© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Το Ναύπλιο τα χρόνια της Κατοχής και του πολέμου
Κωδικός Ιστορίας
15535
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Ιωάννης Ρούτουλας (Ι.Ρ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
13/06/2020
Ερευνητής/τρια
Λουκία Βαρβάρα Νικολάου (Λ.Ν.)
[00:00:00]Είναι 14 Ιουνίου του 2020, oνομάζομαι Νικολάου Λουκία και βρισκόμαστε στο Ναύπλιο μαζί με τον κύριο Ιωάννη Ρούτουλα και ξεκινάμε.
Λέγομαι Ρούτουλας Ιωάννης του Κωνσταντίνου. Είμαι μόνιμος κάτοικος Ναυπλίου. Εδώ έχω γεννηθεί, είμαι συνταξιούχος δικηγόρος, είμαι 86 ετών. Εγεννήθηκα στις 30 Νοεμβρίου του έτους 1934, εδώ στο Ναύπλιο. Ο πατέρας μου είχε μεγάλο παντοπωλείο και επειδή πήγαιναν καλά οι δουλειές του, ήθελε να με κρατήσει στο κατάστημά του και να μην προχωρήσω σε σπουδές. Εκάθισα τον πρώτο χρόνο, αλλά δεν ένιωθα ικανοποιημένος και του εδήλωσα ότι θα πάω να σπουδάσω Νομική. Πράγματι, επήγα και σπούδασα Νομική. Έδωσα εξετάσεις στη Νομική Σχολή Αθηνών και στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Πέρασα και απ’ τις δύο. Παρέμεινα όμως, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, λόγω γειτνιάσεως με το Ναύπλιο. Καλά πήγα. Πήρα το πτυχίο μου και εγκαταστάθηκα στο Ναύπλιον. Παρέμεινα δύο χρόνια, όπως προεβλέπετο απ’ τον νόμο τότε, ασκούμενος δικηγόρος και μετά άνοιξα δικό μου γραφείο και ήμουνα ελεύθερος επαγγελματίας. Δόξα τω Θεώ πήγα πολύ καλά με το επάγγελμά μου, χωρίς να έχω βοήθεια από κανέναν, «πλάτες» που λέμε και τούτο ωφείλετο στο ότι, ο πατέρας μου, όπως θα πω και περαιτέρω, ήταν άνθρωπος της δουλειάς, ήτανε αυστηρός και ήθελε λοιπόν, να με κρατήσει. Εγώ είπαμε, έφυγα, σπούδασα, αλλά τι γίνεται. Στα διαστήματα που ήμουνα μαθητής και δημοτικού στις μεγαλύτερες τάξεις, αλλά και σ’ όλες τις τάξεις του γυμνασίου, είχε την απαίτηση –και καλά έκανε, μου βγήκε σε καλό– στις διακοπές Χριστουγέννων, Πάσχα και καλοκαίρι να μην είμαι ελεύθερος, να πηγαίνω στο μαγαζί, στο μπακάλικο τότε της εποχής και να βοηθάω. Όπερ και εγένετο. Βέβαια, μπορεί αυτό να με στεναχωρούσε τότε, λόγω της μικρής ηλικίας μου, αλλά στην πράξη απεδείχθη σωτήριο, διότι κατά την άσκηση του επαγγέλματός μου, μπόρεσα να αναπτύξω αρκετή πελατεία διότι, όταν ήμουνα μικρός στο μπακάλικο του πατέρα μου, είχα αρχίσει να δημιουργώ γνωριμίες με τους πελάτες, οι οποίοι ήσαν κατά κανόνα αγρότες απ’ τα χωριά και όταν λοιπόν άνοιξα γραφείο Δικηγορικό μου, ήρχοντο πελάτες γνωστοί και κατ’ αυτόν τον τρόπο ανέπτυξα καλά το επάγγελμά μου και ήμουνα ευχαριστημένος. Θα ήθελα όμως να ανατρέξουμε λίγο στο παρελθόν. Ως μαθητής δημοτικού, ήμουνα καλός μαθητής, είχα το χάρισμα απ’ τον Θεό να διαβάσω καθαρά, δυνατά και ωραία. Με αποτέλεσμα κάποια μέρα θυμάμαι ένας δάσκαλός μου, την ώρα που διάβαζα, εγώ ήμουνα ο τελευταίος που μ’ άφησε να διαβάσω και εξέφρασε τον θαυμασμό του και λέει: «Απ’ όλους καλύτερα διαβάζει ο Ρούτουλας». Αυτό μου έδινε αέρα που λέμε, ηθική ικανοποίηση για να έχω περισσότερη απόδοση στα μαθήματά μου. Πρωτού πάω όμως σχολείο, συγκεκριμένα στην Πρώτη Τάξη εγράφτηκα τον Σεπτέμβριο του έτους 1940. Δηλαδή στην Πρώτη Τάξη ήμουνα κατά το σχολικό έτος ’40-’41. Τότε λοιπόν, είχε ξεκινήσει στην Ευρώπη ο Παγκόσμιος Πόλεμος, με τους Γερμανούς να καταλαμβάνουνε τη Γαλλία και άλλα κράτη. Ακόμα η Ελλάδα δεν είχε εμπλακεί στον πόλεμο. Βέβαια τον προηγούμενο Αύγουστο του έτους 1940, έγινε ένα φοβερό, δυσάρεστο γεγονός στην Παναγία της Τήνου, στην πανήγυρη είχε πάει ένα καταδρομικό Ελληνικό πλοίο, πολεμικό, η «Έλλη», «Έλλη». Εκεί λοιπόν, ενώ ετοιμαζόντουσαν το πλήρωμα να μετάσχει στον πανηγυρισμό και λοιπά της εορτής, εδέχθηκε δύο τορπίλες από υποβρύχιο που δεν φαινότανε και κατεστράφη και πνίγηκαν και μερικοί ναύτες Έλληνες. Έγινε τότε αγανάκτηση εκ μέρους του Ελληνικού λαού. Βέβαια τότε κυβέρνηση είχε ο Μεταξάς, Ιωάννης Μεταξάς, ο οποίος ήταν πανέξυπνος και δυναμικός και σωφρόνως ενεργών, δεν έδωσε στο γεγονός αυτό μεγάλη έκταση, για να μην καταλάβουνε οι Ιταλοί –διότι τελικά ήτανε από τους Ιταλούς αυτό– για να μην το καταλάβουν και αρχίσουν... Άφησε, το άφησε να περάσει σιωπηρώς. Συγχρόνως όμως επειδή διέβλεπε ότι θα εμπλακεί η Ελλάδα στον πόλεμο, ετοίμαζε κρυφά, έκανε στρατολογία, καλούσε αυτά, ηλικίες –κρυφά βέβαια– κρυφά ηλικίες στρατευσίμων, εγύμναζε, τους εγύμναζε το κράτος και κατ’ αυτόν τον τρόπο ήταν έτοιμη η Ελλάδα να ξεκινήσει να μετάσχει σε πόλεμο που θα εδέχετο επίθεση. Όπως και εδέχθη λοιπόν, στις 28 Οκτωβρίου του 1940, επίθεση από την Ιταλία, επάνω στα σύνορα. Είχε προηγηθεί τη νύχτα εκείνη, η επίσκεψη του Ιταλού πρεσβευτή, πρεσβευτού της Ελλάδος, της Ιταλίας στην Ελλάδα στο σπίτι στην Κηφισιά, του πρωθυπουργού του Μεταξά και του παρέδωσε ένα έγγραφο ότι η Ιταλία θέλει να περάσει από την Ελλάδα στρατό, διότι είχε... η Ιταλία ήτανε συμμαχικό κράτος με τη Γερμανία και συνεπώς η μεν Γερμανία είχε εξαπλωθεί σ’ όλη την Ευρώπη νικώντας, ο δε Μουσολίνι, της Ιταλίας ο πρωθυπουργός, ηθέλησε να [00:05:00]προκαλέσει τον θαυμασμό του Χίτλερ και να καθυποτάξει την Ελλάδα. Ο Μεταξάς εκείνο το βράδυ λοιπόν, εκείνη τη νύχτα, υπεδέχθη τον Γκράτσι, τον Ιταλό πρεσβευτή με –είναι προς τιμήν του αυτό που θα πω– με μπαλωμένη ρόμπα. Ποιος; Ο πρωθυπουργός της Ελλάδος. Ήταν ακέραιος, τίμιος, καθαρός, άνθρωπος πατριώτης. Λοιπόν, τελικά απέρριψε την πρόταση αυτή και τότε ο Γκράτσι του λέει: «Ώστε θα έχουμε πόλεμο; Δεν δέχεστε να διευκολύνετε την διέλευση στρατού, Ιταλικού στρατού απ’ το...». «Όχι», του λέει. «Ώστε θα ’χουμε πόλεμο;». «Βεβαίως». Και πράγματι λοιπόν, μας κήρυξε τον πόλεμο και άρχισαν οι επιθέσεις των Ιταλών, ενώ έχει πει στο Γκέτεμα η Ιταλία ότι, στις 6:00 η ώρα το πρωί αν δεν δεχτούμε συμβιβασμό θα αρχίσει την επίθεση. Αυτοί άρχισαν από τις 5:00. Ευτυχώς τότε, επειδή διέβλεπε είπαμε ο Μεταξάς ότι θα υποστούμε επίθεση, είχε προετοιμάσει τον στρατό επάνω στα σύνορα, ο Δαβάκης, ένας περίφημος αξιωματικός και κατόρθωσε να αποτρέψει την δίοδο, την είσοδο των Ιταλικών στρατευμάτων σε βάθος στην Ελλάδα. Μόνο στην αρχή στα σύνορα υπήρξε μία ελαφρά είσοδος Ιταλικού στρατού, αλλά απωθήθησαν αμέσως. Και τότε θυμάμαι, ήμουνα λοιπόν στην Πρώτη τάξη δημοτικού στις αρχές, απ’ τον Σεπτέμβριο. Ήταν 28 Οκτωβρίου και ήταν μεσημέρι. Θυμάμαι είχα μία αδελφή τέσσερα χρόνια μεγαλύτερή μου και τρώγαμε εκείνη την ώρα και μπαίνει μία θεία μου και λέει: «Η Ιταλία μας κήρυξε τον πόλεμο». Εγώ τα ’χασα, ήμουνα 5-6 ετών, 6 ετών τότε. Μετά όμως, κατάλαβα τι γινότανε, χτυπούσανε οι καμπάνες. Όλος ο Ελληνικός λαός τότε, δεν εκάμφθη, δεν φοβήθηκε. Αντιθέτως είχε αισιοδοξία, χαμόγελα, επιστράτευση, ενθουσιασμός. Και πράγματι, έγινε τότε το λεγόμενο «θαύμα του 1940». Δηλαδή, τα Ελληνικά στρατεύματα κατετρόπωσαν και κάθε μέρα κατετρόπωναν τον Ιταλικό στρατό και οι πάντες εθαύμαζαν. Εφημερίδες ρωσικές, αυτό, εκπομπές ραδιοφώνου, απ’ την Αγγλία ο Τσώρτσιλ εξεδήλωνε τον θαυμασμό προς την Ελλάδα και λοιπά. Ο πόλεμος αυτός κράτησε όλο τον χειμώνα, με φοβερές συνέπειες, αλλά νικούσαμε συνέχεια και τελικά επειδή δεν μπορούσε, όχι μόνο δεν μπορούσαν να προχωρήσουν τα Ιταλικά στρατεύματα εις βάρος της Ελλάδας, αντιθέτως εμείς, ο Ελληνικός στρατός τους κυνηγούσε και θα τους έριχνε στη θάλασσα. Τότε, αναγκάστηκε ο Χίτλερ της Γερμανίας, να επέμβει και να μας επιτεθεί. Σημειωτέον όμως, ότι πρώτα ο Γερμανός πρεσβευτής, απευθύνθηκε στον πρωθυπουργό –ο Μεταξάς πέθανε τον Γενάρη του ’41, 18 Ιανουαρίου– και ανέλαβε πρωθυπουργός ένας Κοριζής, υπέροχος άνθρωπος, Έλληνας πατριώτης και όταν του απευθύνθηκε ο Γερμανός πρεσβευτής ότι: «Θέλετε, να μας επιτρέψετε να εισέλθουμε στην Ελλάδα για να διώξουν τους Άγγλους». Είχαν μίσος κατά των Άγγλων οι Γερμανοί. «Όχι», ήταν το δεύτερο «όχι» του πόλεμου εκείνου. Τελικά έγινε, μετά εισήλθαν τα στρατεύματα τα Γερμανικά, έγινε επάνω στα σύνορα αντίσταση σθεναρά από τον ελληνικό στρατό, με μεγάλα, θετικά αποτελέσματα. Εν πάση περιπτώσει όμως, ήτανε πλέον κουρασμένος ο Εθνικός στρατός, μεγάλη δύναμη η Γερμανία με τα στούκας, τα αεροπλάνα και τα λοιπά, κατελήφθη η Ελλάδα. Τότε λοιπόν δημιουργήθηκε Εθνική Αντίσταση. Οι Έλληνες αξιωματικοί, απόστρατοι πλέον, τουλάχιστον εδώ στην Αργολίδα που άκουγα εγώ, έγινε εθνικό αντάρτικο στον Φαρμακά επάνω, εδώ στην Αργολίδα και πήγανε πάρα πολλοί αξιωματικοί Έλληνες απόστρατοι και άλλοι λαϊκοί άνθρωποι, του λαού άνθρωποι και δημιούργησαν το πρώτο αντάρτικο με καθαρά εθνικό σκοπό την καταπολέμηση του εχθρού. Τότε, θυμάμαι είχε πάει αντάρτης, έφυγε απ’ το Ναύπλιο ο προϊστάμενος, ένας Αρχιμανδρίτης Χριστοφόρος Κοκκίνης λεγότανε. Μορφωμένος θεολόγος ο οποίος, πατριώτης και πήγε στο αντάρτικο, επάνω στον Φαρμακά. Ενώ τα πράγματα πηγαίνανε καλά, μετά άρχισαν να εισδύουν στο αντάρτικο κομμουνισταί. Και ενώ επάνω στο ανταρτικό κυριαρχούσαν οι ελληνικές σημαίες, σιγά-σιγά άρχισαν να κυριαρχούν οι κόκκινες σημαίες και απεδείχθη ότι δεχόντουσαν κατευθύνσεις αυτοί από τη Μόσχα και άρχισαν λοιπόν, τότε να πολεμούν και να εξοντώνουν τους αντάρτες που ήταν όχι κομμουνισταί, εθνικόφρονες. Τότε λοιπόν, πιάσανε κι αυτόν τον Αρχιμανδρίτη και του κόψανε, του ξερίζωσαν τα γένια και τελικά τον σφάξανε.
Πάμε.
Τότε λοιπόν, υπήρχε και ένα εθνικόφρων σώμα ανταρτών, του Ψαρρού. Αξιωματικού του τακτικού στρατού, του Ελληνικού Στρατού τότε. Τότε λοιπόν, του κήρυξαν τον πόλεμο οι κομμουνισταί και τελικά τον διέλυσαν και τον ίδιο τον σκότωσαν. [00:10:00]Αυτά, τέτοια επεισόδια έγιναν παντού. Και στη Μακεδονία και παντού. Δηλαδή απ’ το 1943 επικράτησε το κομμουνιστικό αντάρτικο και δυστυχώς, αντί... ναι, μεν εστρέφοντο και κατά των Γερμανών, αλλά δυστυχώς πολεμούσαν κάθε έναν, ο οποίος δεν ήταν γραμμένος στο κομμουνιστικό αντάρτικο. Όταν πλέον έφυγαν οι Γερμανοί τον Σεπτέμβριο, απ’ το Ναύπλιον, το ’44, το 1944 Σεπτέμβρη, τέλη Σεπτεμβρίου και απ’ την Αθήνα φύγανε τον Οκτώβριο και πιο πάνω απ’ τη Μακεδονία. Τότε λοιπόν, γενικά σ’ όλη την Ελλάδα οι αντάρτες, οι κομμουνισταί άρχισαν να επικρατούν. Τον Ζέρβα στην Ήπεριο δεν μπορούσαν να καθηλώσουν, ο οποίος ήτανε εθνικόφρων και έναν στην Μακεδονία, Τσαούς Αντών, Έλληνα, ήτανε Μικρασιάτης πρόσφυγας, αλλά πατριώτης και παλικάρι. Αυτούς τους δύο δεν μπόρεσαν να τους καθυποτάξουν. Τελικά, έφυγαν οι Γερμανοί και κατόπιν ηθέλησαν οι κομμουνισταί να πάρουν την εξουσία με τη βία. Υπήρχε τότε μία κυβέρνηση Εθνικής Ενότητος, με πρωθυπουργό τον Γεώργιο τον Παπανδρέου. Τότε, τον Μάρτιο του 1946 έγιναν εθνικές εκλογές, βουλευτικές και ο αρχηγός των κομμουνιστών, ο Νίκος ο Ζαχαριάδης είπε ότι: «Εμείς δεν θα λάβουμε μέρος». Κάνανε σφάλμα μεγάλο. Ενώ μπορούσε εάν μετείχανε στις εκλογές, να παίρνανε ένα μερίδιο ικανοποιητικό και να υπήρχε κάποια συνεργασία κατόπιν. Δεν το κάνανε, το παραδέχτηκαν μετά ότι έκαναν σφάλμα και άρχισαν, δημιούργησαν πλέον, βία, βία. Δηλαδή αντάρτικο με πόλεμο φοβερό κατά των εθνικοφρόνων. Και άρχισε λοιπόν, το αντάρτικο αυτό, από μια επίθεση ανταρτών κατά του σταθμού χωροφυλακής επάνω στους πρόποδες του Ολύμπου, στο Λιτόχωρο και σκότωσαν πράγματι, τους χωροφύλακες. Εν πάση περιπτώσει, μετά επεξετάθη σε όλη την Ελλάδα. Ύστερα απ’ όλα αυτά, αφού... Ναι, δημιούργησαν τα λεγόμενα Δεκεμβριανά οι κομμουνισταί στην Αθήνα, τα οποία κράτησαν έναν μήνα. Είχαν καταλάβει όμως, είχαν δεσπόσει σ’ όλη την Ελλάδα. Εάν δηλαδή εκεί επικρατούσαν, τελείωνε το πράγμα. Όμως δεν επεκράτησαν και έφυγαν πλέον και μετά πήγαν και έγινε αυτό το, η επίθεση στο Λιτόχωρο και μετά πια, έφυγαν και πήγανε στην Βόρειο Ελλάδα, Γράμμο, Βίτσι και λοιπά. Και έγινε ο λεγόμενος Εμφύλιος Πόλεμος, ο οποίος κράτησε μέχρι το τέλος Αυγούστου του 1949.
Οπότε απεμακρύνθησαν, όσοι επέζησαν, πήγαν στην Αλβανία και στα άλλα κράτη του Ανατολικού μπλοκ. Επανέρχομαι στο παρελθόν. Μετά απ’ το δημοτικό σχολείο, τον Φεβρουάριο του 1943 πέθανε στην Αθήνα ο περίφημος ποιητής, ο Κωστής Παλαμάς. Τότε λοιπόν, έγινε –ασφαλώς και σε άλλα σχολεία όλης της Ελλάδος, αλλά και σ’ εμάς, εκεί στο δημοτικό σχολείο, μία τελετή για να τιμήσουμε τη μνήμη του Κωστή Παλαμά, ο οποίος εθεωρείτο πατριώτης, της πατρίδος, της Ελλάδος. Εθνικός δηλαδή, ποιητής και θυμάμαι, μου ανέθεσε ο διευθυντής του σχολείου, ένα ποίημα. Δηλαδή, είπαμε ποιήματα του Παλαμά. Θυμάμαι ένα, αλλά δεν το θυμάμαι όλο: «Θέλω να χτίσω ένα σπιτάκι στη μοναξιά και στη σιωπή, ξέρω μία πράσινη ραχούλα, δεν θα το χτίσω εκεί». Τα υπόλοιπα δεν τα θυμάμαι, γιατί μιλάμε τώρα το 1943. Ήμουνα δηλαδή, 11 ετών. Όχι, όχι, ’43-’44, 9 ετών. Μετά θυμάμαι, όταν έγινε η απελευθέρωση, πηγαίναμε κάθε χρόνο, τα σχολεία και τα δημοτικά και τα γυμνάσια και ερχόντουσαν όλοι οι επίσημοι, ο λαός, ο νομάρχης, στα διάφορα μνημεία των ηρώων της επαναστάσεως του ’21. Θυμάμαι τότε, ήτανε παραμονή 25ης Μαρτίου και πήγαμε και στο πάρκο που είναι του Κολοκοτρώνη το άγαλμα, που ’ναι έφιππος ο Κολοκοτρώνης και μου ’χανε αναθέσει ένα ποίημα πάλι και το είπα. Θυμάμαι: «Στον αθάνατο στρατάρχη η νεότης η αγνή, κλείνει γόνοι και τη μνήμη, κλείνει γόνοι, κλείνει γόνοι και τη μνήμη του υμνεί. Ας γενεί προσκύνημά μας, ας γενεί προσκύνημά μας. Της πατρίδος...». Κάπως έτσι, δεν θυμάμαι τώρα. «Ο αετός, είναι ο γέρος του Μοριά» και μετά: «Η μαθητιώσα νεολαία του Πρώτου Δημοτικού σχολείου Ναυπλίου, εις εκδήλωση της αϊδίου προς ευγνωμοσύνης καταθέτει τον στέφανον τούτον...» κάπως έτσι, τέλος πάντων. Αυτά μιλάμε 25 Μαρτίου του 1945. Δηλαδή ήμουνα τότε στην Πέμπτη Δημοτικού. Οι γονείς μου, το πρώτο παιδί που απέκτησαν ήτανε Ιωάννης, Γιάννης. Αν ζούσε τώρα, θα ήταν 11 χρόνια μεγαλύτερός μου και τα είχαν βαφτίσει Ιωάννης. Δυστυχώς, τότε υπήρχε μεγάλη θνησιμότης στα παιδιά, στα μωρά. Δεν υπήρχαν φάρμακα. Τότε [00:15:00]λοιπόν, προσεβλήθη από εντερικά το μωρό. Ήταν βαφτισμένο είπαμε, Γιάννης και σε ηλικία 6 μηνών πέθανε. Κατόπιν, απέκτησαν άλλο παιδί, την αδερφή μου, η οποία γεννήθηκε το 1930. Όταν ήτανε κι αυτή μωρό, δηλαδή είχε, δεν ήταν και της κούνιας, είχε αρχίσει, προσεβλήθη κι αυτή από εντερικά κι άρχισε να γίνεται, να χάνεται, δηλαδή ο σκελετός έμεινε το παιδί. Η μητέρα μου, η καημένη στεναχωριόταν πολύ, σου λέει: «θα χάσω το παιδί». Εγώ δεν είχα γεννηθεί ακόμη, γεννήθηκα το ’34 είπαμε, τέσσερα χρόνια μετά. Σημειωτέον, ότι η μητέρα μου ήταν άνθρωπος της εκκλησίας, πιστή χριστιανή και κάποιος απ’ την, απ’ το χωριό Άγιος Αδριανός του Κατσίγκρι, γνωστός της και ο οποίος ήταν καλός άνθρωπος και ψάλτης μάλιστα, στο χωριό, της λέει, άκουσε η κυρία Ευαγγελία εκεί, έξω απ’ το Κατσίγκρι είναι ένα εξωκλήσι του Αγίου Αδριανού και Ναταλίας. Είναι, η εικόνα του Αγίου Αδριανού είναι θαυματουργική. «Έλα -της λέει- να σε πάμε μία σούστα». Τότε ήτανε, δεν υπήρχανε αυτοκίνητα και τέτοια, ήτανε με άλογα, σούστες, κάρα. Την πήρε λοιπόν, με την αδερφούλα μου αυτήν –καλοκαίρι ήτανε– και την πήγε και πήγε, προσκύνησε με ευλάβεια, με δάκρυα, στον Άγιο Αδριανό, ο οποίος ήτανε αξιωματικός έφιππος και κατόπιν, την πήρε και τη φιλοξένησε στο σπίτι –ζέστη, μεσημέρι, καλοκαίρι– και τιμής ένεκεν της παραχώρησε ένα μεγάλο δωμάτιο την σάλα, το σαλόνι. Κι εκεί δίπλα, στο κρεβάτι έβαλε μία σαν κούνια και την αδερφή μου. Την πήρε ο ύπνος λοιπόν, κουρασμένη όπως ήταν και σε μία στιγμή ακούει έναν καλπασμό «τακ τακ τακ τακ τακ». «Το παιδί! Το παιδί!», βάζει φωνές, φοβήθηκε. Ξυπνάει, νόμιζε... μπαίνουνε μέσα ο σπιτονοικοκύρης. «Τι έγινε κυρία Ευαγγελία;». «Τι έγινε -λέει- το παιδί θα το πάταγε, τι έχετε; Άλογο; Μουλάρι; Γαϊδούρι; Τι έχετε, πέρασε πάνω από...». Της λέει: «Άκου, δεν έχουμε ούτε άλογο, ούτε μουλάρι, ούτε γαϊδούρι. Σε επεσκέφθη ο Άγιος Αδριανός, ο οποίος είναι θαυματουργός και το παιδί θα γίνει καλά». Και πράγματι, έγινε καλά, σώθηκε και έζησε και πέθανε σε ηλικία 80 ετών. Τέτοια περιστατικά η μητέρα μου, επειδή ήταν πολύ πιστή γυναίκα είχε στη ζωή της πολλά. Είχε και ένα και για μένα. Σημειωτέον ότι στο Παλαμήδι επάνω, είναι ένα εκκλησάκι του Αγίου Ανδρέου. Κάποτε λοιπόν... Η μάνα μου είχε αδερφό έναν Αναστάσιο Κούτρη, κρεοπώλη, εδώ στην Πρόνοια και η γυναίκα του η κυρά Σοφία είχε αποκτήσει μεγαλύτερα παιδιά και τελικά βλέπει ένα όνειρο η μητέρα μου ότι, ήτανε κάτω απ’ το κάστρο του Παλαμηδίου και εκεί από πάνω βγαίνει ένας γεράκος –το εξηγεί μετά– ο Άγιος Ανδρέας και της δίνει ένα πακέτο δώρων και της λέει: «Να το πας στη νύφη σου τη Σοφία». Και πράγματι, ναι. «Σαν να ζήλεψα» λέει η μάνα μου, «σαν να ζήλεψα κι εγώ». Και της λέει: «Μην στεναχωριέσαι, σε δύο χρόνια θα σου δώσω κι εσένα δώρο». Και πράγματι λοιπόν, σε λίγο καιρό γεννήθηκε, 30 Νοεμβρίου, αυτός ο εξάδερφός μου, ο οποίος έχει πεθάνει βέβαια, και σε δύο χρόνια, ανήμερα του Αγίου Ανδρέου πρωί, νύχτα γεννιέμαι εγώ, μετά από δύο χρόνια. Κι άλλα πολλά τέτοια, η μητέρα μου. Ή όταν αρρώστησε, γιατί πέθανε 63 ετών από καρκίνο, όταν αρρώστησε την πρώτη φορά και την πήγαμε στον Ευαγγελισμό, μου λέει: «Δεν θα πεθάνω ακόμα. Είδα απόψε δυο-τρεις αξιωματικούς με τις στολές τους». Και μου διευκρινίζει ότι, όταν έβλεπε αξιωματικούς ήταν άγγελοι και «Δεν θα πεθάνω -μου λέει- τώρα. Δεν ξέρω τι θα γίνει αργότερα». Πράγματι, συνήλθε. Αργότερα, βλέπει ένα όνειρο και μου λέει: «Δεν είμαι καλά, δεν πάω καλά». Πράγματι, είχε φουσκώσει η κοιλιά της, υγρά εδώ πέρα και τελικά φέραμε γιατρό, την εξήτασε, κάναμε εξετάσεις και διεπιστώθη ότι ήταν καρκίνος και μου λένε οι γιατροί, την πήγαμε και στην Αθήνα, στον Ευαγγελισμό και λοιπά. Μου λένε, έχει –ήτανε αυτό ανήμερα της Αγίας Βαρβάρας, Δεκέμβριο– και μου λένε οι γιατροί, όταν την πήγαμε: «Έχει ζωή έξι μήνες» και πράγματι, στους έξι μήνες, τον Μάιο, 25 Μαΐου πέθανε. Εγώ τη λάτρευα και αυτή με αγαπούσε πάρα πολύ και κοιμόμουνα δίπλα της στους έξι μήνες αυτούς και ήμουνα σαν νοσοκόμος δίπλα της, ήμουνα σημειωτέον ασκούμενος δικηγόρος τότε και δεν είχα γραφείο και δουλειές και ήμουνα δίπλα της. Με την πάπια που λέμε, όπως κάνει ένας νοσοκόμος. Και τελικά τη νύχτα, ξημερώνοντας –ήτανε ξημερώνοντας Σάββατο 25 Μαΐου– βλέπω, πιάνω τα πόδια της και ήταν παγωμένα. Σημειωτέον ότι, ήτανε τόσο πιστή γυναίκα χριστιανή, που μου είχε πει: «Θα μου λες τα πάντα. Θέλω να ξέρω τα πάντα, μην μου κρύβεις τίποτα». Πράγματι λοιπόν, κουβεντιάζαμε στο διάστημα, στο εξάμηνο και εκεί, τη νύχτα που είδα ότι δεν πήγαινε καλά, της το είπα. Της λέω: «Μαμά βλέπω ότι θα φύγεις σήμερα. Να φωνάξω τον πατέρα Παύλο, έναν ιερομόναχο που ήτανε στον Άγιο Γεώργιο να σε κοινωνήσει». «Ναι -μου λέει- ναι». [00:20:00]Και πράγματι, τον παίρνω νύχτα τηλέφωνο και έρχεται πρωί-πρωί, την κοινώνησε, παίρνω τηλέφωνο στην Αθήνα και την αδερφή μου, η οποία είχε τρία μικρά παιδάκια και της είχα πει εγώ: «Κάτσε, κοίτα την οικογένειά σου», της είπα και πήρε ταξί και ήρθε και την άλλη μέρα έγινε η κηδεία. Θυμάμαι λίγες μέρες προτού πεθάνει την επεσκέφθη στο σπίτι ο τότε ο δεσπότης –έχει πεθάνει και αυτός– Χρυσόστομος Ταυλαδωράκης. Ήρθε να την παρηγορήσει, αλλά η μητέρα μου η καημένη το είχε πάρει απόφαση, ψύχραιμη. Τον εδέχθη, μιλήσανε και στην κηδεία της, της έπλεξε το εγκώμιο. «Επήγα...», όπως μιλούσε, ήταν ρήτωρ φοβερός. «Επήγα, την επεσκέφθην να την παραμυθίσω -να την παρηγορήσω-, αλλά αντί να την παραμυθίσω εγώ, με παρεμύθισε η ίδια. Με τόνωσε, είδα τον πλούτο της τον ψυχικό» και λοιπά. Πολύ ωραία και θυμάμαι που της είπα: «Σε παρακαλώ, εκεί που θα πας, στην αιωνιότητα, αν έχεις παρρησία στον Θεό, να μας ειδοποιείς για κάθε γεγονός που μπορεί να μας συμβεί στη ζωή. Και μου λέει: «Αν θα μπορώ». Και πράγματι, πάντοτε, όπως και τώρα με τον πατέρα μου και αυτόν, τώρα με το πόδι που έπαθα αυτή τη ζημιά, τον είδα ένα βράδυ, μια νύχτα και κατάλαβα ότι κάτι θα μου συμβεί.
Επανέρχομαι στα πρώτα χρόνια. Όταν άρχισε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος, είχαμε συνέχεια συναγερμούς. Επάνω στη στέγη του Δικαστικού Μεγάρου, υπάρχει και τώρα ακόμα, υπήρχε μία φοβερή σειρήνα τεραστίας εντάσεως, ακουγότανε στα χωριά, τόσο πολύ. Κι όταν ελάβαινε εδώ, η τοπική αρχή είδηση ότι πλησιάζουν ιταλικά αεροπλάνα, άρχιζε «ουυυ» και νύχτες θυμάμαι, με παίρνανε οι γονείς μου και αυτά –νύχτα και χειμώνας, κρύο– και πηγαίναμε σε καταφύγια και ήμουνα τότε 6 ετών παιδάκι. Και περάσαμε έτσι, καρδοχτύπια. Τώρα, πάω σ’ ένα άλλο γεγονός. Οι Γερμανοί εδώ, μπήκαν στο Ναύπλιο, ήρθανε τον Απρίλιο του ’41, τώρα ακριβή ημερομηνία δεν θυμάμαι. Πάντως ήτανε προ του Αγίου Γεωργίου. Εμείς για λόγους ασφαλείας, η οικογένειά μου είχαμε νοικιάσει επειδή φοβόμαστε για τους βομβαρδισμούς μες στο Ναύπλιον –γιατί είχανε βομβαρδίσει και μες στο Ναύπλιο πολλές φορές– πήγαμε στην Ευαγγελίστρια, σ’ ένα σπίτι το οποίο τώρα βέβαια δεν υπάρχει, ενός Ευσταθίου. Εκεί το ’χαμε νοικιάσει και εκεί μέναμε, πήγαινε ο πατέρας μου κάθε μέρα βέβαια στο μπακάλικο και γύριζε το βράδυ. Το πρωί εκείνο λοιπόν, ένα πρωινό κατέβηκε κάτω για να πάει στο μαγαζί να ανοίξει. Και βλέπει λοιπόν, Γερμανούς, κόσμο, Γερμανούς πολλούς. Είχανε σπάσει τα ρολά του μαγαζιού, γεμάτο από Γερμανούς μέσα, ανοίγανε κονσέρβες, τρώγανε, πετάγανε, κόντεψε να του έρθει εγκεφαλικό του ανθρώπου. Και τελικά του δώσανε –ο αξιωματικός, ο Γερμανός– ένα δήθεν σημείωμα να πάρει αποζημίωση. Παραμύθια, τίποτα. Μετά, για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε την ζωή, το μπακάλικο μετατράπηκε σε μανάβικο, σε ψαράδικο και πηγαίναμε πέρα και ευτυχώς βέβαια ζήσαμε. Βέβαια όχι ότι είχαμε άνεση τότε, αλλά εν πάση περιπτώσει δόξα τω Θεώ δεν πεθάναμε από την πείνα όπως πέθαινε ο κόσμος στις μεγάλες πόλεις, Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Όταν –πάω τώρα μετά τον πόλεμο–, όταν μπήκανε... Σημειωτέον ότι οι κομμουνισταί αντάρτες είχανε καταλάβει όλη την Ελλάδα εκτός απ’ την Ήπειρο που ήτανε ο Ζέρβας και κάτι άλλοι και το Ναύπλιο δεν το είχαν καταλάβει, ενώ την Τρίπολη την είχαν καταλάβει, το Άργος, διότι είχαν τα λεγόμενα Τάγματα Ασφαλείας. Έλληνες δηλαδή, οπλισμένοι οι οποίοι ιδρύθηκαν τότε τα Τάγματα Ασφαλείας από έναν Παπαδόγκωνα και με σκοπό να αμυνθούν κατά της επικρατήσεως του Κομμουνιστικού Κινήματος. Ενώ λοιπόν, πολιορκούσαν το Ναύπλιο από καιρό, θυμάμαι μία οβίδα έπεσε μες στο Ναύπλιο, μπροστά στο σχολείο, στο γυμνάσιο και ευτυχώς που δεν χτύπησε, δεν ήταν κανείς τότε και ούτε σε σπίτια έπεσε. Κι άλλη μία στον Άγιο Νικόλα έπεσε πιο πέρα. Δεν μπορούσαν λοιπόν, αλλά τι γίνεται, είχε επέλθει κούραση πια στους αμυνόμενους, στα Τάγματα Ασφαλείας, φοβόμαστε επίσης, γιατί υδρευόταν το Ναύπλιον από την Άρια. Υπάρχει και πηγή τις Αρίας εκεί, αλλά φοβόμαστε μην μας δηλητηριάσουνε και ανοίξαμε μες στο Ναύπλιο σε διάφορα μέρη τρόμπες, γούβες με τρόμπες και πίναμε υφάλμυρο νερό. Επίσης, υπήρχανε κανόνια επάνω στο Ιτς Καλέ και στο Παλαμήδι, οπότε ήταν απόρθητο το Ναύπλιο, δεν μπορούσαν να το καταλάβουν. Αλλά μας είχαν όμως κάνει αποκλεισμό και κάποια στιγμή έπρεπε, θα υποχωρούσαμε. Τότε ευτυχώς, έγινε μία συμφιλίωση, ένας συμβιβασμός, μία συνεννόηση να φύγουν τα Τάγματα Ασφαλείας, να παραδώσουν το Ναύπλιο, αλλά να μην τους πειράξουνε, ούτε κανέναν να πειράξουν. Διότι σε άλλα μέρη που μπήκανε με το ζόρι, στους Γαργαλιάνους και αλλού, σφάζανε, σφάξανε κόσμο, σφάζανε κόσμο. Και πράγματι λοιπόν, φύγανε με ένα καΐκι και πήγανε, τα Τάγματα Ασφαλείας στις Σπέτσες όπου ήταν Αγγλοκρατούμενη περιοχή. Την άλλη μέρα θυμάμαι, μπήκανε οι αντάρτες, οι δάσκαλοι μας φωνάξανε, μπήκαμε στη σειρά, τους κάναμε [00:25:00]υποδοχή κι ο κόσμος. Μπήκανε αυτοί με τα άλογα, με γενειάδες, με αρμάδες εδώ, φόβος και τρόμος. Κατόπιν, σε λίγο καιρό είπαμε άρχισαν μετά... αυτά έγιναν, η είσοδος των ανταρτών στο Ναύπλιο Οκτώβριο-Νοέμβριο, κάπου εκεί του ’44. Μετά άρχισαν τα Δεκεμβριανά, όπως είπαμε και κάθε βράδυ φεύγανε αυτοκίνητα με αντάρτες για ενίσχυση για την Αθήνα. Θυμάμαι λοιπόν, ήτανε Φεβρουάριος του 1945. Η ενορία μας εκεί που έμενα σπίτι, που έμενα, το σπίτι μας, ήταν ο Άγιος Νικόλαος, στο λιμάνι. Εγώ πήγαινα από μικρός στο ιερό, σαν «παπαδάκι» που λέμε, με το κερί και λοιπά και ξύπναγα πρωί. Ακούμε πυροβολισμούς, νύχτα ακόμα, αξημέρωτα. «Κρρ, κρρ» πού να βγούμε έξω. Ούτε εκκλησία, ούτε τίποτα. Κοιτάζαμε απ’ τις χαραμάδες, απ’ τα παράθυρα, σε μία στιγμή βλέπουμε έναν ντυμένον χακί, άρβυλα, όπλα, αυτά, κράνος... Δεν ήτανε αντάρτης. Αφού προχωρούσε η ώρα, ο πατέρας μου ανοίγει την πόρτα σιγά, του λέει: «Τι είσαι εσύ; Τι;». Του λέει: «Ήρθαμε απ’ τις Σπέτσες, μας είπανε ότι είναι ελεύθερο το Ναύπλιον απ’ τους αντάρτες, αλλά βρήκαμε εδώ αντίσταση. Εμείς είμαστε Ριμινίτες» λέει. Και πράγματι, σε δυο-τρεις ώρες είχαν υποχωρήσει οι αντάρτες και εζήτησαν ανακωχή. Τους εδόθη η ανακωχή, αλλά αυτοί πονηρά φερόμενοι, ειδοποίησαν στην Τρίπολη που υπήρχε στρατός, αντάρτικος στρατός πολύ και ήρθαν οι ενισχύσεις και τότε τους καθήλωσαν αυτούς τους Ριμινίτες. Σημειωτέον, ότι επειδή πια κινδύνευε το πράγμα κι ο πατέρας μου, προς τιμήν του, ήταν αλτρουιστής, διακινδύνευε δηλαδή τη ζωή και την δική μας, λέει: «Έλα -του λέει- μέσα, κρύψου, κρύψου». Εντωμεταξύ η μητέρα μου, από το πρωί, η καημένη προσέφερε καφεδάκι, κουλουράκια και αυτά. Και πράγματι λοιπόν, ήρθε μες στο σπίτι, κάθισε. Του λέει ο πατέρας μου, δηλαδή θάρρος, διακινδύνευσε ο πατέρας μου τη ζωή μας, αλλά προς τιμήν του, θα σου πω τι είπε αυτός. Του λέει: «Κοίτα πατριώτη, θα βγάλεις τα ρούχα, το κράνος, θα βγάλουμε, θα ξηλώσουμε εκεί εμείς στη σοφίτα πατώματα, θα τα κρύψουμε, θα ξυριστείς τα μουστάκια σου κι αυτά και αν έρθουν και ψάχνουνε να βρούνε, θα πούμε ότι είσαι πατριώτης μας απ’ το χωριό και είσαι εδώ». Στην αρχή το δέχτηκε, μετά λέει: «Όχι, σας παρακαλώ, όχι -λέει- μην σας πάρω στον λαιμό μου, διότι αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα σας σκοτώσουν κι εσάς». Και πράγματι θα μας σκοτώνανε, δεν είχανε αστεία. Και λέει: «Όχι, θα φύγω, θα φύγω». Εκτός απ’ την κύρια είσοδο που είχαμε, δίπλα είναι η πόρτα του πλυσταριού, ήτανε. Οπότε οι αντάρτες, μία ομάδα ανταρτών ήτανε από την άλλη πλευρά που ήταν το Ακροπόλ το ξενοδοχείο, οπότε δεν βγήκε απ’ αυτόν τον δρόμο αμέσως, βγαίνει απ’ το αυτό, μ’ ένα μαντίλι λευκό, πάνω στην ξιφολόγχη για να παραδοθεί. Ακούμε λοιπόν, κοιτάζαμε εμείς απ’ τις γρίλιες. Έτρεμε η καρδιά μας. «Νάτος! Νάτος! Νάτος! Ψηλά τα χέρια ρε!» φωνάζανε οι αντάρτες. Πράγματι αυτός, ψηλά τα χέρια. Τον πιάσανε, φύγανε. Ηρεμία. Το απόγευμα έγινε ηρεμία πια σ’ όλο το Ναύπλιο και βγήκαμε έξω κι εμείς, εγώ πήγα προς την παραλία στον Άγιο Νικόλα, ήταν μαζεμένα ο κόσμος εκεί, μπροστά στην εκκλησία και ήτανε τρεις σκοτωμένοι απ’ αυτούς, τους δεξιούς. Και τους είχανε βγάλει τις στολές και τους είχαν αφήσει με τη φανέλα και με το σώβρακο. Τόσο πολύ. Και έρχεται ένας αντάρτης, έτσι καπετάνιος. «Να ρε! Να ρε!». Τους έβριζε και βλαστήμαγε. Η αυτή η ξαδέρφη μου, η Γιαννούλα που την είχαμε σπίτι –πρώτη μου ξαδέρφη– πήγε το απόγευμα προς το Δικαστικό Μέγαρο. Εκεί βλέπει, τους είχανε πιάσει κι άλλους, όχι μόνο αυτόν που έφυγε απ’ το σπίτι μας, τους είχανε βγάλει τη στολή, τα πάντα και τους είχαν αφήσει με... και ήταν Φεβρουάριος, κρύο, μόνο με φανέλα και το σώβρακο. Και τους είχαν βάλει στη σειρά και κάπου θα τους πηγαίνανε. Η Γιαννούλα λοιπόν τον είδε, την είδε κι αυτός ο καημένος και της κάνει νόημα, κοίταξε τον ουρανό και λέει, δηλαδή ο Θεός ό,τι θέλει να γίνει. Φύγανε. Όταν μετά είπαμε κατέρρευσε εκεί το αντάρτικο με τα Δεκεμβριανά και φύγανε και επεκράτησε ο Εθνικός Στρατός, η χωροφυλακή, επήγε, καλοκαίρι ήτανε, στο χωριό της για να ξεκουραστεί και πέρασε απ’ την Τρίπολη κατ’ ανάγκη. Εκεί, ακούει μία φωνή: «Κυρία Γιαννούλα! Κυρία Γιαννούλα!». Γυρίζει και βλέπει αυτόν με χωροφυλακή, ντυμένο με τη στολή του και τα λοιπά. «Τι κάνετε; Πώς είστε;» του λέει. «Μπράβο αδελφέ». «Ναι, ναι, ευτυχώς ο Θεός με έσωσε. Σας ευχαριστώ που με σώσατε κι εσείς». Θέλω να πω περιστατικό –φοβερό κι αυτό– τι καρδιοχτύπια περνάγαμε και από βομβαρδισμούς και λοιπά. Τώρα αυτά είναι οι ενθυμήσεις μου. Από κει και πέρα, φτάνουμε πια στο επάγγελμα, στην οικογένεια. Αυτά έχω να πω. Κατά τα άλλα, δόξα τω Θεώ, εντάξει, έγινε η οικογένεια, αποκτήσαμε τέσσερα τέκνα, μεταξύ των οποίων τη μητέρα σου. Καλά. Κι εγώ ως δικηγόρος, καλά δούλεψα, ευχαριστημένος είμαι. Μετά μπλέχτηκα λιγάκι και με την πολιτική και πέτυχα εκεί ένα διάστημα ήμουν Αντιδήμαρχος και την άλλη [00:30:00]τετραετία ήμουνα Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου. Αλλά μετά, έβλεπα ότι δεν ήταν στον χαρακτήρα μου. Εγώ ήθελα λιγάκι πειθαρχία, ήθελα αυστηρότητα, τα οποία έβλεπα –όχι, όχι τέτοια πράγματα– και γι’ αυτό παραιτήθηκα και δεν αναμείχθηκα έκτοτε.
Μου είχατε πει ότι είχατε δει δολοφονημένο έναν άνθρωπο στον...
Ναι, τρεις, τρεις. Το είπα. Τρεις στο προαύλιο του Αγίου Νικολάου. Τρεις, τρεις απ’ αυτούς. Τους είχανε σκοτώσει και τους γδύσανε με την φανέλα και...
Πώς αισθανόσασταν τότε, εκείνη την περίοδο;
Πώς; Πώς;
Τα συναισθήματά σας εκείνη την περίοδο;
Πώς αισθανόμουνα;
Ναι, ναι, ναι.
Κοίτα, βέβαια μικρό παιδάκι ήμουνα, είχα αγωνία, είχα έτσι φόβο, αλλά δεν εκφραζόμουνα, γιατί φοβόμουνα, δεν ήξερα ποιος είναι ο διπλανός μου και απέφευγα συζητήσεις, αυτά. Και κάτι άλλο γουστόζικο. Αφού έδωσα εισαγωγικές εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, πήγα και στην Θεσσαλονίκη. Ήτανε στη Θεσσαλονίκη, ήτανε αρχές Οκτωβρίου, ενώ πιο μπροστά ήτανε στην Αθήνα. Ήτανε λοιπόν μία μεγάλη αίθουσα, καθίσαμε ο ένας πίσω απ’ τον άλλον στα θρανία. Καθόμουνα εγώ ήρεμος, περίμενα, μπαίνει... Κυκλοφορούσανε οι καθηγητές, ακόμα δεν μας είχαν δώσει τα θέματα και μπήκε κι ένας σωματώδης κύριος, καθηγητής. Δεν τον ήξερα, δεν ήξερα ποιος είναι. Και όπως περνούσε δίπλα μου, περνάει δίπλα μου, με κοιτάζει. «Από πού είσαι;» μου λέει. «Απ’ το Ναύπλιο». «Και τι θέλεις εδώ πάνω;». «Ε, -του λέω- έδωσα και στην Αθήνα, ήρθα κι εδώ». «Πώς λέγεσαι;». Του είπα το όνομά μου. Μας δίνουν το θέμα. Το πρώτο, ενώ στην Αθήνα δίναμε πρωί και απόγευμα, εκεί ένα μάθημα κάθε μέρα. Τέσσερα μαθήματα: Αρχαία, Λατινικά, Έκθεση, Ιστορία. Εκεί λοιπόν, μας δίνουν το πρώτο, Έκθεση. Βλέπω λοιπόν αυτόν τον καθηγητή, τον σωματώδη. Έμαθα μετά ποιος ήταν, ήταν ο Γεώργιος Φραγκίστας, καθηγητής Πολιτικής Δικονομίας στη Θεσσαλονίκη. Έρχεται, μου παίρνει την κόλλα, όπως ήταν έτσι σωματώδης, διάβαζε. «Ωραία, πολύ ωραία, μπράβο, προχώρα». Εμένα αναπτερώθηκε το ηθικό μου. Πάμε τη δεύτερη μέρα. Τη δεύτερη μέρα, Ιστορία. Μας δίνουν τα θέματα, τα ήξερα όλα, το τελευταίο για τον Χαμουραβή τον νομοθέτη και λοιπά, δεν το θυμόμουνα. Έρχεται, περνάει, μου λέει: «Τα ξέρεις τα θέματα;». «Ναι -του λέω- το τελευταίο δεν ξέρω». Φεύγει και μου τα στέλνει μια κυρία, επιτηρήτρια, «Χαμουραβή» μου έκανε αυτή, δεν το ’πιανα. Τελικά δεν το ’πιασα. Πάμε την τρίτη μέρα. Λατινικά. Εισηγητής ήτανε ένας καθηγητής –έχει πεθάνει– Ευσταθιάδης. Έρχεται λοιπόν ο Φραγκίστας πάλι, μου παίρνει την κόλλα, την διαβάζει, μου λέει: «Εντάξει, πολύ ωραία» και πάει και του το λέει του εισηγητού. Έρχεται ο εισηγητής, ένας τζέντλεμαν, με το μαντηλάκι του. Κοιτάζει, διαβάζει, μιλούσε –γιατί είχε πάει στην Ιταλία, στη Γαλλία σπούδαζε– «κύριέ μου πάτε περίφημα. Αν πάτε, αν συνεχίσετε έτσι, παίρνετε άριστα!». Καταλαβαίνεις εγώ τώρα. Πράγματι λοιπόν, πήγα, τελειώσαμε, γύρισα εγώ στο Ναύπλιο, βγήκαν τα αποτελέσματα. Ενώ στην Αθήνα πέτυχα μεσαίος, στη Θεσσαλονίκη μπήκα εικοστός πρώτος. Είχα πάρει το θάρρος τώρα. Αυτά.
Πώς ήτανε να σπουδάζετε στην Αθήνα;
Γιατί;
Πώς ήτανε να σπουδάζετε στην Αθήνα, τα φοιτητικά σας χρόνια;
Ναι, κοίτα. Εγώ εδώ στο Ναύπλιο και άλλοι φίλοι μου πηγαίναμε στο κατηχητικό σχολείο και στη Χριστιανική Μαθητική Ομάδα που είχε ιδρυθεί τότε. Είχα συνδεθεί πολύ με τον τότε δεσπότη εδώ, Χρυσόστομο Ταβλαδωράκη. Αυτός μου δίνει μια συστατική επιστολή για κάποιον επάνω άνθρωπο της Αδελφότητος της Ζωής που υπήρχε οικοτροφείο φοιτητικό. Και επήγα στο οικοτροφείο αυτό μέσα, εκεί πέρα. Είχα φαγητό, ύπνο, πλύσιμο τα ρούχα, μ’ ένα λογικό ενοίκιο ας πούμε, τον μήνα. Αυτά.
Κάποια ανάμνηση από τα φοιτητικά χρόνια;
Όχι τίποτε το ιδιαίτερο. Μετά στον στρατό πάλι. Στον στρατό παρουσιάστηκα ως νεοσύλλεκτος στην Κόρινθο. Μετά την βασική εκπαίδευση... Α, ναι. Εκεί δώσαμε κάτι τεστ γραπτά και πήγα καλά. Όταν λοιπόν τελειώσαμε τη βασική εκπαίδευση, μας δώσανε ειδικότητες στο κέντρο Κορίνθου. Εκεί λοιπόν, εμένα μου έδωσαν ειδικότητα Δοκιμαστής ΣΕΟ, Συμβουλίου Επιλογής Οπλιτών. Και μένω στην Κόρινθο, μέσα στο κέντρο του στρατού, αλλά σε ιδιαίτερο διαμέρισμα και με ιδιαίτερο Διοικητή. Ήμαστε μία μονάδα αυτοτελής και ήταν κι άλλοι, πιο μπροστά από μένα ήτανε, μεγαλύτεροι. Άλλοι πέντε-έξι, όλοι πτυχιούχοι Νομικής, Γεωπονικής και αυτά. Εκεί λοιπόν, εκάθισα από παραμονές Χριστουγέννων που πήγα, μέχρι τον Μάιο του... Παρουσιάστηκα Οκτώβριο του 1968 και τον Μάιο του ’69 παίρνω μετάθεση, είχα γνωριμία μ’ έναν απόστρατο στρατηγό Ναυπλιώτη, τον Βραχνό, ο οποίος του το είχα πει, το ’πα και του πατέρα μου και παίρνω μετάθεση για το Γενικό Επιτελείο Στρατού στη Διεύθυνση Επιλογής, που δίναμε ειδικότητες σε όλο τον στρατό της Ελλάδος. Και πήγα εκεί, τότε συνέπεσε και η αδελφή μου, που είχε παντρευτεί εν τω μεταξύ [00:35:00]με τον Υψηλάντη τον Σταύρο, να υπηρετεί ο γαμπρός μου στην Αθήνα. Και συνεπώς κάθε μέρα, αφού εκεί δεν είχαμε πλέον, ήμαστε σαν δημόσιοι υπάλληλοι στο Γενικό Επιτελείο, δίναμε ειδικότητες και κάθε βράδυ έμενα στο σπίτι της αδελφής μου και πέρασα καλά. Αυτά.
Πώς αισθανθήκατε όταν ο πατέρας σας δεν σας άφησε στην αρχή ουσιαστικά να γίνετε δικηγόρος;
Ναι. Ενώ στην αρχή αντιδρούσε, αντέδρασε, διότι με ήθελε στο εμπόριο. Επειδή είχε πολλή δουλειά και έβγαζε λεφτά, μου λέει: «Εδώ -μου λέει- στα λεφτά, λεφτά, να βγάζεις λεφτά» μου λέει. Εγώ όμως, δεν με ικανοποιούσε αυτό. Επειδή ήμουνα και καλούτσικος μαθητής, είχα φιλοδοξία και πράγματι, μία μέρα του το ’πα. Του λέω: «Φεύγω, δεν μπορώ -του λέω- δεν μ’ αρέσει». «Καλά», μου λέει. Και τα πλήρωσε η καημένη η μάνα μου τότε ακόμα, γιατί την αγγάρευε και πήγαινε στο μπακάλικο και βοήθαγε αυτή και στεναχώριες και λοιπά. Αυτή ήτανε η όλη ιστορία μου.
Ευχαριστούμε πολύ.
Παρακαλώ. Να ’σαι καλά.