© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Ο σκηνοθέτης Σταύρος Ψυλλάκης κινηματογραφεί τα όρια της ανθρώπινης ύπαρξης

Κωδικός Ιστορίας
14657
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Σταύρος Ψυλλάκης (Σ.Ψ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
26/12/2020
Ερευνητής/τρια
Εμμανουήλ Κανδεράκης (Ε.Κ.)
Ε.Κ.:

[00:00:00]Είναι Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2020, είμαι με τον Σταύρο Ψυλλάκη στην πλατεία Πρωτομαγιάς, εγώ ονομάζομαι Μάνος Κανδεράκης είμαι ερευνητής στο Istorima και ξεκινάμε. Κύριε Ψυλλάκη, αφού σας ευχαριστήσω πάρα πολύ για την αποδοχή της πρόσκλησης, θα ήθελα να ξεκινήσουμε λίγο με τα παιδικά σας χρόνια, πού γεννηθήκατε, πού πήγατε σχολείο.

Σ.Ψ.:

Λοιπόν, γεννήθηκα στα Χανιά το 1954, στο λιμάνι των Χανίων. Εκεί πέρασα όλα μου τα παιδικά χρόνια και το γυμνάσιο, ώσπου, τελειώνοντας το γυμνάσιο, έδωσα εξετάσεις μπήκα στο Πολυτεχνείο, στην σχολή Ηλεκτρολόγων Μηχανολόγων το 1972. Πριν προχωρήσω όμως σε αυτό το θέμα, ήθελα να πω 2 - 3 πραγματάκια που θυμάμαι από εκείνα τα χρόνια, τα παιδικά. Ο πατέρας μου και η μητέρα μου είχαν μια ταβέρνα, κουτούκι στο λιμάνι, το οποίο λιμάνι εκείνη την εποχή δεν είχε καμία σχέση με το σημερινό τουριστικό λιμάνι των Χανίων. Ήτανε ένας έρημος τόπος και πολύ περισσότερο για λούμπεν στοιχεία. Δηλαδή οι οικογένειες δεν συχνάζαν τόσο πολύ στο λιμάνι. Οι άνθρωποι που ήταν στο μαγαζί σαν πελάτες ήταν με το το εκατοσταράκι το κρασί, την τσικουδιά τους, ωραίοι άνθρωποι οι περισσότεροι είτε λιμενεργάτες είτε ψαράδες ή ένα γύρω, εργαζόμενοι οι περισσότεροι. Σε αυτή την ταβέρνα, λοιπόν, του πατέρα από τα 8 μου περίπου με παίρναν και δούλευα, έκανα το γκαρσόν, όσο μπορείς να κάνεις το γκαρσόν τότε. Γύρω στις 11 11:30 το βράδυ, όμως, έπρεπε να φεύγω από το μαγαζί και να πηγαίνω σπίτι να κοιμηθώ, γιατί την επομένη είχαμε σχολείο. Έπαιρνα τον δρόμο, αλλά ήταν θεοσκότεινα. Aφ’ ης στιγμής άρχισα να μπαίνω στα στενά ήταν ένα πρόβλημα, πώς θα τα περάσω και πώς θα διευθετήσω το θέμα του φόβου. Αυτό που είχα βρει λοιπόν σαν φάρμακο, σαν ξόρκι, είναι να λέω το πάτερ ημών, λέγοντας το πάτερ ημών έφτανα στο σπίτι, έμπαινα μέσα και κοιμόμουνα ήσυχος. Εκείνα τα χρόνια, όμως, τα παιδιά αρχίζουν και ρωτάνε διάφορα πράγματα και ένα από τα βασικά πρώτα ερωτήματα είναι: «Υπάρχει Θεός;», «πώς ήρθαμε στον κόσμο, τι κάνουμε εδώ πέρα», αλλά το θέμα του Θεού είναι από τα βασικά ερωτήματα που βάζουμε. Σύντομα, λοιπόν, μέσα μου το θεώρησα αναγκαίο να κόψω κάθε επικοινωνία με αυτόν, δεν μπορούν να υπάρχουν και οι δύο στον κόσμο. Έχοντας πειστεί ότι η ύπαρξη του Θεού είναι ένα εφεύρημα του ανθρώπου, για να καταλαγιάσει τον πόνο του και να τον γλυκάνει και, κάπως, να δώσει ένα νόημα, εγώ επηρεασμένος, ίσως, από τα διαβάσματα του Καζαντζάκη – τώρα μιλάμε, πάμε λίγο μεγαλύτερη ηλικία, αλλά πάντα στο δημοτικό, προς το τέλος – είχα πάρει διαζύγιο. Όταν βρέθηκα σε αυτή την κατάσταση, είχα ένα δίλημμα. Λέω: «Δεν είναι δυνατόν να δηλώνεις άθεος και να θες να χρησιμοποιείς το πάτερ ημών, για να πηγαίνεις στο σπίτι κάθε βράδυ, σαν προσευχή. Τι πρέπει να κάνεις; Πρέπει να είσαι συνεπής με αυτά που πιστεύεις. Έλα, όμως, που εκείνο τον δρόμο δεν μπορούσα να τον ξαναπάρω, χωρίς να λέω το πάτερ ημών. Τι είπα λοιπόν; «Θα πάω από έναν άλλο, πιο περιφερειακό δρόμο, γύρω γύρω, όπου τα σκοτάδια ήταν πολύ πιο μαύρα. Πάλι φοβήθηκα και, για να μην είναι το ίδιο άρχισα να λέω εκεί το πιστεύω. Κάπου εκεί δεν ξαναπήγα από κείνο τον δύσκολο δρόμο, συνέχισα από τον κανονικό και σιγά σιγά τον συνήθισα. Εντάξει. Πάμε λίγο πιο μετά, είμαστε κάπου στην έκτη του δημοτικού, είναι η περίοδος που τα πρώτα ερωτικά καρδιοχτύπια αρχίζουν να υπάρχουν, αισθανόμαστε ότι κάποια κοπέλα μπορεί να μας αρέσει. Όμως, μιλάω για την περίοδο της δεκαετίας του ’50, αυτά τα πράγματα ούτε επιτρεπτά ήτανε, ούτε μπορούσες να τα εκστομίσεις πολύ εύκολα, συν την δικιά μου προσωπική συστολή, όπου εντάξει δεν μου άρεσε να βγ[00:05:00]αίνω να φωνάζω. Κάθε πρωί, λοιπόν, στο σχολείο πήγαινα με έναν γείτονά μου, τα σπίτια μας απείχαν 20 - 30 μετρά και φεύγαμε μαζί, ακολουθούσαμε μια διαδρομή πάντα την ίδια και πηγαίναμε για το σχολείο. Ένα ωραίο πρωί, λοιπόν, λίγο πριν φτάσουμε άρχισε η κουβέντα για το επίμαχο θέμα, «σου αρέσει κάποια κοπέλα κτλ. κτλ.». Κείνη την ώρα, λοιπόν, με την συστολή που υπήρχε δεν μπορούσε κανείς από τους δύο να πει ποια του αρέσει. Η λύση που βρήκαμε, για να μην ονοματίσουμε ήταν να πούμε τον αριθμό της. Κάθε παιδί είχε έναν αριθμό το 1, το 2, το 3, ανάλογα με το ονοματεπώνυμο. Λέει πρώτος ο ένας, λέει: «Το 1», λέω και εγώ δεύτερος: «Το 1». Όπως καταλαβαίνεις ήτανε δύσκολα τα πράγματα. Κάπως έπρεπε να διευθετηθεί αυτή η ιστορία. Γιατί ναι μεν ο καλός μου φίλος, ήταν ο γείτονάς μου, αλλά δεν μπορούμε να αγαπάμε και οι δύο την ίδια κοπέλα. Σου λέω τώρα μια ιστορία, για την οποία η κοπέλα δεν έχει την παραμικρή ιδέα, ούτε τα επόμενα χρόνια έμαθε τίποτα, κανείς δεν ξέρει. Είναι μια μεταξύ μας ιστορία. Η λύση που βρήκαμε, λοιπόν, ήτανε στο στενό το δικό μας να παίξουμε έναν αγώνα ποδοσφαίρου και όποιος κέρδιζε θα την είχε κερδίσει και ο άλλος θα υποχωρούσε. Αρχίζει αυτός ο περίφημος αγώνας είμαστε κάπου στο 2 - 1, έχανα, και το επόμενο σουτ που πάει, πάει στην λάμπα του γείτονά μας. Σπάει την λάμπα, ανοίγει το παράθυρο, εξαγριωμένος, μας παίρνει στο κυνήγι, πάντα μας κυνηγούσε, αλλά τώρα έναν παραπάνω λόγο έχει για να μας κυνηγήσει, μας πήρε, λοιπόν, στο κυνήγι και διακόπηκε ο αγώνας. Έλα που, επειδή κέρδιζε ο άλλος 2 - 1 κάπου άρχισε να μου αποδίδει ότι το έκανα επίτηδες, για να μη χάσω. Δεν το είχα κάνει επίτηδες, ούτε στον χαρακτήρα μου είναι ούτε τίποτα από όλα αυτά, συνέβη το ατύχημα. Αυτό που ακολούθησε ήταν για ένα μεγάλο διάστημα τις επόμενες μέρες, ούτε μιλούσαμε, ούτε λαλούσαμε, ούτε πηγαίναμε μαζί στο σχολείο. Αυτό υποψίασε λίγο τους γονείς μας, τι πάθανε τα παιδιά, τι γίνεται, τι, το ένα το άλλο και ο πατέρας του ο οποίος εκτελούσε συχνά και χρέη παιδονόμου – είχαμε παιδονόμους εκείνα τα χρόνια – θεώρησε καλό να απευθυνθεί στον παπά στο κατηχητικό και να πει τι έχουν τα παιδιά μεταξύ τους. Πηγαίναμε, παρά τις απόψεις που είχα περί Θεού στο κατηχητικό πηγαίναμε, γιατί ήταν ένα βήμα, για μένα τουλάχιστον, ένας τρόπος να ανοίγω διάφορες φιλοσοφικές κουβέντες και αυτό εμένα μου άρεσε πάρα πολύ. Τον βλέπαμε, λοιπόν, και έχει πάει στον παπά. Λίγο πριν ξεκινήσει το μάθημα, ο παπάς απευθύνεται σε μας και λέει: «Εσάς σας θέλω στο τέλος». «Ωχ – λέω – τώρα να δούμε τι θα γίνει». Ανταλλάζουμε γρήγορα βλέμματα, αναγκαστικά ξαναμιλάμε και κάπου του λέω: «Άσ' το πάνω μου, θα δω τι θα κάνω». Όταν τελειώνει το κατηχητικό, έρχεται μας παίρνει παράμερα ο παπάς, οπότε του βρίσκω μια λογικοφανή δικαιολογία, «κάτι είχε συμβεί μεταξύ μας, μια παρεξήγηση, αλλά τώρα είμαστε μια χαρά, είμαστε φίλοι, δεν υπάρχει κανένα θέμα». Μας άφησε, δεν έδωσε συνέχεια. Κατεβήκαμε κάτω, πήγαμε στο προαύλιο της εκκλησίας και ενσωματωθήκαμε στα παιδιά που παίζανε μπάλα, όλα μέλι γάλα. Για όλη αυτή την ιστορία η κοπέλα δεν έμαθε ποτέ τίποτα. Και παραμένει και για τους δυο μας ο αριθμός ένα, πολύ καλός μου φίλος ακόμη και όταν την διηγούμαστε γελάμε πάρα πολύ. Έρχεται, λοιπόν, κάνω ένα μεγάλο άλμα, και έρχεται η περίοδος του Πολυτεχνείου, εγώ μπαίνω το ’72. Το ’73 έχουμε το μεγάλο πανηγύρι. Όπως καταλαβαίνεις, είμαι γέννημα θρέμμα αυτής της γενιάς, τα έχω ζήσει σε μεγάλο βαθμό είναι μια ιστορία που όσοι την ζήσαμε μας σημάδεψε και όσα και αν συνέβησαν τα επόμενα χρόνια, ποτέ δεν θα την α[00:10:00]ρνηθώ και ποτέ δεν θα πω ότι δεν θα ‘θελα να ‘μουνα εκεί μέσα. Ποτέ δεν θα το πω αυτό το πράγμα. Συνέβησαν πολλά μετά, άλλα δικαιωθήκανε, άλλα διαψευστήκανε, άλλα εξαργυρωθήκανε, ένα σωρό πράγματα, δεν με ενδιαφέρει. Και αύριο να ξαναγινότανε και να ‘χα γνώση του τι θα γινόταν στην συνέχεια, πάλι μέσα θα ήμουν. Για μένα αυτή η σχέση μου με τα γεγονότα και όλα αυτά που συνέβαιναν τα επόμενα χρόνια την παρομοιάζω με μια σχέση ερωτική. Σαν μια σχέση ερωτική. Ξέρουμε συχνά πώς καταλήγει ο έρωτας, ξέρουμε τις ματαιώσεις, ξέρουμε τις διαψεύσεις, παρόλα αυτά κάθε φορά είμαστε έτοιμοι να ξαναμπούμε στο ίδιο παιχνίδι. Είναι το πανηγύρι της ζωής, είναι ένα τεράστιο πανηγύρι. Δεν μένω στα πολιτικά νοήματα, δεν μένω σε όλα αυτά τα οποία ο καθένας τα ερμηνεύει όπως θέλει, σε κάθε εποχή δίνεται άλλη ερμηνεία, εξαργυρώνονται αλλιώς. Δεν με ενδιαφέρει όλο αυτό το πράγμα, με ενδιαφέρει η μέθεξη της ερωτικής διάθεσης και αυτή ήταν μια τεράστια μέθεξη. Χαίρομαι που ήμουνα εκεί.

Ε.Κ.:

Και από το Πολυτεχνείο πότε αποφοιτήσατε;

Σ.Ψ.:

Εγώ τελειώνω το ’78 τον Φεβρουάριο, κανονικά, δηλαδή, έτσι; Κανονικά τέλειωσα, πηγαίνω στον στρατό, αλλά η μεγάλη μου αγάπη από μικρό παιδί ήταν η λογοτεχνία. Η φιλοσοφία, η λογοτεχνία, πάντα διάβαζα και πάντα προβληματιζόμουνα με διάφορα τέτοια πράγματα. Τελειώνοντας, λοιπόν, το Πολυτεχνείο, άρχισαν λίγο να με ζώνουνε τα φίδια «γιατί να κάτσω κάνω τον μηχανικό;», εγώ μπήκα εκεί πέρα, γιατί απλώς ήμουν πάρα πολύ καλός στα Μαθηματικά και στην Φυσική. Ούτε από κάποια οικογένεια μηχανικών προερχόμουνα ούτε είχα σκοπό να συνεχίσω μια τέτοια καριέρα, παρόλο που εκείνα τα χρόνια η ιδιότητα του μηχανικού ήταν ακόμη με υψηλό κύρος. Δηλαδή οι μηχανικοί ήταν καλοί γαμπροί, που λέγαμε. Και υπήρχανε δουλειές, υπήρχαν διάφορα πράγματα, επαγγελματικά μια χαρά θα ήτανε το μέλλον. Όμως δεν θεώρησα καλό να χρεωθώ σε όλη μου την ζωή ένα πτυχίο το οποίο όσο και αν με ικανοποίησε παίρνοντάς το, όσο κι αν επιβεβαίωσε κάποια πράγματά μου σαν άνθρωπο, μπήκα στο Πολυτεχνείο στο Μετσόβιο, δεν ήταν εύκολη ιστορία, έτσι; Είχε ένα κύρος όλο αυτό το πράγμα. Ό,τι είχα να επιβεβαιώσω στον εαυτό μου, όσον αφορά κάποιες ικανότητες και κάποια δικαίωση, την είχα. Δεν με ενδιέφερε όμως, τίποτα περισσότερο.

Σ.Ψ.:

Και άρχισα να ασχολούμαι πολύ περισσότερο με αυτά που πράγματι με ενδιαφέρανε. Είναι μακριά ιστορία λίγο, δεν έχει νόημα να την αναφέρω, γιατί είναι μια ιστορία που μου αρέσει να την λέω: «Το υπόγειό μου», δανειζόμενος από τον Ντοστογιέφσκι τον περίφημο τίτλο. Μοιάζει με ένα υπόγειο, γιατί περίπου σε ένα ισόγειο, δεν ήταν υπόγειο, αλλά σαν υπόγειο το ‘χα εγώ περνούσα πάρα πολλές ώρες διαβάζοντας. Ήτανε από τα πιο γόνιμα χρόνια της ζωής μου, πλουσιότατα και η κατάληξη αυτών των πραγμάτων ήταν, μέσα από τις ταινίες, να θεωρήσω ότι ο κινηματογράφος είναι κάτι που πιθανόν να με ενδιαφέρει. Και πήγα σε μια σχολή. Τελειώνοντας την σχολή αυτή, έκανα την πτυχιακή μου εργασία, μια μικρού μήκους μυθοπλασίας, είναι η μόνη ταινία μυθοπλασίας που έχω κάνει. Πήρα το πτυχίο, αλλά είχα μείνει άφραγκος, γιατί ότι είχα και δεν είχα τα είχα δώσει για αυτή την ταινία. Πολλά λεφτά για εκείνο τον καιρό. Τα ‘βγαζα κάνοντας μαθήματα ιδιαίτερα, εξακολουθούσα, δηλαδή, να αξιοποιώ αυτά τα πράγματα. Όντας μπατίρης τελείως, ψάχνω να βρω οποιαδήποτε δουλειά, όχι κινηματογραφική, οτιδήποτε. Και καταφεύγω στις μικρές αγγελίες των εφημερίδων. Σε αυτές, λοιπόν, βλέπω μία μικρή αγγελία που λέει ότι «προσφέρεται υποτροφία για το Παρίσι, για να εξασκηθεί κάποιος στο video 8. Για πληροφορίες στο Γαλλικό Ινστιτούτο». Video 8 εγώ τότε δεν το είχα ακούσει. Σας λέω ότι το video 8 είναι ένα video που είχε βγει λίγο μετά το VHS στο κοινό και που έδινε κάπως καλύτερη ποιότητα εικόνας, αλλά δεν είχα ιδέα.[00:15:00] Πηγαίνω στο Γαλλικό Ινστιτούτο, για καλή μου τύχη επειδή τα γαλλικά μου ήταν ελάχιστα, για καλή μου τύχη, η γραμματέας η επίσημη έλειπε και ήταν μια Ελληνίδα, άρα συνεννοήθηκα μία χαρά. Για να μην τα πολυλογώ, κάνοντας όλες τις διαπραγματεύσεις στα ελληνικά, δίνοντας και τα πτυχία μου, καταθέτοντας και την ταινία που είχα κάνει και όλα αυτά, φτάνουμε σε ένα κρίσιμο σημείο όπου με παίρνει τηλέφωνο, μου λέει: «Έχετε έρθει δεύτερος. Εάν η κοπέλα που έχει έρθει πρώτη δεν μπορεί να πάει, γιατί πρέπει να φύγετε σε 3 μέρες, εσείς είσαστε διατεθειμένος;». «Ναι – λέω – μπορώ να φύγω». Δεν έμαθα ποτέ ούτε πόσοι δώσαμε εξετάσεις…πόσοι ήμασταν υποψήφιοι, γιατί δεν δώσαμε εξετάσεις, ούτε ποια ήταν η κοπέλα αυτή που ήτανε πρώτη. Ξέρω, όμως, ότι 2 ημέρες πριν φύγω για το Παρίσι πρέπει να συναντήσω τον μορφωτικό ακόλουθο, για να υπογράψουμε τα τελικά χαρτιά και να φύγω. Μπαίνω στο γραφείο του, τα γαλλικά μου είναι ελάχιστα έως τίποτα, ο άνθρωπος κάθισε στο γραφείο και σε ένα πάγκο που είχε λίγο πιο πέρα μου λέει: «Συμπληρώστε αυτά τα χαρτιά και φύγετε… Και υπογράψτε». Συγνώμη. Λέω μέσα μου: «Μην κοροϊδεύεις τον άνθρωπο, δεν ξέρεις γαλλικά πες του συγνώμη για την ταλαιπωρία και σήκω φύγε», έτσι, ήμουν έτοιμος να κάνω. Όμως όλα παιχτήκανε σε 20, 30 δευτερόλεπτα, δεν ήταν παραπάνω. Αντί να φύγω, ρίχνω μια ματιά να δω τι είναι αυτά που ζητάνε. Βλέπω ότι ένα μεγάλο μέρος ήταν πραγματολογικά στοιχεία, ονοματεπώνυμα, πού μένεις και διάφορα τέτοια. Και μετά υπήρχε και ένα κομμάτι κειμένου. Συμπληρώνω τα πραγματολογικά, παίρνω την κόλλα πάω στο γραφείο του, δεν ξέρω τι επιστράτευσα μέσα μου εκείνη την στιγμή. Μπόρεσα, όμως, να του πω το εξής, ότι αυτό που δίνετε την υποτροφία αφορά κινηματογραφικές σπουδές. Δεν είναι κάτι φιλολογικό, δεν είναι πανεπιστήμιο και ο κινηματογράφος είναι εικόνα, δεν είναι φιλολογία, δεν είναι… «Στείλε με και εγώ θα σου αφιερώσω την πρώτη ταινία μου». Κοιταχτήκαμε στα μάτια και πρέπει όλη η δύναμη του πράγματος να μην ήταν σε αυτά που του έλεγα, είναι η δύναμη που έχει η ματιά σου εκείνη την ώρα και η αποφασιστικότητα σε αυτό που θέλεις. Λοιπόν, ο άνθρωπος το σκέφτεται λίγο και μου λέει: «Θα πάτε, θα πάτε». Αυτό ήτανε. Παιχτήκανε όλα μέσα σε 20-30 δευτερόλεπτα.

Ε.Κ.:

Μιλάμε για ποια χρονολογία τώρα;

Σ.Ψ.:

Αυτό συμβαίνει στο ’88, 1988, έχουμε πάει. Πηγαίνοντας εκεί ήδη πιο μπροστά είχα συνειδητοποιήσει ότι δεν ήταν εκπαίδευση στο video 8 . Έτσι νόμιζα εγώ στην αρχή, ότι κάποια εταιρεία, η sony, φτιάχνει ένα καινούριο μηχάνημα, θέλει να εκπαιδεύσει πωλητές και να τους ξαναστείλει πίσω να προωθήσουνε το μηχάνημα. Λέω εγώ θέλω να φύγω, τώρα αν θα γυρίσω πίσω να προωθώ βίντεο, δεν ξέρω αν θα το κάνω ακριβώς. Βασικά, θέλω να φύγω. Δεν επρόκειτο για αυτό. Ήτανε μία σχολή ντοκιμαντέρ που είχανε εξοικειωθεί πολύ με το ανθρωπολογικό ντοκιμαντέρ. Ήταν παιδιά του Jean Rouch, του διάσημου ανθρωπολόγου και κινηματογραφιστή και, απλά, η εκπαίδευση που γινότανε τότε ήταν με video 8 στην σχολή. Λοιπόν, ήταν ένα αριστούργημα. Bρέθηκα σε αυτό που ήθελα, ήτανε η πρώτη φορά που ερχόμουνα σε επαφή με το ντοκιμαντέρ, γιατί στην σχολή και γενικά στην χώρα μας, η γενική άποψη που υπήρχε για το ντοκιμαντέρ ήταν ένα είδος κινηματογράφου που ασχολείται με θέματα ιστορικά, αρχαιολογικά, οικολογικά, τα επόμενα χρόνια ήταν και δημοσιογραφικά ή ήτανε καταγγελτικά… Περισσότερο εκεί ήτανε, ο ρόλος ας πούμε του ντοκιμαντέρ και πολύ λιγότερο σε άλλα θέματα. Άρα ήταν ένα σχετικά παραγνωρισμένο, εκείνα τα χρόνια, είδος κινηματογράφου για το οποίο ξέραμε ελάχιστα πράγματα. Βρέθηκα στον παράδεισο. Ανοίξανε τα πάντα. Από την δεύτερη μέρα, την πρώτη μας κάνουνε ιατρικές εξετάσεις, από την δεύτερη μέρα μας ξαμολύ[00:20:00]σανε, μας δώσανε μία κάμερα στον καθένα και μας ξαμολύσανε στους δρόμους. Σιγά-σιγά ένιωθα ότι ήταν ό,τι καλύτερο είχα να κάνω. Σαν να μου δώσανε κάποια στιγμή μία φορεσιά ρούχα, ένα κοστούμι, που τα είχανε ράψει ακριβώς στα δικά μου μέτρα. Εμένα μου άρεσε πάρα πολύ η επαφή με τους ανθρώπους, μου άρεσε η φιλοσοφία, μου άρεσε ο στοχασμός, η ανθρωπολογία, είχα διαβάσει ήδη αρκετά πράγματα. Ο Lévi - Strauss με είχε συγκλονίσει έτσι διαβάζοντάς τον, είχα διαβάσει αρκετά πράγματα από την ψυχανάλυση, ήταν μια πολύ μεγάλη μου αγάπη, και αυτά ξαφνικά αρχίσανε και δένανε μέσα μου, γιατί είχα να κάνω συνέχεια να κάνω με ανθρώπους. Αφ’ ης στιγμής, λοιπόν, έβαλα αυτό το κοστούμι του ντοκιμαντέρ, δεν θεώρησα ότι θα το αλλάξω τα επόμενα χρόνια. Δεν είχα καμιά μα καμιά διάθεση να κάνω μυθοπλασία, γιατί ήδη από τότε ένιωθα ότι τις ιστορίες που είχα να πω ή τα πράγματα που με ενδιέφεραν μπορώ να τα βρω μέσα στην πραγματικότητα, αν της κάνω χώρο, εάν την εμπιστευτώ, εάν την προσεγγίσω και αφήσω τους ανθρώπους να βρεθούνε σε μία κατάσταση που μπορούνε να σου προσφέρουνε δώρα, δώρα εσωτερικά. Και μετά όλα αυτά τα πράγματα μέσα από το μοντάζ, το οποίο είναι απίστευτα δημιουργική διεργασία, ειδικά στο ντοκιμαντέρ, μπορείς να φτιάξεις έναν κόσμο καινούριο. Νιώθω, δηλαδή, ότι την μυθοπλασία μου την κάνω με πρόσωπα ρεαλιστικά.

Ε.Κ.:

Και πώς ξεκινήσατε; Οι πρώτες σας δουλειές ποιες ήτανε;

Σ.Ψ.:

Οι πρώτες δουλειές ήτανε 2 ντοκιμαντέρ στην σχολή που ήτανε σαν πτυχιακές εργασίες κατά κάποιο τρόπο και μετά άρχισα να πηγαινοέρχομαι στην Κρήτη – περισσότερο στην Κρήτη όχι γενικά στην Ελλάδα – και βρισκόμουνα ανάμεσα Παρίσι και Κρήτη. Κάποια στιγμή στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών στο Ρέθυμνο, αυτό είναι το Ανθρωπιστικό Ινστιτούτο του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας, ένας φωτισμένος άνθρωπος, ο Γρηγόρης ο Σηφάκης φιλόλογος και διευθυντής του Ινστιτούτου, άνοιξε αφτιά και άκουσε να κάναμε ένα τμήμα ανθρωπολογικού ντοκιμαντέρ. Έτσι ξεκινήσαμε τα γυρίσματα και κάναμε κάποια ντοκιμαντέρ εκεί πέρα, αρκετά ενδιαφέροντα και αξιόλογα θα ‘λεγα. Αλλά δυστυχώς, όταν, ειδικά εκείνα τα χρόνια, λειτουργείς στην περιφέρεια, όλες οι αποφάσεις παίρνονται στην πρωτεύουσα, τα πάντα. Είσαι αποκλεισμένος. Θυμάμαι να πηγαίνουμε στην ΕΡΤ, να δώσουμε αυτές τις ταινίες και δε νομίζω ότι κυκλοφορούσαν ισάξιές τους πολλές και μας αντιμετωπίζανε σαν τον χωριάτη που πάει να τους δώσει φρέσκες ντοματούλες και φρέσκα αγγουράκια και αβγουλάκια. Το σιχάθηκα αυτό το πράγμα, το σιχάθηκα και αναγκάστηκα να έρθω στην Αθήνα. Στην Αθήνα δουλεύοντας σιγά σιγά κάποια στιγμή βρίσκεις τον δρόμο σου. Και κάποια στιγμή αρχίζουνε και γίνονται κάποια ντοκιμαντέρ τα οποία είναι πιο προσωπικές δουλειές, γιατί ένα πολύ μεγάλο κομμάτι από τα υπόλοιπα, χωρίς να τα υποτιμώ, χωρίς να τα απωθώ καθόλου καθόλου, τα αγαπάω όλα, είναι παραγγελίες για τον βιοπορισμό. Δεν είχα, δηλαδή, εγώ άλλο πόρο να επιβιώσω και πολλές φορές έχω δουλέψει τέτοιου είδους πράγματα, τα οποία, επειδή είναι η παραγγελία που γίνεται σε ορισμένα πλαίσια, δεν σου δίνει την δυνατότητα να αναπτύξεις το δικό σου.

Σ.Ψ.:

Η πρώτη δουλειά που ουσιαστικά πήρα τα δικά μου βήματα, ρε παιδί μου, ήτανε Ο άνθρωπος που ενόχλησε το σύμπαν, μεγάλη εμπειρία, πολύ καλή δουλειά, ακόμα και σήμερα, 20 χρόνια μετά, παίζεται συνέχεια, δεν έχει σταματήσει ποτέ, θυμάμαι πριν 2-3 χρόνια… Είχα καιρό να την δω και την έβλεπα με μία φίλη και διερωτόμουν συνέχεια: «Ποιος την έχει κάνει ρε παιδί μου, ποιος την έχει κάνει». Σαν να ήτανε μία δουλειά που είχε γίνει από έναν άλλο και είχα φτάσει σε ένα σημείο να την θαυμάζω από μόνος μου. Δεν είναι εγωιστικό αυτό που λέω, είναι ένα συναίσθημα που το νιώθεις καμιά φορά συμβαίνει, ήτανε μία δουλειά π[00:25:00]ου ξεκίνησε με άλλες προδιαγραφές. Γινότανε ένα πρόγραμμα επανένταξης και αποασυλοποίησης στο ψυχιατρείο Χανίων, στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος είχε γίνει και ένα ταξίδι ανταλλαγής ανάμεσα σε τρόφιμους του ψυχιατρείου και κάποιους άλλους στην Δανία, δεν ήταν ακριβώς από ψυχιατρείο, ήταν παιδιά με σύνδρομο down. Είχαν έρθει οι Δανοί και στο πλαίσιο ευρωπαϊκών προγραμμάτων έγινε ανταπόδοση της επίσκεψης. Πήγαμε, λοιπόν, στην Δανία, με φωνάξανε ψυχίατροι, είχαμε πολύ φιλική σχέση και εκεί ήτανε ένα αριστούργημα. Δηλαδή οι άνθρωποι, οι οποίοι τους ζούσες μέσα στο ψυχιατρείο έγκλειστους πίσω από τα κάγκελα, που το μόνο πράγμα που έκαναν ήταν να επαιτούν ή να τους αισθάνεσαι σαν απειλητικά όντα, επειδή έτσι μας έμαθε η τηλεόραση, να φοβάσαι, να νιώθεις άλλα συναισθήματα, ξαφνικά όταν βρεθήκανε έξω από τα κάγκελα, ήταν ένα αριστούργημα. Θυμάμαι συνέχεια να επαναλαμβάνω ότι αυτό είναι το φως της τρέλας. Το φως της τρέλας. Ζητήσαμε, λοιπόν μετά, από το κέντρο κινηματογράφου βοήθεια. Έδωσε, και έγινε αυτή η ταινία, η οποία όπως σας είπα ξεκινούσε… ξεκινούσε, για να καταγράψει το πρόγραμμα επανένταξης. Είχα, όμως, την πολύ μεγάλη τύχη σε αυτά τα γυρίσματα μέσα στο ψυχιατρείο Χανίων να γνωρίσω τον Γιώργο τον Κοκκινίδη, το κεντρικό πρόσωπο. Ο Γιώργος ήταν ένας προικισμένος άνθρωπος, ιδιαίτερα καλλιεργημένος, είχε σπουδάσει και αυτός στο Πολυτεχνείο δεν το είχε τελειώσει, της Θεσσαλονίκης. Και αυτό το γεγονός, ότι και οι 2 είχαμε περάσει από το Πολυτεχνείο ήταν ο καταλύτης να προσεγγιστούμε πάρα πολύ. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, μία από τις μέρες των γυρισμάτων μέσα στο ψυχιατρείο λέω, επειδή έξω γινόταν φασαρία και μαζευόταν πολύς κόσμος, λέω του ψυχιάτρου: «Θα είμαστε σε μία αίθουσα μέσα και εκεί θα μας στέλνεις 3 - 4 ανθρώπους που νομίζεις ότι είναι πιο ενδιαφέροντες, για να μιλήσουμε». Μας στέλνει τον πρώτο ο οποίος μας δούλευε, τον δουλεύαμε – δεν ξέρω τι έγινε – πάντως ήτανε μια ιστορία για τα πανηγύρια, δεν έλεγε τίποτα και θεώρησα ότι ο ψυχίατρος μου ‘κανε πλάκα. Ανάμεσα σε αυτή και στην επόμενη συνάντηση πάω μία βόλτα μέχρι το κυλικείο κάτι να πάρω, όπου εκεί στο αίθριο βλέπω έναν τύπο ο οποίος θορυβούσε πάρα πολύ, έκανε πολλή φασαρία, φώναζε και μέσα μου δεν είπα και την καλύτερη κουβέντα. Γυρνάω πίσω και αρχίζει σε λίγο να χτυπάει η πόρτα από κάτω για τον επόμενο που θα ‘ρχότανε. Δεν μπορούσε να ανοίξει την πόρτα, κατεβαίνω να του ανοίξω και βλέπω αυτόν τον τύπο. Λέω: «Τώρα επιβεβαιώθηκε ότι με δουλεύει ο ψυχίατρος». Ήταν ο Γιώργος ο Κοκκινίδης με λιτά παντελόνια… όπως θες, ας πούμε, αναντζούμπαλος τελείως. Καθίσαμε, Μάνο, και στα πρώτα 5 λεπτά, υπήρξε μια επικοινωνία μεταξύ μας, μια ενέργεια που βγαίνει με έναν άνθρωπο που δεν ξέρεις γιατί, δεν μπορείς. Και αυτό που κάναμε για πολλή ώρα μετά ήταν να ταξιδεύουμε στην κοινή μας πατρίδα, η οποία κοινή μας πατρίδα δεν είναι η Κρήτη, αυτό είναι ένας γεωγραφικός προσδιορισμός. Κοινή πατρίδα είναι αυτή που δημιουργεί, η επίκτητη μετά που δημιουργεί ο κάθε άνθρωπος που συνίσταται από τα βιβλία που τον γέμισαν και τον εντυπωσίασαν, από τις μουσικές που άκουσε, από τις εμπειρίες που έχει από όλα αυτά τα πράγματα που συνιστούν το είναι του, αλλά με μια πιο υπαρξιακή διάσταση, έντονη. Και όταν δύο άνθρωποι αρχίζουν και μοιράζονται τέτοιου είδους εμπειρίες και τέτοιου είδους πράγματα, το πού θα φτάσει η κουβέντα δεν το ξέρεις καθόλου. Και επίσης είναι έτοιμη εκείνη την ώρα να ανταλλάσσουνε τα καλύτερα δώρα μεταξύ τους, γενναιόδωρα δίνει ο ένας στον άλλον. Ναι, αυτό συνέβη με τον Κοκκινίδη. Δεν χωρίσαμε ποτέ τα επόμενα χρόνια, ποτέ. Και μετά το τέλος της ταινίας κι όλα αυτά ήμασταν πάντα φίλοι, πάντα επικοινωνούσαμε, πάντα βλεπόμασταν, και όλη η ταινία μέσα στο ψυχιατρείο ου[00:30:00]σιαστικά είναι η ξενάγηση του Κοκκινίδη μέσα στο βασίλειό του. Αυτός ήταν σαν βασιλιάς εκεί μέσα, όχι με την έννοια του άρχοντα ελέω Θεού, η αρχοντιά ήταν μέσα στο μυαλό του και μπορούσε… ζούσε την περιπέτεια την ψυχιατρική, δεν είναι ότι δεν είχε τίποτα ο άνθρωπος, αλλά η καλλιέργεια που είχε μέσα του, του επέτρεπε όλα αυτά να τα μετουσιώνει σε κάτι άλλο, τα μετέτρεπε σε κάτι άλλο και ήταν το βασίλειό του. Τους αγαπούσε όλους. Ας πλακωνόντουσαν, ας κάνανε, ας δείχνανε, υπήρχε μία άλλη αγάπη και ένα βίωμα πολύ πιο ποιητικό. Σαν να μας πήρε μετά που γνωριστήκαμε ο Γιώργος από το χέρι και να μας είπε: «Ελάτε να σας ξεναγήσω στο βασίλειό μου». Και αυτό κάνει αυτή η ταινία. Αυτό κάνει.

Ε.Κ.:

Ουσιαστικά, ήτανε η απαρχή του ανθρωποκεντρικού ντοκιμαντέρ στην πράξη για σας αυτό;

Σ.Ψ.:

Ναι, στην πράξη ήταν αυτό, γιατί δεν είχα να δώσω λόγο πουθενά, ούτε σε ιδρύματα, ούτε σε ένα, ούτε σε άλλο και ταυτόχρονα και για προσωπικούς λόγους, είχα πάρει αλλιώς μπροστά. Δεν είμαστε οι ίδιοι άνθρωποι, αλλάζουμε συνέχεια και δεν είμαστε ώριμοι κάθε στιγμή να εκμεταλλευτούμε ή να αξιοποιήσουμε ή να διαπραγματευτούμε μία κατάσταση που ζούμε. Άλλη εμπειρία είχαμε τότε, άλλη μετά, άλλη παραμετά. Έρχεται και ωριμάζει. Εάν επιμένεις σε αυτό που κάνεις, αν σε ενδιαφέρει πάρα πολύ, το πράγμα μπορεί να αρχίσει να καλπάζει. Δηλαδή, όλα τα χρόνια της μελέτης του υπογείου που σου ‘πα πριν, όπου διάβαζες απίστευτα ωραία πράγματα, αλλά στην πράξη ήταν ένας αέρας κοπανιστός, δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα, δεν είχανε καμιά αναγνώριση. «Και τι έκανες;», σε ρωτάει ο άλλος. «Διάβασα και αυτό και το ένα και το άλλο;» Τεράστιος πλούτος, αλλά δεν είχε καμία αναγνώριση παραέξω και καμία επιβεβαίωση και για σένα τον ίδιο, όταν δεν τα κάνεις έργα. Μέσα από αυτές τις ταινίες, όλη αυτή τη γνώση και την καλλιέργεια, μου δόθηκε η ευκαιρία να τα κάνω κάτι άλλο. Δεν κάνω ταινίες, για να αποδείξω κάποιο πιο θεωρητικό πράγμα ή ξεκινώντας από την τάδε αρχή, ας πούμε, της ανθρωπολογίας ή της ψυχανάλυσης. Όχι, τίποτα από όλα αυτά. Υπάρχει όμως αυτό το υπόβαθρο και συνέχεια είναι παρόν.

Ε.Κ.:

Και όλοι αυτοί οι ήρωες που μελετούσατε τότε στο υπόγειο, τους έχετε δει στις ταινίες που έχετε γυρίσει;

Σ.Ψ.:

Στοιχεία των τότε ηρώων που με είχανε συναρπάσει, ας πούμε, με είχανε παρακινήσει πολύ, αυτά αναζητώ στους ανθρώπους. Είναι δύσκολο, Μάνο, είναι πολύ δύσκολο. Μπαίνεις συχνά στον πειρασμό να ερμηνεύσεις το έργο, να ερμηνεύσεις τους ήρωές σου, το ένα το άλλο. Δεν είμαι σίγουρος ότι είναι πιο σωστό. Αν βρεθούμε μετά 1, 2, 3 χρόνια, μπορεί να σου πω άλλα πράγματα. Και σου λέω τώρα αλήθειες, θα σου λέω και σε 3 χρόνια πάλι αλήθεια. Και πριν 3 χρόνια, έχουνε μία δυναμική δεν είναι εύκολο να τα ερμηνεύσεις, γιατί κάθε φορά που προσπαθώ… Τώρασου μιλάω εσένα, πες ότι θέλω να παραστήσω έναν καλό σκηνοθέτη, έναν άνθρωπο καλλιεργημένο… Όταν μιλάς στον εαυτό σου, όμως, τι κάνεις; Γιατί εκεί είναι η μεγάλη αλήθεια. Τι κάνεις; Είμαι σε πάρα πολλά διλήμματα και σε κάθε ερμηνεία που προσπαθώ να δώσω βλέπω ότι δεν είναι πλήρης. Είναι ένα πρόβλημα. Κάποια στιγμή, έρχεται το «Μεταξά», Ακούγοντας τον χρόνο. Το «Μεταξά» είναι το αντικαρκινικό νοσοκομείο του Πειραιά. Ένας δάσκαλος στο Μοσχάτο που είχε δει την ταινία του ψυχιατρείου και ίσως τίποτα άλλο, με συστήνει με έναν γιατρό από το «Μεταξά» και ο γιατρός αρχίζει να μου εκμυστηρεύεται μία ιδέα που έχει: «Κοίταξε στο νοσοκομείο μας είναι πολλοί γιατροί και προσωπικό που έχουνε ασθενήσει και οι ίδιοι από καρκίνο. Μήπως είναι θέμα για ταινία αυτό;». Το σκέφτομαι λίγο, το βρήκα προκλητικό, το βρήκα ενδιαφ[00:35:00]έρον και γυρίζω και του λέω: «Nαι, αλλά όχι για μια ιατρική ταινία ή δημοσιογραφική, για μια ποιητική ταινία». Μιλάς για τον καρκίνο και θέλεις να κάνεις ποιητική ταινία. Γίνεται, γίνεται. Και μου λέει: «Μα αυτό θέλω και εγώ». Έτσι έγινε ο αρραβώνας. Βρήκαμε τα λεφτά, κάποια λεφτά στην αρχή, σιγά σιγά ερχόταν κι άλλα περισσότερα, έγινε η ταινία και ήτανε μία τεράστια εμπειρία. Μια τεράστια εμπειρία, δεν ένιωσα ότι έχω να κάνω με μελλοθάνατους, δεν ένιωσα ότι, ξέρεις, πρέπει να δείχνω την φιλανθρωπία μου ή διάφορα τέτοιου είδους συναισθήματα. Είναι άνθρωποι, είμαι άνθρωπος, κατά τύχη βρίσκονται αυτοί σε αυτή την θέση, κατά τύχη εγώ δεν ήμουνα στην θέση τους και αυτό που θα διαπραγματευτούμε στις κουβέντες μας είναι η υπαρξιακή αγωνία που ζούμε, όταν το γεγονός του θανάτου –που όλοι λέμε ότι θα πεθάνουμε κάποια στιγμή – αποκτά πολύ συγκεκριμένη υπόσταση. Και έτσι γίνεται με τον καρκίνο. Ανεξάρτητα από την μορφή του, την έκβαση, τα φάρμακα που έχουνε βελτιωθεί πάρα πολύ τώρα, όπως έχουν αυξηθεί και τα κρούσματα, βέβαια. Μέσα σου την ώρα που θα σου πουν ότι έχεις καρκίνο, αρχίζει μια άλλη διαδικασία, να διερωτάσαι για την ίδια την ζωή, τι έχει νόημα, τι δεν έχει νόημα, τι αξίζει, τι δεν αξίζει, να κάνεις έναν απολογισμό όλης αυτής της ιστορίας. Όχι όλοι οι άνθρωποι, έτσι; Δεν το κάνουν, αλλά είναι αυτό που λέει σε μια άλλη ταινία μου ένας φίλος: «Όλα τα χρόνια της ζωής μας δεν έχουν την ίδια πυκνότητα». Μεγάλα διαστήματα έχουνε περάσει έτσι, χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο. Είναι, όμως, κάποιες στιγμές, κάποιες περίοδοι που τα πράγματα είναι πάρα πολύ πυκνά και τότε αρχίζουν και συγκροτούνται τα αγκωνάρια του οικοδομήματος που λέγεται ο εαυτός. Όταν θέλεις να βάλεις εκεί πέρα, δεν είναι η γλαστρούλα που έβαλες στο παράθυρο, είναι ποια θεμέλια θα έχεις και ποια είναι τα κεντρικά αγκωνάρια. Στα πυκνά χρόνια της ζωής μας που είναι πλούσια σε εμπειρίες και πολύ δυνατά τότε δημιουργούνται αυτά τα αγκωνάρια και είναι πάρα πολύ καθοριστικά, είναι πάρα πολύ καθοριστικά.

Ε.Κ.:

Εσείς σε προσωπικό επίπεδο θεωρείτε αυτά τα χρόνια, αυτών των συγκεκριμένων ντοκιμαντέρ ότι ήταν και τα πυκνά σας χρόνια δηλαδή;

Σ.Ψ.:

Είναι, είναι πυκνά χρόνια, παρόλο και τα παλιά… Χωρίς να έχουνε υπάρξει τα παλιά, δεν θα ‘χαν μπορέσει να υπάρξουν αυτά. Όλα, ακόμα και τις πιο δύσκολες περιόδους, ακόμα και τις φάσεις που μπορεί να ήμουνα χάλια. Και συχνά για λόγους ερωτικούς δεν είναι κανένας ευτυχισμένος. Όλα τα αγαπώ το ίδιο, όλα είναι μέρος μου. Τίποτα δεν απαρνιέμαι. Τίποτα. Όλα, όλα, όλα τα αγαπώ. Θέλω να σου πω μια ιστορία που άκουσα τον καιρό που γυρίζαμε το «Μεταξά». Μου αφηγήθηκαν μια ιστορία.  Είναι μια δασκάλα σε ένα σχολείο και κάνοντας ένα παιχνίδι με τα παιδιά τους ρωτάει: «Τι θέλετε να γίνετε όταν μεγαλώσετε;». Ένα κοριτσάκι, λοιπόν, απαντάει: «Εγώ θέλω να γίνω τηλεόραση», «γιατί παιδί μου θέλεις να γίνεις τηλεόραση;», «γιατί κάθε μέρα ο μπαμπάς και η μαμά δεν κάνουν τίποτα άλλο, παρά να βλέπουν τηλεόραση και όταν γίνω και εγώ τηλεόραση θα με βλέπουν». Της κάνει μεγάλη εντύπωση, γυρνάει στο σπίτι το βράδυ, είναι με τον σύζυγο και του διηγείται την ιστορία. Εξαγριώνεται ο σύζυγος με την συμπεριφορά των γονιών αυτού του παιδιού, λέει: «Δεν είναι δυνατόν! Πώς συμπεριφέρονται έτσι στο παιδί;» πώς το ένα πώς το άλλο, επαναστατεί. Οπότε γυρνάει η γυναίκα του και του λέει: «Ναι, μόνο που αυτό το κοριτσάκι είναι η κόρη σου. Ακούω τέτοιες ιστορίες πολλές.

Ε.Κ.:

Αυτά, οπότε, ήταν τα βιώματά σας μέσα από τις ταινίες…

Σ.Ψ.:

Είναι μια ζωή πλούσια θα ‘λεγα, πλούσια. Συνέχεια έχει πράγματα που προκύπτουν, που δημιουργούνται, είναι μια δουλειά που με φ[00:40:00]έρνει συνέχεια σε επαφή με ανθρώπους, γνωρίζω ανθρώπους πάρα πολύ, και η επαφή με τον άνθρωπο, η επικοινωνία είναι κάτι που σε πλουτίζει, σε πλουτίζει. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα είναι ρόδινα, υπάρχουνε οι στιγμές της ύφεσης, υπάρχουνε οι στιγμές που όλα γκρεμίζονται, της αβεβαιότητας. Όταν ξεκινάς, ας πούμε, να κάνεις το μοντάζ μιας ταινίας, έχεις ξεκινήσει με ένα υλικό που έχεις βρει από το γύρισμα, δεν ξέρεις που θα πάει και τι θα γίνει, πρέπει να δημιουργήσεις τον κόσμο. Η αρχική περίοδος, είναι μία περίοδος που δεν βλέπομαι, είμαι σε συνεχή ένταση ακόμα και σε εκνευρισμό και προσπαθώ, προσπαθώ. Κάποια στιγμή, ενώ στην αρχή ανθίσταται το υλικό, κάποια στιγμή νιώθεις σαν ένα χάδι ότι αυτό είναι. Αρχίζει και κάθεται. Και μετά τρέχει, τρέχει. Τι μου ‘χουν προσθέσει τα χρόνια; Πάντα την ζω αυτή την περιπέτεια, πάντα, πάντα την ζω, σε κάθε καινούρια ταινία και το μόνο που μου πρόσθεσε ο χρόνος και οι ταινίες οι προηγούμενες είναι η βεβαιότητα ότι θα βρω λύση, δεν είναι η αμφιβολία και ο πανικός «τι κάνεις τώρα;».

Ε.Κ.:

Και δεν έχετε λυγίσει ποτέ;

Σ.Ψ.:

Σε ταινία;

Ε.Κ.:

Με κάποια ταινία, επειδή ασχολείστε με οριακές καταστάσεις ανθρώπων…

Σ.Ψ.:

Να ‘χω λυγίσει με το θέμα εννοείς;

Ε.Κ.:

Ή με το θέαμα ακόμα που αντικρίζετε μπροστά σας. Μπορεί να αντικρύσετε έναν μελλοθάνατο….

Σ.Ψ.:

Κοίταξε, έχω ζήσει δύσκολες καταστάσεις, έχω ζήσει δύσκολες. Όμως και σαν άποψη ζωής, δεν ξέρω αν είναι άποψη, γιατί δεν είναι οι απόψεις αυτά που λειτουργούνε, σαν στάση ζωής, ρε παιδί μου. Θα πάω ακόμα και αν ξέρω ότι ο άλλος είναι ετοιμοθάνατος, το ένα το άλλο. Είναι περιπτώσεις, δηλαδή, που έχεις, κάθε δικαίωμα να πεις ότι μέχρι εδώ αντέχω και δεν μπορώ να πάω. Κατά κανόνα θα πάω. Κατά κανόνα θα πάω. Κέρδος θα είναι. Υπάρχει ένα ηθικό κομμάτι, ας πούμε. Ο καλύτερός μου φίλος κάποια στιγμή μπήκε στην περιπέτεια του καρκίνου και, ενώ τα πράγματα στην αρχή ήταν πολύ πιο ευοίωνα, κάποια στιγμή στραβώσαν και αρχίσαν να παίρνουν την κάτω βόλτα. Για να μην στα πολυλογώ, έφτασε κάποια στιγμή που τα πράγματα δεν είχανε επιστροφή και ένιωθες τι γίνεται. Το βράδυ που έφυγε, 2 ώρες πριν το φευγιό, ήμουνα δίπλα του και κρατιόμασταν από το χέρι, πολύ σφιχτά και πολύ ωραία. Έφυγα και σε 2 ώρες με παίρνει η γυναίκα του ότι πέθανε. Λοιπόν, τα επόμενα χρόνια το γεγονός ότι δεν πρόδωσα την φιλία μας σε ηθικό επίπεδο, ότι τον καλό μου φίλο τον αποχαιρέτησα, σε αυτό τον δύσκολο δρόμο ήμουνα δίπλα, δεν φαντάζεσαι τι ανθρωπιά μου πρόσθεσε. Μεγάλη ανθρωπιά, δεν με βούλιαξε. Υπάρχει μια θλίψη, υπάρχει μια λύπη. Δεν πας να τραγουδάς μετά. Αλλά αυτή είναι η ζωή. Ο θάνατος είναι δίπλα στην ζωή. Καλό είναι να το νιώσουμε αυτό το πράγμα και να μην μας πανικοβάλει, να μην μας δημιουργεί, ξέρεις, τα μεγάλα… την μεγάλη απώθηση. Δεν θα τον αποφύγουμε, σε όλους θα έρθει και νομίζω, δεν ξέρω αν κάνω λάθος, ότι όσο πιο πλούσια έχεις ζήσει κάποια πράγματα στην ζωή, τόσο λιγότερο σε τρομοκρατεί ο θάνατος. Δηλαδή, αν σου πούνε ότι αύριο πρέπει να φύγεις, είναι μια λύπη, είναι μια στενοχώρια, είναι είναι χίλια δυο πράγματα. Αλλά δεν θα γυρίσεις να πεις: «Και τι πρόλαβα να κάνω;». Έχεις κάνει πράγματα, έχουν συμβεί πράγματα, χαλάλι. Κάποια στιγμή θα ‘ρθει και ο θάνατος.

Ε.Κ.:

Και σε συνδυασμό με όλα αυτά που είπαμε, να φανταστώ, η πιο δύσκολη στιγμή που έχετε βιώσει σε ταινία σαν μια ερώτηση κλείσιμο;[00:45:00]

Σ.Ψ.:

Η Ολυμπία;

Ε.Κ.:

Συνολικά από τις ταινίες σας.

Σ.Ψ.:

Α νόμιζα ότι θα… Κοίταξε με δυσκόλεψε πάρα πολύ η Ολυμπία, πάρα πολύ. Ήταν ένα θέμα δύσκολο, κοπέλα 33 χρονών είναι έγκυος και ενώ είναι στον 4ο-5ο μήνα, ίσως να μην λέω ακριβώς τα πραγματολογικά στοιχεία σωστά, της λένε ότι έχει καρκίνο. Για διάφορους ιατρικούς λόγους δεν μπορεί να ρίξει το παιδί, για να συνεχίσει την χημειοθεραπεία, δεν μπορεί να κάνει χημειοθεραπεία, ενώ έχει το παιδί… Ήτανε, τι να σου πω; όλα δίκοπο μαχαίρι, ζαριές. Γεννήθηκε το παιδί, υγιέστατο, πράγμα που στατιστικά δεν είναι η συνηθισμένη περίπτωση. Και εμένα με φωνάζει ο γιατρός της, ο οποίος κατά τύχη είχε δει το «Μεταξά» στις προβολές της Θεσσαλονίκης, με φωνάζει να κάνουμε για αυτό ταινία. Δυσκολεύτηκα, ήταν το φορτίο του «Μεταξά», δεν ήταν λίγο ακόμη και δεν μπορούσα να… Εν πάση περιπτώσει, με έπεισε ο γιατρός, πείστηκα. Και μείναμε 4 μέρες μαζί της, με την Ολυμπία και την οικογένειά της στο σπίτι. Κινηματογραφήσαμε αρκετά πράγματα. Κάθε μέρα θυμάμαι – δύο άτομα ήμουνα, εγώ και ο οπερατέρ, η Θέκλα –, κάθε μέρα μετά το γύρισμα ήταν μια ολόκληρη ιστορία να επανέλθεις και να τα διευθετήσεις. Την τελευταία μέρα, όταν τελειώσαμε τα γυρίσματα, θυμάμαι είχα κλείσει εισιτήριο από την Θεσσαλονίκη στις 6:00 το πρωί, ούτε ύπνος μ’ έπιανε, ούτε τίποτα, σηκώθηκα και έφυγα. Κατά τις 12:00 -1:00, πήγα στον σταθμό και ότι βρήκα πήρα και έφυγα. 4 μέρες μετά με παίρνουν τηλέφωνο ότι η Ολυμπία πέθανε. Τι κάνεις τώρα; Τι κάνεις; Πραγματικά, δεν είχα καμιά διάθεση να κάνω απολύτως τίποτα και αυτό που μέσα μου κυριαρχούσε συνέχεια ήταν η φράση ότι «ο ανθρώπινος πόνος δεν είναι εμπόριο», δεν μπορείς να το εμπορευτείς, με τίποτα. Κάπως, κάποια στιγμή, μεταπείστηκα, συνήλθα περισσότερο και άρχισα δειλά δειλά να φτιάχνω ένα μοντάζ. Φώναξα 2 - 3 ανθρώπους που τους εμπιστεύομαι πολύ σε ηθικό επίπεδο, έτσι; αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία και με προτρέψανε: «Κάν’ το, κάν’ το, κάν’ το». Και έτσι βγήκε η Ολυμπία, μια ταινία που την αγαπώ πάρα πολύ, δύσκολη ταινία, πάρα πολύ δύσκολη και όλα διαδραματίζονται μέσα στο διαμέρισμά της, ένα λαϊκό διαμέρισμα, σε ένα σπίτι στην περιφέρεια της Θεσσαλονίκης. Έχεις την Ολυμπία που μόλις έχει γεννήσει, είναι με προχωρημένο καρκίνο, έχεις τη νέα ζωή, τον Παναγιώτη, έχεις τον πατέρα της ο οποίος γνωρίζει πόσο προχωρημένη είναι η κατάσταση και πόσο δύσκολη, δεν λέει κάτι. Αλλά είναι μια περιφερόμενη κραυγή μέσα στο σπίτι, μια περιφερόμενη κραυγή. Και έχεις μια μάνα, η οποία και αυτή μπορεί να ξέρει, είναι αυτό που λέμε θρησκευόμενη γυναίκα και έχει αφήσει όλες τις ελπίδες στον Θεό. Πρόσεξε, δεν είναι η θεούσα, είναι μια βαθιά θρησκευόμενη. Η μάνα μου, η μάνα σου, δεν ξέρω ‘γώ τι, που το σέβεσαι αυτό το πράγμα, αλλά μέσα στην ανημποριά της μόνο τον σταυρό της κάνει. Και υπάρχουνε τα ανιψάκια, ας πούμε, τα οποία έρχονται από το σπίτι, έρχονται, για να διασκεδάσουνε την Ολυμπία. Να κάνουνε παρέα στην Ολυμπία και να την διασκεδάσουνε. Εάν βρισκόμασταν σε μία αστική ή μικροαστική οικογένεια στην Αθήνα, δεν θα μπαίναμε καν μέσα, δεν πρόκειται να είχαμε αυτό το πράγμα. Εμείς έχουμε πρωτότυπο υλικό μιας αρχαίας τραγωδίας, έχεις τον θάνατο, έχεις τη νέα ζωή που έρχεται. Έχεις αυτές τις φιγούρες που περιέγραψα γύρω γύρω και το τι διαδραματίζεται μέσα, και έξω από την πόρτα περιμένει ένας με μαύρο παλτό που λέει ότι «εγώ είμαι ο κύριος, εγώ είμαι ο άρχοντας». Και αυτό προσπαθείς να το κάνεις ταινία χωρίς μελοδραματισμούς, χωρίς γλύκες, χωρίς τίποτα. Έτσι, κοφτά. Χωρίς μουσικές, χωρίς σκηνοθετικά βοηθήματα, δεν υπάρχει κάποιος λόγοςνα δηλώσεις την παρουσία σαν σκηνοθέτης. Δεν χρειάζεται καμιά μουσική να ενισχύσ[00:50:00]ει τίποτε. Ένας άνθρωπος στην θέση της Ολυμπίας το καλύτερο που μπορεί να περιμένει είναι αυτή η τεράστια αγκαλιά, αυτή η τεράστια αγκαλιά από την οικογένειά της. Όλοι είναι μια μεγάλη και ανοιχτή αγκαλιά για την Ολυμπία, τι άλλο να πούμε; Τι άλλο να κάνει; Και έτσι έφυγε. Και αυτό το πράγμα που σου περιγράφω τώρα, αυτό προσπαθώ να βγάλω μέσα στην ταινία. Την αγαπώ πάρα πολύ, δεν είναι η ευκολότερη και ξέρω ότι ο περισσότερος κόσμος ακούγοντας καρκίνο ή θάνατο, το απωθεί. Και δεν θέλει να τη δει. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα.

Ε.Κ.:

Μάλιστα. Κύριε Ψυλλάκη, θα σας ευχαριστήσω πάρα πολύ –

Σ.Ψ.:

Εγώ σε ευχαριστώ.

Ε.Κ.:

θερμά, για όλη αυτή την αφήγηση.

Σ.Ψ.:

Εγώ σε ευχαριστώ. Δεν χρειάζεται να πούμε περισσότερα, ας μείνουνε λίγα και ενδιαφέροντα.

Ε.Κ.:

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ και πάλι.

Σ.Ψ.:

Να ‘σαι καλά, να ‘σαι καλά. Ευχαριστώ.