Μνήμες από το δημόσιο και ιδιωτικό σχολείο στην Αθήνα του 1950-'60
Ενότητα 1
Αναμνήσεις από το δημόσιο δημοτικό σχολείο
00:00:00 - 00:06:36
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Καλησπέρα σας. Καλησπέρα. Θα μας πείτε το όνομά σας; Βλασερού Κατερίνα. Είναι Σάββατο 25 Ιουλίου 2020, είμαι με την κυρία Βλασερού Κατ…ι οι γονείς μου βλέπανε ότι δεν ήμαστε ευχαριστημένες και αυτοί δεν ήταν ευχαριστημένοι και αποφασίσανε να μας γράψουν σε ιδιωτικό σχολείο.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 2
Αναμνήσεις από το ιδιωτικό δημοτικό σχολείο
00:06:36 - 00:14:53
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Και στην Κυψέλη υπήρχε το Αττικό Λύκειο, το οποίο είχε νήπιο, δημοτικό και γυμνάσιο. Γιατί τότε δεν υπήρχε, το γυμνάσιο ήτανε και λύκειο μαζ…ω το μάθημα και «με το νι και με το σίγμα» για να μπορώ μετά να βγω έξω, να παίξω, να μιλήσω με τα άλλα παιδιά κτλ. Ήταν καταστροφικό αυτό.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 3
Γυμνάσιο, δυσκολίες και φιλομάθεια
00:14:53 - 00:23:33
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Τελικά, τελειώσαμε εκεί το σχολείο το δημοτικό. Τώρα το θέμα ήταν ότι τελειώσαμε το σχολείο, έπρεπε να συνεχίσουμε γυμνάσιο. Είχανε προβλη…ισα και την Ελλάδα. Διότι μπορεί λόγω του επαγγέλματος να είχα γυρίσει τον κόσμο, αλλά την Ελλάδα όλη δεν την ήξερα. Ήξερα μερικά πράγματα.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 4
Μνήμες από την οικογένεια, το σχολείο και τη γειτονιά
00:23:33 - 00:38:01
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Και μας βάζανε τότε στο σχολείο κάποιες εργασίες να κάνουμε. Χρειαζότανε εγκυκλοπαίδεια, εγκυκλοπαίδεια στο σπίτι δεν είχαμε. Απέναντί μας ε…ει τα πάνω κάτω. Δεν τολμάει ο δάσκαλος ή ο καθηγητής να πει το παραμικρό στον μαθητή. Τελεία και παύλα. Σας ευχαριστώ πολύ. Να 'στε καλά.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνηση[00:00:00]Καλησπέρα σας.
Καλησπέρα.
Θα μας πείτε το όνομά σας;
Βλασερού Κατερίνα.
Είναι Σάββατο 25 Ιουλίου 2020, είμαι με την κυρία Βλασερού Κατερίνα στην Κυψέλη της Αθήνας. Ονομάζομαι Κατερίνα Βλαχάκη, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Θα μας πείτε την ιστορία σας;
Ευχαρίστως. Γεννήθηκα στην Κυψέλη και η μητέρα μου – το πατρικό της ήταν Κυψέλη. Ο πατέρας μου είχε μαγαζί στην Κυψέλη, γενικά η ζωή μας ήταν γύρω από την Κυψέλη. Τότε ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα, μπορούσαμε να βγούμε στο δρόμο, ήταν οι συγγενείς μας πολύ κοντά, οι θείες μου, οι θείοι μου. Και δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα. Το σπίτι μας είχε αυλή, ήταν μονοκατοικία με αυλή. Οπότε, είχαμε πολλή άνεση να παίξουμε, να κινηθούμε γενικώς. Δεν πήγα νηπιαγωγείο, παρόλο που ο αδερφός μου πήγε και ήτανε εννιά χρόνια μεγαλύτερός μου. Πήγε. Μάλιστα υπάρχει ακόμα στην οδό Αιγίνης το νηπιαγωγείο, της Θεοδωρίδου. Εγώ δεν πήγα νηπιαγωγείο, όμως η μητέρα μου ασχολείτο μαζί με μένα και την αδερφή μου και μας έμαθε εκείνη τα πρώτα γράμματα. Ξέραμε πολλά πράγματα πριν πάμε στο σχολείο διότι βλέπαμε τα ξαδέρφια μας, τον αδερφό μας και είχαμε μανία να πάμε στο σχολείο. Οι γονείς μας επειδή βλέπανε την επιθυμία μας την μεγάλη, προσπάθησαν και πήγαν στο σχολείο να μας γράψουν. Μιλώ στον πληθυντικό, διότι έχω δίδυμη αδερφή. Όμως δεν μας δέχτηκαν γιατί δεν είχαμε συμπληρώσει τα έξι. Οπότε, έπρεπε να περιμένουμε τον επόμενο χρόνο, αυτό ήταν μεγάλη απογοήτευση. Δηλαδή πήγαμε πρώτη δημοτικού έξι και οχτώ μηνών. Γεννηθήκαμε το ’49. Και δυστυχώς δεν μας γράψανε, ήτανε μεγάλη απογοήτευση, πολύ μεγάλη στεναχώρια, δεν μπορούσαν να μας παρηγορήσουν με τίποτα. Τελικά, πήγαμε τον επόμενο χρόνο, γραφτήκαμε και πήγαμε στο δημόσιο σχολείο το οποίο ήταν στον παράλληλο δρόμο του σπιτιού μας. Ήταν το 29ο Δημοτικό Σχολείο. Ήμαστε τρεις-τρεις καθόμασταν στα θρανία. Ήταν μεικτό, αγόρια-κορίτσια και ήμαστε γύρω στα 85 παιδιά. Τότε, εκείνη την εποχή, εάν δεν τα πήγαινες καλά στα μαθήματα, δεν περνούσες στην επόμενη τάξη. Οπότε υπήρχαν παιδιά τα οποία είχαν μείνει δύο και τρεις φορές στην ίδια τάξη. Αυτούς τους μαθητές, οι οποίοι δεν ήταν μόνο κακοί μαθηταί, ήταν κακή και η συμπεριφορά τους, τους βάζαν στα τελευταία θρανία να κάτσουνε. Εμείς όμως με την αδερφή μου, επειδή ήμαστε πολύ ψηλά παιδιά για την εποχή μας, μοιραία μας βάζανε στα τελευταία καθίσματα. Οπότε δεν ήταν πολύ ωραίο αυτό, διότι δεν μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε το μάθημα. Διαρκώς κάνανε φασαρία και γενικά, δεν μας άρεσε η θέση που μας είχαν βάλει. Θυμάμαι ένα περιστατικό–. Φορούσαμε μπλε ποδιές με άσπρα γιακαδάκια, μας είχανε πάρει θυμάμαι δερμάτινες τσάντες οι γονείς μας, κάτι ωραίες κασετίνες. Θυμάμαι τότε επί της Σταδίου ήταν ο «Προμηθέας», που παίρναμε όλα τα σχολικά είδη. Νομίζω ότι εκεί ήταν –τώρα έχει κλείσει βέβαια, πριν δύο-τρία χρόνια– ήταν το «Fokas» το κατάστημα. Ήταν ο «Προμηθέας». Μας παίρνανε τα τετράδια, τα βιβλία μας. Η μητέρα μου συνήθιζε να παίρνει μπλε κόλλες να μας τα ντύνει, με ετικέτες, πολύ περιποιημένα, πολύ προσεγμένα. Ενώ άλλα παιδιά τα είχαν έτσι. Τα βιβλία τότε τα αγοράζαμε εμείς, δεν τα δίνανε δωρεάν. Και θυμάμαι ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο, μας είχε βάλει ο δάσκαλος να κάνουμε μία εργασία στο σπίτι σχηματίζοντας λεξούλες κόβοντας γράμματα από εφημερίδα. Εμείς και οι δύο το ’χαμε κάνει αυτό, αλλά όταν πήγαμε στο σχολείο ξεχάσαμε τα τετράδια. Και επειδή ήτανε πολύ-πολύ κοντά, θεωρήσαμε καλό να πάμε να τα πάρουμε στο διάλειμμα. Όμως, γίναμε αντιληπτές απ’ τον δάσκαλο και όταν γυρίσαμε, η τιμωρία μας ήταν με ένα τεράστιο ξύλο που είχε να μας κοπανήσει τα χέρια. Αλλά ήτανε πόνος φοβερός! Αυτό θυμάμαι. Επίσης, όταν είχαμε την ονομαστική μας εορτή, συνήθιζε να μας καλεί ο δάσκαλος να ανεβούμε στην έδρα και μας τράβαγε τα αυτιά τόσο πολύ, που ούτε τα «Χρόνια Πολλά» θέλαμε, ούτε τίποτα. Στα διαλείμματα, τα παιδιά τα οποία είχανε μείνει δύο και τρεις φορές στην ίδια τάξη, μας κοροϊδεύανε εμάς επειδή ήμαστε ψηλές ότι έχουμε μείνει κι εμείς και ότι ήμαστε σαν αυτούς. Οι γονείς μας μάς κάνανε παραγγελία μποτάκια σαν τα σημερινά Timberland, πάρα πολύ ό[00:05:00]μορφα. Και μας ρίχνανε μες στα νερά όταν έβρεχε, μες στη λάσπη. Γενικά, δεν έχω καθόλου καλές αναμνήσεις απ’ αυτό το σχολείο. Είχαμε δύο κοριτσάκια που ήμαστε συνδεδεμένες, η Ζωίτσα και την άλλη δεν θυμάμαι καθόλου το όνομά της. Μάλιστα, με τη Ζωίτσα είχαμε πάει κι εκδρομή και συμμετείχε και η μητέρα της τότε και μας είχε υπό την επίβλεψή της και περάσαμε πάρα πολύ όμορφα. Ήτανε πολύ καλό παιδί η Ζωίτσα. Τώρα την έχουμε χάσει, ξέρω ότι ο ένας αδερφός της έγινε παπάς. Ήταν πολύ καλή οικογένεια. Οι γονείς μας δεν ήτανε αυτό το σημερινό, «Ρίξανε το παιδί μου, να τρέξουμε στο σχολείο» ή να… Μας λέγανε να προσέχουμε, να απομακρυνόμεθα από αυτούς τους μαθητάς, αλλά βλέπανε ότι δεν γίνεται, δεν υπάρχει–, δεν είμαστε ευχαριστημένα. Εντωμεταξύ, ξέχασα να πω ότι κάθε μέρα μας δίνανε τυρί –ένα πορτοκαλί τυρί, μάλλον το σημερινό τσένταρ– και γάλα σκόνη. Αλλά εμάς δεν μας άρεσε καθόλου. Μας το δίνανε δεν θυμάμαι πώς. Ήταν κάτι τενεκέδες τεράστιοι, ούτε θυμάμαι ποιοι, οι δάσκαλοι το δίνανε; Κάποιοι άλλοι το δίνανε; Δεν μπορώ να θυμηθώ. Και η βοήθεια πρέπει να ήταν που λέγαν τότε αμερικάνικη βοήθεια; Ναι, Ούντρα, Ούδρα, κάπως έτσι λέγανε τότε. Και οι γονείς μου βλέπανε ότι δεν ήμαστε ευχαριστημένες και αυτοί δεν ήταν ευχαριστημένοι και αποφασίσανε να μας γράψουν σε ιδιωτικό σχολείο.
Και στην Κυψέλη υπήρχε το Αττικό Λύκειο, το οποίο είχε νήπιο, δημοτικό και γυμνάσιο. Γιατί τότε δεν υπήρχε, το γυμνάσιο ήτανε και λύκειο μαζί. Ήτανε εξαήμερο όπως και το δημοτικό. Όχι, συγγνώμη. Μιλάμε τώρα για το Αττικό Λύκειο. Ξέχασα να πω ότι τότε πηγαίναμε έξι μέρες. Μόνο την Κυριακή δεν είχαμε σχολείο, είχαμε και το Σάββατο σχολείο. Και μας γράψανε στο Αττικό Λύκειο. Από τα 85 παιδιά που ήμαστε, ήμαστε μόνο 13 παιδιά. Δεν ξέρω γιατί, δεν μπορώ να πω ότι–. Εντάξει, ήταν πιο άνετα, είμαστε δυο-δυο στα θρανία, τα παιδιά ήτανε άλλη συμπεριφορά, ήταν καλύτερα τα πράγματα. Εκεί όμως ήτανε ίσως καλύτερα αλλά από άποψη–. Ας πούμε, δεν επιτρεπότανε να διαβάσουμε «Μίκυ Μάους», «Κλασικά» και τέτοια. Υπήρχε ένα τετράδιο –νομίζω λεγότανε επικοινωνίας– κι έπρεπε να γράφουν οι γονείς αν διαβάσαμε κανένα περιοδικό ή αν είχανε κάποιο παράπονο ή κάτι κάναμε σαν παιδιά. Κι ενώ είχανε τα ξαδέρφια μας πολλά, ήταν μανιώδεις των «Κλασικών» –δεν ξέρω αν τότε κυκλοφορούσαν τα «Μίκυ Μάους», «Κλασικά» πάντως–, δεν μπορούσαμε να διαβάσουμε τίποτα απ’ αυτά. Και τελειώσαμε τη δευτέρα, την τρίτη, τελειώσαμε το δημοτικό εκεί. Μου κάνει εντύπωση ότι στον έλεγχο ετήσιας προόδου, τον οποίο έχω στα χέρια μου αυτή τη στιγμή, μεταξύ των άλλων που λέει, «ευγενής, ευπειθής, επιμελής και φιλότιμη, με αντίληψη και θάρρος», λέει: «τη διακρίνουν τάση προς ανακοίνωσιν». Αυτό δεν το κατάλαβα ποτέ. «Τάση προς ανακοίνωσιν», δεν μπόρεσα να το καταλάβω. Τέλος πάντων. Επίσης, δεν μπορούσαμε να γράψουμε όπως θέλουμε εμείς, δηλαδή τον δικό μας γραφικό χαρακτήρα. Έπρεπε να είναι τυπογραφικά τα γράμματα. Έτσι και είχανε μια παρέκκλιση, απόκλιση μάλλον, κι ήταν λίγο πλαγιαστά, «Χ» και τιμωρία μας ήταν να τα ξαναγράψουμε. Γι’ αυτό τα γράμματά μου ντρέπομαι διότι είναι σαν να μην έχω πάει ποτέ σχολείο, χάλια. Επίσης, κάθε χρόνο κάναμε ένα πράγμα σαν έναν πίνακα και ζωγράφιζε το κάθε παιδί κάτι. Δεν σημαίνει ότι ζωγράφιζε ό,τι θέλει. Ήτανε το θέμα, ένα θέμα και ο καθένας έπαιρνε ένα κομμάτι αυτού του θέματος και έπρεπε να ζωγραφίσει. Δεν ξέρω αν γίνομαι κατανοητή. Εν πάση περιπτώσει, εμένα και την αδερφή μου, πάντα μα πάντα ήτανε τίποτα! Υποψία… Δεν μπορώ να το καταλάβω ποτέ. Δηλαδή δεν σου δίνανε, δεν προσπαθούσανε να σε κάνουνε αν έχεις οποιαδήποτε κλίση να την εξωτερικεύσεις, να την εκφράσεις. Και έχω την αίσθηση πάντα –μιλάω για τον εαυτό μου– ότι δεν ασχολούντο ποτέ με τα παιδιά που δεν μπορούσανε ίσως να προσαρμοστούν αμέσως σε ένα μάθημα. Πώς να το πω, δ[00:10:00]εν ξέρω γιατί, ας πούμε Γαλλικά. Οι γονείς μου πληρώνανε για να κάνουμε μάθημα γαλλικών. Μάλλον υπήρχε μέσα στη διδακτέα, στις ώρες διδασκαλίας, αλλά μπορούσες να πληρώσεις και να κάνεις και μετά. Την ώρα λοιπόν, του πρωϊνού μαθήματος που ήτανε μέσα στα μαθήματά μας, στα Γαλλικά, συνεννοούντο με τα παιδιά –γιατί ήτανε μεικτό το δημοτικό– που είχανε νταντάδες γαλλίδες και ήταν σαν μητρική τους γλώσσα. Και αδιαφορούσανε για μας που ήτανε κάτι τελείως καινούργιο για μας. Επίσης, ήτανε άλλος ο κύκλος των παιδιών αυτών. Ο πατέρας μου είχε ένα κατάστημα κι υπήρχε ένας να το πούμε, ρατσισμός. Και λένε σήμερα για bullying και τέτοια. Πάντα υπήρχε και πάντα θα υπάρχει, ενόσω υπάρχουν άνθρωποι. Επίσης, κάτι άλλο που μου ’χει μείνει και δεν μπορώ να το ξεχάσω είναι ότι ο αδερφός μας είχε πάρει–. Ήτανε ναυτικός, ήτανε εννιά χρόνια μεγαλύτερος και ταξίδεψε για να ναυτολογήσει το φυλλάδιο του ένα καλοκαίρι στις διακοπές του. Και στα ταξίδια του αυτά μας πήρε ρολόγια, ένα για μένα κι ένα για την αδερφή μου. Και κάποια στιγμή τα φορέσαμε στο σχολείο τα ρολόγια, και κάποια στιγμή μία δασκάλα ρώτησε την άλλη τι ώρα είναι. Κι εγώ απήντησα. Ίσως δεν ήταν ευγενικό, διότι δεν απευθύνθηκε σε μένα. Δεν ήταν ευγενικό, το δέχομαι. Μας πήρε τα ρολόγια και τα κράτησε μέχρι το τέλος του χρόνου. Αυτό ήτανε πολύ στενάχωρο για μένα και για την αδερφή μου. Επίσης, αν δείτε το ενδεικτικό το οποίο κρατώ αυτή τη στιγμή στα χέρια μου–, και δεν είναι ενδεικτικό γιατί γράφει από κάτω «Το ενδεικτικό παραμένει εις το αρχείο της σχολής εφόσον ο μαθητής θα ακολουθήσει να φοιτά σ’ αυτήν», είναι ένας έλεγχος ετήσιας προόδου. Και βλέπω ότι κάναμε Θρησκευτικά, Ελληνική Γλώσσα, Αριθμητική και Πατριδογνωσία-Γεωγραφία. Και ακούστε! Τα υπόλοιπα μαθήματα είναι Καλλιγραφία, Ιχνογραφία, Χειροτεχνία, Ωδική και Γυμναστική. Δηλαδή στα εννιά μαθήματα, τα πέντε ήταν καλλιτεχνικά! Και λένε σήμερα να σταματήσουν τα καλλιτεχνικά μαθήματα. Δεν ξέρω, δεν συμφωνώ καθόλου σε αυτό διότι–. Κάναμε διάφορα πράγματα, έχω φυλάξει μερικά που ζωγραφίζαμε. Χειροτεχνίες, αυτά δεν τα ’χω κρατήσει. Έχω δύο ταγάρια, ένα εγώ κι ένα η αδερφή μου, που τα κεντούσαμε και τα φτιάχναμε. Πολύ ωραία πράγματα! Και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί θέλουν να σταματήσουν τα καλλιτεχνικά, τέλος πάντων. Εκεί και γυμναστική κάναμε και μάλιστα εξετάσεις κάναμε στον Τρίτωνα, με άσπρα σορτσάκια, άσπρες μπλούζες και το σήμα «ΑΛ». Φορούσαμε ποδιές, αγόρια-κορίτσια ίδιες. Ήταν στο κρεμ χρώμα με άσπρα γιακαδάκια, τουλάχιστον δεν ήτανε οι μπλε που ήμαστε σαν πωλήτριες. Οι γονείς μας πληρώνανε επιπλέον χρήματα για να κάνουμε μελέτη, σκεπτόμενοι ότι ίσως αυτό θα βοηθούσε καλύτερα στην εκπαίδευσή μας. Οτιδήποτε απορία είχαμε θα μπορούσαμε να τις λύσουμε εκεί. Κάναμε λοιπόν, μελέτη. Τρώγαμε το φαγητό μας, υπήρχε κάτω μία αίθουσα που τρώγαμε. Εμείς έφερνε η μητέρα μου το φαγητό και τρώγαμε στο μαγαζί του πατέρα μου. Υπήρχε δυνατότητα και τρώγαμε στο μαγαζί του πατέρα μου κι έτσι δεν είχαμε το φαγητό από το πρωί. Ήταν πάντα φρέσκο, εκείνης της ώρας, το ’φερνε η μητέρα μας. Και γενικά ήταν κοντά τότε οι αποστάσεις, δεν υπήρχε πρόβλημα. Στη μελέτη λοιπόν, διαβάζαμε τα μαθήματα που έπρεπε να ετοιμάσουμε για την επόμενη μέρα. Τα τελειώναμε κάποια στιγμή. Φυσικό κι επόμενο είναι να αρχίσουμε να ενοχλεί ο ένας τον άλλο, να κάνουμε φασαρία, να μιλάμε κτλ. Αυτό δεν άρεσε στις δασκάλες μας και λέγανε: «Διάβασες το μάθημα σου;» «Ναι, το διάβασα». «Έλα να μου το πεις». Το ‘λεγα λοιπόν, με δικά μου λόγια και μου ’λεγε: «Όχι, δεν το ξέρεις. Δεν το ξέρεις καλά, ξαναδιάβασε το». Αποτέλεσμα αυτού ήτανε παπαγαλία. Διότι δεν με ενδιέφερε τι ήταν το νόημα του μαθήματος, εμένα με ενδιέφερε να ξέρω το μάθημα και «με το νι και με το σίγμα» για να μπορώ μετά να βγω έξω, να παίξω, να μιλήσω με τα άλλα παιδιά κτλ. Ήταν καταστροφικό αυτό.
Τελικά, τελειώσαμε εκεί το σχολείο το δημοτικό. Τώρα το θέμα [00:15:00]ήταν ότι τελειώσαμε το σχολείο, έπρεπε να συνεχίσουμε γυμνάσιο. Είχανε προβληματιστεί οι γονείς μας αν πρέπει να συνεχίσουμε στο ιδιωτικό ή στο δημόσιο. Όμως, αν εκείνη την εποχή πήγαινες σε ιδιωτικό εθεωρείσο ότι είσαι σκράπας, ότι είσαι τούβλο και ότι γι’ αυτό πας σε ιδιωτικό. Οπότε, έκριναν ότι θα έπρεπε να πάμε σε δημόσιο σχολείο. Και τότε βέβαια δίναμε εξετάσεις από το δημοτικό στο γυμνάσιο. Δώσαμε εξετάσεις, περάσαμε και μας γράψανε στο 6ο Γυμνάσιο Κυψέλης, οδός Επτανήσου. Πήγαμε εκεί, οι αίθουσες αυτές που ήταν επί της οδού Επτανήσου είχαν λαμαρίνες μέχρι τα τρία τέταρτα –τα μισά, μην είμαι υπερβολική– των παραθύρων, για να μην βλέπουμε έξω. Μάλιστα, κάποια στιγμή πέσανε και σοβάδες στο κεφάλι μας αλλά ευτυχώς, παρόλο που ήταν αρκετό κομμάτι, δεν τραυματίστηκε κανείς μας. Εκεί ήτανε πάλι εβδομήντα πέντε παιδιά στην τάξη και τρεις-τρεις. Καταλαβαίνετε όταν ήταν καλοκαίρι κι άρχιζε η ζέστη κτλ. Κόλαση, όχι αστεία. Κόλαση! Είχε μία αυλή όχι πολύ μεγάλη, και υπήρχαν δύο μικρές –μία ήτανε, δεν θυμάμαι– για να μπορούμε να αλλάζουμε στη γυμναστική, να βάζουμε κάτι φουφούλες με κάτι μπλουζάκια. Όμως, κάποια στιγμή αυξήθησαν οι ανάγκες για αίθουσες και μετέτρεψαν τα αποδυτήρια σε αίθουσες διδασκαλίας. Οπότε, δεν είχαμε πού να ντυθούμε και ντυνόμαστε ή στην αυλή ή μέσα στην τάξη. Και καταλαβαίνετε τώρα τι γινότανε. Μάλιστα, όταν είχαμε μάθημα με έναν καθηγητή ο οποίος ήταν ίσως ο πιο μορφωμένος από τους καθηγητάς, τέρας μορφώσεως, είχε διδακτορικό απ’ την Γερμανία, ήταν φοβερός αλλά δεν μπορούσε να επιβάλει την τάξη και γινόταν ο χαμός! Έμπαινε μέσα, άλλη ντυνότανε, άλλη χτενιζότανε, άλλη–, γινόταν ο χαμός. Το μάθημα πήγαινε με το να κάνει παρατήρηση «Κάτσε εσύ!», «Μη μιλάς εσύ!», «Τι κάνεις εσύ εκεί;» Τελικά, κάποια φορά από τις πολλές φορές, βγήκε έξω απ’ τα όριά του ο καημένος ο καθηγητής μας και πήρε φόρα –και όπως πάντα λόγω ύψους ήμουν στο τελευταίο θρανίο– ήρθε και μου δίνει εμένα ένα χαστούκι φοβερό. Εγώ έκλαιγα διότι δεν είχα κάνει κάτι. Ήμουνα έτοιμη, ντυμένη και περίμενα να καταλαγιάσει το πράγμα, να αρχίσει το μάθημα. Εκείνη την ημέρα όμως δίνανε βαθμούς και ήρθε ο πατέρας μας για να πάρει τους βαθμούς. Και μεταξύ των άλλων καθηγητών, είδε και τον συγκεκριμένο που είχα φάει το χαστούκι. Και του είπε: «Λυπάμαι πάρα πολύ, είναι πολύ καλά τα παιδιά σας, αλλά είχα βγει εκτός ορίων και δεν ήξερα, και αδίκως τη χαστούκισα». Ο πατέρας μου τον λυπήθηκε διότι είχε ακούσει από μας πόσο μορφωμένος ήταν, πόσο καλός άνθρωπος ήτανε αλλά δεν μπορούσε να επιβάλει την τάξη. Και για να τον απαλύνει έτσι κάπως, τη στεναχώρια του, τού είπε: «Μόνο ένα, κύριε καθηγητά μου; Έπρεπε να της δώσετε κι άλλο ένα!» Τελικά, εκεί το πρόβλημα είναι ότι όταν άρχισε τα μαθήματα της πρώτης τάξεως γυμνασίου, ο καθηγητής διάβαζε τη λίστα με τα ονόματα. Και έλεγε το όνομα και ποιο σχολείο τελείωσες και με τι βαθμό. Οπότε όπως αντιλαμβάνεστε, όταν είδε ότι είχα προβιβαστεί με 9,7 και ήμουνα από ιδιωτικό σχολείο λέει: «Α, κατάλαβα». Από κείνη τη στιγμή είχα υπογράψει την καταδίκη μου, ότι δηλαδή ήμουνα σκράπας και δεν υπήρχε σωτηρία. Με 9 και 7 δέκατα. Τότε στο δημοτικό η βάση ήταν το 10. Γι’ αυτό ήταν 9 και 7 δέκατα. Και από ’κει και πέρα, δεν ευτύχησα, δεν ξέρω. Φταίω εγώ; Δεν ξέρω. Δεν έχω καθόλου καλές αναμνήσεις. Βλέπω στον ύπνο μου και ξυπνώ με εφιάλτες. Δεν μάθαμε. Επικεντρωνόντουσαν στο συντακτικό, στις κλίσεις, στα ουσιαστικά και όχι στο νόημα. Τι πρέσβευε αυτός ο Σωκράτης; Ο Πλάτωνας που έγραψε για το Σωκράτη. Τι έλεγε αυτός ο Αριστοτέλης; Τίποτα απ’ όλα αυτά. Εκεί επικεντρωνόντουσαν στο συντακτικό και στη γραμματική. Ε[00:20:00]γώ επειδή ήμουνα φιλομαθής και ήθελα να μάθω, όταν συνταξιοδοτήθηκα, πήγα στην σχολή του Άδωνι Γεωργιάδη μάλιστα, το 2004, που δίδασκε Αρχαία Ελληνικά η Τσιροπούλου, η οποία πέθανε. Άννα Τσιροπούλου. Διότι ήθελα να μάθω, ήμουνα φιλομαθής, αλλά δεν έμαθα τίποτα. Δεν ξέρω τι φταίει. Εντωμεταξύ, υπήρχε πρόβλημα διότι με τη δίδυμη αδερφή μου μπορεί να μη γράφαμε ακριβώς τα ίδια, η σκέψη, το κεντρικό νόημα ήταν ακριβώς το ίδιο. Οπότε, εκνευριζόταν μια φιλόλογος κι έβαζε τη μία στο πρώτο θρανίο στην έκθεση και την άλλη στο τελευταίο. Διότι νόμιζε ότι επειδή η αδερφή μου ήταν καλύτερη σε αυτά τα μαθήματα –εγώ ήμουνα πιο καλή, λίγο καλύτερη στα Μαθηματικά, Φυσική, Χημεία– ότι εγώ αντιγράφω απ’ την αδερφή μου. Όταν είδε όμως, ότι και σε διαφορετικά θρανία και σε απόσταση είμαστε, δεν ξανασχολήθηκε μαζί μας. Καθόμαστε μαζί. Ήτανε μία καθηγήτρια, Ιωακειμίδου τη λέγανε –καλή της ώρα, δεν ξέρω αν ζει αυτή η γυναίκα–, η οποία ακούγαμε ότι ήταν πολύ αυστηρή, πολύ δύσκολη, πολύ… Εάν είχα αυτήν την κυρία, Ιωακειμίδου –καλή της ώρα της γυναίκας–, θα είχα διαπρέψει! Φοβερή καθηγήτρια, φοβερή! Σου άνοιγε το κεφάλι και στα ’βαζε μέσα. Και στην έκθεση συγκεκριμένα, θυμάμαι μία φορά μου είπε να κριτικάρω μίας άλλης συμμαθήτριάς μου την έκθεση. Και της είπα ότι εγώ δεν γράφω καλές εκθέσεις, οπότε δεν δικαιούμαι για να κάνω και κριτική. Και μου λέει: «Δεν έχει καμία σημασία! Εσύ να μας πεις αυτό που νομίζεις». Και είπα αυτό ακριβώς που εγώ νόμιζα και μου ’πε: «Μπράβο! Πάρα πολύ καλή η κριτική σου. Πολύ εύστοχη, πολύ σωστή». Και σε έκανε να μην αισθάνεσαι ότι υστερείς απ’ τις άλλες μαθήτριες. Ήμουνα πολύ μελετηρή, διάβαζα πάρα πολύ. Ο πατέρας μου όταν έβλεπε το φως στο δωμάτιό μου –σηκωνότανε 03:30 η ώρα– γινόταν έξω φρενών και μου ’λεγε: «Θα τα σκίσω τα βιβλία και θα τα πετάξω!» Η αδερφή μου όχι ότι ήταν αδιάφορη, αλλά δεν ήταν τόσο πολύ να διαβάζει όσο εμένα. Εκείνη πήγαινε και κοιμότανε. Εγώ επέμενα και παρόλο που διάβαζα, παρόλο που ήμουνα πάντα προετοιμασμένη σε αυτό που μου ζητούσανε… Τότε το σχολείο ήτανε τρεις μέρες πρωί και τρεις μέρες απόγευμα. Όταν ήταν απόγευμα, πριν πάμε στο σχολείο τρώγαμε μεσημεριανό. Οπότε, πήγαινα στο σχολείο και με ενοχλούσε το στομάχι μου και συγγνώμη, είχα τάση για εμετό! Δηλαδή, ήτανε μία κόλαση για μένα. Και πάθαινα πάντα τρακ κι ενώ είχα διαβάσει, δεν μπορούσα να αποδώσω αυτά που ’χα διαβάσει. Απόδειξη ότι ήμουνα φιλομαθής – και όταν συνταξιοδοτήθηκα δεν στάθηκα ούτε λεπτό. Πήγα να πάρω μαθήματα υπολογιστών, μετά γράφτηκα στην Εταιρεία Φίλων του Λαού, κοινώς Λαϊκό Πανεπιστήμιο λέγεται, στην Ευριπίδου, και παρακολούθησα μαθήματα Ιστορίας, Φιλοσοφίας, Θρησκείας, πάρα πολλά ενδιαφέροντα. Και μαζί μ’ αυτούς γύρισα και την Ελλάδα. Διότι μπορεί λόγω του επαγγέλματος να είχα γυρίσει τον κόσμο, αλλά την Ελλάδα όλη δεν την ήξερα. Ήξερα μερικά πράγματα.
Και μας βάζανε τότε στο σχολείο κάποιες εργασίες να κάνουμε. Χρειαζότανε εγκυκλοπαίδεια, εγκυκλοπαίδεια στο σπίτι δεν είχαμε. Απέναντί μας είχαμε ένα ζευγάρι καθηγητών οι οποίοι ήτανε σε άλλο σχολείο, όχι στο 6ο. Και ευχαρίστως όποτε θέλαμε μπορούσαμε να πάμε, να κάτσουμε στο σαλόνι τους όση ώρα θέλουμε. Και μάλιστα αν θέλαμε και μια βοήθεια, να μας βοηθήσουνε και τα παιδιά τους και οι ίδιοι. Υπήρχε τότε μία αλληλεγγύη, μπορούσες να εμπιστευτείς το παιδί σου στον γείτονα να πάει στο σπίτι τους. Σήμερα νομίζω ότι κανείς δεν εμπιστεύεται πλέον να κάτσει το παιδί του σε ένα σπίτι τόση ώρα. Και τους ευγνωμονώ αυτούς τους ανθρώπους. Και επίσης, τότε πηγαίναμε εκδρομές και είχαμε πάει τριήμερη θυμάμαι, στην τελευταία τάξη, στο Μυκήνες-Άργος-Κεφαλάρι. Ήτανε πάρα πολύ ωραία. Και κάναμε και εκδρομές ημερήσιες, αλλά δεν θα το ’λεγα εκδρομή. Έτσι, μερικές φορές μέσα στο χρόνο μας πηγαίνανε στο Γαλάτσι. Το Γαλάτσι τότε ήτανε… Δεν ήταν όπως είναι σήμερα. Είχε πολύ πράσινο και ανεβαίναμε με τα πόδια. Θυμάμαι ότι ήταν μία νεόκτιστος πολυκατοικία τριών ορόφων κ[00:25:00]αι έμενε εκεί ο Μανώλης Χιώτης και η Μαίρη Λίντα. Και βγαίνανε στο μπαλκόνι και μας βλέπανε. Επίσης, άλλοι υπήρχαν πολλοί στην Κυψέλη. Ήταν στην Αγίου Μελετίου και σχεδόν Κυψέλης–. Γιατί στη γωνία ακριβώς ήτανε ένα κτίριο το οποίο ήτανε στου Μέρλιν και είχε κάτι φοίνικες, πολύ ωραίο, που γκρεμίστηκε, μια χάλια πολυκατοικία. Δίπλα ακριβώς ήταν πάρα πολύ ωραίο, ένα τριώροφο –το λυπάται η ψυχή μου ακόμα και σήμερα– που σε έναν από τους ορόφους ζούσε ο Μοσχούτης που είχε τα παπούτσια και σε έναν άλλο ο Καββαδίας, ο οποίος Καββαδίας ήτανε γνωστός του πατέρα μου και ερχότανε εκεί και τον βλέπαμε. Και ζούσε εκεί με την μητέρα του, την αδερφή του την Τζένη και την Έλγκα, την ανιψιά του. Μετά φύγανε και πήγανε στο Κολωνάκι. Είχε πεθάνει η μαμά μου και είχαμε πάει θυμάμαι με τους γονείς μου και τους είχαμε επισκεφτεί. Ένας εξαιρετικός κύριος, πάρα πολύ καλός. Ήταν πολλές διασημότητες. Η μητέρα μου ας πούμε, το πατρικό της που ‘τανε Σκοπέλου, ήταν μεσοτοιχία με τον Γκάτσο. Όμως, η μαμά μου τότε παιδάκι, τι ήξερε! Η αδερφή του ζούσε μέχρι πριν μερικά χρόνια εκεί. Νομίζω ότι δεν έχει γκρεμιστεί το σπίτι αυτό, υπάρχει ακόμα. Πάρα πολλοί άνθρωποι έτσι, των γραμμάτων, του θεάτρου, ήτανε στην Κυψέλη. Ήτανε ωραία η Κυψέλη και η Φωκίωνος Νέγρη. Τώρα βέβαια, έχουν γίνει όλα χάλια. Δεν ξέρω τι άλλο να σας πω.
Η μετάβαση από ένα μεικτό δημοτικό σε ένα γυμνάσιο θηλέων – πώς την βιώσατε;
Δεν είχα κανένα πρόβλημα, δεν με απησχόλησε διόλου αυτό. Εντάξει, ωραία ήταν που ήταν και τα αγόρια, παρόλο που τα αγόρια συνήθως είναι πολύ πιο ζωηρά. Είχαμε έναν, τον Αριστείδη –ο οποίος έγινε ορθοπεδικός και πολύ καλός– πολύ άτακτος, πάρα πολύ άτακτος ο Αριστείδης! Διαρκώς βούταγε μολύβια, έκανε φασαρία. Αλλά εξαιρετικό μυαλό και πολύ καλός μαθητής, πάρα πολύ καλός μαθητής. Κι ένας άλλος έγινε γυναικολόγος, ο Γιώργος ο Τορνιβούκας. Ο Αριστείδης ο Κατσαρός εξαιρετικός, πολύ καλός άνθρωπος και γιατρός.
Η διαδρομή σχολείο-σπίτι γινόταν με σας και τη δίδυμη αδερφή σας ή σας συνόδευε κάποιος μεγαλύτερος;
Όχι, πηγαίναμε μαζί με την αδερφή μου. Τότε οι άνθρωποι ήτανε–, γνώριζες. Δηλαδή περνάγαμε από το σπίτι μας για να πάμε στο σχολείο μας και μετά επιστρέφαμε και μας ξέρανε οι άνθρωποι. Και μάλιστα, θυμάμαι ότι όταν μια φορά γυρίζαμε από το σχολείο, μας ακολουθούσε ένας κύριος και φορούσε καπαρντίνα. Και κάποια στιγμή, ανοίγει την καπαρντίνα του και μας έδειξε τα γεννητικά του όργανα. Εμείς φοβηθήκαμε, δεν προχωρήσαμε, σταματήσαμε σε ένα ψιλικατζίδικο εκεί και είπαμε την ιστορία μας. Και ο κύριος αυτός πήρε τηλέφωνο στο σπίτι μας και ήρθε η μητέρα μας και μας παρέλαβε. Αυτό είναι το μόνο περιστατικό που θυμάμαι σαν παιδί, διότι πηγαίναμε από τη δευτέρα δημοτικού, ήμαστε μικρά, εντάξει. Εντάξει, μετά στο γυμνάσιο είμαστε πιο μεγάλες. Αλλά ήμαστε μικρά και πηγαίναμε με τα πόδια. Νομίζω ότι υπήρχε σχολικό αλλά ήταν και μία επιπλέον δαπάνη. Και είμαστε και δύο παιδιά. Παρόλο που οι γονείς μας δεν σκεφτόντουσαν τα χρήματα όταν επρόκειτο για εκπαίδευση. Κι ο αδερφός μου πήγε, όπως σας είπα και πριν, σε νήπιο και πήγε σε ιδιωτικό σχολείο στο δημοτικό, στην Ιόνιο Σχολή. Κι έκανε και βιολί με έναν Ιταλό, τον Τεντόνε. Αλλά εντάξει, όταν μπορούσαμε. Καλύτερα που περπατούσαμε κιόλας, πιο καλά. Γιατί τώρα δεν έχουμε κανένα πρόβλημα στο περπάτημα και οι δύο. Υπήρχαν και σχολικές γιορτές. Κάναμε στο σχολείο και παρελάσεις και σχολικές γιορτές. Αυτά, δεν θυμάμαι κάτι άλλο.
Μιλήσατε για σωματική τιμωρία στην πρώτη δημοτικού και στο γυμνάσιο. Αυτό ίσχυε και για το ιδιωτικό σχολείο στο δημοτικό;
Όχι, δεν υπήρχε τέτοιο πράγμα, όχι. Στο ιδιωτικό όχι, με τίποτα. Στο γυμνάσιο καλά, δεν το συζητώ. Εκτός από το χαστούκι δεν είχα ακούσει κάναν άλλο να χειροδικήσει σε μαθήτρια, όχι. Αλλά αυτό, εγώ δεν του κράτησα ποτέ κακία του καθηγητή αυτού, δεν το θυμάμαι με στεναχώρια διότι τον κατανοώ για[00:30:00]τί το ’κανε. Είχε βγει εκτός εαυτού. Ήταν πολύ καλός άνθρωπος και καλός δάσκαλος, καθηγητής.
Είχατε παρατηρήσει κι άλλα παιδιά να είναι στο περιθώριο λόγω του ότι υπήρξαν μαθητές ιδιωτικού σχολείου ή εξαιτίας του επαγγέλματος του πατέρα τους, που όπως αναφέρατε ότι συνέβαινε στην περίπτωσή σας;
Ναι, υπήρχε αυτός ο κοινωνικός ρατσισμός και από ποιο σχολείο. Άλλος ρατσισμός ο κοινωνικός και άλλος το ποιο σχολείο είχες τελειώσει. Υπέγραφες την καταδίκη σου. Και θυμάμαι μια φορά, μπήκε μία φιλόλογος που είχα –ονόματα δεν λέμε, υπολήψεις δεν θίγουμε– στο γυμνάσιο κι είχα πάρα πολύ κακές αναμνήσεις απ’ αυτήν, μα πάρα πολύ κακές. Και ήμουνα με την αδερφή μου, οπότε της είπα ότι «είμαστε μαθήτριές σας» –γιατί δουλεύαμε και οι δύο στην Ολυμπιακή σαν ιπτάμενες– και είπε: «Ναι, εγώ είμαι η αιτία που είστε εκεί, χάρη σε μένα είστε εκεί». Της λέω: «Τα καλύτερά μας χρόνια τα καταστρέψατε. Σε τι συντελέσατε; Σε τίποτα δεν συντελέσατε». Γενικά, δεν έχω καλές αναμνήσεις από το σχολείο. Δεν είχα καθόλου. Και ήμουνα φιλομαθής και είμαι και ήμουνα πολύ μελετηρή, πάρα πολύ μελετηρή, περισσότερο απ’ όσο έπρεπε μελετηρή, αλλά–.
Πώς αισθανθήκατε όταν ολοκληρώσατε τις σπουδές σας στο γυμνάσιο;
Μια ανακούφιση. Θα ήθελα να συνεχίσω αλλά μου είχε δημιουργήσει τέτοιο άγχος το σχολείο που δεν το συζήταγα. Και επειδή ήθελα να μάθω κάτι παραπάνω, ρε παιδί μου, πήγα σε μια σχολή λογιστών κι έκανα μαθήματα. Και εκεί έδωσα και εξετάσεις μετά, επειδή ήταν ιδιωτική σχολή, στο δημόσιο και πέρασα και ήμουνα και πάρα πολύ καλή. Άρα, δεν ξέρω τι έφταιγε στο σχολείο. Δεν έχω καμία καλή ανάμνηση. Καμία, δεν ξέρω, ήτανε πολύ αυστηρά τα πράγματα. Αλλά βέβαια, τώρα έχουμε φτάσει στο άλλο άκρο. Συζητώ με φίλες μου εκπαιδευτικούς ας πούμε, στο Αρσάκειο, και περισσότερο πρόβλημα έχουν τώρα με τους γονείς παρά με τα παιδιά. Αλλά και κάθε χρόνο είναι χειρότερα τα πράγματα. Δεν ξέρω τι φταίει, πάντως–.
Πώς βιώσατε όλο αυτό το δύσκολο χρονικό διάστημα στο σχολείο, έχοντας όμως στο πλάι σας τη δίδυμη αδερφή σας;
H απάντησή μου είναι η εξής. Εάν είχα εγώ δίδυμα παιδιά, δεν θα τα ’στελνα όχι στην ίδια τάξη, ούτε στο ίδιο σχολείο. Μας ντύνανε όμοια για να μην τυχόν ζηλέψει η μία την άλλη και είμαστε σαν μαξιλαροθήκες. Εντωμεταξύ, φορούσαμε και τις ποδιές, μοιάζαμε πολύ εξωτερικά. Μία φορά να σκεφτείτε είχα ένα ατύχημα στο σχολείο την ώρα της Γυμναστικής. Πώς λέγεται αυτό, γαϊδούρα λέγεται που πηδάμε; Δεν ξέρω πώς, χτύπησα το κεφάλι μου. Δεν θυμάμαι πώς χτύπησα το κεφάλι μου, πάντως χτύπησα το κεφάλι μου. Ανησύχησαν πολύ και η καθηγήτρια κάλεσε ταξί και μαζί με την αδερφή μου και μία συμμαθήτριά μου πήγα στο σπίτι μου. Και μπαίνοντας μέσα, ο πατέρας μου είχε γυρίσει από το μαγαζί του, ήταν μεσημέρι. Και μόλις με βλέπει λέει το όνομα της αδερφής μου. Και η συμμαθήτριά μου έσκασε στα γέλια διότι λέει: «Καλά, ούτε ο πατέρας σας δεν σας γνωρίζει;» Κι έτσι ήτανε πολύ άσχημη ιδέα να είμαστε στο ίδιο σχολείο διότι είμαστε–, όσο και να φαινόμαστε όμοιες, είμαστε πολύ διαφορετικού χαρακτήρα. Πολύ διαφορετικοί χαρακτήρες. Και παρόλο που τα παιδιά της αδερφής μου λένε ότι «είστε ίδιες», δεν είμαστε ίδιες. Έχουμε πολύ διαφορετικό χαρακτήρα. Αλλά η κάθε μία κατά κάποιον τρόπο, καταπίεζε την άλλη με τον Α ή τον Β τρόπο. Και έχεις διπλή αγωνία. Δηλαδή, σηκωνόμουνα εγώ για μάθημα και μου ’λεγε: «Κάτσε», ο καθηγητής. «Τελείωσες εσύ, κάτσε εκεί. Έλα ‘συ», να ’ρθει η άλλη τώρα, η αδερφή μου να πει μάθημα γιατί φοβόντουσαν ότι μήπως τυχόν η μία λέει το μάθημα δύο φορές. Γιατί είχαμε μικρές διαφορές στα μαθήματα, στην απόδοση. Κι έτσι ζούσα διπλά την αγωνία, όχι μόνο τη δική μου, και της αδερφής μου. Οπότε πολύ κακή εμπειρία. Τα δίδυμα πρέπει να τα χωρίζουνε. Παρόλο που είχα δει στην Αμερική–. Είχαμε πάει ένα ταξίδι επαγγελματικό με την Ολυμπια[00:35:00]κή, και ήμουνα με την αδερφή μου και ήτανε και ο αδερφός μου, ταξίδευε σαν επιβάτης. Και όταν φτάσαμε εκεί και σε όλη την διάρκεια των ημερών –ήτανε τριήμερη Αμερική– ήταν ένας καπετάνιος ο οποίος ο αδερφός μου είπε ότι «Έχει αρχίσει να με εκνευρίζει, διότι σας κοιτάζει συνέχεια», λέει. «Για το όνομα του Θεού και της Παναγίας!» Εμείς δεν το ’χαμε καταλάβει γιατί πάντα σαν δίδυμα μας κοιτούσανε, όπως κι εγώ θα κοιτάξω τώρα τα δίδυμα. Οπότε κάποια στιγμή όταν μπήκαμε στο πούλμαν για να γυρίσουμε να πάμε στο αεροδρόμιο, μας πλησιάζει ο καπετάνιος αυτός και μας δίνει μία εφημερίδα. Ξεφυλλίζουμε την εφημερίδα, αμερικάνικη εφημερίδα, και βλέπουμε ότι έδειχνε δύο κυρίες οι οποίες ήταν δίδυμες. Η μία είχε υιοθετηθεί και η άλλη ήξερε ότι είχε δίδυμη αδερφή, της είχε πει η μαμά της ότι «έχεις και μια αδερφή δίδυμη», αλλά την έδωσε. Δεν ξέρω, ήταν ανύπαντρη μητέρα; Δεν θυμάμαι αυτή τη λεπτομέρεια να σας πω. Και τελικά δεν είχαν ποτέ συναντηθεί. Κάποια στιγμή, πήγανε σε μία εκκλησία και η εκκλησία ενώ συνήθως ήταν ανοικτή αυτήν την ώρα, ήταν κλειστή. Και ‘καναν τον γύρο γιατί υπήρχε κι άλλη μία είσοδος, μήπως τυχόν η άλλη είσοδος ήταν ανοιχτή. Οπότε και συναντιούνται οι δύο αυτές κυρίες και κοιτάει η μία την άλλη και ήταν σαν να βλέπουν τον καθρέφτη τους! Και παρόλο που είχανε ζήσει όλα τα χρόνια ξεχωριστά, φορούσανε πανομοιότυπα ρούχα, σχεδόν ίδιο σκελετό γυαλιών, το σπίτι τους που ‘χε φωτογραφία ήταν περίπου το ίδιο. Δηλαδή, τα γούστα τους ήταν τα ίδια και είχαν και οι δύο ένα αίσθημα, αλλά στον πόλεμο δεν ευτύχησε και ήτανε και οι δύο ανύπαντρες. Και ήταν δίδυμες αδερφές. Και ο κύριος αυτός μας κοίταγε γιατί είχε δίδυμα αγόρια. Βεβαίως μετά, πετάξαμε πολλές φορές μαζί, ήτανε και τα παιδιά του και γι’ αυτό μας κοίταζε. Αυτά. Είναι δύσκολο το δίδυμο, πολύ δύσκολο.
Συζητάτε αυτές τις σχολικές αναμνήσεις με την αδερφή σας;
Ναι. Λέμε ότι «Τι κρίμα που τα καλύτερά μας χρόνια, δεν περάσαμε καλά!». Και όταν μου λένε, μερικές φωτογραφίες και μου λένε: «Θα ήθελες να είσαι τώρα;» Με τίποτα! Ούτε μία ώρα! Με τίποτα, με τίποτα, με τίποτα!
Υπάρχει κάτι που θα θέλατε να προσθέσετε;
Όχι, δεν νομίζω. Αν θέλετε κάτι εσείς να με ρωτήσετε. Δεν ξέρω αν σας κάλυψα με αυτά κι αν έχουνε ενδιαφέρον αυτά για το παρελθόν, πως ήταν τα σχολεία. Σήμερα δεν τολμάει βέβαια–, έχουν έρθει τα πάνω κάτω. Δεν τολμάει ο δάσκαλος ή ο καθηγητής να πει το παραμικρό στον μαθητή. Τελεία και παύλα.
Σας ευχαριστώ πολύ.
Να 'στε καλά.
Φωτογραφίες

Σχολικό λεύκωμα
Σελίδα από το σχολικό λεύκωμα της αφηγήτρι ...

Σχολικό λεύκωμα
Σελίδα από το σχολικό λεύκωμα της αφηγήτρι ...

Σχολικό λεύκωμα
Σελίδα από το σχολικό λεύκωμα της αφηγήτρι ...

Σήμα Αττικού Λυκείου
Το σήμα του σχολείου στα ρούχα που φορούσα ...

Σχολική χειροτεχνία
Παιδικό φόρεμα που έραψε η αφηγήτρια για τ ...

Σχολική χειροτεχνία
Ποδιά που δημιούργησε η αφηγήτρια στο σχολ ...

Σχολικές χειροτεχνίες
Ταγάρια και κεντήματα που δημιούργησε η αφ ...

Σχολικό Τετράδιο
Σχολικό τετράδιο της αφηγήτριας

Σχολικό Τετράδιο
Σελίδα από το τετράδιο Οικοκυρικών της αφη ...

Σχολικό λεύκωμα
Σελίδα από το τετράδιο Οικοκυρικών της αφη ...

Σήμα 15ου Γυμνασίου Θηλέ ...
Το σήμα του Γυμνασίου από το οποίο αποφοίτ ...
Περίληψη
Η αφηγήτρια αναφέρεται στις σχολικές της εμπειρίες. Η αρχική λαχτάρα να ξεκινήσει το σχολείο γρήγορα μετατράπηκε σε απέχθεια γι’ αυτό, καθώς η αφηγήτρια έζησε άσχημες εμπειρίες τόσο στο δημοτικό όσο και στο γυμνάσιο. Εξηγεί πώς παρά την επιμέλεια και την φιλομάθειά της, ο συντηρητισμός και οι εκπαιδευτικές μέθοδοι της εποχής δεν την βοήθησαν να αποδώσει. Μέσα από την αφήγησή της αναδεικνύονται εικόνες από τα σχολεία των δεκαετιών 1950-'60.
Αφηγητές/τριες
Αικατερίνη Βλασερού
Ερευνητές/τριες
Αικατερίνη Βλαχάκη
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
24/07/2020
Διάρκεια
38'
Σημειώσεις Συνέντευξης
Η αφηγήτρια είναι θεία της ερευνήτριας.
Περίληψη
Η αφηγήτρια αναφέρεται στις σχολικές της εμπειρίες. Η αρχική λαχτάρα να ξεκινήσει το σχολείο γρήγορα μετατράπηκε σε απέχθεια γι’ αυτό, καθώς η αφηγήτρια έζησε άσχημες εμπειρίες τόσο στο δημοτικό όσο και στο γυμνάσιο. Εξηγεί πώς παρά την επιμέλεια και την φιλομάθειά της, ο συντηρητισμός και οι εκπαιδευτικές μέθοδοι της εποχής δεν την βοήθησαν να αποδώσει. Μέσα από την αφήγησή της αναδεικνύονται εικόνες από τα σχολεία των δεκαετιών 1950-'60.
Αφηγητές/τριες
Αικατερίνη Βλασερού
Ερευνητές/τριες
Αικατερίνη Βλαχάκη
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
24/07/2020
Διάρκεια
38'
Σημειώσεις Συνέντευξης
Η αφηγήτρια είναι θεία της ερευνήτριας.