Αφηγήσεις ζωής από το χωριό Ξυλοκερατιά Κιλκίς
Ενότητα 1
Γνωριμία με την αφηγήτρια και αναμνήσεις από την παιδική της ηλικία
00:00:00 - 00:10:57
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Είναι Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2022 είμαι με την Σουλτάνα Καραδήμου, βρισκόμαστε στο Κιλκίς, εγώ ονομάζομαι Χριστίνα Καραδήμου, είμαι ερευνήτ…ιαβάσουμε. Δεν είχα κάτι, ας πούμε, να πω: «Αμάν, έκανα κάτι παιδικό». Έκανα, να, σε λέω, τον αργαλειό, παιδικό δεν θυμάμαι τίποτα να χαρώ.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 2
Τα κορίτσια τις δεκαετίες του ’30 - ’40: Ο αργαλειός, η δουλειά στα χωράφια και οι δυσκολίες της ζωής
00:10:57 - 00:19:20
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Για τον αργαλειό, θες να μου πεις; Τον αργαλειό που βάζαμε αργαλειό και υφαίναμε. Δεν ξέρεις εσύ τώρα τι θέλει να πει αργαλειός. Δεν έχω … τα βάλαμε εδώ. Αυτόν τον έχουμε στην αποθήκη, αυτόν που έχουμε στην αποθήκη τον είχαμε εδώ πέρα, αυτά. Να μην σε λέω πολλά, πολλά σε είπα.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 3
Ο γάμος, ο εμφύλιος και τα έθιμα στο χωριό
00:19:20 - 00:26:27
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Μια χαρά τα λες! Τον παππού πότε τον παντρεύτηκες; Τον παππού τον παντρεύτηκα το ‘57 αρραβωνιάστηκα, ‘58 παντρεύτηκα, το ‘59 γεννήθηκε ο Δ…υτό», λέει! Η Ξυλοκερατιά δεν τη έλεγε, την έλεγε «το Γιαντζηλάρ» το παλιό. Αυτά είναι τα έθιμά μας τα καλά, του χωριού μας. Τι άλλο έθιμο;
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 4
Η εξέλιξη της οικογένειας και αναμνήσεις ζωής
00:26:27 - 00:41:42
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Ο παππούς ήταν κι αυτός γεωργός. Γεωργός, γεωργός. Εσύ συνέχισες να πηγαίνεις μαζί του στα χωράφια; Είχες δηλαδή επαφή με τα χωράφια; Ε ν…είναι παραμύθια μου. Μην τα πεις όλα, μη τα γράψεις όλα. Ποια, αυτά που σε λέω. Να πεις εκείνα που πρέπει να πεις. Τώρα σε λέω εγώ όλα τα –
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 5
Οι επιθυμίες για την οικογένεια
00:41:42 - 00:47:11
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Καλά εσύ θα με πεις ποια θέλεις να πούμε. Ωραία, κάνοντας έτσι έναν απολογισμό της ζωής σου, απ’ όλα που μου είπες δηλαδή, αν μπορούσες να α…μως να ΄ρθείς, για να…Το πρωί, αλλά θέλει να φύγει, άμα σε φέρει το πρωί, θέλει να φύγει να πάει να δουλέψει. Να κλείσω το μικρόφωνο; Ναι.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνηση[00:00:00]Είναι Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2022 είμαι με την Σουλτάνα Καραδήμου, βρισκόμαστε στο Κιλκίς, εγώ ονομάζομαι Χριστίνα Καραδήμου, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Γιαγιά μου, καλησπέρα.
Καλησπέρα.
Θα ήθελες να μας πεις λίγα λόγια για εσένα, όπως πού γεννήθηκες και πότε γεννήθηκες;
Ναι. Η χρονολογία που γεννήθηκα είναι το 1938, ναι και γεννήθηκα εδώ στο σπίτι, δίδυμη ήμουν με ένα άλλο, με ένα αγόρι, αλλά το αγόρι έφυγε από τη ζωή και είμαι μόνη. Ναι, είμαστε τρεις αδερφές, οι γονείς μου ήταν πολύ τυρρανισμένοι και κουρασμένοι και στεναχωρημένοι πολύ που έχασαν τα παιδιά τους, και φτώχεια. Δουλειά πολύ, τα χωράφια, ήταν το ζευγάρι, μόνος του είχε, τρια κορίτσια τον έμειναν, δεν είχε βοήθεια καθόλου, ήταν η μαμά μου που τον βοηθούσε. Ζούσαμε φτωχικά, ναι. Τέλος πάντων, περάσαμε πολύ στεναχώρια. Όταν έχασε ο μπαμπάς μου τον αδερφό του, τότε έγιναν τα δύσκολα. Καθόμασταν στο σπίτι, στο σχολείο, στο σχολείο; Μεγαλώσαμε, έπρεπε να πάμε και σχολείο. Ερχόταν μια δασκάλα από τη Θεσσαλονίκη με το τρένο στο διπλανό χωριό, Γαλλικός λέγεται, πήγαιναν δύο παιδιά μεγαλύτερα, την έφερναν εδώ πέρα, για να μας μαζέψει εκεί πέρα, να μας μάθει τα γράμματα. Τίποτα δεν μαθαίναμε τέλος πάντων, αυτή έβλεπε την ώρα πώς να φύγει, γιατί φοβότανε, απ’ τον εμφύλιο, ο πόλεμος που έγινε. Και εδώ στο σπίτι, ύστερα, ο μπαμπάς μου πήρε και όπλο, τον δώσαν όπλο και πήγαινε στο φυλάκιο, η μάνα μου μας έπαιρνε και τα δύο, μείναμε τα δύο, η μεγάλη την έστειλαν στο Καλοχώρι της Θεσσαλονίκης να μένει εκεί πέρα, γιατί φοβότανε εδώ πέρα. Πηγαίναμε στο διπλανό στη θεία μου τη... η μαμά μου μάς έπαιρνε το βράδυ και μινήσκαμε εκεί και ερχόμασταν ύστερα το πρωί ερχόμασταν στο σπίτι, να πάμε και στο σχολείο. Σχολείο, πότε θα διαβάζαμε; Ούτε και γράμματα ξέραμε καλά. Τέλος πάντων, τελειώσαμε πήραμε το πτυχίο μας. Η ζωή μας ήτανε πολύ δύσκολη, από γράμματα καθόλου. Μεγαλώσαμε, αρχίσαμε και πηγαίναμε κι εμείς στα χωράφια μετά, βοηθούσαμε τους γονείς μας και όταν έγινα 15 χρονών, 16, ύστερα άρχισε ο αργαλειός, να φτιάχνουμε, να κάνουμε προίκα, για να παντρευτούμε. Τέλος πάντων! Η προίκα ήταν τα σεντόνια και οι κουβέρτες. Να κάνουμε προίκα, να έχουμε. Με παντρέψανε 18 χρονών, για να πάρουν χωράφια,. Να πάρουν... Δίνανε κλήρο τότε στο χωριό. Και παντρεύτηκα και πήγα σ’ άλλη οικογένεια, άφησα τους γονείς μου και πήγα σε πιο δύσκολη οικογένεια και έζησα. Εκεί στο χρόνο, τον άλλο χρόνο παντρεύτηκε – με δυο κουνιάδια και μια πεθερά είχα εκεί πέρα – παντρεύτηκε ο άλλος ο κουνιάδος και ζήσαμε 4 χρόνια μαζί όλοι σε ένα σπίτι του εποικισμού. Και δόξα τω Θεώ, δουλέψανε και τα παιδιά ήταν αγαπημένα και τα τρία κι εμείς καλά περάσαμε και κάναμε ύστερα και οι δυο σπίτια και φύγαμε από κει και ο μικρός, τον μικρό τον κουνιάδο τον ‘στείλαν στη Θεσσαλονίκη, στον Ευκλείδη και οι δυο οι μεγάλοι δούλευαν εδώ πέρα. Τακτοποιηθήκαμε, καλά περάσαμε. Όταν παντρεύτηκα και ύστερα έκανα το πρώτο μου παιδί, ήταν η χαρά μου. Αυτή ήταν η χαρά μου που έκανα δύο καλά παιδιά, πολύ καλά παιδιά, μεγαλώσανε, σπουδάσανε, κατεβήκαμε κάτω ύστερα που πήγαιναν για γυμνάσιο. Ήρθε ο καιρός ύστερα να παντρευτούνε, πήγαν φαντάροι φυσικά και μετά ύστερα παντρεύτηκαν και έχω τέσσερα εγγόνια που τα χαίρομαι πάρα πολύ. Απ’ τη ζωή μου αυτή ήταν η χαρά μου, η χαρά μου ήταν αυτή. Άλλη ζωή, δεν έκανα και τη καλή ζωή κι εκεί πέρα γιατί εκεί ύστερα παντρεύτηκε ο μεγάλος ο γιος και κοίταζα τα εγγόνια. Και τα δυο τα αγόρια τα μεγάλωσα εγώ, γιατί η νύφη μου δούλευε. Η ζωή ήταν όλο δουλειά, όλο, όλο, όλο δουλειά, δεν είχα[00:05:00] να πω: «Αμάν, σήμερα έχω καλή ζωή!». Ύστερα γυρίσαμε, ήρθαμε στο χωριό πάλι πίσω, μεγαλώσανε τα παιδιά φυσικά, τα πήγαινε στον παιδικό. Ήρθαμε στο χωριό και εκεί η ζωή ήταν διαφορετική, εδώ στο χωριό, πιο ήσυχη, μείναμε οι δυο μας ύστερα. Παντρέψαμε και τον μικρό, έκανε κι εκείνος δύο όμορφα κορίτσια και καλά και ήρθαμε στο χωριό ύστερα και ζούσαμε εδώ πέρα καλά. Τώρα, έμεινα μόνη τώρα και είμαι εδώ στο χωριό. Αυτή είναι η ζωή μου.
Ωραία, να τα πιάσουμε έτσι λίγο κι από την αρχή. Θέλεις να μας πεις για την καταγωγή σου; Και σε ποιο χωριό έγιναν κι όλα αυτά στη ζωή σου.
Στην Ξυλοκερατιά Κιλκίς, ναι.
Ωραία, θα μας πεις και για την καταγωγή σου;
Η καταγωγή μου τι είναι;
Των γονιών σου δηλαδή, από πού ήρθαν.
Οι γονείς που ήρθαν από τη... μικροί ήταν, 10 χρονών ήταν η μαμά μου που ήρθε από την Τουρκία. Ήταν στους Τούρκους εκεί μέσα, στην Τουρκία ήταν, ναι. Κι ο μπαμπάς μου, ο μπαμπάς μου ήταν 15, 15-16 χρονών τόσο, ήρθαν εδώ πέρα. Μικρά ήταν τα παιδιά εδώ πέρα, εδώ ύστερα, εδώ δημιουργήθηκαν. Και τι ήταν, ήρθαν εδώ πέρα, δεν είχαν σπίτια και είχαν τσαντίρια, κάνανε τσαντίρια, για να μείνουν εδώ πέρα, ναι και μετά τους έκανε ο εποικισμός τα σπίτια, το κράτος θέλω να πω, τους έκανε τα σπίτια. Να, και της γιαγιάς το σπίτι αυτό το κράτος το έχει κάνει. Αυτή ήταν η ζωή τους, της γιαγιάς και του παππού η ζωή ήταν πολύ πιο χάλια.
Σας έλεγαν έτσι ιστορίες από τους τόπους τους; Θυμόντουσαν δηλαδή πράγματα; Γιατί εντάξει ήταν μεγάλοι.
Θυμότανε, γιατί δεν ξέρω τι γινότανε και κρυβόταν για τους Τούρκους για μην τους πιάσουν, μην τους σκοτώσουν, κρυβόταν, κρυβόταν μες στους αχυρώνες, μέσα στ’ αυτά, κρυβόταν. Αυτά έλεγαν, για τους μεγάλους που κρυβόταν όχι τα παιδιά, τα παιδιά δεν, αυτό έλεγαν, γι’ αυτό φύγαν και από την Τουρκία και ήρθαν εδώ πέρα.
Από πού ήτανε; Θυμάσαι το, πώς λέγανε τον τόπο τους;
Ναι –
Αν ήταν από χωριό;
Ναι, ναι, χωριό, απ’ το… απ’ το Ασμπουγά, το χωριό λεγόταν Ασμπουγά. Η γιαγιά η Δήμαινα ήταν απ’ το Σαράι. Ναι, οι άλλοι ήταν όλοι απ’ το… Και ο παππούς ήταν απ’ το Χάσκιοϊ και του παππού σου οι γονείς ένας ήταν απ’ το Χάσκιοϊ και άλλος, η μάνα απ’ το Σαράι. Το Σαράι είναι κωμόπολη, είναι καλό στην Τουρκία. Στη Τουρκία που ήταν, ήταν από εδώ στο μικρό στο αυτό, δεν ήταν μες στην Κωνσταντινούπολη, ήταν εδώ στο, μόλις μπαίνεις απ’ το, πώς λέγεται για το…
Ανδριανούπολη;
Στην Ανδριανούπολη εκείνο το μέρος, εκεί πέρα ήταν. Εμείς ήταν το Ασμπουγά, Ασμπουγαλίδες ήταν οι δικοί μας.
Τι θυμάσαι έντονα από την παιδική σου ηλικία;
Παιδική μου ηλικία... Τι να σου πω πουλάκι μου θυμάμαι. Τα καλά μου ή τα κακά μου;
Ό,τι θέλεις πες!
Παιδική ηλικία; Δεν είδα κάτι, να έχω κάτι να το θυμάμαι με τη χαρά μου, δεν είχα. Δεν έκανα κάτι να πω αχ αυτό το έκανα από μόνη μου και χάρηκα. Δεν είχα. Τα παιχνίδια που παίζαμε, ναι. Παίζαμε εδώ, εδώ ήταν, εδώ ήταν όλα ανοιχτά. Δεν έχει ούτε φραγμένα ούτε τίποτα. Όλα ήταν ανοιχτά εδώ πέρα, παίζαμε εκεί και κρυφτό παίζαμε τα κορίτσια, ήταν εδώ οι γειτόνισσες, πώς τις λένε, η Αργυρώ η, μια ξαδέρφη μου την έλεγαν Σουλτάνα εδώ πέρα, όλες μαζευόμασταν εδώ πέρα, η Ματούλα από κει μαζεύαμε και παίζαμε εδώ πέρα. Ε, παίζαμε, αλλά όχι και τόσο πολύ να πω: «Αμάν, κάθε μέρα να παίζουμε!» Θέλαμε να κεντάμε, ναι, όταν γίναμε 12-13 χρόνων αρχίσαμε να κεντάμε, να φτιάχνουμε προίκα, ναι. Αυτή ήταν η χαρά μου, έχω ένα σορό κεντημένα, πότε να τα κεντήσω αυτά; Τι άλλο να σε πω μάνα μου;
Τι παιχνίδια έπαιζες μικρή;
Μικρή να, σε λέω αυτή την, αυτό που γυρνούσαμε... Παίζαμε το κουτσό, φτιάχναμε γραμμές και πετούσαμε, φτιάχναμε το σκοινάκι έτσι και πηδούσαμε, αυτά ήταν. Βάζαμε και κάτι κεραμίδια, τα στήναμε και τα χτυπούσαμε με τη μπάλα να σπάσουνε, άμα τα ταίριαζες[00:10:00] και τα έσπαγες, κέρδιζες, ναι. Άμα δεν τα έσπαγες δεν...Αυτά ήταν τα παιχνίδια μας, δεν είχαμε παιχνίδια, κάτι, αυτά, να τα χαίρεσαι.
Για το σχολείο θέλεις να μου πεις;
Το σχολείο να σε πω, στα είπα. Πηγαίναμε, η δασκάλα μας που πηγαίναμε εκεί πέρα, τα μαθήματα δεν μάθαμε τίποτα, Δεν ξέραμε τίποτα. Αν μπορούσες και διάβαζες στο σπίτι μάθαινες κάτι, εμείς, ερχόμουν εδώ πέρα, να παίξω κιόλα ήθελα, να κάνω και κάτι να βοηθήσω και τη μάνα μου που ήθελε κάτι, διάβασμα καθόλου, να ανοίξουμε να διαβάσουμε. Δεν είχα κάτι, ας πούμε, να πω: «Αμάν, έκανα κάτι παιδικό». Έκανα, να, σε λέω, τον αργαλειό, παιδικό δεν θυμάμαι τίποτα να χαρώ.
Ενότητα 2
Τα κορίτσια τις δεκαετίες του ’30 - ’40: Ο αργαλειός, η δουλειά στα χωράφια και οι δυσκολίες της ζωής
00:10:57 - 00:19:20
Για τον αργαλειό, θες να μου πεις;
Τον αργαλειό που βάζαμε αργαλειό και υφαίναμε. Δεν ξέρεις εσύ τώρα τι θέλει να πει αργαλειός.
Δεν έχω καθίσει σε αργαλειό, αλλά ξέρω τι είναι.
Ναι δεν ξέρεις, ναι αυτό. Αργαλειό ήταν ένας αργαλειός εδώ κι έβαζες το πανί εδώ πέρα κι από δω έβαζες το χτένι, το χτυπούσες και γινόταν πανί, αυτό. Τώρα κι αυτοί που θέλουν να τα ακούσουν και αυτοί δεν ξέρουν τι θέλει να πει αργαλειός.
Ε, γι’ αυτό να μας πεις τι ήταν.
Ναι, τι να σας πω, να ήταν ένα καλό πράγμα που έβαζες το πανί και ύφαινες. Το τύλιγες στον αργαλειό, αυτό απ’ την αρχή ακόμα το ‘βαζες και το ‘φτιαχνες για να γίνει το φελεμένι, να το κάνεις να γίνει αυτό. Ύστερα το μάζευες στον αργαλειό, ένας τραβούσε κι άλλος γυρνούσε το αυτό και το μάζευε. Το ‘βαζες σε σειρά, ο αργαλειός είχε 2 πόδια, ένα από εδώ κι ένα από κει που στεκόταν καλά, σταθερός κι είχε και το χτένι, είχε… Πρέπει να τα, η γιαγιά τα ‘χει, κατά πού τα ‘χει τα χτένια της; Τα χτένια, τα ‘βαζες στο ξυλόχτενο και τα χτυπούσες, έτσι καθόσουν και τα πατούσες, είχε και πατήτριες και πατούσες κι έφτιαχνες πανί. Τα ψηφωτά, σας έχω δώσει τέτοια ψηφωτά τα βλέπεις; Να αυτά όλα στον αργαλειό τα έκανα, τα ύφαινα.
Ποιος σου έμαθε αργαλειό;
Η μάνα μου, η μάνα μου. Η αδερφή μου μεγαλύτερη που ήταν κι εκείνη έμαθε απ’ τη μάνα μου και μας έδειχνε κι εμάς. Εγώ περισσότερο κι η αδερφή μου έκανε, αλλά εγώ περισσότερο ήξερα, στον αργαλειό έφτιαχνα και για τη Βασιλική πιο μικρή. Ναι, ό,τι έφτιαχνα για ‘μένα έφτιαχνα και για εκείνη.
Σου άρεζε;
Μ’ άρεζε γιατί η Βασιλική ήταν της βόλτας. Είχε παρέα, ήθελε όλο να γυρνάει. Είχε μια ουρά κι όταν την έβλεπα που γυρνάει: «Κι εμένα με άφηνες και φτιάχνω, λέω, κι εσύ, λέω, έχεις την άλλη και γυρίζεις». Ήταν 4 χρόνια μικρότερη από εμένα, εγώ ήμουν μεγαλύτερη. Άλλο τι να σε πω παιδί μου;
Αυτό βασικά, πώς ζούσες σαν κορίτσι εκείνα τα χρόνια.
Εκείνα τα χρόνια δεν είχε κορίτσια. Εκείνα ήταν μόνο δουλειά να φτιάχνουν, τα κορίτσια δεν είχαν βόλτες. Έφτιαχνα μια βόλτα την Κυριακή όταν μεγάλωσα κι έγινα 15 χρονών, με παρέα βόλτα εδώ, από δω που γυρνούσαμε, αυτόν τον δρόμο τον κεντρικόν μέχρι πέρα και γυρνούσαμε, φτιάχναμε βόλτα. Κι είχε κι ένας – αυτό δεν στο είπα – είχε ένας που πουλούσε ματζούνι, ναι. Έπαιρνα μισό ευρώ, μισή δραχμή, ένα ματζούνι και γλείφαμε και το ματζούνι και περπατούσαμε, αυτή ήταν η βόλτα μας, το έξοδό μας!
Το ματζούνι τι είναι;
Το ματζούνι τι είναι τώρα. Είναι, πώς είναι τα, αυτά, πώς να σε πω; Το γλείφουν σαν καραμέλα –
Γλειφιτζούρι;
Ναι, σαν καραμέλες είναι που το βάζουν στο ξύλο και το γλείφεις. Είναι, πρέπει να υπάρχει και τώρα πρέπει να έχει τέτοια πράγματα. Πώς είναι το λουκούμ, αλλά είναι σε, σε χρώμα, έχει και πράσινο, έχει και κόκκινο, έβαζες μέσα και χρώμα και το έφτιαχνες.
Γλειφιτζούρι.
Ναι. Το γλείφαμε, το ‘φτιαχνε αυτός ο ίδιος, η γυναίκα του το ‘φτιαχνε ναι, και το ‘βαζε στο ξυλαράκι, ένα μείγμα έτσι ήταν αυτό και το ‘γλειφες εσύ. Το γλειφιτζούρι. Αυτά κερνιόμασταν. Σπόρια παίρναμε, ναι, σπόρια και τρώγαμε σπόρια στο δρόμο, στο δρόμο, δεν είχε καφετέριες να πας να κάτσεις καφετέριες, η βόλτα ήταν αυτή, να κάνουμε βόλτα. Άλλη, άλλη ζωή δεν έκανα έτσι να πω «αμάν, έκανα κάτι».
Και στα χωράφια που λες, που πήγαινες από μικρή;
Στα χωράφια, να πήγαινα για να…[00:15:00] θέριζαν και μαζεύαμε και μαζεύαμε τα δεμάτια ύστερα. Μαζεύαμε τα δεμάτια να τα κάνουμε, τα ‘φτιαχναν ύστερα θημωνιά μες στο χωράφι, για να πάνε να τα μαζέψουν ύστερα απ’ το κάρο, να τα φέρουν να τα κάνουν θημωνιές, για να ‘ρθει η πατόζα να τα αλωνίσει. Τέτοια πράγματα ούτε τα ξες, ούτε, ούτε, ούτε να τα μάθεις. Ναι, τέτοια τυραννία να μη τη μάθεις ποτέ σου. Τώρα; Τώρα δεν έχει τίποτα. Ύστερα που έγινε η κουμπίνα, που πήραμε κουμπίνα, ύστερα σωθήκαμε, δεν είχε δεμάτια να μαζεύεις. Πήγαινε η κουμπίνα μες στο χωράφι και τα άλωνε. Αλλά η κουμπίνα την πήραμε το ‘67, την κουμπίνα, ναι. Απ’ το ‘67 κι ύστερα η ζωή άλλαξε πολύ. Με τα τρακτέρια οργώνανε, με τα τρακτέρια όλες οι δουλειές γινότανε, είχαν, πήραν κι αυτοκίνητα, είχε και μέσον για να πας στη Θεσσαλονίκη. Όταν ήταν να γεννήσω τον Δήμο, τον γέννησα εδώ στο χωριό, δεν είχε αυτοκίνητο. Είχε ένα αυτοκίνητο μονάχα, αυτό, τα Τ.Ε.Ι. που είχαν τα, τα Τ.Ε.Ι. λέγονταν αυτοί τα Τ.Ε.Ι. που ήτανε, ήτανε που είχανε τα όπλα στο Γαλλικό. Και είπαν αυτόν: «Αν δεν μπορείς να γεννήσεις, θα ‘ρθει το αυτοκίνητο αυτό, για να την κατεβάσουμε κάτω, γιατί άργησα πολύ εγώ. Απ’ την ημέρα που είχα πόνους, γεννήθηκε 4:00 η ώρα το πρωί, ναι, η μαμή εδώ πέρα στο σπίτι. Ύστερα το, με το Δημήτρη κατέβηκα κάτω. Ήρθα, μοναχιά ήμουνα εδώ, τότε ήμουν στα πεθερικά μέσα εκεί. Ύστερα εδώ που ήρθα εδώ πέρα με έσπασαν τα νερά, είχε αυτοκίνητο, είχε ένας εδώ στο χωριό αυτοκίνητο και κατέβηκα κάτω και γεννήθηκε ο Δημήτρης.
Με μαμή ε;
Μαμή, ναι. Γυναίκα ήταν. Ήταν μια πολύ καλή, πολλά παιδιά πήρε εδώ στο χωριό. Εδώ γεννούσαν ύστερα, δεν είχε μέσο να κατεβείς κάτω, ναι. Αφού πήρα εγώ το αυτοκίνητο, ένα αυτοκίνητο είχε εδώ στο χωριό, το πήραμε εμείς εδώ, ξάδερφός μου που ήταν, και η Βασιλική ύστερα την έπιασαν οι πόνοι από δω για ‘ρθει, με τι να ‘ρθει; Ήταν το φορτηγό, φόρτωνε στάρια, για να πάει να τα πουλήσει Θεσσαλονίκη, την έβαλαν στο φορτηγό και την έφεραν κάτω. Την έφεραν μες στην πόλη, ύστερα πήρε ταξί και ήρθε στο νοσοκομείο. Μα ήταν… η ζωή ήταν πολύ τυρρανισμένη εκείνα τα χρόνια. Αφού δεν είχαμε, δεν είχαμε αυτό, ρε παιδί μου. Ο μπαμπάς μου εδώ πέρα είχε μια σόμπα, πήρε μια σόμπα τι είναι εκείνη, κι έβαζε άχυρο και ζεσταινόμασταν. Ένας, ήταν εκεί μέσα, εκείνος ο ίδιος, δώσ’ του και φούρνιζε άχυρο, δεν είχε ξύλα για να κάψουμε. Δεν είχε όπως τώρα. Ύστερα εδώ που παντρεύτηκα κι εδώ είχα μια σόμπα μόνο εδώ στη κουζίνα. Μέσα το σπίτι ήτανε κρύο, ναι. Εδώ στην κουζίνα είχαμε ζεστούλα με τη σόμπα κι εκείνη με το πετρέλαιο πότε βούλωνε, πότε έφτιαχνε. Είχαμε τη γιαγιά εδώ πέρα και κοιμόταν με τη σόμπα. Ή είχαμε κουζίνες; Τίποτα. Είχα μια πετρογκάζ γιατί είπα εγώ: «Κάνε μια εγκατάσταση», λέω. Δεν τα πιάνω εδώ πέρα ε; Δε γράφονται που τα λέω.
Όχι, γράφει.
Αυτά που λέω τώρα τα γράφει; Λέω στον παππού σου, λέω: «Βάλε, να βάλουμε, να κάνουμε εγκατάσταση, λέω, και να πάρουμε και κουζίνα». «Ναι σε πήρα πετρογκάζ, λέει, θέλεις και κουζίνα». Ναι, κι έκανα τώρα εγκατάσταση κι έχω δυο κουζίνες, όχι μία. Τέτοια χρόνια περάσαμε, δύσκολα, πολύ δύσκολα χρόνια, ναι. Αυτά ήταν τα καλά. Κάναμε το σπίτι, πάγκο δεν είχαμε, είχαμε ένα χτισμένο εδώ πέρα. Ούτε ντουλάπια ούτε τίποτα, κουρτινάκια έκανα για να μη φαίνονται τι έχω από μέσα. Και ύστερα κάναμε τον πάγκο εδώ πέρα, τώρα δεύτερος πάγκος αυτός. Είχαμε τον παλιό, θυμάσαι; Το θυμάσαι; Μπα, δεν το θυμάσαι. Α καλά, όχι δεν τα θυμάσαι γιατί χάλασαν, αυτά ήταν στο σπίτι το παλιό. Πήρατε κάνατε άλλα εσείς κι αυτά τα πήραμε τα βάλαμε εδώ. Αυτόν τον έχουμε στην αποθήκη, αυτόν που έχουμε στην αποθήκη τον είχαμε εδώ πέρα, αυτά. Να μην σε λέω πολλά, πολλά σε είπα.
Μια χαρά τα λες! Τον παππού πότε τον παντρεύτηκες;
Τον παππού τον παντρεύτηκα το ‘57 αρραβωνιάστηκα, ‘58 παντρεύτηκα, το ‘59 γεννήθηκε ο Δήμος. Αυτά ήταν. ‘57, ‘58, 12 Οκτωβρίου. Το ‘57, ναι το ‘57 ήταν Πάσχα, Γιώργης που αρραβωνιάστηκα, που δώσαμε λόγο, 6 μήνες με κυνηγούσε και δεν ήθελε ο… Δεν ήθελε ο μπαμπάς μου γιατί [00:20:00]ήμουνα μικρή, ναι, αλλά επέμενε ο αδερφός του εδώ πέρα, του Νίκου, δεν τον θυμάσαι τον Νίκο. Τον θυμάσαι; Δεν τον θυμάσαι. Δεν πρέπει να τον θυμάσαι της Σταυρούλας τον Νίκο. Δεν τον θυμάσαι, ήσουν μικρή. Και που επίμενε γιατί, η Σταυρούλα είναι η αδερφή του παππού σου, επιμέναν για εκεί, είπε και ο αδερφός του ύστερα: «Καλό είναι το παιδί, καλό είναι το παιδί» και μ’ έδωσαν. Εγώ δεν τον γνώριζα, να πω ότι τον γνώριζα, γιατί αυτός – ο παππούς σου – εμίνησκε στη Σίνδο με τη φοβέρα που ήταν εδώ πέρα. Τελείωσε από κει, ήρθε εδώ, έφυγε φαντάρος, μα δεν τον ήξερα καθόλου, ούτε... Επειδή ήταν και μεγάλος δεν έδινα σημασία, άσε και κανέναν δεν είπα ότι «αχ, αυτόν αγάπησα». Ναι, δεν αγάπησα κανέναν να πω – Ε, τι ήμουνα; 18 χρονών, τι να αγαπήσω και τι να… Και με πάντρεψαν κιόλα και τελείωσε η ζωή μου. Γελάς! Τα χάλια μας. Τι άλλο θες να σε πω;
Θες να μου πεις και για τον Εμφύλιο;
Τι να σου πω για τον Εμφύλιο για; Ο Εμφύλιος ήταν η φοβέρα μας αυτή. Φοβόμασταν και πηγαίναμε, το βράδυ δεν μνήσκαμε στο σπίτι φεύγαμε αλλού, στα είπα αυτά. Δεν έχω άλλο τίποτα να θυμάμαι, τους δέκα που πήραν, πήραν έναν του παππού, της ανιψιάς του το παιδί, 18 χρονών. Εδώ πέρα έμνησκε. Έφευγε αυτό, ήταν στη Σίνδο, στο Μικρόκαμπο έμνησκαν και πόνεσε το αφτί του κι ήρθε εδώ στη μάνα του. Εκείνο το βράδυ το παρακολουθούσαν και ήρθαν το πήραν. Άλλο δεν είχαμε συγγενή δικό μας, εκτός του πρώτου χρόνου που σκότωσαν τον αδερφό του οι ίδιοι οι χωριανοί. Ήμουν μικρή και στον Εμφύλιο, δε θυμάμαι, τι ήμουν; 10 χρονών. Τόσο, 9-10 χρονών, 9 χρονών. Δεν το θυμάμαι καλά, ας πούμε. Αλλά αυτό το παιδί το θυμάμαι, γιατί ήταν και συγγενής και γειτονιά μας, αυτό θυμάμαι.
Ήθελα, θα ‘θελα να περάσουμε λίγο και στα έθιμα που έμαθες εσύ από τους γονείς σου και τα κρατήσατε κιόλας εδώ στο χωριό.
Τι έθιματα είχαμε για; Έθιμα… Αυτά που σε λέω τώρα, παντρεύονταν κι έκαναν; Να στα πω αυτά; Ναι. Όταν παντρευόταν το ζευγάρι έπαιρναν, για να καλέσουν τους, αυτόν που θέλανε έπαιρναν ένα μπουκάλι ούζο και γυρνούσαν στα σπίτια και κερνούσαν ούζο ότι τον καλάνε για τον γάμο. Το έθιμο ήταν αυτό. Το άλλο, κάνανε τσουρέκια, τότε, τώρα τα κάνουν τα τσουρέκια οι νέες, παλιά έφτιαχναν το ψωμί, ζύμωναν ψωμί. Δεν είχανε, δεν ήξεραν τα τσουρέκια. Έφτιαχναν με το ψωμ που λέμε, με το ψωμ αυτό το έφτιαχναν με τα ρεβίθια. Με το ρεβίθι, το έλιωναν κι έβγαζε τη ξινίλα εκείνη και γινόταν αφράτο το ψωμί. Κι έφτιαχναν τα ξόμπλια αυτά από πάνω και το έσπαγαν στο κεφάλι της νύφης. Αυτά μανούλα μου.
Ε ναι, για τα τσουρέκια έλεγες.
Ναι, κάναν το τσουρέκι κι όταν ήταν για να βάλουν, να στεφανωθεί η νύφη, πήγαιναν την έντυναν νύφη και της… την έβγαζαν το ταψάκι, το αυτό, το κουλουράκι τόσο δα, το ‘σπάγαν στο κεφάλι της και το μοίραζαν τις κοπέλες κι όσοι ήταν καλεσμένοι εκεί δίπλα στη γυναίκα, στη νύφη. Ένα έθιμο ήταν αυτό. Το άλλο έθιμο ήταν που ‘φτιαχναν το τσουρέκι, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, μικρά παιδιά, τα γυρνούσαν γύρω απ’ το σπίτι κι άλλαζαν, έπαιρνε μια το μπουκάλι, μια το ψωμί, 3 γύρους κάνανε κι ύστερα κόβανε το ψωμί και το μοίραζαν στον κόσμο που ήταν μαζεμένος εκεί πέρα. Το ‘λεγαν «κλεφτοκούλικο». Aυτά ήταν τα έθιμα που έκαναν οι γονείς μας και τα φέρανε και σε εμάς και τα φτιάχναμε. Στον Δημήτρη τα κάναμε, στον Δήμο δεν τα κάναμε κάτω που ήμουν. Κάναμε, το σπάσαμε, το ‘στειλα και στην Μαρία το σπάσαμε, και στον Δήμο, αλλά στη… και σε εσάς και στη μαμά σου έστειλα, πρέπει να ‘στειλα, αλλά δε ξέρω άμα το έσπασαν. Δεν τη ρώτησα καμιά φορά αν το θυμάται, ναι, γιατί την έστειλα τσουρέκι εκεί πέρα, για να σπάσει στο κεφάλι της. Ύστερα τη νύφη όταν έρχεται στο σπίτι, η πεθερά την κερνάει γλυκό. Ναι, την κερνάει γλυκό και την δίνει κι[00:25:00] ένα ψωμί μες στα χέρια της, για να ΄ρθει μες στο σπίτι, τσουρεκάκι πάλι, ναι. Αυτά είναι τα έθιμα που έχουμε, ας πούμε, τα καλά, ναι. Έθιμα είναι που κάνουμε το τραπέζι όταν παντρεύονται κάνουν γλέντι. Το Σάββατο το βράδυ το κάνει η νύφη, την Κυριακή το κάνει ο γαμπρός. Τα κάνανε, τώρα τελείωσε τώρα τα κάνουν τα κέντρα, τότε τα ‘φτιαχναν στα σπίτια. Όταν παντρευτήκαμε εμείς έτσι ήταν. Όταν παντρευτήκαμε εμείς παντρεύτηκε και η εξαδέρφη μου η Σουλτάνα δίπλα, αυτού που πηγαίναμε στο σπίτι. Δεν μπορώ, δεν τους ξέρεις εσύ τώρα τη… της Βάγιας η μάνα, δεν τη ξέρεις. Δεν τη… ο Γιώργος τους ξέρει, γιατί με τα παιδιά ήταν συνομήλικοι. Κι εκείνοι είχαν γλέντι κι εμείς γλέντι εδώ πέρα το Σάββατο το βράδυ, ναι. Κι ήρθε ένας, της γιαγιάς της Δήμαινας ο αδερφός απ’ την Ξάνθη, ήρθε μια φορά λέει κι είδε που ‘βαζαν τα μαχαίρια πάνω στο τραπέζι οι χωριανοί και λέει: «Εδώ τώρα, άμα γίνει αυτός ο γάμος θα σκοτωθούν αυτοί εδώ πέρα». Και όταν είδε ότι έγινε το γλέντι λέει: «Βρε άλλαξε, λέει, το Γιαντζηλάρ, λέει, δεν είναι αυτό», λέει! Η Ξυλοκερατιά δεν τη έλεγε, την έλεγε «το Γιαντζηλάρ» το παλιό. Αυτά είναι τα έθιμά μας τα καλά, του χωριού μας. Τι άλλο έθιμο;
Ο παππούς ήταν κι αυτός γεωργός.
Γεωργός, γεωργός.
Εσύ συνέχισες να πηγαίνεις μαζί του στα χωράφια; Είχες δηλαδή επαφή με τα χωράφια;
Ε ναι, είχαμε χωράφια. Όταν παντρεύτηκα εγώ, είχαμε πάρει το τρακτέρ και πήραμε και θεριστική και μαζεύαμε δεμάτια. Θερίζαμε, εκείνος ήταν, εκείνος ήταν στο τρακτέρ, εμείς με τον Γιώτη, τον πρώτο, τον πρώτο χρόνο – φυσικά δεν είχα γεννήσει τον Δήμο – ανοίγαμε δρόμο με το δρεπάνι, για να περάσει η μηχανή να μην πατήσει το στάρι. Να περάσει το τρακτέρ μπροστά και πίσω η μηχανή, και ανοίγαμε δρόμους…, αυτή τη δουλειά ήταν πιο ελαφριά, δεν ήταν να θερίσεις το χωράφι όλο, ναι. Ανοίγαμε, όταν παντρεύτηκα και πήγα εκεί πέρα ήταν διαφορετικά γιατί πήραν τρακτέρι και όργωναν με το τρακτέρι. Εδώ ο παππούς, όμως, όταν ήμουν μικρή είχε το ζευγάρι ήταν, με το ζευγάρι ήταν, πιο τυραννισμένη ζωή ήταν και πιο λίγη παραγωγή έβγαζαν. Ύστερα, δούλεψαν πολύ γερά ύστερα, που πήραν το τρακτέρ και τα τρία και δημιουργήθηκαν, να κάναμε σπίτι εμείς, κάναμε τον Γιώτη, τον Γιάννη τον έδωσαν λεφτά κι αγόρασε σπίτι Θεσσαλονίκη. Και αυτά τα έξοδα που έκαναν εδώ, εκείνος δεν ήθελε εδώ στο χωριό, επειδή δούλευε και κάτω, δούλευε σ’ ένα – σε είχε πει – στα κρέατα δούλεψε και πήρε σπίτι στη Θεσσαλονίκη εκείνος. Νέος έφυγε στη Θεσσαλονίκη ο μικρός. Εμείς φύγαμε μεγάλοι. Ναι, ύστερα πήραμε το ταξί που πήραμε, όταν έφυγαν και τα δυο τα παιδιά στη Θεσσαλονίκη, ύστερα εμείς οι δυο «και τι κάνουμε εμείς εδώ; Εμείς εδώ καλά τρώμε, εκείνα τι τρώνε εκεί πέρα;» 1 χρόνο έκατσαν μαζί τα δυο τους, ο Δημήτρης με τον Δήμο. Κάθονταν σε ένα μικρό σπιτάκι – δεν ξέρω άμα στο ‘δειξαν καμιά φορά – στο ‘δειξαν που μινήσκαν; Ένα δωμάτιο μονάχα ήταν και μια στενή κουζινίτσα και το καμπινέ έξω, 4 σκαλιά σιδερένια να ανεβείς. Εκεί έζησα πολύ γιατί πάγαινα, κάθε βδομάδα τους πάγαινα φαγητό. Από εδώ απ’ το λεωφορείο κι έζησα, να τους πλύνω, να τους κάνω εκεί πέρα, να τους πλύνω. 1 χρόνο ο Δήμος έκατσε με την πεθερά μου. Εκεί έπλενα την πεθερά μου, τα ρούχα του παιδιού τα ‘παιρνα εδώ πέρα, εκείνη την έπλενα εκεί πέρα, εκεί στο μπάνιο. Είχαν και μπάνιο, είχαν κι αυτό, έξω. Εκεί μέσα έβαζα κι εκεί ούτε ξύλα, ούτε αυτά, να ανάψεις ξύλα, να ανάψεις φωτιά, να την πλύνεις. Τέλος πάντων, πέρασα πάρα πολλά. Ύστερα, τώρα τι δουλειά να κάνω εγώ, πού πάω, μπορώ να πάω σε μαγαζί και να φωνάζω: «Ορίστε, περάστε»; Αποφασίσαμε και πήραμε ταξί και πήραμε τον Γιάννη μαζί. Πήραμε το ταξί και κατεβήκαμε κάτω το ‘75, το ‘75 κάτσαμε μέχρι το ‘80, το ‘90 παντρεύτηκε ο Δημήτρης; Το ‘91; Το ‘90, μέχρι το ‘90. ‘90-’91. Το ‘92 παντρεύτηκε που πέθανε η μάνα μου, το ‘92, το ‘91 ήρθαμε εδώ ύστερα. Εδώ και διόρθωσε το σπίτι ύστερα, άλλαξε την κουζίνα, το δωμάτιο που κοιμόσουν εσύ ήταν με την κουζίνα σας μαζί και είχε πόρτες. Τα χάλασαν αυτά και τα έκανε δωμάτιο χωριστό κι έκανε τη κουζίνα με το σαλόνι μαζί. Έκανε κάμποση δουλειά εκεί πέρα. Άλλαξε τα ντουλάπια, τα πήραμε εδώ πέρα, έκανε άλλα. Ήρθαμε εδώ στο χωριό ύστερα και [00:30:00]ήμασταν οι δυο μας. Ύστερα ερχόσασταν εσείς, γεννηθήκατε. Εσύ, όχι, η Άννα, γεννήθηκες εσύ ήρθα. Όταν γεννήθηκες ήμουν στη κλινική, ήμουν. Μας πήρε τηλέφωνο και ήρθαμε κατευθείαν. Κι ήταν κι ο παππούς εκεί πέρα κι η γιαγιά η άλλη κι ο παππούς, ήμασταν και οι τέσσερις, περιμέναμε. Στην Άννα ήταν για να πάω εκδρομή με την Κωσταντινιά, έφτιαχνε η Κωνσταντινιά εκδρομή με μια φιληνάδα που είχε κάτω εκεί. Θα πάω, θα πάω, ήρθε ο Γιώτης: «Άντε, λέει, Σουλτάνα γιατί δεν έρχεσαι;» «Γιώτη δεν θα ‘ρθω». «Γιατί;» Λέω: «Περιμένω και τη Βίκυ, λέω, με φαίνεται θα γεννήσει, είναι οι μέρες της τώρα. Μην τυχόν και φύγω και τύχει και γεννήσει, λέω και δεν είμαι». Εκείνη δεν έφτασα να… ούτε τον μισό τον δρόμο, με παίρνει η μαμά σου τηλέφωνο, λέει: «Εδώ είσαι;», λέω: «Σε περιμένω», «Άντε έλα, αφού με περιμένεις», ναι. Για να πάρω εσένα, γιατί σε άφηκε στην αυτήνα, στη διπλανή, στην Βιργινία σ’ άφησε. Πήγε στη κλινική, δεν ήρθα εκεί πέρα που γεννήθηκε η Άννα, πήρα εσένα κι είχα εσένα. Έκατσα 1 μέρα, σε πήρα εσένα, πήγαμε, είδαμε το μωρό, την άλλη μέρα σε παίρνω σε φέρνω εδώ στο χωριό. Να στα πω αυτά; Να στα πω! Ήρθες εδώ πέρα, μια χαρά τη μέρα. Έκατσες 8 μέρες, γιατί βγήκε απ’ τη κλινική η μαμά σου κι έπαθε στοματίτιδα η Άννα. Και «Θα την κρατήσεις, λέει, για να μη κολλήσει κι εκείνη», γιατί κι εσύ ήσουν μικρή, 4 χρονών ήσουν. «Φυσικά θα το κρατήσω», λέω. Εντωμεταξύ άλλαξες και το pampers εδώ που ήρθες, πώς έλεγες: «Τέρμα το pampers!». Και τέλος πάντων, τη μέρα καλά, το βράδυ: «Τη μανουλίτσα μου θέλω, τη μανουλίτσα μου θέλω». «Ναι τη μανουλίτσα σου τώρα, θα πάμε στη μανουλίτσα σου, αλλά εγώ σε θέλω εδώ πέρα». Εγώ δεν έλεγα ότι είναι άρρωστο το μωρό. «Σε θέλω εγώ, σε αγαπάω τόσο», «Μ’ αγαπάς αλλά εγώ τη μανουλίτσα μου θέλω», ναι. Έκαναν ένα χορό, η Κωσταντινιά ήταν στο χορό χόρευε, θυμάσαι που χόρευε ε; Και πήγαμε σ’ ένα χωριό εκεί πέρα, ωραία, την είδες, χάρηκες τι ωραία, ήρθαμε εδώ πέρα ύστερα, βράδιασε: «Γιαγιά τη μανουλίτσα μου θέλω». «Θα πάρουμε την Κωνσταντινιά τηλέφωνο να την πεις πόσο – εγώ να σ’ αλλάξω κουβέντα – να την πεις πώς χόρευε, που την άρεσες και την έκανες». «Θεία Ντίνα εγώ τη μανουλίτσα μου θέλω!». Αυτά! 8 μέρες σε κράτησα, αλλά στενοχωρέθηκες, ήθελες, κάθε βράδυ ήθελες τη μανουλίτσα σου, ναι. Την μέρα δεν σ’ άρεζε, πάγαινες, πάγαιναμ στην αυτήνα πολύ, στη Δέσποινα. Πώς την έλεγες την Δέσποινα; Πε, πε, Πέπη; Δεν μπορούσες να πεις το Δέσποινα, το Δε, Πε, Πέποινα, ούτε Πέποινα, Πέπη, Πέπη, Πέπη, Πέπη, Πέπη. Ναι δεν μπορούσες να το πεις, μικρή ήσουνα, δεν μπορούσες τα δύσκολα τα αυτά να πεις. Το βου, τα αυτά δεν μπορούσες να τα πεις. Μικρό, 4 χρονών και μιλούσες και καλά που λέει. Πηγαίναμε στη Δέσποινα, περνούσαμε τη μέρα καλά, αλλά το βράδυ: «Τη μανουλίτσα μου θέλω». Ερχόσασταν ύστερα, ερχόσασταν τα δυο σας ύστερα. Η άλλη δεν ήρθε να κοιμηθεί μόνη της, εσύ κοιμήθηκες πολλές φορές μόνη εδώ, η μικρή δεν κοιμήθηκε ποτέ. Μαζί σου κοιμήθηκε. Ήθελε και στη μέση να κοιμάμαι! Τα θυμάσαι; Αυτά ήταν οι χαρές μου με τα εγγόνια. Και τα εγγόνια έτσι τα μεγάλωσα, τα εγγόνια πάλι όταν ερχόταν από την παραθέριση απ’ το camping, κατευθείαν εδώ πέρα. Μελαχρινοί τις έστελνα, ξανθοί ερχόταν εδώ πέρα απ’ τον ήλιο. Ερχόταν και οι δυο με άσπρα μαλλιά, κίτρινα απ’ τον ήλιο, όλη μέρα μες στη θάλασσα ήτανε. Με πήραν κι εμένα μια φορά πήγα στη θάλασσα που ήταν στο camping, λέω: «Ξανά δεν έρχομαι». Έμπαιναν από δω κι έβγαιναν ε, πόσο μακριά μες στη θάλασσα, βαθιά. «Τι είναι αυτό, λέω, που κάνει; Χάθηκαν τα παιδιά» λέω. «Δεν χάνονται – λέει – ξέρουν μπάνιο», λέει. «Ξανά δεν έρχομαι να τα δω, δεν μπορώ εγώ να πεθάνω λέω γι’ αυτή τη ζωή!» Αυτά τα πράγματα.
Στη θάλασσα εσύ μπήκες ποτέ;
Μπήκα, μπήκα, μπήκα με τον θείο μαζί, ναι. Μια φορά είχαμε πάει, νοικιάζαμε σπίτι και πήγαμε, είχε παραθέριση έφτιαχνε η διπλανή μου και ήθελα, ήμασταν πολύ καλά. «Ελάτε, ελάτε, ελάτε» και πήγαμε και πήγα, έκανα μπάνιο στη θάλασσα. Μπήκα να, μέχρι εδώ, γιατί δε ξέρω μπάνιο, όσο κρατούσαν τα πόδια μες στο νερό, αυτό ήταν η θάλασσα. Έβαλα μαγιό όμως, αφού έβαλα μαγιό τελείωσε, μπήκα στη θάλασσα! Δεν έκανα, ποτέ δεν πήγαμε, να κάνω μπάνια δεν έκανα τη θάλασσα, να πω: «Αμάν πήγα στη θά[00:35:00]λασσα». Τώρα εσείς τη χαίρεστε. Εσύ φαντάζομαι θα ξέρεις μπάνιο καλό, γιατί πήγες στο νησί, πρέπει να ‘φτιαχνες μπάνιο που δούλευες.
Ναι, έφτιαχνα.
Καλά είναι, έτσι να ξέρετε. Να τη ζήστε τη ζωή σας παιδί μου, να τη ζήστε. Η ζωή είναι μικρή και να τη χαρείτε. Αυτά ήτανε τα δικά μου. Άλλο τι θες να σε πω;
Να πούμε και λίγο για την πόλη; Θυμάσαι πότε κατέβηκες πρώτη φορά στη πόλη;
Θυμάμαι. Θυμάμαι που κατέβηκα πλατεία του, πλατεία Βαρδάρης ήταν στρόγγυλος γυρνούσαν τα λεωφορεία ένα γύρο, μικρή, μικρή τι ήμουν, 15 χρονών τόσο. Τόσο, τόσο ήταν που πήγα στη Θεσσαλονίκη με τον μπαμπά μου μαζί. Και πήγαμε και στη Σίνδο, γιατί Σίνδο είχε τα ανίψια του όλα ήταν στη Σίνδο, που σκότωσαν τον μπαμπά του κι ύστερα φύγαν όλα, τέσσερα, και τα τέσσερα φύγαν από δω. Και πήγα και σε εκείνους ένα βράδυ και γύρισα πάλι, από μικρή που πήγα. Ύστερα, Θεσσαλονίκη αυτό ήταν το πρώτο που πήγα για πρώτη φορά. Α και είδα, είδα τα αυτά, πώς να, το ξέχασα τώρα να στο πω… Οι μπανάνες. Είδα τις μπανάνες κρεμασμένες και λέω τι κέρατα είναι αυτά έτσι κρεμασμένα αυτά; Δεν είχα, δεν ήξεραν τι ήταν και πώς τρώγονται. Πόσο οπισθοδρομικοί ήμασταν στο χωριό. Τώρα στη πόλη θα ήξεραν φυσικά. Στο χωριό δεν έφερναν τέτοια εδώ πέρα να ξέρουμε. Αυτά ήταν της πόλης, ναι. Τι είναι; Αφού τα θαύμαζα, τι να είναι τώρα αυτά! Τότε ξέραμε το ροδάκινο το ξέραμε, το μήλο το ξέραμε, αυτό τι να είναι, τι να είναι και τώρα βαρεθήκαμε να τα τρώμε. Τέτοια ζωή ήταν η αρχή, οπισθοδρομική πολύ, πολύ οπισθοδρομική ζωή είχαμε. Γέλα με τα δικά μας! Τα είπε κανένας άλλος αυτά;
Δε ξέρω, όσες έχω ακούσει όχι.
Δεν τα είπαν.
Όταν έμεινες στην πόλη, που κατεβήκατε και με τον παππού, τι έκανες στην καθημερινότητά σου;
Όταν, πώς; Στην πόλη που κατεβήκαμε για πρώτη φορά με τα παιδιά μαζί;
Ναι, για να μείνετε.
Τι έκανα; Στο σπίτι ήμουνα και κεντούσα. Κεντούσα κι έπλεκα, ναι. Κεντούσα, ναι. Έπλεκα, τι έχω πλέξει κι από βελόνες και τι έχω πλέξει και με το τσιγκελάκι και τι έχουμε κεντήσει, μη συζητάς. Η δουλειά μου ήταν αυτή, το σπίτι, δεν έβγαινα έξω. Να μαγειρέψω, να πλένω, να κάνω. Ήταν, το σπίτι που μινήσκαμε εδώ πέρα ήταν στο δρόμο τον δικό σας, δεν ξέρω καμιά φορά ο μπαμπάς σου άμα το είπε που μινήσκαμε σε ένα μικρό σπιτάκι εδώ. Ύστερα πήγαμε σε ένα άλλο, τρίτος όροφος, ήταν κι εκείνο για να ανεβείς τα σκαλιά ήθελε μισή ώρα να ανεβαίνεις. Τελικά ύστερα πήραμε το σπίτι αυτό, που πήραμε το σπίτι με το ασανσέρ, ήμασταν πολύ πιο καλά. Δεν είχα να πω «αμάν πήγα Σαλονίκη» και τι, δεν είχα, δεν είχα γνωριμίες, δεν είχα και παρέα. Η παρέα μου αν πήγαινα στη Σταυρούλα, στην Τασούλα, αυτή ήταν η παρέα μου. Δεν είναι, ο χαρακτήρας μου δεν είναι για βόλτες και για κόσμο, ναι. Και σε αυτό το σπίτι που έκατσα τόσα χρόνια, οι γνωριμίες μου ήταν η γειτονιά εκεί πέρα, αυτές εδώ.
Τώρα που είπες, ανέφερες πάλι τα κεντήματα και όλα αυτά, είπες πριν ότι με τον αργαλειό έφτιαχνες τη προίκα σου.
Ναι.
Την προίκα τι την κάνατε;
Η προίκα ξέρεις ποια είναι; Προίκα που λέγαμε, ρούχα που θα πάω, που θα τα ‘χουμε δικά μας, ναι. Τις κουβέρτες μας, αυτά που σας έχω δώσει κι εσάς. Κουβέρτες, τα σεντόνια μας, αυτά ήταν οι προίκες μας. Ήταν όλο υφαντά, δεν είχαμε έτοιμο τίποτα, ναι. Μια κουβέρτα κι ένα, μια κουβέρτα καλοκαιρινή και ναι, και μια κουβέρτα χειμωνιάτικη, καμηλό που πήραμε κι εκείνα τελευταία-τελευταία τα πήραμε. Τα άλλα είναι όλα υφαντά, ναι. Κιλίμια να κοιμηθούμε, για να σκεπαστούμε, δεν είχε κουβέρτες τότες, που γέμισε ο τόπος κουβέρτες. Τότε ήταν το κιλίμι του αργαλειού για να το σκεπαστείς. Ήταν, ήταν, ήταν πολύ οπισθοδρομικός ο κόσμος, δεν είχε. Όλο ήταν με τα μαλλιά, με τα πρόβατα. Να το πλένεις, να το τσιμπήσεις, να το δώσεις στο αυτό να στο κάνουν, να το, με τη λανάρα και να αρχίσεις να το γνέθεις[00:40:00] και να κάνεις δουλειές. Τα ‘φτιαχνε, αυτά τα ‘φτιαχνε η μάνα μου η αλήθεια, ναι. Για να γνέθει και να κάνει, δεν κάναμε τέτοια πράγματα. Ναι, με το αδράχτι εκεί πέρα βγάζεις κλωστή, να το κάνεις κλωστή. Τέτοια δεν, ούτε να τα θυμηθείς, ούτε να τα ζήσεις τέτοια ζωή, ήταν η ζωή πολύ δύσκολη εκείνα τα χρόνια. Και δεν ήταν μονάχα για έναν, ήταν όλοι έτσι, όλοι είχαν αυτό το αυτό. Κι εμείς ακόμα που θέλαμε να κάνουμε, κι εμείς ακόμα θέλαμε να κάνουμε δικά μας αυτά κι είχαμε κεντημένα κιλίμια. Ίσα-ίσα που το σαλόνι εδώ πέρα δεν είχε, δεν είχε, τώρα γέμισε ο τόπος, μέσα άμα πας είναι γεμάτο χαλιά, ναι. Η μαμά σου μ’ έδωσε, η Μαρία μ’ έδωσε, εγώ αγόρασα τότε στο σπίτι που είχα εκεί πέρα, τώρα τα ‘δωσα τη μαμά σου. Και τα 2 που είχα στο σαλόνι, πάρ’ τα λέω και βάλ’ τα στη κουζίνα σου να τα ‘χεις, ναι. Γιατί τα άλλα τα δωμάτια δεν, το ένα το δωμάτιο είναι μικρό, η κρεβατοκάμαρα δεν πάει χαλί, 2 είναι. «Βάλ’ τα εκεί στη κουζίνα σου, λέω, στο σαλόνι, στο καθιστικό σου να τα χαλάσεις Βίκυ». Λέει: «Έχω και τη μάνας μου». Μια βάζεις το ένα, μια βάζεις το άλλο, λέω, να τελειώσεις κι η μάνα σου τα είχε κι εκείνη. Και δεν είχε, η ζωή μας ήταν πολύ τυρρανισμένη εκείνα τα χρόνια. Δόξα τω Θεώ όμως, περάσανε εκείνα και τα ‘χουμε σαν παραμύθια. Τώρα αυτό που σε λέω είναι παραμύθια μου. Μην τα πεις όλα, μη τα γράψεις όλα. Ποια, αυτά που σε λέω. Να πεις εκείνα που πρέπει να πεις. Τώρα σε λέω εγώ όλα τα –
Καλά εσύ θα με πεις ποια θέλεις να πούμε. Ωραία, κάνοντας έτσι έναν απολογισμό της ζωής σου, απ’ όλα που μου είπες δηλαδή, αν μπορούσες να αλλάξεις κάτι, τι θα ήθελες να αλλάξεις;
Εγώ τι να αλλάξω; Ό,τι έχω τώρα, τώρα είναι αλλαγμένα όλα, αυτό, αυτά, αυτή είναι η ζωή μου τώρα. Χαίρομαι που σας βλέπω και είστε χαρούμενα και ευτυχισμένοι οι οικογένειες και οι δυο, αυτά χαίρομαι. Αυτά, τα χαίρομαι αυτά τα πράγματα κι εγώ καλή ζωή φτιάχνω. Ας είμαι μόνη, δεν πειράζει. Πιο καλά, ο τρίτος δεν χωράει. Πιο καλά εδώ μόνη μου, να ‘ρχεστε να με βλέπετε να χαίρομαι. Αυτή είναι η ζωή μου εμένα τώρα. Και λέω, φτιάχνω τη προσευχή μου και λέω: «Μόνο να ‘ναι γερά τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου κι εγώ δώσ’ μου υγεία να τα χαίρομαι». Αυτό θέλω, τίποτα άλλο. Να ‘χω την υγειά μου να τα χαίρομαι τα παιδιά μου. Να ‘ναι ευτυχισμένα και τυχερά. Το λέω κάθε μέρα, ευτυχισμένα σε όλα τους και τυχερά να είναι σε όλα τους. Δόξα τω Θεώ καλά είναι τώρα όλα και τα 4 είναι μια χαρά τα εγγόνια μου και τα παιδιά μου καλά είναι, οι οικογένειές τους μια χαρά. Αυτά, αυτή είναι η ζωή μου. Να, άλλαξε πολύ η ζωή μου, απ’ ό,τι ήταν άλλαξε πάρα πολύ, είμαι χαρούμενη, ναι. Κι ας πέρασα πολλά βάσανα, πολλές στενοχώριες, πολλές αρρώστιες. Τώρα είμαι χαρούμενη, αυτό, χαίρομαι πάρα πολύ. Ειδικά σήμερα χαίρομαι πάρα πολύ. Με μίλησε και η Άννα σήμερα.
Ωραία, άρα έτσι να κλείσουμε, θέλεις να μοιραστείς την πιο ευτυχισμένη ανάμνηση της ζωής σου; Μια στιγμή δηλαδή που τη σκέφτεσαι και είσαι πολύ ευτυχισμένη όταν τη σκέφτεσαι.
Τι να, τι να ‘μαι ευτυχισμένη; Να σκέφτομαι τα παιδιά μου. Να ‘ναι γερά και θα ‘μαι ευτυχισμένη. Τα παιδιά μου, οι οικογένειές τους και οι τέσσερις, είχα δύο και τα ‘κανα οχτώ, να ‘ναι ευτυχισμένα. Αυτό θέλω, αυτό χαίρομαι. Δεν έχω άλλη χαρά περισσότερη απ’ αυτήν. Τι άλλο να σε πω, αυτό είναι. Το χαίρομαι πάρα πολύ αυτό το πράγμα. Γιατί λέω «Θεέ μου δύο είχα – λέω – κι έγιναν οχτώ. Για ποιον, για ποιον να στενοχωρηθώ και για ποιον να χαρώ;» Λέω: «Και τα τέσσερα να ‘ναι ευτυχισμένα και τα οχτώ μαζί να ‘ναι χαρούμενα στη ζωή τους!». Καλά δεν είναι;
Εντάξει γιαγιά μου, να μην σε κουράζω άλλο.
Όχι, να μην με κουράζεις. Αλλά εσύ να καταλάβεις τι θα σε λέω, γιατί σε είπα πάρα πολλά.
Μια χαρά τα είπες. Πολύ ωραία ήταν. Είμαι εντάξει, αν θες εσύ να μοιραστείς κάτι άλλο, ελεύθερα.
Δεν έχω τίποτα να πω, τι να σε πω. Πολύ χαρά είναι. Τις στενοχώριες δεν θα τις λέμε, μόνο τις χαρές, αυτό είναι. Η ζωή να ‘ναι χαρούμενη. Χαίρομαι πάρα πολύ που κρατιέμαι καλά και[00:45:00] έχω τα παιδιά μου γερά κι ευτυχισμένα κι αγαπημένα. Το καλύτερο που είναι αγαπημένα, ναι. Και τα δυο τα παλικάρια μου είναι αγαπημένα και να ‘ναι ευτυχισμένα σε όλη τη ζωή τους, ναι. Να χαίρονται, όχι στενοχώριες, μόνο χαρές, μόνο χαρές. Να τακτοποιήσουν τα παιδιά τους, αυτό εύχομαι. Να τακτοποιηθούν και να ‘ναι ευτυχισμένα τα παιδιά τους. Όταν είναι τα παιδιά τους ευτυχισμένα, θα είναι κι εκείνα ευτυχισμένα. Άλλο δεν έχω. Η ζωή μου είναι να ‘χω την υγειά μου και λέω: «Θεέ μου, τα μυαλά μου και τα πόδια μου να μ’ έχεις. Άμα μ’ έχεις τα μυαλά μου και τα πόδια μου μπορώ να ζήσω», ναι. Να μην χάσω τα μυαλά μου μονάχα, τότε είναι δύσκολα και τα πόδια τα φυλάω να μην πέσω και πέσω στο κρεβάτι, αυτό, φυλάγομαι σαν το αυτό. Αλλά δόξα τω Θεώ, τώρα, τώρα είμαι πιο καλά από πάντα. Πολλά πέρασα, αλλά τώρα είμαι καλά. Την πίεση στενοχωρέθηκα, αφού την έστρωσα τώρα καλά είμαι. Αλλά βλέπω 2 φορές την ημέρα πίεση και το πρωί και το βράδυ, την παρακολουθώ. Έτσι με είπε κι ο γιατρός, την βλέπεις, λέει, τι θα πάρεις. Τη βλέπεις το βράδυ, λέει, άμα τυχόν κι ανεβεί η πίεσή σου θα πάρεις, λέει, μισό απ’ αυτό που παίρνεις το πρωί. Άμα είναι κατεβασμένη δεν θα παίρνεις. Χθες ήταν ανεβασμένη, πήρα μισό. Την καταλαβαίνω, καταλαβαίνω κι απ’ τον εαυτό μου άμα είναι. Δόξα τω θεώ καλά είμαι.
Και καλά να είσαι!
Και καλά να είμαι. Αυτά παιδί μου σε είπα.
Εντάξει γιαγιά μου, σε ευχαριστώ πάρα πολύ –
Ναι.
για τις ιστορίες που μοιράστηκες.
Ναι, ναι, σε είπα πολλές. Τώρα διάβασέ τες εσύ και πες τώρα: «Aυτό, αυτό που είπε τώρα δεν είναι καλό, θα το διορθώσω εγώ», μην τα πεις, μην τα γράψεις όλα.
Εγώ δεν θα το πω αυτό, θα το δούμε μαζί.
Α θα το ξαναδούμε; Θα ξαναρθείς; Έλα, πάλι θα ψήσω! Απόγευμα όμως να ΄ρθείς, για να…Το πρωί, αλλά θέλει να φύγει, άμα σε φέρει το πρωί, θέλει να φύγει να πάει να δουλέψει.
Να κλείσω το μικρόφωνο;
Ναι.
Περίληψη
Η Σουλτάνα Καραδήμου γεννήθηκε και μεγάλωσε στο μικρό χωριό Ξυλοκερατιά του Κιλκίς. Αφηγείται αναμνήσεις από τα παιδικά της χρόνια και τη μετέπειτα ζωή της. Περιγράφει τις δυσκολίες, τις αγροτικές δουλειές στα χωράφια και την προετοιμασία της προίκας. Παράλληλα, μας μιλά για ένα θρακιώτικο έθιμο γάμου, το «κλεφτοκούλικο». Θυμάται τη πρώτη φορά που επισκέφθηκε την Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα την περιοχή του Βαρδάρη και συγκρίνει τη ζωή της πόλης με του χωριού. Πλέον, έχοντας επιστρέψει ξανά στο χωριό όπου μεγάλωσε, ζει ήρεμα τη ζωή της και αυτό που την κάνει ευτυχισμένη είναι να βλέπει την οικογένειά της χαρούμενη.
Αφηγητές/τριες
Σουλτάνα Καραδήμου
Ερευνητές/τριες
Χριστίνα Καραδήμου
Ιστορικά Γεγονότα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
10/08/2022
Διάρκεια
47'
Περίληψη
Η Σουλτάνα Καραδήμου γεννήθηκε και μεγάλωσε στο μικρό χωριό Ξυλοκερατιά του Κιλκίς. Αφηγείται αναμνήσεις από τα παιδικά της χρόνια και τη μετέπειτα ζωή της. Περιγράφει τις δυσκολίες, τις αγροτικές δουλειές στα χωράφια και την προετοιμασία της προίκας. Παράλληλα, μας μιλά για ένα θρακιώτικο έθιμο γάμου, το «κλεφτοκούλικο». Θυμάται τη πρώτη φορά που επισκέφθηκε την Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα την περιοχή του Βαρδάρη και συγκρίνει τη ζωή της πόλης με του χωριού. Πλέον, έχοντας επιστρέψει ξανά στο χωριό όπου μεγάλωσε, ζει ήρεμα τη ζωή της και αυτό που την κάνει ευτυχισμένη είναι να βλέπει την οικογένειά της χαρούμενη.
Αφηγητές/τριες
Σουλτάνα Καραδήμου
Ερευνητές/τριες
Χριστίνα Καραδήμου
Ιστορικά Γεγονότα
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
10/08/2022
Διάρκεια
47'