© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Hip hop ρίμες στην Καισαριανή

Κωδικός Ιστορίας
15770
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Ανδρέας Γιαννουλάκης (Α.Γ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
16/07/2020
Ερευνητής/τρια
Νικόλαος Καλλέργης (Ν.Κ.)
Ν.Κ.:

[00:00:00]Είναι Παρασκευή 17 Ιουλίου του 2020, είμαι με τον Ανδρέα Γιαννουλάκη στο Παγκράτι…

Α.Γ.:

Γεια σου, Νίκο.

Ν.Κ.:

…εγώ ονομάζομαι Καλλέργης Νικόλαος, είμαι ερευνητής στο Istorima και ξεκινάμε. Αρχικά, Ανδρέα, θα ήθελα να μου πεις λίγα λόγια για σένα. Πού γεννήθηκες, μεγάλωσες, τι κάνεις τώρα, με τι ασχολείσαι.

Α.Γ.:

Καταρχάς, Νίκο, καλησπέρα.

Ν.Κ.:

Καλησπέρα.

Α.Γ.:

Είμαι ο Αντρέας, 25 χρονών, όχι ακόμα, σε τρεις μήνες. Έχω μεγαλώσει στην Αθήνα, συγκεκριμένα στην Καισαριανή. Ασχολούμαι με τη μουσική από πολύ μικρός, απ’ τα τέλη Δημοτικού μέχρι και σήμερα. Γράφω στίχους, παίζω μουσική κι έχω κι άλλα χόμπι αρκετά, αλλά αυτό που ασχολούμαι εγώ συγκεκριμένα είναι η μουσική.

Ν.Κ.:

Μεγάλωσες εδώ στην Αθήνα…

Α.Γ.:

Μεγάλωσα εδώ στην Αθήνα. Καταγωγή είναι απ’ την Κρήτη. Ο παππούς έζησε για λίγα χρόνια και ήρθε εγκαταστάθηκε στην Καισαριανή. Οι γιαγιάδες από Μικρά Ασία. Οπότε, οι ρίζες είναι καλές. Το DNA είναι καλό.

Ν.Κ.:

Ασχολείσαι με το hip hop.

Α.Γ.:

Με το hip hop.

Ν.Κ.:

Πότε ξεκίνησε η ενασχόλησή σου με το hip hop και από πότε θυμάσαι τον εαυτό σου αρχικά, αλλά και μετά στη συνέχεια, την πορεία σου αυτή, απ’ το ξεκίνημά σου μέχρι σήμερα.

Α.Γ.:

Ναι. Με το hip hop ξεκίνησα… Καταρχάς, άκουγα απ’ τα τέλη Δημοτικού και μπήκα στη διαδικασία να ξεκινήσω να γράφω μουσική και στίχους αρχές στο Γυμνάσιο, περίπου στα 12 με 13, σ’ αυτή την ηλικία. Βέβαια, εντάξει, καμία σχέση το σήμερα με το τότε, αλλά τα πρώτα ερεθίσματα ήτανε περίπου σ’ αυτή την ηλικία, προς την εφηβεία θα πούμε, για να το ονομάσουμε. Άρα, λοιπόν, κάπου εκεί, 12 με 13, εκεί ξεκίνησα.

Ν.Κ.:

Τι ήταν αυτό που σε τράβηξε τότε στο hip hop και το ερέθισμά σου να ασχοληθείς, ποιο ήταν αυτό;

Α.Γ.:

Θα σου πω. Είχαμε μεγαλύτερους, κυρίως απ’ τα ξαδέρφια, που ακούγανε hip hop, οπότε οι επιρροές ήρθανε απ’ τους μεγαλύτερους. Ε βάλε και λίγο στην τηλεόραση που υπήρχανε κάποια γνωστά συγκροτήματα, ήθελες δεν ήθελες θα το άκουγες. Υπήρχε κι από εκεί ο επηρεασμός. Αλλά νομίζω εμένα προσωπικά αυτό που μ’ έκανε να ξεκινήσω να γράφω και να ασχολούμαι με το hip hop ήτανε ο επηρεασμός απ’ τους μεγαλύτερους, που είχανε μεγαλύτερη εμπειρία πάνω σ’ αυτό το κομμάτι. Ναι, αυτό ήτανε περισσότερο.

Ν.Κ.:

Μέσα στην παρέα λοιπόν…

Α.Γ.:

Μέσα στην παρέα, αυτό. Οι μεγαλύτεροι.

Ν.Κ.:

Θυμάσαι τους πρώτους σου στίχους, πώς ξεκίνησες ή πώς μπήκες στη διαδικασία να γράφεις; Τον εαυτό σου να γράφει για πρώτη φορά;

Α.Γ.:

Ναι. Ξεκίνησε όλο αυτό στην Πέμπτη Δημοτικού. Είχαμε μια δασκάλα που μας ζήτησε να γράψουμε ένα ποίημα, οπότε μπήκα στη διαδικασία να γράψω ένα ποίημα. Γύρισα λοιπόν στο σπίτι, λέω στη μάνα μου: «Έλα εδώ να γράψω ένα ποίημα, να μου γράψεις τα ορθογραφικά», γιατί δεν σκαμπάζουμε και πολύ, και άρχισα να της λέω στιχάκι με στιχάκι. Τελείωσα το ποίημα, πάω στο σχολείο την επόμενη μέρα και έτσι όπως είμαστε σε Π σχήμα τα θρανία ξεκινάει και ρωτάει ένα ένα τα παιδιά: «Πες μου εσύ το ποίημα, πες μου εσύ το ποίημα…». Λένε, λοιπόν, όλα τα παιδάκια τα ποιήματα. Προφανώς σχεδόν όλα τα παιδιά είχανε βοήθεια. Κι έρχεται η σειρά μου και μου λέει η δασκάλα: «Πες μας κι εσύ το ποίημα, Αντρέα». Ξεκινάω λέω το ποίημα, τελειώνω, με ρωτάει: «Ποιος σε βοήθησε;». Λέω: «Κυρία Ήλια, κανένας». Λέει: «Έλα Αντρέα μου, πες μου ποιος σε βοήθησε». Λέω: «Κυρία Ήλια, κανένας. Η μόνη βοήθεια που είχα ήτανε τα ορθογραφικά και τίποτα άλλο». Οπότε, κάπου εκεί μπήκα στη διαδικασία να σκέφτομαι κι εγώ από μόνος μου κάτι που με οδεύει προς τα εκεί, προς τον στίχο. Οπότε, εκεί ήταν το πρώτο ερέθισμα.

Ν.Κ.:

Πολύ ωραία. Ασχολείσαι λοιπόν στο Γυμνάσιο με τις παρέες, να αρχίσεις να γράφεις και τους δικούς σου στίχους, να το εντάσσεις μέσα στο hip hop και αρχίζετε να ραπάρετε. Για πες μου ένα παράδειγμα σ’ αυτές τις πρώτες σου εμπειρίες ή ακόμα και μπροστά σε κόσμο.

Α.Γ.:

Τα συναισθήματα; Κοίταξε να δεις τώρα, δεν μπορώ να το παρομοιάσω με κάτι, αλλά θα προσπαθήσω να σου δώσω μια εικόνα. Πρώτα απ’ όλα, η βλέψη που έχεις με το που ξεκινάς να γράψεις είναι μια συναυλία, να είσαι μπροστά σε κόσμο, να υπάρχει ακρόαση, να υπάρχει το κοινό. Εμείς τότε ξεκινήσαμε στη γειτονιά, που ήταν και το πιο λογικό. Ήμασταν περίπου Πρώτη με Δευτέρα Γυμνασίου[00:05:00]. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την πρώτη συναυλία. Ήμασταν σ’ ένα πάρκο, ονομάζεται «Ξύλινα», είναι στην Άνω Καισαριανή, ψηλά, είναι κι ωραίο μέρος, είναι μες στο πράσινο, κι είχε μαζέψει αρκετό κόσμο. Περισσότερο, εντάξει, στην ηλικία μας παιδιά. Είχε και μεγαλύτερους. Ε θυμάμαι όταν έπιασα το μικρόφωνο, είχα πολύ άγχος, αλλά με το που άρχισα να λέω τους στίχους, φύγαν όλα, τα ξέχασα! Δεν μπορώ να σου περιγράψω την ευχαρίστηση. Και πόσο μάλλον όσο περάσανε τα χρόνια και μετά υπήρχε κι η απήχηση κάτω απ’ το κοινό, να τραγουδάνε τους στίχους σου, να υπάρχει αυτή η επικοινωνία, ε είναι πολύ δυνατό συναίσθημα. Δεν περιγράφεται πάρα πολύ με λόγια, πρέπει κάποιος να ’ναι εκεί για να το ζει μαζί μου. Αλλά είναι πάρα πολύ έντονο συναίσθημα. Και κερδίζεις, σίγουρα κερδίζεις.

Ν.Κ.:

Είσαι λοιπόν στην Καισαριανή που έχεις μεγαλώσει, είναι μια ιστορική περιοχή…

Α.Γ.:

Είναι.

Ν.Κ.:

…και μέσα απ’ τα τραγούδια σου εκφράζεσαι για την Καισαριανή, για τον τρόπο ζωής στη γειτονιά σου, σε καταστάσεις με τους φίλους σου. Για μίλησέ μου λίγο για τη δύναμη και τις επιρροές σου από τη γειτονιά ώστε να γίνουν τραγούδι.

Α.Γ.:

Ναι. Θα σου δώσω το πιο απλό παράδειγμα. Όποιον και να ρωτήσεις πάνω στο hip hop που γράφει στίχους, σ’ όποια πόλη κι αν είναι, πιστεύω ότι θα σου πει πάνω κάτω το ίδιο, ότι είναι επηρεασμένος απ’ την πόλη του κι απ’ τις παρέες του. Νομίζω είναι το προφανέστατο. Απλά εδώ παίζει μεγάλο ρόλο σε ποια περιοχή μεγαλώνεις. Είμαστε τυχεροί γιατί έχουμε μεγαλώσει σε μια περιοχή που έχει πράσινο, έχει άπλα. Δεν έχει αυτό το βουβό πράγμα του κέντρου. Θα δεις, οι πολυκατοικίες είναι πιο αραιωμένες. Για να ξεσκάσεις θα πας, ή δεξιά ή αριστερά, ή ευθεία έχεις βουνό, έχεις πράσινο. Οπότε, μόνο και μόνο αυτό υποσυνείδητα πιστεύω λειτουργεί στο να εκφράσεις τον λόγο σου και τα συναισθήματά σου, σ’ όποια ηλικία και να βρίσκεσαι, με ωραίο τρόπο. Και θα σου πω γιατί σ’ το λέω αυτό. Γιατί όλα τα παιδιά στην εφηβεία, καλώς ή κακώς, και όταν ασχολείσαι με το hip hop, θα βγάλεις μια ένταση, μια αντίδραση προς την κοινωνία, το οτιδήποτε. Εγώ πιστεύω και σ’ εμένα και στην παρέα που τότε ασχολιόμασταν με το hip hop και γράφαμε, μας επηρέαζε θετικά, πάρα πολύ θετικά, ο χώρος που βρισκόμασταν. Ας πούμε έχουμε μεγάλη έμπνευση απ’ το Σκοπευτήριο. Τώρα ένας άνθρωπος –γι’ αυτό σου έδωσα το προηγούμενο παράδειγμα–, ένας άνθρωπος που έχει μεγαλώσει σε μια περιοχή που έχει το Σκοπευτήριο, που το Σκοπευτήριο –για να δώσουμε να καταλάβει κι όποιος ακούει–, ότι είναι ένα άλσος τεράστιο, είναι ένα ιστορικό μέρος, και πόσο μάλλον τώρα άμα το συγκρίνεις με το κέντρο, μέσα στην πόλη, στην κλεισούρα, στη βαβούρα, στο καυσαέριο, ε υπάρχει μεγάλη διαφορά. Οπότε, μόνο και μόνο απ’ αυτό, αν το σκεφτείς, υπάρχει κάτι θετικό. Και για να συνεχίσουμε, θύμισέ μου την ερώτηση, για να…

Ν.Κ.:

Ότι για να… Μέσα στην Καισαριανή, πώς εμπνέεσαι, πώς αυτά γίνονται και επιρροές στο να γράψεις.

Α.Γ.:

Α, μπράβο. Λοιπόν, πρώτα απ’ όλα αυτό που ανέφερα και μετά βέβαια είναι κι οι παρέες. Σίγουρα είναι οι παρέες. Καλό είναι να βρίσκεσαι από ανθρώπους δημιουργικούς, σ’ όλες τις ηλικίες, αλλά πόσο μάλλον και στην εφηβεία, που τα συναισθήματα και οι αντιδράσεις γενικότερα είναι έντονες. Αν έχεις κι ανθρώπους δημιουργικούς δίπλα σου, που μπορείς να πας μπροστά, θα βγει κάτι θετικό.

Ν.Κ.:

Το hip hop είναι ένα urban στοιχείο της τέχνης κυρίως, που γεννήθηκε κυρίως μέσα στις πόλεις, εσύ περιγράφεις όμως ότι μέσα στην πόλη που ζεις, ζεις στο πράσινο κι εκεί, ας πούμε, που σου δίνει την περισσότερη έμπνευση μέσα σ’ αυτό. Είναι η ανάγκη του να φύγεις απ’ αυτό, του να ξεφύγεις; Είναι…; Πώς το περιγράφεις εσύ, μ’ ένα δικό σου παράδειγμα στον λόγο σου, μέσα στον στίχο σου, την ανάγκη αυτή;

Α.Γ.:

Θα μπορούσε, θα μπορούσε, θα μπορούσε να ’ταν κι αυτό. Νομίζω ότι είναι και ο καθένας τι γράφει και τι θέλει να πει μέσα απ’ τους στίχους του. Είμαι ένας άνθρωπος που κυνηγάω πάρα πολύ ο στίχος μου να εμπλέκεται και με τη φύση, με τον έρωτα, με πράγματα καθημερινά. Οπότε, θα επηρεαστώ. Εμπνέομαι πάρα πολύ απ’ τη φύση, εμπνέομαι πάρα πολύ απ’ τις καταστάσεις που ζω απέναντι σ’ ανθρώπους που έχω δίπλα μου. Είμαι κι ένας άνθρωπος παρατηρητικός, το οποίο με επηρεάζει επίσης πάρα πολύ. Όλ’ αυτά άμα τα βάλεις μέσα σ’ ένα τσουβάλι, ε βγάζει πιστεύω ένα καλό αποτέλεσμα.

Ν.Κ.:

Είπες ότι εμπνέεσαι απ’ τις καταστάσεις, από τους ανθρώπους γύρω σου, για να γίνουν αφορμή και στους στίχους[00:10:00] σου. Έχεις ένα παράδειγμα τέτοιο;

Α.Γ.:

Παράδειγμα, ας πούμε, μια κατάσταση με κάποιον πολύ κοντινό μου άνθρωπο;

Ν.Κ.:

Ναι, το οποίο σε ενέπνευσε να γράψεις έναν στίχο.

Α.Γ.:

Με ενέπνευσε. Ναι, βέβαια, πάρα πολλά σκηνικά. Και βασικά, νομίζω, να πω τα οχτώ απ’ τα δέκα τραγούδια που θα γράψω και έχω γράψει είναι επηρεασμένα από έντονες καταστάσεις. Είτε μπορεί να ’ναι ένας χωρισμός, μπορεί να ’ναι έρωτας, μπορεί να ’ναι από τον κολλητό μου που τσακωθήκαμε ή που έχουμε περάσει μια όμορφη στιγμή, απ’ την οικογένεια, απ’ τον αδερφό μου, απ’ τη μάνα μου. Πολλά. Είναι η καθημερινότητα και είναι οι σχέσεις που είναι έντονες και πάνω σ’ αυτό επηρεάζομαι, εμπνέομαι, γράφω.

Ν.Κ.:

Είναι κάτι απ’ αυτά που ξεχωρίζεις όμως…;

Α.Γ.:

Α, να βάλω κάτι, ας πούμε… Αν έβαζα κάτι πάνω;

Ν.Κ.:

Ναι, ναι, ναι, και να, που προέκυψε μετά στον στίχο σου;

Α.Γ.:

Ε ναι, εντάξει, με τον έρωτα. Ναι, ναι.

Ν.Κ.:

Θα ήθελες να μου το περιγράψεις λίγο;

Α.Γ.:

Εφηβικός έρωτας. Ε τότε ήτανε τόσο έντονα τα συναισθήματα, γιατί ήμουνα και στην εφηβεία, που προσπάθησα να γράψω κάτι άλλο και δεν μπορούσα. Πήγαινε εκεί από μόνο του. Εντάξει, είναι και οι ηλικίες αγνές, αθώες. Ναι, ναι, ναι, και έρωτα και έχω περάσει, ας πούμε, και μια περίοδο που έχω απομακρυνθεί από τους κολλητούς μου και δεν μπορούσα να γράψω κάτι άλλο πέρα απ’ αυτό, απ’ τις σχέσεις τις φιλικές. Ναι, και έχω γράψει κι ένα ολόκληρο CD που από πίσω κρύβει όλο τον πόθο τον φιλικό, το μίσος, την αγάπη. Όλα μαζί. Πρώτη φορά το λέω αυτό.

Ν.Κ.:

Πώς νιώθεις όταν από μια τέτοια δύσκολη κατάσταση και για εσένα τον ίδιο, όταν γράφεις και αυτό το έχεις στα χέρια σου πλέον, το έχεις κάνει τραγούδι και έχεις το αποτέλεσμά του;

Α.Γ.:

Πώς νιώθω; Εντάξει, θέλω να έχει και το επιθυμητό αποτέλεσμα μουσικά.

Ν.Κ.:

Φυσικά.

Α.Γ.:

Δεν θα πω: «Ωραίος ο στίχος, η μουσική έτσι κι έτσι». Είμαι κι ένας άνθρωπος που μου αρέσει να τελειοποιώ αυτά που κάνω. Αλλιώς δεν θα το βγάλω κιόλας δημόσια, θα το κρατήσω για τον εαυτό μου. Αλλά, ναι, νιώθω… Πώς νιώθω; Θα σου δώσω ένα παράδειγμα, μου αρέσει να μιλάω με παραδείγματα. Έχει υπάρξει μια στιγμή που έχω πάει στο στούντιο, είμαι στην τελευταία χρονιά του Λυκείου… Και σκέψου τώρα τον φόρτο από τις Πανελλήνιες, το διάβασμα. Είναι και μια χρονιά που φεύγεις απ’ τα 17, μπαίνεις προς τα 18, ενηλικιώνεσαι. Έχεις τις παρέες σου. Μπορεί να έχεις μια κοπέλα, δεν ξέρω εγώ τι. Και θυμάμαι ότι έγραψα ένα τραγούδι συγκεκριμένο πολύ φορτισμένο συναισθηματικά απ’ όλα αυτά και μπαίνω, λοιπόν, μες στο στούντιο –Γιάννη τον λένε τον ηχολήπτη–, του λέω: «Γιάννη, θα κάνουμε ένα τραγούδι. Θέλω να το ηχογραφήσουμε σήμερα, να το κάνουμε μίξη σήμερα, να το κάνουμε mastering σήμερα, να τελειοποιηθεί σήμερα, να το πάρω στα χέρια μου και να το ανεβάσω στο internet. Εντάξει;». «Εντάξει, Αντρέα». Λοιπόν, μπαίνω μέσα… Εν τω μεταξύ, εγώ το ’χα κάνει πολλές πρόβες, δεν είχα ούτε χαρτιά ούτε τίποτα. Μπαίνει το μπιτ, μουσική, το ηχογραφώ. Δεν περνάει μισή ώρα –και είχε έρθει μαζί μου ο κολλητός μου– και βγαίνω έξω και βλέπω τον Γιάννη τον ηχολήπτη, είχε σηκωθεί όρθιος και χτύπαγε το πληκτρολόγιο. Περίμενε, θα καταλάβεις τώρα. Τον κοιτάζω εγώ, κοιτάζω και τον Νίκο τον κολλητό μου, να μου κάνει, ξέρεις, κάτι νοήματα περίεργα. «Τι είναι, ρε Γιάννη;». Μου λέει: «Αντρέα, το τραγούδι είναι καταπληκτικό». Είχε σηκωθεί ο τύπος και κοπάναγε το πληκτρολόγιο απ’ τη χαρά του. Ε, εκεί δεν μπόρεσα να… Ας πούμε, αυτό είναι ένα πολύ κλασικό παράδειγμα το πώς μπορώ να νιώσω εγώ… Ένας άνθρωπος που τον έχω ψηλά, γιατί τον έχω ψηλά αυτό τον άνθρωπο που με ηχογραφεί, που έχουμε διαφορά ηλικίας δεκαπέντε χρόνια, ε να ’χει σηκωθεί τώρα αυτός ο άνθρωπος, που έχει ασχοληθεί με το hip hop πόσα χρόνια, και να κοπανάει το πληκτρολόγιο, ε… δεν ξέρω. Είναι σαν τον ροκά που παίζει με την κιθάρα και βλέπει τον Gary Moore, ξέρω γω, και του λέει ο Gary Moore: «Τι έκανες, ρε μάγκα;». Ξέρω γω, κάτι τέτοιο. Δεν περιγράφεται το συναίσθημα. Ήτανε και το τραγούδι που μου άρεσε πολύ και ήταν έντονα τα συναισθήματα και είχα γράψει σημαντικά πράγματα. Δεν έλεγα, ας πούμε: «Α βγήκα μια βόλτα στο πάρκο». Έλεγε για καταστάσεις και δυσκολίες.

Ν.Κ.:

Στις δυσκολίες αυτές, μέσα κι απ’ την ψυχοσύνθεση τη δικιά σου, τι σου δίνει το hip hop για τον δικό σου συναισθηματικό κόσμο;

Α.Γ.:

Ναι, θα σου πω. Τώρα να μη μιλήσω γενικότερα για τη μουσική, θα μιλήσουμε συγκεκριμένα για το hip hop. Το hip hop, ας πούμε, τι μπορεί να μου δώσει συναισθηματικά; Το πιο απλό παράδειγμα που μπορώ να σου δώσω είναι ότι όταν θα τελειοποιήσω ένα τραγούδι[00:15:00] που εμένα με εκφράζει εκατό τοις εκατό, και βγω και πάω στην παρέα μου και τους πω: «Παιδιά, ορίστε, ηχογράφησα, ακούστε το» και δεις κι απ’ τους δέκα το ίδιο συναίσθημα, είναι το μεγαλύτερο κέρδος που μπορώ να πάρω εγώ. Ούτε λεφτά ούτε… Δεν ξέρω, είναι το μεγαλύτερο κέρδος, να σε κοιτάξουνε κι οι δέκα εκείνη την ώρα στα μάτια ή να σ’ αγκαλιάσουν ή κάτι, να σου πουν μια λέξη, τελείωσε, εγώ έχω πάρει αυτό που ήθελα. Ας μη βγάλω ποτέ λεφτά απ’ αυτό. Είναι το μεγαλύτερο κέρδος.

Ν.Κ.:

Πέρα απ’ το hip hop όμως πειραματίζεσαι και μουσικά μέσα απ’ τα τραγούδια σου.

Α.Γ.:

Ναι, είναι αλήθεια.

Ν.Κ.:

Για πες μου για τον πειραματισμό σου αυτόν με τη μουσική γενικότερα.

Α.Γ.:

Αυτό ήθελα να το κάνω από τη στιγμή που ξεκίνησα να γράφω, απλά δεν ασχολιόμουν και με κάποιο όργανο. Ασχολήθηκα στα 19 μου με την κιθάρα, οπότε κάποια στιγμή ήταν αναμενόμενο να μου μπει και σαν σκέψη να ασχοληθώ και με τα όργανα. Να μπουν δηλαδή όργανα μέσα στο hip hop. Είμαστε σ’ έναν δρόμο που προσπαθούμε να δημιουργήσουμε κάτι σαν μπάντα, θα το πούμε, και προσπαθώ να εμπλουτίσω τώρα τη μουσική μου με όργανα. Θέλει πολλή δουλειά… Θα το καταφέρω, γιατί είμαι και άνθρωπος που όταν θέλω να κάνω κάτι, το καταφέρνω. Και στην ουσία είμαστε πάλι η παρέα η οποία θα μαζευτεί και θα προσπαθήσουμε να βάλουμε όλοι μαζί το λιθαράκι για να βγει ένα πάρα πολύ ωραίο αποτέλεσμα. Να πούμε και τι όργανα υπάρχουνε σαν βασικός κορμός. Υπάρχει κιθάρα, που παίζω εγώ. Υπάρχει και η άλλη μια κιθάρα που είναι δέκα σκάλες πιο πάνω από εμένα. Αυτά θα είναι τα βασικά, και το πιάνο. Αυτά τα τρία θα είναι τα βασικά, από εκεί θα ενορχηστρώνονται τα πάντα και μετά θα βάζουμε κι άλλα όργανα. Είτε βιολί, είτε μπορεί να μπει και λύρα σε κάποιο τραγούδι, είτε μπορεί να βάλουμε μαντολίνο. Θα μπουν όργανα, πολλά, και θα δούμε πώς θα πάει.

Ν.Κ.:

Σ’ αυτό το project που περιέγραψες και τώρα είναι σαν να βγαίνεις και λίγο από τα όρια του hip hop. Δηλαδή πειραματίζεσαι πραγματικά και πέρα από το μπιτ και τις λούπες. Χωράει μες στο hip hop αυτό;

Α.Γ.:

Καλή ερώτηση. Έλα ντε; Χωράει, δεν χωράει, εγώ θα το κάνω, Νίκο. Εντάξει, υπάρχουνε πολλοί άνθρωποι που βάζουνε ταμπέλα και σου λένε ότι το hip hop είναι μια λούπα, στίχος, ένας DJ, κι είμαστε εντάξει. Για μένα πρώτα απ’ όλα είναι μουσική το hip hop. Άρα, λοιπόν, και τα όργανα χωράνε και ο DJ χωράει μαζί με τα όργανα και όλα μπαίνουνε μαζί και κάνουν ένα πολύ όμορφο αποτέλεσμα. Αυτή είναι η άποψή μου. Και πιστεύω ότι αν καταφέρεις στο hip hop να φτάσεις σ’ ένα σημείο που ακόμη και τη λούπα που λέμε, το μπιτ, να το κάνεις με ντραμς, ε νομίζω πια έχεις φτάσει σ’ ένα στάδιο μουσικής. Κάνεις μουσική. Που είναι το πιο δύσκολο. Το πιο εύκολο είναι να πάρεις μια λούπα και να γράψεις στίχους. Στα απλά, εντάξει, πάρε κι έναν φίλο από τη γωνιά εδώ που έρχεται, δώσ’ του μια μουσική παραγωγή, θα γράψει δυο στίχους και θα κάνει ένα τραγούδι. Πολύ ωραία. Όχι! Πάμε για κάτι που δεν είναι απλό, που έχει δουλειά.

Ν.Κ.:

Από την οικογένειά σου είπες ότι έχεις καταγωγή από την Κρήτη, από τη Μικρά Ασία…

Α.Γ.:

Σωστά.

Ν.Κ.:

Οι επιρροές σου έρχονται κι από κει;

Α.Γ.:

Ε, νομίζω πως έρχονται. Νομίζω πως έρχονται. Καλώς ή κακώς, παίζει μεγάλο ρόλο το DNA, εγώ το πιστεύω. Κι ειδικά στη μουσική. Βέβαια ξέρω κι ανθρώπους που έχουν ασχοληθεί, ας πούμε, με μουσικό όργανο και κανένας απ’ τους γονείς δεν έπαιζε κάποιο μουσικό όργανο. Εμένα τυχαίνει ο πατέρας μου να έχει ασχοληθεί με την κιθάρα, έπαιζε σχεδόν επαγγελματικά. Η αδερφή του, η θεία μου, έπαιζε λίγο λύρα, είχε ασχοληθεί και είχε σπουδάσει βυζαντινή μουσική. Και πιστεύω ότι έχει περάσει στο DNA μου όλο αυτό. Αλλά, εντάξει, επιστημονικά τώρα δεν ξέρω να το αποδείξω, αλλά νομίζω υπάρχουνε και κάποια επιστημονικά άρθρα που το αποδεικνύουν. Εμένα προσωπικά πιστεύω ότι μ’ έχει επηρεάσει.

Ν.Κ.:

Και στα ακούσματά σου.

Α.Γ.:

Και στα ακούσματά μου. Σίγουρα, σίγουρα, ναι. Και στα ακούσματά μου. Η γιαγιά ήτανε απ’ την Πόλη, Κωνσταντινούπολη, που εμένα, ας πούμε, μου αρέσει πάρα πολύ η βυζαντινή μουσική κι ό,τι επιρροή υπάρχει απ’ αυτή τη…, τα παράλια και ειδικά απ’ την Κρήτη.

Ν.Κ.:

Για σένα αυτή η σύνδεση, αυτός ο κρίκος της μουσικής, είτε είναι η μικρασιάτικη είτε είναι από την Κρήτη η μουσική, στο hip[00:20:00] hop πώς το εκφράζεις ή πώς θες να το εκφράσεις; Μπαίνει μέσα στο δικό σου ρεπερτόριο, στη δικιά σου μουσική ή μες στα κομμάτια σου;

Α.Γ.:

Παλαιότερα, που δεν υπήρχανε τα όργανα, δεν είχα ξεκινήσει να ασχολούμαι με τα όργανα, δεν υπήρχε κάποιος άλλος τρόπος πέραν του ότι να πάρω μια λούπα που μπορεί να είχε κάποιο όργανο σαν το σαντούρι ας πούμε ή λύρα από πίσω. Μέχρι εκεί. Τώρα έχουμε φτάσει και σ’ ένα σημείο που και ο στίχος μπορεί να φανεί ότι έχει επιρροές. Ας πούμε ένα τραγούδι κάπως γράφεται σαν μαντινάδα, δύο-τρία δίστιχα. Το προσπαθώ κι αυτό. Μ’ έχει επηρεάσει, οπότε δεν μπορώ να μην το αποτυπώσω στο γράψιμό μου. Εντάξει, κι αυτό πάλι επίφοβο είναι, δεν ξέρεις τώρα ο καθένας με το αυτί του πώς θα το πάρει, αλλά δεν πειράζει, τα αυτιά πρέπει να είναι ανοιχτά.

Ν.Κ.:

Έχεις κάνει και συνεργασίες, αλλά έχεις κάνει και την προσωπική σου, και δική σου δουλειά. Για μίλησέ μου λίγο γι’ αυτό το εγχείρημα του να δράσεις μόνος σου, να γράψεις τον δικό σου δίσκο με βάση τη δικιά σου μουσική και στίχο.

Α.Γ.:

Η αλήθεια είναι, για να αναφέρουμε κιόλας, ξεκινήσαμε σαν παρέα πριν χρόνια και σόλο, που λέμε, που ’μαι μόνος μου, είναι περίπου απ’ το 2013-14, και ’15 μπορώ να πω. Τέλος πάντων, μια πενταετία, εξαετία. Ήθελα απ’ τη στιγμή που ξεκίνησα να γράφω να κάνω κάτι μόνος μου είτε ήμουνα με τα παιδιά σαν crew είτε δεν ήμουνα. Το κατάφερα πριν τρία χρόνια αυτό το εγχείρημα. Ξεκίνησε όλο από μια ιδέα που είχα… Καλοκαίρι ήτανε, μη σου πω και τέτοια εποχή. Έψαχνα ονομασία, λοιπόν, για τον τίτλο. Βρήκα, λοιπόν, μια ονομασία. Πάλι οι επιρροές μου είναι απ’ την πόλη μου, την Καισαριανή, και απ’ το βουνό μάλιστα. Και σιγά σιγά το έχτισα με βάση τα δικά μου θέλω, που εκείνη την περίοδο ήθελα πάρα πολύ να κάνω συνεργασίες που δεν είχα κάνει μέχρι εκείνη τη στιγμή, μ’ ανθρώπους κοντινούς. Το πέτυχα σ’ έναν βαθμό ενενήντα-ενενήντα πέντε στα εκατό που ήθελα. Και βέβαια βγήκε κι αυτό που ήθελα σαν σόλο, CD. Και νομίζω ότι πήγε αρκετά καλά. Θα μπορούσε να πάει ακόμα καλύτερα σίγουρα, αλλά για τα δεδομένα τα τότε και με τα λεφτά που υπήρχανε –γιατί ξέρεις, Νίκο, η κατάσταση είναι λίγο περίεργη– πήγε καλά. Ξέρεις, εμείς που ασχολούμαστε με το hip hop τα βάζουμε όλα απ’ την τσέπη μας, δεν βγάζουμε…

Ν.Κ.:

Μπορείς να μου περιγράψεις λίγο αυτό σου το εγχείρημα που είπες για την Καισαριανή από πού εμπνεύστηκες όλο αυτό;

Α.Γ.:

Ναι.

Ν.Κ.:

«Από το τίποτα στο άπειρο κι ακόμα παραπέρα».

Α.Γ.:

«…κι ακόμα παραπέρα». Πώς ξεκίνησε αυτό; Είχα πάει στο βουνό πάνω, ψηλά… Το καλοκαίρι άμα ανέβεις, βέβαια τώρα, δεν ξέρω, λόγω κορονοϊού και λόγω της κατάστασης δεν θα ’χει τόσο πολύ νέφος, αλλά άμα πας ας πούμε του χρόνου, που πιστεύω θα ’ναι τα πράγματα καλά, θα ’χουμε αυτό το καυσαέριο που έχουμε κάθε χρόνο, θα δεις μια μουντάδα. Λοιπόν, δεν είχα βρει, δεν είχα σκεφτεί κάτι κι έτσι όπως, ξέρεις, κοίταζα κάτω το βουνό, βλέπω το νέφος και φαντάσου απ’ το νέφος τώρα δεν φαινόταν κάτι από πίσω. Μιλάμε για μουντάδα! Σε συνδυασμό, λοιπόν, με μια φωτογραφία του νονού μου… Ο νονός μου είναι φωτογράφος, είχε βγάλει μια καταπληκτική φωτογραφία που είχε φόντο θάλασσα, ήλιο κόκκινο στη δύση του κι απέραντο, δεν είχε τίποτα. Και σε συνδυασμό αυτά τα δύο τοπία, ταυτόχρονα έγινε αυτό, μου ήρθε αυτή η σκέψη. Άρα, λοιπόν, με επηρέασε η πόλη μου, αυτή η μουντάδα: «Απ’ το τίποτα», λοιπόν, «στο άπειρο κι ακόμα παραπέρα», η σύνδεση με τη φωτογραφία του νονού. Κάπως έτσι έγινε και μετά χτίστηκε πάνω σ’ αυτή τη σκέψη όλο το CD. Το κάθε ένα κομμάτι ξεχωριστά.

Ν.Κ.:

Τώρα; Είπες και πριν ότι με το hip hop είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα για να μπορείς να μπεις και στη σκηνή, εμπορικά, για σένα. Μπορεί, όντως σαν μια ερώτηση, να επιβιώσει κάποιος απ’ τη μουσική του σήμερα, ένας νέος καλλιτέχνης, στην Αθήνα;

Α.Γ.:

Εξαρτάται! Εξαρτάται από πολλά. Καταρχάς[00:25:00], να μιλήσουμε για το hip hop ή γενικότερα ένας μουσικός, ας πούμε;

Ν.Κ.:

Για το hip hop.

Α.Γ.:

Για το hip hop. Εντάξει, υπάρχει και το, αυτό το μοντέρνο, ας πούμε, στιλ που ονομάζεται trap, μπορείς να καταφέρεις να βιοποριστείς, είναι αλήθεια, γιατί είναι εμπορικό, είναι καθαρά εμπορικό. Τώρα ένας άνθρωπος που θέλει να εκφράσει εκατό τοις εκατό το είναι του και θα κάνει hip hop, μπορεί να φτάσει σε ένα σημείο να βιοποριστεί, αλλά θα δυσκολευτεί αρκετά. Δεν ξέρει αν θα ’χει την απήχηση που χρειάζεται για να βγάλει κάποια λεφτά. Μπορεί να γεμίσει με πέντε συναυλίες από χίλια άτομα, εντάξει θα βγάλει τα λεφτά του. Μπορεί να πουλήσει και CD. Βέβαια τώρα έχει πάει πάρα πολύ στο YouTube το πούλημα. Μπορείς να τα καταφέρεις, ναι, αλλά θέλει λίγο ψάξιμο, σπρώξιμο και χρόνο. Άμα απαιτείς πρώτα απ’ όλα χρόνο και υπομονή, πάρα πολλή υπομονή, γιατί έχει μια διαδικασία για να φτάσεις σ’ αυτό το σημείο, μπορείς. Μη φανταστούμε τώρα τρελά ποσά, αλλά νομίζω τα προς το ζην τα βγάζεις και μπορεί να φτάσεις και σ’ ένα παραπάνω επίπεδο. Εντάξει, αισιόδοξα τα λέω, αισιόδοξα τα βλέπω, δεν ξέρω αν είναι έτσι εκατό τοις εκατό.

Ν.Κ.:

Έχεις μπει σ’ αυτό το δίλημμα της εμπορικότητας και αυτού που θες να κάνεις εσύ με το hip hop;

Α.Γ.:

Όποιος πει: «Όχι» είναι ψεύτης. Πάντα μπαίνεις σ’ αυτό το δίλημμα, γιατί πρώτα απ’ όλα κάνεις μουσική και άμα κάνεις μουσική και το γουστάρεις, λες: «Γιατί να μη βιοπορίζομαι απ’ αυτό;». Μπαίνεις στο δίλημμα της εμπορικότητας, αλλά νομίζω έχει να κάνει μετά πάρα πολύ το στοιχείο το ηθικό που θες να κρατήσεις στη μουσική σου. Γιατί, κακά τα ψέματα, είναι διαφορετικό να λες σ’ έναν στίχο σου για τη φύση, για τον έρωτα και διαφορετικό να λες: «Είμαι dealer και πουλάω ναρκωτικά». Νομίζω υπάρχει μεγάλη διαφορά το ένα με το άλλο.

Ν.Κ.:

Έχει περάσει όμως πολύ έντονα αυτό στην κουλτούρα του hip hop.

Α.Γ.:

Ναι, αυτό είναι αλήθεια.

Ν.Κ.:

Και πώς διαφοροποιείσαι επί της ουσίας, τι θες να δώσεις με τα δικά σου τραγούδια που δεν μιλάς γι’ αυτά;

Α.Γ.:

Ναι, στην ουσία δεν μιλάω γι’ αυτά. Εγώ αυτό που θέλω να πω με τα τραγούδια μου –νομίζω σ’ το είπα και απ’ την αρχή που κάτι συζητήσαμε, δεν θυμάμαι, κάτι με ρώτησες, τέλος πάντων–, εγώ αυτό που κοιτάζω πρώτα απ’ όλα είναι να μιλήσω για τον έρωτα, για τις σχέσεις τις κοινωνικές, για τη φύση, για προβληματισμούς καθημερινούς. Νομίζω απλά πράγματα. Αυτά που τρώει τον απλό άνθρωπο. Ο απλός άνθρωπος δεν έχει να κάνει με το αν είσαι ευκατάστατος οικονομικά ή όχι. Τον απλό άνθρωπο. Απλοί προβληματισμοί. Εντάξει, δεν κατακρίνω αυτούς που λένε είτε για τα ναρκωτικά είτε ό,τι θέλει… Ό,τι θέλει ο καθένας θα πει. Υπάρχει ο ακροατής για να κρίνει.

Ν.Κ.:

Μέσα στη μουσική σου έχεις καταφέρει τη δισκογραφία σου, στο κομμάτι των συναυλιών που, όπως είπες και πριν, είναι από κάτω και παίρνεις αυτά τα συναισθήματα που σου δίνει ο κόσμος, έχεις κάποιο παράδειγμα που να σου έχει μείνει πολύ έντονα στο μυαλό σου, από τις συναυλίες, που να πεις: «Εδώ είμαι. Αυτό θέλω να κάνω. Αυτό μου αρέσει»;

Α.Γ.:

Είναι, είναι κάποιες στιγμές, είναι συγκεκριμένες στιγμές μοναδικές που τις κρατάς, συμβαίνουνε πολύ γρήγορα, εκείνη τη στιγμή μπορεί να μην το συνειδητοποιείς εκατό τοις εκατό και να τα συνειδητοποιήσεις την επόμενη, μετά από έναν χρόνο, μετά από έναν μήνα, που στην ουσία, είτε υποσυνείδητα περνάει είτε το καταλαβαίνεις εκείνη τη στιγμή, σε κάνει να συνεχίζεις αυτό που κάνεις. Αλλά θα σου δώσω ένα παράδειγμα, θυμάμαι χαρακτηριστικά ήμασταν στο Λύκειο και έχω γράψει προσωπικά ένα τραγούδι για έναν πολύ καλό μου φίλο και θυμάμαι τη στιγμή που του το απευθύνω και του λέω ότι είναι για σένα γραμμένο, εκείνη τη στιγμή, δεν το ήξερε, δεν το γνώριζε, και βούρκωσε. Ας πούμε αυτή η στιγμή δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτα. Με τίποτα! Είναι κάποιες… Κι άλλη φορά, πάλι για φίλο, που πάλι είναι έτοιμος να ανέβει πάνω στη σκηνή να με σηκώσει, ξέρεις, έχει πεταχτεί με φόρα, με ορμή… Ε είναι, αυτές οι στιγμές δεν μπορούν να συγκριθούν, είναι μοναδικές κι αυτό που παίρνεις απ’ τον άλλον είναι συναισθήματα να ζεις άλλα δέκα χρόνια[00:30:00]. Σου δίνουνε χρόνια ζωής πραγματικά, πραγματικά!

Ν.Κ.:

Στην πορεία σου αυτή, έχεις κι απ’ τη δισκογραφία σου και εμπειρίες από την ηχογράφηση, από τις συναυλίες, στην έκφρασή σου μες στον στίχο σου τι είναι για τον Αντρέα το hip hop;

Α.Γ.:

Είναι, εντάξει, είναι μεγάλη κουβέντα. Θα πω το πιο απλό. Είναι η καθημερινότητα. Το πώς εκφράζει ο καθένας την καθημερινότητά του και τη ζωή του όλη είναι διαφορετική από άνθρωπο σε άνθρωπο. Απλά εγώ δεν έχω το στοιχείο τόσο πολύ της κουλτούρας που μπορεί να έχει κάποιος άλλος που αντιπροσωπεύει το hip hop. Υπάρχουν κι αυτοί οι άνθρωποι που είναι η κουλτούρα τους. Μπορείς να τους δεις ακόμη κι απ’ τα ρούχα μέχρι απ’ τον τρόπο ομιλίας. Εμένα είναι πιο πολύ βιωματικό και εσωτερικό αυτό που νιώθω για το hip hop. Εντάξει, σε μικρότερη ηλικία ήταν και εξωτερικό. Ήμουνα κι εγώ στα ρούχα, ήμουνα και στην ομιλία. Αυτό έφυγε όλο στην πορεία. Έγινε εσωτερικό. Δεν θα μπορέσω ποτέ, ας πούμε, να αποβάλω τον τρόπο σκέψης μου πάνω στο hip hop. Γιατί νομίζω τελικά ότι είναι τρόπος σκέψης. Νομίζω. Δεν ξέρω. Έτσι το βλέπω εγώ. Εντάξει, όσο περνάν τα χρόνια βέβαια αυτό μπορεί να αλλάξει. Αλλά νομίζω αυτό το εσωτερικό δεν θα αλλάξει ποτέ. Μπορεί να αλλάξουν πολλά, μπορεί να αλλάξει ο τρόπος ομιλίας, μπορεί να αλλάξει ο τρόπος που ντύνεσαι, μπορεί να με δεις και με γραβάτα σου λέω εγώ, αλλά το μέσα μου, αυτό που νιώθω για το hip hop δεν θα αλλάξει, θα είναι πάντα το ίδιο. Μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε και ως μια παντοτινή εφηβεία, αιώνια εφηβεία. Ναι, κάτι τέτοιο. Αυτό το εσωτερικό θα ζει πάντα μέσα. Αυτό μάλλον είναι το hip hop: η αιώνια εφηβεία.

Ν.Κ.:

Εκφράζεται η καθημερινότητα, λοιπόν… εκφράζεται η καθημερινότητά σου και μέσα στον στίχο σου. Αυτές οι έντονες στιγμές που σου δίνουν είναι, είναι μέσα στη ζωή σου που τις επιζητάς για να γράψεις, σου έρχονται ή τα ερεθίσματά σου μπορεί να είναι κι από άλλους πέρα από σένα;

Α.Γ.:

Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές επιζητάς, Νίκο. Είπες ωραίο ρήμα. Ναι, τα επιζητάς πολλές φορές. Άλλοτε έρχονται από μόνα τους και κάποιες φορές τα επιζητάς. Και πολλές φορές μπορεί να τα δημιουργήσεις κι από μόνος σου, για να καθίσεις να γράψεις ή να ξαναζήσεις κάτι έντονο. Συμβαίνουν πολλές φορές, τουλάχιστον σε μένα. Μπορεί να περάσει, ας πούμε, ένα διάστημα και να μην έχω κάτι έντονο και να λέω: «Γιατί;», ξέρεις, να το κυνηγάω. Συμβαίνει, συμβαίνει όντως. Δεν το ’χα σκεφτεί ποτέ να σου πω την αλήθεια. Αλλά ναι, τελικά το επιζητάμε. Και πιστεύω και σαν άνθρωποι επιζητάμε να έχουμε έντονες στιγμές. Ναι.

Ν.Κ.:

Χαρακτήρισες τον εαυτό σου πριν παρατηρητικό. Η παρατήρηση απ’ τους γύρω σου, πώς σε βάζει να σκεφτείς και να γράψεις πάνω στο τι συμβαίνει γύρω σου; Και μ’ ένα συγκεκριμένο παράδειγμα, ας πούμε, αν έχεις, είτε είναι απ’ τη φύση είτε είναι από τις παρέες σου.

Α.Γ.:

Θα σου πω ένα παράδειγμα πρώτα για τη φύση και μετά θα πω και για τις παρέες. Είναι ένα μονοπάτι πάνω στον Υμηττό που πας με τα πόδια, χωματόδρομος. Για να σου δώσω να καταλάβεις, έχει βράχο δεξιά, βράχο αριστερά και έχει δύο λουλούδια τα οποία είναι ευθεία προς τα πάνω. Από κει πέρα περνάγαμε κάθε μέρα. Ήμασταν μες στη θετική ενέργεια: χαρά, γέλιο, αγάπη. Μπορεί να σου φανεί περίεργο, αλλά μετά από κάποιο διάστημα, δεν θυμάμαι πόσο, σχημάτισαν τα δέντρα σχήμα καρδιάς. Απίστευτο; Να δεις η φύση! Αυτό, άμα δεν το παρατηρήσεις, μπορεί να μην το παρατηρήσεις ποτέ. Μπορεί να μην είσαι άνθρωπος που παρατηρεί. Αυτό το παρατήρησα, ας πούμε, και μου ’κανε μεγάλη εντύπωση και λέω: «Τίποτα δεν είναι τυχαίο! Πόσο άμεση σχέση υπάρχει στη φύση και στον άνθρωπο». Και τότε επηρεάστηκα κι έγραψα, ας πούμε, ένα τραγούδι. Μπορώ να σου πω κι ένα παράδειγμα, ας πούμε, για τους ανθρώπους. Ένα πολύ έντονο συναίσθημα μπορεί…, όταν έφυγε, ας πούμε, ο κολλητός μου για τα καράβια, μου φάνηκε πολύ περίεργο. Οπότε, πέρασε κάποιος καιρός, μισός χρόνος, είχαμε μια επαφή, ξέρεις, στο τηλέφωνο. Μ’ έπαιρνε από ένα τηλέφωνο που ακουγότανε βαθύ, λες και είχε πάει στον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν καταλάβαινες τίποτα. Εντωμεταξύ, απάνταγες και σου απάνταγε μετά από δέκα δευτερόλεπτα, μέχρι να πάει ο ήχος. Ήτανε στον Ειρηνικό φαντάσου. Λοιπόν, πολύ περίεργα συναισθήματα, λες: «Πού έχει πάει ο άλλος». Λοιπόν, και κάποια στιγμή μου ήρθε η ανάγκη να εξωτερικεύσω όλο αυτό που ένιωθα, γιατί ήταν ένας άνθρωπος που τον έβλεπα κάθε μέρα, κάναμε τα πάντα μαζί κι έπρεπε να το εξωτερικεύσω. Είναι το τελευταίο που έχω ανεβάσει στο YouTube, που έχει γίνει και με βίντεο κλιπ,[00:35:00] το «Πριν τη Μία», που είναι γραμμένο για αυτόν. Είμαι επηρεασμένος δηλαδή. Βλέπεις πόσο εύκολα μπορείς να μπεις στη θέση κάποιου. Είτε να σε επηρεάσει η φύση είτε να σε επηρεάσει ο κολλητός σου, είναι πολύ εύκολο. Αλλά εντάξει, λεπτές οι γραμμές. Εκεί είναι η παρατηρητικότητα που σου λέω.

Ν.Κ.:

Πάμε στη δουλειά που ετοιμάζεις. Είπες ότι έχεις σκοπό να μπούνε μουσικά όργανα μέσα με τους φίλους σου, με πιάνο, με κιθάρα. Μίλησέ μου λίγο για τη συνεργασία αυτή, με την έννοια ακόμα και της φιλίας, αλλά και του ήχου ενός εγχειρήματος που είναι έξω απ’ τα νερά ίσως αυτού που κάνεις, αλλά με τον πειραματισμό. Τι σου δίνει αυτό;

Α.Γ.:

Πρώτα απ’ όλα, είναι εσωτερική ανάγκη να κάνω μουσικά κάτι το οποίο ήθελα να γίνει καιρό. Να μπούνε όργανα και να φτιαχτεί κάτι όμορφο ηχητικά. Μετά έρχεται ένα πάρα πολύ σημαντικό βήμα, το οποίο έχει να κάνει με την παρέα. Είμαστε άνθρωποι που κάνουμε παρέα καθημερινή, οπότε δεν θα βρω δύο αγνώστους που ξέρει καλή κιθάρα ο ένας, ο άλλος ξέρει καλό πιάνο και θα πάμε να δοκιμάσουμε να κάνουμε κάτι. Είμαστε για αρχή τρεις άνθρωποι που ο ένας ξέρει τον άλλο πάρα πολύ καλά, έχουμε ζήσει πράγματα και πόσο όμορφο θα είναι να βγει ένα αποτέλεσμα μουσικό από τρεις κόσμους οι οποίοι βαδίζουνε μαζί κάποια χρόνια και, δεν ξέρω βέβαια τι αποτέλεσμα θα βγει, αλλά εγώ αυτό που φαντάζομαι, όταν θα τελειώσει, θα αγκαλιαζόμαστε. Εγώ αυτό πιστεύω. Ε είναι πάρα πολύ όμορφο. Άμα το σκεφτείς δηλαδή, ο καθένας, με δικούς του ανθρώπους, μεγαλώνεις, παίζεις μουσική και καταφέρνεις με δύο-τρεις φίλους σου που κάνετε παρέα να κάνετε και κάτι μουσικά, ε νομίζω ότι δεν συγκρίνεται με πολλά συναισθήματα. Δεν έχουμε φτάσει στο σημείο να ολοκληρώσουμε κάτι ακόμα για να δώσω ακριβώς το συναίσθημα, να το περιγράψω, αλλά μπορώ να το φανταστώ κι αυτό που φαντάζομαι είναι ένα αποτέλεσμα εξαιρετικό. Και το λέω με σιγουριά.

Ν.Κ.:

Αντρέα, σ’ ευχαριστώ πολύ που μοιράστηκες την ιστορία σου.

Α.Γ.:

Κι εγώ, Νίκο, σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ, πάρα πολύ. Να ’σαι καλά.

Ν.Κ.:

Να είσαι καλά.