν απ' έξω αυτές τις αθρύμπες, που βγαίνουν στα βουνά, στις εξοχές, και λέγαμε «Αυτός είναι αθρυμπίτης». Λοιπόν, εκεί υπήρχε ένα ρυάκι που έκοβε αυτό το χώρο στη μέση. Αυτό το ρυάκι το σκεπάσανε κι εκεί κάναν πλατεία. Αξιοποιήθηκαν εκεί τα κτίρια, γίναν μαγαζιά, θεωρούσαν ότι ήταν το μοντέρνο, το ωραίο να πάνε στην έξω πλατεία, κλείσαν τα μαγαζιά του χωριού, μέσα εδώ ήταν η αστυνομία, ήταν ο ΟΤΕ, ήταν δηλαδή οι υπηρεσίες όλες, φύγαν κι αυτές, πήγαν στην έξω πλατεία, κι έτσι μέσα το χωριό ερήμωσε. Δηλαδή πιστεύω ότι ο θάνατος του χωριού ήταν η έξω πλατεία. Διότι αν δεν γινόταν αυτό εδώ θα λειτουργούσαν οι ταβέρνες, εδώ τα καφενεία, εδώ τα πάντα. Μετά φύγαν έξω και πήγαν εκει. Λειτουργεί, βέβαια, καλά αυτό. Εκεί ήταν και το κοινοτικό κατάστημα, μετά χτίστηκε η αστυνομία εκεί έξω, ένα κτίριο που γινόταν για δημαρχείο - αυτό δε σου 'πα. Ότι η Καλαμωτή ήταν η πρώτη πρωτοπόρος που έκανε Δήμο με τα Πατρικά και τα Αρμόλια. Αμέσως μόλις έγινε αυτός ο νόμος, η Καλαμωτή με τα Πατρικά και τα Αρμόλια έγινε ο Δήμος Μαστιχοχωρίων, ο οποίος λειτούργησε την πρώτη 8ετια και μετά είπαν να επεκταθεί ο Δήμος, να 'ναι περισσότερα χωριά. Τότε βέβαια ήταν και τα μέσα, ποιοι είχαν πιο πολύ στην κυβέρνηση μέσο και επιλέχτηκε - είχε πιο πολύ κόσμο, για να το λέμε, το Πυργί, γιατί οι Πυργούσοι δε φεύγαν εύκολα να πάνε να μείνουν έξω, είχε πιο πολύ κόσμο. Αγωνίστηκαν κάποιοι που είχαν τα μέσα και μεταφέρθηκε ο Δήμος από την Καλαμωτή στο Πυργί. Αυτό βέβαια πόνεσε πολύ τους Καλαμωτούσους, γιατί όταν είσαι και πρωτοπόρος σε κάτι τέτοιο, νομίζω ότι η τιμή έπρεπε να μείνει σε αυτούς που τολμήσανε. Δεν ξέρω πώς το βλέπουν έξω, αλλά εγώ έχω φίλους Πυργούσους. Τους αγαπώ, είναι αθώοι άνθρωποι, καλοί, με χιούμορ, με όλα αλλά αυτό το θεώρησα αδικία. Όταν λοιπόν, επαναστατήσαμε γι' αυτό και στην έξω πλατεία κάναμε διαμαρτυρία, εμείς μοιράζαμε κάποια φυλλάδια, κι έτυχε όπως μοίραζα φυλλάδια, να σταματήσω ένα αυτοκίνητο για να δώσω φυλλάδιο και πού έπεσα; Στον καθηγητή μου τον κύριο Πρώιο που ήταν απ' το Πυργί. Τον οποίο εκτιμώ και αγαπώ, και τον εκτιμούσα πάντα, και μόλις τον γνώρισα λέω «Συγγνώμη κύριε, αλλά αγωνίζομαι για το χωριό μου». Αυτά του 'πα. Αλλά σας λέω ότι διαδίδεται ότι υπάρχει διχόνοια με Καλαμωτή και Πυργί, αλλά δεν νομίζω. Νομίζω ότι οι άνθρωποι αγαπιούνται. Και οι ίδιοι οι Πυργούσοι μας αγαπάνε, στην πλειοψηφία τους - είναι κάποιοι κι από δω κι από κει που είναι εμπαθείς. Αλλά οι νέοι άνθρωποι, η καινούργια γενιά, νομίζω δεν έχει τέτοιες εμπάθειες. Τώρα βέβαια έφυγε κι απ' το Πυργί ο Δήμος κι είναι πια όλοι στο δήμο της Χίου κι από κει ας πούμε υπάρχουν οι αντιδήμαρχοι που είναι από κάθε χωριό.
Και βέβαια, σίγουρα έπαιξε ρόλο και στο να ερημώσει η Καλαμωτή, γιατί είχα μια συζήτηση σε σχέση με το Πυργί, γιατί το Πυργί είναι ακόμα χωριό που κατοικείται ακόμα από πολλούς, και μου είπαν λοιπόν, ότι «οι Καλαμωτούσοι μορφώθηκαν, γι' αυτό έφυγαν».
Ναι. Κι αφ' τ' άλλα χωριά μορφώθηκαν, αλλά όχι όσο εδώ που 'ταν μες στα πόδια τους.
Το σχολείο.
Ναι, και δεν ήταν μόνο αυτό. Είχαν πιο πολύ οι Καλαμωτούσοι αυτή τη μανία της μάθησης. Θυμούμαι ας πούμε, τον κύριο Πρώιο να λέει πολλές φορές στην τάξη, στους χωριανούς του «Βρε, δεν βλέπετε τους Καλαμωτούσους;». Ήθελε να τους προωθήσει να... Οι Πυργούσοι βέβαια ήταν πιο προοδευτικοί στο θέμα της μαστίχας. Δηλαδή, αυτοί ένιωσαν από πολύ νωρίς ότι το να φυτεύεις μαστιχόδεντρα είναι το μέλλον σου. Εδώ, επειδή είπαμε ότι όλοι ασχολούντανε με το γραφείο, με όλα, δεν ασχολούνταν με το να φυτέψουν σκίνα. Είχαμε κηπουρούς πολλούς εμείς. Δηλαδή ανθρώπους, επειδή εδώ έχουμε κάμπο καλό, κι είχαμε και καλό νερό, είχαμε ανθρώπους που ασχολήθηκαν με την κηπευτική. Καρπούζια, πεπόνια, ντομάτες, μελιτζάνες, τα πάντα. Είχε προοδεύσει - πρωτοπόρος ήταν ένας Βεργίτσης Κώστας σε αυτό. Ήταν ο πρώτος που ασχολήθηκε με τους κήπους. Ο πρώτος που μετά έκανε θερμοκήπιο και μετά ακολούθησαν πάρα πολλοί Καλαμωτούσοι, οι οποίοι βέβαια αγοράζαν συνέχεια διαμερίσματα στην Αθήνα και μαγαζιά. Βλέπαν δηλαδή ότι αυτό θα τους επέφερε μετά εισόδημα. Οι Πυργούσοι φύτευαν σκίνους. Γι' αυτό κι ακόμα - δηλαδή, τώρα πια αν πας και στο Πυργί βλέπεις ότι οι πιο πολλοί είναι πια μεγάλοι άνθρωποι. Εκείνο βέβαια το καλό που έχουν οι Πυργούσοι είναι ότι στον Εμποριό δεν κάναν σπίτια, λίγοι κάνανε. Μένουν στα παλιά τους σπίτια στο Πυργί, που τα 'χουν φτιάξει. Και το καλοκαίρι σφίζει από κόσμο το Πυργί. Ενώ εμάς σφύζει η Κώμη. Εκεί θεωρούν ότι... Δηλαδή αν όλοι αυτοί που μένουνε στην Κώμη μένανε στο χωριό δε θα 'χαμε πρόβλημα, ειδικά τα καλοκαίρια.
Σε σχέση με αυτό που λέγαμε πριν για το σχολείο, εγώ ήθελα να σας ρωτήσω τη δική σας σχέση με το σχολείο και με τη μόρφωση και τις δικές σας αναμνήσεις απ' τα σχολικά χρόνια στην Καλαμωτή.
Είναι πάρα πολύ γλυκές οι αναμνήσεις μου αφ' το σχολείο. Μπορεί να υπήρχε αυστηρότητα, απ' τους καθηγητές μας, αλλά υπήρχε και δέσιμο. Θυμάμαι, ας πούμε, τα παιδιά με σεβασμό θα πηγαίναν να πλησιάσουν τον καθηγητή για να ρωτήσουν κάτι ή να κάνουν κάτι. Δεν ήταν ας πούμε αυτό, ας το πω μπάχαλο που γίνεται τώρα και βλέπεις, ας πούμε, βλέπουν τον καθηγητή και δεν αισθάνονται αυτό το σεβασμό που είχαμε εμείς, ας πούμε, στον καθηγητή μας. Θυμάμαι και οι συμμαθητές είχαμε μεγάλο δέσιμο. Δηλαδή, εγώ θυμάμαι συμμαθήτριές μου από το Πυργί να 'ρχονται να μένουν στο σπίτι μου στο χωριό πολλές φορές, ή εγώ πήγαινα στο Πυργί να μείνω ή στη Βάσω την Παντελάρου που πολύ δεμένες, τη Μαρία τη Σεράφη, συμμαθήτριές μου, πήγαινα κι έμενα σπίτι τους πολλές φορές. Δηλαδή η σχέση ήταν πάρα πολύ καλή. Περάσαν από δω κάτι καθηγητές με όρεξη να βοηθήσουν τα παιδιά, ας πούμε, θα θυμηθώ τον καθηγητή μου, τον κύριο Κατσιμάνη, τον κύριο Πρώιο, τον κύριο Ατσάλη. Πολλούς, πάρα πολλούς, που τώρα μου διαφεύγουν και τα ονόματα, αλλά ειδικά μ' αυτούς τους τρεις είχαμε, ας πούμε, ένα δέσιμο. Θυμάμαι ότι μια φορά είχα αργήσει, το σπίτι μου είναι στην άλλη άκρια του χωριού, το σχολείο είναι στα, εγώ είμαι, ας πούμε, στα βόρεια του χωριού, το σχολείο είναι στα νότια. Και είχα αργήσει ένα λεπτό κι έτρεχα να προλάβω πριν να χτυπήσει το κουδούνι. Όταν πρόφτασα κι ανέβηκα, ήταν στη σειρά και στάθηκα. Αφ' την αγωνία μου, βέβαια, όταν πήγα να ανεβώ τα σκαλάκια του σχολείου, 6-8 που ήταν, λιποθύμησα. Θυμάμαι, λοιπόν, να με έχουν ξαπλωμένη πάνω στο μάρμαρο, εκεί της εισόδου του σχολείου, και βλέπω από πάνω μου τον καθηγητή μου, τον κύριο Κατσιμάνη να μου λέει «Καππού, μίλησέ μου παιδί μου» να μου χτυπά τα μάγουλα «μίλησέ μου, είσαι καλά, είσαι καλά;» Δηλαδή, την αγωνία του. Και θυμάμαι αυτός ο καθηγητής ο οποίος ήταν διάνοια, μας πήγε από την 3η μέχρι και την 7η, όπως λέγαμε εμείς. Στην 8η είχαμε τον κύριο Πρώιο, που ήτανε εξίσου αξιόλογος. Αλλά όταν πήγαμε να τον χαιρετήσουμε που έφευγε, ήρθε κοντά μου και μου λέει - γιατί μπορεί να μην ήμουνα σ' όλα τα μαθήματα πολύ καλή, αλλά στην έκθεση και στη λογοτεχνία μου 'χε τον καλύτερο βαθμό κι από τους αριστούχους. Και πάντα στο τέλος μου 'λεγε «Έλα Καππού να μας διαβάσεις κι εσύ την ανάλυσή σου ή την έκθεσή σου». Και θυμάμαι ότι μια συμμαθήτριά μου η οποία δεν ήταν καλή μαθήτρια, μου 'χε ζητήσει μια φορά να της δώσω να αντιγράψει την ανάλυσή μου. Της λέω «Βρε Μαίρη, μην τύχει και μας βγάλει και τις δυο και...», «Έλα, σιγά μη βγάλει εμένα» και τυχαίνει να τη βγάλει. Αυτή δεν την είχε διαβάσει κιόλας να ξέρει, της λέει «Τι αηδίες είναι αυτές που μας διαβάζεις παιδί μου;» και μετά μου λέει «έλα και συ Καππού να μας διαβάσεις τη δική σου ανάλυση». Ήταν ο τρόπος που τη διάβαζε η κοπέλα. «Αυτή είναι ανάλυση».
Το ίδιο κείμενο.
Ναι, ναι, το ίδιο κείμενο. Όταν λοιπόν, πήγαμε να τον χαιρετήσουμε που έφευγε, ήρθε κοντά μου, μου χτύπησε τον ώμο μου και μου λέει «Καππού, θα λυπηθώ πολύ αν μάθω ότι δεν προχώρησες. Θα λυπηθώ» μου λέει «πολύ αν μάθω...». Κι έτυχε το 1989 – εγώ τελείωσα το '66 – το '89 που πήγα στην Αθήνα για να πάω την κόρη μου Θεσσαλονίκη, που 'χε περάσει εκεί, συναντηθήκαμε σε γάμο, δικών μου ανθρώπων κι εκείνος που είχε σχέση με την κοπέλα. Λοιπόν, ήρθε και μ' αγκάλιασε να μου πει τι έκανα. Και θυμάμαι με πήραν τα κλάματα και του λέω «Κύριε, εγώ δεν προχώρησα, αλλά να, το παιδί μου τώρα πέρασε στη Φιλοσοφική». Και μου λέει «Δεν πειράζει, έχω μάθει για σένα». Γιατί δεν σας είπα ότι εγώ είχα δώσει εξετάσεις στο Δήμο της Χίου κι είχα περάσει για να δουλέψω εκεί, αλλά εκείνη τη χρονιά – είχα πάει μάλιστα και ήτανε, ένας μαιευτήρας είχε γίνει Δήμαρχος – και πήγα και είπα το όνομά μου για να ορκιστώ που ορκίστηκα, και μου λέει «Καππού, Καππού, είχα κι εγώ μια Καππού Άννα απ' την Καλαμωτή που την είχα 9 μήνες στο μαιευτήριο ακίνητη, κι έκανε ένα κοριτσάκι». Και του λέω «Εγώ είμαι κύριε Δήμαρχε» και σηκώθηκε και μ' αγκάλιασε και με φίλησε. Γιατί η μαμά μου είχε κάνει 6 παιδιά και τα 'κανε 7μηνήτικα. Στους 7 μήνες γεννούσε κανονικά, δεν υπήρχαν οι θερμοκοιτίδες. Ζούσε 2-3 μέρες το παιδί και πέθαινε. Και μετά έμεινε 9 μήνες ακίνητη, αυτά βέβαια δεν ενδιαφέρουν, αυτά θα τα σβήσετε, 7 μήνες ακίνητη, και γέννησε εμένα. Κι εκείνος θυμόταν ότι είχε μια γυναίκα Μονέση, Καππού μάλλον, του πατέρα μου, και την είχε εκεί. Ορκίστηκα, λοιπόν, κι ήταν να πάω στη δουλειά. Τότε ήρθε ο άντρας μου, είχε έρθει 3 μήνες πιο μπροστά, με ζητούσε. Εγώ δεν ήθελα να παντρευτώ να πάω Αμερική, οι γονείς μου το θέλαν και με παρακαλούσαν, γιατί θα ζούσα άνετα, γιατί θα 'χα όσα ήθελα, γιατί, γιατί χίλια δυο. Επειδή είχα αδυναμία ειδικά στη μητέρα μου πολύ, με πείσανε και δέχτηκα το γάμο. Δεν πέρασα άσχημα, πέρασα πολύ καλά. Ο άντρας μου μ' αγαπούσε, με λάτρευε, μου παρείχε τα πάντα, γιατί τελικά Αμερική δεν πήγα, γιατί είχα μείνει έγκυος κι έλεγε «Τα παιδιά μου θέλω να μείνουν στην Ελλάδα, να μην ξενιτευτούν, που ξενιτεύτηκα εγώ. Η ξενιτιά είναι σκληρή» μου έλεγε «θα μείνουν στην Ελλάδα. Εδώ θα μείνεις κι εγώ θα πηγαίνω να 'ρχομαι». Τον πρώτο καιρό έλειψε κι ενάμιση χρόνο. Έλειψε και 14 μήνες. Αλλά μετά έμενε εδώ 11 μήνες κι έφευγε 8. Μέχρι το 1985 που εγκαταστάθηκε μόνιμα πια εδώ και είμαστε όλοι μαζί. Δεν ετελείωσα αυτό με το... Εκείνος δεν ήθελε να δουλέψω και δε μ' άφησε να πάω. Εγώ όμως είχα το πάθος να δουλέψω και έλειπε εκείνος και είχε προκηρυχτεί μια θέση στο συνεταιρισμό εδώ της Καλαμωτής. Λοιπόν, εγώ πήγα κι έκανα τα χαρτιά μου. Δεν ενδιαφερόταν πολύ γιατί ήταν 4ωρη η εργασία και λίγα τα λεφτά. Μάλιστα, ταξίδευε ο Στεφανής που 'χει το καφενείο και του 'χαν κάνει τα χαρτιά του για κει αλλά είχαν δοθεί εκπρόθεσμα κι έλειπε κιόλας κι έτσι πήραν εμένα. Δούλεψα αρκετά χρόνια ωρομίσθια, βγάζοντας όμως δουλειά για πλήρες ωράριο. Γιατί τότε, υπήρχαν τα μαστίχια και οι πληρωμές εδώ, ήτανε - πώς να το πω;– παράρτημα της Αγροτικής Τράπεζας εδώ με φάρμακα, με λιπάσματα με αυτά. Γινόταν εδώ οι παραλαβές της μαστίχας, που δεν γίνονται πια εδώ. Και έτσι όλα αυτά, αντί 4 ώρες εγώ δούλευα πάρα πολλές ώρες. Όταν πήγα, ο συνεταιρισμός ήταν χρεωμένος διότι ήταν πολύς ο μισθός που ήταν τόσα χρόνια ο προηγούμενος υπάλληλος και εκείνος είχε και τα λογιστικά, ας πούμε, κι αυτά, κι ήταν πολύς ο μισθός του. Η κίνηση δεν ήταν αρκετή, και έτσι δεν μπορούσαν πια να πάρουν με πλήρη εργασία. Εγώ πήγα το 1977 στο συνεταιρισμό της Καλαμωτής. Ήταν χρεωμένος. Όμως έπρεπε να κάνουμε κάτι για να κινηθεί. Κάνουμε ένα δάνειο απ' την Αγροτική Τράπεζα, και κάνουμε αποθήκες. Οπότε φέραμε λιπάσματα, φάρμακα, ζωοτροφές, τα πάντα, για να κινήσει ο συνεταιρισμός. Είχαμε πάρει και αποθηκάριο, ο οποίος ήταν και στις παραλαβές της μαστίχας. Αλλά ο κόσμος, ειδικά στις μαστίχες στο ζύγισμα, ερχόταν και φώναζε εμένα. «Θέλουμε εσύ να μας τα ζυγίσεις». Και πήγαινα και στην αποθήκη, στις παραλαβές. Δουλειά πολλή. Εντωμεταξύ, να φέρνεις εκατομμύρια να μοιράζεις στον κόσμο, για τα μαστίχια του κι όλα αυτά. Να εισπράττεις αυτά που πουλούσες, τα λιπάσματα, τα φάρμακα, όλα αυτά. Οπότε παθαίνουμε και κάτι φοβερό. Το 1989 παίρνει φωτιά η Καλαμωτή όλη. Και καίγονται όλα τα σκίνα, όλα. Από κει που κάναμε 9 τόνους μαστίχι, φτάσαμε στους 2 τόνους. Οπότε, υπάλληλο δε σήκωνε. Εμένα πιο μπροστά ήτανε προηγούμενος πρόεδρος στην Ένωση – θα θυμηθώ το όνομά του, γιατί τώρα με το να μιλάω ξεχνάω τα ονόματα. Λοιπόν, αυτός με είχε καλέσει πριν τη φωτιά και μου λέει «Ευαγγελία, θέλεις να έρθεις στην Ένωση και να αναλάβεις, ας πούμε από της υποδοχής, όταν ερχόνταν κάποιοι να 'μαι στις δημόσιες σχέσεις». Ο άντρας μου δεν μου το επέτρεψε να πάω κάτω, οπότε παρέμεινα εδώ. Όταν λοιπόν, πήρε η φωτιά, είπαν «η Καλαμωτή δε σηκώνει». Γιατί, εντωμεταξύ, ο επόπτης συνεταιρισμών, ήταν ο κύριος Σακκάς, πρότεινε εδώ ότι «Την υπάλληλο πρέπει να την κάνετε μόνιμη, διότι έχει τόση εργασία και είναι, ας πούμε, κρίμα να αγωνίζεται η κοπέλα και να την έχετε ωρομίσθια. Αν δεν την κάνετε εσείς, φεύγει από το Νεοχώρι ο υπάλληλος του συνεταιρισμού και θα την πάρω εκεί». Οπότε, τότε πήραν την απόφαση και με κάναν μόνιμη εδώ, με πλήρες ωράριο. Νομίζω έπαιρνα, δε θυμάμαι ακριβώς, 12.000; Δε θυμάμαι πόσα. Έφερνα όμως εδώ εκατομμύρια και μοίραζα και δεν ήταν εύκολο. Μια φορά σε μια γιαγιά, είναι υποχρέωσή μου να την αναφέρω, η Δαμαλά λεγότανε, του μηχανικού που είναι εδώ του Δαμαλά η γιαγιά, πλήρωνα, ήτανε πολύς ο κόσμος, μόλις έκλεινα το γραφείο να κάνω ταμείο, έρχεται και μου λέει «Ευαγγελία, να σου πω κάτι κόρη μου, να τα λεφτά που μου 'δωσες, είναι 50.000 παραπάνω». Και μου τα 'φερε η γυναίκα πίσω, ας είναι αιώνια η μνήμη της εκεί που είναι. Δηλαδή εγώ θα δούλευα ένα μήνα χωρίς να πληρωθώ, ήταν τόσο. Μετά, πριν να γίνει όλη αυτή η καταστροφή του συνεταιρισμού, που κάναμε το δάνειο, η Ένωση είχαν ανοίξει κάτω Super Market. Λοιπόν, για να βοηθήσω, δέχτηκα να κάνω Super Market εδώ, εκεί που ήταν το γραφείο μου, για να πάρει έσοδα παραπάνω και να βγάλει τα χρέη του ο συνεταιρισμός. Το δούλεψα πολλά χρόνια έτσι, χωρίς μία πεντάρα παραπάνω, εθελοντικά. Αυτό μπορούν να το επιβεβαιώσουν όλοι όσοι ήταν τότε στον οργανισμό. Μετά που πήραν οι φωτιές, αναγκάστηκα να φύγω, το Super Market ήρθε ο κύριος που το 'χει τώρα, ο Σαραντινός, είχε έρθει απ' την Αυστραλία, είχε κάποια δουλειά να κάνει, και το ανάλαβε εκείνος. Στην αρχή με ποσοστά, ύστερα το ανάλαβε προσωπικά όλο, ας πούμε, δικό του. Έφυγα, λοιπόν, και πήγα στην Ένωση, κάτω. Και δούλευα 3 μέρες στην Ένωση και 2 στο χωριό-
Ένωση μαστιχοπαραγωγών;
Ναι, ναι. Μετά ελαφρύναν πάρα πολύ τα πράγματα. Δηλαδή, κάναμε με τις παραλαβές, αλλά πιάσαν πια να πληρώνονται μέσω ενώσεως και αυτό ήταν μεγάλο βάρος που έφυγε από μένα. Το χρηματικό δηλαδή, η διαχείριση αυτή η χρηματική του μαστιχιού με εκατομμύρια, οι δόσεις που ερχόνταν μετά, όλα αυτά φύγαν και πήγαν κάτω. Κι έμεινα στην Ένωση μέχρι το 1997. Γιατί τότε λέγαν θ' αλλάξει το συνταξιοδοτικό και θα πρέπει να μείνεις τόσα χρόνια κι αυτά. Εγώ έλεγα «Έχω τα παιδιά μου, θα παντρευτούν, θα κάνουν οικογένειες, αν μείνω ακόμα 10 χρόνια δεν θα μπορώ να τα βοηθήσω» κι έτσι με 20 χρόνια υπηρεσίας, έφυγα τότε από την Ένωση. Το άλλο που δε σου 'πα προσωπικό μου, ότι εγώ είχα να λατρεύω 6 ηλικιωμένους. Είχα την ξένη δουλειά, είχα τους γονείς μου, είχα τα πεθερικά μου, είχα το θείο και τη θεία που 'ταν εδώ και δεν είχαν παιδιά, κι όλους αυτούς τους περιποιούμουνα. Είχα την ξένη δουλειά, κι η μόνη ανάπαυλα στη ζωή μου με όλα αυτά, ήταν να ασχοληθώ με τα πολιτιστικά πολύ. Οπότε, έκανα αυτή τη σχέση με τα παιδιά όλα αυτά που 'ταν εδώ. Υπάλληλοι από δω, από κεί, κάποιους Καλαμωτούσους που είχαν την όρεξη να ασχοληθούν με τα πολιτιστικά. Κάναμε μια πολύ ωραία παρέα. Είχε έρθει το '83, Αλέξη, ήρθε ο... Ναι, το '83 ανεβάσαμε το «μιας πεντάρας...», ήταν πριν να έρθεις εσύ. Είχε έρθει ένας λυκειάρχης εδώ, ο Παναγιώτης ο Κουνής, δεν του δώσανε σπίτι – ντρέπομαι που το λέω – να μείνει, και του δώσαν στην Κώμη και έμενε, και πηγαίναν και ερχόταν με τα πόδια. Και εδώ θα πω ότι το 'μαθα, από κει έπιασε κι η σχέση μας, και πήγα και τους είπα «Έχω ένα μικρό σπίτι στο χωριό, ελάτε να μείνετε», τους το νοίκιασα των ανθρώπων, όχι δωρεάν. Και μείναν σ 'αυτό και κάναμε μια ωραία σχέση. Οπότε, δημιουργήσαμε τη θεατρική ομάδα της Καλαμωτής. Άσχετη με το πολιτιστικό, αλλά ότι ανήκει και στον πολιτιστικό. Όμως λειτουργούσαμε σαν θεατρική ομάδα. Και κάναμε το μιας πεντάρας νιάτα. Δώσαμε 17 παραστάσεις από τις οποίες 3 στο Ομήρειο, κάτω στη Χίο. Οι άλλες παραστάσεις γινόταν στα χωριά. Α, θυμήθηκα τον πρόεδρο τον Πελέ. Αυτός ήταν που με πήρε, και πήγα και του ζήτησα ξυλεία. Να μας κάνει δωρεά ξυλεία. Μας έδωσε πάρα πολλή ξυλεία και κάναμε τη σκηνή όλη, το υπόβαθρο όλο αυτό για το θέατρο, κι όπου πηγαίναμε στα χωριά, κουβαλούσαμε όλα αυτά, είχαμε τους τεχνικούς της ομάδας που τα στήνανε. Και γυρίζαμε, δώσαμε 17 παραστάσεις σ' όλα τα χωριά. Περάσαμε υπέροχα. Μας τυράννησε πολύ ο Παναγιώτης για να μάθουμε όλα αυτά. Μάλιστα, εγώ ούτε καν είχα δει το «Μιας πεντάρας νιάτα». Όταν, λοιπόν, ανέβηκα στη σκηνή, όχι στη σκηνή, στις πρόβες, μου λέει «Πόσες φορές έχεις δει το έργο;» του λέω «Παναγιώτη, καμιά». Λέει «Μα εσύ έχεις αντιγράψει τη Μαρίκα σε όλα» μου λέει «την έχεις αντιγράψει». Την τελευταία παράσταση τη δώσαμε στα Πατρικά, ένα χωριό εδώ κοντά. Με την κοπέλα που ήταν η κόρη μου στο θεατρικό λέμε «Απόψε κάτι πρέπει να κάνουμε του Κουνή, να βγάλουμε το άχτι μας», μου λέει «Τι;» λέω «Θα τον δείρουμε στην τελευταία σκηνή». Λοιπόν, στην τελευταία σκηνή ήταν, ας πούμε, ο άντρας της κόρης μου, ο Παναγιώτης – της θετής μου κόρης, γιατί δεν ήταν και κόρη μου, ήταν από το γάμο του προκομένου του άντρα μου. Κι εγώ πια είχα αρραβωνιαστεί με άλλον, ήθελα το διαζύγιο από τον μπουζουξή, που 'ταν ο πατέρας της κοπέλας, στην ουσία ήταν κι ο πατέρας της. Λοιπόν, όταν ήρθε η τελευταία σκηνή που κάναμε ότι τον χτυπούσαμε με τις τσάντες, λέω «Ευδοκία δως του στ' αλήθεια». Τσακ εγώ η τσάντα, τσακ η Ευδοξία, αυτός γύρισε και μας έβλεπε «Τι γίνεται εδώ;» και λέει «Αη στο διάβολο πια» και μ' αυτό έκλεισε η σκηνή. Αγανάκτησε από το ξύλο-
Φανταστικό-
Ναι, ήταν πάρα πολύ ωραίο. Το κακό ήταν ότι εμείς δεν τραβήξαμε το βίντεο, την ταινία στο Ομήρειο, το τραβήξαμε την πρώτη μέρα εδώ. Το 'χουμε κασέτα, αλλά ούτε καλή φωνητική έχει, ούτε και... Όμως είναι μια ανάμνηση. Εγώ την έχω την κασέτα, και μάλιστα λέω ένα βράδυ, έχει πει ο πρόεδρος του Συλλόγου, κύριος Φήκας, θα τη βάλουμε εδώ απ' έξω που έχει, να τη δούμε.
Κι είχατε γράψει κι ένα ποιηματάκι γι' αυτή την παράσταση έτσι δεν είναι; Ένα ποίημα, αυτό που μας διαβάσατε...
Α, λες γι' αυτά που σου διάβασα. Δεν είναι ποίημα, έμμετρο ας πούμε.
Θέλετε να το διαβάσουμε, μιας που μιλάμε γι' αυτή την παράσταση;
Αν δεν σας κουράζω.
Καθόλου.
Δεν είναι βέβαια τίποτα σπουδαίο, γιατί όπως είπα δεν είμαι και ποιητής.
Μήπως θέλετε να πιείτε και λίγο νεράκι;
Ναι, ευχαριστώ. Δεν ξέρω αν έχω παραλείψει ανθρώπους που, υπάρχουν πολλοί που δώσαν σ' αυτό το χωριό, δώσανε. Ας πούμε, για την κυρία Δαμαλά θα μπορούσα να πω πολλά. Ήταν μια δασκάλα που ηταν ο αδερφός της Νομάρχης στην Κέρκυρα, και πήγε εκεί, και απέκτησε την κουλτούρα όλη αυτη που 'χαν οι Κερκυραίοι, το ΄χεν από τη φύση της βέβαια, με την αγάπη για το θέατρο, για τη μουσική, για όλα... Κράτησε πολλά στο χωριό. Αυτή ήταν, είπα, κι από τους ιδρυτές της Φιλοπτώχου, με κάποιους άλλους, η οποία από το '22 βοηθούσε, από το '35 έγινε επίσημη με σφραγίδα «Φιλόπτωχος κυριών και δεσποινίδων Καλαμωτής». Κάποιοι, κάποια στιγμή, κάναν αγώνα ν' αλλάξουμε την επωνυμία. Λέω «Στη μνήμη αυτών των ανθρώπων που το κάνανε, το θεωρώ υποχρέωσή μας να παραμείνει αυτή η ονομασία». Και μάλιστα τη φωτογραφία που βλέπετε εκεί, που είναι ο γυμνασιάρχης ο κύριος Μαΐστρος με τη γυναίκα του, τα παιδιά αυτής της οικογένειας, ο Μιχάλης κι η Δανάη κάναν δωρεά στη Φιλόπτωχο αυτό το κτίσμα να το 'χει η Φιλόπτωχος, στην ουσία είναι στην Αγία Παρασκευή αλλά μες στο συμβόλαιο υπάρχει όσο υφίσταται η Φιλόπτωχος, να το 'χει γραφείο η Φιλόπτωχος κι όταν διαλύεται το σωματείο να πηγαίνει στην Εκκλησία. Υποχρέωσή μου, τώρα που βλέπω ένα βιβλίο εκεί που λέει «Γυμνάσιο και Λύκειο Καλαμωτής» και υπάρχει κι ένα βιβλίο «Η Καλαμωτή» είναι να αναφέρω το όνομα του Γιώργου του Δαμαλά, καθηγητή στο Κολλέγιο των Αθηνών, Καλαμωτούσης βέρος, ο οποίος ασχολήθηκε πάρα πολύ με το χωριό. Έκανε πρόεδρος του Συλλόγου των Καλαμωτούσων των Αθηνών. Έχει γράψει ένα υπέροχο βιβλίο για την Καλαμωτή, δεν ξέρω, κάπου πρέπει, όχι αυτό είναι, ο ίδιος έκανε κι αυτό για το Γυμνάσιο της Καλαμωτής, και τώρα άλλο ένα βιβλίο με τους κώδικες της Καλαμωτής. Τώρα εκδόθηκε φέτος. Δηλαδή, η αγάπη του για το χωριό είναι κάτι άλλο. Αυτό, θα σας παρακαλούσα, προσωπικά, το όνομα αυτού του ανθρώπου να αναφερθεί στο χωριό μου, αν κάτι παρουσιάσετε. Έχει δώσει την ψυχή του για το χωριό. Τον εκτιμώ και τον αγαπώ πάρα πολύ. Εγώ, όσοι Καλαμωτούσοι ενδιαφέρονται για το χωριό, είναι για μένα ευεργέτες. Έτσι νιώθω. Είπα για τη δασκάλα αυτή η οποία υπηρέτησε το χωριό της, ασχολήθηκε με τα πολιτιστικά, με τη φιλόπτωχο, με τα πάντα. Έδωσε ζωή στο χωριό. Πεθαίνοντας άφησε το γραφείο της, τη βιβλιοθήκη της, τα βιβλία της όλα. Είχε και μια βιτρίνα εδώ με παραδοσιακά ρούχα που κάποτε ανοίξαν και τα κλέψανε, βιτρίνα ολόκληρη. Δηλαδή, όλα αυτά κι οι καρέκλες όλα ήταν δικά της. Και τ' άφηκε στη Φιλόπτωχο. Περιουσία της. Ας είναι αιώνια η μνήμη της. Ήταν από τους καλύτερους δασκάλους που περάσαν από εδώ. Εγώ βέβαια έφτασα και τον κύριο Κανάριο που 'ταν κι αυτός γνήσιος Καλαμωτούσης. Πέρασαν πολλοί από δω, αλλά στα δικά μου χρόνια, θα αναφέρω αυτούς τους δύο. Λοιπόν, όταν έγινε η θεατρική ομάδα και ανεβάσαμε το θέατρο αυτό της Καλαμωτής θεώρησα καλό να προλογίσουμε. Και μάλιστα, επειδή δεν το διάβασα η ίδια γιατί έβγαινα στη σκηνή αμέσως μετά, όταν το ακούσαν οι Καλαμωτούσοι νομίζαν ότι το 'χε γράψει ο Παναγιώτης ο Κουνής. Και καυτηρίασαν γιατί λέει για το χωριό τους και τους κάνει κριτική; Οπότε εγώ βγήκα και ανέλαβα, αυτό το 'χω γράψει εγώ. Ο Παναγιώτης δεν έχει καμία σχέση. Λοιπόν ό,τι μπορώ θα σας διαβάσω. Είπα ότι έχει γραφτεί το 1983, ότι δεν έχω ειδικότητα, ούτε φιλόλογος είμαι, ότι απλώς βγήκε κάτι αφ' την ψυχή μου που ήθελα να πω, είπαν κάτι να προλογίσουμε, έγραψα αυτό. «Ωχ κυρίες μου και κύριοι, έχω κάτι να σας πω και μη με παρεξηγήστε για το λόγο μου αυτό. Σήμερα, λοιπόν, 'δω πέρα, ήρθαν άνθρωποι πολλοί που θελήσανε να δώσουν τη μικρή αυτή εορτή. Άλλοι είναι μορφωμένοι, άλλοι είν' απλοϊκοί, άλλοι πάλι παντρεμένοι, κι άλλοι είν' περαστικοί. Αυτά δεν ενδιαφέρουν τον καθένα από μας σημασία όμως έχει αν αξίζουνε τα έργα που θα δείξουνε σ' εμάς. Δεν είν' επαγγελματίες και μεγάλοι σκηνοθέτες, ούτε άνθρωποι με πείρα και μεγάλοι ευεργέτες. Είναι άνθρωποι απλοί με φιλότιμο και ζήλο κι ονειρεύτηκαν κι αυτοί να μας δώσουνε για λίγο γέλιο και ψυχαγωγία ή να μας προβληματίσουν για να σπάσουν και να πάψει να μας πνίγει τούτη η αδιαφορία. Ωχ, μη με παρεξηγήστε προσφιλείς μου χωριανοί ξέρετε, εγώ δεν είμαι και κανένας ποιητής. Θα σας πω όμως δυο λόγια, και αν θέλετε τ' ακούτε κι αν αυτά δε σας αρέσουν να μη με χειροκροτήστε. Θα σας πω για το χωριό μας που ήταν πάντα ξακουσμένο μα τα τελευταία χρόνια βρίσκεται αποκοιμισμένο. Ήταν η Καλαμωτή μας, μία πόλις μες στη Χίο που την καμαρώναν όλοι για αυτό το μεγαλείο. Όμορφη, νοικοκυρά, με σχολεία και ανθρώπους, που τα γράμματα αγαπούσαν κι έδιναν τον εαυτό τους. Και εκείνοι οι δουλευτάδες της παλιάς της εποχής, με τραγούδια ξεκινούσαν για να σκάψουνε τη γη. Η εξοχή ήταν πανηγύρι με τραγούδια και με γλέντια κι οι λεβέντες κι οι κοπέλες με τα μάτια ερωτεύονταν. Κι οι λεβέντες και οι γέροι έβλεπαν μήπως θα δούνε κάποιας κοπελιάς τη γάμπα για να την ονειρευτούνε. Βλέπετε, στην εποχή τους ήταν δύσκολο να δεις τον αστράγαλο κοπέλας γιατί ήτανε ντροπή. Σαν γυρίζανε τα βράδια, μες στα σπίτια τους γλεντούσαν κι ύστερα μέσα στους δρόμους τους καημούς τους τραγουδούσαν. Απ' της κοπελιάς τη γλάστρα, έκοβαν ένα λουλούδι και με πάθος τραγουδούσαν του έρωτά τους το τραγούδι. Κι όταν θα γινόταν γάμος, τότε πια μη τα ρωτάτε Τι τραπέζια και τι γλέντια που ασφαλώς δεν τα θυμάστε. Ήτανε κι οι δεσποινίδες λιγάκι ζωηρές, ή καλύτερα να πούμε ή λιγάκι τολμηρές. Αυτές δεν πολυσκεφτόνταν τι θα πουν οι άλλοι γύρω και για τον τρελό έρωτά τους, μες στα σκοτεινά σοκάκια, έφερναν κανένα γύρο. Να μην τα λεπτολογούμε, γιατί είναι και ντροπή τέτοια πράγματα να λένε άνθρωποι επί σκηνής. Και το φως και το νερό, αχ, τι να σας πω για τούτα; Τον καημένο τον κοσμάκη πόσο τον ταλαιπωρούσαν. Ένα όμως θα σας πω, με υπερηφάνεια, τώρα πως μεγάλοι ευεργέτες άλλαξαν αυτή τη χώρα. Ήρθε ο Γρηγοριάδης με το γρήγορο νερό και ξεδίψασε τον κόσμο, ωχ, τι άνθρωπος καλός. Κι ήρθε και ο Βαμβακάς, τι μεγάλος ευεργέτης κι έκανε ένα σχολείο που μες στο χωριό μας φέγγει. Και οι χωριανοί μας όλοι που στα ξένα εδουλεύαν έδωσαν τον οβολό τους και πολλά μας επροσφέραν. Και ο Χούλης και οι άλλοι, τόσοι, τόσοι ευεργέτες κάναν την Καλαμωτή μας σαν αρχόντισσα, που λέτε. Έβγαλε η Καλαμωτή επιστήμονες πολλούς, τι δασκάλους, τι γιατρούς, τι καθηγητές και άλλους νομικούς, μα και τόσους, τόσους άλλους. Τώρα όμως τι κακό, τι μεγάλη ερημιά, όλοι φύγαν να δουλέψουν αφ' τον τόπο τους μακριά. Κι έτσι η Καλαμωτή μας άδειασε από νεολαία μείνανε μονάχα οι γέροι και αυτοί χωρίς παρέα. Και εμείς οι κάπως νέοι που έχουμε μείνει εδώ πρόωρα έχουμε γεράσει από τούτο το κακό. Ούτε γέλια, ούτε γλέντια, ούτε καν ψυχαγωγία, ούτε κάτι που να σπάει αυτήν όλη την ανία. Όμως η ζωή κυλάει και ο χρόνος δε γυρίζει και τα χρόνια ένα-ένα στην καμπούρα μας μετράνε και τα νιάτα δε γυρνάνε. Μάθαμε μόνο δουλειά, φαΐ, ύπνο και χουζούρι καφενείο και χαρτί, κέντημα μα και κουσκούσι. Καφεδάκια και γλυκά και κουτσομπολιό πολύ μα για πνεύμα και καρδιά δε μιλάει πια κανείς. Είναι κρίμας όμως έτσι να κυλάει η ζωή μας γι' αυτό όσο είν΄ καιρός, για αγώνα χωριανοί μας. Κάνουμε μία αρχή μ' αυτή την παρασταστη μας, για να δώσουμε ζωή στη μικρή Καλαμωτή μας. Και να γίνουμ' όλοι ένα, σαν αδέρφια, σαν παιδιά να ξανάρθει στο χωριό μας όλη η δόξα η παλιά. Ν' ακουστεί πάλι το γέλιο, η χαρά, η καλοσύνη, και να δούμε το χωριό μας πάλι ζωντανό να γίνει. Και αυτοί οι ξένοι που 'ρθαν, ντόπιοι τώρα θεωρούνται μια και μένουν εδώ μέσα, κι όλοι θε ν' αγωνιστούνε. Δίνουνε ότι μπορούνε όλοι μέσ' απ' την καρδιά τους με αγώνες και με κόπους κι αυτό πάντα με χαρά τους. Να τους πούμ' ευχαριστώ θα 'ταν κάτι το μικρό, να τους ονομάσω όλους; Μα για ποιον να πρωτοπώ; Ένα μόνο θα τους πω, πως μεγάλη ευγνωμοσύνη τους οφείλει το χωριό. Λοιπόν, τώρα πριν αρχίσει η μικρή μας η γιορτή, κάτι θα παρακαλέσω όλους σας με προσοχή. Επειδή ο χρόνος ήταν λίγος της ετοιμασίας, κι επειδή οι ηθοποιοί μας δεν τελείωσαν σχολές να φανείτε επιεικείς μα και λογικοί κριτές. Έχουν δώσει ό, τι μπορούνε όλοι αφ' τον εαυτό τους να τιμήσουν όλοι θέλουν την πατρίδα, το χωριό τους. Ας υποδεχτούμε όλοι τη μικρή αυτή γιορτή και ας πούμε μ' ένα στόμα «Ζήτω η Καλαμωτή».
Υπέροχα.
Συγγνώμη για τη γραφή μου, αλλά εγώ όταν γράψω κάτι, εκείνη την ώρα θα πάει το χέρι μου. Αν το σταματήσω δεν το προχωρώ και θα 'χει και λάθη και ορθογραφικά και εκφραστικά. Όλα αυτά θα τα 'χει. Ζητώ συγγνώμη γι' αυτό.
Εγώ θα ' θελα να σας ρωτήσω μιας που μιλάμε για την καριέρα σας στην υποκριτική, να μιλήσουμε και για – μου είπατε για παραστάσεις, αλλά δεν μου είπατε για ταινίες. Έχετε παίξει και σε ...
Απλώς, τα χρόνια εκείνα ο Δήμος ο Αβδελιώδης μου είχε πει να συμμετάσχω στην ταινία του «Το Δέντρο που πληγώνουμε». Για μένα ήταν δύσκολο γιατί ήμουνα μια γυναίκα που έλειπε ο άντρας της και στο χωριό θεωρούνταν αυτό πάρα πολύ τραβηγμένο. Και στο θέατρο, όταν ανέβηκα, ήμουν 33 χρονών. Και δεν σας είπα ότι μετά είχαμε προχωρήσει και την παράσταση τον «Δον Καμίλο», το θυμάσαι ήταν να τον ανεβάσουμε, είχαμε προχωρήσει αρκετά δηλαδή τις πρόβες. Και μετά κάτι, ένας από τους ηθοποιούς, ας πούμε, μας δημιούργησε ένα θέμα και τσαντίστηκε και ο Παναγιώτης ο Κουνής, που ήταν ο σκηνοθέτης, και το σταματήσαμε. Μετά, ο Παναγιώτης έφυγε ξανά, πήγε στην Οινούσα να υπηρετήσει, οπότε η θεατρική ομάδα πήγε περίπατο. Δεν υπήρχε δηλαδή αντικαταστάτης του για να σκηνοθετήσει. Τώρα, στον καινούριο σύλλογο προσπαθούνε να ανεβάσουνε ένα θεατρικό έργο, το' χουν προχωρήσει αρκετά. Βγήκε ο κορονοϊός στη μέση. Δώσανε μια παράσταση που 'ταν πολύ πετυχημένη, από κει και πέρα δε δόθηκε άλλη. Γιατί φύγανε και κάποια παιδιά που δεν ήταν από δω και συμμετείχαν και δεν ξέρω στο μέλλον αν το προχωρήσουν. Και μάλιστα αυτό χρηματοδοτήθηκε κιόλας γιατί φέραν σκηνοθέτη από το Νίκο το Μελισσινό, ένα Καλαμωτούση Αμερικάνο, ο οποίος, θέλω να πω ότι βοηθάει πάρα πολύ - αν το ακούσει θα θυμώσει, γιατί θέλει - σε μένα δηλαδή προσωπικά κάθε χρόνο, γιατί είναι συγγενής του άντρα μου, αφήνει 5.000 ευρώ και μου λέει «Θα δώσεις για το χορευτικό του συλλόγου, θα το πληρώνεις εσύ, για το θεατρικό, στη Φιλόπτωχο θα πάρεις όσα θέλεις, 1.000 ευρώ θέλεις, 1.000 δολάρια παραπάνω, ό,τι χρειάζεστε και θα δίνεις και στην Κυβωτό, θα στέλνεις κρέας». Ας έχουν την υγειά τους κι εκείνος και η οικογένειά του. Τώρα, αν ακουστεί φοβάμαι ότι αυτός θέλει να τα κάνει έτσι, χωρίς – έχουμε βέβαια κι άλλους ευεργέτες, δεν είναι μόνος εκείνος. Είναι ο Λαμπράκης, είναι ο κύριος Κτιστάκης ο εφοπλιστής που βοηθάνε τη Φιλόπτωχο, ακόμη στο θέμα της Φιλοπτώχου, γιατί είμαι χρόνια μέλος της και τώρα αρκετές τριετίες Πρόεδρος της Φιλοπτώχου. Είναι ο Τάκης ο Λεράκης, από την Αμερική. Είναι ο Κώστας ο Δεριγίτσης, είπα τον κύριο Λαμπράκη, τον κύριο Κτιστάκη. Είναι ο Γιάννης ο Δημητράκης, ξεχάνω κάποιον. Ξεχάνω κάποιον. Είπα το Λεγάκη. Και ο Μελισσινός βέβαια, που τον είπα. Αν το θυμηθώ κάτι θα σου το πω, γιατί είναι ντροπή, ας πούμε, για ανθρώπους που μας χρηματοδοτούνε και μας βοηθάνε να ξεχάσω επειδή τώρα, με όλα αυτά έχω λίγο θολώσει το μυαλό μου.
Γενικώς λοιπόν οι Αμερικάνοι του χωριού ήτανε σπουδαίο, θέλετε να μου μιλήσετε -
Και οι εφοπλιστές. Ας πούμε, ο κύριος Κτιστάκης έχει πάρει από καταγωγής Καλαμωτούσαινα, ο ίδιος είναι Καρδαμυλίτης νομίζω, Καρδαμυλίτης, ναι. Αλλά έχει βοηθήσει σε πολλά θέματα, και το σύλλογο. Και όταν ήμουνα εγώ στο σύλλογο είχα πάει και μου δωσε αρκετά χρήματα πολλές φορές για το σύλλογο.
Όταν λοιπόν – θυμάμαι που μου λέγατε για την άφιξη του «Αμερικάνου». Ότι ήταν μεγάλο συμβάν. Θέλετε λίγο να μου περιγράψετε αυτό το ζήτημα;
Λοιπόν, όταν έφτανε, αφότου ακούγανε τα παιδιά, σου το 'χω πει αυτό; Το 'γραψες; Ότι όταν ήταν να 'ρθει ένας Αμερικάνος, πηγαίναν όλοι στην αρχή του δρόμου της Σικελιάς, που σταματούσε το αμάξι και τον περιμένανε. Τα παιδιά βάζαν τα αυτάκια τους για ν' ακούσουν το θόρυβο του αυτοκινήτου που έρχεται και όταν έφτανε ο Αμερικάνος τον σηκώναν στα χέρια οι μεγάλοι άνθρωποι και τον φέρναν, ας πούμε, στο χωριό, στο σπίτι που ηταν να πα'. Ο θείος μου ήρθε στο σπίτι μας, ήταν το πατρικό του, εκεί που γεννήθηκε, και είχαν μαζευτεί, έχω και φωτογραφία, όλος ο κόσμος και η σκάλα μας γεμάτη κόσμο, να ρωτήσουν για τους δικούς τους. Έφερνε κάποια δολάρια σε κάποιους που δώσαν οι δικοί τους. Μετά ερχόταν το μπαούλο, που στέλναν με το καράβι. Κι εκεί είχε ρούχα να δώσει στους συγγενείς του, στους φίλους του, στ 'αδέρφια του, ας πούμε, ήταν μεγάλη βοήθεια το να δώσεις.... Θυμάμαι ότι ένα ζευγάρι νάυλον κάλτσες, που δεν υπήρχαν, εμείς το πήγαμε δώρο σε γάμο, που δεν πηγαίναν τότε και δώρα. Δηλαδή, πόσο ανάγκη είχε ο άνθρωπος και από ένα τσιτάκι φόρεμα. Οι κοπέλες, ας πούμε, περιμέναν να ΄ρθει το πανηγύρι του χωριού, της Αγ. Παρασκευής και του Αγ. Παντελεήμονα, που γινόταν μεγάλο πανηγύρι, για να πάρουν να ράψουν ένα φουστανάκι και να βγούνε μετά αργότερα βέβαια, που είχαν το χρήμα αλλάζαν και δυο φορές φορέματα την ημέρα του πανηγυριού. Ήταν το μεγάλο πανηγύρι του χωριού της Αγ. Παρασκευής στις 26 του Ιουλίου. Και μετά του Αγ. Παντελεήμονα συνεχιζόταν το πανηγύρι. Ήταν η πάνω πλάτσα και η κάτω πλάτσα. Η πάνω πλάτσα ερχότανε πιο αριστοκράτες, ας πούμε. Η κάτω ήταν λαός. Και εδώ τελειώναν γρήγορα κι ερχόταν όλοι οι υπόλοιποι στο κάτω για να χορέψουν μέχρι τις 10 η ώρα το πρωί. Σου 'πα για το «Δετό»; Δε σου το 'πα. Οι Απόκριες λοιπόν, ήταν από τη μεγάλη γιορτή που κάναν οι Καλαμωτούσοι. Όλο το διάστημα των Απόκρεων. Μαζευόταν κάνανε γλέντια, χορεύανε και κάθε γιορτή στήναν Δετό. Ο δετός ή κωλοσυρτός όπως τον λέμεν εμείς, πιάνουν έτσι σταυρωτά τα χέρια, δεν ξέρω έτσι, μπαίνει μπροστά ένας λεβέντης ή μια λεβέντισσα. Εγώ είχα τη θεία μου τη Θεανώ που ήταν ψηλή και φορούσε ένα άσπρο μαντήλι μ' ένα φιόγκο, ήταν πολύ νοικοκυρά, κι άνοιγε πάντα εκείνη τον Δετό, να τον σύρει ας πούμε. Και τραγουδούσαν εκεί τους πόνους τους, τις χαρές τους: «Αγάπα με, να σ' αγαπώ, θέλε με να σε θέλω, γιατί θε να' ρθει ένας καιρός να θες και να μη θέλω» Και μετά ήτανε το τσάκισμα: «Τούτη η γης που την πατούμε, όλοι μέσα θε να μπούμε, τούτη η γης με τα λιλάδια, τρώει νιες και παλικάρια». Αλλά εγώ έχω πολύ παλιά τραγούδια του Δετού, που δεν λέγονται σήμερα. Κι αυτά μάλιστα ήρθε ένα παιδί που κάνει το μεταπτυχιακό του σ' αυτά και του 'πα πολλά απ' αυτά, πάρα πολλά.
Θυμάστε να μας πείτε;
Τα 'χω γραμμένα αγάπη μου, απ' έξω δεν θυμάμαι. Άμα θες κάποια στιγμή μπορώ να σου διαβάσω από αυτά. Κάποια σου λέω που ούτε καν, τα 'χω δώσει, έδωσα πολλά, αλλά κρατώ και κάποια έτσι, στο δικό μου, ας πούμε, αρχείο. Πώς να πούμε...
Ο Δετός τραγουδιόταν μόνο ή ήταν και με όργανα;
Όχι, μόνο με το στόμα. Το 'λεγε ένας, το επαναλάμβανε η χορωδία, κι έλεγε το στιχάκι, και μετά το τσάκισμα, που το πηγαίναμε πιο γρήγορα. Όλη, λοιπόν, την Απόκρια, γινόταν αυτό το πράγμα. Χορός, γλέντια. Ερχόταν η Καθαρή Δευτέρα, ανεβαίναν στις ταράτσες και κάναν εκεί το γλέντι οι παρέες. Ντυνόταν μασκαράδες, γινόταν το σώσε με τους μασκαράδες. Κι εγώ ντυνόμουνα μασκαράς, κι όλη μου η οικογένεια, δηλαδή η μαμά μου, όλη η γειτονιά, όλοι, ντυνόμαστε μασκαράδες. Και χτυπούσαμε τα κουδούνια. Θυμάμαι μια φορά, κάναμε παρέλαση στην πλατεία και μας είπαν να μας κάτσουν φυλακή γιατί σηκώναμε και τη σημαία και είχαμε κάποιον και χτυπούσε κι εμείς παρελαύναμε. Κι εγώ, θυμάμαι, στο κεφάλι μου είχα βάλει από τα παλιά μαγκάλια που είχανε και είχε πάνω και πουλάκι στο κεφάλι μου και κρατούσα το πάσο. Χτυπούσα δηλαδή, και κρατούσα το πάσο. Ή με τις φίλες μου, που ντυνόμαστε μασκαράδες, είχε και πολλά που δεν μπορώ γιατί ήταν πολύ shocking. Δηλαδή είχα μια ξαδέρφη, η οποία, ήταν φοβερός μασκαράς και δεν ήθελε ούτε ο δικός της άντρας ούτε ο δικός μου να ντυνόμαστε. Ήρθε, λοιπόν, μια μέρα στο σπίτι. «Μωρή Ευαγγελία, έχω κάτι»-. Αχ θα το πω αυτό όμως, όχι είναι πολύ shocking, όχι, όχι.
Μπορούμε να το πούμε και απλά να αφαιρέσω το -
Μα, όλη η σημασία του ήταν αυτό. Και μου λέει «Μην πάρει είδηση ο άντρας μου, έχω βγάλει ένα σπυράκι εδώ». Λέω «Πάμε να σου βάλω κόκκινο ιώδιο». Εκεί το τι είδα είναι άλλο πράγμα. Και βγήκαμε μετά βόλτα και πήγαμε σε ένα σπίτι και καθόνταν εκεί η παρέα μας, δυο ζευγάρια που ήτανε και βλέπαν ποδόσφαιρο, και κάθισε κι αυτή κι όπως βλέπαν αυτοί, σήκωνε το φουστάνι της, αυτοί τραβούσαν τη μούρη τους και τα μαλλιά τους, αυτή αδιάφορη, και ξανά το τραβούσε και βλέπαν. Έγινε, τι να σου πω, ήταν το κάτι άλλο αυτό. Όταν κλείσεις το μικρόφωνο θα σου πω τι ήταν μετά. Αυτό δεν περνά στο μικρόφωνο. Δηλαδή, ήταν χρόνια χαράς. Χρόνια που οι άνθρωποι ήταν απλοί, που δεν τους τρώγαν κι όλα τούτα, τι θα 'χουμε τι θα φάμε, τι θα βάλουμε, τι θα πάρουμε, ήταν η απλή ζωή του χωριού παιδί μου. Αυτό, δηλαδή, αν μπορούσα να το ξαναζήσω θα 'δινα τη μισή από τη ζωή, ακόμα δε μου μένει πολλή, θέλω και λίγη, τη μισή από αυτή που μου μένει θα την έδινα να ζήσω 5 μέρες αυτή τη ζωή την παλιά. Και με ρώτησες κάτι που δεν σου το 'πα τώρα. Μετά, αφότου τελείωνε κι η Καθαρή Δευτέρα που πάνω στις ταράτσες τραγουδούσαν κι αυτά, μετά ήταν η άλλη Κυριακή των Αλωνιών. Δηλαδή, έπαιρνε ο κόσμος, νηστεία, τα φαγητά του και πηγαίναν στ' αλώνια. Στ' αλώνια, εκεί που κάναν το στάρι τους, το αυτό, κι εκεί τρώγαν και πίναν πάλι και γλεντούσαν με νηστίσιμα. Θα σου πω κι ένα γεγονός που το ΄χω ακούσει από τους γονείς μου, δεν το 'χω ζήσει η ίδια. Κάποτε, βγήκε ο ντελάλης – εδώ υπήρχε ο ντελάλης του χωριού για να ειδοποιήσει ας πούμε για κάτι. Έβγαινε σ' όλες τις γωνιές και φώναζε ας πούμε, «Ο Νικόλας ο τάδε, ξέχασεν τις πίσκιες του γαϊδάρου του αφ' την πάνω πόρτα μέχρι την Αγ. Παρασκευή, όποιος τις ηύρεν να τις δώσει να πάρει τα «βρεθίκια», ή «έχασε το κλειδί του, έχασε κάτι» έβγαινε ο ντελάλης, ύστερα βγήκαν τα μικρόφωνα που φωνάζουν, όχι πια τέτοια πράγματα, κάτι... Λοιπόν, βγήκε ο ντελάλης και είπε «Αύριο θα ΄ρθει ένας φωτογράφος από τη Χίο και να μαζευτείτε όλοι στην πλατεία γιατί θα βγάλει φωτογραφία για να τη στείλετε στους Αμερικάνους, στους ξενιτεμένους σας όλοι, να 'ρθετε όλοι στολισμένοι». Πήραν λοιπόν, καρέκλες-. Λοιπόν, πήραν καρέκλες, καθίσαν όλοι και ο φωτογράφος είχε ανεβεί στην ταράτσα, ξέρεις, σ' εκείνο το μαύρο κουτί που είχαν με το πανί, για να το σηκώσει, κι έλεγε, ας πούμε, «Εσύ πήγαινε πιο εκεί, εσύ πιο εκεί» κι είχε κάτω δυο ανθρώπους που τους τακτοποιούσαν στη σειρά, Απόκριες τώρα, για να βγάλουνε τη φωτογραφία. Όλοι λοιπόν, ωραία ντυμένοι κι αυτοί να βγουν φωτογραφία. Κάποια στιγμή λέει «Έτοιμοι». Όπως λέει «έτοιμοι» σηκώνει το πανί κι ήταν γυμνός μέσα εκείνος. Λοιπόν, πήρε δρόμο ο κόσμος, να δεις τώρα γυμνό άντρα πάνω στην ταράτσα, και να 'ναι οι γυναίκες, τα παιδιά, όλοι, ήταν τελείως τσιτσίδι. Και πήραν όλοι δρόμο και φύγανε.
Φανταστικό-
Φανταστικό, ναι. Δηλαδή, το χιούμορ των ανθρώπων έφτανε μέχρι αυτό το βαθμό! Που δεν σκεπτότανε, ας πούμε, πολλά-
Δεν υπήρχαν ταμπού-
Αλλά, δεν έδειξε και το πρόσωπό του για να μη φανεί και ποιος ήτανε. Κατάλαβες;
Βέβαια, πάρα πολύ ωραία, λοιπόν. Μάθαμε και τα σκωπτικά -
Ναι, ναι -
Της Καλαμωτής-
Ναι, ναι.
Τι άλλο θα ήθελα να σας ρωτήσω κυρία Ευαγγελία. Ενδεχομένως, πριν μου αναφέρατε κάποια, έτσι, σημαίνονται πρόσωπα της Καλαμωτής, όχι σημαίνοντα πρόσωπα ακριβώς, αλλά φιγούρες πολύ ξεχωριστές της Καλαμωτής, όπως ήταν ο Μικές -
Ο Σταμούλας-
Αυτό, ή όπως ήτανε η Αγγερού -
Η Αγγερού η Κατσού-
Θέλετε λίγο να αναφερθούμε σ' αυτούς τους ανθρώπους;
Ναι. Αυτός ο άνθρωπος ο Μικές. Έμενε εκεί στην Πατωσιά, δηλαδή, ένα σπίτι μας χώριζε, ήμαστε από την απέναντι μεριά. Και καθόταν εκεί και για να περάσει η ώρα του μαζευόταν κι άλλοι στη γειτονιά. Και πολλές φορές όλη η γειτονιά, και του άρεσε έτσι να πει τα αστεία του, να κάνει την κριτική του, όλα αυτά. Θυμάμαι εγώ, μια φορά, πήγα με τον μπαμπά μου στο κυνήγι και όταν πήγαμε σ' ένα σημείο εκεί πάνω μου λέει «Βαγγελία, εδώ καθόταν ένας λαγός μέσα σε μια στηφίδα». Κάνει έτσι με το πόδι του, φεύγει ο λαγός. Πάει ο μπαμπάς – ήταν καλός κυνηγός – να του σύρει, αλλά αφ' την αφηρημάδα του είχε την ασφάλεια στο τουφέκι, έφυγε ο λαγός δεν τον προλάβαμε. Εγώ μικρό κοριτσάκι, πήγαινα-δεν πήγαινα Δημοτικό, ήρθα στη γειτονιά και έκλαιγα γιατί χάσαμε το λαγό. Την άλλη μέρα μου λέει ο μπαμπάς μου «Βαγγελία, πάμε να βρούμε το λαγό;». Εγώ πήγα. Ο Μικές, εντωμεταξύ, κορόιδευε «Αννού» - τη μάνα μου τη λέγαν Άννα, στη γειτονιά τη λέγαν Αννού - «βάλε πάνω το κρεμμύδι και θα φέρουν το λαγό». Για να κοροϊδέψει δηλαδή. Φύγαμε εμείς, μόλις ανεβήκαμε το λόφο που 'ναι εδώ στο, πριν να πάμε εκεί που ήταν ο λαγός, και είχε έναν αλευρόμυλο, εκεί λοιπόν κάνει ο μπαμπάς μου έτσι και φεύγει ένας λαγός. Τον σκοτώνει. Ήτανε μαζί κι ένας σκύλος μεγάλος που είχαμε, ο Ντικ. Λοιπόν, για πότε έπεσα εγώ κι ο Ντικ πάνω στο λαγό να τον πάρουμε! Τελικά κατάφερα να τον πάρω εγώ, του λέω «Μπαμπά φεύγω», δεν πήγα μαζί του που πήγαινε. Και κατέβαινα απ' το μύλο και φώναζα «Μικέ, τον ήφερα το λαγό» και πάω και πέφτω μπροστά του και του πετώ το λαγό εκεί που καθόταν στην πολυθρόνα και ο Μικές κάνει «Βρε, τον ήφερεν το λαγό.» και τραβούσε τα μαλλιά του, γιατί μας κορόιδευε για το κρεμμύδι. Δηλαδή ήταν ένα από τα καλαμπούρια και την κριτική του Μικέ. Αυτός ο άνθρωπος είχε τρία αγόρια και η γυναίκα του δούλευε πολύ για να μεγαλώσει τα παιδιά της. Γιατί τότε δεν παίρναν και τίποτα οι άνθρωποι που είχανε δώσει τη ζωή τους, ας πούμε, στον αγώνα. Είχε το Νάσο, είχε το Γιάννη κι είχε και το Ζέππο. Ο Νάσος και ο Γιάννης έχουν φύγει αφ' τη ζωή. Ο Ζέππος είναι εδώ και κατοικεί εδώ στην πλατεία, ήταν ο πιο μικρός από τα αγόρια. Και θέλω να πω ότι αγωνίστηκε πολύ η γυναίκα του για να μεγαλώσει αυτά τα παιδιά. Αλλά ήτανε, τι να πω, ας πούμε, και η ψυχή της γειτονιάς ο Μικές. Με τα καλαμπούρια του, με όλα αυτά. Ναι. Ήταν μια μικρόσωμη γυναίκα, η οποία φορούσε τα σαρίκια. Το μαντήλι αυτό το ... Ήταν από τις τελευταίες. Μπορούσε κάποια στιγμή να τη δεις μες στη γειτονιά μ' ένα κομπινεζόν, απ' αυτά τα χοντρά τα παλιά, να βγει. Ήθελε να τα βάζει μ' όλο τον κόσμο. Δηλαδή, την ενοχλούσαν όλα. Επειδή ήταν πια και μεγάλη γυναίκα. Κι όταν στη γειτονιά κάποιος έχυνε λίγο νερό και πήγαινε μέχρι την πόρτα της, έπιασε και καταριότανε. Και θυμάμαι μια φορά, να γονατίσει εκεί κάτω και να λέει «Άγια Παρασκευούλα μου, σαν που τρέχει το νερό, έτσι να τρέξει και το αιματάκι του. Έτσι να τρέξει και το αιματάκι τους». Και γονάτιζε και το 'λεγε. Εντωμεταξύ, την περιουσία της – είχε περιουσία αυτή – τη μοίραζε από δω κι από κει, όποιος της μιλούσε, την καλόπιανε, την αυτό, κι είχε δώσει σε διάφορους. Άμα θύμωνε, πήγαινε να τους τα πάρει.
Και υπήρχε, λοιπόν, η αλληλεγγύη ανάμεσα στους χωριανούς-
Πολλή, πολλή. Δηλαδή, ο κόσμος βοηθούσε, ο κόσμος βοήθησε πολύ και όλους αυτούς που 'ρθανε και τους πρόσφυγες. Μπορεί να μη θέλαν να συμπεθεριάσουν, να το θεωρούν δηλαδή ότι ήταν υποτιμητικό να μην πάρουν Καλαμωτούση, ακόμα κι από άλλο χωριό να παίρνανε, δεν τους το συγχωρούσανε. Και τι λέγαν; «Τα τσουνιάρικα μουλάρια από» -πώς δεν το θυμάμαι – «από αλλού δηλαδή παντρεύονται, δεν παντρεύονται στο χωριό τους». Και μάλιστα είχαμε κάποιους πλούσιους εδώ, για τον καιρό εκείνο, εφοπλιστάδες, το τσούκλι τους ήταν μουστάκηδες, Μιχαλάκηδες ήταν το επίθετό τους, αλλά τους έβρισκες μουστάκηδες. Αυτοί ήταν στη Ρουμανία και κάναν μεταφορές καφέδων, πολλών τέτοιων τότε, αλλά κάποτε που έγινε κάτι με τον κομμουνισμό, και έκλεισε νομίζω αυτοί φτωχάνανε μετά. Είχαν κάνει όλη την ξυλεία του Δημοτικού σχολείου, όλη την ξυλεία δωρεά. Και μέναν ακριβώς, το αρχοντικό τους είναι απέναντι από το πατρικό μου σπίτι. Λοιπόν, το 19...- στην πείνα – το '42, το '40 που έγινε. Τα τρία παλικάρια ήρθαν και μένανε σ' αυτό το αρχοντικό τους, αλλά δεν ήταν αγρότες και δεν είχαν να φάνε. Η μαμά μου όμως, που ήτανε, είχαν τα αγροτικά τους όλα, τα ρεβύθια τους, τα στάρια τους, το ψωμί τους, όλα, τους φωνάζαν και τρώγαν κάτω στο σπίτι μας. Και μία μέρα, κατέβηκε ο πιο μεγάλος και λέει «Άννα, εμείς εδώ δε θα ξανάρτουμε να φάμε». Λέει «Γιατί;». Λέει «Γιατί σε λίγο θα πεινάσετε εσείς που ταΐζετε εμάς». Και μπαίνει ο μπαμπάς στη μέση και τους λέει «Εφόσον σ' αυτό το σπίτι υπάρχει ένα καρβέλι ψωμί θα κόβεται στα τέσσερα». Λοιπόν, αυτοί όταν ξανάρθε η ζωή στο κανονικό τους, θυμάμαι τον Ιάσονα εγώ, τον ένα από τ' αγόρια, ο οποίος είχε ξανά ευημερήσει και πλουτίσει κι αυτό. Ερχόταν πάντα στο χωριό κι έβλεπεν τη μαμά μου σαν μάνα του. Και θα μου 'φερνε το φουστανάκι μου, τα δωράκια μου, όλα, έπαιρνε τα γαϊδουράκια μας, να πάει στην Κώμη. Δεν υπήρχε συγκοινωνία, δηλαδή μας ένιωθε ανθρώπους δικούς του. Και όταν εγώ πήγαινα στο Γυμνάσιο, μια μέρα σχολούσα. Τότε το πλύσιμο γινόταν μπροστά στο σπίτι των σπιτιών. Είχανε μια πανέρα μεγάλη, και βάζαν κάτω κάτω στην πανέρα τα σκούρα ρούχα της δουλειάς, μετά βάζαν ένα πάνινο άσπρο ρούχο κι εκεί μέσα βάζαν τα κανονικά τους ρούχα, το κλείνανε κι από πάνω βάζαν κάτι άλλο που 'χε μέσα, στάχτη «αχιγιά» που τη λέγαμε εμείς. Λοιπόν, βράζαν νερό και το χύναν εκεί, περνούσε αφ' τα ρούχα, πήγαινε μέχρι κάτω, στ' απόνερα περνούσαν κάτι πανιά, της κουζίνας ή ας πούμε αυτά που βάζαν έξω. Και μια, η μαμά μου με περίμενε πάντα να 'ρθω αφ' το σχολείο να μου δείξει πώς πρέπει να πλύνω κι εγώ τα ρούχα να τη βοηθήσω. Όπως σχολούσα λοιπόν, τώρα αυτό μπροστά στην πόρτα, φαντάζεσαι τι γινόταν, βλέπω έναν κύριο ψηλό, ωραίο, να κάθεται μες στο σπίτι μας. Εγώ ντράπηκα και προχώρησα. Βγαίνει – του 'πε η μαμά μου ότι «Είναι η κόρη μου» - βγαίνει αυτός έξω, μ' αγκαλιάζει και μου λέει «Βαγγελία, έλα να σου πω. Μείς είμαστε αδέλφια». Τον έβλεπα εγώ καλά-καλά, πιο μεγάλος από μένα. «Αυτοί οι γονείς που μεγάλωσαν εσένα, σώσαν κι εμάς και μεγαλώσαμε είναι και δικοί μας γονείς». Και μου διηγήθηκε αυτό που κάναν οι γονείς μου για κείνους στην πείνα. Αυτοί ήταν οι γονείς μου. Οι συμμαθήτριές μου όλες λένε «Μα μείς στο σπίτι σου τρώγαμε». Δηλαδή, η μαμά όταν έστρωνε τραπέζι κι ερχόταν συμμαθήτριές μου «Κάτσετε, κάμετε παρέα και της Βαγγελίας να φάτε μαζί». Εγώ δεν έτρωγα, ήμουνα... Μου δίνανε μουρουνόλαδο για να φάω κι εγώ δεν το 'θελα. Με κυνηγούσαν, με πιάναν πάνω στη σάλα, με κρατούσαν τρία άτομα για να μου δώσουν και δεν μπορώ να σου πω πώς το ονόμαζα. «Δεν το θέλω εγώ, ας πούμε, το μουρουνόλαδο». Το 'λεγα τελείως, δεν ήξερα να το πω μικρή, και το 'λεγα πολύ άσχημα. Πάρα πολύ άσχημα. Εντωμεταξύ, στη γειτονιά, κάτω στα σπίτια αν παρατηρήσεις έχει κάτι τρύπες, όχι σ' όλα. Είναι τρύπες που βγαίνουν κάτω από το νεροχύτη του σπιτιού και βγαίνουν κι απ΄ έξω. Εκεί βάζαν τις κότες τους, 5-6 κότες κι είχαν το αυγό τους. Και μας πιάναν κιόλας και μας το δίναν και ρουφηχτό, που 'ταν ζεστό, μόλις έπεσε – γω δεν το 'θελα με κανέναν τρόπο. Λοιπόν, αν κάθιζες εκεί, είχε ψείρες από τις κότες. Εγώ λοιπόν, πήγα και κάθισα στου Μικέ, εκεί το κοτέτσι, που 'ταν όλοι μαζεμένοι, και σηκώνομαι και ξυνόμουνα κι έλεγα «Ψύλλοι μάνα μου», ότι ήταν ψύλλοι, και μου το 'χαν βγάλει βέρσο στη γειτονιά – ήμουν η πιο μικρή απ' όλες – και μου λέγαν «Βατσέλα, ψύλλοι μάνα μου, ψύλλοι». Με πειράζανε. Και το '49 ήμουν 2 χρόνων, 2 και κάτι, εγώ γεννήθηκα Απρίλιο, ήμουν, έγινε ο σεισμός, και θυμάμαι ότι πήγαμε μετά και μέναμε ένα μήνα σε φρίτσα έξω από το χωριό. Λοιπόν, με σήκωνε η μαμά μου λέει στα πόδια της – κι εγώ το θυμάμαι βέβαια – φοβήθηκα, και με πήρε η μαμά μου η καημένη και μου λέει «Προσκύνα κόρη μου, προσκύνα», να κάνω το σταυρό μου. Και βγήκα εγώ στη γειτονιά μετά και τους έλεγα «Και μου λέει η μαμά μου ποκύνα κόρη μου ποκύνα» και μου το βγάλαν κι αυτό πάλι αυτοί βέρσο, δηλαδή με πειράζανε οι γείτονες, τα αγόρια και τα κορίτσια και μου λέγαν «Βατσέλα, ποκύνα κόρη μου, ποκύνα!». Τόσο...
Το τσούκλι Βατσέλα, πώς και σας βγήκε;
Ευαγγελία, και με λέγαν Βατσέλα. Βαγγελιά τις λέγαν τις παλιές, εμένα από Ευαγγελία μου φωνάζαν αυτοί Βατσέλα. Λοιπόν. Όταν εμείς μέχρι και το τέλος του Γυμνασίου, φορούσαμε κοντά καλτσάκια, άσπρα. Και πηγαίναμε στο σχολείο, στην εκκλησία... Όταν τελείωσα το σχολείο έβαλα για πρώτη φορά νάιλον κάλτσα και βγήκα κι εγώ για «φαντίνα» στον περίπατο. Ένας γείτονάς μου, λοιπόν, ο Κλαδιάς ο Γιώργης, ο οποίος ήταν ναυτικός και έλειπε 4 χρόνια και, ήρτενε και μ' είδε στον περίπατο και μόλις μ' είδεν, αυθόρμητα μου λέει «Βατσέλα, ποκύνα κόρη μου, ποκύνα». Πήρα δρόμο, ντράπηκα κι έφυγα από τον περίπατο, και πήγα σπίτι μας κι έκλαιγα. Δηλαδή είχε θέματα. Ή το άλλο, ας πούμε, εμάς τα πιο πολλά ήταν αγόρια στη γειτονιά. Δεν ξέρω πώς μου κακοφαινότανε, και άμα θέλαν να με πειράξουν πιάναν όλοι και κάνανε έτσι τα χέρια τους και παίζαν μπαρούφα, το λέγαν αυτό μπαρούφα, το να ενώσουν τα δυο χέρια, να βάλουν το χοντρό δάχτυλο στη μύτη και να παίζουν αυτό. Εγώ έκλαιγα. Και για να με κάνουν να κλαίω, πιάναν και παίζαν μπαρούφα. Έτσι λεγόταν αυτό-
Άκου να δεις. Και πόσων χρονών ήσαστε τότε;
Ε, τότε δεν πήγαινα, με την μπαρούφα, δεν πήγαινα ούτε καν στο σχολείο. Ή ας πούμε, δεν είχε φώτα η γειτονιά, εγώ δε φοβόμουνα, κι αυτοί τι κάναν; Πηγαίνανε μέσα σε μια γωνιά και κρυβόταν και όταν πήγαινα εγώ για να πάω στου Κωσταντή το μπακάλικο που 'ταν δυο βήματα να πάρω κάτι, βγαίναν και μου κάναν «μπαμ». Από τότε φοβήθηκα εγώ, δεν ήθελα πια να βγω, με φοβερίσανε. Ήμουν η πιο μικρή εκεί, εγώ κι ο Νίκος ο Κατσίψης, ένας συνομήλικός μου. Αυτή ήταν η ζωή του χωριού. Τα 'χω ξεχάσει πάρα πολλά.
Εγώ έχω κάποιες ακόμα σημειώσεις, ας πούμε, εδώ πέρα, που, υπάρχει, ας πούμε, ένα κομμάτι σημαντικό που το αφήσαμε αλλά ίσως είχε τη σημασία του να μείνει για το τέλος. Πώς ήταν λοιπόν, η ζωή για μια γυναίκα στην Καλαμωτή, που ο άντρας της τον περισσότερο χρόνο έλειπε. Πώς ήταν λοιπόν, όταν μετανάστευσε –
Αυτή η γυναίκα λοιπόν, δεν έπρεπε να βγαίνει, δεν έπρεπε να ντύνεται, δεν έπρεπε να πηγαίνει στα πανηγύρια, δεν έπρεπε να ασχολείται με τα πολιτιστικά, που ασχολούμουν εγώ, δεν έπρεπε να οδηγεί. Εγώ όταν πρωτοοδήγησα, είπαν για μένα «να λείπει ο άντρας της και να πάρει...» ας πούμε. Αλλά σε λίγο πήραν όλες οι γυναίκες. Δηλαδή, η εξέλιξη μετά ήταν ραγδαία. Αλλά, όλα τα χρόνια, ας πούμε, εγώ έχω γνωστές, δεν θέλω να πω ονόματα, που δεν βγαίναν από το σπίτι τους, επειδή ήταν ναυτικοί οι άντρες τους. Εγώ ήμουν επαναστάτρια. Όταν εγώ πήρα την κασέτα στον Καναδά και την είδε ο άντρας μου, δε μου μιλούσε δυο μέρες, θύμωσε. Να λέω ας πούμε, να αγκαλιάζω το Σουρέλο, να κάνω το άλλο κι αυτό... Τη δεύτερη μέρα του λέω «Άλλαξε μου εισιτήριο, φεύγω. Σε τι σε πρόσβαλα;» του λέω. «Αν σου πει κάποιος ότι άγγιξε το χέρι μου, ή ας πούμε μ' είδε κάπου κι αυτό, ναι, αλλά τη στιγμή που κάνω κάτι φανερά και το κάνω για λόγους πολιτιστικούς δε νομίζω ότι πρέπει να με τιμωρήσεις». Εκείνο ήταν και πέρασε. Πήρε απόφαση ότι και μασκαράς θα ντυνόμουνα και τ' αστεία μου θα 'λεγα και με τις παρέες μου θα ξανοιγόμουνα. Είχε πια καταλάβει ποιος ήταν ο χαρακτήρας μου και μέχρι πού έφτανα. Αυτό πιστεύω ότι ωφέλησε και τα παιδιά μου. Γιατί τα 'βγαλα γρήγορα σ' επαφή με την κοινωνία, να 'ρθουν και με ανθρώπους πιο πολύ σε επαφή, να ανοίξουν λιγάκι τα μυαλά τους. Πιστεύω ότι αυτό το πέτυχα.
Και μιας που αναφέραμε τα παιδάκια σας, ίσως πριν μου δείχνατε φωτογραφίες από το 'γγόνι σας, να φοράει την ενδυμασία την παραδοσιακή. Να μιλούσαμε λίγο και για την φορεσιά;
Ναι. Αυτή η φορεσιά, νομίζω ότι είναι η πιο κεντημένη φορεσιά από όσες παραδοσιακές φορεσιές έχω δει. Δηλαδή, αυτό το κέντημα στο μανίκι, αυτό το κέντημα στον ποδόγυρο, αυτό το υπέροχο σαρίκι, που το λέμε εμείς, το οποίο είχε 7μιση μέτρα, 7μιση πήχες ύφασμα, και το γυρίζαμε πάνω στο στρουγκί, το καπέλο από μέσα λέγεται στρουγκί. Εκεί λοιπόν, το παίρνουμε βόλτες αυτό, αλλά θέλει να γίνει περίτεχνα. Δηλαδή, το πρώτο που πέφτει να πέσει έτσι, και είναι πώς να σου το πω, φαίνεται έτσι, χωρίς να 'χει άλλο από πάνω. Τα άλλα, γυρίζουνε κι έρχονται πώς κάνουμε ας πούμε, στο πλισέ; Κάτι τέτοιο πρέπει να κάνει αυτό πάνω και μετά να γυρίσει πίσω, να μπει μέσα το κομμάτι που μένει, και εκεί πάνω να ραφτεί η φούντα. Η φούντα είναι χρυσή, είναι της νύφης η φούντα. Κεντημένη κι αυτή στο χέρι. Χρυσή και μπαίνει πάνω στο σαρίκι. Αυτή είναι η νυφιάτικια, που 'ναι σου 'πα και φούστα, αλλά και από πάνω από το μανίκι, σ' αυτό το, ας πούμε, στου στήθους την πλευρά και πίσω, μετά περνά το φουστάνι. Το φουστάνι από πλισέ. Αυτό τον πλισέ, πώς το φτιάχναν; Τότε δεν υπήρχαν τα μαγαζιά που κάναν τον πλισέ. Αυτό, το λοιπόν, παίρναν το ύφασμα, τρυπώναν στο χέρι τις πιέτες αυτές, ψιλές, ψιλές, το δένανε με σχοινί, το παίρναν το πηγαίναν στο ποτάμι, το χτυπούσανε και μετά βάζαν από πάνω πέτρες και το αφήνανε. Και όταν το ανοίγαν – εγώ έχω τέτοιο από ποτάμι στο μαύρο του και δεν το ανοίγω, γιατί δεν ξέρω τον τρόπο – και μετά το παίρναν από κει, κι ήταν ο πλισές. Αυτός. Δηλαδή, ήταν ένα περίτεχνο φόρεμα, να το πούμε. Θέλει πολλή δουλειά. Αλλά την πολλή δουλειά την θέλαν τα κεντήματα τα οποία τα κεντούσαν με λυχνάρι. Δεν είχε φως τότε, γιατί εμείς που είδαμε το φως δεν κάναμε τέτοια πράγματα, αυτά ερχόταν αφ' τα κτήματα και ξενυχτούσαν τη νύχτα, ή τις βροχερές μέρες, και τα κεντούσανε με λυχνάρι. Δηλαδή, αν αυτό το φέρεις στην κάμερα και το δεις από κοντά την τέχνη του, θα πεις «Ανθρώπινα χέρια το φτιάχναν αυτό;» Τόσο λεπτοδουλειά, και οι χρωματισμοί τέτοιο συνδυασμό. Γιατί είναι και το χρώμα πώς θα συνδυαστεί στο πολύχρωμο αυτό. Ποιο χρώμα θα πάει με ποιο και πώς θα πάει. Δηλαδή, αυτές οι γυναίκες κάναν έργα τέχνης. Έτσι πιστεύω.
Κι εσείς έχετε τέτοια φορεσιά.
Εγώ έχω φορεσιές για όλες μου τις εγγονές. Βρήκα από τη θεία μου, βρήκα αφ' τη γιαγιά μου, κι επειδή είχα πάθος μ' αυτά, τα τήρησα και τα 'χω. Κάποτε, δεν πρόφτασα τη μια μου θεία, που περνούσαν οι γυρολόγοι και τους έδωσεν τέτοια κεντήματα για να πάρει δυο πλαστικές γαβάθες – μόλις είχε βγει το πλαστικό παρακαλώ. Δώσανε λάμπες, δώσαν αντικείμενα αξίας για να πάρουν πλαστικά. Οι άνθρωποι δεν ξέρανε. Εγώ όμως, ήξερα την αξία τους, δεν ξέρω, από μέσα μου, πώς. Και φέτος που 'ταν ο κορωνοϊός, κάθισα και ξεχώρισα σ’ όλες μου τις εγγονές από μια φορεσιά, που θέλει, ας πούμε, λείπει μια κορδελίτσα ή λείπει κάτι κι έχω και για τις 4 εγγονές μου από μια παραδοσιακή φορεσιά και έντυσα και μια κούκλα με παραδοσιακή φορεσιά και ψάχνω να βρω κούκλες που να 'χουν πρόσωπο έτσι ωραίο. Όχι τις κούκλες τις μουσειακές, θέλω να 'χει πρόσωπο, για να ντύσω στην καθεμιά τους από μια, με τ' αυθεντικά ρούχα να την έχουν στο σπίτι τους. Γιατί αυτά σε λίγο θα χαθούν παιδί μου και είναι κρίμα. Αυτή είναι η ζωή μου στην Καλαμωτή. Αυτό είναι το δέσιμο με τους ανθρώπους. Τους αγαπώ και πιστεύω μ' αγαπάνε οι περισσότεροι, τους αγαπάω πολύ και τους ντόπιους και τους νεοκαλαμωτούσους και τους Αλβανούς, έχω δέσιμο μαζί τους, γιατί θέλω το χωριό μου να μη σβήσει. Δηλαδή, η αγάπη για το χωριό με κάνει να τους αγαπώ περισσότερο όλους αυτούς. Κι εύχομαι, ας πούμε, τα παιδιά μου την έχουν την αγάπη, εύχομαι και τα εγγόνια μου να πάρουν κάτι απ' αυτό, να ΄χουν αυτό το δέσιμο.
Ακόμη και οι νεοκαλαμωτούσοι την έχουν κι αυτή την αγάπη. Άλλωστε, οι νεοκαλαμωτούσοι μ' έφεραν και σ' εσάς.
Να 'σαι καλά και να 'ναι καλά κι εκείνοι. Και το μόνο που ονειρεύομαι είναι επειδή έχω δώσει στην κόρη μου το πατρικό μου σπίτι και το 'χει κι αυτή όνειρο, κάποια στιγμή να μπορέσει να το φτιάξει. Το σπίτι μου υπάρχει. Έχει μέσα όλα τα πράγματα που 'χε τα χρόνια εκείνα. Δεν έχω πάρει από μέσα τίποτα. Το μόνο που κάναμε ήταν, επειδή δεν είχα ρεύμα, το 'χα κόψει, να πάρει ο Αλέξης αφ' το σπίτι του ρεύμα και να μου δώσει. Ευτυχώς δε μου ζήτησε λεφτά για τις ώρες που άναβε, που ανεβοκατέβαινε ο κόσμος. Αν μπορέσω θα 'ρτω, ας είναι τώρα και εγκατελειμένο έτσι, και βρώμικο, ας πούμε, γιατί δεν μπαίνουμε μέσα, έχω μαζέψει τα ρούχα που το 'χα στολισμένο όλα, αλλά θα πάρεις μια ιδέα πώς ήταν τ' αγροτικά Καλαμωτούσικα σπίτια. Έμπαινες στην κουζίνα, από μέσα ήταν το κελάρι, πιο μέσα άλλοι το 'χαν στάβλο, εμείς το 'χαμε αχυρώνα. Δηλαδή ήτανε η τροφή για τα ζώα. Άλλοι, όμως, περνούσαν μέσα από το σπίτι και πηγαίναν μέσα τα γαϊδούρια τους, τις γελάδες τους, όλα αυτά. Στην κουζίνα υπάρχει η σκάλα η πέτρινη, που ανεβαίνει σε υπνοδωμάτιο, σε πέρασμα, σε μπάνιο, στη σάλα και στο πατάρι. Δηλαδή, ήταν μεγάλα σπίτια. Αλλού, σ' άλλα χωριά, τα σπίτια είναι πιο μικρά. Εδώ ήταν πολύ μεγάλα τα σπίτια. Κι είχε και πολλά αρχοντόσπιτα, πάρα πολλά. Γιατί είχεν ανθρώπους που είχαν άνεση, είχαν ευημερία, είχανε... Και μπορούσαν, ας πούμε. «Θεια μου, σε παρακαλώ...». Θα σου το πω αυτό. Το σπίτι αυτό, που 'ναι εδώ δίπλα, έμενε μια κυρία, η κυρία Αγγελικώ η Γούδαινα, με την πεθερά της. Λοιπόν, ήτανε η κουζίνα με την τραπεζαρία τους, κι από μέσα ήταν που 'μπαινε το γαϊδουράκι. Μια ανιψιά που είχεν η κυρά Αγγερού που 'μενε εκεί είχε χιούμορ πολύ κι έγραφε κιόλας και τραγούδια. Λοιπόν, η κόρη της κυρά Αγγερούς της αρέσαν τα λουλούδια κι έβαλε μπουκέτο πάνω στο τραπέζι. Πέρασε μια μέρα το γαϊδούρι και το τράβηξεν. Οπότε, η ανιψιά λέει «Θεία μου, σε παρακαλώ, βάλε διπλό λουκέτο, μην μπαινοβγαίνει ο γάιδαρος και τρώει το μπουκέτο». Δηλαδή, είχε τέτοια πολύ ωραία ευτράπελα. Σε κούρασα. Σε κούρασα.
Όχι, όχι καθόλου. Ίσα ίσα, εγώ σας κούρασα, δεν ξέρω αν-
Όχι, χαρά μου να μιλώ για το χωριό μου και για τους ανθρώπους του. Ναι, σ' ευχαριστώ-
Πολύ ωραία, εγώ σας ευχαριστώ.
Που μου 'δωσες αυτή την ευκαιρία. Να 'σαι καλά.
Αφήσαμε λοιπόν στη μέση το ζήτημα των ταινιών του Δήμου Αβδελιώδη, μου 'πατε -
Ναι, ήταν το 1986 νομίζω, που ο Δήμος ο Αβδελιώδης, επειδή είχαμε και συνεργαστεί, ας πούμε, είχαμε κάποια σχέση, γιατί είναι από τη Διδύμα ο Αβδελιώδης, από κοντινό χωριό, μου πρότεινε να παίξω κάτι στο «Δέντρο που πληγώναμε». Μάλιστα, μου 'χε προτείνει έναν άλλο ρόλο, αλλά επειδή ήταν μεγάλος κι εγώ φοβόμουνα πώς θα το αντιμετωπίσει ο άντρας μου, δέχτηκα έναν μικρότερο. Ήταν πολύ ωραία εμπειρία αυτό για μένα. Από τότε έχουμε δεθεί και πάρα πολύ με το Δήμο. Όποτε έρχεται να φέρει εδώ κάποια παράσταση, κάτι, ας πούμε, μου στέλνει μήνυμα και μου δίνει εισιτήρια δωρεάν να πάω να το δω. Με βοήθησε πάρα πολύ τα χρόνια που ήμουνα πρόεδρος του προοδευτικού, μου έφερε πάρα πολλά θεατρικά. Έφερε τις ταινίες του και τις έδειξε εδώ στον κόσμο, με σύστησε και σε άλλους, που βοήθησαν, ας πούμε, όπως ήτανε ο Γιώργος ο Μπινιάρης, εξαιρετικός κι αυτός σκηνοθέτης, και φέραμε εδώ πάρα πολλά έργα και ανεβάσαμε. Και μετά μου πρότεινε να συμμετέχω και στην «Εαρινή σύναξη των αγροφυλάκων», οπότε κι εκεί έπαιξα τη γυναίκα του αγρονόμου. Ήταν για μένα ωραία εμπειρία. Είναι κάτι, ας πούμε, που όσο ζω θα θέλω να το βλέπω και πιστεύω ότι και πιστεύω ότι και παιδιά μου και τα εγγόνια μου θα χαίρονται να βλέπουν, έτσι κάποιες στιγμές από τη δικιά μου ζωή, ναι. Ο Δήμος είναι εξαιρετικός, έχουμε καλή σχέση, με βοήθησε, σου λέω, πάρα πολύ όλα αυτά τα χρόνια του Προοδευτικού, και τον ευχαριστώ ιδιαίτερα. Και για την εμπειρία που μου 'δωσε και γι' αυτό που μου πρόσφερε όλα τα χρόνια στον προοδευτικό όμιλο. Εύχομαι επιτυχίες να 'χει μεγάλες, και έχει. Αυτά.