© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
Εμμανουήλ Κωνσταντουλάκης: Ο Κρητικός που με την ομάδα του «Χοχλιός team» θέλει να αναδείξει την καλοκαιρινή ορεινή ομορφιά της Κρήτης
Κωδικός Ιστορίας
14348
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Εμμανουήλ Κωνσταντουλάκης (Ε.Κ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
10/05/2023
Ερευνητής/τρια
Κωνσταντίνα Βαϊραμάκη (Κ.Β.)
[00:00:00]Γεια σας, ονομάζομαι Βαϊραμάκη Κωνσταντίνα, είμαι ερευνήτρια στο Istorima, σήμερα έχουμε 11 Μαΐου του 2023 και βρίσκομαι στο Ηράκλειο, μαζί με τον Μάνο τον Κωνσταντουλάκη. Και θα ξεκινήσουμε την συνέντευξή μας. Οπότε, γεια σου, Μάνο.
Γεια σου, Κωνσταντίνα.
Πώς είσαι;
Καλά είμαι, μια χαρά, θα ήθελα να πω ότι Εμμανουήλ με ξέρουν.
Α, εντάξει.
Αλλά δεν πειράζει, στη Θεσσαλονίκη συνήθισα το «Μάνο» και το «Μανωλιό», εδώ πέρα τους έχει μείνει το ότι λίγους φωνάζουνε Εμμανουήλ και μου ‘μεινε και μένα, λέω, θα το κρατήσω.
Οκέι, οκέι, άρα Εμμανουήλ.
Ναι.
Λοιπόν, πες μου λίγα πράγματα για σένα, τι κάνεις, με τι ασχολείσαι…
Άρα θα πούμε πολλά.
Θα πούμε πολλά.
Ασχολούμαι με τον αθλητισμό και μου αρέσει πολύ και να προσφέρω με τον τρόπο μου, με διάφορους τρόπους. Η ατάκα, ας το πούμε, που λέω όταν με ρωτάνε: «Πότε ξεκίνησες τον αθλητισμό;», λέω: «Ξεκίνησα από 5 χρονών». Ξεκίνησα από το χωριό μου, το Βορίτσι, ένα χωριό λιγοστών κατοίκων, τριάντα σύνολο, όπου οι εμπειρίες μου θυμάμαι ότι ήτανε και οι πιο σημαντικές για ‘μένα, που στην πορεία με έκαναν αυτόν που είμαι τώρα, δηλαδή το να τρέχω ελεύθερος στη φύση. Αυτή είναι η αίσθηση. Θυμάμαι κυρίως τα καλοκαίρια, όπως σίγουρα, ντάξει, θα ‘χουν ακούσει κάποιοι, είναι κλασική ιστορία, να παίζουμε μικρά παιδιά, να κουβαλάμε πέτρες, να φτιάχνουμε σπίτια, να τρέχουμε σε κυνηγητό ή σε άλλα παιχνίδια, τα πλακάκια, τις ψείρες. Και να παίζουμε και μπάλα, καθώς μετά από λίγα χρόνια μας φτιάξανε κι ένα χωμάτινο γηπεδάκι στο χωριό, το οποίο όλο αυτό, αν το σκεφτείς, έχει μέσα την ενδυνάμωση, έχει μέσα το τρέξιμο, έχει βασικά στοιχεία τα οποία κάνουν ένα παιδί να αθλείται. Εκτός των άλλων, ενεργοποιεί πολύ και τη φαντασία αυτό το έξω και θεωρώ το ότι πλέον έχω φτάσει στο σημείο να είμαι έτσι δημιουργικός και να κυνηγάω συνεχώς πράγματα, οφείλεται πολύ σε αυτό το κομμάτι, το οποίο πραγματικά αν μπορούσα να το μεταφέρω σε όλους τους γονείς, να το κυνηγήσουν κι αυτοί και να γυρίσουνε, όχι στο χωριό που λέμε, αλλά να βρούνε τρόπους τουλάχιστον ακόμα και στην πόλη να βοηθάνε τα παιδιά τους με αυτό τον τρόπο, να αλλάζουν παραστάσεις και να τους προσφέρουν τέτοιες εικόνες και εμπειρίες.
Άρα εσύ ξεκίνησες απ’ το χωριό σου απλά παίζοντας.
Ναι.
Δεν έκανες κάποια δραστηριότητα;
Ναι, ξεκίνησα παίζοντας. Και στην πορεία μετά το πρώτο άθλημα που... βασικά, το δεύτερο ήταν αυτό, αλλά η πρώτη μου επαφή με αθλήματα ήταν όταν με πήγε η μητέρα μου σε ένα κέντρο άθλησης, το οποίο είχε διάφορα για να δοκιμάσουμε, το οποίο κι αυτό είναι ιδανικό, γιατί στην ουσία για εμένα δεν πρέπει να κατευθύνεις ένα παιδί σε ένα συγκεκριμένο άθλημα. Σε μια μικρή ηλικία καλό είναι να τα δοκιμάζει όλα, να επιλέγει μόνο του. Ξεκίνησα λοιπόν σε ένα μέρος, όπου είχε κολυμβητήριο, είχε στίβο, έτσι, λίγο τρέξιμο, είχε όργανα γυμναστικής ενόργανης. Όλα αυτά σιγά-σιγά, αφού τα ακολούθησα, περίπου δύο χρόνια ήμουνα σ’ αυτό και τα έκανα όλα, αυτό που με κέρδισε, και κρατήθηκα τέσσερα χρόνια, μέχρι την ΣΤ’ Δημοτικού ήταν το τένις. Μ’ άρεσε πολύ γιατί είχε ένα πλουραλισμό, ήσουνα συνεχώς, άλλαζε το παιχνίδι, κυνηγούσες τη μπάλα, είχε το τεχνικό κομμάτι. Οπότε, αυτό με βοήθησε σιγά-σιγά και αθλητικά να αρχίσω να ανεβαίνω. Και στη συνέχεια μετά όταν έφτασα Α’ Γυμνασίου, πήγα πρώτη φορά στο λιμάνι με τη μητέρα μου, για να δοκιμάσω... Μου πρότεινε να πάω να δω ένα άθλημα που κάνουν εκεί πέρα λίγο διαφορετικό, το οποίο ήταν η ιστιοπλοΐα.
Στο Ηράκλειο;
Στο Ηράκλειο, ναι, στο λιμάνι, όπου δοκίμασα πρώτη φορά την ιστιοπλοΐα. Μπήκα μία φορά μέσα σ’ αυτή τη βάρκα. Κι η αλήθεια είναι ότι εγώ προσωπικά, ενώ είναι ένα έτσι ευγενές κι ωραίο άθλημα, το ένιωσα λίγο βαρετό. Ήθελα λίγο πιο πολλή δράση, γιατί, ναι, απ’ το τένις στην ιστιοπλοΐα… ή έστω εγώ έτσι το ένιωσα εκείνη τη στιγμή δε λέω ότι δεν έχει δράση, ήτανε στο αρχάριο επίπεδο. Κι έτσι όπως βγαίνω, λοιπόν, μια μέρα απ’ την ιστιοπλοΐα, βλέπω εκείνη τη στιγμή [00:05:00]κάποιους αθλητές στο λιμάνι, που ήταν από έναν άλλο όμιλο κι ένα άλλο άθλημα. Βγάζανε μια βάρκα, η οποία αυτή η βάρκα ήταν κωπηλασίας. Το βλέπω αυτό, με ρωτάει η μητέρα μου: «Πώς σου φάνηκε το πρώτο μάθημα στην ιστιοπλοΐα;». Λέω: «Αυτό θέλω να κάνω» κι έδειξα την κωπηλασία. Κι εκεί… Αυτό ήταν ένα άθλημα το οποίο στην ουσία ακολούθησα για οχτώ χρόνια κι ήταν αυτό το οποίο εμένα προσωπικά ήταν η πιο γερή βάση για να προχωρήσω σε όλα τα υπόλοιπα που ακολούθησαν. Ήτανε ένα άθλημα... Αρχικά είναι ένα πολύ σκληρό άθλημα, γιατί απαιτεί πάρα πολλές ώρες προπόνηση και μέσα από αυτό το άθλημα έμαθα πάρα πολλά. Ο πρώτος μου προπονητής στην ουσία που ήταν δίπλα μας σαν ομάδα, δίδαξε πολλά πράγματα. Και μέσα απ’ αυτό κιόλας κατάλαβα τι ήθελα να ακολουθήσω.
Πόσο χρονών;
Α' Γυμνασίου ξεκίνησα κωπηλασία. Μπήκα στο αγωνιστικό σχετικά γρήγορα τμήμα και ξεκινήσαμε αμέσως τους αγώνες, όπου έφτασα μέχρι το πρώτο έτος, ας πούμε, που πήρα και δύο πανελλήνια πρωταθλήματα. Είναι ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο η κωπηλασία. Πολύ συνοπτικά θα πω ότι είχε πάρα πολλές ώρες προπόνηση. Δηλαδή, ήμουν απ’ τα παιδιά που ξυπνούσε πεντέμισι, έξι η ώρα ήμουνα στο νερό, ξεκινούσαμε κωπηλασία, μιάμιση ώρα περίπου προπόνηση, μετά ξανά λίγο φαγητό και σχολείο. Μετά το σχολείο –πήγαινα στο μουσικό σχολείο, το αναφέρω γιατί σχολούσαμε τρεισήμισι η ώρα– ξεκινούσα ξανά δεύτερη προπόνηση μες στη μέρα, δηλαδή άλλες δύο ώρες. Μετά είχαμε και τα μαθήματα τα ιδιαίτερα για τις πανελλήνιες, οπότε ήταν ένα τρένο χωρίς φρένα όλο αυτό. Η αλήθεια είναι ότι το μόνο που σκεφτόμουν είναι το πότε θα πάω προπόνηση, δε σκεφτόμουν κάτι άλλο. Εννοείται πως τις πρώτες ώρες του μαθήματος πάντα κοιμόμουνα… Και η κωπηλασία περιλάμβανε πολλές ώρες και τρεξίματος στον Κούλε, το οποίο στη συνέχεια ήταν κι αυτό που με βοήθησε, γιατί το βασικό μου άθλημα τόσα χρόνια είναι το τρέξιμο, βάρη και η βάρκα που βγάζαμε μες στο λιμάνι και κωπηλατούσαμε. Είναι ένα σκληρό άθλημα, θεωρείται απ’ τα πιο δύσκολα στον κόσμο. Και ξαναλέω, είναι αυτό που με έκανε και σαν άνθρωπο και σαν αθλητή να επιμένω, και να προχωράω, και να παλεύω. Μετά τελειώνω, δίνω Πανελλήνιες, περνάω στη Θεσσαλονίκη, στο Τμήμα Φυσικής Αγωγής κι Αθλητισμού στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, όπου εκεί πέρα ξεκίνησα με το πρώτο έτος να ψάχνομαι –όπως όλοι οι πρωτοετείς φοιτητές– μείωσα τις προπονήσεις, εννοείται πως ενώ είχα τη δυνατότητα για να συνεχίσω κωπηλασία στον όμιλο εκεί πέρα, ένιωσα λίγο όλη αυτή η πίεση ότι ξεφούσκωσε, οπότε όπως όλοι –και οι συμφοιτητές μου, που ήταν κι αυτοί κάποιοι πρωταθλητές– το ‘ριξα είτε έξω, είτε στο να κάνω τη νύχτα μέρα, είτε κακή διατροφή, όλα αυτά. Δεν έχεις και τη μητέρα σου πάνω να σου μαγειρεύει αυτό που θες. Οπότε, εκεί σιγά-σιγά άφησα την κωπηλασία και ξεκίνησε λίγο η δοκιμή, έκανα ένα εξάμηνο και kick box και παράλληλα όμως δε σταμάτησα να τρέχω.
Κάπου εκεί στο δεύτερο έτος ήρθε μια φάση της ζωής μου, όπου προσπαθούσα να ισορροπήσω την προπόνηση, το να τρέχω και την, ας το πούμε, την «κακή ζωή», δηλαδή ήμουνα ή μέρα ή νύχτα. Τη μία ένιωθα τύψεις που δεν έβγαινα, γιατί είχα συνηθίσει σε μια καθημερινή άθληση. Την άλλη έλεγα απλά ότι θέλω να κάτσω. Και μπορώ να πω ότι ήταν λίγο΄από τις πιο έτσι μαύρες τις χαρακτηρίζω μέσα μου στιγμές, βέβαια ήταν και μια εμπειρία που μέσα απ’ αυτή σίγουρα είπα: «Δε θα ξαναγίνει». Πείσμωσα μετά από ένα διάστημα που είχα μειώσει αρκετά τις προπονήσεις και ξεκίνησα τον αθλητισμό ξανά δυναμικά. Όχι στα πλαίσια του πρωταθλητισμού, όπως στην κωπηλασία, αλλά σαν αθλητής του τρεξίματος. Και σαν λίγο έτσι να το πω περίεργος –που με λένε κι οι φίλοι μου– ενώ έτρεξα λίγα χιλιόμετρα σε ένα-δύο αγώνες 10-15 χιλιόμετρα, αποφάσισα ότι στα 19 μου χρόνια θα τρέξω για ένα μαραθώνιο της Αθήνας. Οπότε, από λίγα 10-20 χιλιόμετρα αγώνες πήγα ξαφνικά στα 42. Τρέχω, λοιπόν, στα 19 μου τον πρώτο μου μαραθώνιο της Αθήνας, πήγε χάλια, καθώς δεν είχα τις γνώσεις για τρέξιμο σε τόσο μεγάλη απόσταση. Μετά από τρεις μήνες τρέχω ξανά στη Θεσσαλονίκη άλλα 42, [00:10:00]τερμάτισα πολύ καλύτερα. Ξεκίνησα σιγά-σιγά όμως και έβλεπα ότι πίσω απ’ τη Θεσσαλονίκη απ΄ την πόλη υπήρχε το Σέιχ-Σου, οπότε λέω να δοκιμάσω αγώνες βουνού. Έτρεξα κι εκεί κάποιους αγώνες 10-15 χιλιόμετρα. Και ξαφνικά, όπως έγινε και με το δρόμο, αποφάσισα στα 20 μου να τρέξω απ’ τα 20 χιλιόμετρα να πάω στα 80. Οπότε, τρέχω το πρώτο μου 80άρι στην Κέρκυρα σε βουνό, δεκαέξι ώρες αγώνας όπου ήμουνα και πιο νέος και μέχρι σήμερα που έχει τερματίσει στον αγώνα αυτό. Δε θα σου πω πώς πήγε, αυτό είναι… ήταν πολύ δύσκολο, αλλά κατάφερα κι έφτασα στο τέλος, παρά τις όποιες δυσκολίες. Κι από κει και πέρα, μόλις μπήκα σ’ αυτόν τον κόσμο που λέμε εμείς του ultra, του υπέρ-μαραθώνιου, ακολούθησαν άλλοι δεκαπέντε σύνολο, από 80 ως 250 χιλιόμετρα τρεξίματος. Κι αυτό που μπορώ να πω με οδήγησε σ’ αυτό, στο να ακολουθήσω τις μεγάλες αποστάσεις, ήτανε το ότι είχα πολλά χρόνια την πίεση του πρωταθλητισμού και ένας υπέρ-μαραθώνιος σε βγάζει απ’ τα πλαίσια του χρόνου. Παλεύεις στην ουσία εσύ με τον εαυτό σου να φτάσεις από ένα μέρος στο άλλο, χωρίς να κοιτάς τα λεπτά και το χρονόμετρο. Χάνεσαι, ο στόχος είναι να βγει η απόσταση, ο στόχος είναι να τερματίσεις, άρα το ότι ξαφνικά έβγαινα απ’ τα καλούπια του χρόνου και της επίδοσης, αυτό με έκανε να νιώθω ότι αυτό ήθελα να διαλέξω, τον υπέρ-μαραθώνιο και το τρέξιμο. Να μην πολυλογώ τώρα μ’ αυτά, η πιο, ας το πούμε, extreme επιτυχία ήτανε ο τερματισμός στο Σπάρταθλον, ένας απ’ τους πιο δύσκολους υπέρ-μαραθωνίους στον κόσμο απόσταση 246 χιλιόμετρα απ’ την Αθήνα στη Σπάρτη.
Πόσο χρονών;
Αυτό έγινε πριν δύο χρόνια, δηλαδή στα 26 μου περίπου. Και από ό,τι έχω δει δηλαδή το έχουμε ψάξει, είμαι ο πιο νέος αθλητής Έλληνας –γιατί έχουν τερματίσει πιο μικροί ξένοι– ο μικρότερος που έχει τερματίσει στον αγώνα και ο πρώτος Κρητικός και ακολούθησαν στη συνέχεια... δεν ξέρω αν έχει ακολουθήσει άλλος ένας, αλλά είναι ελάχιστοι Κρητικοί που έχουνε τερματίσει τον αγώνα.
Πες μου για το Σπάρταθλον.
To Σπάρταθλον, θα μπορούσε αυτό που σου είπα και πριν, να είναι μια ολόκληρη συνέντευξη, καθώς είναι μια εμπειρία ζωής. Απ’ το πώς πήραμε την απόφαση, από το ότι ήρθε ο COVID και μας χάλασε τα σχέδια και μεταφέρθηκε ένα χρόνο μετά το Σπάρταθλον, οπότε ξανά προετοιμασία, ξανά αναμονή… Το Σπάρταθλον είναι ένας αγώνας το οποίο αρχικά συμμετέχουνε αθλητές από όλο τον κόσμο. Μπορεί να μην είναι γνωστό σε εμάς, αλλά είναι ένας αγώνας τον οποίο, φαντάσου ότι ήμασταν σαράντα Έλληνες και διακόσιοι πενήντα ξένοι, από Ιαπωνία από Αμερική, από όλα τα μέρη του κόσμου. Και για να δεις και την πώρωση που είχαν όλοι αυτοί, μέχρι και τατουάζ το σήμα του αγώνα έβλεπα. Γιατί σε τέτοιους αθλητές, στους ξένους ή άλλοι έχουν έρθει κι έχουν τερματίσει δέκα φορές. Όλο αυτό με έκανε να νιώσω πολλή περηφάνεια που συμμετείχα, έστω και στην εκκίνηση, το ότι τερμάτισα ήτανε φυσικά το μεγαλύτερο, ο ultimate στόχος που μπορούσα να έχω και κατάφερα…
Θες να μου πεις λίγο τη διαδικασία;
Για το Σπάρταθλον;
Ναι, ξεκινάει η εκκίνηση; Πρωί, φαντάζομαι…
Ξεκινάει η εκκίνηση στις εφτά το πρωί Αθήνα, κάτω από την Ακρόπολη. Λίγο πριν ξεκινήσει, το δέος που νιώθεις για την απόσταση σε κάνει λίγο να παγώνεις, μόλις δοθεί η εκκίνηση το 3, 2, 1, φεύγουν όλα. Θυμάμαι ότι είχα... Μπορώ να πω ότι είχα… έκλαιγα όταν ξεκίνησα, δηλαδή είχα συγκίνηση, δεν το πίστευα ότι ήμουνα εκεί, γιατί είχα περάσει από χίλια μύρια κύματα, γι’ αυτό εστιάζω πιο πολύ στο πριν, γιατί για να φτάσω εκεί, είχα περάσει ένα ολόκληρο χρόνο προετοιμασίας με όποιες δυσκολίες σε προπόνηση και λοιπά, θυσίες. Ακυρώνεται ένα μήνα πριν ο αγώνας μεταφέρεται για το επόμενο έτος, ξανά προετοιμασία με όποιες θυσίες, η οποία όμως η δεύτερη χρονιά ήτανε με ακόμα περισσότερες ατυχίες. Είχα αποφασίσει μέχρι ένα μήνα πριν να μην πάω, μέχρι μια βδομάδα πριν να μην πάω, συγγνώμη. Και μια βδομάδα πριν γίνει ο αγώνας, αποφασίζω ότι: «Όχι, θα πάω κι ότι γίνει, ας σταματήσω στο 40 ή στο 50 χιλιόμετρα». Οπότε, μόλις ξεκίνησα και δόθηκε η εκκίνηση, ένιωθα αρχικά τυχερός, χαρούμενος που επέλεξα αυτό, το να πάω. Και εστιάζω σ’ αυτό, γιατί η στιγμή της εκκίνησης ήτανε συγκινητική. Μετά[00:15:00] αυτό που έχω να πω είναι ότι απλά αυτό που το παθαίνουν πολλοί υπέρ-μαραθωνοδρόμοι, παγώνει ο χρόνος. Βάζεις ένα στόχο, κλειδώνει το μυαλό κι απλά προχωράς, όσο κι αν φαίνεται απλό ή λένε: «Μα καλά, δεν είναι μόνο αυτό, είναι κι οι προπονήσεις». Σίγουρα ένα υπόβαθρο παίζει ρόλο, αλλά μπορώ να πω ότι η δύναμη του μυαλού είναι που σε φτάνει στο τέλος ενός τέτοιου αγώνα. Η δύναμη του να μένεις, να εστιάζεις στο ότι πρέπει να φτάσεις στο τέρμα, στο να διώχνεις τους πόνους...
Πώς τους διώχνεις τους πόνους;
Με το να παγώνει λίγο το μυαλό, δε μπορώ να το εξηγήσω. Είναι στιγμή που νιώθεις ότι πέρασε ένα τέταρτο και κοιτάς το ρολόι και έχουν περάσει τρεις ώρες. Και παράλληλα τρέχεις, είναι βράδυ, ξεκινήσαμε εφτά το πρωί, τερμάτισα την επόμενη μέρα το μεσημέρι μία η ώρα, είκοσι εννιά ώρες, ναι. Σε όλα αυτά πρέπει να τρως, να πίνεις ενώ τρέχεις. Και οι υπέρ-μαραθώνιοι... είναι αυτή η μαγεία τους, ότι καταφέρνεις για μένα, έτσι όπως το νιώθω, να παγώνεις το χρόνο, ζεις ένα ταξίδι που είσαι μόνος σου και αυτό που λέμε: «Είναι μια μικρογραφία της ζωής», γιατί καλείσαι να αντιμετωπίσεις ατυχίες, δυσκολίες που μπορεί να προκύψουνε, ένας πόνος στο πόδι που παλεύεις, μετά περνάει, νιώθεις τέλεια, μετά ξανάρχεται ένα χαμηλό κομμάτι, έρχεται η νύχτα, νυστάζεις. Να αναφέρω δύο εμπειρίες απ’ αυτόν τον αγώνα, η μία ήταν ότι κατάφερα σε ένα σημείο κατά τις τέσσερις το πρωί και κοιμήθηκα, ενώ έτρεχα… Δηλαδή, για περίπου –από ό,τι είδα μετά– δεκαπέντε λεπτά ενώ έτρεχα... Το ένιωθα ότι έρχεται, ένιωθα ότι τα μάτια μου κλείνουν και δε μπορώ να τα κρατήσω, είχαμε φάει τη ζέστη όλης της μέρας και ξαφνικά ήρθε η νύχτα, όπου είχε και κρύο. Όλη αυτή η έξτρα καταπόνηση και έπειτα από περίπου δεκαεφτά ώρες με έφερε στο σημείο να... σε ένα σημείο που είχε όλο ευθείες, δηλαδή ήταν κι αυτό βοήθησε το ότι δεν είχε να βλέπω πού να πάω. Οπότε, περίπου ένα τέταρτο κοιμήθηκα. Δε θυμάμαι πραγματικά πώς πέρασε και απλά πήγαινα, πήγαινα, πήγαινα και κάνω έτσι, μετά λέω: «Ντάξει», προφανώς έπαθα κι εγώ σοκ, έψαχνα στο σταθμό να βρω καφέ, στο σταθμό τροφοδοσίας. Λέω: «Πρέπει να πιω καφέ επειγόντως», γιατί ή θα καθόμουνα κάτω να ξαποστάσω λίγο ή… Οπότε, αυτό είναι το ένα αστείο σκηνικό. Το άλλο είναι ότι ήμουνα κάπου –λίγο πιο πριν– στις δεκαπέντε ώρες και εκεί πέρα έχουμε συνοδούς, δηλαδή ανά δύο ώρες βλέπουμε δύο φίλους μας ή προπονητές, ό,τι θέλει επιλέγει ο καθένας, που μπορούν να μας βοηθήσουνε σε σταθμούς συγκεκριμένους, να μας δώσουν το φαγητό μας ή να μας τρίψουνε λίγο ή ενθαρρυντικά, τέλος πάντων. Και μου κάνει ο κολλητός μου ο οποίος είναι και μασέρ, μου λέει: «Σήκωσε λίγο το πόδι» –σε κάποια φάση κάθομαι εγώ στην καρέκλα– και μου λέει: «Σήκωσε λίγο το πόδι σου να σου αλλάξω παπούτσια». Και κοιταζόμαστε, γιατί προσπαθούσα να σηκώσω το πόδι μου και δε σηκωνότανε. Δηλαδή, είχα κάτσει στην καρέκλα και προσπαθούσα να κάνω την κίνηση απλά να σηκώσω το ένα μου πόδι και γελάσαμε, και το σηκώνω με το χέρι μου. Μετά μου λέει: «Δεν το πιστεύω –λέει, όταν τελείωσε ο αγώνας– εκείνη τη στιγμή μετά, ενώ έγινε αυτό, σε βλέπω και σηκώνεσαι και συνεχίζεις και τρέχεις και βγάζεις άλλα 100 χιλιόμετρα από κει». Πώς γίνεται ένας άνθρωπος να μην μπορεί να σηκώσει το πόδι του… Οπότε, πάρα πολλές εμπειρίες, δε θέλω να μείνω σ’ αυτό τόσο πολύ, αλλά ήτανε... για μένα ήταν η κορύφωση όλων αυτών των χρόνων που σου περιέγραψα από παιδί που ξεκίνησα μέχρι αυτό, ήταν σαν μια εκπλήρωση που ήρθε κι έδεσε με όλο αυτό το ιστορικό-αθλητικό υπόβαθρο που υπήρχε.
Ένα άλλο που μπορώ να πω και στο εθελοντικό κομμάτι, ήτανε μια πράξη η οποία κι αυτό έχω πει μέσα μου: «Θα το κάνω κάθε χρόνο» με τον Παγκρήτιο Σύλλογο Παιδιών με Καρκίνο «Ηλιαχτίδα» είχαμε οργανώσει, πήγα εκεί με μια ιδέα και τους είπα: «Θέλω να ενώσω τη νότια με τη βόρεια Κρήτη», να ξεκινήσω δηλαδή από τους Καλούς Λιμένες, να βάλουμε κι ένα στοίχημα ότι μπορώ να το πραγματοποιήσω μέσα σε λιγότερο από εφτά ώρες, να τερματίσω στον Κούλε. Οπότε, δεχτήκαν εννοείται, γιατί μέσα απ’ αυτή τη δράση θα μαζευόντουσαν ένα ποσό να ολοκληρωθεί εκεί μια αίθουσα. Και το διαφημίσαμε μέσα σε δύο-τρεις βδομάδες, βγάλαμε κι ένα promo έτσι βιντεάκι ότι: «Θα τρέξω από ‘κει μέχρι εκεί». 70 χιλιόμετρα, ήταν Ιούλιος! Απ’ τους Καλούς Λιμένες Ιούλιο τώρα, δεν μπορώ να σου περιγράψω τι γινότανε. Ξεκίνησα τέσσερις το απόγευμα, ήθελα να βάλω κι ένα στόχο να είναι και με ζέστη –δεν ήθελα να πάω νωρίς το πρωί– και να[00:20:00] περνάω κι από τις Μοίρες, όπου ένιωθα ότι περνάω απ’ τη Σαχάρα. Οπότε, αυτό ήταν κι ένα άλλο έτσι που με έκανε να νιώσω εξίσου όμορφα, γιατί το Σπάρταθλον είναι ένας προσωπικός στόχος, το άλλο ήταν κάτι το οποίο με έκανε να νιώσω πάρα πολύ ωραία, γιατί πρόσφερα και κάτι μέσα απ’ αυτό. Μέσα απ’ αυτή τη προσπάθεια κατάφερα και βοήθησα και κάποιον άλλον. Αυτά με τους αγώνες. Και κάπου εκεί μέσα σε όλα αυτά ήρθε και η ομάδα.
Πριν την ομάδα, το Σπάρταθλον έγινε στα 26 σου. Εσύ από τη Θεσσαλονίκη όπου σπούδαζες, έφυγες;
Έφυγα απ’ τα 24.
Και γύρισες-
Γύρισα…
Στην Κρήτη.
Στην Κρήτη.
Πώς ήταν αυτή η μετάβαση;
Η μετάβαση ήτανε χαρούμενη και πολύ εύκολη, γιατί την περίμενα πώς και πώς. Ξέχασα να αναφέρω ότι στη Θεσσαλονίκη στην αρχή δυσκολεύτηκα λίγο, γιατί από ένα μέρος όπως το Βορίτσι με ηρεμία, ησυχία και όλες αυτές τις εμπειρίες της φύσης, ξαφνικά ήταν δύσκολο η μετάβαση στην πόλη, στο κέντρο της πόλης. Μεγαλούπολη! Οπότε, η αλήθεια είναι, εντάξει, τα πρώτα τρία-τέσσερα χρόνια το απόλαυσα, είναι κι αυτό μια εμπειρία, η φοιτητική ζωή μού πρόσφερε πολλές ευκαιρίες, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν έβλεπα την ώρα μετά από ένα σημείο να επιστρέψω, όχι τόσο στο «χωριό μου», αλλά στους ανθρώπους μου και στο νησί. Γιατί μας δένει κι εμάς πολύ έντονα το νησί εδώ πέρα, από ό,τι έχω συζητήσει με πολλούς, οι πιο πολλοί Κρητικοί γυρνάνε, ενώ οι πιο πολλοί συμφοιτητές μου ήταν από άλλα νησιά Ζάκυνθο, Κέρκυρα κ.τ.λ, μου λέγανε: «Εμείς εδώ θα μείνουμε» κι είναι όντως ακόμα εκεί.
Όταν είπες στους γονείς σου –σε πάω λίγο πίσω τώρα– ότι θέλεις να γίνεις γυμναστής, ότι θες να περάσεις γυμναστική ακαδημία, γενικά ποια ήταν η αντιμετώπιση;
Οι γονείς μου ήταν πάντα: «Να ακολουθήσεις αυτό που σου αρέσει, ό,τι νιώθεις». Και αυτό είναι και εμένα η δική μου, αν μπορούν να στηρίξουν οι γονείς σου κάτι για σένα, ό,τι κι αν είναι αυτό, το καλύτερο που έχουν να κάνουν να σε στηρίξουνε, για να ακολουθήσεις το όνειρό σου, το πάθος σου. Εγώ από το γυμνάσιο έλεγα ότι το μόνο που θέλω να κάνω είναι αυτό, τίποτα άλλο. Δε μου είχε περάσει ποτέ ούτε ή αστυνομικός, είτε πυροσβέστης, είτε γιατρός, που περνάνε όλοι από διάφορα. Απ’ την αρχή έλεγα ότι ήθελα να κάνω αυτό, κάτι σχετικό με τη γυμναστική.
Οπότε, επιστρέφεις στην Κρήτη και μετά πώς πάει η ζωή από εκεί;
Επιστρέφω στην Κρήτη. Όσο ήμουνα φοιτητής –ξέχασα επίσης να αναφέρω– ότι ξεκίνησα διοργανώνοντας έναν αγώνα στο Βορίτσι, αυτό το ‘κανα όταν γυρνούσα τα καλοκαίρια, οπότε παράλληλα με το φοιτητικό, κατάφερα πριν οχτώ χρόνια κι έκανα την πρώτη μου διοργάνωση ορεινού αγώνα, στο Βορίτσι. Η πρώτη χρονιά –αυτό λέω για τον αγώνα και δεν θα… για τους υπόλοιπους λέμε στη συνέχεια– είναι ότι είχα τρέξει προφανώς σε πολλούς αγώνες στη Θεσσαλονίκη, άρα είχα την εμπειρία να πω ότι μπορώ να διοργανώσω έναν δικό μου. Πάω, λοιπόν, στο χωριό και λέω στον πολιτιστικό σύλλογο ότι: «Θέλω να κάνουμε έναν αγώνα». «Ναι, εννοείται». Μέχρι τότε κάνανε, έτσι, κάποιες δράσεις είτε δενδροφυτεύσεις είτε θεατρικές παραστάσεις, είτε τα γλέντια του χωριού, αλλά ως εκεί, το αθλητικό κομμάτι δεν υπήρχε. Με την ιδέα αυτή ξεκινήσαμε, ανακοινώθηκε εκεί με κάποιες αφίσες Α4 στην περιοχή, όχι και κάποια τρελή διαφήμιση πριν οχτώ χρόνια, και ήρθανε περίπου τριάντα άτομα, δηλαδή ήρθανε οι χωριανοί και κάποιοι ακόμα. Οπότε, η πρώτη χρονιά –δε θα την ξεχάσω– εκτυπώναμε απ’ το φαξ τα νούμερα συμμετοχής, δηλαδή κανένας σύγχρονος τρόπος κι όλα πολύ, έτσι, ρομαντικά. Εμείς το λέμε το χωριό «Ρομαντικό Βορίτσι», έτσι το λέμε, γιατί έχουμε αυτό το... ότι δε μας ένοιαζε τόσο να το φτάσουμε και στο πιο σύγχρονο επίπεδο. Οπότε, την πρώτη χρονιά γίνεται αυτό. Προχωράμε και ερχόμαστε στο σήμερα, την τελευταία χρονιά πριν δηλαδή έξι μήνες –γίνεται κάθε πρώτη Κυριακή του Σεπτέμβρη– ο αγώνας είχε διακόσια πενήντα άτομα. Μέσα απ’ αυτόν τον αγώνα καταφέρανε και μάθανε το χωριό και το μέρος και τις γύρω περιοχές πάρα πολλά άτομα, από όλη την Κρήτη. Οπότε, κάθε καλοκαίρι, όσο ήμουνα φοιτητής –και μετά που γύρισα το συνέχισα– δημιούργησα αυτό τον αγώνα. Είτε σκάβοντας κάποια μονοπάτια. Δεν υπήρχαν παλιά, τα έφτιαξα απ’ την αρχή. Είτε χρησιμοποιώντας τους γύρω χωματόδρομους.
Πώς, όταν λες ότι «σκάβοντας κάποια μονοπάτια», τι ακριβώς έκανες;
Λοιπόν, η δημιουργία ενός μονοπατιού είναι κάτι –ειδικά στην Κρήτη,[00:25:00] γιατί έχουμε πολλή πέτρα– είναι κάτι πολύ ζόρικο. Για να σου πω ότι εκατό μέτρα, για να δημιουργήσεις ένα μονοπάτι εκατό μέτρων, θες περίπου δύο μέρες, δύο μέρες από οχτώ με δέκα ώρες. Οπότε, όταν λέμε ότι ένας αγώνας έχει, ας πούμε, 10 χιλιόμετρα μονοπάτι, αυτό βγαίνει σε πάρα πολλές ώρες και μέρες. Η διαδικασία είναι ότι ξεκινάς πρώτα, χαράζεις τη διαδρομή, το οποίο σημαίνει ότι μπορεί να μπεις μέσα σε αγκάθια, να φτάσεις σε δύσκολα σημεία μέχρι να βρεις από που θα περάσει. Το επόμενο βήμα είναι να ξεκινήσεις να κάνεις τη βαριά δουλειά, που λέμε, να κόβεις λίγο τους θάμνους, να βγάζεις κάποια κλαδιά, βράχους. Και μετά περνάς είτε με ένα χορτοκοπτικό είτε με ένα σάρακα, βγάζεις τα χόρτα κι όλα αυτά και μετά κάνεις τη σήμανση. Έχει μια διαδικασία, η οποία πραγματικά, επειδή κι ο παππούς μου που ήτανε το ίνδαλμα, το πρότυπο, ασχολούνταν με τα γεωργικά τόσα χρόνια, βρήκα κι εγώ εκεί αυτό το τρόπο να ξεδίνω πέρα από το τρέξιμο, την προπόνηση, η ώρα αυτή το να ασχολούμαι με τα αγροτικά –που το ‘χα και σαν εικόνα από τον παππού– γιατί κι αυτό μια αγροτική δουλειά είναι στην ουσία, σκάβεις, τσουγκρανίζεις,. Αυτό με έκανε πάλι να παγώνει ο χρόνος αλλά σε πιο ήπια μορφή, δεν αθλούμουν εκείνη τη στιγμή όπως στο τρέξιμο, στο Σπάρταθλον –καλά, γίνεται και σε προπονήσεις αυτό, όχι μόνο στον αγώνα– ήταν μια εξίσου διέξοδος για ‘μένα να χαλαρώνω και να ηρεμώ, άρα το να είμαι και στα μονοπάτια και να δημιουργώ ήταν κάτι το οποίο με βοήθησε επίσης να έχω αυτή την αποσυμφόρηση που λέμε, από όλη την ένταση. Κίνητρό μου φυσικά ήταν ότι αυτά τα μονοπάτια, εκτός από το ότι δημιουργούσα, αυτή η εικόνα του να έρχεται κάποιος, να μπαίνει σ’ αυτό το μονοπάτι, να το τρέχει και να βλέπει σημεία τα οποία δε θα μπορούσε να δει αλλιώς, γιατί μόνο μέσα απ’ τα μονοπάτια θα τα έβλεπε, είναι κάτι… Με γεμίζει πάρα πολύ! Το ότι θα μπει ένας άνθρωπος σ’ αυτό το μονοπάτι, θα το περπατήσει, θα δει: «Α, ένας νερόμυλος». «Η θέα από δω είναι φανταστική!» «Μια κορυφή!» Αυτό όλο ενώνει για εμένα την ιστορία.
Έχεις εικόνες συγκεκριμένες που να θυμάσαι πάρα πολύ έντονα, ας πούμε; Από τη δημιουργία των μονοπατιών ή όσο τα δημιουργούσες κάτι, ας πούμε, μια εικόνα ή μυρωδιά, γιατί εκεί πέρα φαντάζομαι ότι έχει και πολλά βότανα και τέτοια, ρε παιδί μου.
Ναι, έχει πάρα πολλά. Εντάξει, η Κρήτη δεν έχει αυτό το δασωτό που λέμε, είναι πάντα σε πέτρα κι έχει την άγρια ομορφιά. Έχω εικόνες σίγουρα από... Έχω πολλούς γυπαετούς, από πάνω μου –τώρα δεν ξέρω πώς με βλέπανε– αλλά τα πουλιά όλη μέρα να δίνουν πόνο κει, να κελαηδάνε, αυτά γενικά. Η αλήθεια είναι ότι απλά με γεμίζει ο χώρος εκείνη τη στιγμή κι ο χρόνος που βρίσκομαι αυτό, η αίσθηση, δεν έχω… Δε μπορώ να περιγράψω πάρα πολλά, γιατί εκείνη τη στιγμή απλά αφήνομαι. Σα να ‘ναι κάποιος στην καφετέρια και να χαλαρώνει, είναι αυτή η αίσθηση. Αλλά ίσως επειδή έχω συνηθίσει να ‘μαι σε τέτοιες εικόνες και πλέον μου ‘χει γίνει σαν αυτονόητο, ότι δε μπορώ να εκφράσω τόσα πολλά γι’ αυτό, παρά μόνο ότι με γεμίζει πραγματικά, το να είμαι εκεί, δίπλα στη φύση.
Πόσα μονοπάτια χάραξες;
Στο Βορίτσι έχω φτιάξει σύνολο γύρω στα 10 χιλιόμετρα. Το χαρακτηριστικό αυτού του αγώνα είναι το ότι αλλάζει κάθε χρόνο η διαδρομή, τους το ‘χω σαν έκπληξη ότι: «Κάθε χρόνο έχουμε νέα διαδρομή», οπότε, είτε προσθέτω νέα μονοπάτια, είτε αλλάζω τη φορά του αγώνα. Κι έχω φτιάξει επίσης μονοπάτια στον Καρτερό, στην περιοχή του Καρτερού, έχω φτιάξει στην περιοχή του Κρασίου, που είναι ένα χωριό πολύ όμορφο, στο Κράσι, που είναι ένα χωριό πανέμορφο. Κι εκεί πέρα η αλήθεια είναι ότι ήτανε μια δοκιμασία για μένα, το Platanos Trail, ένας αγώνας που με δυσκόλεψε πιο πολύ απ’ το Σπάρταθλον, γιατί επί τρεις μήνες οδηγούσα σύνολο τρεις ώρες ήμουνα στα μονοπάτια όλη μέρα, γιατί σύνολο δημιουργήθηκε ένα δίκτυο μονοπατιών εκεί πέρα 18 χιλιόμετρα. Επί τρεις μήνες, λοιπόν, βγήκε ένας πολύ όμορφος αγώνας, το Platanos Trail, το οποίο κι αυτό θα γίνεται κάθε χρόνο. Επί τρεις μήνες κατάφερα και δημιούργησα εκεί πέρα το δίκτυο. Υπήρχαν και κάποια, τα καθαρίσαμε. Και στη συνέχεια, μετά έχω κι έναν αγώνα που διοργανώνουμε με τις «Διαδρομές Ιδαίας» και την ομάδα «Χοχλιός team» στην Κέρη, που είναι ένα δασάκι εδώ στην περιοχή, που κι αυτό έχει σκοπό να αναδείξει το δάσος – που είναι και υπό απειλή, γιατί έχει πολλές έτσι πυρκαγιές. Γενικά κι η διοργάνωση των αγώνων είναι ένα θέμα, ένα κομμάτι αναπόσπαστο της ετήσιας έτσι ενασχόλησής μου με το αθλητικό κομμάτι.[00:30:00] Και η μετάβαση, για να συνεχίσω σε αυτό που λέγαμε, απ’ τη Θεσσαλονίκη στο εδώ, ήταν εύκολη και ξεκίνησα άμεσα να δω πώς θα προωθήσω και θα εξελίξω αυτό που κάνω.
Και;
Οπότε, κάπου εκεί έρχεται και η ομάδα. Η ομάδα «Χοχλιός team».
Θες να εξηγήσεις τι σημαίνει Χοχλιός;
Ναι, χοχλιός είναι το σαλιγκάρι στην Κρήτη. Σωστά! Και είναι και απ’ τα πιο αργά που μπορούμε να πούμε, δηλαδή, ένα μυρμήγκι είναι πιο γρήγορο. Ο χοχλιός είναι ένα απ’ τα πιο αργά, απ’ τους πιο αργούς οργανισμούς στον πλανήτη κι έρχεται σε αντίθεση με το τρέξιμο. Ναι! Οπότε, εγώ όταν γύρισα από Θεσσαλονίκη, τα πρώτα περίπου ένα-ενάμισι χρόνο, εκτός τον αγώνα που είπαμε με το Βορίτσι, αυτό που έκανα είναι να κάνω προπονήσεις. Εξερευνούσα την Κρήτη σαν περιοχή και σιγά-σιγά έβλεπα να δω κι επαγγελματικά τι θα κάνω, γιατί υπάρχει κι αυτό το κομμάτι. Οπότε, κάπως έτσι μου ήρθε η ιδέα, στην Κρήτη δεν υπήρχε αυτό το πιο ελεύθερο, ότι υπάρχει ένας προπονητής που έχει αθλητές και τους προπονεί σε δημόσιο δρόμο ή στα βουνά. Υπήρχε το κομμάτι φυσικά του στίβου, ότι πήγαινες σε μια ομάδα, σε ένα σωματείο και σε προπονούσε ένας προπονητής. Αλλά αυτό το ελεύθερο δεν υπήρχε, το είχα όμως εγώ σαν εικόνα στο μυαλό μου, γιατί το είχα κάνει, το ζούσα στη Θεσσαλονίκη. Ήμουν αθλητής ενός προπονητή που είχε μια ομάδα αντίστοιχα. Οπότε, δεν μπορώ να πω ότι ήταν ένα δημιούργημα, ήτανε μια ιδέα όπου υπήρχε εννοείται από αλλού και σε άλλα μέρη της Ελλάδας και στο εξωτερικό, κι εγώ στην ουσία τη μετέφερα στην Κρήτη και την εξέλιξα στην πορεία με δικά μου χαρακτηριστικά και στοιχεία. Η ιδέα, λοιπόν, το να δημιουργήσω μια ομάδα προέκυψε σιγά-σιγά, υπήρχε στο μυαλό μου. Το όνομα τώρα, σκεφτόμουνα περίπου δύο-τρεις βδομάδες είχα σπάσει το κεφάλι μου να βρω το όνομα, γιατί ντάξει από ‘κει ξεκινάνε όλα, ένα όνομα. Επειδή οι πιο πολλοί προπονητές ή άλλες ομάδες χρησιμοποιούνε το όνομα του προπονητή ή κάτι άλλο, εγώ ήθελα να ‘ναι κάτι διαφορετικό, δεν ήθελα να ‘ναι «Κωνσταντουλάκης team», ήθελα να έχει κάτι διαφορετικό σαν όνομα. Μου ήρθε έτσι μια μέρα, λοιπόν, το Χοχλιός». Το λέω στον κολλητό μου, γιατί προφανώς ντάξει το μοιράζεσαι αυτό, και μου λέει: «Λοιπόν, αν το βγάλεις έτσι, εγώ δε θα τρέξω ποτέ με αυτό το όνομα, να μας πάρουνε με τις πέτρες. Σε αγώνα εγώ να πηγαίνω και να είμαι Χοχλιός team, δεν υπάρχει περίπτωση». Με βάζει σε προβληματισμούς, σε σκέψεις, λέω: «Τι άλλο; Ναι, μήπως δεν είναι τόσο επαγγελματικό, να το αλλάξω;» κι όλα αυτά… Εγώ όμως, επειδή και εδώ στην Κρήτη με ξέρουνε οι δικοί μου άνθρωποι πώς είμαι σαν άνθρωπος, το χαλαρό, ότι μπορεί να έχω κάποιες επιτυχίες, δεν είμαι αφοσιωμένος σ’ αυτό, το κεφάλι μου δεν είναι μόνο στις επιδόσεις και χρονόμετρα, ήθελα να ‘χει αυτό το χαλαρό. Και μπορεί να 'ρχότανε που λέει ο λόγος ο γρηγορότερος άνθρωπος στο κόσμο στην ομάδα, ας είχε αυτό το όνομα, δηλαδή δεν έχει να κάνει, οπότε επέλεξα τελικά να ακολουθήσω αυτό το όνομα. Έτσι, λοιπόν, για περίπου ένα χρόνο παντού, όπου έτρεχα, έγραφα: «Χοχλιός team», «Χοχλιός team», για να το διαφημίσω να ξεκινήσουμε σιγά-σιγά. Είχα γράψει κι ένα-δύο φίλους μου έτσι ότι τρέχανε κι αυτοί στους αγώνες σα «Χοχλιός team» και σιγά σιγά ήρθε ο πρώτος αθλητής, ήρθε ο δεύτερος… Τον πρώτο χρόνο ήμασταν σταθερά πολύ λίγα άτομα, εγώ κι οι φίλοι μου στην ουσία. Φυσικά και μέσα σ’ αυτό το διάστημα είχα τις αμφιβολίες μου, γιατί δεν προχωρούσε, έκανα κι άλλα πράγματα επαγγελματικά, γιατί δε μπορούσα μέσα από αυτό μόνο να προχωράω. Οπότε, μέσα από αυτή τη δυσκολία σιγά-σίγα όμως, επειδή το κυνηγούσα και δεν το άφησα, ήρθε ο πρώτος αθλητής, ήρθε ο δεύτερος από στόμα σε στόμα και πλέον έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που είμαστε πάρα πολλοί αθλητές σε όλη την Ελλάδα και σε μέρη της Κρήτης και κάποιοι από το εξωτερικό, από Κύπρο κάποιοι αθλητές. Οπότε, σιγά-σιγά –τώρα σε πήγα πολύ μπροστά, πέντε χρόνια μετά, γιατί η ομάδα τόσο καιρό υπάρχει, πέντε χρόνια.
Τι κάνετε, ποιες είναι οι δράσεις;
Κυρίως τρέχουμε. Οι αθλητές, ο καθένας έχει το πρόγραμμά του προσαρμοσμένο στην καθημερινότητά του, γιατί η ομάδα δε λειτουργεί το να βρισκόμαστε κάθε μέρα κάπου, γιατί προφανώς ο καθένας έχει τη δουλειά του. Αυτό που έχω να πω είναι ότι: αρχικά δεν υπήρχε κάτι παρό[00:35:00]μοιο στην Κρήτη με το να υπάρχει ένας προπονητής που έχει αθλητές, το μότο μας είναι: «Αny distance, any terrain», που σημαίνει ότι τρέχουμε παντού. Τρέχουμε απ’ τα 5 χιλιόμετρα μέχρι τα 200, τρέχουμε από βουνό μέχρι σε άσφαλτο, τρέχουμε από στάδιο μέχρι σε φαράγγια, όλα αυτά. Και αυτό που υπάρχει στην ομάδα, το κλίμα, για μένα αυτό που βλέπω, είναι ότι είναι αθλητές και άνθρωποι καθημερινοί, δηλαδή άνθρωποι οι οποίοι μπορεί επί είκοσι χρόνια να μην είχαν αθληθεί ποτέ. Θα έρθουν σε εμένα με μία σκέψη δεύτερη στην αρχή, ότι: «Μπορώ να το κάνω αυτό;». Οπότε, έχουμε αυτό το μέρος τον ανθρώπων οι οποίοι μπορεί να μην έχουν γυμναστεί ποτέ. Έχουμε άλλους ανθρώπους οι οποίοι αθλούντουσαν μόνοι τους πολλά χρόνια και θέλουνε να δοκιμάσουνε πώς είναι με ένα προπονητή. Μέσα σε όλα αυτά ο καθένας, αυτό που μου δίνει εμένα σαν προπονητή και σαν άνθρωπο κίνητρο, είναι ότι έχει τη δουλειά του, έχει την οικογένειά του, έχει τις δυσκολίες, μπορεί να έχει μια δουλειά χειρωνακτική, μπορεί να έχει μία δουλειά καθιστική. Οπότε, αυτοί οι άνθρωποι να θυσιάζουν προσωπικό χρόνο από την καθημερινότητά τους και να είναι εκεί για προπόνηση, και να ακολουθούν τις οδηγίες μου, και να τρέχουν και σε αγώνες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, είτε οικονομικά, είτε με τον προσωπικό χρόνο με τους δικούς τους ανθρώπους, αυτό είναι πραγματικά το κίνητρό μου, από τα μεγαλύτερα, για να προχωράω κι εγώ. Γιατί κακά τα ψέματα, εγώ πλέον έχω κάνει το χόμπι μου επάγγελμα, είναι κάτι το οποίο πολλοί άνθρωποι, ίσως το βλέπω κι εγώ στην καθημερινότητα, από μικροί βλέπαν κάτι θέλαν να το κάνουνε, αλλά η ζωή δεν τους το επέτρεψε, δεν τους το έφερε. Είχα και μια βοήθεια απ' τους γονείς μου, με στηρίζανε σε αυτό που έκανα και προχώρησα λίγο πιο γρήγορα. Οπότε, κακά τα ψέματα, νιώθω ευγνώμων γι’ αυτό που μου έχει έρθει, το ότι έχω κάνει το χόμπι μου επάγγελμα, το τρέξιμο. Το αγαπάω πολύ. Αυτή τη διαδικασία να εμπνέω κι εγώ ανθρώπους και να ακολουθάνε... Και κάποιες φορές πιάνω τον εαυτό μου να νιώθω, να λέω: «Μην είσαι αχάριστος, γιατί έχεις αυτή τη στιγμή –μπορεί να παραπονιέμαι για κάτι– πρέπει να συνεχίσεις αυτό που κάνεις, είναι αυτό που ήθελες και να μη θεωρείς τίποτα δεδομένο, γιατί αυτό που σκεφτόσουν κι ονειρευόσουν στην αρχή, που επί ένα χρόνο όταν ξεκίνησε η ομάδα δεν είχε κανένα μέλος κι είχες όλη αυτή τη μαυρίλα, ότι δε θα ‘ρθει κανείς κι ότι κάτι άλλο τελικά θα κάνω… Ήρθες σε αυτό το σημείο πλέον, έχει αθλητές, ζεις απ’ αυτό». Οπότε, αυτό πλέον μπορώ να πω ότι είναι ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της ζωής μου, η ομάδα. Η οποία, λοιπόν, λειτουργεί εκτός από το προπονητικό κομμάτι, που βγάζω ένα πρόγραμμα σε ένα αθλητή και το ακολουθεί κι έχει ένα στόχο, είτε να χάσει κιλά, είτε να πάει σε ένα αγώνα, είτε να ολοκληρώσει ένα πολύ δύσκολο αγώνα –με ασφάλεια πάντα–, το άλλο κομμάτι είναι ο εθελοντισμός. Μέσα από κάποιες δράσεις σαν ομάδα προσφέρουμε. Κι αυτό που προσφέρουμε είναι είτε άτομα εθελοντικά να πηγαίνουνε σε άλλους αγώνες να βοηθάνε, δηλαδή ένας συνδιοργανωτής που κάνει ένα αγώνα στη νότια Κρήτη έχει ανάγκη από εθελοντές, οπότε εμείς μπορεί σαν ομάδα να στηρίξουμε με έξι-οχτώ, όσους μπορούμε, εθελοντές. Κι αυτό είναι κάτι το οποίο, ο εθελοντισμός γενικά μας ακολουθεί όλους στην ομάδα. Βλέπω ότι όλοι προσφέρουνε και θέλουνε να προσφέρουνε. Το άλλο κομμάτι είναι οι καθαρισμοί, έχουμε καθαρίσει παραλίες, έχουμε καθαρίσει βουνά, σημεία όπου υπάρχουνε πάρα πολλά σκουπίδια.
Πώς καθαρίζεις ένα βουνό;
Βουνά, ας πούμε, πηγαίνουμε με σκουπιδοσακούλες πού έχουμε εντοπίσει ότι υπάρχουνε πάρα πολλά σκουπίδια, εστίες δηλαδή. Που συνήθως είναι τα σημεία που έχουνε παγκάκια, για να κάθεται ο κόσμος. Μπορεί να βρεθείς στη Κέρη, που έχει ένα χώρο να κάθεσαι, έχει θέα στη φύση μέσα, και γι’ αυτό το λόγο, του ότι έχει παγκάκι να κάτσει ο άλλος, θα παρατήσει το σκουπίδι του, θα ρίξει κάτω κάποιο τσιγάρο, θα ρίξει ένα αναψυκτικό. Το οποίο είναι αστείο, γιατί δε μπορείς να θεωρείς ότι αγαπάς τη φύση, πηγαίνεις να δεις τι ωραία που είναι εδώ και να αφήνεις πίσω ένα αποτύπωμα. Ναι, έχει τύχει να βρεθούμε σε μέρη που δεν το πιστεύαμε ούτε εμείς, είχε κι από όλα τα σκουπίδια. Έχει τύχει να δούμε και σκουπίδια πάνες, χαρτομάντηλα, μωρομάντηλα, όλα αυτά. Ναι, είναι ένα λυπηρό θέμα το οποίο φυσικά –ντάξει, δε μπορούμε να μαζέψουμε όλα τα σκουπίδια που υπάρχουνε– όποτε μπορούμε και βλέπουμε ότι ένα πράγμα χειροτερεύει, κάνουμε ένα κάλεσμα και ανταποκρίνονται κι άλλοι άνθρωποι, εκτός ομάδας, αυτό είναι το ωραίο, ότι ενεργοποιούνται. Μπορεί να μην είναι τόσοι πολλοί αθλητές στην ομάδα, [00:40:00]για να στηρίξουνε πάντα εθελοντικές ενέργειες, το καλό είναι όμως ότι μόλις γίνει ένα κάλεσμα δημόσιο, θα ακολουθήσει και η τοπική κοινωνία και υπάρχει ένας κύκλος ανθρώπων που όλο και μεγαλώνει και ευαισθητοποιείται με αυτά τα θέματα. Οπότε, το εθελοντικό κομμάτι αφορά και τον καθαρισμό και την προσφορά σε αγώνες. Κι επίσης, έχουμε κάνει κι άλλες δράσεις, όπως δεντροφύτευση στο χωριό, το Βορίτσι, κάναμε πρόσφατα. Κι έρχονται κι άλλα, ιδέες υπάρχουν πολλές, σ’ αυτό το κομμάτι.
Θα σε πάω πίσω. Θυμάσαι τον πρώτο σου αθλητή όταν ήρθε στην ομάδα, πώς ένιωσες; Γιατί μου είπες ότι ήσουν έτσι λίγο μέσα σε μία μαυρίλα.
Ναι, δε θα το ξεχάσω, ήταν ένας αθλητής ο οποίος... Είναι ο Γρηγόρης, ο οποίος συνεχίζει σταθερά ακόμα και σήμερα, δεν έχει σταματήσει ούτε μία μέρα. Κι αυτός γυμναστής, και λάτρης της φύσης, γενικά της εξερεύνησης. Δε θα ξεχάσω σίγουρα το συναίσθημα του ότι: «Ενδιαφέρομαι, θέλω να ξεκινήσω προπόνηση μαζί σου». Ότι λέω: «Όπα, εδώ είμαστε» ξεκινάει και εννοείται πως ήταν κάτι, ας το πούμε, ασήμαντο οικονομικά ή οτιδήποτε. Γιατί εγώ είχα στο νου μου –το κάνουμε αυτό σαν άνθρωποι, συγκρίνουμε άλλους– «Ο τάδε προπονητής έχει εκατό αθλητές». Μετά δεν… από κάπου ξεκινάς. Οπότε, το συναίσθημα ήτανε μια χαρά και μια ικανοποίηση και με εμένα, γιατί είχα περάσει η αλήθεια είναι από ένα σημείο που είχα δεχθεί κι από κάποιους ανθρώπους την κριτική ότι: «Ντάξει, δε γίνεται να ζήσεις απ’ αυτό». Ή ότι: «Τι; Αυτό θα κάνεις;» άρα… Καλά, η απάντηση σ’ αυτούς δεν ήταν ότι: «Ήρθε ένας αθλητής, μπορώ να το κάνω». Αλλά σίγουρα ήταν μια αρχή για να πάρω τα πάνω μου και να πω: «Ναι, κάποια στιγμή θα μπορώ να το κάνω». Δεν ήταν η απάντηση σ’ αυτούς που με πικρίνανε παράδειγμα, ότι: «Α, ήρθε ένας αθλητής», αλλά ήταν μια αρχή για μένα για να πω ότι ξεκινάω. Και μια επίσης εικόνα που έχω με το Γρηγόρη είναι ότι, η πρώτη, ας το πούμε, συνάντηση που είχαμε, ήτανε να πάμε λέει για μια εξερεύνηση στο Βορίτσι, να του δείξω εκεί την περιοχή και να γνωριστούμε κιόλας, να τρέξουμε παρέα. Και καταλήξαμε να σκαρφαλώνουμε σε κάτι γκρεμούς, καταλήξαμε να είμαστε μέσα σε ένα αμπελώνα να σκύβουμε από κάτω τα δέντρα, για δε μπορούσαμε να περάσουμε. Οπότε, εγώ εκείνη τη στιγμή, παρόλο που το διασκεδάζαμε, το μυαλό μου έπαιζε: «Ωχ δε θα ξανάρθει αυτός, πρώτη φορά τον έφερα εδώ». Και γελάμε κάθε φορά, γιατί από τότε όποτε πηγαίνουμε τέτοιου είδους εξερευνήσεις, τον παίρνω μαζί μου και καταλήγουμε στα πιο απίστευτα μέρη. Είναι ο άνθρωπος που θα πάρω για να πάμε να εξερευνήσουμε ένα νέο μέρος κι έχει μείνει από τότε αυτή η ατάκα ότι απ’ την πρώτη μας συνάντηση, τυχαίνει ενώ πάμε, λέμε: «Πάμε μια χαλαρή βόλτα» εκεί που είναι να βγούμε για μία ώρα, καταλήγουμε τρεις ώρες σε σημεία που δεν το πιστεύουμε. Λέμε: «Πού ήρθαμε εδώ;» και επικίνδυνα και περίεργα, οπότε, ναι. Αυτό ήταν το συναίσθημα.
Έχεις αγαπημένη ανάμνηση από μία δράση με την ομάδα; Κάτι που να θυμάσαι και να ‘ναι πολύ δυνατό.
Ένα πολύ έντονο συναίσθημα ήταν αυτό που είπα ότι έκανα εθελοντικά απ' τη νότια στη βόρεια Κρήτη, γιατί με βοήθησαν οι αθλητές μου, ήταν μαζί μου στους σταθμούς –είχαμε ορίσει κάποιους σταθμούς– πολύ ενθαρρυντικά μηνύματα στο δρόμο. Οπότε, παρόλο που το 'τρεξα εγώ, το βάζω σαν ομάδα. Αυτό ήταν μια έντονη ανάμνηση όταν με περιμένανε στον τερματισμό, δεν περίμενα τέτοια υποδοχή. Ήταν όλη η ομάδα μαζεμένη, με συνόδεψε στα τελευταία χιλιόμετρα, καθώς έφτανα στην πόλη, μπαίνανε μπροστά στα αμάξια, είχαμε κόψει όλη την 62 Μαρτύρων, κορνάρανε, φωνάζαν: «Ήρθε απ’ τους Καλούς Λιμένες». Δηλαδή, είχαμε εκστασιαστεί όλοι. Κι αυτό το ότι σαν ομάδα ήταν εκεί και στήριξαν εμένα, αλλά δεν ένιωσα ότι στήριζαν εμένα, ήταν ότι είναι μέρος όλου του εγχειρήματος. Αυτό ήταν μία πολύ έντονη ανάμνηση, ότι ήταν εκεί όλοι δεμένοι σαν ομάδα και προσφέρανε εθελοντικά.
Κάτι αστείο σε διαδρομή;
Κάτι αστείο… Δε μου έρχεται κάτι τώρα, αλλά το πιο συχνό είναι απλά να πηγαίνουμε σε μέρη που γελάνε μαζί μου γιατί, εντάξει, δεν έχουμε μονοπάτια εδώ πάρα πολλά στο Ηράκλειο, οπότε συνήθως όταν πάμε κάπου για εξερεύνηση, που λέμε, θα βρεθούμε μέσα σε βάτα, θα βρεθούμε να σκύβουμε για να περάσουμε από κάπου, σε βράχια, σε πλαγιές, οπότε συνήθως εκεί γελάμε, γιατί μπαίνουμε σε μέρη έξω απ’ τα συνηθισμένα. Και βλέπεις τώρα και ανθρώπους [00:45:00]που είναι 60+, αλλά είμαστε σαν παιδιά όλοι. Δηλαδή είμαστε από 25 μέχρι 60 κι είμαστε όλοι εκεί σα να είμαστε παιδιά και γυρνάμε πάλι σ’ αυτό το παιδικό, γιατί κι οι πιο πολλοί είναι από χωριά και γυρνάνε αυτές οι αναμνήσεις, του παιχνιδιού. Άρα... Κάτι συγκεκριμένο τώρα σε εικόνα δε μου 'ρχεται, αν μου ‘ρθει θα σου πω, αλλά είναι αυτό, το κλασικό, ας το πούμε, που γελάμε, το να βρεθούμε σε ένα μέρος περίεργο.
Ποιες είναι οι δυσκολίες του να τρέχεις σε βουνό; Της Κρήτης.
Οι δυσκολίες του να τρέχεις σε βουνό της Κρήτης, νομίζω… Αρχικά τα πολλά πλέγματα που έχει απ’ τα βοσκοτόπια, ναι. Δηλαδή, μπορεί να συναντήσεις το Ε4 το μονοπάτι που είναι Ευρωπαϊκό μονοπάτι κι έρχονται τουρίστες και το περπατάνε, και να αναγκάζεσαι να ανοίγεις πόρτες, και πόρτες, και κάποιες να ‘ναι πολύ καλά δεμένες, γιατί δε θέλουν να τις ανοίγουν, γιατί φεύγουν τα ζώα. Αυτό είναι ένα δύσκολο. Το άλλο δύσκολο θα μπορούσε να είναι ίσως τα αδέσποτα. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω συναντήσει τόσα πολλά σκηνικά, όπως στο Σέιχ-Σου στη Θεσσαλονίκη, που εκεί είναι ακόμη πιο επικίνδυνα, αλλά ντάξει, στην Κρήτη υπάρχει αυτό, θα υπάρχουν κάποια σκυλιά. Στο βουνό δε θα δεις τόσα, αλλά κυρίως θα ‘λεγα στην πόλη, οπότε άσχετο αυτό με το βουνό. Άλλοι κίνδυνοι, κίνδυνοι με ρώτησες;
Δυσκολίες.
Είναι το έδαφος, σίγουρα. Το έδαφος. Αυτό ισχύει και για όταν δημιουργώ τα μονοπάτια, γιατί σε σχέση με την πάνω Ελλάδα που είναι όλο χώμα, δηλαδή είναι ένα μονοπάτι το οποίο είναι flat και το μόνο που έχεις να καθαρίσεις είναι φύλλα. Εδώ στην Κρήτη έχουμε πάρα πολλή πέτρα, είτε φυτευτή είτε σαθρή, που πατάς και κουνάει, άρα εμείς σαν αθλητές και σαν πεζοπόροι-δρομείς έχουμε να αντιμετωπίσουμε αυτή τη δυσκολία ότι δεν είναι καθαρά κι είναι πολύ δύσβατα. Δηλαδή, αν πέσεις, δεν πέφτεις στα μαλακά, έχει την πέτρα. Άλλο πρόβλημα, που είναι και γενικό στην Ελλάδα θεωρώ, είναι η διάσωση, δηλαδή αν γίνει κάτι στο βουνό, δεν έχεις την ευκαιρία και την πολυτέλεια να έρθει κάποιος να σε βοηθήσει. Οπότε, συνηθίζουμε οι πιο πολλοί να πηγαίνουμε παρέες. Και είναι ένα μεγάλο πρόβλημα, καθώς στο εξωτερικό πλέον αυτό είναι κάτι δεδομένο, δεν το συζητάμε. Βέβαια, για ποια θέματα δεν ισχύει αυτό; Για όλα, αλλά είναι ένα θέμα σημαντικό, γιατί αν θέλουμε να αναπτύξουμε τον εναλλακτικό τουρισμό, που είναι ένα κομμάτι θεωρώ απ’ τα πιο σημαντικά, για να στηριχθεί η οικονομία, ειδικά του νησιού μας που είναι ένα πολύ ορεινό μέρος, κι όχι το ήλιος-θάλασσα-all inclusive, που λέμε. Θεωρώ ότι το κομμάτι του εναλλακτικού τουρισμού και το να προσφέρουμε ασφάλεια στους τουρίστες, του να ξέρουνε ότι αν γίνει κάτι –που συμβαίνει– να ξέρουνε ότι θα έχουνε την κάλυψη. Η σήμανση, το ότι θα υπάρχουνε σημάδια να ακολουθήσουνε, το ότι θα υπάρχουν χάρτες έγκυροι, όλα αυτά θεωρώ ότι είναι πολύ σημαντικό να αρχίσουνε σιγά-σιγά να ανεβαίνουνε. Και θα βοηθήσει πολύ και τις τοπικές κοινωνίες. Παράδειγμα πριν για το Κράσι που έλεγα, το Κράσι ενώνει –εκτός από το ότι πρόσφερε στο χωριό το ίδιο εκείνη τη μέρα τουρισμό, ήταν και καλοκαίρι, ήρθανε και πολλοί ξένοι– ένωσε και κάποια χωριά. Πέρασε απ’ το Δήμο Οροπεδίου Λασιθίου, έτσι οι τοπικές κοινωνίες ενώνονται απ’ τα μονοπάτια αυτά, που παλιά, πριν πολλά χρόνια, αν ψάξει κάποιος σε ιστορίες, σε μαρτυρίες, αυτά τα μονοπάτια υπήρχανε τα πιο πολλά και ενώνανε αυτά τα χωριά, δεν υπήρχαν δρόμοι. Κάποιος για να πάει στο Καστέλι από το Οροπέδιο, κατέβαινε από μονοπάτι, έπαιρνε το γάιδαρό του, πήγαινε με τα πόδια και πουλούσε τα πράγματα του κάτω στην πεδιάδα. Αυτό είναι αστείο, γιατί πλέον, ενώ παλιά το κάναν για την επιβίωση, πλέον το κάνουμε για το χόμπι μας. Γιατί να μην υπάρχει αυτό που νιώθεις ότι ενώνεις την Ιστορία, καλό θα είναι να αναδειχθεί, να υπάρχει και η ασφάλεια και η σωστή επιμέλεια των μονοπατιών, για να μπορεί κάποιος να κινηθεί σ’ αυτά με προσοχή.
Εσύ έχεις αντιμετωπίσει ποτέ κάποια δυσκολία σε ανάβαση ή σε τρέξιμο, σε εξερεύνηση, σε οτιδήποτε;
Ναι. Το πιο χαζό πράγμα που έχω κάνει, είναι... Το διάστημα που σου είπα μετά που γύρισα από φοιτητής, που τα πρώτα ένα-ενάμισι χρόνο απλά καθόμουν εδώ κι ήταν κι αυτό ουδέτερο με τον «Χοχλιό», δεν είχε μπει ακόμα το νερό στ’ αυλάκι. Κι αποφάσισα μια μέρα, όπως το έκανα συχνά σαν αθλητής[00:50:00], να πάρω το αμάξι, να οδηγήσω δύο ώρες, να πάω στον Ψηλορείτη, ο οποίος είχε χιόνια. Επέλεξα να ανέβω, δεν είχε μονοπάτι προφανώς, γιατί ήτανε μες στα χιόνια, κι επέλεξα να αρχίσω να ανεβαίνω απ' τη θέση Λάκκος του Μιγερού, που εκεί είναι η στράτα του Ψηλορείτη, που λέμε ένα πολύ γνωστό σημείο, να ανέβω όλο ευθεία πάνω. Τώρα αυτό άλλο να το λέω, άλλο να το βλέπεις, αλλά ήταν μία πολύ απότομη κλίση, δηλαδή –ή μια μέση κλίση 50-60%– όπου απλά είχα ένα σορτσάκι και παπούτσια, ούτε εξοπλισμό ούτε τίποτα. Και επέλεξα να αρχίσω να ανεβαίνω, σε κάποια σημεία είχα πάρει και δυο πέτρες και κάρφωνα στο χιόνι για να ανεβαίνω, κι από πίσω το χάος. Το χάος όταν λέμε, δεν είχα συνειδητοποιήσει εκείνη τη στιγμή, το συνειδητοποίησα μετά με τις γνώσεις που απέκτησα και τις γνώσεις στο βουνό, ότι αν γλιστρούσα, μπορεί να μην ήμασταν εδώ. Οπότε, αυτό όταν γυρίζω λίγο πίσω, ήταν ένα, ναι, απ’ τα πιο επικίνδυνα πράγματα που έχω κάνει. Έφτασα στην κορυφή και το κατέβασμα προφανώς είναι λίγο πιο δύσκολο, γιατί γλιστράς, και έκανα ένα κύκλο, πήγα σε ένα σημείο όπου ήταν λίγο πιο ήπιο και κατέβηκα –το ‘χα δει σε ένα βίντεο αυτό– κατέβαινα σε ισορροπία με σκι με τα παπούτσια, δηλαδή. Είχα βάλει τα παπούτσια μου και κατέβαινα γλιστρώντας, όρθιος! Αυτό νομίζω ήταν ένα απ’ τα πιο επικίνδυνα, το οποίο αν γυρίσω πίσω λέω: «Αυτό δε θα το 'κανα ούτε τώρα, που έχω πολύ περισσότερη εμπειρία». Πλέον σίγουρα ένας κίνδυνος στο βουνό είναι... πρέπει να βλέπεις τα καιρικά φαινόμενα. Μου ‘χει τύχει με κεραυνούς ένα άλλο. Έχω πάει με έναν αθλητή να τρέξουμε, που είναι έμπειρος αθλητής, να τρέξουμε στο βουνό στα μέρη του. Είχα δει εγώ ότι θα έχει καταιγίδα. Του το λέω, μου λέει: «Ντάξει, καλά θα είναι, δεν υπάρχει θέμα». Όσο ανεβαίνουμε, άκουγα από μακριά κεραυνούς και λέω: «Ρε συ, πιο πάνω έχει δέντρα, πώς είναι;», γιατί αν είναι καραφλό του βουνό, είναι πιο επικίνδυνο. Μου λέει: «Δεν έχει δέντρα, αλλά μην αγχώνεσαι, θα ανέβουμε και θα κατέβουμε γρήγορα». Εγκλωβιστήκαμε σε κάποια φάση, γιατί προφανώς δεν με άκουσε, συνεχίσαμε πάνω και ξεκίνησαν οι κεραυνοί. Ένας έσκασε τόσο κοντά μας, σχεδόν τυφλωθήκαμε, και ψιλοκουφαθήκαμε. Πέσαμε κάτω κι ήταν αυτό το λεπτό σημείο που λέω: «Τώρα σηκώνομαι να φύγω; Κάθομαι;». Εκείνη τη στιγμή φουλ αδρεναλίνη. Ωστόσο, να βρέχει και να ρίχνει χαλάζι, χαλάζι με αέρα το οποίο μας μαστίγωνε δυνατά. Και εγώ –δεν ξέρω τώρα αν είναι σωστό, αλλά έτσι είχα δει τέλος πάντων, σα γνώση– ότι μόλις πέσει ο πρώτος κεραυνός, έχεις κάποια δευτερόλεπτα να φύγεις λίγο πριν πέσει ο επόμενος, δεν πέφτουνε συνεχόμενα, μέχρι να συγκεντρωθεί. Οπότε, το είχα αυτό στο μυαλό μου και μόλις έπεσε ο πρώτος πολύ κοντά μας, λέω: «Φύγαμε», σκυφτά φεύγουμε. Μετά από λίγο του λέω: «Πέσε κάτω», ξανά κάτω κι έτσι κάπως τη γλιτώσαμε. Αυτές τις δύο εμπειρίες έχω έτσι σαν επικίνδυνες τις οποίες πραγματικά μπορώ να πω ότι ευθύνομαι εγώ και το ήξερα, αλλά ότι άλλο έχει τύχει το έχω αντιμετωπίσει. Σε κάθε άλλη περίπτωση ξέρω και βλέπω τα καιρικά φαινόμενα, που είναι σημαντικό, έχω τον κατάλληλο εξοπλισμό, δεν το διακινδυνεύω, δε υπάρχει πλέον κάτι τέτοιο. Αυτές είναι εικόνες έντονες.
Τέλεια, ωραία. Εγώ είμαι καλυμμένη πολύ. Οπότε, αν έχει κάτι άλλο να συμπληρώσεις, εννοείται, το λες.
Νομίζω κι εγώ. Είπα τα πιο πολλά. Αυτό που νιώθω την ανάγκη και θέλω να πω, είναι ότι ο αθλητισμός είναι ένα κομμάτι που δεν αφορά αυτό που βλέπουμε όλοι στην τηλεόραση ή που ακούμε το αγωνιστικό. Και δεν πρέπει να βάζουμε σε κουτάκια. Αυτό το οποίο για εμένα ο άνθρωπος έχει προοριστεί να κάνει –γιατί ο άνθρωπος ξεκίνησε να τρέχει για να βρει τροφή, πριν πολλά χρόνια– πλέον έχουμε καταλήξει και καθόμαστε, τις πιο πολλές ώρες τη μέρα. Δηλαδή, εφτά-οχτώ ώρες κοιμόμαστε, ναι, ας το πούμε, έξι με οχτώ ώρες κοιμόμαστε, άλλες έξι-εφτά μπορεί να καθόμαστε στη δουλειά, καθιστοί, οπότε τα 2/3 της μέρας μας, άρα τα 2/3 της ζωής μας, τα περνάμε με το να καθόμαστε και να ξαπλώνουμε. Και κάπου εκεί ξυπνάς. Κι αυτό που θέλω να πω είναι ότι: «Αφιέρωσε έστω μία ώρα τη μέρα, βρες τη κι αν όχι μία, έστω μισή, για περπάτημα, το πιο απλό». Αν κάποιος μου πει: «Ουάου, πώς το κάνετε αυτό εσείς που τρέχετε;». Δε θα ξεχάσω στη Θεσσαλονίκη που έβγαινα έξω –κι είναι και μεγάλη πόλη– πριν οχτώ χρόνια, στο δρόμο[00:55:00] για να τρέξω και κοιτούσαν πίσω μου αν με κυνηγάει κάποιος. Αυτό πλέον φυσικά δεν ισχύει, γιατί ο κόσμος που τρέχει έχει αυξηθεί πάρα πολύ, αλλά πρέπει να αυξηθεί κι άλλο. Οι άνθρωποι που τρέχουν είναι το 1% στον κόσμο ή 2%, κάτι τέτοιο, γιατί να μην αυξηθεί; Είναι ένα δώρο που πιστεύω ότι πρέπει να κάνει κάποιος στον εαυτό του, κι όχι απαραίτητα το τρέξιμο, μπορεί να κάνει λίγο ελλειπτικό, μπορεί να κάνει λίγο περπάτημα, μπορεί να αφιερώσει μια Κυριακή να πάει μια βόλτα στη φύση με την οικογένειά του ή με τους φίλους του. Σε γεμίζει με εικόνες, σε χαλαρώνει κι επειδή ζούμε σε μια κοινωνία που η πληροφορία είναι πάρα πολλή, τρέχουμε ασταμάτητα σε ρυθμούς ξέφρενους, θεωρώ ότι για να μπορούμε να λειτουργούμε και να είμαστε αποδοτικοί, είτε στη δουλεία μας, είτε στις σχέσεις μας, είτε εμείς με τον εαυτό μας να είμαστε καλά, χρειάζεται αυτή η ώρα η δικιά μας, που λέμε, να χαλαρώσουμε, κατά προτίμηση έξω. Αυτό πιο πολύ σαν επίλογος, ότι μακάρι όλο και περισσότεροι άνθρωποι να το βάλουν αυτό στην καθημερινότητά τους, θα τους βοηθήσει.
Τέλεια. Σε ευχαριστώ πάρα πολύ.
Κι εγώ σε ευχαριστώ.