© Copyright Istorima
Istorima Archive
Τίτλος Ιστορίας
«Πιπερολογίες»: Η γιορτή της πιπεριάς στον Αετό Φλώρινας
Κωδικός Ιστορίας
13618
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Αλεξάνδρα Φουρκιώτη (Α.Φ.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
01/09/2020
Ερευνητής/τρια
Κωνσταντίνο Δογάνη (Κ.Δ.)
[00:00:00]Καλησπέρα!
Καλησπέρα!
Μπορείτε να μας πείτε το όνομά σας;
Φουρκιώτη Αλεξάνδρα.
Βρισκόμαστε, λοιπόν, στον Αετό, είναι 2 Σεπτεμβρίου του 2020, στον Αετό Φλώρινας, με την κυρία Αλεξάνδρα Φουρκιώτη, η οποία θα μας μιλήσει για τις πιπεριές του Αετού, απ’ τις μνήμες που έχει από μικρό κορίτσι μέχρι και σήμερα. Εγώ είμαι ο Κωνσταντίνος Δογάνης, είμαι ερευνητής στο Istorima. Αρχικά, κυρία Αλεξάνδρα, πείτε μας κάποια πράγματα για εσάς, κάπως γενικά να σας γνωρίσουμε.
Γεννήθηκα στον Αετό, μεγάλωσα στον Αετό, πήγα Γυμνάσιο στο Αμύνταιο, τελείωσα. Παντρεύτηκα, έκανα δυο παιδιά, διορίστηκα μετά στον Εθνικό Οργανισμό Πρόνοιας, δούλεψα αρκετά χρόνια στο χωριό. Έφυγα Θεσσαλονίκη στους παιδικούς σταθμούς και επανήλθα στον Αετό πάλι, στα ιδρύματα του Εθνικού Οργανισμού Προνοίας, και μετά, αφού διαλύθηκαν, πήγαμε στον παιδικό σταθμό και από εκεί πήρα σύνταξη και σήμερα είμαι συνταξιούχος.
Ωραία, ξεκινήστε με την ιστορία σας.
Θα σας αφηγηθώ σήμερα ένα προϊόν που το θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια, την πιπεριά. Η πιπεριά ήταν συνδεδεμένη μαζί με τον Αετό. Θυμάμαι πώς την καλλιεργούσαν και θα σας πω. Είχαμε ένα μέρος, που το λέμε Ξινά Νερά, γιατί έβγαινε μια πηγή που ήταν ξινά νερά και είχαμε αρκετά νερά, ήτανε και το βουνό που κρατούσε, ήταν πλαγιά εκεί, κρατούσε τον αέρα. Κι όλα τα χωράφια αυτά τα χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι και καλλιεργούσανε κηπευτικά. Το κύριο προϊόν τους φυσικά ήταν η πιπεριά, την οποία τη θυμάμαι από μικρή που τη μαζεύανε, την καλλιεργούσανε, τη μαζεύανε, την πουλούσανε, την πηγαίνανε εδώ και εκεί. Ζούσανε μ’ αυτήν, τη μαγείρευαν με διάφορους τρόπους. Κάποια στιγμή, τα νερά μας είχανε φύγει. Εδώ πέρα λίγο να πω ότι με την πιπεριά όλοι οι κάτοικοι είχανε, ξεκινούσανε από τη σπορά. Πώς θα σπείρουνε, να μαζέψουν την πιπεριά να τη σπείρουνε, να μαζέψουν τον σπόρο, να τον βάλουνε σε φακελάκι και να γράψουνε τι είδους πιπεριά είναι, γιατί η πιπεριά έχει πολλά είδη. Αφού τη μαζεύανε, την άνοιξη σπέρνανε, με πολύ κόπο φυσικά και με πολλή φροντίδα, γιατί δεν υπήρχανε τα μέσα, όπως τώρα που έχουμε τα καλοριφέρ και τα θερμοκήπια και μπορούμε να καλλιεργήσουμε. Γύρω στις 25 Μαρτίου γινόταν η σπορά και μετά μεγάλωνε το φυτό σιγά-σιγά, γύρω στο τέλος Μάϊου γινότανε το φύτεμα. Μετά το φύτεμα ξεκινούσε το τσάπισμα, το γέμισμα και μετά, αφού γινότανε η πιπεριά γύρω στις 25 Ιουλίου, ξεκινούσαμε να μαζεύουμε τις πρώτες πιπεριές, περιμέναμε να κοκκινίσουνε, γιατί η κόκκινη πιπεριά ήτανε το κύριο μέλημα των κατοίκων, γιατί τη ζητούσανε... κάνανε τις αρμαθιές που λέμε εμείς, κόκκινες πιπεριές τις οποίες χρησιμοποιούσαμε τον χειμώνα για γεμιστά, στουμπιστή... Βάζαμε στα φασόλια, φακές, σε διάφορα φαγητά και είναι νόστιμη. Άλλοι κάνανε και πιπέρι, το μπούκοβο, το απλό το πιπέρι, γιατί ο κόσμος είχε και φτώχεια, δεν είχε όπως τώρα. Να σας πω, όμως, ότι την πιπεριά απ’ ό,τι θυμάμαι εγώ, τη μαζεύανε στα σακιά και τη Δευτέρα, που ήταν το παζάρι του Αμυνταίου, ξεκινούσαν με τα γαϊδουράκια, με χαρές, με γέλια και πηγαίνανε να τις πουλάνε στο παζάρι. Δεν προλάβαιναν να ξεφορτώσουνε, τις αρπάζανε γιατί ήταν νόστιμη, ήτανε φημισμένη, την είχανε δοκιμάσει πολλοί και δεν παίρνανε από αλλού πιπεριές. Είχε φτάσει και ως τη Φλώρινα, πηγαίνανε και ως τη Φλώρινα οι άνθρωποι να πουλάνε τις πιπεριές, πάλι με το γαϊδουράκι. Θυμάμαι που κάποιος κύριος, είχε αυτός μεγάλο κήπο είχε, και πήγε μια χρονιά, είχε πολύ μεγάλη πιπεριά, αυτή τη φούσκα που λέμε, τα γεμιστά που κάνουμε, είχε κόκκινες, κίτρινες, πράσινες. Εμείς συνήθως τις κάναμε αυτές τουρσιά και γεμιστά, αλλά για τουρσιά τις είχαμε πιο πολύ, την ντοματοπιπεριά που λέμε, που ήτανε έτσι σαρκώδη πιπεριά. Αυτός πήγε στην έκθεση, τώρα δεν ξέρω, με κάποιο γεωπόνο, με κάποιον υπάλληλο κι αυτά, δεν ξέρω πώς είχε πάει. Και βραβεύτηκε η πιπεριά για το μέγεθος και για τη γλυκύτητα αυτήν. Κι όταν ήρθε, ήταν με τέτοια χαρά ο άνθρωπος, που η πιπεριά πήρε αυτό το βραβείο, πολλή χαρά. Αλλά κι όλοι οι κάτοικοι ζούσανε μ’ αυτή την πιπεριά. Θες το πρωί την ψήνανε τρώγαν πρωινό, με λίγο τυράκι, με μπόλικο λαδάκι. Το μεσημέρι επίσης, μπορεί να κάνανε, ρίχνανε και δυο αυγά. Ήτανε πρώτο μέλημα, το πρώτο φαγητό που λέγαμε, να ψήσουμε πιπεριές το καλοκαίρι και θα φάμε, αλλά και για τον χειμώνα κάνανε. Τις πιπεριές τις κάνανε και με πολλά είδη φαγητών. Για την[00:05:00] εποχή εκείνη που ήτανε δύσκολο, δεν υπήρχε η αποθήκευση που γινότανε τώρα η πιπεριά όπως την έχουμε. Τότε δεν είχαμε ρεύμα στο χωριό μας και βάζαμε στα πιθάρια, γεμίζαμε με πιπεριά πράσινη σε άρμη. Αυτή τη χρησιμοποιούσαμε και για τουρσί, αλλά και την κάναμε μαγειρευτή. Θες τηγανητή με λίγο κουρκούτι, με ρυζάκι, που ήτανε το κύριο φαγητό και το πλούσιο φαγητό. Ήτανε μεγάλη υπόθεση να τα ’χεις αυτά. Τη στεγνή την πιπεριά την κόκκινη, που σας λέω, τις αρμαθιές, τις κάναμε γεμιστές με λίγο χοιρινό κρέας, με ρυζάκι, ήταν το πεντανόστιμο φαγητό. Το κάνουμε και ακόμα σήμερα και τρελαίνονται πάρα πολύ. Επίσης, την κόκκινη από την αρμαθιά τη βράζανε, τη κάναν με λαδάκι με λίγο ξυδάκι, στουμπιστή, βάζαν και καμιά πατατούλα μέσα, λίγο κρεμμυδάκι. Νόστιμα φαγητά που μας ευχαριστούσαν, αλλά και για μεζεδάκι κι αυτά. Πέρασαν χρόνια φυσικά. Ήρθαν, αλλάξαν λίγο οι συνθήκες. Στα Σπίτια παιδιού που λέμε, του Εθνικού Οργανισμού Προνοίας, την εποχή εκείνη, ήμασταν οι τυχεροί που είχαμε το ίδρυμα αυτό στο χωριό, γιατί η υπεύθυνη κοπέλα, η αρχηγός που λεγόταν του ιδρύματος, εκπαιδευόταν σε διάφορα πράγματα και κάναν μια εκπαίδευση για την κονσερβοποίηση. Και για να γίνει η κονσερβοποίηση ναι μεν, αλλά πού θα τη βάλουμε, δεν υπήρχαν βάζα τότε. Τότε το ίδρυμα μας προμήθευε με βάζα, αφού δηλώναμε όλοι οι κάτοικοι πόσα θέλουμε ο καθένας, πόσα βάζα, πόσα καπάκια, μας προμήθευε, είχανε και τους βραστήρες, ειδικοί βραστήρες, που δεν υπήρχαν τότε για την εποχή μας. Και κατά σειρά, λέγαμε: «Σήμερα θα πάρει η τάδε νοικοκυρά, μεθαύριο θα πάρει η τάδε νοικοκυρά», θα πάει και η αρχηγός θα της υποδείξει τνο τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνει η σωστή κονσερβοποίηση, πώς γίνεται η αποστείρωση, το βράσιμο, πόση ώρα το κάθε προϊόν. Και έτσι ξεκινήσαμε δειλά-δειλά και κάναμε κονσερβοποίηση στις πιπεριές και τις είχαμε όλο τον χειμώνα φρέσκια πιπεριά, και με λίγη ντοματούλα γινόταν η δουλειά μας τον χειμώνα πολύ ωραία. Αργότερα ήρθε το ρεύμα, βάζουμε τώρα στους καταψύκτες και τις αποθηκεύουμε. Αλλά κάποια χρόνια, τα νερά λιγόστεψαν γιατί μας τα πήρανε τα διπλανά τα χωριά για να ’χουν πόσιμο νερό. Λιγόστεψαν και τα νερά και άρχισε σιγά-σιγά, έφυγε και ο κόσμος δεξιά, αριστερά, θες στην ξενιτιά, θες να βρούνε άλλες, πιο καλές δουλειές και σταμάτησαν την καλλιέργεια της πιπεριάς, έκαναν πολύ ελάχιστα, έτσι λίγο για το σπίτι. Μετά από χρόνια, αφού γύρισα εγώ στο χωριό σαν υπάλληλος, άκουγα γινότανε γιορτή κερασιού, γιορτή κρασιού, γιορτή σαρδέλας, δεν ξέρω... Έγινε στο διπλανό χωριό, είπαν να κάνουνε γιορτή πατάτας. Σκέφτηκα και λέω, γιατί το χωριό μας να σβήσει και να μην καλλιεργήσει την πιπεριά, την οποία την λένε πιπεριά Φλωρίνης. Ναι, στον Νομό Φλωρίνης ανήκουμε φυσικά, σαν χωριό, ο Αετός. Αλλά η Φλώρινα δεν έκανε πιπεριά. Έκαναν αργότερα την πιπεριά, αφού έγιναν τα θερμοκήπια. Οι γεωπόνοι έκαναν τις δέουσες προσπάθειες και άρχισαν να κάνουνε εκεί, ας πούμε, την πιπεριά και πήρε το όνομα πιπεριά Φλωρίνης. Θα σας πω και ένα αστείο τώρα, γιατί πιστεύανε ότι η πιπεριά Φλωρίνης –πολλοί– ότι βγαίνει κόκκινη από τον κορμό της. Όχι, είναι λάθος αυτό, όλες οι πιπεριές βγαίνουν πράσινες και στη συνέχεια άλλη κοκκινίζει, άλλη κιτρινίζει, άλλη πορτοκαλίζει, άλλη είναι μακριά, άλλη είναι λεπτόφλουδη, άλλη χοντρόφλουδη, άλλη είναι φούσκα που λέμε εμείς, τις τόπκες τις λεγόμενες, την καυτερή την τσούσκα. Έχουμε διάφορα είδη πιπεριάς. Η πιπεριά η δική μας, του Αετού, απ’ ό,τι λέγανε οι κάτοικοι κι έχουν, κι έχουν και πολλές ιστορίες να σας διηγηθώ για την πιπεριά, άλλες. Να ξαναγυρίσω λίγο στο πίσω μέρος, στο πότισμα, είχαμε πολλά γεγονότα. Είχαμε στην αρχή είχαν τον νερουλά. Συγγνώμη για την παρένθεση που κάνω και γυρίζω λίγο πίσω, αλλά είναι κάτι ωραίο για να το ακούσετε. Είχαμε τον νερουλά, λεγόμενο, ο οποίος έδινε τη σειρά στον καθένα πώς θα ποτίσει και ποια μέρα θα ποτίσει και ποια ώρα τον κήπο. Κάποια στιγμή, δεν συνέφερε και σταμάτησε ο νερουλάς, δεν πήγαινε και κανένας. Το νερό άρχισε να ’ναι έτσι μόνο του και έπρεπε ο καθένας να βρει τον τρόπο του πότε να πάει να ποτίσει. Ναι, αλλά η πιπεριά δεν περιμένει, δεν αντέχει, πρέπει τουλάχιστον την πέμπτη μέρα, πρέπει να ποτιστεί το φυτό. Οπότε έπρεπε ο καθένας με τη σειρά. Και για να πάρει σειρά άλλος πήγαινε τη νύχτα αργά, άλλος πήγαινε τα ξημερώματα και πολλοί έκαναν τα αστεία τους. Φυσικά, τρόμαζαν τον κόσμο. Οι γυναίκες που ήταν μόνες οι καημένες πήγαιναν να ποτίσουν το βράδυ, άλλος γινόταν καρναβάλι, άλλος γινόταν φάντασμα, τρόμαζε τη γυναίκα για να φύγει[00:10:00] να πάρει το νερό. Πολλοί πήγαιναν και κόβανε το νερό με την τσάπα, έπαιρνε αυτός πότιζε το μισό ώσπου να πάει ο άλλος να δει το νερό γιατί κόπηκε, το ξαναέκοβε ο άλλος. Είχαμε τέτοιες ιστορίες και έγιναν και αρκετά γεγονότα τότε και γελούσανε στο χωριό: « Ε, ο τάδε πήγε και γέλασε εκείνον», «ο τάδε έκανε αυτό, ο τάδε έκανε εκείνο», ας πούμε. Είχαν τέτοιες ιστορίες, πάρα πολλές. Πολλές φορές όταν πήγαιναν τα γομαράκια στο Αμύνταιο, ξεφορτώνονταν, έφευγε η τριχιά, τους έφευγε το φορτίο, δεν είχε κανένα να το ξεφορτώσει. Είχαν πολλά αστεία τέτοια γεγονότα, αλλά ήταν χαρούμενος ο κόσμος. Τις πουλούσε τις πιπεριές με πολύ μεράκι, με πολύ κέφι. Κάποιος μια φορά, πήγε στη Φλώρινα, είχε ακούσει από κάποιον άλλον ότι του παρήγγειλε κάποιος δύο φορτιά πιπεριές. Και αυτός τι κάνει, πρωί-πρωί σηκώνεται, πάει τις ξεφορτώνει τις πιπεριές στο σπίτι του, αυτού του παραγγελιοδόχου, πάει ο άλλος να ξεφορτώσει, λέει: «Μα, μου τις έφερες!». «Ε, πώς; Σ’ τις έφερα, εγώ τις έφερα τώρα!». «Αχ, κάποιος άλλος ήρθε φαίνεται και τις έφερε και εγώ τον πλήρωσα». Και ο άλλος γελούσε μετά και λέει: «Άντε κράτησέ τες κι αυτές τώρα λέει εδώ πέρα και δωσ’ τες σε κάποιον άλλο», ας πούμε. Ήσανε γνωστοί. Τέτοια πολλά είχανε γίνει γεγονότα. Λίγο χαροκόποι άνθρωποι ήσανε τότε. Δούλευαν σκληρά είναι αλήθεια, ήτανε μια δουλειά που ήθελε πολύ κόπο, πολλή φροντίδα, αλλά ήθελε και αγάπη όπως και κάθε δουλειά που θέλει αγάπη φυσικά. Αλλά θυμάμαι τα χρόνια αυτά, όταν πηγαίναν στον κήπο και οι γυναίκες ήταν και ένα… θα ’λεγα, μια χαρούμενη ώρα, να πάνε μια βόλτα. «Πάμε στον κήπο» έλεγαν, δεν έλεγαν θα σκύψουν να μαζέψουν πιπεριές, θα παν να ποτίσουν την πιπεριά, το ’καναν με κέφι, με αγάπη. Φορούσαν την ποδίτσα τους την καθαρή και πηγαίνανε βόλτα με το καλαθάκι, με τον ντορβά, με το τσουβαλάκι. Πήγαινε μετά ο σύζυγος, φόρτωνε το γομαράκι, τις έφερνε στο σπίτι και τις τακτοποιούσε τις πιπεριές.
Τέλος πάντων, ας επανέλθω τώρα στο αυτό μετά απ’ την… Αφού τις κάναμε όλες τις περιπέτειες της πιπεριάς όλοι αυτοί, είπαμε να την κάνουμε και εμείς μια γιορτή. Το σκεφτήκαμε από δω, το σκεφτήκαμε από κει, έχω μια κόρη η οποία ήτανε γεωπόνος, λέω: «Βρε κορίτσι μου, δεν θέλω να το βάλω “γιορτή της πιπεριάς”, να το κάνουμε κάτι άλλο». Σκεφτήκαμε από δω, σκεφτήκαμε από κει, μου λέει: «Αφού έχει τόση περιπέτεια η πιπεριά, όλο τον χρόνο μιλάτε για την πιπεριά, πώς θα μαζέψουμε τον σπόρο, αν έγινε η πιπεριά, μεγάλωσε, δεν μεγάλωσε, την τσάπισες, τη γέμισες, την πότισες, την αποθήκευσες, σου πέτυχε, δεν σου πέτυχε, μάζεψες τον σπόρο, έσπειρες, βγήκε το πιπέρι», γιατί λίγο δύσκολα βγαίνει κιόλας, φυτρώνει δηλαδή. Και επειδή δεν βάζαμε και λιπάσματα και συνεχίζουμε να μην βάζουμε λιπάσματα, γι’ αυτό και την καλλιεργούμε, έχει λίγα, λίγα ζόρια. Ενώ τα άλλα τα ζαρζαβατικά είναι λίγο πιο εύκολα σ’ όλη την καλλιέργεια. Και μου λέει: «Ξέρεις τι να τις βάλουμε, μαμά; “Πιπερολογίες”!». Μου άρεσε πολύ. Εκεί μια μέρα που μιλούσαμε με τα παιδιά λέω το και το. Μου λένε: «Ωραίο τ’ όνομα Πιπερολογίες». Και ξεκινήσαμε έτσι με τις γυναίκες, με τα κορίτσια, να δούμε πώς θα το κάνουμε. Θα κάνουμε μια γιορτή, για πρώτη φορά δηλαδή, ήταν δύσκολο για να σκεφτείς, να κάνεις μια εκδήλωση πιπεριάς λες τώρα. Πιπεριά εμείς είχαμε, μου λέγανε: «Μα τι φαγητό θα κάνουμε; Γεμιστά, ψημένη, τηγανητή» και είχαν και δίκιο. Λέω: «Δεν πειράζει θα βρούμε εμείς κι άλλους τρόπους να κάνουμε και θα την αναδείξουμε πάλι την πιπεριά», γιατί κείνο το διάστημα είχε σταματήσει λίγο η καλλιέργεια. Όλοι αγοράζανε πιπεριές, λίγοι κάνανε, πολύ λίγοι, γιατί δεν είχαμε νερά και το νερό ήτανε δύσκολα να το βρεις για να ποτίσεις. Μην σας τα πολυλογώ, ξεκινήσαμε και είπαμε θα την κάνουμε μια εκδήλωση. Όλο το χωριό ξεσηκώθηκε, την κάναμε με πανηγύρι, με χαρές, με όλα τα σχετικά. Είχαμε πολύ μεγάλη επιτυχία. Κάναμε πάρα πολλά εδέσματα, πρωτοστάτησα, φυσικά, σ’ αυτό το θέμα και όλοι όσοι πέρασαν και είδαν ότι η πιπεριά πάει παντού και η νοστιμιά της δεν λείπει… Μα μου λέγανε: «Είχες δίκιο, λέγαμε τίποτε και κάναμε ένα σωρό». Ε, την άλλη χρονιά κάναμε άλλα περισσότερα, την παράλλη άλλα. Ξεκινήσαμε, οι εκδηλώσεις μας γίνονταν λίγο προχωρημένες, με διάφορα, με χορευτικά, με σκετσάκια, με ποιήματα, με τραγούδια. Και κάποια στιγμή, μαζεύω τα παιδιά όλα και λέω: «Βρε παιδιά, για πέστε μου, εσείς τι έχετε να πείτε για την πιπεριά;». Γιατί καθίσαμε κάναμε και διάφορα σχέδια, την πιπεριά τη μακρόστενη, τη στενή, την αυτή, για να κάνουμε και τη διακόσμησή μας τη σχετική. Λέω: «Πέστε μου και εσείς κανένα, κάτι έτσι, κάνα[00:15:00] ποιηματάκι να βγάλουμε». Άλλος μου ’πε τ’ άλλο, άλλος μου ’πε τ’ άλλο. Μην σας τα πολυλογώ, απ’ όλα τα παιδιά που είπανε, ο καθένας τι ήθελε να λέει, κάθισα κι εγώ έκανα ένα ποίημα, το οποίο μπορώ να σας το διαβάσω, άμα θέλετε να το ακούσετε. Είναι κάτι σχετικό που έχει νομίζω όλη την ιστορία της πιπεριάς, θα μπορούσα να πω. Το χωριό μου είναι ορεινό έχει ποτάμι και βουνό Στη μέση έχει το σχολειό την εκκλησιά με το ψηλό καμπαναριό. Την πλατεία τη στολίζουν τα πλατάνια της τα τρία και το γάργαρο νερό, που κυλάει στον ποταμό. Έχει χάρη και ομορφιές και ωραίες πιπεριές καυτερές μα και γλυκιές, που τις τρων’ οι κοπελιές. Πράσινες, κόκκινες, πορτοκαλιές, κίτρινες, ξανθές σαν τις ωραίες κοπελιές που μαζεύουνε αυτές. Κόκκινα τα μάγουλά τους έχουν όλοι απ’ τον Αετό γιατί τρώνε καυτερό, παίρνουν και αέρα καθαρό. Έχει ωραίες κοπελιές, ίσως γιατί τρώνε πιπεριές. Το τραπέζι κάθε μέρα ευωδιάζει απ’ αυτές ψητές, τηγανητές, με σκορδάκι χτυπητές, γεμιστές με το τυράκι, με ρυζάκι, κρεατάκι. Το τουρσί για τον χειμώνα, απαραίτητο κι αυτό συμπληρώνει τους μεζέδες, πάει και με το χοιρινό. Μα κι αν πεις στις αρμαθιές, κόκκινες και κρεμαστές να μας στολίζουν τα μπαλκόνια και προβληματίζουνε τα τσόνια. Πάνε δώθε, πάνε πέρα τριγυρνώντας όλη μέρα την πιπεριά για να φάνε ευκαιρία να ζητάνε. Μα η καλή η νοικοκυρά που προβλέπει πάντοτε σωστά, τις μαζεύει τον χειμώνα για να κάνει τα ωραία φαγητά. Στη γιορτή μας θα γευτείτε τις ωραίες πιπεριές που τις τρώνε οι πεθερές και δεν βάζουνε φωνές. Και οι νύφες από πέρα, το γλεντάνε με παρέα τσιπουράκι και κρασάκι και ωραίο μεζεδάκι. Όποιος έρθει τον χειμώνα στον Αετό, θα φάει λάχανο με χοιρινό τουρσάκι γεμιστό και μπόλικο το καυτερό. Κόκκινες γεμιστές με κρεατάκι, βραστές με σκορδάκι και ξυδάκι και τηγανητό τυράκι με μπόλικο το πιπεράκι. Μην χάνετε λοιπόν την ευκαιρία και ξορμήστε δύο-δύο στο ετούτο μονοπάτι και τα ωραία του ξενοδοχεία. Στα μικρά του μαγαζάκια θα βρείτε ωραία μεζεδάκια με πολύ, πολύ μεράκι περιποίηση κι αγάπη. Μα κι αν πεις για τα μπαράκια είναι μόνο για μεράκια να περνάς με την παρέα όμορφα, μερακλωμένα. Ε, λοιπόν για όλα αυτά τα ωραία ελάτε στον Αετό με την παρέα να γευτείτε τα ωραία, να περάσετε ωραία! Σας ευχαριστώ! Αυτά έγιναν τις πρώτες χρονιές και τώρα κάθε χρόνο έχουν καθιερώσει οι σύλλογοι και οργανώνουνε την εκδήλωση αυτή, δεν την έχουν αφήσει, και το ευχάριστο απ’ όλα αυτά είναι ότι ξαναζωντανέψαμε την πιπεριά. Αλλά και το πιο ευχάριστο ότι από τη χρονιά που κάναμε τις Πιπερολογίες και κάπου στα… Πριν είκοσι χρόνια έγιναν οι πρώτες Πιπερολογίες και πριν είκοσι χρόνια, δειλά-δειλά άρχισε να βγαίνει και η πιπεριά στην επιφάνεια. Μου ’λεγαν: «Μα τώρα με λίγη πιπεριά στο φαγητό, με λίγη πιπεριά στη σαλάτα, πιπεριά;». «Μα πιπεριά βάζουμε, τι να κάνουμε; Λίγη-λίγη, αλλά κάνει τη νοστιμιά της. Αυτή είναι η αξία της. Και σε όλα τα φαγητά λίγο από δω βάζουμε, λίγο από κει και κάνουμε ένα ολοκληρωμένο φαγητό» έλεγα εγώ. Και βλέπω, έβλεπα μετά όλες τις εκπομπές στις τηλεοράσεις που βγήκανε πολλοί σεφ και αυτά. Από κει η πιπεριά πήρε τα επάνω της. Το χαιρόμαστε ιδιαίτερα αυτό και ευτυχώς και εμείς στο χωριό τώρα δουλεύουμε. Τουλάχιστον οικογενειακά ο καθένας, έχει την πιπεριά του, έχει την ντομάτα του και κάνει τα αξιοθαύμαστα αυτά πράγματα που φτιάχναμε και τα θυμόμαστε όλοι. Φυσικά και όλοι αναπολούμε τα παλιά μας την ηλικία μας και πιο μεγάλες, αλλά και οι νέοι, ακούγοντας εμάς, τα παίρνουν κι αυτοί υπόψιν τους όλα αυτά και έχουνε ενδιαφέρον και νοιάζονται. Νοιάζονται και άρχισαν και τρώνε και την πιπεριά. Φυσικά πολλοί είναι αυτοί που δεν μπορούν χωρίς πιπεριά, σαν εμένα φυσικά, είναι πάρα πολλοί. Εγώ άμα φάω πιπεριά, δεν θέλω τίποτε άλλο. Είναι το πρώτο μέλημά μου και την αξία της δεν την ξέραμε πρώτα, δεν ξέραμε, λέγαμε: «Μα τόση πιπεριά που τρώμε εμείς, τι έχει η πιπεριά; Χόρτο είναι» λέγαμε. Αλλά βάζαμε το λαδάκι, βάζαμε και το τυράκι που είχαμε μπόλικα και μετά μάθαμε ότι είχε πολλή βιταμίνη και είχε θρεπτική αξία. Αυτά ήταν άγνωστα τότε. Τότε ήταν ένα προϊόν που τ’ αγαπούσανε ίσως οι κάτοικοι. Ίσως και από αυτό είχανε και ένα μεροκάματο[00:20:00] καλό βγάζανε. Με κόπο μεν, αλλά το κάναν, το αξιοποιούσαν. Με ζήλο δουλεύαν την πιπεριά, δεν ήτανε κάτι που… Ένα προϊόν όπως είναι το καλαμπόκι, το σιτάρι κι αυτά. Ήταν τα πιο απαραίτητα, αλλά την αγαπούσαν την πιπεριά. Και ο καθένας έλεγε ποιος να κάνει την καλύτερη πιπεριά, να κάνει το καλύτερο πιπέρι. Αυτό συνεχίζεται και τώρα, αυτό συνεχίζεται και τώρα. Την πιπεριά τη βγάζαν πάντοτε την ωραία, τη μεσαία πιπεριά, να την αφήσουν στον κορμό, να βγάλουν την καλή την πιπεριά, να βγάλουνε τον σπόρο και να την αξιοποιήσουνε. Να μαζέψουν αυτά που σας είπα όλα και να τη σπείρουν και να την κάνουν και όλα τα σχετικά. Έχει τη διαδικασία της, αλλά έχει και τη χαρά της. Τη χαίρομαι και εγώ, τη χαίρονται και όλα τα παιδιά και… Είχα το εγγονάκι μου εγώ και έλεγε: «Γιαγιά, εγώ θέλω ποκαλί», πορτοκαλί πιπεριά ήθελε, «ποκαλί» ήθελε, επειδή του άρεσε το χρώμα το πορτοκαλί, ήθελε «ποκαλί» πιπεριά. Και έλεγα καυτερό δεν θα φάνε, αλλά να που τρώνε καυτερό, βάζουν και καυτερή τώρα, κάνουμε και την τυροκαυτερή, βάζουμε και το καυτερό και πάει μια χαρά. Είχα έναν παππού, αυτός έζησε 102 χρόνια, πέθανε στην Αυστραλία. Έπινε τσιπουράκι, αλλά το καυτερό ήταν απαραίτητο. Κόκκινος σαν το παντζάρι ήτανε και λέγαμε: «Μα δεν θα πάθει τίποτα αυτός με το τόσο καυτερό;». Αμ δεν έπαθε, 102 χρονών πέθανε. Ωραιότατος, κόκκινος- κόκκινος σαν παντζάρι, σαν την πιπεριά την κόκκινη. Και πολλά τέτοια παραδείγματα. Είχαμε και μια γιαγιά θυμάμαι, την είχαμε δική μας εκεί στη γειτονιά, πήγαινε μέχρι τα βαθιά της γεράματα, πήγαινε στον κήπο της και μάζευε τις πιπεριές να πάει στο Αμύνταιο με το γαϊδουράκι φορτωμένο, αυτή με τα πόδια να πάει να τις πουλήσει τις πιπεριές, ερχότανε. Κάποια στιγμή, είχε γεράσει κιόλας, μπουρδούκλωνε τα πόδια της μέσα στον κήπο, έσπαζε τα πιπέρια και έλεγε: «Α μου μαζέψαν τα πιπέρια, μου τα σπάσαν τα πιπέρια!». Αυτή βρισκόταν κάτω, τα πιπέρια της έφταιγαν της τα σπάγαν οι άλλοι. Έτρωγε όλο πιπεριά αλλά το λαδάκι το ’βαζε πρώτο Α-Α εκεί και το τυράκι της και λέγαμε: «Πώς ζει αυτή η γιαγιά με την πιπεριά;». Δεν ξέραμε τότε είπαμε, αυτά ήταν άγνωστα για μας. Απλώς ήταν η νοστιμιά ίσως που μας τραβούσε. Αυτά είχα να πω, τώρα ίσως να ξέχασα κι άλλα, σε άλλη δόση, θα σας πω κι άλλα άμα θυμηθώ. Αυτά ήταν η ιστορία της πιπεριάς, που μας κάνει να αναπολούμε πάρα πολλά και να λέμε πάρα πολλά και περνάνε οι χειμώνες μας λέγοντας τα παλιά για να έχουμε και το μέλλον μας, να αναβιώνουμε και τέτοια γεγονότα, να μην ξεχνάμε και τα νιάτα μας.
Μιλήσατε για μια εποχή που η πιπεριά ήτανε το πιο βασικό προϊόν του χωριού. Αυτή, αυτή η περίοδος, αυτή η «χρυσή εποχή» της πιπεριάς, πότε περίπου ήτανε;
Ε, θυμάμαι εγώ τώρα, εγώ είμαι το ’46 γεννηθείς, από…να’ μουν 5 χρονών να σε πω, 6 χρονών, που θυμάμαι με την πιπεριά, πιπεριά. Η πιπεριά ήταν πιπεριά, πώς να το πω, πιπεριά, όλη την… Πρωί πιπεριά, μεσημέρι πιπεριά, απόγευμα, βράδυ πιπεριά, πιπεριά. Η πιπεριά είχε, ήτανε κάτι κοινό, κάτι χαρακτηριστικό του χωριού πώς να σου πω. Από κείνη την εποχή θυμάμαι, ας πούμε, η πιπεριά ήτανε, επικρατούσε στα σπίτια του καθενός, δεν ήτανε... Και όχι μόνο επικρατούσε η πιπεριά που την τρώγανε, την καλλιεργούσανε. Είχαν και μεταξύ τους μια άμιλλα ποιος να κάνει την καλύτερη, ποιος να κάνει περισσότερο, πώς, ποιανού έγινε καλύτερη. Το ωραίο ήτανε ότι δεν είχαμε... Οι κήποι μας ήταν ανοιχτοί και δεν είχαμε το κλέψιμο που λέμε, ας πούμε, να πάει να το μαζέψει ο ένας. Ήταν, ο καθένας σεβότανε την περιουσία του καθενός, δεν υπήρχαν... Σπάνια γεγονότα να πάει ο άλλος να μαζέψει την πιπεριά του αλλουνού. Κάποια χρόνια αργότερα, κάτι πήγε να γίνει έτσι, αλλά ο κόσμος ίσως να σεβότανε, ίσως να φοβότανε, δεν είχαν γίνει τρομερά πράγματα. Και ο καθένας, ας πούμε, μάζευε. Έλεγαν: «Ο τάδε έχει ωραία πιπεριά, του τάδε οι πιπεριές έγιναν πολύ ωραίες». Ήτανε κάτι σαν να λέγανε ότι… δεν ξέρω πώς να το χαρακτηρίσω. Με λίγα λόγια ήτανε ένα προϊόν που αγαπήθηκε στο χωριό αυτό. Όπου ο Αετός ήτανε.. Αετός και πιπεριά ήτανε ένα. Αετοπιπεριάς έπρεπε να γίνει το χωριό αυτό, πώς να το πω. Και με μεράκι πολύ. Σπάνια θα δεις στον Αετό, θα ακούσεις άνθρωπο να μην θέλει πιπεριά να φάει. Μα είναι μεσημέρι, μα είναι πρωί, μα είναι βράδυ, μα είναι αυτό, άμα πεις «πιπεριές», «ωωω πιπεριές!» λέει ο άλλος ευχάριστα. Λες και είναι ο πρώτος μεζές. Το είπα και εγώ, εγώ είμαι μία από αυτές. Να φάω πιπεριά με τυράκι, ψημένη φρέσκια και δεν θέλω ούτε ψητό ούτε τίποτε. Το καλύτερο πράμα για μένα. Αυτό νομίζω το λεν πολλοί. Αλλά το ευχάριστο είναι, λέω, ότι έχει κυκλοφορήσει πάρα πολύ, όχι μόνο εδώ[00:25:00] πέρα και παντού, ας πούμε. Η πιπεριά έχει πάρει τη θέση της, γιατί έχει νοστιμιά. Η πράσινη έχει άλλη νοστιμιά, η κόκκινη έχει άλλη νοστιμιά, η κίτρινη έχει άλλη νοστιμιά, η πορτοκαλί έχει άλλη νοστιμιά, δεν είναι όλες. Μετά είναι η πιπεριά η δική μας του Αετού, είναι λεπτόφλουδη, δεν έχει πολλά υγρά κι όταν την ψήνουμε, δεν βγάζει τα υγρά που βγάζει η άλλη που λένε «η Φλωρίνης», οι άλλες οι πιπεριές που έχουν, ας πούμε, οι μεγάλες. Ίσως βάζουν και τα λιπάσματα και τις κάνουν μεγάλες, δεν μπορώ να πω, δεν μπορώ να πω υπεύθυνα ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει, αλλά δεν είναι η νοστιμιά, αυτή που έχει η δική μας η πιπεριά. Αν θα πάρει ένας πιπεριά Φλωρίνης δική μας να φάει και πάρει και μια άλλη πιπεριά, θα καταλάβει από μόνος του ότι όντως έχει άλλην γεύση, άλλη νοστιμιά έχει, εκεί είναι. Τώρα έγκειται στο μικροκλίμα που λένε οι γεωπόνοι, στα αυτά, εμείς αυτά δεν τα ξέραμε παλιά, δεν τα κοιτούσαμε. Λέγαμε η πιπεριά ήταν για μας, ήταν το κάτι άλλο, δεν ξέραμε την άλλη πιπεριά γιατί δεν αγοράζαμε άλλη πιπεριά. Αυτήν ξέραμε, αυτή τρώγαμε, αυτή μας άρεσε και με αυτή μεγαλώσαμε. Και τώρα έχουν διάφορες συνταγές, η μία κάνει το ένα, η άλλη κάνει τ’ άλλο, την αξιοποιούν με διάφορους τρόπους, οπότε δεν πάει χαμένο τίποτε, τίποτε. Παλιά, δεν είχανε αυτή τη δυνατότητα. Τώρα, όμως, γίνονται διάφορα. Και τα τουρσιά εξελίχθηκαν, άλλο έτσι άλλο αλλιώς. Πριν είχαν δυο-τρία είδη τουρσιά, τα κάναν και λίγο πιο ξινά, λίγο πιο αλμυρά για ν’ αντέξουν, να κρατήσουνε. Κι ερχότανε πριν το Πάσχα, καθαρίζανε τα πιθάρια όλα, τα ρίχνανε τα παλιά τι ήτανε, να τα πλένουν, να τα καθαρίσουν, για να ξαναβάλουν μετά το καινούριο προϊόν.
Ποιες χαρακτηριστικές εικόνες έχετε στο μυαλό σας και μπορείτε να μας περιγράψετε; Σε σχέση με την πιπεριά φυσικά.
Έχω το χαρακτηριστικό είναι αυτό που είπα, που γινόντουσαν τα αξιοθαύμαστα με τα ποτίσματα. Γιατί μαλώνανε πολλοί, χρόνια ολόκληρα δεν μιλιόντουσαν. «Ξέρεις ποια είμαι εγώ;» είπε η μία «Εγώ είμαι η τάδε». «Ξέρεις ποια είμαι εγώ;». «Και εμένα με ξέρεις;». Δηλαδή μαλώνανε για το τίποτε, για το νερό δηλαδή ποιος θα πιάνει να ποτίσει πιο νωρίτερα, οι γυναίκες τότε, ήταν και λίγο ακαλλιέργητος ο κόσμος, λίγο αγράμματος, λίγο απ’ όλα αυτά. Ήτανε αυτά τα γεγονότα και τα έκτροπα που γινόντουσαν το βράδυ που ντύνονταν μερικοί άντρες καρναβάλια, τρόμαζαν τις γυναίκες. Γιατί υπήρχανε τότε, την εποχή εκείνη υπήρχανε και πολλές γυναίκες που είχανε μείνει χήρες απ’ τον πόλεμο και έπρεπε να ποτίσουν αυτές, δεν μπορούσαν να πάνε τα παιδιά τους, έπρεπε, και ξέρεις αυτά ήταν όλα γεγονότα που μας χαρακτήριζαν και στην ψυχή μας. Άκουγες, ας πούμε, λέει ότι: «Εκείνη βρέθηκε, βρε, στη γυναίκα, εκείνος που πήγε να το κάνει δεν ντράπηκε λιγάκι». Ήταν κάποια γεγονότα λίγο έτσι σκληρά μεν, αλλά και γενικά όλη η ζωή ήτανε σκληρή, δεν θα μπορούσες να πεις. Και αυτό το μάζεμα που γινότανε της πιπεριάς μού έκανε εντύπωση, γιατί χαιρόντουσαν όταν πηγαίνανε να μαζέψουνε. Δεν πηγαίνανε με δυσκολία, να πω πηγαίνανε να μαζέψουνε τη πιπεριά με χαρά, το εννοώ αυτό, με χαρά πηγαίνανε. Και άλλο χαρακτηριστικό ήταν αυτό που πηγαίνανε στο παζάρι να τις πουλήσουν τις πιπεριές και το ωραίο φυσικά, ήταν ότι τις πουλούσαν και αμέσως. Έλεγε «Απ’ τον Αετό είσαι;». «Απ’ τον Αετό είμαι». «Δωσ’ μου τόσα», ξεπουλούσανε. Κι άλλες να ’χανε. Και πάλι με το γαϊδουράκι γυρνούσανε πίσω. Δηλαδή την ταλαιπωρία ήτανε το... Ο Αετός με το Αμύνταιο έχει δώδεκα ώρες, 12 χιλιόμετρα. Ήθελαν ένα δίωρο, ας πούμε, να πάνε και δύο να γυρίσουνε. Ε, αυτό τον κόπο δεν τον υπολογίζανε. Ήτανε χαρακτηριστικά αυτά. Ε, και μετά άρχισε εκείνο που γινότανε και που γίνεται και τώρα ακόμα ας πούμε, που μαζεύουν τις πιπεριές, αν έγινε ή δεν έγινε το πιπέρι. Έχουμε ένα αυτό, γι’ αυτό η πιπερολογία, ας πούμε, μας εμπνέει περισσότερο, δεν το κάναμε γιορτή. Τώρα η γιορτή είναι μια μέρα να γιορτάσεις. Εμάς είναι όλο τον χρόνο συζητάμε για την πιπεριά. Από την αρχή που θα μαζέψουμε τον σπόρο μέχρι που θα σπείρουμε, μέχρι που θα μεγαλώσει, κι αν μεγάλωσε κι αν έγινε το φυτό, κι αν δεν έγινε και αν είναι δυνατό και αν έγινε η πιπεριά, το φυτό. Οι καιρικές συνθήκες μας είναι δύσκολες εδώ πέρα κι αυτό μας προβληματίζει. Όλα αυτά φέρνουν κάποιες δυσκολίες αλλά, παρ’ όλα αυτά, δεν το βάζουνε κάτω. Με τον άλφα τρόπο, με τον βήτα τρόπο, ας πούμε, βρίσκουνε κάποιους τρόπους και τα μπαλώνουν τα πράγματα. Είναι κάτι καλό, κάτι ωραίο για το χωριό.
Θέλετε να μας περιγράψετε τις πρώτες Πιπερολογίες;
Οι πρώτες Πιπερολογίες ήτανε ένα δίλημμα θα μπορούσα να πω και το δίλημμα ήταν γιατί είχα έρθει με μετάθεση από το, από τη Θεσσαλονίκη και ήτανε πολύ λίγος ο χρόνος για να την[00:30:00] κάνουμε την εκδήλωση και την κάναμε, θυμάμαι, 17 Σεπτεμβρίου. Που 17 Σεπτεμβρίου, το 2007, ήτανε, αν δεν απατώμαι, 2007 ή 2008 θα σας… Δεν θυμάμαι ακριβώς την… ή 2007 ή 2008. Δε, τώρα το Σεπτέμβρη κόκκινες πιπεριές δεν υπήρχανε πολλές, γιατί οι πρώτες πιπεριές πουλιούνται. Ο κόσμος δεν είχε, δεν είχε, δεν καλλιεργούσε πολλές, οπότε δεν θα είχαμε ποσότητα, και κάπου λέγαμε πώς θα γίνει, τι θα γίνει, χρειάζονται κάποια χρήματα. Μπήκα στον Δήμο, είπα τον δήμαρχο τότε, άλλος είπε έτσι, άλλος είπε αλλιώς, τέλος πάντων, μην σας τα πολυλογώ. Τα παιδιά και οι γυναίκες πρωτοστάτησαν σ’ αυτό και είπανε: «Μην στεναχωριέσαι, κυρία Αλεξάνδρα, θα φέρουμε πιπεριές, θα τα κάνουμε εδώ πέρα όλες, θα κάνουμε, θα μας πεις εσύ συνταγές, θα κάνουμε εμείς και θα κάνουμε και θα περάσουμε ωραία». Έρχεται και ο δήμαρχος, λέει: «Σας βάζω εγώ και την ορχήστρα». Α, και είχαμε ένα γεγονός, να το θυμηθώ τώρα, το θυμήθηκα. Είχαμε έναν παππού, τον παππού τον Δημήτρη, τον συγχωρεμένο. Δημήτριος Μάνος λέγονταν, ο οποίος έγραφε κάποια ποιήματα, τα οποία ποιήματά του πολλοί από το χωριό τον περιγελούσαν: «Ε τώρα, τι έγραψες εσύ και τι έκανες», στο χωριό γίνονται αυτά τα πειράγματα. Ο καημένος όμως, ήθελε λίγο να τα αναδείξει, να πει ότι έκανε κι αυτός στη ζωή του κάτι και ήταν κάτι που έκανε ο άνθρωπος, καλή του ώρα, και ήρθε μου λέει: «Ξέρεις, βρε κυρία Αλεξάνδρα, έχω κάποια ποιήματα», μου λέει, «εγώ και θέλω λίγο να τα δουλέψουμε». «Φερ’ τα, βρε κύριε Δημήτριε», του λέω, μου τα ’φερε ο κύριος Δημήτριος. Απ’ αυτά τα ποιήματα, μερικά εντόπισα έτσι κι εγώ αφού τα ψιλοείδα. Πήρα και τα έδωσα στα παιδάκια, να τα απαγγείλουνε, αλλά δεν είπα ότι ήταν του κύριου Δημητρίου τα ποιηματάκια. Και δυο ποιηματάκια τα κάναμε και τα μελοποιήσαμε μαζί με τα παιδιά, λέω: «Αυτά λίγο να τα κάνουμε λίγο, να τα πούμε τραγουδιστά», άλλο το είπε έτσι, άλλο το είπε αλλιώς, κάπως βρήκαμε μια μουσική, λίγο βοήθεια από δω, λίγο από κει... Τέλος πάντων, βρήκαμε μια μουσική τα τραγουδήσαμε, τα μάθαμε, είπαμε και κάποια άλλα τραγουδάκια που λέγαμε και στο χωριό. Κάναμε μια ωραία χορωδία. Με τα κορίτσια κάναμε ένα πολύ ωραίο συγκρότημα, κάναν αυτά, πιο μεγάλα κορίτσια κάνανε συρτάκι και τέτοια, φέραμε κι άλλα χορευτικά από διπλανά χωριά, τη μουσική μας... Κι αφού είπαμε, απαγγείλανε τα ποιηματάκια τα παιδιά και τα τραγουδήσαμε τα τραγουδάκια, τότε εγώ σηκώνω τον κύριο Δημήτρη στο, στην εξέδρα που είχαμε, λέω: «Θα σας παρουσιάσω ένα χωριανό μας». Ήσανε φυσικά βουλευτές, νομαρχαίοι, διευθυντές, δημαρχαίοι, οι υπάλληλοι όλοι, η κοινωνία όπως λέμε στο χωριό. Σου λέει: «Τώρα τι να παρουσιάσει τον κύριο Δημήτρη, τι να κάνει με τον κύριο Δημήτρη;». Λέω: «Σας άρεσαν τα ποιηματάκια;». «Πολύ ωραία», ακούστηκε. «Σας άρεσαν τα τραγούδια αυτά; Σας άρεσαν». «Αυτά τα δυο τα τραγουδάκια σας άρεσαν;». «Ναι». Λέω: «Αυτά τα τραγουδάκια κι αυτά τα ποιηματάκια που ειπώθηκαν από αυτά τα παιδιά τα έχει γράψει ο κύριος Μάνος, ο κύριος Δημήτριος Μάνος, ο οποίος είναι κάποιας ηλικίας άνθρωπος και γι’ αυτό θέλω να τον συγχαρούμε όλοι μαζί και να δώσουμε και κίνητρο και σε άλλους παππούδες, και σε άλλες γιαγιάδες, και σε άλλους νέους, μεσήλικες, να ασχοληθούνε λίγο με το γράψιμο, λίγο με το τραγούδι, λίγο με όλα τα… ό,τι μπορούν να προσφέρουν. Με ζωγραφική, με ό,τι μπορούνε ο καθένας και να μην ντρέπονται που το παρουσιάζουν. Γιατί όλοι έχουν μια ικανότητα και μπορούν να κάνουν κάτι». Φυσικά συγκινήθηκε πάρα πολύ ο κύριος Δημήτρης, δεν το περίμενε και κανένας. Λέει: «Μα δεν το ξέραμε, δεν το ξέραμε» αλλά δεν το ξέραμε. Το κακό είναι ότι χάνονται κάποιοι άνθρωποι έτσι, γιατί δεν τους αξιοποιούμε όπως πρέπει. Λυπάμαι για μερικά τέτοια πράγματα είναι αλήθεια, αλλά τι να κάνουμε, αυτή είναι η Ελλαδίτσα μας, τα έχει αυτά και τα καλά της και τα κακά της.
Πώς αισθανθήκατε με τις πρώτες Πιπερολογίες, όταν η πιπεριά ήρθε ξανά στο προσκήνιο και έγινε το σημαντικό θέμα του χωριού, βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο του χωριού μετά από τόσα χρόνια;
Πολλή χαρά και πολλή υπερηφάνεια, όχι για μένα μόνο. Μπορεί να πρωτοπόρησα κι αυτό το εκτιμάει όλο το χωριό, είναι αλήθεια. Και τα παιδιά και τα ευχαριστώ πάρα πολύ και μέσα απ’ αυτή τη συνέντευξη. Με έχουν βραβεύσει και δυο φορές σαν Πολιτιστικός Σύλλογος, τα ευχαριστώ. Δεν είναι το ότι σε βραβεύουνε, είναι ότι καταλαβαίνεις ότι πέρασες ένα μήνυμα, με έναν ωραίο τρόπο που το εκτίμησαν, το εκτιμάν και πιστεύω[00:35:00] ότι θα το εκτιμάνε για πάντα και είναι… πρέπει σε όλα, σε όλες τις εκδηλώσεις μας και σε όλες τις αποφάσεις μας, να μην περάσει ένα μήνυμα που το οποίο θα σβήσει. Πρέπει να το συνεχίσουμε και να το περνάμε με τέτοιο τρόπο που να το αγκαλιάζουνε, να το αγκαλιάζουν οι νέοι να το συνεχίζουν. Οι παλιοί να το χαίρονται, γιατί με τη χαρά των μεγάλων νομίζω, οι νέοι αναπτερώνουν διάφορα ένστικτά τους. Και όταν τους γεμίζει κι αυτούς κάτι που το ζούνε. Διότι ζούνε την πιπεριά την τρώνε την πιπεριά στο σπίτι τους, δεν είναι κάτι ξένο, τη ζούνε ακόμα, την τρώνε, τη θέλουνε. Οπότε όλα αυτά είναι πώς το χειρίζεσαι το θέμα. Καμιά φορά γελάμε με κανέναν γέροντα, λέμε: «Είπε ο τάδε γέρος, είπε αυτό». Αυτός ο γέρος έχει εμπειρία όμως, μπορεί να μην έχει γνώσεις, μπορεί να μην σπούδασε, αλλά έχει να σεβαστούμε την εμπειρία του και πάνω σ’ αυτά βασίστηκα, εγώ τουλάχιστον, για τις Πιπερολογίες. Πάνω σ’ αυτές τις εμπειρίες στηρίχτηκα και προσπάθησα και ακόμα τώρα τα παιδιά τα λέω… Μου λένε: «Τι θα κάνετε». Λέω: «Εσείς θα κάνετε, εγώ ό,τι είναι θα σας βοηθήσω, εσείς θα κάνετε». Πρέπει να πρωτοπορούν, να παίρνουν τα ινία στα χέρια τους οι νέοι για να μπορέσει να υπάρχει μια συνέχεια. Άμα αφήνουμε να κάνουμε το εγώ μας, «εγώ είμαι, εγώ το ’κανα, εγώ είμαι, ποιος είμαι εγώ», δεν κάνουμε τίποτε. Πρέπει να δώσουμε βήμα στους νέους, οι νέοι να ξεκινάν, με τα λάθη τους, δεν πειράζει, με το λάθος μαθαίνει ο νέος. Έτσι λέω στα παιδιά και ευτυχώς τα παιδιά το βλέπω ότι το χαίρονται ιδιαίτερα, την κάνουν τη γιορτή με πολύ κέφι, με πολύ κέφι. Λείπουν μερικά πράγματα, λείπουνε, αλλά δεν μπορούμε να τα ’χουμε κάθε χρόνο το καλύτερο. Μπορεί να γίνει και χειρότερο, η κριτική γίνεται από μόνη τους. Τα ίδια παιδιά κάνουν κριτική: «Α, φέτος δεν πήγαμε πολύ καλά» ή «πέρυσι ήμασταν καλύτερα», «του χρόνου θα κάνουμε κάτι καλύτερο, να σκεφτούμε κάτι καλύτερο». Δηλαδή όλο αυτό έχει την ουσία του, έχει το νόημά του, έτσι νομίζω εγώ τουλάχιστον σαν Αλεξάνδρα, σαν κάτοικος του χωριού, σαν ένας άνθρωπος που πρωτοστάτησα σ’ αυτό. Το πιστεύω αυτό και πιστεύω ώσπου και θα σβήσω, θα βλέπω να γίνεται η Πιπερολογία.
Αγαπημένες συνταγές;
Συνταγές; Αγαπημένες; Τις πρώτες συνταγές που κάναμε εκτός από τη γεμιστή πιπεριά που κάναμε, γιατί και την γεμιστή την κάνει καθεμιά νοικοκυρά διαφορετικά, δεν είναι... Τα γεμιστά δεν είναι όλα ίδια όπως και τα εστιατόρια δεν μαγειρεύουν όλα ίδια, έτσι και η νοικοκυρά δεν μαγειρεύει. Καθώς επίσης η τηγανητή, η ψημένη πιπεριά, πιπεριά με σκορδάκι, ντοματούλα και εκεί έχει την ιδιαιτερότητα η κάθε νοικοκυρά βασικά. Αυτά είναι τα κλασικά, που λέμε. Μετά κάναμε πιπεριά, ας πούμε, με κοτόπουλο, την ενισχύσαμε λίγο παραπάνω. Κοτόπουλα, είχαμε από το χωριό εμείς, αλλά δεν τη χαραμίζαμε την πιπεριά να την κάνουμε με κοτόπουλο. Την κάναμε όπως την ξέραμε. Δεν φανταζόμασταν ότι μπορούμε να την κάναμε και έτσι. Την κάναμε με χοιρινό, με κρέας με χοιρινό. Κάναμε… εξελίξαμε, κάναμε κεφτέδες από πιπεριά, κάναμε διάφορες σάλτσες από πιπεριά, τις πικάντικες σάλτσες της πιπεριάς, διάφορες, διάφορες. Τουρσιά διάφορα, διάφορα άλλα φαγητά κάναμε, εκτός του ότι σε κάθε, σε κάθε φαγητό… Θα κάνεις και κριθαρότο, κάνεις και την πιπεριά σου την πράσινη και τη χαίρεσαι. Και βάζεις και λίγο κόκκινο για χρώμα και είσαι πλήρες γεύμα, δεν είναι… Αυτά πρώτα, δεν περίμεναν την πιπεριά να τη βάλει η άλλη να κάνει κριθαράκι και να βάλει και λίγη πιπεριά, δεν το φαντάστηκε ίσως η νοικοκυρά. Αλλά συγχρόνως, έβαλα εγώ, έβαλες εσύ, α, έγινε νόστιμη κι αυτά, βλέπουν και τις εξηγήσεις τώρα και στις τηλεοράσεις που πάει η πιπεριά σύννεφο και αυτό ειδικά το χαιρόμαστε και ιδιαίτερα. Γιατί από τότε ξεκίνησε η πιπεριά και έχει γίνει άλλο πράμα η πιπεριά, έγινε γνωστή παντού. Να σας πω και το άλλο ότι η πιπεριά ήτανε γνωστή εδώ στη Μακεδονία πιο πολύ. Θεσσαλία, πιο κάτω, Ήπειρο. Την πιπεριά την ξέρανε μόνο για τα γεμιστά και την πιπεριά κέρατο για τηγάνι. Δεν ήξεραν και ξέραν την πράσινη πιπεριά. Η κόκκινη πιπεριά ήταν άγνωστη γι’ αυτούς, και γι’ αυτό πιστεύανε ότι η πιπεριά είναι η κόκκινη βγαίνει κόκκινη. Εγώ, εγώ λέω και πιστεύω αυτό θα ’ταν. Γιατί μου είπαν πολλοί: «Μα πώς βγαίνει κόκκινη η πιπεριά Φλωρίνης;». Μα δεν είναι η πιπεριά κόκκινη, η πιπεριά είναι πράσινη και μετά κοκκινίζει. Αυτά είναι κάποια χαρακτηριστικά έτσι. Τώρα ίσως και να ξέχασα κι άλλα, γιατί έχουμε τόσες...
Μου είχατε πει και για έναν λικέρ.
Α, ναι το ξέχασα αυτό. Όχι μόνο λικέρ. Λικέρ από καυτερή πιπεριά. Έχω κάνει[00:40:00] και γλυκό από καυτερή πιπεριά τσούσκα, το οποίο το σερβίρουμε με γιαούρτι. Γι’ αυτό σας λέω ότι έχω ξεχάσει πάρα πολλά, έχουν γίνει τόσα πολλά, έχουν γίνει πολλά και πολλές συνταγές, πολλές συνταγές έχουνε γίνει, έχουν κυκλοφορήσει. Το κακό είναι τώρα, ξέρετε τι, ότι τώρα στις Πιπερολογίες, επειδή τα παιδιά κάνουνε και τα σουβλάκια τους και θέλουν να βγάλουν τα παιδιά του Πολιτιστικού Συλλόγου κάτι, για να έχουν να κινηθούν, είναι λογικό και φυσικό, δεν αντιλέγω. Και κάνουν οι γυναίκες, διάφορα φαγητά, τα οποία τα κάνουν σε έναν μπουφέ, τα βλέπει ο κόσμος και στη συνέχεια σερβίρουν, είναι στα τραπέζια ας πούμε, που κάθεται ο κόσμος από διάφορα σε κάθε πιάτο, από είδος και τέτοια. Δεν είναι εύκολο για να κάνεις κάποια εδέσματα σε μεγάλη ποσότητα. Οπότε κάναμε κάνα δυο-τρεις χρονιές κάναμε το λικέρ που δώσαμε και λίγο παραξενεύτηκαν, πώς είναι καυτερό, το οποίο είναι πάρα πολύ ωραίο, πάρα πολύ ωραίο. Τη δώσαμε τη συνταγή, δεν την κάναμε, δεν την κρύψαμε ούτε την κρατήσαμε για μας. Εγώ τουλάχιστον, είπα η συνταγή δεν είναι… Θα μπορούσα κάλλιστα να πω: «Δεν τη δίνω», όχι, τη δώσαμε να κάνουνε, μακάρι να κάνουνε. Και το γλυκό που κάναμε με πιπεριά. Κάναμε γλυκό τσούσκα πιπεριά, αλλά κάναμε, έγινε…Από λάθος μου όμως, έγινε και η καραμελωμένη πιπεριά τσούσκα γλυκό και είναι αφάνταστη, να τη φας με παγωτό ή με γιαουρτάκι, είναι τρέλα, ναι. Είναι κάτι που δεν γίνεται να δώσεις σε χίλια άτομα, ας πούμε, ένα έδεσμα έτσι εύκολα. Σαν συνταγή, σαν ιδέα δώσαμε. Άλλες χρονιές κάναμε συνταγές, τις γράψαμε και τις δώσαμε, τις μοιράσαμε στον κόσμο, ήταν κάτι πιο εύκολο. Τώρα μέσα με το ίντερνετ και προσπαθώ να πω, λέω στις γυναίκες όταν κάνουνε: «Προσπαθήστε να κάνετε», γιατί τώρα λένε ότι βρίσκουνε στο ίντερνετ πολλές συνταγές. Αλλά εδώ στο χωριό, σε μας στη Μακεδονία, πρέπει να προσαρμόζουμε τις συνταγές μας ανάλογα με τη γεύση μας, με τα τοπικά μας προϊόντα, αλλά και με το γευστικό του τόπου μας. Δεν μπορούμε εμείς να βάλουμε, ας πούμε, πολύ πορτοκάλι και να φάμε σε φαγητό. Δεν το ‘χουμε συνηθίσει σε φαγητά να βάζουμε. Όπως και ίσως και στη Θεσσαλία και στη Στερεά Ελλάδα και στην Πελοπόννησο, την πιπεριά να μην την είχαν συνηθίσει να την τρώνε έτσι όπως την τρώμε εμείς. Είναι κάποια πράγματα που… Γι’ αυτό λέμε ο τόπος σου βγάζει αυτό, το αξιοποιείς και το δουλεύεις ανάλογα. Δηλαδή η Μακεδονία, δεν μπορεί να ζήσει χωρίς καυτερό. Το κρασί τον χειμώνα, το καυτερό, το τουρσί, είναι απαραίτητα στο τραπέζι. Το χοιρινό που έχουμε, για τα κρύα ενδείκνυνται. Ενώ τώρα στην Κρήτη, για να φάνε τουρσιά λίγο μες στη ζέστη, λίγο πιο δύσκολο έρχεται. Ίσως όλες αυτές οι καταστάσεις του κλίματος κι αυτά, να επηρεάζουν και το γευστικό και το τι θα μαγειρέψεις. Και προσαρμόζουμε, δηλαδή τουλάχιστον τα φαγητά μας, στα δικά μας δεδομένα πιο πολύ. Και όπως έχουν αξιοποιηθεί. Δηλαδή άμα κάνεις λαχανάτο με κρέας και δεν βάλεις, για μας εδώ, και κόκκινη πιπεριά φρέσκια αλλά τη στεγνή την πιπεριά την κόκκινη, που δίνει μια ιδιαίτερη γεύση στο φαγητό, δεν λογίζεται λαχανάτο. Να κάνεις γιαχνί πατάτες και αν βάλεις και δυο στεγνές πιπεριές κόκκινες, είναι σαν να ’βαλες ζαρκάδι μέσα. Να κάνεις κεφτέδες στο νταβά με κρεμμύδι και βάλεις και τη στεγνή την πιπεριά, δίνει τελείως διαφορετική γεύση. Για μας που έχουμε εμπειρίες, το καταλαβαίνουν πάρα πολύ. Αλλά και πολλοί που δοκιμάζουνε κι ακούω, ας πούμε, από πολλούς έχω ακούσει ότι όντως είναι νόστιμα. Και μου ’χει τύχει και εμένα προσωπικά, ας πούμε, να μου πούνε: «Μα, τι γιαχνί ήταν αυτό, τόσο νόστιμο;». «Μα είχε μέσα μεζεδάκι» έλεγα. «Τι μεζεδάκι;». «Την κόκκινη στεγνή πιπεριά», αυτή η καπνιστή που λιάζεται στον ήλιο, αυτό το πράμα, δίνει τη γλυκύτητα, τη νοστιμιά να το πω, δεν ξέρω πού αποδίδεται. Αλλά δίνει, δίνει τη δική της νοστιμιά, αυτό που είπα και νωρίτερα, εκεί είναι.
Θα θέλατε να συμπληρώσετε κάτι που σας ήρθε μετά στο μυαλό;
Τι να μου ’ρθει τώρα; Σε δεύτερη φάση, θα πρέπει να βάλω κι άλλες γνώσεις, να κάνουμε κι άλλες Πιπερολογίες να γράψουμε κι άλλα, ναι να κάνουμε κι άλλη πιπεριά. Όπως φέτος, ας πούμε, η πιπεριά εδώ πέρα ήταν αποτυχία. Είχαμε κακό καιρό, βροχές και τα πιπέρια μας δεν έγιναν τόσο καλά κι όλες οι νοικοκυρές ακούς: «Α δεν έγινε το πιπέρι μας φέτος, τσάμπα πήγε ο κόπος μας, τι θα κάνουμε, πώς θα κάνουμε». Ε, κουτσά-κουτσά όπως λέει και ο άντρας μου, «δεν έχεις, δεν έχεις, δυο αρμαθιές πάλι τις έφτιαξες». Τις πρώτες αρμαθιές, τις πρώτες πιπεριές, αρμαθιές τις έφτιαξα και φέτος και εγώ. Παρόλο που δεν έχω. Αλλά[00:45:00] αρμαθιές έκανα γιατί πρέπει να υπάρχουν στο προσκήνιο, δεν γίνεται, δεν γίνεται, δεν γίνεται.
Κυρία Αλεξάνδρα, σας ευχαριστούμε πολύ γι’ αυτή τη συνέντευξη.
Ευχαριστώ και εγώ, παιδί μου, που τα είπαμε και χάρηκα ιδιαίτερα, γιατί, ξέρεις, λέγοντας αυτά, φτάνουμε στα παιδικά μας χρόνια και εμείς οι γιαγιάδες τώρα, εμείς που περάσαμε και κάποια ηλικία αναπολούμε λίγο με αυτά. Με αυτά ζούμε, με αυτές τις αναμνήσεις δίνουμε, μας δίνει και χαρά κιόλας, και εύχομαι και οι νέοι να συνεχίσουνε, να φτάσουν κι αυτοί να αναπολούν κι αυτοί όπως αναπολώ κι εγώ. Ευχαριστώ πολύ.
Εμείς ευχαριστούμε. Γεια σας.
Γεια σας.