Ηλικιακός περιορισμός
Η συνέντευξη είναι διαθέσιμη μόνο για χρήστες άνω των 18 ετών.
Αναμνήσεις ζωής ενός οδηγού λεωφορείων
Ενότητα 1
Μαθητικά χρόνια και ο αγώνας για τα προς το ζην
00:00:00 - 00:05:58
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Λοιπόν, ξεκινάμε. Καλησπέρα σας. Καλησπέρα. Πώς ονομάζεστε; Κουτσομήτρος Απόστολος. Είναι Σάββατο 7 Μαΐου 2022, βρισκόμαστε στα Γρεβε…ιοδεύων. Περάσαμε. Παίρνω το χαρτί, οδηγός-μηχανικός αρμάτων. Στα μεγάλα αυτά, 50 τόνους. Φεύγω φαντάρος. Χαρές από δω, να πάμε φαντάροι.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 2
Μια διήγηση της μητέρας από την Κατοχή και η επιβίωση στα παιδικά χρόνια
00:05:58 - 00:17:57
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Πήγα φαντάρος στο Γουδί. Καθίσαμε τρεις μήνες εκεί, κάναμε εκπαίδευση και από κει Αλεξανδρούπολη. Και μόλις γύρισα μετά, αφού απολύθηκα... Ή…να το γομάρι και έκανα καμιά βόλτα εκεί. Τι να ‘κανα; Αυτήν η δουλειά ήταν. Τα καλοκαίρια εκεί και στα χωριά με τα σαμάρια. Πηγαίναμε εδώ.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 3
Εργασιακή περιπλάνηση στα εφηβικά χρόνια & επαγγελματίας οδηγός λεωφορείου
00:17:57 - 00:29:16
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Μετά, τι να σε πω; Στο σχολείο; Τότε που χτύπησα τη δασκάλα και έφυγα; Χτύπησα τη δασκάλα και έφυγα απ’ την τετάρτη τάξη, ξέχασα να σε πω. Γ…ώνα. Πώς θα ετρωγάμε; Απ’ τη μια χρονιά στην άλλη μάς έφτανε η λίγδα. Πού να φάμε λάδι; Από πού; Με τι παράδες; Μην κοιτάς σήμερα. Τι άλλο;
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 4
Κινηματογραφιστής στα χρόνια της Χούντας – Ταξίδια στο εξωτερικό οδηγώντας λεωφορείο και ταξί
00:29:16 - 00:36:58
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Είπατε ήσασταν μεγάλη οικογένεια, πολλά αδέλφια. Εμείς, τέσσερα. Τέσσερα. Μετά από φαντάρος που απολύθηκα, αγόρασα μια μηχανή κινηματογραφ…εκείνο τον καιρό, κάνανε τα τρένα. Και ερχομάσταν με το αυτοκίνητο. Μέσω Αυστρίας, περνούσα όλη την Αυστρία. Όλη τη Γιουγκοσλαβία, Αυστρία.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 5
Αναμνήσεις από το σχολείο, τη γειτονιά, τα πανηγύρια στο χωριό
00:36:58 - 00:45:26
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Είπατε ότι στο σχολείο ήτανε πάρα πολύ αυστηροί οι δάσκαλοι. Πάρα πολύ. Απ’ αυτό τι θυμάστε; Σας δέρναν συχνά; Τι θυμάμαι; Το ξύλο που φ…ελοπόννησο και αυτά– μοναστήρια. Κι όπου υπάρχει γυναίκα είναι πιο καθαρά τα μοναστήρια, πιο περιποιημένα, πιο τέτοια. Κακά τα ψέματα, ναι.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 6
Η οικογένεια και ο Στέλιος Καζαντζίδης – Πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων και στρατός
00:45:26 - 00:56:25
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Είπατε ότι στο εξωτερικό είναι πάρα πολύ ωραία; Θα θέλατε να ζήσετε έξω; Θα θέλατε να είχατε μείνει στο εξωτερικό; Κοίταξε, σαν κλίμα η Ελ…ναι εντάξει. Καλοί είναι, πίνουν κι αυτοί τα τσιπουράκια. «Αυτό μας κρατάει», λέω. «Από λίγο –λέω– και μέρα παρά μέρα». Γελάνε αυτοί. Άλλο;
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 7
Παιδικά παιχνίδια – Τα Γρεβενά την περίοδο της Δικτατορίας
00:56:25 - 01:04:29
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Από τα παιδικά χρόνια που βγαίνατε με τα παιδιά, τι σας άρεσε περισσότερο; Τα παιχνίδια; Που πηγαίνατε παίρνατε τα μήλα; Τι παιχνίδια, τι …υς έβριζα εκεί. Αυτοί δεν δούλεψαν καμιά φορά και έκαναν περιουσίες. Κατάλαβες; Αυτή είναι όλη η δουλειά. Άλλο; Να θυμηθώ τίποτα. Τι να;...
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνησηΕνότητα 8
Διακοπές και ταξίδια – Παιδικά παιχνίδια & παλιά Γρεβενά
01:04:29 - 01:14:30
Απόσπασμα Απομαγνητοφώνησης
Είπατε διακοπές πηγαίνατε με τα παιδιά που ήταν μικρά σ’ όλα τα νησιά. Πηγαίναμε, ναι. Από εκεί τι θυμάστε; Έχετε κάτι που να θυμάστε; Κά…ονομημένοι πιο μπροστά, απ’ τους πατεράδες τους τα ‘χαν βρει. Αναλόγως. Βέβαια, εκείνα. Τι έχουμε κι άλλο; Πες ό,τι είναι. Αυτά, πάνω-κάτω.
Μετάβαση στην απομαγνητοφώνηση[00:00:00]Λοιπόν, ξεκινάμε. Καλησπέρα σας.
Καλησπέρα.
Πώς ονομάζεστε;
Κουτσομήτρος Απόστολος.
Είναι Σάββατο 7 Μαΐου 2022, βρισκόμαστε στα Γρεβενά με τον κύριο Κουτσομήτρο Απόστολο. Εγώ είμαι ο Θανάσης Λέτσιος, είμαι ερευνητής στο Istorima και ξεκινάμε. Πού πήγατε σχολείο;
Σχολείο. Καταρχάς απ’ τα 4,5 χρόνια, 5, πήγα στον παιδικό σταθμό. Είχαμε τότε εκείνο τον καιρό. Καταρχάς είμαι το ‘44 γεννημένος, είμαι 79 χρονών. Πηγαίναμε στον παιδικό σταθμό που είναι εδώ στα Γρεβενά. Που ήταν το παλιό το ΚΤΕΛ, τώρα που έφυγε, απέναντι είχε παιδικό σταθμό. Με τις ποδιές πηγαίναμε εκείνο τον καιρό και τρώγαμε, γιατί ήμασταν τέσσερα παιδιά. Όσοι ήμασταν πολύτεκνοι μάς παίρναν εκεί. Λοιπόν, καθίσαμε πόσα χρόνια εκεί. Μετά αρχίσαμε πηγαίναμε στο σχολείο, είχα και η αδελφή μου η μεγαλύτερη μαζί. Καταρχάς τέσσερα αδέλφια, δυο παιδιά και δυο κορίτσια. Πηγαίναμε στο 1ο δημοτικό σχολείο. Ξεκινήσαμε πρώτη τάξη, δευτέρα, τρίτη, τετάρτη. Τρίτη έμεινα. Kαταρχάς έμεινα στην τρίτη τάξη, έμεινα δυο χρονιές γιατί δεν ήμαν καλός μαθητής. Πήγα την τετάρτη με το ζόρι και την πέμπτη. Την έκτη την έβγαλα νύχτα. Επειδή ήμασταν τέσσερα παιδιά και ο πατέρας μου δεν είχε λεφτά. Δούλευε στο δάσος με ένα τσεκούρι, ξύλα. Έκοβε ξύλα με το τσεκούρι. Μιάμιση δραχμή το φόρτωμα – τα 130 κιλά, οκάδες, να είναι τότε. Τι να βγάλει; Τέσσερα παιδιά, πού να μας μεγαλώσει;
Απ’ το σχολείο τι θυμάστε; Πώς ήταν;
Ναι, το σχολείο. Μετά από κει, απ’ το σχολείο, την έκτη τάξη την πήγα νύχτα. Τα καλοκαίρια και μετά το σχολείο. Το σχολείο που τελείωνε πηγαίναμε στα μανάβικα. Δούλευα μικρός εκεί στα μανάβικα. Με έστελνε ο ένας για δουλειές, με έστελνε ο άλλος. Με έδωναν μισή δραχμή. Πότε έτσι, πότε αλλιώς. Μετά από την έκτη τάξη δεν πήγα σχολείο, την παράτησα. Την παράτησα και πήγα μ’ ένα φορτηγό, έφυγα, από κάποιον Καραγιάννη. Καθόταν στη γειτονιά μας και είχε εκείνο τον καιρό ένα φορτηγό. Και έφυγα κρυφά απ’ το σπίτι και πήγαινα στην Άρτα για πορτοκάλια. Κάναμε μια βδομάδα να φορτώσουμε εκεί, από δω ψάχναν να με βρουν. Ο δάσκαλος απ’ το σχολείο έστειλε 200 δραχμές πρόστιμο γιατί δεν πήγαινα σχολείο. Καλούν τον πατέρα μου, πότε να ‘ρθει ο πατέρας μου απ’ το δάσος που έκοβαν τα ξύλα. Τον πηγαίνω εκεί πέρα, λέει: «Δεν έρχεται σχολείο. Δεν κάνει. 200 ευρώ» λέει. «Εγώ λεφτά δεν έχω, δουλεύω εργάτης. Κλείστε το μέσα. Λεφτά δεν έχει.» Πήγα στην έκτη τάξη. Έβγαλα την έκτη τάξη και μετά άρχισα να δουλεύω στα μανάβικα πέρα-δώθε. Μια από δω, μια από κει. Μια από δω, μια από κει. Δουλειές δεν είχε. Τα καλοκαίρια πηγαίναμε μετά το σχολείο, πηγαίναμε όλο στα ποτάμια. Κάναμε μπάνιο. Μετά το μπάνιο σαν παιδιά που ήμασταν φεύγαμε παρέες. Είχε όλο–, τότε δεν–, είχε μικρά σπίτια. Δεν είχε, όλο χαμηλά. Ο κόσμος είχε τότες κότες, γουρούνια, κουμάσια. Εμείς κλέβαμε μήλα. Κλέβαμε καμιά κατσαρόλα από κάνα γουρούνι να πάμε να την πουλήσουμε σ’ έναν. Να πάρουμε μια δραχμή, να πάρουμε άσπρο ψωμί εκείνο τον καιρό. Ένας φύλαγε, ο άλλος έκλεβε τα μήλα. Αυτή η δουλειά γινόταν. Όλα τα καλοκαίρια με τα παιδιά, παρέες. Τα βράδια παίζαμε άρματα. Κρυβόμασταν εδώ, κρυβόμασταν εκεί. Χίλια δυο πράματα. Μετά, ερχόταν οι Αποκριές. Μαζευόμασταν όλα τα παιδιά. Πηγαίναμε να πάρουμε, να μάσουμε πεύκα, τέτοιο, κέδρα. Πηγαίναμε στο δάσος, κόβαμε κέδρα, τα τραβούσαμε με τα σύρματα. Όλα τα χρόνια γινόταν αυτή η δουλειά. Μετά έχει εδώ ένα στρατόπεδο. Πηγαίναμε, κυνηγούσαμε σπουργίτια, με τα χιόνια εκεί όταν είχε σπουργίτια. Και μαζεύαμε παλιοσίδερα, κάτι κατσαρόλες αλουμινένιες πεταγμένες και τα πουλούσαμε σ’ αυτόν να πάρουμε καμιά δραχμή. Μόλις πήγα 14 χρονών –14 στα 15– με φωνάζει εδώ ένας γείτονας και πηγαίνω εισπράκτορας στα λεωφορεία. Μετά τα 15 χρόνια με φώναξαν εκεί. Μου λένε: «Επειδή είσαι καλό παιδί και γειτονιά εδώ, θέλεις να πας να δουλέψεις εισπράκτορας στο Στέργιο, σ’ ένα λεωφορείο;». Λέω: «Ναι». Ναι, αλλά εγώ ήμαν μικρός. Έπρεπε να ‘σαι απ’ τα 18 και απάνω. Τέλος πάντων, με έδωσαν ένα χαρτί αυτοί εκεί. Με κοντό παντελόνι εγώ, στα πράσινα τα λεωφορεία, τα 32άρια. Πήγα εκεί, κοντό παντελόνι. Με σταματάει η αστυνομία στην Κοζάνη εκεί. Δείχνω το χαρτί το πρόχειρο, με κοιτάει αυτός. «Πόσα χρόνια έχεις;» «18», έλεγα εγώ, όπως μου είπαν αυτοί. Τον δίνω και το χαρτί. Έλεγε 18 χρονών. Άρα δεν μπορούσε να με κάνει τίποτα, ενώ εγώ είχα 15. Δούλεψα εισπράκτορας μέχρι που να φύγω φαντάρος. Δούλευα εισπράκτορας. Λοιπόν, το 1964, μέχρι τότε δούλεψα. Απ’ το ‘59 μέχρι το ’64 εισπράκτορας. Το 1964 εκεί που δούλευα το λεωφορείο, ακούμε το ραδιόφωνο «μαζεύονται στρατιώτες», η κλάση. Χαρές εμείς, θα πάμε φαντάροι! Τ’ αφεντικό λέω: «Κοίταξε, μας είπαν -λέω- σειρά θα πάμε». «Αμάν», λέει. «Έτσι κι αλλιώς θα πας φαντάρος». Ήρθε η ώρα, αφού προηγουμένως περάσαμε περιοδεύων. Περάσαμε. Παίρνω το χαρτί, οδηγός-μηχανικός αρμάτων. Στα μεγάλα αυτά, 50 τόνους. Φεύγω φαντάρος. Χαρές από δω, να πάμε φαντάροι.
Ενότητα 2
Μια διήγηση της μητέρας από την Κατοχή και η επιβίωση στα παιδικά χρόνια
00:05:58 - 00:17:57
Πήγα φαντάρος στο Γουδί. Καθίσαμε τρεις μήνες εκεί, κάναμε εκπαίδευση και από κει Αλεξανδρούπολη. Και μόλις γύρισα μετά, αφού απολύθηκα... Ήμαν οδηγός-μηχανικός αρμάτων. Έχω κάνει πολλές, πάρα πολλές ασκήσεις με τ’ άρματα. Να στο λύσω και να στο δέσω όλο το άρμα, τα 50 τόνους, αυτά. Παρέλασα καταρχάς φαντάρος στον βασιλιά τον Κωνσταντίνο, τον παρουσίασα όπλα, με την Άννα Μαρία. Μας διάλεξαν στο στρατόπεδο. Και μετά στην Αλεξανδρούπολη. Γιόρταζε η Αλεξανδρούπολη, ήρθε και ο βασιλιάς εκεί. Επειδή είχα το διοικητικό το άρμα. Ξανά πάλι χαιρετούρα, το άρμα οδηγούσα. Εγώ είχα το διοικητή απάνω. Σταμάτησα με το άρμα, κατεβαίνω, χαιρετούρες και τέτοια. Φεύγουμε. Είχαμε και ιστορίες στο στρατό πέρα-δώθε. Ήμαν και εκπαιδευτής εγώ εκεί. Απολύομαι απ’ το στρατό, έρχομαι εδώ. Έρχομαι εδώ, δεν κάθομαι τρεις μήνες, γίνεται επιστράτευση. Μας ξαναφέρουν πάλι, πάλι φαντάροι. Καθόμαστε τρεις μήνες, τρεισήμισι. Πήγαμε στο εδώ, Καστοριά, Μανιάκι και από κει πήγαμε στο Αμύνταιο. Μας είχαν να φύγουμε για Κύπρο. Δεν φύγαμε για Κύπρο. Απολύθηκα μετά, ξαναγύρισα πάλι εδώ. Δουλειά δεν είχα μέχρι που να βρω. Φαντάρος. Έψαχνα τα χαρτιά να πάω στο δασαρχείο, δεν με παίρναν. Διότι προηγουμένως ο πατέρας μου πήγε στη Μακρόνησο. Δεν με παίρναν για δουλειά. Τα προσόντα εγώ, άλλον παίρναν. «Ωρε παιδιά, εγώ στο στρατό ήμαν εκπαιδευτικός, εγώ ήμαν...» Με έκαναν και βαθμοφόρο. Ο πατέρας κομμουνιστής. «Γιατί με–;» Τίποτα. Βέβαια, πήρα, ξαναψάχνομαι και στραγγίζω πάλι στα ΚΤΕΛ. Με παίρνουν οδηγό. Από εκεί έφυγα στα ΚΤΕΛ μετά το στρατό και πήγα–, μέχρι και σήμερα είμαι στα λεωφορεία. Αφού δούλεψα πόσα χρόνια, πήρα πρώτα το ταξί. Μετά αγόρασα το λεωφορείο με γραμμάτια, με χίλια δυο ζόρια. Μετά το δεύτερο. Και είμαι όπως σήμερα, αυτή η άκρα. Τώρα για τ’ άλλα τα χρόνια. Όπως μ’ έλεγε η μάνα μου, το ‘44 με τον πόλεμο που γεννήθηκα εγώ. Επειδή ήταν πόλεμος και ο πατέρας μου είχαμε ζώα, και πηγαινάμε να κρυφτούμε. «Πηγαινάμε, παιδί μου -λέει-, στο δρόμο εδώ για τις Φιλιππαίοι». Εγώ ήμαν μικρός. Ήταν κι άλλοι, γκυρατζήδες, γκυρατζήδες με τα ζώα. Να πάμε να κρυφτούμε να πάμε στα χωριά. Λένε οι γκυρατζήδες: «Μαριγούλα», λένε τη μάνα μου, «κοίτα, άμα κλάψει το παιδί θα το ρίξω στο ποτάμι, θα μας πιάσουν οι Γερμανοί». Δεν μιλάει η μάνα μου. Αυτά μου τα μολογάει η μάνα μου, γεγονότα. Πώς την πήραν και έρχεσαι, καβάλα στο μουλάρι η μάνα μου, στην αγκαλιά εμένα. Η αδερφή μου ήταν μεγαλύτερη, δεν έκλαιγε. Πώς σκοντάφτει το άλογο –μουλάρι, μουλάρια–, πώς σκοντάφτει το μουλάρι και αρχίζω εγώ: «άου!» «Ρίξτο στο ποτάμι». «Τι λέτε, ρε παιδιά;» λέει η μάνα μου. «Θα ρίξω εγώ το παιδί στο ποτάμι;» «Είχα λίγο ψωμί –λέει– στην τσέπα. Άρχισα να μουτσαλνώ και σ' το δωσα να ησυχάσεις. Και να σε κουνώ. Αυτοί να φωνάζουν», λέει. Όσο φώναζαν αυτοί: «Ρίξ' το, Μαριγούλα, στο ποτάμι», με έδωνε ψωμί λέει. «Και ζάρωξες και εφυγάμε από ένα μπλόκο -λέει- απάνω και εφυγάμε κατά το χωριό. Ακούς –λέει– μ’ έλεγαν να ρίξω το παιδί στο ποτάμι;» λέει η μάνα μου. «Πήγαμε –λέει– μετά απάνω στο χωριό. Δεν είχαμαν τίποτα. Τα χαράλια κατεβαζάμε. Το σπίτι εκεί το είχαν κάψει τότε οι Γερμανοί. Κοιμούμασταν όξω, έξω». Μετά από κει ήρθαμε εδώ. Κοιμόμασταν απάνω στον παππού τον Ματθαίο. Ήφτιαξαν ένα πρόχειρο κατάλυμα. Ο πατέρας μου, αφού σ’ είπα, ήταν εξορία. Αφού μετά ήταν εξορία, κοιμούμασταν εκεί στον παππού. Ήμασταν καταΐ στρωματσάδα όλοι. Νηστικοί– νηστικά ήμασταν όλα, τρώγαμε χώμα από καταγή. Ποιος θα μας ταΐσει; Κι από εκεί μετά ύστερα, μετά από κάμποσα χρόνια, αφού ο πατέρας μου γύρισε απ’ τη Μακρό[00:10:00]νησο, είχαν πάρει τα μουλάρια τότε. Ο παππούς ήταν στην Αμερική και είχε ‘ρθει, είχε λεφτά. Πήραν τα ζώα, ψόφησαν κάνα δυο ζώα και μετά έγινε σαμαράς ο πατέρας μου. Άνοιξε μαγαζί σαμαράδικο γιατί είχε όλο ζώα τότε. Κι εγώ πήγαινα τα καλοκαίρια και μάθαινα και έραβα. Γιατί γκιζερούσαμε στα ποτάμια και δεν μας άφηναν ύστερα. Με έπαιρνε κοντά. Είχα και ένα γομάρι και το γυρνούσα καβάλα, πήγαινα τάχα να γεμίσω νερό. Και πηγαινάμε στα χωριά. Έκανε σαμάρια ο πατέρας μου σε όλα τα χωριά, τα γύριζα τότε. Αφού γυρίζαμε–, τα καλοκαίρια γινόταν αυτή η δουλειά, όλα τα καλοκαίρια απ’ το σχολείο. Εμείς δεν σταματούσαμε, παίρναμε τα γομάρια με τα παιδιά η παρέα. πηγαίναμε κόβαμε ξύλα με τα γουμάρια. Τα φορτώναμε, φέρναμε στα σπίτια τότε για τις σόμπες. Κάθε μέρα αυτή η δουλειά γινόταν. Πηγαίναμε, γυρνούσαμε. Πηγαίναμε εκεί στην Τριβιά, που το λέμε. Πηγαίναμε στην Τριβιά, κόβαμε ξύλα, γυρνούσαμε μαζί με την παρέα. Μας έπιασε και ο αγροφύλακας τότε. «Δραγαταραίοι», που λέμε εμείς. Ο δραγάτης εκεί πήρε το καμτσίκι να μας βαραίνει. Είχαμε έναν Λευτέρη, πέθανε τις προάλλες κι αυτός. Λοιπόν, πήγε να χτυπήσει τον αγροφύλακα εκείνος με το ξύλο και τον έριξε κιόλας τον–. Εμείς ήμασταν τσοκαρία μεγάλη, πολλά παιδιά. Έφυγε αυτός, δεν είχε το όπλο τότε κρεμασμένο, ήρθε εδώ, έκανε ιστορία ολόκληρη να μας καλέσουν γιατί εκοβάμε ξύλα. Πώς θα ζεσταθούμε; Ερχόμασταν εδώ. Μετά τα ξύλα πηγαίναμε εδώ στο αγροκήπιο. Κάτω στον Αχίλλη, εδώ που είναι τώρα η νομαρχία κάτω, ήταν όλο άδειο. Εγώ που ήμαν εισπράκτορας έκανα βόλτες με το λεωφορείο εκεί. Λοιπόν, πηγαίναμε εκεί και είχε αγρόκτημα. Εκεί πηγαίναμε και κλέβαμε. Λοιπόν, χτυπούσαμε πέτρες, έπεφταν τα μήλα μέσα στις άκρες. Παίρναμε κάνα ξύλο μεγάλο, βάζαμε ένα καρφί, καρφώναμε το μήλο να το πάρουμε. Πώς να το τραβήξουμε; Ήμασταν και εμείς– είχαμε μυαλό τότε. Μας έκοβε, ας ήμασταν μικροί. Λοιπόν, και ήταν και ένας φύλακας –αν δεν κάνω λάθος– απ’ το Σπήλιο. Επειδή κάναμε μπάνιο και κουραζόμασταν, θέλαμε να φάμε. Να κλέψουμε, αφού δεν είχαμε. Αυτός ο φουκαράς πάλι μας έδωνε, μας φώναζε: «Ελάτε, ρε παιδιά, να σας δώσω». Αυτά που ‘πεφταν καταή, μας έδωνε κάνα μήλο ο ένας. Ο άλλος άμα μάς έβλεπε μάς κυνηγούσε. Και μια μέρα κλέψαμε πολλά και βάλαμε κόρφια εδώ και μας έπιασε κάποιος αγροφύλακας –απ’ το Σειρήνι, Βλέτσος– και μας πήγε στην Αγρονομία. Και μας λένε αυτοί: «Να ‘ρθουν οι πατεράδες εδώ να πληρώσουν για τα μήλα». Ποιοι πατεράδες; Δεν πήγε κανένας ντιπ. Τον δρόμο που πηγαινάμε αυτός με τ’ άλογο με το καμτσίκι να μας χτυπήσει. Εμείς κοιτούσαμε να φύγουμε. Αυτός με τ’ άλογο. Εμείς που να πάμε τώρα; Θα μας χτυπήσει. Δώστου-πάρτου, ριχνάμε κάνα μήλο να πέσει, να μην έχουμε πολλά γιατί εμείς ήμασταν λαίμαργοι. Τα πήραμε για που λες, μας πάει εκεί, λέει: «Να πληρώσουν οι πατεράδες». Είχε κάνει ένα χαρτί. Σηκωθήκαμε εφυγάμε εμείς. «Τον πούστη, να δούμε τώρα τι θα τον φτιάξουμε τον δραγάτη; Και αυτός μας πήγε–. Τι να κάνουμε;» Πάλι εδώ στο αγροκήπιο. Εδώ είχαμε στρατόπεδο πρώτα. Είχε όλο ζώα. Εδώ που είναι το νοσοκομείο, από πάνω μεριά, το στρατόπεδο είχε όλο ζώα. Τα ταΐζαν μπάλες άχυρο και τα σύρματα τα πέταζαν. Πηγαίναμε. Παίρναμε τα σύρματα, πλέκαμε κάνα δυο-τρία και βάζαμε από κει που περνούσε το δρόμο. Τα δενάμε στο δέντρο και στ’ άλλο το δέντρο. Και σκόνταψε τ’ άλογο και έπεσε κάτω ο αγροφύλακας. Τέτοια εφτιαχνάμε εκεί, γιατί μας πήγαινε κόντρα. Μικρά παιδιά ήμασταν. «Δώσε μας να φάμε ένα μήλο, ρε». Δεν φτάνει αυτό. Γιατί τότε όλο στα μπαχτσέδια εκλεβάμε. Δεν είχαμε, αφού νηστικά όλα. Επάνω τώρα που είναι ο Βασιλόπουλος, από κει πάνω είχαν αμπέλια. Ήταν όνομα και μη χωριό, να μη πω. Δεν ήξερε τι έχει εκεί απάνω. Μικρά παιδιά τώρα εμείς, πηγαίναμε εκεί. «Μπάρμπα, δώσε μας ένα μήλο, ένα σταφύλι». Μας τραβούσε τα μήλα και δεν μας τα ‘δωνε να φάμε. Και μας έβριζε: «Φύγετε τσογλάνια από δω! Θα σας γαμήσω τις μάνες». «Καλά», εμείς. Καμιά δεκαπενταριά μαντραχαλαίοι. Κάνουμε συμβούλιο: «Τι θα φτιάσουμε, παιδιά;» «Πέντε-έξι θα τον μιλάτε εδώ. Να κάνετε πως πηγαίνετε μέσα. Αυτός– θα τον απασχολήσουμε». Κι άλλοι πήγαμε απ’ την πίσω μεριά στ’ αμπέλι. Δεν είναι ότι δεν μας έδωσε να φάμε δυο τσαμπιά. Μπήκαμε μες στ’ αμπέλι, το ρημαξάμε όλο. Μετά από μέρες που το είδε αυτός εκεί. Αυτοί τον απασχολούσαν, εμείς εκλεβάμε πίσω, τα γκρεμούσαμε. Όχι να φάμε, τα σπαζάμε, τα γκρεμούσαμε με νεύρα. Γιατί παιδιά ήμασταν, μας κυνηγούσε, μας έβριζε τις μάνες. Πάει λέει τον αγροφύλακα πάλι αυτός. Έρχεται ο αγροφύλακας εκεί που κάναμε μπάνιο: «Ποιος πήγε απάνω;» «Κανένας. Που ξέρουμε; Μας έπιασες; Δεν πήγαμε». Δώστου-πάρτου, κι είχαμε όλο φασαρίες. Λοιπόν, με τα ποτάμια συνέχεια. Δεν είχαμε τίποτα άλλο. Τι ξέραμε στα Γρεβενά, ποια μηλιά βγάζει πρώτη, ποια κορομηλιά, δεν προλαβαίναν να φτάσουν τα φρούτα. Όλα άγουρα τα τρώγαμε. Όλα άγουρα, όλα άγουρα. Μετά, είχε το σινεμά, το ‘χει ο Μητσόπουλος εκεί. Στον Μητσόπουλο απ’ το σχολείο ακόμα πήγαινα και είχα εδώ μπροστά μια κάσα και πουλούσα μες στο σινεμά πασατέμπο, σπόρια. Να πάω να δω το έργο και να με δώσει ένα γκανταΐφι να φάω. Αυτή ήταν η αμοιβή μου. Λεφτά τίποτα στα χέρια, ντιπ. Παρεδωνάμε μέχρι μία–, παράδες ντιπ, μας έδωνε γκανταΐφι και ετρωγάμε. Για να μας βάλει σινεμά κρυφά. Αλλά προτού πάμε, επειδή είχε συνωστισμός τότε, σινεμά, να δουν τέτοια, τρυπωνάμε καμιά φορά και κρυφά μέσα. Εμπαινάμε και κρυφά. Πηγαίναμε στο πατάρι. Μαζευομάσταν. Τότε οι γειτονιές είχαν πολλά παιδιά. Τέσσερα εμείς, τέσσερα ο άλλος, τέσσερα άλλος, Παπανικολαΐδου. Τι δεν είχαμε; Μαζευόμασταν κάθε βράδυ, κάθε βράδυ; Λέγαμε παραμύθια. Λέγαμε τραγούδια, χίλια δυο. Ο καθένας έλεγε τα δικά του. «Πού θα πάμε αύριο;» «Πάμε στον τάδε οβιρό να κάνουμε μπάνιο». Το βράδυ: «Πού θα πάμε να κλέψουμε τ’ απόγευμα να πάμε να φάμε;»«Πάμε απάνω στο Ντουρούτη». Εκεί, τα ‘χαμε βάλει στάμπα εμείς πότε θα γίνουν. «Θα έγιναν». Όλο αυτά κάναμε. Όλα τα χρόνια, όλα τα χρόνια κάναμε αυτά. Τι να σε πω; Χίλια δυο πράματα. Που να;... Κι άλλα, κι άλλα. Τι να σε πω;
Είναι περιστατικά άλλα πού θυμάστε έντονα; Να έγινε κάτι όπως αυτό με τον αγροφύλακα;
Ε;
Είναι άλλα περιστατικά πού να τα θυμάστε έντονα;
Ε, ναι. Μετά πού πήγαμε; Επειδή ο πατέρας μου ήταν υλοτόμος, έκοβαν ξύλα στο δάσος, στον έμπορα. Και με ‘παιρναν κι εμένα για ενάμιση-δυο μήνες, εκεί που έκοβαν. Να σχολάσουν εκεί, με το γομάρι να τους κουβαλνώ νερό. Η αμοιβή μου ξέρεις τι θα ήταν; Ήταν συνεταιρισμός αυτοί, οχτώ άτομα. Τι μ’ έλεγαν; Με έπαιρναν ένα ζευγάρι παπούτσια λαστιχένια, τα λαστιχένια τα παπούτσια. Όλο το καλοκαίρι εκεί. Πάω εκεί, με λένε: «Κοίταξε–». Είχαμε δυο φούρκες. Βάζαμε το ξύλο στη μέση, τη φωτιά από κάτω. Όλο φασολάδα και ρύζι τρώγαμε. Τι; Πού κρέατα και τότε και τότε; Και μ’ έλεγαν: «Θα κοιτάς. Μη μας κάψεις τη φασολάδα. Γιατί αυτοί κόβουν ξύλα, θέλουν να φάνε». Λοιπόν κι εγώ, όπως ήταν οι φούρκες μακριά είχαν ξύλο στη μέση, το κακάδι. Να φάνε τόσα άτομα. Πάαινα εγώ έβαζα κάνα ξύλο κάτω και κοιτούσα. Και έπαιρνα το γομάρι και έκανα καμιά βόλτα εκεί. Τι να ‘κανα; Αυτήν η δουλειά ήταν. Τα καλοκαίρια εκεί και στα χωριά με τα σαμάρια. Πηγαίναμε εδώ.
Ενότητα 3
Εργασιακή περιπλάνηση στα εφηβικά χρόνια & επαγγελματίας οδηγός λεωφορείου
00:17:57 - 00:29:16
Μετά, τι να σε πω; Στο σχολείο; Τότε που χτύπησα τη δασκάλα και έφυγα; Χτύπησα τη δασκάλα και έφυγα απ’ την τετάρτη τάξη, ξέχασα να σε πω. Για αυτό έφυγα και δεν έβγαλα το σχολειό. Πήγα, γιατί μας έλεγε: «Γουρνοφιλιππιώτες» μάς ανέβαζε, «Γουρνοφιλιππιώτες» μάς κατέβαζε. Μας έστειλε να πάμε να μάσουμε τα ξύλα. Τότε είχαμε σόμπες στα σχολεία και κάθε παιδί έφερνε απ’ το σπίτι ένα ξύλο κάθε πρωί και το πηγαινάμε εκεί. Λοιπόν, άλλες φορές πηγαινάμε εμείς. Εδώ δεν είχαμε για τ’ εμάς, θα πηγαινάμε σχολειό; Όλη εκεί η παρέα: «Γουρνοφιλιππιώτες» εμάς, δεν μας χώνευε καθόλου. Με ρίχνει ξύλο μια μέρα. Άσε, μάς χτυπούσαν κάθε μέρα εκεί. Ο δάσκαλος, τα χέρια εδώ πρησμένα. Τραβιούμασταν και μας χτυπούσε στο καλάμι. Χτυπούσαν τότε οι δασκαλαίοι, δεν καταλάβαιναν τίποτα. Λοιπόν, χτυπώ και που λες, τη δασκάλα. Τη ρίχνω μια κλωτσιά, σηκώνομαι και φεύγω. Άιντε, αυτό ήταν. Δεν ξαναπήγα σχολειό. Τότε που έφυγα και πήγα στην Άρτα με τον Καραγιάννη, που ψάχναν να με βρουν τότε εδώ. Μετά μ’ έπαιρνε και πήγαινα στη Σαλονίκη κρυφά. Έψαχναν από δω να με βρουν. Πού να με βρουν εμένα; Εγώ απ’ τα 14 χρόνια, 12, ακόμα απ’ το σχολειό, προτού πάω στα λεωφορεία, είχα πάει στη Θεσσαλονίκη. Και πήγαινα ήξερα όλα τα Λαδάδικα και φορτωνάμε–, όλο παλιομπαράγκες εκεί μέσα. Πού να φορτώσουμε; Καθομάσταν πόσες μέρες. Κοιμούμαν στον μουσαμά. Μ’ έδωναν λίγο ψωμί, μικρός ήμαν. Κι εδώ, δίπλα εδώ στη γειτονιά ήταν το εργοστάσιο του Γιώτα εδώ. Εδώ στο εργοστάσιο του Γιώτα, δεν ήταν τα σπίτια αυτά εδώ κάτω. Τίποτα δεν είχε, όλο άπλα ήταν. Κι εμείς εδώ ένα χαμηλό σπίτι είχαμε, διώροφο εδώ. Καν’ τίποτα. Κι όπως είχε τα ξακρίδια, μαζευομάσταν τα παιδιά και πιάσαμε ποντίκια μικρά. Και τα βαλάμε σ’ ένα βαρέλι και εριξάμε πετρέλαιο και τα δωσάμε φωτιά. Κι αυτά άρχισαν να πετάγονται. Γυρίσαμε το βαρέλι και μπήκαν μες στα ξύλα, να πάρει φωτιά το εργοστάσιο του Γιώτα. Άντε έρχεται αυτός, ο Μενέλαος εδώ –πέθανε τώρα τις προάλλες– άντε παίρνει ένα ξύλο! Πού να πατήσουμε εδώ στη γειτονιά; Πού να πατήσουμε; Ερχομάσταν– [00:20:00]όλη μέρα ελειπάμε. Κοιτούσε να μας βαρέσει. Λοιπόν, εδώ τι άλλα, τι νταράλια έχουμε φτιάξει! Τι; Που; Τι να θυμηθείς τόσα χρόνια; Μετά, με τα λεωφορεία ύστερα. Εκεί πέρασα καλά με τα λεωφορεία. Τι; Όλα τα χρόνια αυτού.
Και πού πηγαίνατε δρομολόγια;
Με τα λεωφορεία; Με τα λεωφορεία το ‘80, το ‘79 πήρα το λεωφορείο, το ‘78-’79. Στο Καρπερό, κουβαλούσα το πρώτο γυμνάσιο που άνοιξε στο Καρπερό το κουβαλούσα εγώ. Είχε τότε 300 παιδιά. Πήγαινα πρωί-πρωί. Έμενα στην Κατάκαλη. Κατάκαλη, Τριφύλλι, Τρικοκκιά, Άνοιξη, τα μάζευα όλα. Εξήντα μέσα. Μετά πήγαινα Δήμητρα και Παλιουριά, ξεχωριστά, να τα προλάβω γιατί ένα λεωφορείο τότε. Δεν είχαμε δεύτερο. Που να τα μάσεις όλα τα παιδιά; Ήταν κι απ’ το Καρπερό πολλά παιδιά. Το Καρπερό ήταν μεγάλο. Τα μισά, τα παραπάνω ήταν από κει. Πήγαινα και που λες, τα φόρτωνα. Καμιά εκατόν τόσα παιδιά έφερνα εγώ. Τα άλλα ήταν από κει. Έκατσα έξι χρόνια. Έξι χρόνια έκατσα εκεί κάτω με τα λεωφορεία. Έξι χρόνια έμεινα εκεί. Μετά έβαλα οδηγό. Πήρα και τ’ άλλο. Μετά από κει, πήραμε πιο καλύτερα λεωφορεία ύστερα και έκανα συνέχεια εκδρομές. Όλη την Ελλάδα, δεν υπάρχει μέρος απερπάτητο. Τα μικρά τα νησιά δεν πήγα μόνο. Τα άλλα συνέχεια. Όλα τα νησιά, όλη την Ελλάδα, ό,τι τα αξιοθέατα και ό,τι μοναστήρι υπάρχει, τα ‘χουμε πάει όλα με τον κόσμο. Τότε είχε δουλειά πολλή. Είχα πάρει και το πρώτο διώροφο. Δεν είχαν εδώ, ούτε Κοζάνη ούτε Λάρισα, δεν είχαν. Το είχα πάρει εγώ. Μετά δούλευα πολύ εξωτερικό. Από δω Ιταλία, Γερμανία, από δω, Γιουγκοσλαβία, από δω τέτοιο, Ουγγαρία. Άσε Βέλγιο, Γαλλία, αυτά τα έχω γυρίσει όλα. Δεν υπάρχει μέρος και κράτος απερπάτητο απ’ αυτά όλα. Από δω πάλι Βουλγαρίες, Ρουμανίες, Ουγγαρία απάνω, από μια άκρα μέχρι την άλλη. Ωραία είναι κι έξω. Πολύ ωραία, παρά πολύ ωραία. Όποιος ταξιδεύει έξω είναι ωραία. Μετά από κει, βγήκαμε στη σύνταξη. Γυρνάμε, τώρα δεν έχουμε δουλειά και καθυστερούμε τους βιαστικούς, λέμε καμιά ιστορία. Μας λέει ο άλλος: «Πώς πέρασες;» «Τι να περάσω; Πού δεν γύρισα; Τι να σας πω;» λέω. Ιστορίες! Πού! Στη Γερμανία πήγαινα και με το ταξί, στη Γερμανία. Με πήραν και μέσα κάνα-δυο φορές εκεί, βέβαια. Ζητούσαν στοιχεία και δεν είχα τα χαρτιά μαζί μου. Με παίρναν συνοδεία να πάνε να τα βρουν, αλλά δεν έχεις πρόβλημα. Γιατί μ’ έλεγε ο πατέρας μου: «Παιδί μου, τους χωροφύλακες να μην τους φοβάσαι. Όπου θα σε παν θα σ’ αφήσουν. Τους παπάδες να φοβάσαι μην σε πάρουν, δεν γυρνάς». Και το ‘χα πιάσει εγώ μέσα με το μυαλό μου αυτό. Τι άλλο; Τότε μικρά παιδιά, πού παράδες; Η θεια μου –ζάει ακόμα, έχει 90 χρόνια– αυτή τότε ήταν κομμώτρια. Εμείς ήμασταν μικρά, αυτή δούλευε. Μια δραχμή τότε το κούρεμα, τότε ήταν φτηνά. Αυτή μάς έδωνε μισή δραχμή και επαιρνάμε μια χούφτα καραμέλες με μισή δραχμή, και τις μοιραζάμε όλη η παρέα. Μισή δραχμή και που λες, μια χούφτα καραμέλες επαιρνάμε τότε. Πού είναι τώρα του Ζηκόπουλου ο φούρνος; Εκεί στην ανηφόρα είχε ένα περίπτερο. Το είχε ένας Καρανάσιος, αν δεν κάνω λάθος. Λοιπόν, με την παρέα που ήμασταν εδώ, η τσοκαρία, όλοι κάπνιζαν τσιγάρα. Μια δραχμή, έπαιρναν είκοσι τσιγάρα χύμα, από κούτα. Και πηγαίναμε εδώ στο αγροκήπιο κάτω, αυτό το αγρόκτημα, σου λέω, και κάπνιζαν τσιγάρα αυτοί. Εγώ δεν έχω βάλει τσιγάρο στο στόμα. Όλη η παρέα κάπνιζε, ο μόνος δεν κάπνιζα. Ούτε το έβαλα στο στόμα μέχρι σήμερα, με πειράζει ο καπνός. Λοιπόν, πηγαίναμε τώρα–. Ο ένας ο πατέρας του είχε καφενείο. Αυτός έπαιρνε, τον έδωνε καμιά δραχμή. Με μισή δραχμή ήπινες τον καφέ τότε. Λοιπόν, τον έδωνε κάνα μισή δραχμή, πάαιναν για τσιγάρα. Πήγαινα κι εγώ παρέα, αλλά δεν κάπνιζα. «Όχι, θα καπνίσεις». Λέω: «Δεν μπορώ. Με πειράζει», από τότε. «Θα μας δει κάνας. Θα μας χτυπήσει η δασκάλα». Τίποτα. Και πηγαίναμε εδώ κάτω, όλο στο αγροκήπιο. Αυτού τη βγάζαμε. Είκοσι τσιγάρα χύμα, μια δραχμή. Έδωνες δραχμή. Τότε είχαν καραμέλες, ζαχαράτα στα βάζα. Πααινάμε εκεί σ’ αυτόν, το περίπτερο τα ‘χε τότε αυτά όλα εκεί. Τι μας έδωνε; Μετά είχαμε ποδηλατάδικα εδώ. Είχαν ανοίξει ποδηλατάδικα. Ήταν ένας κάποιος Ακριτίδης και ο Δρουδάκης. Ακόμα ζάει αυτός. Μάλλον πέθανε τώρα, από πέρυσι. Μεγάλος κι αυτός, στα 100 κόντεψε. Αυτοί ήταν ποδηλατάδες και πήγαινα εγώ βοηθούσα και το βράδυ με έδωναν ποδήλατο να κάνω βόλτες. Η αμοιβή αυτήν ήταν. Λεφτά δεν έπαιρνα, δεν μας έδωναν λεφτά. Προτού πάω στα λεωφορεία γινόταν αυτή η δουλειά. Στα ‘πα ανάποδα ξεκίνησα, γιατί έτσι μ’ έρχονται. Λοιπόν, και τα ποδήλατα τα νοικιάζαν τότε. Είχαν δευτέρι ποιος το παίρνει, τι ώρα το παίρνει, έγραφε και την ώρα. Να το φέρει στην ώρα του, ναι. Πόσο είχε; Μια δραχμή. Όσοι είχαν παράδες έπαιρναν. Άλλος έπεφτε. Τότε να μάθουν κιόλας, για! Δεν ήξεραν. Εγώ εκεί. Ήμαν αετός. Μετά πήρε και μηχανάκια αυτός. Αφού ξεγλαρωσάμε, λέω: «Θα κάνω και με το μηχανάκι», το ποδήλατο σούζες έκανα. Πήραμε και μηχανάκια τότε, κάτι Sachs. Πήρα και πήγα να κάνω και ακροβατικά. Εδώ στου Κατή το πηγάδι, πηγαινάμε στον ανήφορο εκεί. Πήγα να σηκωθώ όρθιος και έπεσα κάτω, στράβωσα τιμόνια. Τώρα πώς θα το φέρω εκεί; Πήρε μπρος, τραβάω, το ‘φερα. Λέω: «Αλέκο, έτσι κι έτσι. Έπεσα», λέω. «Δεν σ’ είπα εγώ;» λέει αυτός. Άρχισε να λέει, δεν με μάλωσε. Αφού με μάλωσε, το ‘φτιασε. Μάστορας ήταν. Πάλι εγώ, και ποδήλατο με έδωνε το βράδυ. Το βράδυ μ’ έδωνε ποδήλατο εκεί. Μετά, κάμποσο καιρό κι εκεί, και στα μανάβικα. Στα μανάβικα έκανα πολύ καιρό εκεί. Στα μανάβικα–
Είχε μεγάλα μανάβικα εδώ τότε;
Μπαράγκες όλο είχε. Εδώ που είναι το δημαρχείο, γύρω-γύρω εδώ μπροστά είχε μπαράγκες. Ο καθένας είχε τη δικιά του. Τα σκεπαζάμε όλο με κουβέρτες τα ζαρζαβατικά που είχαν εκεί. Μήλα, πορτοκάλια, χαμπάρια. Ήταν τουλάχιστον τριάντα μανάβικα, ήταν πολλά. Εμένα μ’ έστελναν τα πράγματα στο σπίτι. Είχα ένα μόνιμο, απ’ όλους τους μανάβηδες αυτός με φέρθηκε καλά. Κάποιος Τάσος, Τάσος Μπουκλάς. Λοιπόν, το είχαμε μισή δραχμή το δρομολόγιο. Έρχονταν ένας–. Ψώνιζαν, τότε που είχαμε στρατό εδώ, οι αξιωματικοί που έμεναν, είχαμε πολύ στρατό. Είχα μάθει τα σπίτια και πήγαινα τα πράγματα στα σπίτια. Χτυπούσα το κουδούνι, τα άφηνα, έφευγα. Τραβούσαμε μια γραμμή. Τα δρομολόγια που πήγα, μισή δραχμή. Πόσα πήγα σήμερα; Δέκα, δώδεκα; Έξι δραχμές. Με έδωνε δραχμές. Τότε γινόταν το Σάββατο το παζάρι και δώθε. Κάθε Σάββατο και μόλις σχολνούσα το βράδυ με γέμιζε κι εμένα δυο σακούλες για το σπίτι. Ο μόνος. Όλοι οι άλλοι δεν έδωναν τίποτα και μ’ έβγαζαν την Παναγία όλη μέρα. Για αυτό έφυγα απ’ τους άλλους και πήγα σ’ αυτόν. Αυτός με φέρθηκε πιο ωραία απ’ όλους. Και μετά έκανα και ένα φεγγάρι πάλι στους μανάβηδες εκεί, σε κάποιο Βραχνιάρη Γιάννη. Κι εκείνος κύριος. Κι εκείνος κύριος. Πήγα πρόχειρα οδηγός ώσπου να πάω στο λεωφορείο τότε που απολύθηκα, ήταν οι μέρες εκεί. Είχε έναν οδηγό ήθελε να φύγει. Και πήγαινα στην Άρτα πάλι για πορτοκάλια, χαμπάρια, φόρτωνα-ξεφόρτωνα. Εγώ τώρα νέος ήμαν, ντρέπομαν. «Τι θα φας;» «Φασολάδα» «Τι;» λέει. «Φέρε κρέας στο παιδί, σαλάτα, φέρ’ το και φέτα τυρί», εκείνος. Εγώ ντρέπομαν. Αλλά κι αυτός! Αυτοί οι δυο ήταν οι πιο κύριοι από μέσα απ’ τη μαναβική που έκανα πολλά χρόνια, από πιτσιρικάς απ’ το σχολειό. Σου λέω απ’ την τετάρτη τάξη όλο στα μανάβικα ήμαν. Τι άλλο; Τι άλλο;
Θεσσαλονίκη που είπατε γυρνούσατε πολύ στα μανάβικα, εκεί πώς πήγατε;
Στα μανάβικα; Πήγαμε εκεί, αφού ζητούσαν αυτοί παιδιά να κάνουν καμιά δουλειά. Ε, ναι.
Σας βρήκαν εδώ και σας είπαν να πάτε;
Όχι, εμείς πηγαίναμε εκεί, ρε. Φέρναμε γύρω να κλέψουμε. Αφού μας έβλεπαν αυτοί, επαιρνάμε κάνα μήλο σάπιο. Το δαγκωνάμε το καλό, το άλλο το πεταζάμε. «Έλα, πιάσε μια δουλειά εδώ. Έλα μάσε τα τελάρα». Εδενάμε τελάρα τότε ντάνες. Ξύλινα ήταν. Επαιρνάμε σύρματα και τα δενάμε. Μας έδωναν πότε καμιά μισή δραχμή ο ένας, πότε ο άλλος. Τότε έτσι ήταν, δεν είχαν ο κόσμος. Δεκάρες και εικοσάλεπτα είχε και ψώνιζαν. Βέβαια, δεκάρες και εικοσάλεπτα. Μετά εδώ στη γειτονιά μας, είχαμε μεγάλη γειτονιά εδώ. Εδώ ήταν η μεγαλύτερη γειτονιά. Και κάναμε και τον μεγαλύτερο φανό τότε, εκείνο τον καιρό. Μαζευάμε τέτοιο, κέδρα. Μαζεύαμε κέδρα, τα πηγαίναμε κάτω. Κοίταξε, τότε περάσαμε δύσκολα εμείς, δύσκολα. Όλα τα Γρεβενά εδώ είχαν κότες, γουρούνια μες στα σπίτια, τα κουμάσια. Εγώ, είχα κουμάσι. Η μάνα μου εδώ και είχαμε γουρούνα από κάτω. Και εβγαζάμε τρία τενεκέδια λίγδα. Λίγδα τρία τενεκέδια, να φάμε όλο το χειμώνα. Πώς θα ετρωγάμε; Απ’ τη μια χρονιά στην άλλη μάς έφτανε η λίγδα. Πού να φάμε λάδι; Από πού; Με τι παράδες; Μην κοιτάς σήμερα. Τι άλλο;
Ενότητα 4
Κινηματογραφιστής στα χρόνια της Χούντας – Ταξίδια στο εξωτερικό οδηγώντας λεωφορείο και ταξί
00:29:16 - 00:36:58
Είπατε ήσασταν μεγάλη οικογένεια, πολλά αδέλφια.
Εμείς, τέσσερα. Τέσσερα. Μετά από φαντάρος που απολύθηκα, αγόρασα μια μηχανή κινηματογραφική. Έκανα και κινηματογραφιστής. Έκανα κάνα τετράμηνο-πέντε μήνες. Τα παράτησα και πήγα στα λεωφορεία ύστερα. Τότε που απολύθηκα από φαντάρος, ώσπου να αυτό... Ήταν εδώ, κάποιος Περικλής εδώ, την είχαν αυτοί και μαζί δεν ήθελαν, και πήγα την αγόρασα εγώ. Και αγόρασα τότε και–. Ήταν φτηνοδουλειά τότε, την πήρα και πήγαινα κι έπαιζα σινεμά στα χωριά. Είχα πάρει και ένα τζιπάκι. Είχα μια γεννήτρια, δεν είχαν φώτα τα χωριά. Όχι, φώτα δεν είχαν τα[00:30:00] χωριά όταν έπαιζα εγώ κινηματογράφο. Έπαιρνα τη γεννήτρια, την έβαζα μπρος. Ο Αϊ-Γιώργης δεν είχε ρεύμα, Κιβωτό δεν είχαν ρεύμα. Όλα με τη γεννήτρια εγώ. Μέχρι Σαμαρίνα πήγα και έπαιζα έργα. Σ’ όλα τα χωριά εδώ στα Γρεβενά πηγαινάμε, κράτησε τέσσερις-πέντε μήνες. Είχα βγάλει άδεια, ήταν με τη δικτατορία τότε. Με τη δικτατορία ήταν, ναι. Με τη δικτατορία και πήγα. Παίξαμε ένα βράδυ... Άσε, ένα βράδυ εδώ στον Αϊ-Γιώργη κάψαμε τη μηχανή. Δεν είχαμε λεφτά να πάμε να πάρουμε. Πήγαμε σ’ αυτόν στον Κώβο στην Κοζάνη. Τον λέω: «Κοίταξε, κύριε Γιώργο», λέω, «κάηκε η μηχανή», λέω. «Λεφτά δεν δουλέψαμε». Δουλευάμε κι εμείς. Πέντε δραχμές το είχαμε το εισιτήριο τότε. Πέντε δραχμές. Η μηχανή ήταν ακριβή, ήταν γεννήτρια. Λέω: «Δεν έχουμε. Κάνα 150€, ξέρω ‘γω». Έκανε πολλά λεφτά η μηχανή. Λέει: «Επειδή είσαι καλό παιδί, σ’ έδωσα και την άλλη. Θα σε δώσω και όποτε έχεις λεφτά –λέει– θα με τα στέλνεις». Μας φέρθηκε εντάξει, ακόμα καλύτερα εμείς. Μας έδωσε μηχανή πήγαμε στο χωριό να παίξουμε. Εμασάμε την ταινία ανάποδα, έδειχνε τα κεφάλια κάτω, τα ποδάρια απάνω. «Ω μπο!» φώναζαν αυτοί: «Ουουου!». Ξανά τη γυρνάμε, τα ίδια. Είχαμε και μικρόφωνο συνδεδεμένο. Λέμε: «Κοιτάξτε. Θα ‘ρθουμε αύριο γιατί επαθάμε ζημιά». Τι ζημιά; Δεν μπορούσαμε να γυρίσουμε την ταινία. Εφυγάμε, δεν πήγαμε την άλλη βραδιά. Είπαμε: «Την άλλη εβδομάδα θα ‘ρθουμε». Μετά εφευγάμε, πηγαινάμε εδώ κάτω στα Χάσια. Στα Χάσια μαζεύονταν πολύς κόσμος. Εκεί οικονομούσαμε παράδες. 200€, ξέρεις τι ήταν; 200 δραχμές και τέτοια, ή 400. Από ένα τάλιρο. Δεν έρχονταν κι ο κόσμος, δεν είχαν. Τότε είχαμε το τζιπάκι. Είχα και κάποιο Σάκη από δω, παρέα ήμασταν. Πηγαίναμε οι δυο μας. Δουλεψάμε τα δυο τα χωριά, δουλεψάμε καλά. Και λέμε: «Δεν πάμε στα Τρίκαλα, στα μπουζούκια;» Είχε μπουζούκια εκείνο τον καιρό, «Αλεπού». Δικτατορία, δεν μας έκοψε και εμάς. Πάμε εκεί, νέκρα τα Τρίκαλα. Πέρα-δώθε με το τζιπάκι εμείς, πάμε στο μπουζουξίδικο έξω απ’ τα Τρίκαλα. Κλειστό, όλα κλειστά, ψυχή μέσα δεν υπήρχε. «Ρε γαμώτο, τέτοια ώρα;» Έβλεπαν αυτοί τζιπάκι και νόμιζαν–. Έκανε ο στρατός, έκανε περιπολίες απ’ τα δικά του. Μας κάνουν μπλόκο. «Τι;» λέει. «Πέρα-δώθε εδώ. Τι είστε;» «Κινηματογραφιστές». «Έχετε άδεια;» «Έχουμε. Να και η άδεια». «Και πού πάτε πέρα-δώθε;» Γιατί μας είδαν αυτοί, μήπως βρούμε κάνα ανοιχτό να πάμε. Που να βρεις; Λέμε: «Ψάχνουμε ξενοδοχείο να κοιμηθούμε». Ψέματα. «Ξενοδοχείο;» «Ναι» «Ελάτε εδώ», λέει. Αλλά προτού μάς πάει στο ξενοδοχείο, μάς πήρε την άδεια: «Κινηματογραφισταί; Μήπως έχετε αντικυβερνητικό περιεχόμενο; Κάνουμε σαμποτάζ τη δικτατορία;» «Όχι –λέμε– γράφει το κουτί. Η άδεια». Λέει: «Πάμε να προβάλλουμε την ταινία». «Να πάμε. Δεν έχουμε πρόβλημα», λέμε. Μας κοιτάνε αυτοί εκεί. Ήταν και ΕΣΑτζήδες και αξιωματικός. Λέμε: «Πάμε». «Τι θέλετε εδώ;» «Να, ήρθαμε να κοιμηθούμε. Παίξαμε στο χωριό, κουραστήκαμε. Ήμασταν απάνω -λέμε- και ήρθαμε εδώ να πάμε να κοιμηθούμε». «Ελάτε στο ξενοδοχείο». Κάθεται στο αμάξι, κατεβαίνω εγώ, σταματάμε. Πάμε απέναντι στο ξενοδοχείο, λέω: «Θέλουμε ένα δωμάτιο να κοιμηθούμε δυο. Πόσα λεφτά το ‘χεις;» Μας είπε αυτός τιμή. «Δεν έχουμε ούτε τα μισά και πιο λίγα -λέω- γιατί δεν δουλεψάμε. Είμαστε κινηματογραφισταί». Γυρνώ, λέει: «Τι έγινε;» «Ρε παιδιά, ζητάει ακριβά», λέω. «Θα φύγουμε να πάμε πάλι για τα Γρεβενά», λέω. «Θα φύγουμε, είναι και ακριβά», λέω. «Εμείς δεν δουλέψαμε». Σηκωνόμαστε και που λες, με το Σάκη, ερχόμαστε εδώ τα χαράματα. Ρίχνουμε ύπνους, σηκωνόμαστε την άλλη μέρα. Του λέω: «Τι τα θελάμε και πηγαινάμε κάτω;» Τι ιστορίες! Ιστορίες εδώ... Τι να πρωτοθυμηθείς; Τι; Τι; Τι; Τι να πρωτοθυμηθώ, έτσι; Απ’ το λεωφορείο, τα μοναστήρια, το ένα, το άλλο, τι να πω; Τι να σε πω;
Είπατε πριν ότι το εξωτερικό ήταν πάρα πολύ ωραία. Γυρίσατε παντού.
Ναι.
Ποια χώρα σάς έκανε έτσι, παραπάνω εντύπωση; Ποια σας φάνηκε πιο ωραία;
Όλα ωραιότατα. Και στην Ουγγαρία, και στην Ρουμανία. Στη Ρουμανία είναι πάρα πολύ ωραία, Ρουμανία. Μετά εδώ η Βουλγαρία είναι απάνω, στη Βάρνα απάνω, στολίδι. Στολίδι. Η Ιταλία την έχω γυρίσει, ωραιότατα. Τι; Όπου να πας είναι το κάτι άλλο. Το κάτι άλλο!
Είναι κανένα ταξίδι έτσι, που να σας έμεινε; Να ήταν... να θυμάστε περισσότερο;
Όλη τη Γερμανία την έχω γυρίσει από άκρα ως άκρα. Τι να πω; Τα γκιζέρια όλη νύχτα, τα ξενυχτάδικα και τα χαμπάρια και... Από εκείνον τον καιρό. Βέβαια, έχει πολύ πράμα. Είναι, είναι ωραία, είναι ωραία. Όντως, την Γερμανία απ’ την μιαν άκρα μέχρι την άλλη. Δεν–, όλη, τα πάντα όλα. Ρουμανίες, Ουγγαρίες, Βουλγαρίες.
Εκεί τι κάνατε;
Μέχρι Δαλματικές Ακτές απάνω, μέχρι εδώ στο Κόσοβο τώρα και τα χαμπέρια όλα, τα πάντα.
Βγαίνατε σε κέντρα εκεί; Τι κάνατε;
Ποια;
Εκεί βγαίνατε σε κέντρα, λέω, τι κάνατε;
Βγαίναμε. Πάντα και με τα γκρουπ πηγαίναμε σε κέντρο το βράδυ. Παίζαν ελληνικά τραγούδια παντού, ρε. Παντού τραγούδια ελληνικά. Παντού τραγούδια ελληνικά. Πήγαινες στη Ρουμανία, έβρισκες και Έλληνες παντού. Όπου πηγαίνες. Στο τελευταίο χωριό να πας, σε όλο τον κόσμο, θα βρεις κάπου ελληνικό στοιχείο. Ο Έλληνας είναι δαιμόνιος. Πάω στη Γερμανία σ’ ένα χωριό, ένα μικρό έτσι, ωραιότατο. Μέχρι εκεί βρήκα Έλληνα. Καλά ρε, δεν υπάρχει! Στο τελευταίο χωριό θα βρεις κάποιον Έλληνα. Όπως είναι οι Αλβανοί εδώ, έχουμε έναν στους Φιλιππαίους, Αλβανός. Στη Σαμαρίνα είναι δυο, στη Σμίξη ένας. Έτσι κι εμείς, είναι δαιμόνιο αυτό. Όλο Έλληνες παντού. Πες μου, αν θυμάμαι τίποτα να σε πω.
Ναι. Το ταξί πότε το πήρατε; Πού κάνατε τα πρώτα δρομολόγια;
Το ταξί δεν μπορώ... δεν μπόρεσα να... δεν μπορώ να θυμηθώ το πρώτο δρομολόγιο. Με το ταξί το πρώτο δρομολόγιο δεν θυμάμαι. Πήγα το πήρα καινούργιο απ’ την Κοζάνη. Απ’ την Κοζάνη ήρθα εδώ. Δεν μπορώ να θυμηθώ, αλλά με το ταξί πήγαινα δρομολόγια Γερμανία κάθε βδομάδα. Παρόλο είχα τα λεωφορεία εδώ, είχα πάρει και το ταξί και δούλευα με το ταξί. Δεν είχε δουλειά τα λεωφορεία πάντα. Μετά τους μαθητές σταματήσαμε. Ναι, δεν–, το ένα είχα τον οδηγό. Το άλλο δεν είχε πουθενά. Και να χρειάζονταν πήγαινε εκείνο. Πήγαινα κάθε εβδομάδα Γερμανία και γύριζα με το ταξί μέσω Γιουγκοσλαβίας. Πότε πήγαινα από δω, απ’ τη Νίκη.
Κουβαλούσατε κόσμο;
Κόσμο, ναι. Έπαιρνα κάθε φορά τέσσερα άτομα. Τέσσερα. Και εκεί είχα στέκι στη Στουτγκάρδη. Είχα και τα ελληνικά τα καφενεία. Ξέραν αυτοί που πηγαίνω και ερχόταν. Προτιμούσαν καλύτερα με το ταξί με εμένα παρά με τα τρένα, γιατί κλέβαν εκείνο τον καιρό, κάνανε τα τρένα. Και ερχομάσταν με το αυτοκίνητο. Μέσω Αυστρίας, περνούσα όλη την Αυστρία. Όλη τη Γιουγκοσλαβία, Αυστρία.
Είπατε ότι στο σχολείο ήτανε πάρα πολύ αυστηροί οι δάσκαλοι.
Πάρα πολύ.
Απ’ αυτό τι θυμάστε; Σας δέρναν συχνά;
Τι θυμάμαι; Το ξύλο που φάγαμε; Τι να θυμηθώ; Αυτήν δεν ήξερε γράμματα. Από τη Ρουμανία, Ρουμάνοι ήταν. Αλλά ήξερε λίγο παραπάνω και την είχαν βάλει δασκάλα τότε αυτή. Ξύλο! Αυτήν τότε έδειρα και έφυγα απ’ το σχολειό. Μετά είχαμε το δάσκαλο απ’ το Σπήλιο. Εκείνος να δεις βάρεμα που έκανε με την βέργα. Κρανίσιες έπαιρνε, τις έδωνε παραγγελία. Καλή ήταν μια κυρία Δάρρα και ένας δάσκαλος Σαμαράς. Έμενε εδώ στα Αλώνια. Στα Αλώνια είχε δυο αδερφές. Αυτός ήταν–, δεν μας χτυπούσε. Αυτός δεν έβαλε χέρι σε μας. Μόνο μας έλεγε με τρόπους καλούς. Οι άλλοι! Είχαμε και του χαρπάλα. Φτούσε στο αμμοδοχείο μέσα: «χπου». Και μας έλεγε να φτιάξουμε τι φτιάνουν εκεί, το αμμοδοχείο. Δεν πήγαινε κανένας. Όποιον έστελνε, άνοιγε την πόρτα. Αντί να πάει εκεί, έφευγε απ’ το σχολείο. Χτυπούσε κι εκείνος. Χτυπούσε.
Είπατε τα Γρεβενά τότε ήτανε πολύ διαφορετικά. Είχαν και πιο λίγο κόσμο, μονοκατοικίες. Πώς ήταν; Πώς τα θυμάστε τότε;
Κοίταξε, όλο χαμηλά σπίτια. Όλο χαμηλά σπίτια. Διώροφο δεν υπήρχε, κανένας που είχε λεφτά. Όλοι μονοκατοικίες. Εμείς εδώ φτιάξαμε τότε πρόχειρα μια μπαράγκα και κοιμόμασταν και τα τέσσερα. Και τα κορίτσια και τα–. Και οι αδελφές μου και εμείς κοιμόμασταν όλοι μαζί στρωματσάδα καταή. Όλοι μαζί, με σειρά, φάλαγγα. Δεν είχαμε. Σιγά-σιγά, σιγά-σιγά, σιγά-σιγά, εφτιασάμε λίγο. Τότε δεν υπήρχαν τούβλα, όλο με πέτρα τα σπίτια. Όλο πέτρινο το ‘χα κι εγώ, είχαμε φτιάσει όλο πέτρινο. Δυο δωμάτια, ένα σαλονάκι, έτσι ξεκινήσαν όλοι εδώ. Και όταν πήραμε το οικόπεδο ο πατέρας μου εδώ, εδώ κάτω δεν υπήρχαν σπίτια. Όχι, καθόλου. Τίποτα, ντιπ, καθόλου. Τίποτα. Εντελώς καθόλου. Δεν είχε σπίτια. Αυτές τις πολυκατοικίες απάνω εδώ, τίποτα. Εδώ επαιζάμε κρυφτό. Εβαζάμε τα αυτοκίνητα, βγάναμε, τίποτα. Αναβάμε το φανό εδώ, δεν είχε τίποτα. Όλα ήταν χαμηλά. Δεν υπήρχε σπίτι μεγάλο. Μετά, πού; Στο μύλο του Βούλγαρη κάτω. Είχαμε νερόμυλο εδώ, ο μύλος του Βούλγαρη, που λένε. Κάτω, εκεί που ήταν το αγροκήπιο είχε νερόμυλο που γυρνούσε, έφτιανε αλεύρι. Κάποιος Ανδρουλάκης εκεί είχε το κτήμα και τραβούσαμε κι εκεί πέτρες και έπεφταν τα μήλα στο νερό, στην–, και πηγαινάμε στην καρούτα να τα μάσουμε εμείς. Και πήγε ένας κι έπεσε μέσα. Ευτυχώς προλαβάμε και τον τραβήξαμε. Θα τον έπαιρνε η καρούτα μέσα. Αφού εκλεβάμε μήλα, δεν είχαμε να φάμε. Στα ποτάμια, ο μύλος του Βούλγαρη ο ξακουστός. Ακόμα υπάρχουν τα ερείπια εκεί. Άμα πας υπάρχουν τα ερείπια απ’ τον μύλο, ακόμα.
Είπατε πριν ότι στη γειτονιά εδώ κάνατε τον καλύτερο φανό;
Ναι.
Απ’ το φανό τότε τι θυμάστε; Πώς ήταν εδώ; Τι κάνατε;
Απ’ το φανό;[00:40:00] Επειδή συναγωνιζόμασταν οι γειτονιές ποιος θα κάνει τον μεγαλύτερο και τον καλύτερο φανό μαζευομάσταν όλοι και πηγαινάμε και κουβαλούσαμε κέδρα. Πηγαίναμε εδώ απ’ το Σειρήνι πίσω μεριά. Κόβαμε τα κέδρα και τα κουβαλνούσαμε. Φτιάναμε, μιλάμε για πολύ πράμα. Τα πρώτα χρόνια κάναμε εμείς. Μετά πρώτος, ο μεγαλύτερος φανός που κρατούσε ήταν στο Βαρόσι απάνω. Οι Ρομά, τα γυφτούλια. Εκεί απάνω γινόταν ο καλύτερος φανός μετά. Πήγαιναν όλοι εκεί απάνω. Αλλά παλιά, πιο μπροστά, ήμασταν εμείς εδώ. Ο Μεράς εδώ και μετά τα Αλώνια, ύστερα έγινε απάνω. Αλλά μαζευόμασταν όλα τα παιδιά. Όλα τα παιδιά. Είχαμε πολλά παιδιά, ρε. Τι; Να κουβαλάμε κέδρα. Άλλοι να κόβουν, άλλοι να κουβαλάν. Με τα ξύλα, να τα βγάνουμε στην ανηφόρα. Βέβαια, φτιάναμε φανούς. Χορό, κακό εδώ! Τα βράδια ξενυχτούσαμε να μη μας κλέψουν τα κέδρα. Φυλαγάμε. Το ‘χαμε με σειρά, βέβαια. Απόψε θα κάτσουμε εμείς εδώ, γιατί ερχόνταν απ’ τις γειτονιές να μας πάρουν τα κέδρα έτοιμα. Είχαμε κι αυτά εκείνον τον καιρό. Μη μας κλέψουν τα κέδρα. Αυτοί φοβούνταν από μας, εμείς απ’ αυτοί. Φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη. Τι να πούμε, ρε; Κάνε ερωτήσεις. Άμα θυμάμαι…
Ναι. Είπατε ότι εσείς... είχαν γκρεμίσει, είχαν κάψει οι Γερμανοί το σπίτι στο χωριό και ήρθατε μεγαλώσατε εδώ στα Γρεβενά. Στο χωριό πηγαίνατε στα πανηγύρια, στα;...
Κοίταξε. Παλιά πηγαίναμε μέναμε στο χωριό. Πηγαίναμε με τα ζώα. Δεν υπήρχαν δρόμος τότε. Φορτώναμε, ο πατέρας μου ήταν αγωγιάτης, είπα, είχε τα μουλάρια. Φορτωνάμε εμείς, αλλά πήγαινε –όπως κάνει σήμερα τα φορτηγά αγώι– πήγαινε και ο πατέρας με τα ζώα. Ερχόταν εδώ άδειος και φόρτωνε οικογένειες και τις πήγαινε στα διάφορα χωριά. Πήγαινε στα διάφορα χωριά. Πώς δεν κάναμε; Εκείνο τον καιρό, λίγο-πολύ μαζεύονταν και στα χωριά. Αλλά όχι σπίτια, όλο παλιοντάμια, τέτοια πράματα. Πρόχειρες καταστάσεις. Μην κοιτάς τώρα που σε τρώει η πολυτέλεια. Τώρα μην ψάχνεις, πας στο χωριό εγώ, πιο καλό είναι απάνω από κάτω. Ε, ναι. Το χωριό είναι πιο καλό από δω απάνω. Ε, βέβαια. Όλος ο κόσμος κοιτούσε να φτιάσει στα χωριά. Ποιος να πάει; Δεν πάμε κάνενας. Θα πάνε αλλοδαποί να μας τα πάρουν. Θα πάνε να κάτσουν εκεί, έτοιμα θα τα βρουν. Επιπλωμένα και τέτοια.
Εκεί στα χωριά είχε πανηγύρια; Κάνατε πανηγύρια; Πηγαίνατε;
Κάθε Δεκαπενταύγουστο όλα τα χωριά κάναμε πανηγύρια. Κι εμείς εκεί απάνω κάναμε –ούτε οι Βλάχοι δεν έκαναν– το καλύτερο πανηγύρι το έκαναν οι Φιλιππαίους τότε. Το χωριό μου. Και έχουμε τώρα, έχουμε και μεγάλη πλατεία, αλλά τώρα δεν κάνουν. Έχουμε πόσα χρόνια σταμάτησαν λόγω του κορονοϊού, αλλά και πιο μπροστά. Γιατί δήθεν θα πέσει η πλατεία εκεί και θα κάνει. Αυτά είναι άλλα τέτοια. Αλλά πανηγύρια, δυο μέρες κρατούσαν, τρεις μέρες το πανηγύρι. Βέβαια.
Τι κάνανε τόσες μέρες; Τρώγανε, πίνανε, χορεύαν;
Κοίταξε, ξενυχτούσαν μέχρι το πρωί. Κοιμούνταν την ημέρα και απ’ το απόγευμα ξανάρχιζαν πάλι. Αυτή η δουλειά γίνεται στα πανηγύρια. Τα όργανα θέλουν να ξεκουραστούν κι αυτοί. Παίζουν όλη νύχτα κι αυτοί, χορεύουν, κάνουν, ράνουν, πίνουν. Θέλουν να ξεκουραστούν, κοιμούνταν. Το απόγεμα σηκώνονταν. Άιντε πάλι απ’ την αρχή. Πιάναν τα τραπέζια και είχαν χαρτιά ποιο τραπέζι έχει σειρά να χορέψει. Ένα νούμερο, δυο, τρία, τα τραπέζια, οι παρέες. Μετά το κάναν όλοι, όλοι μαζί. Γιατί μάλωναν: «Εμείς ήρθαμε πρώτοι. Έδωσες το χαρτί στον άλλον». Και μετά το πανηγύρι χορεύουν όλοι. Είναι δυο-τρεις παρέες, πηγαίνει ο ένας χορεύει, ποιος γουστάρει. Πηγαίνει ο άλλος. Αυτά, έτσι γίνονται στα πανηγύρια. Αλλά παλιά ήταν με τα νούμερα.
Εσείς σηκωνόσασταν, χορεύατε εκεί στο πανηγύρι;
Μόνο χορεύαμε! Παντού ρε. Τι χορεύαμε; Μόνο χορεύαμε. Τώρα αυτά τα τελευταία χρόνια που είχε ο κόσμος λεφτά και τέτοια. Κερνούσαν, κάναν. Εδώ στη Μυρσίνα, όταν είχα πάρει το ταξί, ξενυχτούσαμε εδώ στη Μυρσίνα όλη τη νύχτα. Το Δοξαρά είχε μαγαζί, ξενυχτούσε μέχρι το πρωί. Βέβαια. Αυτά έχουν χρόνια τώρα που σταμάτησε, αυτά εδώ απάνω τα μικρά. Είναι μόνο η Μυρσίνα.
Είπατε ότι πήρατε το λεωφορείο και κάνατε πολλά δρομολόγια και–.
Σ’ όλα τα μοναστήρια.
Και ταξίδια. Στα μοναστήρια, εκεί τι θυμάστε που πήγατε;
Τα μοναστήρια; Και καλά και κακά. Και στα γυναικεία έχω πάει και στα αντρικά. Μέχρι στο Άγιο Όρος πήγα, έμεινα εκεί. Θα πάρει και μέσα και–, λοιπόν, όλα καλά. Πολλά είδαν τα μάτια μας. Τώρα τι να–; Δεν κάνει να τα λέμε αυτά για τα μοναστήρια.
Ποιο σας έκανε περισσότερο εντύπωση σε ομορφιά; Στο Άγιο Όρος ήταν πιο ωραία ή σε άλλο μοναστήρι;
Όχι, κοίταξε. Το Άγιο Όρος είναι αλλιώτικο, είναι στολίδι. Μην κοιτάς. Όλα, και κάτω στην Πελοπόννησο έχει μοναστήρια. Θα τρελαθείς. Δεν... τι να σε πω; Τι; Χρυσοβαλάντω, τι; Όλα τα νησιά. Και πού, πού δεν έχουμε πάει! Πού να σε πω; Όλα τα αυτά είναι καλά. Και κάτω στην Πελοπόννησο και αυτά– μοναστήρια. Κι όπου υπάρχει γυναίκα είναι πιο καθαρά τα μοναστήρια, πιο περιποιημένα, πιο τέτοια. Κακά τα ψέματα, ναι.
Ενότητα 6
Η οικογένεια και ο Στέλιος Καζαντζίδης – Πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων και στρατός
00:45:26 - 00:56:25
Είπατε ότι στο εξωτερικό είναι πάρα πολύ ωραία; Θα θέλατε να ζήσετε έξω; Θα θέλατε να είχατε μείνει στο εξωτερικό;
Κοίταξε, σαν κλίμα η Ελλάδα δεν παίζεται με τίποτα, να ξέρεις. Δεν παίζεται. Τον ήλιο που έχουμε εμείς, το πράσινο –έχουν κι αυτοί βέβαια πράσινο, αλλά τέτοιο πράσινο σαν εμάς δεν έχουν αυτοί και τέτοια παραθαλάσσια και τέτοια πράματα. Τι να ζηλέψουμε απ’ έξω; Ανθρώπους καλούς δεν έχουμε να μας διοικήσουν εδώ. Εδώ αν είχαμε ανθρώπους, θα ‘τρωγε–, με χρυσά κουτάλια θα ‘τρωγαν. Θα ερχόμασταν πρώτοι στον κόσμο, εάν είχαμε κόσμο καλό. Δεν έχουμε τέτοια πράματα εμείς εδώ. Εμείς εδώ είναι όλο αρπαχτικά. Όπου να μπουν. Αυτοί που δεν δούλεψαν καμιά φορά αυτοί φτιάξαν περιουσίες. Κι αυτοί που δουλεύουν οι φουκαράδες τα ακουμπάν με το ΕΝΦΙΑ, τα ακουμπάν εδώ, τα ακουμπάν εκεί, τα ακουμπάν εκεί. Δεν έχουν. Ενώ αυτοί που δεν δούλεψαν. «Έλα εδώ, ρε κύριε. Τι δηλώνεις, εσύ;» «Δέκα ακίνητα». «Πού τα βρήκες; Τι δουλειά έκανες; Δούλεψες πουθενά στη ζωή σου;» «Όχι». «Πού τα βρήκες;» Κι ο άλλος δουλεύει 50 χρόνια και δεν έχει τίποτα. Για αυτό σου λέω, έχουμε το καλύτερο κλίμα και το καλύτερο μέρος. Τα νησιά μας είναι στολίδι. Αλλά δεν έχουμε ανθρώπους. Ανθρώπους δεν έχουμε, αυτά.
Οικογένεια σε ποια ηλικία κάνατε; Πόσων χρονών παντρευτήκατε;
Στα 32.
Πώς γνωριστήκατε με τη γυναίκα σας;
Τη γυναίκα; Όταν είχα το ταξί, ήμαν στο πρακτορείο εκεί απάνω και είχε ερθεί απ’ το χωριό και μόλις την είδα λέω: «Στα μέτρα μας είναι. Στα μέτρα μας -λέω- είναι», ναι. Και μετά ήρθε η αδελφή μου απ’ τη Γερμανία τότε και έκατσα μίλησα εκεί, αυτό. Και μετά πήγαμε στο χωριό απάνω και σούξου-μούξου μανταλάκια εκεί. Εντάξει.
Τη ζητήσατε;
Ναι.
Πώς ήταν τότε θυμάστε; Να πάτε στο σπίτι, να μιλήσετε με τον πεθερό σας, να τη ζητήσετε;
Ναι, κατευθείαν. Πήγαμε από δω, πήγαμε απάνω. «Έτσι κι έτσι». «Άμα θέλει το κορίτσι -λέει- και αυτά». «Θέλω. Πώς δεν θέλω;» λέει αυτή. Κι έτσι. Έτσι γίνονταν. Τότε γίνονταν και προξενιές, αλλά εγώ την είδα.
Και σας άρεσε και–.
Ναι.
Πήγατε.
Ναι. Ταξιτζής τότε εγώ, στυλάτος, σγουρό μαλλί. Τώρα μην κοιτάς που είμαι μάγκας με απόβαρο, τότε ήμαν στυλάτος. Πήγαμε, όλα εντάξει. Τακτοποιημένα.
Και θυμάστε απ’ τον αρραβώνα, απ’ το γάμο γλέντια;
Πώς δεν θυμάμαι; Πρώτη φορά μόλις με τη γυναίκα μου πήγαμε στη Μερσίνα. Να μιλήσουμε τάχα. Λοιπόν, φάγαμε, ήπιαμε, έφυγε. Μετά έγινε η αρραβώνα. Έγινε στο Δοξαρά. Είχα βάλει τότε δέκα αρνιά ψητά, βέβαια. Λοιπόν, κάναμε εκεί την αρραβώνα και μετά κάναμε το γάμο. Εδώ στη Μερσίνα ύστερα. Στο τραπέζι εκεί, ναι. Την αρραβώνα–, μετά από πόσο καιρό παντρεύτηκα; Κάνα χρόνο. Κάναμε το γάμο ύστερα, ναι. 32 στα 33, ναι, κάπου εκεί.
Απ’ το γάμο θυμάστε γλέντι; Τι κάνατε;
Τι; Μόνο το γλέντι; Μόνο γλέντι! Όταν παντρεύτηκα εγώ δεν είχα το σπίτι εδώ. Το ‘χαμε γκρεμίσει και μέναμε που είναι ο Ζιαμπέκας, εκεί που έχει την ψησταριά απέναντι. Από εκεί έγινε ο γάμος, όχι από δω το σπίτι. Από εκεί ξεκινήσαμε. Ναι. Όχι. Από εκεί ξεκινήσαμε; Ναι. Όχι, όχι. Από εκεί ξεκινήσαμε με το κορίτσι. Ή εγώ είχα ξεκινήσει από κει; Τώρα δεν μπορώ να θυμηθώ. Γιατί τότε είχε έρθει και η γυναίκα του Καζαντζίδη. Είμαστε κουμπαριά.
Με τον Στέλιο τον Καζαντζίδη;
Ε, ναι. Δεν βλέπεις φωτογραφίες με τη μάνα του εκεί και αυτά. Ήταν και η γυναίκα του τότε εδώ. Έπλενε πιάτα στην κουζίνα, αν δεν κάνω λάθος. Ναι, ναι. Ήταν κι αυτήν εδώ. Ήταν με την αδερφή μου τότε, ναι.
Πώς γνωριστήκατε;
Ε;
Με τον κύριο Καζαντζίδη πώς γνωριστήκατε;
Στη Γερμανία που πήγαινα απάνω. Ήταν με την αδελφή μου εκεί. Αυτή που είναι η αδελφή μου τώρα που ήρθε μόνιμα εδώ. Στη Γερμανία, τότε τον γνώρισα που πήγαινα με το ταξί απάνω. Είχε βγάλει και το «Υπάρχω» τότε ο Στέλιος εκεί.
Από τη γνωριμία μαζί του, την παρέα τι θυμάστε; Πώς ήταν;
Από ποιον;
Με τον κύριο Καζαντζίδη πώς ήταν η–;
Καταρχάς στη[00:50:00] Γερμανία τον έπαιρνα το βράδυ, γυρίζαμε. Αυτός είχε–, με τη Μαρινέλλα είχε έναν κουμπάρο, Παπαδόπουλο τον έλεγαν. Εν πάση περιπτώσει αυτά είναι άλλα. Και μετά, αφού ήρθε εκεί γνώρισε την αδελφή μου και αυτά, ήρθε στη Θεσσαλονίκη. Και μας παίρνει η αδελφή μου τηλέφωνο λέει: «Ελάτε -λέει-, έχουμε το Στέλιο. Θα μας κάνει τραπέζι ο Στέλιος» λέει. Λοιπόν, «Ελάτε», λέει. «Θα μας κάνει τραπέζι -λέει- στα κοτόπουλα Δεσκάτης στη Θεσσαλονίκη». Πήρα και την κυρά εγώ την Κούλα, πήγαμε εκεί, όλα κομπλέ. Γιατί έμενε στην αδερφή μου στη Θεσσαλονίκη, όπως και στη Γερμανία. Μετά από κει βαφτίσαμε στην Αριδαία μαζί. Μετά στον Άγιο Κωνσταντίνο πήγαινα κι εγώ. Βέβαια.
Κάνατε δηλαδή παρέα–;
Ε, ναι.
Τον είχατε γνωρίσει καλά;
Καθίσαμε ώρες, μέχρι τις 02:00 η ώρα τη νύχτα. Πήγαινα νωρίς κάτω στον Άγιο Κωνσταντίνο. Κάθομαν μέχρι –δυο φορές πήγαμε κάτω;– μέχρι τις 02:00 η ώρα κάθομαν, 03:00. Καθομάσταν λέγαμε ιστορίες.
Πότε τον γνωρίσατε τον Καζαντζίδη;
Στη Γερμανία. Έχει 20 χρόνια που πέθανε και άλλα 25 πιο μπροστά. Πολλά, όταν ήμαν ακόμα στυλάτος. Πατούσα εδώ και έφτανα εκεί.
Και τον παρακολουθούσατε στα κέντρα, φαντάζομαι, που έπαιζε, που τραγουδούσε. Πηγαίνατε;
Όχι, όχι. Στα κέντρα δεν πήγαινα. Ψέματα δεν έχει, όχι τέτοια. Όχι. Αυτός μόνο τραγουδούσε. Ψέματα εγώ δεν έχει τέτοια. Μην ακούς τι λένε οι άλλοι. Άλλο παρέες, σπίτι, εδώ, εκεί. Αλλά εκεί στο κέντρο, όχι.
Στο κέντρο μόνο τραγουδούσε. Κατάλαβα.
Ναι, ναι.
Είπατε ότι πήρατε τα λεωφορεία. Είχατε δύο λεωφορεία. Μετά το ταξί. Κάνατε και–.
Πρώτα το ταξί είχα πάρει.
Πρώτα το ταξί και μετά τα...
Τα λεωφορεία.
Και μετά τα λεωφορεία. Και μετά ήσασταν στα Γρεβενά, ζούσατε εδώ και κάνατε εδώ οικογένεια.
Ε, ναι.
Απ’ αυτό τι θυμάστε; Τις πρώτες στιγμές με την οικογένεια, πώς γεννήθηκαν τα παιδιά;
Τα παιδιά; Πρώτα έκανα το κορίτσι. Μετά από δυο χρόνια το δεύτερο παιδί, το Βασίλη. Μια χαρά μεγαλώσαν. Τα ‘παιρνα κάθε καλοκαίρι με το ταξί 15 μέρες. 15 μέρες πήγαινα Κέρκυρα, Λευκάδα. Την άλλη χρονιά πηγαίναμε Κρήτη 15 μέρες. Την άλλη χρονιά πηγαινάμε Ρόδο. Την άλλη χρονιά Θάσο. Κάθε χρόνο σταματούσαν τα αυτοκίνητα και πηγαίναμε αραχτοί. Όλα τα χρόνια πηγαίναμε για μπάνια. Μετά που πήρα τα λεωφορεία, θέλαμε δεν θέλαμε υποχρεωτικά πηγαίναμε για μπάνια. Πηγαίναμε μια βδομάδα εδώ, εκεί, κάναμε. Δεν χρειάζεται...
Εκείνη την περίοδο είχατε πολλούς φίλους; Κάνατε πολλές παρέες;
Τότε είχαμε φίλους καλούς. Τότε ήταν τα παιδιά ντόμπρα. Σήμερα δεν έχει μπέσα κανένας. Το τραγούδι δεν λέει: Απ’ τους φίλους π’ αγαπούσα δεν το φανταζόμουνα πως μια μέρα θα πονούσα και θα προδωνόμουνα. Νόμιζα πως ήταν φίλοι κι όμως με προδώσανε την καρδιά μου και τα χείλη μου τα φαρμακώσανε. Δεν λέει! Τώρα δεν υπάρχουν τέτοιοι φίλοι. Πολύ σπάνια να βρεις φιλαράκια ντόμπρα, κατάλαβες; Δεν υπάρχει τώρα. Τότε ήμασταν αγαπημένοι όλοι. Είχαμε αυτό το ψωμί, το μοιραζάμε από μια μπουκιά όλοι γιατί δεν είχαμε. Άμα έκλεβε κανένας τίποτα, ετρωγάμε όλοι μαζί. Δεν τα ‘τρωγε μοναχός του, έτσι ήταν αυτά.
Τη δουλειά με το ταξί και τα λεωφορεία την ξεκινήσατε επειδή δεν σας πήραν στο δασαρχείο. Επειδή...
Ναι, ναι, ακριβώς. Ήταν να πάω στο δασαρχείο, με τα προσόντα όλα. Και πήγαινα. Μου λένε, μ’ έλεγε ο δασάρχης, λέει: «Παιδί μου, θα μας στείλουν το χαρτί των κοινωνικών φρονημάτων απ’ την αστυνομία». Περίμενα καμιά εικοσαριά μέρες. Φύλαγα έξω εκεί απ’ το δασαρχείο μπας και με φωνάξουν. Κάποτε αγανάκτησα κι εγώ και λέω: «Τι γίνεται;» λέω. «Κοίταξε, παιδί μου», μου λέει «ψάξε βρες δουλειά αλλού και άμα είναι θα σε ειδοποιήσουμε». Και μες στη βδομάδα παίρνουν τον άλλον που δεν είχε ούτε Δ’ κατηγορίας δίπλωμα, ούτε τίποτα. Εγώ τα ‘χα απ’ το στρατό ακόμα τότε. Γιατί στο στρατό εγώ έπαιρνα και το λεωφορείο αξιωματικών, βέβαια.
Στο στρατό, πόσους μήνες κάνατε θητεία; Τι θυμάστε από τότε; Τι αναμνήσεις έχετε;
27. 24 και μισό, εκτός την επιστράτευση. Και άλλες τρεισήμισι, 28 μήνες, πόσο. Ε, ναι, πολύ. Και μετά από ένα χρόνο, από 14 μήνες πήραμε πρώτη άδεια απ’ την Αλεξανδρούπολη, είχα πάρει μια 48ωρη. Πού να ‘ρθεις εδώ! Έπρεπε να αλλάξεις τρία λεωφορεία, δεν έρχοσαν. Και έμεινα στην Καβάλα. Ο αδερφός της μάνας μου ήταν παντρεμένος εκεί στη Νικήσιανη, έξω στην Ελευθερούπολη. Πήγα εκεί με τη 48ωρη και ήταν κοντά. Κατάλαβες; Ε, ναι. Μόνον εκεί. Εδώ πού να ‘ρχοσαν; Με τίποτα. Άδεια μηδέν. Εκεί είχαμε μόνον ασκήσεις, τίποτα άλλο. Ασκήσεις, συντήρηση τ’ άρματα. Τέτοια πράματα στο στρατό. Δεν είχε… Μετά, όταν πήγαμε εμείς τότε, το ‘64-’65, η Αλεξανδρούπολη δεν είχε τίποτα μέσα. Τώρα άμα πας, άσε, δεν γνωρίζεις. Έχει γίνει 50 φορές ο πληθυσμός απάνω. Πήγα στο στρατόπεδο. Είχα πάει με το ταξί απάνω. Όχι με το ταξί, ψέματα, με το ΙΧ. Πήγαμε για πέντε μέρες εκεί να μείνουμε. Ξενοδοχείο έτσι, μ’ έναν παρέα. Και πάμε απάνω να δω το στρατόπεδο, δεν μπορούσα να το βρω που είναι γιατί έγιναν–. Από δω, από κει, λέω: «Ωπ». Μόλις είδα τα πεύκα λέω: «Εδώ είμαστε», λέω το φίλο μου που είχα μέσα. Πηγαίνουμε απάνω. Πάω. Σηκώνει το παιδί την πύλη να μπω μέσα. Εγώ τραβώ στην άκρα. «Όχι, ρε φίλε», του λέω. «Εδώ υπηρετούσα. Εδώ και σαράντα χρόνια». Αλλά το στρατόπεδο δεν είχε κανένα, τίποτα τα άρματα. Μόνο το διοικητικό το κτίριο ήταν, τίποτα άλλο. Δεν βρήκα τίποτα, δεν έχει τίποτα. Ερημιά, ερημιά ντιπ. Εμείς ήμασταν πέντε εκεί στον όρχο, κάτσε καλά. Τίποτα, τίποτα, μηδέν. Αλλά πήγα να το δω, έτσι. Και τα φανταράκια που ήμασταν ακόμη ζουν, ζουν κάμποσοι. Παίρνω τηλέφωνο, επικοινωνώ. Είναι κάμποσοι ακόμα ζαν. Πιο πολύ πέθαναν νέοι. Στα 60, 55. Ναι, ναι, πέθαναν. Τώρα αυτοί που είναι, είναι εντάξει. Καλοί είναι, πίνουν κι αυτοί τα τσιπουράκια. «Αυτό μας κρατάει», λέω. «Από λίγο –λέω– και μέρα παρά μέρα». Γελάνε αυτοί. Άλλο;
Από τα παιδικά χρόνια που βγαίνατε με τα παιδιά, τι σας άρεσε περισσότερο; Τα παιχνίδια; Που πηγαίνατε παίρνατε τα μήλα;
Τι παιχνίδια, τι τσακώματα. Μαλώναμε κιόλας, χτυπιόμασταν. Πηγαινάμε για ψάρια. Τσουμπούσαμε φλόμο τότε, βγάζαμε ψάρια, τα βαζάμε στις ραμάτες τα ψάρια. Όλη μέρα φυλαγάμε στα ποτάμια και στα σκουπίδια. Πού; Δεν είχε τίποτα άλλο να πάνε. Όλα... δεν έβλεπες τίποτα. Όλο χαμηλά σπίτια. Δεν υπήρχαν σπίτια, ρε. Ένα δω, ένα κει. Τίποτα εκείνο τον καιρό, βέβαια. Πού να πας; Πού να πήγαινες; Τι είχαμε; Σάμπως είχαμε παράδες να πάρουμε κάνα ποδήλατο. Όλο με τα ποδάρια και με τα γκύλαντρα. Το γκύλαντρο ξέρεις ποιο είναι; Επαιρνάμε τα στεφάνια και απ’ τα ποδήλατα απ’ τις ζάντες και επαιρνάμε με το σύρμα και το κανάμε γκύλαντρο και ετρεχάμε. Έτσι εκανάμε παιχνίδια. Δεν είχαμε, εφτιανάμε τίποτα φούρκες για τα λάστιχα να σκοτώνουμε τα πουλιά. Τέτοιες δουλειές εκανάμε. Σκοτωνάμε σπουργίτια, τα ξεπουπουλιαζάμε. Αναβάμε λίγο φωτιά καταής τα παιδιά και τα εψηνάμε να φάμε. Σάμπως αλάτι είχαμε να ρίξουμε; Σάμπως τι εφτιανάμε; Όλο τέτοιες δουλειές. Όλο τέτοια ζαράλια κάναμε.
Ήσασταν παιδιά δηλαδή δραστήρια. Τρέχατε όλη μέρα.
Όλοι. Εκείνο τον καιρό ήμασταν αλλιώς τα παιδιά. Σήμερα είναι σοκολατόπαιδα. Μη τα λες για δουλειά. Εμάς όποιος μάς έλεγε για δουλειά: «Ελάτε να μάσετε τα ξύλα», εκεί εμείς όλοι. Σήμερα είναι που δεν μπορείς να τα πεις τίποτα. Τα δίνουν οι παππούδες παράδες, πάνε στην καφετέρια. Το λες: «Έλα για δουλειά». «Δεν μπορώ». Τι είναι αυτά, ρε; Έτσι θα πάει μπροστά η Ελλάδα;
Με τα παιδιά τι άλλα παιχνίδια παίζατε; Είπατε άρματα, κρυφτό.
Ε, ναι. Τ’ άρματα ξέρεις τι είναι; Ξέρεις.
Πολλές εκδοχές, ναι.
Πηγαίναμε όλοι μαζί και κρυβομάσταν μέσα σε σπίτια. Και ψάχναν αυτοί να μας βρουν. Εδώ πιο πάνω, δίπλα από εμάς, αυτού, ήταν μια παλιά παράγκα παρατημένη αυτού και ανεβήκαμε απάνω και έσπασαν οι γρεντιές και κόντεψαν–. Ανεβήκαμε όλοι απάνω, κόντεψαν να μας πλακώσουν, να πεθάνουμε. Που δεν τα ‘χαμε... όλα παρατημένα ήταν εδώ. Βέβαια, ερείπια όλα. Πού να πας; Δεν είχε εκείνον τον καιρό. Παίζαμε κρυφτό, κάτσε να μας βρουν. Πού να βρεις; Ποιον να βρεις; Πού; Είχαμε πολλά. Πολλά.
Απ’ τα ταξίδια στην Ελλάδα, μέσα σ’ όλη τη χώρα, ποια περιοχή σάς άρεσε περισσότερο; Ποια θα θέλατε να μείνετε πέρα από δω;
Κοίταξε να δεις, όλα καλά είναι, όλα τα ‘χω γυρίσει. Απ’ την Ορεστιάδα απάνω, απ’ το τελευταίο χωριό που είναι μέχρι όλα, πάρ’ τα τον κατήφορο, τα ‘χω γυρίσει όλα. Όλα καλά είναι, όλα καλά. Και η Καβάλα είναι στολίδι, ωραιότατη πόλη. Και η Αλεξανδρούπολη λίγο εδώ κάτω, γιατί έχει πολλή βαβούρα. Στενά πολλά έχει εκεί. Όλα καλά είναι. Όλα, όλα είναι ωραία. Έχουμε–. Πώς το λένε εκεί που γυρίζουν τα έργα, μωρέ; Τον Άγιο Νεκτάριο, στην Αίγινα. Και στην Αίγινα εκεί, ωραία είναι και εκεί. Έχει μεγάλη εκκλησία εκεί. Ω, πήγα πολλές φορές. Εκεί γυρίζουν τα έργα όλα, στην Αίγινα. Πού δεν έχουμε πάει; Σε όλα, στα μοναστήρια.
Είπατε πριν ότι τα πανηγύρια εδώ κάνατε μεγάλα γλέντια και στα χωριά. Φέρναν και ονόματα τότε;
Ε;
Φέρναν και ονόματα; Φέρναν τραγουδιστές που ήτανε γνωστοί τότε στα χωριά;[01:00:00]
Όχι. Τι τραγουδισταί, ρε; Τα όργανα, τα γυφτούλια απ’ το Βαρόσι εδώ είχαμε. Ποια όργανα; Ποιες φίρμες; Φίρμες φέραν τώρα τελευταία. Εδώ κανέναν τραγουδιστή. Αυτά τα λίγα τα χρόνια, τα παλιά τίποτα ντιπ. Πού να–; Όλα τα νταϊρίκια απ’ το Βαρόσι, όλοι έπαιζαν όργανα αυτοί. Οι Τσοτικαίοι, οι άλλοι, οι άλλοι αυτού. Όλοι αυτοί. Δεν υπάρχει οικογένεια εκεί να μην έπαιζε κάνα όργανο. Αυτοί ήταν. Αλλά γινόταν πανηγύρια πολλά. Σ’ όλα τα χωριά γινόταν πανηγύρια κάθε τόσο, μαζεύονταν κόσμος. Εκεί γίνονταν τα νυφοδιαλέγματα που λένε. Α, μπράβο! Στα χωριά πήγαιναν έβλεπαν καμία, γινόταν και προξενιές. Όλο τέτοια γίνονταν εκείνο τον καιρό, αλλιώς δεν είχαν αλλού επαφή. Στα πανηγύρια, τότε ανταμώνονταν. Γιατί είχαν όλοι χαμαλικοδουλειές, ναι. Τότε στα πανηγύρια γίνονταν, οι πιο πολλές προξενιές στα πανηγύρια.
Είχαν ζωή δηλαδή τα χωριά. Ήταν γεμάτα τότε.
Γεμάτα. Είχαν ζωή τα χωριά, ρε. Τώρα πας σε χωριό που είχε 1.000 άτομα και δεν έχει ούτε 20 τώρα. Τώρα δεν έχει 5 άτομα, 8. Δεν έχει τίποτα.
Στους Φιλιππαίους τότε πόσο κόσμο είχε;
Παλιά; Φιλιππιώτες και–, βγάζαμε δήμαρχο δικό μας μαζί με τους γύφτους απάνω στο Βαρόσι. Τώρα τι να έχει το χωριό; Τέσσερις οικογένειες μένουν. Αυτοί που έχουν τα ξενοδοχεία και οι άλλοι κανένας, τίποτα. Βέβαια, ποιος θα μείνει τώρα; Τίποτα ντιπ. Έχουμε το σπίτι, πάει κανένας; Τα παιδιά πάνε; Δεν πάνε. Σπίτια; Πηγές καθόλου στο χωριό;
Μικρός, τελευταία φορά.
Θα πας να δεις σπίτια όπως είναι–, τριώροφες οικοδομές έχουν απάνω. Ποιος να πάει; Ποιος να πάει; Κανένας. Τώρα λέει η κυρά: «Πάμε αύριο στο χωριό;» «Πάμε», λέω. «Και τι θα χάσουμε; Άμα έχει και μέρα καλή να πάμε». Μόνον έτσι, αλλιώς πού να πας; Δεν πας αλλιώς, δεν έχεις παρέα. Ποιον; Κανέναν. Τίποτα, δεν υπάρχει. Ούτε στα καφενεία, τίποτα. Δεν έχει. Τι να πρωτοθυμηθείς;
Αυτά ήθελα πάνω-κάτω να ρωτήσω.
Τι να πρωτοθυμηθούμε τώρα; Τα χρόνια που περασάμε που ετρωγάμε χώμα;
Σ’ αυτό...
Χώμα από καταή ρε, έφαγες;
Όχι.
Εφαγάμε χώμα από καταή. Δεν είχαμε να φάμε. Αφού σε λέω ο παππούς μου τότε γυρνούσε ασβεσταριές. Η θεια μου αυτό, ο πατέρας μου εξορία. Πού; Ποιος; Τι; Ποιος; Ποιος θα μάς ταΐσει; Ποιος; Καταή. Ηθελάμε δουλειές να μας φτιάνει έτσι. Τι λες τώρα; Τα ‘χουμε απάνω. Τσίριξε ο μικρός μόλις άκουσε το κουδούνι, δεν μπορεί να κοιμηθεί τώρα. Άμα είναι να κοιμηθεί γκρινιάζει. Τι να μας κάνει; Εμείς ήμασταν τέσσερα αλλά ήμασταν ήσυχα. Δεν είχαμε τίποτα, ζαρωνάμε. «Σουτ», μας έλεγε. Μετά, τα χαμηλά τα σπίτια τότε περνούσε η αστυνομία τη νύχτα. Το περίπολο. Ναι. Όλα, τάκα-τάκα. Ησυχία. «Σουτ!» μας έλεγε η μάνα μου, «περνάει το περίπολο έξω». Ζάρα εμείς. Φοβούμασταν. Εκείνο τον καιρό ήταν αλλιώς. Τι να πρωτοθυμηθώ ρε; Κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα. Πόσα έρχονται στο μυαλό, όλα μπερδεμένα. Από πού να ξεκινήσεις και από πού να αρχίσεις;
Στη Χούντα ήταν πολύ αυστηρά εδώ;
Κοίταξε να δεις, όχι και τόσο. Δεν πείραξε κανέναν. Αλλού δεν ξέρω τι έκανε, εδώ η Χούντα δεν πείραζε. Οι ρουφιάνοι πείραζαν εδώ. Οι ρουφιάνοι. Ποιοι τούς έστελναν εξορία; Οι ρουφιάνοι. Οι ρουφιάνοι. Πάαινες εδώ στο–, που είχαμε το νομάρχη τον–, με τη Χούντα. Πάει ο άλλος και λέει: «Κύριε νομάρχα, εγώ είμαι κομμουνιστής και θέλω δουλειά». «Μπράβο, παιδί μου». Τον έστειλε για δουλειά. Δεν είχε τίποτα οι άνθρωποι. Άλλο τώρα τα μπερδέματα προς τα κάτω τι γίνονταν. Εμείς εδώ οι επαρχίες και αυτά, περάσαμε, δεν είχαμε τίποτα. Η αλήθεια είναι αυτή. Πήγαινες εκεί, σε καλοδεχόταν και ο νομάρχης. Ενώ τώρα πας σε αυτούς τους αλήτες τους δικούς μας εδώ δεν βρίσκεις στο γραφείο κανέναν. Πήγαινες τότε, ρομπότ όλοι. Εξυπηρετούσες. Τώρα πας σ’ ένα γραφείο δεν βρίσκεις κανέναν. Πας στον άλλον: «Δεν είμαι εγώ. Είναι ο άλλος». Πας στον άλλον: «Δεν είμαι εγώ». Φεύγουν όλοι. Είναι μόνο για παράδες, τίποτα άλλο. Και για νταηλίκια. Τι να πεις τώρα εδώ; Είναι όλοι! Προχτές το βράδυ τους έβριζα εκεί. Αυτοί δεν δούλεψαν καμιά φορά και έκαναν περιουσίες. Κατάλαβες; Αυτή είναι όλη η δουλειά. Άλλο; Να θυμηθώ τίποτα. Τι να;...
Είπατε διακοπές πηγαίνατε με τα παιδιά που ήταν μικρά σ’ όλα τα νησιά.
Πηγαίναμε, ναι.
Από εκεί τι θυμάστε; Έχετε κάτι που να θυμάστε; Κάτι που να έμεινε;
Κοίταξε. Το μόνο που έμεινε. Δεν κλείσαμε ξενοδοχείο εδώ στην Πάργα. Εψαχνάμε τρεις ώρες και στον πάτο λέω: «Πάμε να κοιμηθούμε». Είχαμε και κουβέρτες πίσω, καλοκαίρι ήταν. Βγήκαμε απάνω σ’ ένα ύψωμα. Κοιμούμασταν εμείς και το πρωί σηκωθήκαμε βρήκαμε άλλους, άλλες παρέες. Κι αυτοί δεν έβρισκαν. Κοιτάμε το πρωί, άλλοι εκεί, άλλοι εκεί. Τι να θυμηθώ τώρα; Δεν είχε. Πήγαμε, φύγαμε απ’ την Κέρκυρα, λέμε: «Να περάσουμε κι από κει να κάτσουμε κάνα δυο μέρες έτσι». Δεν μπορούσαμε να βρούμε ξενοδοχείο. Να ψάχνουμε τρεις ώρες. «Τι μπάνιο θα κάνουμε; Θα ψάξουμε ξενοδοχείο». Κοιτιόμαστε. Την άλλη μέρα εφυγάμε. Πήγαμε Πρέβεζα, Λευκάδα. Έμεινα όλα. Άσε, εγώ πήγαινα και με το λεωφορείο βέβαια, αλλά άμα δεν κλείσεις δωμάτια και τέτοια. Αν είναι σεζόν, κλείνουν.
Τα τελευταία χρόνια πήγατε κανένα ταξίδι;
Ε;
Τελευταία δεκαετία βγήκατε καθόλου στο εξωτερικό; Πήγατε κανένα ταξίδι;
Μόνο βγήκα; Τουρκία τόσες φορές, Κωνσταντινούπολη. Εγώ έφτασα, οδηγώντας εγώ, με τα λεωφορεία τότε μέχρι Άγκυρα κάτω. Βέβαια, βέβαια. Τώρα πηγαίνουμε και Κωνσταντινούπολη και Αδριανούπολη. Άσε Βουλγαρία, πήγαμε και τις προάλλες. Τώρα ήμασταν, προ δεκαπέντε μέρες. Πηγαίνουμε εδώ μπροστά. Παλιά πηγαίναμε Σόφια, Φιλιππούπολη, βγαίναμε απάνω. Μετά, πέρυσι πήγαμε πάλι μέχρι Βάρνα με το παιδί. Πήγα πάλι Βάρνα, στολίδι είναι, στολίδι. Και μαγαζιά στη θάλασσα και φθηνοδουλειά. Έχει, έχει πράμα. Είναι ωραία. Είναι ωραία. Έξω είναι ωραία. Όποιος ταξιδεύει είναι καλά, βλέπει πολλά πράματα. Βλέπει και συγκρίνει. Και συγκρίνει. Βλέπει και συγκρίνει. Οι Γερμανοί είναι ψυχροί. Ενώ εδώ, Βουλγαρίες, Ρουμανίες είναι όπως είμαστε εμείς. Με μαγαζιά, με τέτοια. Οι Γερμανοί είναι ψυχροί. Οι Γάλλοι–, και Γαλλία πήγα. Μόνο Αγγλία δεν πήγα. Όλα τα άλλα, και στο Βέλγιο και στην Ολλανδία, που είναι η αδερφή μου εκεί. Όλη την Ολλανδία την έχω γυρίσει. Μέχρι τα –πώς τα λένε τα;– μέχρι τα ανθρακωρυχεία πήγα. Ταμίν, Σαρλερουά, χαμπάρια αυτού όλα. Αϊντχόφεν που πήγαινε η ομάδα εκεί, πήγα και εκεί. Πού δεν πήγα; Πού να σε ξεκινήσω; Τι να σε πω;
Ποια είναι η πόλη που σας έμεινε περισσότερο; Πού; Θυμάστε κάποιο ταξίδι που να έχετε–;
Όλα, όλα είναι καλά.
Ιδιαίτερη ανάμνηση;
Και στο Βέλγιο. Στην Αμβέρσα, στο λιμάνι εκεί. Πω πω πω! Ξενυχτάδικα όλη τη νύχτα εκεί. Στο Βέλγιο. Όλο ελληνικές πινακίδες μαγαζιά εκεί, ελληνικές πινακίδες. Αφού είναι όλοι–, πολλοί Έλληνες στα ανθρακωρυχεία και αυτά να δουλεύουν. «Και στου Βελγίου τις στοές» δεν λέει; Τι τραβούσαν αυτοί! Μπαίνεις μέσα άσπρος, βγαίνεις μαύρος. Πόσα μ’ είπε; Δυο χιλιόμετρα κατέβαιναν κάτω. «Αμάν ρε», τον λέω. Με ασανσέρια και με τέτοια. Με τα ‘λεγε αυτός. «Φέγα. Δεν θέλω να ακούω τίποτα πράματα», λέω εγώ. «Φεύγα από κει τώρα. Πες μας τίποτα άλλο», λέω. «Κάνα τραγούδι ρεμπέτικο –λέω– κάνα τέτοιο, κάνα μαγαζί καλό. Τέτοια πράματα πες μας», λέω. Ανθρακωρυχεία. Τρία χιλιόμετρα, δυο χιλιόμετρα, τρία μέσα, κάτω. «Φέγα τώρα». Όλο με οξυγόνο και με τέτοια. Τι να τις κάνεις τέτοιες παράδες; Όλοι πεθαίνουν νωρίς αυτοί. Τι τραβάν; Όπως και στα έργα εδώ στην Πτολεμαΐδα. Όλοι αυτοί. Όλοι είναι, όλοι άρρωστοι. Δεν προλαβαίνουν οι πιο πολλοί να πάρουν τη σύνταξη. Μόλις την παίρνουν–, στα πόσα λίγα χρόνια βγαίνει. Γιατί είναι η δουλειά ανθυγιεινή. Το κάρβουνο μέσα ρουφάει στο πνευμόνι.
Τα αδέρφια σας πού ζήσαν στο εξωτερικό;
Η αδερφή μου στη Στουτγκάρδη, έχει 55 χρόνια. Τώρα ήρθε. Και η άλλη ήταν στη Γερμανία και στο Βέλγιο. Στο Βέλγιο; Είναι στην Ολλανδία. Κι αυτή τώρα την περιμένουμε τέλη του μηνός να ‘ρθει για πάντα. Γιατί τα παιδιά της είναι εδώ στη Θεσσαλονίκη. Έχει τρία αγόρια η μεγάλη η αδελφή μου. Και ένας είναι στην Αθήνα, στην αστυνομία στη ΓΑΔΑ είναι αυτός. Ένας είναι λογιστής σε μια εταιρεία αυτού στα παιδιά που πάνε κατασκηνώσεις και ο άλλος ήταν καθηγητής γυμναστικής αυτού και παραιτήθηκε. Έφυγε και ασχολείται με αυτοκίνητα με τέτοια. Γιατί; Τι να πήγαινε με 800€ το μήνα; Φέγα τώρα. Και η αδελφή μου είναι εκεί. Έχει σπίτι δικό της εκεί πέρα. Βρήκε ένα μαγαζί από κάτω. Είναι στο –πώς το λένε, εκεί που βγαίνουν οι αποφάσεις– στο Μάαστριχτ. Στο Μάαστριχτ είναι, στο Μάαστριχτ. Θα φύγει από κει. Θα νοικιάσει και λίγο το σπίτι, λίγο εκεί το μαγαζί. Έχει αποθήκη κάτω. Θα το πάρει κανένας. Θα ‘ρθει για πάντα, εδώ θα κάτσει. Έχει κι αυτήν διαμέρισμα πάνω. Τα δυο είναι απ’ τις αδερφές μου απάνω. Μία η μία, μία η άλλη. Τα άλλα τα δυο είναι δικά μου τα μαγαζιά. Άλλο; Εσύ τα έχεις καλά και τα θυμάσαι. Ένα-ένα έρχονται.
Είπατε ότι εδώ μένατε με τον παππού και τη γιαγιά. Απ’ τον παππού και τη γιαγιά τι θυμάστε; Πώς ήταν σαν άνθρωποι;
Τον παππού ποιον; Όχι. Ποιον παππού; Δεν έχει–, ο παππούς μου ο Ματθαίος απάνω, ναι.
Ναι.
Ο παππούς μου, ναι.
Τι θυμάστε απ’ τον παππού; Πώς ήταν σαν άνθρωπος;
Απ’ τον παππού; Ο παππούς μου δεν πείραζε κουνούπι. Είχε φουστανέλα. Μαύρη φουστανέλα [01:10:00]είχε. Είχε πάει στην Αμερική ο παππούς και ήρθε. Δεν έκατσε πολύ καιρό εκεί στην Αμερική. Αλλά είχε φέρει λεφτά τότε και τα λεφτά χάλασαν. Ήταν ραλλικά. Πώς τα λένε; Ήταν να αγοράσει ένα οικόπεδο σαπάνω εκεί. Χάλασαν τα λεφτά τι έγινε και μετά γυρνούσαν ασβεσταριές. Ξέρεις τι θα πει γυρνούσαν ασβεσταριές; Ξέρεις. Φτιάναν ασβέστη. Καμίνια και τέτοια δούλευε. Είχαν συνεργείο. Είχαν τρία άτομα, τέσσερα, και τα χτίζανε, βάζαν, να δώσουν φωτιά, να γίνει το αυτό. Αυτή τη δουλειά έκανε ο παππούς μου. Και όταν ήρθε με τα λεφτά εκείνα αγόρασε τα ζώα για τα παιδιά. Για τον πατέρα μου, για τον αδερφό του πατέρα μου, ακόμα ένας, είχαν ζώα αυτοί. Όλοι με τα ζώα. Δεν είχε. Όπως είναι τα φορτηγά σήμερα, είχαν αυτοί αγωγιάτες. Αγωγιάτες αυτούς τους έλεγαν. Δεν είχε, αυτοί ήταν.
Απ’ αυτή τη δουλειά του πατέρα, θυμάστε δρομολόγια; Θυμάστε να έχετε πάει σε;...
Δρομολόγια του πατέρα μου, τι να θυμηθώ; Με τα μουλάρια που πήγαινε στα χωριά. Πήγαινε, πόσον καιρό πήγαιναν εκεί, κάναν και συγκεντρώσεις με τα ξύλα τα μουλάρια. Απ’ το δάσος πώς θα τα βγάλεις απάνω στο δρόμο να τα φορτώσει το φορτηγό. Όλο με τα ζώα τα βγάζαν, βέβαια. Αφού τα βγάζαν με τα ζώα. Μετά τα πούλησαν τα ζώα και έγινε σαμαράς. Έφτιαχνε σαμάρια. Εδώ που είναι ο Γερμανός τώρα, τα κτίρια αυτά ήταν μπαράγκες. Και ο πατέρας μου είχε ένα κομμάτι εκεί. Είχε μέσα τα κοτσάκια, τα μπροστάρια, τις παΐδες που λέμε. Είχαν σαμαράδικο και δίπλα ήταν ο Τάριος ο στραγαλάς, έφτιανε στραγάλια. Ήταν ο Τιμολέων ο άλλος, γάνωνε τις καραβάνες για το στρατό. Είχαμε πολύ στρατό. Και ο πατέρας μου πίσω, αυτού που είναι τώρα ακριβώς ο Γερμανός και το αυτό, είχαμε χάνι εκεί και εδενάμε τα γομάρια. Τα ‘φερνε ο κόσμος, με τα ζώα ερχόταν. Είχαμε παλούκια, τα ‘δεναν. Είχαν τον τορβά έτρωγαν και το μεσημέρι που ψώνιζαν τα ‘παιρναν. Έδωναν μια δραχμή. Δεν μπορούσαν να φύγουν, το είχαμε φραγμένο. Έβγαιναν από μπροστά, μια δραχμή το γομάρι, το μπλάρι, όλα. Και εμείς τι εκανάμε μικροί. Πηγαινάμε όπως ήταν τα γομάρια όλα και τα εκανάμε: «Ζαρ-ζαρ-ζαρ». Σηκώνονταν και άντε να κόβουν το καπίστρι και να λυσσάζουν μέσα. Άντε ερχόνταν ο πατέρας μου με την παΐδα να μας κυνηγάει. Μαζεύαμε κι άλλη τσοκαρία εκεί. Ένας μας είπε, και έκοβαν τα καπίστρια τα γομάρια να καβαλικέψουν τις γομάρες. Χαμός γινόταν. Άμα πεις τα γομάρια, βρες γομάρια και πες: «Ζαρ-ζαρ-ζαρ». Θα αρχινίσουν αυτά να πάρουν σβάρνα. Τότε πού το θυμήθηκες; Τα γομάρια τότε. Άλλα κι άλλα. Τι φτιάχναμε και τι; Ο άλλος που πήγαινε έκλεβε τα αυγά απ’ τη φωλιά και τα πουλούσε στον ίδιο; Τότε είχαν κότες στα σπίτια εκεί, χαμπάρια. Και στη φωλιά πήγαινε έκλεβε τα αυγά από σένα, εσύ είχες και μαγαζί. Τα εκλεβάμε απ’ τη φωλιά και τα πουλούσε σ’ εσένα να πάρουν τσιγάρα. Αυτή η δουλειά γίνονταν τότε, αφού δεν είχαμε τίποτα. Τι να θυμηθούμε ρε; Τι να θυμηθείς; Χρόνια, χρόνια εκείνα ήταν. Νηστικά, τρύπια παντελόνια, παπούτσια στα ποδάρια ντιπ. Ποια παπούτσια; Τίποτα ντιπ. Μπαλωμένα τότε, είχε τσαγκάρηδες τότε. Όλο τσαγκάρηδες είχε. Μαύρο παντελόνι, πράσινο. Τώρα έγιναν της μόδας, γαμώ το στανιό τους, γαμώ. Τότε πααινάμε πράσινο από δω, κόκκινο από κει, μπλε από δω. Τώρα έγινε μόδα. Τότε εβλεπάμε τ’ άλλα τα παιδιά, μαραμένοι εμείς, κοιτούσαμε. Κοιτούσα εγώ τον αδερφό μου και τα άλλα τα παιδιά που ήμασταν σαν εμένα. Παντελόνια τρύπια, μπαλωμένα. Τι να πεις; Τι να θυμηθείς;
Ήταν και παιδιά δηλαδή που ήταν από πλούσιες οικογένειες, που είχαν;
Πώς δεν ήταν; Είχαν. Τι; Πώς δεν ήταν; Είχαν τότε, είχαν αυτοί εντάξει. Εμείς ήταν απ’ τα χωριά καταδιωκόμενοι, τα γκρέμισαν οι Γερμανοί, κυνηγούσαν. Οι άλλοι ήταν και οικονομημένοι πιο μπροστά, απ’ τους πατεράδες τους τα ‘χαν βρει. Αναλόγως. Βέβαια, εκείνα. Τι έχουμε κι άλλο; Πες ό,τι είναι.
Αυτά, πάνω-κάτω.
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί έπειτα από νομικό έλεγχο.
Περιεχόμενο διαθέσιμο για ενήλικους
Περίληψη
Ένας συνταξιούχος οδηγός λεωφορείων και ταξί μεταφέρει τις αναμνήσεις από τη ζωή του. Διηγείται τα δύσκολα παιδικά του χρόνια, μιλάει για τη φτώχεια και την πείνα, από τις οποίες πολλά παιδιά πάλευαν για να ξεφύγουν. Μεταφέρει επεισόδια της βιαιότητας των δασκάλων της εποχής και των εργασιακών του εμπειριών στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια. Αποκαλύπτει τις αναμνήσεις του από τη στρατιωτική του θητεία και αναφέρεται στην ξεχωριστή εμπειρία που είχε ως πλανόδιος κινηματογραφιστής. Τέλος, αφηγείται οικογενειακές στιγμές και αναμνήσεις από τα ταξίδια για τις ανάγκες της δουλειάς του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Αφηγητές/τριες
Απόστολος Κουτσομήτρος
Ερευνητές/τριες
Αθανάσιος Λέτσιος
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
06/05/2022
Διάρκεια
74'
Μέρος της συνέντευξης έχει αφαιρεθεί έπειτα από νομικό έλεγχο.
Περιεχόμενο διαθέσιμο για ενήλικους
Περίληψη
Ένας συνταξιούχος οδηγός λεωφορείων και ταξί μεταφέρει τις αναμνήσεις από τη ζωή του. Διηγείται τα δύσκολα παιδικά του χρόνια, μιλάει για τη φτώχεια και την πείνα, από τις οποίες πολλά παιδιά πάλευαν για να ξεφύγουν. Μεταφέρει επεισόδια της βιαιότητας των δασκάλων της εποχής και των εργασιακών του εμπειριών στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια. Αποκαλύπτει τις αναμνήσεις του από τη στρατιωτική του θητεία και αναφέρεται στην ξεχωριστή εμπειρία που είχε ως πλανόδιος κινηματογραφιστής. Τέλος, αφηγείται οικογενειακές στιγμές και αναμνήσεις από τα ταξίδια για τις ανάγκες της δουλειάς του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Αφηγητές/τριες
Απόστολος Κουτσομήτρος
Ερευνητές/τριες
Αθανάσιος Λέτσιος
Tags
Ημερομηνία Συνέντευξης
06/05/2022
Διάρκεια
74'