© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Στέφανος Ντούσκος, ένας γνήσιος Υδραίος

Κωδικός Ιστορίας
13345
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Στέφανος Ντούσκος (Σ.Ν.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
18/03/2023
Ερευνητής/τρια
Ευαγγελία Θεοδωρίδη (Ε.Θ.)
Ε.Θ.:

[00:00:00]Καλησπέρα σας, σήμερα είναι 19 Μαρτίου του 2023 και βρισκόμαστε στον Πειραιά. Εγώ είμαι η Βάλια Θεοδωρίδη, ερευνήτρια στο Istorima, και βρίσκομαι εδώ με τον κύριο Στέφανο, ο οποίος είναι από την Ύδρα, και θα ήθελα να τον καλησπερίσω. Γεια σας, κύριε Στέφανε.

Σ.Ν.:

Γεια σου, Βάλια, καλώς ήρθες. Θέλω να ξεκινήσω με την κάπως ιστορία της ζωής μου. Τη διαδρομή της ζωής μου. Γεννήθηκα 10/11/'37 στην Ύδρα, στην Ξερή Ελιά. Ο πατέρας μου ήτανε έμπορας και είχε ταβέρνα, εστιατόριο, εμπόριο ρητίνης, εμπόριο τυριών. Κι εγώ σαν παιδάκι ήμουνα πάντα κοντά του, στην πλατεία της Ξερής Ελιάς και παρακολουθούσα όλες αυτές τις κινήσεις της ζωής αυτής της εποχής. Απ' ό,τι θυμάμαι, ξεκινάω από τα πρώτα χρόνια που αρχίζω να καταλαβαίνω, 3-4 χρονών, μπαίνουμε στην Κατοχή, την ιταλογερμανική Κατοχή, και ήμουνα τότε 3 ετών. Θυμάμαι στον Άγιο Νικόλα, το βουνό, το Μοναστηράκι, τον βοσκό με τα προβατάκια, κι από κει κι έπειτα αρχίζω να γνωρίζω τι γίνεται, πώς εξελίσσεται η κατάσταση στην Ύδρα, με την Κατοχή την ιταλική και εν συνεχεία γερμανική Κατοχή. Οι Ιταλοί ήταν βέβαια πιο φιλικοί άνθρωποι, πιο εύκολοι, ενώ οι Γερμανοί ήταν λιγάκι πιο αυστηροί. Τώρα εγώ δεν μπορώ να θυμάμαι και πάρα πολλά πράγματα. Οι μεγαλύτεροι τα θυμόνται, γιατί ήμουν μικρός, ήμουν 3-4 ετών. Εκεί ήμουν κοντά στον πατέρα μου και με κάνανε γούστο οι πελάτες εκεί πέρα, που βοηθούσα μια κατάσταση. Στην Κατοχή απ' ό,τι θυμάμαι τα μαγαζιά είχανε κλείσει. Τα είχανε σφραγίσει τα μαγαζιά, δεν ξέρω για ποιους λόγους, και μετά την απελευθέρωση, το ’45 –πότε έγινε η απελευθέρωση ακριβώς δεν θυμάμαι– άνοιξαν τα μαγαζιά. Ο πατέρας μου είχε και το ξενοδοχείο στην παραλία, οπότε είχαμε, ήμαστε σε επαφή με κόσμο. Η Ύδρα είχε και τη σπογγαλιεία, την οποία την είχανε κλειδώσει στην Κατοχή και αυτή. Ήτανε τα καΐκια, μας τα είχανε βγάλει, βάρκες και τα καΐκια δεν ήταν στο λιμάνι. Τα είχανε βγάλει όλα έξω, για τον λόγο που αυτοί ήξεραν, για ποιο λόγο. Οπότε υπήρχε μια ταλαιπωρία του κόσμου και του πληθυσμού, γιατί ήτανε θέμα διατροφής, εφόσον δεν μπορούσαν οι αλιείς, οι ψαράδες να ψαρεύουνε και να πηγαίνουν στην απέναντι πλευρά, στην Πελοπόννησο, για τα τρόφιμα. Ήτανε δύσκολα χρόνια, πολύ δύσκολα χρόνια, και ο κόσμος –απ' ό,τι θυμάμαι– ήτανε θέμα επιβίωσης, δεν υπήρχε τροφή. Ακόμα και τα ψάρια τα πιάνανε με καλάμια απ' τα βραχάκια απέξω οι ψαράδες γιατί τα καΐκια και οι βάρκες ήταν όλα στο καρνάγιο έξω, απαγορευότανε να υπάρχουν στο λιμάνι σκάφη. Όσον αφορά την Κατοχή, είναι κάπως έτσι, δύσκολα τα πράγματα. Η σπογγαλιεία είχε αράξει, δεν υπήρχε σπογγαλιεία. Την είχανε, δεν ξέρω αν την είχανε απαγορεύσει οι κατακτηταί, αλλά τα καΐκια ήταν στο καρνάγιο. Μετά την απελευθέρωση, που κι εγώ μεγάλωσα και αρχίζω κάτι να θυμάμαι, ξεκίνησε η σπογγαλιεία, που ήταν το επάγγελμα της Ύδρας. Ναυτικό νησί, με ναυτικούς, και ήτανε ψαράδες, σφουγγαράδες, πηγαίνανε τα σφουγγαράδικα στην Αφρική, μαζευόντουσαν πληρώματα από διάφορα μέρη της Ελλάδας: δύται, λοστρομαίοι, ναύτες και τέτοια. Επανδρώναν τα σκάφη αυτά και πηγαίναν στην Αφρική, στη Λιβύη συνήθως. Τα οποία, όχι βέβαια, έξω έξω στη Λιβύη, περίπου τα 6 μίλια, νομίζω, 6 ναυτικά μίλια, κοντά στις ακτές. Εκεί ψαρεύανε σφουγγάρια και μετά από 6 μήνες ερχόντουσαν, τον χειμώνα ερχόντουσαν στην Ελλάδα. Θυμάμαι τους συγγενείς, γυναικόπαιδα, πηγαίναν στους λόφους της Ύδρας με μαντήλια και καλοδεχόντουσαν τους ταξιδιώτες συγγενείς, τους άνδρες τους, τα παλικάρια τους, γενικά τον κόσμο που επάνδρωνε αυτά τα πλοία, αυτά τα σκάφη. Αυτό όσο αφορά τη σπογγαλιεία, η οποία κάποια στιγμή σταμάτησε, διότι δεν συνέφερε πια, δεν συνέφερε και η σπογγαλιεία τελείωσε για την Ύδρα και[00:05:00] ο κόσμος ασχολήθηκε με το Εμπορικό Ναυτικό. Το Εμπορικό Ναυτικό σιγά σιγά είχε εκείνα τα πλοία τα Liberty, τα οποία είχανε δωρίσει οι Αμερικάνοι στους Έλληνες, στην Ελλάδα. Ξεκινήσαν με τα Liberty και κάτι παλιά πλοία που είχαν πριν από τον πόλεμο, και όλοι μας οι νέοι, όλοι οι νέοι θέλαμε, για να φύγουμε από αυτή τη φτώχεια, την κακομοιριά του νησιού, να ασχοληθούμε, να φύγουμε απ' την Ελλάδα, να ταξιδέψουμε και να μαζεύουμε λεφτά να στέλνουμε στους γονείς μας. Δεν ήταν τόσο η ζωή τόσο ευχάριστη με δίχως χρήματα. Το νησί ήτανε ναυτικό νησί, δεν είχε παραγωγή από τη στεριά. Και ασχοληθήκαμε όλοι, μάθαμε γράμματα, πηγαίναμε στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων, η οποία ιδρύθηκε στην Ύδρα, γιατί είχε μεταφερθεί στην Καστέλλα στην Κατοχή, και σιγά σιγά πήγαμε στα καράβια να γίνουμε ναυτικοί, καπετάνιοι, μηχανικοί και τέτοια. Εγώ συγκεκριμένα έγινα καπετάνιος, χωρίς βέβαια να πάω στη Σχολή, γιατί δεν μ' άφηναν οι γονείς μου να γίνω ναυτικός. Και ξεκίνησα αυτή τη σταδιοδρομία, η οποία μου βγήκε σε καλό, γιατί μου άρεσε η θάλασσα, έγινα ανθυποπλοίαρχος, υποπλοίαρχος, έφτασα καπετάνιος στα μεγαλύτερα καράβια, τα τάνκερ, και μετά και στα φορτηγά, οπότε μου άρεσε, σαν επάγγελμα ήταν πάρα πολύ ευχάριστο. Γνώρισα και τη γυναίκα μου, με την οποία αρραβωνιάστηκα, παντρεύτηκα, έκανα παιδιά.

Ε.Θ.:

Λοιπόν, κύριε Στέφανε, μου είπατε ότι οι Ιταλοί ήταν φιλικοί και οι Γερμανοί ήταν κάπως πιο αυστηροί.

Σ.Ν.:

Αυστηροί, αυστηροί.

Ε.Θ.:

Αυτό πώς το ξέρατε εσείς;

Σ.Ν.:

Το έζησα και το γνώρισα αυτό.

Ε.Θ.:

Δηλαδή;

Σ.Ν.:

Ήμουνα 5-6 ετών και κάτι καταλάβαινα από αυτά τα πράγματα.

Ε.Θ.:

Είχατε δει ποτέ κάποιον Ιταλό;

Σ.Ν.:

Ναι, είδα, είδα οι Ιταλοί να μοιράζουν σοκολάτες στη γειτονιά. Με τους Γερμανούς είχαμε κλείσει τις πόρτες, τα μαγαζιά, κλειστά όλα κι αμπαρωμένα, γιατί τους φοβόμαστε. Φοβόταν ο κόσμος αυτή τη ράτσα, αυτούς τους ανθρώπους. Ήταν λιγάκι πιο αυστηροί.

Ε.Θ.:

Είχε γίνει κάποιο περιστατικό;

Σ.Ν.:

Ακριβώς δεν θυμάμαι, δεν θυμάμαι ακριβώς. Μου 'χανε πει φίλοι μου ότι με τα πλοία που είχανε τους πετάγανε τις φραντζόλες το ψωμί στη θάλασσα και πέφτανε να τις πάρουνε, να τις πιάσουν για να φάνε. Δεν τους 'διναν «Πάρ' τη φραντζόλα», αλλά πέφτανε στη θάλασσα βουτιά και πιάναν τις φραντζόλες και τις βγάζανε. Ήτανε λιγάκι σκληροί. Τα μαγαζιά τότε τα 'χαν κλείσει όλα γιατί τους φοβόντουσαν. Και απ' ό,τι είχα ακούσει, μπαίνανε στα καταστήματα με το περίστροφο και χτυπάγαν τα ταβάνια. Ήτανε λιγάκι απειλητικοί και σκληροί, δεν ήταν τόσο... Δεν ξέρω, μπορεί να ήταν κατ' άλλα καλοί, δεν ξέρω. Στην Ύδρα –απ' ό,τι ήξερα και απ' ό,τι άκουσα – δεν χτύπησαν κανένα άνθρωπο, δεν σκοτώσανε στην Ύδρα κανέναν, όχι. Για να λέμε την αλήθεια. Αλλά ήτανε αυστηροί, οι Ιταλοί ήταν πιο χαρισματικοί.

Ε.Θ.:

Εσείς κιόλας–

Σ.Ν.:

Εγώ ήμουν παιδάκι μικρό, 4-5 χρονών, 6 χρονών.

Ε.Θ.:

Είχατε κι εσείς μια ταβέρνα.

Σ.Ν.:

Όχι, η ταβέρνα αυτή την εποχή ήταν κλειδωμένη.

Ε.Θ.:

Ήταν κλειδωμένη.

Σ.Ν.:

Κλειδωμένη. Ο πατέρας μου, όταν έγινε, κηρύχθηκε ο πόλεμος, κλείδωσε τα μαγαζιά. Είχε δυο μαγαζιά στην παραλία, με το ξενοδοχείο κι ένα άλλο στην Ξερή Ελιά, αυτό που ζήσαμε. Αλλά περάσαμε, είχαμε κι ένα περιβόλι με αμυγδαλιές, που εκεί είχαμε προβατάκια, καμιά δεκαριά, δεκαπέντε προβατάκια, κατσικούλες και από εκεί την κυλήσαμε, περάσαμε τη ζωή μας. Η οικογένεια είχε τέσσερα παιδιά και περίπου τα δέκα όλοι, γιαγιάδες, θείες, η θεία, που ο άνδρας της είχε αποκλειστεί στο εξωτερικό, και η μία γιαγιά, η άλλη γιαγιά, ο παππούς, κι ο άλλος παππούς. Περίπου τα δέκα άτομα και ήτανε πολύ δύσκολη η διαβίωση. Κατάλαβες;

Ε.Θ.:

Πηγαίνατε κι εσείς στο περιβόλι εκεί;

Σ.Ν.:

Στο περιβόλι εκεί, βεβαίως, τη νύχτα, όταν περνάγαν τα στούκας τα γερμανικά και έριχναν μπόμπες. Ναι, το περιβόλι είχε βράχια, απότομους βράχους, που εκεί πηγαίναμε και κρυβόμαστε, σε κάτι σπηλιές, βάζαμε ψάθες. Μας έβαζαν οι γονείς μας ψάθες εκεί, με φαναράκια, και κοιμόμασταν στο περιβόλι.

Ε.Θ.:

Δεν μένατε στο σπίτι σας, δηλαδή;

Σ.Ν.:

Πολλές φορές μέναμε. Μόλις αρχίσανε και ερχόσανε τα αεροπλάνα, τρέχαμε και πηγαίναμε στην Μπουαγιά, τη λέγαμε, στο περιβόλι. Η αδερφή μου η Καλλιόπη κράταγε τον Άγιο Φανούριο κι εγώ το μαξιλάρι, και πηγαίναμε και ξαπλώναμε εκεί τη νύχτα.

Ε.Θ.:

Γιατί κρατούσε τον Άγιο Φανούριο;

Σ.Ν.:

Τον Άγιο Φανούριο για προστασία. Προστάτης. Για προστασία.

Ε.Θ.:

Και παίρνατε τροφή απ' το περιβόλι εκεί που είχατε;

Σ.Ν.:

Στο περιβόλι είχαμε τα κατσικάκια. Η γιαγιά τα άρμεγε τα κατσικάκια, έβγανε το γάλα. Αυτά. Φτιάχναμε το γιαούρτι. Έτσι γινόταν τότε. Αυτή την εποχή δύσκολα τα πράγματα. Το περιβόλι είχε χόρτα, όταν έβρεχε, και τα μαζεύαμε τα χόρτα. Είχε περιβόλι ένα, δυό, τρία στην Μπουαγιά. Αυτή[00:10:00] η περιοχή Μπουαγιάς. Ήτανε πολύ δύσκολα τα χρόνια. Ο πατέρας μου περισσότερο την έβγαλε στα βουνά, στο κυνήγι τότε, είχε κουμπάρους, συγγενείς στα βουνά και του δίνανε το στάρι, το οποίο οι μύλοι στην Ύδρα το αλέθανε και εκεί φτιάχναμε το ψωμί. Είχαμε ένα φουρνάκι και φτιάχναν το ψωμί η γιαγιά. Ζύμωνε το ψωμί.

Ε.Θ.:

Εσείς ως παιδάκι βοηθούσατε;

Σ.Ν.:

Εγώ δεν βοηθούσα, κοιτούσα μόνο. Ήμουνα πολύ μικρός.  

Ε.Θ.:

Τι ανάμνηση έχετε;

Σ.Ν.:

Κοίταξε.

Ε.Θ.:

Πιο έντονη;

Σ.Ν.:

Δεν μπορώ να πω ότι ήτανε πολύ, ήμουνα στενοχωρημένος ή τίποτα, γιατί η εποχή που παίζαμε τότε δεν είχε... Είχαμε σκληρές αναμνήσεις, κακές, αλλά εν πάσει περιπτώσει, ήταν και ευχάριστες. Δεν είχαμε την άνεση, φέρ' ειπείν δεν είχαμε τόπι να παίξουμε. Όταν τελείωσε ο πόλεμος, οι ναυτικοί μας φέρανε τόπια καουτσούκ και εκεί με τα τόπια αυτά παίζαμε, ενώ πρώτα κάναμε, τυλίγαμε κάλτσες με κανά κρεμμύδι και κλοτσάγαμε την μπάλα. Αυτή ήταν η μπάλα.

Ε.Θ.:

Είχατε κει φίλους άλλους ή μόνο με τα αδέρφια σας;

Σ.Ν.:

Όχι, όλη η γειτονιά. Είχε πολύ πληθυσμό η Ύδρα τότε. Όλη η γειτονιά γεμάτη με παιδιά. Και φτιάχναμε με το σχοινάκι και κάναμε το καράβι και κάναμε πόλεμο μεταξύ μας, οι Κουσουλιώτες και οι Μπαρμπαγιώτες, οι Μπαρμπαγιώτες, Άγιο Θανάση επάνω, κατεβαίνανε οι ομάδες και κάναμε πόλεμο, μ' ένα σχοινάκι, 3-4 άτομα μέσα, κάναμε το καράβι, το πολεμικό καράβι.

Ε.Θ.:

Πώς το κάνατε αυτό το καράβι δηλαδή;

Σ.Ν.:

Αυτό το καράβι, καθόμαστε έτσι, ένα σχοινάκι γύρω γύρω και παίζαμε. Όχι με πέτρες για να χτυπήσει ο ένας τον άλλον. Όχι.

Ε.Θ.:

Άρα, δηλαδή, είχατε ως παιδί…

Σ.Ν.:

Φερ' ειπείν με τον παππού σου, με τον παππού σου, ο παππούς σου είχε μανία με τις εκκλησίες και με τραβούσε κι εμένα μαζί, γιατί ήμαστε φίλοι, 5-6 χρονών. Πηγαίναμε στης Αρχόντως το σπίτι, του Πίπη του Μακρυγιώργου, και είχαμε στήσει καμπαναριό με κουτάκια, με ντενεκάκια και μια πρόκα από μέσα, και φτιάχναμε καμπαναριό. Χτυπάγαμε τις καμπάνες, γιατί ο παππούς σου είχε μανία με την εκκλησία. Και με πήγαινε κι εμένα στο μοναστήρι, στην Αγία Ευπραξία, για να δούμε τις καλόγριες όταν πεθαίνανε, που τις ενταφιάζανε με καρέκλα, με την καρέκλα. Και μου 'λεγε «Έλα να δεις! Πάμε». Και πηγαίναμε.

Ε.Θ.:

Άρα είχατε μια ελευθερία κινήσεων...

Σ.Ν.:

Η ελευθερία κινήσεων...

Ε.Θ.:

...κατά την Κατοχή.

Σ.Ν.:

Βεβαίως, γιατί δεν κάναμε κάτι κακό. Κάτι που να τους ενοχλούσαμε.

Ε.Θ.:

Ήταν στο νησί Ιταλοί, Γερμανοί;

Σ.Ν.:

Ήτανε πρώτα οι Ιταλοί, φύγανε και μετά ήρθαν οι Γερμανοί. Πρώτα, αρχικώς, ήταν οι Ιταλοί και μετά ήρθανε οι Γερμανοί, στην Κατοχή.

Ε.Θ.:

Δεν κυνηγούσαν δηλαδή, δεν επέβλεπαν τη ζωή;

Σ.Ν.:

Απ' ό,τι θυμάμαι και απ' ό,τι άκουσα, δεν χτύπησαν άνθρωπο. Σε άλλα μέρη κάτι κάνανε, δεν ξέρω αν σκοτώνανε, τι κάνανε, αλλά στην Ύδρα δεν χτυπήσαν άνθρωπο. Αλλά ήταν πολύ αυστηροί, πάρα πολύ αυστηροί και τους φοβόταν ο κόσμος.

Ε.Θ.:

Εσάς ως παιδί σας είχε κάνει κάποιος παρατήρηση;

Σ.Ν.:

Όχι, δεν θυμάμαι. Δεν θυμάμαι παραπάνω.

Ε.Θ.:

Από την οικογένειά σας είχε πάει κάποιος στον πόλεμο;

Σ.Ν.:

Όχι, δεν είχε πάει. Τα αδέρφια μου ήταν δύο κοπέλες –ήταν βέβαια μεγαλύτερες– και ο αδερφός μου μεγαλύτερος από εμένα, εγώ ήμουνα ο μικρός. Δεν πήγε κανείς στον πόλεμο. Απλώς ο αδερφός μου, όταν υπηρέτησε στο Ναυτικό, στο Πολεμικό Ναυτικό, ήτανε σημαιοφόρος και ταξίδευε στα παράλια εκεί της Τουρκίας με τα PGF – πώς τα λέγανε αυτά τα καΐκια; Εγώ υπηρέτησα στο Λιμενικό Σώμα, στο Υπουργείο Ναυτιλίας. Βέβαια, πήγα πρώτα, ταξίδεψα, για να μαζέψω υπηρεσία να γίνω καπετάνιος, και όταν έγινα, όταν γύρισα, πήγα στο Λιμενικό Σώμα, εκεί υπηρέτησα, στο Υπουργείο Ναυτιλίας, και κατόπι στη Σχολή Ραδιοναυτιλίας, στου Νοταρά.

Ε.Θ.:

Πώς αποφασίσατε να γίνετε ναυτικός;

Σ.Ν.:

Ήταν τότε μια διάθεση των νέων, γιατί είχαμε τη Σχολή Ναυτιλίας στην Ύδρα και ερχόντουσαν από άλλα μέρη και γινόντουσαν δόκιμοι, οπότε εμείς βλέπαμε αυτούς. Άλλοι μπορούσαν και πηγαίνανε, άλλοι δεν μπορούσαν, γιατί δεν επέτρεπαν τα έξοδα. Οπότε εγώ δεν έγινα καπετάνιος από τη Σχολή. Πήγα στα καράβια έτσι δίχως, με υπηρεσίες, και όταν έκανα 4 χρόνια προϋπηρεσία, τότε έδωσα εξετάσεις και πήρα του ανθυποπλοιάρχου, που υπηρετούσα στο υπουργείο τότε. Και εν συνεχεία, μετά από 2 χρόνια του υποπλοιάρχου, και μετά από πάλι 2 χρόνια του καπετάνιου, και έγινα καπετάνιος. Αλλά είχα μεγάλη, έτσι, πολύ κέφι και έγινα ένας πάρα, πάρα πολύ καλός καπετάνιος. Έγινα καλός. Είχα μανία γι' αυτό το επάγγελμα.

Ε.Θ.:

Γιατί τόσο;

Σ.Ν.:

Ίσως ζήλευα επειδή πήγαιναν άλλοι στη Σχολή και εγώ δεν μπορούσα να πάω. Δεν μ' άφηναν οι γονείς μου να πάω[00:15:00], γιατί πήγε ο μεγάλος μου αδερφός. Τότε ο ένας με τον άλλο θέλαμε να γίνουμε ναυτικοί και δη πλοίαρχοι ή μηχανικοί.

Ε.Θ.:

Επίσης, μου είπατε ότι στην Ύδρα υπήρχαν πολλοί σφουγγαράδες.

Σ.Ν.:

Ναι.

Ε.Θ.:

Μήπως σας επηρέασε αυτό;

Σ.Ν.:

Βεβαίως, θα σου πω για τα σφουγγαράδικα. Θυμάμαι τα καΐκια λόγω της Κατοχής τα είχανε τραβήξει έξω στα καρνάγια, έτσι; Δεν ήταν στη θάλασσα, απαγορευότανε να ταξιδεύουν τα καΐκια από την Ύδρα απέναντι, στη μεγάλη στεριά, την Πελοπόννησο. Αλλά όταν έγινε απελευθέρωση, το '45 –πότε έγινε ακριβώς, δεν θυμάμαι ημερομηνία– τότε ξεκίνησε ξανά η σπογγαλιεία, η οποία ήτανε η υδραίικη σπογγαλιεία, και φέρνανε πολλούς δύτες από την Κάλυμνο, τη Σύμη. Είχανε και στην Ύδρα εγκατασταθεί οικογένειες από αυτά τα μέρη, επειδή η σπογγαλιεία είχε ακμή κάποτε μεγάλη, είχε πλούτο, είχε μεγάλη ακμή και είχανε οικογένειες από την Κάλυμνο, τη Σύμη και από άλλα νησιά. Θυμάμαι και τα σφουγγαράδικα ήταν ένα ωραίο χρώμα στην Ύδρα, μια μεγάλη κίνησις, ο πληθυσμός τότε ήταν 4-5.000 κάτοικοι, στην απελευθέρωση, ίσως νωρίτερα είχε πιο πολύ κόσμο η Ύδρα, πολύ κόσμο, αλλά σε αυτή την περίοδο είχε περίπου 4-5.000. Πολλοί, οι περισσότεροι ήταν ναυτικοί και οι άλλοι ήτανε αγρότες, ήταν ρετσινάδες. Χτυπούσαν τα πεύκα, βγάζαν τη ρητίνη. Ο τουρισμός ξεκίνησε πολύ αργότερα, μετά το '47, '46-'47, σιγά σιγά, κούτσα κούτσα. Γυρίστηκαν πολλά έργα στην Ύδρα, με την Έλλη Λαμπέτη, με τη Σοφία Λόρεν, πολλά έργα. Στη Σοφία Λόρεν ήμουνα εκεί, ήμουνα στην Ύδρα ακόμα, ήμουνα γυμνασιόπαις.

Ε.Θ.:

Ήσασταν πιο μεγάλος. Τώρα να σας ξαναγυρίσω στους σφουγγαράδες. Θυμάστε έτσι κάποια ανάμνηση ωραία;

Σ.Ν.:

Ναι, θυμάμαι τους σφουγγαράδες, όταν ερχόντουσαν από το εξωτερικό, ερχόντουσαν, σας είπα προηγουμένως, πήγαιναν τα γυναικόπαιδα στους λόφους και τους προϋπαντούσαν, έτσι με μαντίλια και τέτοια, και αυτοί σφυρίζανε και μπαίναν στο λιμάνι μέσα. Απαγορευότανε να βγαίνουν έξω. Έπρεπε να περάσουν από το Υγειονομείο πρώτα, και πηγαίναν από το Λιμεναρχείο, ένα ένα τα καΐκια, πήγαινε ο λιμενάρχης, πήγαινε ο γιατρός πρώτα και έλεγε ότι μπορεί να έρθουν σε επαφή με τον κόσμο, και σιγά σιγά δέναν τα καΐκια αυτά, βγάζαν αυτά που είχανε, τα σφουγγάρια, το εμπόρευμα που είχανε πάρει. Και είχαμε το κατάστημα σπογγαλιείας, του Βερβενιώτη, το οποίο τώρα είναι το ξενοδοχείο το «Μπρατσέρα». Εκεί, θυμάμαι, απλώνανε, ψαλιδίζαν τα σφουγγάρια και τ' απλώνανε, τα πλένανε και τ' απλώνανε για να στεγνώσουνε. Τα κατεβάζαν σε σάκους και ερχόταν καράβι από τη Σουηδία, θυμάμαι, επί 2-3 φορές, ένα καράβι της Σουηδίας, με την μπίγα, έπαιρνε τους σάκους απάνω και φόρτωνε το καράβι αυτό και πήγαινε για την Ευρώπη, Γερμανία-Σουηδία πήγαινε, θυμάμαι αυτή την περίπτωση, τη θυμάμαι καλά. Ήτανε μια επίπονη, μια κουραστική δουλειά βέβαια, αλλά δεν υπήρχε άλλος τρόπος ζωής, γιατί απ' αυτό το επάγγελμα ζούσανε οικογένειες, μεγαλώνανε παιδιά, παντρεύανε παιδιά, κορίτσια, προίκες. Είχανε και τις προίκες. Κάθε κοπέλα πρέπει να πάρει κι ένα σπίτι προίκα και έπρεπε να δουλεύουνε οι άνθρωποι σκληρά γι' αυτό. Και στη θάλασσα και στη στεριά.

Ε.Θ.:

Πώς και εσείς δεν γίνατε σφουγγαράς; Και θέλατε να γίνετε ναυτικός;

Σ.Ν.:

Όχι, ο πατέρας μου... με πολλή στενοχώρια έφυγα για τη θάλασσα, γιατί ο πατέρας μου ήταν έμπορας έξω. Είχε την μπακαλοταβέρνα, είχε το εμπόριο της ρητίνης, είχε τα τυριά, το εμπόριο των τυριών, είχε πάρει ξενοδοχείο. Είχε ξενοδοχείο στην Ύδρα, το μοναδικό της εποχής. Δεν είχα, δεν μ’ άφηνε ν' ασχοληθώ με άλλο επάγγελμα, ήθελε να μείνω εκεί σε αυτήν την επιχείρηση.

Ε.Θ.:

Ούτε με τα σφουγγάρια; Που κι αυτά εμπόριο ήτανε.

Σ.Ν.:

Ήτανε εμπόριο. Όχι. Δεν είχαμε εμείς, όχι.

Ε.Θ.:

Θυμάστε την ημέρα που του είπατε ότι «Εγώ φεύγω»;

Σ.Ν.:

Ναι, το θυμάμαι. Την ημέρα που του είπα «Φεύγω, γιατί εγώ θέλω να γίνω ναυτικός, όπως πάνε όλοι οι άλλοι στη θάλασσα. Θέλω να πάω να γίνω καπετάνιος». Και μου είπε ότι: «Το κλειδί αυτό δεν θα το 'χεις, θα 'σαι εργάτης του εφοπλιστή, ενώ τώρα εδώ είσαι αφεντικό, με το κλειδί αυτό, που ανοίγεις το μαγαζί και το κλείνεις, το πρωί και το βράδυ φεύγεις. Δεν θα 'σαι αφεντικό, θα 'σαι υπάλληλος». Και εγώ του υποσχέθηκα ότι θα γυρίσω, όπως γύρισα. Μετά από κάποια χρόνια γύρισα, γιατί αναγκάστηκα για οικογενειακούς λόγους, με τρία παιδιά, να γυρίσω κάποια στιγμή, να παρατήσω τα καράβια, το καπετανιλίκι στα τάνκερ, το καπετανιλίκι στα φορτηγά, τα καινούρια, όλα καινούρια, νεότευκτα, και να γυρίσω πίσω στο νησί.

Ε.Θ.:

Θέλω να μου πείτε λίγο τι χαρτιά[00:20:00] χρειαζόσασταν για να μπαρκάρετε, εσείς που δεν ήσασταν από το Εμπορικό Ναυτικό, που δεν είχατε πάει στη Σχολή, τι χαρτιά χρειαζόσασταν; Περνούσατε από γιατρούς; Έπρεπε;

Σ.Ν.:

Όλοι οι ναυτικοί όταν φεύγουν περνάνε από γιατρούς. Δεν μπορείς να μπαρκάρεις χωρίς γιατρούς. Και πρέπει και το ποινικό σου μητρώο να είναι καθαρό. Για να φύγεις, να πας στα καράβια, να είναι καθαρό, να μην έχεις μπλεχτεί με ιστορίες, με αστυνομίες, με τέτοια πράγματα. Πρέπει να έχεις καθαρό ποινικό μητρώο για να μπορείς να μπαρκάρεις. Να είσαι δηλαδή, με λίγα λόγια, ένας καλός άνθρωπος.

Ε.Θ.:

Τι γιατρούς έπρεπε να περάσετε; Από ποιους γιατρούς;

Σ.Ν.:

Γιατρούς να σε κοιτάξουν ότι είσαι υγιής. Η θάλασσα θέλει υγιείς οργανισμούς, δεν θέλει αρρωστιάρηδες. Πρέπει να είσαι καλός, υγιής οργανισμός, δυνατός, μπρατσάτος, να μπορείς να αντέξεις να ανέβεις στα άλμπουρα πάνω, να κατεβαίνεις τα άλμπουρα και όλα αυτά τα πράγματα. Πρέπει να είσαι δυνατός, να έχεις υγεία πάνω σου, και σαν νέοι είχαμε την υγεία.

Ε.Θ.:

Και σωματική και ψυχική;

Σ.Ν.:

Ε βέβαια, και σωματική και ψυχική υγεία.

Ε.Θ.:

Περνούσατε δηλαδή κι από κάποιον ψυχολόγο;

Σ.Ν.:

Βεβαίως, περνούσαμε από γιατρούς. Περνάς από γιατρούς. Άμα ήσουνα, φερ' ειπείν, αλλήθωρος ή κουφός, δεν σ' αφήνανε, σου λέγανε «Εσύ κάτσε στη στεριά, δεν κάνεις για τη θάλασσα». Πρέπει να έχεις υγεία, να είσαι υγιής.

Ε.Θ.:

Τώρα θα ήθελα να μου πείτε πώς βρήκατε το καράβι στο οποίο θα μπαρκάρατε. Πώς βρήκατε το καράβι; Πήγατε μέσω γνωστού, το βρήκατε από τον αδερφό σας, που ήταν ήδη;

Σ.Ν.:

Όχι, το καράβι που πρωτομπαρκάρισα, ήμουνα πολύ τυχερός στο θέμα αυτό, αν κι υπήρχε μεγάλη έτσι δυσκολία για να μπαρκάρουμε την εποχή αυτή, το '57-'58. Ένας λιμενάρχης, φίλος του πατέρα μου, με διευκόλυνε. Μου βρήκε το καράβι, το οποίο είχε πάει στις Σπέτσες, είχε φουντάρει, μεγάλο καράβι, τάνκερ, καινούριο, και μαζί με τους Σπετσιώτες, τους Κασιώτες και τους Συριανούς πήγα και το Υδραιόπουλο. Εγώ ήμουνα το Υδραιόπουλο. Ο κύριος Σπαλιέρης μ' έστειλε στις Σπέτσες, σ' αυτό το καράβι, που είχε γνωστό τον εφοπλιστή.

Ε.Θ.:

Ποιο ήταν το καράβι; Το όνομα του καραβιού;

Σ.Ν.:

Το «Πρωτεύς», «Πρωτεύς». «Πρωτεύς», του Κουλουκουντή. Καινούριο καράβι, νηολόγιο Σύρου. Ήταν 6 Συριανοί, 6 Κασιώτες, 31 Σπετσιώτες και ο Υδραίος. Εγώ ήμουν ο Υδραίος, το Υδραιόπουλο.

Ε.Θ.:

Το Υδραιόπουλο.

Σ.Ν.:

Ναι. Σε ταξίδια Περσικό-Ισραήλ.

Ε.Θ.:

Πόσο καιρό κράτησε το πρώτο σας ταξίδι;

Σ.Ν.:

Το πρώτο μου ταξίδι 1 χρόνο. Μόλις έκλεισα τον χρόνο, έφυγα, για να βρω άλλο καράβι με καλύτερη αμοιβή.

Ε.Θ.:

Ποια ήταν η αμοιβή συνήθως εκείνη την εποχή;

Σ.Ν.:

Αυτή την εποχή τότε έπαιρνα 12 λίρες και πήγα στο άλλο καράβι και πήρα 34 λίρες. Διαφορά μεγάλη. Σε άλλα ταξίδια, πιο μακρινά.

Ε.Θ.:

Μπορείτε λίγο, λοιπόν, τώρα να μου πείτε σε ποιες χώρες είχατε πάει, τι εμπορεύματα είχαν τα καράβια αυτά;

Σ.Ν.:

Το πρώτο μου καράβι ήταν τάνκερ και κουβαλούσαμε πετρέλαιο από την Περσία για το Ισραήλ, και κάναμε ενδιάμεσα και μερικά ταξίδια Ιταλία για Ισραήλ, το Τελ Αβίβ, αλλά τα άλλα καράβια ήτανε φορτηγό που έκανε ταξίδια Αμερική-Ιαπωνία, ως επί το πλείστον, με στάρι. Εκεί ήμουνα ναύτης και από ναύτης με κάνανε και ανθυποπλοίαρχο, μου 'καναν προαγωγή και μ' εκάναν ανθυποπλοίαρχο, και έπαιρνα διπλάσια λεφτά, ας πούμε. Κάποια στιγμή γύρισα στον αδερφό μου, που ήταν σε ένα τάνκερ στο Μεξικό, κι εκεί έμεινα 2 χρόνια, ανθυποπλοίαρχος στο Μεξικό. Εκεί πέρασα πάρα πολύ καλά. Κοντινά ταξίδια, Μεξικό-Τέξας, περίπου 2 χρόνια. Κάποια στιγμή έφυγα και ήρθα και υπηρέτησα στο Λιμενικό Σώμα.

Ε.Θ.:

Για ποιο λόγο; Κάνατε το στρατιωτικό σας;

Σ.Ν.:

Έκανα το στρατιωτικό μου.

Ε.Θ.:

Εκείνη την περίοδο;

Σ.Ν.:

Ναι, ναι, ναι.

Ε.Θ.:

Και μετά ξαναφύγατε;

Σ.Ν.:

Βεβαίως, αφού πήρα το πρώτο δίπλωμα, πήγα σ' ένα τάνκερ τότε, αμερικάνικο, στον Περσικό Κόλπο, που ατυχώς αυτό το καράβι έπιασε φωτιά την ώρα της φόρτωσης. Φόρτωνε βενζίνες για το Βιετνάμ, και επειδή ήξερα από τάνκερ εγώ, πήρα είδηση ότι βγαίνει μια κλωστή φωτιά από την καμινάδα, οπότε φωνάζω σ' αυτόν έξω, που είχε τον έλεγχο, να πάρει το φορτίο πίσω, να σταματήσει τη φόρτωση, και πρόλαβα το καράβι να μην καεί, αλλά το μηχανοστάσιο ολόκληρο και το κομοδέσιο της πρύμνης έπιασε φωτιά και κάηκαν δυο τρία άτομα. Εκεί πια ήμουνα και ήξερα και πρόλαβα το κακό το μεγάλο.

Ε.Θ.:

Μετά είχατε φόβο;

Σ.Ν.:

Ε βέβαια. Βγήκαμε όλοι, έβγαλα τον κόσμο έξω και κοιτούσαμε το βαπόρι που καιγότανε. Καιγότανε το πρυμναίο το κομοδέσιο, και το κατάστρωμα ήταν γεμάτο βενζίνες, δεν πιάσανε φωτιά, γιατί ήμουν εγώ επί τόπου και ήξερα από τάνκερ, από γκαζάδικα, από αυτά τα φορτία τα επικίνδυνα. Έκτοτε, έφυγα, πήγα σε άλλο τάνκερ[00:25:00], που ήταν ο αδερφός μου, όχι, πήγα σ' ένα άλλο τάνκερ, συμπλήρωσα τις υπηρεσίες, πήρα το δίπλωμα του υποπλοιάρχου και πήγα σε δύο τάνκερ υποπλοίαρχος και μετά το επόμενο ήταν καπετάνιος, στα μεγάλα τάνκερ της εταιρείας, τα 300.000 τόνων. Δύο μεγάλα τάνκερ 300.000 τόνων. Στο ένα έκανα και καπετάνιος 6 μήνες και κατόπιν έφυγα, πήγα σε άλλα πλοία της ίδιας εταιρείας, μικρότερα, και κάποια στιγμή –να το πω και αυτό;– δεν πήγα το καράβι στην Τουρκία, γιατί ήταν η μέρα του Αττίλα στην Κύπρο. Δεν το πήγα και έφυγα, έφτασα στην Αμερική, οπότε εκεί βρήκα φορτηγό καράβι καινούριο και έκανα πολλά ταξίδια, Αμερική, Ιαπωνία, Καναδά, Ευρώπη. Συνήθως Αμερική-Ιαπωνία, Αμερική-Φιλιππίνες, Κορέα. Τέτοια ταξίδια. Αυτά.

Ε.Θ.:

Πώς ήταν η ζωή σας ως ναυτικός;

Σ.Ν.:

Ήταν πάρα, πάρα πολύ καλή. Ήμουν πολύ ευχαριστημένος. Μου άρεσε πολύ αυτή η ζωή στη θάλασσα, γιατί εμείς οι Υδραίοι είμαστε στο πετσί μας, στο αίμα μας μέσα, να είμαστε ναυτικοί. Ο παππούς σου δεν ήταν ναυτικός; Ο προπάππους σου.

Ε.Θ.:

Ο προπάππους μου, ναι.

Σ.Ν.:

Ο προπάππους σου ναυτικός. Ο πατέρας σου δεν έγινε ναυτικός, πήγε στις εκκλησίες, εκεί, του άρεσε η εκκλησία.

Ε.Θ.:

Κάποια ανάμνηση που έχετε ή κάποια χώρα που σας έκανε εντύπωση; Γιατί αλλιώς ήτανε η Ύδρα και αλλιώς ήτανε αυτές οι χώρες, ας πούμε, εκεί στην Ασία.

Σ.Ν.:

Όταν γυρίστηκε στην Ύδρα Το παιδί και το δελφίνι με τη Σοφία Λόρεν, ήμαστε εκεί, γιατί θέλαμε να μπαρκάρουμε, αλλά δεν υπήρχε δουλειά. Ήταν δύσκολα χρόνια, το '56-'57, –πότε ήτανε;– και θυμάμαι ότι γυρίστηκε στην Ύδρα Το παιδί και το δελφίνι. Βοηθάγαμε και μας δίναν και λεφτά, βοηθάγαμε εκεί πέρα, μετράγαμε τους δρόμους για να περνάνε κάτι αυτοκινητάκια που είχαν φέρει. Ασχοληθήκαμε σαν βοηθοί και ακούγαμε το τραγούδι, η Σοφία Λόρεν που έλεγε: «Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη», και δεν μπορούσε να το μάθει και παρακαλάγαμε να μην το μάθει το τραγούδι, για να παίρνουμε άδεια από τους γονείς μας να ξενυχτάμε κοντά εκεί. Ήτανε μια μεγάλη ζωή στην Ύδρα, ζωντάνια. Δηλαδή υπήρχαν δραστηριότητες μεγάλες, χρήμα πολύ στο νησί. Είχαν έρθει από όλο τον κόσμο προσωπικότητες και άνθρωποι, οι οποίοι ασχοληθήκανε με το έργο της Σοφία Λόρεν, Το παιδί και το δελφίνι.

Ε.Θ.:

Αλλά από χώρες που πήγατε εσείς μετά; Από χώρες που πήγατε εσείς όσο ταξιδεύατε, ποια χώρα σας έκανε εντύπωση;

Σ.Ν.:

Μου άρεσε πάρα πολύ η Αργεντίνα, το Μπουένος Άιρες, όπως και η Νέα Υόρκη, το Τόκιο. Οι μεγάλες πόλεις ήταν πάντα πιο καλές, πιο όμορφες. Και το Ρότερνταμ ήταν πολύ καλό, αλλά η Νέα Υόρκη, το Σακραμέντο, Λος Άντζελες, Σαν Φρανσίσκο, τον Καναδά. Πήγα στο Μόντρεαλ, επήγα στο Βανκούβερ, το οποίο ήταν πάρα πολύ ωραίο, το Βανκούβερ, και φιλόξενοι οι άνθρωποι εκεί πέρα, πολύ καλοί. Ήμαστε και νέοι τότε, μας θέλανε τους νέους. Τους νέους Έλληνες μας αγαπούσαν στο εξωτερικό.

Ε.Θ.:

Γιατί;

Σ.Ν.:

Δεν ξέρω, είναι η ράτσα μας τέτοια, είναι ο λαός τέτοιος. Η φάτσα του ανθρώπου είναι, έλκει, και η φάτσα του ανθρώπου απωθεί, ή έλκει η φάτσα ή απωθεί, δυο πράγματα είναι, δεν υπάρχει ενδιάμεσο στοιχείο.

Ε.Θ.:

Πόσο καιρό καθόσασταν όταν φτάνατε στο λιμάνι;

Σ.Ν.:

Στο λιμάνι εξαρτάται τι φορτίο είχαμε. Είχα καθίσει στο Τόκιο έναν μήνα, διότι μεσολάβησαν οι γιορτές των Χριστουγέννων, και άλλες φορές μπορεί να ήτανε 10 μέρες, 6 μέρες. Τα τάνκερ ώρες. Τα τάνκερ ξεφορτώνουν σε ώρες, 15 ώρες, 17 ώρες.

Ε.Θ.:

Πώς επικοινωνούσατε με τους δικούς σας ανθρώπους;

Σ.Ν.:

Την εποχή αυτή με αλληλογραφία, και όταν πλησιάζαμε κοντά στη Μεσόγειο με το τηλέφωνο. Το ραδιοτηλέφωνο και αυτά.

Ε.Θ.:

Η αλληλογραφία αργούσε;

Σ.Ν.:

Όχι, δεν αργούσε καθόλου, δεν αργούσε καθόλου. Είχαμε τακτική επικοινωνία. Δεν είχαμε παράπονα σε αυτό το θέμα. Όπως και η τροφοδοσία ήταν πάρα πολύ καλή. Στο κάτω κάτω, πιάναμε και τα ψαράκια μας, φτιάχναμε καθετήρες, όταν στο λιμάνι πιάναμε ψάρια. Πιάναμε και αστακούς, πιάναμε και περιστέρια, που καθόντουσαν εκεί που φορτώναμε το στάρι, τα πιτσούνια, τα περιστεράκια, εκεί κοντά μας ήταν κι αυτά. Όχι, δεν περνάγαμε άσχημα. Το κάθε επάγγελμα για να περνάς καλά πρέπει να το αγαπάς. Άμα δεν το αγαπάς, άλλαξέ το, κάνε κάτι άλλο. Και είναι πολύ ευχάριστο να το αγαπάς.

Ε.Θ.:

Ποια ανάμνηση έχετε από αυτό το επάγγελμα, από κάποιο[00:30:00] ταξίδι; Κάποια δυνατή ανάμνηση, ας πούμε, που δεν θα την ξεχάσετε.

Σ.Ν.:

Οι αναμνήσεις μου ήταν, οι καλές, στο Βανκούβερ του Καναδά, που κάναμε γιορτές. Μας αγαπούσαν πάρα πολύ οι Καναδοί και πηγαίναμε σαν νεαροί στο πάρκο, στο Stanley Park, και παίζαμε με τις πάπιες, εκεί πέρα ένα πάρκο που είχανε, και ο κόσμος μας αγαπούσε, μας εκτιμούσε τους Έλληνες ναυτικούς, τους νεαρούς. Και τους μεγάλους βέβαια. Όταν παραλαβαίναμε τα καινούρια πλοία στην Ιαπωνία, που κάναμε γλέντι, μας κάνανε πάρτι, γιατί οι νέοι τα θέλαμε αυτά τα πράγματα. Το «σαγιονάρα πάρτι», το παραλαβές, πώς το λέγανε εκεί πέρα αυτοί. Περνάγαμε πάρα πολύ καλά. Κάναμε τραπεζώματα μεγάλα με τα ψάρια που φτιάχναν τα ωμά και βάζαν ειδική σάλτσα και μας λέγανε «Φάε». Πώς θα φάω ένα ωμό ψάρι; Το τρώγαν το ωμό ψάρι με μια ειδική σάλτσα που βάζανε, μια γεύση δική τους. Πέρασα καλά. Και στις Φιλιππίνες πάρα πολύ καλά περνάγαμε και στη Σεούλ, που με στείλαν και κοίταξα το νεκροταφείο των νεκρών Ελλήνων, που είχαν σκοτωθεί στον πόλεμο της Κορέας. Αλλά στα λιμάνια της Βραζιλίας και στην Αργεντινή ήταν βέβαια πιο καλά τα πράγματα και πιο θερμοί οι άνθρωποι, πιο ζεστοί με εμάς.

Ε.Θ.:

Γιατί;

Σ.Ν.:

Είναι οι ράτσες τέτοιες.

Ε.Θ.:

Και θέλω να μου πείτε λίγο τώρα, επειδή το αναφέρατε, ότι είχατε κάνει Χριστούγεννα στο Τόκιο. Ήταν η πρώτη φορά που ήσασταν εκτός από την Ύδρα;

Σ.Ν.:

Ναι, ήμουνα, όχι, μετά, είχα κάνει πρώτα στο τάνκερ και μετά, τον 2ο χρόνο, που πήγα στο φορτηγό, κάναμε Χριστούγεννα στο Τόκιο γιατί το βαπόρι σταμάτησε να κάνει εκφόρτωση, επειδή ήταν γιορτές των Χριστουγέννων. Και όπως κλειδώνουμε τα μαγαζιά και τα σπίτια τα Χριστούγεννα και μαζεύονται οι οικογένειες, οι ηλικιωμένοι βρίσκουν τα παιδιά τους, πάνε όλες μαζί οι οικογένειες, έτσι γίνεται κι εκεί, και είχανε κλειδώσει και σταμάτησε η εκφόρτωση, δεν βγάζαμε το φορτίο, που ήταν παλιοσίδερα, οπότε καθίσαμε εκεί έναν μήνα και πήραμε μια φωτογραφική και γυρίζαμε στα μουσεία στο Τόκιο και βγάζαμε φωτογραφίες.

Ε.Θ.:

Τι μηχανή ήταν αυτή;

Σ.Ν.:

Polaroid.

Ε.Θ.:

Polaroid;

Σ.Ν.:

Ναι, ναι. Polaroid. Μου την είχανε χαρίσει το πλήρωμα, όταν πήγα.

Ε.Θ.:

Θυμάστε κάποια φωτογραφία που είχατε βγάλει και σας αρέσει ακόμα;

Σ.Ν.:

Όχι, δεν θυμάμαι τώρα. Οι φωτογραφίες οι καλές είναι η γυναίκα μου με τα παιδιά μου, όταν μου στέλναν τα παιδιά. Όταν γεννήθηκε ο Σταύρος, το καράβι, το μεγάλο καράβι γύριζε στον Ατλαντικό και σφύριζε, γιατί γεννήθηκε ο Σταύρος. Είχαν προηγηθεί δυο κόρες και με το που γεννήθηκε ο Σταύρος το βαπόρι γύριζε γύρω γύρω, σφύριζε και κάναμε γλέντι τρικούβερτο μέσα.

Ε.Θ.:

Αυτό το κάνατε μόνο όταν γεννιόταν γιος;

Σ.Ν.:

Όχι, αυτό έγινε από ευχαρίστηση αυτής της περίπτωσης, του γεγονότος.

Ε.Θ.:

Το κάνατε όμως γενικά όταν γεννιότανε ένα παιδί, ας πούμε;

Σ.Ν.:

Γενικά. Ναι, ναι.

Ε.Θ.:

Τώρα θα ήθελα να σας πάω λίγο πίσω, στην πρώτη μέρα που μπήκατε για να μπαρκάρετε. Φύγατε από την Ύδρα και πού πήγατε; Πώς πήγατε στο πλοίο;

Σ.Ν.:

Πήγα στις Σπέτσες και ήρθε και η αδερφή μου μαζί, για να με πάρει πίσω, να μην μπω στο καράβι, να μη μου αρέσει και να γύριζα πίσω. Με τρεις βαλίτσες με τα ρούχα, μπήκα στο καράβι, έξω η αδερφή μου, περίμενε στην καφετέρια έξω, για να μη μου αρέσει, μ' είχανε μυήσει να μη μου αρέσει το πλοίο, για να γυρίσω πίσω. Και όταν μπήκα στο πλοίο, εγώ ήθελα οπωσδήποτε να μπαρκάρω, να γίνω ναυτικός, μ' έβαλαν σε μια δουλειά κάτω, έβγαζε κάτι παλιοπετρέλαια, κάτι αυτά, αλλά είχα τον εγωισμό, μ' έβαλαν, μου δώσαν το δωμάτιο για να μείνω. Καλό δωμάτιο, μοναχικό. Κι όταν το βράδυ βγήκα έξω, μου λέει η αδερφή μου: «Πώς τα είδες τα πράγματα;». «Α, πάρα πολύ ωραία!», ενώ εγώ είχα κλάψει. Δεν ήταν και τόσο ευχάριστο. Δεν ήταν ευχάριστη η πρώτη εργασία. Και την άλλη μέρα, πρωί πρωί, ξεκίνησε το καράβι και έφυγε για την Ιταλία.

Ε.Θ.:

Δεν σας κατάλαβε η αδερφή σας;

Σ.Ν.:

Όχι, δεν με κατάλαβε. Είχα τον εγωισμό απάνω, μέσα μου, δεν με κατάλαβε, γιατί εγώ είχα λιγάκι σοκαριστεί, δεν ήθελα να…

Ε.Θ.:

Οπότε έφυγε η αδερφή σας μετά.

Σ.Ν.:

Έφυγε η αδερφή μου και εγώ έμεινα στο καράβι, την άλλη μέρα το καράβι πρωί πρωί έφυγε για την Ιταλία και μετά Ισραήλ. Είχαμε στήσει στους Ισραηλινούς, είχαμε πολύ καλή φιλοξενία, όταν πηγαίναμε στο Ισραήλ, οι Ισραηλινοί για μας δίνανε ρέστα. Ήταν πολύ καλοί.

Ε.Θ.:

Και θα ήθελα λίγο να μου πείτε, εάν θυμάστε, στις βαλίτσες, που είπατε ότι πήρατε ρούχα, τι άλλο από τα προσωπικά σας αντικείμενα είχατε βάλει; Κάτι που θέλατε να πάρετε μαζί σας στο ταξίδι, μια οικογενειακή φωτογραφία;

Σ.Ν.:

Οπωσδήποτε, είχαμε μια εικονίτσα, είχαμε τις φωτογραφίες των γονιών μας, είχαμε αυτά τα πράγματα, και τα ρούχα, εσώρουχα, [00:35:00]ρούχα και αυτά που υπήρχαν την εποχή αυτή, παπούτσια, αυτά βάζαν στις βαλίτσες. Κάποια εικόνα, κάποιο αυτό, όλα αυτά τα πράγματα.

Ε.Θ.:

Εσείς ποια εικόνα είχατε;

Σ.Ν.:

Τον Άγιο Νικόλα, οπωσδήποτε. Και την Παναγία.

Ε.Θ.:

Τον Άγιο Κωνσταντίνο τον Υδραίο τον είχατε;

Σ.Ν.:

Και τον Άγιο Κωνσταντίνο. 

Ε.Θ.:

Ωραία, τώρα θέλω να σας ρωτήσω ποιο ήταν το τελευταίο σας ταξίδι.

Σ.Ν.:

Μάλιστα.

Ε.Θ.:

Ποιο ήταν το τελευταίο; Και πώς αποφασίσατε να σταματήσετε; Μου το 'πατε στην αρχή λίγο.

Σ.Ν.:

Μου 'βαλες δύσκολη ερώτηση τώρα, δεν ήθελα να την πω, αλλά… Κάποτε η γυναίκα μου, με τα τρία παιδιά και δασκάλα, συν τοις άλλοις, τα πέρναγε λιγάκι δύσκολα μόνη της και μου 'γραψε ένα γράμμα ο πεθερός μου, ότι: «Η Λέλα με τα τρία παιδιά και την εργασία λιγάκι δυσκολεύονται». Οπότε εγώ αποφάσισα να εγκαταλείψω το επάγγελμα, γιατί είχα υποσχεθεί στον πατέρα μου ότι εγώ θα γυρίσω. «Μην τα κλείσεις τα μαγαζιά, μην τα νοικιάσεις τα μαγαζιά». Είχε ξενοδοχείο, είχε εστιατόριο-ταβέρνα, είχε μπακάλικο, εμπόρια και τέτοια. Εμπόριο ρητίνης, εμπόριο τυριών. Οπότε εγώ του 'γραψα ένα γράμμα και του λέω: «Να έρθω;» και μου λέει: «Ακόμα σε περιμένω», κι οπότε γύρισα εγώ. Επέστρεψα και πήρα μικρό καραβάκι, πιο τοπικό, Νιγηρία-Ελλάδα, Νιγηρία-Μεσόγειο, και στον χρόνο απάνω έφυγα, έκανα και μία ρυμούλκηση, σπάνια περίπτωση για ναυτικούς, έπιασα ένα βαπόρι που καιγότανε στον Νότιο Ατλαντικό και το ρυμούλκησα, το πήγα στο Ντακάρ, έκανα και τέτοιες, αυτή την κίνηση, η οποία, εντάξει, λέγανε ότι θα πάρουμε λεφτά, δεν πληρώθηκα. Δεν πειράζει. Αλλά έφτασα στην Ύδρα, οπότε μου έδωσε ο πατέρας μου το μαγαζί, το οποίο το είχαν ενοικιαστές και τους βγάλαμε, και ξεκίνησα τη νέα δουλειά, το νέο επάγγελμα της στεριάς: εστιατόριο στην Ξερή Ελιά στην Ύδρα.

Ε.Θ.:

Πόσων χρονών ήσασταν τότε;

Σ.Ν.:

Τον καιρό που γύρισα στην Ύδρα ήμουνα 39-40, εκεί, όχι καλά καλά 40 ετών ήμουνα. Και ξεκινάω αυτή τη δουλειά με πολύ κέφι, γιατί είχα εκπαίδευση από μικρός, οπότε ήταν για μένα αστείο. Πολύ εύκολη δουλειά για μένα.

Ε.Θ.:

Δηλαδή τι εννοείτε;

Σ.Ν.:

Είχα και τη μανία και τη λαχτάρα να είμαι κοντά στην οικογένεια, οπότε είχα το κέφι, αυξήθηκε για αυτή την εργασία. Και ο τουρισμός τότε, γκρουπ ερχόντουσαν στην Ύδρα, γαλλικά γκρουπ, ευρωπαϊκά γκρουπ, αμερικάνικα. Κόσμος διάφορος. Η Ξερή Ελιά είναι το σημείο αναφοράς, είναι το top αυτό το μαγαζί για την Ύδρα. Πολύ γνωστό. Famous, famous το λένε!

Ε.Θ.:

Όταν εννοείτε «ξέρατε πολύ καλά τη δουλειά», τι εννοείτε; Από μικρός σας είχε κοντά;

Σ.Ν.:

Από μικρό παιδάκι ο πατέρας μου με είχε κοντά. Τότε δεν ήμουν κοντά στην μαμά μου, ήμουν κοντά στον μπαμπά μου, οπότε ήξερα καλά τη δουλειά.

Ε.Θ.:

Δηλαδή τι σας μάθαινε;

Σ.Ν.:

Πώς να συμπεριφέρομαι, πώς να κινούμαι, τι προβλέψεις να κάνω, να γίνεται η δουλειά σωστή, όχι με λάθη, να μην υπάρχουν λάθη.

Ε.Θ.:

Στο εμπόριο τι συμβουλή σας έδινε;

Σ.Ν.:

Στο εμπόριο, βέβαια, κι εκεί ήμουν πολύ καλός. Έφερα τον μούστο στην Ύδρα, με δυο καΐκια, κουβάλαγα από την Κάρυστο και την Ανάβυσσο μούστο, έδινα στα άλλα μαγαζιά τα μικρότερα, στον κόσμο έδινα, αυτά. Έκανα τέτοιες κινήσεις.

Ε.Θ.:

Και μετά, όταν αναλάβατε την επιχείρηση, θα ήθελα να μου πείτε κάποια συγκεκριμένη εργασία που κάνατε και σας άρεσε πολύ.

Σ.Ν.:

Σε δραστηριότητες;

Ε.Θ.:

Ναι.

Σ.Ν.:

Σε δραστηριότητες αυτό που μ' άρεσε, επειδή στην Ύδρα είχαμε νεαροί τις κιθαρίτσες μας και τα τραγούδια, σαν νεαροί, που κάναμε και καντάδες. Έφερα κι εγώ, βρήκα δύο κιθαρίστες καλούς από τον Πειραιά, από μια περιοχή του Πειραιά, και έφερα δυο καλούς κιθαρίστες στην Ύδρα, που άφησαν εποχή. Τον Γιώργο και τον Μπάμπη. Οπότε μαζευόντουσαν στο μαγαζί με τις κιθάρες αυτές, ό,τι καλύτερο. Έρχονταν στην Ύδρα, ήταν εκεί.

Ε.Θ.:

Δηλαδή μια ανάμνηση έτσι ωραία από ένα τέτοιο βράδυ; Πώς ήταν η διαδικασία; Ερχόντουσαν και παίζανε από την αρχή;

Σ.Ν.:

Κάθε βράδυ είχαμε αυτούς που τραγουδάγανε. Όχι κάθε βράδυ, συνήθως Παρασκευή-Σάββατο-Κυριακή. Παρασκευή-Σαββατοκύριακο τραγουδούσαν και σιγά σιγά έμαθαν ορισμένοι που ερχόντουσαν στην Ύδρα ότι εκεί υπάρχει και χαρά, δεν είναι μόνο θα φάμε και θα πάμε να κοιμηθούμε, και σιγά σιγά μαζεύτηκε καλός κόσμος.

Ε.Θ.:

Τι τραγούδια έλεγαν;

Σ.Ν.:

Ελληνικά τραγούδια, ελληνικά τραγούδια.

Ε.Θ.:

Δηλαδή;

Σ.Ν.:

Ελληνικά τραγούδια, ωραία.

Ε.Θ.:

Πλακιώτικα;

Σ.Ν.:

Και τα πλακιώτικα, αλλά είχανε βγει τότε της μόδας καινούρια τραγούδια, ωραία.

Ε.Θ.:

Ένα που σας άρεσε πολύ; Μάλλον είναι πολλά.

Σ.Ν.:

Είναι τόσα πολλά, που δεν θα σ' τα πω τώρα.

Ε.Θ.:

Πείτε μου δυο τρία.

Σ.Ν.:

Δεν μπορώ να σ' το πω, τι να σου πω τώρα. Δεν θυμάμαι τώρα, δεν θυμάμαι. Γιατί κι εγώ ήμουνα κανταδόρος νεαρός, βεβαίως, αλλά δεν θυμάμαι τώρα, δεν θυμάμαι ακριβώς τα τραγούδια τώρα.

Ε.Θ.:

Παίζατε κιθάρα κι εσείς;

Σ.Ν.:

Έπαιζα κι εγώ κιθάρα, βεβαίως.

Ε.Θ.:

Από ποιον είχατε μάθει κιθάρα;

Σ.Ν.:

Είχα μάθει από φίλους, της σειράς μεγαλύ[00:40:00]τερους, και από τον αδερφό μου που έπαιζε. Η κιθάρα ήταν μόνιμη στο μαγαζί. Ερχόντουσαν οι θαμώνες στο μαγαζί, τραγουδούσαν, κάνανε καντάδες. Ήμαστε, δεν ήταν μόνο, η ζωή δεν είναι μόνο να δουλεύουμε, είναι και κάπως να απολαμβάνουμε κάτι.

Ε.Θ.:

Να γλεντάμε και λίγο.

Σ.Ν.:

Ναι.

Ε.Θ.:

Να το ευχαριστιόμαστε.

Σ.Ν.:

Ναι, ναι, βέβαια.

Ε.Θ.:

Τι άλλα γλέντια κάνατε;

Σ.Ν.:

Κοίταξε να δεις. Στα χρόνια τα δικά μου στην Ύδρα κάναμε αυτές τις συγκεντρώσεις σε σπίτια, στις ονομαστικές εορτές, κάναμε εκείνα τα πάρτι τα λεγόμενα, που μαζευόμασταν ανδρόγυνα εκεί πέρα, τρώγαμε, πίναμε. Μετά, τον χειμώνα, όχι το καλοκαίρι που είχε δουλειά. Το καλοκαίρι απαγορευότανε η διασκέδαση σε μας. Ήταν εργασία και χαρά. Τον χειμώνα, σε ονομαστικές εορτές κάναμε στα σπίτια γιορτή και σιγά σιγά ρίχναμε και κάνα χορό. Φέρναμε και καμιά βόλτα.

Ε.Θ.:

Και μου είχατε πει για το γλέντι που κάνατε την περίοδο του καρναβαλιού. Μπορείτε να μου πείτε;

Σ.Ν.:

Βεβαίως, στο καρναβάλι, πράγματι, ο κόσμος είχε πολύ κέφι και ειδικά οι παλαιότεροι φτιάξαν, να το πω, καρναβάλι. Ντυνόντουσαν με διάφορες ενδυμασίες, άλλος έκανε τη γριά, άλλος έκανε τον γαμπρό, άλλος έκανε τον παπά, όχι παπά, απαγορευότανε. Έκανε διάφορες ενδυμασίες, βάζανε ενδυμασίες και μαζευόντουσαν 100-200 άτομα και φτιάχναν αυτή την ομάδα με τον καρνάβαλο. Βάζαν και τον καρνάβαλο εκεί πέρα, με κάτι κεφάλια μεγάλα, κάτι αυτά, και γύριζαν την Ύδρα όλη, με κάτι μαγνητόφωνα και αυτά, που παίζανε μουσική, του καρνάβαλου τη μουσική, και ο κόσμος έξω έβγαινε, τους κέρναγε κρασάκι, μεζεδάκι, στις γειτονιές του Καμινιού, στις επάνω γειτονιές, στο Γηροκομείο, και τελικά ερχόντουσαν στο μαγαζί μου, οπότε εκεί γινόταν το γλέντι το τρικούβερτο, οπότε άρχιζε ο χορός και χορεύανε εκεί διάφοροι.

Ε.Θ.:

Εσείς συμμετείχατε;

Σ.Ν.:

Βεβαίως, συμμετείχα πολλές φορές!

Ε.Θ.:

Πόσες φορές; Θυμάστε;

Σ.Ν.:

Και δέκα φορές!

Ε.Θ.:

Μπορείτε να μου πείτε όλη την προετοιμασία; Τι κάνατε πριν γίνει;

Σ.Ν.:

Την προετοιμασία τη μάθαμε, ήταν ο Ζαχαρίας, που ετοίμαζε μεζεδάκια, μεζεδάκια διάφορα, για να έχουνε εκεί, κι εγώ κρασί στα βαρέλια είχα άφθονο, οπότε κρασοπότι εκεί πέρα και μεζεδάκια και χορεύαμε και γινότανε το γλέντι.

Ε.Θ.:

Εσείς κάνατε και την περιφορά;

Σ.Ν.:

Ήμουν και στην περιφορά πολλές φορές.

Ε.Θ.:

Από πού ξεκινούσε;

Σ.Ν.:

Η περιφορά γινόταν από το φαρμακείο του Ραφαλιά, του κυρίου Ραφαλιά, προς το Καμίνι και στην Κουρμάδα, την απάνω πλευρά, πάνω από το Γηροκομείο, οπότε γυρίζανε στην παραλία, από την παραλία παίζαν κι αυτοί τα διάφορα που είχανε όργανα, χορεύανε και φτάναν στην Ξερή Ελιά, όπου εκεί γινόταν το γλέντι, μέχρι 1-2 η ώρα.

Ε.Θ.:

Τι όργανα είχανε; Θυμάστε;

Σ.Ν.:

Τι όνομα;

Ε.Θ.:

Τι όργανα είχανε, τι μουσικά όργανα;

Σ.Ν.:

Βιολί, μπουζουκάκι, τέτοια, κιθάρες.

Ε.Θ.:

Και παίζαν τραγούδια;

Σ.Ν.:

Τραγούδια νησιώτικα, ξέρω γω. Αποκριάτικα.

Ε.Θ.:

Εσείς εκείνη την ημέρα παίζατε κιθάρα μετά;

Σ.Ν.:

Όχι, όταν είχα δουλειά, δεν έπαιζα κιθάρα. Κιθάρα έπαιζα όταν δεν είχα δουλειά.

Ε.Θ.:

Το βραδάκι.

Σ.Ν.:

Το βραδάκι, ναι.

Ε.Θ.:

Και μετά μου είχατε πει, επίσης, για το γλέντι που κάνατε μετά από τα κυνήγια, γιατί εσείς κάνατε, κυνηγούσατε κιόλας.

Σ.Ν.:

Ναι, κυνηγούσαμε, δεν κάναμε γλέντια. Όχι γλεντούσαμε, πηγαίναμε στα ερημοκλήσια και τα λειτουργούσαμε, πολλές φορές κυνηγώντας, στον Άγιο Ιωαννίκειο, στη Ζωοδόχο Πηγή, σε αγριόμερη, πας με τα γαϊδουράκια ή με τα πόδια, γιατί είναι δύσκολα τα μέρη, δεν είχαν διάβαση καλή, δεν ήταν καλοί δρόμοι, οπότε πηγαίναμε εκεί από το βράδυ ομαδικώς, ετοιμάζαμε μεζεδάκια ή πιάναμε κάνα άγριο, το ετοιμάζαμε και το τρώγαμε εκεί. Περνούσαμε καλά τότε, γλεντούσαμε, τραγουδούσαμε εκεί πέρα, ο παπάς μαζί. Και την άλλη μέρα γινόταν η λειτουργία του Άγιου Ιωαννίκειου, της Ζωοδόχου Πηγής ή κάποιο άλλο ερημοκλήσι.

Ε.Θ.:

Σε ποια άλλα ερημοκλήσια πηγαίνατε, θυμάστε;

Σ.Ν.:

Είπαμε Άγιος Ιωαννίκειος, η Ζωοδόχος Πηγή, Προφήτης Ηλίας, Αγία Κυριακή.

Ε.Θ.:

Στην Αγία Ευπραξία;

Σ.Ν.:

Στην Αγία Ευπραξία είχαμε πάει με τον πατέρα σου, κάνα δυο τρεις φορές, ήμουν νεαρός, μικρός τότε. Πηγαίναμε και βλέπαμε εκεί πέρα, του άρεσε του πατέρα σου η εκκλησία πολύ, με τραβούσε κι εμένα. Ήμαστε παιδικοί φίλοι. Τον παππού σου.

Ε.Θ.:

Τι κυνηγούσατε;

Σ.Ν.:

Ορτύκια και πέρδικες. Και λαγούς, άμα είχε.

Ε.Θ.:

Ποια περίοδος ήταν καλύτερη για κυνήγι;

Σ.Ν.:

Για το κυνήγι είναι ο Σεπτέμβριος. Σεπτέμβριος ο καλύτερος μήνας, περνάνε τα ορτύκια από την Ύδρα. Ανεβαίνουνε από την Αφρική προς τα πάνω, Ουκρανία, Ρωσία, εκείνα τα μέρη, σ' αυτή τη γη πηγαίνουν.

Ε.Θ.:

Και σε ποιο βουνό ανεβαίνατε για να κάνετε το κυνήγι;[00:45:00]

Σ.Ν.:

Πήγαινα στην περιοχή του Αγίου Νικολάου ή στο πίσω μέρος, που είναι η Επισκοπή. Αυτά τα μέρη είναι, αλλά και γενικά όλη η Ύδρα είναι αγριόμερος και κυνηγιέται. Υπάρχει πέρδικα. Το ορτύκι είναι σε ορισμένες περιοχές, ήμερες περιοχές. Η πέρδικα είναι σε δύσβατα μέρη.

Ε.Θ.:

Και πώς πηγαίνατε εκεί; Μόνος σας;

Σ.Ν.:

Όχι, και μόνος μου, αλλά πάντα με παρέα. Αποφεύγεις να είσαι μόνος σου.

Ε.Θ.:

Γιατί;

Σ.Ν.:

Δεν είναι και ευχάριστο πράμα να κρατάς ένα ντουφέκι και να 'σαι μόνος σου. Δεν είναι και ευχάριστο πράμα.

Ε.Θ.:

Και από τα δύσβατα μέρη πώς πηγαίνατε;

Σ.Ν.:

Προσεκτικά.

Ε.Θ.:

Είχατε φακό;

Σ.Ν.:

Όχι, πηγαίναμε πρώτα με γαϊδουράκια, ανεβαίναμε απάνω, και με το φως της ημέρας κυνηγούσαμε.

Ε.Θ.:

Ποιος σας έμαθε κυνήγι;

Σ.Ν.:

Είναι κληρονομικό, από τον πατέρα μου.

Ε.Θ.:

Από την Κατοχή, μου 'πατε, τότε ότι ο μπαμπάς σας κυνηγούσε.

Σ.Ν.:

Ναι, ο μπαμπάς κυνηγούσε, βέβαια, και μ' έπαιρνε μαζί μικρό. Με ξυπνούσε 3 η ώρα και μου 'λεγε: «Όταν σε ξυπνάω, θα γελάς, δεν θα γκρινιάζεις» και μου 'χε το καφεδάκι έτοιμο και πηγαίναμε 2 ώρες για την Επισκοπή, με το γαϊδουράκι. Με καβάλαγε στα καπούλια, αυτός στο σαμάρι και πηγαίναμε στην Επισκοπή. «Όταν ξυπνάς το πρωί, θα γελάς. Δεν θα γκρινιάζεις», αλλά όταν ξύπναγα και σηκωνόμουν, το καφεδάκι ήταν έτοιμο, μου 'χε ετοιμάσει και το καφεδάκι.

Ε.Θ.:

Πώς πίνατε τον καφέ σας;

Σ.Ν.:

Ελληνικό μέτριο.

Ε.Θ.:

Ελληνικό μέτριο. Μέχρι σήμερα.

Σ.Ν.:

Και μέχρι σήμερα.

Ε.Θ.:

Και μέχρι σήμερα. Άρα θα λέγατε ότι έχετε ζήσει μια καλή ζωή.

Σ.Ν.:

Είμαι πάρα πολύ ευχαριστημένος, γιατί η ζωή η καλή δεν είναι μόνο η εργασία, είναι και η οικογένεια. Όταν έχεις σύντροφο καλό, όχι σύντροφο, σύζυγο καλό, και έχεις πετύχει, τα παιδιά βγαίνουν καλά και οπωσδήποτε η οικογενειακή ζωή είναι καλή, δεν είναι κουραστική.

Ε.Θ.:

Η γυναίκα σας συμφωνούσε με τη ναυτική ζωή;

Σ.Ν.:

Βέβαια, συμφωνούσε.

Ε.Θ.:

Σας στήριζε;

Σ.Ν.:

Την έπαιρνα και μαζί. Πήγε στην Αργεντινή, πήγε στο νότιο μέρος, κοντά στον Μαγγελάνο. Πήγε στην Αμερική, στην Ευρώπη, σ' αυτά τα μέρη.

Ε.Θ.:

Όταν ήσασταν καπετάνιος, όμως, ή μπορούσατε...;

Σ.Ν.:

Όταν ήμουν καπετάνιος. Μόνο ο καπετάνιος έχει δικαίωμα να παίρνει τη σύζυγο, και όχι πάντα.

Ε.Θ.:

Πολύ ωραία.

Σ.Ν.:

Καλά δεν είναι;

Ε.Θ.:

Αμέ! Εγώ θυμάμαι που μου 'χατε πει κιόλας, το άφησα για το τέλος, γιατί πήγαμε σε άλλη διαδρομή, θέλω να μου πείτε για τα πρώτα καράβια που ήρθαν στην Ύδρα μετά τον πόλεμο. Θυμάστε ποια ήτανε, δύο μου είχατε πει.

Σ.Ν.:

Βέβαια. Τα πρώτα καράβια που ήρθαν μετά τον πόλεμο, απ' ό,τι θυμάμαι, αρχικώς τα καράβια αυτά δεν υπήρχανε γι' αυτές τις μικρές διαδρομές, Ύδρα-Πειραιά, και θυμάμαι ότι ο κόσμος μετακινούνταν με τα καΐκια. Μετά φέρανε ένα ρυμουλκό, το «Νίκη» –πώς το λέγανε, δεν θυμάμαι καλά– και το ρυμουλκό έφερε το «Laurana». Ο Λάτσης έφερε το «Laurana», που το βάφτισε στην Ύδρα ο Πλαστήρας ο πρωθυπουργός, και βγάλαν το πανό και παρουσιάστηκε το όνομα «Νεράιδα». Από εκεί ξεκινάει η διακίνησις Ύδρα-Πειραιά-Πόρο-Αίγινα, μ' ένα καλό καράβι, το «Laurana» αυτό ήταν του Μουσολίνι το γιοτ, του Ιταλού του Μουσολίνι.

Ε.Θ.:

Εσείς ήσασταν στην τελετή που έγινε;

Σ.Ν.:

Ήμουνα εκεί απέξω.

Ε.Θ.:

Μπορείτε να μου την περιγράψετε; Τη θυμάστε;

Σ.Ν.:

Θυμάμαι το «Laurana» ήρθε με πολύ κόσμο, γεμάτο. Διάφοροι υπουργοί, βουλευταί και τέτοια, σε κάτι τέτοια τα εκμεταλλεύονται αυτοί οι άνθρωποι, θέλουν να είναι παρών. Και θυμάμαι όταν έγινε η τελετή σπάσαν τη σαμπάνια –νομίζω νονός ήτανε ο Πλαστήρας, νομίζω, ο πρωθυπουργός– και βγάλανε το πανί που έλεγε «Laurana», αντί για Laurana παρουσιάστηκε το «Νεράιδα», ένα καινούριο καράβι στον Αργοσαρωνικό, και εκεί ξεκινάει ο τουρισμός, ας πούμε, μ' ένα καλό καράβι, όχι με τα καΐκια και με τα παλιό-, που είχανε φέρει.

Ε.Θ.:

Πώς είχατε μάθει ότι θα γίνει αυτή η τελετή;

Σ.Ν.:

Έγινε θόρυβος στην Ύδρα.  

Ε.Θ.:

Πώς το μάθατε;

Σ.Ν.:

Μάθαμε στην Ύδρα, μικρό νησί είναι, κλειστός ο χώρος, ότι έρχεται κάποιο καράβι απ' την Ιταλία, που το φέρνει ο Λάτσης, που θα το βάλει στη γραμμή Ύδρα-Πόρο-Μέθανα-Αίγινα-Πειραιά. Βεβαίως περιμέναμε ένα καράβι σωστό, το οποίο και φέρανε βέβαια, μετά από τα παλιοκάικα και τα παλιορεμουλκά που φέρνανε και κουβαλούσε τον κόσμο. Και κατεβήκαμε όλοι στο λιμάνι και βλέπαμε, έγινε θόρυβος, πολύς θόρυβος. Πανηγύρι ολόκληρο. Πανηγύρι, χαρά μεγάλη.

Ε.Θ.:

Γινόντουσαν προετοιμασίες τις προηγούμενες μέρες;

Σ.Ν.:

Βέβαια, θα είχαν γίνει. Εγώ ήμουνα και μικρός τότε, δεν θυμάμαι λεπτομέρειες, αλλά θυμάμαι που ήρθε το καράβι αυτό με πάρα πολύ κόσμο και έγινε, χτυπάγανε οι καμπάνες του Μοναστηριού, πέφταν κανόνια, γιατί είχε κανόνια η Ύδρα, δεν είναι μόνο στο μιλητό.

Ε.Θ.:

Ναι.

Σ.Ν.:

Έχουμε και καμπάνες και κανόνια. Του Μιαούλη τα κανόνια!

Ε.Θ.:

Του Μιαούλη τα κανόνια, ναι!

Σ.Ν.:

Και άρχισαν μπαμ, μπαμ[00:50:00], μπαμ, να τα κανόνια, να το πανηγύρι. Δεν θέλει και πολύ να αρχίσει να γίνει.

Ε.Θ.:

Πολύ ωραία. Και θα ήθελα να πούμε κάτι ακόμα. Το άφησα κι αυτό για το τέλος. Θα ήθελα να πούμε και κάτι ακόμα, που το άφησα κι αυτό για το τέλος.

Σ.Ν.:

Ναι.

Ε.Θ.:

Μου είπατε ότι εσείς φέρνατε τον μούστο. Πώς γινότανε η διαδικασία του να μπει ο μούστος, το κρασί στα βαρέλια;

Σ.Ν.:

Λοιπόν, πλέναμε τα βαρέλια πρώτα στην Ύδρα, στην παραλία. Τα πλέναμε καλά, η θάλασσα τότε ήταν καθαρή, τα πλέναμε και τα βάζαμε στα καΐκια μέσα. Περιποιημένα, ωραία, προσεγμένα, να μη μετατοπίζονται, και τα καΐκια φεύγανε ή για την Ανάβυσσο ή για την Κάρυστο. Ή τα Μέγαρα, που είχε παραγωγή. Συνήθως εγώ τα έστελνα στην Κάρυστο και στην Ανάβυσσο. Οπότε, ερχόντουσαν με τα τουλούμια, τα φορτώναν, θυμάμαι, παλιά στην Κάρυστο, μετά με τα αυτοκίνητα, με τα βαρέλια, με το μηχανάκι, με την αντλία. Οπότε ερχόντουσαν στην Ύδρα φορτωμένα τα γεμάτα τα βαρέλια, και εκεί είχα πάρει πάλι αντλία, που το μετέφερα στην πλατεία, στην Ξερή Ελιά, στα βαρέλια κάτω στο υπόγειο. Και μοίραζα και σε μαγαζιά.

Ε.Θ.:

Αυτό ποια περίοδο γινόταν; Ποια εποχή;

Σ.Ν.:

Σεπτέμβριος. Αυτή η δουλειά γίνεται Σεπτέμβριο. Κυνήγι, τα ορτύκια είναι τον Σεπτέμβριο, τα μούστα, το κρασί είναι τον Σεπτέμβριο. Είναι ο ευλογημένος μήνας ο Σεπτέμβριος. «Ο καλύτερος μήνας», έτσι τον λέγαμε εμείς. Ο Σεπτέμβριος μήνας.

Ε.Θ.:

Και για τους ναυτικούς ποιος είναι ο καλύτερος, ποια είναι η καλύτερη εποχή;

Σ.Ν.:

Οι εποχές στους ναυτικούς αλλάζουνε, γιατί ανάλογα, μπορεί να πας στην Αργεντινή και να 'χει άλλη εποχή, και είναι άλλη εποχή, άλλη εποχή στην Αργεντινή, άλλη εποχή στον Ισημερινό, άλλη εποχή στον Βόρειο Πόλο. Συνήθως, όταν έχει καλούς καιρούς, είναι καλύτερα.

Ε.Θ.:

Είχατε, έτσι, καμιά τρικυμία, καμιά φουρτούνα;

Σ.Ν.:

Βεβαίως, είχα τύχει σε τρικυμία, μεγάλη τρικυμία, και το καράβι είχε φορτώσει πολυτίμους λίθους, απ' το Περού για την Ιαπωνία, για δυο λιμάνια της Ιαπωνίας, και εκεί κοντά στο Σαν Φρανσίσκο, μεγάλη θαλασσαταραχή, του 'φυγε το τιμόνι του ναύτη, οπότε το βαπόρι έκανε σαν παλαβό και φοβήθηκα εγώ, το 'πιασα το τιμόνι, έκανα ορισμένες κινήσεις, είχα και μηχανή και προχωρήσαμε. Προχωρήσαμε καλά. Εκεί ήταν λιγάκι δύσκολα τα πράγματα. Όπως μου 'τυχε και αυτή τη φορά με το γκαζάδικο στον Περσικό κόλπο, στην Περσία, με τις βενζίνες, που τις πρόλαβα τις βενζίνες. Τους προλάβαινα μην πάρουν φωτιά, γιατί αν παίρνανε οι βενζίνες, δεν θα υπήρχαμε τότε. Έτσι και με το φορτηγό. Ήταν πολύ δύσκολη αυτή η περίπτωση, αλλά όταν ξέρεις, έχεις μάθει και έχεις γνώσεις, το λάθος διορθώνεται. Αν λέγεται το λάθος. Είτε λάθος είναι από τους ανθρώπους είτε σύμπτωση.

Ε.Θ.:

Εσείς άρα φτάσατε στο ανώτατο αξίωμα, του καπετάνιου.

Σ.Ν.:

Κανονικά.

Ε.Θ.:

Είχατε ποτέ διδάξει;

Σ.Ν.:

Τι να 'χα;

Ε.Θ.:

Είχατε ποτέ διδάξει; Είχατε γίνει καθηγητής;

Σ.Ν.:

Ναι, όταν ήρθα στην Ύδρα και πήρα το μαγαζί του πατέρα μου και έκανα αυτή τη δουλειά, χρειάστηκε η Σχολή Εμποροπλοιάρχων καθηγητή και πήγα καθηγητής 4 χρόνια, ναυτικών μαθημάτων και μετεωρολογίας.

Ε.Θ.:

Σας άρεσε;

Σ.Ν.:

Πάρα πολύ.

Ε.Θ.:

Τους λέγατε και τις εμπειρίες σας;

Σ.Ν.:

Εμπειρίες, όλα αυτά, όλα, λεπτομέρειες, και με κοιτάγανε μ' ανοιχτό το στόμα τα παιδιά. Βέβαια, εμπειρίες πολλές. Είχα πολλές περιπτώσεις που έπρεπε να τις ακούνε, να τις λέω.

Ε.Θ.:

Σας άρεσε να είστε δάσκαλος, ναυτικός ή να είστε έμπορος; Τι από όλα αυτά που κάνατε; Ή σας άρεσαν όλα;

Σ.Ν.:

Καπετάνιος που ήμουνα.

Ε.Θ.:

Καπετάνιος. Δεν θα το αλλάζατε με τίποτα;

Σ.Ν.:

Με τίποτα, όχι, με τίποτα. Ξέρεις τι είναι να γυρίσεις όλο τον κόσμο, να έχεις αγκαλιάσει όλη τη σφαίρα και να είναι δική σου η σφαίρα; Να, τώρα βλέπω στην τηλεόραση καμιά φορά εκείνα τα κότερα, στο κανάλι το 3, που πηγαίνουν προς τα βόρεια, στον Βόρειο Πόλο, και μ' αρέσει πάρα πολύ αυτό. Περνάνε τους πάγους, τις κακοκαιρίες. Μ' αρέσει πολύ αυτό!

Ε.Θ.:

Εσείς είχατε πάει στις περιοχές αυτές;

Σ.Ν.:

Ναι, είχα πάει κοντά, όχι στον Βόρειο Πόλο. Στο παραπλήσιο.

Ε.Θ.:

Εκεί όταν φεύγατε από Καναδά.

Σ.Ν.:

Ναι, φεύγαμε από Καναδά, πηγαίναμε Ιαπωνία, πηγαίναμε πολύ βόρεια. Και στο Μόντρεαλ, με τα χιόνια, με τους πάγους που πήγα, που παραλίγο να κολλήσουμε στο ποτάμι, γιατί πέφταν οι πάγοι στις μηχανές, στις αναρροφήσεις των μηχανών. Ήτανε πολύ ωραίο επάγγελμα, ειδικά νεαρός ήμουν πολύ ευχαριστημένος, όταν πήγαινα στο Βανκούβερ του Καναδά και είδα έναν άλλο κόσμο. Εκεί δεν υπήρχε μελαχρινός. Ήταν ξανθοί όλοι, και οι κοπέλες, όλοι ξανθοί και νεαροί.

Ε.Θ.:

Σας έκανε εντύπωση που βλέπατε άλλες εικόνες κάθε φορά;

Σ.Ν.:

Βέβαια, βέβαια.

Ε.Θ.:

Βγαίνατε από τον μικρόσκομο, ας πούμε, της Ύδρας.

Σ.Ν.:

Ναι, ναι, βέβαια.

Ε.Θ.:

Αυτό άλλαξε τον τρόπο σκέψης σας;

Σ.Ν.:

Οπωσδήποτε,[00:55:00] αλλάζει ο τρόπος σκέψης του ανθρώπου. Ο άνθρωπος γίνεται πιο συγκαταβατικός, πιο ήρεμος, πιο σωστός, λιγότερο εγωιστής. Δεν μπορείς να 'σαι εγωιστής, δηλαδή δεν φταίνε οι άλλοι και εσύ είσαι άγιος. Όλοι μαζί φταίμε όταν γίνεται κάποια ζημιά. Δεν φταίει μόνο ο ένας, εσύ φταις. Γιατί φταις; Εσύ τι έκανες για να μη γίνει η ζημιά;

Ε.Θ.:

Θέλω να μου πείτε, για να κλείσουμε, να μου πείτε τι αποκομίσατε από τις δουλειές αυτές που κάνατε στη ζωή σας; Ας πούμε, από τη ναυτική ζωή.

Σ.Ν.:

Λοιπόν, εγώ τι αποκόμισα. Μ' είχε μάθει ο πατέρας μου από μικρούλη, από 5-6 χρονών, να μην είμαι τεμπέλης. Να 'μαι άνθρωπος εργατικός, να δουλεύει το μυαλό, να είναι σωστό το μυαλό, όχι λανθασμένο, να μη νομίζω ότι φταίνε οι άλλοι και εγώ να μη φταίω. Όλοι φταίμε. Όταν γίνεται κάτι στραβό, όλοι φταίμε. Δεν φταίει μόνο αυτός, φταίω κι εγώ. Αυτά όλα είναι στη ζωή μέσα. Αυτό αποκόμισα, να είμαι όσο γίνεται πιο σωστός άνθρωπος. Όσο γίνεται. Μέχρι ποιο σημείο μπορεί να είσαι σωστός; Άμα είσαι λάθος, είσαι λάθος. Να 'σαι ειλικρινής, να μην είσαι κλέφτης, να μην είσαι προδότης, να 'σαι πατριώτης. Όλ' αυτά. Ν' αγαπάς την πατρίδα σου, την οικογένειά σου.

Ε.Θ.:

Άρα αυτές τις συμβουλές θα μας δίνατε και σε μας που είμαστε νεότεροι.

Σ.Ν.:

Ναι.

Ε.Θ.:

Λοιπόν, κύριε Στέφανε–

Σ.Ν.:

Δεν πήρες ένα σοκολατάκι, πάρε ένα σοκολατάκι…

Ε.Θ.:

Θα πάρω, θα πάρω, τώρα! Σας ευχαριστώ πάρα πολύ!

Σ.Ν.:

Να 'σαι καλά.

Ε.Θ.:

Μας είπατε πολύ ενδιαφέροντα πράγματα!