© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Η ιστορία ενός ανθρώπου γεννημένου το ’33
Κωδικός Ιστορίας
15340
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Δημήτριος Νικολούδης (Δ.Ν.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
04/07/2020
Ερευνητής/τρια
Χρυσούλα Πανταζή (Χ.Π.)
[00:00:00]Καλησπέρα! Μπορείς να μου πεις το όνομά σου;
Δημήτρης Νικολούδης του Νικολάου.
Βρισκόμαστε με τον Δημήτρη Νικολούδη στο Σκούταρι Σερρών, Νομός Σερρών. Εγώ είμαι η Πανταζή Χρυσούλα και είμαι ερευνήτρια στο Istorima, και είναι 5 Ιουλίου του 2020. Ξεκινάμε. Του πότε είσαι γεννηθείς;
Γεννηθείς το 1933, για την ακρίβεια 12/02/1933.
Θυμάσαι πόσα αδέρφια ήσασταν τότε;
Τότε, όταν γεννήθηκα, φυσικά είμαι ο πρώτος από τους –ήμαστε πέντε αδέρφια–, είμαι ο πρώτος από τους πέντε. Οι υπόλοιποι γεννήθηκαν μέχρι το ’39, μέχρι το ’47. Ο τελευταίος αδερφός ήταν το ’47, ο πέμπτος.
Εσύ όταν μεγάλωσες πήγες κανονικά σχολείο;
Τα παιδικά μου χρόνια τώρα, εγώ μικρός, δεν τα πολυθυμάμαι. Θυμάμαι μόνο στην Πρώτη τάξη ήμουν 6-7 χρονών τότε. Θυμάμαι την Πρώτη τάξη. Και μετά θυμάμαι για τη Δευτέρα τάξη που θα πηγαίναμε κηρύχτηκε ο πόλεμος το ’40 με τους Γερμανούς, οπότε σταμάτησα το σχολείο. Το ’41 έγινε η Κατοχή, η Ελλάδα, από τους Γερμανούς-Βουλγάρους. Από τον Απρίλιο του ’40 μέχρι το ’44 τον Οκτώβριο ήμασταν επί Κατοχή. Μεγαλώσαμε στην Κατοχή πέντε, τέσσερα-πέντε αδέρφια μεγαλώσαμε στην Κατοχή. Δεν είχαμε, φτώχεια, τίποτα δηλαδή παραπάνω. Πέραν από εκεί, το ’47, αφού έφυγαν οι Βούλγαροι, η Κατοχή –εγώ σαν δεν ξέχασα να πω, στην Κατοχή πήγα και δύο-τρία χρόνια σε βουλγάρικο σχολείο. Έμαθα, φυσικά, και τα βουλγάρικα, καλά τα είχα μάθει, αλλά να πω τα ξέχασα τώρα, φυσικά δεν τα θυμάμαι! Αφού τελείωσε η Κατοχή, και μετά το ’47, το ’45 ξεκίνησα πάλι στο ελληνικό σχολείο. Μέχρι το ’47 τελείωσα το Δημοτικό Σχολείο κανονικά, Έκτη τάξη. Το ’47, ’48, ’49, ’50 μεγάλωσα μέσα σε καφενείο. Ξέχασα να αναφέρουμε ότι πιο μπροστά ο πατέρας μου είχε καφενείο, ήταν καφετζής, καφενείο, και εγώ μεγάλωσα από το ’45, ’46, ’47 μέχρι το ’50 μες στο καφενείο, γκαρσόν. Εκεί μεγάλωσα μέχρι το ’50.
Τότε που είχε το καφενείο ο πατέρας σου, επί Κατοχής λειτουργούσε κανονικά το καφενείο;
Όχι, αυτό δεν το αναφέραμε. Επί Κατοχής το καφενείο το είχε σταματήσει. Του το πήραν οι Βούλγαροι, το δούλευε κάποιος Βούλγαρος τότε. Οπότε ο μπαμπάς μου ασχολήθηκε με τη γεωργική, τα χωράφια και τα τρεισήμισι-τέσσερα χρόνια. Ακριβώς τρεισήμισι χρόνια η Κατοχή διήρκησε εδώ σε εμάς. Το καφενείο το είχαν οι Βούλγαροι. Αφού τελείωσε είπαμε η Κατοχή, ξανά ο πατέρας μου πήρε το καφενείο, πάλι το ίδιο, και συνέχισε το καφενείο του μέχρι που πήρε και τη σύνταξή του. Βέβαια!
Μετά εσύ καθώς μεγάλωσες δούλευες στο καφενείο. Αργότερα τι έκανες;
Μέχρι το ’50 δούλευα. Είπαμε, τα παιδικά όλα τα μεγάλωσα μες στο καφενείο μέχρι το ’50. ’51-’52, εν τω μεταξύ, μεγάλωσαν και τα άλλα τα αδέρφια, οι πιο μικροί. Εγώ ήμουν ο πρώτος. Άρχισα να ασχολούμαι με τα χωράφια. Άρχισα να πάω στα χωράφια εδώ. Στο καφενείο πήγαινε ο δεύτερος, ο τρίτος. Εγώ πήγαινα στα χωράφια ’51, ’52, ’53...
Τι δουλειές κάνατε στα χωράφια;
..’54. Οργώματα, σκαλίσματα, ποτίσματα, θέρος με τα χέρια. Φυσικά, όλα γινόταν με τα χέρια τότε, δεν υπήρχαν εργαλεία. Τίποτε εργαλεία, όλα με το χέρι, χειρωνακτική δουλειά. Μέχρι το ’54-’55 ήρθα σε ηλικία, κατατάχτηκα στον στρατό, πήγα στον στρατό. Με κάλεσαν, πήγα στρατιώτης το ’55. Πήγα στην Κέρκυρα καταρχήν, δυο-τρεις μήνες στην Κέρκυρα, στο κέντρο εκπαιδεύσεως. Μετά από εκεί γυρίζω με απόσπαση στα Γιάννενα. Πήγα στη Σχολή Υπαξιωματικών εκεί [00:05:00]σαράντα μέρες. Μετά τις σαράντα μέρες, φεύγοντας εκεί από τη σχολή, πήγα στο 581 Τάγμα Πεζικού, πάλι στα Γιάννενα μέσα, το 581 Τάγμα. 81, ναι, 581 Τάγμα ήταν. Αφού έκανα κάνα δύο μήνες, ξαναπάω στη σχολή πάλι άλλες σαράντα μέρες. Την πρώτη, σαράντα μέρες που πήγα, γίναμε Υπαξιωματικοί Δεκανείς. Μετά από σαράντα μέρες ξαναπήγαμε πάλι άλλες σαράντα μέρες, γίναμε Λοχίες, πήραμε βαθμό! Εν συνεχεία, στον λόχο εκεί, στο τάγμα, ήμουνα Υπαξιωματικός. Σκοπιές το βράδυ, αλλαγές κάναμε. Εγώ ήμουνα σαν Υπαξιωματικός, έπρεπε το βράδυ να κάνω έφοδο. Υπήρχαν σκοπιές γύρω-γύρω από το στρατόπεδο κάθε βράδυ, κάθε μέρα. Δεν ήταν μόνο Υπαξιωματικός εγώ, ήταν και άλλοι. Με τη σειρά βγαίναμε, κάναμε έφοδο στις σκοπιές, αν όντως φυλάνε οι στρατιώτες εκεί στη σκοπιά. Εκεί έκανα μέχρι από τον... Πήγα, τον Οκτώβριο είχα πάει εκεί, Σεπτέμβριο-Οκτώβριο που πήγα στα Γιάννενα. Έφυγα τον Απρίλιο από εκεί, απ’ τα Γιάννενα. Εν τω μεταξύ, στα Γιάννενα τόσους μήνες που έκανα, ήρθα μια φορά από τα Γιάννενα στο χωριό μου. Με δεκαπέντε μέρες άδεια μόνο μια φορά. Επειδή ήταν μακριά, δεν μπορούσαμε εκείνα τα χρόνια. Φυσικά, δεν είχαμε και λεφτά εύκολα να έρθουμε. Ήρθα μια φορά με άδεια δεκαπέντε μέρες. Τον Απρίλιο φεύγω από τα Γιάννενα με απόσπαση και πάμε, με στέλνουν στην Κόρινθο. Πηγαίνοντας στην Κόρινθο, στον λόχο, η Κόρινθος ήταν μεγάλο στρατόπεδο, στον λόχο η διοίκηση, εκεί στον λόχο ήμασταν καμιά πέντε, έξι, επτά, δέκα. Μας συγκέντρωσε εκεί ο διοικητής. «Έλα εσύ, έλα εσύ, έλα εσύ. Εσύ», με λέει, «θα πας στο φρουραρχείο, στο Α2 στο φρουραρχείο». Σαν τύπου ΕΣΑΣ στο φρουραρχείο. Κάνω και έναν μήνα εκεί μέσα στην Κόρινθο στο στρατόπεδο, εκεί στην πόλη, με περιβραχιόνιο Α2, με Α2 περιβραχιόνιο. Από εκεί, αφού έκανα και έναν μήνα μέσα στην πόλη, με στέλνουν από εκεί στη γέφυρα στον Ισθμό, από απάνω. Δεν ξέρω αν πέρασες στον Ισθμό στη γέφυρα, πέρασες; Έκανα εκεί στη γέφυρα έξι μήνες. Έξι μήνες απάνω στη γέφυρα σαν αρχιφύλακας. Ήταν τρεις-τέσσερις στρατιώτες. Εγώ σαν λοχείας, μπαίνοντας από την Αθήνα στην Κόρινθο, από δεξιά, εμείς στη γέφυρα ήταν το φυλάκιο το δικό μας και από αριστερά είχαμε ένα φυλάκιο, οι χωροφύλακες ήταν. Και τι κάναμε εκεί; Εμείς σαν φρουραρχείο κάναμε έλεγχο στους στρατιώτες αν είναι αδειούχοι και τα λοιπά, αν είναι σκαστοί. Κάθε λεωφορείο που περνούσε το σταματούσαμε, ανέβαινε απάνω ένας στρατιώτης και έκανε έλεγχο στους στρατιώτες. Από εκεί τελικά, αφού έκανα έξι μήνες, ήρθε η σειρά μας να απολυθούμε Δεκέμβριος μήνας. Α, εκεί συγχρόνως έφαγα και δεκαπέντε μέρες φυλακή, εκεί στη γέφυρα, σαν αρχιφύλακας που ήμουνα. Είπαμε, τρεις-τέσσερις στρατιώτες, ήταν και άλλοι. Πέρασε τάχα μου ο Μέραρχος της μεραρχίας, ο διοικητής, η μεραρχία η οποία έδρευε στην Τρίπολη τότε –η μεραρχία ήταν στην Τρίπολη–, πέρασε στρατηγός και δεν είδε άνθρωπο σκοπό στην σκοπιά. Και έστειλε δεκαπέντε μέρες φυλακή στον Αρχιφύλακα, ο οποίος ήμουν εγώ και τις οποίες τις υπηρέτησα, δεκαπέντε μέρες. Και Λοχαγό είχα στο Α2, εκεί που πέθανε πέρυσι, πέθανε, Νικόλας Ντερτιλής, ο οποίος ήταν στο πραξικόπημα του Παπαδόπουλου. Ο Νικόλας Ντερτιλής πέθανε πέρυσι στη φυλακή. Ήταν ένας Ντερτιλής δύο μέτρα, Νικόλας Ντερτιλής, το μόνο που θυμάμαι, που τον θυμάμαι αυτόν.
Tέλος πάντων, υπηρέτησα και τις δεκαπέντε μέρες και πήρα το απόγευμα το απολυτήριο. Ανεβαίνω στο τρένο, κατεβαίνω στην Αθήνα στο τρένο, το τρένο στη Θεσσαλονίκη.[00:10:00] Όλη νύχτα, όλη μέρα! Παραμονή των Φώτων το ’57, παραμονή τα Φώτα ήρθα στα Σέρρας και περνούσε ο συχωρεμένος, ένας ξάδερφος δικός μου, που υπηρετούσε ακόμη αυτός, είχε ειδικότητα με το James, και ανέβηκα πάνω στο James και ήρθα στο χωριό. Ήταν παραμονή των Φώτων, την άλλη μέρα είναι τα Φώτα. Αυτή η δουλειά έγινε το ’57 είπαμε. ’57, ’58, ’59 ήμουν πάλι με το, συνέχισε το καφενείο ο μπαμπάς μου με τα άλλα τα αδέρφια μαζί. ’57, ’58, ’59 το ’60 το δούλευαν το καφενείο όλοι μαζί και μέχρι το ’60. Το ’61, το ’57, ’58 αρραβωνιάστηκα, ’61 παντρευτήκαμε, έγινε ο Νικόλας το ’62. Μέχρι το ’66 καθόμασταν στο πατρικό, έγινε και το δεύτερο παιδί, η Σμαρούλα, το κορίτσι, και το ’66 φύγαμε από το πατρικό και ήρθαμε εδώ που μένουμε τώρα. Το ’66, 1966. Εν ολίγοις, το ’66, η δεκαετία του ’66 ήταν λίγο δύσκολη για εμάς. Δηλαδή φύγαμε από εκεί, από το πατρικό, ήρθαμε εδώ, δεν είχαμε τίποτα. Εγώ άρχισα να δουλεύω στην ΑΓΕΤ, μια εταιρεία. Δούλευα, πήγαινα με ένα τρακτέρ αλλουνού, όχι δικό μας. Δούλεψα εκεί στην ΑΓΕΤ λίγο. Μετά έγινε άλλη εταιρεία εδώ σκαπανέα, δούλεψα και εδώ σκαπανέα. ’67, ’68, ’69 πήγα δυο-τρεις χρονιές με μια κομπίνα μαζί στα αλώνια, εγώ με το τρακτέρ και με πλατφόρμα πίσω, του ιδιοκτήτη το τρακτέρ, το κομπινέ. Δουλεύαμε στο αλώνι μέχρι το ’70. Το ’71, αφού έφυγα από εδώ, απ’ τη –εν τω μεταξύ, δούλεψα και ένα φεγγάρι εδώ, όταν έγινε το εργοστάσιο της ΣΕΚΟΒΕ, έγινε εδώ στο χωριό. Έγινε ένα εργοστάσιο τοματοπολτού στο χωριό. Δούλεψα και εδώ λίγο καιρό. Φύγαμε και από εδώ, πήγα σε έναν εργολάβο στην ΔΕΗ. Βάζαμε κολόνες στα χωριά με ένα Unimog δικό μου και με πλατφόρμα και μετέφερα πέντε-έξι άτομα προσωπικό και δουλεύαμε στη ΔΕΗ, στον εργολάβο. Εργολάβος, η ΔΕΗ είναι εργολάβος. Και έχω πατήσει όλα τα χωριά του Νομού Σερρών, δεν υπάρχει χωριό του Νομού Σερρών που να μην έχω πάει μέχρι το ‘80. Μέχρι το ‘80. Σταμάτησα από την εργολαβία το ’80. Ασχολήθηκα μετά –τα παράτησα εκεί με την εργολαβία–, με τα χωράφια. Πήγαινα με το τρακτέρ αυτό που έχουμε τώρα, καλαμπόκια, βαμβάκια, ντομάτες, γεωργικά προϊόντα, τριφύλλια, μπάλες, τα πάντα. Μέχρι που πήρα τη σύνταξη. Από το ’80 μέχρι το ’98 έκανα αγροτική δουλειά. Πήραμε τη σύνταξη το ’98 και από το ’98 και μετά μας ταΐζει το κράτος τζάμπα! Και καθόμαστε και μας ταΐζει το κράτος τώρα, χωρίς να προσφέρω τίποτα.
Να σε ρωτήσω...
Παράλληλα, εδώ είχαμε και δεκαπέντε ζώα στην αυλή μέσα. Και ζώα είχαμε και γάλα παραδίδαμε. Απ’ το ’70 και μετά δηλαδή, αφού σταμάτησα την εργολαβία, από το ’80 και μετά είχαμε και ζώα εδώ πολλά. Και γάλα παρέδινα στον γαλατά με μηχανή αρμεκτική, όλα.
Να σε ρωτήσω...[00:15:00]
Ναι.
Θυμάσαι τότε που είχατε και τα ζώα εδώ πέρα, είχατε αγελάδες. Ποια ήταν η καθημερινότητά σου δηλαδή, τι έκανες; Ξυπνούσες το πρωί και τι έκανες, θυμάσαι; Τι ήταν το πρώτο πράγμα;
Το πρωί έπρεπε να σηκωθούμε να πάμε στα ζώα. Να πάμε να τα καθαρίσουμε, να μαζέψουμε τις κοπριές, να τα δώσουμε την τροφή να φαν. Αν είχε άρμεγμα, έπρεπε να τα αρμέξουμε, γιατί μπορεί όλο τον χρόνο να μην ήταν. Συνήθως, όλο τον χρόνο είχαμε γάλα. Πότε τα δύο, τα τρία θα γεννούσαν, πότε τα τέσσερα. Και έτσι όλο τον χρόνο υπήρχε γάλα. Θα φάμε στο τραπέζι, θα αρμέξουμε, θα δώσουμε το γάλα στον γαλατά που το πήγαινα, το συγκέντρωνε σε ένα μέρος. Παλιότερα περνούσε από εδώ και ο γαλατάς ο ίδιος και το μάζευε, αλλά μετά αρχίσαμε να το πηγαίνουμε εκεί στην παγολεκάνη που υπήρχε να τα παραδώσουμε.
Εσείς το πουλούσατε το γάλα τότε; Δηλαδή παίρνατε λεφτά από αυτό;
Το παραδίδαμε το γάλα στον γαλατά. Με ποια τιμή, τώρα δεν θυμάμαι πόσο ήταν, 70, 80, 100 δραχμές τότε; Πόσο ήταν; Και κάθε μήνα ο γαλατάς σε πλήρωνε. Συμπλήρωνες έναν τόνο γάλα; Από 100 δραχμές κάνει τόσο. Σε πλήρωνε κάθε μήνα. Αυτό ήταν η πληρωμή.
Πιο παλιά θυμάσαι άμα αγοράζατε πράγματα ή αν τα ανταλλάσσατε μεταξύ σας; Δηλαδή άμα δίνατε εσείς το γάλα και σας έδιναν κάτι άλλο; Θυμάσαι αν πληρώνατε κανονικά με λεφτά; Πώς ήταν τότε;
Πολλοί ήταν τότε... Υπήρχε ένας γαλατάς, εμείς δεν προλάβαμε να πάμε σε αυτόν. Τον πήγαινες το γάλα εκεί και, αντί να σε δώσει λεφτά, σε υποχρέωνε να πας να ψωνίσεις. Είχε παντοπωλείο αυτός και σε υποχρέωνε να πας να ψωνίσεις, οπότε ψώνιζες από εκεί. Σε έδινε και ορισμένα χρήματα, αλλά παραπάνω να ψωνίζεις κοίταζε αυτός. Να βγάλει και από εκεί.
Ήθελα να σε ρωτήσω και πριν, εσύ έχεις ζήσει και τη Χούντα εδώ πέρα όταν έγινε.
Ναι.
Θυμάσαι πώς ήταν εδώ πέρα όταν ανακοινώθηκε; Πώς αισθανθήκατε εσείς, τι έγινε;
Η Χούντα όταν έγινε θυμάμαι εδώ το... ’67;
Ναι.
’67, το ’66 δουλεύαμε, το ’67 είχα και όπλο. Ήμουν Μάυς, δηλαδή, πώς το λένε, φρουρά εδώ. Και θυμάμαι ήμουν στο [Δ.Α.] και ήρθα εδώ και άρχισαν να φωνάζουν από τα μεγάφωνα και τα λοιπά και πήρα το όπλο και πήγαμε στην κοινότητα να δούμε τι γίνετε. Γιατί ήμασταν Μάυδες, φυλάγαμε. Αυτή η δουλειά το ’67. Αυτό το θυμάμαι δηλαδή.
Πώς νιώθατε τότε που το ακούσατε; Πώς νιώσατε όταν το ακούσατε;
Πολύ-πολύ δεν... Εμείς μπουνταλάδες ήμασταν, δεν ξέραμε από, πώς το λένε αυτό, από κατοχές, από δικτατορίες. Από δικτατορίες δεν καταλάβαινα πολύ. Έγινε δικτατορία. Άμα είσαι τώρα το ’67, δεν τολμούσες να πεις τίποτα, ούτε για πολιτικό, ούτε για τον πρωθυπουργό, ούτε για κανέναν μπορούσες να μιλήσεις. Τσιμουδιά! Τι να κάνουμε; Αυτό ήταν. Μετά, αφού τελείωσε, άσε, όλη τη Δικτατορία σχεδόν δούλευα εγώ για το...
Πώς ήταν τότε η οικονομία; Είχατε εδώ πέρα σαν χωριό, πώς ήσασταν;
Κάπως καλύτερα ήτανε, ήταν καλύτερα τώρα η Δικτατορία. Δάνειο πήραμε, κάναμε την αποθήκη. Δίναν δάνεια. Κάναμε την επέκταση εκεί, του Παχουλούδη εκεί τον στάβλο, τον μεγάλωσε λίγο παραπάνω. Υπήρχαν και δουλειές. Πρώτα-πρώτα, υπήρχαν δουλειές. Όλη εκείνη την εποχή από εκεί της Δικτατορίας δουλειές υπήρχαν. Από εδώ δούλευαν, τότε πηγαίναμε στον εργολάβο που δούλευε, δεκαπέντε παιδιά δούλευαν από εδώ την περίοδο της Δικτατορίας, εφταετία. Και όταν έγινε το ’74 η επαναφορά, τέλος πάντων, της δημοκρατίας, δουλεύαμε στην Ηράκλεια, σε ένα χωριό, και περνάει κάποιος από εκεί, μας λέει: «Τι κάνετε εδώ;», «Δουλεύουμε», «Ρε, πόλεμο έχουμε, δεν ακούσατε τι γίνεται; Πόλεμος κηρύχτηκε, πόλεμος!»,[00:20:00] λέει. Τότε με το ’74 για! Τα μαζεύουμε από εκεί. Βλέπαμε τα χωριά, κόσμος! Τότε επί [Δ.Α.] πήγαμε στρατιώτης, αλλά εγώ ήμουν, δεν με έπιασε εμένα δηλαδή η μπόρα για να πάω έστω είκοσι, τριάντα, σαράντα μέρες. Αυτό το θυμάμαι καλά. Το ’74 ήμασταν σε ένα χωριό που δουλεύαμε που κηρύχτηκε, που γύρισε ο Καραμανλής. Αυτά τα ολίγα.
Να σε ρωτήσω, πέρα από τη Χούντα, ρε παιδί μου, αυτά τα χρόνια που ήτανε, όταν είπες ότι ήσασταν παλιά εσείς εδώ πέρα στο χωριό, είχατε και τους Βούλγαρους, σωστά;
Ναι.
Πώς ήταν τότε; Θυμάσαι εσύ καθόλου σαν παιδί εδώ πέρα αν κυκλοφορούσατε έξω, πώς κυκλοφορούσαν τα παιδιά; Φοβόσασταν καθόλου; Υπήρχε εδώ αστυνομία στο χωριό κάπως να σας...;
Όταν ήταν οι Βούλγαροι εδώ Κατοχή, φυσικά φοβόταν τα παιδιά, ούτε τολμούσες να βγεις έξω. Πρώτα απ’ όλα, είπαμε το βράδυ απαγορευόταν να βγεις έξω, πού θα βγεις έξω; Δηλαδή εμείς σαν παιδιά τώρα βγαίναμε έξω αλλά μέχρι με τον ήλιο. Από εκεί... Μες στην Κατοχή είχαμε και έναν Βούλγαρο χωροφύλακα στο σπίτι εκεί το πατρικό που είχε ένα κοριτσάκι, τη θυμάμαι. Είχε αρρωστήσει αυτό και πέθανε, γιατί πέθανε τώρα; Πήγε ο Βούλγαρος στον Μπούρα, στο μαγαζί εδώ που καθόταν, είχε έναν γιατρό και πήγε ο Βούλγαρος ο χωροφύλακας με το πιστόλι και πυροβολούσε, τον γιατρό ήθελε να σκοτώσει. Πέθανε το κοριτσούδι, ήταν μικρό, 7, 8, 10 χρονών; Πόσο ήταν τότε; Θυμάμαι εκείνο το γεγονός, δηλαδή, της Κατοχής. Είπαμε, Κατοχή ήταν, δεν μπορούσες να βγεις έξω, ειδικά οι μεγάλοι. Τώρα άσε παιδιά, εντάξει, αλλά οι μεγάλοι, πού να βγεις έξω; Ήταν οι ντόπιοι Βούλγαροι εδώ, είχε καμιά εικοσαριά οικογένειες. Οι οποίοι, εδώ το χωριό εγκαταστάθηκε, ήρθε το 1924 εδώ το Σκούταρι, ήρθε το 1924 με την ανταλλαγή τότε. Και όταν ήρθαν εδώ, βρήκαν καμία εικοσαριά οικογένειες, οι ντόπιοι λεγόμενοι, βουλγαρόφωνοι ήταν, οι οποίοι ήξεραν τα Βουλγάρικα. Και όταν ήρθε η Κατοχή και ήρθαν Βούλγαροι εδώ, όλοι ήταν γραμμένοι Βούλγαροι. Και αυτοί γυρνούσαν με τα όπλα μαζί με τους Βουλγάρους στρατιώτες μαζί, αυτοί γυρνούσαν μαζί.
Έλληνες, δηλαδή, εδώ πέρα στρατιώτες ήτανε στην περιπολία;
Ναι, Έλληνες. Αλλά είπαμε ντόπιοι, οι οποίοι οι Σκουταριανοί τους βρήκαν εδώ, γεννημένοι αυτοί εδώ, Μακεδόνες οι λεγόμενοι, Μακεδόνες, Βούλγαροι. Βουλγαρόφωνοι, Σλάβοι. Και οι οποίοι γράφτηκαν Βούλγαροι, ήταν Βούλγαροι μεν. Είπαμε, εδώ το χωριό εγκαταστάθηκε το 1924, πιο μπροστά δεν είχε.
Τότε θυμάσαι καθόλου τι τρώγατε; Αν είχατε έτσι, τι υλικά τρώγατε τότε, θυμάσαι καθόλου;
Κοίτα, καλά τότε ήμασταν πέντε παιδιά. Στην Κατοχή τρώγαμε σε ένα ταψί μέσα, είτε τραχανάς ή οτιδήποτε φαγητό ήτανε. Άσε, εμείς είχαμε τότε και τραπέζια λίγο-πολύ, επειδή ο μπαμπάς μου ήταν μπακαλική, ήταν καφετζής και τα λοιπά, ήταν λίγο επαγγελματίας, δεν ήταν πολύ αγροτικό σπίτι, και τρώγαμε, ας πούμε. Αλλά τρώγαμε στο ταψί μέσα τέσσερα-πέντε όταν ήμασταν, στην Κατοχή ήμασταν τέσσερα. Μετά έγινε ο πέμπτος. Όλοι μαζί τρώγαμε από κει, απ’ το ίδιο πιάτο, από το ίδιο ταψί. Δεν υπήρχαν, δεν υπήρχε ζάχαρη. Δεν μπορούσες, πρώτα-πρώτα δεν μπορούσες, παραγωγή ό,τι έβγαζες στάρια να τα κρατήσεις, τα έπαιρναν οι Βούλγαροι. Όσο στάρι και να έβγαζες σε άφηναν ένα μέρος απ’ την παραγωγή σου, το υπόλοιπο το έπαιρναν. Και κανένα γουρούνι αν είχαν έσφαζαν, κρυφά όλα. Το έσφαζαν κρυφά, τα έκρυβαν αυτά μπουντρούμια μέσα και στάρι πολύ έκρυβαν, στάρι δηλαδή το έκρυβε. Έκαναν ένα στην αυλή ή στο σπίτι μέσα έναν λάκκο εκεί με ένα βαρέλι μέσα και το γέμιζε για να οικονομήσει στάρια μόνο. Δεν σε άφηνε όλα, το έπαιρναν οι Βούλγαροι.
Θυμάσαι καθόλου εδώ πέρα να έχει καθόλου αντάρτες το χωριό ή να υπάρχουνε άνθρωποι τέτοιοι;
Αντάρτες στην Κατοχή του εμφυλίου[00:25:00] πολέμου εδώ, αντάρτες δεν ήρθαν στο χωριό μας. Δηλαδή λόγω του ότι ήταν μακριά από τα βουνά, είναι μακριά από τα βουνά, δεν τους έπαιρνε ο χρόνος τη νύχτα για να έρθουν. Είχαμε κάνα δυο-τρεις από εδώ οι οποίοι έφυγαν στο αντάρτικο, αλλά δεν έκαναν ζημιά στο χωριό αυτοί, δεν... Κάνα δυο σκοτώθηκαν. Ένας έζησε κάμποσα χρόνια εκεί, επαναπατρίστηκε, ήρθε εδώ. Απ’ το αντάρτικο και μετά ήρθε εδώ. Αλλά αντάρτες δεν πάτησαν εδώ στο χωριό μας. Δηλαδή αν έρχονταν αυτοί που έρχονταν, οι ντόπιοι, οι τοπικοί που έφυγαν κάνα δυο-τρεις, και ερχόταν εδώ τα βράδια, δεν έκαναν κακό, δεν πείραξαν κανένα.
Καθόλου μαυραγορίτες θυμάσαι να έχει εδώ;
Μαυραγορίτες, από εδώ μαυραγορίτες περνούσαν, από εδώ απ’ τα Σέρρες. Ειδικά τότε έλειπαν πολύ τα ζαχαρικά, οι καραμέλες, ζάχαρη έλειπε πάρα πολλή. Έπαιρνε από εδώ με το κάρο και περνούσαν τον Στρυμόνα. Τώρα ήταν συνεννοημένοι με εκείνο το φυλάκιο και από εκεί με τους Βουλγάρους; Τι έκαναν, μαύρη αγορά έκαναν. Από εδώ τα έπαιρναν και τα περνούσαν απέναντι. Πέρα από τον Στρυμόνα ήταν οι Γερμανοί, Έλληνες, Γερμανοί ήταν από εκεί, από πάνω απ’ τον Στρυμόνα. Έπαιρναν ζώα από εδώ, τα έπαιρναν, τα έκλεβαν τα ζώα και τα πήγαιναν, τα περνούσαν πέρα από το... Μαύρη αγορά. Τότε ήταν φτώχεια. Άσε, η Κατοχή που ήταν φτωχιά, μπορεί για ένα κομμάτι ψωμί να έδινες μια περιουσία ολόκληρη. Κατά το ’41-’42 πολλή φτώχεια έπεσε πέρα απ’ το Γερμανία. Για ένα κομμάτι ψωμί μια ραπτομηχανή, οτιδήποτε. Ένα δικό σου το έδινες για να πάρεις ένα κομμάτι ψωμί, δεν υπήρχε, φτώχεια. Εδώ αλλιώς ήταν, τα χωριά εδώ ήταν αλλιώς, αλλά πέρα από εκεί οι Γερμανοί ήταν πιο δύσκολα. Εκεί επικρατούσαν οι ΠΑΟτζήδες, οι Γερμανοί με τους αντάρτες. Οι αντάρτες έβγαιναν στο βουνό, οι ΠΑΟτζήδες οι γερμανόφιλοι, οι ΠΑΟτζήδες λεγόμενοι ήταν γερμανόφιλοι, είχαν διαμάχες μεταξύ τους εκεί. Κάνα δυο δικοί μας τους σκότωσαν, ήταν ΠΑΟτζήδες, τους σκότωσαν οι αντάρτες όταν πιάστηκαν οι ΠΑΟτζήδες, μετά την απελευθέρωση.
Αυτούς γιατί τους σκότωναν τότε;
Γιατί; Γιατί ήταν γερμανόφιλοι, αυτοί ήταν ΠΑΟτζήδες, είπαμε, ήταν με το μέρος των Γερμανών. Οι άλλοι ήταν στα βουνά κυνηγημένοι, οι αριστεροί. Και όταν απελευθερώθηκαν, έφυγαν οι Γερμανοί και τους έπιασαν όλους τους ΠΑΟτζήδες, τους μάζεψαν. Τους έπιασαν στη Θεσσαλονίκη, στον δρόμο χειροπέδες δεμένοι. Κάνα δυο τους σκότωσαν εκεί, τους σκότωσαν. Αντιδικίες γιατί οι ΠΑΟτζήδες κυνηγούσαν τους αριστερούς, οι αριστεροί κυνηγούσαν τους ΠΑΟτζήδες. Έτσι, υπήρχε μια βεντέτα μεταξύ των ΠΑΟτζήδες και των αριστερών, στο Φυτόκι, στα χωριά εκεί, Δημητρίτσι. Με ντόπιους δεν είχαμε καθόλου σχέσεις τώρα.
Εδώ πέρα εσείς οι ντόπιοι στο χωριό με τους Βούλγαρους είχατε καθόλου σχέση; Εδώ στο χωριό.
Δεν είχαμε. Είπαμε, όταν ήρθαμε εδώ τους βρήκαν αυτούς εδώ, το ’24. Μέχρι το… Δεν είχαμε πάρε-δώσε, πάρε με τους ντόπιους, οι Θρακιώτες που ήρθαν εδώ. Μετά που, ο πρώτος που, κοπέλα που πήρε Βούλγαρο ήταν... Ποια χρονιά ήταν; Πολλά χρόνια μετά. Δεν είχαμε τόσα πάρε, αλλά τώρα όλοι ανακατευτήκαμε. Όλα τα παιδιά, και τα κορίτσια και τα παιδιά όλα μαζί είναι ένα. Δεν χωρίζουν τώρα, δεν χωρίζει κανένα τώρα. Ναι, από τον Δημήτρη τώρα οι ντόπιοι με τα κορίτσια όλα μαζί! Τότε υπήρχε, πού Βούλγαρος; Δεν μπορούσε να κάνεις παρέα με τον Βούλγαρο.
Τότε, όταν εσύ ήθελες να παντρευτείς, παλιά όταν παντρεύτηκες, πώς ζητούσες μια γυναίκα; Πώς γινόντουσαν τότε οι γάμοι, θυμάσαι; Εσύ ο ίδιος πώς διάλεξες τη νύφη σου;
Πώς τη διάλεξα; Πώς τη διάλεξα;
Συνοικέσια υπήρχανε τότε;
Εγώ, βόλτα γινόταν. Βόλτα, κορίτσι μου, πάνω στον δρόμο, μέχρι τον μήλο απάνω τον[00:30:00] καινούριο, βόλτα μέχρι όσο να βασιλέψει ο ήλιος. Μετά κατέβαιναν κάτω. Βόλτα, συζητούσαν, στα σπίτια γινόταν παρέες, μαζεύονταν τα κορίτσια, πήγαιναν τα παιδιά από τα παράθυρα και σούξου μούξου εκεί γινόταν. Έτσι γινόταν. Προξενιά και προξενιές πιο παλιά με προξενιό. Αλλά μετά ας πούμε λίγο τα πράγματα, άρχισαν οι βόλτες και τα λοιπά, στα παράθυρα πήγαινες, έρχονταν.
Εσύ θυμάσαι πώς ζήτησες τη νύφη σου; Πώς, θυμάσαι καθόλου;
Πώς;
Πώς ζήτησες τη γυναίκα σου, πώς πήγες;
Πώς τη γνώρισα;
Ναι.
Τη γνώρισα, φοβόταν να με πάρει η γυναίκα μου. Φοβόταν να με πάρει. Είχα ένα πρόβλημα εγώ, αλλά να μην το αναφέρω. Το ξέρεις, δεν το ξέρεις για! Να το πω! Εγώ σαν παλικάρι είχα και σχέσεις με τα κορίτσια, με μία, με δύο φιλενάδες. Ήμουν από τα τέσσερα-πέντε παλικάρια του χωριού πιο... Ναι! Και μια δόση, αυτή η δουλειά είναι πριν πάω στρατιώτης, 21 χρονών τώρα, 20 χρονών, 21 χρονών. Ακούγεται ότι θα αρραβωνιαστώ μια φιλενάδα που είχα, μια γκόμενα την είχα, που είχαμε σχέση μαζί και μια άλλη που είχα, πάλι την άλλη, έμαθε ότι θα αρραβωνιαστώ εγώ, τάχα μου θα χάσει το κελεπούρι, αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Πήρε κάτι χάπια, ξέρω ’γω τι πήρε. Χάπια πήρε, ασπιρίνες πήρε; Τέλος πάντων, την πρόλαβαν, ξέρω ’γω τι έγινε. Εγώ θυμάμαι ήμουν στο σπίτι εκεί στο πατρικό καλοκαίρι, καλοκαίρι καιρός ήταν, στο ντιβάνι ξαπλωμένος. Έμαθα το γεγονός ότι έτσι, έτσι κι έτσι. Με βάζουν στα δύο στενά εμένα να με αρραβωνιάσουν με το ζόρι. Θυμάμαι ήταν και μια Χρυσή από την Κομοτηνή, η θεία μου, εδώ εκείνον τον καιρό, εκείνο το καλοκαίρι και λέω: «Θα την πάρω». Τώρα ο μπαμπάς της αυτής τάχα ήταν ένας ΠΑΟτζής. Και αυτός, ένας από πέρα που ήταν ΠΑΟτζής εδώ ήταν τότε, με απείλησε τάχα να μην με σκοτώσουν, μην με κάνουν. Λέω: «Θα την πάρω και θα την παρατήσω», λέω, «αργότερα θα την παρατήσω». Και όπως έγινε. Αρραβωνιάζομαι καλοκαίρι Ιούλιος μήνας, Ιούνιος-Ιούλιος. Ναι, Ιούλιος-Ιούνιος, Ιούλιος, Αύγουστος, Σεπτέμβριος... Ιούλιος ήταν. Μέχρι το ’55 τον Γενάρη. Μέχρι το ’55 τον Δεκέμβρη μήνα, τέλει Δεκεμβρίου. Μια ωραία πρωία το ‘55, πρωτομηνιά, παίρνω ένα ποδήλατο και μια βαλίτσα και φεύγω από εδώ, πάω στα Σέρρας. Ανεβαίνω στο τρένο και φεύγω στη Δράμα και πάω στην Κομοτηνή. Δραπετεύω από εδώ για τέσσερις μήνες. Έφυγα από εδώ, πήγα στην Κομοτηνή. Ιανουάριος, Φεβρουάριος, Μάρτιος, Απρίλιος, τέσσερις μήνες και στις 5-6 του Μάη ήρθα εδώ, από την Κομοτηνή ήρθα εδώ. Με πιάνουν πάλι εδώ, τα παιδιά φεύγαν στρατιώτες εκείνη την, 5-10 του μηνός φύγαμε φαντάροι. Με πιάνουν πάλι πάνω στην κοινότητα τάχα να με στεφανώσουν με το ζόρι. Είναι περιπέτεια μεγάλη! Τέλος πάντων, δεν έγινε τίποτα. Τα παιδιά έφυγαν όλα στρατό. Με αφήνουν παίρνω και εγώ το αστικό μονάχος, πάω σταθμό, ανεβαίνω στο τρένο[00:35:00] και εγώ τους βρήκα τους υπόλοιπους στη Θεσσαλονίκη. Από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα και καταλήξαμε στρατιώτες. Αυτή η περιπέτεια ήταν το ’55. ’55-’56 απολυθήκαμε και όπως είπαμε η συνέχεια. ’56-’57 ήρθα εδώ. Τα κορίτσια άρχισαν να φοβούνται να με πλησιάσουν τώρα εμένα λόγω του ότι είχα το πρόβλημα αυτό.
Επειδή δεν ήθελες την άλλη την κοπέλα;
Ναι.
Εντάξει, δεν ήταν και πρόβλημα! Τότε ήταν πρόβλημα το αν δεν έπαιρνες το προξενιό σου;
Ναι. Γιατί την παράτησα και έφυγα και σε λέει τώρα αυτός... Αυτή εν τω μεταξύ, όταν απολύθηκα και μετά, μας έκαναν μηνύσεις, έγινε δικαστήριο, πληρώσαμε κάποια λεφτά τότε. Πέρασε και ύστερα αποφάσισε η γιαγιά το ’58. Γνωριστήκαμε πιο μπροστά, αποφάσισε για αρραβώνα και έγινε η δουλειά. Και το ‘61 παντρευτήκαμε.
Εσύ τότε την άλλη την είχες παντρευτεί;
Όχι.
Δικαστήρια πώς σε έκανε;
Ε να, γιατί την είχα αρραβωνιαστεί και την παράτησα. Γιατί την παράτησα.
Ναι.
Ναι, για αυτό. Με έκανε δικαστήριο.
Μάλιστα, ωραία! Εγώ σε ευχαριστώ πολύ για όλα αυτά που μας είπες.
Ναι, έτσι είναι τώρα. Αυτά έγιναν όλα, τα θυμάμαι. Άλλο τίποτα άμα θες να με ρωτήσεις.
Εκτός από το μαγαζί που είχατε τότε παλιά, έκανες κάποια άλλη δουλειά με τον πατέρα σου, τίποτα;
Ναι, πάλι μαζί με τον πατέρα μου συγχρόνως το καφενείο το είχαμε εκεί. Έκανε και ένα στο πατρικό σπίτι, κάναμε ένα εξοχικό κέντρο. Είχαμε μια οικοδομή και κάναμε ένα κέντρο που το ονομάσαμε «Συνάντηση». Και πράγματι, ένα καλοκαίρι, δύο καλοκαίρια, τρία καλοκαίρια δούλευε καλά με γραμμόφωνο. Συνάντηση με γραμμόφωνο, με ένα χωνί μεγάλο. Ακουγόταν μέχρι στον Μπαλκούζη, εκεί πέρα τον μήλο απάνω. Είναι ακριβώς που είναι τώρα του Νικολάκη το μαγαζί.
Θυμάσαι καθόλου τι μουσικές ακούγατε τότε στο μαγαζί;
Κάτι παλιά τραγούδια που λέγονται τώρα... Πώς δεν τα θυμάμαι; Όλα τα θυμάμαι. Τώρα όσα ακούω τα θυμάμαι, κάτι δημοτικά, κάτι παλιά αυτά τραγούδια του Τσιτσάνη και πιο παλιά τραγούδια. Πώς τα λένε κάτι τραγούδια, ρε παιδί μου; Δεν μπορώ να τα θυμηθώ.
Τότε χορεύατε και με τις κοπέλες μαζί; Επιτρέπονταν να χορεύεις εδώ πέρα έτσι με τις γυναίκες; Ή ήταν ξεχωριστά οι άντρες, ξεχωριστά οι γυναίκες;
Με το μαντίλι. Εκεί γίνονταν χοροί πιο μπροστά. Άσε, μετά την Κατοχή οι χοροί που γινόταν εδώ των Αποκριών, μετά την Αποκριά, μέχρι να έρθουν οι Αποκριές, γινόταν χοροί και τώρα σταματάν οι χοροί. Ο χορός γινόταν όλο με το μαντίλι, να πας να πιάσεις. Ο χορός στα κορίτσια αν είναι με το μαντίλι, με το μαντίλι την πιάνεις. Μόνο το χέρι πού να το πιάσεις; Τέλος πάντων, μετά από εκεί όταν το εξοχικό, όταν κάναμε εδώ, ήταν, χόρευαν. Και θυμάμαι στον Σκατέλα που ήταν το... Ναι, «Άσ’ τα τα μαλλάκια σου», δεν χόρευαν αγκαλιαστό; Πώς δεν χορεύαμε! Δεν είχαμε σχέση με τα κορίτσια που χορεύαμε;
Λειτουργούσε μέχρι αργά αυτό το μαγαζί;
Μέχρι αργά για, ποια ώρα τώρα; Αλλά με γραμμόφωνο, δεν υπήρχαν το ραδιόφωνο, δεν υπήρχαν. Ούτε ραδιόφωνο ούτε τίποτα. Μετά καλά δούλεψε ένα μαγαζί πάλι. Τότε είχαμε παντρευτεί εμείς το ’62-’63 που δούλευε, που ήταν το Τουρκάκι με το ακορντεόν που ερχόταν, που είναι του Καστέλο τα κτίσματα, αντίκρυ στο κρεοπωλείο, απέναντι που είναι. Πήρε ένα μαγαζί, το δούλευαν τότε ο Βασίλης με τον Χρήστο, συγχωρεμένοι, πάρα πολλή δουλειά. Δηλαδή μετά από το εξοχικό που είχα κάνει, τα είχα παρατήσει αυτά. Λέμε τώρα για ’62, ’63, ‘61, ’62, [00:40:00]’63. Η γιαγιά ζύμωνε δυο-τρεις φορές ψωμί να προλάβουμε εκεί και δούλευε πάρα πολύ. Ερχόταν ένα παιδί Τουρκάκι λεγόμενο, το έλεγαν Τουρκάκι, «Εδώ είναι το Τουρκάκι!». Με ακορντεόν έπαιζε, πάρα πολύ ωραίο το ακορντεόν. Κόσμος να! Θυμάμαι δούλευε πάρα πολύ εκείνα τα χρόνια με το ακορντεόν του το Τουρκάκι. Είχαν και άλλα μαγαζιά. Εκεί στη γέφυρα, στου Πεπέ τη γέφυρα, απέναντι του Πεπέ, του άλλου το άδειο το οικόπεδο, του Τζουμαρίδη, εκεί ένα εξοχικό κέντρο είχε, δούλευαν και εκεί, πήγαιναν τα κορίτσια χόρευαν εκεί. Ο Τζουμαρίδης ο συγχωρεμένος το είχε με τον Βεράν. Μετά άρχισαν βγήκαν τα ραδιόφωνα, άλλαξαν τα πράγματα. Άλλο;
Εσείς καθόλου εδώ πέρα στο χωριό αμάξια, τέτοια είχατε όλοι εδώ πέρα; Πώς κυκλοφορούσατε στους δρόμους;
Εδώ τα αμάξια άρχισαν να κυκλοφορούνε... Πότε ρε Χρυσούλα; Ένα αυτοκίνητο, δύο αυτοκίνητα είχε μέχρι το ’50, δύο αυτοκίνητα, δύο οδηγοί δηλαδή. Πού και αυτοκίνητα; Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Ένα είχε ένας Ματσήγκας τάχα μου, ένα σαν ταξί που το είχε, δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, Ι.Χ. δεν υπήρχαν. Πιστεύω…
Στην πόλη εδώ κοντά πώς πηγαίνατε πριν τα αυτοκίνητα;
Εγώ με το αλογόκαρο στο καφενείο εκεί που δούλευα, στα χρόνια εκείνα, με το αλογόκαρο πήγαινα στα Σέρρας και ψώνιζα για την μπακαλική. Είχαμε και μπακαλική στο καφενείο μέσα, μπακαλική και κρεοπωλείο μέσα, εκεί του μπαμπά μου το μαγαζί που είχε. Και κρεοπωλείο και παντοπωλείο και καφενείο, όλα μαζί τσούρμο! Εγώ πήγαινα με το αλογόκαρο, ψώνιζα από τα Σέρρας με τα αλογόκαρα. Βόδι, κάρα, όλα με τα κάρα πήγαιναν στις Σέρρες, δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Πότε ήρθαν τα αυτοκίνητα; Μετά το ’65 άρχισαν να κυκλοφορούν τα αυτοκίνητα. Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, πιο αυτοκίνητο;
Και άμα αρρώσταινε κάποιος εδώ πέρα στο χωριό;
Να, είπαμε, υπήρχε ένας, υπήρχε ο Λυκάς ο Τσαφλιάκης. Αυτός είχε ένα αυτοκίνητο, ο Τσαφλιάκης ο Κωνσταντής, Τσαφλιάκηδες αυτοί. Ένα αυτοκίνητο είχε, ο Λυκάς ένα αυτοκίνητο είχε, μια μηχανή μοτοσικλέτα. Τον έναν τον έπαιρνες για να πας. Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Αν κινδύνευε κανένας, υπήρχε ένας γιατρός εδώ. Όχι αγροτικός, με κοντότα πλήρωνες εκεί, πόσο πλήρωνες, ξέρω ’γω, να εκεί στον Τερζή. Οι γέννες έπρεπε να... Αν κινδύνευε καμιά, όλες οι γυναίκες, δύο μαμές είχε εδώ. Πού νοσοκομεία τότε; Είπαμε, φτωχά χρόνια. Μέχρι τη δεκαετία, η ανάπτυξη άρχισε μετά το ’65-’70. Μέχρι το ’70 ήταν μαύρα χρόνια. Και εμείς τη δεκαετία του ’70, του ’60 την περάσαμε φτωχά δηλαδή. Εδώ που ήρθαμε, το ‘66 που ήρθαμε εδώ, είχα ασχοληθεί με μια πριονοκορδέλα, κάνα δυο χρόνια δούλεψα μια πριονοκορδέλα. Κάποιος την είχε παρατήσει, την ανέλαβα εγώ, το χρέος το ανέλαβα κάνα δυο χρόνια. Δεν πήγαινε η δουλειά καλά, την παράτησα εκείνη. Ύστερα, μπλέξαμε τα τρακτέρ με την κομπίνα. ’67-’68 πήγαινα στις δουλειές με τις εταιρίες, μέχρι το ’70. Η δεκαετία του ’60 δηλαδή ήταν για εμάς φτωχιά. Ενώ οι άλλοι που δούλευαν το μαγαζί έπαιζαν με τα λεφτά και εμείς ήμασταν ρέστα. Εδώ είχαμε μια αγελάδα, ξενοδουλεύαμε και μετά ας πούμε το ’70 άρχισε η ανάπτυξη η πολλή. Περίσσεψαν και τα ζώα, περίσσεψαν, πήραμε και το τρακτέρ και δουλέψαμε καλύτερα. Δουλεύαμε της γιαγιάς τα χωράφια, τα δικά μου, πόσα είχαμε. Δουλεύαμε τις γιαγιάς τα χωράφια 5, 10, 20 στρέμματα. Με αυτά τα χωράφια μεγάλωσαν τα παιδιά, με αυτά σπούδασαν.
Το σπίτι εδώ πέρα εσείς το αγοράσατε;
Αυτό το σπίτι, τα τούβλα τα κόψαμε εδώ. Ο Βασίλης ο χασάπης, η Κούλα, η μαμά, εγώ δεν πήγα εγώ. Τέλος πάντων, όλοι μαζί εδώ σε ένα χωράφι που είχαμε κόψαμε τούβλα, κάναμε... Μόλις κόψαμε τα τούβλα, καμίνι, τα ψήσαμε και κάναμε τα τούβλα δηλαδή μόνοι, τα δουλέψαμε μόνοι μας. Ύστερα το έχτισαν εδώ μαστόροι δικοί μας τώρα, Καστέρας, Στούμπος, ποιοι ήταν. Το ’64, ’65, ’66 ήρθαμε. Είχαμε δύο δωμάτια, τα δύο δωμάτια μπροστά. Μπήκαμε μέσα και μετά από καιρό, πάλι δεν ξέρω πόσο καιρό, χρόνο, ένα, δύο, τρία χρόνια κάναμε και τα άλλα τα δύο δωμάτια και έτσι μεγάλωσε το σπίτι. Αλλά με τα χωράφια δεν είχαμε άλλο τίποτα να κάνουμε! Δεν υπήρχαν ούτε συντάξεις ούτε να περιμένεις πουθενά να δουλέψεις. Να βγάλεις την παραγωγή και μπορείς και να πάρεις. Αυτά ήταν τα εισοδήματα.
Τώρα...
Και προκόψαμε με την ντομάτα. Βοήθησε η δεκαετία εκείνη, η ντομάτα που δούλεψε, το ’80 η ντομάτα που δούλεψε. Είχε κάνα δυο εταιρείες που δούλεψαν τα, όταν έγιναν τα έργα εδώ, τεύτλα, το εργοστάσιο. Δούλευες στα ζαχάρεως τα τεύτλα. Καλά λεφτά πήρε ο κόσμος, και με ντομάτα και με τα τεύτλα. Τώρα τα σταμάτησαν, ούτε το ένα εργοστάσιο δούλεψε ούτε το άλλο. Φαλίρισαν και η ντομάτα και η ζάχαρη.
Τώρα πλέον εδώ στο χωριό ασχολούνται με αγροτική ζωή;
Ασχολούνται πώς; Αυτοί που ασχολούνται ασχολούνται με γεωργία. Πολλά τριφύλλια έσπειραν τώρα. Θερμοκήπια έχουν αρκετά, θερμοκήπια, ντομάτες, πιπεριές, λαχανικά γενικά, απ’ όλα. Θερμοκήπιο, εντάξει, αγγούρια και πολλά τριφύλλια δουλεύουν εδώ. Καλαμπόκια δουλεύουν τώρα πολλά, ηλιόσπορο δουλεύουν, βαμβάκια λίγα έχουν. Αυτά έτσι καλλιεργούν. Βασική καλλιέργεια είναι τώρα αυτά, τα τριφύλλια, τα καλαμπόκια, τα ηλιόσπορα. Αυτά είναι βασικές παραγωγές. Ζώα δεν υπάρχουν. Ζώα υπάρχουν κάνα δυο μονάδες, τρεις μονάδες. Δυο-τρεις μονάδες ζώα είναι μόνο, μεγάλες μονάδες. Με είκοσι, τριάντα, σαράντα κεφάλια ζώα, αγελάδες, μεγάλα. Αυτές είναι οι καλλιέργειες, δεν έχει άλλες.
Ωραία! Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για όλα αυτά που μας είπες. Μας έχεις πει εδώ πάρα πολλές πληροφορίες για τη ζωή σου!
Ναι, αυτά είναι όλα γεγονότα, αυτά όλα έγιναν. Αυτά όλα έγιναν! Ντομάτα, σηκωνόμασταν το πρωί θα κάναμε τα ζώα. Με τη ντομάτα ειδικά σηκωνόμασταν το πρωί να κάνουμε τα ζώα, 6:00 η ώρα ο ήλιος να μας βρει στο χωράφι, στη ντομάτα να μαζεύουμε. Τόσο πρωί. Αλλά εφαρμόσαμε ύστερα το σύστημα ώρα 1:00 να σταματούσαν. Ενώ πάλι πιο μπροστά δούλευαν μέχρι το μεσημέρι και το απόγευμα άντε πάλι να πέσει ο ήλιος. Ύστερα, ένα διάστημα τους σταμάτησαν και λέει 1:00 η ώρα στοπ. 6:00 ώρα δουλειά, 1:00 η ώρα σταματάς. Αλλά πρώτα θα κάνεις τα ζώα και να πας στο χωράφι πάλι. Ντομάτα εδώ, πλατφόρμες μέχρι εδώ, στην άκρη πλατφόρμες. Εκατό, διακόσιες πλατφόρμες να περιμένουν στη σειρά να παραδώσουν, να αδειάσουν. Ένα εικοσιτετράωρο να περιμένεις να έρθει η σειρά σου. Αυτά ήταν τα αγροτικά μας.