Συνηθίζοντας την απουσία στα καράβια: μια μητέρα αφηγείται
[00:00:00]Ο μήνας έχει 12 Ιουνίου και είμαστε μαζί με την Άννα, η οποία θα μοιραστεί το βίωμά της ως η μητέρα ενός ναυτικού. Οπότε, Άννα, έχεις έναν γιο.
Έχω έναν γιο, είναι είκοσι τεσσάρων ετών, είναι ο Λεωνίδας, ο μικρότερος από τα δύο μου παιδιά. Ήταν ένα παιδί το οποίο, η σχέση του με το σχολείο, με προβλημάτιζε πάντα. Ένα πολύ καλό, ζωηρό παιδί, όχι ιδιαίτερα μελετηρό, μέτριος μαθητής. Και σκεφτόμουνα ότι μεγαλώνοντας αυτό το παιδί, επειδή είμαι η ίδια δασκάλα και με ενδιέφερε έτσι η μόρφωση των παιδιών μου, αναρωτιόμουνα τι θα κάνει στη ζωή του. Θυμάμαι μικρούλης που ήταν, διάβαζε όρθιος στο γραφείο του και συνήθως από κάτω είχε μία μπάλα και κλωτσούσε με το πόδι. Ο νους του ήταν πότε θα πάει να παίξει κι εγώ ήμουνα με τις ανησυχίες μου. Κάθε φορά που πήγαινα να ρωτήσω τις συναδέλφους στο σχολείο, τους δασκάλους του, είχα ένα ιδιαίτερο άγχος για το τι θα μου πούνε. Με τον Λεωνίδα το καλό είναι ότι, φτάνοντας σ' ένα κρίσιμο σημείο στην πορεία του ως μαθητής, καλλιέργησε στο μυαλό του να γίνει καπετάνιος. Η σχέση μας με τη θάλασσα δεν ήταν τίποτε περισσότερο απ' το ότι ζούμε σ' ένα μέρος κοντά στη θάλασσα, του άρεσε το ψάρεμα, ακολουθώντας το χόμπι του μπαμπά του. Και κάποια στιγμή, όταν πήγε στο Λύκειο, τον έβλεπα πολλές φορές στον υπολογιστή, που αναζητούσε ό,τι είχε σχέση με τους ναυτικούς, με τους καπετάνιους, τα καράβια, τα ταξίδια. Και κάποια στιγμή «σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος» –που λέει και ο στίχος–, δηλώνει ότι θα γίνει καπετάνιος. Αυτό που ευχαριστήθηκα σ' αυτόν είναι ότι ήταν συνεπής με αυτό το θέλω του, το οποίο μέσα του αναπτύχθηκε, και μέχρι τώρα το υπηρετεί με συνέπεια. Τον καμαρώνω και βλέπω ότι πόσο υπεύθυνος είναι σε αυτό που κάνει. Δεκαοχτώ χρονών πέρασε στην Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού, στα Χανιά, ήταν η επιλογή του, γιατί σπούδαζε και η αδερφή του στην Κρήτη, με πολλή όρεξη. Στο δεύτερο εξάμηνο κάνει το πρώτο του ταξίδι σαν δόκιμος. Και τότε εγώ ως μητέρα, εντάξει, ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα ότι το παιδί μου θα φύγει απ’ το σπίτι και μάλιστα πώς θα καταφέρει να πάει στην άλλη άκρη του κόσμου. Ο αποχωρισμός αυτός, ο πρώτος, ήτανε και ο πιο καθοριστικός για εμένα ψυχολογικά, γιατί από κει και πέρα είχα πια προσαρμοστεί, είχα συνηθίσει, είχα συμβιβαστεί με το γεγονός ότι η ζωή του θα μοιράζεται ανάμεσα στη θάλασσα και στη στεριά. Αυτό που πάντα έτσι με ευχαριστεί και που με στηρίζει ψυχολογικά είναι το γεγονός ότι το κάνει με όρεξη αυτό που κάνει. Δηλαδή, φεύγει και εκεί που βρίσκεται, μάς δίνει την εντύπωση ότι αγαπάει αυτό που κάνει και είναι καλά με αυτό που κάνει. Δεν θα ξεχάσω ότι όταν παιδάκι, δεκαοχτώ χρονών, τον πήγε ο μπαμπάς του στο αεροδρόμιο και έφυγε, για να πάει να βρει το πλοίο στη Σιγκαπούρη, είχα μία μεγάλη ανησυχία βέβαια. Ευτυχώς συνοδευόταν από τον καπετάνιο, που θα είχε εκεί και από άλλους Αξιωματικούς Έλληνες, που θα είναι στο πλοίο, δεν πήγε μόνος του. Θυμάμαι μετά, όταν έφυγε πολύ πρωί και τον πήγε ο μπαμπάς του στο αεροδρόμιο, πήγα στο δωμάτιό του και πήρα αγκαλιά το μαξιλάρι του και άρχισα να κλαίω για αρκετή ώρα[00:05:00], γιατί είχα την αίσθηση ότι θα αργούσα πάρα πολύ να δω το παιδί μου. Αγκάλιαζα το μαξιλάρι του, έκλαιγα και είναι μία σκηνή έτσι η οποία μου έχει μείνει. Επίσης, στο πρώτο του ταξίδι κρατούσε ημερολόγιο με τα λιμάνια που βρισκόταν, με το πότε πήγαινε. Μου είχε δείξει και μια εφαρμογή στον υπολογιστή, που ανά πάσα στιγμή θα μπορούσα να βλέπω το πλοίο πού βρίσκεται, ξέροντας τα στοιχεία του πλοίου. Και βλέποντας έτσι σχηματικά το καράβι του, νοερά ήταν σαν τον έβλεπα τον Λεωνίδα. Κρατούσα ημερολόγιο, είχα κάνει αρχείο με τις φωτογραφίες που μου έστελνε, έγραφα κάθε πότε έπαιρνα μήνυμά του, τι μου έλεγε και αυτά τα κρατάω. Ήταν απ' το πρώτο του ταξίδι. Αισθανόμουν, δηλαδή, ότι έτσι βρίσκομαι κοντά του. Με ρωτούσαν συνέχεια άλλες μητέρες πώς μπορώ και αντέχω αυτήν την απόσταση, που το παιδί φεύγει μακριά, και απαντούσα ότι: «Αυτό που θέλω είναι να είναι καλά και να αγαπάει αυτό που κάνει». Νομίζω ότι και τα δύο ίσχυαν και ισχύουν, γιατί από κει και πέρα είναι θέμα να προσαρμοστείς, να συμβιβαστείς, να το δουλέψεις με τον εαυτό σου. Άλλωστε και για τα δυο μου παιδιά πιστεύω ότι έχω καταφέρει να μην έχω αυτήν τη συναισθηματική εξάρτηση της κτητικότητας, ότι τα παιδιά μου θέλω να τα 'χω στα πόδια μου, στην αγκαλιά μου μόνιμα. Θέλω... Δεν με πειράζει να είναι μακριά, αρκεί να είναι καλά. Και θυμώνω όταν βλέπω γονείς, οι οποίοι αντιμετωπίζουν τα παιδιά τους σαν να είναι κτήμα τους και τα θέλουν να είναι μες στο σπίτι, μες στα πόδια τους, να τα ελέγχουν, να τα χειραγωγούν, να μην συνειδητοποιούν ότι τα παιδιά μεγαλώνουν και φεύγουν. Ανοίγουν τις φτερούγες τους και κάνουν τη δική τους ζωή. Ως προς αυτό το είχα καταφέρει με τον εαυτό μου και ήταν πια και παραμένει πεποίθησή μου αυτό, που με βοήθησε πολύ να προσαρμοστώ στον δρόμο που διάλεξε ο Λεωνίδας: να είναι ναυτικός, να είναι το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στη θάλασσα και να ρυθμίζει ανάλογα τη ζωή του μ' αυτό που θέλει να κάνει. Νιώθω ήρεμη, προσαρμοσμένη και κάθε φορά που τον αποχαιρετώ –ευτυχώς ο χρόνος περνάει γρήγορα–, αυτή η επανάληψη είναι κάτι που μπορώ και ανταπεξέρχομαι σ' αυτό. Επίσης νιώθω περήφανη για τον Λεωνίδα, που δεν διαψεύστηκε στην επιλογή του, που κάνει κάτι στη ζωή του, που μπήκε στα βαθιά μάλλον από μικρός, και τώρα που είναι Ανθυποπλοίαρχος σ' αυτήν την ηλικία, νιώθω πάρα πολύ ευχαριστημένη, γιατί έχει επαγγελματικά αποκατασταθεί. Είναι ένα ώριμο παιδί, έχει έρθει σε επαφή με ανθρώπους οι οποίοι δεν κάνουν ένα εύκολο επάγγελμα, γιατί το να είσαι ναυτικός είναι κάτι πάρα πολύ δύσκολο, και ο ίδιος δείχνει ότι το αντιμετωπίζει υπεύθυνα και είναι επιλογή του. Αυτό με κάνει και εμένα ως μάνα να νιώθω ήρεμη και καλά.
Στο πρώτο ταξίδι, που περιγράφεις όλη αυτήν την ένταση και το αίσθημα της απώλειας, θες να πεις λίγο παραπάνω για τα πράγματα που αισθανόσουν; Σκέψεις, πράγματα που περνούσαν από το μυαλό σου[00:10:00] για το παιδί σου;
Ως μαμά με ενδιέφερε –θυμάμαι– να τρώει καλά, ήταν κάτι που τον ρωτούσα, αν είναι καλές οι συνθήκες μέσα στο πλοίο. Με καθησύχαζε ως προς αυτό, μου έστελνε φωτογραφίες, ας πούμε, με τα γεύματά του, με τους συναδέλφους του. Επίσης κάτι άλλο, απασχολούσε το θέμα της υγείας πάρα πολύ. Ένα άγχος που έχω δεν είναι η ασφάλεια ως προς τις καιρικές συνθήκες, αλλά είναι τα θέματα της υγείας, επειδή είσαι μακριά από φορείς υγειονομικούς, μη συμβεί κάτι. Αυτό είναι ένα άγχος, το οποίο υπάρχει έτσι κι αλλιώς. Ή η περίπτωση ατυχήματος επίσης. Και θυμάμαι όταν ήρθε απ' το πρώτο ταξίδι, μου περιέγραψε ότι κάποια στιγμή λόγω απειρίας, παραλίγο να υπάρχει ένα ατύχημα με κάποιο συρματόσχοινο, το οποίο πέρασε ξυστά από πάνω του με δύναμη και για πολύ λίγο δεν τον χτύπησε, και το θυμάμαι αυτό σαν περιστατικό. Ναι, ήταν ένα είδος απώλειας για μένα, αλλά ευτυχώς ο καιρός σ' αυτές τις περιπτώσεις δείχνει να περνάει γρήγορα –κάτι που θέλω να πω επίσης–, δηλαδή έχει μία ταχύτητα. Αυτό δεν ξέρω αν είναι υποκειμενικό ή αν είναι όντως αντικειμενικό. Δηλαδή, όλα αυτά τα διαστήματα, οι έξι, οι εφτά, οι οχτώ μήνες, που έκανε τώρα στο τελευταίο του ταξίδι, μου φαίνεται ότι περνάει πάρα πολύ γρήγορα κι αυτό είναι καλό. Θυμάμαι επίσης όταν ήρθε, που έτσι τον αγκάλιασα και έκλαιγα. Και μάλιστα ήθελε να μας κάνει έκπληξη και τον περιμέναμε αργότερα και ήρθε νωρίτερα. Είναι η δεύτερη φορά, το 'κανε και στο ταξίδι αυτό, το τελευταίο. Είναι κάτι που του αρέσει του Λεωνίδα, να τον περιμένουμε σε άλλο χρονικό διάστημα και να έρχεται νωρίτερα. Επίσης τώρα, με τον κορονοϊό ανησυχούσα, αλλά ο ίδιος με καθησύχαζε. Και η πειρατεία επίσης είναι ένας άλλος παράγοντας που μου δημιουργεί ένα άγχος, αλλά προσπαθώ να σκέφτομαι θετικά. Στο πρώτο ταξίδι επίσης, επειδή εμένα μ' αρέσουν πάρα πολύ οι φωτογραφίες και θεωρώ ότι έτσι νοηματοδοτούν και σηματοδοτούν τις στιγμές μας, εκτύπωσα κάποιες φωτογραφίες, τις είχα κολλήσει στο γραφείο του, στο δωμάτιό του και τις έβλεπα. Και αυτές επίσης, που μου έστελνε, τις έβλεπα πάρα πολύ συχνά. Πάντως αυτό που θέλω να πω είναι ότι το πρώτο του ταξίδι είναι αυτό το οποίο έτσι μου έμεινε ιδιαίτερα και ήταν το πιο ξεχωριστό για εμένα, ως δόκιμος που πήγε.
Είπες ότι περίμενες να σου στέλνει φωτογραφίες από το τι έτρωγε, οπότε με κάποιο τρόπο προσπαθούσες να φαντάζεσαι ή να συμμετέχεις στην καθημερινότητά του.
Ναι, ναι, ναι ακριβώς. Ναι, ένιωθα ότι το να γνωρίζω πώς είναι εκεί, ένιωθα ότι ερχόταν πιο κοντά μου.
Υπήρχαν έτσι φορές με συναισθήματα, που θυμάσαι, έτσι έντονα ή δύσκολες στιγμές έτσι–
Ναι, θυμάμαι όταν άκουσα τη φωνή του έτσι από μακριά, κάποια στιγμή που με πήρε τηλέφωνο, που είχε και παύσεις, λόγω της απόστασης και των συνθηκών. Συγκινήθηκα πάρα πολύ, όταν τον άκουσα έτσι στο πρώτο του ταξίδι. Το πρώτο τηλέφωνο που μας πήρε και που δεν το έκανε και αμέσως αυτό. Ναι, ότι έτσι άκουσα τη φωνή του και μου φάνηκε ως να ήταν διαφορετική. Είχε, δηλαδή, μια άλλη χροιά, αυτή της νοσταλγίας. Ναι, έτσι κάτι ιδιαίτερο... Θυμάμαι ότι μου είχε στείλει φωτογραφίες, που είχε ψαρέψει στον ωκεανό και είχε βγάλει πάρα πολλά ψάρια, και μας τα είχε στείλει. Επίσης χαιρόμουνα να τον βλέπω με τα άλλα παιδιά εκεί που ήτανε, γιατί σκεφτόμουν ότι κι αυτά τα παιδιά έχουν τις μανάδες τους, την οικογένειά τους, που τα περιμένει. Και είχε και στο πρώτο ταξίδι, είχε και κάποιον, έτσι ένα παιδί απ' το Μεσολόγγι, πατριώτης μου[00:15:00] και έτσι ήτανε κάτι πιο ιδιαίτερο. Για τον καπετάνιο του μού έλεγε. Επίσης για τις εντυπώσεις που δημιούργησε ο ίδιος, ότι τον εκτιμούσαν στο πλοίο μέσα και του έλεγα, και του λέω, να είναι σωστός, να είναι καλός χαρακτήρας, πρώτα αυτό και τα υπόλοιπα μετά, και να είναι και ικανός στη δουλειά του, που πιστεύω ότι είναι. Αλλά κέρδισε την εμπιστοσύνη μου και θεώρησα ότι έγινε ενήλικας ο Λεωνίδας πολύ γρήγορα, με τη δουλειά αυτή που διάλεξε, και ωρίμασε γρήγορα επίσης. Σαν άνθρωπος είναι θετικός ο ίδιος και αισιόδοξος, κι αυτό βοηθάει, και πάντα είχε την τάση –και τα δυο μου παιδιά– να θέλουν να είναι ανεξάρτητα, να σταθούν στα πόδια τους μόνα τους.
Όταν σου είπε, ωστόσο, ότι θέλει να γίνει καπετάνιος, εσένα–
Χάρηκα πάρα πολύ! Χάρηκα, γιατί παραμέρισα το συναισθηματικό κομμάτι το δικό μου, αλλά χάρηκα, γιατί το είδα πρακτικά, ότι είναι μία δουλειά, η οποία σε εξασφαλίζει επαγγελματικά και έχει και καλές απολαβές επίσης. Ήτανε πολύ θετικό για εμένα και γιατί κατάλαβα ότι απέκτησε στόχο, που είναι σημαντικό για έναν έφηβο να έχει έναν στόχο. Και μαζί –θυμάμαι– πηγαίναμε τότε και στο... να κάνει τις… που πέρασε τα τεστ, τα ιατρικά. Επίσης χρειάστηκε να κάνει λέιζερ, γιατί είχε μυωπία και αυτό το απεκατέστησε μετά, που κάναμε το λέιζερ. Δεν φορούσε γυαλιά πια μετά. Ήταν ένα μικρό άγχος που περάσαμε. Τακτοποιήθηκε, όλα καλά.
Οπότε λες ότι κάτι που μπορεί να… είπες ότι ο μπαμπάς του ψαρεύει.
Ναι, έχει χόμπι. Είχε πάντα μία βάρκα, ένα μικρό σκάφος και ψάρευε. Και ο ίδιος σαν παιδάκι είχε τις πετονιές του, τα δολώματα, είχε την τσάντα του και πήγαινε με τους φίλους του απ’ έξω στο λιμάνι, εδώ στο μέρος που ζούμε, και ψάρευε. Είχε μία, δηλαδή, εξοικείωση με τη θάλασσα πάντα.
Για εσένα η θάλασσα τι είναι;
Για μένα η θάλασσα, παρόλο που γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μέρος μακριά απ' τη θάλασσα, η σχέση μου με αυτή είναι αγαπητική. Δηλαδή, η θάλασσα πάντα είναι ένας τόπος για μένα ηρεμίας, γαλήνης. Μπορώ να κάθομαι ώρες να την κοιτάω τη θάλασσα, να σκέφτομαι, να αναπολώ, να μιλάω με τον εαυτό μου. Το καλοκαίρι περνάω αρκετές ώρες στη θάλασσα και μ’ αρέσει πάντα μόνη μου να πηγαίνω. Δεν θέλω να έχω παρέες για κουβέντα. Πάω, για να κολυμπήσω και να κάτσω ν' αράξω, να πάρω το βιβλίο μου, να διαβάσω. Μου προσφέρει ηρεμία πάρα πολλή. Μ' αρέσει, δηλαδή, το στοιχείο της θάλασσας. Επίσης με συνδέει με την Κρήτη, που είναι το αγαπημένο μου νησί. Και είναι το αγαπημένο μου νησί, γιατί και τα δυο μου παιδιά σπούδασαν εκεί και έχω πάρα πολύ ωραίες αναμνήσεις, που πήγαινα και με την αδερφή μου. Και όλη έτσι η εικόνα, ταξίδι με το πλοίο, λιμάνι, αποχαιρετισμοί, μου βγάζει έτσι κάτι πολύ ποιητικό και[00:20:00] ψυχολογικά μου δημιουργεί έτσι ένα πολύ ωραίο πεδίο μέσα μου η θάλασσα και ό,τι συνδέεται μ' αυτή.
Και το γεγονός ότι το παιδί σου ζει στη θάλασσα τόσο καιρό πώς είναι; Πώς νιώθεις γι’ αυτό;
Τον περιμένω να γυρίσει. 'Η το βλέπω και σαν κάτι που περιμένω και είναι ωραίο να περιμένεις. Αυτή η αναμονή. Το αντιμετωπίζω θετικά.
Και πώς είναι η ζωή, όταν περιμένεις;
Μπαίνω σε μία ρουτίνα καθημερινότητος. Είναι πολύ δύσκολο το τελευταίο βράδυ, κάθε φορά που είναι να φύγει, που ετοιμάζει τα πράγματά του. Πάμε σουπερμάρκετ μαζί και θα ήθελα κι όλο το σουπερμάρκετ να του το πάρω, ας πούμε, αν κάτι θέλει να διαλέξει. Διαλέγει κάποιες λιχουδιές που τρώει. Είναι λίγο δύσκολο, ναι, η επόμενη που… κάθε φορά που φεύγει, το τελευταίο βράδυ. Μετά υπάρχει αυτή η διάχυτη απουσία του στο σπίτι, η οποία περνώντας οι ημέρες καταλαγιάζει. Τα πράγματά του όπως τ' αφήνει, το κρεβάτι του, μετά αποκτούν έτσι μία... δεν ξέρω τώρα πώς να το εξηγήσω. Σου δίνουν την αίσθηση της απουσίας αλλά με εικόνες συγκεκριμένες. Δηλαδή, εγώ δεν βλέπω ένα κρεβάτι, δεν βλέπω ένα γραφείο, δεν βλέπω τα βιβλία του, τα βλέπω σε σχέση με τον Λεωνίδα. Είναι, δηλαδή, είναι σαν να είναι παρούσα η απουσία του, να το πω έτσι, μεταφέρεται στα αντικείμενα, στα πράγματά του. Και αυτό το ένιωσα και όταν η κόρη μου πρώτη φορά έφυγε να σπουδάσει, γιατί ήταν η πρώτη απουσία απ' το σπίτι. Και όταν γυρίσαμε απ' την Κρήτη, που την πήγαμε με τον μπαμπά της –το λέω έτσι συνειρμικά αυτό τώρα–, ναι, όταν γύρισα, μπήκα στο σπίτι και μπήκα στο δωμάτιό της μέσα. Δεν θα ξεχάσω αυτήν την ερημιά έτσι που αντιμετώπισα και συνειδητοποίησα τότε ότι έφυγε. Τότε το συνειδητοποίησα ότι έφυγε.
Αλλά με τον γιο σου η σκέψη ότι έχει φύγει στη θάλασσα και ότι θα λείπει έξι μήνες και ότι αυτό γίνεται συχνά είναι μια άλλη απουσία; Είναι σαν όλες τις απουσίες; Είναι κάτι που συνηθίζεται, όπως όλες;
Είναι κάτι που συνηθίζεται. Είναι κάτι που συνηθίζεται, ναι. Είναι... Το συνηθίζεις κάποια στιγμή. Βέβαια, ξέρω ότι αυτό θα κρατήσει κάποια χρόνια, δεν θα είναι μόνιμο. Υπάρχει αυτή η προοπτική και λέω πάντα: «Να ‘ναι καλά». Αυτό το βασικό που λέω: «Να ‘ναι καλά και να θέλει να το κάνει». Όποτε δεν θα θέλει να το κάνει και όποτε κουραστεί, γιατί υπάρχει κούραση, θα βρει κάτι αντίστοιχο να κάνει στη στεριά πια ή να φτιάξει την οικογένειά του. Επίσης θεωρώ ότι και για την κοπέλα του είναι πάρα πολύ δύσκολο, γιατί το να έχεις μια σχέση, το να είσαι ερωτευμένος και να είσαι μακριά από τη σχέση σου είναι πάρα πολύ δύσκολο και το διαχειρίζεται ίσως η κοπέλα του πιο δύσκολα.
Και αυτό είναι, ας πούμε, που σκέφτεσαι ή θες γι' αυτόν, το... Τι σκέφτεσαι, τι θες για αυτόν, για το μέλλον του;
Αυτό που θέλω είναι να πετύχει σ' αυτό που κάνει, να είναι ικανός. Πιστεύω ότι όταν πετύχουμε στη δουλειά μας, αυτό γεμίζει ένα μεγάλο μέρος του εαυτού μας και είναι σημαντικό, και για την αυτοεικόνα μας και μας καλύπτει σε πολλά προσωπικά πεδία. Θέλω να είναι πετυχημένος σ' αυτό που κάνει, να είναι ευχαριστημένος, να αντλεί[00:25:00] αυτοπεποίθηση απ' αυτό και αυτοεκτίμηση και μετά θέλω να είναι κοντά σε ανθρώπους που τον αγαπάνε, τον καταλαβαίνουν. Η προσωπική ευτυχία είναι θέμα για τον καθένα διαφορετικό. Να είναι καλά θέλω, να είναι καλά συναισθηματικά και από άποψη υγείας βασικά. Δεν ξέρω αν ονειρεύομαι εγγόνια για τα παιδιά μου, δεν νομίζω. Θέλω, όμως, να είναι κοντά... να βρουν έναν άνθρωπο που να τον αγαπούν, να τους αγαπάει και να μοιράζονται μαζί του στιγμές και συναισθήματα και να έχουν οικονομική ασφάλεια και να είναι οικονομικά εξασφαλισμένοι.
Λες ότι θες να είναι συναισθηματικά καλά. Πώς το νιώθεις, πώς τον βιώνεις, όταν είναι στο πλοίο; Τι σκέφτεσαι ότι νιώθει; Τι νιώθεις ότι νιώθει;
Καταρχήν, είναι εσωστρεφής ο Λεωνίδας. Δεν αναλύει τα συναισθήματά του, δεν τα εκφράζει και ούτε δίνει λέξεις στα συναισθήματά του. Όταν τον ρωτάω και μου λέει: «Όλα κομπλέ, μάνα», το χαρακτηριστικό του, πιστεύω ότι είναι καλά. Είναι καθησυχαστικός με το να μου λέει: «Μην ανησυχείς, όλα ok», χωρίς να αναλύει, χωρίς να δίνει λεπτομέρειες. Δεν το κάνει αυτό. Επίσης αυτό που καταλαβαίνω είναι όλο αυτό το διάστημα, περνώντας ο καιρός, κουράζεται κάποια στιγμή, γιατί το μικρό μέρος, αυτό που ζούμε, ο ίδιος αρχίζει και το αντιμετωπίζει σαν Παρίσι. Δηλαδή, του λέω ότι κατέβηκα βόλτα στην παραλία και με θεωρεί τυχερή ας πούμε. Αυτό είναι η προέκταση, που δίνει ο ίδιος, στο ότι πεθύμησε τους φίλους του, το σπίτι του, το μέρος που ζει, γιατί –κακά τα ψέματα– υπάρχει μεγάλη μονοτονία στη θάλασσα από ένα σημείο και πέρα, μεγάλη μονοτονία. Ειδικά... δεν βγαίνουν σε λιμάνια τώρα, δηλαδή οχτώ μήνες βγήκε και τρεις φορές, και δεν έχει καμία σχέση με το να νομίζουμε ότι οι ναυτικοί γυρίζουν όλο τον κόσμο, με την έννοια ότι βλέπουν αξιοθέατα, κάνουν τουρισμό, γνωρίζουνε καινούργια μέρη. Αυτό που γνωρίζουν είναι ορίζοντες, ουρανό και θάλασσα, πιστεύω, πιο πολύ, αλλά και γι' αυτόν είναι θέμα προσαρμογής. Το παίρνεις απόφαση κάποια στιγμή.
Τώρα με τον κορονοϊό, πώς ήτανε τα πράγματα; Είπες ταξίδευε.
Ταξίδευε, ναι. Ήταν Αμερική. Στην αρχή ανησύχησα. Τον ρωτούσα και μου έλεγε, όμως, ότι δεν έρχονται σε επαφή. Είναι σαν ένα είδος καραντίνας, ήτανε σε καραντίνα. Δεν έρχονταν σε επαφή μ' άλλους ανθρώπους, δεν κατέβαιναν στα λιμάνια, δεν ανέβαιναν άλλοι. Οπότε, μεταξύ τους, τα είκοσι πέντε αυτά, τριάντα άτομα, δεν είχαν περιθώρια αυξημένου κινδύνου. Ένιωθα πολύ πιο ήσυχη απ’ ό,τι ένιωθα με την κόρη μου, η οποία ζούσε στην Αθήνα. Από ένα σημείο και πέρα, δεν ανησυχούσα, όχι, εφόσον είχε εξασφαλιστεί με αυτόν τον τρόπο. Αν κατέβαινε σε λιμάνι, ναι, θα ήταν πιο τα πράγματα δύσκολα, όμως δεν συνέβη αυτό. Ένιωθα μάλλον ήσυχη.
Όταν μιλάς με άλλους ανθρώπους για το... όταν σε ρωτάνε πώς είναι ο γιος σου και τα λοιπά, για το ταξίδι, πώς νιώθεις;
Δεν λέω πολλά. Νομίζω, όμως, ότι η νοσταλγία έτσι φαίνεται στον τρόπο που μιλάω για τον Λεωνίδα και το πόσο μου λείπει επίσης. Γιατί με όλα αυτά που σας είπα, πίσω από αυτά υπάρχει το γεγονός ότι, βεβαίως, μου λείπει. Μπορεί να μη βλέπω συχνά και την κόρη μου, αλλά η αίσθηση ότι είναι δίπλα σε κάνει να νιώθεις αλλιώς. Αυτό το οποίο δημιουργεί το αίσθημα της απουσίας[00:30:00], το κάνει πιο έντονο μάλλον, είναι η διαφορά η χιλιομετρική που υπάρχει, η απόσταση η γεωγραφική. Να ξέρεις ότι εσύ είσαι σε ένα μικρό μέρος στην Ελλάδα και το παιδί σου είναι Αμερική, είναι στον ωκεανό, στον Ατλαντικό, στον Ειρηνικό, Κίνα, Σιγκαπούρη, ας πούμε, πολύ μακριά. Η απόσταση είναι. Επίσης κάτι άλλο που με βοήθησε είναι το γεγονός ότι η αδερφή μου –μία αδερφή έχω, με την οποία έχουμε μία πάρα πολύ καλή σχέση, είμαστε πολύ δεμένες– έφυγε νωρίς και ζει εδώ και είκοσι πέντε χρόνια στην Αγγλία. Αυτό με βοήθησε τότε να προσαρμοστώ και να συνηθίσω την απόσταση, γιατί και αυτή τη βλέπω πολύ λίγο, σε σχέση με όσο θα ήθελα να τη βλέπω. Και με το πέρασμα των χρόνων, μέσα μου το καλλιέργησα αυτό, δηλαδή συνθηκολόγησα με την απόσταση αγαπημένων ανθρώπων και την απουσία. Οπότε μετά, ερχόμενη η περίπτωση του παιδιού μου, ήμουνα πιο έτοιμη γι' αυτό.
Μου έχεις πει αρκετά πράγματα για το πώς τα καταφέρνεις, αλλά δεν μου έχεις πει αρκετά για έτσι στιγμές που νιώθεις ότι τα πράγματα είναι δύσκολα. Αυτό έτσι παρατηρώ κάπως.
Σε σχέση με την απουσία;
Ναι.
Είπα πότε είναι πιο δύσκολα. Είναι την παραμονή, που θα φύγει, και είναι και η πρώτη εβδομάδα, μέχρι να τακτοποιηθεί, μέχρι να καταλάβω ότι όλα καλά, μπήκε στο πλοίο, προσαρμόστηκε. Οι πρώτες μέρες είναι πιο δύσκολες. Από εκεί και πέρα, όταν έχουμε επικοινωνία –που είχαμε σχεδόν κάθε μέρα με το Messenger, που μιλάγαμε–, τα πράγματα δεν θα τα χαρακτήριζα δύσκολα. Και ο ίδιος έτσι φαίνεται να έχει… θέλει να δει πώς είμαστε, μας ρωτάει αν είμαστε καλά, τι κάνουμε. Δόξα σοι ο Θεός, δεν μας συνέβη κάτι δυσάρεστο. Όταν πέθανε η μητέρα μου, η γιαγιά του, έτυχε να είναι εδώ, οπότε δεν έχει ακούσει σε ταξίδι κάτι άσχημο για μας, που θα τον στεναχωρούσε. Είναι κάτι το οποίο το συνηθίζει κανείς.
Φοβάσαι κάτι τέτοιο, ότι μπορεί κάτι να συμβεί και να μην είναι εδώ αυτός;
Ναι, μου έχει περάσει από το μυαλό μου. Ναι, δεν θα ήθελα, δηλαδή, να τον κάνω να στεναχωρηθεί, γιατί όταν είσαι σε απόσταση είναι δύσκολα τα πράγματα. Μάλιστα, θυμάμαι ότι για έναν πολύ φίλο του, που ήταν μαζί στη σχολή, για ένα παιδί, του έτυχε το τραγικό ότι όταν ταξίδευε, έχασε τον πατέρα του το παιδί αυτό. Και έτσι με είχε στεναχωρήσει πάρα πολύ, ήταν κάτι το οποίο το σκεφτόμουνα, πόσο δύσκολο είναι να είσαι πολύ μακριά και να συμβεί κάτι στην οικογένειά σου και να λείπεις. Ναι, αυτό το σκέφτομαι κάποιες φορές.
Εσύ, που είσαι στην στεριά, πώς νιώθεις από τη δική σου πλευρά για την πιθανότητα να συμβεί κάτι εκεί;
Να συμβεί κάτι εκεί;
Στη θάλασσα. Πώς νιώθεις, όταν σκέφτεσαι αυτό; Ανέφερες πειρατεία.
Έχω ένα ήπιο άγχος. Δηλαδή, αυτό που με απασχολεί πρώτα είναι το θέμα της υγείας του παιδιού. Δεν με ανησυχούν οι καιρικές συνθήκες, γιατί τα πράγματα είναι πια πολύ ελεγμένα και έχουν τα μέσα όλα να αποφύγουν οτιδήποτε επικίνδυνο, και ο ίδιος όταν μου περιγράφει φουρτούνες, τρικυμίες και αυτά, τα λέει με μία νηφαλιότητα, σαν να αντιμετωπίζει κάτι πολύ φυσιολογικό. Ας πούμε μου είπε ότι –προχθές– ότι μια εβδομάδα ήτανε σε πολύ μεγάλα κύματα και κουνούσε συνέχεια, αλλά το ’λεγε σαν να λέει κάτι πάρα πολύ συνηθισμένο. Η πειρατεία είναι κάτι το οποίο με αγχώνει, αλλά όχι πολύ. Συμβαίνει μόνο στην Αφρική. Ας πούμε, σε αυτό το ταξίδι, οχτώ μήνες δεν περάσανε καθόλου από την Αφρική[00:35:00]. Σ' ένα άλλο ταξίδι, που ήξερα ότι πήγαν στη Νιγηρία, ναι, είχα ένα άγχος παραπάνω. Είχα άγχος τότε, αλλά είναι και ο ίδιος καθησυχαστικός και θετικός, οπότε όταν τον βλέπεις τον ίδιο έτσι δυνατό, ότι είναι δυνατός, παίρνεις κι εσύ θάρρος και δεν σκέφτεσαι το αρνητικό. Ο Λεωνίδας είναι θετικό παιδί. Ήταν πάντα θετικός και αισιόδοξος, ψύχραιμος και δεν θα τον έλεγα αγχώδη καθόλου, σε αντίθεση με το άλλο παιδί μου, την κόρη μου.
Όταν κράταγες τις σημειώσεις στο ημερολόγιο, πώς ένιωθες; Πώς το βίωνες, το ότι το έκανες αυτό; Τι συναισθήματα είχες;
Ότι αισθανόμουν ότι ήμουνα κοντά του μ' αυτόν τον τρόπο, ότι τον είχα κάπου έτσι κοντά. Και στον υπολογιστή σημείωνα ημερομηνία, από αυτήν την εφαρμογή που είπα πριν, πού βρίσκεται το πλοίο και είχα γράψει όλα τα λιμάνια απ' τα οποία πέρασε με τις ημερομηνίες. Ήτανε κάτι το οποίο με έκανε να νιώθω ότι τον προσεγγίζω. Αυτό.
Τα ήξερες τα λιμάνια;
Πολλά δεν τα ήξερα, όχι, γιατί είχε πάει και Κίνα. Στο πρώτο ταξίδι ήτανε και στην Κίνα.
Τα έψαχνες;
Ναι, τα έψαχνα. Τα έψαχνα, κοίταζα φωτογραφίες, έτσι πώς ήτανε. Είναι τρόποι που βρίσκεις, όταν έναν άνθρωπο τον έχεις μακριά, δικό σου, για να καλύψεις την απόσταση και την απουσία.
Σε έχει συγκινήσει ποτέ κάποιο μέρος που έχεις δει; Να σου έχει κάνει εντύπωση;
Από αυτά που πήγε ο Λεωνίδας; Στην Κίνα, το Τσινγκτάο. Μου έλεγε ότι εκεί ήπιε την πιο ωραία μπύρα, που έχει πιεί, που κατέβηκε. Επίσης στο Τέξας, που του έκανε και του ιδίου εντύπωση. Είχε και κάποιες πολύ ωραίες φωτογραφίες. Το Μεξικό, που του άρεσε πολύ. Ναι και νοερά έτσι, ένιωθα ότι θα μπορούσα κι εγώ να ταξιδέψω προς τα εκεί. Επίσης θυμάμαι την κολόνια, το άρωμα που μου έφερε στο ταξίδι που πήγε. Έχω το μπουκαλάκι, εννοείται, ακόμα το κρατάω. Από τη Σιγκαπούρη νομίζω. Είχε φέρει και στον μπαμπά του και στην αδερφή του, νομίζω, ένα μεταλλικό κουτί με σοκολατάκια. Μικροπραγματάκια ο ίδιος έτσι που έφερνε. Μπρελόκ, το μπρελόκ που έχω είναι απ’ τον Λεωνίδα. Ναι, είναι αυτό, ότι κάποια πράγματα τους δίνεις μία αξία συναισθηματική και τα μεγεθύνεις, επειδή ακριβώς έχουν μία συναισθηματική αξία για σένα.
Οπότε προσπαθείς να μένεις δυνατή και ψύχραιμη λες.
Ναι. Και νομίζω ότι τα έχω καταφέρει σ' ένα πολύ μεγάλο βαθμό και είναι και μία δοκιμασία για τον εαυτό μου αυτή, το να νιώθω ότι θωρακίζομαι συναισθηματικά. Το θεωρώ ένα ωραίο γεγονός της ζωής μου αυτό, ότι έχω γιο ναυτικό. Το 'χω... το βλέπω θετικά. Δεν ξέρω αν θα ήταν εύκολο να είμαι γυναίκα ναυτικού, αλλά ως μητέρα ναυτικού είναι ένα ωραίο γεγονός στη ζωή μου. Δεν θα ήθελα με τίποτα το παιδί μου να είναι εδώ και να είναι άνεργο, να ψάχνει να βρει δουλειά, να έχει άλλα άγχη. Αυτό με ευχαριστεί τώρα έτσι όπως είναι. Με ανησυχεί και το πώς θα διαχειρίζεται τα χρήματά του βέβαια, γιατί είναι η δουλειά τέτοια, που σου έρχονται απότομα αρκετά χρήματα και αυτό με αγχώνει. Πώς θα αντιμετωπίσει και αν θα κάνει καλή διαχείριση. Τώρα, βέβαια, έκανε το όνειρό του, να πάρει το αγαπημένο του αυτοκίνητο. Τα πρώτα λεφτά που έβγαλε. Εντάξει, εγώ είχα κάποιες ενστάσεις, το θεώρησα πρώιμο, αλλά, αφού το θέλει, δεν μπορούσα να πω κάτι άλλο[00:40:00].
Υπάρχει κάτι άλλο που θες να συμπληρώσεις;
Ότι αυτή η ωραία σχέση που είχα ως άτομο με τη θάλασσα κάποια στιγμή πήρε ένα νόημα. Και τα βαπτιστικά του ρούχα ήταν ναυτικά, όταν τον βαφτίσαμε. Κανείς δεν ήξερε τότε ότι ο Λεωνίδας θα γίνει καπετάνιος και τα έχω, τα βλέπω και έτσι κάνω έναν συνδυασμό. Ναι, η θάλασσα είναι ένα πάρα πολύ ωραίο στοιχείο, έτσι που πάντα μου άρεσε και το ότι ο γιος μου είναι ναυτικός... είναι σαν να έγινε μία συνάντηση.
Και ο πατέρας του έχει καλή σχέση με τη θάλασσα–
Ναι, ναι–
Είπατε.
Ναι, ναι. Είναι χομπίστας ψαράς χρόνια. Μπορεί να τον μύησε κιόλας έτσι ασυναίσθητα. Μικρούλης, ας πούμε, πήγαινε με το σκάφος, τον πήγαινε βόλτα, βλέπαν τα δελφίνια.
Οπότε έχετε και οι δύο καλή σχέση με τη θάλασσα.
Ναι, μ' αρέσει και ο Καββαδίας πάρα πολύ. Άκουγα πολύ Καββαδία, ας πούμε, «Τον Σταυρό του Νότου», τα τραγούδια όλα. Όταν λείπει ο Λεωνίδας ταξίδι, τ' ακούω συχνά.
Και μοιάζει καθόλου το να είσαι ναυτικός σαν τον Καββαδία, με το να είσαι ναυτικός στην πραγματική ζωή;
Νομίζω ότι ο Καββαδίας έζησε σε δύσκολα χρόνια σαν ναυτικός. Ήταν αλλιώς τότε τα πράγματα. Οι συνθήκες ήταν πάρα πολύ δύσκολες, αλλά ο απόηχος των ποιημάτων του νομίζω ότι φτάνει μέχρι και τώρα στη ζωή των ναυτικών. «Θα μείνω πάντα ιδανικός και ανάξιος εραστής και των γαλάζιων πόντων…». Πώς το λέει; Μ’ αρέσει πάρα πολύ αυτό, του ανεκπλήρωτου, η αίσθηση που έχει αυτό το τραγούδι, ναι.
Είναι κάπως στενάχωρο. Εσείς λέτε ότι είστε θετική και έτσι και ο γιος σας–
Είναι στενάχωρο, είναι μελαγχολικό και είναι... Ως χαρακτήρας, όχι, δεν είμαι. Έχω υπόβαθρο αρκετά καταθλιπτικό, πιστεύω, γι’ αυτό και μου αρέσουν αυτά. Όταν καλούμαι, όμως, να δω κάτι θετικά και να προσαρμοστώ σ' αυτό, το κάνω. Μόνο αν το έβλεπα θετικά, που και το είδα τελικά, θα ήταν μικρότερη η απώλεια και η απουσία του παιδιού. Είναι θέμα να το δουλέψεις.
Ωραία, ευχαριστώ πολύ!
Χάρηκα πάρα πολύ που μπόρεσα και μίλησα και έτσι νιώθω ωραία τώρα. Εγώ ευχαριστώ!
Περίληψη
Η αφηγήτρια μιλά για την πορεία του γιου της, Λεωνίδα, από τη στιγμή που πήρε την απόφαση να γίνει ναυτικός. Εξιστορεί την εμπειρία της από το πρώτο μακρινό ταξίδι του παιδιού της και αναφέρει ότι το αίσθημα της «ερημιάς» που βίωσε, κατάφερε να το μεταφράσει με θετικό τρόπο, έτσι ώστε να συμφιλιωθεί με αυτό και να συνηθίσει την πολύ συχνή απουσία του γιου της. Μέσα από τα λόγια της, γίνεται αντιληπτό ότι όλη η οικογένεια έχει μια σχέση αγάπης με τη θάλασσα, κάτι που ίσως τον επηρέασε ασυναίσθητα στην απόφαση του Λεωνίδα. Τέλος, η αφηγήτρια κλείνει με την έκφραση κάποιων ανησυχιών, αλλά και ελπίδων της σχετικά με τη ζωή του γιου της και εύχεται να είναι καλά με αυτό που κάνει για όσο καιρό επιλέγει να το κάνει.
Αφηγητές/τριες
Άννα "Ψευδώνυμο"
Ερευνητές/τριες
Μαρία Ηλιάδη
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
11/06/2020
Διάρκεια
43'
Περίληψη
Η αφηγήτρια μιλά για την πορεία του γιου της, Λεωνίδα, από τη στιγμή που πήρε την απόφαση να γίνει ναυτικός. Εξιστορεί την εμπειρία της από το πρώτο μακρινό ταξίδι του παιδιού της και αναφέρει ότι το αίσθημα της «ερημιάς» που βίωσε, κατάφερε να το μεταφράσει με θετικό τρόπο, έτσι ώστε να συμφιλιωθεί με αυτό και να συνηθίσει την πολύ συχνή απουσία του γιου της. Μέσα από τα λόγια της, γίνεται αντιληπτό ότι όλη η οικογένεια έχει μια σχέση αγάπης με τη θάλασσα, κάτι που ίσως τον επηρέασε ασυναίσθητα στην απόφαση του Λεωνίδα. Τέλος, η αφηγήτρια κλείνει με την έκφραση κάποιων ανησυχιών, αλλά και ελπίδων της σχετικά με τη ζωή του γιου της και εύχεται να είναι καλά με αυτό που κάνει για όσο καιρό επιλέγει να το κάνει.
Αφηγητές/τριες
Άννα "Ψευδώνυμο"
Ερευνητές/τριες
Μαρία Ηλιάδη
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
11/06/2020
Διάρκεια
43'