«Η τρικεριώτικη βγήκε πρώτη»: Το χρυσό ψαλίδι του Τρίκερι αφηγείται
Ενότητα 1
Παιδικά χρόνια και δυσκολίες
00:00:00 - 00:03:03
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Καλησπέρα σας, θα μας πείτε το όνομά σας; Ευθαλία Κλιάρη. Χάρηκα πολύ, κυρία Ευθαλία. Και εγώ, να ΄στε καλά. Είναι Πέμπτη 21 Οκτωβρίου… τα ανδρικά, έφκιανε και τρικεριώτικα. Εγώ τι έκανα; Αν και μικρή που ήμουν, πάαινα και τρύπωνα ανάμεσα, να μαθαίνω πώς τα 'ραβε, τι έκανε.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 2
Οι ασχολίες της ζωής της
00:03:03 - 00:07:48
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Τελοσπάντων, εμένα με πήγε μοδιστρική. Ήτανε μία κυρία απ' την Αθήνα, του Σαρηγιάννη το κορίτσι, και κάθισα 4 χρόνια. Έμαθα μοδιστρική, στα …ου τίποτε, αλλά μου άρεσε η δουλειά και δεν μπορούσα να κάθομαι. Σαν και τώρα, είμαι νευρικός τύπος και θέλω να κάνω κάτι, να μην κάθομαι.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 3
Ο γάμος, οι πρώτες μέρες και ο χαρακτήρας του συζύγου
00:07:48 - 00:10:09
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Ο γάμος πώς έγινε; Ο γάμος. Τι ήταν; Ήταν προξενιό; Εκείνα τα χρόνια δεν είχανε ραντεβού και τέτοια, τότε είχε επιφυλακή. Λοιπόν, προξενι…ώ το αλλά, με έκοψε ένα σπανάκι. Λέω: «Ποιος ξέρει τι θα μου πει». «Αλλά να μην μου πουν ότι χρωστάς. Τα υπόλοιπα είναι όλα στα χέρια σου».
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 4
Ο χαρακτήρας του συζύγου
00:10:09 - 00:12:01
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Δεν έκανε την παρατήρηση στο τίποτα. Τα λεφτά τα έφερνε, κατευθείαν εγώ στην τοποθέτησή του. Όταν πήρε τη σύνταξη και πήγαμε στον Βόλο, τα β…ας. Έχουν αλλοιώσεις τα γόνατα εδώ μέσα. Τελοσπάντων, αλλά τη δουλειά μου τη συνεχάω, μου αρέσει και την φτιάχνω. Και όσο μπορώ τα φτιάχνω.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 5
Η παραδοσιακή τρικεριώτικη φορεσιά, το στόλισμα και τα νυφικά
00:12:01 - 00:23:23
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Να πούμε τώρα για την… Τι κεντήματα, τι παραδοσιακά, φορεσιές; Τι είχανε στο Τρικέρι; Τι έφτιαχνες; Έφτιαχνες την καλή τη στολή, έφτιαχνες κ… 'σαστε!». Και τα έβγαλε φωτογραφία στον δρόμο. Ναι, ερχόταν και έρχονται κόσμος. Δεν έπαψε το Τρίκερι να μην έχει κόσμο ξένον, από παντού.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 6
Η εκκλησία της Παναγίας και ο παπα-Γιάννης
00:23:23 - 00:29:37
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Θέλεις να μου πεις για την Παναγίτσα; Αχ, για την Παναγίτσα... Άμα θα σου πω για την Παναγίτσα, πώς πήγα στην Παναγία... Ήταν του Σταυρού η…. Θες να μας τις πεις ή...; Όχι, δεν κάνει, δεν κάνει, δεν κάνει. Αυτά όχι. Πού έπρεπε να ακουμπήσω και πού δεν έπρεπε να ακουμπήσω. Ναι.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 7
Οι κούκλες και τα ρούχα των γυναικών τότε
00:29:37 - 00:37:56
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Για τη φορεσιά, πάμε πάλι πίσω. Πάμε. Βλέπω έχετε κάνει και μία μικρή κουκλίτσα. Δύο. Δύο κουκλίτσες. Δύο κουκλίτσες. Η μια είναι της Κ…να στα βγάλω». Και της έραψα εγώ ρόμπα και της τα 'βγαλα. Δηλαδή τα 'χε βγάλει κάπου 5-6 χρόνια πριν πεθάνει. Πέθανε 90 χρόνων. 90 χρόνων…
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 8
Η μάνα, η κληρονομιά και ο ευεργέτης
00:37:56 - 00:46:33
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Α! Δεν σου είπα ότι όταν μας είχε μικρά, παρακαλούσε την Παναγία και έλεγε: «Παναγίτσα μου, Χριστούλη μου, μεγάλωσέ τα, να τα παντρέψω, να μ…Άννα που κάτι χρειάζεται, θα το πάρει καινούργιο. «Κοριτσάκι μου -λέω-, δεν έχετε πολύ ρουχομανία;» «Ρε μαμά -λέει-, μ' αρέσει». Κατάλαβες;
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 9
Η προίκα στο Τρίκερι και αναμνήσεις από τον σύζυγο
00:46:33 - 00:58:00
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Στο Τρίκερι προικούσαν τα κορίτσια ή τα αγόρια; Τα κορίτσια. Βέβαια, τα κορίτσια. Εγώ θυμάμαι τότε... Όχι ότι μας ζήτησε προίκα. Έλεγε: «Τη…. Γι' αυτό και τώρα, γι' αυτό δεν το παίρνω από δίπλα, από δω έχω τον παππού και από κει είναι η Κωνσταντίνα. Ήθελε να το βλέπει κοντά του.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 10
Η αγάπη για τη μοδιστρική και αστείες στιγμές
00:58:00 - 01:08:53
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Τα προικιά είναι έτοιμα πάντως. Προικιά; Άμα σηκωθώ επάνω θα σου δείξω τη ντουλάπα… Το μπαουλοντίβανο γεμάτο, το μπαούλο του γεμάτο. Όλα α… με πάει μέχρι εκεί. Δεν μπορώ να πάω. Ευχαριστώ πάρα πολύ. Τίποτε, αγάπη μου, τίποτα. Ό,τι μπορώ να σε βοηθήσω, ματάκια μου, ό,τι μπορώ.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 11
Περιγραφή φωτογραφιών
01:08:53 - 01:12:15
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Και σ' αυτήν εδώ τη φωτογραφία είναι η μέρα του ημέρα του γάμου, ε; Η μέρα του γάμου, ναι, η μέρα που παντρευτήκαμε στην εκκλησία. Η μέρα τ…δεν μπορούσα εγώ να ξαναπάω εκεί πάνω, την πήρα. Λέω: «Είναι αμαρτία, θα χαλάσει εκεί απάνω στο σπίτι κλεισμένη» και την έφερα εδώ κι αυτή.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνηση[00:00:00]Καλησπέρα σας, θα μας πείτε το όνομά σας;
Ευθαλία Κλιάρη.
Χάρηκα πολύ, κυρία Ευθαλία.
Και εγώ, να ΄στε καλά.
Είναι Πέμπτη 21 Οκτωβρίου, είμαι με την κύρια Ευθαλία και βρισκόμαστε στο Τρικέρι. Εγώ ονομάζομαι Καλλιόπη Κόνιαρη, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και θα ξεκινήσουμε να πούμε την ιστορία σας.
Ευχαρίστως.
Λοιπόν, κύρια Eυθαλία μου, πείτε μου πού μεγαλώσατε, πού γεννηθήκατε.
Λοιπόν, γεννήθηκα το 1937 στο Τρίκερι. Η μαμά μου είχε πέντε κορίτσια και δύο αγόρια. Ο μπαμπάς ήταν τόσο καλός και πολύ εργατικός. Μέχρι τα 2 μου χρόνια δεν μας είχε λείψει τίποτα. Μετά πέθανε, τρύπησε το στομάχι του, δεν τον προλάβαμε να τον επάμε στον Βόλο και πέθανε. Δεν θυμάμαι τίποτε άλλο, μόνο μια σκηνή, που τον είχαμε στο φέρετρο. Στο μαξιλάρι του δίπλα, του είχαμε βάλει το σκουφάκι του, τη σκουφίτσα του, που ελέγαμε εκείνα τα χρόνια. Λοιπόν, μετά η μάνα μου ήτανε τόσο δραστήρια και τόσο καλή, χήρεψε 40 χρονών. Μεγάλωσε πέντε κορίτσια και δύο αγόρια. Δούλεψε και τον γύφτο. Το πρωί πήγαινε στις Κόττες, 2 ώρες δρόμο, με τη σκαφίδα στο κεφάλι να πλύνει ρούχα, ξένα, και το απόγευμα είχε τη μηχανή. Έραβε αντρικά, πουκάμισα, παντελόνια... Θυμάμαι τα σώβρακα με τα δεμένα τα ποδονάρια. Δεν μας έλειψε τίποτα απ' τη μαμά. Σου λέω, δούλεψε και τον γύφτο, για να έχει τα παιδιά της αναπαμένα. Μεγαλώσαμε, μεγαλώσαμε... Η μεγάλη μου η αδερφή παντρεύτηκε. Θυμάμαι όταν ήτανε νύφη, ήμουνα 3 χρόνων-3,5; Είχα ένα φουστανάκι με πασχαλίτσες –μου είχανε κλωσάκι–, και πάαινα μπροστά στη νύφη και έκανα έτσι το φουστανάκι να μου τα ρίχνουν εμένα τα κουφέτα. Και έλεγε η καημένη η Μαρία: «Ναι, Λίτσα μου -με έλεγαν Λίτσα-, εσύ, σε σένα τα κουφέτα». Καθόμουν εγώ στην άκρη και τα έτρωγα. Μετά, δεν έβγαλε κορίτσι έξω. Όλα τα κορίτσια τα 'μαθε δουλειά. Η μεγάλη έμαθε τον αργαλειό. Μετά από αυτή, μαθαίνει η Καίτη τον αργαλειό, που ζει, είναι στον Βόλο. Λοιπόν, τη μεγάλη τη Χρυσάνθη την είχαμε στο σπίτι νοικοκυρά, γιατί θέλαμε και έναν να μας υπηρετάει. Αλλά ήταν τόσο καθαρό, και τόσο περιποιητικιά, και τα αναλάβαινε όλα εκείνα, και η μαμά ήτανε στις δουλειές. Αφού έφκιανε τα ανδρικά, έφκιανε και τρικεριώτικα. Εγώ τι έκανα; Αν και μικρή που ήμουν, πάαινα και τρύπωνα ανάμεσα, να μαθαίνω πώς τα 'ραβε, τι έκανε.
Τελοσπάντων, εμένα με πήγε μοδιστρική. Ήτανε μία κυρία απ' την Αθήνα, του Σαρηγιάννη το κορίτσι, και κάθισα 4 χρόνια. Έμαθα μοδιστρική, στα 14 μου χρόνια περίλαβα όλο το Τρίκερι. Συνάμα μάθαινα και το τρικεριώτικο. Και όταν η μαμά κουράζονταν, με φώναζε και μου έλεγε: «Έλα να μου κάνεις τα γαζάκια από κάτω στο τρικεριώτικο, γιατί έχεις σταθερό μάτι». Και έπρεπε να είναι ίσιο. Και πάαινα. Από κει και κει μετά ξεκίνησα, δούλεψα 70 χρόνια μοδιστρική. 10 χρόνια είχα στον συνεταιρισμό. 24 χρόνια στην Παναγία. Την υπηρέτησα με όλη μου την ψυχή και όταν την παρέδωσα –όταν πέθανε ο άντρας μου και μετά–, έκλαψε η καρδιά μου που παρέδωσα το κλειδί. Ήθελα ακόμα να το έχω, αλλά δεν με βοηθούσαν τα ποδάρια, δεν είχα ποδάρια. Μετά συνέχισα και τη μοδιστρική, και το τρικεριώτικο. Μ' άρεζε τόσο πολύ το τρικεριώτικο που –τι να σου πω– με ευχαριστούσε, και μέχρι τώρα ακόμα το συνεχάω να το φκιάχνω.
Να πούμε λίγο για τη σκαφίδα; Πώς μεταφέρανε τότε;
Η σκαφίδα μεταφέρονταν, έφκιαχναν ένα πεδιλό, ένα στρογγυλό, ένα πανί χοντρό, στρογγυλό, το έβαζαν στο κεφάλι και από κει έβαζαν τη σκαφίδα. Και εγώ πήγαινα –όταν δεν ήταν ακριβονεριά–, πηγαίναμε πότε στο Λούκι, κάτω στου Καραβαγγέλη, και μέχρι φτάσαμε να πάμε και στα Κουβούλια που δεν είχε νερό και πώς να πλύνουμε; Και πηγαίναμε με τη σκαφίδα. Επίσης και το νερό, που πηγαίναμε με τη στάμνα στα πηγάδια, και αυτή με την κουλούρα πάνω στο κεφάλι.
Πόσα κιλά, ας πούμε, κρατούσατε;
Πόσα κιλά κρατούσαμε; Η στάμνα πρέπει να ήτανε 20 κιλά; Βεβαία, θα ήτανε. Στάμνα και νερό; Πρέπει να ήταν. Παιδευτήκαμε εμείς στα δικά μας χρόνια, παιδευτήκαμε. Εγώ κλειούσα το κορίτσι μέσα και πήγαινα τη νύχτα, με την αυτή απέναντί μου, τη γειτόνισσα και την άλλη από κει, και πηγαίναμε στα πηγάδια τη νύχτα 01:00-02:00 η ώρα για να πάρουμε έναν κουβά νερό. Όταν εβρίσκαμε το νερό πηγαίναμε και δεύτερη φορά, για να μάσουμε νερό να έχουμε το πρωί να πλύνουμε του παιδιού τα πανιά. Έρχομαν επάνω το κοίταζα στο κρεβατάκι, ήτανε εντάξει, το κλείδωνα πάλι και δρόμο εγώ στο νερό. Ήτανε κουραστικά τα χρόνια εκείνα, τώρα ο κόσμος ζει άνετα, ενώ τότε εμείς είχαμε μεγάλη δυσκολία.
Μοδιστρική πού έμαθες;
Μοδιστρική έμαθα στην κοπέλα αυτή που σου λέω απ' την Αθήνα.
Στον Βόλο ή εδώ;
Εδώ, εδώ.
Στο Τρίκερι.
Εδώ στο μεγάλο σπίτι του Σαρηγιάννη, εδώ, 4 χρόνια. Εν τω μεταξύ, αφού βγήκα και μετά, και περίλαβα εγώ τη δουλειά, πήρα μοδιστράκια, έβγαλα 12 μοδιστράκια. Αυτή η κυρία μου 'δωσε και ψαλίδι και δεν μου πήρε δραχμή, κι εγώ στα κορίτσια αυτά τα έμαθα και ψαλίδι και δεν πήρα ούτε μια δραχμή. Όπως μου την έδωσε, τέλος. 70 χρόνια μοδιστρική. Μου άρεσε. Και η πρώτη μου η ρόμπα –αυτό το θυμόμαστε και γελάμε–, η πρώτη μου η ρόμπα ήταν ένα πάρα πολύ όμορφο peignoir με τα βολανάκια, και το είχαμε πάει με τα μοδιστράκια. Λέω: «Ελάτε εδώ, να πάμε σήμερα σε αυτή την κυρία». Και ως βόλτα. Το πήγαμε λέει... Μας κέρασε –θυμάμαι σαν και τώρα– κυδώνι γλυκό. Λέει: «Πόσο κάνει -λέει-, να σε πληρώσω;». Λέω: «3 δραχμές». «Απαπα -μου είπε-, 3 δραχμές, κοριτσάκι μου με τόσο δουλειά; Εγώ θα σου δώσω 5». Κατάλαβες; Υπήρχε κόσμος με λογική, ενώ εγώ τώρα φοβόμουνα γιατί ήμουν αρχάρια. Κατάλαβες; Από κει και ύστερα… Πολλή δουλειά, πολλή.
Οπότε την αγάπησες τη μοδιστρική;
Πολύ, πολύ.
Δεν ήταν μόνο από ανάγκη για να ζήσετε;
Όχι. Και μέχρι τώρα, σου λέω. Ο άντρας μου ήταν στα καράβια, είχε 15 χρόνια υπηρεσία. Δεν μου ‘χει λείψει απ' τον άντρα μου τίποτε, αλλά μου άρεσε η δουλειά και δεν μπορούσα να κάθομαι. Σαν και τώρα, είμαι νευρικός τύπος και θέλω να κάνω κάτι, να μην κάθομαι.
Ο γάμος πώς έγινε;
Ο γάμος.
Τι ήταν; Ήταν προξενιό;
Εκείνα τα χρόνια δεν είχανε ραντεβού και τέτοια, τότε είχε επιφυλακή. Λοιπόν, προξενιά. Είχαμε 2 χρόνια αρραβωνιασμένοι και μετά παντρευτήκαμε. Ο γάμος έγινε στον Βόλο, λόγω του ότι η μαμά δεν είχε απαιτούμενα έξοδα για εδώ. Τελοσπάντων, ο γάμος στον Βόλο, στη Μεταμόρφωση. Ωραία. Τελείωσε, πήγαμε, εντάξει. Να σου πω και το άλλο; Α ναι! Λοιπόν ο Κώστας το πρωί μου έδωσε λεφτά, μου λέει: «Πάρε λεφτά, να πάρεις τι θέλει το σπίτι». Λέω: «Εντάξει, Κώστα». Να μην τα πολυλογούμε, πήρα εγώ τι ήτανε. Η πρώτη μου η αγορά ήταν το φανάρι και η γκαζιέρα του νοικοκυριού και μετά από κει και κει τα υπόλοιπα. Ναι. Ήρθαμε εδώ που λες, λέω: «Κώστα, τι θες να σου φκιάσω σήμερα;». Λέει: «Αν θες, φτιάξε κρέας». Είχαμε πάρει κρέας απ' τον Βόλο. «Πώς το θες;». «Με τις μπάμιες». Έλα που εγώ δεν ήξερα να μαγειρέψω; Που μου τα έφερνε η μάνα μου στη μηχανή… «Τι να κάνω τώρα -λέω-, πώς θα το φκιάσω το φαΐ;». Το μοδιστράκι που είχα εδώ, λέω: «Βρε Λένα, σύρε στη μάνα σου και ρώτησε, πώς φτιάχνει το κρέας; Αλλά πρόσεξε -γιατί κάθονταν η πεθερά μου δίπλα- να μην με πάρει χαμπάρι η πεθερά μου. Θα με κολλήσει στον τοίχο!». Να μην τα πολυλογούμε, έφτιαξα ένα φαΐ πολύ ωραίο. Εκεί είχαμε το τζάκι, εκεί είχαμε το τραπέζι και εδώ από τούτη την πλευρά το κρεβάτι. Φάγαμε, και στο τζάκι απάνω είχα τα λεφτά, είχα και το χαρτί πόσο κάνει. Και μέχρι σήμερα –θα το σημειώσω– ότι πήρα πόσο έκανε. Του λέω: «Κώστα, αφού φάγαμε, να σου δείξω τώρα -λέω- και τον λογαριασμό και να σου δώσω και τα ρέστα». Όπως έχει το ποδάρι το ένα πάνω στο άλλο, το τίναξε με το ποδάρι και μου λέει: «Εγώ δεν έκανα παρατήρηση στη μάνα μου, θα κάνω παρατήρηση στο σπίτι μου; Όχι. Από σήμερα και πέρα εσύ θα λύνεις και εσύ θα δένεις. Όταν έχεις θα αγοράζεις, ότ[00:10:00]αν δεν θα έχεις, δεν θα παίρνεις, αλλά...». Όταν άκουσα εγώ το αλλά, με έκοψε ένα σπανάκι. Λέω: «Ποιος ξέρει τι θα μου πει». «Αλλά να μην μου πουν ότι χρωστάς. Τα υπόλοιπα είναι όλα στα χέρια σου».
Δεν έκανε την παρατήρηση στο τίποτα. Τα λεφτά τα έφερνε, κατευθείαν εγώ στην τοποθέτησή του. Όταν πήρε τη σύνταξη και πήγαμε στον Βόλο, τα βάλαμε στο βιβλιάριο, εμένα έβαλε στο πρώτο όνομα και μετά αυτός. «Κώστα, όχι». «Όχι -μου λέει-, γιατί εγώ μπορεί να λείπω και εσύ να χρειαστείς λεφτά. Θα είσαι στο όνομά σου και θα πα να τα πάρεις». Τόσο καλός; Δεν υπήρχε, δεν υπήρχε, δεν μου είπε μία λέξη κακιά. Δεν μου είπε: «Γιατί άργησες;» ή «πού πήγες;». Έλεγα: «Ρε Κώστα, αργήσαμε στον συναιτερισμό». «Ε, και; Η νύχτα είναι χρόνος και όλες τις δουλειές θα τις κάνεις». Τόσο άνθρωπος. Σωστός. Γι' αυτό δεν μπορώ να τον εξεχάσω με τίποτα. Δεν περνάει ώρα που να μην τον θυμηθώ. Απ' την καλοσύνη του. Ήταν όλα στα χέρια μου. Δεν μου έκανε παρατήρηση στο τίποτα, στο τίποτα. Μετά πέθανε ο Κώστας, εγώ συνεχάω το βιολί μου. Πέθανε στις 22 Δεκεμβρίου του ‘18. Κάθισα για λίγο, κακώς έκανα που καθόμουν στον καναπέ, η Άννα δεν με άφηνε να κάνω δουλειές, και πιάστηκα χειρότερα. Πιάστηκαν τα γόνατα, αυτά… Ορθοπεδικοί… Αν πήγα! Το φινάλε, κανένας. Έχουν αλλοιώσεις τα γόνατα εδώ μέσα. Τελοσπάντων, αλλά τη δουλειά μου τη συνεχάω, μου αρέσει και την φτιάχνω. Και όσο μπορώ τα φτιάχνω.
Να πούμε τώρα για την… Τι κεντήματα, τι παραδοσιακά, φορεσιές; Τι είχανε στο Τρικέρι; Τι έφτιαχνες; Έφτιαχνες την καλή τη στολή, έφτιαχνες κι άλλες στολές;
Απ' την πρόχειρη μέχρι την καλή με τον ποδόγυρο.
Μίλησέ μου για την πρόχειρη.
Η πρόχειρη ήταν ένα τσιτάκι ή μια φανέλα, φανελίτσα που ελέγαμε εμείς. Εγώ κέντησα και κουρβέτια, της Άννας τα κουρβέτια τα έχω κεντήσει εγώ. Το κλίμα το έχω κεντήσει εγώ, στο τελάρο. Μου άρεζε και αυτή, και το κέντημα. Η πρόχειρη είπαμε. Η πρόχειρη φοριόνταν με την ραΐτσα –το πουκάμισο που το λέγαμε ραΐτσα ή σταφυλιά–, μετά ήτανε τα γυρτά, το κλίμα, τα γυρτά, τα κουρβέτια σειρά-σειρά. Δηλαδή, με τον ποδόγυρο θα βάλουμε τα κουρβέτια, με τον ποδόγυρο θα βάλουμε τα γυρτά, με τον ποδόγυρο θα βάλουμε τα ξόμπλια. Το κλίμα το βάζαμε με το φουστάνι το δεύτερο, που πηγαίναν τα κορίτσια και κρατούσαν τη λαμπάδα, δηλαδή πιο… Πηγαίνανε την λειτουργιά… Με τρικεριώτικα την λειτουργιά!
Τα πρόχειρα πότε τα φορούσαν;
Τα πρόχειρα τα φορούσαν την Πρωτομαγιά, κάτω εκεί στη... Πες το.
Στην Χανή.
Στη Χανή ναι, στη Χανή τα πρόχειρα. Μετά ξεκινήσαμε και βάζαμε και το θαλασσί, το δεύτερο. Το δεύτερο το βάζανε και αυτό με την ποδιά.
Την Πρωτομαγιά τι κάνανε;
Την Πρωτομαγιά παγαίνανε κάτω εκεί στο… Πρώτα-πρώτα γινόταν ο χορός από πάνω στην πλατεία, και μετά πηγαίναμε στη Χανή, εκεί τα όργανα. Και εκεί γίνονταν ένας χορός πολύ ωραίος. Εν τω μεταξύ κρατούσαμε και τον Μάη στα χέρια και έλεγαν: «Πρωτομαγιά τα λούλουδα γιορτάζουν και τα πουλιά τα ταίρια τους φωνάζουν». Πολύ ωραία ήταν. Αυτά κοπήκανε τώρα. Τέτοια πράγματα δεν πρέπει να σταματάνε. Κι όμως… Τώρα γενεές και γενεές 12.
Ωραία. Και η επίσημη, ας πούμε, η φορεσιά; Πότε τη φορούσανε οι κοπέλες;
Η επίσημη φορεσιά φοριόνταν την Παρασκευή το Πάσχα, φοριόνταν σε γάμο, φοριόνταν στη γιορτή του άντρα. Βέβαια, στη γιορτή του... Θυμάμαι εγώ του Κώστα τη γιορτή, πολλά χρόνια τα φορούσα. Μετά ύστερα τα βαρέθηκα και έβαζα τα ρούχα μου, το καλό. Ναι... Κλειδωτάρια –βέβαια–, βελονάκι με τις ντούμπλες. Η τρικεριώτικη η στολή δεν αγοράζεται, είναι πανάκριβη και πολύ ωραία. Αφού όταν έκαναν την έκθεση όλες οι φορεσιές, η τρικεριώτικη βγήκε πρώτη.
Ναι.
Βέβαια, βγήκε πρώτη η τρικεριώτικη.
Τι την κάνει τόσο ξεχωριστή;
Την κάνει ξεχωριστή γιατί είναι τόσο καλοδουλεμένο, τόσο ομοιόμορφο, που δεν έχει κάτι να παρασκάει, για να γίνει δεύτερη. Το κατάλαβες; Είναι τόσο στολισμένη!
Θα μου πεις λίγα λόγια για τα κλειδωτάρια; Να καταλάβουμε τι είναι, τι σημασία είχανε.
Τα κλειδωτάρια –είχαμε το κοφτό, το άσπρο, το κεντημένο–, τα κλειδωτάρια τα είχανε ως προφύλαξη του στήθους, για να μην πέφτει κάτω. Γι' αυτό έβαζαν τη ζώση κεντημένη με πούλιες και τέτοια, και τα κλειδωτάρια να κρατούν το σώμα και το βάρος –γιατί είναι βάρος αρκετό–, φορούσαμε από μέσα τρεις μαλλίνες. Που η μαλλίνα η καθεμία, άμα τη ζυγίσεις, είναι 5 κιλά η μία. Το κατάλαβες; Και δυο ασπρούδες και το πουκάμισο, τρία. Και το φουστάνι; Αφού αυτά, οι ωμοσιές εδώ πάνω... Αχ, όταν τα φορούσα εγώ, έπεφταν οι ωμοσιές μου! Είχα 2 μέρες-3 να ξεπιαστώ. Έλα, αλλά ήταν ωραία. Έβλεπες στον χορό μια καλύτερη από την άλλη.
Πόσο χρόνο, ας πούμε, έπαιρνε για να φτιάξεις μία στολή απ' την αρχή μέχρι το τέλος;
Απ' την αρχή. Όταν έφτιαξα το καλό το πουκάμισο με τα κουρβέτια, το κόκκινο, είχα κάνει 2,5 μήνες. Κέντημα. Μετά θέλει να το ρεντιζελιάσεις, να το ενώσεις, να κάνεις εδώ τις μέριζες. Αυτές γίνονται με χρυσή κλωστή, όπως είναι το από κάτω. Είχε χρόνο, χρόνο. Αφού τώρα για να φκιάσω ένα φουστάνι θέλω 2 μήνες. Είναι όλο στο χέρι. Μόνον οι ραφές –τα κομμάτια που ενώνουμε– θα γίνει στη μηχανή και το υπόλοιπο είναι όλο στο χέρι. Βάλε πόσες χιλιάδες βελονιές. 5 μέτρα ύφασμα, 5 μέτρα σοπάνι. Βάλε το γαϊτάνι από κάτω, να το γαϊτανώσεις σε 5 μέτρα με ψιλή-ψιλή βελόνα. Να κάνεις όλο το γαϊτάνι... Σου λέω, θέλω χρόνο πολύ.
Είπες για τον γάμο, όταν παντρεύονταν τότε οι κοπέλες, τη φορούσαν την παραδοσιακή φορεσιά;
Ορισμένες ναι, ορισμένες όχι. Εγώ στα δικά μου τα χρόνια δηλαδή, από τότε που παντρεύτηκα, είχα φτιάξει 25 νυφικά. Τότε δεν αγόραζαν απ' τον Βόλο. Τα ράβαμε όλα, νυφικά, παράνυφα και όλα-όλα τα ρούχα. Δεν θυμάμαι εγώ να φορέσει νύφη τρικεριώτικα. Οι μαμάδες φορούσαν στον γάμο, η κουμπάρα φορούσε, η αδερφή της... Φορούσανε, αλλά η νύφη όχι. Εγώ, σου λέω, από αυτά τα χρόνια έραψα 26 νυφικά. Και το τελευταίο ήταν τόσο πολύ όμορφο... Είχε βγει δαντέλα μυτερό, πίσω-μπρος και το είχα φτιάξει της Ευπραξίας του Κοττά. Παντρεύτηκε αυτήν 10 μέρες; 15 μέρες μπροστά από μένα. Και της λέω: «Εφόσον στο 'φκιασα εγώ και στο 'φκιασα τόσο πολύ όμορφο, θα μου το δώσεις να το φορέσω κι εγώ;». «Και το ρωτάς -μου λέει-; Αφού εσύ το 'ραψες». Και το φόρεσα κι εγώ το ίδιο το νυφικό. Ήταν τόσο πολύ όμορφο.
Δεν είχατε τότε ζήλιες;
Δεν υπήρχε, δεν υπήρχε τότε.
Ούτε ήθελες εσύ να φτιάξεις το δικό σου νυφικό;
Όχι, όχι, όχι, όχι, καθόλου, καθόλου. Λέω αφού μ' άρεζε εμένα, και λέω θα τη ρωτήσω, άμα θέλει καλώς –να μην φτιάξω–, αλλά αφού μου το δώσει, γιατί να φτιάξω; Μου λέει: «Το ρωτάς; Αφού εσύ το 'φκιασες, να το φορέσεις». Και το φόρεσα. Είναι μέσα φωτογραφία το νυφικό αυτό.
Και το κράτησες εσύ μετά;
Όχι, της το έδωσα. Τελείωσε ο γάμος, ήρθανε, της το έδωσα, την εφίλεψα και το αυτό που [00:20:00]έπρεπε, της είπα και το «ευχαριστώ» και τελείωσα. Ναι.
Να πούμε λίγο για την παραδοσιακή φορεσιά, πώς ξεκινούσαν οι κοπέλες, είχε μία διαδικασία για να...
Για να στολιστεί;
Για να στολιστεί, ναι.
Λοιπόν, «κατάτσιτσα» –το λέγαμε εμείς– είχαμε ντεκολτέ με κοντό μανικάκι και πιο κοντό απ' το πουκάμισο. Θέλει να φορέσει αυτό, μετά θέλει να φορέσει τη μια την ασπρούδα, θέλει να φορέσει τις δύο μαλλίνες, θε να βάνει την άλλη την ασπρούδα, θε να βάνει και την τρίτη την μαλλίνα και μετά θε να βάνει το πουκάμισο. Αυτά όμως ήταν τόσο μακριά, που τα δέναμε στη μέση με μια κορδέλα, να το φέρουμε πόσο το θέλαμε στο ποδάρι, πόσο μακρύ το θέλαμε. Και μετά θε να φορέσει το φουστάνι, μετά θε να μπει ο τσεβρές ο κεντημένος και μετά θε να μπούνε η ζώση με τα κλειδωτάρια. Μετά θε να μπει το βελονάκι –το βελονάκι, αναλόγως ο καθένας τι είχε– και μετά θε να χτενιστεί η κοπέλα και θε να φορέσει το μαντήλι. Δε στην πλάτη, είχα φτιάξει εγώ, θυμάμαι, το… Ήταν μία κυρία εδώ στο χωριό που έφτιαχνε κόσες. Τα μαλλιά όπως τα είχα κομμένα, την έδωσα και μου την έφτιαξε –την έχω μέσα, 2 κόσες για τα κορίτσια– και την έφτιαξε πλεξούδα με τη δουλειά της. Και αυτού εδέναμε τον φιόγκο, αναλόγως τι φουστάνι φορούσαμε και τι κορδέλα θε να βάλουμε. Κόκκινη, ροζ, θαλάσσια; Αναλόγως το φουστάνι. Στο κόκκινο έβαζα θαλασιά, στο μπλε έβαζα την κόκκινη, στο άλλο το θαλασσί έβαλα και ροζ. Ροζ πόδια, ροζ κορδέλα. Ήταν πανέμορφα. Όταν τις έβλεπες όλες –να πώς φαίνεται ο χορός συνεχόμενος–, τις έβλεπες, ήταν η μια καλύτερη από την άλλη.
Και φαντάζομαι στο χωριό, εφόσον είχανε την παραδοσιακή φορεσιά, έρχονταν και κόσμος από άλλα χωριά.
Ερχόταν, ναι! Έρχονταν ειδικά απ' το Πήλιο. Το μισό το Πήλιο ερχόταν την Παρασκευή του Πάσχα για τον χορό –συγνώμη– και μέχρι πριν γίνει ο κορονοϊός, που γίνονταν ο χορός, έρχονται από πάνω και καμαρώνουν τον χορό. Τώρα με τον κορονοϊό χαθήκανε όλα. Τώρα κλειστήκαμε στα καβούκια μας και δεν πάμε πουθενα. Αλλά πιστεύω να επανέλθουμε πάλι. Ναι, αυτά.
Από άλλες χώρες έρχονταν άνθρωποι; Σας φωτογράφιζαν;
Από φωτογραφίες άλλο καλό, άλλο καλό. Θυμάμαι μια δόση που είχα ντύσει την Άννα και την Κωνσταντίνα και κατεβήκαμε για να πάνε στον χορό, βλέπουμε και έναν κύριο από πίσω και λέει: «Κορίτσια καθίστε! Καθίστε αυτού που 'σαστε!». Και τα έβγαλε φωτογραφία στον δρόμο. Ναι, ερχόταν και έρχονται κόσμος. Δεν έπαψε το Τρίκερι να μην έχει κόσμο ξένον, από παντού.
Θέλεις να μου πεις για την Παναγίτσα;
Αχ, για την Παναγίτσα... Άμα θα σου πω για την Παναγίτσα, πώς πήγα στην Παναγία... Ήταν του Σταυρού η μέρα, είχα πάει στην εκκλησία και εκεί δεν είδα το Λενιώ του Ζωγραφόπουλου. Λέω: «Πώς δεν ήρθε το Λενιώ; Τι έπαθε; Να περάσω να δω». Περνάω, την είδα στην αυλή και ήταν μπαμπλουκωμένη, με λέει: «Άσ' τα -λέει-, δεν μπορώ. Είμαι χάλια». «Γι' αυτό -λέω- δεν ήρθες στην εκκλησία;». «Ναι μωρέ -μου λέει-, και έχω -λέει- την Παναγία». Είχε το κλειδί στην Παναγία. Όχι ότι πάαινε η γυναίκα συνέχεια, όποιος το ζητούσε το ‘παιρνε και πάαινε κι άναβε τα καντήλια. Λέω: «Δώσε μου το κλειδί, θα πάω εγώ απ' την εκκλησία». Μου λέει: «Θα πας;». «Γιατί να μην πάω; Δώσ' το». Πααίνω, ανοιώ, ανάβω τα καντήλια, γύρισα σα δω, γύρισα κει. Μ' άρεσε τόσο πολύ. Πάω να φύγω. Πάω να φύγω, μπήκα, πήγα να κλείσω την πόρτα και ένα πράγμα με κρατούσε από δω. Εγώ γύρισα έξω, κι αυτό το πράγμα γύρισα μέσα. Τελοσπάντων, έκανα τον σταυρό μου, έφυγα. Έρχομαι εδώ, μου λέει ο Κώστας: «Πώς άργησες;». Ήταν η μόνη φορά. Λέω: «Κώστα, τι να σου πω, έτσι και έτσι -λέω-, δεν μπορούσε το Λενιώ -λέω- και πήρα το κλειδί και πήγα και άναψα τα καντήλια». Λέει: «Καλά έκανες». Εν τω μεταξύ είχε πεθάνει ο κουνιάδος μου και ο Κώστας είχε πέσει σε μεγάλη μελαγχολία. Σε πολύ μεγάλη μελαγχολία. Δηλαδή, αυτός ήτανε που κι αυτό θε να το βάνει στον τόπο του, και ύστερα δεν τον ένοιαζε για τίποτα. Μου λέει: «Καλά έκανες». Να μην τα πολυλογούμε, λέω: «Κώστα, το βράδυ θα πάω να ανάψω τα καντήλια». Λέει: «Θα έρθω και εγώ». Που δεν σηκώνονταν απ' το κρεβάτι ούτε ένα λεπτό. Εγώ χαρά, μόλις άκουσα. «Πάμε!». Πααίνουμε, που λες, από πάνω, βγάνει το καπέλο του, το αφήνει έξω στο τέτοιο, στο πεζούλι. Ήρθε μέσα, άναψε το κεράκι, χαιρέτησε και βγήκε έξω. Τον έχασα! «Από πού σαν πού και έπεσε; Από καμία πεζούλα!». Βγαίνω και τι να δω; Άσε όταν τον περιλάβα με το αγκάθι, ήτανε τόσο απ' έξω απ' την πόρτα. Είχε πάει εκεί που έχουμε μια πυθάρα και έβγανε χορτάρια –που δεν έδινε πεντάρα σημασία–, έβγανε χορτάρια. Αφού τον είδα, χάρηκα εγώ. Τελοσπάντων, του λέω: «Κώστα, πάμε;». Λέει: «Κάτσε λίγο ακόμα». «Να κάτσω». Εγώ τσιμουδιά. Τελοσπάντων, πήρε να πέσει η μέρα. Λέω: «Κώστα πάμε;». «Πάμε». Ερχόμαστε εδώ, την επαύριο το πρωί εγώ για τα καντήλια, ο Κώστας μαζί μου. Από τότε μέχρι την ώρα που πέθανε, δεν είπε κεφαλάκι. Η Παναγία θέλησε να πάω εγώ, για να έρθει ο Κώστας και να γίνει σιδερένιος. Δεν έπαιρνε χάπια. Για την πίεση έπαιρνε και λίγο για το κυκλοφοριακό. Κι εγώ παίρνω 7! Κατάλαβες; Υγιέστατος. Ήταν θέλημα Θεού; Ήτανε, ήτανε. Γι' αυτό και δεν ήθελα να την παραδώσω με τίποτα. Και τώρα τι κάνω; Και τώρα όταν θα έρθει να κοντεύει γιορτή, θα πάω εγώ να τη στολίσω. Θα πάρω το ταξί και θα πάω από πάνω, γιατί τα κορίτσια ξέρουνε τα ρούχα; Εντάξει, οι ντουλάπες είναι φορτωμένες, αλλά ξέρουνε τι ρούχα εβάζαμε εμείς; Και πηγαίνω και τη στολίζω. Όταν είναι... Τώρα θα πάμε για τα Χριστούγεννα να της βάλω τα βελούδα. Θα με πάει το ταξί μέχρι από πάνω, θα 'ρθει πάλι να με πάρει να με φέρει εδώ. Ή όταν είναι ο παπάς εκεί θα με κατεβάσει ο παπάς. Όταν δεν είναι, το ταξί. Ήτανε θέλημα Θεού; Χωρίς να το 'χω προμελετημένο. Α! Και να μου λέει το Λενιώ μετά –αφού της είπα–, μου λέει: «Θα μου δώσεις το κλειδί;». Λέω: «Δεν στο δίνω». «Με κείνο εβανάμε -λέει- με τη Μαρία του παπά 500 μετάνοιες και λέμε: "Δεν θα την φωτίσει αυτή την γυναίκα να πάρει το κλειδί;"». Κι άλλο ένα... Όσα ρούχα υπάρχουν σε εκκλησίες ήταν όλα απ' τα χέρια μου. Από 18 χρονών μπήκα μες στις εκκλησίες. Οι άγιες οι τράπεζες ήταν όλες στολισμένες από μένα. Όλες. Άγιοι Ανάργυροι, Αγία Τριάδα μέχρι την Αγία Κυριακή και Αγία Παρασκευή, Άγιος Νικόλαος, τα πάντα. Όλα τα ρούχα... Διακάκια; Όλες οι εκκλησίες απ' τα χέρια μου. Έπαιρνα και μια, τη Ρούλα, αυτή που είδες εκεί, φώναζα και τη Ρούλα. «Έλα εδώ, πάμε να βοηθήσεις να κάνουμε αυτά». Το κατάλαβες; Δεν έχω πάρει μια δραχμή από την εκκλησία, μια δραχμή. Ήταν ο παπα-Γιάννης ο Δαβουρλής και μου λέει μια μέρα, μου λέει: «Ευθαλία, εσένα θέλω να σε δω μέσα σε μια εκκλησία». Λέω: «Πάτερ μου, δεν είναι εύκολο, γιατί εγώ έχω και τη μοδιστρική». Τελοσπάντων, όταν έμαθε –έφυγε μετά, ήρθε ο παπα-Γιάννης ο Κακαζιάνης–, όταν έμαθε ότι πήγα εγώ στην Παναγία, ήρθε απ' την Αθήνα εδώ στο χωριό. Ήτανε Κυριακή, είχα πάει στην εκκλησία και όπως κατέβαινα βλέπω τον παπά-Γιάννη και με περίμενε στα σκαλοπάτια. Με πήρε αγκαλιά και μου λέει: «Ευθαλία, ήρθα να βεβαιωθώ αν πραγματικά πήγες στην εκκλησία. Όπως ήθελα να μπεις στην εκκλησία, μπήκες. Αλλά -μου είπε- θα σου πω και τρεις εντολές, αυτή, αυτή και αυτή θα προσέξεις. Τα υπόλοιπα είναι όπως είναι το σπίτι σου». Λέω εγώ: «Σ' αυτό, παπα-Γιάννη μου...». Αυτές τηρηθήκαν, οι τρεις εντολές που μου έδωσε ο παπά-Γιάννης, αυτός.
Θες να μας τις πεις ή...;
Όχι, δεν κάνει, δεν κάνει, δεν κάνει. Αυτά όχι. Πού έπρεπε να ακουμπήσω και πού δεν έπρεπε να ακουμπήσω. Ναι.
Για τη φορεσιά, πάμε πάλι πίσω.
Πάμε.
Βλέπω έχετε κάνει και μία μικρή κουκλίτσα.
Δύο.
Δύο κουκλίτσες.
Δύο κουκλίτσες. Η μια είναι της Κωνσταντίνας, η μεγάλη από δω, και η άλλη από κει... Δεν μπορούσαμε να βρούμε πάλι το σαρανταπεντάρι –είναι 45 πόντους της Κωνσταντίνας–[00:30:00], δεν μπορούσαμε να τη βρούμε και βρήκαμε της Άννας πιο μικρή. Και την έχω τώρα εδώ να τελειώσει, θα ασβεστώσει και να την πάρει να την πάει στον τόπο της. Αλλά της Κωνσταντίνας της λέω: «Δεν στην εδίνω». Γιατί θα μείνει εδώ η Κωνσταντίνα.
Όλη η φορεσιά είναι–
Είναι ακριβώς όπως είναι η μεγάλη. Όπως είναι η μεγάλη. Θα σου δείξω, έχω και μια άλλη κούκλα μέσα, που είναι μεγάλη αυτή, αυτή πρέπει να είναι παραπάνω από 50. 60 πόντους; Πρέπει να είναι. Δεν τη μέτρησα καθόλου. Αυτή είναι... Θα τη φτιάξω και αυτή ακριβώς, με το ρούχο της, με τον ποδόγυρο, με τα πάντα, ναι. Μου 'στειλαν τώρα έναν ποδόγυρο απ' την Κωνσταντινούπολη, εκάναμε 2 χρόνια που τον ζητούσαμε και δεν υπήρχε. Και τελοσπάντων, με πήρε τηλέφωνο αυτός ο κύριος και μου λέει: «Σου βρήκα, κυρία Κλιάρη, ένα κομμάτι. Το θέλεις;». «Και το ρωτάς -λέω-; Στείλ' το». Όταν σηκωθώ θα στο δείξω, το έχω εκεί μέσα. Πολύ ωραίο! Παλιός ποδόγυρος, δεν είναι από τους τωρινούς. Αυτοί που έφερναν απ' τα καράβια, καμία σχέση. Αυτός είναι πολύ ωραίος. Είναι κεντημένος, το τριανταφυλλάκι.
Είναι πιο δύσκολο δηλαδή να βρεθούν τώρα υφάσματα;
Δεν βρίσκονται, δεν βρίσκονται τώρα. Δεν ακούς; 2 χρόνια είχαμε. Ήθελε μια κυρία να κάνει ένα καινούργιο. Εν τω μεταξύ τότε υπήρχε ένα κομμάτι ακόμα και το βάλαμε σε εκείνη, ενώ η άλλη δεν υπήρχε. Το κατάλαβες; Αυτός ο ποδόγυρος δεν κυκλοφορεί πουθενά. Αφού στην Κωνσταντινούπολη και δεν μπορούσανε αυτοί από κει που τους φτιάχνουν, δεν μπορούσαν να βρούνε. Αυτός ήταν ένας που πήγαινε πολύ συχνά στην Κωνσταντινούπολη και είχε αγοράσει και τρικεριώτικα απ' το χωριό. Στην Πελοπόννησο κάθεται κι είχε αγοράσει και έκαναν χοροί και αυτοί εκεί. Και είχε αγοράσει τρικεριώτικα αρκετά. Ναι.
Τώρα σίγουρα δεν ράβουνε τόσο συχνά;
Τώρα αργά. Τώρα –σου λέω– έχω δύο, αυτό που σου έδειξα κάτω και την κούκλα. Εν τω μεταξύ, η μια η κυρία, της είπα για τον ποδόγυρο γιατί ήθελε, και μου λέει: «Ναι θα περάσει -λέει- αυτός ο καιρός και μετά απ' τα Χριστούγεννα θα σου φέρω το φουστάνι και να μου κρατήσεις τον έναν τον ποδόγυρο». Γιατί είναι δύο. Ναι, πολύ αργά τώρα. Ματάκια μου, δεν υπάρχουν τώρα τα λεφτά. Τότε ήταν τα καράβια, ήτανε διαφορετικά. Τώρα, χαρά μου, δεν υπάρχουν. Εδώ και το καθημερινό σου και το μελετάς, όχι να φτιάξεις… Γιατί μια στολή στοιχίζει, στοιχίζουν και τα υλικά, και τα ραφτικά, και όλα.
Πόσο, ας πούμε, θα στοίχιζε;
Κοίτα να δεις. Για να αγοράσεις το ύφασμα, το σοπάνι, τις τσίτες, το γαϊτάνι, τον ποδόγυρο, πρέπει να δώσεις 700-800 ευρώ; Βέβαια. Βάλε και 600 που θα πάρω εγώ. Πόσο γίνεται; 1.300; Γι' αυτό τώρα ο κάθε άνθρωπος το συλλογιόται και πολεμάει, δηλαδή, με τα παλιά. Εν τω μεταξύ, τα παλιά είχαν ένα κακό ελάττωμα. Εγώ τότε το ‘λεγα και στη μάνα μου. Της έλεγα: «Αυτό το πανωκόρι που έχετε εσείς απ' τα παλιά σας δεν θα κάνει στη νεολαία. Είναι στενό. Θα το στεναχωρεί το κορίτσι. Θα φκιάσουμε ένα πανωκόρι ακριβώς στα μέτρα που θα σας βγάλω εγώ». Και πραγματικά, τους είχα βγάλει ένα πατρόν –το έχω και μέσα στο συρτάρι της μάνας μου– και έφκιανε αυτό. Και ήταν μπόλικο. Δεν στεναχωριόταν το κορίτσι που ήταν καρφωμένο κει πέρα. Είχαν ένα πανωκοράκι τόσο δα. «Ρε μάνα -της έλεγα-, τι πανωκόρι είναι αυτό;». Αλλά η μάνα μου ύστερα έφκιαχνε το πανωκόρι που της έβγαλα εγώ. Και δεν στενοχωρούσες καθόλου, δεν στεναχωριόσουνα. Τώρα αφαιρούμε και τις μαλλίνες. Τώρα φκιάνουμε και ένα άλλο. Τους έφτιαξα πέρυσι-πρόπερσι, της Άννας, μαλλίνα χωρίς πανωκόρι. Όλο το φάρδος κάτω με ζώνη, μακριά ζώνη. Τη φέρνουμε στροφή και τη δένουμε πίσω, και είναι μόνο το κάτω. Και το επάνω είναι ελεύθερο το κορμί. «Ρε μάνα -λέει-, πόσες πατέντες θα βγάζεις;». «Για να σας ξελευθερώνω, τι να κάνω;». Και τις έφτιαχνα μαλλίνες μετά χωρίς πανωκόρι.
Και οι στολές πηγαίνανε από γενιά σε γενιά.
Γενιά σε γενιά. Ναι, ναι, ναι, ναι. Εγώ έχω της μάνας μου, της μάνας μου έχω το τσίτι, τη φανελίτσα, το άλλο, το μπουχούρι. Το μπουχούρι ήτανε πάρα πολύ όμορφο, ήτανε μπλε σε μάλλινο –ελαφρώς μάλλινο–, με τριανταφυλλάκια μέσα. Πανέμορφο! Εκείνο μ' άρεσε και το έβαζα την Πρωτομαγιά εγώ. Μ' άρεσε εκείνο το ρούχο! Αυτά ήτανε τα πολύ παλιά. Μετά ξεκινήσαμε τα καινούργια. Είχε και παλιά με ποδόγυρο, αλλά ήτανε φθαρμένα, είχανε φθαρθεί απ' τα πολλά χρόνια. Η μάνα μου είχε της μάνας της. Το φόρεσε η μάνα μου, μετά το φόρεσαν και τα κορίτσια, ξεφτιλίστηκε. Κατάλαβες; Γι' αυτό μετά η νεολαία δεν τα 'θελε τα πολύ παλιά και ξεκίνησε τα καινούργια.
Υπάρχουν διαφορές απ' τα πολύ παλιά στα καινούργια;
Κανένα, κανένα, κανένα. Ακριβώς όπως ήταν το παλιό είναι και το καινούργιο. Και θα σου πω, κι είναι πολύ πιο καλοεργασμένο. Γιατί εκείνα τα χρόνια δυο ήταν οι μοδίστρες που έραβαν. Η θειά η Ευθαλιά –της μάνας μου η θειά– και η μάνα μου. Αυτές οι δυο ήταν που έραβαν τρικεριώτικα. Μετά από κει κι εκεί, έμαθε μια κυρία που ήταν κάτω στον Μύλο, μετά η Καίτη, μετά εγώ. Φύγανε όλοι αυτοί και έμεινα εγώ.
Και, ας πούμε, η πρόχειρη φορεσιά… Βασικά πέρα από την πρόχειρη, οι γυναίκες τι φορούσανε στην καθημερινότητα;
Η μαμά μου φορούσε τρικεριώτικα.
Κάθε μέρα;
Κάθε μέρα. Είχε το τσιτάκι της, είχε τη μαλλίνα τον χειμώνα και στην εκκλησία που πήγαινε, είχε το γαλλικό. Το γαλλικό ήτανε το σατέν. Όταν χήρεψε μετά, φορούσε το γαλλικό με μαύρο πουκάμισο, χωρίς κέντημα, χωρίς κέντημα. Δεν φορούσαν με κέντημα οι χήρες. Ναι.
Όλα μαύρα;
Όλα μαύρα!
Και το γαλλικό;
Και το γαλλικό μαύρο, και το γαλλικό, ναι. Και το φορούσε καθημερινώς η μάνα μου. Κάθε μέρα ήταν το τσιτάκι και το γεράνιο. Γεράνιο λέγαν το πουκάμισο. Μετά την εβάλαμε στα σουβλιά, εγώ: «Ρε μάνα, βγάλ' τα. Ρε μάνα, βγάλ'τα, δεν μπορώ να σε βλέπω». «Απουπου, θα με γελάνε!». «Ρε ποιος να σε γελάσει -της λέω-, έλα εδώ να στα βγάλω». Και της έραψα εγώ ρόμπα και της τα 'βγαλα. Δηλαδή τα 'χε βγάλει κάπου 5-6 χρόνια πριν πεθάνει. Πέθανε 90 χρόνων. 90 χρόνων…
Α! Δεν σου είπα ότι όταν μας είχε μικρά, παρακαλούσε την Παναγία και έλεγε: «Παναγίτσα μου, Χριστούλη μου, μεγάλωσέ τα, να τα παντρέψω, να μην τα αφήσω στον δρόμο! Και εγώ θα σου φκιάσω το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία και τον Αϊ-Γιώργη. Αρκεί να μπορέσω να ζήσω να τα βολέψω». Με τη δύναμη του Θεού μας βόλεψε όλες, έφκιασε τονΑϊ-Γιώργη που πάμε για την Αγία Κυριακή, έφκιασε και τον Προφήτη Ηλία που είναι απάνω στο βουναλάκι, που πάει για την Αγία Κυριακή το λεωφορείο. Όταν πέθανε η μάνα μου ψάλθηκε με δυο παπάδες. Έτυχε να είναι εδώ δυο παπάδες στην κηδεία της μάνας μου.
Πώς ήτανε τα χρόνια τότε;
Δύσκολα αγάπη μου, πολύ δύσκολα, πολύ δύσκολα, πολύ. Σου λέω, τη μισή τη μέρα πήγαινε στις Κόττες στα σπίτια, να σκουπίσει, να σφουγγαρίσει, να καθαρίσει τα πάντα και το υπόλοιπο ήτανε να μπει στη μηχανή μέχρι τις 00:00 η ώρα το βράδυ. Σηκωνόμουν εγώ και της έλεγα: «Ρε μάνα, πέσε τώρα. Δεν μπορώ να σε ακούω τη μηχανή αυτή». «Άντε λιγάκι ακόμα, Ευθαλάκι μου, άντε λιγάκι ακόμα». Κατάλαβες; Ήταν δραστήρια και πολύ... Πώς να στο πω; Δεν ήθελε τα παιδιά της να βγουν έξω όπως ήτανε, γι' αυτό τα 'βαλε όλα στις δουλειές. Όλες μέσα, καμιά έξω. Λέει: «Το φκό μου το τέτοιο να μην το έχει κανένας. Θα μάθετε και θα είσαστε μέσα». Α! Να σου πω και για την κληρονομιά. Λοιπόν, η γιαγια ήταν Καραβαγγέλαινα, η γιαγιά, της μάνας μου η μάνα. Είχε τον ανιψιό και ήταν στην Αμερική, της αδερφής της το παιδί. Καραβαγγέλης με τ' όνομα, που έχει[00:40:00] φκιάσει ένα σωρό έργα, και στο χωριό, και στην Μηλίνα, και στον Βόλο, και πού δεν έχει φκιάξει. Πολλά έργα. Έρχεται μια δόση εδώ... Α! Ήρθε η Μαρίκα. Είχαμε μια κότα, είχαμε μια κότα και γεννούσε 40 μέρες 40 αυγά, και την τελευταία μέρα έκανε και ένα δίκροκο. «Απουπου -είπε η μάνα-, η καλόγρια έκανε δίκροκο!». Σαν που και πάθουν τα παιδιά τίποτα, είχε το νου της για τα αγόρια, να μην πάθουνε τίποτα. «Αμ τότε αύριο -λέει- θα την πιάσω να την σφάξω. Δεν μπορώ να ακούω αυτό το παράξενο -λέει-, 40 μέρες και να μου κάνει και το δίκροκο;». Την επαύριο το πρωί ακούμε την κότα, ανέβηκε απάνω στο νεροχύτη και πέταξε τα φτερά και λάλησε. «Απουπου -η μάνα μου η καημένη-, τα παιδιά τι έπαθαν!». Να μην τα πολυλογούμε, η ώρα του Εσπερινού, ακούμε το κορίτσι, απ' την Αγία Κυριακή, το κορίτσι. Μήπως το είχες ακουστά σου; Δεν το θυμάμαι τώρα πώς ήταν η μάνα του, αυτό το λέγαμε «το κορίτσι». Ακούμε το κορίτσι και έρχεται. «Θεια Λενιώ, θεια Λενιώ!». «Απουπου!», η μάνα μου μόλις άκουσε «θεια Λενιώ», «τα παιδιά!». «Θεια Λενιώ, θεια Λενιώ, τα συγχαρίκια! Ήρθε η Μαρίκα απ' την Αμερική και μου 'πε να πας στην Αγία Κυριακή. Θα πας στην Αγία Κυριακή, μου είπε, τώρα». Ντύθηκε η μάνα μου η καημένη, λέει: «Ρε κορίτσια να μην αργήσω, θα κλειδώσετε. Μπείτε μέσα νωρίς». Εντάξει. Πήγε στην Αγία Κυριακή, είδε τη Μαρίκα, την χαιρέτησε, αυτά, όλα, όλα. Της λέει: «Λενιώ, από σήμερα σου παραδίδω το κλειδί απ' το πατρικό μου το σπίτι. Από σήμερα είναι φκό σας. Και πάρε και 500 δραχμές -τότε το πεντακοσάρικο-, και την Κυριακή θα έρθω στο χωριό να το καθαρίσετε, να το περιποιηθείτε για να κάνουμε αγιασμό». Και έτσι μας έδωσε το πρώτο το σπίτι. Μετά ήρθε ο μπάρμπας ο Καραβαγγέλης, μου φτιάχνει εμένα τούτο δω, το καινούργιο. Μας δίνει το χωράφι στον Παρδαλό –ένα πολύ μεγάλο– και μας έβαλε και από 30 λίρες στην τράπεζα. Κατάλαβες; Τα παρακάλια που έκανε η μάνα μου, δεν έπεσε μια καταγής. Ναι… Τον έχω μέσα τον μπάρμπα τον Καραβαγγέλη. Ναι.
Τα αδέρφια σας πού ήτανε;
Τα αδέρφια εδώ. Ο Χρήστος πήγαινε με τα καράβια μετά, μεγάλωσε πια παντρεύτηκε, πηρέ μια πολύ καλή κοπέλα. Ήταν εδώ στο χωριό. Ο δε ο μεγάλος παντρεύτηκε στη Συκιά, έχουμε πολλή επικοινωνία με τα παιδιά. Μετά πέρασε… Είχε το κακό και πέθανε, είναι κάπου 15 χρόνια πεθαμένος. Ο δε ο μικρός δούλεψε σκληρά, στο δικό του δηλαδή, όταν παντρεύτηκε. Μέχρι πριν πεθάνει –που τον πήρε ένα αυτοκίνητο μπροστά–, δούλευε κάτω στον Βόλο. Μετά πήγανε στον Βόλο, φύγανε για να σπουδάσει το παιδί. Το έβγαλε λιμενικό, το παιδί. Το κορίτσι δεν σπούδασε –δεν θυμάμαι τώρα καλά–, πήγε-δεν πήγε κάτι και σταμάτησε. Και αυτό το παιδί δούλεψε πολύ, έκανε και προκοπή πολλή. Πήρε στον Βόλο διαμερίσματα ούτε λίγα. Και πέρασε ένα αυτοκίνητο ένα πρωινό, όπως κατέβηκε απ' το σπίτι του, και τον επήρε σβάρνα και τον σακάτεψε. Είχε 3 χρόνια μέσα στη... Πού είναι η αποκατάσταση, όχι στο... Πώς το λένε; Μες στον κάμπο;
Στη Λάρισα;
Όχι στη Λάρισα, το άλλο;
Τρίκαλα;
Στα Τρίκαλα τον είχανε στην αποκατάσταση 3 χρόνια. Και στα 3 χρόνια πέθανε.
Πού έγινε το ατύχημα;
Στον Βόλο. Κατέβηκε από την πολυκατοικία... Γιατί μετά έμειναν στον Βόλο, από τότε που πήγε το παιδί για να σπουδάσει έφυγαν από δω. Το σπίτι τους είναι εκεί κοντά στης μαμάς το σπίτι, της μαμάς μου, πάνω είναι το δικό τους. Και πήγανε στο Βόλο.
Πώς έγινε το ατύχημα;
Κατέβηκε απ' το σπίτι να πάει στον φούρνο και πέρασε ένα μηχανάκι, τον μπατάρισε και τον χτύπησε, τον παρέλυσε. Και δεν γύρισε να τον κοιτάξει, ναι. Τώρα με τα παιδιά, αυτοί απ' τη Συκιά έχουμε πολύ καλή... Και χθες μίλησα γιατί θέλω κάτι να της στείλω, για μια εκκλησία. Όταν πήγαμε στον αδερφό μου στην κηδεία, είδα την εκκλησία, ήτανε λίγο φτώχεια, ενώ εμείς είχαμε μαθημένες… Εν τω μεταξύ, ήθελα να φκιάσω ένα καρέ για εκεί που δεν είχε τίποτα. Έλα όμως που ήρθανε τα στραβά και τα ανάποδα. Χώρισε η Άννα, μετά ήρθε το κορίτσι να σπουδάσει, και δεν το 'φκιασα. Και το 'φκιασα τώρα. Και το 'φκιασα τώρα αυτό, για να πάει εκεί, σε αυτόν τον τόπο που το είχα μελετήσει. Το κατάλαβες; Αυτά κάνω εγώ.
Από προικιά;
Από προικιά; Από προικιά το Τρίκερι ήταν πρώτο στα προικιά. Πόσα θες τραπεζομάντηλα κοφτά; Πόσα μαξιλάρια; Α! Άλλο ένα. Λέω: «Μια μέρα εγώ μπορεί να φύγω, της Κωνσταντίνας τα μαξιλάρια είναι άραφτα». Πιάνω και τα βγάζω και της τα έραψα και της πέρασα τα κορδελάκια, της τα έχω έτοιμα. «Άμα φύγω -λέω-, ποιος θα τα φκιάσει;». Και κάθισα και της έφκιασα κι αυτά. Από κοφτά πόσα θέλεις; Πολύ ρούχο, πολύ, πολύ ρούχο άχρηστο. Άχρηστο ματάκια μου, δεν τα στρώνουν τα κορίτσια τώρα. Τώρα βγαίνουν οι καινούργιες οι μόδες και τα καινούργια. Βλέπω την Άννα που κάτι χρειάζεται, θα το πάρει καινούργιο. «Κοριτσάκι μου -λέω-, δεν έχετε πολύ ρουχομανία;» «Ρε μαμά -λέει-, μ' αρέσει». Κατάλαβες;
Στο Τρίκερι προικούσαν τα κορίτσια ή τα αγόρια;
Τα κορίτσια. Βέβαια, τα κορίτσια. Εγώ θυμάμαι τότε... Όχι ότι μας ζήτησε προίκα. Έλεγε: «Την Άννα θέλω και τίποτε άλλο». Που να ήτανε καμένη η ώρα. Τελοσπάντων, της είχαμε βιβλιάριο και της είχαμε και λίρες χρυσές. Δεν είχαμε άλλο κανένα, αυτό ήταν ένα. Ο Θεός δεν μου έδωσε δεύτερο παιδί.
Και στα αγόρια δεν δίνανε προίκα;
Στα αγόρια τίποτε. Εγώ θυμάμαι τον άντρα μου, που η πεθερά μου μού έφερε ένα ζευγάρι πυτζάμες που τις είχα εγώ, ένα γιλεκάκι με κουμπάκια που του τα 'χα εγώ, ένα φανελένιο πουκάμισο και το κουστούμι που γίνηκε γαμπρός. Αυτά ήταν τα προικιά του, τίποτε άλλο. Αλλά εκείνου τού έφκιασα μια ντουλάπα ρούχα. Είχε αξίες αυτός ο άνθρωπος, πολλές. Ναι, αυτά ήταν τα προικιά απ' την πεθερά μου. Παντρευτήκαμε 19 Αυγούστου και χάλασα λεφτά εγώ απ' τον άντρα μου το Πάσχα που πήρε το βάγια μου. Πόσους μήνες έρχονταν ο καημένος ο Κώστας έφερνε τα λεφτά, «δραχμή Κώστα, στην άκρη. Θα πάω να τις φκιάσω τις λίρες να τις δώσω να φύγουν από πάνω μας». «Δεν θέλω». Κατάλαβες; Το κοίτασμα που της έκανε ο Κώστας; Τον είχανε επάνω σε ένα βουνό και φυλούσε 300 κατσίκια, 7 χρονών παιδί. Είχε πεθάνει ο πατέρας του απάνω στην Ιερισσό και μείναν εκεί 2 χρόνια και τον είχανε τον Κώστα πάνω στο βουνό και φυλούσε τα κατσίκια, για να παίρνει μια οκά σιτάρι, να μεγαλώσει τα παιδιά, τη Μαρία και τον Αποστόλη, γιατί ήταν 2 χρόνων το ένα, 3,5 το άλλο. Ήτανε δουλεμένο πολύ, κατάλαβες; Γι' αυτό εγώ απ' το καράβι τον τράβηξα το ’70. Τον έβγαλα απ' το καράβι. Είχαμε μετά δικό μας καΐκι, μποτάκι, και πήγαινε για ψάρια. Του λέω: «Φύγε απ' το καράβι». Γιατί τον πείραξε λίγο το στομάχι του. Κι από κει, τον τράβηξα. Γιατί, σου λέω, ήταν πολύ δουλεμένος, πολύ δουλεμένος.
Και πού ήτανε; Τι, στα καράβια;
Ήταν λοστρόμος.
Και έκανε μεγάλα ταξίδια;
Το μόνο καλό που είχε, δεν έκανε μεγάλα ταξίδια. Και λέγαμε καμιά φορά όταν έρχονταν: «Κοίταξε τώρα, αυτός ο άνθρωπος να έχει 2 χρόνια στο καράβι και έναν χρόνο. Αυτή η γυναίκα πίσω τι θα κάνει;». Έπρεπε να είναι στα καθήκοντά του όλα. 6 μήνες-7 μήνες, μεγαλύτερο ταξίδι δεν έκανε. «Η γυναίκα -λέει- είναι ζώο από πίσω να το έχουμε κλεισμένο; Όχι!». Κατάλαβες; Είχε παντού τον νου τ[00:50:00]ου, ναι.
Οπότε εσύ δεν έμεινες μεγάλο διάστημα μόνη σου;
Όχι, όχι. Και να σου πω, να το πούμε, με το κορίτσι, με τη δουλειά, με το μεν, με το δε, περνούσε ο καιρός χωρίς να το καταλάβουμε. Όχι, 6 μήνες, το πολύ 7 να έκανε. Αλλά μόλις θα τον ειδοποιούσαν –θε να καθίσει 1 μήνα, 2 μήνες, 3 μήνες–, μόλις θα τον ειδοποιούσαν θε να φύγει. Θυμάμαι όταν φκιάναμε το σπίτι κει απάνω της Άννας, τον επήρανε τηλέφωνο. Το είχαμε φτάσει μέχρι το πάτωμα το πρώτο. Τον επαίρνουν τηλέφωνο: «Κώστα, να κατέβεις. Θα φύγει το καράβι». Εγώ τρομάρα: «Κάτσε, ρε Κώτσο μου, ακόμα λιγάκι». Τον παίρνει τηλέφωνο τον Ροβέλα, του λέει: «Μπορώ να κάτσω; Γιατί έχω…». Λέει: «Κάτσε μια βδομάδα». Τον ξαναπαίρνει στη βδομάδα, λέει: «Τώρα δεν χωρεί άλλο, πρέπει να φύγω». Άμα θα σου πω ότι εκείνη την ημέρα που είπε ότι θε να φύγει… Το πρωί είχαμε τη σειρά, θα τον πάω μέχρι την Αγία Κυριακή περπατώντας και λέγοντας. Όπως σηκώθηκα και πήγα στον καθρέφτη να χτενιστώ, βρήκα μια τούφα άσπρη το μαλλί μου. Έπεσε το νταβάνι και με πλάκωσε τη νύχτα. Μου φάνηκε βουνό πώς θε να τα βγάλω πέρα, που είχα 3 μαστόροι και 2 εργάτες, 5, και 2 που κουβαλούσαν τα υλικά. Όταν με είδε, μου λέει: «Δεν μου λες, το μαλλί σου τι έπαθε;». «Ρε Κώτσο, δεν ξέρω. Απόψε -λέω- έπεσε και με πλάκωσε το νταβάνι». «Γιατί -μου λέει-, φοβάσαι να μην δεν σου φτάσουν τα λεφτά; Αφού στη δουλειά μου θα πάω. Και τα λεφτά να μην σου φτάσουν, θα σου στέλνω κάθε μήνα». Το κατάλαβες; Άσπρισα για μια βραδιά απ’την στεναχώρια, που θα φύγει και πώς θα… Και όμως το 'φκιασα με τα πάντα ούλα! Και ήρθε και το βρήκε περιποιημένο. Μέχρι γύψινα, μέχρι κουρτίνες, μέχρι κουρτινόξυλα, τα πάντα. Και όταν πήγαμε και απάνω, λέω: «Κώστα πάμε να δεις το σπίτι». «Πάμε». Πααίνουμε, που λες, είχα εγώ το τετράδιο, ως συνήθως και έγραφα όλα τα τέτοια… «Καλά -μου λέει-, ποτέ τα 'φκιασες αυτά;». «Όταν μου έστελνες εσύ τα λεφτά». Μου λέει: «Να μην χρωστάς πουθενά;». Είχε και τον νου για… Του λέω: «Κώτσο, δεν χρωστάω. Έχω και 22.000 ρέστα. Πάρε και το τετράδιο». «Το τετράδιο άσ' το στην άκρια -μου 'πε- και βαλε φωτιά και καψτο». Τέτοιος άνθρωπος, τέτοια εμπιστοσύνη. «Τι να σου πω -μου λέει- εσένα, αφού εσύ παίρνεις περισσότερο από μένα. Τι να σου πω, βρε χριστιανή μου;», λέει. «Καλά δεν θα κάνεις μια παρατήρηση;». «Τι παρατήρηση να σου κάνω εσένα; Αφού εσύ παίρνεις περισσότερα». Ναι. Σου λέω, πέρασα 60 χρόνια χρυσή ζωή. Χρυσή, ναι.
Πολύ ωραία ήτανε.
Δεν ήταν ωραία;
Γιατί φαντάζομαι δεν ήτανε όλος ο κόσμος έτσι και τότε.
Κοίταξε να δεις, εγώ όπως είχαμε τον κόσμο και κουβεντιάζαμε, περνούσανε και δύσκολες μέρες. Περνούσανε και με μουρμούρα, περνούσαν... Τι να σου πω; Ναι. Δεν είχαμε εμείς τέτοια πράματα. Εγώ δεν ξέρω, δεν είχα, είχα έναν άντρα… Ένα κορίτσι που είχα, το χούγιαζα εγώ καμιά φορά «Άντε -μου λέει-, τι να χουγιάξεις από μικρό παιδάκι; Άντε μωρέ, δεν σου έκανε και τίποτα». Αμέσως, να μην πει λέξη κακιά. Ναι.
Οπότε η ζωή ήτανε…
Πολύ καλή. Γι' αυτό δεν μπορώ να τον ξεχάσω. Τον έχω εκεί δίπλα μου, δίπλα στο μαξιλάρι.
Δεν είχε πρόβλημα που…
Από τίποτα, από τίποτα… Δεν είχε πρόβλημα από τίποτα. Όταν έφκιανα τα κουρβέτια μου 'λεγε: «Γιατί δεν το δίνεις να στο κεντήσουν, χριστιανή μου; Κάθεσαι και κεντάς. Να το δώσεις». «Ρε Κώτσο, να δώσω 2.500 να μου φκιάσουν το πουκάμισο;». «Κάτσε τότε να στραβωθείς. Δώσε χριστιανή μου…». «Όχι, δεν δίνω. Θα το φκιάσω». Κατάλαβες; Παρατήρηση καμιά, καμιά… Κάτω στο ντουλαπάκι είχα το πορτοφόλι μου και όταν θε να φύγει, να πάει για το καφενείο, έλεγε: «Δώσ’ μου λεφτά, για να έχω ψιλά». «Ναι, Κώστα μου, το πορτοφόλι το ξέρεις που είναι». «Όχι, θα μου δώσεις εσύ, να μην πεις ότι πήρα πολλά. Να μην πεις ότι πήρα πολλά». «Ρε Κώτσο, χαζά μου λες;». «Όχι, δωσ’ μου ψιλά θέλω». Πααίναμε το Πάσχα στον Βόλο, να ντύσουμε την Άννα και μου λέει: «Μην πάρεις κανένα φτηνό, να του πάρεις καλό ρούχο». «Kαλά, ρε Κώτσο, δεν θα του πάρω και... Για νύφη θα το πάμε;». «Όχι, θα του πάρεις τα καλύτερα ρούχα. Να του πάρεις και παπούτσια, να είναι ταιριαστά». Λέω: «Καλά». Κατάλαβες; Και εκεί τον νου του. Ναι. Όταν ήρθε η Κωνσταντίνα, όταν πέρασε η Κωνσταντίνα, ήρθε εδώ. «Άντε Κωνσταντίνα μου -λέει-, σε είδαμε στην εφημερίδα, πέρασες. Άντε με το καλό θα πας». «Παππού, δεν θα πάω». «Γιατί, Κωνσταντίνα μου, δεν θα πας;». «Γιατί πού να τα βρω; Ο πατέρας μου έφυγε, μας παράτησε. Η μαμά -λέει- πού να τα βρει;». Λέει: «Είπες την κουβέντα αυτή; Δεν θα ξαναπείς τέτοια λέξη. Εσύ θα πας στην πορεία σου και όσον αφορά για τα υπόλοιπα, εμείς είμαστε εδώ. Εγώ και η γιαγιά είμαστε εδώ. Εμείς είμαστε εδώ». «Ρε παππού, είναι πολλά τα έξοδα στην Κρήτη». «Και στην Κρήτη, και στον Βόρειο Πόλο να πας, δεν θα ξαναπείς λέξη. Αυτά είναι δικά μας». 5 χρόνια στην Κρήτη και 2 χρόνια στον Βόλο που έκανε φροντιστήριο στην αρχή, και 5 χρόνια μετά. «Αλλά», του είπε. Όταν άκουσα πάλι το «αλλά»… «Αλλά -του λέει-, θέλω να μου φέρεις ένα χαρτί στην ώρα σου. Τα υπόλοιπα άσ' τα σε μας. Εμείς είμαστε εδώ και εσύ θα βγεις τέλειο». Δεν έχασε μάθημα, δεν έχασε τίποτα. Στην ώρα του πήρε το πτυχίο του και το 'φερε. Και όταν το 'φερε κάτω, του λέει: «Παππούλη μου, στο ‘φερα!». Τότε το πήρε αγκαλιά… Έκλαιγε ο ένας, έκλαιγε ο άλλος. Λέει: «Κωνσταντίνα, καλορίζικο. Και από δω και στο εξής να είσαι σιδερένια και να έχεις τα μάτια σου τέσσερα». Το κατάλαβες; Και η Κωνσταντίνα η δόλια είναι ένα πλάσμα άλλο είδος ταραχής. Τη λέω καμιά φορά: «Δεν θα παντρευτείς, ρε Κωνσταντίνα;». «Ρε γιαγιά, είδαμε απ' τον πατέρα μου. Άμα δεν βρω τον κατάλληλο, προτιμώ να κάτσω έτσι. Δεν είμαι και μεγάλη», μου λέει. «Το ξέρω ότι δεν είσαι μεγάλη, αλλά στα 40 θα σε πάρει για να σου δίνει χαμομήλι;». «Όχι, όχι, γιαγιά, στα 40…». «Ναι, τι θα σε πάρει στα 40 για χαμομήλι, να σε ταΐζουν;». «Γιαγιά, μην βιάζεσαι», μου λέει. Έχει πολλή λογική αυτό το κορίτσι και πολύ μετρημένο. Γι' αυτό ο Κώστας ήθελε να το έχει δίπλα του, να το βλέπει κάτω. Γι' αυτό και τώρα, γι' αυτό δεν το παίρνω από δίπλα, από δω έχω τον παππού και από κει είναι η Κωνσταντίνα. Ήθελε να το βλέπει κοντά του.
Τα προικιά είναι έτοιμα πάντως.
Προικιά; Άμα σηκωθώ επάνω θα σου δείξω τη ντουλάπα… Το μπαουλοντίβανο γεμάτο, το μπαούλο του γεμάτο.
Όλα από τα χέρια σου.
Το τι έχουμε φτιάξει δεν ξηγιόνται. Και της Λένας πολύ ρούχο. Της Λένας είναι εκεί πάνω. Τώρα θέλουμε να κάνουμε μια μετακόμιση, να φέρουμε της Κωνσταντίνας να τα πάμε εκεί πάνω, γιατί το σπίτι εκείνο είναι της Κωνσταντίνας και τούτο είναι της Λένας. Και να φέρουμε της Λένας τα ρούχα εδώ, να είναι καθένα στον τόπο, τα πράγματά του, και της Κωνσταντίνας να πάνε στον τόπο τους.
Οπότε η μοδιστρική είναι όλη η ζωή σου.
Όλη η ζωή μου, όλη η ζωή μου είναι η μοδιστρική. Και τώρα δεν μπορώ να κάτσω. Παρακαλάω τα κορίτσια: «Α ρε, φέρτε μου να σας κοντέψω, να σας στενέψω, δεν θέλετε τίποτα; Δεν θέλω λεφτά να μου δώσετε». Απλώς να περνάει η ώρα.
Θα άλλαζες τίποτα απ' τη ζωή σου;
Να αλλάξω… Το μόνο που ήθελα, να έχω τον άντρα μου. Τα αλλά όχι. Τα άλλα καλά είναι. Δόξα τω Θεώ… Τα παιδιά να είναι καλά, τα εγγόνια να είναι καλά, και εγώ όποτε με καλέσει ο κύριος… Παρών. Πέρασα καλά. Δεν θυμάμαι κάτι κακό, να πω να αλλάξω αυτό, να πάρω το άλλο. Ήταν όλα καλά. Το μόνο κακό, που μου έλειψε ο Κώστας. Αυτό. Αυτό ήτανε. Από τότε που έφυγε ο Κώστας μέχρι σήμερα έχω χάσει 17 κιλά.
Κατάλαβα…
Κατάλαβες; Η ζωή μου ήτανε καλή. Όπως παρακαλούσε η καημένη η μάνα μου, έτσι ήτανε. Όλα τα κορίτσια της βολεύτηκαν καλά. Δόξα τω Θεό, με τη δύν[01:00:00]αμη του Θεού όλα καλά. Η Μαρία πέθανε 90 χρόνων, έχει τώρα 3 χρόνια. Η Φραγκογιάνναινα πέθανε... Και η Φραγκογιάνναινα πολύ καλά. Ο Φραγκογιάννης από πέρα στην Εύβοια, είχε τη μισή την Εύβοια δικιά του. Δηλαδή όλα τα κορίτσια της ήτανε καλά. Ναι.
Από την οικογένεια μόνο εσύ συνέχισες στη μοδιστρική;
Μόνο εγώ. Η Καίτη δούλεψε λίγα χρόνια.
Τώρα στο Τρίκερι έχουν απομείνει άλλες που να ασχολούνται;
Άλλη που να ασχολείται με τρικεριώτικα… Μόνο το Μαριώ το Μπλουχάκικο κάτι φτιάχνει και αυτή, ναι.
Αλλά…
Συστηματικά όχι.
Συστηματικά είσαι εσύ η τελευταία;
Η τελευταία, ναι.
Πώς νιώθεις;
Μ' αρέσει λες και είμαι 18 χρονών, στη δουλειά πάνω. Και είμαι 85! Την κάνω τη δουλειά, την κάνω με ευχαρίστηση, δεν την κάνω τεμπέλικη. Και αν δω κάτι στραβό, θα το ξηλώσω να το φέρω στο ίσιο. Είχα μάθει πολύ καλή δουλειά… Αυτή η Κική ήτανε απ' τις λίγες τις μοδίστρες.
Εσύ σαν δασκάλα;
Και εγώ τα ίδια, και εγώ τα ίδια. Δεν τους έλειψα τα κορίτσια με τίποτε. Αφού όλοι, όσα είχα καμωμένα, μου έλεγαν τα καλύτερα λόγια. Μέχρι τη Λίτσα του Βαγγελάκη έχω μαθημένη, και αυτή έραβε, και ράβει αυτή ακόμα. Το Μαριγούλι είχα, το Καραμπνάκι, την Ντίνα της Τσόκαινας… Ποια και ποια… Δεν τα θυμάμαι τώρα όλα. Ναι. Του Τρίμη, του Τρίμη μέσα, τη γυναίκα, την έχω μαθημένη και αυτή. Ναι.
Οπότε και δασκάλα.
Και δασκάλα.
Την έδινες την τέχνη.
Ναι, ναι, ναι! Τους την έδειχνα και τους την έδειχνα με αυστηρό κριτήριο. Τους έλεγα: «Δεν θα παραλείψετε δράμι. Όπως σας το δίνω, αυτό θα κάνετε! Μην βαρεθείτε και το τεμπελιάσετε. Αυτό θα βγαίνετε. Έτσι θα γένεται, έτσι». Και πραγματικά βγήκανε όλα όπως τους είχα μάθει εγώ. Ναι, όπως τους είχα μάθει. Όταν η μάνα μου έραβε η καημένη, εγώ μάζευα τα κουρελάκια. «Τι θα κάνεις -μου έλεγε-, Λίτσα -με έλεγαν Λίτσα που ήμουνα μικρή-, τι θα κάνεις με τα κουρελάκια;».«Καλά, θα τα δεις τι θα τα κάνω». Τα μάζευα από πουκάμισα, από σώβρακα που έφκιαναν… Τα μάζωνα εγώ, τα ένωνα και τα έφκιανα σαλιάρες και τα έδινα στη γειτονιά για τα παιδάκια να τρώνε. Από μικρό είχα βάνει το μικρόβιο της… Τους έφκιανα σαλιαρίτσες και τις έδινα. «Τι τα κάνεις -μου έλεγε- πάλι;». «Θα φκιάσω σαλιαρίτσες για τα παιδάκια... Να! Είναι πόσα εδώ γύρω-γύρω. Να τους δίνει η μάνα τους να τρώνε».
Αν γυρνούσαμε τον χρόνο πίσω και λέγαμε ότι μπορείς να δουλέψεις μία άλλη δουλειά, να γίνεις κάτι άλλο. Θα διάλεγες κάτι άλλο ή πάλι τη μοδιστρική;
Κοίταξε να δεις, άλλο δεν θα διάλεγα γιατί δεν είμαι γραμματιζούμενη. Για να πάω τότε στη μοδιστρική δεν πήρα απολυτήριο. Γιατί η Κική είχε ένα πρόγραμμα και έλεγε ότι «μέχρι αυτό, θέλω δυο μοδιστράκια». Εάν έχανα εγώ τη μοδιστρική τι θα το ήθελα το απολυτήριο; Και για 2 μήνες δεν πήρα απολυτήριο. Προτίμησα να πάω στη μοδιστρική.
Το 'θελες.
Βέβαια. Λέω: «Τι να το κάνω το απολυτήριο; Δασκάλα θα γένω; Αν χάσω τη μοδιστρική; Αυτό που θέλω;». Άλλο ένα. Είχα πάρει ένα ωραίο τσιτάκι. Είχα ένα τσιτάκι ωραίο. «Σήμερα, Κική, να μου το κόψεις, να το τρυπώσω. Αύριο, Κική, να το κόψεις, να το τρυπώσω». «Καλά, Ευθαλία -είχαμε δουλειά-, εντάξει θα στο κόψω». Πήγε μια μέρα στην Αγία Κυριακή. Είχε –πώς τον λένε μωρέ εκείνον– μπάρμπα, έναν μπάρμπα τελοσπάντων –δεν θυμάμαι ποιος– στην Αγία Κυριακή. Ήθελε να πάει κάτω στη θειά του να τη δει. Εγώ έμεινα μοναχή μου επάνω στο μεγάλο σπίτι. «Τι να κάνω -λέω- τώρα; Τι να κάνω;». Πιάνω –εγώ το μάτι εκεί, έβλεπα πώς έπαιρνε τα μέτρα–, πιάνω παίρνω τα μέτρα, παίρνω το κορσάζ, παίρνω τη φούστα, παίρνω το φάρδος, παίρνω το μάκρος και το έκοψα. Τώρα καλώς, κακώς; Το έκοψα. Όταν ήρθε το Κική από κάτω, του λέω: «Κική, έλα να κάνεις μια πρόβα». «Πού να σου κάνω πρόβα, αφού ακόμη δεν το κόψαμε. Ακόμα δεν το κόψαμε», λέει. «Έλα εδώ το έχω έτοιμο». «Βρε βόμπρα κακέ, βρε βόμπρα κακέ! Πότε το έκοψες;». «Όταν ήσασταν εσείς στην Αϊ-Κυριακή». Και μου έκανε πρόβα και το παίρνω στο σπίτι και μέχρι να ξανάρθω το απόγευμα, το είχα έτοιμο. Το ξαναφέρνω, μου κάνει και δεύτερη πρόβα. Το ξαναπήρα πάλι στο σπίτι και το τελείωσα, και το πρωί το φόρεσα και ήρθα στη δουλειά. Κι άλλο ένα. Δεν μας έπαιρνε ποτέ στην πρόβα. Πότε! Όλες τις δουλειές να τις κάνουμε, πρόβα ποτέ. Τι να κάνω εγώ τώρα που ήθελα να βλέπω; Τελοσπάντων, ήταν η Μαριγούλα του Ναούμ –την εθυμήθηκες τη Μαριγούλα; Δεν τη θυμήθηκες–, ήρθε και της έκανε πρόβα. Αφού της έκανε πρόβα, εγώ τώρα ήθελα να δω. Της πήγα τα πράγματα και κοίταξα απ’ την κλειδαρότρυπα. Κοίταξα... Με κοίταζε αυτή από μέσα, πονηρή. Έφευγα, πααίνω απάνω. Απάνω το πάτωμα είχε έναν ρόζο, είχε φύγει ο ρόζος. Αφού έχει φύγει ο ρόζος, έβανα εγώ τη μούρη μου εκεί και κοίταζα και απ' την πολύ την αφοσίωσή μου, που κοίταζα αυτό, μου έφευγε το σάλιο μου και πήγε απάνω στο ποδάρι της! Σηκώθηκε το κεφάλι και κοίταξε και λέει: «Από σένα δεν γλυτώνω, Ευθαλία. Έλα κάτω -μου λέει-, από σένα δεν γλυτώνω». Κατάλαβες; Και από κείνη τη μέρα και μετά με έπαιρνε κάτω στην πρόβα. «Από σένα -μου λέει- δεν γλυτώνω με τίποτα». Τέτοια όρεξη, ε; Τέτοιο πείσμα. Ναι, απ' τον ρόζο έβαλα τη μούρη μου και κοίταζα και μου έφυγε το σάλιο και πήγε επάνω στο παπούτσι της, και γύρισε και κοίταξε σα πάνω, σου λέει: «Από πούθε ήρθε;». Και κοίταξε τον ρόζο και φωνάζει: «Ευθαλία, έλα κάτω! Άντε -μου λέει-, από σένα δεν πρόκειται να γλιτώσω με τίποτα». Ναι. Και τώρα που παίρνουμε τηλέφωνο και τα θυμόμαστε. Θυμόμαστε το ένα, θυμόμαστε το άλλο… Ναι! Και λέει: «Θυμάμαι και τον ρόζο». «Τον θυμάσαι τον ρόζο;». «Ε, δεν τον θυμάμαι;», λέει.
Δύο αγάπες, λοιπόν, ε; Η μοδιστρική και ο κυρ-Κώστας.
Αχ, και ο κυρ-Κώστας… Ο κυρ-Κώστας πρώτος και δεύτερο η μοδιστρική. Ναι, σου είπα, τέτοιον άνθρωπο… Όχι, είχαμε κι άλλοι, αλλά… Δεν υπήρχαν. Είχε τον νου του στα πάντα, στα πάντα.
Κλείνοντας τι να πούμε;
Ό,τι θες. Ό,τι θέλεις, μπορείς να ρωτήσεις.
Η τελευταία μας μοδίστρα στο Τρικέρι. Το πάθος για τη μοδιστρική.
Τελευταία. Μοδιστρική, τρικεριώτικο και ευρωπαϊκό που έλεγε η μάνα μου. «Τώρα θα φκιάσουν και τα ευρωπαϊκά». Όταν της είπα: «Θα σου κάνω μία ρόμπα», «απουπου, θα με κάνουν Ευρωπαίισα, θα μου κάνει ευρωπαϊκό». Ναι. Και με το ζόρι της τα έβγανα. Δεν μπορούσα να τη βλέπω με το πουκάμισο και με το φουστάνι. Και τώρα βρίσκονται στο σπίτι της εκεί επάνω. Βρίσκεται τα εντερί, βρίσκεται το γαλλικό και βρίσκεται και δυο αρκιλάτα, δυο γεράνια. Αυτό τώρα το σπίτι είναι στον ανιψιό μου τον Κώστα. Έχω να πάω τώρα στο σπίτι αυτό 2 χρόνια. Δεν μπορώ να περπατήσω, δεν πααίνει και το ταξί, να με πάει μέχρι εκεί. Δεν μπορώ να πάω.
Ευχαριστώ πάρα πολύ.
Τίποτε, αγάπη μου, τίποτα. Ό,τι μπορώ να σε βοηθήσω, ματάκια μου, ό,τι μπορώ.
Και σ' αυτήν εδώ τη φωτογραφία είναι η μέρα του ημέρα του γάμου, ε;
Η μέρα του γάμου, ναι, η μέρα που παντρευτήκαμε στην εκκλησία. Η μέρα του γάμου. Αυτή ήταν η Ουρανία, με τη μαμά της, με τη Μαρούδα. Ήταν στον γάμο.
Και εδώ βλέπουμε;
Και εδώ βλέπουμε το νυφικό που είχα ράψει στην κυρία. Το φόρεσα κι εγώ γιατί μου άρεζε τόσο πολύ, ήταν τόσο πολύ ωραίο, περιποιημένο... Α! Ο άντρας μου ήτανε 1,85. Έλα που εγώ ήμουνα κοντούλα… Τι κάνει αυτός ο κύριος που μας έβγαλε; Λέει: «Κύρια Ευθαλία, θα σε βάλω ένα σκαμνάκι από κάτω να ισομετρήσεις με τον άντρα». Και μου έβαλε ένα σκαμνάκι, ένα κουτί –δεν θυμάμαι τι ήτανε–, για να έρθω λίγο πιο ψηλά, γιατί ο Κώστας ήτανε πανύψηλος.
Και εδώ στις κούκλες; Στις φωτ[01:10:00]ογραφίες;
Ναι. Στις κούκλες, να σου πω. Το πουκάμισο αυτό που έχω στην κούκλα είναι της μάνας μου, που φορούσε την Πρωτομαγιά, που πήγαινε στην εκκλησία. Τα κλειδωτάρια είναι απ' την... Πες την, απάνω...
Γιάννενα.
Απ' τα Γιάννενα, μπράβο. Έχουμε και τηλέφωνό του και μας τα στέλνει. Αλλά είναι λίγο αλμυρούτσικα. 25-30. 35 κάνουν αυτά, είναι μεγάλα. 30 κάνουν τα πιο μικρά που έχω στην άλλη την κούκλα. Ναι. Το βελονάκι, ναι, το βελονάκι είναι με τα φλουριά αυτά. Τα παίρνουμε απ' τον Βασίλη από τον Βόλο. Όταν έχουμε χρυσά, βάζουμε χρυσά, όταν δεν έχουμε, αγοράζουμε αυτά τα ψεύτικα. Αρκεί να είναι ο τσεβρές. Ο τσεβρές είναι όπως είναι ο μεγάλος ο τσεβρές, είναι σε μικρότερο.
Σαν πόδια;
Όχι σαν πόδια, στο κλειδωτάρι δεν μπαίνει πόδια. Στο κλειδωτάρι μπαίνει ο τσεβρές, στην ποδιά δένει το άλλο το φουστάνι που δεν έχει ποδόγυρο, που είναι σκέτο. Στον ποδόγυρο μπαίνει ο τσεβρές και το κλειδωτάρι. Και το μαντήλι έτσι το έβαζαν εκείνα τα χρόνια, δεν τα βάζανε κάτω, το ένα το βάζανε στον λαιμό. Ο θείος ο Καραβαγγέλης; Αχ, ο θείος ο Καραβαγγέλης είναι ο δωρητής, όπως είπα προηγουμένως, τα δώρα που μας έκανε. Κι αυτόν τον έχω και στα ζώντα, και στα πεθαμένα, γραμμένο. Ναι. Και αυτή η φωτογραφία ήταν της μαμάς. Η μαμά με είχε βγάλει φωτογραφία και μετά αφού δεν μπορούσα εγώ να ξαναπάω εκεί πάνω, την πήρα. Λέω: «Είναι αμαρτία, θα χαλάσει εκεί απάνω στο σπίτι κλεισμένη» και την έφερα εδώ κι αυτή.
Φωτογραφίες

Η μέρα του γάμου
Το νυφικό που ράφτηκε για άλλη και το φόρε ...

Η κυρία Ευθαλία, με την ...
Οι κοπέλες που παντρεύονταν μέσα στον χρόν ...

Το νεόνυμφο ζευγάρι και ...
Η φωτογραφία βρισκόταν στο σπίτι της μητέρ ...

Μια κούκλα Τρικεριώτισσα
Η φορεσιά είναι πιστή αντιγραφή της κανονι ...

Η κυρία Ευθαλία
Στο φόντο οι κούκλες με την παραδοσιακή τρ ...
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί έπειτα από νομικό έλεγχο.
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Η ιστορία της κυρίας Ευθαλίας μας πηγαίνει στο Τρικέρι του Νομού Μαγνησίας. Η μητέρα της, όπως αργότερα και εκείνη, ασχολούταν με τη μοδιστρική και τη δημιουργία της παραδοσιακής τρικεριώτικης φορεσιάς. Η μοδιστρική ήταν το πάθος της και γι' αυτό περιγράφει λεπτομερώς τα στοιχεία της παραδοσιακής φορεσιάς, τη διαδικασία, τις δυσκολίες που συναντά και την ενεργή ενασχόλησή της μέχρι και σήμερα. Η άλλη αγάπη της κυρίας Ευθαλίας ήταν ο σύζυγός της, που πάντα τη στήριζε και την αγαπούσε, μέχρι που τον έχασε το 2018 και αυτό της στοίχισε πολύ.
Αφηγητές/τριες
Ευθαλία Κλιάρη
Ερευνητές/τριες
Καλλιόπη Κόνιαρη
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
20/10/2021
Διάρκεια
72'
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί έπειτα από νομικό έλεγχο.
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί για να διευκολυνθεί η παρακολουθήσή της.
Περίληψη
Η ιστορία της κυρίας Ευθαλίας μας πηγαίνει στο Τρικέρι του Νομού Μαγνησίας. Η μητέρα της, όπως αργότερα και εκείνη, ασχολούταν με τη μοδιστρική και τη δημιουργία της παραδοσιακής τρικεριώτικης φορεσιάς. Η μοδιστρική ήταν το πάθος της και γι' αυτό περιγράφει λεπτομερώς τα στοιχεία της παραδοσιακής φορεσιάς, τη διαδικασία, τις δυσκολίες που συναντά και την ενεργή ενασχόλησή της μέχρι και σήμερα. Η άλλη αγάπη της κυρίας Ευθαλίας ήταν ο σύζυγός της, που πάντα τη στήριζε και την αγαπούσε, μέχρι που τον έχασε το 2018 και αυτό της στοίχισε πολύ.
Αφηγητές/τριες
Ευθαλία Κλιάρη
Ερευνητές/τριες
Καλλιόπη Κόνιαρη
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
20/10/2021
Διάρκεια
72'