© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Δουλειά και ελευθερία στη Λήμνο: Μεγαλώνοντας σε μια αγροτική οικογένεια

Κωδικός Ιστορίας
13859
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Μαρία-Αλίκη Μπατζάκη (Μ.Μ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
21/09/2020
Ερευνητής/τρια
Κωνσταντίνο Δογάνη (Κ.Δ.)
Κ.Δ.:

[00:00:00]Καλησπέρα.

Μ.Μ.:

Καλησπέρα.

Κ.Δ.:

Πες μας το όνομά σου.

Μ.Μ.:

Ονομάζομαι Μαρία-Αλίκη Μπατζάκη.

Κ.Δ.:

Βρισκόμαστε, λοιπόν, στη Θεσσαλονίκη. Είναι Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2020, βρισκόμαστε με την Αλίκη. Εγώ είμαι ο Κωνσταντίνος Δογάνης, είμαι ερευνητής στο Istorima. Η Αλίκη θα μας μιλήσει για τα παιδικά της χρόνια μέχρι τα 18 στο χωριό της, στη Λήμνο, για τις εμπειρίες τις με την, στη ζωή εκεί πέρα με τις αγροτικές ασχολίες. Αρχικά, Αλίκη, πες μας κάποια πράγματα για εσένα, γενικά κάπως, να σε γνωρίσουμε.

Μ.Μ.:

Ωραία. Λοιπόν, όπως ήδη ακούσατε, είμαι από τη Λήμνο, από ένα χωριό της Λήμνου, ορεινό θα έλεγα, Σαρδές λέγεται. Μεγάλωσα και έζησα μέχρι 18 χρονών στο νησί. Μετά πήγα για σπουδές, Διοίκηση Τουριστικών Επιχειρήσεων στην Πάτρα. Τελείωσα, ασχολήθηκα πολλά χρόνια με το θέατρο και έχω καταλήξει τώρα να είμαι οδηγός βουνού, να κάνω καταβάσεις φαραγγιών στον Όλυμπο, και ανιματέρ, εμψυχώτρια για τα παιδιά.

Κ.Δ.:

Ωραία, μπορείς να ξεκινήσεις κανονικά με τις πρώτες μνήμες σου.

Μ.Μ.:

Ωραία, αυτά νομίζω είναι… Ωραία. Λοιπόν, πρώτες μνήμες λοιπόν. Ζώντας σε αυτό το χωριό των εκατό και κάτι, εκατόν δέκα, αναλόγως αν ήταν χειμώνας ή καλοκαίρι, κατοίκους στις Σαρδές, αυτό το χωριό, προερχόμενη από αγροτική οικογένεια, θα έλεγα αυτάρκης στα περισσότερα πράγματα και αγαθά, είχαμε την τύχη να παράγουμε και να καταναλώνουμε αυτά που παράγουμε, ας πούμε. Η οικογένειά μου διαθέτει ένα κτήμα –μάντρα όπως τη λέμε εμείς–, με ζώα, πρόβατα, κατσίκια και φυσικά κότες. Αλλά και κάθε εποχή καλλιεργούμε τα εποχιακά λαχανικά αντίστοιχα, οπωροκηπευτικά, και διαθέτουμε και ένα αμπέλι. Ο πατέρας μου έκανε τρία κορίτσια οπότε… Ήτανε άνθρωποι, και αυτός και η μητέρα μου, οι οποίοι ξεκινήσαν από το μηδέν και οι οποίοι κάνανε ταυτόχρονα, η μαμά μου μόνο με τα αγροτικά και το σπίτι, ο πατέρας μου ταυτόχρονα και οικοδομή και στη μάντρα μετά το απόγευμα για να ταΐσει τα ζώα αντίστοιχα. Οπότε εμείς ήταν λίγο δύσκολο να ξεφύγουμε απ’ όλο αυτό, έπρεπε να βοηθάμε. Παρόλο που είμαστε πιο μεταγενέστερες γενιές εννοώ και –ναι, συγγνώμη–, τα περισσότερα παιδιά στην ηλικία μου τότε προφανώς δεν ακολουθούσαν τους γονείς τους, είτε οι γονείς τους δεν τους επέβαλαν το να πηγαίνουν μαζί τους για να τους βοηθάνε σε διάφορες αγροτικές εργασίες. Εμάς ο πατέρας μου ήταν από αυτούς που έλεγε ότι: «Όχι, πρέπει να ρθείτε να βοηθήσετε γιατί δεν έχουμε κάποιον άλλον». Και εγώ και οι άλλες δύο μου οι αδερφές, εγώ είμαι η μεσαία, και η μεγάλη αδερφή, η οποία με περνάει επτά χρόνια, τα πέρασε όλα αυτά και εγώ και αντίστοιχα και η μικρότερη. Η μικρότερη ίσως λίγο λιγότερο. Ωστόσο, και αυτή από πολύ μικρή μπήκε σε αυτήν την κατάσταση, να βοηθάμε κυρίως, όταν είχαμε σχολείο, κυρίως τα σαββατοκύριακα, εκεί που άλλα παιδάκια πηγαίναν να παίξουνε, εμείς ήμασταν εκεί στο κτήμα για να κάνουμε διάφορες εργασίες. Αυτές οι εργασίες τώρα ποικίλανε ανάλογα με την εποχή, όπως πάντα. Θυμάμαι ότι το αμπέλι ήταν από τα πιο δύσκολα πράγματα που έπρεπε να κάνουμε, γιατί σίγουρα κάθε φορά είχε και κάτι να κάνει. Ξεπέτρισμα, σκάψιμο, ακόμα και τσάπα, ρε παιδί μου, γύρω γύρω από το αμπέλι, κορφολογήματα, ξεκαματιάσματα και πάει λέγοντας. Τρύγος, το οτιδήποτε, πότισμα –τότε, όταν ήτανε νέο κιόλας. Και όλα αυτά εμείς εκεί πέρα δύναμη! Θυμάμαι... Εντάξει, η παιδική μου ηλικία είναι απόλυτα συνδεδεμένη με το κτήμα, ωστόσο εγώ το θεωρώ έναν πηγαίο παράδεισο, γιατί είναι στο πουθενά και είναι σε ένα μέρος του νησιού το οποίο έχει πάρα πολλά δέντρα και έχει και νερό που τρέχει ασταμάτητα, έχει πηγή με πόσιμο νερό. Αρκετά στρέμματα. Αλλά δεν έπαυε να το συνδυάζω τότε με την εργασία και πολλές φορές, ενώ έχω πάρα πολλές αναμνήσεις όμορφες, να είναι και πάρα πολλές φορές που, επειδή ήθελα να πάω να παίξω με τα άλλα παιδιά, να έχω αυτό το τσικ, το ότι: «Αχ, γιατί πρέπει τώρα να πρέπει να πάω να δουλέψω με τους γονείς μου;». Είτε για να κάνουμε όπως είπα δουλειές στο αμπέλι είτε για να αρμέξουμε τα πρόβατα, για να φτιάξουμε τυρί, για το οτιδήποτε. Στο οτιδήποτε χρειαζόταν ο πατέρας, δηλαδή βοήθεια, και η μητέρα. Οπότε, ναι, εκεί πέρα. Τι άλλο να πω; Να συνεχίσω, ωραία. Έχω πάρα πολλές αναμνήσεις από κείνα τα χρόνια. Θυμάμαι ένα καλοκαίρι όπου ο μπαμπάς μου είχε πέσει από τη σκεπή όπου δούλευε. Πρέπει να ήμουνα γύρω στα 14 και οδηγούσα μηχανάκι τότε, γιατί ήταν κάπως, με ωθήσαν και οι γονείς μου, υπήρχε και ένα μηχανάκι, ένα Town Mate με μία Sebring επάνω. Οπότε από τα 14 ήθελα κιόλας να μάθω μηχανάκι για να κινούμαι, αλλιώς τον κάναμε με τα πόδια όλον τον δρόμο προς το κτήμα, και ήταν 4 χιλιόμετρα. Και τα καλοκαίρια ήταν σχεδόν καθημερινά αυτό το πράγμα. Έπρεπε να πηγαίνουμε κάτω με τα πόδια και με τη μαμά και τη μικρή μου την αδερφή, η μεγάλη είχε φύγει τότε. Οπότε είτε το κάναμε με τα πόδια είτε αργότερα, έμαθα μηχανάκι. Σε εκείνη τη φάση είχε πέσει ο μπαμπάς μου και έπρεπε να νοσηλευτεί και ήταν στο νοσοκομείο για πάρα πολύ καιρό, οπότε αναλάβαμε εγώ και η μικρή μου η αδερφή –και η μαμά έπρεπε να είναι στο νοσοκομείο για να τον φροντίζει βέβαια–, να πηγαίνουμε να αρμέγουμε δύο φορές τα πρόβατα και τα κατσίκια και να φτιάχνουμε και κάποιο τυρί, ενώ κάποιο άλλο μέρος του γάλακτος έπρεπε να το παραδίδουμε στην Τοπική Ένωση. Και πηγαίναμε, είχαμε γύρω στα τριάντα πρόβατα τότε και γύρω στις δέκα κατσίκες, έβαζα τη μικρή να αρμέγει τα πρόβατα γιατί εγώ το έβρισκα λίγο αηδιαστικό. Δεν μου άρεζε βασικά το βυζί από τα πρόβατα γιατί κατουράνε πάνω στο βυζί τους, λασπώνει λιγάκι. Είναι πιο εύκολο μεν για να τα αρμέξεις, γιατί παίρνει πάρα πολύ λίγο, κάνεις δέκα τραβηξιές του μαστού και τελείωσε. Αντίθετα, οι κατσίκες ήταν πολύ πιο καθαρές, αλλά το βυζί τους ήταν σπαργωμένο που λέμε εμείς, δηλαδή πρησμένο αρκετά, οπότε για να ξεκινήσεις να το μαλακώνεις ώστε να βγει το γάλα απαιτούσε πάρα πολλή δύναμη. Σκέψου, κάναμε τον ίδιο χρόνο και εγώ και η αδερφή μου, αυτή με τριάντα πρόβατα –μικρότερη βέβαια. Αν εγώ ήμουν 14, τότε η Χριστίνα πρέπει να ήτανε 9, 9 προς 10, εκεί. Η Χριστίνα με τα πρόβατα λοιπόν, εγώ με τις κατσίκες, κάναμε τον ίδιο χρόνο για να τελειώσουμε. Εγώ από τις κατσίκες έβγαζα πολύ περισσότερο γάλα απ’ ό,τι βγάζαν τριάντα πρόβατα. Και μετά καθόμασταν κάτω στη μάντρα. Αν ήταν πρωί το πηγαίναμε σίγουρα να το παραδώσουμε πίσω στο χωρίο και αν ήτανε απόγευμα κρατούσαμε κάποιο γιατί το κάναμε τυρί, το μελίχλωρο. Με την αδερφή μου το πήζαμε, βγάζαμε τα σμάνουρα, τα περνούσαμε σε χειροποίητα τριβόλια που φτιάχναν τότε με βούρλα και το αλατίζαμε, το αφήναμε εκεί πέρα και επιστρέφαμε στο χωριό για να παραδώσουμε το υπόλοιπο γάλα. Θυμάμαι ότι ήταν από τα πιο δύσκολα καλοκαίρια, γιατί απαιτούσε αυτό το πρωί-απόγευμα. Ωστόσο, θυμάμαι ότι είχαν πρηστεί πάρα πολύ τα χέρια μου, η πάπια που λέμε, από το άρμεγμα. Γιατί, εντάξει, κοριτσάκι έπρεπε να βάζω πάρα πάρα πολλή δύναμη. Βέβαια, σε όλες τις δουλειές που κάναμε απαιτούσε δύναμη. Και, εντάξει, από τότε στήθηκε και ένας μυϊκός κορμός, ας πούμε. Τι άλλο θυμάμαι; Θυμάμαι τους τρύγους, φυσικά, που ήτανε κάπως σαν γεγονός, γιατί μαζευόντουσαν κόσμος και συγγενείς και φίλοι που ερχόντουσαν να βοηθήσουνε, δεν παίρναμε ποτέ εργάτες. Αλλά υπήρχε αυτό το αλισβερίσι, ότι ερχόσουνα να βοηθήσεις στο δικό μου το αμπέλι, έρχομαι και εγώ να βοηθήσω μετά στο δικό σου. Κάπως έτσι έβγαινε η δουλειά. Μας έπαιρνε συνήθως τρεις με τέσσερις μέρες να τρυγήσουμε και ήτανε όλη μέρα. Τα μεσημέρια ξαποσταίναμε λιγάκι και βάζαμε να φάμε ό,τι είχε μαγειρέψει η μαμά μου για όλο τον κόσμο. Αλλά αυτό που θυμάμαι έτσι περισσότερο ήταν εκείνα τα κεφτεδάκια. Συνήθιζε πάρα πολύ να φτιάχνει κεφτεδάκια και εμείς τα παιδιά, όντας παιδιά τότε, τρελαινόμασταν. Μάλιστα, κάναμε και διάφορα αστεία με τα ξαδέρφια μου, «πόσα κεφτεδάκια μπορείς να χωρέσεις στο στόμα σου;». Είχα καταφέρει να βάλω γύρω στα οκτώ μέσα, μεγάλο στόμα! Αλλά θυμάμαι ένα σκηνικό, ένα περιστατικό συγκεκριμένο, όπου η γιαγιά μου η Αλίκη όταν ζούσε, που ερχόταν και αυτή, εννοείται, να βοηθήσει στο αμπέλι, είχε αδυναμία περισσότερο σε μια άλλη μου ξαδέρφη, την Πόπη, η οποία ήταν πιο γεματούλα. Και θυμάμαι ότι η μαμά μου έλεγε πάντα ότι θα τρώμε τελευταίες τα κεφτεδάκια εμείς, πρώτα να πάρει ο κόσμος, εννοείται, οι καλεσμένοι, αυτοί που έχουν έρθει για να βοηθήσουνε και μετά ό,τι περισσεύει να το τρώμε εμείς. Για εμάς ήταν αυτό λίγο μαχαίρι στην καρδιά, γιατί δεν ξέραμε αν θα μείνουν τελικά κεφτεδάκια. Αλλά θυμάμαι χαρακτηριστικά να μας λέει αυτό και μετά η γιαγιά μου[00:10:00], η Αλίκη, να αρπάζει μία χούφτα κεφτεδάκια, όσα μπορούσε να πιάσει η παλάμη της μέσα, και να τα δίνει στην ξαδέρφη μου την Πόπη. Ε, και εκεί έφριξα εγώ. Δηλαδή ήμουνα σε φάση, το είδα slow motion όλο μπροστά μου, τα κεφτεδάκια να φεύγουν και να πηγαίνουν στην ήδη γεματούλα ξαδέρφη και να είμαι σε κατάσταση… Ναι, μετά το ανέφερα στη μαμά μου, ότι: «Τι έγινε τώρα, είναι δυνατόν η ξαδέρφη να παίρνει και εμείς να μην τρώμε καθόλου κεφτεδάκια; Που εμείς δουλεύουμε επίσης, κουβαλάμε καφάσια με σταφύλια...», που μπορεί το καθένα να ζυγίζει 20 κιλά, και κορίτσια πάλι. Και πάνω σε αυτό θέλω να πω ότι τότε π.χ. σε άλλα κορίτσια της ηλικίας μου, όταν τύχαινε να κουβαλάνε κάτι, πάντα οι μεγάλοι τους έλεγαν: «Μην κουβαλάς γιατί είσαι γυναίκα, κάτι θα πάθουν τα μητρικά σου κι αυτά». Ε, σε εμάς δεν ίσχυε κάτι τέτοιο, αναγκαστικά έπρεπε να το κάνεις. Αυτή έτσι μία ιστορία από το αμπέλι και τον δύσκολο τρύγο, που, παρόλο τη δυσκολία του, ήταν ευχάριστο γιατί υπήρχε αυτή η συνεύρεση με τους ανθρώπους και πάντα έπεφταν τα χωρατά και γέλια για να γίνει κάπως πιο ξεκούραστο. Και θυμάμαι και τη μαμά μου έτσι μπροστάρη να λέει: «Όποιος βγάλει πρώτος τη σειρά του στο αμπέλι θα πάρει δώρο κάτι στο τέλος», έτσι να δημιουργεί λίγο το αίσθημα του ανταγωνισμού για να βγαίνει η δουλειά. Και όποτε μπαίναμε και εμείς πιτσιρίκια και, εννοείται, κάναμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε, γιατί στο τέλος κάτι μπορεί να υπήρχε, μπορεί να υπήρχανε κεφτεδάκια δώρο στο τέλος, δεν ξέρω. Ή αντίστοιχα να μας δίνει τσίχλες πάλι σαν χωρατό, γιατί είναι μεγάλος καραγκιόζης η μαμά μου, για να μην τρώμε και καλά τα σταφύλια και το στερούμε αυτό από… Γιατί τα δίνουμε στην Ένωση επίσης και κάποια τα κρατάμε για να φτιάξουμε δικό μας κρασί, τσίπουρο αντίστοιχα και τα σχετικά, έτσι αυτές οι δύο ποικιλίες που είναι στη Λήμνο, το Μοσχάτο Αλεξανδρείας και το Καλαμπάκι, και τα δύο. Οπότε πολλή δουλειά και στο αμπέλι. Μία άλλη έτσι εργασία από τότε ήτανε –εργασία; Δουλειά–, ήταν το να πάμε να κατεβάσουμε τα πρόβατα από το βουνό. Πολλές φορές. Έτσι είχε έναν λόφο γύρω στα 300 μέτρα, δεν ήτανε πολύ, αλλά εγώ ζώντας τότε στη Λήμνο είχα και άλλη αντίληψη με το… Εμείς τα λέγαμε βουνά αυτά τότε. Όταν αργότερα έφυγα από το νησί και είδα πραγματικά βουνά, λέω: «Μας κοροϊδεύανε!». Εμείς έχουμε λόφους, δεν είναι βουνά, αλλά θεωρούσα τότε... Όταν είδα πραγματικό βουνό, ας πούμε τον Όλυμπο, έπαθα σοκ και λέω: «Ναι, αυτό μάλλον είναι βουνό!». Αυτά που είχαμε εμείς εκεί πίσω δεν ήταν βουνά αλλά πάντα λέγαμε: «Θα ανέβεις στο βουνό να κατεβάσεις τα πρόβατα», οκ. Και ανεβαίναμε. Πώς τύχαινε κάθε φορά τα πρόβατα και πηγαίναν, όταν ήταν να τα κατεβάσουμε, στο πιο ψηλό σημείο. Δεν ήτανε στη μέση, έπρεπε να ανέβεις μέχρι επάνω για να τα κατεβάσεις. Και είτε το κάναμε με τα πόδια είτε κάποιες φορές με ένα γαϊδουράκι που είχαμε. Έτυχε να ζήσω και λίγο τη φάση του να έχεις γαϊδούρι πώς είναι και τι τραβάνε τα καημένα αυτά πλάσματα όντως. Και θυμάμαι και σκηνικά πριν πω αυτό το σκηνικό με τα πρόβατα πάνω. Θυμάμαι να παίρνουμε το γαϊδούρι πριν ξεκινήσω, πριν πάρουμε το μηχανάκι είχαμε το γαϊδούρι για να μεταφερόμαστε από το σπίτι στη μάντρα, από τη μάντρα πίσω. Και θυμάμαι ήμουνα με τη μεγάλη μου την αδερφή τότε, η οποία φυσικά καθόταν πάντα στο σαμάρι, εγώ πάντα στα καπούλια, δυο-δυο πάνω στο γαϊδούρι. Και η μεγάλη να είναι σε φάση λίγο τρελαμένη, οπότε έκανε διάφορες, το τσιγκλούσε το γαϊδούρι πάρα πολύ για να αρχίσει να τρέχει. Και, όντως, τότε πρώτη φορά έβλεπα γαϊδούρι να τρέχει! Μέχρι τότε τα θεωρούσα ότι πάνε πολύ αργά και σιγά, αλλά έχω δει και γαϊδούρι να τρέχει και λέω: «Ώπα, πάει γρήγορα!», δεν το περιμένεις. Τέλος πάντων, παίρναμε και το γαϊδούρι οπότε καμιά φορά για να πάμε να κατεβάσουμε τα πρόβατα, με τη μικρή μου την αδερφή τώρα, η μεγάλη είχε φύγει. Ανεβαίνουμε και οι δύο πάνω, τώρα πλέον εγώ στο σαμάρι, η μικρή στα καπούλια και ανεβαίναμε προς τα πάνω. Και εκεί που ανεβαίναμε, έρχεται μία αλογόμυγα και αρχίζει και τσιμπάει το γαϊδούρι. Το γαϊδούρι αρχίζει και τρελαίνεται, αλλά τρελαίνεται πάρα πολύ. Αρχίζει χοροπηδάει, είναι ανήσυχο, νιώθω ότι κάτι δεν πάει καλά και λέω, μιλάω στην Χριστίνα, λέω: «Χριστίνα, μάλλον πρέπει να κατέβεις». Αλλά πριν προλάβω να το ολοκληρώσω αυτό, το γαϊδούρι έχει αρχίσει πλέον και χοροπηδάει πάνω κάτω και αρχίζει και παίρνει τον δρόμο προς τα πίσω, αλλά τρέχοντας. Σε αυτή την κατάσταση προλαβαίνω να σπρώξω την αδερφή μου κάτω και να τη ρίξω μέσα σε κάτι αστοιβιές για να τη σώσω, γιατί είχε αφηνιάσει πλέον το γαϊδούρι. Τον δρόμο, σκέψου, προς τα πάνω ήμασταν ήδη σαράντα λεπτά και ανεβαίναμε. Ε, μετά του πήρε σχεδόν πέντε λεπτά για να τον κατέβει, δηλαδή τόσο γρήγορα πήγαινε. Μετά, αφού πέταξα την αδερφή μου, εγώ προσπαθούσα να κρατηθώ από το σαμάρι, μέχρι που αποφασίζω, γιατί δεν ήξερα πού θα οδηγούσε αυτό, πού θα καταλήξει το γαϊδούρι, αποφασίζω και εγώ ότι πρέπει να πηδήξω καλύτερα. Οπότε πηδάω και εγώ. Και θυμάμαι ότι αργότερα πήγαμε και το βρήκαμε πλέον σε ένα σκιερό μέρος, λαχανιασμένο, λίγο πιο ήρεμο από πριν, είχε... Γιατί αυτή η μύγα μάλλον το είχε ξεσκίσει δηλαδή σε δαγκώματα, ήταν πολύ ζόρικια. Και κάπως έτσι ήταν και αυτή η ιστορία με... Ένα σκηνικό, ένα συμβάν από τα πρόβατα. Θυμάμαι, επίσης, να πάμε να βοσκάμε τα πρόβατα, αλλά η μαμά μου επειδή είναι από τους ανθρώπους που φοβάται πάρα μα πάρα πολύ τα φίδια, όντας μεγαλωμένη μέσα σε αγροτική οικογένεια και αυτή και στα χωράφια, ποτέ δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τον φόβο της για τα φίδια, είτε είναι ζωντανό, είτε είναι ψόφιο, είτε είναι ψεύτικο, δεν υπάρχει καμία διαφορά, της δημιουργούν όλα το ίδιο πράγμα. Γι’ αυτό και μας έβαζε εμάς πάντα μπροστά. Όταν πηγαίναμε ας πούμε για τα πρόβατα, «Ωραία, μπείτε εσείς μπροστά να ξελακιάζετε τα φίδια». Ελπίζω το «ξελακιάζεται» να το καταλαβαίνουμε, σημαίνει το να τα διώχνεις, να τα τρομάζεις, να φεύγουνε μακριά. Και μας έβαζε μπροστά. Αλλά πάντα κάτι γινότανε. Εμείς όντας μικρά χοροπηδούσαμε, τρέχαμε, δεν δίναμε σημασία στα φίδια, και να υπήρχανε δεν δίναμε. Αλλά πάντα αυτή που ερχόταν από πίσω, νομίζοντας ότι εμείς τα έχουμε ξελακιάσει, πάντα τα 'βρισκε μπροστά της και πάλι. Έχει τύχει δηλαδή να χοροπηδάω πάνω-κάτω και να υπάρχει στο μονοπάτι το κεφάλι του φιδιού χωμένο σε μία αστοιβιά, το άλλο, το σώμα στην άλλη και στο κέντρο να υπάρχει το φίδι. Και να χοροπηδάω και να μην το βλέπω, απλά το προσπέρασα. Έλα που η μαμά μου ερχόταν από πίσω, το έβλεπε και φρίκαιρνε τελείως. Και για αυτό της κάναμε, εννοείται, και πάρα πάρα πολλές πλάκες. Δηλαδή την έχω δει με μανία να σκοτώνει σκοτωμένο ήδη φίδι και να μην το πιστεύει! Και, εννοείται, την πειράζουμε χρόνια τώρα για αυτό το πράγμα. Δεν τα μπορούσε καθόλου.

Μ.Μ.:

Τι άλλο να θυμηθώ από τη ζωή τότε; Θυμάμαι ότι φτιάχναμε και πάρα πολλά ζυμαρικά γενικά, οπότε ξυπνούσαμε πρωί, χαράματα, γιατί εννοείται πως πάλι έπρεπε να συμμετέχουμε σε αυτό, να βοηθήσουμε να ζυμωθεί η ζύμη για να φτιάξουμε τα φλωμάρια, χυλοπίτες δηλαδή. Kαι είναι μια διαδικασία που πρέπει να ξυπνήσεις γύρω στις 5:00 το πρωί, να αρχίσεις να ζυμώνεις, να ζυμώνεις, να ζυμώνεις τόσο πολύ που τα χέρια σου κατά κάποιοn τρόπο ανοίγουνε από το ζύμωμα, γιατί πρέπει να το κάνεις πολύ σφιχτή τη ζύμη. Και θυμάμαι να ρίχνω άπειρο ιδρώτα μέσα σε μία κούπα απλά για να ζυμώνω και θυμάμαι, όντως, τα χέρια μου να ανοίγουνε. Kαι μετά, αφού την αφήσεις να ξεκουραστεί, να πιάνεις να το ανοίγεις το φύλο με σαΐτες, με πλάστες πάνω σε σοφρά. Σοφράς είναι ένα μικρό τραπεζάκι, στρογγυλό, ξύλινο, πολύ χαμηλό, πάνω στο οποίο οι γυναίκες τότε φτιάχνανε διάφορα ζυμαρικά, είτε βαλάνες –βαλάνες είναι, επίσης, άλλο ένα χειροποίητο ζυμαρικό της Λήμνου–, είτε τα φλωμάρια. Kαι μετά, εννοείται, στο τέλος το αγαπημένο μας, οι αγαπημένες μας τηγανίτες, οι οποίες με αυτό το συγκεκριμένο ζυμάρι ήτανε απερίγραπτα νόστιμες. Ήτανε απλά από τα αγαπημένα φαγητά-σνακ. Βάζαμε τότε φρέσκια ντομάτα, η οποία ντομάτα όμως –γιατί χρησιμοποιούσαμε ντόπιους σπόρους, παραδοσιακές ποικιλίες–, έτρωγες ντομάτα τότε και ήταν πραγματικά ντομάτα. Είχε ένα άρωμα και μια γεύση που τώρα ανατρέχω και το σκέφτομαι. Σε σχέση με τις ντομάτες που βρίσκεις πλέον στα μανάβικα, καμία σχέση, έτη φωτός διαφορά. Θυμάμαι τότε την έβαζες μέσα στην τηγανίτα μαζί με το μελίπαστο, αυτό το τυρί που φτιάχνουμε στη Λήμνο, έτσι, το εποχιακό, και ήταν ο παράδεισος μέσα στο στόμα σου, δεν μπορώ να πω κάτι άλλο. Δηλαδή τώρα που το σκέφτομαι μου τρέχουν τα σάλια, είναι απίστευτο! Κάτι τόσο απλό! Αντίστοιχα[00:20:00] θα το έλεγες ψωμοτύρι, δεν υπήρχε! Τηγανίτα ή τηγανίτα με το θυμαρίσιο μέλι της Λήμνου, επίσης, πάρα πολύ νόστιμο. Και μάλιστα, πάνω σε αυτό θυμάμαι τον παππού μου, ο οποίος μου είχε δείξει τον τρόπο για τον βοσκό, πως επειδή στο ένα χέρι κρατούσαν τη γκλίτσα για τα πρόβατα, μία μαγκούρα, κάτι, στο άλλο χέρι, επειδή έπρεπε να είναι είτε όρθιοι για να προσέχουνε τα πρόβατα, δεν μπορούσαν να έχουν και τα δύο χέρια ελεύθερα για να φάνε. Οπότε το γρήγορο ήταν στο ένα χέρι και ανάμεσα στα δάχτυλα να βάζεις ένα κομμάτι ντομάτα, ανάμεσα στα άλλα δάχτυλα ένα κομμάτι τυρί και στα άλλα δάχτυλα ανάμεσα ένα κομμάτι ψωμί. Οπότε πήγαινε ψωμί, δαγκώνανε, από το ένα χέρι τώρα, τα είχαν σφηνωμένα στα δάχτυλα, ψωμί, τυρί, ντομάτα. Και ήταν ό,τι έπρεπε, αυτό τους αρκούσε γενικά. Και θυμάμαι το είχα εφαρμόσει και εγώ κάποιες φορές και, όντως, λειτουργούσε, δηλαδή ήτανε... Όχι γιατί δεν είχα και τα δύο μου χέρια ελεύθερα, αλλά έτσι, επειδή, για να δω πώς δούλευε αυτό το πράγμα. Και όντως δούλευε, ρε παιδί μου! Χόρταινες μια χαρά. Τώρα να σκεφτώ και άλλα πράγματα, έτσι, από την αγροτική ζωή. Λοιπόν, το κτήμα μας ή αλλιώς η μάντρα, στο οποίο περνούσα και τον περισσότερο χρόνο βασικά σαν παιδί εκεί πέρα αναγκαστικά, και για τις δουλειές και για όλα αυτά, είχε πάρα πολύ γόνιμο έδαφος. Αυτό μας το έλεγαν και παλαιότεροι άνθρωποι, ότι, όντως, σε εκείνο το σημείο, λόγω των νερών που είχε, ήταν πολύ καλό για να βάζεις μποστάνια και το οτιδήποτε. Θυμάμαι τον μπαμπά μου να μεγαλώνουμε, να βάζουμε φταριές, να βάζουμε σπόρους αρχικά σε ένα μικρό θερμοκηπιάκι που είχαμε πίσω στο χωριό, γιατί και στο χωριό είχαμε μία αυλή, στο πατρικό μου, και να φυτεύουμε εκεί πέρα τους σπόρους, οι οποίοι σπόροι προερχόντουσαν από τον παππού μου αρκετοί, όπως π.χ. ντομάτες, όπως κάποια μαρούλια, κάποια… αγγουριές. Αλλά αυτό που σίγουρα διατηρούσαμε ήτανε το κρεμμύδι, το οποίο κρεμμύδι έχει μία ολόκληρη διαδικασία. Εμείς το φυτεύαμε σπόρο, έβγαινε το κοκκάρι –αυτό γινόταν καθόλη τη διάρκεια, εννοώ σε διάφορες φάσεις μέσα στον χρόνο–, το κοκκάρι, το οποίο θυμάμαι με το μπαμπά μου μετά να το βγάζουμε, να το ανασκαλεύουμε από το χώμα, να το διαλέγουμε, να το αποθηκεύουμε, ώστε μετά όταν έρθει ο καιρός του να το ξαναβάλουμε στο χώμα και πλέον να έχεις το κρεμμύδι. Και γενικά, βάζαμε εποχιακά καθόλη τη διάρκεια του χρόνου, οπότε είχαμε τα δικά μας λαχανικά, τα δικά μας… Είχαμε διάφορα δέντρα, κάποια ήταν περισσότερο. Ας πούμε, αυτό που έχει περισσότερο στο κτήμα είναι οι αμυγδαλιές. Εγώ θεωρώ τον εαυτό μου απόλυτα συνδεδεμένο με τις αμυγδαλιές, και γιατί μου αρέσαν πάρα πολύ όταν ανθίζανε αλλά και γιατί, επίσης, έχουμε ρίξει πάρα πολλή δουλειά, ολόκληρη διαδικασία για να παίρνουμε τα αμύγδαλα. Που τα συγκεκριμένα αμύγδαλα είναι μια συγκεκριμένη ποικιλία της Λήμνου που λέγεται «καρυδάκι». Είναι λίγο οξύμωρο, γιατί μοιάζει με καρύδι το αμύγδαλο και όχι με αμύγδαλο, είναι στρογγυλό και είναι δύο μέσα, σαν το Γιν και το Γιαν, είναι αγκαλίτσα. Οπότε πηγαίναμε και μαζεύαμε. Κάναμε τη λιγότερη επέμβαση που μπορούμε στο δέντρο. Καμία φορά δηλαδή απλά κάποιο κλάδεμα στην αρχή του και μετά το αφήνουμε το δέντρο έτσι όπως είναι. Οπότε τα αμύγδαλα που βγαίνουν είναι πάρα πολύ νόστιμα. Και υπήρχε μια ολόκληρη διαδικασία. Θυμάμαι ότι ήμασταν πάντα οι τέσσερίς μας, η μεγάλη μου η αδερφή απέχει λίγο από αυτές τις αναμνήσεις, γιατί έχουμε κάποια διαφορά, οπότε τα περισσότερα τα έχω ζήσει με τη μικρή. Και πηγαίναμε, ο μπαμπάς ήτανε, πάντα πηγαίναμε και διαλέγαμε τα μεγαλύτερα καλάμια, γιατί υπήρχαν και καλαμιές μέσα στο κτήμα, τα πιο ψηλά καλάμια και τα πιο δυνατά, τα κόβαμε και πηγαίναμε. Ο μπαμπάς ήταν αυτός που ράβδιζε την αμυγδαλιά και εμείς ήμασταν από κάτω και τα μαζεύαμε. Αλλά τότε δεν χρησιμοποιούσαμε μουσαμάδες, κάτι για να βάλουμε από κάτω, έπρεπε να τα μαζεύουμε όλα μέσα από τα αγκάθια. Οπότε και καταλήγαμε με διάφορα αγκάθια μέσα στα χέρια. Ήταν λίγο επίπονη η διαδικασία, γιατί έπρεπε να το κάνουμε με τον τρόπο που ξέραν αυτοί μέχρι τότε, δεν υπήρξε ποτέ… Ακόμα και τώρα έτσι το κάνουμε. Δεν έχει αλλάξει κάτι σε αυτό, δεν έχουμε χρησιμοποιήσει τεχνολογία πλέον για να γίνει αυτό, και έχουμε γύρω στα εκατό δέντρα, αμυγδαλιές. Πλέον το κάνουμε απλά για τη δική μας κατανάλωση, δηλαδή αυτά που θα καταναλώσουμε εμείς. Και αργότερα εγώ, επειδή είχαμε πάρα πολλές αμυγδαλιές με αμύγδαλα που μένανε επάνω τους, γιατί δεν χρειαζόμασταν περισσότερα, αργότερα εγώ ξεκίνησα να πηγαίνω σε οικογιορτές και να τα πουλάω εκεί πέρα. Για κάποια χρόνια, τώρα πλέον δεν το κάνω η αλήθεια είναι, ωστόσο είναι πολύ ωραίο το αμύγδαλο, μ’ αρέσει και το δέντρο. Θυμάμαι πάρα πολλές φορές να πηγαίνω και να αγκαλιάζω και τα δέντρα, να τους μιλάω. Και μάλιστα, υπάρχει ένα συγκεκριμένο σημείο όπου είναι γύρω στα 2 στρέμματα. Γύρω γύρω έχει αμυγδαλιές και στο κέντρο πάντα φυτρώνουνε ζουμπούλια άγρια, και ήταν το αγαπημένο μου φυτό και είναι το αγαπημένο μου φυτό το ζουμπούλι. Και θυμάμαι να πηγαίνουμε με τη μικρή μου την αδερφή να κόβουμε και να φεύγουμε με τις αγκαλιές μας γεμάτες ζουμπούλια και να πηγαίνουμε να τα μοιράζουμε στο χωριό, γιατί έτσι μας άρεζε. Μαζεύαμε τόσα τόσα πολλά, ήτανε… Και μάλιστα, εμείς στην αρχή θέλαμε να τα βάζουμε μέσα στο σπίτι. Η μαμά στην πορεία δεν μας άφηνε, γιατί έχουν έντονη μυρουδιά την οποία την αποβάλουν κατά τη διάρκεια της νύχτας και αυτό το ωραίο λουλούδι μπορεί απλά και να σε πνίξει κιόλας από τη μυρουδιά. Οπότε τα αφήναμε έξω και πηγαίναμε μετά με την αδερφή μου μέσα στην τρελή χαρά, χτυπούσαμε πόρτες: «A, αυτά τα ζουμπούλια είναι για εσάς!» «Τέλεια!». Και όλοι χαιρόμασταν και χαιρόντουσαν. Οπότε το ζουμπούλι είναι, επίσης, μαζί με την αμυγδαλιά, το έχω σαν μια πάρα πολύ ωραία εικόνα μέσα στο μυαλό μου. Γενικά, από τα άλλα προϊόντα που παράγουμε, πέρα από κρασί, τα επιτραπέζια σταφύλια, με τον τρύγο, τσίπουρο φυσικά, σταφίδες, παράγαμε και σταφίδες. Αργότερα το έκανα και για τις οικογιορτές αντίστοιχα, που πήγαινα και σταφίδες οι οποίες δεν τις βρίσκεις στο εμπόριο, από Μοσχάτο Αλεξανδρείας, γιατί είναι με τα κουκούτσια και το κουκουτσάκι πάντα τους χαλάει τους ανθρώπους μέσα, ενώ είναι αυτό που στην ουσία έχει κάποιες ουσίες που θέλεις για το σώμα σου. Και σκέψου ότι τσαμπιά τσαμπιά, να γίνεται ιδιαίτερη διαλογή. Θυμάμαι τη μαμά μου να μου δείχνει συγκεκριμένα και να μου μαθαίνει αυτή ότι ποια πρέπει να πάρεις ακριβώς, τα οποία να τα βάλεις μετά μέσα στην ποτάσα, να τα αφήσεις στον ήλιο να ξεραθούν σιγά σιγά. Και μετά έχει μία άλλη διαδικασία, και πολύωρη διαδικασία, γιατί πρέπει πλέον μία μία τη σταφίδα να την ξεκολλήσεις πάνω από το τσαμπί με ιδιαίτερη προσοχή, χωρίς να ανοίξει ή να σπάσει. Γιατί τότε είναι, δεν μπορείς να την αποθηκεύσεις. Αντίστοιχα, πρέπει να την πιάνεις τη ρόγα γύρω γύρω γύρω γύρω, να τη σβουρίζεις και μετά να τη βγάζεις. Και θυμάμαι να καθόμαστε άπειρες ώρες με τον μπαμπά μου και με τη μαμά μου –η μικρή μου η αδερφή δεν συμμετείχε σε αυτό, γιατί ήταν δική μου υπόθεση η οικογιορτή, εγώ ήθελα να πηγαίνω–, οπότε καθόμασταν οι τρεις μας και πάνω εκεί, εννοείται χαχαχα χουχουχου, διάφορες ιστορίες και από τον μπαμπά, και για να βγαίνει και η δουλειά πιο ευχάριστα. Μέσα σε όλο αυτό να πω ότι υπάρχει, εννοείται, ένα μικρό καλύβι κάτω στο κτήμα, το οποίο κτήμα αυτό ανήκε στον παππού μου και πριν από αυτόν στον προπάππου μου, γιατί εκεί μεγάλωσε η οικογένεια του μπαμπά μου. Οι οποίοι ήταν έξι παιδιά και μένανε οκτώ άτομα μέσα σε ένα μικρό καλύβι 40 τετραγωνικών μέτρων χωρίς ρεύμα. Αυτό το καλύβι ακόμα δεν έχει ρεύμα. Δηλαδή μετά από χρόνια δεν έχουν φτάσει οι στύλοι της ΔΕΗ εκεί πέρα, σε εκείνο το σημείο, οπότε δεν υπάρχει ρεύμα. Και πάντα θυμάμαι όταν κάποιες φορές περνούσαμε και εμείς τον χρόνο μας εκεί κάτω και κάποια βράδια –γιατί συνήθως δεν μέναμε εκεί, μέναμε στο χωριό–, το κάναμε, μέναμε υπό το φως των κεριών, λαμπάδων που είχανε ξεμείνει από το Πάσχα και διάφορα άλλα κεριά. Και φυσικά τα αστέρια, πάρα πολύ ωραία. Επίσης, αυτό το καλύβι είναι ακόμα φτιαγμένο με τον παλαιό τρόπο, λάσπη και καλάμια η σκεπή, και το διατηρούμε ακόμα έτσι. Και όντως, μέσα στα χρόνια διατηρείται έτσι, είναι αρκετά αξιόπιστος τρόπος μάλλον. Και είχανε κρατήσει οι γονείς μου, το έχουν κάνει μέσα σαν λαογραφικό μουσείο. Έχουνε διάφορα πράγματα από παλιά, από τα ζευγαρίσματα με τα βόδια, αλέτρια, αδράχτια από αργαλειούς, διάφορα, κοσά, –η κοσά είναι σαν ένα δρεπάνι για να κόβεις τα χόρτα–, και διάφορα άλλα. Πώς μαζεύανε τα χόρτα; Για να επεκτείνουνε την αγκάλη και να χωράει περισσότερα στάχια, είχαν ένα ξύλινο σαν γάντι με ένα τεράστιο νύχι στο τέλος, κυρτό, για να πιάνουνε και να κρατάει περισσότερα. Και το ωραίο της υπόθεσης ήταν ότι τότε είχαμε[00:30:00] βρει και στο μαντρί επάνω, για τα ζώα που είναι, είχαμε βρει μία πιστόλα με κοκόρι που μπαίνει μπαρουτάκι, έμπαινε μπαρουτάκι μέσα, τώρα ξεχασμένη από πότε δεν ξέρω. Αλλά, δυστυχώς, πριν κάποια χρόνια το ανοίξανε κάτι γύφτοι; Έτσι μας είπανε από κάποιους άλλους χωρικούς που ήτανε και πήρανε κάποια σημαντικά πράγματα. Έχουνε μείνει ακόμα ζυγαριές παλιές με τα βαρίδια, τα πάντα, αλλά... Θυμάμαι και τη μαμά μου να κάθεται να μας εξηγεί τη χρήση για καθένα απ’ όλα αυτά. Ακόμα και τώρα είναι λαογραφικό μουσείο και χαίρομαι πάρα πολλές φορές να πηγαίνω φίλους κάτω, και εννοείται η μαμά να είναι στον πανικό ότι: «Έφερες κόσμο, τι θα κάνω να φάνε; Δεν έχω τίποτα!», αλλά ξαφνικά να γεμίζει ένα τραπέζι με χίλια δύο καλούδια, και άνθρωποι να τρώνε τη ντομάτα που βγάζουμε ακόμα και να είναι: «Τι είναι αυτό το πράγμα; Δεν έχω ξαναφάει κάτι τέτοιο!» και να είναι πάρα πολύ χαρούμενοι. Τώρα για να πάω λίγο έτσι και σε κάποια άλλα πράγματα που φτιάχνουμε, είναι, προμηθευόμασταν πάντα αλεύρι από τον μύλο του χωριού, γιατί υπήρχαν ανεμόμυλοι στο χωριό και παίρναμε για να φτιάξουμε ψωμί. Το ζύμωμα του ψωμιού ήταν μια στάνταρντ διαδικασία. Δεν ζυμώναμε τόσο συχνά, γιατί θα ζυμώναμε μία φορά για αρκετό καιρό, μία βδομάδα, και το ζυμωτό ψωμί γενικά κρατάει. Οπότε μας έβαζε η μαμά να πάμε από τον μύλο να πάρουμε το αλεύρι, να το πάμε σπίτι για να αρχίσει αυτή να ζυμώνει, είτε με προζύμι είτε μεταγενέστερα με μαγιά έτοιμη. Αλλά θυμάμαι εμένα να της κάνω παράπονα συνέχεια ότι: «Εγώ δεν θέλω αυτό το ζυμωτό ψωμί, το έχω βαρεθεί, θέλω λίγο το άλλο, τον αφρό, αυτό που πουλάνε στα μαγαζιά». Και όντως, να πηγαίνει η καημένη να μου παίρνει. Γιατί μέχρι τότε, εντάξει, εγώ το είχα καθημερινά. Μετά έβλεπα τον κόσμο που ερχόταν σπίτι και έκανε τρελός για το ζυμωτό ψωμί και λέω: «Ώπα, τι γίνεται εδώ πέρα; Γιατί αυτοί κάνουν έτσι σαν τρελοί για το ζυμωτό ψωμί που εμείς το έχουμε κάθε μέρα; Εμένα μ’ αρέσει το άλλο!». Βέβαια, αυτό το εκτίμησα πολύ αργότερα, όταν πήγα για σπουδές στην Πάτρα, όπου όντως έτρωγα πολύ χάλια ψωμί και μου ερχόταν στο μυαλό το ψωμί της μάνας μου, αυτό που βγαίνει από τοn φούρνο φρέσκο και αχνίζει και το κόβεις εκείνη την ώρα και το τρως με ένα κομμάτι τυρί, και είναι άντε γεια! Εκεί το εκτίμησα πάρα πολύ. Έκτοτε προτιμώ να έχω ζυμωτό ψωμί. Αν όχι, να φτιάχνω εγώ, κάπως να παίρνω από τον φούρνο ό,τι κοντινότερο σε αυτό. Και επίσης, στο χωριό, όντας χωριό τόσο μικρών κατοίκων, θυμάμαι και διάφορα έθιμα που έχουμε εκεί πέρα, τα οποία νόμιζα γενικά ότι γίνονται παντού γύρω, αλλά όχι. Ενδέχεται πολλά από αυτά να ήταν απλά και μόνο στο χωριό, αυτό εδώ το χωριό τον εκατό κατοίκων. Θυμάμαι συγκεκριμένα έθιμο όπου υπήρχε μία μέρα πριν τη μέρα των Φώτων, όπου έπρεπε να ντυθούμε, συνήθως οι νέοι άνθρωποι ήτανε, έπρεπε να ντυθούμε και να καμουφλαριστούμε τόσο πολύ, είτε με προβιές είτε με παλιόρουχα, κουδούνες και αυτά και βγαίναμε το βράδυ στα σπίτια του χωριού για να πειράξουμε κόσμο, για να μας δώσουν αντίστοιχα και αυτοί ό,τι ήθελαν, από λεφτά, από καρύδια, κάστανα, ό,τι ήθελε ο καθένας. Οπότε στόχος μας ήτανε να μην αναγνωριστούμε, να μην μας αναγνωρίσει κανένας. Να μιλάνε την επόμενη μέρα στο χωριό, αλλά να μην ξέρουνε ποιος και τι έκανε, τι ήτανε. Οπότε ντυνόμασταν, βάζαμε –η μαμά μου ήταν φουλ ενεργή σε αυτά τα πράγματα, καμιά φορά έβγαινε και αυτή μαζί μας, ψηνότανε γενικά–, και πηγαίναμε σε σπίτια και πειράζαμε κόσμο. Συγκεκριμένα, θυμάμαι μία κυρία σε ένα σπίτι, εμένα, ήμουνα γύρω στα 12 χρονών, να μου δίνει ένα πράσο και εγώ τελικά να κατέληξα να τη βαράω με αυτό το πράσο, και όχι μόνο αυτή και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, έτσι, γιατί κάναμε κατά κάποιον τρόπο τους καλικάντζαρους, οι οποίοι καλικάντζαροι είναι λίγο σκανταλιάρηδες. Και επίσης, θυμάμαι και τη μαμά μου εκείνες τις μέρες, ανήμερα πλέον των Φώτων –το ότι ήταν η μαμά μου το έμαθα αργότερα. Αλλά θυμάμαι να ξυπνάω την ημέρα των Φώτων, και εγώ και η αδερφή μου, και έκπληκτες να βλέπουμε το δωμάτιο μέσα σε έναν κακό χαμό. Υπήρχαν συγκεκριμένα, θυμάμαι, ρούχα πάνω στη λάμπα, στο φωτιστικό πάνω του δωματίου, συρτάρια ανοιγμένα, πεταγμένα ρούχα έξω, ριγμένα βιβλία κάτω, το οποίο ήταν φυσικά κάτι το οποίο έκανε η μαμά μου για να πιστεύουμε εμείς ότι ήταν οι καλικάντζαροι οι οποίοι έχουν έρθει κατά τη διάρκεια της νύχτας και έχουν δημιουργήσει αυτόν τον χαμό. Αργότερα έπρεπε κάποιος να τα συμμαζέψει και μάντεψε ποιος ήταν! Εννοείται εμείς που έπρεπε να το κάνουμε αυτό το πράγμα. Γενικά, οι γονείς μου είναι αυτό που θα έλεγα όχι τόσο γονείς μου. Θα έλεγα ότι ανήκουν σε μία άλλη εποχή, ζήσανε… Εγώ θα τους έλεγα παππού και γιαγιά πλέον. Και εμείς ζήσαμε κάτι που περισσότερα παιδιά στην ηλικία μου δεν το έχουνε ζήσει, γιατί βρισκόταν στη μετάβαση από αυτήν την τελείως αγροτική ζωή. Ναι, τότε δεν το έβλεπα τόσο ευχάριστα το θέμα, γιατί δεν ζούσα πολλά πράγματα σαν παιδί, όπως τα παιχνίδια είτε το οτιδήποτε, αργότερα η τεχνολογία, ακόμα και αυτό, εννοώντας ότι ακόμα και τώρα στο πατρικό μου δεν έχουμε ίντερνετ εμείς, είμαστε ίντερνετ free. Και δυστυχώς, υπάρχει μόνο το μέσο της τηλεόρασης και αυτό υπήρχε πάντα. Ζήσαμε όπως ζήσανε… Εμείς, εγώ τώρα που είμαι 33 χρονών έζησα όπως έζησαν οι γονείς μου. Δεν ήταν οι άνθρωποι που λέγανε ότι: «Εγώ το παιδί μου δεν θέλω να περάσει αυτά τα πράγματα». Αντίστοιχα λέγανε ότι: «Και εμείς έτσι ζήσαμε, οπότε και εσείς έτσι θα ζήσετε». Στερημένοι και όντας δουλευταράδες πάρα πολύ και πάρα πολύ τίμιοι άνθρωποι, πάνε με τον σταυρό στον ώμο, για αυτό και συνειδητοποίησα μετά πόσο δύσκολο είναι η αγροτική ζωή να σου επιφέρει κέρδη, αν πηγαίνεις όντως με τον σταυρό στον ώμο. Σε ένα κράτος το οποίο δεν μεριμνά τόσο πολύ για τους αγρότες, για τους μικροπαραγωγούς –και όχι, δεν μιλάω για μεγάλες μονάδες, μιλάω για μικροπαραγωγούς–, ότι δεν σου δίνει κάτι για να το συνεχίσεις αυτό, ούτε εμένα σαν νέο να με εμπνεύσει να γυρίσω πίσω και να κάνω αυτό το πράγμα. Γιατί ξέρω ότι δεν πρόκειται. Αν βγάζω τα προς το ζην και αν. Τέλος πάντων, οι γονείς μου, λοιπόν, μου δώσαν εν μέρει κάτι που το συνειδητοποίησα πολύ αργότερα, μία γνώση η οποία μου επιτρέπει να επιβιώσω όπου και να με βάλεις. Γιατί ξέρω να καλλιεργώ, ξέρω να στέκομαι μόνη μου, δεν φοβάμαι τι θα γίνει αν κάποια στιγμή δεν έχω κάτι, γιατί ξέρω ότι αντίστοιχα μπορώ με δικές μου γνώσεις και να το βρω και να το καλλιεργήσω και… Τέλος πάντων, δεν θα πεινάσω ποτέ, εφόσον ξέρω κάποια βασικά πράγματα. Ξέρω να αναγνωρίζω δέντρα, ξέρω να αναγνωρίζω φυτά, ξέρω να αναγνωρίζω βοτάνια. Και μου δώσαν αυτή τη, μου μεταλαμπαδεύσαν αυτή τη γνώση. Όχι απαραίτητα σκόπιμα, απλά επειδή ήταν κάτι που έπρεπε να γίνει. Και εκτός από αυτό, είναι άνθρωποι οι οποίοι μιλάνε ακόμα τη ντοπιολαλιά της Λήμνου. Αυτή η ντοπιολαλιά διασώζεται, υπάρχει μόνο ένα βιβλίο πλέον, γραμμένο από τον κύριο Χρήστο Κολλερό. Το όνομά του είναι «Ένα πανί μας λειπ για να σαλπάρουμ» και το οποίο είναι όλο γραμμένο στη ντοπιολαλιά της Λήμνου, και είναι το μοναδικό βιβλίο που έχουμε το οποίο διασώζει στην ουσία και έχει βραβευτεί κιόλας για αυτόν τον λόγο, τη ντοπιολαλιά της Λήμνου. Ο κύριος Χρήστος Κολλερός είναι ένας απίστευτος άνθρωπος, είχα την τιμή να τον γνωρίσω, και έκανε δεκαεπτά χρόνια δουλειά για να γράψει αυτό το βιβλίο. Αλλά όταν το πρωτοπήρα στα χέρια μου κατάλαβα πάρα πολλά και πράγματα και από αυτά, γιατί και οι γονείς μου μιλάνε στη ντοπιολαλιά, οπότε το είχαμε πάρα πολύ συχνό μέσα στην οικογένεια. Όταν αργότερα πήγα να σπουδάσω και χρησιμοποιούσα κάποιες λέξεις, πολλοί ήταν με ερωτηματικά πάνω από το κεφάλι τους, γιατί δεν καταλαβαίνανε τι μιλάω, ενώ εγώ κατά κάποιον τρόπο το θεωρούσα αυτονόητο ότι αυτή η λέξη θα πρέπει να αναγνωρίζεται και από τον άλλον, γιατί με αυτή μεγάλωσα. Το «Ένα πανί μας λειπ για να σαλπάρουμ», λοιπόν, αυτό το βιβλίο το απίστευτο, έχει να κάνει με μύθους, με έθιμα, νανουρίσματα και διάφορες άλλες ιστορίες προερχόμενες από τη Λήμνο. Και μάλιστα, ο ίδιος ο κύριος Χρήστος Κολλερός –νομίζω το αναφέρει και μέσα στο βιβλίο–, μου είχε πει πώς είχε εμπνευστεί αυτόν τον τίτλο. Ο τίτλος λοιπόν: «Ένα πανί μας λειπ για να σαλπάρουμ» προερχόταν από τη μαμά του, γιατί τότε στα χωριά μαζευόντουσαν όλες οι γυναίκες για να κάνουν τις δουλειές μαζί κατά κάποιον τρόπο και καθεμία ανα[00:40:00]λάμβανε ένα διαφορετικό πόστο. Η μητέρα του κυρίου Χρήστου, λοιπόν, ήταν αυτή η οποία αναλάμβανε να απασχολήσει τα παιδιά. Οπότε όλα μαζευόντουσαν εκεί πέρα και περιμένανε με ανυπομονησία τη μητέρα του κυρίου Χρήστου για να αρχίσει να τους λέει ιστορίες. Αυτηνής της άρεσε πάρα πολύ να λέει ιστορίες, και μαζευόντουσαν όλα πάνω σε έναν καναπέ. Όταν έμπαινε, λοιπόν, αυτή μέσα στο σπίτι και έβλεπε αυτόν τον καναπέ γεμάτο με παιδιά να την περιμένουνε για να ακούσουν τις ιστορίες της, τους έλεγε: «Βρε πώς τον κάνατε έτσι τον καναπέ; Ένα πανί μας λειπ τώρα για να σαλπάρουμ!». Είναι φουλ συμβολικός ο τίτλος και πάρα πάρα πολύ ωραίος. Μέσα σε αυτή τη διάλεκτο, λοιπόν, χρησιμοποιούσα και εγώ αντίστοιχα λέξεις, όπως π.χ. διάφορες ορολογίες είναι για τα πρόβατα, ορολογίες όπως αν τα πρόβατα –η μάνα μου με ρωτούσε: «Τα πρόβατα σταλίσαν;», δηλαδή πήγανε και κάθονται κάτω από τη σκιά τώρα που βαράει ντάλα ο ήλιος; «Ναι, σταλίσαν», οπότε από κει δεν τα κουνάς. Ή αν… Πολλές φορές μας έλεγε: «Γαρίσαν τα πρόβατα, πηγαίνετε να τα ποτίσετε», γιατί το «γάρισαν» σημαίνει ότι διψάνε πάρα πολύ. Ή αντίστοιχα κάποιες άλλες λέξεις που θυμάμαι είναι το «αλπανάβατος». «Αλπανάβατος» είναι κάτι που λέμε για τα ψωμιά κατά κύριο λόγο, το οποίο φτιάχνεται π.χ. με προζύμι ή όχι, αλλά το χρησιμοποιούμε και στους ανθρώπους. «Αλπανάβατος» σημαίνει ότι κάποιος είναι πάρα πολύ αδύνατος. Ή μία άλλη λέξη, το «ξικς», που μ’ αρέσει πάρα πάρα πολύ. Το «ξικς» σημαίνει ένας άνθρωπος ο οποίος δεν είναι στα κανονικά του κιλά, δηλαδή έχει κάτι το οποίο δεν είναι σωστό επάνω του, και αργότερα το χρησιμοποιούσαμε και εμείς, αλλά ήταν κατά κάποιον τρόπο βρισιά, ότι «είσαι ξικς, ρε παιδί μου», δηλαδή «δεν είσαι σωστός γενικά στη συμπεριφορά σου» και άλλα τέτοια. Μέσα σε όλα αυτά –και νόμιζα ότι εντασσότανε και αυτό στη διάλεκτο, αλλά τελικά, όχι, ήταν κατά κύριο λόγο της μάνας μου, γιατί πολλές φορές είναι ο άνθρωπος που εφεύρει και καμιά φορά καμιά δική της λέξη για να μας περιγράψει κάτι. Αλλά εμείς δεν το ξέραμε αυτό το πράγμα, και εκεί λίγο σε παραπέμπει στον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου! Θυμάμαι συγκεκριμένα να τη ρωτάω, ήμασταν στο αμπέλι και μέσα στο αμπέλι έχουμε κάποια άλλα δέντρα οπωροφόρα. Έχουμε καϊσιές, αυτά που λέμε βερίκοκα, έχουμε τζανεριές, αυτά που λέμε κορόμηλα, έχουμε κάποιες ελιές και είχαμε ένα και μοναδικό δέντρο, το οποίο μάλλον τότε δεν ήξερε τι δέντρο είναι ούτε αυτή, αλλά εμείς σαν μικρά τη ρωτούσαμε ότι: «Μαμά, τι φρούτο είναι αυτό;» και μας έλεγε «Αυτό το φρούτο λέγεται “ωραίο φρούτο”». Λέμε: «Οκ, εντάξει, η μαμά τα ξέρει όλα, εννοείται», είναι ο Θεός μας τότε, «ωραίο φρούτο». Μεγαλώσαμε, λοιπόν, πιστεύοντας ότι η ωραία φρουτιά, εκείνο το δέντρο, βγάζει ωραία φρούτα, οκ. Όταν αργότερα εγώ το ανακάλυψα, όταν πήγα μάλλον πάλι για σπουδές στην Πάτρα, πέρασα από ένα μανάβικο απ’ έξω και βλέπω αυτό το φρούτο που τόσο πολύ μου άρεσε από τότε. Και πάω στον μανάβη μέσα και του λέω: «Γεια σας, μπορείτε να μου βάλετε μερικά ωραία φρούτα;», «Ναι, ναι, διάλεξε, ποια φρούτα θες;». Λέω: «Όχι, θέλω τα φρούτα “ωραία φρούτα”». Ο άνθρωπος δεν καταλάβαινε εννοείται, με κοιτούσε με ερωτηματικά πάνω από το κεφάλι του, σε φάση: «Ποια τρελή είναι αυτή που μπήκε τώρα μέσα και μου ζητάει ωραία φρούτα;». Και έλεγα: «Μα γιατί δεν καταλαβαίνει, αφού του ζητάω “ωραία φρούτα”!». Λέω: «Θέλω το φρούτο που λέγεται “ωραίο φρούτο”. Να, αυτό εδώ μπροστά». Λέει: «Κοπέλα μου, βανίλιες θέλεις;», λέω «Α, έτσι λέγονται;». Και μετά συνειδητοποίησα ότι ήταν απλά κάτι που είχε εφεύρει η μαμά μου, γιατί απλά δεν γνώριζε ούτε η ίδια ότι μιλάμε για τις βανίλιες τις κλασσικές. Εντάξει, το έμαθα κάμποσα χρόνια αργότερα, δέκα χρόνια αργότερα, αλλά ποτέ δεν είναι αργά! Πάρα πολύ ωραία!

Μ.Μ.:

Επίσης, θυμάμαι όταν πια δεν είχαμε κάποιες φορές τόσο πολλή δουλειά στο κτήμα και είχαμε κάποιες ώρες ελευθερίας, οπότε παίζαμε φουλ στο χωριό με τα άλλα παιδιά. Δεν ήμασταν πολλά παιδιά, ήμασταν μπορεί και δέκα συνολικά; Από ηλικίες 4 μέχρι 11 χρονών; Και πηγαίναμε σε μονοθέσιο σχολείο. Δηλαδή όλες οι τάξεις μέσα σε μία αίθουσα και εφαρμόζανε αυτό που λένε... Εμείς που ήμασταν, εγώ που ήμουνα τρίτη έκανα τα μαθήματα της τετάρτης, εκτός από τα Μαθηματικά. Όταν πήγαινα τετάρτη, έκανα τα μαθήματα της τρίτης και πάει αντίστοιχα για να μην χρειάζεται ο δάσκαλος να διδάσκει τα πάντα σε όλα τα παιδιά. Και θυμάμαι, τέλος πάντων, να παίζω κυρίως ποδόσφαιρο. Δεν είχαμε πάρα πολλές επιλογές, είχαμε απλά ένα γήπεδο στο χωριό και μόνο είτε ποδόσφαιρο είτε διάφορα άλλα παιχνίδια φαντασίας. «Πολεμικό» παίζαμε με τα αγόρια, το οποίο κρυβόμασταν και αλωνίζαμε σ’ όλο το χωριό και απλά δεν έπρεπε να σε βρουν οι άλλοι και να σε σκοτώσουνε. Θυμάμαι να παίζουμε κούκο, είναι αυτό που βάζεις κεραμιδάκια ή πετρούλες η μία πάνω στην άλλη και με ένα τόπι προσπαθείς από κάποια μέτρα να το σημαδέψεις και να το ρίξεις κάτω, και ήμουνα πάρα πολύ καλή σε αυτό. Και μήλα. Και μήλα, και κάτι άλλο που είχαμε βρει εμείς αργότερα ήταν το να πηγαίνουμε μέσα σε γκρεμίσματα, γιατί υπήρχαν πάρα πολλά γκρεμισμένα πετρόχτιστα σπίτια εγκαταλελειμμένα στο χωριό, τα οποία είχαν γίνει περιστερώνες κατά κάποιον τρόπο. Όχι ότι κάποιος τα είχε κάνει περιστερώνα, αλλά… Και πηγαίναμε εμείς σαν μικρά παιδάκια. Θυμάμαι συγκεκριμένα έτσι σε ένα… Πηγαίναμε, μας άρεζε να πιάνουμε ζωντανά περιστέρια. Τα φυλακίζαμε για πέντε-έξι μέρες και μετά τα αφήναμε ελεύθερα. Δεν ξέρω τι χαρά υπήρχε σε αυτό τότε, αλλά το κάναμε πάρα πολύ συχνά. Στόχος ήταν να πιάσεις το περιστέρι. Θυμάμαι να πηγαίνω με μία φίλη σε ένα χαλασμένο έτσι διώροφο, το οποίο γενικά είχε και μία επικινδυνότητα, γιατί ποτέ δεν ήταν κάτι σταθερό, δεν είναι ότι... Το πάτωμα είχε τρύπες, ήταν ξύλινα γκρεμισμένα σπίτια. Αλλά τότε, φυσικά, δεν το βάζαμε στο μυαλό μας. Και θυμάμαι να πηγαίνω και με μία φίλη να πάμε σε ένα χάλασμα να πιάσουμε περιστέρια. Είχαμε πιάσει, νομίζω ένα-δύο κρατούσαμε στα χέρια, μέχρι που ακούμε κάτι, κάποιον άνθρωπο να πλησιάζει. Για κάποιον λόγο δεν θέλαμε να ξέρουνε ότι πιάνουμε περιστέρια. Οπότε πάμε και κρυβόμαστε γρήγορα στον πάνω όροφο, ανάμεσα στα χαλάσματα εκεί και στα σάπια σανίδια του πατώματος, να κρυβόμαστε πίσω από την πόρτα. Και να έρχεται μία κυρία, μια γιαγιά –την οποία τη συμπαθώ πάρα πολύ, απίστευτη, γλυκούλα, αλλά τότε δεν την ήξερα καλά, δεν είχα προλάβει να αναπτύξω αυτή τη σχέση που έχω μέχρι και σήμερα–, η οποία είχε κάτι κότες στο κάτω. Και ακούγοντας κάτι από πάνω, ανέβηκε να δει τι γίνεται. Εμείς είχαμε κρυφτεί πίσω από την πόρτα και σχεδόν είχαμε μπει μέσα σε μία, σε κάτι ντουλάπια. Και θυμάμαι το πόσο δυνατά χτυπούσε η καρδιά μου και πόσο αδρεναλίνη μπορούσε να είχε αυτό το απλό πραγματάκι, το να σε ανακαλύψει κάποιος μέσα σε ένα γκρεμισμένο σπίτι, το οποίο δεν μπορούσες να κοιμηθείς, να κάνεις κάτι, και έχοντας ένα περιστέρι στα χέρια. Και να είναι αυτή η κυρία, να ανοίγει την πόρτα και μετά να μας βλέπει εμάς από πίσω. Εμείς να έχουμε μείνει παγωτό, να είμαστε, να μην της λέμε τίποτα! Και θυμάμαι ότι απλά κοιταχτήκαμε, ούτε αυτή είπε τίποτα ούτε εμείς είπαμε κάτι. Και κάπως έμεινε εκεί το σκηνικό. Και αυτό το ένα περιστέρι που έτυχε να πιάσω εγώ τότε είχε σπασμένο φτερό, οπότε το πήρα –γι’ αυτό κατάφερα μάλλον να το πιάσω! Και το πήρα σπίτι, του έκανα, προσπάθησα, του είχα δέσει εκεί πέρα τη φτερούγα με χίλιους δύο επιδέσμους και αυτά και το έδενα από το ποδαράκι του για να μην το έχουμε σε κλουβί, για να μπορεί να τριγυρνάει στον χώρο. Μια-δυο-τρεις φορές, όμως, το είχα ξεχάσει έξω και μία μέρα, φυσικά, δεν το βρήκα οπότε εκεί, νομίζοντας ότι πάει, τελείωσε, κάποια γάτα το έχει φάει. Αλλά τις επόμενες μέρες ήρθε πετώντας στο μπαλκόνι. Χάρηκα τόσο πολύ που… Εντάξει, κρατώντας το όμηρο τόσο καιρό και ταΐζοντάς το δεν πίστευα ότι θα ξαναεπέστρεφε, αλλά αυτό ξαναεπέστρεψε. Δεν με άφησε φυσικά να το πιάσω, αλλά καθόταν εκεί στο μπαλκόνι και με κοιτούσε, του έριξα λίγο τροφή και πέταξε μακριά, έφυγε. Την επόμενη μέρα ξανά, την ίδια ώρα ραντεβουδάκι στο μπαλκόνι. Δυστυχώς, εκείνες τις μέρες ήταν στα τελευταία ο παππούς μου, οπότε έτυχε για τις επόμενες τρεις μέρες να λείπουμε από το σπίτι εκείνη την ώρα που θα ερχόταν το περιστέρι και έκτοτε δεν το ξαναείδα. Αλλά ήταν από τις πιο γλυκές εμπειρίες που έχω ζήσει έτσι με ζώα και είχα χαρεί πάρα πάρα πάρα πολύ που είχε έρθει. Επίσης, θυμάμαι την πρώτη φορά που ήρθαν και βάλανε παιδική χαρά στο χωριό και είχε το γύρω-γύρω-όλοι, που ήτανε… Πρέπει να ήμουνα γύρω 8 χρονών, εκεί. Είχαν βάλει γύρω-γύρω-όλοι, είχαν βάλει τσουλήθρες και κούνιες και τρενάκι. Θυμάμαι ακόμα και τώρα πως δεν είχα ξεκολλήσει από το γύρω-γύρω-όλοι και θυμάμαι να περπατάω, να πηγαίνω προς το σπίτι ακούγοντας τη μάνα μου να με φωνάζει, γιατί[00:50:00] εννοείται κάπως έτσι επικοινωνούσαμε τότε. Αν ήταν η ώρα να γυρίσουμε σπίτι, έβγαινε η μαμά στο μπαλκόνι και φώναζε: «Μαρία!» ή «Χριστίνα!». Ακουγόταν σε όλο το χωριό, αλλά για μας ήταν «ώπα» ήρθε η ώρα να γυρίσεις πίσω, οπότε γυρίζαμε. Και θυμάμαι να περπατάω προς το σπίτι και να περπατάω σε κύκλους, δηλαδή είχα κάνει τόσο πολύ γύρω-γύρω-όλοι που πηγαίνοντας στο σπίτι πήγαινα και γύριζαν όλα γύρω μου. Και ήταν φανταστική εμπειρία, γιατί δεν υπήρχε μέχρι τότε κάτι στο χωριό, οπότε χαρήκαμε πάρα πάρα πολύ και προσπαθήσαμε να πάρουμε, να κάτσουμε άπειρες ώρες εκεί πέρα για να το χαρούμε όλο αυτό το γεγονός. Μέσα σε όλο αυτό, επειδή υπήρχε, εννοείται, μία ελευθερία μέσα στο χωριό τότε, δεν υπήρχε φόβος για κάτι, όπως είναι τώρα στα περισσότερα μέρη, ακόμα και σε χωριό. Εμείς π.χ. ποτέ δεν κλειδώναμε το σπίτι μας. Τώρα τα τελευταία δύο χρόνια το κάνουμε, γιατί ακούστηκαν κάποια πράγματα. Αλλά θυμάμαι αυτό, όμως, που μας λέγανε για να μας φοβερίσουνε οι γονείς μας είναι ότι: «Θα σας πάρουν οι γύφτοι». Και όντως, τότε υπήρχανε γύφτοι οι οποίοι ερχόντουσαν. Είχαν αναφερθεί ένα-δύο σκηνικά κάπου τώρα ανά την Ελλάδα, το ακούσαμε στις ειδήσεις και είχε έρθει ο πανικός ότι «θα μας πάρουν, θα μας κλέψουν οι γύφτοι» και πάει λέγοντας. Εγώ τότε, όπως η μεγάλη μου αδερφή ήταν υπεύθυνη για εμένα, εγώ ήμουν υπεύθυνη για τη μικρή μου την αδερφή. Στην ουσία, όντως, η μεγάλη μου η αδερφή με μεγάλωσε πάρα πολύ, συμμετείχε πάρα πολύ σε αυτό και εγώ αντίστοιχα συμμετείχα στο να μεγαλώσει η μικρή μου η αδερφή, βοηθούσαμε όλοι εννοείται. Και θυμάμαι ήταν η Χριστίνα 4 χρονών; Κάπου εκεί. Kαι εννοείται πως γυρνούσαμε στο χωριό, παίζαμε, μας ξέρανε όλοι. Υπήρχε μία μέρα, λοιπόν, όπου χάσαμε τη Χριστίνα. Δεν ξέραμε πού έχει πάει. Θυμάμαι και η μεγάλη μου η αδερφή και εγώ είχαμε αρχίσει να ψάχνουμε σε όλο το χωριό. Και φυσικά, μέσα σε λίγη ώρα είχε, ήταν όλο το χωριό στο πόδι και ψάχναμε όλοι τη Χριστίνα, γιατί δεν μπορούσαμε να τη βρούμε πουθενά. Θυμάμαι να φοβάμαι αυτό, για τους γύφτους, φοβάμαι ότι μπορεί να την είχανε πάρει γύφτοι. Και είχε τύχει, η αλήθεια είναι, και κάποιες φορές να δούμε γύφτους με π.χ. κατάξανθα παιδάκια μαζί τους. Δεν ξέρω αν τότε γινότανε ή αν απλά τύχαινε και γεννούσανε. Δεν έχω κάτι με τους ανθρώπους εννοείται, αλλά σαν εμπειρία ας πούμε τότε, η μοναδική φοβία μας τότε ήταν οι γύφτοι. Και ψάχναμε για αρκετές ώρες την Χριστίνα. Ήταν νομίζω… Αρκετές; Δύο ώρες, οι οποίες μάλλον εμένα μου φάνηκαν σαν αιώνας τότε. Ψάχναμε σε όλα τα απίθανα μέρη, πουθενά η Χριστίνα. Φωνάζαμε όλοι στο χωριό: «Χριστίνα! Χριστίνα! Πού είσαι Χριστίνα;», πουθενά. Και θυμάμαι ήμασταν έξω από το σπίτι και σε κάποια φάση βγαίνει η Χριστίνα μέσα από το σπίτι με σαπουνάδες πάνω στο κεφάλι. Είχε μπει μέσα στη μπανιέρα και προσπαθούσε μόνη της να κάνει μπάνιο, αλλά πολλές ώρες! Σαπουνάδες η Χριστίνα! Με το που είδαμε ήμασταν σε φάση: «Ααα, τι γίνεται, εδώ είσαι; Ψάχναμε, όλο το χωριό στο πόδι και εσύ είσαι εδώ πέρα κρυμμένη». Ναι, γενικά ήταν ωραία τα παιδικά χρόνια με όλες τους τις δυσκολίες. Mου δώσανε πάρα πάρα πολλά έρχομαι να πω τώρα μετά από αρκετά χρόνια. Ναι, σίγουρα δεν τα εκτιμούσα όλα αυτά, αλλά αργότερα εκτίμησα πάρα πάρα πολλά πράγματα. Εκτίμησα το ζυμωτό ψωμί, εκτίμησα όλες τις γνώσεις πάνω στην καλλιέργεια. Και μάλιστα, αργότερα βοήθησα τον πατέρα μου να εξελιχθεί κιόλας σε κάποια πράγματα ή να τους βρίσκω σπόρους από τον «Πελίτι» για να βάζει καινούρια πράγματα, να μαθαίνω πόσο σημαντικό είναι να διασωθούν οι σπόροι, ακόμα και τη σημερινή εποχή, κυρίως τη σύγχρονη εποχή, και όλα αυτά που πάνε να κάνουνε με τα πατενταρίσματα των σπόρων. Και κάπου εκεί αγάπησα και τον «Πελίτι» και δημιουργήσαμε και μία ομάδα στο νησί, υποομάδα του «Πελίτι», για να διασωθούν όσο το δυνατόν περισσότερες ποικιλίες από αυτές που έχει ήδη το νησί, και έχει πάρα πολλές. Γενικά εκτίμησα πάρα πολλά πράγματα, τη συλλογή των βοτάνων π.χ. Και θα ήθελα να πω, γιατί κάποτε έκανα και μία έρευνα, ρωτούσα πάρα πολλούς παππούδες σχετικά με τα βοτάνια που χρησιμοποιούσανε, και έχουμε και στο νησί βάλσαμο. Είχα ακούσει διάφορα πράγματα για το βάλσαμο, αλλά συγκεκριμένα μου το είπανε δύο. Λέγανε ότι όταν το βάζανε το βάλσαμο για να αφήσει έτσι όλα του μέσα στο λάδι, βάζανε μέσα και νεογνά ποντίκια, που ήταν πάρα πολύ εύκολο να βρεις τότε στα χωράφια. Εντάξει, μου είχε κάνει εντύπωση, η αλήθεια είναι ότι δεν το ξανάκουσα από κανέναν, αλλά ούτε το έψαξα και περισσότερο. Αλλά κάτι άφηναν τα νεογνά ποντίκια μέσα στο λάδι, κάτι έξτρα. Και μάλιστα, ναι, ένας από αυτούς τους δύο ήταν και η γιαγιά μου, η Αλίκη, η οποία μου το είχε πει αυτό το πράγμα. Και μου είχε κάνει φοβερή φοβερή εντύπωση. Ακόμα και τώρα –εντάξει, σίγουρα έχουν αλλάξει διάφορα πράγματα στο χωριό, σίγουρα οι νέοι άνθρωποι είναι πολύ λίγοι αυτοί που ασχολούνται με τα αγροτικά και, όντως, δεν υπάρχει κάτι να τους κρατήσει, γιατί υπήρχε η νοοτροπία ότι «καλύτερα να πας στην πόλη να έχεις δουλειά» και όλα αυτά. Εντάξει, και εγώ βρίσκομαι σε πόλη τώρα πια, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα ήθελα να περάσω όλη μου τη ζωή εδώ πέρα. Ήρθα στην πόλη γιατί ένιωθα ότι έχω κάποιες επιλογές παραπάνω τις οποίες δεν τις είχα στο νησί. Π.χ., μου άρεσε πάρα πολύ ο χορός. Δεν μπορούσα, δεν υπήρχε σχολή χορού τότε για να πάω. Και αργότερα, όταν έφυγα να σπουδάσω, άρχισα να βλέπω όλα αυτά τα πράγματα που θα ήθελα εν μέρει να κάνω και δεν μπορούσα να τα κάνω, γιατί το νησί το ίδιο δεν μου έδινε αυτές τις επιλογές. Σκέψου τότε διαβάζαμε, γιατί δεν είχαμε τίποτα άλλο να κάνουμε. Ήμουνα πάρα πολύ καλή μαθήτρια και αυτό γιατί δεν είχα κάτι άλλο να κάνω, οπότε το έριχνα στο διάβασμα. Και πολλές φορές να κόβεται το ρεύμα, να διαβάζω υπό το φως των κεριών. Θυμάμαι και έναν πολύ δύσκολο χειμώνα όπου είχε ρίξει πολλούς στύλους της ΔΕΗ και είχανε παγώσει τα πάντα. Δηλαδή πολλά σπίτια δεν είχανε ούτε νερό ούτε ηλεκτρικό για πάρα πολύ καιρό. Και εμείς ήμασταν τυχεροί, γιατί απλά από πάντα είχαμε ξυλόσομπα, ακόμα και τώρα, δεν είχαμε μπλεχτεί με πετρέλαια, με κάτι τέτοιο. Ξυλόσομπα με ξύλα που μας έδινε το κτήμα και πάντα, δεν έχουμε αγοράσει ποτέ ξύλα, πάντα από κει θα κλαδέψουμε, θα κόψουμε τα ξερά δέντρα και αυτά θα μας βγάλουνε για τον χειμώνα. Τουλάχιστον είχαμε ζεστασιά. Εντάξει, δεν είχαμε φως, πέρα από το φως των κεριών, δεν είχαμε νερό, αλλά λιώναμε το χιόνι τότε για διάφορες ανάγκες, πηγαίναμε εννοείται για τα ζώα να δούμε, οπότε εμείς, η πηγή που είχαμε εκεί κάτω με το τρεχούμενο νερό μάς έδινε και το νερό που θέλαμε. Ήταν όλα καλά. Εντάξει, ακόμα και τώρα ρεύμα σε αυτό το κτήμα δεν έχει πάει. Εμένα μ’ αρέσει έτσι όπως είναι, θα ήθελα ίσως να δω αργότερα όταν επιστρέψω, γιατί σκέφτομαι κάποια στιγμή ότι θα 'θελα να επιστρέψω, θα 'θελα να ασχοληθώ με τη γη, γιατί αρχίζω και καταλαβαίνω την ηρεμία αυτή που σου δίνει την εγκεφαλική, την ψυχική, ασχέτως με τη σωματική κούραση. Μέσα από όλα αυτά δεν φοβήθηκα ποτέ να κουραστώ σωματικά, δεν φοβήθηκα ποτέ να δουλεύω δεκαπέντε ώρες. Εκεί που άλλοι τα φτύνουνε, εγώ μπορώ να συνεχίζω. Αλλά προέρχεται όλο αυτό, φυσικά, από την παιδική ηλικία και ότι ήδη από τότε, αν τα βάλεις στο τώρα, ήταν σκληρά τα πράγματα για εμάς. Μας έδωσαν κάποιες άλλες αντοχές, να γίνουμε λίγο πιο σκληροί σε διάφορα και να μην καταλαβαίνουμε Χριστό ούτε από δουλειά ούτε τίποτα. Και αυτά, θα ήθελα κάποια στιγμή να γυρίσω πίσω, θα ήθελα να ασχοληθώ… Δεν θα ασχολιόμουνα ποτέ με ζώα. Έχω δει όλη αυτή τη δουλειά που ρίχνεις για να παίρνεις τελικά τίποτα. Θα ήθελα προσωπικά να ασχοληθώ με βότανα και δέντρα. Με τα αμύγδαλα αν μπορούσα να κάνω κάτι, θα ήμουνα πάρα πολύ χαρούμενη. Και ίσως να χρειαστεί να βάλω και ίντερνετ στο σπίτι. Δηλαδή, αν και εφόσον επιστρέψω κάποια στιγμή, πρέπει να πάει. Έχουν όλοι πλέον στο χωριό, μόνο οι γονείς μου δεν έχουνε, οπότε θα πρέπει να βάλω αναγκαστικά κάποιου είδους τεχνολογίας. Αλλά ο πατέρας μου σίγουρα είναι ακόμα ένας άνθρωπος που κρατάει τα πράγματα έτσι όπως τα 'μαθε από τον παππού του, από τον μπαμπά του. Δεν έχει αλλάξει κάτι, πολύ λίγα πράγματα. Πολύ λίγα πράγματα στον τρόπο που καλλιεργεί, στον τρόπο που κάνει διάφορες εργασίες. Αυτό, μ’ αρέσει… 

Μ.Μ.:

Επίσης, θα ήθελα να αναφέρω την κόντρα μεταξύ του χωριού μου και του διπλανού χωριού, τη Δάφνη. Σαρδές-Δάφνη λοιπόν. Ήταν λίγο hardcore το όλο σκηνικό, εννοείται, καθότι οι Δαφνιώτες ήταν πάρα πολύ αγρίμια, που λέμε σαν παιδιά. Πολύ σκληροτράχηλα και αυτά γενικά και υπήρχε[01:00:00], στήναμε κάθε φορά, μαζευόμασταν και κανονίζαμε κουκουναροπόλεμο, ο οποίος πάντα κατέληγε σε πετροπόλεμο στο τέλος, είτε στο χωριό μας είτε προς τα εκεί. Προσπαθούσαμε τις περισσότερες φορές να είναι στο χωριό μας για να παίζουμε στην έδρα μας για ευνόητους λόγους και αυτοί δεν είχαν κανένα πρόβλημα βέβαια με αυτό. Στην ουσία, αν πηγαίναμε στο χωριό τους, είχανε μια τάση παραπανίσιας, εντάξει, παιδικής εχθρότητας, επειδή ήμασταν κατά κύριο λόγο οι «εισβολείς». Και με τους εισβολείς δεν τα είχανε καθόλου καλά στο χωριό τους. Οπότε στήνονταν ενέδρες στο δικό μου το χωριό. Και το καλό είναι ότι όλοι, όλα τα παιδιά τότε ενωνόμασταν για αυτόν τον σκοπό, δηλαδή γιατί θα έρθουν οι Δαφνιώτες, οπότε πρέπει να προετοιμαστούμε και να συνεργαστούμε όλοι μαζί. Και αντίστοιχα και αυτοί ήτανε πάρα πάρα πολύ δεμένοι όλοι. Θυμάμαι συγκεκριμένα μία μέρα που είχαμε κανονίσει για κουκουναροπόλεμο και περιμέναμε εκεί στο πάρκο, στις κούνιες, που λέμε και τους… Ναι, περιμέναμε και ήρθανε, μας κάναν την έκπληξη και ήρθανε τώρα παιδιά μεταξύ 8 και 14 ετών, ήρθανε με τρακτέρ, μεγάλο τρακτέρ. Μάλιστα, είχε μετά από λίγο καιρό, ένα παιδί είχε πεθάνει γιατί το είχε πατήσει τρακτέρ, από μία οικογένεια που είχε επτά παιδιά. Και σκάγανε με τρακτέρ. Ξεκινούσαμε, ήτανε λίγο ήδη τρομακτικό στη θέα του τρακτέρ ένα δωδεκάχρονο ή δεκατετράχρονο παιδί, αλλά το παλεύαμε γενικά. Βέβαια, καταλήγαμε πάντα να χάνουμε, ήτανε πιο δυναμικοί από εμάς. Και συγκεκριμένα θυμάμαι την αρχηγό σε εκείνη τη φάση, που ήταν ένα κορίτσι μαυριδερό και πάρα πολύ αδύνατο, αλλά με πάρα πολύ νεύρο, η Μάλαμα, που τη φοβόμασταν όλοι γιατί έδερνε τα παιδιά γενικά. Όσο και αν δεν της φαινόταν, το έκανε. Και ήρθε σε εμένα, είχε πιάσει εμένα συγκεκριμένα και έρχεται και με ρωτάει: «Ποια είσαι εσύ;» και εγώ ήμουνα, επειδή η αδερφή μου τότε η μεγάλη έκανε πάρα πολύ παρέα με τους μεγαλύτερους του χωριού αυτού, λέω: «Είμαι η αδερφή της Ζωής». Και μου έδωσε κατά κάποιον τρόπο ελαφρυντικό ότι: «Εντάξει, εσένα δεν σε πειράζω γιατί είσαι η αδερφή της Ζωής». Αργότερα έμαθα ότι ο λόγος για τον οποίον το έκανε είναι γιατί φοβόταν την αδερφή μου, η οποία ήτανε, είχε ένα άγριο βλέμμα, ήταν πιο δυναμωμένη και λέει: «Κάτσε καλύτερα να παίξω εκ του ασφαλούς». Αλλά ήτανε πολύ, γιατί… Με αυτό το χωριό στήναμε, επίσης, παιχνίδια μπάσκετ, παιχνίδια ποδοσφαίρου. Είχαμε κάνει κάποιες συγκεντρώσεις, τους καλούσαμε εμείς σαν σχολείο ότι: «Ελάτε για να συμφιλιωθούμε», αλλά αυτοί ερχόντουσαν πάντα με κάποια σχέδια στο μυαλό τους, ότι π.χ. με σκόνη Tide, να ρίξουνε σε περίπτωση που η τούρτα ήταν λευκή –αυτά τα έχω συζητήσει μεταγενέστερα με τη Μάλαμα την ίδια, ας πούμε. Ερχόντουσαν με κάτι σε περίπτωση που έχουμε κέικ ή κάτι άλλο να έχουνε κάτι σε πιπέρι ή κάτι, κοπριά τριμμένη για να ρίξουν από πάνω, μόνο και μόνο για να μας ξεγελάσουν, να μας κάνουν να κλάψουμε για κάποιον λόγο. Και επειδή σε μία συγκέντρωση δεν τους είχε βγει τίποτα, γιατί περάσανε πάρα πολύ καλά, και μου το έχει πει η ίδια η Μάλαμα, μάλιστα κάναμε και κάποιους φίλους, αλλά είχανε ένα παιδί το οποίο ήτανε έκτοτε και μέχρι και σήμερα ένας προβληματικός ενήλικας, και αυτός, επειδή δεν του βγήκε τίποτα και είχαν κουβαλήσει πιπέρια και μα μου σου του, πιάνει ένα παιδάκι στο τέλος και του ρίχνει πιπέρι στο μάτι, η ξαδέρφη μου, η Αλίκη. Η οποία, εντάξει, σαν πιτσιρίκι, ήταν πρώτη δημοτικού τότε, έβαλε τα κλάματα και γκρίνιαζε. Αυτά, λοιπόν, με την κόντρα με το χωριό. Τώρα εννοείται αυτό δεν υπάρχει, τουλάχιστον δεν έχω αντιληφθεί κάτι τέτοιο. Με όλα τα παιδιά έκτοτε τα θυμόμαστε και γελάμε, αλλά και αυτοί παραδέχονται ότι όντως ήτανε, είχανε κάποιο θέμα. Κάπως τους είχαν εντρυφήσει ότι οποιοσδήποτε μπαίνει στο χωριό είναι εισβολέας και πρέπει να τον καταρρίψουνε, κάπως έτσι. Τώρα όλα καλά. Μετά να μιλήσω λιγάκι για πώς ήταν όταν πρωτοπήγα, άφησα το χωριό πλέον και κατέβηκα στην πρωτεύουσα για Γυμνάσιο και για Λύκειο, που ήταν κάτι τελείως καινούριο, όντας από το χωριό, ότι ξαφνικά βρίσκεσαι στην πρωτεύουσα. Ερχόταν λεωφορείο, μάλιστα μας έπαιρνε, εμάς για κάποιον λόγο μας έπαιρνε 6:30 το πρωί, που η απόσταση του χωριού από το κέντρο είναι ένα τέταρτο. Μας ξυπνούσαν 6:30 το πρωί, ερχόταν μας έπαιρνε, θυμάμαι να ξυπνάω και να είναι σκοτάδι έξω. Και μάλιστα, ήμασταν και το λεωφορείο που έφευγε και αργότερα. Και υπήρχε μόνο ένα λεωφορείο, εννοείται, δεν υπήρχε κάτι άλλο, ένα που έκανε το πρωινό δρομολόγιο και μετά το μεσημεριανό μετά το σχολείο. Τέλος πάντων, οπότε έπαιρνε τη Δάφνη και ένα χωριό πιο πριν, Κατάλακκο-Δάφνη-Σαρδές, και μας πηγαίναν στη Μύρινα για να πάμε σχολείο. Οπότε φτάναμε εκεί σχεδόν 1-1:30 ώρα πριν το σχολείο ξεκινήσει. Δεν είχαν ανοίξει μαγαζιά, θυμάμαι πάρα πολλές φορές να καθόμαστε μέσα στο κρύο. Μετά άνοιγε ένα μαγαζί γύρω στις 7:00 και κάτι και πηγαίναμε και είχε ηλεκτρονικά μέσα τότε και πηγαίναμε και παίζαμε αναγκαστικά ή καθόμασταν μέσα αν ήταν χειμώνας. Kαι πηγαίναμε στο «Playboy» λεγότανε, πηγαίναμε εκεί. Κατά κάποιον τρόπο στο Γυμνάσιο άρχισα να δένομαι και με τους Δαφνιώτες περισσότερο, γιατί αναγκαστικά περνούσαμε και χρόνο μαζί, ήμασταν όλα τα παιδιά μαζί σε αυτό το πράγμα. Και μετά γυρνούσαμε πίσω. Και αυτά τα λεωφορεία γενικά ήτανε και κάπως, ήτανε λίγο χρέπια. Θυμάμαι σκηνικό ότι χειμώνα να πηγαίνουμε, να μας ανεβάζει το μεσημέρι μετά στο χωριό, προς το χωριό, και να βγάζει καπνούς από μέσα. Χαλάει κάπως η μηχανή, κάτι έπαθε. Και είχε χιονίσει κιόλας, είχε χιόνια και η μόνη λύση ήταν να κατέβουμε και να το κόψουμε με τα πόδια, μέσα στα χιόνια όλα τα παιδιά, γιατί δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Ή γιατί είχε χιονίσει... Ξαναείχε γίνει αυτό γιατί είχε χιονίσει και είχε αποκλειστεί το χωριό ήδη, οπότε μας στέλνανε περπατητή, κανένας δεν αναλάμβανε την ευθύνη για κάτι παραπάνω. Παιδιά μόνα μας τα βγάζαμε πέρα, «Ωραία, πηγαίνετε», αυτό. Μετά άρχισα να κάνω παρέες από την πρωτεύουσα, άρχισα να γίνομαι και εγώ… Για κάποιον λόγο ήθελα πάρα πολύ να μπω σε αυτό το κομμάτι, να γίνω και αποδεκτή από την πρωτεύουσα. Γιατί μου λείπανε προφανώς κάποια πράγματα στο χωριό σαν παιδί. Πέρα από το ότι ήμουν πάρα πολύ καλή μαθήτρια στο Γυμνάσιο, γιατί στο χωριό δεν είχα κάτι να κάνω. Πέρα από το να διαβάζω και να παίζω ποδόσφαιρο και να πηγαίνω στις δουλειές, δεν είχα κάτι άλλο, οπότε διάβαζα πάρα πολύ τότε, μου άρεσε. Και ήμουνα και απουσιολόγος όλα τα χρόνια του Γυμνασίου, πρώτη, δευτέρα, τρίτη, σπασικλάκι, φλωράκι είχα καταλήξει για κάποιον λόγο τέτοιο. Από το μαχήμι του χωριού –καμία σχέση–, και κάνω δουλειές, στο ότι είμαι ένα πολύ καλό παιδί και διάβαζα πάρα πολύ, στο Γυμνάσιο τουλάχιστον. Γιατί μετά στο Λύκειο όταν έκανα άλλες παρέες που μου μάθανε τι πάει να πει καφές, τι πάει να πει κοπάνα –εγώ στο Γυμνάσιο δεν είχα κάνει ποτέ κοπάνα. Κάνανε κατάληψη και λέω: «Όχι, εγώ δεν θα κάνω κατάληψη, για ποιον λόγο να κάνουμε κατάληψη;». Ήμουν απουσιολόγος, αλλά έκρυβα απουσίες, εντάξει, ήμουνα από τα καλά παιδιά. Αλλά στο Λύκειο έγινε τούμπα όλο αυτό. Δηλαδή εκεί άρχισα να καταλαβαίνω την έννοια του καφέ, κάναμε κοπάνα και παίζει να καθόμασταν στην αρχή κάτι επτάωρα σε καφετέριες, οκτάωρα, που δεν το είχα ξανακάνει ποτέ στη ζωή μου, δεν έβρισκα νόημα σε αυτό. Και όμως, έγινε με τις παρέες που απέκτησα μετέπειτα. Ωστόσο, για να αρχίσω… Όταν έγινα αποδεκτή και άρχισα να μιλάω για κάποια πράγματα της πολύ παιδικής μου ηλικίας στους τότε φίλους μου και είχα αναφέρει το γεγονός ότι ξέρω να αρμέγω ή το να βόσκω πρόβατα και μα μου σου του, όλο αυτό γύρισε λίγο σε κοροϊδία και bullying, τύπου «Ωωω, η Μπατζάκη ξέρει να αρμέγει!», λίγο κοροϊδία. Και κατά κάποιον τρόπο με πλήγωνε όλο αυτό το πράγμα, γιατί ένιωθα ότι δεν γινόμουνα και πάλι αποδεκτή, ενώ ήμουνα σε μια παρέα. Ότι για αυτή μου την ταυτότητα τα παιδιά με κοροϊδεύανε και επομένως ίσως δεν άξιζα τόσο όσο κάποιο άλλο παιδί από την πρωτεύουσα. Και ήτανε αρκετά σκληρά, δεν είναι ότι... Το είπα, έτυχε μια δυο φορές να το αναφέρω, είδα πώς αντιδράνε τότε τα παιδιά και έπαψα απλά πια να αναφέρω αυτή μου την ταυτότητα, ότι είμαι ένα παιδί που προέρχομαι από αγροτική οικογένεια και βοηθάω την οικογένειά μου σε οποιαδήποτε δουλειά και αν είναι αυτή. Έγινε μυστικό. Αργότερα, όταν πήγα να σπουδάσω, άρχισα να ξαναλύνομαι λίγο περισσότερο, γιατί έβλεπα ότι ο κόσμος, ίσως και η… Tι να πω; Eίχαν αρχίσει να γίνονται τα πράγματα ότι: «A, ζυμωτό ψωμί, τι ωραία! Ξέρεις να ζυμώνεις; Ξέρεις να φτιάχνεις τυρί;», άρχισαν να με αποδέχονται τελείως διαφορετικά. Το γεγονός ότι τα ήξερα αυτά μετά το πέρασμα των χρόνων ήταν κάτι που προκαλούσε σε κάποιον εντύπωση και[01:10:00] μου έλεγε και: «Μπράβο που τα ξέρεις όλα αυτά». Οπότε μετά, όταν άρχισα να νιώθω ότι από κει και πέρα κάποιοι άνθρωποι με αποδέχονται για αυτόν το λόγο, πλέον δεν είχα και κάποιον φόβο να το αναφέρω τόσο, και μάλιστα πλέον να είμαι και περήφανη για αυτό. Γιατί ξέρω ότι μπορώ να επιβιώσω μόνη μου, όπου και να με πετάξεις, ξέρω να καλλιεργήσω, δεν φοβάμαι ούτε την εργασία, δεν φοβάμαι να εργαστώ άπειρες ώρες. Γενικά «μαύρο σκυλί», αυτό που λέμε, μια άλλη αξία πάνω στο εργασιακό κομμάτι. Και αυτά γενικά, νομίζω αυτά είχα να δηλώσω ως τώρα. Άμα θέλεις, μπορούμε να προχωρήσουμε σε ερωτήσεις.

Κ.Δ.:

Μίλησες προηγουμένως για τους καλικάντζαρους, το έθιμο που γινόταν των Φώτων. Ποια άλλα έθιμα, έτσι, ξέρεις και έζησες στο χωριό;

Μ.Μ.:

Γενικά θεωρώ τον εαυτό μου τυχερή γιατί ήμουν ακόμα μια γενιά η οποία, όντως, αναβίωσε αρκετά έθιμα. Γιατί πολλά από αυτά εννοείται πως έχουν χαθεί. Αλλά θα αναφερθώ συγκεκριμένα σε ένα το οποίο εν μέρει είναι θρησκευτικό κατά κάποιον τρόπο, γιατί το κάναμε στην εκκλησία, την Κυριακή της Ανάστασης, και είναι πάρα πολύ αστείο. Το οποίο δεν υπάρχει πλέον και σχεδόν είμαι 99% σίγουρη ότι ήτανε έθιμο μόνο του χωριού μου. Ήταν το «Ρολόι», έτσι λεγόταν το έθιμο, το οποίο μετά τη λειτουργεία της Ανάστασης την Κυριακή, βγαίναμε όλοι στο προαύλιο της εκκλησίας και ο παππάς ρύθμιζε ένα ρολόι, ένα ξυπνητήρι, μία ώρα που κανένας δεν ήξερε. Και μέχρι να χτυπήσει το ξυπνητήρι γυρνούσε ένας δίσκος γύρω γύρω και στην ουσία πόνταρες λεφτά για το πότε νόμιζες ότι θα χτυπήσει το ξυπνητήρι. Και γυρνούσε ο δίσκος, δεν ήξερες πότε θα χτυπήσει, οπότε όλοι όταν, όσοι πιστεύαν ότι: «Α, γύρω σ’ εκείνη την ώρα» ρίχνανε π.χ. δραχμές τότε, 50 δραχμές, 100 δραχμές και πάει λέγοντας. Όταν χτυπούσε το ξυπνητήρι σε κάποιον που έριχνε εκείνη την ώρα, αυτός είχε την τιμή να κουβαλήσει την εικόνα της Πασχαλιάς, του Άγιου Γεώργιου, πάνω σε ένα ξωκλήσι που είχε σε έναν λόφο εκεί στο χωριό, που ήταν αρκετά ψηλά, παρέα με τον παππά και ένα γαϊδούρι. 6:00 το πρωί ξεκινούσανε, αλλά ήταν η τιμή τότε του να κουβαλήσεις αυτήν την εικόνα. Εντάξει, πλέον μου φαίνεται αρκετά αστείο αυτό το έθιμο, ωστόσο συνέβαινε, και μάλιστα όλοι παθιαζόμασταν και συμμετείχαμε όλο το χωριό. Ακούγεται λίγο και σαν τζόγος και σίγουρα και η εκκλησία μάζευε αρκετά λεφτά. Δεν ξέρω ποιος το εφηύρε αυτό, δεν ξέρω καν από πού προέρχεται, ξέρω ότι γινόταν χρόνια στο χωριό. Δηλαδή εγώ όσο πήγαινα αναγκαστικά Κυριακή Ανάσταση στην εκκλησία γινότανε μετά αυτό. Και όλοι μαζευόμασταν σε κύκλο και έπεφτε και ο χαβαλές εν μέρει. Και έτυχε και μία φορά και την πήρε και η μικρή μου η αδερφή. Και έπρεπε να ξυπνήσει 6:00 το πρωί, πότε, ήταν νομίζω 14 η Χριστίνα τότε που την κέρδισε την Πασχαλιά; Αυτό. Αυτό είναι ένα έθιμο που θυμάμαι και δεν γίνεται πλέον. Τώρα σίγουρα υπάρχουν και άλλα έθιμα, τύπου… Εντάξει, να φτιάχνουμε τις μαρμαρίτες πάλι την περίοδο των Φώτων, συγκεκριμένες τηγανίτες οι οποίες ψηνόντουσαν πάνω σε ζεστές πέτρες και με πετιμέζι επάνω. Γενικά, θυμάμαι ότι το χωριό ήτανε γεμάτο φούρνους, γεμάτο, δεν υπήρχε σπίτι που να μην έχει φούρνο. Αργότερα εγώ θυμάμαι να έχουν απομείνει τρεις τελευταίοι, οι οποίοι λειτουργούσαν μόνο όταν αρραβωνιαζόταν κάποιος. Και ψηνόταν ένα ψωμί σαν άρτος με μέλι, το οποίο βάζαν εμάς τα κοριτσάκια να το μοιράζουμε σε όλο το χωριό για να ανακοινώσουμε ότι ο τάδε αρραβωνιάστηκε και να πάρουνε τις ευχές για μία καλή ζωή. Αυτά θυμάμαι κατά κύριο λόγο. Εντάξει, σίγουρα και πανηγύρια και τα σχετικά αρκετά, αλλά νομίζω τα πιο σημαντικά για το χωριό ήταν αυτά.

Κ.Δ.:

Ποια πανηγύρια ήταν τα μεγαλύτερα;

Μ.Μ.:

Της Παναγιάς, του Αγίου Παντελεήμωνος, του Άη Λια, που ανεβαίναμε πάλι σε ένα ξωκλήσι ψηλά και υποτίθεται κάναμε και διανυκτέρευση και αυτά. Αλλά νομίζω της Παναγιάς ήταν, Δεκαπενταύγουστο εκεί τα περισσότερα. Αλλά το ίδιο και με του Αγίου Παντελεήμονα, κάπου 27 Ιουλίου; Όπου ψήναμε σουβλάκια, μα μου σου του, ερχόταν ορχήστρα, χορεύαμε όλοι παραδοσιακούς χορούς τρελαμένα, Πάτμα, Κεχαγιάς και πολλά άλλα. Πολύ ωραία και με τους παραδοσιακούς χορούς. Αυτά τα πανηγύρια. Κατά κύριο λόγο καλοκαίρι εννοείται. Πανηγύρι με καλοκαίρι πάει.

Κ.Δ.:

Θέλεις να μας μιλήσεις για κάποιες εντυπώσεις, εμπειρίες, έτσι, περιστατικά από την πόλη της Λήμνου, από την πρωτεύουσα όταν είχες πάει; Και γενικά, τι βρήκες εκεί πέρα που σου έκανε εντύπωση, που δεν είχες στο χωριό;

Μ.Μ.:

Νομίζω αυτό που μου είχε αρέσει περισσότερο σε εκείνη τη φάση είναι η παρέα με κορίτσια. Γιατί στο χωριό έτυχε να είμαι, ήμασταν πολύ λίγα παιδιά, εκ των οποίων τα περισσότερα ήταν αγόρια. Είχα άλλο ένα κορίτσι στην ηλικία μου μόνο, με το οποίο γενικά δεν έκανα παρέα γιατί ήτανε πολύ κορίτσι, ενώ εγώ ήμουν αγοροκόριτσο. Αυτή έπαιζε με κούκλες, εγώ έπαιζα με Playmobil τύπου, οπότε δεν είχαμε και τόσο καλή επικοινωνία. Και αργότερα βρήκα άτομα που, ναι, βρήκα άλλα κορίτσια. Στην αρχή οι παρέες μου ήταν πολλή συνεσταλμένες, δηλαδή διάλεγα τέτοιου είδους. Αργότερα λίγο τα πιο πρωτευουσιάνικα παιδιά, τα πιο… Πώς να το πω τώρα αυτό; Τα πιο προχωρημένα παιδιά, πιο μέσα στα πράγματα. Μου άρεσε γενικά πάρα πολύ το γεγονός ότι είχα τόσους πολλούς δασκάλους από διάφορα μέρη. Θυμάμαι ας πούμε ακόμη και τώρα στο Γυμνάσιο να τους πηγαίνω ζουμπούλια. Να κόβω… Αυτό το οποίο έκανα στο χωριό, να τους πηγαίνω ζουμπούλια και όλοι να είναι σε φάση με θαυμαστικά: «Ευχαριστούμε, πολύ ωραία!». Μου είχε μείνει αυτό εννοείται από το χωριό, αυτό το πράγμα. Μου έκανε εντύπωση αυτό, ρε παιδί μου, το ότι πάμε σε μία καφετέρια και πίνουμε καφέ, που αναγκαστικά το έκανα στο Γυμνάσιο μόνο πριν το σχολείο, γιατί δεν είχαμε άλλη επιλογή, αλλιώς θα έπρεπε να καθόμαστε στο κρύο. Ή το πόσα πολλά πράγματα γενικά υπήρχαν παντού, μαγαζιά εννοείται. Δηλαδή θυμάμαι ότι με τους γονείς κατεβαίναμε μία φορά στο τόσο στο Κάστρο για να κάνουμε ψώνια, αλλά ποτέ δεν πήγαινα εγώ σε μαγαζί τώρα για να πάρω ρούχα. Συνήθως ερχόντουσαν γύφτοι στο χωριό και παίρναμε από κει ή μεγάλωνα πλέον με τα μεταχειρισμένα. Εννοείται αυτό έπαιζε πάρα πολύ, της αδερφής μου, τα οποία κρατούσε η μάνα μου, της ξαδέρφης μου αντίστοιχα. Το γεγονός για να έπαιρνα καινούρια ρούχα δεν υπήρχε σαν concept πάρα πολύ. Να ξοδέψεις λεφτά εκεί ενώ υπάρχουνε ήδη και κάποια δεν έχουνε φθορές ή το οτιδήποτε. Τι άλλο μου έκανε εντύπωση; Τότε βασικά… Α, κάτι άλλο είναι ότι έμαθα τον χορό κατά κάποιον τρόπο. Εκεί για πρώτη φορά είχα την επιλογή –αργότερα, αρχές Λυκείου ήταν αυτό–, να πάω χορό. Η παρέα μου ήταν κορίτσια που πηγαίναν στον χορό, οπότε εννοείται πως ήθελα και εγώ, γιατί πάντα μου άρεσε να χορεύω, αλλά οι γονείς μου δεν το στηρίζανε ποτέ αυτό το πράγμα. Όταν τους εξέφρασα την επιθυμία μου ότι θέλω να πάω στην κυρία Γεροντάρα, τη δασκάλα χορού που είχα τότε, να κάνω χορό μου λένε: «Δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά» και κατέληξα να πηγαίνω κρυφά. Είχα και μηχανάκι τότε, οπότε είχα μια σχετική ελευθερία, είχα πάρει το δίπλωμα γύρω στα 16, το πρώτο δίπλωμα για πενηντάρι που δίνεις, οπότε μετά τα 16 κατέβαινα και μόνη μου. Στο Λύκειο πλέον δεν έπαιρνα λεωφορείο, κατέβαινα με το μηχανάκι μόνη μου στο χωριό, στη Μύρινα. Και κρυφά από τους γονείς ξεκίνησα να πηγαίνω χορό. Και μάλιστα, είχα παθιαστεί τόσο πολύ με τον χορό που σταμάτησα να διαβάζω και πάρα πολύ. Οπότε η καλή μαθήτρια του Γυμνασίου ξαφνικά με τον καφέ, με το… Άρχισα λίγο να ψιλοκαπνίζω τότε ή να φλερτάρω με αγοράκια, πράγμα που δεν, ήμουν τελείως αγοροκόριτσο για να το κάνω αυτό στο Γυμνάσιο, οπότε άρχισε να αποκτάει μια άλλη τροπή το πράγμα. Και σε εκείνη τη φάση για εμένα ήταν ο χορός πάρα πολύ σημαντικός, οπότε έδινα όλη μου την ενέργεια εκεί πέρα, με την κυρία Γεροντάρα να κάνουμε διάφορες παραστάσεις για συνέδρια γιατρών που ερχόντουσαν στο νησί, προετοιμασίες, το οτιδήποτε. Αρκετές, αρκετές παραστάσεις. Μάλιστα, είχαμε πάρει και μέρος σε μαθητικούς καλλιτεχνικούς αγώνες, του Αιγαίου αρχικά. Είχαμε πάει στη Χίο και είχαμε βγει πρώτοι στο Αιγαίο, στον σύγχρονο χορό[01:20:00]. Μετά πήγαμε Αθήνα, στο «Σπίτι Άρσης Βαρών» και πήραμε το Πανελλήνιο στον σύγχρονο χορό με ένα κομμάτι από τους Pink Floyd, από τον δίσκο «The Wall», και πήραμε το πρώτο βραβείο. Ήμασταν ντυμένοι στρατιώτες και ακόμα το θυμάμαι και ανατριχιάζω. Γιατί η κυρία Γεροντάρα, αυτή η δασκάλα χορού, είναι ένας άνθρωπος που την αγαπάω ακόμα και τώρα, μας δίδαξε λίγο την πειθαρχία. Ήταν πολύ σκληρή δυστυχώς και ευτυχώς, δεν ξέρω ακόμα τι, αλλά καταφέραμε πολλά μαζί της. Αυτό. Και όταν, ίσως τότε όταν πήρα το μετάλλιο, κατά κάποιον τρόπο οι γονείς μου το αποδέχτηκαν, γιατί τους απέδειξα κάτι και γενικά χρειάζονται συνέχεια να τους αποδεικνύω κάτι, είναι σκληροί άνθρωποι, αυτό. Αυτά θυμάμαι έτσι σε γενικές γραμμές. Επίσης, η νονά μου βρισκόταν στη Μύρινα. Το γεγονός ότι μπορούσα κάποιες φορές να μένω εκεί στο σπίτι της ήταν πολύ σημαντικό. Δεν θυμάμαι, ήταν μία τελείως διαφορετική μετάβαση. Δηλαδή τελείως άλλη ζωή στο χωριό, μετά τελείως άλλη ζωή. Ήταν ομαλή μεν μετάβαση από το Γυμνάσιο στο Λύκειο, αλλά στην πορεία άλλαξα και πάρα πολύ. Γιατί έβλεπα ότι και σαν έφηβος πλέον, πέρα από το ότι άρχισα να αντιδρώ πάρα πολύ σε όλο αυτό, γιατί δεν ήταν και ό,τι καλύτερο, αντί να πηγαίνω να παίζω τα σαββατοκύριακα, να καταλήγω να πηγαίνω να βοηθάω τους γονείς μου, ενώ ξέρω ότι άλλα παιδάκια στην ηλικία μου όλα ήτανε χαλαρά και δεν κάνανε κάτι τέτοιο γιατί οι γονείς τους τα προστατεύανε, ενώ οι δικοί μου γονείς ήτανε λίγο πιο κολλημένοι στο παρελθόν, ήταν μιας άλλης γενιάς. Ε, και κάπως σαν έφηβος μου κόστιζε αυτό το πράγμα. Μετά άρχισα να αντιδρώ, εννοείται, στους γονείς. Και λόγω του ότι της οικονομικής κατάστασης της οικογένειας που πάντα έκανε οικονομία, δεν σπαταλούσε πάρα πολλά, εγώ όταν ήμουν σε φάση και ήθελα να πάρω καινούρια παπούτσια και ζητούσα λεφτά από τη μαμά μου και δεν μου έδινε, το έβαλα μετά στο μυαλό μου, ότι: «Εντάξει, αφού δεν μου δίνεις λεφτά, εγώ θα πάω να δουλέψω σε κάποιον άλλον, γιατί εσύ δεν με πληρώνεις. Θα πάω να δουλέψω». Και, όντως, έτσι έγινε. Δηλαδή πρώτη δουλειά ξεκίνησα στα 14 σε μια ταβέρνα στην κουζίνα. Αλλά η κυρία γενικά μου έμαθε πάρα πολλά και ήταν και πάρα πολύ υπομονετική βέβαια μαζί μου. Αυτή μου είπε ότι: «Ποτέ μην δουλεύεις χωρίς μουσική!» και έκτοτε αυτό μου έχει γίνει κανόνας σε οποιαδήποτε δουλειά και αν έκανα. Ξεκίνησα από τα 14, τότε έμενα στης αδερφής μου το σπίτι που μόλις είχε αρραβωνιαστεί, της μεγάλης, ένα καλοκαίρι. Μετά το επόμενο καλοκαίρι πήγα σερβιτόρα σε μία άλλη ταβέρνα εκεί στα 15. Αλλά γενικά, επειδή ήμουν τόσο σκληραγωγημένο παιδί, δεν με ζόριζε η δουλειά. Τότε μάλιστα, εντάξει, ήταν και πολύ ζόρικη η δουλειά με πολύ δύσκολο αφεντικό, έβλεπα σερβιτόρους να έρχονται και σερβιτόρους να φεύγουν στην πορεία, γιατί κανένας δεν μπορούσε να αντέξει. Αλλά εγώ το είχα βάλει ότι: «Όχι, εφόσον τους είπα ότι θα είμαι εδώ για μία σεζόν, θα είμαι εδώ για μία σεζόν». Τον επόμενο χρόνο με ζητούσανε, τον επόμενο χρόνο όμως δεν πήγα. Αλλά με όλες τις δυσκολίες την έβγαλα εκείνη τη χρονιά, υπομονετική και παραμάνες, 15 χρονών παιδί. Μετά 16 ξεκίνησα σε μία καφετέρια παράλληλα με το σχολείο, και μάλιστα μου δίνανε και σπίτι από δίπλα από την καφετέρια. Και στα 16 ξεκίνησα να μένω και μόνη μου, έφυγα λίγο από το σπίτι. Και μετά, όπως κάθε παιδί πιστεύω που μεγαλώνει στην επαρχία, φτάνει η στιγμή που ειδικά τώρα σε μία κλειστή κοινωνία, μιλάμε και για ένα νησί, το οποίο να μπεις σε διαδικασία να πάρεις καράβι, εφόσον έχει καλό καιρό και με τα τότε πλοία, ήταν πάρα πολύ δύσκολο. Δεν μπορούσες να ξεφύγεις εύκολα από αυτό το πράγμα. Οπότε όλα τα παιδιά μεγαλώνοντας και φτάνοντας τα 18, πιστεύω ο κύριος λόγος ο οποίος φύγαμε για να σπουδάσουμε ήταν απλά για να φύγουμε από το νησί και να μας ανοίξουν κάποιοι άλλοι ορίζοντες πέρα από αυτό. Δηλαδή για εμένα αυτό ήτανε. Δεν με ένοιαζε πού θα περάσω, ήθελα να φύγω από κει σε κάποια φάση, αυτό. Αργότερα, όμως, άρχισα να εκτιμάω και κάποια πράγματα. Και ίσως έπρεπε να γίνει αυτό, γιατί, αν δεν γινότανε, ποτέ δεν θα βρισκόμουν στο σημείο να εκτιμήσω και κάποια πράγματα που μου δώσαν οι γονείς μου, κάποιες αξίες, την αξιοπρέπεια, το να είμαι εντάξει με τους ανθρώπους γύρω μου, όλα αυτά, και να μην φοβάμαι και τη δουλειά και να μην φοβάμαι το να στηριχτώ μόνη μου στα πόδια μου. Αυτό.

Κ.Δ.:

Αναφέρθηκες στον «Πελίτι». Θέλεις να μας μιλήσεις λίγο για το τι είναι ο «Πελίτις»;

Μ.Μ.:

Ναι, θυμάμαι… Πόσο να ήμουνα, ήμουνα 20; Ήμουνα λίγο πιο μετά, αλλά ο «Πελίτις» είναι, τον ξεκίνησε ο Παναγιώτης Σαϊνατούδης, είναι μια οργάνωση για τη διάσωση των σπόρων ντόπιων ποικιλιών. Έχει κάνει ένα τεράστιο έργο στην Ελλάδα, και όχι μόνο στην Ελλάδα, έχει αναγνωριστεί και σε παγκόσμιο επίπεδο για τη διάσωση των σπόρων. Στο οποίο μπορεί πολλοί άνθρωποι να μην γνωρίζουν πολλά για αυτό το πράγμα, αλλά είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό θέμα. Εφόσον έχουν μπει πατενταρισμένοι σπόροι πλέον, εφόσον ο σπόρος πλέον πρέπει να αγοράζεται, έρχεται ένας «Πελίτις» ο οποίος σου λέει για την ελεύθερη διακίνηση των σπόρων και ότι κανονικά αυτό δεν πρέπει να πληρώνεται, και έτσι είναι. Δεν γίνεται κάποια εταιρεία να έρχεται και να ζητάει τα πνευματικά δικαιώματα κάποιου σπόρου, εφόσον υπάρχει από πριν στη φύση. Όλα αυτά, όμως, για να τα πετύχουν οι εταιρίες δημιουργήσαν τους πατενταρισμένους σπόρους, οκ, αλλά με τους πατενταρισμένους σπόρους κινδύνευαν πάρα πολύ να εξαφανιστούν οι ντόπιες ποικιλίες. Στη νησί τύχαινε να έχουμε πάρα πολλές. Εγώ το είχα ζήσει και από τους γονείς μου, όπου ο μπαμπάς μου κρατούσε σπόρους από τον παππού μου, ο οποίος κρατούσε σπόρους από τον προπάππου μου. Και αυτά είχαμε και φυτεύαμε δηλαδή και βγαίναν οι ντοματιές. Μετά, όταν αργότερα μπήκαν η υβριδική, η πατενταρισμένη, ήτανε, τους φύτευες και ο σπόρος μετά που έπαιρνες από το φυτό δεν μπορούσες να τον ξαναφυτέψεις, οπότε την επόμενη χρονιά έπρεπε να μπεις σε διαδικασία να ξαναγοράσεις σπόρους. Και… Στην Ινδία μάλλον, που ήταν και άλλος ένας κόσμος γεμάτος σπόρους, είχανε μπορεί και ενενήντα εννιά διαφορετικές ποικιλίες από βαμβάκι, φυσικά χρωματισμένο. Μπήκε η Monstanto μέσα και αργότερα εξαφανίστηκαν. Από αυτό το ενενήντα, ενενήντα πόσους, μπορεί να διατηρείται πλέον το 5%. Και μάλιστα, πολλοί από τους αγρότες αναγκαζόντουσαν να δίνουν τεράστια χρηματικά ποσά προκειμένου να αγοράσουν καινούριους σπόρους για να φυτέψουν, με αποτέλεσμα να μην έχουν μετά να τα ξεπληρώσουν αυτά και… Μιλάμε για πάρα πολλές αυτοκτονίες μέσα σε έναν χρόνο λόγω οικονομικών χρεών γι’ αυτόν τον λόγο. Γι’ αυτό και ο «Πελίτις» έχει κάνει μία τεράστια δουλειά. Κάνει κάθε χρόνο και μία γιορτή στο Παρανέστι Δράμας, που έχει τύχει να πάω πάρα πολλές φορές. Έχει τύχει να χαρίσω σπόρους, έχει τύχει να πάρω και σπόρους. Ελεύθερη διακίνηση από διάφορα μέρη. Και ας πούμε, το μόνο καινούριο στον μπαχτσέ μας ήταν όταν ξεκίνησα εγώ να πηγαίνω στον «Πελίτι» και έφερα στον μπαμπά μου κλωσάγγουρα. Είναι κάτι μεταξύ πεπονιού και αγγουριού, στρογγυλό, πάρα πάρα πολύ νόστιμο. Και έκτοτε βάζουνε και χαίρομαι που τους το έχω πάει εγώ και τους αρέσει και βάζουν, και έχει πιάσει στη Λήμνο. Όχι, είναι, πιστεύω χρειάζεται ο «Πελίτις» και έχει αρχίσει και ενημερώνει πάρα πολύ τον κόσμο σχετικά με τους σπόρους και πόσο σημαντικό είναι να διαφυλάξεις αυτόν τον πλούτο, γιατί είναι ένας πλούτος. Ειδικά για τους αγρότες και για τον οποιοδήποτε θέλει αργότερα να καλλιεργήσει κάτι.

Κ.Δ.:

Ποια είναι τα πιο όμορφα, κατά τη γνώμη σου, φυσικά τοπία με τα οποία έχεις συνδεθεί στην περιοχή που μεγάλωσες στη Λήμνο;

Μ.Μ.:

Εντάξει, αυτό… Ήτανε ένα συγκεκριμένο μέρος. Γενικά τη μάντρα στην οποία πέρασα πάρα πολλά, πολλές ώρες από τα παιδικά μου χρόνια. Η μάντρα για εμένα είναι ένα μέρος ιερό. Ακόμα και τώρα που το σκέφτομαι θα ήθελα να γυρίσω εκεί και να κάνω κάτι, να την αξιοποιήσω ας πούμε, γιατί είναι σε ένα μέρος που έχει νερά, έχει δέντρα. Που στη Λήμνο δεν έχει πάρα πολλά δέντρα γενικά, σε εκείνο το συγκεκριμένο μέρος έχει δέντρα όμως, έχει κάτι δέντρα που τα λέμε εμείς «καραγάτσα» και τα οποία πλέον σπανίζουνε, και έχουν και έναν πολύ περίεργο καρπό. Γενικά, μου άρεσε πάρα πολύ το κτήμα γιατί ήταν ένας τόπος εξερεύνησης κιόλας. Όποτε δεν είχαμε δουλειές μ’ άρεζε να πηγαίνω και να εξερευνώ γύρω γύρω καινούρια πράγματα. Αλλά το ησυχαστήριό μου τότε πραγματικά ήταν ένα ρυάκι το οποίο περνούσε κάτω από το αμπέλι. Ποτάμι για εμένα τότε εννοείται! Αυτό το ρυάκι, λοιπόν, ήταν πάρα πολύ πυκνό από βλάστηση, πικροδάφνες, ιτιές. Οι οποίες κάποιος είχε φυτέψει μία ιτιά, η ιτιά μετά έριχνε σπόρους στην πορεία και γέμισε όλο το ρυάκι με ιτιές. Πάρα πολύ ωραίο τοπίο. Και μάλιστα, πιο μικρή θυμάμαι ότι μετά από δουλειές στο αμπέλι πήγαινα εκεί πέρα για να ξεκουραστώ και, αν ήμουνα τυχερή, μπορεί να έβλεπα καμιά πάπια. Μία και μοναδική φορά έτυχε να δω κύκνο[01:30:00], που για μένα ήταν «ουάου», ήταν τρέλα. Και οι πάπιες μάλιστα δεν κρατήσαν για πάρα πολλά χρόνια, αλλά για κάποιο διάστημα το είχανε κάνει ένα, μία στάση τους εκεί πέρα κάθε φορά που ερχόντουσαν. Και ήταν και λίγο κρυφό και από τους κυνηγούς. Εκείνο το μέρος ήταν, δεν ξέρω… Θυμάμαι να πηγαίνω και να κάθομαι μπορεί και με τις ώρες. Με έχανε η μάνα μου, αλλά ήξερε ότι μάλλον είμαι εκεί πέρα κάπου. Έπαιζα με τα βατραχάκια, έβρισκα χελώνες, μιλούσα καμιά φορά μόνη μου, έπαιρνα τη μικρή μου την αδερφή, πηγαίναμε και παίζαμε. Αλλά ήτανε ο νεραϊδόκοσμός μου, ήτανε ένα πάρα πολύ ωραίο μέρος. Νομίζω, τώρα συγκεκριμένα σε αυτή την ερώτηση μόνο αυτό το μέρος μου έρχεται που ήμουνα, τουλάχιστον στην παιδική ηλικία, απολύτως συνδεδεμένη. Ακόμα και τώρα δηλαδή θα το φέρω στο κεφάλι μου και μου είναι τόσο ευχάριστο και τόσο… Μακάρι να μπορούσα και τώρα να το κάνω, αλλά έχει γίνει τόσο πυκνή η βλάστηση και με βάτα και με τέτοια, θα πρέπει να σκάσω με ψαλίδι να ανοίξω καμία δίοδο για να πάω, αλλιώς δεν γίνεται διαφορετικά. Αυτό ήταν το αγαπημένο μέρος. Και ίσως και πάνω στο βουνό, στο «βνι» που το λέμε εμείς, στην κορυφή του λόφου που τελειώνει το κτήμα, είναι τα σύνορα και από πίσω βλέπεις ένα χωριό, το Κατάλακκο. Ίσως και εκεί πέρα, γιατί πάντα μπορούσε να φτάσει το μάτι μου μέχρι τη θάλασσα. Ένας ορίζοντας… Απλά αυτό ήταν λίγο κουραστικό πάντα, δηλαδή έπρεπε να ανέβεις πάνω στον λόφο, στο δικό μου βουνό ας πούμε τότε. Αλλά, ναι, αυτά τα δύο. Και τα δύο λοιπόν στο κτήμα, στη μάντρα, δεν νομίζω ότι είναι τυχαίο. Αυτό.

Κ.Δ.:

Πώς αισθάνεσαι τώρα όταν σκέφτεσαι τη μικρή Αλίκη να πηγαίνει στα πρόβατα, να φτιάχνει μελίχλωρο, να μαζεύει αμύγδαλα, να παίζει στην παιδική χαρά, να μεγαλώνει στο περιβάλλον αυτό;

Μ.Μ.:

Κοίταξε, είμαι πάρα πολύ χαρούμενη που έζησα μία, απ’ τη μία παιδική ηλικία με τέτοιου είδους ελευθερία. Βοήθησε πάρα πολύ στη φαντασία μου, δημιουργούσαμε άλλους κόσμους. Δεν είχαμε παιχνίδια, έπρεπε να εφεύρουμε παιχνίδια, κάτι που για εμένα είναι πάρα πολύ σημαντικό και είναι κάτι το οποίο τα σημερινά παιδιά δεν το έχουνε πάρα πολύ. Έχουνε περισσότερο το games παρά το playing. Και η ελευθερία που είχαμε τότε εν μέρει, όντως παίζαμε στις αλάνες, κυκλοφορούσαμε στο χωριό, δεν μας έλεγε κανένας τίποτα. Πέφταμε και δεν κλαίγαμε που χτυπήσαμε, ήμασταν ποιος δεν θα κλάψει και ποιος θα φανεί πιο δυνατός. Με ψήσανε, με έψησε η παιδική μου ηλικία, δηλαδή και σαν ενήλικα εννοείται. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και κάποια παράπονα που πηγάζουν από τότε. Δηλαδή το γεγονός ότι στερήθηκα κάποιων πραγμάτων εννοείται μου εμφανίστηκαν και μετά σαν ενήλικας και έπρεπε να δουλέψω πάνω σε αυτά προκειμένου να τα αφήσω πίσω και να τα ξεπεράσω. Και αυτά τα παράπονα, εντάξει, η δουλειά που έχει γίνει δεν είναι στάνταρ, ότι έχουν ξεπεραστεί όλα στον βαθμό που θα ήθελα να ξεπεραστούνε. Αλλά, εντάξει, περισσότερο θέματα γονέων, ότι ήτανε πιο σκληροί π.χ. άνθρωποι. Ναι μεν τίμιοι, ναι, αποδεκτοί απ’ όλους, ναι, πολύ καλοί άνθρωποι, και το βλέπεις στα μάτια τους, αλλά εμένα σαν παιδί το γεγονός ότι δεν ήταν καθόλου εκδηλωτικοί μου κόστισε σαν ενήλικας. Γιατί την είχα πάρει αυτή τη σκληρότητα, έτσι είχανε μάθει και οι ίδιοι από τους γονείς τους. Τότε οι οικογένειες δεν γεννούσαν παιδιά «Α, γιατί απλά θέλω να κάνω παιδιά», γεννούσαν παιδιά για να έχουν εργάτες στα χωράφια. Και ένιωσα ότι έζησα και εγώ κάπως έτσι, ότι… Βασικά κάπου στη μετάβαση, κάπου στη μέση βρίσκεται η αλήθεια. Ήμουνα και παιδί που, ναι, το θέλουνε για να βοηθήσουνε. Εντάξει, ο μπαμπάς δεν έκανε γιους, έκανε κόρες, οπότε έπρεπε να τρέχουμε εμείς για αυτά. Και, ναι, σίγουρα θέλανε και παιδιά, εντάξει. Αλλά ήτανε λίγο σκληρό αυτό. Το συναισθηματικό κομμάτι δηλαδή έχει κοστίσει. Όταν πλέον μεγάλωσα και έκανα σχέσεις, υπήρχαν προβλήματα στις σχέσεις μου στην αρχή, γιατί δεν εκδήλωνα συναισθήματα, δεν είχα μάθει κάτι τέτοιο. Αλλά δεν μπορώ να πω ότι σαν παιδική ηλικία είχα άσχημη, δηλαδή με χτυπούσαν συνέχεια οι γονείς μου ή κάτι τέτοιο. Έζησα, πήρα πολλά, πήρα πολλά. Απλά τα πήρα πολύ γρήγορα, πολύ απότομα, ίσως κάποιες φορές πολύ βίαια, ρε παιδί μου. Και επειδή έβαζα τον εαυτό μου σε σύγκριση πάντα με άλλα παιδιά, αυτό ήταν ίσως που μου το προκαλούσε. Αν ήξερα ότι υπάρχουν και άλλα παιδιά τα οποία βίωναν το ίδιο, θα είχα μία τελείως διαφορετική οπτική πάνω στα πράγματα αυτά, ότι… Απλά τα άλλα παιδιά ένιωθα ότι οι γονείς τους τα προστατεύανε περισσότερο σε σχέση με εμένα οι δικοί μου γονείς και το ζήλευα καμιά φορά αυτό, δεν μπορώ να πω ότι δεν το ζήλευα. Αυτό. Αλλά, όχι, σαν παιδική ηλικία νομίζω αυτή η ελευθερία, όλο αυτό το παιχνίδι και με τα άλλα παιδιά δεν γίνεται να το ξεχάσω. Αυτά.

Κ.Δ.:

Ωραία, Αλίκη, σ’ ευχαριστούμε πάρα πολύ για αυτή τη συνέντευξη.

Μ.Μ.:

Εγώ ευχαριστώ, μου ξυπνήσατε διάφορα! Ευχαριστώ.

Κ.Δ.:

Ευχαριστούμε που μας τα είπες.

Μ.Μ.:

Να 'σαι καλά.

Κ.Δ.:

Γεια σου.

Μ.Μ.:

Γεια.

Κ.Δ.:

Μίλησέ μας περισσότερο για την ενασχόλησή σου με τον χορό και ειδικά για εκείνη την εμπειρία που είχες στην Αθήνα με το τραγούδι των Pink Floyd, που, όπως είπες, «ανατρίχιασες» όταν τη θυμήθηκες.

Μ.Μ.:

Λοιπόν, ο χορός θυμάμαι από πολύ μικρή ηλικία ήταν σχεδόν τα πάντα για εμένα, ήτανε ο καλύτερος τρόπος έκφρασης. Κατά κάποιον τρόπο ξέφευγα μέσα από αυτό. Ωστόσο, σε μία μικρή κοινωνία, όπως το νησί της Λήμνου, ήτανε λίγο κατακριτέο θα έλεγα κάποιες φορές ο ελεύθερος χορός, το να βγαίνω έξω και να χορεύω με οποιονδήποτε τρόπο σε οποιαδήποτε ευκαιρία. Θυμάμαι συγκεκριμένα σε ένα μαγαζί που δούλευα, κάθε φορά που… Όχι απλά επειδή ήμουνα μεθυσμένη ή το οτιδήποτε, απλά μου άρεσε, άκουγα ένα τραγούδι και χανόμουνα σ’ αυτό. Θυμάμαι πάρα πολύ να με κοιτάνε και την επόμενη μέρα να ακούω κουτσομπολιά: «Α, αυτή ήπιε πάρα πολύ χθες το βράδυ» ή «Πήρε ναρκωτικά» ή «Για να χορεύει έτσι φαντάσου τι κάνει με τους άντρες», διάφορα τέτοια. Που δεν μπορώ να κρύψω ότι στην αρχή με επηρέαζαν πάρα πολύ. Ωστόσο η αγάπη μου για τον χορό ήταν τόσο μεγάλη που στην πορεία απλά δεν με ένοιαζε καθόλου. Δηλαδή τα προσπερνούσα όλα, τους λέω: «Εντάξει, δεν θα ορίσουν αυτοί το τι και πώς είμαι» και συνέχισα να κάνω αυτό. Συνέχισα να χορεύω και να τους προκαλώ και ακόμα περισσότερο, γιατί όχι, τις περισσότερες φορές. Στο Γυμνάσιο γνώρισα τη δασκάλα μου, που είναι η πλέον δασκάλα του χορού μου, κυρία Γεροντάρα, και από κει κατά κάποιον τρόπο –τρίτη γυμνασίου ήτανε, πρώτη λυκείου; Εκεί κάπως ξεκίνησα να πηγαίνω και σε μαθήματά της κρυφά από τους γονείς μου και κάναμε διάφορες χορογραφίες για κάποια συνέδρια γιατρών που γινόντουσαν στο νησί τότε. Ή γενικά, επειδή την ξέρανε την Γεροντάρα, ήτανε το άτομο που ανέβασε πάρα πολύ πολιτιστικά το νησί τότε. Και σκέψου ότι δεν είχαμε γενικά πάρα πολλές επιλογές να κάνουμε, ο χορός ήτανε μπορεί και η μοναδική επιλογή, πέρα από παραδοσιακούς χορούς, η κυρία Γεροντάρα που έκανε σύγχρονο χορό, commercial jazz, hip hop και ένα ποτ πουρί από διάφορα ήδη χορών. Οπότε με την κυρία Γεροντάρα γενικά περάσαμε πάρα πάρα πολλά χρόνια παρέα, μας δίδαξε πάρα πολλά. Η ίδια είχε απαρνηθεί πολλά στη ζωή της για να ασχοληθεί με τον χορό και εγώ ακόμα νιώθω τον εαυτό μου πάρα πολύ τυχερή που αυτός ο άνθρωπος έμεινε στο νησί και έκανε ό,τι έκανε. Γιατί εκεί αρχίσανε οι επιρροές και με το θέατρο αργότερα και με το χοροθέατρο στη συνέχεια. Έτσι, λοιπόν, με την κυρία Μαίρη καταφέραμε να πάρουμε μέρος σε κάποιους καλλιτεχνικούς αγώνες τότε, ήτανε όταν ήμουν δευτέρα λυκείου. Ήδη πήγαινα χορό κάποιον καιρό, συνέχιζα να το κρατάω κρυφό από τους γονείς μου, και ετοιμαζόμασταν, προετοιμαζόμασταν. Εντάξει, να ξαναπώ ότι η κυρία Μαίρη γενικά σαν άνθρωπος είναι πάρα πολύ ευαισθητοποιημένη με τα ζώα, είναι πάρα πολύ ευαισθητοποιημένη με το θέμα του πολέμου και γενικά τη θυμάμαι πάντα να είναι ένας κήρυκας κατά κάποιον τρόπο στην ηλικία μου τότε και να μας ευαισθητοποιεί όσο μπορεί προς αυτά τα πράγματα. Εξού και όλες οι χορογραφίες της πάντα είχανε κάποιο νόημα. Θυμάμαι εκείνο που ετοιμάζαμε για να πάρουμε μέρος σε αυτούς τους αγώνες είχε θέμα τον πόλεμο, είχε θέμα τον Χίτλερ, είχε θέμα την ανθρωπιά μέσα σε κάθε στρατιώτη που μπορεί να υπάρχει ή μπορεί να κοιμάται, ώστε να φέρονται και να συμπεριφέρονται σαν μηχανές. Ή το αν όντως υπάρχει κάτι μέσα, ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να ξυπνήσει, να το ξυπνήσει κάτι, ένα σκοτωμένο πτώμα ενός παιδιού[01:40:00] μπροστά του, το οτιδήποτε. Έτσι διαλέξαμε, διάλεξε μάλλον, ένα κομμάτι από τους Pink Floyd και από το άλμπουμ τους το «The Wall». Όπου ήμασταν όλα τα κορίτσια ντυμένες με ρούχα παραλλαγής, τουλάχιστον το παντελόνι, άρβυλα, μάσκες full face, κομμένα γάντια μαύρα και μαύρα πουλόβερ, στην ουσία τα πρόσωπά μας δεν φαινόντουσαν. Και η μία που είχε πιο θεατρικό ρόλο, όχι χορευτικό, έκανε, κατά κάποιον τρόπο αναπαριστούσε τον Χίτλερ. Λοιπόν, σ’ αυτή τη χορογραφία εμείς κάναμε τους στρατιώτες-μαριονέτες. Και θυμάμαι ότι μας είχε απορροφήσει τόσο πολύ το τραγούδι, μας είχε περάσει τόσο πολύ η κυρία Μαίρη όλο αυτό με τον πόλεμο και βαρούσαμε προσοχή και το χέρι έτρεμε, αλλά έτρεμε πραγματικά. Νομίζω κάτι τέτοιο περάσαμε και στους κριτές. Ίσως τεχνικά δεν ήταν ο καλύτερος χορός, αλλά, δεν ξέρω, εκφραστικά ή αυτό που τελικά καταφέραμε να περάσουμε, αυτό ίσως που νιώθαμε και εμείς, να άγγιξε τους κριτές τόσο πολύ ώστε να μας δώσουνε τελικά την πρώτη θέση στους Πανελλήνιους Μαθητικούς Καλλιτεχνικούς αγώνες τότε. Και… Αυτό έχω να προσθέσω σχετικά με τον χορό.

Κ.Δ.:

Πώς θυμάσαι να νιώθεις πάνω στη σκηνή;

Μ.Μ.:

Δέος. Δέος, δεν ήμουνα η Μαρία-Αλίκη τότε που χόρευε, ήμουνα όντως μία ανθρώπινη μηχανή. Βαρούσα και ένιωθα τρομοκρατημένη από τον στρατηγό ο οποίος με όριζε. Ήτανε… Aν ανατρέξω τότε, ναι, αυτό ήταν, δεν ήμουν εγώ πάνω στη σκηνή. Δεν σκεφτόμουνα, απλά εκτελούσα διαταγές. Αλλά θυμάμαι πώς ήμουν όταν μας είπαν ότι κερδίσαμε το πρώτο βραβείο. Εκεί, εντάξει, πέρα από το ότι δεν το πιστεύαμε, γιατί θεωρούσαμε με τις άλλες ομάδες που είχαμε δει, θεωρούσαμε ότι, εντάξει, δεν γίνεται να συναγωνιστούμε τώρα κορίτσια τα οποία κάνουν δεκπέντε χρόνια μπαλέτο και πάει λέγοντας, και σύγχρονο. Και μάλιστα, μας είχανε χλευάσει κιόλας οι ίδιες οι ομάδες, επειδή είχαμε μπει στον χώρο που κάνανε ζέσταμα, εμείς είχαμε μπει με σάντουιτς στα χέρια, ενώ όλες ήταν με τα πόδια ψηλά, ανοίγανε σπαγγάτο, ξέρω 'γω. Και μας βλέπανε καλά καλά και ήταν σε φάση: «Χαχα που πάτε εσείς;». Οπότε ήταν κατά κάποιον τρόπο μια ικανοποίηση όταν τελικά ανακοινώθηκε ότι εμείς κερδίσαμε το πρώτο βραβείο, κάποια παιδιά από ένα νησί. Αυτό. Ήταν μεγάλη ικανοποίηση.

Κ.Δ.:

Και όταν το είπες στους γονείς σου;

Μ.Μ.:

Τους έδειξα το μετάλλιο. Δεν μου είπαν ποτέ τίποτα, δηλαδή δεν άκουσα κάτι τύπου «Μπράβο» ή κάτι τέτοιο, αλλά η μαμά μου το κρέμασε. Οπότε κάτι έχει να πει και αυτό, έτσι απ’ όσο τους ξέρω δηλαδή.