© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Ο Σωτήρης Γοργογέτας, ερασιτέχνης λαογράφος και συγγραφέας, περιγράφει ιστορίες και έθιμα από το Γαρδίκι Τρικάλων και τη Θεσσαλία

Κωδικός Ιστορίας
15353
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Σωτήριος Γοργογέτας (Σ.Γ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
17/07/2020
Ερευνητής/τρια
Ελένη Λόζου (Ε.Λ.)
Ε.Λ.:

[00:00:00]Λοιπόν, καλησπέρα. 

Σ.Γ.:

Χαίρετε!

Ε.Λ.:

Θα μας πείτε το όνομά σας;

Σ.Γ.:

Σωτήρης Γοργογέτας, του Αποστόλου και της Μαρίας. 

Ε.Λ.:

Εξαιρετικά. Λοιπόν εγώ είμαι η Ελένη, Ελένη Λόζου, είμαι ερευνήτρια στο Istorima, σήμερα είναι Σάββατο 18 Ιουλίου 2020 και είμαστε στο Γαρδίκι Τρικάλων, σε ένα χωριό που θα μας πείτε έτσι παραπάνω για την τοποθεσία, πού βρίσκεται και τα λοιπά εσείς σε λίγο, με τον κύριο Σωτήρη Γοργογέτα, να κάνουμε μια συζήτηση έτσι περίπου πολλών ιστοριών, λαογραφικού περιεχομένου κυρίως.  

Σ.Γ.:

Βεβαίως.  

Ε.Λ.:

Και από όπου θέλουμε το πιάνουμε, μας λέτε και ξεκινάμε.  

Σ.Γ.:

Ναι, να πούμε για την τοποθεσία του Γαρδικίου. Το Γαρδίκι βρίσκεται στη δυτική πλευρά του Νομού Τρικάλων, η οποία λέγεται περιοχή Ασπροποτάμου, στην οποίαν υπάρχουν οχτώ μεγάλες οροσειρές. Το Γαρδίκι είναι στην οροσειρά της Κακαρδίτσας και της Κουρούνας. Είμαστε στα όρια του Νομού Τρικάλων με τον Νομό Ιωαννίνων, πίσω από το Γαρδίκι είναι το Ματσούκι, Συρράκο, Καλαρρύτες. Μας χωρίζει το βουνό Κακαρδίτσα. Το Γαρδίκι λοιπόν είναι στο βουνό, στην νότια πλευρά της Κουρούνας, πάνω ακριβώς είναι το Γαρδίκι. Η πλατεία είναι σε υψόμετρο 1200 μέτρα. Το τελευταίο σπίτι προς τα κάτω είναι στα 250 μέτρα και το σπίτι προς τα πάνω, στην ανηφόρα δηλαδή, είναι άλλα 250 μέτρα. Δηλαδή υπάρχει διαφορά γύρω στα 400 μέτρα.  Μέχρι και τη δεκαετία του '60-'70, ο δρόμος από τα Τρίκαλα ξεκινούσε και έφτανε γύρω στα… το 1970, έφτανε στην τοποθεσία Κόμονος, το Γαρδίκι, του Γαρδικίου. Μέχρι όμως στα 1950 ο δρόμος έφτανε στην Ελάτη και στο Νεραϊδοχώρι, άρα μέχρι το 1945 έφτανε μέχρι την Ελάτη. Αλλά οι Τρικαλινοί που ζούσαν στα Τρίκαλα και ήταν πάρα πολλοί Τρικαλινοί, ήταν περίπου μεσοαστοί και είχανε πολλά σπίτια και οικόπεδα από το κέντρο των Τρικάλων μέχρι και 500-600 μέτρα από την πλατεία των Τρικάλων. Και ήταν έμποροι, καταστηματάρχες, και άλλα επαγγέλματα. Και οι υπόλοιποι Γαρδικιώτες ζούσανε στην Καρδίτσα και είχανε μάλιστα και συνοικία εκεί, Γαρδικάκι, και στα χωριά της Καρδίτσας, στο Λεοντάρι, στο Ασημοχώρι, στην Ανάβρα, στο Γραμματικό ή Καραλάρι και στο Φανάρι και στο Καππά.  Την άνοιξη, γύρω στα… στη γιορτή του Αγίου Γεωργίου, ξεκινούσαν οι Γαρδικιώτες με τα κοπάδια τους. Γιατί στα χωριά της Καρδίτσης οι πιο πολλοί εκεί ήτανε κτηνοτρόφοι, τσελιγκάδες. Ξεκινούσαν από κει με τα κοπάδια, περνούσαν από όλα τα χωριά και το βράδυ κάνανε το πρώτο κονάκι στο μεγάλο πέτρινο γεφύρι στην Πύλη και στο Μοναστήρι που είναι εκεί το παλιό, από το 1200 περίπου μ.Χ., είναι των Μεγάλων Πυλών, και μέχρι το πρωί ήταν εκεί. Το πρωί ξεκινούσανε. Αυτή την διαδρομή που θα πω τώρα την κάνανε και οι Γαρδικιώτες οι αστοί από τα Τρίκαλα, που περνάγαν τα χωριά, την Πουλιάνα, την Πηγή, το Παλιομονάστηρο και ένα χωριό πιο πριν, από την Πύλη, και συνεχίζανε μετά προς τα πάνω. Τώρα και οι... αυτοί οι Γαρδικιώτες, είπαμε, των Τρικάλων, και οι άλλοι με τα πρόβατα μετά την Πύλη, περνάγαν το μεγάλο γεφύρι το πέτρινο του Αγίου Βησσαρίωνα, που χτίστηκε το 1514, περνώντας από εκεί απ' το μονοπάτι και κάνανε, ανάλογα με το πότε θα ξεκινούσανε, το πρωί ή το βράδυ, κάνανε το πρώτο κονάκι στο Κοτρόνι. Είναι ένα χωριό εκεί στον Άγιο Αθανάσιο, ένα εκκλησάκι, είχε μια λάκκα εκεί και κάναν το πρώτο κονάκι εκεί. Λοιπόν, το βράδυ, εκεί ξεφορτώνανε τα μουλάρια, τα άλογά τους, όλα τα… αυτά που είχαν τα πράγματα, τις βελέντζες, τα χαλάρια, τα δισάκια, κάναν ένα στρόγγυλο, ένα «πι», μάλλον, με τα δισάκια και τα χαλάρια, κι εκεί μέσα στρώναν τις κουβέρτες και τις βελέντζες και ετοίμαζαν για να κοιμηθούν το βράδυ.  Οι κυρατζήδες παίρναν τα μουλάρια να τα ταΐσουνε, τους βάζαν μια τριχιά στα πόδια τα μπροστινά να βοσκήσουν και να μην φύγουνε, και κουβαλάγανε και ξύλα κι ανάβανε μια φωτιά έξω από το «πι» αυτό που ήταν για να κοιμηθούνε. Εκεί βράζαν το γάλα ή αν είχαν κάποιο κρέας, ή να ζεστάνουν κάποιο φαγητό να φάει η οικογένεια το βράδυ και να κοιμηθούνε, έξω. Εάν βλέπανε ότι ο καιρός δεν ήταν καλός και υπήρχε… έτσι να πιάσει βροχή, είχανε τις μάλλινες τέντες, τις βλάχικες τέντες. Οι τέντες ήταν ένα μεγάλο τσολόπανο, ένα τσόλι δηλαδή υφασμένο στον αργαλειό από τραγομαλλίσιο, δηλαδή μαλλί από κατσίκες. Αυτό το παίρνανε στον αργαλειό, είχε μήκος γύρω στα 6 μέτρα και πλάτος γύρω στα 3 μέτρα. Αυτό στήνανε δυο κοντάρια στα 3 μέτρα, δυο ορθοστάτες, πάνω είχαν μια διχάλα, στήνανε… βάζανε και ένα οριζόντιο ξύλο και εκεί πάνω απλώνανε αυτή την τέντα και τη στήνανε. Κάτω βάζανε ξύλα και την τεντώνανε, βάζαν και πίσω ένα τσολόπανο άλλο και ήταν σχεδόν αδιάβροχη. Από αυτή την τέντα δεν πέρναγε ούτε βροχή, ούτε χιόνι! Τίποτα! Και μπροστά βάζαν κάποια άλλα τσόλια, εκεί στρώνανε τη νύχτα και περνάγανε. Το πρωί σηκωνόταν, κάνανε αν είχανε τσάι ή γάλα, να φαν τα παιδιά, η οικογένεια όλη. Οι κυρατζήδες μαζεύανε τα μουλάρια, τα ετοιμάζανε, ξανά πάλι βάζανε τις βελέντζες πάνω στα ζώα, βάζανε και τα δισάκια με τα τρόφιμα ή τα χαλάρια, τα μεγάλα τα σακιά, με διάφορα πράγματα, μπαίνανε και καβάλα όσοι δεν μπορούσαν να περπατήσουν και ξεκινάγαν από εκεί το πρωί, από το Κοτρώνι.  Το δρομολόγιο ήταν, φτάνανε στο Άγιο Γεώργιο της Τύρνας, είναι ένα εκκλησάκι, περνάγανε από εκεί και περνάγανε κάτω από την Τύρνα, και εκεί κάτω από την Τύρνα τώρα ο δρόμος ακολουθούσε δυο μονοπάτια, ο ένας ήτανε από την Τύρνα απέναντι στο χωριό το Βροντερό, ή το Λάντς που λέγανε, το Λαντς. Κάποτε για αυτό λέγανε, εκεί υπήρχε ένα μεγάλο χάνι και εκεί ανταμώνανε οι Γαρδικιώτες που ανεβαίνανε και κατεβαίνανε, και εκεί λέγανε διάφορα «χαμπέρια». Για αυτό βγήκε και η φράση «τι χαμπέρια από το Λαντς;». Δηλαδή ήταν σαν κέντρο επικοινωνίας, ήταν το μοναδικό χάνι σε αυτή τη διαδρομή. Αυτή ήταν η κάτω, το κάτω μονοπάτι. Από εκεί ανεβαίνανε στο Κορμπ απάνω, περνάγανε τη σκάλα του Χατζηπέτρου, το πέτρινο γεφύρι κάτω από το Νεραϊδοχώρι, τον παλιό Νερόμυλο και φτάνανε στο Βετερνίκ. Ητανε το παλιό χωριό κάτω από το Νεραϊδοχώρι. Εκεί ήταν ερείπια, ήταν λάκκες και εκεί ανάλογα πάλι, αν τους έπαιρνε βράδυ ή μεσημέρι ξεφορτώναν εκεί για να ξεκουραστούνε.  Ο άλλος δρόμος μετά την Ελάτη, ανέβαινε προς τα Λιβάδια του Περτουλίου, περνάγανε από τα λιβάδια τα καραβάνια, υπάρχει και φωτογραφικό υλικό παλιό για εκεί. Περνάγανε από το Περτούλι, περνάγανε το πέτρινο γεφύρι της Καρπούζας, που ήτανε μεταξύ Περτουλίου και Νεραϊδοχωρίου. Αυτό σκεπάστηκε, όταν γινόταν ο δρόμος ο άσφαλτος που πάμε τώρα, σκεπάστηκε από τα μπάζα. Στο βιβλίο μου «Τα Πέτρινα Γεφύρια», που κάνω μια αναφορά στα πέτρινα γεφύρια των Τρικάλων, γύρω στα 103 γεφύρια, γράφω για αυτο το γεφύρι ότι δεν στέριωνε, δε στέριωνε και οι μαστόροι ήταν απελπισμένοι, και ο πρωτομάστρορας. Και σε μια στιγμή, ένα απόγευμα, φτάνει μια γριούλα εκεί, μάλλον ήταν αυτή γύφτισσα και πήγε εκεί, τους έλεγε: «Τι κάνετε εδώ πέρα;», και κοιταχτήκαν αυτοί όλοι και πιάσαν τη γριά, τη βάλαν στα θεμέλια και στέριωσε το γεφύρι. Υπάρχουν πάρα πολλοί μύθοι για τα πέτρινα γεφύρια.  Μετά το μονοπάτι ακολουθούσε, φτάναν στο Νεραιδοχώρι, στα Βολμάρια, ήταν μια άλλη τοποθεσία πάνω από το Νεραϊδοχώρι, και εκεί ξεφορτώνανε, ανάλογα αν φτάνανε μεσημέρι ή βράδυ. Από το Νεραιδοχώρι μετά κατεβαίνανε στο Βετερνίκ, κάτω, που ήτανε είπαμε το παλιό Νεραϊδοχώρι, το Βετερνίκ, παλιά ονομασία του Νεραιδοχωρίου. Από κει πλέον τώρα υπήρχαν πάλι δυο δρόμοι. Ο ένας ο καλοκαιρινός, κατεβαίναν στο ποτάμι και περνάγαν τον Καμναΐτικο ποταμό κάπου 60-65 φορές, και φτάνανε… ανεβαίναν μετά στην Ασφάκα, πού είναι το σημερινό εκκλησάκι, στα βράχια μέσα στην Ασφάκα; Φτάναν εκεί, και εκεί ξεφορτώνανε, ή βράδυ ή μεσημέρι, και γινόταν χαμός γύρω-γύρω.  Λοιπόν, το άλλο το μονοπάτι ακολουθούσε από το Βετερνίκ που είπαμε, ανέβαινε, έφτανε στη σκάλα της Πύρρας, ένα δύσβατο μονοπάτι, κατέβαινε στην Πύρρα κάτω, περνούσε ένα πέτρινο γεφύρι που έχει η Πύρρα εκεί, [00:10:00]μέσα από την Πύρρα ανέβαινες στην σκάλα Φονίσκα της Πύρρας, τη λέγανε Φονίσκα γιατί ήτανε πολύ απότομη και έχουν γίνει ατυχήματα. Από εκεί φτάνανε σε μια στροφή που βλέπαμε τη Δέση, το Καμνάι και το Τυφλοσέλι, ένα δρομάκι ακολουθούσε και πήγαινε στη Δέση. Κατεβαίναν όμως κάτω στη μεγάλη σκάλα, το Καμνάι, πολύ απότομη και δύσβατη, και εκεί γίναν ατυχήματα, περνάγανε μέσα από το Καμνάι, το σημερινό Άγιο Νικόλαο, ανεβαίνανε πάνω μια σκάλα πάλι και από εκεί φτάνανε στην Ασφάκα. Εκεί που ερχόντουσαν και οι άλλοι από το ποτάμι κάτω. Από εκεί και πέρα μετά, υπήρχε το μονοπάτι, ένα μονοπάτι μόνο, έφτανε εδώ στη Μακρυράχη τη δική μας, περνούσε πριν όμως ένα δύσβατο… μια σκάλα που τη λέγανε Σκαλογόμαρο. Ήταν μια, στο βουνό σκαλισμένη σαν πέτρα, σαν σκάλα, κι εκεί είχε πέσει ένα γομάρι με βελέντζες και τα λοιπά στο γκρεμό και έμεινε η λέξη Σκαλογόμαρο.  Περνούσαν πιο κάτω η βρύση του Στράτου, δεξιά πάνω ήταν τα μαντριά των Βουκέων, Βούκηδες, μεγάλα μαντριά με γιδοπρόβατα, 2.000 γιδοπρόβατα. Ερχόντουσαν παρακάτω στα Πουέλια, μια τοποθεσία από ένα λουλούδι μεγάλο που βγαίνει εκεί. Φτάνανε στη σημερινή γέφυρα, την Μπέλεϋ, τη σημερινή. Τότε όμως ήταν πέτρινο γεφύρι εκεί, πέτρινο γεφύρι, μεγάλο πέτρινο γεφύρι, το οποίο έπεσε από τα ορμητικά νερά του Ασπροποτάμου. 

Ε.Λ.:

Και πότε έγινε η τωρινή η γέφυρα;

Σ.Γ.:

Θα σας πω τώρα. Αυτό το γεφύρι υπάρχει ένας θρύλος, διότι όταν ανεβαίναν τα πρόβατα επάνω –τότε το Γαρδίκι προπολεμικά, πριν το '40, είχε γύρω στα 40.000 με 50.000 πρόβατα. Τα μαντριά πάνω στη Σπανούρα, η Ντούλια, το Στρογγυλό, τα Παλιομάντρια, η Φαντανιόρα, κι άλλα μαντριά, κι άλλα μαντριά ήταν απέναντι στο Καπ Γκρας, ή Χοντρό Κεφάλι, το βουνό αυτό που βλέπουμε νότια ή νοτιοανατολικά του Γαρδικίου, και στο Πλουν, απέναντι από το Γαρδίκι. Και τώρα το βράδυ, κάθε βράδυ λέει, ερχόταν όλα τα πρόβατα. Ανταμώνανε ένα κριάρι, το πιο γερό κριάρι από την Κακαρδίτσα και από αυτά τα μαντριά, το άλλο από το Καπ Γκρας, το πιο δυνατό, και το βράδυ κάνανε, μαλώναν μεταξύ τους, ποιο θα νικήσει από τα δυο τα κριάρια, και πάντα το πρωί φεύγανε και δεν νικούσε κανένα. Είναι αυτό ο θρύλος για τα γεφύρια. Αυτό το γεφύρι έπεσε το 1920 από μεγάλη νεροκατεβασιά, από κορμούς δέντρων, υπάρχουν τα θεμέλια δεξιά και αριστερά. Μετά περνάγαν πάντα… φτιάχνανε ξύλινες γέφυρες και το 1936, επί Κονδύλη, όταν ο Κονδύλης έγινε πρωθυπουργός, είχε κάνει στα μέρη μας… έκανε μια μεγάλη γέφυρα με τσιμέντα, με σίδερα, υπάρχει φωτογραφικό υλικό, τεράστια γέφυρα, με ένα βάθος στη μέση μεγάλο. Κι όμως μετά από δυο χρόνια, μια τεράστια πάλι νεροκατεβασιά, πάνω από 10 μέτρα, το γκρέμισε, το εξαφάνισε, δεν έμεινε ούτε δίπλα, ούτε τα μεγάλα τα… τα θραύσματα, τα κομμάτια από το γεφύρι, δεν έμεινε τίποτα απολύτως. Και από κει και πέρα περνάγαμε μέσα από το ποτάμι, κάτω, το καλοκαίρι, και τα λεωφορεία, λίγο-λίγο περνάγαν από κει μέσα και ανεβαίνανε από το Γουλά επάνω. Το καλοκαίρι είχαν κάνει έναν πόρο εκεί και αυτή η γέφυρα έγινε γύρω στο ‘76, το ‘77; Η Μπέλεϋ. 

Ε.Λ.:

Πριν το '76 περνούσατε από το ποτάμι;

Σ.Γ.:

Μέσα ναι, είχανε κάνει κάποια πέτρινα βάθρα, τα παρέσυρε το ποτάμι το αυτό, ξανά το καλοκαίρι. Ήταν ταλαιπωρία μεγάλη για τον κόσμο. 

Ε.Λ.:

Το χειμώνα τι γινόταν; Δηλαδή να πούμε ότι το νερό το καλοκαίρι λιγοστεύει πολύ σε αυτό το ποτάμι. Οπότε–

Σ.Γ.:

Ναι, ναι. Το χειμώνα δεν περνούσες με τίποτα.

Ε.Λ.:

Δεν περνούσες.

Σ.Γ.:

Ούτε μπρος να φύγεις ούτε να... Έπρεπε να πας προς τη Μεσοχώρα, να πας από κει

Ε.Λ.:

Να κάνεις το γύρο–

Σ.Γ.:

Και να φτάσεις στα Τρίκαλα. Λοιπόν, μετά τη γέφυρα, έστριβε κάτω από το Γαρδίκι, περνούσε τα μαντάνια του Μπαούση, του Μπλαγκόφτη, και ανέβαινε στο μνημείο των Ηρώων, που φτιάξαν οι επίστρατοι το '19 που πήγαν στη Μικρά Ασία, φτάνανε κάτω στον Μπουζάκο, περνάγανε από εδώ από την πλατεία, και πηγαίνανε το κάθε καραβάνι, πηγαίνανε στα σπίτια τους και ξεφόρτωνε. Αυτή ήταν όλη η διαδρομή αυτής τη Βλαχόστρατας.

Ε.Λ.:

Πόσες μέρες έπαιρνε αυτή η διαδρομή;

Σ.Γ.:

Τρεις μέρες. 

Ε.Λ.:

Τρεις μέρες από τα Τρίκαλα. 

Σ.Γ.:

Από τα Τρίκαλα για να φτάσεις εδώ, Τρεις μέρες, και είπαμε κάνανε στάση είτε μεσημέρι, είτε βράδυ, αυτά που είπαμε πριν που σταματάγανε όλα τα βράδια. 

Ε.Λ.:

Εσείς θυμάστε; Έχει περάσει η η περίοδος–

Σ.Γ.:

Τα θυμάμαι όλα, γιατί τα εγώ τα περνούσα μέχρι και το '50, ‘50-’55, πηγαίναμε με ζώα. Αλλά και από το '60 και μετά, από το Νεραϊδοχώρι, τα καλοκαίρια πηγαίναμε με τα ζώα μέχρι εδώ. 

Ε.Λ.:

Με γαϊδούρια;

Σ.Γ.:

Με μουλάρια. Μουλάρια και άλογα, σπάνια το γαϊδούρι, δεν αντέχει το βάρος. Τα άλογα ήταν για βελέντζες και καβάλα. Και στα μουλάρια φορτώναμε βαριά πράγματα και δεχότανε και καβαλάρη απάνω το μουλάρι. Ήταν το πιο σκληρό το μουλάρι. 

Ε.Λ.:

Και ερχόσασταν και μένατε όλο το καλοκαίρι εδώ;

Σ.Γ.:

Ερχόμασταν από Μάη μήνα είπαμε και ερχόμασταν και μέναμε μέχρι τέλος Σεπτεμβρίου. Όλους τους μήνες ήμασταν εδώ. Αλλά υπήρχαν μαγαζιά, 10-15 μαγαζιά στο Γαρδίκι. Είχε τα πάντα, ό,τι ήθελες, όλα. Δεν χρειαζόταν να πας καθόλου στα Τρίκαλα. Γιατί στο Γαρδίκι είχε και μονοπώλιο, είχε και πετρέλαιο, σπίρτα, είχε όλα, όλα, τα πάντα. Ό,τι ήθελες. 

Ε.Λ.:

Εσείς όταν γεννηθήκατε, γεννηθήκατε εδώ ή στα Τρίκαλα κάτω;

Σ.Γ.:

Όχι, στα Τρίκαλα γεννήθηκα το ‘40, 17 Σεπτεμβρίου. Μετά τον πόλεμο στο ‘40 τα Τρίκαλα βομβαρδιστήκανε. Μια βόμβα έπεσε 50 μέτρα από το σπίτι μας στα Τρίκαλα, Ελευθερίας και Ασκληπιού, μπροστά στο Δημοτικό Σχολείο που πηγαίναμε. Εκεί μια γυναίκα τη σκότωσε μπροστά και τα σπίτια που ήτανε γύρω τα διέλυσε. Και αμέσως εμείς μετά, μετά από το βομβαρδισμό, φοβηθήκαμε και πήραμε τα πουλάρια όλη η οικογένεια και ήρθαμε εδώ στο Γαρδίκι και μείναμε δυο-τρεις μήνες, ώσπου μετά ήρθανε οι Γερμανοί και μετά αρχίζει άλλη ιστορία για τα Τρίκαλα.

Ε.Λ.:

Θέλετε να μου πείτε αυτή τη ιστορία, που είναι σχετική; 

Σ.Γ.:

Α!

Ε.Λ.:

Τι έγινε τότε; Δηλαδή τι θυμάστε από το πώς πέρασε τέλος πάντων ο πόλεμος από τα Τρίκαλα και το Γαρδίκι;

Σ.Γ.:

Ναι, ναι.  Στα Τρίκαλα εμείς μέναμε Ελευθερίας 13, είχαμε μπακάλικο κάτω, πίσω είχαμε κασαρία, είχαμε υπόγειο που φέρναμε κρασιά-ρετσίνα από το Μαρκόπουλο. Είχαμε διώροφο σπίτι, είχε έρθει ο πατέρας μου από την Αμερική, περνάγαμε καλά. Τώρα με τους Γερμανούς, τα τρία χρόνια, κατοχή, δεν μπορούσες να κυκλοφορήσεις έξω, πιάναν οι Γερμανοί κόσμο, τους εκτελούσανε και μετά από δυο χρόνια επιτάξαν ένα δωμάτιο στο σπίτι μας εκεί, δυο γιατροί, οι οποίοι ήταν Αυστριακοί, και ο πατέρας μου που ήξερε λίγα αγγλικά και λίγα γερμανικά συνεννοούνταν και λέγανε ότι: «Εμείς είμαστε Αυστριακοί, δεν… ο Χίτλερ με το ζόρι μας πήρε και μας έφερε εμάς εδώ». Και φέρναν και φάρμακα και δίναμε κι εμείς κάποια φάρμακα στη γειτονιά, που μας έφερναν αυτοί οι γιατροί. Μάλιστα εγώ έμπαινα στο δωμάτιο τους μικρός, 2-3 χρονών, και είχαν καραμέλες, έπαιρνα κανένα μπισκότο από αυτούς εκεί, και περνούσε ο καιρός. Το '43 όμως, όταν οι Γερμανοί εκεί στη γειτονιά μου, στον Γκύρνα, Ασκληπιού και Φρυγίου, ήταν ένα σπίτι που ήταν η Γερμανική φρουρά. Και είχαν απ’ έξω τσουβάλια αυτό, με άμμο, όπως έχουνε πάντα. Και εκεί πήγανε δυο αντάρτες και πυροβολήσανε εκεί πέρα και μάλιστα τραυματίσαν και έναν στρατιώτη στο χέρι, ελαφρώς. Και 05:00 η ώρα το πρωί γίνεται μπλόκο σε όλη τη γειτονιά. Εμείς κοιμόμασταν στο υπόγειο γιατί φοβόμασταν, εκεί είχαμε για τα κρασιά, 05:00 η ώρα το πρωί ακούμε πυροβολισμούς στην πόρτα μας έξω, και ξαφνικά μπαίνουν εκεί που ήμασταν στο υπόγειο κάτω, πάνω στα σκαλιά, το θυμάμαι εγώ σαν τώρα, είδα τρεις Γερμανούς ψηλούς, με τα αυτόματα, και μιλάγαν, κάτι είπαν και ο πατέρας μου κάτι γερμανικά, πήραν τον πατέρα μου, τον βγάλαν έξω. Εγώ, η μάνα μου και η γιαγιά πήγαμε στην πόρτα για να δούμε, είχαν πιάσει καμιά εκατοστή από όλη την γειτονιά, πολίτες εκεί, τους είχαν βάλει στη σειρά και τους πηγαίναν για εκτέλεση με αυτό που έγινε. 

Ε.Λ.:

Αντίποινα. 

Σ.Γ.:

Αντίποινα, ναι, για αυτό που κάναν οι άλλοι. Κι ήταν να τους εκτελέσουν. Αρχίσαν να φεύγουν αυτοί στη σειρά, οι γυναίκες από πίσω φωνάζαν, αυτά. Γυρνά ένας Γερμανός, ρίχνει μια ριπή, φοβηθήκαν οι γυναίκες, φύγαν. Πήγε η ώρα 12:00 το μεσημέρι, 13:00 η ώρα, 13:30, τελικά πήγε ένας δωσίλογος που ήταν των Γερμανών, ο Μαντζούκας, ο οποίος πήγε και είπε εκεί στο διοικητή το Γερμανό ότι αυτοί δεν έχουν καμία σχέση με τους αντάρτες. Λοιπόν… δε φταίνε σε τίποτα, θα ήταν κακό. Και τους έσωσε και γύρισαν όλοι στα σπίτια.  Και μετά από αυτό εμείς πάλι φοβηθήκαμε, ήταν τότες Αύγουστος, Σεπτέμβριος θυμάμαι, και ήρθαμε στο Γαρδίκι. Ηρθαμε όλοι εδώ πάνω. Το '43 πάλι, μετά από δυο μήνες, Οκτώβριο μήνα, 20 Οκτωβρίου-25 Οκτωβρίου μάθαμε ότι θα 'ρθουν οι Γερμανοί, από την Ήπειρο, θα 'ρθουν από τα Τρίκαλα, θα 'ρθουν από την Καλαμπάκα, θα περάσουν σε όλα τα χωριά εδώ. Γιατί, τι είχε γίνει; Ένα μήνα πριν οι αντάρτες είχαν πιάσει γύρω 70 με 80 Γερμανούς, τους είχαν κλείσει στην εκκλησία του Σταυρού, του Τιμίου Σταυρού στα Δολιανά, στην Κρανιά, εκεί με τους 13 τρούλους και εκεί μέσα τους σκοτώσαν όλους. Αυτό δεν έχει ξαναγίνει, αιχμαλώτους να σκοτώνεις και έγινε ολόκληρη[00:20:00] πώς να πω… επιχείρηση, στρατηγοί Γερμανοί για να 'ρθουν στον Ασπροπόταμο, να εξοντώσουν αντάρτες και να κάψουν τα χωριά. Μια φάλαγγα ξεκίνησε από την Ήπειρο, ήρθαν εδώ, ήρθαν στη Μουτσιάρα, σκοτώσανε και έναν Τρίχα έξω από τη Μουτσάρα. Αυτόν τον λέγανε κιόλας ένα παρατσούκλι ο «Κρεμανταλάς», γιατί ήταν μεγάλος. Σκοτώσαν μετά έναν Καρατζούνη, λοιπόν, και… Εντωμεταξύ ο κόσμος είχε φύγει όλος, άλλοι ήταν απέναντι στο Πλουν, άλλοι ήτανε πάνω στα βουνά, άλλοι ήτανε πάνω στο Παλιέντζι. Η δικιά μου οικογένεια είχε πάει, πού είναι το Μοναστήρι του Γαρδικίου, πιο εδώ, γύρω στα 1200 μέτρα, ήτανε ένα μεγάλο σπίτι. Και εκεί το βράδυ ήμασταν η οικογένεια η δικιά μου, εγώ δηλαδή με τον αδερφό μου, μάνα και πατέρας, η οικογένεια του Βδέλια του Θανάση με τη γυναίκα του, η οικογένεια του Σωτήρη Τόγιαλου, ο πατέρα του ήτανε έπαιζε βιολί και ο Σωτήρης είναι αυτός που τραγουδάμε, οι φίλοι μας, η δικιά του. Και κάτω ήτανε η οικογένεια του Αχιλλέα του Καρανάσιου, του γιατρού που έχει γράψει κάποια βιβλία, και του Μπουκουβάλα, αυτός που είχε το σπίτι αυτό, την παράγκα. Το βράδυ… το πρωί, περάσαν οι Γερμανοί. Εκτός από αυτοί που ερχόταν από εκεί, ερχόταν από τη Μεσοχώρα. Αφού πήγαν στη Μεσοχώρα και εξοντώσανε όλους τους αντάρτες, δηλαδή είχαν πάρα πολλούς αντάρτες  στα σπίτια, τους σκοτώσαν όλους. Περάσαν πάνω από το καλύβι μας κάπου 300 μέτρα. Δεν μας βρήκαν ευτυχώς, θα μας εκτελούσαν, και ήρθαν εδώ. Και κάποιοι άλλοι Γερμανοί ήρθαν από την Καστανιά, από την Τζούρτσια, αφού κάψαν... Και ήρθαν το βράδυ, ανταμωθήκαν εδώ πέρα, ανοίξαν καμιά τριανταριά σπίτια για να κοιμηθούνε. Εγώ θυμάμαι μετά, της μάνας μου το σπίτι, των Βρακέων , είναι ως πάμε για την Αγία Τριάδα, ένα διώροφο σπίτι, είχε δυο δωμάτια, είχαν τραπέζια, απλώσαν τα τραπεζομάντηλα, κάποια κηροπήγια, κεριά, γιατί δεν είχε φως τότε και περάσαν την νύχτα οι Γερμανοί. Την άλλη μέρα το πρωί κάψαν γύρω στα 10 σπίτια και κάποια μαγαζιά, και πάνε βάλαν φωτιά και σε ένα σπίτι, των Μπανταγιαννέων, του Τάκη του Μπανταγιάννη, ο οποίος ήταν έμπορος και είχε στο Γαρδίκι, εδώ είχε μαγαζί, κάψαν όλο το σπίτι… κι εκεί μέσα όμως είχαν βάλει πολλές προίκες κοριτσιών, γιατί το θεωρούσαν ασφαλέστερο το σπίτι αυτό. Και καήκαν όλα αυτά. Και περάσαν οι Γερμανοί… και εμείς θυμάμαι τότε, είχαμε βγει από την αυτήν, ο Καρανάσιος είχε κυάλια και εμείς βλέπαμε όλη την φάλαγγα που περνούσαν, το παλιό το μονοπάτι αυτό του Γαρδικίου, και φύγανε μετά να πάνε προς Νεραϊδοχώρι, να πάνε για Τρίκαλα. Αφού καταστρέψαν σχεδόν… την Κρανιά την καταστρέψαν ολόκληρη, την κάψαν, δεν υπήρχε κανένα σπίτι, και όλα τα χωριά κάναν μεγάλες ζημιές. Ευτυχώς το Γαρδίκι μόνο 10-15 σπίτια, κι έτσι έληξε αυτή η ιστορία.   Μετά αφού περάσαν αυτοί, εμείς έπρεπε να κατεβούμε πάλι στα Τρίκαλα. Όλοι μαζί ξεκινήσαμε από εδώ, πάρα πολλοί, το δεύτερο βράδυ ήμασταν στο Κόρμπ. Το Κορμπ είναι από την Ελάτη πάνω, και κάτω από τα έλατα κοιμηθήκαμε εκεί πέρα, το πρωί ξυπνήσαμε, 10 πόντους χιόνι, μας είχε σκεπάσει το χιόνι! Στην κυριολεξία. Φύγαμε από εκεί πέρα, φτάνουμε στον Πηνειό ποταμό στα Τρίκαλα, στον Καραβόπολο, εκεί υπήρχε μια γέφυρα σιδερένια, μια παλιά, τη βλέπουμε τώρα λίγο. Εκεί ήταν Γερμανικό φυλάκιο. Εντωμεταξύ μια οικογένεια από εμάς, ο Νασούλας ο Μπανταγιάννης, ο Τολάκης, ο οποίος είναι τρία παιδιά, τέσσερα, η γυναίκα του και λοιπά, είχε ένα όπλο, πιστόλι, εδώ… δεν ήξερε ότι θα έχει... Βλέπει αυτό το πράγμα τώρα… Πωπω! Θα μας σκοτώσουν όλους άμα πιάναν αυτό! Δεν υπήρχε καμία περίπτωση!  Φωνάζει τη γυναίκα του: «Ω ρε γυναίκα, ντούντα!», ντούντα είναι το όπλο, «ντούντα μπάγκολα σμιάνα», την είπε: «Γυναίκα βάλτο στο βρακί! Μόνο εσένα δεν θα σε ψάξουν». Το βαλε αυτή η φουκαριάρα εδώ, είχαν εκείνα τα μακριά, αυτά εδώ πέρα, τι είχαν, τα  μεσοφόρια, το 'κρυψε εκεί πέρα. Περάσαμε από τους γερμανούς, είδαν οι Γερμανοί ήμασταν οικογένειες, μικρά παιδιά, και περάσαμε όλοι. Δηλαδή εάν γινόταν έλεγχος και το πιάναν ήμασταν χαμένοι όλοι. Και έτσι φτάσαμε στα Τρίκαλα, και μετά τον Απρίλιο έφυγαν οι Γερμανοί και απελευθερώθηκε η πόλη των Τρικάλων και συνεχίσαμε εμείς τη ζωή μας. 

Ε.Λ.:

Είχε αντάρτες εδώ η περιοχή;

Σ.Γ.:

Αντάρτες... Πριν δηλαδή έρθουν οι Γερμανοί εδώ, το στρατηγείο ήτανε στην… στο Περτούλι. Εκεί ήταν όλοι οι μεγάλοι, ο Άρης Βελουχιώτης, ο Σαράφης, όλοι οι μεγάλοι αρχηγοί. Κάνανε κάποια στους Γερμανούς, δεν μπορούσαν να κάνουν πολλά πράγματα. Γιατί θα σκότωνες δυο Γερμανούς, θα σκοτώνανε 50, θα σκοτώναν 100, θα σκοτώναν 200. Απλώς αυτοί, πώς να πω, νομίζαν ότι κάτι θα κάνουν δηλαδή, να κάνουν καμιά μεγάλη ζημιά στους Γερμανούς. Και καλά κάνανε. Μαζευτήκαν όλοι, κάνανε σχέδια, να δούνε τι θα γίνει, κι ερχόνταν και στο Γαρδίκι εδώ, είχε γίνει και επιτροπή από το Γαρδίκι, αντίστασης, η Επιτροπή Αντιστάσεως, αλλά μεγάλες δουλειές δεν κάναν, τίποτα. Απλώς μετά όταν φύγαν οι Γερμανοί, οι άνδρες του ΕΛΑΣ και οι άντρες του Ζέρβα, οι δεξιοί, αρχίσαν μεταξύ τους πόλεμο. Κι έτσι αργότερα άρχισε ο Εμφύλιος Πόλεμος, με τα γνωστά.

Ε.Λ.:

Τι μνήμες έχετε από τον Εμφύλιο εσείς;

Σ.Γ.:

Εμείς εδώ στο Γαρδίκι, παρόλο που ήμασταν στον Εμφύλιο, είχε περάσει και ο Ζέρβας και ο Άρης από εδώ, χωρίς να υπάρχει, να γίνει κάτι, να γίνει κάποια μάχη, ή να περάσουν από εδώ κάποιοι αντάρτες να πάρουν παιδιά. Από εδώ δεν έγινε τίποτα, όπως έγινε στα άλλα χωριά, δηλαδή στη ουσία δεν είδαμε τίποτα εδώ.  

Ε.Λ.:

Στο κέντρο, στα Τρίκαλα;

Σ.Γ.:

Στο κέντρο στα Τρίκαλα απλώς οι αντάρτες στον Εμφύλιο μπήκανε λίγο εκεί στα Κουτσομήλια λίγο μέσα, μπήκαν δυο-τρεις αντάρτες και κάψανε τον ΟΤΕ και μια εφημερίδα, και αυτό ήταν παραπέρα, δεν υπήρχε τίποτα άλλο στα Τρίκαλα. Υπήρχε δεξιός στρατός και μετά τους κυνήγησε και αρχίσαν να φεύγουν προς τα πάνω. Και μετά οι τελικές μάχες ήταν στο Γράμμο και στο Βίτσι εκεί, και μετά φύγαν προς Αλβανία και λοιπά. Δηλαδή στο Νομό Τρικάλων δεν είχαμε έτσι φόβο από τους αντάρτες. 

Ε.Λ.:

Και πάμε… Περνάει η κατοχή και πάμε στα ειρηνικά χρόνια!

Σ.Γ.:

Στα ειρηνικά! 

Ε.Λ.:

Του Γαρδικίου. Και έχετε ζήσει πάρα πολλά πράγματα εδώ πέρα, λαογραφικά… με λαογραφική αξία πολύ μεγάλη.

Σ.Γ.:

Ναι, ναι.

Ε.Λ.:

Θέλετε να μου μιλήσετε λιγάκι για τα τελετουργικά του χωριού που έχουνε μείνει; Και υπάρχουν και έχουν χαθεί, και άλλα έχουν μείνει και τα έχουμε μέχρι τώρα. 

Σ.Γ.:

Ναι, ναι. Το κυριότερο, τότε που πήρα, μετά το ‘50 δηλαδή, ο κόσμος περίμενε με μεγάλη αγωνία τα πανηγυράκια. 'Ενα πανηγύρι καλό γινότανε στις 6 Αυγούστου που ήταν του Σωτήρος, την Αγια Τριάδα γιορταζόταν αυτό. Κι εκείνη την εποχή το Γαρδίκι είχε πάρα πολλούς Σωτήρηδες, πάρα πολλούς, αυτοί παίρναν τα όργανα μετά την λειτουργία… Πόσοι… 10, 20, 30 τα όργανα και πηγαίναν σε όλα τα σπίτια αυτών που γιορτάζαν, και ήταν όλοι αυτοί ανύπαντροι τότε. Πηγαίναν στα σπίτια, κάναν γλέντια, βλέπανε ποια κορίτσια είναι οι μέλλουσες γυναίκες, λοιπόν, και το απόγευμα κατεβαίναν στην πλατεία και κάναν ένα γλέντι ολονύχτιο. Βάζαν και τα κορίτσια, αδερφές, ξαδέλφες, στο χορό, και εκεί ήταν και οι πρώτες γνωριμίες, ας πούμε, και αργότερα  τα συνοικέσια που λέμε. Αλλά όλοι περιμέναν το μεγάλο πανηγύρι που είναι το Δεκαπενταύγουστο. Τότε, μετά το '50, ερχόντουσαν από την Αθήνα πάρα πολλοί μπακάληδες, έμποροι, από τις συνοικίες εκεί των Αθηνών, ήταν πάρα πολλοί Γαρδικιώτες, ερχόντουσαν αρκετοί από την Αμερική, ξενιτεμένοι, που δεν μπορούσαν να 'ρθουν πρώτα. Λοιπόν, και γέμιζε αυτήν την εποχή, 10-15 μέρες το Γαρδίκι έσφυζε από ζωή. Τα μαγαζιά γεμάτα, από το πρωί μέχρι το βράδυ, ψητά, το ‘να-τ’ άλλο.  Το πανηγύρι άρχιζε από την παραμονή, 14 του μηνός. Το βράδυ γινότανε εσπερινός και μετά οι παρέες παίρναν τα όργανα κι άρχιζε το γλέντι. Μετά στις 15 Αυγούστου το πρωί ήταν η Θεία Λειτουργία της Παναγίας, πηγαίναμε όλοι στην εκκλησία. Κι εγώ τα θυμάμαι αφού πήγαινα συνέχεια, πάντα από μικρό παιδί, και μετά έβγαινε έξω η εικόνα και σηκωνόταν το ύψωμα της Παναγίας. Αυτό γινότανε, πού είναι ο πλάτανος σήμερα στην εκκλησία, πώς πας… ο πλατανάκος εκεί, και απέναντι ήταν το σπίτι του Γαρδικιώτη, ένα τεράστιο σπίτι, πύργος, και εκεί σηκωνόταν το ύψωμα σε δοχεία με λάδι… Ποιος έδινε τα περισσότερα δοχεία στην εκκλησία, αυτός σήκωνε την εικόνα με την οικογένειά του, προσκυνούσανε και μετά περνούσε όλος ο κόσμος, φιλούσε την εικόνα, τελείωνε η λειτουργία και με τα όργανα μετά όλοι οι επίσημοι ή οι ξένοι που ήταν, Νομάρχες, Βουλευτές, κάνανε το γύρο της πλατείας χορεύοντας. Αυτό εντάξει, γίνεται και σήμερα, μετά τη λειτουργία στο πανηγύρι.  Μετά, το απόγευμα στις 16:00 η ώρα, την ίδια μέρα, 15 Αυγούστου δηλαδή, γινόταν ο κοινοτικός χορός. Ο κοινοτικός χορός ήταν γύρω από την πλατεία. Εκεί χορεύανε συνήθως γυναίκες και κοπέλες οι οποίες δεν είχανε οικονομική άνεση για να πληρώσουν στα όργανα πολλά, μπορούσαν να χορέψουνε δηλαδή και χωρίς να πληρώσουνε. Και έτσι μετά τον κοινοτικό χωριό το βράδυ, οι παρέες παίρναν η καθεμία τα δικά τους τα όργανα και γλεντούσαν στα μαγαζιά. Το κάθε μαγαζί έφερνε και μια παρέα, γλεντούσανε, και εκεί πλέον χορεύανε με λεφτά. Δίναν λεφτά, παραγγέλνανε το τραγ[00:30:00]ούδι, και ο καθένας χόρευε αυτό που ήθελε. Βάζαν και τις γυναίκες, τα παιδιά τους, και έτσι περνούσε το βράδυ. Η πλατεία τότε φωτιζότανε με λάμπες μεγάλες ασετυλίνης. Κάποιες μεγάλες λάμπες που είχε δυνατό φως ασετυλίνης και ήταν φωταγωγημένη όλη η πλατεία. Την άλλη μέρα το πρωί, δεύτερη μέρα, κατά τις 10:00-11:00 η ώρα, ξεκινούσαν οι παρέες. Μαζευόντουσαν γνωστοί, φίλοι, ξαδέλφια, 10-15 άτομα, νεαροί, ανύπαντροι φυσικά, παίρναν τα όργανα και τραγουδώντας στα σοκάκια του Γαρδικίου πηγαίναν στα σπίτια τους και βάζαν εκεί τα κορίτσια του σπιτιού, βάζαν στο χορό και πάλι γινόταν εκεί ένα είδος συνοικεσίου με τα μάτια, προς το παρόν.  Αλλιώς δεν μπορούσες να δεις την κοπέλα ή και τον άντρα. Αυτό, κομπανίες, παρέες, μπορεί να ήταν και εφτά-οχτώ.  Κατεβαίναν μετά 16:00 η ώρα στην πλατεία. Στην πλατεία σε δυο-τρία σημεία οι παρέες, στην εκκλησία μπροστά άλλες δυο, πίσω από την εκκλησία άλλες δυο, με τα δικά τους όργανα. Ευτυχώς τότε τα όργανα ήτανε σκέτα και παίζανε, ακούγανε μόνο μπροστά εκεί, δεν χαλούσε τον ήχο από την άλλη την παρέα. Περνούσε πάλι με γλέντια και χορούς όλη η νύχτα, την τρίτη μέρα ξαναγινόταν το ίδιο, πάλι οι παρέες! Ξανά! Πηγαίνανε πάλι και έφτανε το βράδυ. Το βράδυ μετά ήταν η κοινότητα έκανε τραπέζι στους γέροντες, συνήθως αυτοί που ήταν πάνω από 70, 70-80-85 χρονών, τους έκαναν τραπέζι και πρώτα χορεύανε το χορό των γερόντων, πιανόνταν από τα χέρια, έτσι, αγκαζέ. Στο ένα είχαν αναμμένες λαμπάδες και στο άλλο τις γκλίτσες, και χορεύανε διάφορα τραγούδια. Τώρα αυτό, οι αναμμένες λαμπάδες, το συνέχισα κι εγώ αργότερα αυτό με τα παιδιά, σήμαινε ότι περιμένανε την ανάσταση του γένους, να ελευθερωθεί η Ελλάδα από τους Τούρκους. Και μετά από αυτό κάναν τον πολεμικό χορό. Ο πολεμικός χορός έγινε… άρχισε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, που πήγαν οι φαντάροι εκεί οι Έλληνες και ξαναγυρίσαν πίσω, άλλοι πολεμήσαν, και ήρθαν εδώ και χορεύαν ένα τραγούδι «Του αετού ο γιος». Η μετά τους πολέμους, μετά το '12-'13,  με τον Μπιζάνη και λοιπά, και λοιπά όλα, με το Βασιλιά Κωνσταντίνο που ελευθέρωσε τη Μακεδονία, το τραγουδούσαν τα όργανα και οι γέροντες, ένας πρωτοχορευτής μπροστά με τις γκλίτσες έκανε διάφορες κινήσεις πώς πολεμάγανε. Έπεφτε κάτω, τον βάζαν αυτά, γάζες, κάναν μερικές στροφές, μερικές στροφές, μετά πηγαίναν στα όργανα μπροστά, χορεύαν ένας-ένας και το πανηγύρι συνεχιζόταν μετά με τις παρέες, τον κόσμο. Κι έτσι, το βράδυ αυτό τελείωνε και το πανηγύρι. Αλλά εκεί τελείωνε το γλέντι, πίσω από την εκκλησία όμως γινότανε χαμός. Τι συνέβαινε; Εκεί ήταν οι προξενητάδες. Στο Γαρδίκι και σε κάθε χωριό υπήρχανε προξενητάδες, αυτοί που κάναν τα προξενιά, ήταν άντρες και γυναίκες. Αυτοί ήταν ταλέντα, γνωρίζαν την κάθε κοπέλα τι προίκα έχει, τον κάθε νεαρό τι έχει, αν είναι όμορφος, αν είναι από τζάκι μεγάλο, τι λεφτά. Και ανάλογα, από μέρες πριν, βολιδοσκοπούσαν. Πηγαίνανε στον γαμπρό, «έχω αυτήν την κοπέλα, έχει τόσα...», και το βράδυ εκείνο πλέον κλείνανε την προξενιά.  Το βράδυ εκείνο μπορεί να γινόταν 10-15-20-30 προξενιές, προπολεμικά το ρεκόρ ήτανε 39 προξενιές, κλείσανε το βράδυ εκείνο το πανηγύρι. Λοιπόν, αφού κλείνανε αυτοί που είχαν λεφτά, το ανακοινώνανε, παίρναν τα όργανα, με τον γαμπρό, πηγαίναν στο σπίτι της νύφης, κερνούσαν εκεί πέρα, χορεύανε και μάθαινε όλος ο κόσμος ότι αρραβωνιάστηκε ο τάδε με την τάδε, κι αυτή είναι η προίκα, κανονίζαν και την προίκα, όλα. Λοιπόν και κανονίζαν μετά, την επόμενη μέρα συναντιόντουσαν πάλι, πότε θα γίνει ο γάμος. Αν προλάβαιναν να γίνει Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο, ή να γινόταν το άλλο το καλοκαίρι, δίναν το λόγο δηλαδή. Αυτά ήταν τα «σεβάσματα» που λέμε τώρα. Έτσι ξεκινούσε ο γάμος.

Ε.Λ.:

Οι προξενητάδες το κάνανε από χόμπυ, έτσι; Δεν ήτανε–

Σ.Γ.:

Από χόμπυ και όταν ήταν– 

Ε.Λ.:

Παίρνανε και κάτι;

Σ.Γ.:

Όταν ήταν πετυχημένος και ο πεθερός ήταν ματσωμένος, τους έδινε και χρήματα, σε όλους. Βγάζανε κάτι, γιατί κάνανε μεγάλη δουλειά, ξέρανε τα πάντα όλα. Δηλαδή βγάζαν χρήματα. Ντάξει, ένα φτωχό ζευγάρι όμως που δεν είχε, δεν έπαιρνε τίποτα, τον προξενητή.

Ε.Λ.:

Και μετά γινόταν τα προξενιά–

Σ.Γ.:

Μετά… αυτά τα προξενιά, που κλείνανε. Μετά από εκεί και πέρα κανόνιζαν για το γάμο. 

Ε.Λ.:

Εδώ τους κάναν τους γάμους, στο Γαρδίκι;

Σ.Γ.:

Στο Γαρδίκι. Πάρα πολλοί, γινόταν εδώ οι γάμοι, οι πιο πολλοί. Να πούμε λίγα πράγματα;

Ε.Λ.:

Ναι βέβαια εννοείται. 

Σ.Γ.:

Να πούμε. 

Ε.Λ.:

Πώς ήτανε… Ένα γάμο που θυμάστε να μου πείτε, φυσικά!

Σ.Γ.:

Ναι, ναι, γιατί ο γάμος έχει χιλιάδες πράγματα, αλλά θα πούμε τα πιο βασικά. 

Ε.Λ.:

Και εσείς εδώ έχετε κάνει γάμο;

Σ.Γ.:

Όχι, εγώ ήθελα να κάνω πολύ εδώ αλλά ήτανε δύσκολα τότε. Έπρεπε να έχουμε πολλούς καλεσμένους, δεν υπήρχανε να τους κάνουμε τραπέζι, δεν υπήρχαν τίποτε εδώ. 

Ε.Λ.:

Η σύζυγος είναι επίσης από εδώ;

Σ.Γ.:

Από εδώ. 

Ε.Λ.:

Και οι δύο, άρα απλά δεν μπορούσατε να στήσετε το γάμο εδώ. 

Σ.Γ.:

Ναι, ναι, γιατί δεν μπορούσαμε τον κόσμο να τον φέρουμε. 

Ε.Λ.:

Άρα δεν θα μου πείτε για το δικό σας, θα μου πείτε έναν άλλον.

Σ.Γ.:

Έναν άλλον γάμο, ναι. Εδώ έγινε ο γάμος του Σωτήρη Τόγελου, του φίλου μου, κι άλλοι γάμοι πολλοί.

Ε.Λ.:

Παραδοσιακός. 

Σ.Γ.:

Ωραία, εγώ θα σας πω από το '50 μέχρι το '60 , αυτά που τότε παρακολουθούσα από μικρά παιδιά. Αφού ερχόταν την άλλη χρονιά και κανονίζανε το γάμο, ξέρω γω, θα γίνει τότε, την τάδε του Ιούλη και λοιπά, ο γάμος άρχιζε από Τετάρτη, την Τετάρτη άρχιζε ο γάμος. Από το σπίτι του γαμπρού, και από τη νύφη ξεκινούσαν οι κοπέλες και άνδρες με τα μουλάρια, και με φορτωμένο σιτάρι κατεβαίνανε στους νερόμυλους, κάτω, να αλέσουνε το σιτάρι να το κάνουνε αλεύρι. Εκεί, με τραγούδια, με χορούς τους περίμενε ο μυλωνάς. Όταν τελειώνανε, απόγευμα, πότε τελειώνανε, παίρνανε το δρόμο της επιστροφής. Ο μυλωνάς δεν τους έπαιρνε «ξάι». «Ξάι» ήταν το χρήμα, εκεί που πήγες να αλέσεις το σιτάρι έπρεπε να πληρώσεις. Αντί για λεφτά όμως ο μυλωνάς τότε κρατούσε ένα μέρος από το αλεύρι, και το πουλούσε αυτός το αλεύρι όσο ήθελε. Δεν τους έπαιρνε λεφτά σε κάθε γάμο, γιατί αυτό ήταν το δώρο του, του Μυλωνά προς το ζευγάρι. Ξεκινούσαν τώρα και οι παρέες των κοριτσιών και των αντρών να πάνε το αλεύρι στο σπίτι του γαμπρού και τα κορίτσια να πάνε το αλεύρι στο σπίτι της νύφης. Λοιπόν, την άλλη μέρα τώρα, την Πέμπτη, το πρωί. Την Πέμπτη το πρωί ο πατέρας της νύφης κατά τις 10:00 η ώρα πήγαινε στο σπίτι του γαμπρού να μετρήσει την προίκα. Συνήθως ήταν λίρες τότε, λίρες. Αυτό που είχε έδωνε λίρες, κι αν δεν είχε τότε σε λίρες έδινε 10 πρόβατα, 20 πρόβατα, 50 πρόβατα, 100 πρόβατα, ανάλογα. Έγραφε και ένα χαρτί, το κάναν μια συμφωνία σε χαρτί, βάζαν τις υπογραφές τους κι αυτή ήταν η προίκα, αυτή την ημέρα. Μετά τι γινότανε; Αφού γινόταν αυτό ήταν οι «μπράτιμοι», οι φίλοι του γαμπρού, οι μπράτιμοι, οι φίλοι, οι οποίοι ήταν κι αυτοί ανύπαντροι όλοι. Αυτοί ασχολούνταν τότε με το φτιάξιμο του φλάμπουρου, το φλάμπουρο ήταν σαν σημαία, το οποίο δεν αφήνανε οι Τούρκοι, ξέρεις, μετά με τα χρόνια επικράτησε να υπάρχει. Το φλάμπουρο ήταν ένα ξύλο όρθιο και πάνω κατέληγε σε σταυρό. Από κει κρεμούσε ένα κόκκινο πανί μεγάλο, βάζαν και τρία μήλα στη θέση του σταυρού, και αυτό το κρεμούσανε στο μπαλκόνι και ήταν πολύ μεγάλο, για να δει ο κόσμος ότι αυτό το σπίτι έχει γάμο. Το κρεμούσανε εκεί. Μετά οι φίλες της νύφης και του γαμπρού πιάναν τα προζύμια. Αρχίσαν να κάνουν προζύμι για να φτιάξουν τις κουλούρες, τις εφτάζυμες κουλούρες και λοιπά. Και τότε παίρναν και αλεύρι, αλευρώναν το γαμπρό, τον κάναν άσπρο στο πρόσωπο, το ίδιο γινόταν και στο σπίτι της νύφης, τον κάναν άσπρο. Αυτά ήταν τα «αλευρώματα», δηλαδή και στους δυο λέγανε να ασπρίσουν, να γεράσουν και λοιπά και λοιπά. Τους δίναν ευχές!  Την Παρασκευή τώρα, και από το γαμπρό και από τη νύφη πάλι κομπανίες κοριτσιών με κάποιους κυρατζήδες, με μουλάρια, πηγαίναν σε διάφορα σημεία του χωριού, εδώ έξω στο δάσος και μαζεύανε ξύλα. Ξύλα για, τα οποία για να ψήσουν φαγητά, ψητά και τα λοιπά. Αυτά γινόταν όλη την ημέρα, ερχόταν το απόγευμα, ξεφορτώναν στο σπίτι του γαμπρού και της νύφης, είχαν και τα όργανα, χορεύανε, τρώγανε κιόλας εκεί και περνούσε και αυτή η μέρα. Τώρα το Σάββατο το πρωί φεύγανε τα αρνιά από τα μαντριά για σφάξιμο. Αν ήτανε φτωχή η οικογένεια είχε τρία-τέσσερα, δεν μπορούσε παραπάνω. Αν όμως ήτανε πλούσια οικογένεια μπορεί να έφερνε και 20 αρνιά. Φέρνανε τα αρνιά κάτω, μαζευόντουσαν και φίλοι εκεί χασάπηδες, τα σφάζανε, τα ετοιμάζανε, για κοκορέτσια, για κεμπάπια, για ψήσιμο και λοιπά και λοιπά. Τελείωνε και αυτό, ήταν έτοιμα για να τα ψήσουνε και το απόγευμα πηγαίναν οι… το απόγευμα του Σαββάτου, οι μπράτιμοι, παίρναν την κουλούρα, μια μεγάλη κουλούρα, και πηγαίναν στο σπίτι της νύφης να πάρουν τα προικιά. Πηγαίναν εκεί με τα όργανα, δίναν την κουλούρα, η νύφη τους φιλούσε το χέρι και τα προικιά ήταν έτοιμα για να φορτωθού[00:40:00]νε. Κάποια παίρναν οι μπράτιμοι, άλλα πιτσιρίκια παίρναν έναν τέντζερη, ένα ταψί, φορτώναν οι γυναίκες βελέντζες και λοιπά, και η μεγαλύτερη σε ηλικία έπαιρνε ένα μεγάλο μπαούλο στην πλάτη με πράματα μέσα και το πήγαινε στο σπίτι του γαμπρού. Υπάρχει μοναδική φωτογραφία από το Γαρδίκι για αυτό. Καταπληκτικά πράματα τώρα! Πώς το σήκωνε αυτό το μπαούλο είναι...  

Ε.Λ.:

Έπρεπε να είναι η μεγαλύτερη σε ηλικία;

Σ.Γ.:

Η μεγαλύτερη σε ηλικία. Όχι και γριά, από τα κορίτσια τα νιόπαντρα, μέχρι 35-40, παντρεμένη, αυτή. Λοιπόν φτάνανε εκεί πέρα, ξεφορτώνανε τα προικιά, δεν τα πειράζανε, όπως τα βάζαν όλα μέσα, γιατί δεν είχαν τότε χρόνο για αυτό, και άρχιζε το γλέντι πάλι. Γλεντάγανε το βράδυ. Είχαν ψήσει κάποια από τα αρνιά, κοκορέτσια, κεμπάπια, χορός, τα κορίτσια, σπίτι της νύφης, του γαμπρού, όλα, όργανα, και έφτανε το πρωί της Κυριακής. Στο σπίτι του γαμπρού και στο σπίτι της νύφης ξυπνάγανε και άρχιζε το στόλισμα.  Το στόλισμα της νύφης, με το φουστάνι, με τα μαλλιά, ανάλογα με την εποχή… υπάρχουν νυφικά διαφόρων εποχών. Στο σπίτι του γαμπρού άρχιζαν να τον ξυρίζουνε, με τραγούδια του ξυρίσματος, να τον ντύνουν αυτά, εδώ τα ρούχα, τα παπούτσια, όλα. Εντωμεταξύ τρία-τέσσερα μπρατίμια παίρνανε σε ένα δίσκο, παίρνανε το ασημοζώναρο για τη νύφη, δώρο του γαμπρού, και τα παπούτσια τα άσπρα. Πηγαίνανε στη νύφη, δίνανε το ασημοζώναρο, σκύβαν να της βάλουν τα παπούτσια, έλεγαν: «Δε χωράνε, δε χωράνε», θέλανε λεφτά, βάζανε από τη νύφη, ο πατέρας, η μάνα, έβαζε χρήματα, αυτά τα παίρναν οι μπράτιμοι. Αυτά τα χρήματα όλα. Και μετά της φοράγαν και τα παπούτσια, και 15:00 η ώρα το απόγευμα, με ντουφεκιές, ξεκινάγανε από το σπίτι του γαμπρού, καβαλαρία όλοι, και ο γαμπρός καβάλα σε άσπρο άλογο, πηγαίνανε εδώ στο Γαρδίκι για το σπίτι της νύφης. Φτάνανε απ’ έξω από το σπίτι της νύφης, έβγαινε και η νύφη, τραγούδια και λοιπά. Πάρα πολλά είναι τα τραγούδια, και η νύφη οπωσδήποτε έπρεπε να ανεβεί σε… Δεν πήγαινε ποτέ με τα πόδια, ούτε εδώ στο Γαρδίκι, στην εκκλησία! Θα ανέβαινε σε άσπρο άλογο–

Ε.Λ.:

Σε άλογο, ε;

Σ.Γ.:

Την ανεβάζανε στο άλογο επάνω και σιγά σιγά ξεκινούσε όλη η πομπή. Μπροστά η πομπή του γαμπρού και πίσω της νύφης. Εντωμεταξύ στην εκκλησία κόσμος ένα σωρό για να δει. Πρώτα κατέβαινε ο γαμπρός από το άλογο, ερχόταν και η νύφη και ο νονός από πίσω, μπαίνανε στην εκκλησία, γινόταν η λειτουργία, βγαίναν έξω μετά και όλοι μαζί πηγαίναν στην πλατεία. Εκεί στην πλατεία, ήταν έτοιμη από το χορό, βάζαν τη νύφη μπροστά, ο νονός, ο γαμπρός, μπράτιμοι, και λοιπά και λοιπά. Και έφερνε ο πατέρας της νύφης μαζί με τη μάνα της νύφης και κάνανε δώρα στους μπράτιμους, ή κάλτσες ή πετσέτες. Και τα είχανε εδώ, τα βάζαν εδώ μπροστά να φαίνονται και μετά άρχιζε ο χορός. Πρώτα χόρευε… χορεύει, ο νονός πρώτα χόρευε, τον κρατούσε ο γαμπρός. Μετά χόρευε η νύφη και «Σαν μπήκε η νύφη στο χορό, πώς σιέται, πώς λυγιέται;», μετά  χόρευε ο γαμπρός. Εγώ από τότε που θυμάμαι, από το '50, μικρός, ο γαμπρός χόρευε πάντα «Να ‘χε καεί ο πλάτανος», αυτό το τραγούδι. Δεν ξέρω για ποιο λόγο, ήταν ένα έθιμο παλιό. Και μετά χορεύανε η μάνα, πατέρας νύφης και γαμπρού, χορεύανε οι μπράτιμοι, οι φιλενάδες της νύφης και όλο αυτό το… όλος αυτός ο κύκλος, κι εκεί πλέον ξαναβλέπανε, όπως είπαμε, οι άντρες τις κοπέλες, ποια θα του άρεσε και τα λοιπά. Και εδώ θα πω κάτι, στο πανηγύρι τότε του Γαρδικίου το '39 που ήρθε ο πατέρας μου από την Αμερική, ήρθε εδώ στο Γαρδίκι, την ίδια μέρα το βράδυ, μπήκε στο πανηγύρι το απόγευμα και εκεί είδε τη μάνα μου στο χορό. Όπως λένε οι παλιοί, η μάνα μου και μια άλλη γυναίκα ήταν οι πιο ωραίες στο χωριό τότε. Και μόλις την είδε ο πατέρας μου, είπε τον πατέρα του: «Αυτήν θέλω εγώ, δεν ξέρω τίνος είναι». Κι έτσι έκλεισε, «δεν θέλω ούτε προίκα, τίποτα!». Αν και ο πατέρας της ο τσέλιγκας ο Βράκας της έδωσε προίκα εκείνη την εποχή, και κλείσανε το βράδυ εκείνο μόλις την είδε. 

Ε.Λ.:

Είχε μόλις έρθει από Αμερική;

Σ.Γ.:

Ναι, μόλις έρθει, Τρίκαλα και την άλλη μέρα εδώ, την είδε και είπε: «Αυτή θέλω, τελείωσε». Αυτή ήθελε, τη μάνα μου. Κι έτσι τελείωσε και το πανηγύρι. Όλα καλά κι η ζωή συνεχιζόταν μετά.

Ε.Λ.:

Φοβερό! Μπράβο, πολύ ωραία ιστορία και αυτή. 

Σ.Γ.:

Ναι. 

Ε.Λ.:

Έχετε πάρα πολλές ιστορίες να μου πείτε που θυμάστε βλέπω. Θυμάστε μου είχατε πει και κάτι, κάποια διαφορετικά επαγγέλματα που υπάρχουν εδώ, ή που υπήρχαν μάλλον, τώρα ούτε για πλάκα. 

Σ.Γ.:

Επαγγέλματα, ναι. Πάμε τότε από τα σπίτια που γινόταν. Γιατί εγώ θυμάμαι όταν ήμουν 10-12 χρονών χτιζόταν σπίτια τότε. Και θυμάμαι που αναλάμβαναν κάποιοι Γαρδικιώτες, αυτοί που ξέρανε γράμματα πολλά, αυτός έφερνε χτίστες από τα Πράμαντα, που είναι εδώ στο Τζουμέρκα, τους έφερνε εδώ, μαραγκούς έπαιρνε από το Γαρδίκι, όλα τα υπόλοιπα επαγγέλματα. Ο κτίστης ήταν αυτός που έχτιζε, ο «πελεκάνος» ήταν αυτός που πελεκούσε τις πέτρες και έκανε τα αγκωνάρια τα όμορφα για τις γωνίες. Αφού κτιζόταν όλο το σπίτι, τη σκεπή την αναλάμβανε ο μαραγκός με τον ξυλουργό, βάζαν όλα τα ξύλα τα κόβανε από εδώ. Αυτοί φυσικά… εκείνη την εποχή υπήρχανε τα νεροπρίονα, γιατί πως να τα κόψουν τα ξύλα; Τα νεροπρίονα ήταν στα ποτάμια κάτω, ήταν ένας μηχανισμός, όπως ήταν έπαιρνε το νερό, κυλούσε έναν άξονα, και ήταν ένα αυτό που κόβουμε τα ξύλα, πριόνι, και έστριβε τα αυτά, ανάλογα πως τα θέλουν αυτοί. Και τα φορτώναν μετά και τα φέρναν εδώ. Λοιπόν, και μετά επάνω τη σκεπή την έκανε ειδικός μάστορας και τη σκεπή, ήταν ειδικοί που κάνανε τη σκεπή, και καινούρια και συντήρηση που κάνανε. Τις σχιστόπλακες αυτές και τις σκεπές τις βγάζανε από εδώ, από εδώ, στην Τζούρτζια, υπήρχαν κάποια σημεία που βγάζαν αυτή την πλάκα. Μετά είπαμε έμπαινε ο μαραγκός για να φτιάξει τα παράθυρα, τα πατώματα και όλα αυτά για το σπίτι. Πάμε τώρα… Α, υπήρχε και ο σιδεράς, θυμάμαι εγώ σιδηρουργείο εδώ στο Γαρδίκι με το αμόνι, με τη φωτιά, που φτιάχναν τα σιδερένια, για τα παράθυρα, κλειδαριές για τις πόρτες, όλα ήταν εδώ αυτά. Και υπήρχε και ο «καλατζής», που έφτιαχνε ταψιά, έλιωνε, έκανε τεντζερέδια, γάνωνε τα διάφορα σκεύη, αυτά τα θυμάμαι εγώ τα μαγαζάκια, στην ανηφόρα, όλα εδώ.

Ε.Λ.:

Εκείνη την εποχή που υπήρχαν όλα αυτά τα μαγαζιά, είχε μόνιμους κατοίκους το χωριό;

Σ.Γ.:

Μόνιμους το χωριό. Μόνιμο σχολείο. Το σχολείο καλά, το '40-'50 είχε και 100 παιδιά, και μέχρι το '60-’70 ήταν η τελευταία τάξη εδώ, 20-30 παιδιά που ήτανε. 

Ε.Λ.:

Άρα υπήρχε ανάγκη να υπάρχουν εδώ τα επαγγέλματα–

Σ.Γ.:

Όλα–

Ε.Λ.:

Εφόσον υπήρχε κόσμος. 

Σ.Γ.:

Έμενε πάρα πολύς κόσμος.

Ε.Λ.:

Η μεταφορά ήτανε–

Σ.Γ.:

Λίγοι κατεβαίνανε στα Τρίκαλα.

Ε.Λ.:

Πολύ δύσκολη–

Σ.Γ.:

Βέβαια, ναι, ναι. Ήτανε εδώ. Η μάνα μου, ο πατέρας μου, τα σχολεία τα βγάλαν εδώ, όλοι, όλοι. Και το σχολείο κάποτε είχε και πέντε δασκάλους, 250 παιδιά, κάποια εποχή. Μετά πάμε στον Κυρατζή, όπως είπαμε. Μεγάλο επάγγελμα κι αυτό. Οι κυρατζήδες ήταν άνθρωποι πολύ δυνατοί, με τεράστια αντοχή, γιατί φεύγαν από εδώ μέχρι τα Τρίκαλα, όταν τα ζώα όλα ήταν πιασμένα, κι αυτός ήθελε να έχει αγώγι, πήγαινε με τα πόδια και γύριζε με τα πόδια. Ξαναπήγαινε με τα πόδια. Όλες αυτές οι διαδρομές με τα πόδια, δύσκολο επάγγελμα! Και μόνο που περπατούσε, έπρεπε να ξέρει και τα ζώα. Πότε θα πρέπει να φάνε τα ζώα, πότε να ξεκουραστούνε, πού θα τα βρει, πού θα τα πάει, πού να τα μαζέψει, δύσκολο πάρα πολύ επάγγελμα! Γιατί προπολεμικά, πριν το '40, όπως λεν’ οι παλιοί, υπήρχαν στο γαρδίκι 1.000 αλογομούλαρα. Μιλάμε καραβάνια τεράστια! Όπως είπα, και υπήρχαν και 40.000 πρόβατα, τότε. Πάνε εκείνοι οι τσελιγκάδες, τώρα σχεδόν δεν υπάρχει ούτε ένα πρόβατο στο Γαρδίκι, τίποτα. Από το πρόβατο βγάζαν το μαλλί, το μαλλί πήγαινε στους αργαλειούς. Και μάλιστα πολλές γυναίκες τότε, ήταν επάγγελμα, θα φτιάχναν την προίκα τη δικιά σου, να φτιάξουμε «μπουρατζόνια», να σου κάνουμε ολόκληρα «σκουτιά», για να κάνεις το κοστούμι σου. Πληρωνόταν, ήταν επάγγελμα του αργαλειού, την γυναίκας που ήταν στον αργαλειό, και βγάζαν αρκετά λεφτά.  Μετά ήταν ράφτης. Ο ράφτης… ήταν πολλοί ραφτάδες Γαρδικιώτες, πάρα πολλοί! Και κάποιοι μάλιστα κατεβαίνανε και στα χωριά των Τρικάλων και της Καρδίτδας, ραφτάδες Γαρδικιώτες, που ράβανε την Καραγκούνικη στολή. Πήγα εγώ στα χωριά των Τρικάλων και ρωτούσα εκεί τους Καραγκούνηδες… ο Γαρδικιώτης ο Μπαλάνης, ο πατέρας του γιατρού του Μπαλάνη. Κι άλλοι Γαρδικιώτες, κι άλλοι, κι άλλοι ραφτάδες, κάνανε φοβερή δουλειά. Μετά, άλλο επάγγελμα, ντάξει, οι μπακαλάδες τότε εδώ, κι αυτοί, τώρα δεν υπάρχει τίποτα κι από αυτό. Αυτά ήταν τα κυριότερα επαγγέλματα. Ήταν και οι φωτογράφοι οι Γαρδικιώτες, εδώ που βγάζαν φωτογραφίες με τα κουτιά αυτά. Ήταν τρεις-τέσσερις φωτογράφοι οι Γαρδικιώτες, και μάλιστα ο πρώτος ήταν ο Μπαλάφας, ένας Μπαλάφας, εξαιρετικός φωτογράφος, από το '30-'40. Αυτός γύρω στο '32, τους Γερμανούς που κατέβηκαν μια κομπανία για τα Τρίκαλα, και κάτω από το Νεραϊδοχώρι πήγαν να βάλουνε ένα ματέρι να περάσουνε, και τους ξέφυγε το ματέρι, τον χτύπησε στο κεφάλι και τον σκότωσαν τον φωτογράφο τον Μπαλάφα, ο οποίος ήτανε καταπληκτικός φωτογράφος. [00:50:00]Και στην Αθήνα έκανε φοβερή δουλειά. Μεγάλος δηλαδή καλλιτέχνης. Έτσι αυτά τα λίγα επαγγέλματα που θυμάμαι εγώ ο ίδιος τότε.

Ε.Λ.:

Τα περισσότερα δηλαδή επαγγέλματα που περιγράφετε είχαν να κάνουν με το χτίσιμο των σπιτιών εδώ.  

Σ.Γ.:

Ναι, ναι. 

Ε.Λ.:

Και η ερώτησή μου είναι–

Σ.Γ.:

Χτίσιμο και το ντύσιμο των σπιτιών–

Ε.Λ.:

Tου νοικοκυριού.

Σ.Γ.:

Και του νοικοκυριού.

Ε.Λ.:

Αρα υπήρξε μια περίοδος μετά τον πόλεμο που υπήρχε μεγάλη ανοικοδόμηση στο χωριό; 

Σ.Γ.:

Βεβαίως, βεβαίως. 

Ε.Λ.:

Γιατί τα προηγούμενα σπίτια τι ήταν; Ήταν... χαμόσπιτα ήταν; 

Σ.Γ.:

Ήταν χαμόσπιτα, άλλα τα πιο πολλά είχαν πέσει. Δεν ερχόντουσαν, άλλοι φοβόντουσαν τότε με τους Γερμανούς και με τον Εμφύλιο, φοβόντουσαν να 'ρθουν εδώ μη σκοτωθούν ή μην περάσουν αντάρτες και τους πάρουν τα παιδιά, και πέσαν πολλά σπίτια. Και το δικό μου το σπίτι το πατρικό, που ήταν εδώ ακριβώς, ήταν διώροφο, πολύ ωραίο σπίτι, έπεσε. Φοβόμασταν να 'ρθούμε. Ήρθαμε μετά… 

Ε.Λ.:

Από χρόνια.

Σ.Γ.:

Από χρόνια, ναι. 

Ε.Λ.:

Οπότε πέρασε το Γαρδίκι σε μια άλλη εποχή, μετά το '70 ας πούμε, '60-'70, που ήρθανε η επόμενη γενιά, από αυτή που ήταν του πολέμου– 

Σ.Γ.:

Μάλιστα, βεβαίως. 

Ε.Λ.:

Και άρχισε να ξαναχτίζεται το χωριό. 

Σ.Γ.:

Να ξαναχτίζεται, μπράβο, ναι. 

Ε.Λ.:

Και έτσι δημιουργήθηκαν τα–

Σ.Γ.:

Τα καινούρια σπίτια.

Ε.Λ.:

Τα επαγγέλματα εκείνα–

Σ.Γ.:

Και τα επαγγέλματα, ναι. Εκείνα πάλι ξανά. Πάλι ξανά, σχεδόν τα ίδια. 

Ε.Λ.:

Και μετά πώς έχει εξελιχθεί το χωριό και έχει φτάσει τώρα να έχει ανθρώπους οι οποίοι παραθερίζουν, αλλά δεν έχει μόνιμους κατοίκους. Έχει; Πόσους μόνιμους κατοίκους έχει τώρα;

Σ.Γ.:

Τώρα; Δεν υπάρχει κανένας. 

Ε.Λ.:

Κανένας.

Σ.Γ.:

Μέχρι πριν τα τελευταία πέντε-έξι χρόνια υπήρχαν και δύο-πέντε-δέκα οικογένειες. Τώρα αυτοί όλοι που ήτανε, τα παιδιά αυτονών των παλιών, πιάσανε στα Τρίκαλα, κάνανε ένα επάγγελμα, γίνανε μαντράδες με αυτοκίνητα, γίναν σιδεράδες με μεγάλα… με μεγάλες δουλειές, γίνανε μαραγκοί, γίνανε πάρα πολλοί καλοί επιπλοποιοί. Καινούργια επαγγέλματα δηλαδή, που πιάσαν και πελατεία Τρικαλινούς, πάρα πολλούς. Ή κάνουν τα κουφώματα, σκεπές, όλα. Όλοι αυτοί οι τεχνίτες… και υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, έχουν τέτοια ζήτηση στα Τρίκαλα που δεν μπορείς να τους βρεις! Εγώ περιμένω ένα παιδί εδώ να 'ρθει μια βρύση να μου βάλει και έχω ένα μήνα να ΄ρθει να μου βάλει τη βρύση στην αυλή! Και όλοι είχανε δουλειές στα Τρίκαλα, μετά κάναν οικογένειες, τώρα τα παιδιά τους πάνε σχολείο, να μάθουν Αγγλικά, να μάθουν γλώσσες, να μάθουνε να παίζουνε μουσική, και έτσι δεν μπορούσαν να μείνουν στο Γαρδίκι, με τίποτα. Οπότε το Γαρδίκι το χρησιμοποιούν μόνο για παραθέριση. Και μέχρι πέρυσι, έρχονται, κάθονται, ένα μήνα, δυο μήνες, και αυτοί που έχουν τα μαγαζιά πηγαινοέρχονται Σαββατοκύριακα. 

Ε.Λ.:

Εσάς ποια είναι η σχέση σας με το χωριό, που δεν έχετε γεννηθεί εδώ, αλλά το έχετε ζήσει πάρα πολύ;

Σ.Γ.:

Εγώ, είναι σαν να γεννήθηκα εδώ δηλαδή. Έχω τέτοιες εμπειρίες, που από τα Τρίκαλα, εντάξει, πέρασα τα παιδικά χρόνια, αλλά εδώ σαν παιδιά πηγαίναμε στα ποτάμια, πηγαίναμε σε όλα τα βουνά, πηγαίναμε για μπάνιο κάτω, πηγαίναμε απέναντι από τη Μουτσιάρα στου Αϊ Γιάννη και παίζαμε ποδόσφαιρο, 10 χρονών παιδιά, όλη την ημέρα! Μετά γυρίζαμε κάτω, κάναμε μπάνιο στο ποτάμι, στα παγωμένα τα νερά, 10 χρονών παιδάκια. Γυρίζαμε, όλη την… Ξέραμε τα πάντα! Πηγαίναμε  στο βουνό απέναντι στο Πλουν, δηλαδή το είχαμε… πώς παίζουν τα σημερινά παιδιά σε ένα δωμάτιο, εμείς παίζαμε με τη φύση και με τα βουνά όλα, και είμαι τόσο δεμένος με αυτά. 

Ε.Λ.:

Και πώς σας έχει γεννηθεί αυτό το ενδιαφέρον και έχετε αρχίζει να κάνετε έρευνα πάνω σε αυτά τα πράγματα;

Σ.Γ.:

Μάλιστα!

Ε.Λ.:

Και γράφετε βιβλία για αυτά– 

Σ.Γ.:

Ναι, εγώ σου είπα σπούδασα τηλεπικοινωνίες, πήγα στον ΟΤΕ, έκανα καριέρα, στα Τρίκαλα έγινα διευθυντής, ο πρώτος Διευθυντής στο Νομό Τρικάλων, με 300 άτομα προσωπικό, και έκανα μάλιστα εκείνη την εποχή τεράστιο έργο, έκανα κτίρια, 30 κτίρια σε όλο το νομό, έκανα κτίριο στο Γαρδίκι απάνω εδώ, έκανα υπόγεια δίκτυα, Γαρδίκι-Μουτσιάρα και Τζούρτζια, υπόγεια δίκτυα που κανένας άλλος… Αν ήταν άλλος διευθυντής δε θα τα έκανε αυτά τα πράγματα, τόσα έξοδα. Εγώ για αγάπη προς το χωριό. Έβαλα κεραία πάνω εκεί μεγάλη, έβαλα στο Καπ Γκρας ένα κάτοπτρο 10 μέτρα επί… και φτάνει στα Τρίκαλα, αυτά, όπως είναι οι καθρέφτες, με ακτινοβολίες στα βουνά. Και επειδή ήμουν ορειβάτης ήξερα που θα μπουν τα κάτοπτρα και έκανα ψηφιακή τηλεπικοινωνία, μοναδική για το Γαρδίκι, τα πρώτα που έβαλα.  Πέρα από κει όμως. Είχα διαβάσει ένα βιβλίο του Καρανάσιου, που έβγαλε το '80, για το Γαρδίκι. Είδα πράματα πολλά εκεί μέσα, έλεγε όμως ότι το Γαρδίκι έχει δυο-τρεις αιώνες ζωή. Δεν πίστευα. Κι αρχίζω μετά… Ήταν ένας σύλλογος στα Τρίκαλα φιλολογικός-ιστορικός-λογοτεχνικός , ο «Φίλος», έκανε συνέδρια, έβγαζε επιστημονικά βιβλία, και άρχισα να αγοράζω και να διαβάζω και να συλλέγω βιβλία από όλη την Ελλάδα. Στη βιβλιοθήκη μου στα Τρίκαλα έχω γύρω στις 10.000 βιβλία. Και πάνω σε 70-80 από επιστήμονες, έβρισκα για το Γαρδίκι μέσα, πολλά στοιχεία ιστορικά, επιστημονικά, και όχι αυτά που έλεγαν ο παππούς και η γιαγιά. Εκεί πλέον είναι άλλη δουλειά! Και άρχισα να… έλεγα οι καθηγητές, οι δάσκαλοι, τόσους που έχει το Γαρδίκι, μα κανένας δεν ενδιαφέρθηκε να κάνει τίποτα; Θα χαθούν όλα αυτά! Κι άρχισα να συλλέγω, να μαθαίνω, να μελετάω, ιστορικά. Και έβγαλα το βιβλίο αυτό, «Γαρδίκι Ασπροποτάμου»., κι εκεί έχω πράγματα μέσα που αναφέρει ότι το Γαρδίκι το 1300 κάπου 30, σε σιγίλλιο του Πατριάρχη  Κωνσταντινουπόλεως αναφέρεται το Γαρδίκι, αναφέρεται το Μοναστήρι, πού ήταν το Μοναστήρι, το πρώτο, δεύτερο, τρίτο. Επίσης στο 1370 ο Αυτοκράτορας του Βυζαντίου γράφει για το Γαρδίκι και την άσπρη εκκλησία εδώ, και αρχίζω να μαθαίνω για το Γαρδίκι επιστημονικά. Μετά βγαίνει ένα βιβλίο από τη Λάρισα 800 σελίδες, για τα παλιά χωριά των Τρικάλων, παλιές ονομασίες, και μέσα έχει και διάφορα πράγματα. Και εκεί έγραφε για την απογραφή, όταν ήρθαν οι Τούρκοι στην Ελλάδα και γενικά το 1454 έγινε η άλωση, το '55 ο Σουλτάνος διέταξε απογραφή σε όλη την επικράτεια. Και εκεί αναφέρει μέσα «Γαρδίκι Ασπροποτάμου, απογραφή», τόσοι κάτοικοι, τόσα σπίτια, τόσες καρυδιές, τόσα ζώα. Αναλυτικά, τι δουλειά κάναν τότε, φαντάσου εκείνη την εποχή. Και από κει είδα ότι το Γαρδίκι είναι αιώνες πίσω! Τι δυο-τρεις αιώνες έλεγε ο Καρανάσιος;

Ε.Λ.:

Είχε πάντα το ίδιο όνομα ε; Γαρδίκι το λέγαν πάντα;

Σ.Γ.:

Γαρδίκι, πάντα, δεν άλλαξε ποτέ, από το 1300. Και μετά αν πάμε και παραπίσω, όταν ήρθε Σερβοκρατία, 1100 με 1200 που ήρθαν οι Σέρβοι, κατοικούταν εδώ το μέρος, υπάρχει τοπωνύμιο…  κι άλλα, η Μουτσιάρα κι αυτά είναι σέρβικα όλα. Ή ο Κόμανος, θα πει κομμένο βουνό στα σερβικά. Αρα το Γαρδίκι είναι χωριό τουλάχιστον 1000 χρόνια. Αν πάμε όμως και προϊστορικά, όταν ήρθε ο Αθάμας, το 1280 π.Χ., μετά τον Ορχομενό, και ήρθε εκεί στην Αγία Μαρίνα και έκανε το βασίλειο, παντρεύτηκε την κόρη Καλλιστώ, του βασιλιά των Λαπιθών  των Τρικάλων, και ήρθε και έψαξε όλον τον Ασπροπόταμο για να κάνει το βασίλειό του, και το έκανε εκεί στην Αγία Μαρίνα. Τώρα εκεί ανακάλυψαν, υπάρχει και αρχαίο θέατρο πάνω, θα πάω να το δω. Προπολεμικά γίναν ανασκαφές εκεί από έναν αρχαιολόγο Γερμανό, και μάλιστα είχε πέντε-έξι εργάτες από το Παλιοχώρι. Ένας εργάτης από αυτούς, τον είχα βρει εγώ μετά και μου είπε, βρήκε χρυσά, κτερίσματα και είπε θα τα παραδώσει στο Αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών. Δεν ξέρουμε αν τα παρέδωσε. Λοιπόν. 

Ε.Λ.:

Σε ποιο αρχαιολογικό μουσείο;

Σ.Γ.:

Των Αθηνών, είπε ο Γερμανός, εγώ πιστεύω θα τα πήρε, από το '39 τότε, θα τα πήρε για την Γερμανία… Από τον Αθάμα. Αρα από την εποχή εκείνη, υπήρχε εδώ. Γιατί εδώ ήταν βρύση κάτω, μπορεί να ήταν δυο σπίτια, να ήταν κάτι εδώ, αλλά ο Αθάμας όμως, το Γουλά, είδες όλος αυτός ο βράχος ήταν η ακρόπολη των Αθαμάνων. Απάνω εκεί εγώ ανέβαινα το '50. Μπορούσες να ανεβείς. Είχε κεραμίδια, είχε σπιτάκια μικρά, είχε αλώνι μεγάλο, εκεί ήταν φρουρά του Αθάμαν, και αργότερα το κράτος των Αθαμάνων που ήταν 1.000 χρόνια. Λοιπόν, γιατί εκεί έλεγχε προς τρία σημεία, προς την Τζούρτζια, προς τον Ασπροπόταμο, τη Μεσοχώρα κάτω και προς τα εδώ, στη Μουτσιάρα. Αυτό το σημείο, ήταν κομβικό σημείο. Θέλαν να δουν ποιοι διέρχονταν. Άρα εδώ υπάρχει ζωή τουλάχιστον 3.000 χρόνια. Αλλά το Γαρδίκι επίσημα γύρω στα 1.000 χρόνια είναι εδώ.     

Ε.Λ.:

Είπατε είστε ορειβάτης. Τα περισσότερα από αυτά τα πράγματα που μου περιγράφετε δεν είναι προσβάσιμα, έτσι δεν είναι;

Σ.Γ.:

Όχι. 

Ε.Λ.:

Πώς έχετε μπει σε αυτήν την διαδικασία να τα ανακαλύψετε;

Σ.Γ.:

Είπαμε, από μικρό παιδί που πήγαινα παντού, ποτάμια, γιάγκια, περνούσαμε 15-20 χρονών, 15 χρονών, περάσαμε το Αυτί και πηγαίναμε πολλές κομπανίες Γαρδικιωτών στην Αγία Κυριακή, στην Παχτούρη πίσω, είχα φοβερή αντοχή. Και μετά ήθελα να δω, από την κορυφή τι θα δω; Τι είναι προ τα πίσω; Ανέβαινα στο Πλουν και κοιτούσα προς τα πίσω. Ανέβαινα στο Καπ Γκρας, στην Κακαρδίτσα ή και σε άλλα βουνά προς τη Μεσοχώρα, ή προς το Χαλικι, πάνω, από κει που ξεκινάει ο Ασπροπόταμος, στην Ντερλίγκα, πάνω στα 2.300 μέτρα. Λοιπόν, Τσουκαρέλα, και σε άλλα βουνά, πάρα πολλά βουνά. Και μετά άρχισα να κρατάω σημειώσεις, όσο ανέβαινα, τοποθεσίες, πώς να πω… τοπωνύμια. Και τώρα το άλλο το βιβλίο που θέλω να βγάλω, είναι τα τοπωνύμια του Γαρδικίου Ασπροποτάμου. Και τοπωνύμια ανά βουνό. Στο βουνό αυτό ποια τοπωνύμια είναι, όλα όλα! Με φωτογραφίες το καθένα, πέρα από την περιγραφή. 

Ε.Λ.:

Έχει μονοπάτια;

Σ.Γ.:

Έχει μονοπάτια, έχει μονοπάτια ναι, που ανεβαίνεις απάνω. Παντού υπάρχουν μονοπάτια αλλά πρέπει να τα ξέρεις λίγο. Είναι λίγο δύσκολα για τον καθένα να ανεβεί, δεν μπορεί.

Ε.Λ.:

Κάνετε εσείς ακόμα τώρα εξορμήσεις;  

Σ.Γ.:

Εγώ όχι πάνω ψηλά, αλλά μέχρι τη μέση πηγαίνω. Να φωτογραφήσω και να δω τίποτα άλλα, αν προκύψουν ξέρω γω κάτι άλλο. Όλες, έχω βγάλει ένα βιβλίο με τις βρύσες και τις πηγές των εφτά χωριών που ήταν στο Δήμο Αθαμάνων. Το ‘χω στα Τρίκαλα αυτό το βιβλίο, είναι καταπληκτικό! Όλες[01:00:00] τις βρύσες που είναι στα βουνά όλα αυτά εδώ. Και θα βγάλω και τα τοπωνύμια τώρα, μετά θέλω να βγάλω, έχω μάσει και τα παρατσούκλια των Γαρδικιωτών, κάπου 200-300 παρατσούκλια, είναι φανταστικά! Πάρα πολύ ωραία! Ένα άλλο μικρό… μελέτη που είχα κάνει ήταν τα επώνυμα του Γαρδικιού, κάπου 250 επώνυμα όλα, εδώ και 150 χρόνια τι επώνυμα υπήρχαν… άλλα έχουν χαθεί. 

Ε.Λ.:

Αυτά πώς τα συλλέγετε; Βρίσκετε τους ανθρώπους και τους ρωτάτε;

Σ.Γ.:

Αυτά είναι 50 χρόνια πριν που έχω αρχίσει. Τώρα αν ρωτήσεις έναν δεν έχει ιδέα.

Ε.Λ.:

Δεν έχει ιδέα. 

Σ.Γ.:

Κάποιοι παλιοί ξέρουν κάποιο παρατσούκλι, κάποιο τοπωνύμιο. Οι τελευταίοι που μείνανε. Αυτή είναι 50 χρόνια δουλειά πίσω.  

Ε.Λ.:

Απλά τα κρατούσατε σε κάποιο αρχείο και αρχίζετε τώρα να το οργανώνετε έτσι;

Σ.Γ.:

Εκατοντάδες φάκελοι, κάτω στα Τρίκαλα στο γκαράζ που έχω ένα τεράστιο. Θα δεις εκεί 100 κιβώτια με μελέτες μέσα.

Ε.Λ.:

Πώς σας κέρδισε η λαογραφία σαν άτομο; Γιατί μου λέτε η δουλειά σας δεν ήταν αυτή, ήταν άσχετη.

Σ.Γ.:

Όχι. Καταρχάς από μικρό παιδί μου άρεσε το δημοτικό τραγούδι. Μάθαινα τα πάντα από τη μάνα μου που τραγουδούσε, τη γιαγιά μου, τραγούδια καταπληκτικά, τα οποία αργότερα τα έλεγα και στο Σγούρο, τον κλαρινιτζή, ήταν σκοποί που δεν τα ήξεραν, «Ποιος είναι αξιός και αγλήγορος και νυχτοπερπατιάρης», κι άλλα τραγούδια πολλά. «Μια κοντή κοντογιαννή στο γεφύρι κάθονταν» κι άλλα πολλά, τα οποία εγώ μάθαινα από τη μάνα μου και τον πατέρα μου, που τραγουδούσαν οι παλιοί. Γιατί οι άλλοι οι μεγάλοι δεν ρωτάγαν τον παππού τους, σου έλεγαν: «Τι με νοιάζει εμένα για το δημοτικό;». Εγώ όμως μου άρεσαν, γιατί ήμαν και τραγουδιστής και τα μάθαινα και εύκολα, και στο λύκειο με έβαζε ο καθηγητής μουσικής, κάναμε έξι χρόνια μουσική στο Λύκειο Τσιλιμίγκα, και βιολί, κάθε χρόνο στη γιορτή που κάναμε με έβαζε να τραγουδήσω solo. Έχω φωτογραφίες με χορωδία 100 άτομα και εγώ είμαι σολίστας, μπροστά.  Μετά πηγαίνοντας στην Αθήνα να σπουδάσω, πηγαίναμε στους χορούς των Γαρδικιωτών, τραγουδούσα κάπου κάπου, ασχολήθηκα όμως και με το Νέο Κύμα. Όλα τα τραγούδια στην Πλάκα, τραγουδούσα κι εκεί Νέο Κύμα, με είχαν πάρει τρεις-τέσσερις μήνες, έβγαζα χρήματα. Τα τραγούδια του Νέου Κύματος όλα απ' έξω. Μετά όταν ήμαν στην Αθήνα, στον ΟΤΕ, από το '68 μέχρι το '74, έξι χρόνια, ήμουν στη χορωδία του ΟΤΕ Αθηνών, 50 άτομα. Εκεί ήμαν τενόρος πλέον, γιατί τραγουδάγαμε όπερες, εκεί τραγουδάγαμε ορατόρια. Πήγαμε στην Αμερική 40 μέρες. Σε όλη την Ευρώπη. Ήμουνα και στην κλασική μουσική καλός. Αλλά όταν… που έγινα στα Τρίκαλα, παντρεύτηκα και έγινα 40 χρονών, μετά λέω θέλω να διδάξω στα παιδιά τραγούδια και χορούς. Έκανα το σύλλογο το μορφωτικό, λαογραφικό, νοίκιασα μια αίθουσα, κι αρχίσαμε τα πρώτα χορευτικά. Το πρώτο χορευτικό το έμαθε η ΕΡΤ από την Αθήνα, ΕΡΤ1 τότε, «Το Δημοτικό Τραγούδι», ήταν μισή ώρα, ήρθε στα Τρίκαλα  σκηνοθέτης, ο Μπαζιάνας και λοιπά, με βρήκανε, λέει: «Το χορευτικό εδώ πέρα, τι ξέρεις;». «Αυτά κι αυτά κι αυτά κι αυτά»… Τα χάσανε! Αυτά τα τραγούδια, αυτοί οι χοροί. Εγώ είμαι ο χοροδιδάσκαλος. εγώ τους διδάσκω, όλα τα παιδιά. Και ήρθανε, καθίσανε δυο μέρες στα Τρίκαλα, γυρίσαμε στην Πύλη… στο πώς να πω… στο γεφύρι, άλλο με μουλάρια, με το ‘να και το άλλο. Και από εκεί, την επόμενη μετά το «Δημοτικό Τραγούδι» το πήγανε 60 λεπτά, μια ώρα, το δικό μου που τους έδωσα όλο το υλικό. Από 30 λεπτά που ήτανε χωρίς διαφήμιση μέσα. Και μετά περάσαν όλα τα κανάλια από μένα. Θέλεις «Κυριακή στο χωριό», «Επιστροφή στο χωριό», το ΣΚΑΙ με την… ποιο ήταν που είναι στο ΣΚΑΙ, τέλος πάντων δε θυμάμαι τώρα. Όλα τα κανάλια, 15 φορές έχουν έρθει τα κανάλια για το Γαρδίκι. Γύρω στα 2.000 παιδιά έχω διδάξει χορούς. 

Ε.Λ.:

Στα Τρίκαλα κάτω αυτό;

Σ.Γ.:

Στα Τρίκαλα, εκεί. Τι έκανα; Είχα την τηλεόραση, το video, ήταν το '80, το πρώτο video, και από τις εκπομπές μάθαινα τα τραγούδια όλα, πως χορεύονται, όλα, και τα έκανα στα παιδιά, και οι παραστάσεις που κάναμε στο Παλλάς, 1.000 άτομα μέσα, αριθμημένα, δεν έπεφτε καρφίτσα. Έκανα και λαογραφίες, έκανα και το γάμο μέσα, έκανα μαντριά, κουβαλούσα αρνιά, στο Δημοτικό Θέατρο στον Πειραιά είχα κουβαλήσει αρνί! Το Δημοτικό θέατρο η Βουγιουκλάκη το είχε γεμίσει, μας λέγαν αυτοί και τα θεωρεία, και εγώ με το αυτό που έκανα εκεί πάνω . Είχα κουβαλήσει αρνί με το λεωφορείο, το πήγαμε στο Δημοτικό, όλη τη νύχτα βέλαζε το αρνί, να κάνω μαντρί, τι να πω; Πράγματα που δεν γίνονται αυτά σήμερα! Δεν υπάρχει κανένας να τα κάνει αυτά.

Ε.Λ.:

Πότε είχε γίνει αυτή η παράσταση;

Σ.Γ.:

Το 1985. Κι ένα χρόνο πριν κάναμε στον Πειραιά πάλι, σε άλλο θεατράκι, μικρό, αλλά ξαναπήγαμε στον Πειραιά, άλλες τρεις φορές στο Δημοτικό, πήγαμε και στο Βεάκειο καλοκαίρι, το γεμίσαμε και αυτό. Τα πάντα όλα! Στην Ιταλία μεγάλη τουρνέ, 15 μέρες, εκεί με δώσαν εμένα δυο κύπελλα, μετάλλια, σαν τραγουδιστής και σαν χοροδιδάσκαλος σε πέντε-έξι χώρες την Ιταλίας. Από ένα άτομο όλα αυτά, ένα άτομο. 

Ε.Λ.:

Φοβερό. 

Σ.Γ.:

Τίποτα, περνάγαν όλα από μένα. Ντάξει, το συμβούλιο ήταν αγράμματοι άνθρωποι, ηλεκτρολόγοι, μαραγκοί, απλοί άνθρωποι, οι οποίοι βοηθούσαν όμως να κουβαλήσουμε, να φτιάξουμε όλα τα υλικά που έπρεπε για τις παραστάσεις. Εντάξει, ακούγανε, αλλιώς δε θα γινόταν τίποτα. Τώρα έχω 10 χρόνια στον Σύλλογο Ασκληπιό των Τρικάλων, μεγάλος Σύλλογος, είμαι αντιπρόεδρος, τους δίνω… λέω: «Θα φύγω τώρα». «Όχι!» μου λένε και τα συμβούλια εκεί πέρα, και τα παιδιά, «δε θα φύγεις τώρα, θα μας λες τώρα πράγματα, κάντε εκείνο, κάντε το άλλο», με την πείρα μόνο. Τους λέω πράγματα που δεν τα ξέραν αυτοί, και είμαι ακόμα εκεί, να δούμε μέχρι πόσο, θα δούμε. 

Ε.Λ.:

Εξαιρετικά. Τι να πω; Ευχαριστώ πάρα πολύ!

Σ.Γ.:

Να πούμε και λίγο και–

Ε.Λ.:

Ναι βέβαια να πούμε ό,τι έχετε– 

Σ.Γ.:

Δυο μύθους, δυο μύθους! 

Ε.Λ.:

Τους θέλω και τους δυο, πείτε μου!

Σ.Γ.:

Των Αγίων Αναργύρων, στη γιορτή, που πέρασε τώρα, υπήρχε ένα εκκλησάκι, όπως είναι στο σημερινό επάνω, αυτό είναι του Συλλόγου του Ευεργετικού. Που έγινε από το 1905 ο Ευεργετικός Σύλλογος. Περάσανε πάρα πολλοί Γαρδικιώτες. Πάντρευε κορίτσια, έκανε αγαθοεργίες ο Ευεργετικός, πάρα πολλά. Κι εκεί επάνω, την ημέρα αυτή της γιορτής, ήταν τα όργανα και χορεύανε, μπαίνανε τα κορίτσια στο χορό, κανονικά, πανηγυράκι. Και λένε ότι υπήρχε ένας δράκος σε μια σπηλιά εδώ της Κουρούνας, κι αυτός ο δράκος μεταμορφωνόταν σε κοπέλα, πήγαινε μπροστά, έπιανε την κοπέλα αυτή που ήθελε, αν ήταν μεγαλόσωμη λίγο, για να την φάει δηλαδή, την έσφιγγε το χέρι στο χορό, παρέλυε η κοπέλα, την άρπαζε και πήγαινε στις σπηλιές της Κουρούνας. μια-δυο χρονιές, το Γαρδίκι δεν ήξερε τι να κάνει. Αλλά δεν άφηνε όμως τη γιορτή και το χορό. Πάλι την επόμενη χρονιά, μπήκε μια κοπέλα μπροστά, μπήκε ο δράκος, την έστριβε το χέρι, σφίγγει πιο πολύ η κοπέλα. Τη σφίγγει πιο πολύ, τη σφίγγει, κατάλαβε ο δράκος ότι ήταν η Παναγία. Φεύγει ο δράκος, πάει προς τα κάτω στο ποτάμι για να φύγει, παίρνει η Παναγία ένα μεγάλο βράχο από την Κουρούνα, τον πετάει. Αυτό είναι το μεγαλιθάρι που είναι απέναντι στη Μουτσιάρα. Είναι ένα… όπως δυο δωμάτια, τετραγωνισμένος, εγώ σκαρφάλωσα εκεί πέρα, πολλές φορές, να δω. Και λέω κοιτούσα απάνω εκεί στα βουνά να δω, πώς ξεκόλλησε ένας τετραγωνισμένος βράχος; 

Ε.Λ.:

Από πού λείπει δηλαδή;

Σ.Γ.:

Από πού λείπει, ναι, είναι δύσκολο πολύ. Με κιάλια το έχω κοιτάξει, δεκάδες φορές, δεν υπάρχει. Μετά ο δράκος τι κάνει, φεύγει, πάει προς την Περτούσα. Η παναγία ρίχνει δυο λιοντάρια πίσω από κει, τρυπάει την Περτούσα ο δράκος, το βουνό, και είναι μια τρύπα η οποία φαίνεται, η δρακότρυπα. Έχω πάει εγώ, μπήκα από την πίσω πλευρά και μπροστά κάτω ο γκρεμός, και έχω βγάλει φωτογραφίες από κει. Λοιπόν και μετά περνάει από εκεί, τα λιοντάρια φυσικά τον πιάσανε, τον κατασπαράξαν, και έτσι ησύχασε το Γαρδίκι. Και η γιορτή γινόταν κανονικά από εκεί και πέρα, και αυτός ο μύθος υπάρχει τουλάχιστον και 200 χρόνια. Εγώ τον έχω ακούσει από τον παππού μου, τώρα, αυτό.  Και ένας άλλος είναι εκεί στο Καπ Γκρας, κάτω από την κορυφή, είναι μια βρύση… παγωμένο νερό. Αυτή λέγεται «νεραιδόβρυση». Εκεί πιστεύανε οι Γαρδικιώτες, έτσι νομίζανε μέχρι και το '50 δηλαδή, ότι βγαίνουν νεράιδες. Νεράιδες, χορεύουνε και λοιπά και λοιπά. Κι αν κάποιος αρπάξει κάποια από τις νεράιδες, θα την κάνει γυναίκα του και λοιπά. Αλλά αυτό δεν μπόρεσε κανένας να το κάνει αυτό. Και πήγε ένας από εδώ, είχε ένα κορίτσι, δεν μιλούσε πολύ, σαν μουγκό, ήταν 10-15 χρονών, λέει θα το πάω εκεί πέρα. Το πήγε το πρωί πάνω εκεί, πρέπει να είναι νύχτα, μέχρι 03:00 η ώρα, 04:00, γιατί μετά φεύγουνε με το πρώτο φως, οι νεράιδες φεύγουνε. Το πήγε εκεί πέρα, περίμενε στη βρύση, νόμιζε ότι είδε κάποια νεράιδα, το πήρε το κοριτσάκι. Θα ‘ταν τίποτα σκιές, ποιος ξέρει, από τον άνεμο, και έφυγε κι από κει, ήρθε στο Γαρδίκι και το κορίτσι άρχισε να ψελίζει, να λέει κάποιες λέξεις. Ίσως δεν θα ήταν τελείως μουγκό; Και ήταν ψυχολογικό; Και πήγε εκεί πέρα, και αυτό, και από τότε άρχισε να μιλάει το κορίτσι και από τότε έμεινε ότι έγινε θαύμα. 

Ε.Λ.:

Και λένε ότι υπάρχουνε εκεί νεράιδες–

Σ.Γ.:

Ναι, ναι, υπάρχει η ονομασία ακόμα «νεραιδόβρυση», πήγα εγώ και τη φωτογράφησα, και είδα κι όλο το μέρος. 

Ε.Λ.:

Τρομερό! Κι άλλα τόσα θα έχετε να μου πείτε! Λοιπόν θα την κλείσω σιγά-σιγά τη συνέντευξη γιατί δεν θέλω να σας κουράζω πάρα πολύ. 

Σ.Γ.:

Ντάξει, ντάξει.

Ε.Λ.:

Θέλω να μου πείτε, όσο πάμε προς το τέλος τώρα, αν υπάρχει κάτι, να σκεφτείτε, αν υπάρχει κάτι που θέλατε να πούμε και δεν το έχουμε αναφέρει ακόμα, που θέλετε να συμπληρώσετε σε μια από τις προηγούμενες ιστορίες. Σκεφτείτε αν υπάρχει κάτι από αυτά που θέλετε να βάλουμε εδώ προς το τέλος, να το πούμε κι αυτό. 

Σ.Γ.:

Νομίζω καλύψαμε, τα καλύψαμε όλα. 

Ε.Λ.:

Τα καλύψαμε όλα, ναι. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ! 

Σ.Γ.:

Κι εγώ!

Ε.Λ.:

Πολύ μεγάλη μου χαρά που μου τη δώσατε αυτή τη συνέντευξη. Για να την κλείσουμε. 

Σ.Γ.:

Μα είναι πράγματα που τα έζησα ο ίδιος!