Η μετανάστευση των Ποντίων στην περιοχή των Γεωργιανών Ημαθίας: Η ιστορία από τη σκοπιά του Κυριάκου Θεοδωρίδη
[00:00:00]
Λοιπόν, είναι Τρίτη 25 Φεβρουαρίου του 2020, είμαι με τον κύριο Κυριάκο Θεοδωρίδη στη Βέροια. Εγώ ονομάζομαι Τσαλουχίδου Ευρίκλεια, είμαι ερευνήτρια στο Istorima, και κάπου εδώ θα ήθελα να καλησπερίσω τον κύριο Κυριάκο. Καλησπέρα, κύριε Κυριάκο.
Καλησπέρα.
Θα ήθελα, παρακαλώ, αρχικά να μας πείτε δύο λόγια για την καταγωγή σας – και για την οικογένειά σας, παρακαλώ.
Η απώτερη καταγωγή μας βρίσκεται στην Αργυρούπολη του Πόντου, στα τουρκικά προφέρεται «Gümüşhane», από κάποια χωριά τα οποία ήτανε δυτικά της Αργυρούπολης, στην κοιλάδα της Άτρας. Από εκεί μετανάστευσαν οι δικοί μας το 1881, στην περιοχή Kars Ardahan, η οποία περιοχή περιήλθε στην κατοχή της Ρωσίας μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-1878. Μετανάστευσαν εκεί γιατί ήθελαν πλέον να περάσουν σε ένα καθεστώς ελευθερίας και επειδή η Ρωσία, για να αλλάξει τη δημογραφία της περιοχής, καλούσε χριστιανικούς πληθυσμούς με κάποια μικρά κίνητρα οικονομικά, ούτως ώστε μετά από σαράντα χρόνια –γιατί για τα σαράντα χρόνια δόθηκε αυτή η περιοχή στη Ρωσία– να έχει τη δυνατότητα να την κρατήσει στην δική της επιρροή. Εκεί ζήσαν οι δικοί μας τριάντα εννιά χρόνια. Με τους Βαλκανικούς Πολέμους, όμως, δημιουργήθηκε σε αυτούς η πεποίθηση ότι καλό θα ήταν να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα – και ήδη το ζήτημα αυτό άρχισαν να το διερευνούν αμέσως μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Για τη δε απελευθέρωση της Μακεδονίας να ξέρετε κάτι: ότι η περιοχή, οι άνθρωποι της περιοχής εκεί στον Καύκασο, οι δικοί μας, είχαν ενισχύσει το ελληνικό κράτος οικονομικά.
Και όχι μόνο οικονομικά, και με ανθρώπους που πολέμησαν–
Και με έμψυχο υλικό. Έτσι, το 1914 δώδεκα οικογένειες από το χωριό Χανάχ, όπου είχαν εγκατασταθεί, ταξίδεψαν στη Μακεδονία, ήρθαν στην Θεσσαλονίκη –με πλοίο ήρθαν από το Βατούμ– και φτάσανε στη Βέροια. Εγκαταστάθηκαν αυτές οι οικογένειες στο χωριό που αργότερα ιδρύθηκε από τους ίδιους και ονομάστηκε «Γεωργιανοί». Ήρθανε σε επαφή με τον Σελίμ Μπέη της Βέροιας για την αγορά – ακόμα ήτανε… δεν είχε ξεκαθαρίσει το ιδιοκτησιακό, δεν είχε γίνει η ανταλλαγή πληθυσμών και τα λοιπά. Οι πληθυσμοί ήταν εδώ εγκατεστημένοι αμέσως μετά την απελευθέρωση όπως και πριν. Ο Σελίμ Μπέης φαινότανε ιδιοκτήτης του αγροκτήματος Τόπλιανης, έτσι λεγότανε, και Τσερκόβιανης, όπου σήμερα ανήκει η Μικρή Σάντα. Για αυτό το αγρόκτημα έγινε μια συμφωνία 10.000 λιρών. Αυτά γίνονται την άνοιξη του 1914 προς το καλοκαίρι. Ξεσπά ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι άλλες οικογένειες οι οποίες θα έρχονταν από εκεί δεν μπόρεσαν – έκλεισαν οι δρόμοι, επομένως δεν μπορούσε να ισχύσει και η συμφωνία, δεν υπήρχαν τα χρήματα. Τη συμφωνία την έκαναν βασιζόμενοι στο γεγονός ότι θα έρχονταν και οι υπόλοιποι. Μετά αναγκάστηκαν να επιστρέψουν, την Άνοιξη του ’15 επέστρεψαν πίσω, μέσω Βαλκανίων, πάνω από τη Μαύρη Θάλασσα ξαναπήγανε στον Καύκασο. Εκεί, βέβαια, είχε ήδη ξεκινήσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, είχε αναστατωθεί η περιοχή. Οι Τούρκοι και οι Τουρκομάνοι, οι οποίοι υποστήριζαν την Τουρκία, ήτανε περισσότεροι από το 50% του πληθυσμού και τους είχανε εξοπλίσει, έτσι… δημιουργήθηκε το μέτωπο του Καυκάσου, που ήταν ένα από τα κύρια μέτωπα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και οι δικοί μας βρέθηκαν μέσα σ’ αυτόν τον χαλασμό. Στον Μάρτιο του 1918, στις 3 Μαρτίου νομίζω, υπογράφτηκε η συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ. Με αυτή η σοβιετική πλέον Ρωσία, η Σοβιετική Ένωση, επιστρέφει την περιοχή πίσω στους Τούρκους, στον Κεμάλ – με αποτέλεσμα η περιοχή από τα νότια προς τα βόρεια σιγά σιγά να αδειάζει. Οι δικοί μας έφυγαν σχεδόν τελευταίοι, τον Νοέμβριο του 1920[00:05:00], από εκεί πεζοί με ό,τι μπορούσαν να πάρουν μαζί τους, με ό,τι μπορούσαν φορτώσουν πάνω στα κάρα, να φορτωθούν οι ίδιοι, και τα ζώα τους φτάσανε στο Μπορτζόμ της Γεωργίας. Εκεί έμειναν έναν μήνα και κοντά στα Χριστούγεννα κατέβηκαν, πούλησαν ό,τι μπορούσαν να πουλήσουν και κοντά στα Χριστούγεννα κατέβηκαν στο Βατούμ. Εκεί περίμεναν την αναχώρησή τους για την Ελλάδα. Αυτά γίνονται πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Ναι.
Έτσι; Ήδη έχει υπογραφεί η Συνθήκη των Σεβρών. Αλλά τον Νοέμβριο, νομίζω 1η Νοεμβρίου, ο Βενιζέλος έχασε τις εκλογές και η κατάσταση είχε ήδη ανατραπεί. Οι δικοί μας με πλοίο ξεκίνησαν τον Φλεβάρη, 24 Φεβρουαρίου του 1921, με το ατμόπλοιο Αραράτ, φτάσαν στη Θεσσαλονίκη στις 2 Μαρτίου· οχτώ μέρες ταξίδι. Κινδύνευσαν και να πνιγούν στην έξοδό τους στο Αιγαίο Πέλαγος, βγαίνοντας από τη θάλασσα του Μαρμαρά. Εκεί αρχικά τους είχανε κρατήσει στο Καραπουρνάκι, στην Καλαμαριά. Σε όλη τη διαδρομή, αλλά κυρίως στο Καραπουρνάκι, από τον κίτρινο πυρετό χάσανε σχεδόν το ένα τρίτο του πληθυσμού τους. Κατάκοποι, ρακένδυτοι, χωρίς να έχουνε στον ήλιο μοίρα έφτασαν στους Γεωργιανούς στις 10 Μαΐου του 1921 – και τότε ίδρυσαν ουσιαστικά το χωριό τους. Σ’ εκείνο το χωριό υπήρχε μόνο… όχι, απέναντι, στο κάτω μέρος, το αρχοντικό του Μπέη, όπου εκεί έκανε τις διακοπές του το καλοκαίρι, ο Μπέης της Βέροιας, και είχε και μερικούς βλαχόφωνους, δυο-τρεις οικογένειες ο οποίες καλλιεργούσαν τα κτήματά του εκεί στην περιοχή. Από εκείνο το σημείο αρχίζει η ιστορία των Γεωργιανών. Ήτανε το 1923-24, ιδρύθηκε η κοινότητα Γεωργιανών με έδρα τους Γεωργιανούς και συμπεριελάμβανε και τα άλλα χωριά: την Καστανιά, τη Μικρή Σάντα, τον Τριπόταμο, το Κομνήνειο… Όλοι αυτοί υπάγονταν στους Γεωργιανούς, ήταν η έδρα της κοινότητας. Το 1926 μετονομάστηκε από «Κοινότητα Τόπλιανης» σε «Κοινότητα Γεωργιανών». Το «Τόπλιανη» είναι σλάβικο τοπωνύμιο, σημαίνει ζεστό μέρος – «τοπλ» λένε το ζεστό στα Σλάβικα. Αυτά.
Από πού προέρχεται η ονομασία; Γνωρίζετε;
Γεωργιανοί; Κοίταξε, το γνωρίζω, είμαι απόλυτα βέβαιος γι’ αυτό. Το όνομά του έδωσε στο χωριό ουσιαστικά ο ιδρυτής του, αυτός που επέλεξε το μέρος το 1914, ο Γεώργιος Γεωργιάδης. Έβαλε το όνομά του. Δεν έχει καμία σχέση με τη Γεωργία του Καυκάσου· καμία σχέση. Ούτε από τη Γεωργία είμαστε, ούτε με αυτήν τη χώρα έχουμε καμία σχέση φυλετικά. Έλληνες ήτανε από τον Πόντο, οι οποίοι έζησαν στην περιοχή του Καυκάσου και εγκαταστάθηκαν στους Γεωργιανούς. Ήτανε ένας φιλόδοξος άνθρωπος ο Γεώργιος Γεωργιάδης, έβαλε το όνομά του και το επέβαλε. Όταν το 1936 επιχείρησε η οικογένεια Πλακίδα να το αλλάξει, να το κάνει «Εξοχή», στάθηκε αδύνατον· επαναστάτησε όλο το χωριό, δεν το επέτρεψε.
[Δ.Α.] Ναι, μπράβο. Γνωρίζετε καθόλου τι δυσκολίες αντιμετώπισαν τότε οι Πόντιοι στην εγκατάστασή τους το 1921 στην περιοχή Γεωργιανοί;
Κοίταξε, ήτανε θέμα επιβίωσης. Γιατί δεν υπήρχε από πουθενά βοήθεια. Η αλήθεια είναι ότι εκεί σε εμάς δεν υπήρχε εχθρικό περιβάλλον. Οι λίγοι βλαχόφωνοι που ήταν τους φέρθηκαν καλά. Μπορώ να πω ότι τους βοήθησαν κιόλας, και ήταν και αρμονικές οι σχέσεις τους όλα τα χρόνια από εκεί και μετά, δεν υπήρξε ποτέ κανένα πρόβλημα. Ήτανε η προσπάθειά τους να επιβιώσουν σε έναν τόπο ο οποίος είναι ουσιαστικά φτωχός – δεν παράγει πολλά πράγματα. Και, να φανταστείτε, εκείνη την περίοδο δεν υπήρχαν πολλές αρδευόμενες εκτάσεις στους Γεωργιανούς. Πιο κάτω από το χωριό, που μετά τους έδωσαν χωράφια και κλήρους[00:10:00]. Εκεί, πάνω, ουσιαστικά πάνω στις πέτρες προσπάθησαν να χτίσουν. Το κατάφεραν, το κατάφεραν όμως. Και είχαν απ’ όλα, δεν τους έλειπε τίποτα. Δεν είχαν χρήματα· αυτό ήτανε ένα μειονέκτημα. Είχαν έφεση στα γράμματα και ήτανε πρώτη τους προτεραιότητα να μορφωθούν. Όλοι στέλναν τα παιδιά τους στο σχολείο – έστω στο Δημοτικό ήτανε υποχρεωτική η εκπαίδευση για όλους.
Άρα, ο κόσμος ασχολείται με τα γράμματα κατά βάση–
Όχι, δεν ασχολείται με τα γράμματα, έχει κατεύθυνση προς τα εκεί. Ο κόσμος ασχολείται με τη γεωργία –την κτηνοτροφία κυρίως–, έτσι, για να επιβιώσει τις πρώτες δεκαετίες. Μετά έρχεται ο πόλεμος του ’40, η Γερμανική Κατοχή. Ο Εμφύλιος Πόλεμος… Η αλήθεια είναι το χωριό μας δεν είχε θύματα. Είναι από τα ελάχιστα χωριά που δεν υπήρξανε–
Ευτυχώς…
–θύματα. Ναι. Είχανε επί Γερμανών οργανωθεί στο ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ, την ΕΠΟΝ… στην Εθνική Αντίσταση όλοι – δεν υπήρχε κάποιος που να εξαιρείται, ακόμα και αυτοί οι οποίοι ήτανε πρόσφιλοι προς το λαϊκό κόμμα, κι αυτοί ακόμα ήτανε στην Εθνική Αντίσταση – και δεν είχαμε παρατράγουδα ακόμα και την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου. Μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο αρχίζει και μία έξοδος προς τα αστικά κέντρα των Γεωργιανών, προς την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, τη Βέροια… Αλλά κρατούν την επαφή τους με το χωριό τους και τους συγγενείς τους εκεί. Και τη δεκαετία του ’60 αρκετοί φεύγουν στη Γερμανία. Η εξέλιξή τους είναι η εξέλιξη του Έλληνα του πρόσφυγα στον Μεσοπόλεμο, και εν συνεχεία του Νεοέλληνα από 1949, τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου και μετά, χωρίς ιδιαίτερες… Εκείνο που έχω να τονίσω είναι ότι πολιτικά προσδιορίζονταν προς την Αριστερά αυτό το χωριό – σε εξαιρετικά μεγάλο ποσοστό, μέχρι το 1981 η Αριστερά κυριαρχούσε.
Για αυτή τους την επιλογή, αν γνωρίζετε μου απαντάτε φυσικά…
Όχι, διώξεις και τέτοια δεν υπήρξανε. Βεβαίως, το καθεστώς πάντοτε τους είχε στην απομόνωση. Αλλά διώξεις σε βαθμό που να χαθούν ζωές δεν υπήρξαν, όχι. Ήτανε όμως δύσκολη εποχή γι’ αυτούς.
Υπήρχε όμως ένα μικρό είδος ρατσισμού.
Πολιτικού ρατσισμού.
Ναι, πολιτικού ρατσισμού.
Ναι, βέβαια. Αλλά πάντοτε υπήρχανε και οι άνθρωποι μέσα στο χωριό που τις γωνίες λίγο τις στρογγύλευαν. Δηλαδή πολιτικά ήτανε προς το καθεστώς και δεν το εκμεταλλεύονταν αυτό σε βαθμό τέτοιο που να δημιουργήσουνε μεγάλες εντάσεις μες στο χωριό. Ουσιαστικά δεν είχαμε μεγάλες εντάσεις ποτέ.
Θετικό αυτό.
Θετικό και έξυπνο.
Και έξυπνο, βέβαια.
Και έξυπνο.
Μακάρι να συνέβαινε και στις μέρες μας.
Ναι, ναι… Και–
Να καταλαβαίνουμε ότι στην ουσία είμαστε άνθρωποι, μας ενώνουν άλλα πράγματα, πιο σημαντικά απ’ ό,τι η πολιτική.
Έτσι, έτσι…
Και δεν θα ’πρεπε ποτέ να την αφήνουμε να μας χωρίζει και να μας ξεχωρίζει.
Έτσι… Υπήρχαν και συγγένειες που κρατούσανε τους ανθρώπους, κρατούσαν δεσμούς. Ήταν άνθρωποι, θα έλεγα, σχετικά χαμηλών τόνων – ήρεμοι άνθρωποι, ειρηνικοί άνθρωποι.
Η οικογένειά σας ήταν έτσι;
Η δική μας είναι λίγο πιο… Και από τη μητέρα μου και από τον πατέρα μου ήτανε λίγο πιο ζωηροί, θα έλεγα.
Είχανε λίγο έντονο ταπεραμέντο.
Είχανε, ναι.
Πώς θυμάστε την οικογένειά σας, δηλαδή, σε γιορτές, σε ήθη, έθιμα, συνήθειες που είχανε…
Άρχισαν αυτά, από τη δεκαετία του ’70 και μετά, άρχισαν να ξεθωριάζουν σιγά σιγά. Τα παλιά τα ήθη και τα έθιμα, που τα κρατούσαν και τα διατηρούσαν ευλαβικά, ήδη είχανε ξεθωριάσει. Η αστικοποίηση είχε φτάσει και στο χωριό. Εντάξει, τα Χριστούγεννα μαζεύονταν όπως όλες οι οικογένειες για να κάνουν Χριστούγεννα, το Πάσχα τα ίδια, τον Δεκαπενταύγουστο… Το χωριό το καλοκαίρι ήταν γεμάτο. Επέστρεφαν[00:15:00] όλοι όσοι ήτανε στα αστικά κέντρα για να περάσουν το καλοκαίρι τους στο χωριό τους. Υπήρχε ένα όμορφο, ζωντανό περιβάλλον, όμορφο. Αλλά εγώ δεν έζησα τον Μεσοπόλεμο, τη δεκαετία του ’50, όπου εκεί τηρούνταν περισσότερο τα έθιμα· στον γάμο, στη βάπτιση… Και εκείνο που παρατήρησα είναι ότι, από την Επταετία και μετά, με την Εκκλησία οι δεσμοί χαλάρωσαν πάρα πολύ. Στην εκκλησία δεν πήγαινε… ειδικά τη δεκαετία του ’70, του ’80 δεν πατούσε κανείς. Μετά άρχισαν να εγκαθίστανται στους Γεωργιανούς άνθρωποι οι οποίοι ήταν από τη Βέροια, από άλλα μέρη, έχτισαν σπίτια εκεί για εξοχικά και τα έκαναν μόνιμες κατοικίες. Αυτοί ουσιαστικά ξανάνοιξαν την εκκλησία.
Πού οφειλόταν αυτό;
Δεν ξέρω, παρότι είχανε με τον Άγιο Γεώργιο ιδιαίτερους δεσμούς. Δεσμούς αιώνων. Τη λατρεία του τη μετέφεραν από τον Πόντο στον Καύκασο και από τον Καύκασο στην Ελλάδα. Παρόλα αυτά όμως…
Δεν γνωρίζουμε.
Δεν ένιωθαν έντονο το θρησκευτικό συναίσθημα. Τώρα, δεν ξέρω αν αυτό τούς επηρέαζε επειδή αρκετοί από αυτούς ήτανε και κομμουνιστές, δεν… Αυτό…
Εγώ θα έλεγα ότι μάλλον όσα περάσανε και όσα τραβήξανε τους έκαναν να αποστραφούνε λίγο από την Εκκλησία και να χάσουνε την πίστη τους.
Μα δεν τους έκανε κάτι η Εκκλησία…
Φυσικά και δεν τους έκανε κάτι η εκκλησία, εννοείται, αλλά, επειδή–
Στα άλλα τα χωριά, που πέρασαν… δηλαδή ο Τριπόταμος είχε και θύματα, στη Ραχιά υπήρχανε και διαιρέσεις. Εκεί γιατί; Παρότι οι δικοί μας – εγώ θυμάμαι τη γιαγιά μου, με έπαιρνε από το χέρι και πηγαίναμε την Κυριακή στην εκκλησία. Ε, η μάνα μου δεν το συνέχισε, ο πατέρας μου δεν το συνέχισε. Τη θρησκεία δεν τη συνέδεαν με τον τύπο. Εδώ είναι ένα σημείο το οποίο δεν μπορώ να το ερμηνεύσω. Πάντως η προηγούμενη γενιά, δηλαδή η γενιά των γονιών μας, αποστασιοποιείται από τον ναό. Δεν είναι λιγότερο πιστοί, νομίζω, αλλά δεν πηγαίνει στην εκκλησία· δεν πηγαίνει.
Κάτι που θα κρατήσετε, έτσι, να θυμόσαστε από την οικογένειά σας, κάποιο ποντιακό ρητό… υπάρχει;
Ιστορίες που διηγούνταν οι παλιοί και αφορούσανε τη Γερμανική Κατοχή, σε μεγάλο βαθμό, τη ζωή τους τα πρώτα χρόνια, αλλά κυρίως τη ζωή τους στον Καύκασο. Γιατί εμείς μεγαλώσαμε με τους ανθρώπους οι οποίοι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στον Καύκασο – και θεωρούσαν πατρίδα τους το Αρνταχάν, το Χανάχ. Όταν αναφέρονταν στο χωριό τους εκείνο, πάντοτε αναφέρονταν με συγκίνηση.
Πολύ ωραία.
Δεν υπάρχει κάποιο μεμονωμένο γεγονός, κάποια εκδήλωση που… Η εκδήλωση του Άι Γιώργη που γιορτάζανε ήταν η λειτουργία και μετά το πιλάφι που προσφέρανε στους επισκέπτες – αυτό. Το οποίο είναι ένα έθιμο το οποίο το κρατούσανε από τον Πόντο.
Ξέρουμε μήπως τι συμβολίζει το πιλάφι;
Δεν ξέρω, δεν ξέρω ακριβώς, γιατί είχανε επιλέξει το πιλάφι, το ρύζι, το πλιγουρένιο το πιλάφι… μαζί με γιαούρτι. Αυτό προσφέρανε. Δεν ξέρω. Υπάρχει μία εκδοχή την οποία μού ανέφερε ένας θείος μου –δικηγόρος ήτανε αυτός–, ο οποίος μου έλεγε ότι συνδυάζεται η προσφορά του φαγητού στον επισκέπτη με το ημεροκάματο του εργάτη στα μεταλλεία. Δηλαδή, εκτός από τον μισθό, ήτανε υποχρεωμένος ο εργοδότης να προσφέρει κάθε μέρα και ένα πιάτο φαγητό – το συνδύαζε με εκείνο. Αλλά εδώ μιλάμε για την εξής περίπτωση: έρχονταν, αρκετά χιλιόμετρα, δηλαδή κάνανε και 60-70 χιλιόμετρα κάποιοι άνθρωποι για να έρθουνε στο Χανάχ από την προηγούμενη για να γιορτάσουνε τη γιορτή – Νοέμβρη μήνα, 6 Νοεμβρίου νομίζω γιορτάζεται ο Αη Γιώργης τον Νοέμβριο[00:20:00]. Οι δικοί μας τη γιορτή δεν τη γιόρταζαν 23 Απριλίου ή τη δεύτερη μέρα του Πάσχα – ποτέ· τη γιόρταζαν τον Νοέμβρη. Μαζεύονταν από τα γύρω χωριά, έρχονταν με τα κάρα, πολύς κόσμος… Αυτόν τον κόσμο τον φιλοξενούσανε. Πρέπει να έχει να κάνει και με τη φιλοξενία.
Ε, βέβαια. Και τι, κι οι Πόντιοι ούτως ή άλλως–
Ε, ναι.
–φημίζονται για τη φιλοξενία τους.
Όλοι οι λαοί σε εκείνα τα μέρη. Όλοι οι λαοί είναι φιλόξενοι.
Είναι όντως φιλόξενοι.
Όλοι οι λαοί… να ’μαστε δηλαδή ειλικρινείς.
Κάτι που θα θέλατε να σημειώσουμε στη συνέντευξη πριν τελειώσουμε; Κάτι που να μείνει;
Και να έχει σχέση με τι; Με το χωριό μου.
Με οτιδήποτε. Με τους λαούς, με το χωριό, με την αγάπη, με το πώς μπορούν να υπάρχουν οι λαοί, να συνυπάρξουνε…
Αν ψάξουν τις ρίζες τους θα δούνε ότι είναι κοινές, επομένως είναι υποχρεωμένοι να συνυπάρξουνε. Όλα τα άλλα είναι οικονομικά συμφέροντα που τους βγαίνουν – δεν έχουν καμία σχέση με την ύπαρξή τους· ούτε οι θρησκείες ούτε τα οικονομικά συμφέροντα. Εκείνο που μετράει είναι πώς νιώθεις απέναντι στον άλλον – και βέβαια δεν βάζεις διαχωρισμούς, δεν κάνεις διαχωρισμούς. Δεν υπάρχει «αυτός ανήκει στην τάδε φυλή, ο άλλος ανήκει στην τάδε φυλή». Ειδικά αυτήν την περίοδο με το μεταναστευτικό, το προσφυγικό, πρέπει να ’μαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί· και να δούμε και τις πραγματικές ανάγκες του τόπου μας.
Και των λαών.
Των λαών, ναι.
Έτσι. Έχετε δίκιο σε αυτό που λέτε, ας ενημερωθούμε λίγο παραπάνω και ας ανοίξουμε τις παρωπίδες μας.
Έτσι… Όπως υποδέχτηκαν οι Σύριοι τους δικούς μας Ποντοέλληνες στο Χαλέπι, ας υποδεχόμαστε κι εμείς πρόσφυγες.
Έτσι… Σας ευχαριστώ θερμά, κύριε Κυριάκο.
«Κυριάκο» σκέτο.
Κυριάκο.
Έτσι. Κι εγώ σού εύχομαι καλή επιτυχία στο έργο σου.
Ευχαριστώ πολύ, να ’στε καλά.
Kαι γενικά στην πορεία σου.
Ευχαριστώ.
Περίληψη
Ο Κυριάκος Θεοδωρίδης, μέσα από μία λεπτομερή ιστορική αναδρομή που κάνει σχετικά με τον Πόντο, διηγείται την πρώτη μετανάστευση των Ποντίων στην περιοχή της Ημαθίας και την ίδρυση των Γεωργιανών. Κάνει λόγο για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή πραγματοποιήθηκε, καθώς και για τα συμφέροντα και τα αποτελέσματα που επέφερε. Στη συνέχεια, αναφέρεται σε κάποιες καθημερινές, παραδοσιακές και θρησκευτικές πρακτικές των Ποντίων που έφεραν μαζί τους στη νέα τους πατρίδα. Τέλος, επισημαίνει τη σημασία της αρμονικής συνύπαρξης όλων των λαών και την ανάγκη απομάκρυνσής τους από οποιεσδήποτε ρατσιστικές ή θρησκευτικές προκαταλήψεις και οικονομικά συμφέροντα.
Αφηγητές/τριες
Κυριάκος Θεοδωρίδης
Ερευνητές/τριες
Ευρίκλεια Τσαλουχίδου
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
25/02/2020
Διάρκεια
22'
Περίληψη
Ο Κυριάκος Θεοδωρίδης, μέσα από μία λεπτομερή ιστορική αναδρομή που κάνει σχετικά με τον Πόντο, διηγείται την πρώτη μετανάστευση των Ποντίων στην περιοχή της Ημαθίας και την ίδρυση των Γεωργιανών. Κάνει λόγο για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή πραγματοποιήθηκε, καθώς και για τα συμφέροντα και τα αποτελέσματα που επέφερε. Στη συνέχεια, αναφέρεται σε κάποιες καθημερινές, παραδοσιακές και θρησκευτικές πρακτικές των Ποντίων που έφεραν μαζί τους στη νέα τους πατρίδα. Τέλος, επισημαίνει τη σημασία της αρμονικής συνύπαρξης όλων των λαών και την ανάγκη απομάκρυνσής τους από οποιεσδήποτε ρατσιστικές ή θρησκευτικές προκαταλήψεις και οικονομικά συμφέροντα.
Αφηγητές/τριες
Κυριάκος Θεοδωρίδης
Ερευνητές/τριες
Ευρίκλεια Τσαλουχίδου
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
25/02/2020
Διάρκεια
22'