«Η ζωή μας είναι ένα παραμύθι»: Μία συγγραφέας και δασκάλα στην Επίδαυρο αφηγείται

Ά.Β.

[00:00:00]Καλησπέρα, θα μου πεις το όνομά σου;

Έ.Π.

Έλενα Παπαρίζου.

Ά.Β.

Είναι Πέμπτη 9 Ιουλίου, είμαι με την Έλενα Παπαρίζου, βρισκόμαστε στο Ναύπλιο, εγώ ονομάζομαι Βασιλάκου Άλκηστις, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Έλενα, θες να μας πεις πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με τη συγγραφή παιδικών, αλλά και όχι μόνο, βιβλίων; Γενικά, με τη συγγραφή.

Έ.Π.

Από βαρεμάρα. Βαριόμουν. Και επειδή είμαι δασκάλα και επειδή είναι πολύ πληκτικό να είσαι δάσκαλος και να μην έχεις τίποτα δημιουργικό με το οποίο να μπορέσεις να ενεργοποιήσεις την τάξη σου, ξεκίνησα να γράφω. Έγραφα δίστιχα, τετράστιχα και κάποια στιγμή είχα την ευλογία να συναντήσω τον Αντώνη τον Σουρούνη, συγχωρεμένος πλέον αλλά γνωστός Νεοέλληνας συγγραφέας, ξεχωριστός άνθρωπος, ιδιαίτερος, λατρεμένος. Ψάρευε στην Επίδαυρο και τον ήξερε ο Διονύσης, ο οποίος είναι ο σύζυγός μου. Πήγε λοιπόν τα γραπτά μου για να πάρουμε μια γνώμη ειδικού και εκείνος είπε ότι δυστυχώς για τον Διονύση και ευτυχώς για μένα έχω το στίγμα του συγγραφέα. Με παρέπεμψε στις εκδόσεις «Άγκυρα», έγινε μια πρώτη κρούση αλλά δεν ευοδώθηκε η συνεργασία. Εγώ γενικότερα είμαι περίεργο πλάσμα και δεν μπορώ να μπαίνω ούτε σε καλούπια ούτε σε στεγανά, ούτε δέχομαι εύκολα από κανέναν καμία εντολή. Ίσως και γι' αυτό γράφω αλλά δεν θεωρώ ότι είμαι συγγραφέας. Οπότε, κάπως έτσι ξεκίνησε. Έγραψα ένα θεατρικό για το σχολείο, άρεσε, ενθουσίασε. Μετά αποφάσισα να γράψω κάτι άλλο, μετά έμπαινα στο διαδίκτυο και ό,τι διαγωνισμό έβλεπα, συμμετείχα σε διαγωνισμούς. Κάποια στιγμή στο Facebook με ανακάλυψε μία κυρία, εκδοτικός οίκος, ο «Ήρα Εκδοτική» από τον Βόλο, θέλανε να τους στείλω κάτι. Έτσι έγραψα το πρώτο μου παραμύθι, μέσα σε μιάμιση ώρα, το έστειλα για να το δούνε και αυτοί το εκδώσανε. Και κάπως έτσι ξεκίνησε. Στη συνέχεια ανακάλυψα ότι μου αρέσει πάρα πολύ να γράφω, αλλά δεν μου αρέσει καθόλου το υπόλοιπο άχαρο κομμάτι της προώθησης, του τρεξίματος… Γενικά, δεν μπορώ να πω ότι είμαι και ιδιαίτερα κοινωνικό πλάσμα, παρότι είμαι δασκάλα. Οπότε, κάπου εκεί ναυάγησε και η επαγγελματική μου συνεργασία με τον εκδοτικό οίκο και τώρα είμαι ελεύθερος σκοπευτής. Αν θα δω κάτι που θα μου αρέσει, θα γράψω. Έχουν εκδοθεί πάρα πολλά συλλογικά έργα που έχω μέσα, συμμετέχω με διηγήματά μου, έχω πάρει μέρος, όπως είπα, σε πολλούς διαγωνισμούς, τους οποίους –ευτυχώς για μένα– έχω βραβευτεί σε όλους. Τώρα σκαρώνω κάτι μυθιστορήματα, αφήνω, γράφω, γράφω, αφήνω… Κάπως έτσι, επειδή βαριέμαι.

Ά.Β.

Ωραία, πρωτότυπη απάντηση. «Επειδή βαριέμαι», σωστό! Είδες τι μπορεί να γεννηθεί από τη βαρεμάρα!

Έ.Π.

Ναι, είναι πολύ δημιουργικό συναίσθημα η βαρεμάρα, όπως και η σιωπή. Και συμβουλεύω τους γονείς όταν βλέπουν τα παιδιά τους να ταβανοθεραπειάζουν, να χαίρονται. Γιατί σημαίνει ότι το παιδί δημιουργεί. Εγώ κάπως έτσι ήμουνα από μικρή. Πάντα κοίταζα το ταβάνι αν δεν διάβαζα ή πάντοτε διάβαζα. Τελικά, είναι δημιουργία αυτό, η βαρεμάρα.

Ά.Β.

Ωραία, ας πιαστούμε λοιπόν από αυτό που είπες, ότι ήσουν έτσι από μικρή. Πού μεγάλωσες μικρή; Γιατί τώρα μας είπες ότι είσαι δασκάλα στην Επίδαυρο. Γνωρίζω ότι είσαι από τη Λάρισα. Πώς λοιπόν ο τόπος καταγωγής σου, ας πούμε, ενέπνευσε την συγγραφή; Αν το έκανε...

Έ.Π.

Όχι, καμία σχέση. Γεννήθηκα στη Λάρισα. Η Λάρισα είναι μια τσιμεντούπολη. Υπέροχη πόλη, την αγαπώ, αλλά είναι τσιμεντούπολη. Ποτέ δεν ήθελα να ζήσω ιδιαίτερα εκεί. Τώρα βέβαια που μεγάλωσα και είμαι γριούλα πλέον, τη νοσταλγώ και θέλω, βλέπω… Το βλέμμα είναι στραμμένο προς τα επάνω. Αλλά όχι, δεν ήταν η Λάρισα που με ενέπνευσε να γράψω. Ήταν η βιβλιοθήκη ίσως της Λάρισας που εκεί περνούσα τον ελεύθερό μου χρόνο. Οι γονείς μου δεν είχα ποτέ πολλά χρήματα, δεν είχανε και την πανεπιστημιακή μόρφωση, οπότε ο μπαμπάς μου σκέφτηκε ότι ο μόνος τρόπος για να με βοηθήσει, είναι μου άνοιξε μια κάρτα δανειστικής βιβλιοθήκης, μια καρτέλα μέλους. Εγώ τελειώνοντας, φεύγοντας για το πανεπιστήμιο, είχα διαβάσει πάνω από δυόμισι χιλιάδες τίτλους σε αυτήν τη βιβλιοθήκη. Ναι, πλέον μου ανοίγαν την πόρτα και έμπαινα μέσα πίσω και μου λέγανε: «Έλενα, δεν έμεινε και κάτι!». Διάβαζα πολύ, πολλά από αυτά δεν τα καταλάβαινα, αλλά εμένα με γοητεύουν οι λέξεις. Μ' αρέσει… Όπως άλλοι κεντάνε με τις κλωστές, εγώ κεντώ με τις λέξεις. Και πάντοτε το κέντημα είναι ωραίο γιατί είναι δημιούργημα. Ό,τι δημιουργείς και βγαίνει από μέσα σου, είναι πάντοτε μοναδικό, ρε παιδί μου. Είναι ένα έργο τέχνης. Η Λάρισα μόνο αυτό. Από κει και πέρα, φεύγοντας από τη Λάρισα, προφανώς το είχα. Μάλλον υπήρχε, αλλά κανένας τόπος δεν με ενέπνευσε για να γράψω. Σου είπα, η βαρεμάρα ήταν αυτό, η κινητήρια… ο μοχλός που με ενέπνευσε και ξεκίνησα να γράψω είναι ότι έβρισκα ότι ό,τι διάβαζα και ό,τι γινότανε κι ό,τι υπήρχε από υλικό για να περάσω πράγματα στους μαθητές μου, το έβρισκα πεζό, το έβρισκα λίγο, το έβρισκα κομμένο και ραμμένο σε καλούπια. Το παιδί δεν μπορείς να το βάλεις σε καλούπια. Για να το ενεργοποιήσεις, ειδικά στην εποχή μας, που τα παιδιά από μόνα τους είναι απίστευτα πλασματάκια, πολύ πιο έξυπνα από εμάς, θέλει να έχεις πολύ δυναμικά μέσα για να μπορέσεις να ενεργοποιήσεις τα θέλω τους και να τους περάσεις την ανάγκη να μάθουν. Δεν είναι απλά «πρέπει να μάθουν». Δεν υπάρχει πρέπει. Πρέπει να το κερδίσεις, να το κατακτήσεις. Εγώ λοιπόν, ενεργοποιώντας την φαντασία μου και όλους αυτούς τους δαιμόνους που έχω μέσα μου, έφτιαξα έναν δικό μου κόσμο. Κάθε φορά που μπαίνουν οι μαθητές στην τάξη, βάζουμε τη ζώνη ασφαλείας και ξεκινάμε ένα ταξίδι. Το ταξίδι στην γλώσσα θα είναι στη χώρα των γραμμάτων, το ταξίδι στα μαθηματικά θα είναι στη γλώσσα των μαθηματικών. Υπάρχει μελέτη περιβάλλοντος που συναντιώνται όλοι για να κάνουν μπάνιο στις λίμνες και στα βουνά, και γενικότερα κάπως έτσι δουλεύει. Κι έτσι ξεκίνησα και να γράφω. Κάθε φορά γράφω όταν βαριέμαι στην τάξη, φτιάχνω ιστορίες με πουλιά, φτιάχνω παραμύθια του μήνα, γράφω πάρα πολλά πράγματα συνέχεια. Το πρόβλημα είναι με τους εκδοτικούς οίκους στην Ελλάδα. Κατά τ' άλλα, όλα καλά. Αλλά ναι, είναι ωραία πράγμα. Για μένα είναι ψυχοθεραπεία η γραφή και οι μαθητές μου χαίρονται πολύ.

Ά.Β.

Μαθητές είχες στην Επίδαυρο μόνο; Πότε ήρθες στην Επίδαυρο;

Έ.Π.

Όχι, όχι, όχι. Δεν είχα μόνο στην Επίδαυρο. Μαθητές έχω από φοιτήτρια. Έκανα πρακτική στη Θεσσαλονίκη, κάναμε πρακτική σε ειδικά σχολεία. Εγώ τελείωσα το Παιδαγωγικό Τμήμα της Θεσσαλονίκης, στο Αριστοτέλειο. Δούλεψα σε ιδιωτικό στη Λάρισα, σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, δύο διαφορετικά ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, δεν θα αναφέρω τα ονόματα, δεν τους εκτιμώ κιόλας, να πω την αλήθεια. Φάμπρικα. Εκεί καταλαβαίνεις πώς καταστρατηγείται η ελευθερία και η δημιουργική… η δημιουργικότητα των παιδιών. Αυτό κάνει ένα ιδιωτικό σχολείο. Δημιουργεί τα τέλεια πρόβατα. Εγώ ποτέ δεν συμπάθησα τα πρόβατα. Τ' αγαπώ τα πρόβατα σαν ζωάκια, αλλά δεν θεωρώ ότι πρέπει ο άνθρωπος να μείνει στην κατηγορία «πρόβατο». Δούλεψα στα ιδιωτικά με παιδάκια. Από κει κατάλαβα ότι δεν μπορώ εγώ να ακολουθήσω κανόνες, γιατί εκεί μου επέβαλαν και τον τρόπο σκέψης και τον τρόπο διδασκαλίας. Και έφυγα, πήγα στο Πόρτο Χέλι. Εκεί ξεκίνησα, ήμουν αναπληρώτρια στο Πόρτο Χέλι, από κει ξεκίνησε η αυτενέργεια. Από κει ξεκίνησα, αν θες, να σκαρώνω δίστιχα και τετράστιχα γιατί βαριόμουν. Και φτάσαμε μέχρι την Επίδαυρο. Στην Επίδαυρο είμαι τα τελευταία δεκαεφτά χρόνια, γιατί έτυχε να γνωρίσω και τον άντρα μου, παντρεύτηκα, έκανα δυο παιδιά. Ρίζωσα, αν θες, εκεί. Οπότε, ναι. Αλλά...

Ά.Β.

Θυμάσαι στο Πόρτο Χέλι, επειδή είπες ότι το κάνεις συνέχεια, κάνεις ταξίδια με τα παιδιά και γράφεις, αλλά θυμάσαι ίσως την πρώτη σου εμπειρία; Ποια ήταν… ποιο ήταν το έναυσμα για να γράψεις το πρώτο σου ποίημα και τι ταξίδι κάνατε;

Έ.Π.

Το πρώτο μου ποίημα ήτανε το γεγονός ότι είχα μία, είχα το ολοήμερο. Και στο πρωινό τμήμα ήταν ένας δάσκαλος στην πέμπτη δημοτικού, ο οποίος ήτανε για μένα δυστυχισμένος άνθρωπος. Δεν ήθελε με τίποτα να κάνει κάτι για το καλοκαίρι για τους μαθητές τους. Οπότε, με παρακάλεσε ο διευθυντής να βρούμε κάτι, να ψάξουμε, να φτιάξουμε κάτι, να σκαρώσουμε ένα θεατρικό, ένα κάτι, ρε παιδί μου, γιατί κάνανε…Τότε συνηθιζόταν στα σχολεία, κάνανε το κλείσιμο του σχολείου ήτανε γιορτή που την κάνανε απόγευμα, με όλες τις τάξεις να συμμετέχουν, ποιήματα, τραγούδια. Εντάξει, το Πόρτο Χέλι είναι μικρό χωριουδάκι, μπορεί να είναι τουριστικό θέρετρο, αλλά οι κάτοικοι δεν είναι πολλοί. Οπότε, δεν έχουνε και πολλές εναλλακτικές σε ό,τι αφορά να δούνε κάτι, να κάνουν, να συμμετέχουν τα παιδιά. Οπότε, δεν βρήκα... Έψαξα κάποια βιβλία που είχε κάποια πράγματα, ήτανε αηδίες όλα αυτά, για μένα. Και τότε κάθισα και έφτιαξα ένα θεατρικό με τους μαθητές μου. Είχε πάρα πολλή πλάκα γιατί υπήρχε πολύ το… Υπήρχε ένα βασικό σενάριο, και καλά μια τάξη στην οποία οι μαθητές δεν θέλουνε... τα κλασικά αυτά που κάνουνε, τις φάρσες στον δάσκαλο, και όλα αυτά και τα όνειρά τους… Τελικά, πήγε πάρα πολύ καλά, γιατί ήτανε πολυπολιτισμική η τάξη αυτή. Είχε πολλά παιδιά από Ινδία, από Ρουμανία, από Αλβανία, αλλά ήτανε μεγάλα παιδιά. Δηλαδή μπορεί να ήταν πέμπτη, αλλά ήταν παιδιά 13 και 14 χρονών, που είχανε και δεύτερη δουλειά απογευματινή. Και βγήκε κάτι πάρα πολύ ωραίο. Ήταν, έτσι, σαν ένα ηθογράφημα, ήτανε πολλές εικόνες μαζί, πολύ αστείο. Σκέψου μόνο ότι τελειώσαμε, το κάθε παιδί τραγουδούσε κάτι απ' τον τόπο του για να αποχαιρετήσουν τον δάσκαλο. Και αυτός χαιρότανε αλλά τελικά τον κορόιδευαν, γιατί ήτανε όλα τα τραγούδια που λέγανε ήτανε αστεία, αλλά γελοία αστεία. Αυτός δεν το κατάλαβε βέβαια ποτέ. Κι έτσι ξεκίνησε. Και μετά ήρθα στην Επίδαυρο. Βέβαια μετά σταμάτησα. Ξαναέγραψα αφού είχα γεννήσει τα παιδιά μου. Μέχρι τότε ήταν λίγο δύσκολο να γράψω. Έγραψα μετά.[00:10:00] Και κάποια στιγμή έγραψα και επικοινωνήσανε μαζί μου, τότε με τον Σουρούνη που επικοινωνήσανε μαζί μου για να τα εκδώσω, αλλά εγώ δεν ήθελα. Να σου πω την αλήθεια, εγώ δεν πιστεύω ότι είμαι συγγραφέας. Απλά πιστεύω ότι είμαι ένας άνθρωπος που βαριέται πολύ. Οπότε, δεν ήθελα. Και μετά, όταν μετά με πήρανε τηλέφωνο από το Ναύπλιο, πολύ αργότερα – αυτοί με ενοχλούσαν συνέχεια κατά καιρούς, αλλά εγώ δεν. Και τελικά, καλά έκανα και δεν ήθελα, γιατί υπάρχει πολύ βρομιά. Και πρέπει να κάνεις πολλές υποχωρήσεις, να ταπεινωθείς πάρα πολύ και είναι πάρα πολύ άσχημο για έναν άνθρωπο, ο οποίος δημιουργεί, να πρέπει να ταπεινώνεται για να κερδίσει, ας πούμε να σ' το πω, τα δεδουλευμένα, που δεν μου αρέσει αυτό, αλλά όταν… Είναι ένα πνευματικό πόνημα. Όταν λοιπόν κουράζεσαι για να φτιάξεις κάτι, καλό είναι να αμείβεσαι γι' αυτό. Γιατί όταν παράγεις έργο, πρέπει να αμειφθείς και για το έργο σου. Είναι καλό, ειδικά όταν το μοιράζεις και το κοινωνείς παντού. Και κάνει καλό. Δηλαδή, εντάξει, τα βιβλία ανοίγουν πραγματικά τους ορίζοντες. Όταν λοιπόν φτάνεις στο σημείο να πρέπει να παρακαλέσεις ή να διαπληκτιστείς γιατί ξέρεις ότι σε κλέβουν, εκεί λες: «Άι σιχτίρι!». Εγώ το είπα. Συγγνώμη για τη βρισιά, αλλά έφτασα στο σημείο να πω: «Όχι, ρε παιδιά, εγώ δεν θα καθίσω να παρακαλέσω ούτε για 100, ούτε για 200, ούτε για 1.000.000 ευρώ!». Εγώ αυτό που κάνω το αγαπώ πάρα πολύ, το σέβομαι κι ας είναι στις διαστάσεις του μικρού. Δεν είμαι του μεγάλου βεληνεκούς η συγγραφέας. Είμαι ένας μικρός άνθρωπος, ο οποίος κάνει κάτι μικρό. Αλλά και αυτό το μικρό κάνει την διαφορά. Δεν το διαπραγματεύομαι λοιπόν και δεν το ευτελίζω. Γιατί όταν το αρχίζεις και το διαπραγματεύεσαι όλο αυτό και φτάνεις σε σημεία άσχημα, ε, τότε το ευτελίζεις. Και δεν είναι ωραίο.

Ά.Β.

Σωστά. Θες να μας περιγράψεις τη ζωή σου στην Αργολίδα, ως δασκάλα που έχει έρθει από αλλού, από άλλον τόπο;

Έ.Π.

Ξένο σώμα. Λοιπόν. Μήδεια. Τη γνωρίζουμε τη Μήδεια; Αυτό ακριβώς είμαι εγώ. Δεκαεφτά χρόνια μετά εξακολουθώ να μην είμαι αποδεκτή, εξακολουθώ να αισθάνομαι ξένη, πράγμα το οποίο με πονάει ακόμα. Ίσως και γι' αυτό αποφάσισα να φύγω. Θέλω να γυρίσω στη Λάρισα τελικά, γιατί δυστυχώς εδώ η νοοτροπία δεν είναι θετική απέναντι στον ξένο. Για να μπορέσεις και πάλι να ενταχθείς κάπου, πρέπει να αφήσεις κομμάτι δικό σου. Εγώ αρνούμαι να απαρνηθώ την Έλενα. Δεν θα ξεχάσω, μου 'πανε... όταν είχα φτάσει τα πρώτα χρόνια, μου λένε: «Όχι όπως ήξερες, όπως βρήκες!». Και η απάντησή μου ήταν: «Όχι. Όπως ήξερα, όπως ξέρω κι όπως θέλω να γνωρίζω στο μέλλον». Οι άνθρωποι εδώ είναι περίεργοι. Εγώ πολεμήθηκα πάρα πολύ, ακόμα και για τα γραπτά μου. Ίσως και γι' αυτό και έχω αποστασιοποιηθεί και γράφω λίγο και ασχολούμαι με πράγματα που θέλω εγώ, και μόνο διαδικτυακά πλέον. Έφαγα πολύ πόλεμο, πολύ ζήλια, και είναι αστείο. Γιατί το να ζηλέψεις έναν άνθρωπο που έχει πάρει μια καινούρια τσάντα και να πεις: «Θέλω κι εγώ», εντάξει, κάνεις αποταμίευση και παίρνεις μια τσάντα. Το να ζηλέψεις έναν άνθρωπο ο οποίος γράφει, ενώ εσύ δεν μπορείς και δεν έχεις καμία σχέση με το αντικείμενο, είναι λίγο σουρεαλιστικό. Και το γεγονός ότι έγραφα, το γεγονός ότι ταξιδεύω με τους μαθητές μου και το γεγονός ότι είμαι αντισυμβατική δασκάλα και αντισυμβατικός άνθρωπος, μου δημιούργησε πάρα πολλά προβλήματα. Από την μια. Από την άλλη, κέρδισα λιγοστούς αλλά πιστούς φίλους, δύο εξαιρετικά παιδιά, τα οποία είναι κι αυτά ξένο σώμα, αλλά είμαι τόσο περήφανη που είναι ξένο σώμα σ' αυτόν τον τόπο. Στεναχωριέμαι πάρα πολύ που είναι ένας τόπος απίστευτης ομορφιάς. Η Επίδαυρος σαν τόπος, σαν ενέργεια, σαν… Εγώ έχω την ευλογία να ζω απέναντι απ' το μικρό θεατράκι. Και να βλέπεις αυτό το πράγμα κάθε πρωί! Είναι… Λες: «Είμαι τυχερή που ζω εδώ!». Ταυτόχρονα μόλις κατεβαίνεις να πας να πάρεις ψωμί, λες «Όχι, να πάρει η ευχή! Γιατί; Πού φταίω η καημένη;» Εκεί διαλύεται το οικοδόμημα και καταρρέει. Στην Επίδαυρο είναι περίεργα τα πράγματα. Αν αγαπάς τον τόπο, εγώ τον λατρεύω τον τόπο, δηλαδή φεύγοντας από εκεί θα κλαίω, αφήνοντας αυτό το μαγευτικό μέρος. Η ενέργεια, οι μυρουδιές, ο χώρος, οι αισθήσεις είναι απίστευτες. Οι κάτοικοι που ζούνε θέλουνε πολλή πολλή δουλειά. Ίσως χρειαστεί να τους ξεβάψεις και να τους ξαναβάψεις.

Ά.Β.

Για πες μας όμως, τι είναι αυτό που ακούς όταν κατεβαίνεις για ψωμί στον φούρνο και σε κάνει να μην θες να είμαι εκεί;

Έ.Π.

Το γεγονός, ας πούμε, ότι εγώ είμαι σ' ένα… κάνω ένα δεύτερο πτυχίο στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών στο Ναύπλιο. Πολύ απλά γιατί βαριέμαι. Είπαμε το ρήμα που αντιπροσωπεύει την Έλενα είναι το «βαριέμαι». Επειδή λοιπόν βαριέμαι, αποφάσισα να πάρω ένα δεύτερο πτυχίο, γιατί δεν έχω τα χρήματα, αν θες, να κάνω μία… ένα μεταπτυχιακό, να κάνω κάτι παραπάνω. Γενικότερα σαν άνθρωπος, από τότε που τελείωσα το πανεπιστήμιο και μετά, δεν σταμάτησα ποτέ να ενημερώνομαι γι' αυτό το οποίο σπούδασα. Όταν έχεις να κάνεις με παιδιά, όταν έχεις να κάνεις με ζωντανούς οργανισμούς, δεν μπορείς να πεις: «Τα 'μαθα και τελείωσε!». Όποιος το κάνει αυτό το λάθος, για μένα δεν είναι εκπαιδευτικός. Θέλοντας λοιπόν εγώ να διευρύνω τους ορίζοντές μου, να βοηθήσω τα παιδιά, το Θεατρικών Σπουδών είναι ένα απίστευτο τμήμα και έχει απίστευτη θεματολογία και σου δίνει απίστευτα εργαλεία για να εργαστείς, ειδικά με μικρά παιδιά. Όταν λοιπόν το άκουσαν αυτό, γύρισαν και μου 'πανε: «Ρε κυρά δασκάλα, δεν κοιτά να ανοίξεις κάνα φύλλο, να φτιάξεις καμιά πιτούλα, να βοηθήσεις στη δουλειά του άντρα σου κάτω στον φούρνο; Τι τα θες τώρα αυτά εσύ; Λες και θα χτυπήσεις κάνα γκόμενο;». Ένα ενδεικτικό παράδειγμα του γιατί δεν υπάρχει καμία σχέση στη νοοτροπία τους με τη δική μου. Ναι, ένα μικρό δείγμα.

Ά.Β.

Και όσον αναφορά τη συγγραφή που λες, στο χωριό είσαι γνωστή ως δασκάλα, ως συγγραφέας, ως τι;

Έ.Π.

Η γυναίκα του φούρναρη. Τα τελευταία χρόνια είμαι η Έλενα η δασκάλα, η Λαρισαία. Ε, τώρα υπάρχουν και πιο κακεντρεχείς, οι οποίοι θα αναφερθούν σε εμένα «το ψώνιο», «η σνομπ». Αυτά.

Ά.Β.

Το «σνομπ» γιατί; Επειδή γράφεις;

Έ.Π.

Επειδή δεν σχετίζομαι με πολύ κόσμο στην Επίδαυρο. Δεν είμαι κοινωνικό πλάσμα. Δεν βγαίνω. Ασχολήθηκα με τα πολιτιστικά του τόπου, για να βοηθήσουμε τον τόπο να πάει ένα βήμα παραπέρα. Έγραψα ένα θεατρικό σενάριο και ανεβάσαμε και παράσταση με ερασιτεχνικό θίασο ενηλίκων. Είχε τίτλο «Η τελετή αρχίζει στις 9». Μιλούσε για μία θεία που είχε πεθάνει και την παραμονή της κηδείας της, μαζεύτηκαν όλα τα ανίψια της για να την ξενυχτήσουνε τη θεία και, τέλος πάντων, γίνονται αποκαλύψεις κι αυτά. Είναι μια μαύρη κωμωδία. Ήτανε πάρα πολύ ωραίο αυτό, στην παράσταση αυτή είχε έρθει και ο Ρέππας με τον… δεν θυμάμαι πώς τον λένε τον φίλο του και συνεργάτη του, τον Αλέξανδρο… δεν το θυμάμαι. Εν πάση περιπτώσει. Ο Ρέππας γνωστό ότι γράφει. Δεν θα ξεχάσω το τι είχα, είχα… πραγματικά ένιωσα τιμή, γιατί με πιάνει και μου λέει: «Συγγνώμη», μου λέει, «ποιος το έχει γράψει αυτό;». Λέω: «Εγώ». Μου λέει: «Μόνη σας;». «Ναι». Και το ωραίο ήταν ότι τότε δεν είχα γραφτεί στο Θεατρικών Σπουδών και μου λέει: «Είναι εξαιρετικό, είναι πρωτογενές υλικό! Σίγουρα», μου λέει, «θέλει ένα μικρό χτένισμα, αλλά μπράβο σας, έχετε μέλλον!». Το πρόβλημα μ' εμένα είναι ότι όταν ακούω ότι έχω μέλλον σε κάτι, το βαριέμαι και πάω παρακάτω. Καιρός να κάνουμε κάτι άλλο! Το ωραίο με την παράσταση είναι ότι εγώ... ανέβηκε η παράσταση, φτιάξαμε αφίσες, εμείς κολλούσαμε τις αφίσες και μετά πηγαίνανε από πίσω οι υπεύθυνοι του Πολιτιστικού και τις κατέβαζαν τις αφίσες. Ρωτούσε ο κόσμος: «Πότε είναι η παράσταση;» και σου λέγανε άλλες ημερομηνίες.

Ά.Β.

Αυτό με ποια ομάδα; Με εφήβους το είχες κάνει;

Έ.Π.

Όχι, όχι, όχι. Με ενήλικες μεγάλους, δηλαδή οι άνθρωποι ήτανε συνταξιούχοι όλοι. Και δύο ρόλοι μόνο ήτανε δύο κυρίες, οι οποίες ήταν άνω των 40, αλλά δεν ήτανε συνταξιούχες. Αλλά οι περισσότεροι ήταν συνταξιούχοι. Ήταν απίστευτο, γιατί ήταν η πρώτη φορά που συνεργάστηκα με ενήλικες. Εγώ είχα πλήρη άγνοια, κι από σκηνοθεσία... Ό,τι είχε γίνει, έγινε βάσει ενστίκτου. Προφανώς το έχω, γενικότερα, το όλο θέμα. Το ωραίο μ' εμένα, κι αυτό που μέτρησε και κράτησα, είναι ότι αυτή η ομάδα πέρασε τόσο καλά! Όλοι είχαν μείνει στο «η Έλενα η σνομπ» και στην αρχή όλοι πιστεύαν ότι θα δούνε μία leader που θα… Εγώ είμαι πολύ άνθρωπος του «εμείς». Αυτό που είπε ο Μακρυγιάννης: «Είμαστε εις στο “εμείς” και όχι εις στο “εγώ”», το πιστεύω ολόψυχα. Για να πετύχεις, αν δεν είσαι συλλογικά μέλος μιας ομάδας και δεν συμμετέχεις στο «εμείς» –εσύ το ξέρεις πολύ καλά– δεν πρόκειται να πετύχεις τίποτα. Εγώ λοιπόν αυτό το εφάρμοσα, όχι μόνο βάσει κανόνα, δηλαδή είπα: «Θα κάνω αυτό». Βγήκε τελείως αυθόρμητα. Κι ήταν τόσο όμορφο το ταξίδι, κράτησε τέσσερις μήνες, με πρόβες, με όλα αυτά… Πραγματικά ήταν πάρα πολύ ωραίο, απίστευτα ωραίο! Παρά τα όσα εμπόδια συναντήσαμε, εγώ ακόμη και τώρα το νοσταλγώ. Και πήρα και τη μικρή μου εκδίκηση, γιατί χρόνια μετά, οι πολέμιοί μου το παραδέχτηκαν και είπαν ότι: «Από τότε που ανέβηκε η παράσταση της Έλενας, δεν έχει παρουσιαστεί και κάτι καλό από τη θεατρική ομάδα». Αλλά εντάξει.

Ά.Β.

Που ανέβηκε;

Έ.Π.

Στην Επίδαυρο, είχανε... έχουνε έναν χώρο στον Πολιτιστικό, αλλά τελικά επειδή ήταν καλοκαίρι κι έκανε πολύ ζέστη, το ανεβάσαμε δίπλα στην εκκλησία με μία εξέδρα, έξω στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας, στον Άγιο Νικόλαο. Πάρα πολύ ωραία ήτανε! Ειδικά την πρώτη παράσταση που είχε και πανσέληνο… Εντάξει, δεν το συζητώ, υπέροχα! Ήταν ωραία, δηλαδή αν σκεφτείς ότι ανεβήκανε δύο παραστάσεις και κόψαμε κοντά στα χίλια εισιτήρια, με όλο τον πόλεμο και όλο αυτό… Το ωραίο ήταν ότι ήρθαν και κάποιες πιο ηλικιωμένες κυρίες… Εγώ, το χιούμορ μου είναι μαύρο και αυτοσαρκαστικό. Δεν καταλαβαίνανε όλα τα αστεία. Εντωμεταξύ, το σενάριο έχει και πολλές ατάκες, είναι λίγο… Αλλά τους άρεσε τόσο πολύ ο τρόπος που παίζανε οι ηθοποιοί, που μου λέγανε: «Δεν καταλαβαίνουμε και πολλά, αλλά είναι τόσο ωραίο!». [00:20:00]Και αυτό ήταν τέλειο! Ναι, ήταν ωραία. Είναι ωραία.

Ά.Β.

Αυτό το κείμενο υπάρχει;

Έ.Π.

Ναι, βέβαια, υπάρχει, βέβαια. Εννοείται. Πού; Σε μένα. Το έχω. Σενάριο. Έχω πάρα πολλά πράγματα. Έχω πάρα πολλά σενάρια παιδικά, πολλά… Αυτή η παράσταση που ανέβηκε κιόλας υπήρξε και αφίσα, την οποία δεν… Καλά, η αφίσα ήταν τέλεια! Είχαμε ντυθεί όλοι στα μαύρα. Πώς είναι μια φωτογραφία σε κηδεία; Σοβαροί όλοι, έτσι, με φάτσες... πολύ σοβαροί! Ήταν πολύ αστείο, σαν πορτραίτο οικογενειακό, ρε παιδί μου, κι από πίσω ένας μεγάλος σταυρός νέον και έγραφε: «Η τελετή αρχίζει στις 9». Πάρα πολύ ωραία η αφίσα. Ήταν πολύ αστεία.

Ά.Β.

Άρα με αυτήν την παράσταση που έκανες, κατάφερες να φέρεις ένα μέρος της Επιδαύρου προς το, δηλαδή, να καταρρίψουν αυτήν την προκατάληψη που υπήρχε για σένα.

Έ.Π.

Εντάξει, αυτό, να σου πω την αλήθεια, δεν μπορώ να το ξέρω με σιγουριά. Είναι περίεργοι άνθρωποι. Δηλαδή, τη μία είναι «ναι» και την άλλη είναι εμφατικά «όχι». Είναι πολύ κλειστή κοινωνία, είναι πολύ… Είναι άνθρωποι του δούναι και του λαβείν. Από κει ξεκινάει και χωλαίνει το πράγμα. Πρέπει να λάβουν και πρέπει να σου δώσουν για να μην έχουν υποχρέωση. Δεν θεωρούνε το «δίνω και παίρνω ενέργεια», «δίνω και παίρνω αγάπη», «δίνω και παίρνω φιλία». Δεν τ' αντιλαμβάνονται αυτά τα συναισθήματα και γι' αυτούς δεν μετράνε κιόλας. Γι' αυτούς... είναι μια κοινωνία, η οποία έχει διαβρωθεί από το χρήμα, χωρίς να έχει την κουλτούρα, αν θες, να το διαχειριστεί. Ζήσανε τη φοβερή εποχή της δεκαετίας του '80, που ήρθανε όλοι οι τουρίστες οι Αμερικάνοι με το χρήμα το ζεστό, που μένανε σε καταλύματα-παραπήγματα, αλλά δεν τους ένοιαζε, γιατί τότε ήτανε στην άνοδό του το Εθνικό Θέατρο κι οι παραστάσεις στην Επίδαυρο, οπότε όλοι πήρανε από αυτήν την πίτα. Όταν ξαφνικά αυτό έσκασε σαν φούσκα και ήρθε η οικονομική κρίση κι όλα αυτά, αυτοί οι άνθρωποι μείνανε στο τότε. Και ενώ πλέον τα πράγματα έχουν αλλάξει, αυτοί εξακολουθούνε να θεωρούνε τις αρχές του '80 ως τρόπο για να βγάλουν χρήματα. Δεν είναι έτσι. Δηλαδή, ο κόσμος ακόμα και τώρα, δεν θέλει το άξεστο της δεκαετίας του '80. Αν μη τι άλλο, ρε παιδιά, δεν είναι ο Στάθης Ψάλτης το ορόσημο της Ελλάδος. Στην Επίδαυρο όμως, εξακολουθούν να έχουν μείνει σε αυτό. Ακόμα και τα κέντρα διασκέδασής τους αρνούνται να τα ανακαινίσουν. Και ναι, το folklore το δέχομαι, αλλά όταν αυτό γίνεται τρόπος και στάση ζωής, παύει να έχει γοητεία. Είναι κάτι ξεπερασμένο και κάτι το οποίο δεν.

Ά.Β.

Κριτική από γονείς ή από τον κόσμο...

Έ.Π.

Έχω οπαδούς κι έχω και εχθρούς. Οι γονείς με… οι περισσότεροι γονείς με λατρεύουν. Θα πω και κάτι το οποίο είναι αυτοαναφορικό και ναι, θ' ακουστεί και ξιπασμένο: είμαι πάρα πολύ καλή στη δουλειά μου, είμαι εξαιρετική δασκάλα, γιατί λατρεύω τα παιδιά, και γιατί είχα την ατυχία σαν παιδί να φάω πάρα πολύ ξύλο από τη δασκάλα μου, όχι γιατί δεν ήμουνα έξυπνη, αλλά γιατί ο μπαμπάς μου δεν ήτανε πλούσιος. Ήμουνα σε πειραματικό σχολείο και στα πειραματικά σχολεία συνήθως πηγαίνουν τα παιδιά των πολύ πλούσιων οικογενειών – τουλάχιστον αυτό γινόταν στη Λάρισα. Εμείς ήμασταν, ανήκαμε στο ένα 10% που δίνανε, κάναν τα χαρτιά τους και με κλήρωση επιλέγαν και κάποια παιδιά των απλών ανθρώπων. Εγώ λοιπόν ήμουνα σ' αυτό το 10%. Ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή! Πέρασα δραματικά κι εγώ και η αδερφή μου. Καμιά από τις δυο μας δεν έχει ευχάριστες αναμνήσεις από το δημοτικό. Ήτανε το μεταίχμιο. Εμείς ήμασταν παιδιά του '80, φάγαμε ξύλο πολύ, μέχρι να 'ρθούνε οι ρυθμίσεις και οι αλλαγές. Σκέψου ότι εγώ μέχρι και δευτέρα δημοτικού έγραφα με δασείες και ψιλές. Πρόλαβα κι αυτό. Και την ποδιά, για ενάμιση χρόνο περίπου. Και έγινα δασκάλα, και μάλιστα ήμουνα 30, βρήκα τη δασκάλα μου την τότε και όταν αυτή ήρθε χαρούμενη να μου πει: «Αχ, Έλενα, έγινες δασκάλα;». «Ναι», της λέω, «για να αποδείξω σε όλους ότι οι δασκάλες δεν είναι αυτό που θέλατε να είστε εσείς!». Ο δάσκαλος αγαπά τα παιδιά, δεν ξεχωρίζει, δεν έχει στεγανά και δεν έχει και όρια ούτε στην αγάπη ούτε σ' αυτό που θέλει να μεταφέρει! Οι γονείς, λοιπόν, το έχουν καταλάβει αυτό. Και όσο κι αν είμαι δύσκολος άνθρωπος στο να συσχετιστώ με τους ενήλικες, με τα παιδιά τα πηγαίνω απίστευτα καλά. Με λατρεύουν και τα λατρεύω. Είμαι πάρα πολύ αυστηρή σε πολλά πράγματα. Μου 'χουν τυφλή εμπιστοσύνη, πράγμα το οποίο πολλές φορές μου ξενίζει. Και ακόμα και τώρα μαθητές μου που έχουν περάσει Πανελλήνιες, έρχονται και μου λένε: «Κυρία Έλενα, τι ωραία αυτά που μας λέγατε και πόσο δίκιο είχατε!». Κι αυτό είναι... αυτά είναι τα δικά μου μετάλλια. Κι αυτά ίσως είναι και πιο σημαντικά απ' τα μετάλλια της συγγραφής και μιας συνέντευξης σε ένα περιοδικό, ή αν θα ακουστεί το βιβλίο ή τι πωλήσεις έκανες. Για μένα αυτά είναι τα καλύτερα μετάλλια. Και οι ζωγραφιές! Έχω… μαζεύω ζωγραφιές χρόνια τώρα με πορτραίτα μου! Υπάρχουν κάποιοι οι οποίοι τολμούν να κάνουν αυτό το πρόσωπο πορτραίτο, εγώ δεν θα το τολμούσα, δεν αξίζει, η μύτη κυριαρχεί! Αλλά, υπάρχουν παιδιά τα οποία πραγματικά… Και φαίνεται η αγάπη σ' αυτό, τα χρώματα… Απίστευτο! Μπορώ να σου μιλάω μέρες για τα παιδιά και την τάξη μου και τους γονείς. Είναι κάποιοι γονείς, ειδικά οι γονείς των παιδιών που είναι από ξένες χώρες, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο τους θαυμάζω αυτούς τους ανθρώπους! Τι όρεξη έχουνε! Τι «θέλω»! Πόσο πολύ θέλουν τα παιδιά τους να κάνουνε το διαφορετικό. Οι Έλληνες είναι λίγο πιο ραχάτι, θεωρούν ότι όλα… Δεν είναι έτσι. Είναι πραγματικά φοβερό. Κι είναι πολύ ωραίο το σχολείο της Αρχαίας Επιδαύρου, γιατί είναι ένα σχολείο το οποίο πραγματικά είναι πολυπολιτισμικό. Έχει παιδιά από πάρα πολλές φυλές, που αυτό είναι πολύ καλό και για τα παιδιά. Δυστυχώς, έχουμε και εκεί κάποια δείγματα ρατσιστικών τάσεων. Όλες οι κλειστές κοινωνίες το έχουν αυτό. Και μία ξενοφοβία, παρότι είναι τουριστικό μέρος. Γι' αυτό σου είπα ότι δεν υπάρχει παιδεία. Αλλά γενικότερα, είναι ωραία.

Ά.Β.

Ωραία. Πάμε τώρα πάλι στην άλλη σου ιδιότητα, του συγγραφέα, και στο κομμάτι της κριτικής, που είπα πριν. Θυμάσαι κάποια κριτική που είτε σε συγκίνησε πολύ, κάποιου σημαντικού ή όχι ανθρώπου, τα λόγια του τα οποία σε συγκίνησαν πολύ ή κάποια άλλη η οποία σε στεναχώρησε αντίστοιχα;

Έ.Π.

Λόγια. Έχω ακούσει πολλά από ηθοποιούς. Πολλούς ηθοποιούς και μεγάλους ηθοποιούς. Και από σκηνοθέτες έχω ακούσει. Τώρα, ονόματα να σου πω, έχω ακούσει καλά λόγια, όχι άσχημα. Έχω ακούσει άσχημα λόγια από συναδέλφους μου. «Ψωνάρα...». Το κορυφαίο θα σου πω. Έχει έρθει συνάδελφος και μου λέει: «Έλενα, μήπως μπορείς να μου πεις με ποιον εκδοτικό οίκο συνεργάζεσαι;». Της είπα. Λέω: «Γιατί;». «Ε, να, μωρέ», μου λέει, «έχω γράψει κι εγώ κάτι και να βγάλω κι ένα βιβλιαράκι», μου λέει, «να πάρουμε και κάνα μόριο!». Της λέω: «Οκέι, χαίρομαι πολύ», της λέω, «που έγραψες κι εσύ ένα βιβλιαράκι. Μπορώ», της λέω, «αν θέλεις να το στείλω να το δει». Το έστειλα και στην «Άγκυρα», εκδόσεις «Άγκυρα» που εγώ δεν έχω στείλει δικά μου ακόμη, δεν θέλω. Γιατί προσπάθησαν να κλέψουνε τα… Ο λόγος που δεν θέλω τον εκδοτικό οίκο «Άγκυρα», γιατί μία κυρία η οποία ήταν υπεύθυνη τότε προσπάθησε να κλέψει τη δουλειά μου, παραπέμποντάς με να της τα στείλω αλλού και όχι στον εκδοτικό οίκο. Γι' αυτό σου λέω, έχω... είμαι λίγο πικραμένη σ' αυτό το κομμάτι. Η συγκεκριμένη δασκάλα, στείλαμε τη δουλειά της, φυσικά και δεν έγινε δεκτή, γιατί δεν γράφονται έτσι τα «βιβλιαράκια». Πρέπει να έχει μέσα και υλικό. Άκουσα πολύ καλά λόγια από μια ομάδα γιατρών στο «Αγίας Σοφίας». Εγώ έγραψα ένα βιβλίο, το οποίο είναι διαδικτυακό και είναι e-book και φυσικά δεν έχει και τιμή, είναι ανοιχτό σε όλους. Και λέγεται Οι χαρταετοί της Βερενίκης, που μιλάει για ένα παιδάκι το οποίο είχε λευχαιμία, καρκίνο. Αυτό λοιπόν το βιβλίο, ο φίλος μου ο Χριστιάνο Κόντος –είναι παιδοογκολόγος και δουλεύει στο «Αγίας Σοφίας»–  είχε... ήθελε να κάνουμε μια εκδήλωση και να διαβαστεί εκεί με όλους τους Βαρδινογιανναίους που κρύβονται πίσω απ' όλα αυτά. Σταμάτησε γιατί εγώ δεν επιθυμώ αυτήν τη δημοσιότητα με αυτόν τον τρόπο, γιατί οι αρρώστιες και κάποια ευαίσθητα πράγματα τα οποία αφορούνε την υγεία δεν είναι για διαφήμιση. Εγώ όταν το έγραψα αυτό το βιβλίο, το έγραψα γιατί ήθελα να ξορκίσω τα δικά μου δαιμόνια, γιατί όταν ήμουνα 23 χρονών η μαμά μου αρρώστησε από καρκίνο και μου ήταν πολύ δύσκολο να το διαχειριστώ. Τελικά, έμαθα να το χειρίζομαι τώρα που έχασα τον μπαμπά μου από καρκίνο, οπότε… Ναι. Αλλά γενικότερα έχω... σε ό,τι αφορά την συγγραφή, εγώ φρενάρω εμένα. Ο κόσμος με υποστηρίζει. Υπάρχουν παιδιά… Υπάρχει ένα πολύ ωραίο σχόλιο. Υπήρχανε δύο μαμάδες οι οποίες δεν τις ήξερα. Ακούσανε... Το Γάλα της αγάπης μιλάει για το μητρικό θηλασμό. Αυτές ήταν σε μια ομάδα μητρικού θηλασμού. Μου τηλεφώνησαν και η μία μου έστειλε και mail να με ευχαριστήσουνε, γιατί το βιβλίο αυτό τις βοήθησε πάρα πολύ –γιατί μιλάει για τον μητρικό θηλασμό κι όλα αυτά– να περάσουν το κομμάτι του μητρικού θηλασμού στα παιδιά τους. Το παιδί… τα μικρά παιδιά είναι πολύ άγριο το να βλέπουνε ένα μωρό να ρουφάει το στήθος της μαμάς του. Το «βυζαίνω» για εμάς είναι απλό και φυσιολογικό και κρύβει στοργή. Για τα παιδιά, ειδικά όταν είναι μεγαλύτερα αδέρφια, είναι κάτι το φοβερό, το τρομακτικό. Εγώ έγραψα πάλι προσωπικό μου βίωμα, αυτοαναφορικό είναι το βιβλίο, εγώ δεν μπόρεσα ποτέ να το δεχτώ αυτό το πράγμα, βλέποντας την αδερφή μου. Αυτή η κυρία λοιπόν θέλησε να μ' ευχαριστήσει και μου λέει, είναι ίσως το μοναδικό βιβλίο, το οποίο το λιώσανε! Γιατί το παιδάκι της ήθελε να το διαβάζει ξανά και ξανά και ξανά. Όταν ένα λοιπόν παιδί ζητά να ξαναδιαβάσει κάτι, εντάξει, θεωρώ ότι εκεί έχεις πετύχει τα πάντα. Αυτά. Δεν ξέρω, έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους στη ζωή μου, και σημαντικούς και μη γνωστούς, γιατί για μένα όλοι σημαντικοί είναι. [00:30:00]Επώνυμος, όλοι επώνυμοι είμαστε, άρα οι πιο διάσημοι και οι άσημοι. Λατρεύω τους άσημους, δεν έχω να πω τα καλύτερα για τους διάσημους. Είναι, σε ό,τι αφορά τη δουλειά μου, είναι όλοι θετικά προσκείμενοι και μόνο θετικά πράγματα μου λένε και όλοι είναι πολύ υποστηρικτικοί και όλοι θέλουνε να συνεχίσω. Τι είναι αυτό που με κρατάει εμένα; Μάλλον η Έλενα. Ίσως εγώ, μετά από πολλά χρόνια που το έχω συζητήσει και το 'χω αναλύσει με ειδικούς και μη, μάλλον εγώ δεν αξιολογώ και πολύ καλά τον εαυτό μου. Θεωρώ ότι είμαι πολύ ικανή δασκάλα, στο κομμάτι το συγγραφικό, δεν ξέρω. Ίσως και να είναι εγωιστικό, ίσως και να θέλω να τα κρατήσω εγώ για εμένα. Δεν ξέρω αν θέλω τελικά να γίνεται αυτό το μοίρασμα. Νιώθω αμηχανία. Όταν με κάλεσαν στο «Φουγάρο» κάποια στιγμή να παρουσιάσω το βιβλίο μου... Αυτό θα σου το πω, έχει πάρα πολύ πλάκα. Είναι μια συγγραφέας, η οποία λέγεται Τσιρώτη; Τσιρώνη; Δεν θυμάμαι, γράφει παιδικά βιβλία. Αυτή είναι πολύ πιο διάσημη από μένα. Έχει συνεργαστεί και με την Κύπρο, κι από δω κι από κει. Αυτή παρουσίαζε βιβλία στα παιδιά μετά από εμένα. Ήρθε εμφατικά, κάθισε στο καναπεδάκι. Εγώ ήμουνα με μικρά παιδάκια. Το κακό με το «Φουγάρο» εκείνη την ημέρα ήταν ότι είχε βάλει τρίχρονα με δωδεκάχρονα. Εκείνη λοιπόν ήρθε να απολαύσει, όπως είπε, κακώς για εκείνη, την πτώση μου. Συγκεκριμένα, όχι αυτό. «Ας δούμε πώς θα γελοιοποιηθεί το κοριτσάκι!». Εγώ είμαι αυτή. Λοιπόν, το κοριτσάκι όμως δεν γελοιοποιήθηκε, διότι εγώ τα βιβλία μου, επειδή εγώ τα έχω γράψει, για εμένα είναι ταξίδια. Αν διαβάσεις βιβλία μου, είναι μόνο εικόνες. Θέλοντας και μη, μπορεί να είναι αφηγηματικού χαρακτήρα, αλλά είναι εικόνες. Ταξιδεύεις. Ίσως γιατί λατρεύω και τον κινηματογράφο και την εικόνα, οπότε ότι κάνω είναι σαν να το βλέπεις. Τα παιδιά πέρασαν υπέροχα, γιατί εγώ αγαπάω και το θεατρικό παιχνίδι κι όλα τα περνάω μέσα απ' το θέατρο και μ' αρέσει όλο αυτό. Η συγκεκριμένη γύρισε και μου ζήτησε συγγνώμη, προς τιμήν της βέβαια, αν και δεν έπρεπε από την αρχή να με κακοχαρακτηρίσει, γιατί δεν με ήξερε. Και φυσικά γύρισε και μου είπε: «Σε παρακαλώ πάρα πολύ, φρόντισε να εξαφανιστείς από την Αργολίδα σύντομα». Το έκανα, όχι για να της κάνω το χατίρι. Θα σου πω το αστείο. Είναι θεία μιας κοπέλας στην Επίδαυρο. Την έχουν καλέσει στο νηπιαγωγείο πενήντα φορές να κάνει παρουσίαση βιβλίων. Εμένα ούτε μια φορά. Και το αστείο είναι ότι κάναμε ένα πρόγραμμα. Συνεργάστηκα κάποια στιγμή με το Φεστιβάλ Επιδαύρου και κάναμε ένα πρόγραμμα με τα παιδάκια, και τους κάναμε μαζί με μια φοβερή συνεργάτρια, την Μάρα την Καλαντζή, κάναμε την «Ειρήνη» στα πιτσιρίκια. Πάθανε πλάκα! Όχι με την Μάρα, η Μάρα το 'χει. Είναι θεατρολόγος η γυναίκα, είναι ταλέντο, δεν έχω λόγια γι' αυτό το παιδί, λατρεύω, είμαι οπαδός, φαν! Πάθανε πλάκα με την Έλενα. Διότι, κυρίες μου, εγώ δεν παίρνω ένα βιβλιαράκι και απλά διαβάζω. Εγώ το ζω. Τιμωρούνται. Ναι. Το καλό με τον Θεό ξέρεις ποιο είναι; Αν και δεν είμαι θρησκόληπτη, πιστεύω όμως ότι υπάρχει κάτι. Όχι όποτε θες εσύ, αλλά όποτε ξέρει αυτός, τα φέρνει όλα έτσι που κάθε αδικία, μικρή ή μεγάλη, πώς είναι οι ψηφίδες, ρε παιδί μου, του ψηφιδωτού; Γιατί το παζλ είναι λίγο πιο άχαρο, δεν μ' αρέσει, αλλά το ψηφιδωτό έχει άλλη γοητεία. Πώς είναι η κάθε ψηφίδα που με τη μικρή της ατέλεια κολλάει και κάνει τέλειο το αποτέλεσμα; Αυτό το πράγμα. Με έναν μαγικό τρόπο, όλα αυτά τα οποία μ' έχουν πικράνει –και έχω πικραθεί πάρα πολύ στη ζωή μου– ήρθε η εποχή που εγώ δικαιώθηκα. Θες με μια συγγνώμη; Θες με μία σιωπή κι ένα βλέμμα; Έχει πολύ μεγάλη δύναμη η σιωπή. Κάποια στιγμή είχα πει ότι εγώ θα γράψω για τη δύναμη της σιωπής. Θέλω να γράψω το βιβλίο πραγματικά αυτό, για τη σιωπή. Μιλάει πάρα πολύ η σιωπή. Εγώ πολλές φορές μιλάω με τα παιδιά μου με τη σιωπή. Μέσα απ' αυτά λοιπόν, ανακαλύπτεις γιατί αγαπώ τις λέξεις. Δεν χρειάζεται να μιλάς. Γράφοντας, μιλάει το μυαλό σου. Δικαιώνεσαι. Κάποια στιγμή το ξέρω ότι θα ξεπεράσω τις ανασφάλειές μου κι αν θα είμαι αρκετά μεγάλη –γιατί τώρα λέω ότι είμαι μεγάλη αλλά δεν θέλω να πιστέψω ότι μεγαλώνω– θα γράψω κάτι και θα δεχτώ να γίνει και πιο γνωστό. Η αλήθεια είναι ότι τώρα, αυτήν την περίοδο μεταφράζεται το βιβλίο Το Χελιδόνι, η μάγισσα και το κουτί της Χαράς! στα ισπανικά και στα αγγλικά, με μία φίλη μου και είπαμε θα κάνουμε μια προσπάθεια μήπως το κάνουμε μέσω διαδικτύου στο Amazon. Οι λόγοι είναι καθαρά ωφελιμιστικοί. Θέλω να έχω χρήματα για να σπουδάσουν οι γιοι μου. Οπότε, αν μπορούμε να βγάλουμε λεφτά από αυτό, έχει καλώς. Διαφορετικά δεν. Γιατί στην Ελλάδα είναι μόνο εκμετάλλευση. Δεν, δεν, δεν… Πρέπει να έχεις… ούτε καν οι γνωστοί. Δηλαδή, το πιο ωραίο είναι ότι μιλάς με μεγάλους συγγραφείς και πραγματικά με καταξιωμένους, και οι άνθρωποι, είναι τόσο βαριά η φορολογία κι όλα αυτά που δεν τους μένουν ούτε 2-3 χιλιάρικα. Με 2-3 χιλιάδες ευρώ τον χρόνο δεν ζεις. Οπότε, δεν… Αλλά ναι. Κάνουμε αυτά.

Ά.Β.

Είπες ότι γράφεις με εικόνες και σου αρέσει πολύ ο κινηματογράφος. Θες να μας δώσεις μια εικόνα για τη στιγμή που σε επισκέπτεται η κυρία Έμπνευση;

Έ.Π.

Α! Η κυρία Έμπνευση, ναι. Είναι ο Πικιφού, δεν είναι η έμπνευση. Λοιπόν, ο Πικιφού, πώς ξεκίνησε; Ο Πικιφού είναι δόκτορ. Ο Πικιφού ήτανε μεγάλος ψυχίατρος, ο οποίος μια μέρα από τις πολλές συνεδρίες και απ' όλα αυτά που άκουγε, τρελάθηκε, μίκρυνε, έγινε μικρούλης, σαν την Τοσοδούλα, για να σ' το πω. Και ο γάτος του που τον λάτρευε, αλλά τον είδε σαν απειλή, προσπάθησε να τον φάει. Τότε ζωντάνεψε ένα παραμύθι, άνοιξε τις σελίδες κι έγινε μαγικό χαλί και έφτασε στην Ονειροχώρα. Αυτός λοιπόν είναι ο Πικιφού. Κάθε φορά που με επισκέπτεται ο Πικιφού, ο οποίος μπορεί να είναι… να μου πει ένα όνομα, να μυρίσω κάτι, ν' ακούσω μια μελωδία, το κλάμα. Ενεργοποιούμαι πάρα πολύ όταν ακούω κλάμα, είτε ζώου, είτε πουλιού, είτε ανθρώπου. Τότε ξαφνικά, μεταμορφώνομαι σε κάτι άλλο. Αλλάζει το βλέμμα, αγριεύει. Βαθαίνει βέβαια, γιατί αρχίζει μέσα και γίνεται ένας εσωτερικός διάλογος. Το αστείο με μένα είναι ότι όταν γράφω είναι η χειρότερη περίοδος για τα παιδιά μου, διότι δεν σηκώνομαι από τον υπολογιστή, δεν υπάρχω, δεν μπορώ... μου μιλάνε και τους κάνω μόνο κινήσεις: «Φύγε, φύγε, μην μου μιλάς, δεν...» Είναι αυτό. Και το ωραίο είναι ότι αυτή η... είναι σαν πόρτα, ανοίγει, κρατάει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, οπότε πρέπει εκείνη την περίοδο, τη χρονική στιγμή, να γράψεις όσα περισσότερα μπορείς γιατί μετά θα κλείσει. Και δεν ξέρεις και πότε θα ξανανοίξει. Εμένα αυτό είναι και το πρόβλημά μου, σε ό,τι αφορά τα μυθιστορήματα. Ξεκινάω κάτι, μου αρέσει πάρα πολύ, γράφω τέσσερα πέντε κεφάλαια, γιατί γράφω γρήγορα και όσο έχω. Όταν μετά θα το ξαναπιάσω, το μισό το θεωρώ άχρηστο, αλλά αυτό είναι και το δημιουργικό, γιατί πρέπει να γράφεις και να πετάς, να γράφεις και να πετάς. Αυτή είναι η μόνη συνταγή. Γράφω, πετώ, γράφω, πετώ… Όταν λέμε πετάς, δεν εννοείς πετάς. Δεν χρειάζεται να τα πετάς, τα διαβάζεις και τα ξανακοιτάς. Απλά τ' αφήνεις στην άκρη, κι έτσι βελτιώνεσαι. Με ένα στιλό στο κεφάλι και ένα κλάμερ. Με ένα… έχω συγκεκριμένα ρούχα που φοράω όταν γράφω. Έχω ένα συγκεκριμένο σορτσάκι, το οποίο είναι τριμμένο και λιωμένο και μια μπλούζα η οποία είναι επίσης άθλια, γιατί θέλω να 'μαι άνετη. Κάθομαι πάνω στον… γράφω όρθια, γράφω ξαπλωμένη, κάθομαι πάνω στην... έχουμε gaming καρέκλα που πάει πίσω μπρος. Κάπως έτσι, έτσι γράφω. Και θέλω να ακούω και συγκεκριμένη μουσική. Δεν μπορώ να γράψω στην απόλυτη-απόλυτη σιωπή. Θέλω ν' ακούω συγκεκριμένη μουσική. Κολλάω κατά καιρούς. Αγαπημένο μου τραγούδι είναι το θέμα της ταινίας «Το κάστρο που κινείται», «Howl's Moving Castle», είναι αγαπημένο μου θέμα αυτό, όπως επίσης μου αρέσει πάρα πολύ και «Η διπλή ζωή της Βερονίκ», η μουσική επίσης απ' αυτό. Αυτά.

Ά.Β.

Ωραία ακούγεται, ωραίος ο Πικιφού. Φαντάζομαι ότι η Επίδαυρος, αφού λες ότι είναι και ανοιχτή και έρχεται τόσος κόσμος και λόγω των παραστάσεων, μπορεί να έχεις ακούσει ιστορίες, αν υπάρχουν ιστορίες-θρύλοι σ' αυτόν τον τόπο, που σ' έχουν βοηθήσει να γράψεις κάτι, σ' έχουν εμπνεύσει για κάτι;

Έ.Π.

Να σου πω. Σ' ό,τι αφορά το θέατρο ή γενικότερα; Ξέρω–

Ά.Β.

Γενικότερα.

Έ.Π.

Λοιπόν, ήτανε ένας μηχανικός, Πιτίδης λέγεται, ο οποίος ευθύνεται για όλη την οικοδομή στην περιοχή, στο Γιαλάσι, είναι μια περιοχή στην Επίδαυρο. Ό,τι οικοδομήθηκε εκεί, έγινε από αυτόν τον μηχανικό. Απίστευτος τύπος. Μυστηριώδης, έτσι, κλειστός άνθρωπος, τρομερά οξυδερκής. Έφτιαξε απίστευτα πράγματα. Φιλοξενούσε απίστευτο κόσμο. Ένα απ' τα σπίτια που έφτιαξε, το οποίο είναι πάνω από την Παναγίτσα –είναι ένα εκκλησάκι– ήτανε ο… μεγάλος Ρώσος συνθέτης, αλλά δεν θυμάμαι το όνομα, μεγάλος μουσικός συνθέτης, ο οποίος πήγαινε εκεί. Κατέβαινε… είχανε φτιάξει και ειδική προβλήτα για να κατεβαίνει αυτός εκεί, πήγαινε έγραφε και το ίδιο βράδυ που έγραφε την παρτιτούρα, μετά έφευγε και πήγαινε για να παίξει στα... Δεν θυμάμαι όμως το όνομά του καθόλου. Αυτό. Και μάλιστα αυτός γράφοντας μια μέρα, σ' αυτό το σπίτι εκεί πέρα που έχει, το οποίο είναι απίστευτο, είναι ακριβώς πάνω από το εκκλησάκι… Στην Επίδαυρο έχει πάρα πολλά γεράκια. Αυτός είχε πουλιά και κάποια στιγμή ένα από τα πουλιά του δέχτηκε επίθεση από το γεράκι. Αυτός νομίζω το έδιωξε, τέλος πάντων, δεν το θυμάμαι. Εγώ παίρνοντας από αυτό τη φάση με το πουλί και το γεράκι, έγραψα κάτι δικό μου, το οποίο έχει να κάνει με πρωταγωνιστές τα εγγόνια του κύριου Πιτίδη τελικά, ο οποίος έχει πεθάνει. [00:40:00]Δεν τον γνώρισα ποτέ τον Πιτίδη, απλά άκουγα από τη γυναίκα του ιστορίες, την κυρία Στάσα, η οποία είναι φοβερός άνθρωπος, κι αυτή ιστορία… Δηλαδή, δεν έχω λόγια. Και ο Πατρίκιος, Τίτος Πατρίκιος… γνωστός, ο Τίτος Πατρίκιος είναι ο ξάδερφός της. Και η ίδια γράφει. Απίστευτη! Ήτανε και στην Ένωση Ελληνοαιγυπτίων Συγγραφέων. Τι να σου λέω τώρα; Χαμός. Λοιπόν, με την κυρία Στάσα λοιπόν, με την κυρία Στάσα πηγαίναμε –πολλά χρόνια πριν, γιατί τώρα έχει καταπέσει– και βλέπαμε όπερα στο Badminton. Βέβαια, τρελαινόμασταν, με αυτήν και με τη νύφη της. Λοιπόν, και έγραψα το διήγημα που βραβεύτηκε κιόλας, Το παιδί και το γεράκι, για ένα κορίτσι –η εγγονή της– που στον κήπο εκεί πέρα είχανε… τι είχανε; Ναι, είχε κουνέλια αυτή, λάτρευε τα κουνέλια και ακόμα τα λατρεύει. Η Αναστασία, την είχα και μαθήτρια. Και ένα γεράκι προσπάθησε να της το αρπάξει το κουνέλι και τη βοήθησε ο αδερφός της. Τέλος πάντων, μια ιστορία, η οποία είχε να κάνει με αυτό και ήταν και στον τόπο αυτόν. Ναι, κάπως έτσι. Εντάξει, εμπνέομαι γενικότερα. Υπήρχε, κάποια στιγμή ήρθε κάτω στον φούρνο του Διονύση μία κυρία, μιλούσε στο τηλέφωνο και την ακούω να λέει: «Μανού...» και μιλούσε σ' έναν Μανώλη. «Μανού μου, Μανού μου...». Εγώ, το «Μανού» μου 'κανε κάτι και από το Μανού γράφτηκε Το γάλα της αγάπης. Ναι, ανέβηκα πάνω και λέω: «Εντάξει, ξέρω τι θέλω να γράψω». Και το έγραψα και το έστειλα και εκδόθηκε.

Ά.Β.

Θες να διαλέξεις… Θέλεις να μας πεις το top 3 απ' όλα αυτά που έχεις γράψει; Προσπάθησε.

Έ.Π.

Ναι. Δεν μπορώ, λυπάμαι. Δεν μπορώ. Δεν υπάρχει top 3. Να σου πω ποιο ίσως είναι απ' τα αγαπημένα μου; Λοιπόν, Oι χαρταετοί της Βερενίκης είναι. Και είναι γιατί είναι… είναι η ζωή. Γι' αυτό μ' αρέσει αυτό το βιβλίο. Γιατί ενώ ο μικρός Νικόλας, έτσι λέγεται ο ήρωας… Νικόλα λένε τον γιο μου τον Στέφανο και τον γιο μου τον Γιώργο. Είναι ένα όνομα ορόσημο για μένα ο άγιος Νικόλαος, και τους έχω βαφτίσει με δεύτερο όνομα και τους δύο Νικόλας. Έγινε ήρωας λοιπόν ο Νικόλας για να ξορκίσω δαιμόνια δικά μου. Είναι ένα παιδί το οποίο σώθηκε, αλλά γύρω του όλοι του οι φίλοι πεθαίνουν. Και κάπως έτσι είναι όμως. Κι ότι ο ίδιος ζει με όλες τις απώλειες. Είναι λίγο η ζωή, γι' αυτό μ' αρέσει αυτό το βιβλίο και μου δίνει δύναμη. Όποτε φτάνω σε κάποια αδιέξοδα ή λέω: «Ω!» πάω το διαβάζω. Αυτό το βιβλίο έχει πάρα πολύ ωραία εισαγωγή. Η εισαγωγή λέγεται «Τικ τοκ». Δεν ξεκίνησα για να γράψω αυτό. Ξεκίνησα μια μέρα γιατί με εκνεύριζε ο ήχος ενός ρολογιού. Και από το τικ τοκ του ρολογιού, προκειμένου να ξορκίσω αυτόν τον απαίσιο ήχο, έγραψα μία σελίδα, με το ρολόι και τι κάνει και πώς σε κάνει να νιώθεις. Και μέσα από αυτό βγήκε, βγήκαν Οι χαρταετοί της Βερενίκης. Και η Βερενίκη είναι μία κυρία… Βερενίκη μου άρεσε το όνομα. Ποτέ δεν ήξερα τι ρόλο θα παίξει στο βιβλίο. Τελικά παίζει καθοριστικό ρόλο. Και η Βερενίκη είναι όλοι αυτοί οι ξένοι που έχω γνωρίσει. Βερενίκη είναι ιδέα. Ένα καλό που μου 'κανε και η Αργολίδα, να μη λέμε μόνο τα άσχημα. Γνώρισα πολύ ωραίο κόσμο ξένο. Ξένη εγώ, με τους ξένους. Με τους ξένους τα πάω πάρα πολύ καλά. Με τους ξένους που έχουν έρθει νύφες, γαμπροί στον τόπο, περαστικοί. Με αυτούς, πάει πάρα πολύ καλά το θέμα. Και η Βερενίκη είναι αυτοί. Τα βιβλία όλα έχουνε δεύτερο επίπεδο. Ναι, Οι χαρταετοί της Βερενίκης είναι κορυφαίο! Και ίσως και το… ο Πικιφού; Ο Πικιφού έχει… ο Πικιφού είναι όλο έμμετρο το παραμύθι του Πικιφού, και το πρώτο και το δεύτερο μέρος. Δηλαδή, ό,τι είναι γραμμένο, είναι σε έμμετρο, είναι σαν στιχάκια. Είχα εμπνευστεί τότε από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια και είναι όλο γραμμένο με… Έτσι έγραφα, και για ένα διάστημα έτσι μιλούσα. Μου ήταν πάρα πολύ εύκολο να φτιάχνω ρίμες. Απλά έπρηζα τους άλλους, μικρούς και μεγάλους. Να το, ξεκινάει. Δεν θέλω, το πολεμάω γιατί μου είναι πάρα πολύ εύκολο και θέλω να το κάνω δύσκολο, γιατί κάποια στιγμή παρασύρομαι και μπορώ ώρες ατελείωτες να μιλάω με στιχάκια. Αυτά.

Ά.Β.

Τα άλλα σου βιβλία, ποιες είναι οι θεματολογίες που επιλέγεις γενικά;

Έ.Π.

Δεν υπάρχει σταθερότητα. Θα σου πω πού εκνευρίστηκα με τον «Ήρα εκδοτική» και σταμάτησα τη συνεργασία. Μου ζητήσανε… δεν μπορώ να μου ζητάνε, δεν μπορώ τις παραγγελίες. Μου ζητήσανε λοιπόν να γράψω το πολυπαιγμένο, τους μύθους του... όχι. Όχι τους μύθους του Αισώπου, αυτό θα μ' ενδιέφερε... Τους θεούς του Ολύμπου. Θέλανε να κάνουν μια σειρά για τη μυθολογία. Και εγώ επειδή… Καημένοι Ολύμπιοι θεοί! Κι αν τους έχουμε ξεχειλώσει, κι αν τους έχουμε χρησιμοποιήσει, κι αν έχουμε γράψει όλοι γι' αυτούς... Λοιπόν, εγώ ξεκίνησα λοιπόν από έναν δεύτερο ήρωα. Έκανα έναν κόρακα, τον Μικέ, που είναι βοηθός του τυφλού Ομήρου, και τα διηγείται όλα ένας κόρακας. Αυτό είναι το αστείο. Ήταν πάρα πολύ ωραία η σειρά. Βρήκαμε μια φοβερή εικονογράφο, η οποία είναι μια τύπισσα απίστευτη, πολύ μικρούλα, η Βιβή Μαρκάτος, η οποία έχει κι αυτή έχει βραβευτεί στην εικονογράφηση, είναι πολύ πιτσιρίκα. Πολύ ωραία η... οι εικόνες της, πάρα πολύ ωραία! Τελικά, όταν άρχισε να αρέσει σ' εμένα αυτή η σειρά, μάλωσα με τον εκδοτικό οίκο και σταμάτησε στη μέση αυτή η σειρά.

Ά.Β.

Γιατί;

Έ.Π.

Γιατί πολύ απλά τσακωθήκανε με την Βιβή και δεν θέλανε να συνεχίσει εκείνη την εικονογράφηση. Κάπου στα οικονομικά δεν τα βρήκανε. Γενικά αυτή η κυρία που ηγείται του «Ήρα Εκδοτική» είναι λιγάκι στον τομέα τον οικονομικό, καβουράκι. Δαγκάνες! Ο κύριος Καβούρης; Έτσι. Και εγώ αρνήθηκα να συνεχίσω με άλλη εικονογράφο. Ήταν η πρώτη φορά που είπα: «Όχι». Γιατί πραγματικά δεν αρκεί. Το θέμα «παραμύθι» και το θέμα γενικότερα «συγγραφή με εικόνα», ό,τι έχει να κάνει με εικονογράφηση, είναι ένα… είναι κύκλωμα. Δηλαδή, υπάρχουν άνθρωποι που σου κάνουνε το κλικ και λες: «Εγώ με αυτόν θέλω να δουλέψω». Δεν σου κάνουν όλοι οι άνθρωποι το κλικ. Εγώ έχω συνεργαστεί πριν και με άλλους, γι' αυτό και τα βιβλία μου έχουνε τελείως διαφορετική... διαφορετικό ύφος οι εικονογραφήσεις, είναι τελείως άλλοι, άσχετοι. Η συγκεκριμένη κοπελίτσα ήτανε πολύ… είχε πολύ φρέσκες ιδέες κι εμένα μου άρεσε πάρα πολύ! Εκνευρίστηκα λοιπόν και δεν συνέχισα. Και μάλιστα δεν έχω πάρει και τα δεδουλευμένα από εκεί. Από αυτήν τη σειρά, δεν πήρα ποτέ τα χρήματα από τα βιβλία που πουλήθηκαν, που ήταν αρκετά.

Ά.Β.

Θα έγραφες για μεγάλους;

Έ.Π.

Γράφω για μεγάλους. Έχω γράψει. Έγραψα ένα πολύ ωραίο θέμα, που αυτό μου το προτείνανε. Δίνανε την ευκαιρία οι εκδόσεις «Πηγή» είναι και –στη Θεσσαλονίκη εδρεύουνε– να γράψουνε... θέλανε Έλληνες συγγραφείς Λαρισαίους, να σ' το πω έτσι –μάλλον Θεσσαλούς–, να γράψουνε με θέμα τη μαγεία. Η μαγεία και η Θεσσαλία έχει απίστευτη... υπάρχουν απίστευτοι θρύλοι και ιστορίες. Και από τα αρχαία ακόμα χρόνια, οι Θεσσαλές οι γυναίκες σχετίζονταν με την μαγεία. Οι πιο ισχυρές μάγισσες. Υπάρχουνε και γραμμένα πρακτικά αυτά.΄Εγραψα τη «Μαγίστρα της Αθανάτης». Αθανάτη λέγεται το χωριό του μπαμπά μου, η Μελιβοία. Τώρα λέγεται Μελίβοια. Λέγεται Αθανάτη γιατί είχε καεί πάνω από τριάντα φορές από πειρατές. Είναι ένα χωριό το οποίο είναι στους... στα μισά του Κισσάβου, κι επειδή είναι πάνω από έναν όρμο, τον όρμο του Δερματά, όπου εκεί είχαν απάγκιο τα πειρατικά καράβια, κάνανε πολλές ζημιές στο χωριό και ονομάστηκε Αθανάτη γιατί τελικά επιβίωσε παρά… Έχω πειρατικές ρίζες και μου το 'χει πει ο παππούς μου αυτό, ναι. Λοιπόν, έγραψα λοιπόν για τη μαγίστρα της Αθανάτης. Απίστευτο διήγημα, μ' αρέσει πάρα πολύ. Εννοείται ότι βραβεύτηκε, ήτανε μέσα στα δέκα καλύτερα και φτιάξαν συλλογικό βιβλίο γι' αυτό. Το χάρηκα πολύ γιατί είναι πάρα πολύ ωραία ιστορία. Μ' αρέσει να γράφω για μεγάλους. Το πρόβλημά μου είναι ότι εκεί που πάει να γίνει πολύ δακρύβρεχτο, το διαλύω και το κάνω γελοίο, γιατί η ζωή χωρίς γέλιο δεν περνάει. Εγώ είχα το θράσος να κάνω πλάκα στα ξαδέρφια μου το βράδυ της κηδείας του μπαμπά μου, το βράδυ του θανάτου μάλλον του μπαμπά μου. Την επόμενη μέρα τον κηδεύσαμε. Είχε φύγει, δύο τρεις ώρες που τον είχανε πάρει τον μπαμπά μου κι εγώ έκανα πλάκα και γελούσα με τα ξαδέρφια μου και τα παιδιά μου. Θα μου πεις αυτό είναι… Ναι, είναι αυτό που λες, ο γελωτοποιός, που γελάνε όλοι με σένα κι εσύ μέσα σου κλαις. Ναι, αλλά και στη γραφή εγώ αυτό πιστεύω, ότι γενικότερα θεωρώ ότι ναι, πρέπει να σε βάζει σε σκέψεις, αλλά πρέπει και να γιατρεύει λίγο την ψυχή σου, ρε παιδί μου. Κι επειδή τώρα τα τελευταία χρόνια υπάρχει πολύ πίκρα, πολύ στεναχώρια, ξύνουν όλοι. Όλοι όλοι ξύνουν, ξύνουν, ξύνουν, ξύνουν. Στο τέλος δεν θα μείνει τίποτα από το πολύ το… Την καρδιά μας την καημένη την έχουμε διαλύσει. Ε, και λίγο κάτι να χαρούμε. Οπότε τώρα αυτό που γράφω, ενώ είναι, ουσιαστικά θρίλερ είναι, γιατί ό,τι αγγίζει αυτή η κοπέλα, η οποία είναι πολύ γκαντέμω, πεθαίνει γύρω της. Ο στόχος είναι η ίδια, η οποία δεν το αντιλαμβάνεται, μέσα στη χαζομάρα της, στην αφέλειά της, κινεί τα νήματα. Είναι απίστευτο, έχει πλάκα. Μ' αρέσουν πάρα πολύ τα αστυνομικά μυθιστορήματα. Λατρεύω την Αγκάθα Κρίστι, τη λατρεύω! Και τον Πουαρώ. Και οπότε, είναι ουσιαστικά ένα αστυνομικό –όχι, μυθιστόρημα δεν είναι με τίποτα– απλά είναι μια αστυνομική φάρσα, έχει πλάκα. Αυτό θέλω να τελειώσω τώρα. Κάνω παράλληλα πράγματα πολλά και ίσως και γι' αυτό ξοδεύεται το μυαλό και η ενέργεια, αλλά θα το κάνω. Ήταν μεγάλο πλήγμα ο θάνατος του μπαμπά μου. Δεν το περίμενα, δεν το ήθελα. Καλά, δεν το ήθελα, εννοείται, αλλά δεν το περίμενα. Έγινε μέσα σε τέσσερις μήνες, ήτανε κεραυνός εν αιθρία, συνέπεσε με κάποια προβλήματα υγείας που είχε ο Διονύσης, ο άντρας μου, οπότε όλο αυτό με φρέναρε. [00:50:00]Ναι, είναι νομίζω η ώρα… Νομίζω ότι τώρα είναι η ώρα για να γράψω κάτι για μεγάλους μεγάλο. Διηγήματα έχω γράψει πολλά. Έχω γράψει αυτό με τη μάγισσα, έχω γράψει ένα άλλο για μια κοπέλα, η οποία ουσιαστικά… Είναι ένα όνειρό της. Είναι ένα μικρό, σύντομο διήγημα. Η αλήθεια είναι ότι επειδή εγώ μετέχω σε πολλούς διαγωνισμούς διαδικτυακά, μας βάζουν διάφορα όρια. Υπάρχει μία… «Tabula Rasa» λέγεται ο οργανισμός, ο οποίος διοργανώνει... κάνει και πολύ ωραία σεμινάρια κάθε χρόνο, δημιουργικής γραφής και όχι. Αυτοί λοιπόν φτιάχνουν πολλούς διαγωνισμούς, στους οποίους μέσα διαγωνισμούς πολλές φορές υπάρχουν και πολύ ωραία ονόματα, μεγάλα ονόματα, καταξιωμένων συγγραφέων. Κι εκεί έχω γράψει πολλά διηγήματα σύντομα. Δηλαδή, εκατό λέξεις, πενήντα λέξεις. Και είναι φοβερό το γεγονός ότι δεν υπάρχει κάτι το οποίο να μην έχει βραβευτεί, να σ' το πω έτσι. Κάποια στιγμή, δεν θα πω το όνομα ποιου μου το είπε. Απλά… δεν θα το πω. Λοιπόν, ήτανε… πήρα τη θέση 32 στα 200. Η αλήθεια είναι ότι διαβάζοντας το νούμερο 1, ήταν απ' τις λίγες φορές που είπα: «Όχι, ρε γαμώτο, εγώ έχω γράψει καλύτερα απ' αυτόν!». Κάποια στιγμή μετά, μου ήρθε ένα mail. Δεν το περίμενα. Και αυτός ο φοβερός συγγραφέας, το όνομα δεν θα το πω από σεβασμό και μόνο… Τέλος πάντων, είναι το προσωπικό μου διαμάντι, είναι το δικό μου μυστικό, είμαι... Λοιπόν, μου έγραψε και μου είπε ότι ο λόγος που δεν ήμουνα στην πρώτη θέση είναι γιατί εγώ πρέπει ν' ανέβω κι άλλα 32, κι άλλα 32 σκαλιά, γιατί έχω πολλά ακόμη να δώσω. Αν ήμουνα στην πρώτη θέση ίσως και να είχε τελειώσει πια αυτό που λέγεται: «το στίγμα του συγγραφέα», που μου 'χε πει ο Αντώνης ο Σουρούνης. Είχε έρθει σε μια περίοδο που και τότε δεν ήμουνα καλά, και θεωρώ ότι αυτό με βοήθησε πάρα πολύ στο να συνεχίσω. Απλά πλέον τ' απολαμβάνω. Είναι σαν τον καλό ελληνικό καφέ. Θέλω το χαρμάνι να 'ναι καλό, θέλω εγώ να το ευχαριστιέμαι και πλέον έχει φύγει λίγο το άγχος από πάνω μου. Γράφω, ρε παιδί μου, για μένα και είναι ωραίο, είναι πολύ ωραίο. Αυτό. Δεν θα σταματήσω όσο ζω να γράφω. Δεν ξέρω αν κάποια στιγμή, τα όνειρα που έχω… Είμαι ματαιόδοξο πλάσμα. Όλοι, όλοι, όλοι, όλοι, όλοι όσοι ασχολούνται με τα καλλιτεχνικά είναι ματαιόδοξοι. Δεν υπάρχει άνθρωπος που λέει: «Δεν μ' αρέσει να με θαυμάζουν». Αυτό είναι ψέμα. Τότε δεν θα το κοινωνούσες. Θα το κρατούσες για σένα. Θα 'γραφες ημερολόγιο. Ημερολόγιο δεν μπορώ να γράψω, γιατί διαβάζοντας τον εαυτό μου λέω: «Είμαι πολύ γελοία» και γελάω. Δεν μπορώ, δηλαδή δεν υπάρχει περίπτωση. Δεν έχω γράψει ποτέ κάτι σοβαρό. Ακόμα και τον θάνατο του μπαμπά μου, διαβάζοντας το ημερολόγιό μου, αν το διαβάσεις, θα πεις, πού είναι η σοβαρότητα σ' αυτό; Αλλά δεν ξέρω.

Ά.Β.

Δεν μας είπες τι διαγωνισμός ήταν αυτός που είχες το σχόλιο...

Έ.Π.

Πενήντα λέξεων. «Γράψτε ένα κείμενο μέσα σε πενήντα λέξεις». Ξεκινούσε μ' έναν τίτλο: «Μήνυμα σε μπουκάλι». Χωρίς να υπολογίζεις τον τίτλο, έπρεπε να γράψεις ένα διήγημα μέσα σε πενήντα λέξεις. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο δύσκολο είναι να περιορίσεις τη σκέψη σου και να διαλέξεις από τις χιλιάδες λέξεις που έχεις στην αποθήκη σου, τις πενήντα που θα κρίνεις ότι είναι οι κατάλληλες για να κάνουν το δημιούργημά σου ξεχωριστό, μοναδικό, που να ξεχωρίσει. Τα κατάφερα! Ήτανε δυόμισι χιλιάδες οι συμμετοχές. Και ήτανε… Εντάξει, είχα τρελαθεί! Όταν βγήκε και είδα το όνομά μου… Η αλήθεια είναι, σου λέω, απογοητεύτηκα για το νούμερο 1, δεν μου άρεσε. Θεώρησα ότι ήταν πολύ πιο ωραίο το δικό μου. Αλλά, οκέι, γνώμη μου. Αλλά, το ωραίο… το περίεργο είναι ότι κι αυτό μιλούσε για θάνατο. Η υπόθεση του διηγήματος ήταν ότι από μικρή λάτρευα τα παραμύθια, γιατί σ' αυτά με είχε μυήσει η γιαγιά μου. Κάποια στιγμή, γράφω εγώ αυτοαναφορικά ότι: «Μεγάλωσα, γιαγιά, δεν πιστεύω πια στα παραμύθια». Και μετά από μια εβδομάδα που πέθανε η γιαγιά μου, μου 'ρθε ένα γράμμα, το οποίο ξεκινούσε: «Ηταν μια φορά κι έναν καιρό ένας δράκος...». Άρα, δεν σταματάς να πιστεύεις στα παραμύθια. Γενικότερα, θεωρώ ότι επειδή διάβασα πολλά παραμύθια μικρή, έχω μπει στο τριπάκι να πιστεύω: «Μα η ζωή μας είναι ένα παραμύθι». Παραμύθι είναι όλα. Κι υπάρχουν κι οι δράκοι, οι οποίοι δεν είναι πάντοτε κακοί. Υπάρχουνε και οι κακοί οι οποίοι δεν φαίνονται ότι είναι κακοί, και γενικότερα οτιδήποτε συμβαίνει στη ζωή έχει άμεση συνάφεια με τη γραφή. Δηλαδή, συμβαίνουν όλα αυτά. Και εφόσον συμβαίνουν όλα αυτά, εγώ θα συνεχίσω να γράφω. Και, δόξα τω Θεώ, υπάρχουν και άνθρωποι οι οποίοι το αξιολογούνε θετικά. Και αυτά.

Ά.Β.

Οι γιοι σου πώς το αξιολογούν;

Έ.Π.

Οι γιοι μου βαριούνται να διαβάζουν. Αυτά τα θεωρούν πολύ παιδικά. Των ενηλίκων τα θεωρούν πολύ γυναικεία. «Πω πω, ρε μαμά», μου λέει, «εντάξει...». Είναι 15 χρονών, έφηβοι. Τρελαίνονται να βλέπουνε θρίλερ, αγαπημένη τους ταινία είναι «Το κουρδιστό πορτοκάλι» – για όνομα του Θεού, Παναγία μου, δεν μπορώ! Οπότε, οτιδήποτε γράφω εγώ θεωρείται παρωχημένο, άνοστο, γλυκανάλατο… Αλλά γενικότερα τους αρέσει που εκφράζομαι μ' αυτόν τον τρόπο. Τους αρέσει πολύ. Κι επειδή βλέπουνε πόση ενέργεια παίρνω απ' αυτό, είναι πολύ υποστηρικτικοί. Εντάξει. Μου χαϊδεύουν το κεφάλι και μου λένε: «Εντάξει, μωρέ μαμά, τα παραμυθάκια σου είναι πολύ ωραία για μικρά παιδιά». Αυτό. Αυτό. Δεν είναι ψωνισμένοι με το: «Α, η μαμά γράφει!». Και η αλήθεια είναι ότι παρότι είχανε γίνει και στο σχολείο τους εκδηλώσεις που εγώ είχα πάει και είχα αυτοσυστηθεί ως συγγραφέας, τα δίδυμα δεν είπανε, αλλά αργότερα σε κάποιους φίλους τους ότι «Αυτή που μίλησε ήταν η μαμά μας!» Δεν το 'χανε πει και καλά κάνανε. Τους χαίρομαι που είναι έτσι. Δεν είναι… Βλακεία. Αυτά.

Ά.Β.

Πήρανε κάτι από τη μετριοφροσύνη σου.

Έ.Π.

Κοίταξε, να σου πω κάτι; Αν… Στη ζωή είναι όλα θέμα τύχης, έτσι; Το ποιος είναι σπουδαίος και… Θέλει να σε βοηθήσει λίγο και η συγκυρία. Έχω διαβάσει ανθρώπους και βιβλία τους και έργα τους και κάποιους ποιητές, κάποια πράγματα, οι οποίοι είναι όχι απίστευτοι για μένα, δεν υπάρχουν αυτά τα παιδιά. Και θεωρώ ότι ντροπή μας που δεν τα έχουμε εκδώσει, δεν έχουν ακουστεί, δεν έχουν διαβαστεί τα πονήματά τους. Έτσι είναι η ζωή. Κάνει καριέρα η Μαντά. Ναι, παιδιά, θα το πω. Είναι τραγική. Είναι κακή αντιγραφή των άρλεκιν. Δηλαδή, μπορούμε να γράψουμε πολύ καλύτερα από αυτό. Δεν θέλω να θεωρείται ως εμπορεύσιμο είδος για το αναγνωστικό κοινό το έργο της Μαντά. Λυπάμαι. Υπάρχει ο Σουρούνης, υπάρχει Βαλαωρίτης. Να αρχίσω να λέω; Καρκαβίτσας; Να σου πω, αγαπημένος μου συγγραφέας που με ενέπνευσε να γράψω τρελά ήτανε… Θα σταματήσεις; Τέλος πάντων. Κάτσε, όχι δεν είναι ένας. Λοιπόν, αγαπημένος μου ήταν ο Τολστόι. Και λατρεμένο μου βιβλίο είναι Ο αιώνιος σύζυγος και Ο παίκτης του Ντοστογιέφκσι. Και το βιβλίο που πραγματικά με σημάδεψε όμως ήτανε ο Όλιβερ Τουίστ. Και το διάβασα 9 χρονών και είχα πάρει και το μεγάλο κιόλας το βιβλίο, γιατί στη βιβλιοθήκη τότε είχε… Καλά η βιβλιοθήκη πριν ανακαινιστεί στη Λάρισα είχε κάτι αρχαιότητες. Δηλαδή, άνοιγες το βιβλίο κι έβγαιναν από μέσα οι αράχνες και μύριζε αυτό το το κίτρινο φύλλο το υπέροχο που παθαίνεις… Εγώ έχω και άσθμα και πάθαινα τις κρίσεις τη μία πίσω απ' την άλλη, αλλά διάβαζα τρελά και φοβόμουνα μην κόψω και τα βιβλία. Και ακόμα και τώρα δεν έχω αλλάξει. Όποτε θέλω να αναθεωρήσω πράγματα για μένα, διαβάζω τον Παίκτη. Τρελαίνομαι, πάρα πολύ μου αρέσει αυτό το βιβλίο. Μ' αρέσει η ειρωνεία του ήρωα, μ' αρέσουν όλα αυτά που περνάει ο ήρωας και τελικά η ζωή αυτό είναι, ένα παιχνίδι. Αυτά.

Ά.Β.

Ευχαριστούμε πάρα πολύ γι' αυτά τα όμορφα που ακούσαμε. Δεν τον έχω διαβάσει τον Παίκτη. Τώρα που μου τον είπες, θα τον διαβάσω, γιατί έτσι όπως τον ανέφερες...

Έ.Π.

Είναι ωραίος, είναι πολύ ωραίος. Ναι.

Ά.Β.

Ευχαριστώ πολύ που δέχτηκες να σου πάρω συνέντευξη.

Έ.Π.

Εγώ ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνατε.

Περίληψη

Η Έλενα Παπαρίζου, δασκάλα στην Επίδαυρο, ξεκίνησε τη συγγραφή προκειμένου να κρατήσει ζωντανό το ενδιαφέρον των μαθητών της στην τάξη. Έκτοτε έχει ξεκινήσει για εκείνη ένα ταξίδι στη δημιουργικότητα και τη φαντασία. Μέσα από την αφήγησή της μοιράζεται πτυχές της συγγραφικής αυτής πορείας, αλλά και βιώματα από τον ρόλο της ως δασκάλας. Συγχρόνως, μας επιτρέπει να ρίξουμε μια κλεφτή ματιά στην εκδοτική πραγματικότητα της χώρας, ενώ μας συστήνει και κάποιους από τους ήρωες των βιβλίων της αποκαλύπτοντας ορισμένες από τις πηγές της έμπνευσής της.


Αφηγητές/τριες

Έλενα Παπαρίζου


Ερευνητές/τριες

Άλκηστις Βασιλάκου


Δεκαετίες

Ιστορικά Γεγονότα

Τοποθεσίες

Ημερομηνία Συνέντευξης

08/07/2020


Διάρκεια

58'