© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

«Ήμασταν τα λεγόμενα 'μοδιστράκια'»: Αφήγηση για μια τέχνη που χάνεται

Κωδικός Ιστορίας
13913
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Ουρανία Σκόρδα (Ο.Σ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
28/04/2022
Ερευνητής/τρια
Ιωάννα Δαδιώτη (Ι.Δ.)
Ι.Δ.:

[00:00:00]Είμαι η Δαδιώτη Ιωάννα. Είναι Παρασκευή 29 Απριλίου. Πείτε μας για τη ραπτική τέχνη. Από πότε τη γνωρίζετε;

Ο.Σ.:

Μάλιστα. Ραπτική τέχνη, μια τέχνη που μάλλον χάνεται. Τώρα θα μου πεις: «Πάντα υπάρχουν ρούχα και πάντα υπάρχει τρόπος που ράβονται». Αυτός ο τρόπος που κυκλοφορεί στην αγορά είναι ο βιοτεχνικός τρόπος. Εμείς ξεκινήσαμε πολύ διαφορετικά και πραγματικά απορώ σήμερα πώς γίνεται και μαθαίνουν οι νέες γενιές τη ραπτική. Νομίζω ότι εξολοκλήρου είναι λίγα τα άτομα που μπορεί να την ξέρουν, τη δουλεύουν κομμάτι-κομμάτι. Λοιπόν, εμείς τώρα -ας πάρω εμένα τώρα-, να πω έτη;

Ι.Δ.:

Ναι.

Ο.Σ.:

Ωραία. Λοιπόν, πριν πόσο να πω; Πριν 45 χρόνια; Κάπου εκεί, 47 χρόνια πριν, μισό αιώνα βάλε. Λοιπόν, για να μάθεις να ράβεις, να ράβεις -όχι εξολοκλήρου- να ράβεις ένα ρούχο-

Ι.Δ.:

Να ράβεις εννοούμε να γαζώνεις;

Ο.Σ.:

Μαζί με το γάζωμα είναι και το πώς θα το ξεκινήσεις, γιατί είναι άλλο κομμάτι το να ξέρω να κόβω ένα ρούχο και άλλο να ράβω ένα ρούχο. Ξεκινούσαμε από το να ράβω, γιατί είναι πιο εύκολο το να ράβω παρά να κόβω, και σωστή η διαδικασία. Πρώτα θα μάθεις και όταν θα πας να μάθεις να κόβεις, να ξέρεις τι είναι αυτό που θες να κόψεις. Λοιπόν, για να μάθουμε αυτήν την τέχνη, πηγαίναμε σε μια μοδίστρα, η οποία… Υπήρχαν πολλές βέβαια τότε, καθένας διάλεγε πού θα πάει. Ήμασταν τα λεγόμενα «μοδιστράκια». Διαλέγαμε μια μοδίστρα που είχε αρκετή δουλειά και είχαν οι μοδίστρες τότε δουλειά, γιατί δεν υπήρχε το βιοτεχνικό το ρούχο. Έπρεπε να πάρεις μια μοδίστρα να το ράψουν. Και έτσι, οι μοδίστρες οι οποίες ξέραν καλά την τέχνη, όλες είχαν δουλειά. Αλλά θέλαν και βοηθούς, γιατί όλα γινόταν στο χέρι. Σήμερα οι μηχανές που έχουν βγει βοηθάν πάρα πολύ, γλιτώνουν πολλή δουλειά από το χέρι. Λοιπόν, για να μάθουμε να ράψουμε έπρεπε να ακολουθούμε αυτό τρία χρόνια. Κάθε μέρα και τα Σάββατα, γιατί η μοδίστρα συνήθως το Σάββατο παρέδιδε ρούχα και έπρεπε να είμαστε εκεί στην παράδοση. Όταν παραδίδουμε σημαίνει ότι έχει πάρα πολλή δουλειά. Όλα γινόταν τελευταία στιγμή. Γιορτές, Πάσχα, Χριστούγεννα, Ευαγγελισμός, Δεκαπενταύγουστος, γάμοι, το φθινόπωρο, όχι μόνο ήμασταν όλη την ημέρα εκεί, φεύγαμε το μεσημέρι για μια ωρίτσα, άντε δύο για να φάμε, και ξαναγυρίζαμε. Καθόμασταν και μέχρι τις 23.00 και 00.00 το βράδυ και το πρωί ξανά το ίδιο. Θα πάμε πάλι 08.00, 08.30 έπρεπε να είμαστε στη μοδίστρα. Όλα αυτά χωρίς πληρωμή φυσικά, μαθαίναμε! Λοιπόν, και από εκεί και μετά αφού τέλειωνες τρία χρόνια αυτήν τη διαδικασία, έπρεπε άλλο ένα χρόνο να πάρεις -που λέγαμε- το ψαλίδι, να μάθεις να κόβεις αυτό το ρούχο. Λοιπόν, εκεί πια μαθαίνεις τι συμβαίνει, τι ακριβώς γίνεται, πώς ξεκινάμε. Τη συνέχεια την ξέρεις, αλλά εκεί καταλαβαίνεις μετά γιατί το κάνουμε έτσι, γιατί το τοποθετούμε, να μάθεις να τοποθετείς το πατρόν, που λέμε. Η τοποθέτηση του πατρόν δεν είναι «Άντε βάλαμε τα-

Ι.Δ.:

Τι είναι το πατρόν; Εγώ τυχαίνει να ξέρω, αλλά ο κόσμος δεν ξέρει τι είναι το πατρόν.

Ο.Σ.:

Το πατρόν. Ας πούμε ότι θέλουμε να κάνουμε ένα πουκάμισο, μια φούστα. Τι είναι αυτό που θέλουμε να κάνουμε; Τι σχέδιο είναι αυτό; Από μια απλή φούστα ή ένα απλό πουκάμισο, μέχρι και τα περίπλοκα του, τα βολάν που λέμε, οι σούρες που λέμε, οι μανσέτες που λέμε στα πουκάμισα, οι γιακάδες που λέμε στα πουκάμισα. Όλα αυτά στην αρχή, θα τα βγάλεις σε ένα χαρτί. Δεν θα πάρεις με το μάτι έτσι να κόψεις ένα ύφασμα. Θα τα βγάλεις σε ένα χαρτί που θα αφορά τις διαστάσεις του ατόμου που χρειάζεσαι, με λίγες απώλειες υφάσματος. Τα υφάσματα ήταν και είναι ακριβά και έτσι, δεν πετάμε ύφασμα έτσι. Γι’ αυτό και έχουμε το πατρόν, ούτως ώστε να είναι λίγες οι απώλειες του υφάσματος. Λοιπόν, τώρα το πώς θα βγάλεις πατρόν είναι μια άλλη διαδικασία, την οποία έμαθα πολύ αργότερα, χρόνια αργότερα. Τότε που εγώ πήγαινα «μοδιστράκι», αγοράζαμε έτοιμα πατρόν. Υπήρχαν κάποιες κυρίες που βγάζαν πατρόν. Λοιπόν, τώρα αυτό το πατρόν εσύ έπρεπε να το κάνεις στις διαστάσεις που ήθελες, να ξέρεις να το τοποθετείς, να ξέρεις από πολλές απ[00:05:00]όψεις. Εντάξει, γι’ αυτό και λέμε είναι τέχνη, γι’ αυτό και λέμε θέλει χρόνο, χρόνια. Λοιπόν, κι άλλο ένα χρόνο εκεί στο ψαλίδι. Τελειώνεις. Από εκεί και μετά, πρέπει να πάρεις την ευθύνη και να ξεκινήσεις και να φτιάχνεις δικά σου ρούχα. Την πήρα και όπως την παίρνει η καθεμιά αφού τελειώνει. Εντάξει, στην αρχή έχεις τις αποτυχίες σου. Λες: «Αμάν! Τι έκανα; Να, είδες; Δεν πρόσεξα εκείνο. Καλά μου το 'χε πει τότε. Είδες; Δεν το πρόσεξα». Ξεκινάς με δικούς σου ανθρώπους, που οι αποτυχίες είναι στο πρόγραμμα, και σιγά-σιγά μαθαίνεις και όλο και μαθαίνεις και όλο και μαθαίνεις. Εγώ προσωπικά είχα ασχοληθεί επαγγελματικά πολύ σοβαρά με πολύ κόσμο, αλλά ήμουνα στην εποχή που βγήκε το βιοτεχνικό το ρούχο στην αγορά. Άρχισαν οι μοδίστρες να πέφτει αρκετά η δουλειά τους. Τους ήτανε και από οικονομικής πλευράς τους ήτανε πιο λίγα τα χρήματα να παν να πάρουν ένα έτοιμο ρούχο. Μείναν στη μοδίστρα πλέον εκείνες που το σώμα τους ήταν λίγο περίεργο και δεν μπορούσε να ταιριάξει με το έτοιμο το ρούχο που λέμε, το βιοτεχνικό, γιατί το βιοτεχνικό έχει κάποια στάνταρ. Όταν η άλλη έχει δυσανάλογο σώμα, δεν μπορεί να κάτσει το ρούχο. Και έτσι, μείναν στις μοδίστρες αυτές με τα περίεργα σώματα και εκείνες που επιμέναν στην ποιότητα, γιατί -κακά τα ψέματα- δεν υπάρχει ποιότητα στο έτοιμο το ρούχο. Εντάξει, δεν γίνεται αυτό το πράγμα. Και εκείνες που θέλαν την ποιότητα, εντάξει μείναν. Ήταν λίγες όμως για να κρατηθεί μια μοδίστρα, δεν ήταν πάρα πολλές. Και εγώ κράτησα αυτές τις λίγες. Δεν μου φτάναν όμως, και ταυτόχρονα ασχολήθηκα και με το βιοτεχνικό. Το βιοτεχνικό, όμως, με βοήθησε στο να απλοποιήσω τον τρόπο ραφής σε αυτά που είχα μάθει πριν 50 χρόνια. Πραγματικά βρίσκουν τρόπους, έχουν βρει τρόπους να απλοποιήσουν τον τρόπο ραφής. Μπράβο σε αυτούς που το βρήκαν! Λοιπόν, φτάσαμε σε σημείο που εγώ, που είχα πάει σε κάποια μοδίστρα, να πηγαίνω μετά στη μοδίστρα μου και να της λέω ότι: «Κοίταξε, δούλεψε έτσι τον γιακά, γιατί σου είναι πιο εύκολο». Το δούλευε και με κοίταζε με το στόμα ανοιχτό, που λέμε. Την τσέπη, είναι κάποια κομμάτια πάνω στα ρούχα που είναι δύσκολα. Τουλάχιστον εμείς τότε ήταν πάρα πολύ… δεν είχαμε σκεφτεί αυτούς τους απλούς τρόπους. Κάποιοι, όμως, τους σκέφτηκαν και μας τους μάθαν μέσα από το βιοτεχνικό ρούχο. Αυτά με βοήθησαν πάρα πολύ στο να γνωρίζω την τέχνη όπως ακριβώς έχει και να τη συνδυάσω με τους νέους τρόπους ραφής. Εντάξει, βοηθάει πάρα πολύ.

Ι.Δ.:

Ποια είναι η διαδικασία; Έρχομαι τώρα εγώ και θέλω ένα ρούχο.

Ο.Σ.:

Ναι.

Ι.Δ.:

Μια φούστα.

Ο.Σ.:

Ναι.

Ι.Δ.:

Ποια είναι η διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσει; Τι είναι αυτό μάλιστα που κάνει το ρούχο, το χειροποίητο, ιδιαίτερο σε σχέση με ένα βιοτεχνικό; Γιατί να μην πάω να την αγοράσω; Τι θα μου προσφέρει το ένα καλύτερα απ' το άλλο;

Ο.Σ.:

Τι θα προσφέρει, ναι. Τώρα, ανάλογα τι θέλεις. Αν θέλεις αυτό που ακριβώς είδες εκεί και σε ικανοποιεί η ποιότητα του, αυτό θα πάρεις. Αλλά τυχαίνει, όμως, να βλέπουμε ρούχα τα οποία δεν υπάρχουν στην αγορά, τουλάχιστον εκεί που βρισκόμαστε εμείς. Και να το ψάξουμε στο διαδίκτυο, πάλι δεν μπορούμε να το αγοράσουμε. Δεν μπορούμε να βρούμε την πηγή. Και λες εσύ: «Εγώ θέλω αυτή τη φούστα, αυτό το ύφασμα, αυτό το χρώμα». Όταν εσύ θα θελήσεις κάτι συγκεκριμένο, τότε θα απευθυνθείς στη μοδίστρα. Εάν θέλεις ένα που είδες σε μια κρεμάστρα, σε ένα κατάστημα, και λες: «Εμένα μ’ αρέσει όπως είναι», αυτό θα πάρεις. Στη μοδίστρα θα πας, γιατί έχεις δει κάτι το οποίο δεν το βρίσκεις στην αγορά είτε το είδες σε ένα περιοδικό είτε το είδες κάπου στο ίντερνετ. Δεν το βρίσκεις στην αγορά. Τότε θα πας σε μια μοδίστρα και θα της πεις ότι: «Εγώ είδα αυτό», θα σε συμβουλεύσει τι ύφασμα θα πάρεις, πού θα το βρεις, πόσο ύφασμα χρειάζεσαι για να κάνεις αυτό. Σίγουρα αυτό θα σου στοιχίσει περισσότερο απ’ ό,τι… Αλλά υπάρχουν, όμως, και καταστήματα, ακριβά καταστήματα, τα οποία μπορεί να πας στη μοδίστρα να ράψεις το ίδιο και να σου στοιχίσει λιγότερο. Δηλαδή, μιλάμε τα καταστήματα αυτά που είναι κάποιες ακριβές φίρμες. Λοιπόν, υπάρχουν και αυτές οι περιπτώσεις, που θα δεις ένα πανάκριβο και θα πεις: «Πω πω, πάρα πολλά χρήματα!» και μπορεί να πας σε μια μοδίστρα και να σου το κάνει με λιγότερα. Αυτοί είναι οι λόγοι που θα απευθυνθείς σήμερα πλέον σε μια μοδίστρα, ή όταν το σώμα σου είναι περίεργο και δεν ταιριάζουν αυτά τα… που κυκλοφορούνε.

Ι.Δ.:

Γίνεται στο δικό σου νούμερο δηλαδή; Στα δικά σου-

Ο.Σ.:

Ακριβώς-

Ι.Δ.:

Μέτρα;

Ο.Σ.:

Ναι.

Ι.Δ.:

Διαστάσεις μάλλον.

Ο.Σ.:

Διαστάσεις ναι, ναι. Γίνεται ακριβώς. Επιλέγεις εσύ το[00:10:00] μάκρος, τι θα είναι αυτό, πουκάμισο, φούστα, παλτό, τι θέλεις.

Ι.Δ.:

Και πώς ξεκινάει τώρα ένα ρούχο, ένα κομμάτι ύφασμα που πας και αγοράζεις, πώς ξεκινάει να γίνει φούστα, μπλούζα, σακάκι ή οτιδήποτε άλλο; Ποια είναι τα βήματα;

Ο.Σ.:

Τα βήματα… Πρώτα απ’ όλα θα διαλέξεις τι θέλεις. Θα ετοιμάσεις το πατρόν που είπαμε.

Ι.Δ.:

Το πατρόν είπαμε είναι χαρτιά κομμένα;

Ο.Σ.:

Ναι. Αυτό πάλι το… το να βγάλεις πατρόν είναι μια άλλη σχολή, την οποία και εκεί πήγα -αργότερα βέβαια-, άλλο ένα χρόνο εκεί.

Ι.Δ.:

Εκεί τι μάθατε;

Ο.Σ.:

Να, πώς θα βγάλουμε το πατρόν. Δηλαδή, βλέπεις μια εικόνα, ένα ρούχο. Λοιπόν, θα το επεξεργαστείς καλά, θα δεις πώς είναι, και εσύ αυτό ακριβώς θα το βγάλεις στο χαρτί. Πώς θα το βγάλεις στο χαρτί; Αυτό είναι, σου μαθαίνουν πώς θα το βγάλεις στο χαρτί. Είναι ένα άλλο κομμάτι αυτό. Λοιπόν, και -τώρα στην ερώτηση- ποια η διαδικασία, η διαδικασία είναι ότι ξεκινάμε από το πατρόν. Τώρα πού θα το βρούμε… ο καθένας αναλόγως πώς δουλεύει και τι κάνει. Πάμε στο ύφασμα, τοποθετούμε το πατρόν, θα το κόψουμε, θα το τοποθετήσουμε το πατρόν, θα κόψουμε πάνω στο ύφασμα. Θα κάνουμε μια πρόβα που λέμε, να δούμε, καλά είμαστε;

Ι.Δ.:

Πώς; Με τι γίνεται η πρόβα;

Ο.Σ.:

Το ρούχο όπως είναι, αλλά δεν είναι τελειωμένο. Έχει κάποια που τ’ αφήνουμε, ξέρουμε πού θα χρειαστεί -αν χρειαστεί διόρθωμα- ξέρουμε πού θα χρειαστεί. Το έχουμε μισό ας πούμε. Υπάρχει, ραμμένο είναι, αλλά άλλο είναι με το χέρι ραμμένο και άλλο είναι με γαζί. Γαζί κάνουμε εκεί που ξέρουμε ότι αυτό δεν θα αλλάξει, αυτό μένει -το σημείο δηλαδή, αυτό το σημείο μένει σταθερά, αυτό είναι- και ό,τι αλλαγές θα κάνουμε, εκείνες θα τις ράψουμε τις ραφές στο χέρι, όχι με τη γαζωτική και δημιουργήσουμε ξέφτια και κλωστούλες και φθορά στο ύφασμα. Ωραία. Και εκεί θα δούμε αν κάτι δεν πήγε καλά με τη μεζούρα που μετρήσαμε, λίγο μέσα λίγο έξω που λέμε, λίγο πιο στενό λίγο πιο φαρδύ. Και από κει και μετά, αφού δούμε ότι… πού κοντά είμαστε, κάνουμε το διόρθωμα αν χρειαστεί και από κει και μετά, παίρνουμε και ολοκληρώνουμε το ρούχο.

Ι.Δ.:

Πόσο χρόνο χρειάζεται ένα ρούχο; Ένα απλό, ας μην πούμε ένα δύσκολο.

Ο.Σ.:

Δεν μπορείς να το πεις αυτό έτσι. Δηλαδή, όταν λέμε τι; Ας πούμε μια φούστα, ας πούμε ένα παλτό, ας πούμε ένα σακάκι, ας πούμε ένα παντελόνι, πουκάμισο, τι;

Ι.Δ.:

Μια φούστα.

Ο.Σ.:

Το καθένα έχει τον χρόνο του.

Ι.Δ.:

Ποιο θέλει λιγότερο, ποιο θέλει περισσότερο;

Ο.Σ.:

Η πιο εύκολη είναι η φούστα, αλλά φούστα με φούστα έχει διαφορά. Δεν είναι έτσι. Μια απλή φούστα μπορεί να γίνει μέσα σε 3 ώρες.

Ι.Δ.:

Απ’ το μηδέν;

Ο.Σ.:

Απ’ το μηδέν. Το θέλει οπωσδήποτε, μέχρι να φτάσει στην κρεμάστρα. Πολύ ακούγεται το 3 ώρες;

Ι.Δ.:

Λίγο ακούγεται.

Ο.Σ.:

Λίγο;

Ι.Δ.:

Ναι.

Ο.Σ.:

Μια απλή φούστα λέμε, για μια απλή.

Ι.Δ.:

Για ένα παλτό; Που ακούγεται δύσκολο;

Ο.Σ.:

Ναι, εκεί είναι πολύ διαφορετικά. Ανάλογα και τι δυσκολίες θα συναντήσεις και δεν… Εκεί μπορεί να σου πάρει δύο οχτάωρα, μπορεί και παραπάνω. Δεν χρονομετρείται έτσι αυτή η δουλειά. Δεν είναι η βιοτεχνική δουλειά που ξέρουμε τι κάνουμε. Δεν ξέρουμε τι κάνουμε, κάνουμε κατά προσέγγιση. Και από εκεί και μετά αναλόγως πώς θα μας βγει.

Ι.Δ.:

Η υψηλή ραπτική;

Ο.Σ.:

Αυτή είναι η υψηλή ραπτική. Αυτή είναι η υψηλή ραπτική, που μάθαμε εμείς. Αυτό είναι που λέω το βιοτεχνικό και το αυτό που μάθαμε εμείς. Αυτή είναι η υψηλή ραπτική. Και δεν ξέρω πώς τα δουλεύουν σε μεγάλους οίκους μόδας. Δεν έχω πάει ποτέ. Πολύ θα ήθελα, αλλά εντάξει.

Ι.Δ.:

Και εσείς ξέρετε να φτιάχνετε από φούστα μέχρι;

Ο.Σ.:

Τα πάντα.

Ι.Δ.:

Και νυφικό; Και τουαλέτα;

Ο.Σ.:

Ναι. Ο τρόπος πάντα είναι ο ίδιος. Βέβαια το νυφικό έχει κάποιες λεπτομέρειες, τις οποίες εγώ δεν γνώρισα ποτέ γιατί δεν ασχολήθηκα. Αλλά δεν μπορεί να μπερδέψεις τώρα, να ασχολείσαι με ρούχο -θα το πω- καθημερινό, αλλά δεν είναι καθημερινό, γιατί θα βάλεις και το αμπιγιέ και τα αυτά, κι άλλο το νυφικό. Το νυφικό έχει μια δική του τέχνη, την οποία δεν γνωρίζω. Δεν γίνεται. Μια που κάνει νυφικό, κάνει νυφικό. Κι άλλη που κάνει ρούχα, κάνει ρούχα. Δεν μπορείς να τα μπερδέψεις όλα αυτά.

Ι.Δ.:

Και γιατί αυτή η τέχνη αρχίζει να χάνεται;

Ο.Σ.:

Ναι. Πραγματικά απορώ και δεν ξέρω αν νέα άτομα πλέον ασχολούνται με αυτό το θέμα και αν έχουν μάθαν, μαθαίνουν το να γίνεται η ραπτική. Δεν ξέρω. Το να μάθουν πατρόν, ναι. Το να μάθουν… Δηλαδή, εγώ πιστεύω ότι[00:15:00] πιο πολύ κυριαρχεί αυτό το βιοτεχνικό ρούχο. Αυτό. Και στους οίκους μόδας σίγουρα δουλεύουν με τον τρόπο που ξέρω εγώ. Και αυτοί με μετατροπές, όπως έχω μετατρέψει εγώ κάποιες πρακτικές στον τρόπο ραφής, σίγουρα θα τα έχουν μετατρέψει κι εκείνοι. Αλλά τώρα όλοι οι άλλοι που ασχολούνται, δεν ξέρω. Επειδή εγώ πιστεύω ότι το να μάθεις να ράβεις ρούχο θέλει μεγάλη υπομονή, επιμονή. Δεν ξέρω.

Ι.Δ.:

Κάποιος που σας ενθάρρυνε γι’ αυτό ή σας αποθάρρυνε όλα αυτά τα χρόνια;

Ο.Σ.:

Πρώτα απ’ όλα, δεν ήθελα να πάω να μάθω να ράβω. Ήταν επιλογή της μαμάς.  Το έμαθα, κι αφού το έμαθα, το ακολούθησα. Αφού αυτό έμαθα, κάτι έπρεπε να ακολουθήσω. Δεν μπορώ να πω κάποιος με ενθάρρυνε ή με αποθάρρυνε. Αυτό το ζεις. Ή δημιουργείς και είσαι ικανοποιημένος και οι άλλοι ικανοποιημένοι και από μόνος σου εκεί βλέπεις το τι παρουσιάζεις και ή ενθαρρύνεσαι ή αποθαρρύνεσαι. Δεν μπορεί κάποιος να σε ενθαρρύνει και εσύ τα ρούχα που βγάζεις να μην έχουν καμιά σχέση με το άτομο που τα φοράει. Τι να σε ενθαρρύνει;

Ι.Δ.:

Άρα θαύμασαν κατά καιρούς το… Όχι κατά καιρούς, όταν…

Ο.Σ.:

Ναι, ναι. Γενικώς, γενικώς αν τώρα εγώ με τα μάτια τα δικά μου, και αν έβλεπα και κάποιες ατέλειες, που δεν το χειρίστηκα καλά -μιλάμε για τα πρώτα χρόνια-, η καθεμιά που το φορούσε ένιωθε ωραία σε αυτό που της έφτιαχνα. Εγώ, όμως, στο τέλος μετά αφού το φορούσαν, έβλεπα κάποιες μικροατέλειες, τις οποίες δεν μπορεί να τις καταλάβει ο καθένας. Μια μοδίστρα μπορεί να καταλάβει. Αλλά το αποτέλεσμα γι’ αυτούς ήταν αυτό που θέλαν. Εγώ, όμως, αυτά που έβλεπα… Φρόντιζα να μην ξανασυμβεί τέτοιο λάθος, και όπως δεν ξανασυνέβαινε, και φρόντιζα να μην συμβαίνουν λάθη. Βέβαια, αυτά είναι με τα χρόνια. Δεν γίνεται να πεις ότι εγώ: «Εξαρχής ήτανε τέλεια». Σαν να λέμε ένα κοριτσάκι ξεκινάει να μαγειρεύει και το έκανε τέλειο το φαγητό. Δεν μπορεί να το ‘κανε τέλειο. Απλά προσπαθείς, προσπαθείς, μέχρι που το μαθαίνεις καλά και τα κάνεις όλο και καλύτερα. Έτσι γίνεται με όλα.

Ι.Δ.:

Αν ερχόντουσαν τώρα άτομα, θα τους μαθαίνατε αυτήν την τέχνη; Ζητούσαν να τους δείξετε την τέχνη.

Ο.Σ.:

Όχι, δεν θα τους... γιατί θέλει πάρα πολύ χρόνο. Δεν δείχνεται αυτή η τέχνη. Είναι τόσα πολλά που έχει, μα τόσα πολλά, που θα είναι σαν να τους κορόιδευα. Και μάλιστα, το διάστημα που εγώ είχα πάει σε μια σχολή και μάθαινα πατρόν, εκεί που έμαθα να βγάζω πατρόν, υπήρχε κι ένα τμήμα που δίδασκαν ραπτική, και εγώ ήμουνα η δασκάλα ας πούμε. Στο ένα τμήμα μάθαινα εγώ να βγάζω πατρόν και στο άλλο τμήμα δίδασκα ραπτική. Λοιπόν, δεν μπορώ να πω ότι αυτά τα άτομα μάθαν να ράβουν. Γενικές γνώσεις πήραν. Δεν μπορεί να μάθεις να ράβεις -γιατί και σ’ αυτούς ένας χρόνος. Δηλαδή πώς είναι η σχολική χρονιά; Οχτάμηνο κανονικά δεν είναι; Πόσο είναι; Το καλοκαίρι σταματούσε η σχολή. Μέσα σε αυτόν τον χρόνο, όπως εγώ πήρα πτυχίο για να βγάζω πατρόν, και εγώ για να μάθω να βγάζω πατρόν, και το βελτίωσα όλο αυτό που έμαθα, αλλά όμως είχα όλες τις γνώσεις τις προηγούμενες, το πώς ράβεται, το πώς βάζουμε το πατρόν. Ήξερα τι είναι αυτό που κάνω τώρα. Όταν θα το πάω στο ύφασμα, τι θα αντιμετωπίσω; Τι θα μου βγάλει; Γι’ αυτό και αυτό που έμαθα τότε εκεί, το βελτίωσα πολύ, γιατί από κει μου έδωσαν και εκείνοι τις βασικές γνώσεις μου δώσαν. Και όποιος δεν ξέρει όλα εκείνα που ήξερα εγώ, δεν μπορεί να πει ότι: «Εγώ βγάζω πατρόν».

Ι.Δ.:

Άρα μέσα-

Ο.Σ.:

Τίποτα δεν βγάζεις.

Ι.Δ.:

Από την τριβή με τη δουλειά μαθαίνεις.

Ο.Σ.:

Ναι, μα το πατρόν τώρα αν τα παιδιά, οι άλλοι, τα άλλα άτομα που και εκείνοι μαθαίναν πατρόν, δεν εξελίχθηκαν. Εκτός κι αν πήγαν κάπου και εργάστηκαν και κάποιοι άλλοι τους είπαν τι θα κάνουν κι όλα αυτά. Από μόνοι τους δεν… Κανένας τους δεν ήξερε να βγάλει πατρόν ή ήξερε να βγάλει, αλλά τι θα είναι αυτό που βγάζει; Καταρχήν, πρέπει να γνωρίζεις τις διαστάσεις του σώματος -τις βασικές διαστάσεις- απ’ έξω, να τις έχεις εικόνα στο μυαλό σου, ότι εδώ είναι, εδώ θα τραβήξουμε εκείνη τη γραμμή, γι’ αυτόν τον λόγο την κάνουμε αυτή τη γραμμή. Αν δεν ξέρεις όλα αυτά που ήξερα εγώ, πώς μπορείς να το κάνεις αυτό; Το κάνεις αλλά το κάνεις έτσι, τίποτα.

Ι.Δ.:

Άρα από τους πολύ λίγους ανθρώπους ξέρετε να πάρετε το ένα κομμάτι ύφασμα-

Ο.Σ.:

Ναι.

Ι.Δ.:

Και να το κάνετε ρούχο πάνω σε έναν άνθρωπο.

Ο.Σ.:

Ναι. Και είμαι από τους λίγους, γιατί πραγματικά λίγες τώρα είμαστε εμείς που ασχοληθήκαμε έτσι το να ξεκινήσουμε από «μοδιστράκι» και να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε μέχρι τα 60 που είμαι εγώ τώρα. Και εγ[00:20:00]ώ δεν εργάζομαι πλέον τώρα επαγγελματικά, άλλη είναι η δουλειά μου, αλλά συνεχίζω γιατί έχω κόρες, τον εαυτό μου, δεν το έχω αφήσει αυτό γιατί θέλουμε τα ρούχα αυτά που θέλουμε. Δεν σημαίνει ότι όλα τα ρούχα κι εμείς τα ράβουμε. Υπάρχουν πολύ ωραία έτοιμα ρούχα. Ανάλογα το τι θα κάνεις, για πού το θες αυτό το ρούχο. Κι εμείς ράβουμε για τον εαυτό μας ορισμένα κομμάτια, δεν τα ράβουμε όλα. Και επειδή έχω ασχοληθεί τόσο πολύ, όλα τα χρόνια ασχολήθηκα, συνήθως οι γυναίκες όταν παντρεύονται, κάνουν παιδιά, οικογένεια, δεν θα ασχολιούνται τόσο εντατικά όπως ασχολήθηκα εγώ. Εγώ… Ήταν οι συνθήκες ζωής έτσι που έπρεπε να το κάνω και το ‘κανα. Αλλά όλα αυτά μου χορτάσαν γνώσεις καλές, χαμένες δεν πάνε.

Ι.Δ.:

Ποιο είναι αυτό το ρούχο που θυμάστε περισσότερο που έχετε φτιάξει;

Ο.Σ.:

Ποιο ποιο;

Ι.Δ.:

Το πιο ωραίο ρούχο. Ένα απ’ τα πιο ωραία μάλλον, γιατί θα ήταν αρκετά στα τόσα χρόνια, για σας ή για κάποιον πελάτη, πελάτισσα.

Ο.Σ.:

Ναι, είχα κάνει για μια τώρα ναι, ένα ταγέρ. Ταγέρ δεν ξέρω αν γνωρίζεις τι σημαίνει.

Ι.Δ.:

Φούστα-σακάκι.

Ο.Σ.:

Μπράβο. Λοιπόν, και της είχα κάνει μια πολύ ωραία, ένα σακάκι. Όχι σακάκι, ζακέτα. Το σακάκι πάει λίγο στο αντρικό, αυτό ήταν καθαρά θηλυκό. Ήταν ένα σχέδιο, το οποίο θα μπορούσε και σήμερα ακόμη, διαχρονικό σχέδιο, αλλά εξαιρετικό.

Ι.Δ.:

Τι χρώμα;

Ο.Σ.:

Μονόχρωμο και της είχα κάνει γύρω λαιμό και τελείωνε από κάτω, καθώς και το τελείωμα από το μανίκι έβγαινε -πώς να σ’ το εξηγήσω τώρα;- και από μέσα είχε μια μπλούζα, την οποία πάλι εγώ είχα ράψει. Αλλά το ύφασμα της μπλούζας, ένα τέτοιο κομμάτι, έβγαινε γύρω-γύρω στο τελείωμα, σαν κορδέλα γύρω αλλά περασμένο έτσι όπως έπρεπε να περαστεί, με πολλή δουλειά.

Ι.Δ.:

Περίγραμμα δηλαδή;

Ο.Σ.:

Ας το πούμε περίγραμμα. Ας το πούμε μπορντούρα αλλά δεν ήταν μπορντούρα, ήτανε κάτι άλλο. Διαχρονικό σχέδιο. Το είχα κάνει αυτό -τι να πω τώρα;- πριν 30 χρόνια;

Ι.Δ.:

Τι χρώμα ήταν τελικά; Μονόχρωμο αλλά τι χρώμα;

Ο.Σ.:

Νομίζω -αν θυμάμαι, δεν θυμάμαι και καλά- νομίζω κάτι προς το μπεζ πρέπει να ήτανε. Και έβγαινε γύρω-γύρω μέσα από κουμπότρυπες -έτσι λέγεται- θηλιές με το ύφασμα της μπλούζας. Δηλαδή, ήτανε εξαιρετικό κομμάτι.

Ι.Δ.:

Σαν πλεκτό μες στο ύφασμα.

Ο.Σ.:

Μπράβο! Κάτι που… Πάντα έλεγα να κάνω κάτι για τον εαυτό μου, σε άλλα χρώματα ας πούμε κι αυτά, αλλά ποτέ δεν τα έκανα.

Ι.Δ.:

Αυτό πόσο… Χρειάστηκε αρκετός χρόνος, τώρα ακριβώς δεν νομίζω-

Ο.Σ.:

Τώρα ναι, εντάξει. Μια μοδίστρα δεν παίρνει ένα ρούχο και λέει: «Εγώ τώρα έχω να κάνω το σακάκι της Γιάννας». Δεν δουλεύει έτσι μια μοδίστρα, γι’ αυτό και δεν ξέρει και τον χρόνο. «Θα ‘ρθει η Γιάννα να φορέσουμε το σακάκι. Πω πω, να της το ετοιμάσω». Αυτό που λέμε: «Μια πρόβα». Γιατί την ίδια μέρα, διαφορετική ώρα θα ‘ρθει και η Ελένη: «Πω πω, κάνε έτσι να κάνουμε. Ποια θα 'ρθει πρώτη; Η Ελένη ή η Γιάννα; Ωραία. Να ετοιμάσουμε λίγο», γιατί είχα και βοηθούς, δεν δούλευα μόνη μου. Λοιπόν: «Και να ετοιμάσουμε της Γιάννας που θα 'ρθει πρώτη. Ωραία το φορά, ωραία εντάξει. Πάμε, τώρα θα ‘ρθει η Ελένη» Και δεν σκέφτεσαι τώρα, τώρα έφυγε η σειρά της Γιάννας και θέλουμε τώρα να περάσουν, να τα φορέσουνε και μετά να πιάσουμε να τα τελειώσουμε. Αλλά εκεί που λέμε: «Πιάνουμε τώρα της Γιάννας», «Κοίταξε, περιμένουμε και τη Χριστίνα. Άσ’ το αυτό της Γιάννας και πάμε να ετοιμάσουμε της Χριστίνας» και γίνεται ένα αυτό. Όμως είναι επιλογή σου το χρώμα, γίνονται όλα ανάμεικτα.

Ι.Δ.:

Και τώρα τι θα κάνουμε; Πώς θα μάθουμε να έχουμε ρούχα σε 20 χρόνια, όταν θα φύγουν κι αυτοί που ξέρουν ήδη να φτιάχνουν;

Ο.Σ.:

Καλά, αυτό δεν τελειώνει, το να μαθαίνουν. Πάντα θα υπάρχουν.

Ι.Δ.:

Να μάθει κάποιος απ’ το μηδέν να φτιάχνει ένα ρούχο;

Ο.Σ.:

Άσ’ το αυτό, είναι άλλο κομμάτι. Δεν ξέρω, δεν νομίζω ότι σήμερα τα παιδιά ασχολούνται έτσι. Δεν ασχολούνται έτσι. Δεν ασχολούνται.

Ι.Δ.:

Υπάρχει, όμως, μια τάση της εποχής-

Ο.Σ.:

Ναι.

Ι.Δ.:

Να πηγαίνουν πάλι προς το ρούχο, προς το ιδιαίτερο ρούχο, το ωραίο ρούχο.

Ο.Σ.:

Ναι, το ιδιαίτερο ρούχο και το αυτό, στοιχίζει και γι’ αυτό και δεν ασχολούνται ιδιαίτερα. Και όλα έχουνε γίνει γρήγορα, γρήγορα, γρήγορα. Όλα!

Ι.Δ.:

Σήμερα ας πούμε το ταγέρ που… εκείνο το ωραίο το ταγέρ, το μονόχρωμο, πόσο θα κοστολογούνταν στο περίπου;

Ο.Σ.:

Σε μια μοδίστρα;

Ι.Δ.:

Ναι. Να ‘ρθει-

Ο.Σ.:

Ή σε ένα κατάστημα;

Ι.Δ.:

Σε μια μοδίστρα, γιατί σε ένα κατάστημα δεν θα έβρισκε αυτό το ίδιο.

Ο.Σ.:

Να παράδειγμα είδες που μου είπες πριν: «Για ποιο λόγο να πάω στη μοδίστρα;». Όταν θες να κάνεις κάτι συγκεκριμένο, τότε θα πας στη μοδίστρα. Αλλά η μοδίστρα δεν μπορεί να… δεν της φτάνουν τα χρήματα να περιμένει πότε εσύ θα θελήσεις το συγκεκριμένο και πόσο πελατολόγιο να έχει για να περιμένει το συγκεκριμένο; Άρα, θα ασχοληθεί και με το ρούχο το έτοιμο, που λέμε. Δεν μπορεί να διατηρηθεί από αυτό και μόνο. Και τώρα θα μου πεις: -και [00:25:00]εγώ αναρωτιέμαι- «Γιατί δεν υπάρχουν καταστήματα που να ασχολούνται με το έτοιμο και με την παραγγελία;». Γιατί άρχισαν να μην υπάρχουν άτομα που να… Φτάσαμε σε σημείο δηλαδή που να μην υπάρχουν άτομα που να ξέρουν να δουλέψουν το ρούχο από την αρχή μέχρι την κρεμάστρα. Ποιος θα τα κάνει αυτά;

Ι.Δ.:

Αυτό δεν το βλέπετε σαν ευθύνη για τους επόμενους; Να πρέπει να το μάθουν. Σαν ένα είδος που πρέπει να διαιωνιστεί.

Ο.Σ.:

Ναι, ωραία. Τα παιδιά σήμερα δεν έχουν την υπομονή να καθίσουν να το μάθουν. Οι γενιές αλλάζουν. Εμείς ζούσαμε καταπιεσμένοι, και αυτό μια καταπίεση ήτανε, αλλά την είχαμε συνηθίσει να τα δεχόμαστε όλα. Σήμερα κανένα παιδί δεν θα πάει για 3 χρόνια σε μια μοδίστρα να δουλεύει το πρωί μέχρι το βράδυ και το Σάββατο για να μάθει αυτά. Δεν πηγαίνει κανείς. Και έτσι, πλέον η κοινωνία συμβιβάζεται σε αυτό που υπάρχει.

Ι.Δ.:

Εγώ τελείωσα με τις ερωτήσεις. Κάτι άλλο να προσθέσουμε που ξεχάσαμε;

Ο.Σ.:

Και αν κάποιος… Και αν κάποια γυναίκα ξέρει τι θέλει, υπάρχουν κάποιοι οίκοι μόδας.

Ι.Δ.:

Και πάλι δεν είναι το ίδιο. Στον οίκο μόδας θα πάρεις αυτό που βλέπεις.

Ο.Σ.:

Εγώ πιστεύω, δεν γνωρίζω να σου πω ακριβώς, αλλά εγώ πιστεύω ότι στον οίκο που θα πας και θα πάρεις αυτό που βλέπεις, μπορείς, όμως, να κάνεις και παραγγελία. Πιστεύω εγώ, δεν έχω πάει. Στην πόλη που ζούμε δεν υπάρχει τέτοιος οίκο μόδας, μπορεί στην Αθήνα, Θεσσαλονίκη να υπάρχουν. Αλλά και πάλι κι εκεί είμαι σίγουρη ότι τα δουλεύουνε με τον βιοτεχνικό τρόπο, τον γρήγορο. Τέλος πάντων, εντάξει. Αυτά ξέρει η κοινωνία, αυτά εκτιμάει και καλά κάνει. Έτσι είναι πολλές τέχνες οι οποίες χάνονται, αλλά αυτό το ειδικό το-

Ι.Δ.:

Και αν κάποιος ακούσει τώρα τη συνέντευξη μας και ζητήσει να διασώσει αυτήν την τέχνη. Είναι ένας οίκος μόδας…

Ο.Σ.:

Ναι.

Ι.Δ.:

Και πει: «Θέλω να είστε εδώ, ταυτόχρονα να έχω κι ένα εργαστήρι να μαθαίνουνε… Δηλαδή, μέσα απ’ τη δουλειά-

Ο.Σ.:

Ναι.

Ι.Δ.:

Να διδάσκονται κιόλας. Να είναι σαν να είναι τύπου δίδακτρα». Θα πηγαίνατε να τους το δείξετε; Σε νέους ανθρώπους. Νέους ανθρώπους… Σε ανθρώπους που θέλουν να μάθουν.

Ο.Σ.:

Να το δείξω, αλλά-

Ι.Δ.:

Να διδάξετε δηλαδή αυτήν την τέχνη.

Ο.Σ.:

Ναι, να το διδάξω, αλλά εκείνος που θα ‘ρθει, να έχει την υπομονή να το μάθει. Δεν μπορεί αυτό… Όπως κι εγώ τότε που δίδασκα, σε μια σχολή ήμουνα, και είχαμε μια ώρα την ημέρα. Μα είναι δυνατόν να μάθει να ράβει ο άλλος μια ώρα την ημέρα; Δεν γίνεται αυτό το πράγμα. Σε μια σχολική χρονιά δεν γίνεται αυτό το πράγμα.

Ι.Δ.:

Άρα θα πρέπει για να μάθεις αυτήν την τέχνη τόσο καλά, πρέπει να βρίσκεσαι σαν ένα οχτάωρο.

Ο.Σ.:

Σίγουρα.

Ι.Δ.:

Και περισσότερο, ανάλογα πόση δουλειά χρειάζεται να βγει.

Ο.Σ.:

Σίγουρα. Όπως είναι, όπως πας και σπουδάζεις σε ένα πανεπιστήμιο. Θα μου πεις τώρα: «Έκανες τη ραπτική πανεπιστήμιο;». Δεν λέω ότι έγινε πανεπιστήμιο, αλλά όσο αφιερώνεις χρόνια και χρόνο καθημερινό να πάρεις ένα πτυχίο, το ίδιο είναι και αυτή η τέχνη. Εγώ έτσι τη βλέπω. Θέλει χρόνια και χρόνο. Είναι τόσα πολλά που έχεις να μάθεις, μα τόσα πολλά, που δεν μπορεί να πεις: «Εγώ θα έρχομαι μια ώρα την ημέρα για ένα χρόνο κι εγώ τώρα έμαθα να ράβω». Τα βασικά μαθαίνεις.

Ι.Δ.:

Ωραία. Ευχαριστώ πολύ.

Ο.Σ.:

Να ‘στε καλά.