© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
«Δεν πάαιναν να κρυφτούνε εκείνοι, να μη μεγαλώνουν τον πόνο στους σκοτωμένους»: Ο πόλεμος και η μετεμφυλιακή Ελλάδα μέσα από τα μάτια μιας γυναίκας
Κωδικός Ιστορίας
15468
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Ελένη Σαράντη (Ε.Σ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
15/06/2020
Ερευνητής/τρια
Παναγιώτης Κατσίκας (Π.Κ.)
[00:00:00]
Σήμερα βρισκόμαστε στο Γεράκι Λακωνίας, είναι 16 Ιουνίου 2020 και παίρνουμε τη συνέντευξη από την κυρία Σαράντη Ελένη. Πείτε μας δύο λόγια για τη ζωή σας.
Γεννήθηκα το 1931. Μεγάλωσα στο χωριό Κοσμά, πήγα σχολείο 6,5 χρονών. Το σχολείο του Κοσμά ήτανε εξαθέσιο, εντάξει; Ήταν εξαθέσιο, οπότε επήγα συνέχεια. Το σχολείο είχε απ’ όλα τα πρόσωπα τα παλαιά, να πούμε, τους ήρωες στα κάδρα. Ήτανε πολύ σύγχρονο σχολείο.
Πόσα παιδιά ήσασταν στο σχολείο;
Διακόσια, διακόσια είκοσι.
Άρα το χωριό είχε τότε πάρα πολύ κόσμο.
Ναι, το χωριό είχε πολύ κόσμο, γεμάτα όλα τα σπίτια ήτανε κόσμο, οικογένειες. Ναι.
Με τι ασχολούσασταν τότε στον Κοσμά;
Με τη γεωργία, με τη δεντροφυτεία.
Ποια δέντρα, τι δέντρα υπήρχαν κυρίως στον Κοσμά;
Υπήρχαν οι καστανιές, πιο πολλές καστανιές και λιγότερες καρυδιές, λίγες μηλιές. Από διάφορα άλλα μόνο οι καρυδιές και οι καστανιές ήτανε το εισόδημα του χωριού. Πολλές, πολλά δέντρα.
Είχατε άλλα αδέρφια;
Είχα ένα αδερφό. Πόσο ήτανε; Το ’31... Το ‘29 γεννηθείς και μία αδερφή, το ‘27.
Δουλεύατε στα χωράφια εσείς από μικρή ηλικία με τα παιδιά;
Όχι, εμείς τα δυο κορίτσια μείναμε στο σπίτι του πατέρα μας ως έφηβοι και ως αυτό, αλλά ο αδερφός μας επήγε, μετά που εκηρύχθηκε ο πόλεμος, επήγε στο Λεωνίδιο Κυνουρίας στο σχολείο, το γυμνάσιο.
Εσείς γυμνάσιο δεν πήγατε;
Όχι, δεν πήγαμε εμείς γυμνάσιο. Μόνο η αδερφή μου τελείωσε και το δημοτικό, αλλά εγώ, κηρύχθηκε ο πόλεμος, και πήγα ίσα με την τετάρτη τάξη. Μόλις άρχισα την τετάρτη τάξη του δημοτικού, κηρύχθηκε ο πόλεμος και τελείωσε ίσα με εκεί.
Δεν πρόλαβες να πας.
Δεν πρόλαβα να τελειώσω το δημοτικό.
Μάλιστα.
Και μετά από τόσα χρόνια, ήμουνα εγώ κοπέλα.
Μετά δε συνέχισες, δηλαδή.
Δεν συνέχισα από την τετάρτη και πέμπτη και έκτη.
Υπήρχε κόσμος μετά που συνέχισε το σχολείο, παρά το γεγονός ότι είχε σταματήσει στην τετάρτη, στην πέμπτη;
Υπήρχε, υπήρχε κόσμος. Όχι τα πρώτα χρόνια, να πούμε, πριν καεί το χωριό, εδώ που τα λέμε, αλλά υπήρχε κόσμος. Αλλά υπόφερε πολύ. Γιατί... Τώρα να πω για το χωριό που κάηκε, ναι; Το χωριό... Ήρθανε οι Γερμανοί, κηρύχθηκε ο πόλεμος, ήρθανε οι Ιταλοί πρώτα, μετά ήρθανε Γερμανοί και επειδής ήταν, βγήκε, να πούμε, το αντάρτικο τότε... Πώς το λέγαμε, δεν θυμάμαι.
Τώρα μιλάς για την Κατοχή;
Ναι, ναι, ήρθε το αντάρτικο, οι αντάρτες.
Ήταν πολλοί οι αντάρτες στο χωριό, στον Κοσμά;
Ήτανε, ήταν και πολλοί ντόπιοι απ’ τον Κοσμά.
Που είχαν μπει στο αντάρτικο;
Αλλά επερναγάνε τακτικά ολόκληρη, να πούμε, διμοιρία –πώς λέγανε, να πούμε, ναι– και είχανε τα καζάνια και μαγειρεύανε και...
Πού μένανε οι αντάρτες; Πού τα βάζανε τα καζάνια και αυτά τότε, την περίοδο εκείνη, πού μαγειρεύανε;
Στην πλατεία από κάτω.
Στην κάτω πλατεία, δηλαδή;
Δεν είχα τύχει, να πούμε. Αλλά εκεί, γύρω-γύρω στην πλατεία έβαναν τα καζάνια. Υπολόγιζαν πόσα άτομα θα ήτανε και τρώγανε. Και μετά, όμως, ήτανε σε άλλο χωριό, είχανε κάνει επιδρομή οι Γερμανοί. Οι Ιταλοί ήτανε σαν τους Έλληνες, ας πούμε.
Ναι.
Δεν ήτανε...
Δεν ήταν σκληροί.
...σκληροί και αυτοί, ναι. Αλλά οι Γερμανοί ήτανε πολύ πειθαρχικοί από τον μεγαλύτερό τους.
Ναι.
Και δεν γύριζαν ούτε το κεφάλι. Αλλά ήτανε, όμως –πώς να σου πω–, το συμφέρον τους, ναι. Το τέλος ήτανε–
Άρα τους φοβόσασταν τους Γερμανούς, όταν πλησιάζανε.
Τους φοβόσουνα τους Γερμανούς, τους Ιταλούς σαν εχθροί. Ήμουνα και μικρό εγώ τότε, να πούμε. Τους φοβόσουνα, αλλά όχι, όμως...
Όπως τους Γερμανούς.
Όπως τους Γερμανούς.
Δηλαδή, όταν ακούγατε ότι πλησιάζουν.
Οι Γερμανοί δεν έπαιρναν «σου και μου», κατάλαβες; Αλλά καθόμασταν σούζα. Μετά, πέρασαν οι Γερμανοί, έφυγαν απ’ τον Κοσμά, ήρθαν απ' τη Λακωνία οι Γερμανοί απάνω στα βουνά του Πάρνωνα, επέρασαν από τον Κοσμά και προχώρησαν προς τα κάτω στα χωριά Πελετά, Πούλιθρα, Κουνουπιά.
Βγήκαν προς τη θάλασσα, από κει δηλαδή;
Όχι, από τον Κοσμά με τα ζώα, μουλάρια, μουλάρια-θηρία, ναι. Και πέρναγαν από κει. Καθόμασταν εγώ κι οι παππούδες μας και η μάνα σου και η γιαγιά, να πούμε, η Παναγιώτα, καθόμασταν στην ξύλινη ταράτσα, δεν ξέρω αν τα θυμάσαι.
Ναι, ναι, ναι.
Καθόμασταν σε μια ταρατσούλα εκεί και πέρναγαν μπροστά από το σπίτι με τα ζώα, να πούμε, φορτωμένα πυρομαχικά. Δεν γύριζαν να κοιτάξουνε από δω και από κει, έτσι; Ήτανε πολύ πειθαρχημένοι. Κατάλαβες, προχώρησαν, πήγαν στα κάτω χωριά, Κουνουπιά, Πελετά αυτό, έκαναν την περιοδεία τους και μετά, όταν γύρισαν απ’ το κάτω μέρος, απ’ το Μαρί, ένα άλλο χωριό, για τη Λακωνία.
Γύρισαν, για να γυρίσουν στη Λακωνία μετά;
Ναι. Να γυρίσουνε απ’ τη Λακωνία. Εν τω μεταξύ, όμως, είχαν ένα μηχάνημα, το λέγανε «διόπτρα», το θυμάμαι, όσο ήμουνα εδώ. Και βάνουν την διόπτρα και όπως είχανε πέσει η πλατεία του Κοσμά –που ήταν τα πλατάνια από τότε–, είχανε πέσει τα φύλλα κάτω.
Ήταν χειμώνας τότε.
Ήταν γυμνό και μπορούσαν να δούνε μέσα στην πλατεία τι γίνεται.
Ναι. Ήταν Γενάρης τότε, ήταν χειμώνας.
Ναι, Γενάρης, ναι.
Είχε χιόνια;
Είχε χιόνια, είχε χιόνια, όταν κάηκε το χωριό. Εν τω μεταξύ, εγώ με τον παππού φύγαμε για το Βρονταμά –και μία θεια μου, αδερφή της γιαγιάς–, πήγαμε να πάμε στο Βρονταμά, φύγαμε και η γιαγιά, η μάνα σου και μία αδερφή της μάνας μου έμειναν, να γυρίσει τα ζώα, να πούμε, να τις πάρουνε κι εκείνες.
Να επιστρέψει πάλι στο χωριό να τις κατεβάσει και εκείνες, ας πούμε; Να τις κατεβάσει στο χειμερινό χωριό που κατεβαίναμε.
Ναι, στο χειμερινό χωριό που κατεβαίναμε. Την άλλη μέρα το πρωί– Εν τω μεταξύ, φεύγοντας εμείς, έβαλαν τη διόπτρα από τα κάτω τα χωριά που φαίνονταν και είδανε τους αντάρτες που μαγείρευαν στην πλατεία του Κοσμά με τα λεβέτια και με αυτά, χωρίς να ξέρουν οι αντάρτες, τώρα...
Άρα είδαν καπνούς, δηλαδή.
Είδαν καπνούς, αλλά είναι –να σου πω– είδανε μέσα στα πλατάνια που περπάταγαν οι άνθρωποι, οι αντάρτες. Και χωρίς να ξέρουν οι αντάρτες, έφτασαν σε ένα μέρος που –πώς το λέμε– τουμπαρτζόι, ναι.
Ναι.
Και έβαλαν πάλι τη διόπτρα και, χωρίς να ειδοποιήσουν, άρχισαν και πυροβολούσαν, πολυβόλα και αυτό.
Μάλιστα.
Ποιος να προλάβει τότε να φύγει, οι αντάρτες, αφήκαν τα καζάνια και τα βρήκαν οι Γερμανοί. Είδαν, να πούμε, όλη την κομπανία των ανταρτών και αυτό. Μόλις μπήκανε στα κάτω σπίτια, στην αρχή του χωριού, άρχισαν έβαλαν φωτιά, κατευθείαν. Σπίτια γεμάτα ζώα μέσα, να πούμε, όπως ήταν τα βάζαν τότε... Ξέρεις τι γινότανε.
Το δικό σας το σπίτι το κάψανε όλο;
Το δικό μας το σπίτι έβαλαν τρεις φορές φωτιά, του παππού εκεί –μου τα έλεγαν αυτά, ναι, οι θείες–, έβαλαν τρεις φορές φωτιά, αλλά ήταν η γιαγιά, η μάνα σου και παίρνανε χιόνι έξω απ’ την ταράτσα, μόλις έφευγαν οι Γερμανοί –από κει που ανέβαινε πρώτα–, έπαιρναν χιόνι και πέταγαν μέσα, να πούμε, εκεί που είχανε βάλει φωτιά και την έσβηναν.
Άρα τη σβήναν τη φωτιά με το χιόνι, δηλαδή;
Με το χιόνι, ναι, με το χιόνι τη σβήναν τη φωτιά.
Και κατάφεραν και το γλιτώσαν το σπίτι;
Και το τέλος ήτανε, την τελευταία φορά, την Τρίτη, που κατέβηκαν να βάλουνε φωτιά, είχανε ένα[00:10:00] μπιστόλι... Με το τακ που χτύπαγαν τη σκεπή, έπιανε αμέσως –παφ– φωτιά.
Λαμπάδιαζε, δηλαδή;
Λαμπάδα και έπιανε. Άμα πιάσει το ταβάνι και...
Ξύλινα τότε όλα.
Ξύλινα κι αυτά... Δεν εμπόραγε να σβήσει τίποτα στη σκεπή απάνω. Όσο έβαναν χάμω στο πάτωμα...
Το γλιτώνανε.
Ναι, το σβήνανε. Ξαναγύρισαν. Την τελευταία φορά, όμως, που πήγανε, κατέβαιναν εκεί τα σκαλιά, την κακοσκαλιά, να τα βάλουνε φωτιά, μόλις δεν θα είχαν καλά-καλά κατεβεί στην ταρατσούλα την ξύλινη, χτυπάει η σάλπιγγα να φύγουν. Να φύγουνε.
Να μαζευτούνε, δηλαδή;
Να μαζευτούνε για να φύγουν, δεν ξέρω πού, τότε μικρό κι εγώ. Πού πήγαν, κατά δω, κατά τη Λακωνία μάλλον.
Ναι.
Να φύγουνε και έμειναν οι άλλες από πίσω, η μάνα σου και θεια μου και η γιαγιά η Παναγιώτα και το ‘σβησαν και το γλίτωσαν το σπίτι. Έβαλαν από κάτω που είχαμε τα άχυρα για τα ζώα κι αυτό, είχανε κρύψει πατάτες, διάφορα τέτοια τρόφιμα.
Για τον χειμώνα;
Για το χειμώνα όχι, για να έχουνε να φάνε, γιατί η Κατοχή έφερε φτώχεια, έφερε πείνα, έφερε... Έφαγαν ως και λιοκόκκια στην Αθήνα οι άνθρωποι για να ζήσουνε, σε τέτοιο βαθμό.
Ναι.
Κατάλαβες;
Είχανε καεί πολλά σπίτια εδώ στο χωριό;
Στο χωριό ήτανε πεντακόσια, πεντακόσια πέντε, πεντακόσια δέκα σπίτια, κάτι τέτοιο. Και μείνανε τα είκοσι, τα είκοσι πέντε.
Άρα ήτανε ολοσχερής η καταστροφή που έγινε στον Κοσμά;
Βέβαια, ολοσχερής. Μείνανε τα δέκα σπίτια που ήτανε τελείως, δεν είχαν περάσει, ξέρω ‘γω, να βάλουνε φωτιά...
Δεν προλάβανε, δεν προλάβανε, στην ουσία.
Και δεν προλάβανε, αλλά έτυχε, να πούμε, ήταν δύο σπίτια κοντά, δεν καταλάβαιναν ότι ήταν κι άλλο σπίτι. Τέλος πάντων, δεν ξέρω πώς ακριβώς και φύγανε. Όταν φύγανε, φεύγοντας πήγανε και φορτώσανε τα άλογα –θηρία, να πούμε, μουλάρια είχανε, κάτι θηρία μουλάρια– και πέρασαν από κάτω από το σπίτι του παππού κι απ’ του Γιοβάν τη βρύση. Πριν σου πω ότι ήταν στα Πελετά και αυτό, να γυρίσουν το κεφάλι, τέτοια πειθαρχία είχαν οι Γερμανοί.
Ωραία. Μετά το κάψιμο του χωριού, μετά την ημέρα του καψίματος, που νομίζω ότι ήταν 29 Ιανουαρίου, έτσι; Χειμώνας.
Ξημερώνοντας Αγίων Τριών Ιεραρχών.
Μάλιστα.
Ναι, 29-30 είναι.
Ωραία. Τότε ο Κοσμάς που κάηκε σχεδόν ολοσχερώς, εσείς μετά πού πήγατε;
Εμείς πήγαμε στον Βρονταμά. Η οικογένεια του παππού που είχαμε σπίτι εκεί, στο άλλο χωριό.
Μάλιστα, το υπόλοιπο χωριό πού πήγε;
Το υπόλοιπο χωριό είχε στο Πηγάδι, είχε στα Φυλάτικα, είχε, πήγανε στο Λεωνίδιο, είχαν συγγενείς, εβολεύτηκε κάπως ο καθένας. Και μετά, έφτιασαν από ένα δωματιάκι ή από κάτω σε βεράντα και ήτανε... Πώς είναι εμάς που κάθονταν οι εργάτες, κάτι τέτοια πράγματα ήταν και χώθηκαν μέσα. Σάμπως είχανε τίποτα για να βάλουνε; Εν τω μεταξύ, έπλυνε ο κόσμος τα πράγματα στις καμάρες, ήτανε από κάτω απ’ την τζοβανέϊκη, του παππού του γερο-Τζοβάνη –πού είναι ο φούρνος;–, ήτανε η ταράτσα και από κάτω ήτανε δωμάτιο, καμάρα. Την είχε κλείσει ο πατέρας, ο παππούς ο Χρήστος, μπροστά την είχε χτίσει και τα είχαμε γεμάτο πράγματα για να μην τα πάρουνε οι... Να τα ‘χουμε άμα πιάσει η κατάσταση, κατάλαβες;
Άρα προετοιμαζόσασταν, και καλά.
Ναι, προετοιμαζόμασταν κάπως να μας μείνει και κάτι.
Μάλιστα.
Αλλά δεν είχε καεί τότε ακόμα το χωριό, έκανε μια προετοιμασία ο κόσμος.
Όταν πια κατεβήκατε στον Βρονταμά, έτσι, τον χειμώνα εκείνο που πέρασε ο Φλεβάρης και τα λοιπά. Ξαναγυρίσατε πίσω στον Κοσμά, πότε πια; Το καλοκαίρι;
Τώρα, αυτό δεν το θυμάμαι. Ξεκινήσαμε, να πούμε, τον Απρίλη.
Σύντομα δηλαδή, δεν κάτσατε και πολύ.
Σύντομα ξεκινήσαμε. Άλλοι ήταν στο Λεωνίδιο, έφτιαξαν κάτι, όπως σου είπα, σε ταράτσα αυτό, για να βάλουμε τα περιβολάκια που είχαμε. Πώς θα ζούσαμε;
Ναι. Το χωριό πότε επανήλθε πια να χτίσουν τα σπίτια τους, να τα μαζέψουν, να ξαναγυρίσει, να γίνει χωριό πάλι;
Το χωριό, από τη δεύτερη χρονιά που κάηκε, άρχισε ο κόσμος και πήγαινε στο δάσος και έκοβε κέδρα, όχι τα έλατα.
Ξύλα μεγάλα.
Κέδρα χοντρά για να φτιάσει ένα δωμάτιο.
Για να το στεριώσει το σπίτι και να ξαναμπεί μέσα.
Για να ετοιμάσει το σπίτι, να πούμε, και την πλάκα όπως διάλεγε και την καμένη πλάκα, γιατί είχε πλάκες, να πούμε, τότε επάνω. Διάλεγε από την καμένη πλάκα τα πιο γερά κομμάτια, να φτιάσει, να σκεπάσει ένα δωμάτιο να χωθεί μέσα, να βάλει τα κηπάκια... Πώς θα έγιναν; Και πάαινε πάνω-κάτω στο Πηγάδι ως να το ετοιμάσει εκείνο το δωμάτιο, ή στα Φυλάτικα ή στο Λεωνίδιο με τα ζώα.
Άρα ήτανε η πιο δύσκολη περίοδος εκείνη;
Ναι, η πιο δύσκολη περίοδο ήτανε εκείνη, αλλά ήταν μετά, συνέχεια.
Τα επόμενα χρόνια εκείνης της περιόδου της Κατοχής είχε πολλή πείνα το χωριό ή ήταν καλύτερα τα πράγματα;
Είχε πείνα το χωριό, αλλά όχι, όχι όπως οι πόλες. Ορισμένες οικογένειες, αλλά είχε, να πούμε, όπως ο παππούς. Ήταν πολλοί, να πούμε, που σπέρνανε τα σιτάρια και αυτό. Και ήτανε οι αποθήκες τους γεμάτες και βόλευαν και καμιά φραντζόλα ψωμί τον γείτονα, κατάλαβες; Τέτοια κατάσταση.
Άρα, άρα δεν υπήρχε μεγάλη πείνα στα βασικά, δηλαδή, λάδι, τυρί ελιές κι αυτά. Τα είχατε τα βασικά.
Τυρί, ελιές, δεν είχανε όλοι απ’ το Μαρί. Εμείς στον Κοσμά, στο χωριό έμεναν πόσες οικογένειες, διακόσιες οικογένειες το χειμώνα. Δούλευε το σχολείο υπερ-κανονικά, κανονικά, κατάλαβες; Και ήτανε, έμενε κόσμος.
Μάλιστα. Εκείνη την περίοδο της Κατοχής, στο χωριό τα πράγματα κυλούσαν ομαλά, δηλαδή γινόντουσαν εκδηλώσεις, ξέρω ‘γω; Η εκκλησία λειτουργούσε κανονικά; Πώς ήταν η καθημερινότητα του χωριού;
Λειτουργούσε. Μόνο οι καμπάνες, όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος, χτύπαγαν οι καμπάνες, το γράφω και αυτό, άμα το θυμάμαι. Χτύπαγαν οι καμπάνες. Εμείς τα παιδιά, τώρα, μικρά: «Τι χτυπάνε οι καμπάνες, τι χτυπάνε οι καμπάνες;». Και είπανε –πώς το γράφω είδες– οι παππούδες μας και πατεράδες μας: «Είναι πόλεμος, είναι πόλεμος, είναι πόλεμος».
Καταλαβαίνατε τι σημαίνει «πόλεμος» τότε εσείς;
Εγώ που ήμουνα 6 χρονών με 7, πού να καταλάβεις. Δεν είχαμε, τώρα ήμουνα στη δευτέρα τάξη, πού ήμουνα, δεν είχαμε κάνει, που λέει, ιστορία, τους ήρωες, να έχουμε μία ιδέα τι είναι ο πόλεμος, κατάλαβες;
Οπότε το σκηνικό ήτανε λίγο περίεργο.
Ναι, ναι από το στόμα μου το πήρες, περίεργο.
Σιγά-σιγά, μετά, τα επόμενα χρόνια, το ‘42, ‘43, ’45, νιώθατε καταπίεση από τους Γερμανούς, νιώθατε πίεση στο χωριό συνέχεια ή ήτανε πιο ομαλά τα πράγματα; Είχατε φόβο πάντα;
Πάντα, πάντα. Και τα αεροπλάνα εγώ φοβόμουνα, Παναγιώτη μου, δεν ξέρω αν πρέπει να το πω αυτό, φοβόμουνα πολύ που ήμουνα μικρό παιδί, ήμουνα, να πούμε, 6-7 χρονών που ήμουνα, φοβόμουνα τα αεροπλάνα. Πολύ.
Γιατί; Πετάγαν χαμηλά, τα άκουγες πολύ;
Χαμηλά; Έβγαιναν, μόλις ξεκίναγαν απ’ τη Λακωνία οι Γερμανοί, τη Σπάρτη, απ’ την Τρίπολη, ξέρω ‘γω, και έβγαινε κάποιος –προχωρούσαν προς τα Τσίντζινα και έφταναν στα Τσίντζινα–, έβγαινε ένας στα Κουτσονέικα σπίτια και φώναζε: «Έρχονται οι Γερμανοί στα Τσίντζινα!». Έφευγαν οι αντάρτες, έφευγαν όλοι οι άντρες...
Εξαφανιζόντουσαν οι άντρες;
Ναι, και έμεναν μόνο οι γυναίκες και οι γέροι. Έμεναν.
Μάλιστα. Τα παιδιά; Και τα παιδιά. Γυναικόπαιδα, δηλαδή, και οι γέροι έμεναν.
Ναι, γυναικόπαιδα και γέροι.
Ναι.
Μεγάλος άντρας στην ηλικία σου, να είσαι έτσι γερένιος... Ο μπάρμπας σου ο Τζοβάνης, πόσο ήτανε τότε, δεν θυμάμαι και εγώ.
12-13, εκεί.
Περισσότερο, θα ήτανε 14...
Έφευγε δηλαδή;
Ήτανε αντράκι, πώς να το πω.
Έφευγε, εξαφανιζόταν.
Ναι! Φύγανε τότε με τον μπαρμπα-Θανάση, τον Τζοβάνη, ο παππούς και πήγαν στα Φυλάτικα, δεν ξέρω πού πήγαν.
Στην ουσία, κρυβόντουσαν, έτσι; Θα πηγαίναν και θα κρυβόντουσαν κάπου.
Βέβαια, κρυβόντουσαν.
Γιατί διαφορετικά αν τους βρίσκανε...
Τους παίρναν τους άντρες, πώς εγίνονταν τότε πάνω σε αυτό το θέμα, δεν ξέρω, γιατί πόσο να θυμάμαι.
Ναι, μάλιστα. Το χωριό μετά, μετά τ[00:20:00]ο κάψιμο και τα επόμενα χρόνια, το σχολείο του πότε ξαναλειτούργησε;
Δεν θυμάμαι ποια χρονολογία ξαναλειτούργησε. Εγώ μία φορά ήμουνα σε ηλικία, όταν τελείωσε ο πόλεμος, γιατί μόλις έφυγαν οι Γερμανοί κι αυτό, δεν άρχισαν αμέσως την ίδια χρονιά τα σχολεία. Γιατί ώσπου να τακτοποιηθούνε, να βρεθούνε δασκάλοι... Εν τω μεταξύ, είχανε κάψει– Το σχολείο, μου φαίνεται, κάηκε άλλη χρόνια.
Κάηκε το σχολείο;
Ναι, βέβαια, το σχολείο είχε καεί.
Το σχολείο λένε ότι λειτουργούσε και ως νοσοκομείο κάποια περίοδο, δηλαδή πηγαίνανε τραυματισμένους εκεί και τέτοια πράγματα...
Οι αντάρτες.
Οι αντάρτες. Είναι μετά, δηλαδή, αυτό;
Όχι. Όταν έκαναν μάχη, πριν καεί το χωριό... Είχαν κάψει το σχολείο, που είχανε βρει κάτι μέσα εκεί οι Γερμανοί, οι Ιταλοί, δεν ξέρω ποιος το ‘καψε τότε το χωριό, κατάλαβες; Το σχολείο, πώς να πω.
Ναι. Ναι, άρα και οι αντάρτες είχαν πάει τραυματισμένοι.
Είχαν, να πούμε. Εμείς ήμασταν στο [Δ.Α.] ότι το είχαν οι αντάρτες, άμα έκαναν μάχη, πήγαιναν τους τραυματίες εκεί. Εν τω μεταξύ, μέσα στο κίνημα των ανταρτών ήτανε, υπήρχαν και γιατροί μέσα. Και είχανε κάπως βοήθεια οι τραυματίες και αυτοί, κατάλαβες;
Ναι, για να επιβιώσουν τότε, γιατί, διαφορετικά, νοσοκομεία και τέτοια δεν υπήρχαν. Πού να πάνε; Ήταν πολύ μακριά.
Πού να πάνε;
Για να ζήσουν. Άρα λειτούργησε και ως νοσοκομείο το σχολείο.
Και σκοτώνονταν σε μάχη, ξέρω ‘γω, με τους αντάρτες κάπου, ένας Γερμανός, και το συμπλήρωναν με τριάντα Έλληνες. Σκότωναν τριάντα Έλληνες. Εγώ δεν τους είδα, αλλά εκεί είχε γίνει τότε ο λόγος ο μεγάλος, δηλαδή.
Για αντίποινα, δηλαδή.
Για αντίποινα, ναι, αντίποινα.
Μάλιστα. Ωραία. Εσείς τώρα σαν οικογένεια μετά την Κατοχή, μετά από αυτά τα χρόνια τα περίεργα, σιγά-σιγά επανήλθατε στην καθημερινότητά σας, έτσι;
Σιγά-σιγά, με το ζόρι ο κάθε φτωχός και ο κάθε που ήθελε να φτιάξει, ερχότανε... Ήταν στο Πηγάδι, ήταν στα Φυλάτικα, ήταν στο Λεωνίδιο, ερχότανε... Και οι συγγενείς μας, η θεία Γιάνναινα μου που είχε τρία κορίτσια, ήταν ο μπαρμπα-Γιάννης στην Αμερική... Ερχότανε και κοιμόμασταν απάνω στο σπίτι μας, στο σπίτι του πατέρα μας, και από κάτω το πάτωμα είχε μισοκαεί που είχανε βάλει φωτιά να πιάσει κι από κει. Και είχε καεί και είχε τρύπες στην πόρτα που μπαίναμε και το ‘χε στυλιώσει με ξύλα, κάτι ξύλα, δεν θυμάμαι κι εγώ τι ήτανε, τόσο μικρή που ήμουνα.
Πόσα, πόσα παιδιά δηλαδή κοιμόσασταν εκεί; Από τρία σπίτια διαφορετικά;
Από τρία σπίτια. Άλλοι χάμω στο τσιμέντο και άλλοι, γιατί έμειναν και πέντε ρέκαλα, να πούμε, της μάνας μου. Και βολέψαμε, άλλοι μισοσκεπασμένοι, άλλοι...
Άρα, δηλαδή, μετά το κάψιμο, πολλοί συγγενείς βοηθήσανε τους υπόλοιπους που είχαν καεί τα σπίτια τους.
Ναι, ναι, πολύς κόσμος.
Πολλή βοήθεια.
Ή στο Πηγάδι που δεν είχανε ή στο Λεωνίδιο... Να, η θεια σου η Πότα τότε, η γιαγιά η Μαριγώ, πήγαν στα Τσιτάλια, πήγανε στο...
Στο Βελωτά;
Στο Λεωνίδι, στο Μέγα... Ναι, γίνονταν κι αυτές οι βοήθειες τότε.
Γιατί διαφορετικά πώς να ανταπεξέλθουν;
Στον Βρονταμά, όσοι είχαν συγγενείς, στο Γεράκι...
Τότε το κράτος βοήθησε καθόλου, είχε κάποια επέμβαση; Βοήθησε να φτιάξει, να φτιαχτεί πάλι τα σπίτια και τέτοια πράγματα;
Όταν τελείωσε ο πόλεμος, όπως είναι τα... Στην ανοικοδόμηση, έλεγαν τότε. Στην ανοικοδόμηση, όπως έχουν ακόμα τα κουφώματα τα δικά σας, είναι από την ανοικοδόμηση στον Κοσμά.
Άρα εκεί το κράτος πια βοήθησε;
Βοήθησε, αλλά πόσο ήτανε, πού τη βρήκε... Βοήθησαν τα άλλα κράτη. Πώς εγώ τότε, δεν έκοβε κιόλας το μυαλό μου, να σου πω τελικά το τέλειο, δηλαδή, κατάλαβες; Αλλά βοήθησε, έφτιαξε τότε, ξέρω ‘γω, πόσα σπίτια. Και το διακακαίικο που έχουν οι Καλυβαίοι εκεί πάνω, ο Τάκης ο Καλύβας...
Από τότε έχει φτιαχτεί.
Ναι, τότε το φτιάσανε. Έφτιασαν τότε, δεν ξέρω πόσα σπίτια, δεν θυμάμαι κι εγώ πιο άλλο και πιο άλλο. Και μετά, σιγά-σιγά, ο κόσμος, άνοιξε και η Αμερική, είχαμε πολλούς Αμερικάνους, βοήθησαν και οι Αμερικάνοι. Και είναι το χωριό τώρα...
Τότε, μετά την Κατοχή, έφυγε πολύ κόσμος απ’ το χωριό στην Αμερική;
Έφυγε, όταν άνοιξε η Αμερική, έφυγε. Έφυγε, δεν θυμάμαι κι εγώ, μία φορά αρκετός κόσμος. Όσοι είχαν συγγενείς, είχαν πατεράδες, είχαν αδέρφια, είχανε, ναι.
Άρα δηλαδή και το χωριό είχε και απώλειες και από αντάρτες που σκοτώθηκαν...
Και από αντάρτες, αλλά και από που πήγαν σε άλλα κράτη.
Σε άλλα κράτη.
Μάλλον περισσότερο στην Αμερική που είχανε αδέρφια, που είχανε μπαρμπάδες, που είχανε συγγενείς, να πούμε, φύγανε πολλοί. Κι από εδώ, απ’ το Γεράκι, απ’ όλα τα χωριά. Αλλά και απ’ τον Κοσμά που κάηκε, ακόμα χειρότερα.
Στην περίοδο, τώρα, μετά το ‘45 έτσι, που έχουμε πια την περίοδο του Εμφυλίου, έτσι; Τον Εμφύλιο, με τον ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ και τα λοιπά...
Με το ΕΛΑΣ και με τους Χίτες.
Ναι.
Τους Ελασίτες που πήγαν με τον Παυλάκο.
Ναι, ναι, ναι.
Και με τον Μπρατίτσα και τρώγονταν και σκότωνε ο Παυλάκος. Με τους εφτά που σκότωσε στον Βρονταμά, ήμουνα εγώ κρατούμενη. Που ερχόμασταν απ’ τον Κοσμά με μια αδερφή της μάνας μου.
Για πες μας για αυτό το σκηνικό.
Ναι, ήμασταν, ερχόμασταν κατά κάτω. Εν τω μεταξύ, είχανε πιάσει ορισμένους αντάρτες, να πούμε, που ήταν του ΚΚ και τους είχανε πάει εξορία στα νησιά. Και είχανε και τον Δημητρό τον Λίλη, τον θυμάσαι;
Ναι, ναι.
Εν τω μεταξύ, μαζί με μας απ’ τον Κοσμά ερχόταν και η μάνα του Δημητρού του Λίλη, μαζί μας.
Παρέα.
Παρέα. Και όπως είχαμε το μουλάρι, είχαμε πάει εμείς μπετόνια με λάδι, τα είχαμε, είχε κάτω στη Λαϊνίτσα, που τα ρίχναμε το λάδι κάτω στου παππού του σπίτι και βροντολόγαγαν τα μπετόνια... Και μας πήγε να. «Και μας θα πουν τώρα», λέει η Μαριγώ που ήταν μεγάλη, είπε σε μένα, «ότι πήγαμε στους αντάρτες λάδι και θα ‘χουμε μεγάλα...».
Ήταν η μάνα του παιδιού αυτού που ήταν αντάρτης, ήταν μαζί σας. Για αυτό το λόγο;
Ναι, ναι, για αυτό το λόγο, σε τέτοιες περιπτώσεις. Εν τω μεταξύ, όμως, τη μια αδερφή, τη μεγαλύτερη, της μάνας μου, εκεί που έχουνε φτιάξει, ήθελαν να φτιάξουν το ηρώο... Που είναι μετά απ’ το Βρονταμά απ’ την κοινότητα, ήταν ένα σπίτι ψηλό, μεγάλο...
Ναι.
Ήτανε παντρεμένη η αδερφή της μάνας μου, της είχε φτιάξει σπίτι, Μπρούκλης ήταν ο άντρας της και το είχε και μισοφτιαγμένο το σπίτι. Επειδής είχαν φυλάκιο οι αντάρτες, καθόταν εκεί –είχε πεθάνει ο άντρας της, εκείνης της θειας μου– και καθότανε έξω. Εκεί είχε φτιάξει μια καλύβα και είχαν μείνει πέτρες. Και πώς μένουν, να πούμε... Και καθόντουσαν με τις γειτόνισσες και έκαναν σαν ρούγα. Και μας έλεγαν μετά οι γειτόνισσες ότι δεν είχε ησυχία αυτή η αδερφή της γιαγιάς εκείνη. Και τη νύχτα πάαινε από δω, πάαινε από κει... Δηλαδή, ήτανε, πώς να σου πω, ανήσυχη. Και το τέλος ήταν, είχαν φυλάκιο οι αντάρτες στο σπίτι αυτό που ήταν ψηλό. Και κατά του βαρκάρη, ίσα κάτω, είχε μια ταρατσούλα φτιάσει για να κάνει ο μπάρμπας μου μπάνιο. Εκεί βγήκε η θεια μου και φώναζε, που έβαλαν φωτιά, γκρέμισαν με νάρκες, με αυτό, τις σκάλες που κατέβαιναν.
Ποιοι τις γκρέμισαν τις σκάλες; Ποιοι τις γκρέμισαν τις σκάλες;
Τις σκάλες τις γκρέμισαν οι Χίτες. Οι Χίτες νόμιζαν ότι δεν θα ‘φευγαν οι αντάρτες, να τους πιάσουν. Κατάλαβες; Και φούντωσε και το σπίτι και κάηκε και βγήκε από την πίσω πόρτα, στης Μαρίας της Τσαϊλένας, από πάνω, του Βοριά. Πώς κατέβηκε, ήταν αρκετά ψηλά. Και κατέβηκε για να γλιτώσει και ήταν απέναντι άλλο σπίτι και είπαν τότε ότι οι αντάρτες της ερίξανε.
Τη σκότωσαν οι αντάρτες;
Τη σκότωσαν οι αντάρτες και όπως έπεσε σκοτωμένη απάνω στη σκεπή του Mήτσου, έπιασε από την αστρέχα φωτιά και κάηκε και τη βρήκαν η γιαγιά η Παναγιώτα με τις αδερφάδες της. Τα ποδαράκια μόνο.
Μάλιστα.
Από δω απ’ τα μπούτια και κάτω. Και το λίπος, που είχε πεθάνει, είχε τρέξει στο δρόμο.
Είχε λιώσει, δηλαδή;
Ναι, ναι.
Στο άλλο σκηνικό, που μου είπες, ότι ήσουνα κρατούμενη. Γιατί ήσουνα κρατούμενη, γιατί κινδύνευσες εκεί να είσαι κρατούμενη; Που κατέβαινες απ’ τον Κοσμά με τους επτά, που μου ‘πες.
Κινδύνεψα να είμαστε κρατούμενοι, γιατί, μόλις στρίβει εκεί στου Πλαγάκη τη σπηλιά και παίρνει το ίσωμα για να βγει από κάτω, στα Κατέικα κι αυτό, καθόμασταν εμείς, [00:30:00]ήταν απέναντι –πού είναι τα φυτώρια τα καινούργια, τα περσινά–, έρχονταν ο Παυλάκος και είχε και τον Βράχο πιάσει τότε και πάαινε κι ο Βράχος ό,τι του λέγανε... Τάχα τους βοήθαγε τους Μανιάτες, κατάλαβες; Και φωνάζουνε από κει οι στρατιώτες αυτού που είχε το Βράχο –πώς το λένε τώρα;–, του Παυλάκου: «Σταματάτε, σταματάτε, περιμένετε». Και σταματήσαμε εκεί σε ένα αυτό και τους περιμέναμε. Επήγα, ήρθανε, λέει:, «Πού είσαστε; Στον Κοσμά και αυτό;». «Στον Κοσμά ήμασταν». Αλλά ήτανε τότε σκοτωμένη, είχανε σκοτώσει... Αυτό ήτανε μετά από ότι σκότωσαν την θεια μου, να πούμε, κοντά τον Μάρτη, ξέρω ‘γω, πότε ακριβώς. Και μόλις, να πούμε, είχαμε την αβάντα εκείνη ότι τη σκότωσαν οι αντάρτες τη θεια μας και φοράγαμε μαύρα κι εγώ, να πούμε, κοριτσάκι που ήμουνα. Και τις είπαμε, να πούμε, οι στρατιώτες, μας πήγαν απάνω εκεί σε ένα αγνάντιο για να προφυλαχτούν κι αυτοί, οι φαντάροι του Παυλάκου, κατάλαβες, μπα και πεταχτούν αντάρτες, μπα και...
Μη τυχόν και έχετε πίσω σας αντάρτες.
Ναι. Μήπως ‘ρθούνε και χτυπήσουνε αντάρτες. Και μας επήραν και εμάς σαν κρατούμενους. Δύο, τρεις, πέντε. Μετά, φυλάκαγαν να κρυφτούνε και οι άντρες και τους ήφερναν, θα ήμασταν καμιά εικοσιπενταριά άτομα εκεί στην κορυφούλα. Ναι. Και το τέλος ήτανε, έκλαιγε κι εκείνη η κακομοίρα: «Να μην πείτε τίποτα, παιδάκι μου, ότι έχω παιδί αντάρτη», η γριά Λίλαινα κι αυτό. Εν τω μεταξύ: «Γιατί φοράτε εσείς τα μαύρα;», της είπε αυτηνής της θειας μου, της αδερφής της γιαγιάς. «Με τη μάχη του Βρονταμά εσκότωσαν την αδερφή μου». Τους είπε να πούμε την ιστορία. Και βρήκαμε κι ένα αποκούμπι εκεί. Κατάλαβες; Ότι θα μας πιστέψουνε.
Εσείς δεν αποκαλύψατε, όμως, ότι, ας το πούμε, η άλλη γυναίκα που ήταν μαζί σας είχε παιδί αντάρτη;
Όχι. Θα τη σκότωνε ο Παυλάκος, γιατί μόλις βγήκαμε εμείς και μας πήγανε εκεί, σου λέω, στην κορυφούλα και μας είχανε –ίσαμε που ήθελαν να φύγουνε και πήγαμε από το χωριό μέσα–, έρχονταν ο Βράχος με τον Παυλάκο από πέρα.
Άρα ήτανε και ο Παυλάκος εκεί τότε.
Εκεί που μας είχαν κρατούμενοι όχι, ήταν απέναντι και ανέβηκαν, να πούμε.
Τον είδες, δηλαδή, εσύ εκείνη την ώρα τον Παυλάκο;
Αμ δεν τον είδα;
Ναι.
Και προχώρησαν, πήγανε στο χωριό και μόλις φτάσανε εκεί που χωρίζει ο δρόμος κατά το σπίτι τώρα το δικό σας και ο άλλος που πάει Ματούλα μέσα και βγαίνει εκεί κάτου στου Μπάσου, λέω εγώ... Η θεία μου κιόλα, γιατί εγώ μικρό, λέει: «Αν πάμε το μουλάρι, είναι εδώ χάμου», λέει στους φαντάρους του Παυλάκου, «το σπίτι, να το πάμε», λέει, «τι να το τρέχουμε;». «Όχι, όχι, θα πάμε όλοι, όλοι. Και το μουλάρι και το μουλάρι», λέγανε, είπανε ορισμένοι φαντάροι του Παυλάκου. «Και το μουλάρι, και το μουλάρι». Και το πήραν. Ξέρεις πώς τους γλίτωσε το μουλάρι τότε, ο Ψαρής; Όσοι ήμασταν παρέα και εγώ ήμουνα και εγώ ήμουνα στον Κοσμά και εγώ ήμουνα στο Κοσμά, κι εγώ ήμουνα στον Κοσμά κι άλλοι από την ουρά κι άλλοι από τα αυτιά, φύγαμε και πήγαμε από το σπίτι της γιαγιάς, το Κατσικέικο, που είχε ο παππούς το γυφταριό, ξέρεις, κάτω που είναι... Και πήγαμε στο σπίτι μας. Μετά από... Δεν είχαμε φύγει από της γιαγιάς το σπίτι, εκεί που είναι στου Βασιλείου από κάτω [Δ.Α.], επέρασε ένας που είχαν σκοτώσει τα αδέρφια του απέναντι από το [Δ.Α.] το δικό σας, τα Σουσουλάκια, δύο αδέρφια.
Τα ‘χαν σκοτώσει οι Χίτες αυτά;
Ναι.
Ήτανε κομμουνιστές αυτοί; Ήταν αντάρτες τα μικρά;
Όχι, δεν ήταν αντάρτες, πολίτες ήτανε. Το ένα θα ήτανε ίσα με εμένα. Θα ήταν κάνα χρόνο, δύο, μεγαλύτερο. Το άλλο θα ήταν ίσα με τον Τζοβάνη.
Και γιατί τους σκοτώσανε αυτούς;
Τους σκοτώσανε, γιατί αντίποινα, γιατί είχαν το Σατανά στα χέρια τους και μέσα τους. Πήγαμε στην πλατεία και ήτανε και κρατούμενος και ο Περικλής ο Σταβάρας, δεν ξέρω αν τον είχες ακούσει...
Το όνομα αυτό, ναι.
Ναι, το όνομα, ναι, ήτανε κρατούμενος. Και ήρθε και ο Παυλάκος με τον Βράχο και ήτανε –το θυμάμαι–, πού έχει της Ταμπάκαινας, που το έχουνε οι Καλογιανναίοι, το έχουν ακόμα το καφενείο, εκεί είχε ένα πεζοδρόμιο λίγο πιο ψηλά, απ’ έξω από το μαγαζί και ήτανε όλο έτσι, πώς τα βάλουνε, κολλημένα τα χαλικάκια, χαλικάκια. Κι ήταν ο Παυλάκος και ήρθε εκεί που ήμασταν όλοι...
Συγκεντρωμένοι.
Και εκατό άτομα θα ήτανε. Μας είχανε φέρει αυτοί οι στρατιώτες του που μας έπιασαν, μας πήγαν όλους στην πλατεία. «Πού ήταν αυτός;». «Έτρεχε», του ‘λεγαν οι φαντάροι, να πούμε, δεν μπόραγαν... Μπορεί να ήταν βέρα και εκείνοι δικοί του, αλλά δεν μπόραγαν να κρύψουν για κανέναν ότι... Ήρθε η σειρά μας. Λέει: «Πού ήταν αυτοί και με τα μπετόνια στο μουλάρι». Του είπαν, να πούμε, οι φαντάροι: «Όχι, αυτοί ήτανε γυναίκες, να πούμε...». Κι εγώ είμαι, κι αυτός ο κύριος, κι αυτός κι αυτός, όσοι προλάβαμε, είπαμε, να πούμε, ότι ήμασταν στον Κοσμά και σταματήσαμε μόλις μας μίλησαν στο δρόμο, κατάλαβες; Ξέρεις πόσοι γλίτωσαν τότε; Και το τέλος ήτανε, όσοι ήτανε στον Κοσμά, εν τω μεταξύ, τους είπε: «Γιατί φοράς τα μαύρα», της θειας μου. Κι εγώ μικρό, να πούμε. «Γιατί αυτοί που σκότωσαν οι αντάρτες», βρήκαμε, γιατί το κόλλημα εκεί βρήκε, «αυτοί που σκότωσαν οι αντάρτες, ήταν αδερφή μου», τους είπε η θεια Μαριγώ. «Όσοι ήτανε στον Κοσμά, να πάνε στα σπίτια τους».
Έτσι είπε ο Παυλάκος;
Έτσι είπε... Όχι ο Βράχος.
Ο Παυλάκος.
Ο Παυλάκος ο ίδιος. Τήραγε ποιος θα πιαστεί από τα αυτιά του μουλαριού [Δ.Α.] στον Κοσμά, και ξέρεις πόσοι φύγανε τότε;. Μόλις φτάσαμε στο σπίτι από κάτω απ’ το Διονύση, εκεί πάει Σούδα και βγαίνει Κατσαρολαίοι και στρίβει και φτάσαμε στην ποριά του Κατσικέικου σπιτιού, πέρασε απάνω ένα παιδί, ο Μενέλαος του... του Σιμιτζή, μωρέ, πέρασε κλαίγοντας και φωνάζοντας. «Τι τρέχει; Τι τρέχει;». «Σκότωσαν και τα δύο αδέρφια μου, τον Αντρέα μας και τον Τάκη μας!», εφώναζε και πάαινε ξυπόλητο. Καθόνταν εκεί μέσα τα [Δ.Α.], εκάθονταν...
Άρα τη δουλειά αυτή την είχαν κάνει ενδιάμεσα. Κάπου εκεί τα είχαν σκοτώσει αυτά τα παιδιά. Όσο ήταν στο χωριό ο Παυλάκος και τα λοιπά, είχαν κάνει και αυτό το πράγμα.
Όσους πιάσουνε και τρέχουν και είναι κρυμμένοι έξω.
Έτσι δηλαδή τους σκοτώσανε, όσους πιάνανε, ναι, τους εξολοθρεύανε.
Μπορεί να με πει και κανείς βλακεία, τέλος πάντων, δεν έφταιγαν τώρα τα Σουσουλάκια. Ούτε αντάρτη είχαν κανένανε, ούτε πεινασμένα, γιατί δεν ήτανε, χτενάδες ήτανε, ζούσαν, να πούμε, με άλλο εισόδημα. Και πέρναγαν, πέρασαν πείνες και τα σκότωσαν και τα δυο παιδιά. Τα Νταραμπαράκια πάλι τα σκότωσαν, δύο αδέρφια, σκέψου τώρα... Κι εγώ από τότε δεν μπόραγα, κόντεψα να πεθάνω από την πείνα. Μόλις, ούτε σε εκκλησία, μόλις εκαθόμουν στο τραπέζι να φάω, καθόμασταν ό,τι φτωχικό είχαμε, Παναγιώτη μου, μου καθόντανε, θυμόμουνα τώρα εκείνη την ώρα που έμπαιναν στο νεκροταφείο, στην εκκλησία, να βλέπεις τώρα, εφτά φέρετρα το ένα κοντά στο άλλο. Σκέψου. Και να μπαίνει την πόρτα του κοιμητηρίου ένα-ένα φέρετρο. «Πού θα τον πάμε ετούτον; Πού θα τον πάμε ετούτον;». Και ήτανε και οι αντάρτες, δυο αντάρτες, και μία γυναίκα που ήταν τότε, αντάρτισσα, καπετάν-Αργυρώ. Δεν πάαιναν να κρυφτούνε και εκείνοι, να μη μεγαλώνουν τον πόνο στους σκοτωμένους. Ήταν εκεί. Μπόραγα ύστερα να φάω; Αυτά είναι τα ωραία. Μετά πια, που φύγανε, πήγαν, άλλους πήγαν εξορία, όσους έπιασαν, άλλους... Τον πατέρα σου, τώρα, δεν ξέρω πώς έγινε και πού πήγαν.
Είχε κάνει εξορία, είχε κάνει εξορία. Είχε πάει σε νησί ο παππούς ο Κατσίκας. Άρα, έτσι όπως το σκέφτεσαι τώρα, πιο δ[00:40:00]ύσκολα ήταν η περίοδος της Κατοχής ή η περίοδος του Εμφυλίου; Πιο σκληρή ποια περίοδος ήταν;
Παναγιώτη, είχε έρθει μια δόση, οι αντάρτες έλεγαν, τους είχαν τους κρατούμενους στην Έλωνα, οι αντάρτες. Είχαν έναν Αργίτη και, δήθεν ήτανε, τι ήτανε δεν ξέρω, έτσι λέγαν τότε. Και αφού ετοιμάζαν να τον σκοτώσουν οι αντάρτες, τους είπε αυτός να του επιτρέψουν να του διαβάσει τα γράμματα του θανάτου, να πούμε, ζωντανός, να μην πάει αδιάβαστος. Σε τέτοιο βαθμό.
Άρα, ήταν σκληρή η περίοδος εκείνη, πολύ.
Πολύ. Η χειρότερη περίοδο.
Πιο σκληρή.
Έμπαινε ο ένας, έπιανε, χτύπαγε, σκότωνε. Μάθαιναν οι αντάρτες κάτι, έκαναν κι εκείνοι τις αναποδιές τους. Πήραν δήθεν ότι είναι προδότες, κάτι από τη Σκούρα. Μια οικογένεια, δυο-τρεις, και κάπως θα ήταν με τον μπαρμπα-Γιάννη τον Τζοβάνη, κουμπάροι, και τους εσκότωσαν σε ένα χαντάκι που πααίναμε στον Αη-Γιώργη.
Άρα ήτανε μια δύσκολη περίοδος, η πιο σκληρή περίοδος. Κι από τις δυο πλευρές γίνανε ακραία σκηνικά.
Ναι, ναι.
Και την πλήρωνε, στην ουσία, ο κόσμος.
Ο κόσμος ο άλλος. Έφταιγε-δεν έφταιγε. Δεν ξέρω τι έκανε ο καθένας. Αλλά σύμφωνα με τα συμφέροντά του ο ένας, σκότωνε του αλλουνού. Σύμφωνα με... Αυτό έγινε.
Βγαίνοντας πια από τον πόλεμο και μετά το ’50, στην ουσία, έτσι; Εσείς συνεχίσατε τις ασχολίες σας, έτσι;
Ναι.
Πλέον φτάνατε σε μια ηλικία για παντρειά, για γάμο, που λέμε, στα χωριά.
Ναι, εγώ ήμουνα τότε... Πόσο θα ήμουνα; Για βάλε. Ώσπου να τακτοποιηθούνε κι αυτό, θα ήμουνα 13-14 χρονών. Και έπρεπε να πάω, στη δευτέρα τάξη έπρεπε να πάω ή στην τρίτη, δεν θυμάμαι.
Γυμνασίου τώρα λες εκεί.
Βρε, μικρή ήμουνα, σου λέω.
Περίμενε, δεν λες 13-14; Κανονικά, πού θα έπρεπε να πας...
Κανονικά δεν ήτανε τότε όπως τώρα ή να πληρώσεις ή να συνεχίσεις. Έπρεπε να είσαι στην ηλικία που έπρεπε να πας στη δευτέρα, να πας στην τρίτη.
Ναι.
Κατάλαβες;
Ναι.
Και δεν πήγα εγώ σχολείο.
Δεν πήγες, δεν συνέχισες;
Ναι, δεν συνέχισα.
Και μετά, στην... Μετά, αφού τελείωσε το όλο, μετά, εσύ πότε παντρεύτηκες; Ποια εποχή; Και ποια ημερομηνία; Ποια χρονολογία;
Το ’30... Όχι. Το ‘61.
Το ‘61. Άρα, δηλαδή, στην ουσία, εσύ έχεις γεννηθεί το ‘31 και παντρεύτηκες το ‘61. Παντρεύτηκες, δηλαδή, σχετικά μεγάλη για την ηλικία, για την εποχή τότε. Παντρεύτηκες 30 χρονών.
Ναι. Ναι, 30 χρονών.
Άρα ήσουνα μεγάλη. Αυτή τη δεκαετία απ’ το ‘50 μέχρι το ‘60 ήσουνα με την οικογένεια, τον παππού, τη γιαγιά και τα λοιπά...
Ναι.
Και δουλεύατε στα χωράφια;
Ναι, ναι.
Μαζί με την αδερφή σου ήσουνα εκείνη την περίοδο;
Ναι, μαζί.
Η αδερφή σου παντρεύτηκε νωρίτερα;
Βέβαια, η γιαγιά ήταν μεγαλύτερη. Πότε παντρεύτηκε; Τη χρονολογία το θυμάμαι.
Γύρω στο ‘55 πρέπει να παντρεύτηκε, από εκεί πρέπει να παντρεύτηκε. Εσύ παντρεύτηκες με συνοικέσιο; Πώς παντρεύτηκες; Πώς έγινε;
Ναι, με συνοικέσιο.
Ναι. Τότε πώς γινόταν το σκηνικό του προξενιού, δηλαδή ερχόταν κάποιος και έπιανε τον πατέρα;
Ναι.
Είχατε άποψη εσείς ή όχι, δεν σας ρωτούσαν καθόλου;
Όχι, δεν παρουσιάζονταν η νύφη. Ο πατέρας της νύφης με τον συμπέθερο τα μίλαγαν και τα μισο-έφτιαχναν –να μην πω «τέλεια»– και μετά έπαιρνε αυτός και αυτό και αυτό, να πούμε. «Γίνεται; Πώς το βλέπεις εσύ; Πώς αυτό;». Κι άμα έλεγε... Και ποια τότε ήτανε τέτοιος ο κόσμος τότε, έλεγε η κοπέλα ότι– Σπάνια να ‘λεγε ότι: «Εγώ δεν τον θέλω», αν είχε κάναν δεσμό ή είχε, να πούμε, μεγάλες ιδέες για καλύτερα δεν ξέρω, ναι.
Άρα, στην ουσία, η μεγάλη πλειοψηφία των κοριτσιών τότε δεν έλεγε, δεν γνώριζε τον γαμπρό, στην ουσία, απλά τον παντρευότανε.
Όχι. Εγώ, ήρθαμε εδώ με τη θεια Γεώργαινα και πήγαμε στου Ζαφείρη το μαγαζί να με δει ο γαμπρός για να βγάλει συμπέρασμα, να αποφασίσει, δεν ξέρω πώς τα κάνανε τότε. Βάνεις εσύ τώρα, τόσα χρόνια.
Μάλιστα. Και έτσι γινότανε στα περισσότερα κορίτσια, δηλαδή, όπως εσένα, στα περισσότερα κορίτσια με τον ίδιο τρόπο.
Ναι. Σπάνια να είχε έναν δεσμό, πολύ σπάνια.
Στη γιαγιά έτσι είχε γίνει; Στην αδερφή σου, με τον ίδιο τρόπο, παρόμοιο είχε γίνει;
Με τη μάνα σου;
Με τη γιαγιά τη Ζαχαρούλα, ναι, έτσι είχε γίνει; Την αδερφή σου; Με προξενιό είχε γίνει κι εκεί;
Ναι.
Με προξενιό κι εκεί.
Ο μπαρμπα-Μιχάλης ο Μέγας.
Μάλιστα.
Τα έφτιαχνε τότε.
Μάλιστα. Ο αδερφός σου σε τι ηλικία έφυγε απ’ το χωριό;
Ο αδερφός μου έφυγε και πήγε στο γυμνάσιο, όταν τελείωσε ο πόλεμος και κάπως έμπαινε στη σειρά. Επήγε στο Λεωνίδιο, στο γυμνάσιο, γιατί του είπε ο δάσκαλός του απ’ το δημοτικό, του έλεγε του παππού ότι: «Είναι κρίμα να χαθεί αυτό το μυαλό. Να το στείλεις». Και τον έστειλε, τον στείλαμε τότε και πέρασε μια χρονιά δύο τάξεις. Πέρασαν ο δεσπότης ο Ρόρης, ένας του Πατρίδα, ο Θανάσης... Ήταν πολλά παιδιά σε αυτή την ηλικία και πήγανε.
Σαν να διάλεγαν τους καλύτερους μαθητές και τους προωθούσανε, κάπως έτσι.
Ναι. Του ‘λεγε ο δάσκαλος ότι έχει μυαλό και είναι να χαθεί, όπως είπε του Τζοβάνη, και ήταν κι άλλα παιδιά, να πούμε. Όποιος είχε τη δύναμη κάπως... Κι εμείς δεν είχαμε δύναμη, αλλά δουλεύαμε έτσι σα χαμάλες και έμαθε ο Τζοβάνης...
Εσάς τώρα γιατί δεν σας έστειλε; Γιατί ήσασταν κορίτσια; Τα κορίτσια, δηλαδή, μέναν πίσω τότε; Πώς γινόταν;
Κορίτσια σπάνια να πάαιναν, τώρα, για σπουδές τότε, Παναγιώτη.
Ήταν δηλαδή το...
Ελάχιστα. Ήτανε...
Η νοοτροπία, η λογική.
Ναι, ναι.
Των πατεράδων και των μανάδων...
Των πατεράδων και, γενικά, στο κράτος, πώς να σου πω. Δεν ήτανε ο κόσμος επηρεασμένος πάνω στα γράμματα, πάνω στις σπουδές, απάνω... Να του είναι κάπως απαραίτητο, πώς να σου πω. Κατάλαβες;
Μάλιστα. Και μετά την περίοδο πια του... Από ότι παντρεύτηκες και τα λοιπά και τα λοιπά και έφτιαξες την οικογένειά σου. Πλέον, σιγά-σιγά, μπαίνουμε στην περίοδο του ‘60, ‘60-‘65 εκεί.
Ναι. Από το ‘61.
Εκεί φτάνουμε πια στην περίοδο της Χούντας, έτσι; Εκείνη την περίοδο, στα χωριά στις περιοχές μας εδώ, Αρκαδία, Λακωνία, η περίοδος εκείνη πώς ήτανε; Ήτανε, καταλάβατε διαφορές σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο; Ήταν η ίδια; Είχε...
Παναγιώτη, δεν ήξερε ο κόσμος πού να πάει. Κατά κει να πάει; Κατά κει να πάει; Ήτανε, δηλαδή, ένα ανακατωμένο πράγμα. Κατάλαβες;
Ναι. Είχατε τότε φόβο στη Χούντα; Ήσασταν, δηλαδή, μαζεμένοι ή όχι;
Αυτοί, οι αντάρτικες οικογένειες που είχανε φυλακισμένα παιδιά κι αυτό, όσο να ‘ναι...
Είχαν ένα φόβο.
Είχαν ένα φόβο. Μας ήφερναν οι αντάρτες, μας ήφερναν τα φορτία τα αλεύρια, να ζυμώσουμε και να ‘ρθούν να πάρουνε τα καρβέλια. Γιατί δεν ήταν του κράτους τότε για να... Κατάλαβες; Για να φροντίσει, όπως στο στρατό. Για τη συντήρησή τους.
Ναι.
Έπαιρναν τον χι, οι Χίτες έπαιρναν τις στάνες, τις οικογένειες από τους αντάρτες. Οι αντάρτες έπαιρναν τις στάνες από τους Χίτες και γινότανε μάλε-βράσε. Εσφάζανε, για να ζήσουν και οι αντάρτες. Ήτανε Κατοχή, ήτανε πόλεμος. Πού θα τα ‘βρισκαν αυτά; Τα λάδια και στάρια και αυτά.
Ναι. Την περίοδο της Χούντας, το ‘67 με ‘74, εκείνη την περίοδο, έγιναν σκηνικά στα χωριά εδώ, δηλαδή; Ας πούμε, είχανε πιέσεις οι οικογένειες που ήτανε ανταρτών;
Είχαν ένα μίσος μεταξύ οι οικογένειες των αριστερών και των δεξιών.
Των δεξιών.
Ναι, να πούμε, είχανε ορισμένα... Ορισμένοι άνθρωποι –όπως και τώρα– κοιτάζει ο άλλος να σου βγάλει το μάτι.
Είχες υπόψη σου να γίνανε βασανιστήρια τότε, να περάσουν σκληρά κάποιοι άνθρωποι εδώ την περίοδο εκείνη, ‘67-‘74. Την περίοδο της Χούντας, που ήσουνα παντρεμένη πια. Είχες δει;
Όχι.
Δεν είχες.
Εγώ δεν είχα, δεν έβανα και προσοχή στα πράματα, αλλά δεν είδα τέτοια πράματα.
Μάλιστα. Πια, μετά το ’60, σιγά-σιγά η ζωή καλυτέρευε.
Καλυτέρευε σιγά-σιγά, να πούμε. Έπαιρνε καθένας τη δύναμη που είχε να φτιάσει ένα δωμάτιο παρα[00:50:00]πάνω. Και στο καμένο χωριό... Κάπως έβαλε μια σειρά άλλη ο κόσμος, κατάλαβες;
Τότε την περίοδο εκείνη, μετά το ‘60, ήταν πιο αισιόδοξα τα πράματα; Υπήρχε μια λογική πιο καλή;
Βέβαια, Παναγιώτη. Ήτανε, άνοιξε η Αμερική, έστελναν, είχανε πολύ κόσμο, πολλοί αδέρφια, πολλοί, να πούμε.
Εμβάσματα.
Στην Αμερική, έξω να πούμε. Έστειλαν κι ένας-ένας εκανόνιζε τις δυνάμεις του, κανόνιζε και έφτιανε σιγά-σιγά. Κάτι.
Οι δουλειές σας τότε, μετά το ‘60, που ήσουνα παντρεμένη και τα λοιπά, πώς γινόντουσαν στα χωράφια; Τι, άλογα δεν είχατε, μουλάρια κι άλογα;
Ναι, άλογα, άλογα. Πού; Υπήρχανε τρακτέρια και τέτοια; Ο μπαρμπα-Λιάκος κι ο πατέρας σου με τα μουλάρια δεν όργωνε τις ελιές; Τότε δεν ήτανε και τόσα δέντρα. Πού ήτανε; Ήτανε δέντρα τόσα; Τώρα έχουν όλα τα δάση γίνουν χωράφια με δέντρα;
Σκληρή δουλειά το όργωμα. Ήταν σκληρή δουλειά;
Πολύ σκληρή. Να θερίζεις με το δρεπάνι κατά ηλιού; Να πάαινες από πίσω στα άλλα μουλάρια και στα άλογα και να σκαλίζεις τις αυλακιές; Και δεν ήταν σκληρή δουλειά; Να κοιμάσαι στα χωράφια τη νύχτα όταν θερίζαμε; Δεν ήταν σκληρή δουλειά;
Κοιμόσασταν τα βράδια στα χωράφια, όταν θερίζατε; Για να προλάβετε το πρωί;
Εδώ στο Βρονταμά, στου Κόλαση. Δεν κοιμόμασταν στο χωράφι;
Για να προλάβετε το πρωί να είστε νωρίς εκεί για να...
Να πααίναμε και να ‘ρχόμαστε; Ναι.
Ήταν η απόσταση.
Και τα κουβαλάς τα δεμάτια με τα μουλάρια. Όλη νύχτα ο παππούς πάαινε με τα δεμάτια με τα δυο μουλάρια φορτωμένα. Κι όλη τη ημέρα έδενε τα δεμάτια και θέριζε. Δεν ήταν κούραση; Τι ήτανε; Δεν ήτανε ζωή κι εκείνη, αλλά τώρα το έχουμε παραχέσει, εδώ που τα λέμε. Θα το γράφει κι ετούτο και θα πουν ότι τούτη εδώ είναι...
Τότε, την εποχή εκείνη, μετά, παντρεμένη και τα λοιπά πώς διασκεδάζατε στα χωριά, τι κάνατε;
Γινόντανε γλέντια, πανηγύρια, γιορτές, να πούμε, όπως των Αγίων Αναργύρων, όπως... Στον Κοσμά, τουλάχιστον στον Κοσμά, είχε και απογοητευτεί ο κόσμος, αλλά τις Κυριακές τα καλοκαίρια –να μη σου πω και κάθε Κυριακή– γινόντανε χορός δημόσιος έξω και γλένταγε ο κόσμος. Είχε κάπως θαρρέψει –πώς να σου πω;– είχε κάπως αλλάξει η ζωή από το τσίμα-τσίμα κι από... Έρχονταν, να πούμε, κάπως μέρα με την ημέρα, κάπως αυτά.
Κι όλα αυτά γινόντουσαν μέρα τα γλέντια, δεν γινόντουσαν νύχτα, γιατί δεν είχατε ηλεκτρικό τότε, δεν είχατε φως.
Και νύχτα.
Είχατε φως τότε;
Έβαναν τα λουξ, δυο-τρία λουξ. Κι ήταν ανάγκη να έχουν και πολύ φως, όπως τώρα;
Μάλιστα. Και γινόντουσαν τα πανηγύρια και τα γλέντια.
Ναι, αμέ.
Μάλιστα. Προχωρώντας από τη δεκαετία του ‘80, από τη δεκαετία του ‘70 προς τη δεκαετία του ‘80 πια, εκείνη την περίοδο πολλά παιδιά φύγανε από τα χωριά.
Ναι.
Πήγαν στις πόλεις πια.
Πήγανε στις πόλεις για να ζήσουν καλύτερα, γιατί άρχισε, να πούμε, και λειτουργούσε καλά η Ελλάδα κι αυτό. Κι άνοιγαν δουλειές, άνοιγαν μαγαζάκια, άνοιγαν εμπορικά, να πούμε, έφτιανε, να πούμε, και χρειάζονταν...
Εσένα φύγαν και τα δύο παιδιά σου. Σου στοίχισε αυτό προσωπικά, τότε;
Πολύ μου στοίχισε. Αλλά αφού φεύγαν ολωνών τα παιδιά και πάαιναν. Ήταν εδώ το γυμνάσιο τότε, δεν ήταν λύκειο. Ήτανε μόνο γυμνάσιο. Και πήγανε στη Σπάρτη μετά και τα δυο παιδιά και τελειώσανε το λύκειο...
Μάλιστα.
Ήτανε μεγαλύτερο έξοδο και τσίμα-τσίμα και υποφέραμε, να πούμε, από πολλά πράγματα. Πήραμε τότε με την προίκα μου το σπίτι. Είχε και λίγα λεφτά ο μπαρμπα-Γιάγκος δικά του.
Πες μας για την προίκα. Τι προίκα πήρες τότε; Πώς ήταν ο θεσμός; Πώς, τι παίρνατε οι γυναίκες τότε προίκα;
Εξήντα χιλιάδες μού ‘δωκε ο Τζοβάνης. Κι ο πατέρας μου, που τα ‘χε, θα ‘χε καμιά δεκαπενταριά χιλιάδες, του τα ‘χε αφήκει που είχε έρθει ένας πατέρας του, ένας αδερφός του απ’ την Αμερική. Ο μπαρμπα-Κώστας, που δεν είχε οικογένεια. Και του τα ‘χε αφήκει και τα φύλαε στο μαντήλι δεμένα. Εκείνα είχε.
Εξήντα, ήταν πολλά λεφτά τα εξήντα χιλιάδες το ‘60;
Ήτανε.
Ήτανε, θεωρούνταν μια καλή προίκα.
Επήραμε το σπίτι τότε εβδομήντα, μαζί με τα συμβόλαια, μου φαίνεται, κάναμε εβδομήντα πέντε χιλιάδες, το πήραμε το σπίτι.
Άρα ήτανε καλά τα λεφτά που σου ‘δωσε για προίκα.
Βέβαια.
Σου έδωσε κι άλλη ιδιοκτησία; Σου έδωσε και ακίνητο ή όχι;
Και το χωράφι της Γιωργίας, στου Κόλαση.
Στου Κόλαση. Άρα, δηλαδή, πήρες καλή.
Έδωσε, πήγε τότε τον πατέρα σου, που τα ‘φτιασαν, πριν τα φτιάσουνε στη θεια, στη μάνα σου, τον πήρε τον πατέρα σου και πήγε... Όχι, όταν τα είχαν φτιάξει. Και του είπε: «Εγώ έχω το μεγάλο χωράφι, την προίκα μου», ήταν προίκα της γιαγιάς του Κόλαση, «θα το χωρίσω στα δυο κορίτσια και την Αγια-Κυριακή είναι Τζοβανέικο και θα πάμε και στα τρία», του είπε του πατέρα σου, «στα τρία κομμάτια, θα σου δείξω πού είναι χωρισμένο του Κόλαση και στην Αγια-Κυριακή και θα διαλέξεις μόνος σου όποιο θέλεις καλύτερα». Και πήγαν. Κι ο Κόλλας και διάλεξε. Εμένα από κει ήτανε, να πούμε, δάσος, εκεί που είναι στη Χούνη, στην τελευταία λαχίδα πάνω, εκείνο όλο που έχει. Ήτανε...
Άρα για τα δεδομένα της εποχής πήρε μία καλύτερη τότε...
Τότε, ναι, ήτανε καλή προίκα.
Μάλιστα, ωραία. Θεία Ελένη, για πες μας τώρα, αφού κουβεντιάσαμε σχεδόν για όλη τη ζωή σου, πες μας δύο-τρία περιστατικά τα οποία σου έχουν μείνει στη μνήμη σου, είτε λόγω του φόβου είτε για κάποιους άλλους λόγους.
Λόγω του φόβου απ’ τους Γερμανούς –ή ήταν τότε οι Ιταλοί, δεν θυμάμαι–, φύγαμε όλοι απ’ το χωριό. «Έρχονται, έρχονται, έρχονται». Φύγαμε όλοι στο χωριό, μαζί η θεια-Θανάσαινα, με τον μπαρμπα-Θανάση με τα παιδιά τους, η θεια-Γιάνναινα με τα κορίτσια κι εμείς. Φορτώσαμε, μετά πήγαμε στο Κακόρεμα αλεύρι, λάδι, κάτι πιο απαραίτητα και τα κρύψαμε εκεί στο Κακόρεμα, που πάει, θα ‘χεις πάει και από κει τα Φυλάτικα κι αυτό, μέσα στους θάμνους, στα κλαριά... Σε περίπτωση που θα φτάσουμε και που θα καταλήξουμε, να γυρίσουν, αν μπορούν, οι πατεράδες μας και οι άντρες μας, να πάρουνε μια στάλα λάδι, μια στάλα. Πήγαμε στις Χούνες. Πριν φτάσουμε όμως στο χωριό, στις Χούνες, επήγαμε, είχαμε κάτι κουβέρτες, κάτι αυτά και πήγαμε σ’ ένα ρέμα. Πριν φτάσουμε στις Χούνες, ήτανε κουμαριές. Τώρα, ξηρασία και στο βουνό κι αυτό. Και έκανε μία ζέστη! Και βάλαμε απάνω στις κουμαριές κουβέρτες. Και ήτανε τότε εμείς, ο μπαρμπα-Θανάσης με τα παιδιά και θεια-Γιάνναινα με τα κορίτσια. Πόσα; Τρία; Τα τρία ήτανε; Και τα τέσσερα ήταν; Δεν θυμάμαι. Και πήγαμε σε μια ρεματιά και έκανε μία ζέστη και ρίξαμε τις κουβέρτες, κάτι κουβέρτες επάνω να κάνει ίσκιο. Και ήτανε ο Παναγιώτης του μπαρμπα-Θανάση μικρός. Τώρα, πόσο ακριβώς ήτανε... 7 ήτανε, 6 ήτανε, 8 ήτανε, δεν θυμάμαι. Και εκείνο ήθελε να κουβεντιάσει. «Μη μιλάς», του λέγαμε, «μη μιλάς». «Μαμά, η Αργυρώ, να, με κοροϊδεύει», εφώναζε ο Παναγιώτης. «Βρε, καλό, βρε». Πια το βράδυ εβγήκαμε απάνω που είχαμε δέσει τα μουλάρια, –ήταν έτσι χωράφια, λάκκες εκεί– και θυμάμαι είχαμε μια κατσαρόλα αλουμίνια. Ίσα με παντρεύτηκε και η μάνα σου την είχαμε για ενθύμιο. Ναι, είχαμε μια κατσαρόλα και είχαμε και αυγά κοντά και είχαμε και κότες. Πώς τις είχαμε τις κότες, ποιος θυμάται τώρα πώς; Και είχαμε αυγά και πού να τα φτιάξουμε; Βάλαμε πετρίτσες σαν σιδεροστιά –έβαλαν, να πούμε, εγώ ήμουνα μικρή– και βάλαμε την κατσαρόλα επάνω να φτιάσουμε τα αυγά χτυπημένα στην κατσαρόλα, να φάμε. Και είχαμε και καρβέλια ακόμα, ψωμί φέρει. Σκέψου, τώρα, τι ζωή. Ναι, και φτιάσαμε τα αυγά, εμείς ανοιχτήκαμε λιγάκι και παίζαμε σαν μικρά και φαίνονταν, ήτανε αυτό το χωράφι ήταν, και φαίνονταν ο Κοσμάς –ήταν εδώ το χωράφι–, να πούμε, ήταν μακριά, να πούμε, ο Κοσμάς, έτσι, στην πλαγιά του βουνού και φαίνονταν στα καφενεία... Όχι στα καφενεία, εκεί κάπως το χωριό φαινότανε.
Τα σπίτια.
Όταν ήτανε φεγγάρι, τα σπίτια. Άλλα καμένα[01:00:00] κι άλλα. Και κάτσαμε τότε εκεί, στις Χούνες, δεκαπέντε μέρες...
Έτσι κάτσατε δηλαδή...
Ναι! Και ήρθανε στο Κακόρεμα, εκεί που είχαν κρύψει το λάδι, και πήγανε χαμηλά –ήτανε οι Ιταλοί τότε– εκεί στου μπαρμπα-Θανάση τους κήπους που δεν ήτανε φυλάκια εκεί από κάτω. Και μάσανε και λάχανα στου μπαρμπα-Θανάση και κολοκύθια κι αυτό και ήφεραν και μαγειρεύαμε, γιατί στις Χούνες δεν είχαν νερό, είχανε στις στέρνες νερό. Αλλά είχανε φτιάσει ένα, το είχανε ξεσκεπάσει οι Χίτες κι αυτό, για να μην απαγκιάζουν το χειμώνα και στου Βελωτά κι αυτό, οι αντάρτες που ήταν έξω, να πούμε, και γύριζαν. Και τα είχαν ξεσκεπάσει. Ήταν απάνω τα κεραμίδια με χωρίς λάσπη, αλλά τότε ήταν καλοκαίρι, έμπαινε ζέστη και χαμηλά που είχαμε μείνει και μπαίνανε.
Σαν οικογένεια, σαν οικογένεια, εσείς, είχατε φοβηθεί καθόλου; Δηλαδή, είχανε έρθει καθόλου αντάρτες σπίτι σας, να κάνουνε...
Μόνο τότε που– Άρχισα να σ’ το πω, γιατί το σκέφτηκα. Εθερίζαμε στο [Δ.Α.], δεν τα ξέρεις τώρα, από δω ήτανε... Ήταν το ρέμα, από δω ήτανε, που βγαίνει εκεί στις καστανιές, τις πρώτες, που έχει ο μπαρμπα-Σωτήρος ο Καλύβας κάπου εκεί. Και από κει μεριά ήτανε κάτι λαχίδια και, συνέχεια, το βουνό. Και είχανε ψαΐλα οι Βουργαίοι ψηλά. Και όπως θερίζαμε εκεί στα λαχιδάκια, και ήτανε ψηλά έτσι, ήταν η Αλεξάνδρα, ήτανε η Γκουντρέναινα, όλες, να πούμε, και ήμουνα κι εγώ η πιο μικρή. Κι όπως σηκώθηκα, τους λέω: «Εκεί πάνω, πατέρα, εκεί πάνω, σάμπως περνάνε ανθρώποι!». Και λέει: «Παιδάκι μου, είναι η ψαΐλα του μπαρμπα-Χρήστου του Βοριά». Έρχονταν οι Μπρατιτσαίοι και κατέβηκαν και μας παίρνουνε και μας... Από φόβο, τώρα, μάλλον, να μην είναι οι αντάρτες στο βουνό. Και μας παίρνουνε... Εν τω μεταξύ, ήταν ένας στους Μπρατιτσαίους που ήτανε τσοπάνης του Λεωνίδα του Χαγιά, που έπαιρνε τα λιβάδια μας στα Φυλάτικα και τα ήξερε του Κότσου του Πετράκη τα σφαχτά, γιατί έβγαινε ο Κότσος από δω με τα σφαχτά του, τα παιδιά του, ξέρω ‘γω ποιος έβγαινε, έβγαιναν και κείνα απ’ τα Φυλάτικα και τα ήξερε τα σφαχτά. Και ήταν του Κότσου του Πετράκη τα σφαχτά και τα βάνουνε μπροστά οι Χίτες και τα φέρνουν στην πλατεία κι έσφαζανε κι έτρωγαν. Μετά, βγαίνει ο Γιάννος ο Πετράκης και το ‘κανε συζήτηση, ποιος άλλος τα πρόδωσε τα σφαχτά που τα πήρανε και τα άλλα τα πήραν κοντά, δεν ξέρω τι έγινε τότε. Ο Χρήστος, ο μπαρμπα-Χρήστος ο Αλεξάνδρος τα πρόδωσε τα σφαχτά. Τότε φοβηθήκαμε, τότε φοβηθήκαμε πολύ, γιατί άμα έρχονταν οι αντάρτες... Κατάλαβες;
Στο άλλο σκηνικό, με τα τουλούμια και το λάδι, που μου είπες, εκεί τι είχε γίνει;
Δεν, δεν, τα πήρανε τώρα τα λάδια. Πού τα πήγανε δεν ξέρω. Μια φορά από κει τα πήρανε, αλλά δεν προδόθηκε το μυστικό, δεν μαθήθηκε, να πούμε, να το μάθουνε οι...
Ναι.
Οι Χίτες ή αυτοί να ‘ρθούνε, να πούμε, οι Γερμανοί κι αυτό, δεν...
Αυτό, αυτό το σκηνικό να το ξαναπούμε, γιατί πριν δεν το είχαμε γράψει, δεν το γράφαμε πριν. Άρα ξαναπές το. Πώς έγινε; Είχανε πάει κάποιοι αντάρτες σε έναν Ελωσίτη να πάρουνε λάδια. Και τι έγινε εκεί; Πήραν το λάδι και το φέραν και το κρύψαν πού;
Είχανε πάει αυτός, που του πήρανε το λάδι, είχε πάει στους Χίτες το παιδί του, ξέρω ‘γω ποιος. Και για αντίποινα, βρήκαν την ευκαιρία οι αντάρτες... Και τώρα, τι ώρα πήγανε, φυλάγανε και ό,τι ώρα, να πούμε, νομίζανε, πήγανε και φόρτωσαν το λάδι, που βρήκαν τα τουλούμια, ποιος ξέρει τι έκαναν, και το ‘φεραν και το ‘κρυψαν εκεί για να το πάρουν να το πάνε εκεί που ήταν η βάση του. Να το ‘χουνε να μαγειρεύουν. Γιατί από πού; Κράτος δεν τους παραχωρούσε, τότε δεν υπήρχε κράτος να τους παραχωρήσει ή αλεύρια ή αυτά.
Και το φέραν σπίτι σας το...
Το φέραν από κάτω στου παππού την καμάρα. Και μετά, ήφεραν τα μουλάρια που φώναξαν: «Έρχονται στα Τσίντζινα οι Γερμανοί», και το φόρτωσαν και το πήρανε το λάδι. Τώρα, πού το πήγαν;
Και τότε εσείς είχατε φοβηθεί πολύ.
Είχαμε φοβηθεί, γιατί άμα προδίδενταν το μυστικό στους άλλους, εμείς ήμασταν επικίνδυνοι να μας σκοτώσουν.
Τότε πώς και ήρθαν και το βάλαν σε εσάς; Ήταν τυχαία η επιλογή το λάδι, γιατί μια οικογένεια...
Κάποιος Κοσμίτης είπε ότι: «Το τάδε σπίτι είναι στην άκρη», θα είπε, δεν μπορούσε έτσι ξένοι...
Ήταν το σημείο τέτοιο του σπιτιού, για αυτό το βάλαν σε σας.
Ναι, ήτανε το σημείο του σπιτιού, βαθιά η καμάρα, άκρη ήτανε, να το φορτώσουνε νύχτα ή μέρα, δεν ήτανε τόσο επικίνδυνο για να προδοθεί. Και το απόθεσαν εκεί.
Και τότε είχατε εσείς, σαν γυναίκες, φοβόσασταν, οι πατεράδες σας φοβόντουσαν μην τυχόν και σας πάρουνε μαζί;
Αλλά;
Δηλαδή, δεν παίρναν μόνο αγόρια, παίρναν και γυναίκες τότε εκείνη την περίοδο;
Ναι δεν πήρανε του Λάμπρου... Του Γιώργου του Κοράκη, τον θυμάσαι που είχε τα δυο κορίτσια, από πέρα απ’ τα αλώνια;
Ναι.
Ναι, την αδερφή, την αδερφή τη Νικολίτσα. Ζει ακόμα.
Ζει ακόμα αυτή;
Πήρανε, πήγε φαντάρος ο Λάμπρος και αντίποινα. Αλλά ήταν η καπετάν-Αργυρώ, ήταν πολλές τότε αντάρτισσες.
Πήγε, πήγε φαντάρος, λογικά πήγε με τους Χίτες.
Ναι, στο κανονικό πώς πάνε οι φαντάροι.
Ναι. Και πήρανε οι αντάρτες...
Ας πούμε, στους Χίτες. Οι Χίτες δεν ήτανε σε όλη την Ελλάδα, να πούμε, ήτανε το κόμμα αυτό, αλλά ναι.
Και πήραν την αδερφή του για αντίποινα οι αντάρτες.
Ναι, πήραν την αδερφή του, αλλά πήγαν και μόνες τους. Μπορεί να είχαν από άλλα μέρη, να πούμε, από άλλα χωριά, από άλλα μέρη αντίποινα. Αλλά εγώ αυτή ήξερα, να πούμε.
Και τα κορίτσια αυτά τα στρατολογούσανε, τα κάναν αντάρτισσες κανονικές...
Ναι, αλλά...
Τους δίναν όπλα και τέτοια;
Με όπλα. Και έρχονταν, άμα ήταν εδώ, σε τούτα τα χωριά, κι έρχονταν κι εκεί που έστριβαν στου Μαγκουριά το εξοχικό, που ήταν τότε και έστριβαν στου Σταυριανού μπροστά και έρχονταν με τη γυμναστική και τραγουδώντας τα τραγούδια τα αντάρτικα... Και γινότανε χαμός.
Και εσύ– Ο παππούς τότε είχε φοβηθεί για σας, τα δύο κορίτσια, φοβότανε μη τυχόν και σας πάρουνε.
Φοβόταν όλος ο κόσμος, φοβόταν, φοβότανε για τα κορίτσια.
Γι’ αυτό σ’ έστελνε, λέει, κοιμόσουνα σε άλλο σπίτι κάποια βράδια.
Ναι, κοιμόμουν σε άλλο σπίτι και η θεια η Ζαχαρούλα που φοβότανε πολύ, τη στείλαμε στο Λεωνίδι και κάτσαν– Όχι στο Κοίλασο, εκεί που πρωτομπαίνουμε, είχαν νοικιάσει σπίτι. Και όταν έγινε η μάχη στο Λεωνίδιο με τους αντάρτες...
Ήταν εκεί, δηλαδή, η γιαγιά;
Ήταν εκεί η γιαγιά, ήτανε...
Άρα η γιαγιά είχε προλάβει και τη μάχη του Κοσμά, στην ουσία, και τη μάχη του Λεωνιδίου.
Ναι, ήτανε κι άλλο παιδί, ένα-δύο ακόμα, και πήγε δούλευε μαραγκός από κάτω –ή σ’ το είπα–, από κάτω, σε δωμάτιο μεγάλο δούλευε ένας μαραγκός και ήταν τα πλανούδια. Κι αφού ακούστηκε ότι προχώρησαν και μπήκανε ίσαμε εκεί κάτω και από πέρα από το ποτάμι οι αντάρτες, για να μη βρουν τα παιδιά και να μην μπει ο στρατός και τα σκοτώσει –τα κορίτσια ο στρατός δεν τα πείραζε, να πούμε–, κατέβηκαν κάτω και τα ‘βαλε, μπήκαν μέσα σε κάτι βαρέλια που τα είχαν μισο-φτιαγμένα, ξέρω ‘γω τι ήτανε, και τα σκέπασε με τα πλανούδια που ήταν χάμω τα παιδιά.
Για να τη γλιτώσουν.
Για να μην περάσουν και τα πάρουν και παραδοθούν.
Μάλιστα. Άρα είχατε μεγάλο– Η αδερφή σου ήταν και μεγαλύτερη σε ηλικία, οπότε αυτή μπορεί να ήταν και πιο επίφοβη να την πάρουν τότε, γιατί ήταν πιο μεγάλη. Εσύ ήσουνα πιο μικρή τότε στην ηλικία και μπορεί και να...
Ναι. Δεν ξέρω, από αυτό το ζήτημα δεν ξέρω, να πούμε. Είχανε πάρει.
Μάλιστα, ωραία.