© Copyright Istorima

Istorima Archive

Τίτλος Ιστορίας

Η γυναικεία εμπειρία του solo ταξιδιού στα 4 σημεία του ορίζοντα

Κωδικός Ιστορίας
13245
Σύνδεσμος Ιστορίας
Αφηγητής/τρια
Ελένη Αγγελίδου (Ε.Α.)
Ημερομηνία Συνέντευξης
25/02/2022
Ερευνητής/τρια
Σοφία Ελένη Ζουλούμη (Σ.Ζ.)
Σ.Ζ.:

[00:00:00]Θα μπορούσες να μας πεις το όνομά σου;

Ε.Α.:

Είμαι η Έλενα Αγγελίδου.

Σ.Ζ.:

Είμαι η Ζουλούμη Σοφία - Ελένη, είμαι με την Έλενα Αγγελίδου στη Θεσσαλονίκη. Είμαι ερευνήτρια για το Istorima, είναι 26 Φεβρουαρίου του 2022 και η συνέντευξη ξεκινάει. Λοιπόν, Έλενα, θα μπορούσες να μας πεις λίγα πράγματα για τον εαυτό σου;

Ε.Α.:

Το θέμα είναι από πού να ξεκινήσω. Μπορώ να ξεκινήσω από ίσως το μέρος που έχω γεννηθεί, το οποίο είναι μία πόλη της Γερμανίας. Λέγεται Neuss, της τότε Δυτικής Γερμανίας, όπου βέβαια είχε γεννηθεί πιο πριν ο αδερφός μου εξίμισι χρόνια. Κι εγώ έκατσα πάρα πολύ λίγο εκεί. Δηλαδή, το πρώτο μου ταξίδι επιστροφής στην Ελλάδα, από τους Έλληνες γονείς μου που ήταν εκεί μετανάστες, έγινε στις σαράντα ημέρες. Οι γονείς μου ήταν από την Ελλάδα —Καβάλα η μητέρα, Κομοτηνή ο πατέρας— οι οποίοι βέβαια πήγανε για να εργαστούν στη Γερμανία. Γνωρίστηκαν εκεί, παντρεύτηκαν κι έτσι αποφάσισαν κάποια στιγμή για ένα καλύτερο μέλλον να γυρίσουμε όλοι πίσω και να ξεκινήσουμε πάλι στην Ελλάδα από την αρχή. Οπότε, εγώ δεν την έζησα πάρα πολύ τη Γερμανία. Απλά επέστρεφα εκεί πού και πού όταν χρειαζόταν ή είχαμε συγγενείς κλπ. Από κει και πέρα η ζωή μου είναι έτσι λίγο πολύπλοκη και πολυδιάστατη. Όταν ήμουνα μικρή, τραγουδούσα πάρα πολύ στο σπίτι. Η μητέρα μου ήτανε πάρα πολύ καλλιτεχνική φύση. Τραγουδούσε κι αυτή. Ο αδερφός μου έπαιζε πάρα πολλά έτσι μουσικά όργανα. Πολλές φορές, ας πούμε, τον συνόδευα στο σπίτι στο πιάνο. Ο παππούς μου δε, στην Καβάλα ασχολούταν πάρα πολύ με τη μουσική. Έπαιζε μπουζούκι κι ήταν από τις πρώτες μπάντες που παίζανε στο ραδιόφωνο τις Κυριακές. Οπότε, σίγουρα πήρα κι από κει έτσι κάποιο μικρό σκουληκάκι πέρα απ’ του ταξιδιού. Κάποια στιγμή, όταν ήμουν αρκετά νέα, ξεκίνησα να θέλω να κάνω άλλα πράγματα. Δοκίμασα όλα τα αθλήματα. Κάποια στιγμή έκανα μπαλέτο με καράτε, μπάσκετ με βόλεϊ, σκι. Ό,τι μπορείτε να φανταστείτε. Και ήθελα να γίνω και σχεδιάστρια μόδας και να πάω στην Ιταλία. Έκανα ταχύρρυθμα ιταλικά. Τελικά, έτσι όπως τα ‘φερε η κατάσταση δεν πήγα στην Ιταλία. Σπούδασα Business Administration and Liberal Arts εδώ στη Θεσσαλονίκη σε αμερικάνικο πανεπιστήμιο. Πέρασα από διάφορες εργασίες, οι οποίες καμία βέβαια δεν ανταποκρινόταν σε αυτό που θα ήθελα σ’ αυτήν τη ζωή. Ήμουνα marketing manager —όπως είμαι και τώρα βέβαια—, ήμουνα stocker στο χρηματιστήριο, broker. Ήμουνα ασφαλίστρια, μεσίτρια κλπ. Έκανα τέτοια πράγματα τα οποία έπρεπε να φοράω κι ένα κουστούμι, ένα ταγέρ κλπ. Είχα όμως πάρα πολύ μεγάλη έφεση και στον χορό, στη μουσική. Ξεκίνησα να τραγουδάω σε μπάντες, ήμουνα και στη χορωδία στο σχολείο. Πάντα ήμουνα κοντά σε αυτό. Και σε κάποια φάση από πολύ μικρή είχα ασχοληθεί λίγο με το ραδιόφωνο στα πρώτα βήματα εδώ στη Θεσσαλονίκη επί Α103 —οι παλιότεροι ίσως να τον γνωρίζουν—, μετά Star FM Antenna και κάποια στιγμή έκανα μια μεγάλη παύση και ξανασχολήθηκα με το ραδιόφωνο μετά τα 31, όταν πήγα στον Republic. Μετά έκανα στον Mansta Radio και τώρα είμαι στον Imagine. Παράλληλα με όλο αυτό, λόγω του ραδιοφώνου, ξεκίνησα να παίζω και μουσικές σε διάφορα μαγαζιά, σε events, σε φεστιβάλ και ό,τι μπορεί να φανταστεί κάποιος που μπορεί να το μπλέξει με μουσική. Και βρήκα και λίγο και τον δρόμο μου μέσα από αυτά. Τι μουσικές θα ήθελα να επιλέγω και πώς θα είναι η διασκέδαση του άλλου σε σχέση με μένα, γιατί πάντα εγώ τη δουλειά μου τη βλέπω και σαν πελάτης. Δηλαδή, τι θα ήθελα εγώ ν’ ακούσω κάπου που θα πάω και τι ταιριάζει στον χώρο και στο μέρος που θα παίξω μουσική. Αυτά είναι για αρχή βέβαια. Έχει πάρα πολλά έτσι, πάρα πολλές πλευρές αυτό που κάνω. Επίσης, κάνω voice over για διαφημιστικά σποτ, για ντοκιμαντέρ κλπ. Χρησιμοποιώ δηλαδή τη φωνή μου για όλην την Ελλάδα και την Κύπρο και κάποιες συνεργασίες στο εξωτερικό. Από κει και πέρα συνεργάζομαι με κάποια περιοδικά, γράφω κάποια άρθρα για τη μουσική, για τα ταξίδια. Είχα κάνει κάποιες εκθέσεις φωτογραφίας, έτσι λίγο τσούκου τσούκου. Ερασιτεχνικά πάντα. Και μπορώ να πω βέβαια για τη φωτογραφία ότι όσο παλαιότερα βλέπω και πηγαίνω πίσω στα ταξίδια μου, μου φαίνονται λίγο καλύτερες οι raw φωτογραφίες, οι πρώτες που έβγαζα, γιατί τότε δεν είχα ασχοληθεί τόσο πολύ στο να βγάζω τα σωστά κάδρα, αλλά είχα το καλύτερο συναίσθημα. Και φυσικά μέσα από όλα αυτά υπάρχει και η τρέλα με το ταξίδι, το οποίο δεν έχει σχέση με δουλειά. Έχει σχέση απλά με τρόπο ζωής.

Σ.Ζ.:

Πάμε να τα δούμε ένα ένα λοιπόν, γιατί πολυδιάστατη η ζωή. Να το πάρουμε απ’ την αρχή, από την καταγωγή. Είπες-

Ε.Α.:

Καβάλα, Κομοτηνή;

Σ.Ζ.:

Ναι. Από πίσω τι υπάρχει; Ποια καταγωγή;

Ε.Α.:

Η αλήθεια είναι ότι έψαξα όλην αυτήν την ιστορία λίγο αργότερα, δηλαδή πολύ μεγαλύτερη. Μικρότερη ίσως δεν κατανοούσα τι ακριβώς συμβαίνει. Γιατί πάντα λέμε ότι εμείς ήμασταν οι μετανάστες στη Γερμανία οι οποίοι ήρθαμε στην Ελλάδα. Ουσιαστικά πάλι βέβαια οι γονείς μετανάστευσαν στη Γερμανία και πιο πριν οι γονείς τους ή οι παππούδες είχαν έρθει από άλλα μέρη. Ο πατέρας του παππού του ενός είχε έρθει από την Αρμενία, ήταν αρμένικης καταγωγής. Ενώ ο άλλος ήτανε από την Καππαδοκία. Ουσιαστικά Έλληνας, που έμενε στην περιοχή της Καππαδοκίας. Και φυσικά και οι δύο ήρθανε για διαφορετικούς λόγους στην Ελλάδα και αναγκάστηκαν βέβαια να αλλάξουν και τα ονόματά τους, που αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Δηλαδή, και ο Αρμένιος έπρεπε να αλλάξει το όνομα για να μπορέσει να μείνει εδώ και να μπορέσει να εργαστεί και να μην έχει το στίγμα, παρότι γλίτωσε ο άνθρωπος από τη σφαγή των Αρμενίων. Κι από την άλλη, όταν έγινε η ανταλλαγή πληθυσμών κι ο άλλος παππούς, προπάππους —δηλαδή ο παππούς, ο μπαμπάς του μπαμπά— έπρεπε ν’ αλλάξει κι αυτός το όνομά του για πολλούς και διάφορους λόγους. Ουσιαστικά δηλαδή το Ελένη Αγγελίδου μάλλον δεν είναι ακριβώς το ονοματεπώνυμο. Υπάρχουνε πολλές ιστορίες που μάλλον θα πρέπει κάποια στιγμή να τις ψάξω πολύ πιο έντονα ας πούμε. Και μάλλον κι αυτό είναι και η αιτία που πολλές φορές μπορεί να νιώθω και πολίτης του κόσμου, να μη λέω ότι έχω μία ταυτότητα. Ότι νιώθω λίγο κάτι πιο global και γι’ αυτό ίσως το ψάχνω περισσότερο. Και, βέβαια, εδώ πρέπει να πω —και παρένθεση— ότι μπορεί να ‘χω πάει σε τόσα μέρη στον κόσμο, αλλά στην Αρμενία, ας πούμε, δεν έχω πάει. Ίσως μου περάστηκε μέσα από όλο αυτό το να μη λέμε ότι είμαστε Αρμένιοι για παράδειγμα.

Σ.Ζ.:

Σαν να ήταν απαγορευμένο δηλαδή.-

Ε.Α.:

Ναι, κάπως έτσι. Ενώ δεν ήταν ουσιαστικά, αλλά ίσως περάστηκε η πληγή του μπαμπά του παππού.

Σ.Ζ.:

Τους γνώρισες αυτούς τους προπάππουδες;

Ε.Α.:

Όχι. Τον παππού, ναι. Που ήτανε, που λέω ότι ήτανε, που έπαιζε μουσική στην Καβάλα.

Σ.Ζ.:

Αυτός ποιον πρόγονο είχε;

Ε.Α.:

Τον Αρμένιο.

Σ.Ζ.:

Τον Αρμένιο.

Ε.Α.:

Ναι, αυτός γεννήθηκε εκεί στη Μουσθένη, έξω από την Καβάλα που είναι χωριουδάκι. Και ουσιαστικά ο μπαμπάς του, που ήταν ο Αρμένιος, είχε έρθει εκεί, γνώρισε μία Ελληνίδα κι έμεινε εκεί και άλλαξε το όνομά του. Βέβαια, ο παππούς μου είχε αρμένικο όνομα. Το όνομά του ήτανε Αρτίνης, Αρτέν δηλαδή, Χατζίκης. Ενώ ουσιαστικά ήτανε Αϊτιντζιάν το επίθετό του. Δηλαδή, γενικά είναι μια μπερδεμένη ιστορία. Κι εμείς δεν ήμασταν Αγγελίδης μάλλον. Μπορεί να ήταν Αγγέλογλου ή κάτι τέτοιο. Έχει ενδιαφέρον πάντως να το ψάξουμε. Λίγο βέβαια άργησα. Άργησα, γιατί μπορεί να μη βρω πάρα πολλά στοιχεία.

Σ.Ζ.:

Ο παππούς έλεγε ιστορίες γι’ αυτήν του την καταγωγή-;

Ε.Α.:

Δεν ήθελε να λέει, όχι. Δεν ήθελε να ξέρει κανείς γι’ αυτά τα πράγματα. Δεν ξέρω γιατί. Μάλλον και στην Ελλάδα τελικά υπήρχε έτσι μία μορφή ρατσισμού να το πω; Παρότι δηλαδή φύγανε κυνηγημένοι, πάλι εδώ ήταν σαν να μην ανήκουνε εδώ, το οποίο είναι βέβαια τραγικό, έτσι;

Σ.Ζ.:

Η επαφή με τη μουσική του παππού και μετά η δικιά σου;

Ε.Α.:

Η επαφή του παππού με τη μουσική ήταν φοβερή, γιατί έπαιζε καταπληκτικό μπουζούκι. Έπαιζε και λαούτο, αν θυμάμαι καλά. Και γενικά ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος αγαπούσε πάρα πολύ αυτό που κάνει και επέλεξε να μείνει στην Καβάλα και να μη φύγει στην Αθήνα για παράδειγμα. Και μάλιστα είχε καλέσει πάρα πολλούς μεγάλους καλλιτέχνες που κάναν’ τα πρώτα τους βήματα τότε στην Καβάλα. Δηλαδή, έχει περάσει κι ο Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα και τέτοια ονόματα. Η Μπέμπα Μπλανς –γιατί προσπαθώ να θυμηθώ κι εγώ έτσι ονόματα εκείνης της εποχής.  Και σίγουρα έβαλε το στίγμα του, γιατί κι ο αδερφός μου είναι πάρα πολύ κοντά στη μουσική. Αλλά εγώ κουτσά στραβά έπαιξα λίγο πιάνο, λίγο πράγματα που κάναμε ή στο σχολείο. Δεν ασχολήθηκα τόσο πολύ με τα μουσικά όργανα. Πιο πολύ ήμουνα με το τραγούδι. Κάτι το οποίο βέβαια ακόμα έτσι το ‘χω πολύ έντονο μέσα μου. Και μετά ήρθε, ας πούμε, η επιλογή της μουσικής και σαν DJ και να επιλέγω και να βάζω μουσική. Νομίζω ότι πάντα υπήρχε, προϋπήρχε μέσα μου αυτό το πράγμα απ’ τον παππού.

Σ.Ζ.:

Έχεις μνήμες δηλαδή του παππού να παίζει μουσική ή να σας δείχνει-;

Ε.Α.:

Βέβαια, βέβαια. Εντάξει με τον παππού μου είχα μια έτσι πολύ έντονη σχέση. Δηλαδή, με τσιγκλούσε έτσι τόσο πολύ που είχα άρνηση να πηγαίνω να τον βλέπω. Παρότι είχα άρνηση να πηγαίνω να τον βλέπω, τελικά έπαιξε πάρα πολύ μεγάλο ρόλο μάλλον στη μετέπειτα πορεία μου, χωρίς να το καταλάβω ακριβώς. Σίγουρα μας έμαθε πολλά πράγματα. Γιατί όταν ήμουνα παιδάκι πηγαίναμε εκεί, κι ενώ ήτανε πάρα πολύ αυστηρός, μ’ έβαζε να τραγουδάω διάφορα τραγούδια μαζί με τη γιαγιά και να παίζει αυτός μπουμπούκι —μπουμπούκι;—, μπουζούκι. Καλό αυτό. Λοιπόν, μάλλον επειδή ήμουνα μπουμπούκι. Και συγχρόνως με τσιγκλούσε πάρα πολύ να τραγουδάω σωστά και αυτό μ’ έβαλε και σ’ έναν σωστό δρόμο στο τραγούδι. Βέβαια, λέγαμε για το αλβανικό έπος και τέτοια τραγούδια, γιατί πολέμησε κιόλας ο παππούς, οπότε είχε και αυτές τις εμπειρίες.

Σ.Ζ.:

Γι’ αυτές τις εμπειρίες μοιραζόταν πράγματα;

Ε.Α.:

Μοιραζότανε και μάλιστα είχαμε κι ένα έτσι κασετοφωνάκι, τα οποία το είχαμε ηχογραφήσει, αλλά δυστυχώς δεν ξέρω πού βρίσκεται αυτό το κασετοφωνάκι να τα ξανακούσω. Γιατί ήτανε σαν συνεντεύξεις αυτού του τύπου, που ήτανε πάρα πολύ ενδιαφέρουσες.

Σ.Ζ.:

Με την άλλη πλευρά; Με τον παππού από την Καππαδοκία; Εκεί άκουγες ιστορίες-;

Ε.Α.:

Εκεί, όχι, όχι. Δυστυχώς δεν, δεν τον γνώρισα και έφυγε νωρίς και δεν πρόλαβα έτσι να μάθω πράγματα από κει. Και μαθαίνω πολύ αποσπασματικά. Αλλά επειδή έκανα ταξίδι στην Καππαδοκία και κάποια στιγμή είδα μια επιγραφή στα Καραμανλήδικα —που ουσιαστικά είναι μισά τούρκικα-ελληνικά—, είναι η μόνη επιγραφή που σώζεται. Έτσι, μπήκα σε μία διαδικασία να το ψάξω λίγο. Γιατί υπάρχουν πάρα πολλοί κρυπτοχριστιανοί εκεί στην Καππαδοκία, οι οποίοι γνωρίζουν κι ελληνικά, αλλά δεν το τολμούν να το πουν και υπάρχει μεγάλο έτσι παρασκήνιο σε όλο αυτό. Κι ήτανε λίγο συγκινητικό αυτό το ταξίδι μου. Ένα οδοιπορικό στο ψιλοάγνωστο, γιατί δεν ήξερα από πού είναι ο παππούς ή ο προπάππους, αλλά προσπάθησα να καταλάβω τέλος πάντων τι μπορεί να ζούσανε ας πούμε, τι συνθήκες είχανε τον καιρό εκείνο.

Σ.Ζ.:

Είχες φωτογραφίες από τότε; Πώς έμοιαζε ο τόπος;

Ε.Α.:

Όχι, δεν έχω καθόλου. Κανείς δεν είχε βασικά κάποιο στοιχείο. Τίποτα.

Σ.Ζ.:

Και τι αντίκρισες όταν έφτασες;

Ε.Α.:

Πού λες; Στην Καππαδοκία;

Σ.Ζ.:

Ναι.

Ε.Α.:

[00:10:00]Κοίταξε, ήταν μεγάλο οδοιπορικό. Δεν, δεν έφτασα κάπου συγκεκριμένα. Δηλαδή, έκανα μία γύρα. Πήρα αερόστατο, είδα την Καππαδοκία από πάνω. Και μάλιστα μονίμως σε όλα μου τα ταξίδια —αν με ρωτήσεις για κάτι τέτοιο— έχω να πω και μια ιστορία ας πούμε, η οποία μπορεί να είναι και λίγο αστεία ή λίγο έτσι να ‘χει, να εμπεριέχει λίγο μία γκαντεμιά, να το πω έτσι, λαϊκιστί. Κοντέψαμε να πέσουμε με το αερόστατο που πήρα. Ναι, γιατί ανέβηκε πάρα πολύ ψηλά. Μετά χάθηκε απ’ τα υπόλοιπα. Ήτανε μια πολύ ωραία ιστορία. Αλλά γενικά δεν αντίκρισα κάτι πάρα πολύ περίεργο. Υπήρχε πάρα πολύ ησυχία στα μέρη που πήγα. Δεν ξέρω, έτσι μια περίεργη ησυχία. Από αυτό το ταξίδι μου, αυτό θυμάμαι παρά κάτι άλλο. Μια περίεργη ηρεμία να το πω έτσι.

Σ.Ζ.:

Έλεγες ότι είσαι Ελληνίδα; Τι αντιμετώπιση υπήρχε-;

Ε.Α.:

Τώρα η αλήθεια είναι ότι στην Τουρκία, επειδή έχω πάει πάρα πάρα πολλές φορές κι έχω —και μια ιστορία στην Τουρκία έτσι περίεργη η οποία μ’ έχει στιγματίσει. Στην Κωνσταντινούπολη έχει γίνει αυτό—, όταν με ρωτάνε ας πούμε: «Από πού είσαι;» και λέω «Μισή Ελληνίδα, μισή Αρμένισσα», εντάξει, είναι λίγο έντονο γι’ αυτούς. Βέβαια, για ανθρώπους οι οποίοι μπορεί να είναι παθιασμένοι με άλλες σκέψεις. Κατά τ’ άλλα φυσικά οι μοντέρνοι άνθρωποι εκεί δεν έχουνε τέτοια θέματα. Αλλά σίγουρα είναι έτσι περίεργο κι ιδιαίτερο.

Ε.Α.:

Η αλήθεια είναι ότι στην Κωνσταντινούπολη —τώρα επειδή πιάσαμε την Τουρκία— είχα έτσι μια πολύ μεγάλη ατυχία κι είχα ένα θέμα υγείας που με κράτησε εκεί —μάλιστα ήταν και Πρωτομαγιά και δεν μπορούσα να φύγω— με τη μέση μου. Είχα μείνει κατάκοιτη. Κι αυτό άλλαξε πάρα πολύ τον τρόπο που βλέπω και τη ζωή μου και τα ταξίδια και όλην την καθημερινότητά μου. Δηλαδή, ήτανε η στιγμή που άλλαξε πάρα πολλά πράγματα. Γιατί υπήρξε μία πολύ μεγάλη ταλαιπωρία για να γυρίσω πίσω και μετά ένας πολύ, ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα για να μπορέσω να γίνω καλά, να περπατήσω ξανά κλπ. Γιατί με ένα τέτοιο δραστήριο άτομο, όταν σου λένε ότι μπορεί να μην ξαναπερπατήσεις, είναι έτσι ένα δύσκολο χτύπημα να το πω. Αλλά επειδή πάντα ήμουνα —πώς να το πω;— χτυπημένη απ’ τη μοίρα από διάφορα τέτοια, νομίζω ότι ήταν και ακόμη ένα challenge για μένα.

Σ.Ζ.:

Σε τι ηλικία συνέβη αυτό;

Ε.Α.:

Αυτό συνέβη στα 30-31, εκεί.

Σ.Ζ.:

Πώς συνέβη; Ποια ήταν η πορεία δηλαδή;

Ε.Α.:

Κοίταξε, εγώ ήμουν πάρα πολύ δραστήριο παιδί και με τα αθλήματα που έλεγα κλπ. και έβγαινα πολύ έξω και χόρευα και τους φίλους μου τους έπαιρνα πολύ αγκαλιά. Μου λέγανε: «Πάρε με αγκαλιά!» και για χαβαλέ. Κουβαλούσα βάρη χωρίς να υπολογίζω. Είχα ένα θέμα με τη μέση μου, τα γόνατά μου κτλ. λόγω αθλημάτων. Δεν το έδινα πάρα πολύ σημασία η αλήθεια είναι. Δεν του έδινα την ιδιαίτερη βαρύτητα που χρειάζεται λόγω νεότητας. Και πριν γίνει αυτό το φοβερό ταξίδι στην Τουρκία, είχα πάει ένα ταξίδι στην Ινδία. Και μετά έγινε αυτή η κατάσταση. Δηλαδή, είχα στην Ινδία και λίγο πιο πριν Μογγολία και Κίνα. Οπότε, είχα αρχίσει να επιβαρύνω πάρα πολύ τον εαυτό μου με βαλίτσες, με ταλαιπωρίες, με τρένα, με αεροπλάνα, με ό,τι μπορείς να φανταστείς. Και ήρθε και κουράστηκε το σώμα. Κάπως έτσι έγινε η διαδικασία για να βρεθώ εκεί. Κι ήτανε έτσι ένα πολύ μεγάλο μάθημα για το ότι δεν πρέπει να πηγαίνεις ενάντια στον οργανισμό σου, στις δυνάμεις σου. Μπορεί να νομίζεις ότι είσαι υπερήρωας, αλλά δεν είσαι πραγματικά. Κι αυτό βέβαια είναι πολύ καλό για τα μελλοντικά ταξίδια που έκανα. Γιατί πρέπει να ξέρεις πού, ως πού απλώνεις τα πόδια σου-.

Σ.Ζ.:

Τα όρια-.

Ε.Α.:

Και τα όρια. Βέβαια! Όχι ότι τώρα κάνω λίγα πράγματα για τα δεδομένα της κατάστασής μου, να το πω έτσι, αλλά σίγουρα ξέρω τι πρέπει να προσέχω πια. Αυτό δεν έχει σχέση βέβαια με το κομμάτι είμαι γυναίκα και ταξιδεύω. Αυτό είναι ένα άλλο κομμάτι που μπορούμε να συζητήσουμε. Άλλο το θέμα τι δυνάμεις έχω κι άλλο το φύλο. Γιατί το φύλο παίζει πολύ μεγάλο ρόλο στα ταξίδια δυστυχώς, ακόμη.

Σ.Ζ.:

Ανέφερες όμως έτσι το ότι υπήρχε και κίνδυνος να μη μπορέσεις να ξαναπερπατήσεις που είναι κάτι πολύ βαρύ να το ακούς αυτό.

Ε.Α.:

Βέβαια! Είναι πάρα πολύ βαρύ. Γενικά έχω πάθει διάφορα θέματα υγείας, αλλά αυτό μου κόστισε περισσότερο, γιατί είναι το θέμα το κινητικό. Κι επειδή είχα και θέματα στα γόνατα και στις πατούσες κλπ. και πάντα κάνουμε και πλάκα με τους φίλους μου, γιατί πάντα όλο έχω κάτι που είναι πολύ πιασάρικο, ας πούμε. Στις πατούσες έχω νεύρωμα του Morton, και λένε όλο: «Νεύρωμα του Morton» και κάτι τέτοια. Οπότε, πάντα κάτι είχα στον αυχένα, στο ισχίο κλπ. Όταν ήρθε αυτό κατάλαβα ότι ή θα πρέπει να το παλέψω και να πω ότι : «Ναι, φυσικά θα ξαναπερπατήσω! Φυσικά και θα συνεχίσω τη ζωή μου!» ή θα ‘πρεπε να τα παρατήσω και μόνο να κλαίω και να σκέφτομαι ότι η ζωή τελειώνει εδώ, ας πούμε, και τι θα γίνει και πώς θα ξαναδουλέψω. Και μπορώ να πω τώρα πλέον μετά απ’ όλα αυτά ότι, όχι μόνο δουλεύω, πια δουλεύω και πιο πολύ από τότε που δεν ήξερα τι ακριβώς θα κάνω και αν θα περπατήσω. Το βασικότερο ήταν ότι όταν ήρθε ένας γιατρός στο σπίτι και ο άνθρωπος μάλιστα δεν είχε ούτε καν σφυράκι να δει αν τα γόνατα λειτουργούν —ξέρεις, που στα χτυπάνε και λένε να δούμε αν κάτι λειτουργεί—. Είχε το κινητό του θυμάμαι και προσπαθούσε με το κινητό του να χτυπήσει το γόνατο να δούμε αν θα σηκωθεί, ας πούμε. Κάπως έτσι. Και εντάξει, δεν έβλεπε και πολλή αντίδραση στα πόδια και του λέω: «Έλα σε παρακαλώ λίγο εδώ κοντά», γιατί δεν μπορούσα και να κουνηθώ πάρα πολύ. Λέω: «Έλα σε παρακαλώ κοντά». Του λέω: «Εγώ», λέω, «να ξέρεις θα ξαναταξιδέψω». Μου λέει: «Εντάξει, ας δούμε αν θα περπατήσεις πρώτα κιόλας». Αυτό, αυτό ήταν η κινητήριος δύναμή μου, ότι μου είπε ότι μπορεί να μην περπατήσω. Οπότε, μ’ έβαλε να έχω εγωισμό πάνω σ’ αυτό. Κι ότι όχι. Τι; Δεν θα ξαναπερπατήσω; Δεν θα ξαναταξιδέψω; Εμένα αυτός ήταν κι ο στόχος μου. Δηλαδή, το κίνητρο αποτέλεσε και την κινητήριο δύναμη ας πούμε. Ήταν πάρα πολύ σημαντικό. Καλά, βέβαια, μπορώ να πω ένα αστείο γεγονός, ότι όταν ήμουνα στο ξενοδοχείο κι έπαθα αυτό το πράγμα με τη μέση μου, κανείς δεν ήξερε στο ξενοδοχείο ότι είχα πάθει αυτό. Κι όταν έπρεπε να φύγω δεν μπορούσαν να βρούνε αναπηρικές καρέκλες να με μεταφέρουν και μου λένε: «Δεν γίνεται να σας βρούμε αναπηρικές καρέκλες να σας μεταφέρουν. Πρέπει να περπατήσετε». «Μάνα μου, δεν μπορώ να περπατήσω». Τέλος πάντων, είχα βοήθεια από μία φίλη η οποία είχε έρθει. Προσπάθησε να με σύρει στο lobby. Με βάλανε σε ένα ταξί κακήν κακώς. Φτάνουμε στο αεροδρόμιο στο οποίο η αναπηρική καρέκλα δεν ήτανε έξω. Υπήρξε μία έτσι φοβερή αναμπουμπούλα. Με βάλαν στην αναπηρική. Ξαφνικά έρχεται η αεροσυνοδός μού λέει: «Κοιτάξτε, να σας πούμε συνήθως στις πτήσεις», λέει, «έχουν αυτόν τον διάδρομο που ανεβαίνει η αναπηρική και σας ανεβάζουν πάνω. Σ’ αυτήν την περίπτωση», λέει, «σ’ αυτήν την πτήση έχουμε μόνο σκάλες». Και λέω «Τι θέλετε να κάνω; Να αναστηθώ; Να σηκωθώ;» Λέει:» Κάπως να δούμε πώς θα το κάνουμε». Αρχίσαν’ με σέρναν’ οι αεροσυνοδοί. Δηλαδή, υπήρξε μια έτσι κατάσταση πάρα πολύ δύσκολη. Κι όταν έφτασα με το καλό στη Θεσσαλονίκη και περίμενε ασθενοφόρο μακριά, γιατί πάντα φοβούνται για τρομοκρατικά, για διάφορα τέτοια. Με βάλανε πάλι σε αναπηρική και πάνε να με ανεβάσουν στο ασθενοφόρο, ο γιατρός που ήταν εκεί. Την ώρα που με σπρώχνει —είχε ένα μεταλλικό πάνω— και δεν προσέχουν και μου χτυπάνε και το κεφάλι. Οπότε, χτυπάω και το κεφάλι και τους λέω: «Παιδιά, δεν υπάρχει πρόβλημα. Εντάξει, απλά μπορείτε να μ’ αποτελειώσετε εδώ». Και φτάνοντας στο σπίτι, που περίμενε η μητέρα μου, ανοίγει η πόρτα και βλέπω τη μητέρα μου άσπρη σαν σεντόνι από το άγχος. Οπότε, εκεί αποφάσισα ότι πρέπει να το πάρω χιουμοριστικά πριν ξεκινήσει όλην αυτήν τη διαδικασία και τους λέω: «Παιδιά, ήρθε η Κλεοπάτρα! Βάλτε τα γάλατα!». Θα με σηκώνανε ούτως ή άλλως μέχρι επάνω, δεν μπορούσα. Και κατάλαβα ότι ήδη είχα μπει στη διαδικασία της ίασης πριν ξεκινήσει. Γιατί δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Δηλαδή, πιο πολύ στεναχωριόμουν για τους άλλους που με βλέπουνε, παρά γι’ αυτό που έχω πάθει εγώ ας πούμε.

Σ.Ζ.:

Άρα, το ψυχολογικό κομμάτι πόσο σημαντικό είναι στην ασθένεια;

Ε.Α.:

Πάρα πολύ μεγάλο ρόλο παίζει. Πάρα πολύ μεγάλο. Αν σε πάρει από κάτω πρώτον δεν είναι εύκολο να ξαναγυρίσει πίσω αυτό το πράγμα. Νομίζω ότι δεν είναι εύκολο να το κάνει κάποιος άλλος για σένα. Πρέπει εσύ ο ίδιος ν’ αποφασίσεις ότι δεν θέλεις να είσαι σ’ αυτήν την κατάσταση. Είναι και θέμα λίγο χαρακτήρα, πώς θέλεις να βλέπεις τον εαυτό σου. Δηλαδή, αν θέλεις να τον βλέπεις ή να σε λυπούνται οι άλλοι για παράδειγμα. Δεν… Δηλαδή, για μένα αυτό είναι το χειρότερό μου, ας πούμε, να μη μπορώ να κάνω κάτι. Ναι, αλλά θα έρθει στη ζωή κάποια στιγμή που θα πρέπει να χρειαστείς βοήθεια. Εγώ ως τότε δεν ήξερα τι σημαίνει ζητάω βοήθεια. Αυτό είναι κάτι το οποίο πρέπει όλοι να το αποδεχθούμε για το οτιδήποτε. Γιατί μετά για πάρα πολύ καιρό έπρεπε κάποιος να με πάει τουαλέτα, κάποιος να μου αλλάζει τα ρούχα, έπρεπε κάποιος να μου σηκώνει το ποτήρι το νερό, για να μου το δώσει να το πιω, γιατί εγώ δεν έπρεπε να κάνω την οποιαδήποτε κίνηση. Να μου κάνει την καρέκλα, για να με σπρώξει για να κάτσω κάπου. Δηλαδή, όλο αυτό ήταν μία διαδικασία για μένα πάρα πολύ δύσκολη μέσα μου, ότι δηλαδή έπρεπε να το αποδεχτώ ότι εγώ δεν μπορώ. Να μου πλύνει τα δόντια, να με λούσει. Με λούζαν’ στο κρεβάτι και προσπαθούσαν με τις βούρτσες να μου κατεβάσουν τα μαλλιά, γιατί είχανε γίνει τζίβα. Όλο αυτό είναι μια διαδικασία που όμως σε κάνει πολύ καλύτερο αν την αποδεχτείς και πεις ότι: «Ναι, έτσι είναι τα πράγματα. Κάποτε χρειαζόμαστε βοήθεια». Όπως εμείς δίνουμε βοήθεια πολλές φορές, χωρίς ο άλλος να μας το ζητήσει. Ή είμαστε εκεί για κάποιον, για να τον βοηθήσουμε. Το ίδιο δεν είναι; Πρέπει να το κάνουμε για τον εαυτό μας. Αυτό εννοώ.

Σ.Ζ.:

Πόσο καιρό σου πήρε η επούλωση;

Ε.Α.:

Αρκετούς μήνες. Για έξι μήνες τουλάχιστον υπήρξε μία άλφα δυσκολία. Μετά απλά στον χρόνο επάνω ήμουν αρκετά καλά ας πούμε, αρκετά καλύτερα. Αυτό δεν φεύγει. Όταν έχεις ένα πρόβλημα τέτοιου τύπου σίγουρα δεν φεύγει. Το παντρεύεσαι. Απ’ τη στιγμή που το παντρεύεσαι, μετά μαθαίνεις να λειτουργείς με αυτό. Κι εγώ έχω μάθει να λειτουργώ με το θέμα αυτό. Γιατί πολλοί μπορεί να με βλέπουν και να νομίζουν ότι είμαι πολύ light κατάσταση και ότι είμαι απροβλημάτιστη κλπ. Όχι, τα σκέφτομαι όλα. Δηλαδή, πριν κάνω το οτιδήποτε ακόμη και δουλειές στο σπίτι που θα κάνω, θα το κάνω με συγκεκριμένο τρόπο. Γιατί ξέρω ότι αυτό μπορεί να μ’ επιβαρύνει και να με πάει πίσω δυο βδομάδες παράδειγμα. Όλο αυτό είναι πλέον συνήθεια. Στην αρχή ήθελε σκέψη. Τώρα πλέον είναι κάτι κανονικό, μια φυσιολογική κατάσταση ας πούμε. Κι αυτό το λέω και πάντα σε συμβουλές σε άλλους ανθρώπους που μπορεί φίλοι μου να πάθουν κάτι κτλ. Ότι πρέπει να αποδεχτείς ότι κάτι είναι. Όχι ότι θα αποδεχθείς ότι είσαι ας πούμε ανίκανος για παράδειγμα, αλλά να πορευτείς πάνω στα δικά σου δεδομένα. Και μετά να δεις αν υπάρχει και μια διάσταση να πας και λίγο πιο ψηλά, και λίγο παραπάνω και λίγο παραπάνω. Αλλά όλα αυτά θέλει υπομονή, την οποία φυσικά δεν την είχα. Έμαθα να ‘χω υπομονή από αυτό. Δεν είχα καθόλου υπομονή σε πράγματα. Γι’ αυτό και σε όλα τα αθλήματα που έκανα, μόλις έφτανα σ’ ένα καλό επίπεδο, τα παρατούσα. Πήγαινα στο επόμενο και το επόμενο, και το επόμενο. Οπότε, αυτό μου έκανε καλό.

Σ.Ζ.:

Πώς είναι για έναν τόσο δραστήριο άνθρωπο να πρέπει να μείνει στο κρεβάτι και για καιρό;

Ε.Α.:

Νομίζω ότι είναι πάρα πολύ ψυχοφθόρο. Και γενικά εμένα όταν μου λένε ότι πρέπει να κάτσω κάπου έχω ένα θέμα, ας πούμε. Δηλαδή, αυτός ο περιορισμός δημιουργεί μία κατάσταση σφιξίματος και νιώθεις ότι δεν μπορείς να κάνεις πράγματα, ότι πνίγεσαι, οτιδήποτε. Αλλά νομίζω ότι δεν μπορούσα να κάνω και αλλιώς. Είχε χρειαστεί να ξανακάτσω στο σπίτι και μάλιστα να ξαπλώνω μου ‘χε πει ο προηγούμενος γιατρός στο πάτωμα για [00:20:00]δύο εβδομάδες, για να μπορέσει να ισιώσει πάλι η μέση. Δηλαδή, ξαναδοκίμασα τέτοια πράγματα, έκανα υπομονή. Απλά δεν πίστευα ποτέ ότι θα μου συμβεί αυτό. Ήτανε πάρα πολύ απότομο. Πήγα να πάρω την τσάντα μου ή κάτι μέσα στο δωμάτιο και έπεσα με τα μούτρα. Ήταν σαν να με χτυπούσε μία τεράστια πόρτα μεταλλική σ’ όλο μου το σώμα. Και χτύπησε breakdown. Οπότε, αυτό μπορεί να συμβεί στον καθένα. Αν δεν προσέχουμε —γι’ αυτό λέω πάντα ότι όταν είμαστε νεότεροι δεν προσέχουμε ιδιαίτερα—, δεν… Πιστεύουμε ότι είμαστε αήττητοι, ας πούμε —που δεν είναι κακό, ωραίο είναι κι αυτό—, αλλά θέλει να έχεις και στον νου σου ότι εντάξει, δεν είναι όλα. Σκέφτομαι πολλές φορές το ντύσιμό μας ας πούμε. Όσο πιο νέοι είμαστε φοράμε μπλουζάκια πιο κοντά, δεν μας πειράζει άμα κρυώνει η μέση κλπ. Τώρα ας πούμε έχω προσαρμόσει διαφορετικά το ντύσιμο. Μπορεί να φοράω πάντα κάτι ζεστό από μέσα, φοράω αθλητικό παπούτσι, δεν φοράω τακούνι. Δηλαδή, αλλάζει και ο τρόπος που παρουσιάζεσαι πλέον, για να μπορείς να το αντιμετωπίσεις. Και για να είσαι και καλά και να μπορείς να κάνεις και φυσικά τα πράγματα που θέλεις, γιατί αλλιώς δεν γίνεται. Ας πούμε εγώ σαν DJ τώρα με τέτοια προβλήματα που έχω ορθοστασία άπειρες ώρες, έπρεπε να δω πώς θα το διαχειριστώ. Γιατί είναι κουραστικό. Και για οποιονδήποτε, για κάποιον που δεν έχει πρόβλημα. Οπότε, θέλει κάποιες φόρμουλες ο καθένας που βρίσκει με τον οργανισμό του και τον εαυτό του, για να μπορέσει να το κάνει.

Σ.Ζ.:

Και μετά, όταν συνήλθες, είπες πάλι ότι δεν σταμάτησες τα ταξίδια. Ποιο ήταν το πρώτο ταξίδι που έκανες όταν έγινες καλά;

Ε.Α.:

Νομίζω ήτανε στη Μάλτα. Ήτανε, που ήτανε... Ρώτησα τον γιατρό: «Τι μπορώ να κάνω που θα μπορώ να είμαι ψιλοόρθια;», γιατί το κάθισμα είναι απαγορευτικό για να μη σε μπλοκάρει. Αυτό ισχύει και για τώρα. Για πάντα δηλαδή. «Πού μπορώ να κάνω μια μικρή πτήση;». Έστω να κάνω μια πτήση και να είναι μικρή, σύντομη. «Μία ώρα και μιάμιση μπορώ;» ήτανε η πρώτη μου ερώτηση. Μου λέει: «Μπορείς, απλά δεν χρειάζεται να κουβαλήσεις κάτι». Το πρόβλημα είναι με το βάρος. Οπότε, έτσι έχω προσαρμόσει και γενικά και στα επόμενα ταξίδια το τι θα παίρνω ας πούμε. Είναι μικρότερες οι βαλίτσες, μικρότερο το βάρος. Όσο μικρότερο γίνεται. Άρχισα να αφαιρώ δηλαδή πράγματα που θεωρούσα πάρα πολύ αναγκαία. Οι πρώτες μου βαλίτσες τις λέγανε η κάσα που την κουβαλάς μαζί σου. Ήταν τεράστιες. Κι έτσι μάλλον και την έπαθα κιόλας, ας πούμε, στην Ινδία. Κάπως έτσι έγινε.

Σ.Ζ.:

Μετά ένας προορισμός από κει και πέρα έτσι που να ξεχωρίζεις;

Ε.Α.:

Είναι πάρα πολλοί οι προορισμοί που ξεχωρίζω για διαφορετικούς λόγους. Δηλαδή, τι να πω τώρα; Γιατί όταν με ρωτάνε: «Α! Πήγες στον Βόρειο Πόλο;» ξέρω ‘γώ ή «Πήγες προς τα κει;». Θα πω και γι’ αυτό το ταξίδι, αλλά θεωρώ ότι η Ινδία για παράδειγμα ήταν ένα ταξίδι το οποίο μ’ έχει στιγματίσει. Γιατί θεωρητικά η Ινδία είναι ένα πράγμα… Κάποιοι φτάνουν στο αεροδρόμιο και θέλουν με τη μία να ξαναγυρίσουν πίσω λόγω μυρωδιάς. Για παράδειγμα μου λέγανε: «Δεν θα το αντέξεις» κλπ. Εγώ ήμουν ένα παιδί πάρα πολύ σιχασιάρικο όταν ήμουνα μικρό. Οπότε, έλεγα στην Ινδία μπορεί να ζοριστώ, μπορεί να τα βρω έτσι δύσκολα. Κι όμως εκεί ξεπέρασα ας πούμε ένα δεύτερο κομμάτι τού σιχαίνομαι, μ’ ενοχλούν οι μυρωδιές κλπ. Όταν πας σ’ ένα μέρος πρέπει να αποδεχτείς και να δεχτείς όλο αυτό που έχει να σου δώσει. Όχι να κάνεις κατευθείαν συγκρίσεις, παράδειγμα με την Ελλάδα. Κατευθείαν να μπεις σε αυτό και να χορέψεις. Δηλαδή, θα πάρεις τις μυρωδιές, θα πάρεις τις εικόνες, τα χρώματα, τους ήχους, τις μελωδίες, τα πάντα, τους ανθρώπους φυσικά, τα πρόσωπα. Εγώ, ας πούμε, εκεί είχα την τύχη να κάνω ένα πολύ μεγάλο ταξίδι μες στην Ινδία οδικώς. Δηλαδή, νοίκιασα οδηγό, γιατί μου είπαν ότι: «Αποκλείεται να οδηγήσεις εσύ! Είναι διαφορετική πλευρά, είναι βρετανικό σύστημα», θα ήταν λίγο ρίσκο —οι δρόμοι εκεί είναι σκέτη καταστροφή, οι αγελάδες περνάνε όπως να ‘ναι—. Πήρα τρένο για να δω πώς είναι αυτό που κρέμονται σαν τσαμπιά στα τρένα κλπ., που είναι όλοι μέσα πακτωμένοι, γιατί ήθελα να το ζήσω. Πήρα εσωτερική πτήση που είχανε κοτόπουλα μέσα κι αυτά. Δηλαδή, ήθελα να ζήσω την Ινδία ακριβώς έτσι όπως είναι. Και στο τέλος του ταξιδιού μου, πήγα να βρω μία ινδική οικογένεια η οποία συνομιλούσα μέσω e-mail επί δέκα χρόνια και πήγα να τους γνωρίσω από κοντά. Το οποίο ήταν το καλύτερο πράγμα που έχω κάνει ποτέ ας πούμε. Γιατί ζήσαμε εκεί κάτι το οποίο ήτανε μοναδικό. Ήτανε από τους πρώτους ανθρώπους που μέσα απ’ το ίντερνετ άρχισες να γνωρίζεις και σου στέλναν’ φωτογραφίες και τους έστελνες φωτογραφίες κλπ. Τελείως αγνό πράγμα έτσι, χωρίς ίχνος πονηριάς, οι οποίοι με καλοδέχτηκαν σαν να ήμουνα δικός τους άνθρωπος. Οπότε, από κει έχω μόνο καλές εμπειρίες. Βέβαια, μέσα σ’ αυτό το ταξίδι έχω εμπειρίες του να ανέβω σε ένα απ’ αυτά τα μικρά τους που είναι σαν ποδήλατα, σαν τουκ τουκ, που θα με πήγαιναν στο αεροδρόμιο και να μου ζητάνε τρεις φορές λεφτά στη διαδρομή, ώστε να μη με πάνε αν δεν πληρώσω. Κι έχει τύχει να μαλώσω, να κατέβω να μου πετάξουν τη βαλίτσα. Μου ‘χει να μαλώσω πάνω σε ελέφαντα, γιατί μου ζητούσαν ξανά λεφτά. Υπήρχε έτσι ένα αυτό... Αυτή είναι η τριβή στα ταξίδια. Δηλαδή, όταν ταξιδεύεις μόνος, ξέρεις ότι έχεις να αντιμετωπίσεις πάρα πολλά τέτοια, γιατί σε βρίσκουν μπόσικο. Σου λένε: «Είσαι μόνος. Τώρα εδώ θα σε εκμεταλλευτούμε» κλπ. Το ταξίδι είναι ομορφιά, αλλά έχει πάρα πολλά παρατράγουδα που μπορεί να πέσεις θύμα διαφόρων καταστάσεων. Εγώ απλά έχω και τα δύο σε κάθε ταξίδι. Δηλαδή, έχω το περίεργο ή το αρνητικό ή την κακοτοπιά με το πολύ θετικό ή κάτι στο τέλος να βγαίνει πολύ καλό.

Σ.Ζ.:

Άρα, στην Ινδία ήσουν μόνη σου;

Ε.Α.:

Ναι.

Σ.Ζ.:

Πώς είναι να είσαι και γυναίκα και μόνη σου σαν ταξιδιώτης;

Ε.Α.:

Νομίζω ότι αυτό είναι ένα πράγμα το οποίο με ρωτάνε πάρα πολύ και φίλοι μου και φίλες μου. Δηλαδή, έχω άντρες φίλους μου οι οποίοι μου λένε ότι: «Δεν θα πήγαινα ποτέ μόνος μου ταξίδι!», το οποίο εγώ το θεωρώ τρελό. Εντάξει, θεωρώ ότι μέχρι να κάνεις το πρώτο σου ταξίδι μόνος, το λες. Μετά, όταν θα το κάνεις, θ’ αρχίσεις να αντιλαμβάνεσαι ότι είναι πάρα πολύ ωραίο. Πρώτον, γιατί έχεις τους χρόνους σου, έχεις τον τρόπο που εσύ θέλεις να το ζήσεις το ταξίδι. Δεν λέω ότι δεν είναι ωραίο με παρέα ή το απορρίπτω. Έχω κάνει και με παρέα και με τον σύντροφό μου και με φίλους και με φίλες και με group. Έχω δοκιμάσει όλους τους τρόπους ταξιδιού. Το θέμα είναι ότι όταν είσαι μόνος, έχεις την ελευθερία να ζήσεις την κάθε κατάσταση, κάθε στιγμή όπως εσύ την επιθυμείς. Αυτό είναι μία πολύ μεγάλη ελευθερία. Κι όχι μόνο είναι ελευθερία. Έχεις και τον χρόνο να κάνεις και την ενδοσκόπησή σου. Γιατί εγώ πάντα λέω ότι το ταξίδι είναι ενδοσκόπηση. Το ταξίδι δημιουργεί κάτι καινούριο. Βάζει ένα λιθαράκι στον χαρακτήρα σου και στην προσωπικότητά σου και στην ψυχή σου. Μπορεί να σε επιβαρύνει με πράγματα, αλλά σίγουρα σου δίνει πάρα πολύ μεγάλα δώρα. Και σε αλλάζει προς το καλό. Πάντα θεωρώ προς το καλό. Και σκέφτομαι, ας πούμε, ότι η Αίγυπτος, για παράδειγμα, για μία γυναίκα η οποία δεν είναι μουσουλμάνα… Ακόμα και για τις μουσουλμάνες είναι δύσκολο, αλλά θεωρείται ένας προορισμός που οk, πηγαίνει πάρα πολύς κόσμος. Εγώ επειδή πήγα και μόνη μου έκανα έτσι κάποιες —πώς να το πω έτσι;— γκέλες, γιατί νόμιζα ότι μπορώ να έχω την ελευθερία να κινούμαι όπως θέλω. Κι έχω μία ιστορία η οποία έτσι είναι πάρα πολύ ιδιαίτερη. Ήτανε Χριστούγεννα θυμάμαι δικά μας, αλλά εκεί δεν είχε καμία, δεν έπαιζε κανέναν ρόλο. Κι εγώ τότε ήθελα να το ζήσω κι έλεγα: «Θα βρω ένα ξενοδοχείο, άλλο από αυτό που μένω», που ήξερα ότι είχε ένα πάρα πολύ ωραίο μπαρ που παίζανε φανταστική μουσική, «αλλά θα πάω με τα πόδια. Γιατί στο φινάλε και τι έγινε;». Ήταν 9μιση-10 το βράδυ. Δεν ήταν πάρα πολύ αργά, αλλά ήμουν έτσι σε μία ξένη χώρα μουσουλμανική, που οι γυναίκες δεν κυκλοφορούν έτσι απλά έξω. Ήξερα εγώ βέβαια. Πάντα στα ντυσίματά μου είμαι πάρα πολύ συγκεκριμένη. Δεν φοράω πολλά κοσμήματα κλπ. Πάντα είμαι πολύ καλά κλεισμένη μέχρι τον λαιμό. Δεν προσπαθώ να είμαι πάρα πολύ θηλυκιά ή σεξουαλικιά, ώστε να δημιουργώ περίεργες καταστάσεις, ειδικά σε τέτοιες χώρες. Αλλά ήμουνα καλοντυμένη με παλτό, με φουλάρι κλπ. Και λέω θα βγω περιποιημένη να πιω ένα ποτό. Και ξεκινάω να περπατάω πάνω στη γέφυρα του Νείλου. Και λέω: «Καλά πού είμαι; Δεν το πιστεύω! Ας ανάψω ένα τσιγάρο». Ναι, αλλά δεν σκέφτηκα εκείνην την ώρα ότι δίπλα μου περνούσαν διάφορα αυτοκίνητα και ότι είμαι γυναίκα μόνη, χωρίς μπούρκα, μ’ ένα τσιγάρο στο χέρι και περπατάω. Δηλαδή, αυτό ούτε καν μου πέρασε... Εγώ ένιωσα τέλεια εκείνη την ώρα, να βλέπω τα αυτοκίνητα, να βλέπω το ποτάμι κλπ. Ξαφνικά αντιλαμβάνομαι ότι όποιοι περνούσαν με τα αυτοκίνητα, φωνάζαν’ προς το μέρος μου πάρα πολύ έντονα. Στην αρχή νόμιζα ότι δεν αφορά εμένα, γιατί είναι γενικά έτσι μια πολύβουη πόλη, η οποία δεν έχει και φανάρια. Οπότε, γίνεται ένας συνωστισμός, ένας χαμός με τα αμάξια και κόρνες. Κι αντιλαμβάνομαι ότι αρχίζουν όλοι και βρίζουν εμένα. Με το που καταλαβαίνω αυτό, πετάω το τσιγάρο κάτω. Λέω: «Είμαι μόνη, καπνίζω». Μόλις το πετάω κάτω, λέω: «Ωπ ωπ ωπ! Κι αν μου πούνε γιατί το πέταξες κάτω;». Το σβήνω, το βάζω στην τσέπη. Μετά παίρνω το φουλάρι, λέω: «Μήπως πρέπει να το βάλω στο κεφάλι; Μήπως δεν πρέπει; Μήπως πρέπει να καλυφθώ;». Αρχίζω και περπατάω πιο γρήγορα. Κάποια στιγμή σταματάει ένα βανάκι, το οποίο είναι από τα δικά τους σαν το λεωφορειάκι το δικό τους, που προφανώς κάποιοι άντρες γύριζαν απ’ τη δουλειά. Και έχουν πιαστεί όλοι από το βανάκι και βγαίνουν οι μισοί έξω. Κι αρχίζουνε όλοι ομαδικώς να με φτύνουν. Κι έχω δεχτεί ένα πράγμα πάρα πολύ τρελό. Και από τη μία λέω ότι άμα με πιάσουν αυτοί στα χέρια τους, εντάξει, δεν ξέρω πού θα βρεθώ. Οπότε, αρχίζω τρέχω, προσπαθώ να περάσω την τεράστια οδό πάνω στην γέφυρα. Ο αστυνομικός, ο οποίος κάνει όλες τις κινήσεις για να, για τους οδηγούς πιο πολύ —όχι για τους πεζούς— δεν με βοηθάει καθόλου για να περάσω. Προσπαθώ να περάσω μόνη μου πάρα πολύ γρήγορα. Μ’ έχουν χτυπήσει δύο βανάκια με τους καθρέφτες. Δηλαδή, δεν τους ενδιέφερε που είμαι γυναίκα που περνάω τον δρόμο. Και περνάω τρέχοντας με μία τρελή κατάσταση, ας πούμε, και τρελή ψυχολογία. Και φτάνω στο απέναντι πεζοδρόμιο και λέω κιόλας και στον αστυνομικό στα αγγλικά: «Καλά, γιατί δεν με βοηθάς;», ας πούμε. Και σηκώνομαι και συνεχίζω, δεν σταματάω. Δεν κοιτάω πίσω, γιατί λέω: «Αν σταματήσω δεν ξέρω τι μπορεί να γίνει». Και λέω: «Όχι, θα φτάσω στον προορισμό μου!». Δηλαδή, δεν με σταμάτησε αυτό, αλλά μου προκάλεσε τρελό σοκ. Φτάνω, λοιπόν, στο ξενοδοχείο, το οποίο ήθελα. Μπαίνω μέσα, πάω ζητάω την τουαλέτα, για να πλυθώ, να βγάλω από πάνω μου τα φτυσίματα, να γίνω άνθρωπος, να πάω να πιω ένα ποτό στο μπαρ. Και με το που φτάνω στο μπαρ βγάζω την πρώτη μου ψηφιακή κάμερα —γιατί σε εκείνο το ταξίδι είχα την ψηφιακή μου πρώτη κάμερα— να βγάλω μερικές φωτογραφίες μες στο μπαρ, γιατί μου άρεσε πάρα πολύ. Κι έρχεται αυτός που ήταν ο concierge —ή ο οποιοσδήποτε, ο manager του ξενοδοχείου—, μου λέει: «Σας παρακαλώ! Give me your camera!». Μου λέει: «Δώσε μου την κάμερά σας. Και τι είστε πράκτορας;» κλπ. Καλά λέω συνεχίζει το πράγμα, έτσι; Δεν σταματάει με τίποτα. Λέω: «Τι να σας δώσω; Να σας δείξω τις φωτογραφίες». Μου λέει: «Give me your film!». Λέω: «Φιλμ δεν είναι αυτό. Αυτό είναι», λέω, «με [Δ.Α.] stick. Είναι ψηφιακό πλέον. Έχουμε περάσει στην τεχνολογία». Μου λέει: «Και τι είστε εσείς;». «Τι να είμαι;», λέω, «Τουρίστρια είμαι». Μου λέει: «Δείξ’ τα μου» κι αρχίζει να μου λέει για να σβήσω τις φωτογραφίες που έχω εκεί από το μπαρ. Εγώ δεν έχω καταλάβει. Σβήνω μόνο του μπαρ και λέω: «Σας παρακαλώ από πυραμίδες κλπ. δεν σβήνω με τίποτα! Συγγνώμη κιόλας! Αυτό είναι το…». Και με αφήνει έτσι. Κι έχω μείνει εγώ σε σοκ. Λέω δέχομαι τα φτυσίδια, τα βρισίδια. Ο άνθρωπος θέλει [00:30:00]να σβήσω τις φωτογραφίες. Λέω: «Τι άλλο μπορεί να γίνει μέσα σ’ αυτήν τη βραδιά;». Και ξαφνικά έρχεται ένας κύριος από απέναντι, μου λέει: «Χίλια συγγνώμη! Εμείς φταίμε γι’ αυτό. Νομίζαμε ότι είστε πράκτορας ή ντεντέκτιβ». Λέω εδώ κοίτα να δεις τι γίνεται. «Σας είδαμε μόνη και μας κοιτούσατε και μας βγάλατε φωτογραφίες. Εγώ είμαι με έναν φίλο μου και με τη δεύτερη γυναίκα μου, τρίτη, γιατί εμείς ξέρετε έχουμε πολλές γυναίκες. Δεν είμαι με την κανονική μου γυναίκα. Μάλλον νομίζαμε ότι μας φωτογραφίζατε, γιατί βλέπετε ότι μπορεί να είμαι με κάποια άλλη» κλπ. Λέω: «Δεν έχω καμία σχέση. Συγγνώμη κιόλας!». Λέει: «Σας παρακαλώ δεχθείτε ένα ποτό από μας. Είμαστε…». Ήταν ο άνθρωπος πάρα πολύ σοβαρός φαινόταν και η παρέα του. Αλλά λέω εγώ: «Εντάξει. Θα το σκεφτώ. Αφήστε με σας παρακαλώ ήσυχη! Σας ευχαριστώ πολύ! Γεια σας». Το ξανασκέφτομαι, μου ξαναστέλνουνε κάποιον άλλον που μιλούσε κι ελληνικά: «Σας παρακαλούμε!», και, «Συγχωρέστε μας, ήταν από λάθος μας, αν σας δημιουργήσαμε κάποια κατάσταση» κλπ. Λέει: «Τι θα κάνετε σήμερα;». Αυτό μου έχει τύχει πάρα πολλές φορές στα ταξίδια και βάσει ενστίκτου λέω αν θα κάνω κάτι ή όχι με κάποιους ανθρώπους. Λέω: «Δεν έχω κανονίσει κάτι, γιατί απ’ ό,τι βλέπω το περιβάλλον είναι πάρα πολύ επιθετικό εδώ». Μου λέει: «Θέλετε να έρθετε μαζί μας; Εμείς με ταξί κινούμαστε, γιατί εμείς πίνουμε αλκοόλ» —γιατί συνήθως δεν πίνουν εκεί εύκολα στην Αίγυπτο αλκοόλ—. «Θα πάμε σε δικά μας στέκια. Αν θέλετε να μας ακολουθήσετε πολύ ευχαρίστως!». Και είμαι τώρα —είναι εκείνο το δευτερόλεπτο που λες θέλω, δεν θέλω—, λέω: «Εντάξει, θα έρθω μαζί σας!». Η αλήθεια είναι ότι εκείνο το βράδυ έζησα το Κάιρο όπως μάλλον μόνο ένας ντόπιος. Δηλαδή, με πήγανε στο τοπικό τους μπαρ το οποίο ήτανε καταπληκτικό. Μαζί με το ποτό δοκίμασα αυτά που τρώνε αυτοί μαζί με το ποτό τους, δηλαδή όχι όπως τα φιστίκια κλπ. Αυτοί έχουν καρδιές πουλιών, που δεν θα το ‘τρωγα υπό άλλες συνθήκες. Το έφαγα πρώτα και μετά έμαθα τι ήτανε. Μετά πήγαμε σε ένα σαν λαϊβάδικο το οποίο ήτανε πάρα πολύ έτσι σουρεαλιστικό, με χαλί, με μια τραγουδίστρια μ’ ένα μικρόφωνο κι έτσι γενικά… Ήτανε λίγο σαν από ταινία, κωμωδία. Όπου κάτσαμε σε τραπέζι —πρώτο τραπέζι— και τρώγαμε μπροστά σε αυτήν και αυτή ούρλιαζε πάνω από το κεφάλι μας και στο τέλος μου λένε: «Κοιτάξτε, υπάρχει και σ’ ένα ξενοδοχείο πάρα πολύ καλό ένα πολύ ωραίο μπαρ, που τραγουδάει πάλι μια ωραία μπάντα, αλλά πολύ διαφορετική και πιο μοντέρνα», λέει, «απ’ αυτό που βλέπεις τώρα. Μάλλον», λέει, στο ‘‘Hyatt’’». «Πάμε», λέω, «και σε αυτό». Εγώ έχω κάνει τώρα το Κάιρο by night και θα ‘φτανα πρωί στο σπίτι. Τώρα εδώ παίζει το ένστικτο και τους λέω εκεί κάπου ότι: «Κοιτάξτε, κι εγώ παλιά τραγουδούσα σε μπάντες κι αυτά». «Α!», λένε, «Είστε τραγουδίστρια~». «Όχι!», λέω, «Δεν είμαι τραγουδίστρια! Απλά», λέω, «το έκανα έτσι, ας πούμε για το fun». Μπαίνουμε, λοιπόν, είναι μόνο Άραβες. Καθόμαστε πρώτο τραπέζι —απ’ ό,τι κατάλαβα αυτοί οι άνθρωποι βγαίναν’ πάρα πολύ συχνά και τους ήξεραν σ’ αυτά τα μαγαζιά που πηγαίνουν— και μιλάει με τον τραγουδιστή εκεί, που οι οποίοι τραγουδούσαν διάφορα τοπικά εκεί. Του λέει: «Η κοπέλα είναι τραγουδίστρια». Λέω: «Παιδιά, δεν είμαι τραγουδίστρια». «Όχι όχι!», λέει, «Η κοπέλα είναι τραγουδίστρια». Λέει: «Ελάτε, ελάτε πάνω!». Λέει: «Τι θέλετε να τραγουδήσουμε; Άντζελα Δημητρίου;». Λέω «Δεν τραγουδάω τέτοια εγώ». Εγώ τώρα soul, funk, jazz και τέτοια. Λέει: «Κάτι να κάνετε, backing vocals κι αυτά». Λέω: «Αν θέλετε να σας τραγουδήσω ελληνικό θα πρέπει να μην παίζετε, γιατί δεν θα το ξέρετε». Είναι οι Άραβες από κάτω σ’ έναν χαμό. «Ανέβηκε η Ελληνίδα τραγουδίστρια!». Μιλάμε τώρα αστεία πράγματα. Εντάξει, λέω, αφού το κάνουμε τώρα θα το κάνω στην ολότητα. Λέει: «Τι θα μας τραγουδήσετε;». Λέω: «Θα σας τραγουδήσω το Σ ’αγαπώ γιατί είσαι ωραία. αλλά», λέω, «a cappella». Ρίχνουν τα φώτα επάνω, χαμός κλπ. και ξεκινάω να τους τραγουδάω το Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία. Έγινε ένας πανικός, οι Άραβες φωνάζανε: «Μπράβο!» κι αυτά, «Κι άλλο!» κι αυτά. Δεν τραγούδησα άλλο. Θέλω να πω όμως ότι μετά από αυτό που πήραμε το ταξί, φύγαμε και γύρισα στο ξενοδοχείο έξι η ώρα το πρωί. Ξεκίνησε όλο αυτό εντελώς αρνητικά και έκλεισε εντελώς θετικά. Χωρίς κανένα παρατράγουδο. Χωρίς να υπάρχει οτιδήποτε πονηρό, περίεργο, επικίνδυνο, να το πω έτσι. Γιατί σίγουρα όταν κυκλοφορείς νύχτα και γυναίκα μόνη μπορεί να πιστεύουν ότι κάτι ψάχνεις ή μπορεί να σου τύχει κάτι πάρα πολύ κακό. Κι εγώ πήγα στο ξενοδοχείο με μια πάρα πολύ γεμάτη ψυχή απ’ όλο αυτό. Και γνώρισα καταπληκτικούς ανθρώπους, αλλά από στραβό ξεκίνησε. Άρα, δηλαδή γενικά σε όλα τα ταξίδια συμβαίνει αυτό και πάντα ευτυχώς στο τέλος κάτι βγαίνει καλό και λες: «Μάλλον για κάποιο λόγο έγιναν όλα αυτά, ας πούμε!».

Σ.Ζ.:

Στη νυχτερινή ζωή —ήθελα να σε ρωτήσω— υπήρχανε γυναίκες; Εννοώ να διασκεδάζουν.

Ε.Α.:

Σε αυτά τα μέρη που πήγα, ναι. Υπήρχαν. Γενικά δεν υπάρχουν. Προφανώς είναι οι πιο μοντέρνοι, ίσως οι άνθρωποι που είναι υψηλότερης κάστας, να το πω έτσι, που έχουνε τον τρόπο να μπορούν να βγουν και να μην έχουνε την —τι να πω; —, την κατάκριση. Δεν μπορώ να ξέρω. Πάντως είδα πάρα πολλές γυναίκες εκεί. Υπήρχαν γυναίκες. Σαφέστατα στον δρόμο και γενικά το μεγαλύτερο ποσοστό είναι άντρες.

Ε.Α.:

Δηλαδή, έχω ζήσει στην Ιορδανία να πάω στο κέντρο του Αμμάν ντυμένη πάντα πάρα πολύ αντρικά, να το πω έτσι, για να μη δημιουργώ καταστάσεις —που στην Ιορδανία υποτίθεται είναι ένας προορισμός ο οποίος ο καθένας μπορεί να πάει—. Κι ήταν πάλι περίπου τέτοια ώρα στις 10, που κλείνουν οι περισσότεροι άντρες τα καταστήματα που έχουνε στο κέντρο του Αμμάν, κι έκανα το λάθος την ώρα που περπατούσα τα καταστήματα που κλείνανε να βγάλω την κουκούλα —γιατί φορούσα κουκούλα πάνω από τα μαλλιά μου— κι επειδή έχω μακριά μαλλιά, ν’ αφήσω τα μαλλιά μου ελεύθερα. Κι εκείνην την ώρα άρχισαν να βγαίνουν όλοι από όλες τις γωνίες —για παράδειγμα τώρα το λέω, γιατί έτσι το θυμήθηκα— και να αρχίζουν να σφυράνε μ’ έναν συγκεκριμένο τρόπο και να έρχονται να με περικυκλώνουν από παντού άντρες που σφυρούσανε έντονα και με περίεργο βλέμμα προς το μέρος μου. Κι άρχισα εγώ να βγαίνω απ’ τα στενά με πάρα πολύ γρήγορο βήμα κλπ., να προσπαθώ να βρω μαγαζιά που είναι ανοιχτά να κάτσω εκεί μπροστά να νιώθω ασφαλής, ότι κάποιος είναι —που πάλι άντρας θα ήταν μέσα στο μαγαζί— και να περιμένω να πάρω ταξί, για να σηκωθώ να φύγω. Και μπήκα σε τρία ταξί στα οποία στα δύο πήδηξα έξω, γιατί και οι δύο οι ταξιτζήδες δεν θα με πηγαίναν’ μάλλον στο ξενοδοχείο μου. Μάλλον θα με πηγαίναν’ κάπου αλλού, γιατί μόλις τους μιλούσα, μου μιλούσαν περίεργα: «Δεν ξέρω. Κλείστε την πόρτα». Ξεκινούσανε να πάνε, ενώ δεν τους είχα πει πού θα πάνε και δύο φορές βγήκα απ’ το ταξί, για να μπορέσω να ξεφύγω. Δηλαδή, η κατάσταση ήτανε λίγο περίεργη.

Σ.Ζ.:

Άρα-

Ε.Α.:

Χωρίς να κάνω κάτι. Χωρίς να κάνω κάτι. Χωρίς να πηγαίνω γυρεύοντας, να το πω έτσι. Δηλαδή, κάποιες φορές σκέφτομαι ότι μη λέμε κιόλας ότι μία γυναίκα μπορεί να κυκλοφορεί πολύ και ίσως έτσι όπως λειτουργεί να δημιουργήσει μία εικόνα ή μία κατάσταση. Εγώ έχω τύχει σε πάρα πολλές φάσεις να μην κάνω τίποτα και να μου συμβούνε διάφορα πράγματα. Οπότε, είναι σχετικό. Σίγουρα δεν πρέπει όμως να είσαι και πάρα πολύ έτσι περίεργα ντυμένη ή η συμπεριφορά παίζει ρόλο.

Σ.Ζ.:

Άρα, προσπαθούσες να γίνεις και ένα με τον πληθυσμό-.

Ε.Α.:

Ναι ναι-.

Σ.Ζ.:

Θέλω να πω στο ντύσιμο.

Ε.Α.:

Ναι ναι ναι! Πάντα προσπαθώ. Δηλαδή, σκέφτομαι από πριν πώς θα είμαι. Στην αρχή στα πρώτα μου ταξίδια η αλήθεια είναι δεν ήμουνα τόσο κλειστή στο κομμάτι αυτό. Ήμουνα λίγο πιο απελευθερωμένη, γιατί ίσως δεν ήξερα. Δεν είχα καταλάβει ότι υπάρχει τόση μεγάλη επικινδυνότητα. Μου ‘χει τύχει, ας πούμε, στην Κούβα —που ήταν το πρώτο μου ταξίδι και το είχα πάρα πολύ μεγάλο όνειρο— να φτάσω πάρα πολύ αργά, να ζήσω το πρώτο μου jet lag —που δεν ήξερα τι σημαίνει jet lag—, να είμαι σε μια φοβερή εγρήγορση. Οπότε, είπα ότι αφού έφτασα, είναι 12 η ώρα το βράδυ, ας πάω σ’ ένα κλαμπ, εκεί που ήξερα ότι παίζει μια πάρα πολύ ωραία μπάντα. Ναι, αλλά δεν είχα υπολογίσει ότι μπορεί εγώ να έχω κούραση και να μου βγει εκεί που θα πάω. Ντύθηκα, στολίστηκα, πήρα ταξί κι είπα θα πάω στο «Casa de la Música», που το είχα πάρα πολύ μεγάλο απωθημένο. Θα πάω ν’ ακούσω κουβανέζικες μπάντες κλπ. Μάλιστα μπαίνω, με ελέγχουν από κάτω και πριν με ελέγξουν μου λένε: «Τι είστε;». Νόμιζαν ότι είμαι επί χρήμασι, δηλαδή ότι… Ναι, μου φέρθηκαν πάρα πολύ περίεργα και μόλις τους μίλησα στα ελληνικά κατάλαβαν ότι έχουν κάνει λάθος. Επειδή είμαι έτσι μελαχρινή και ήμουνα και μαυρισμένη κλπ. με μπέρδεψαν με Κουβανή. Ανεβαίνω πάνω και μόλις τους λέω ότι είμαι Ελληνίδα μου λένε: «Καθίστε όπου θέλετε!» κλπ. Και τι γίνεται; Κάθομαι πρώτο τραπέζι και παίρνω και μια piña colada, γιατί το ‘χα απωθημένο. Λέω: «Να είμαι στην Κούβα, να πίνω piña colada και να βλέπω την αγαπημένη μου μπάντα», λέω: «Εντάξει, φοβερό!». Και κάποια στιγμή καταλαβαίνω ότι ξυπνάω, είμαι πρώτο τραπέζι —δεν μου 'χει συμβεί ποτέ σε όλη μου τη ζωή, μόνο εκεί μου 'χει συμβεί αυτό, γιατί εγώ κοιμάμαι πάρα πολύ λίγο γενικά— κι έχω κοιμηθεί στο πρώτο τραπέζι κάτω από το gongas. Δηλαδή, ο άλλος βαρούσε gongas, η μπάντα έπαιζε, τραγουδούσαν, χορεύαν’ όλοι δίπλα κι εγώ είχα κοιμηθεί πάνω στο τραπέζι. Θα μπορούσε να μου είχε συμβεί το οτιδήποτε έτσι που είμαι κοιμισμένη. Και ξυπνάω και ξανά συνεχίζω τη βραδιά κανονικά, γιατί καταλαβαίνω: «Ώπα! Τι έχει γίνει τώρα;». Και λέω: «Πρέπει να πάρεις ένα ταξί να πας να κοιμηθείς. Είναι χαζομάρα. Εντάξει, μην το τραβάς». Μπαίνω, λοιπόν, στο ταξί και με ξαναπαίρνει ο ύπνος. Δηλαδή, εκεί μπορεί να γίνει το… Και τι γίνεται; Σταματάνε το ταξί κάποιοι αστυνομικοί εκεί της, υποτίθεται εκεί της Αβάνα και του λένε: «Γιατί η κοπέλα είναι πίσω έτσι κοιμισμένη; Μήπως έχει κάτι; Μήπως κάτι της συμβαίνει; Γιατί την έχεις έτσι; Είναι υπνωτισμένη; Είναι ναρκωμένη;». Πολύ κουφό αυτό τώρα. Και με ξύπνησαν, για να δουν αν συμβαίνει κι αν είναι όλα καλά και ο άνθρωπος αυτός δεν με πηγαίνει κάπου αλλού ή δεν έχω πάθει κάτι. Μου έκανε φοβερή εντύπωση. Πάρα πολύ τυχερή ήμουνα μάλλον. Και τους λέει αυτός: «Όχι όχι! Η κοπέλα την πηγαίνω εκεί στο ξενοδοχείο της εκεί» κλπ. Ξανασυνεχίζουμε και πάνω που είναι να με ξαναπάρει ο ύπνος, μένει αυτός από βενζίνη —γιατί αυτοί συνήθως δεν βάζουν και πάρα πολύ βενζίνη— κι έτσι όπως είμαι με τα τσόκαρα, με το ντύσιμο, τα κοσμήματα σπρώχνω και το ταξί, για να φτάσω στο ξενοδοχείο. Άρα, λοιπόν γενικά στα ταξίδια δεν είναι όλα ακριβώς όπως τα βλέπουμε. Είναι λίγο διαφορετικά. Δηλαδή, το «Σαν τη Χαλκιδική δεν έχει!» το είπα όταν ήμουνα στην Καραϊβική. Εμείς εδώ τώρα και απ’ τη Θεσσαλονίκη οι περισσότεροι όταν πάμε, ας πούμε, σε παραλιακά μέρη και τροπικά, κατευθείαν συγκρίνουμε, που είναι το αναπόφευκτο. Οπότε, έχω πάρα πολλά να λέω για τις Μαλδίβες. Μου λένε όλοι: «Καλά πήγες στις Μαλδίβες; Φοβερά!». «Τι φοβερά;» λέω. «Πού είναι το φοβερό;». Λέω: «Άμα θέλετε να σας αποδομήσω το κάθε μέρος με τη σειρά, μπορώ να σας το αποδομήσω». Το βασικό δεν είναι να το αποδομούμε, το βασικό είναι να… Κάθε μέρος έχει την ομορφιά του και το στίγμα του. Αλλά σίγουρα αν μιλήσουμε για θάλασσες, θεωρώ ότι σαν της Μεσογείου και σαν αυτήν την αύρα που έχουμε εμείς εδώ, δεν υπάρχουν. Να τα λέμε κι αυτά!

Σ.Ζ.:

Υπήρχε κάποιος προορισμός που να σου θύμισε, χωρίς να το περιμένεις, την Ελλάδα;

Ε.Α.:

Ίσως από άποψη ανθρώπων ή από άνεσης, να το πω έτσι; Δηλαδή, το πώς ένιωθα σαν το σπίτι μου; Η αλήθεια είναι στα περισσότερα μέρη δεν νιώθω ξένη. Βέβαια, στην Ασία, επειδή έχω ταξιδέψει πάρα πολύ. Εντάξει, στην Ιαπωνία νιώθεις σίγουρα ότι είσαι Gaijin και είσαι ξένος. Δεν υπάρχει περίπτωση να νιώθεις ότι μοιάζεις και αυτοί σε κάνουν να το καταλάβεις πάρα πολύ καλά. Δεν έχουμε καμία σχέση και θα 'θελα πολύ να τους καταλάβω και να μπω στο δικό τους σκεπτικό, αλλά είναι πάρα πολύ δύσκολο. Νομίζω ότι στην Κούβα ήμουνα κοντά στο [00:40:00]σκεπτικό τους. Βέβαια, εκεί τώρα οι άνθρωποι λόγω φτώχειας και κατάστασης φερόντουσαν πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι θα φερόντουσαν αν ήτανε σε μια έτσι καλύτερη οικονομική θέση. Κι αυτό μπορεί βέβαια να το πάθει ο καθένας. Αφρική δεν μπορώ να πω ότι ένιωσα το ίδιο, Βόρειο Αφρική και Νότιο Αφρική. Σίγουρα σε ευρωπαϊκές πόλεις πάλι νιώθω πάρα πολύ άνετα, ακόμα και στις βόρειες πόλεις. Παρότι έχουμε πολύ μεγάλη διαφορά, θεωρώ ότι νιώθω πάρα πολύ άνετα. Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία ίσως. Γενικά δεν νιώθω ξένη. Δεν νιώθω ξένη, όπου και να πάω. Πάντα νιώθω άνετα-.

Σ.Ζ.:

Είναι κάτι εσωτερικό αυτό.

Ε.Α.:

Ναι, πάντα νιώθω άνετα.

Σ.Ζ.:

Κι επειδή ανέφερες έτσι πολύ και τα τραγούδια και τη μουσική στα ταξίδια σου. Είναι αυτός ένας παράγοντας να ταξιδέψεις σε κάποια μέρη; Η μουσική;

Ε.Α.:

Ο περισσότερος κόσμος ίσως —καλά βγάζω την Κούβα απέξω, γιατί οι περισσότεροι γνωρίζουν τα κουβανέζικα κομμάτια και ίσως την έχουνε συνδέσει με τη μουσική— εγώ θεωρώ ότι σε κάθε χώρα έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον είτε η τοπική μουσική, η παραδοσιακή είτε άνθρωποι οι οποίοι ασχολούνται με τη μουσική στα μέρη που επισκεπτόμαστε. Δηλαδή, δεν μπορεί να πας σ’ ένα μέρος και να μην πας κάπου που έχει live ή να μην παρακολουθήσεις έναν μουσικό του δρόμου ή να μην πας σε μια παραδοσιακή ή κάτι που έχει σχέση με τα έθιμά τους και τα ήθη τους. Εγώ πάντα πηγαίνω σε κάτι τέτοιο. Παρότι μερικές φορές μπορεί να είναι λίγο βαρετό, μπορεί να μη μας ενδιαφέρει τόσο. Δηλαδή, δεν μπορεί να το αποφύγεις αυτό το πράγμα, γιατί αυτό έχει σχέση και με μας. Δεν μπορεί κάποιος να μην έρθει και να μην ακούσει και ελληνική μουσική. Όταν λέω ελληνική μουσική —για να ‘μαι έτσι λίγο συγκεκριμένη— εννοώ για την παραδοσιακή, γιατί γενικά τα καινούρια ελαφρολαϊκά και όλα τα συναφή τα έχω έτσι μεγάλη άρνηση εγώ.

Σ.Ζ.:

Κάπου να ‘χεις ακούσει ελληνική μουσική στο εξωτερικό;

Ε.Α.:

Στο Ισραήλ. Με το που είχα μπει στο ταξί. Κατευθείαν άκουσα ελληνική μουσική. Εντάξει, εκεί μας έχουνε αδυναμία και ακούν πάρα πολύ ελληνικά. Δηλαδή, Αλεξίου, Γλυκερία. Σίγουρα ακούν’ ελληνικά. Πού αλλού; Αλλού ελληνικά νομίζω δεν είχα ακούσει. Ίσως στην Αυστραλία σ’ ένα εστιατόριο, αλλά… Επειδή έχει πάρα πολλούς Έλληνες βέβαια. Αλλά ελληνικά δεν έχω ακούσει συχνά. Μόνο αν ξέρουν ότι κανένα group μπορεί να έρθει και μπορεί να το κάνουν επίτηδες, που εγώ το απεύχομαι. Δηλαδή, δεν θέλω να πάω σε ένα μέρος και να ακούσω ελληνικά. Θέλω ν’ ακούσω τα δικά τους ας πούμε.

Σ.Ζ.:

Μετά στις δικές σου μουσικές επιλογές είτε όταν έπαιζες είτε σ’ αυτά που ακούς, πώς σ’ έχουν επηρεάσει όλα αυτά τα ταξίδια;

Ε.Α.:

Σίγουρα μ’ έχουν επηρεάσει στο κομμάτι του world music, δηλαδή σε μουσικές του κόσμου. Που βέβαια στην Ελλάδα, να το πω έτσι, δεν είναι εύκολο να βρεις ένα μαγαζί το οποίο θα παίζει τέτοια πράγματα. Και σίγουρα το να είσαι επιλεκτικός σίγουρα σε βγάζει εκτός παιχνιδιού από πάρα πολλά μαγαζιά ή μπαρ ή κλαμπ κλπ. Όχι ότι δεν έπαιζα και ηλεκτρονική μουσική να παίζω σε κλαμπ. Μου αρέσουνε πάρα πολύ τα μαγαζιά τα οποία έχουν προσωπικότητα και μπορείς να παίξεις τα πάντα. Γιατί θεωρώ ότι αυτό είναι το να πηγαίνεις έξω σ’ ένα μαγαζί, να ακούσεις κάτι είτε επειδή σου αρέσει, το ξέρεις ήδη είτε να σου, να σε δελεάσει ηχητικά και να αναρωτηθείς τι είναι και να μπεις σε αυτήν τη διαδικασία και να ακούσεις κάτι καινούριο, να μάθεις. Εγώ χαιρόμουνα όταν πήγαινα παλιά σε μαγαζιά και άκουγα κάτι που δεν το ξέρω. Κατευθείαν αυτό σε ιντριγκάρει. Και αυτός είναι κι ο σκοπός. Και κάτι που δεν ξέρω, δεν σημαίνει κάτι καινούριο. Υπάρχει τόση πολλή μουσική η οποία δεν έχει παιχτεί και είναι πολύ παλαιότερη, που δε φτάνουνε δέκα ζωές για να τα ακούσουνε. Οπότε, για μένα η μουσική κάθε φορά, κάθε μέρα μπορείς να ανακαλύπτεις κάτι. Και μπορεί να ‘χει σχέση με το παρελθόν και δεν θεωρείσαι παλιακός, γιατί πρέπει να ξέρουμε κι από που ξεκινάει η μουσική, δηλαδή ποια είναι η βάση. Για παράδειγμα ένα ηλεκτρονικό κομμάτι, το οποίο είναι ένα remix και παίρνει ένα κομμάτι ενός παλιού κομματιού, είναι ωραίο να ξέρεις από πού ξεκίνησε. Οι περισσότεροι μπορεί να νομίζουν ότι είναι παρθενογένεση. Δεν είναι. Δεν υπάρχει βασικά. Θεωρητικά δεν υπάρχει αυτήν τη στιγμή. Αλλά σίγουρα είναι ωραίο να ξεκινάμε από την αρχή του. Ή να ξέρεις από κάθε χώρα τι προέρχεται, πώς λέγεται το είδος της μουσικής, πώς είναι οι χοροί τους. Είναι μαζικοί; Είναι όλοι μαζί; Ένας ένας κλπ. Εμένα μ’ αρέσει πάρα πολύ αυτό να το ανακαλύπτω. Δηλαδή, όταν θα πας στη Νέα Ζηλανδία, δεν μπορεί να μη δεις τον Χορό των Μαορί. Κι απλά να λες και να γελάς και να ξέρεις ότι μπορεί να το έχεις δει σε κάποιον ποδοσφαιρικό αγώνα, σε κάποια εισαγωγή, αλλά να μην πας να δεις πώς λειτουργούν ή ν’ ακούσεις τη γλώσσα τους. Για μένα είναι πάρα πολύ σημαντικό επίσης η γλώσσα. Είναι ωραίο να μπαίνεις στη διαδικασία της γλώσσας, να καταλάβεις. Πολλές γλώσσες, ας πούμε, δεν βασίζονται σε, δεν είναι λατινογενείς. Οπότε, είναι ωραίο να τις ακούς. Να κατανοείς, ας πούμε.

Σ.Ζ.:

Κάποιο αντικείμενο που να έχεις φέρει μαζί, που να είναι πολύ σημαντικό για σένα, από κάποιο ταξίδι;

Ε.Α.:

Κάποιο αντικείμενο... Παλιά είναι η αλήθεια είναι ότι έπαιρνα πάρα πολλά αντικείμενα –πάντα τοπικά. Δηλαδή, δεν θα πάω να αγοράσω, ας πούμε, μία τσάντα που μπορεί να την έχει κι εδώ, επειδή είναι πιο φθηνή εκεί. Θα πάρω κάτι που μπορεί να φτιάχνει κάποιος καλλιτέχνης τοπικός. Δηλαδή, για παράδειγμα στο Μπαλί είχα βρει έναν σύλλογο γυναικών που φτιάχνανε σκουλαρίκια από φτερά, από διάφορα φτερά από διάφορα πουλιά τροπικά κι είχα πάρει αυτά τα φτερά ας πούμε, γιατί ήξερα ότι υπάρχει και μία βοήθεια μέσα απ’ αυτό. Κάτι τέτοια πράγματα πάω και ψάχνω. Τοπικές φορεσιές μού αρέσουν πάρα πολύ. Τρελαίνομαι για τα τοπικά. Όπως και στο Μεξικό, ας πούμε, που θεωρώ ότι αυτά τα φορέματά τους και τα μπλουζάκια τους με τα κεντητά είναι καταπληκτικά. Καλά, τώρα είπα Μεξικό και σκέφτομαι ότι πάντα με φωνάζανε Φρίντα Κάλο —και γιατί έμοιαζα και γιατί μετά έπαθα τη μέση μου και επειδή ήμουνα με τα καλλιτεχνικά και ζωγράφιζα και σχεδίαζα κλπ.—. Και φυσικά πήγα στο Μεξικό, για να προσκυνήσω εκεί «Το Μπλε Σπίτι της Φρίντα Κάλο». Και ήτανε πάρα πολύ ιδιαίτερο και το Μεξικό. Γιατί το Μεξικό πέρα από την ιστορία και τον πολιτισμό που έχει, είναι ένα άγριο μέρος. Δηλαδή, έχουνε τύχει διάφορα τρελά και κουλά στο Μεξικό. Και λέω πάντα αυτό που εμείς πιστεύουμε για ένα μέρος, δεν έχει καμία σχέση όταν θα φτάσουμε εκεί και θα αρχίσουμε να το ζούμε. Και γι’ αυτό πάντα παροτρύνω τους πάντες και θα μου πούνε: «Ρε παιδιά, εντάξει ναι, αλλά θέλει και μια οικονομική άνεση αυτό το πράγμα ή κάπως πρέπει να γίνει». «Ωραία, θα πρέπει κάπως να το οργανώσεις, αφού τόσο πολύ θέλεις και να το κάνεις, όπως για τόσα άλλα πράγματα που κάνουμε. Θα στερηθείς από κάτι άλλο, θα πας προς τα εκεί». Για μένα το ταξίδι αυτό είναι. Δηλαδή, να κάνεις όλην αυτήν την προεργασία και να βρεθείς εκεί και να νιώσεις αυτό το συναίσθημα, που δεν μπορώ να περιγράψω όσο και να θέλω.

Σ.Ζ.:

Ποια, ποια ήτανε η εμπειρία σου με το Μεξικό;

Ε.Α.:

Με το Μεξικό μου ‘χει τύχει κάτι πάρα πολύ αστείο. Περπατούσα —μ’ είχανε γνωρίσει κι ένα, κάποια πολύ συμπαθητικά κορίτσια τα οποία ακόμα κάνουμε παρέα. Με τη μία και μάλιστα έπαιξα και στον γάμο της στην Αθήνα—, όπου από ένα φαρμακείο ξαφνικά βγαίνει ένας με φόρα, ο οποίος κρατούσε το όπλο και πέφτει πάνω μου βγαίνοντας τρέχοντας, γιατί μάλλον είχε κλέψει μόλις το φαρμακείο, κι εγώ νόμιζα ότι γυρίζανε ταινία. Δηλαδή, εντάξει, γίνανε διάφορα τέτοια. Τα όπλα εκεί τα ‘χουνε έτσι πολύ εύκολα. Και θέλω να μιλήσω για το Ακαπούλκο, γιατί λέει εκείνο το φοβερό τραγούδι Going loco down in Acapulco. Το οποίο φυσικά το Ακαπούλκο για μένα ήταν ένα τρομακτικό μέρος. Πρώτον, έχει πάρα πολύ κύμα. Ήταν τότε που οι πετρελαϊκές είχανε εκείνην τη διαρροή και είχε καταστραφεί το νερό κλπ. Απλά οι τουρίστες συνέχιζαν να πηγαίνουν. Κι έλεγα: «Καλά, ο κόσμος γιατί δεν μπαίνει στη θάλασσα;». Στην αρχή το σκεφτόμουν. Μετά κατάλαβα το λάθος μου. Και είχε κύμα. Λέω: «Θα το προσπαθήσω όμως. Θα μπω στη θάλασσα». Μπροστά στο ξενοδοχείο, εκεί που δείχνει τα φοβερά παραδεισένια ξενοδοχεία που είναι μπροστά στο νερό. Τρέχω, λοιπόν, με φόρα να μπω στο νερό και με πιάνει το κύμα απ’ τα πόδια —αυτό συμβαίνει και στη Βραζιλία, για να μη νομίζουμε ότι ξανοιγόμαστε—, με πιάνει απ’ τα πόδια, με πετάει έξω και μου φεύγει και το μαγιό, μου φεύγουν όλα. Και είμαι ημίγυμνη στην παραλία με σκισμένο το μαγιό, λιωμένο το μαγιό από τη μόλυνση. Δηλαδή, εντάξει, αυτό ήταν από τις πιο τρελές μου εμπειρίες. Επίσης, σου έλεγε στο ξενοδοχείο: «Μην πλένετε τα δόντια σας μες στο ντους! Μην ανοίγετε το στόμα σας!», όπως σε πολλές χώρες κλπ. Πήγα να πλύνω μπλουζάκι μου και κατευθείαν έλιωσε απ’ το νερό. Οπότε, έπρεπε μόνο με εμφιαλωμένο να πλύνεις δόντια κλπ. Μου ‘χε κάνει τρομερή εντύπωση και αυτά όλα στο Ακαπούλκο, όπου έβλεπες συνέχεια τζιπάκια με στρατιωτικούς επάνω —γιατί έχει και βάση εκεί—, για να μην κατεβαίνουνε από πάνω απ’ τα καρτέλ —γιατί πάνω στο βουνό είναι όλα τα καρτέλ—. Και όλοι υποτίθεται οι άνθρωποι, οι οποίοι είναι λίγο φτωχότεροι, κατεβαίνουν το βράδυ, για να κλέψουν τους πλουσίους, και γίνεται ένας χαμός εκεί και προσπαθούν να τους …. Δηλαδή, αυτό σαν εικόνα, το να φας κάπου, να πιεις και να περνάνε μονίμως στρατιωτικοί με όπλα κλπ. ήτανε ό,τι χειρότερο σαν εικόνα. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς το θεωρούν έτσι μια ωραία εμπειρία σ’ ένα τροπικό μέρος, ας πούμε. Και νιώθουν λέει ασφάλεια έτσι. Μα αυτό δεν είναι ασφάλεια. Αυτό σου προκαλεί ανασφάλεια, γιατί ξέρεις ότι μάλλον κάτι θα γίνει ανά πάσα στιγμή κι είναι όλοι σε μία ετοιμότητα. Έχουν γίνει τρελά πράγματα. Με τέτοια έχω πολλά να θυμάμαι. Στη Σρι Λάνκα, ας πούμε, με τους Tamil Tigers. Οι Tamil είχαν μεγάλο πρόβλημα με την κυβέρνηση κι όταν ήμουνα εγώ, έγινε τρομερό τρομοκρατικό χτύπημα την ώρα που το λεωφορείο —γιατί είχα πάει με group— το λεωφορείο έφτανε στο Κολόμπο. Έχω μία τρομακτική εμπειρία εκεί. Πέφτανε σφαίρες ούτως ή άλλως όλη μέρα και μας έλεγαν ότι πρέπει να προσέχουμε. Και μέσα στο group που ήμουνα λοιπόν, αποφάσισα, επειδή θα είχαμε πάρα πολύ μεγάλη διαδρομή, να τους κάνω ψυχολογικά τεστ, ποιο είναι το αγαπημένο σου ζώο κλπ. Και έπιανα εκεί μέσα τριάντα τρία άτομα και τσούκου τσούκου, για να περάσουνε οι ώρες, στον καθένα ξεκινούσα με το μικρόφωνο και τον ρωτούσα και τα σημείωνα κλπ., για να τους πω στο τέλος τι σημαίνουν όλα αυτά που μου λένε, για να περάσει κι η ώρα ευχάριστα, ας πούμε-.

Σ.Ζ.:

Έλληνες όλοι αυτοί;

Ε.Α.:

Έλληνες, Έλληνες. Και κάποια στιγμή γυρνάω στον οδηγό —είχαμε έναν guide ο οποίος ήταν από τη Σρι Λάνκα και τον οδηγό ο οποίος ήταν Σριλανκέζος— και μιλούσε σπαστά αγγλικά. Οπότε, εκείνην την ώρα τον απασχόλησα ουσιαστικά από την οδήγησή του, γιατί τον ρώτησα στα αγγλικά, τα οποία δεν τα ήξερε και καλά, το αγαπημένο του ζώο και ο άνθρωπος ήταν να στρίψει από ένα στενό που να στρίψει, για να πάμε στο ξενοδοχείο να επιστρέψουμε, γιατί είχαμε φτάσει ήδη στο Κολόμπο, είχαμε φτάσει στον προορισμό μας. Δεν έστριψε, λοιπόν, από κει και έστριψε απ’ το επόμενο στενό. Εκείνο το λέω και ανατριχιάζω, γιατί τελικά έγινα η αιτία, να τον αποσυντονίσω, να στρίψει από λάθος στενό και να σωθούμε. Γιατί ακριβώς ο προηγούμενος που πέρασε και μάλλον το προηγούμενο λεωφορείο εκεί έγινε μία μεγάλη ανατίναξη. Ήτανε μία αυτονομίστρια η οποία έβαλε βόμβα στον εαυτό της και έγινε ένας χαμός. Και ήταν ακριβώς πριν από μας. Δηλαδή, με το που θα στρίβαμε εμείς θα γινόταν αυτό το πράγμα. Και επειδή είχανε [00:50:00]κάποια έτσι σαν εορτή εκείνην τη μέρα δεν μπορούσες να καταλάβεις αν ο ήχος ήτανε απ’ την γιορτή ή από το τρομοκρατικό. Και βλέπω τον guide ο οποίος αρχίζει και κλαίει και φωνάζει και κατάλαβε τι έχει γίνει και έχει τρομοκρατηθεί —ότι αρχίσανε οι βόμβες κλπ.—. Και αρχίζει και κλαίει και του λέω: «Σταμάτα λίγο!». Τον κατεβάζω εγώ από το λεωφορείο και του λέω: «Ηρέμησε λίγο, γιατί θα δημιουργήσεις σε όλους μας πανικό και θα αρχίσουμε όλοι να τσιρίζουμε. Σταμάτα να κάνεις σαν τρελός», γιατί μπορεί ο άνθρωπος να είχε την οικογένειά του κλπ.. Δεν κατάλαβα γιατί είχε τόσον φόβο-.

Σ.Ζ.:

Εσύ κατάλαβες εκείνην τη στιγμή;

Ε.Α.:

Ναι, επειδή κατάλαβα ότι έγινε κάτι πάρα πολύ χοντρό. Δεν κατάλαβα ότι γίναμε αιτία να μη στρίψουμε. Εγώ μετά, όλα αυτά γίναν εκ των υστέρων, αλλά χάρηκα πάρα πολύ, δηλαδή ήτανε πολύ τρελό όλο αυτό. Φτάσαμε στο ξενοδοχείο. Οι σφαίρες πέφτανε βροχή έξω κι ήμασταν σαν να βλέπαμε ταινία. Και είχα τη φοβερή, φαεινή ιδέα την επόμενη μέρα, αφού δεν βρίσκαμε πτήση να γυρίσουμε πίσω —γιατί έπρεπε να φύγουμε, γιατί η κατάσταση ήταν τέτοια— να πάμε να βρούμε μία παραλία, που θεωρώ ότι ένας τρομοκράτης ή ένας Tamil δεν θα πάει σε μια παραλία να βάλει βόμβα. Θα βάλει εκεί που έχει πάρα πολύ κόσμο, γιατί τότε δεν κάνανε μπάνιο. Θα βάλει κάπου που θα δημιουργήσει και πρόβλημα, ας πούμε. Κι έτσι, οργανωθήκαμε και μαζί με την Ελληνίδα αρχηγό και φύγαμε όλοι εκτός και πήγαμε σε μία παραλία εκεί στο πουθενά, για να περιμένουμε να περάσει η μέρα για να μπορέσουμε να γυρίσουμε πίσω. Αλλά πάντα σκέφτομαι αυτήν τη φοβερή στιγμή στη Σρι Λάνκα, γιατί είχανε τότε κι εκλογές, υπήρχε μια φοβερή αναμπουμπούλα. Στη Σρι Λάνκα έχουν τύχει φοβερά. Αλλά στη Σρι Λάνκα συγχρόνως έχω βγάλει τις πιο γοητευτικές φωτογραφίες ανθρώπων, γιατί όλοι είχανε τρομερά φωτεινά χαμόγελα κι ήτανε φοβερά φωτογενείς. Δηλαδή, απ’ τη μία είχες αυτό που μπορεί να ήταν λίγο σκοτάδι κι από την άλλη είχες ανθρώπους οι οποίοι ήτανε τόσο φωτεινοί μέσα στην στεναχώρια τους και στη δυσκολία τους και στην ανέχειά τους φυσικά – γιατί υπάρχει πάρα πολύ φτώχεια, ας πούμε. Επίσης, να πω ότι στα ταξίδια κάτι που μου έχει κάνει πολλή εντύπωση —επειδή πάντα έχω πολύ μεγάλη ευαισθησία για τα παιδιά και τους γέρους, να το πω έτσι, τα δύο άκρα—, τα παιδιά πολλές φορές είναι πάρα πολύ επικίνδυνα, όπως και στη Βραζιλία. Δηλαδή, πρέπει να έχεις τον νου σου. Στη Σρι Λάνκα εμένα, ας πούμε, μου την πέσανε παιδάκια τα οποία ήτανε πολύ μικρά και με κυνηγούσανε σε μια χαντζάρα —πώς είναι αυτά που κόβουμε τα coconuts, ας πούμε— και δεν έκανα τίποτα και δεν αντέδρασα, δεν έδειξα φόβο τίποτα, ώστε γελάσαμε όλοι μαζί και τη γλύτωσα. Αλλά τα παιδιά είναι αυτά που θα σε ξετινάξουν. Δηλαδή, μπορεί να σε κλέψουν, μπορεί οτιδήποτε να σου κάνουνε. Δεν έχουν την αγνότητα που εμείς πιστεύουμε, γιατί μεγαλώνουν με πάρα πολύ διαφορετικό τρόπο. Στη Βραζιλία, ας πούμε, στη Lapa, άμα κυκλοφορείς το βράδυ κι έχεις τσαντάκια κλπ., το πιο πιθανό είναι τα μισά σου υπάρχοντα να λείπουν. Όπως και στην παραλία αν βγεις στην Ipanema ή στην Copacabana και θέλεις να πάρεις τσάντα, έχεις κάνει το μεγαλύτερο λάθος της ζωής σου. Πετσέτα, παντόφλα κι αυτά. Και ναι, όλα αυτά τώρα μου ‘ρχονται έτσι σαν brainstorming-.

Σ.Ζ.:

Όλες αυτές οι εμπειρίες και το να επιστρέφεις μετά στη Θεσσαλονίκη, στη βάση σου, πώς σε άλλαξαν στον τρόπο που βλέπεις την πόλη;

Ε.Α.:

Αχ! Πώς με άλλαξαν; Δεν ξέρω αν με άλλαξαν σ’ αυτό το κομμάτι, γιατί την πόλη μου την αγαπάω πάρα πολύ. Δηλαδή, πραγματικά τη Θεσσαλονίκη τη θεωρώ... Η Θεσσαλονίκη θεωρώ ότι θα μπορούσε να είναι από τις πιο όμορφες πόλεις της Ευρώπης, να το πω έτσι, πρώτα. Για να μην πω του κόσμου, γιατί έχει πάρα πολύ ωραίες πόλεις ανά τον κόσμο. Δεν νομίζω ότι την αγαπάμε ιδιαίτερα, αλλά ο Έλληνας γενικά έχει αυτήν την αντιμετώπιση, όχι μόνο στην πόλη, στα πάντα. Δηλαδή, δεν θέλουμε να πάμε μπροστά. Δεν ξέρω αν αυτό… Δεν ξέρω από πού πηγάζει. Δηλαδή, εγώ κάθε φορά γκρινιάζω στο ραδιόφωνο για τις τρύπες που έχουνε οι δρόμοι μας, ότι πρέπει ν’ αλλάζεις ψαλίδια, ν’ αλλάζεις δίσκους πλατό κλπ. και κάνω χαβαλέ, αλλά είναι αλήθεια. Είναι αλήθεια ότι οι δρόμοι μας είναι τραγικοί. Είναι χειρότεροι από της Ινδίας, ας πούμε, για παράδειγμα. Τα σκουπίδια. Ο Έλληνας δεν ξέρει τι σημαίνει ανακύκλωση. Αλλά και τώρα που ξέρω ότι έχουμε την ανακύκλωση, δεν λειτουργεί το πράγμα όπως ακριβώς θα θέλαμε. Δεν έχουμε και πολλές γνώσεις πάνω σε αυτό και οι περισσότεροι πετάμε τα γυάλινα κλπ. όχι πλυμένα. Υπάρχει μια διαδικασία που δεν την ακολουθεί κανένας, οπότε τζάμπα πηγαίνει αυτή η διαδικασία. Εγώ δεν λέω να κάνουμε ανακύκλωση. Τα βασικά λέω. Να μην πετάμε τα σκουπίδια στον δρόμο. Το πράσινο, τα πάρκα μας. Δεν μπορεί να βλέπεις στο εξωτερικό όλοι να εκτιμούν τα πάρκα, να τα ζούνε καθημερινά με τον πιο όμορφο τρόπο κι εμείς τα πάρκα μας να μην τα εκμεταλλευόμαστε ή να μην φτιάχνουμε καινούρια και ο κόσμος να μπορεί να βγει έξω και να τα χρησιμοποιήσει με όλους τους τρόπους που μπορώ να φανταστώ. Γενικά δεν ξέρω ο Έλληνας. Τι να πω; Είναι ο εχθρός του εαυτού του; Δηλαδή, η Ελλάδα για μένα είναι τόσο προικισμένη κι επειδή είναι μάλλον τόσο προικισμένη έχουμε επαναπαυτεί σ’ αυτό. Ότι είμαστε μια φανταστική χώρα που δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα. Δεν πάει έτσι. Γιατί λέγαμε κάτι τώρα για τον Βόρειο Πόλο και θυμήθηκα. Ακόμα και στον Βόρειο Πόλο που πήγα και… Σ’ αυτό το χωριό το Longyearbyen, το οποίο βρίσκεται εκεί στο αρχιπέλαγος του Svalbard, έχει μια δομή. Το χωριό ήτανε δομημένο τέλεια. Έχει το πανεπιστήμιό του, έχει την εκκλησία του, έχει το σχολείο του, τον τρόπο που θα κάνουν αθλητισμό τα παιδιά ή οι μεγαλύτεροι. Έχει το εστιατόριο, το καφέ κλπ., έχει και την καθαριότητα. Έχει, έχει, έχει δηλαδή είναι σωστά δομημένο και είναι πού; Στο πουθενά. Ποιος θα τους κρίνει να το πω; Δηλαδή, εδώ ο Έλληνας σκέφτεται: «Καλά, ποιος μας βλέπει εδώ; Μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε!», να το πω έτσι. Δεν ξέρω γιατί δεν μπορούμε να το οργανώσουμε το πράγμα. Δεν μπορώ να καταλάβω.

Σ.Ζ.:

Αυτό όμως που συνεχίζει και σε γοητεύει στη Θεσσαλονίκη;

Ε.Α.:

Τώρα δεν ξέρω τι συνεχίζει να με γοητεύει στη Θεσσαλονίκη. Απ’ την άλλη πάντα με ρωτάνε: «Καλά, πήγες, είδες τόσα μέρη. Δεν σε γοήτευσε κάτι άλλο να φύγεις από δω να πας να μείνεις κάπου αλλού;». Η αλήθεια είναι ότι πάντα στην Ελλάδα αυτό που μάλλον όλοι μαγεύονται είναι η εγγύτητα του κόσμου. Βέβαια, με συζητήσεις που κάνουμε πλέον με διάφορους φίλους ή με ανθρώπους που έρχονται απ’ το εξωτερικό, λέν’ ότι δεν υπάρχει πλέον τόσο πολύ χαμόγελο ή τόσο πολύ θετική ενέργεια όπως παλιά. Ο κόσμος δεν χαμογελάει. Εντάξει, τώρα είμαστε κι εν μέσω πανδημίας. Δεν έχει τελειώσει όλο αυτό. Οπότε, αυτό ήρθε και σαν επιφόρτιση πάνω σε όλο αυτό. Περάσαμε οικονομικές κρίσεις. Περάσαμε πάρα πολλά. Τώρα ήρθε κι η πανδημία η οποία δεν νομίζω ότι βοηθάει κι ιδιαίτερα στο να έχουμε μία καλή αντιμετώπιση στα πράγματα. Πάμε πιο πολύ για το προσωρινό. Και αυτό είναι ίσως που δημιουργεί και το πρόβλημα στο να πάμε λίγο πιο μπροστά και σαν πόλη. Γιατί όλοι μάλλον σκέφτονται το τώρα. Δεν τους νοιάζει τι θα γίνει μετά.

Σ.Ζ.:

Αυτή η διακοπή των ταξιδιών πώς σε επηρέασε με τον κορονοϊό;

Ε.Α.:

Αυτή η διακοπή των ταξιδιών με διέλυσε μπορώ να πω, αλλά σίγουρα ήτανε διδακτική. Εντάξει, έκανα ταξίδι πέρυσι το καλοκαίρι. Το να έχεις, να κάνεις ταξίδι με ένα φοβερό άγχος και να φοράς τη μάσκα σου παντού κλπ. —γιατί γενικά ήμουνα πάρα πολύ προσεκτική καθ’ όλην τη διάρκεια της πανδημίας—, κάνει το στομάχι σου κόμπο. Δεν… Για μένα παλιά η ελευθερία ήταν το να πας σ’ έναν αρχαιολογικό χώρο —για παράδειγμα το λέω— και να αγγίξεις τα αρχαία, ας πούμε. Να αγγίξεις την πέτρα. Να μη φοβάσαι πού θα κάτσεις, τι θα αγγίξεις, πού θα πιεις, πώς θα μπεις κάπου. Δηλαδή, αυτό το πράγμα… Πάντα ήμουνα προσεκτική, να το πω έτσι, αλλά δεν είχα φτάσει σε αυτό το επίπεδο να σκέφτομαι το καθετί που κάνω τι αντίκτυπο θα έχει πάνω μου, αν έχω κολλήσει κάποιο μικρόβιο ή όχι. Έχω κάνει... Τα περισσότερα ταξίδια μου είναι στην Ασία και παρότι όλοι φορούσαν μάσκες πάντα, δηλαδή και Κορέα και Ιαπωνία, Βιετνάμ, Καμπότζη κλπ., κι όμως —και Κίνα φυσικά, δύο φορές που έχω πάει εκεί— ποτέ δεν σκέφτηκα ότι εγώ θα φτάσω στο επίπεδο να φοράω μάσκα καθημερινά. Ούτε όταν πήγα εκεί και δεν φορούσα μάσκα. Μόνο στο Βιετνάμ σε κάποια φάση αγόρασα μία μάσκα, γιατί ήτανε πιο πολύ για το καυσαέριο και τη μόλυνση που είχανε, παρά για κάτι άλλο. Αυτό όμως που έκανα από παλιά στα ταξίδια μου που δεν άλλαξε ποτέ, ήταν ότι όταν περπατούσα στον δρόμο και έβλεπα κάποιον ο οποίος βήχει ή φτερνίζεται από μακριά, πάντα κρατούσα την αναπνοή μου όταν τον προσπερνούσα. Δεν ήξερα αν παίζει κάποιο ρόλο ή αν θα με σώσει από κάτι, αλλά θεωρούσα ότι δεν θα ‘πρεπε να το εισπνεύσω αυτό. Οπότε, αυτό το έκανα από παλιά. Οπότε, είτε φοράω μάσκα είτε όχι κρατούσα την αναπνοή μου. Οk, δεν ξέρω. Θεωρώ ότι έχει αλλάξει πάρα πολύ ο τρόπος ζωής μας, αλλά δεν πρέπει να μας αποτρέψει από το να ταξιδεύουμε. Απ’ την άλλη, ο πλανήτης είναι ένα καζάνι που βράζει. Δηλαδή, είναι σαν να μην υπάρχει μια καλή είδηση. Ψάχνεις, ας πούμε, καθημερινά, εγώ στο ραδιόφωνο ψάχνω να πω κάτι καλό ή να μην επιβαρύνω τους ακροατές μου με κάτι κακό κι είναι μια δύσκολη διαδικασία μέσα σε όλο αυτό. Πού υπάρχει το φως; Δηλαδή, να υπάρχει αυτή χαραμάδα που θα μπει φως και πότε θα 'ρθει το φως; Δεν ξέρω. Το ταξίδι βέβαια θα ‘θελα τώρα έτσι που το σκέφτομαι λίγο καλύτερα να μην λέμε μόνο ότι είναι στο εξωτερικό —παρότι εγώ έχω αυτήν την τρέλα ότι θα 'θελα να φτάσω μακριά, γιατί ποτέ δεν ξέρεις και τι γίνεται στο φινάλε. Δηλαδή, δεν ξέρεις αν μεγαλύτερος θα ‘χεις αυτήν τη δυνατότητα—. Ταξίδι είναι και στην ίδια γειτονιά που μένεις, αν κάθε φορά ανακαλύπτεις κάτι καινούριο. Εγώ γενικά είμαι άνθρωπος που περπατάω πάρα πολύ. Οπότε, την πόλη μου την έχω περπατήσει σε όλες τις περιοχές πάρα πολύ εξονυχιστικά. Και κάθε φορά ανακαλύπτω κάτι καινούριο. Πηγαίνω σε κάτι τρελές περιοχές με τα πόδια, γιατί θέλω να τις δω. Δεν υπάρχει αυτό ότι «Α, σε αυτήν την περιοχή δεν έχω πάει ποτέ». Δεν υπάρχει για μένα αυτό. Δεν είναι μόνο το κέντρο, δεν είναι μόνο η Καλαμαριά κλπ. Πρέπει να ανακαλύψεις την πόλη σου, που είναι κι αυτό ένα ταξίδι.

Σ.Ζ.:

Και τους ανθρώπους.

Ε.Α.:

Φυσικά. Και εκεί θέλω, λοιπόν, να καταλήξω, ότι μέσα από την ψηφιακή εξέλιξη, ένα ωραίο πλάνο ή ένα ωραίο μέρος ή ένα ηλιοβασίλεμα, μια ωραία ανατολή, μπορούμε να τη δούμε και μέσα απ’ τον υπολογιστή μας. Σίγουρα μπορείς να βρεις φωτογραφίες από ταξιδιώτες, για παράδειγμα, που έχουνε δει κάτι πάρα πολύ όμορφο. Εγώ θεωρώ ότι πάντα όπου πηγαίνεις οι άνθρωποι κάνουν τη διαφορά. Οπότε, σίγουρα το ότι ήρθε η πανδημία άλλαξε κι αυτό το πράγμα, δηλαδή ότι υπάρχουν ζωντανοί οργανισμοί. Το να βλέπεις μόνο μια ωραία εκκλησία, για παράδειγμα, να την παίρνεις φωτογραφία, δεν έχει καμία έννοια. Θέλεις και την ενέργεια των ανθρώπων, αυτήν είναι, τα vibes. Άμα δεν πάρεις αυτό το πράγμα τι έχεις γνωρίσει; Αν δεν ακούσεις τη γλώσσα, δεν ακούσεις να μιλάνε, δεν τους βλέπεις πώς λειτουργούνε στην καθημερινότητά τους. Ας πούμε εμένα μου έκανε εντύπωση —τώρα μου ήρθε φλασιά— στο Μεξικό είχε αστυνομικούς γυναίκες, σ’ όλην την πόλη του Νέου Μεξικού. Και κάποια στιγμή τις έβλεπα που βγάζανε από την τσέπη τους καθρεφτάκι και βγάζανε με το τσιμπιδάκι το μουστάκι τους. [01:00:00]Δηλαδή, αυτό αν δεν το δεις για παράδειγμα. Θέλω να πω ότι, ναι... Αλλά αυτό ήτανε κάτι τρελό, αλλά ζωντανό, η καθημερινότητά τους. Δεν, δεν γίνεται δηλαδή να αποφύγουμε να ζούμε με τους ανθρώπους. Απ’ την άλλη, υπάρχει και το άλλο, ότι εμείς οι άνθρωποι έχουμε αποδείξει με τα χρόνια και τώρα βλέποντας και τις εξελίξεις ότι δεν το πάμε και πάρα πολύ καλά μεταξύ μας. Γι’ αυτό λένε όλοι: «Θα πάρω τα βουνά. Θα πάω στις θάλασσες. Θα ζήσω σε νησί. Θα ζήσω μακριά απ’ τον κόσμο». Δηλαδή, απ’ τη μία θέλουμε να είμαστε με κόσμο και απ’ την άλλη περνώντας τα χρόνια προσπαθούμε να βρούμε τρόπο και διέξοδο να φύγουμε μακριά από τον κόσμο. Κι αυτό είναι πάρα πολύ λυπηρό. Και τελικά θέλουμε όλοι να ζήσουμε κάπου μόνοι μας σε ένα νησί, να ‘χουμε τα δικά μας λαχανικά, φρούτα κλπ., να ‘χουμε και κανένα ζωάκι και αυτά. Άντε, αν έχουμε έναν σύντροφο θα ‘ναι τέλειο, θα ‘ναι θείο δώρο! Από την άλλη, έτσι ήρεμα, όμορφα, μακριά. Τελικά, δεν είναι περίεργο αυτό όμως;

Σ.Ζ.:

Σε σχέση, τώρα σκέφτομαι, με τη φωτογραφική μηχανή τι σ’ αρέσει ν’ αποτυπώνεις στα ταξίδια;

Ε.Α.:

Στα πρώτα μου ταξίδια αποτύπωνα πάρα πολύ πρόσωπα και μάλιστα δεν είχα πολύ καλή κάμερα και πάντα με ρωτούσανε: «Με τι φωτογραφίζεις;» και «Τι κάμερα έχεις;» κλπ. Εγώ λόγω της κατάστασης με τον αυχένα μου, τη μέση μου κλπ. προσπαθούσα να ‘χω ό,τι πιο ελαφρύ μαζί μου. Επίσης, επειδή πάντα ήμουνα έτσι λίγο ζω επικίνδυνα, πήγαινα σε περίεργα μέρη και στενάκια και περπατούσα λίγο μόνη μου στο πουθενά, έλεγα ότι αν έχω μία πολύ καλή κάμερα σίγουρα κάποιος θα με κλέψει, οπότε ήθελα να μη δίνω και στόχο. Οπότε, με τις κάμερες τις παλιές μου τις ψηφιακές έβγαζα πρόσωπα, γιατί ήθελα πάρα πολύ τις εκφράσεις. Μου άρεζε πάρα πολύ να βλέπω τις εκφράσεις του κόσμου. Μετά άρχισα να παίρνω και διαφορετικά πράγματα και λίγο με πιο εικαστικό μάτι και λίγο πιο ιδιαίτερα και τα λοιπά. Νομίζω όμως ότι πηγαίνοντας στις παλιές μου φωτογραφίες, πάντα γοητεύομαι μ’ αυτό που έβλεπα τότε. Τώρα είναι τελείως διαφορετικό το κάδρο. Πάει τελείως αλλιώς. Δεν… Δηλαδή θεωρώ ότι όσο πιο παλιά η μηχανή και όσο πιο απλή τόσο και καλύτερα. Για να μην εστιάζεις στο πώς θα τη βγάλεις. Να μην χάνεις τη στιγμή. Γιατί πλέον έχουμε χάσει τη στιγμή. Βγάζουμε το κινητό «Κάτσε να βγάλω, να το αποτυπώσω». Επίσης, όταν πάω ταξίδι —πάρα πολύ σημαντικό— δεν ανεβάζω τίποτα στα social media, δηλαδή κανείς δεν ξέρει ότι είμαι κάπου. Όλοι φαντάζονται, βέβαια, πλέον ότι άμα λείπω μέρες κάτι γίνεται, κάπου είμαι ας πούμε. Αλλά δεν ανεβάζω εκείνην τη στιγμή τίποτα.

Σ.Ζ.:

Γιατί;

Ε.Α.:

Γιατί δεν θέλω… Όχι μόνο δεν θέλω να ξέρουν, γιατί αυτό είναι κάτι πολύ προσωπικό. Θεωρώ ότι είναι οι στιγμές μου που δεν πρέπει να υπάρχει κάτι το οποίο, αυτό ξέρεις μπαίνει στη μέση. Ούτε ενεργειακό, ούτε τίποτα. Δεν θέλω να έχω επικοινωνία πολύ με τον κόσμο, γιατί πρέπει να ζήσω τη στιγμή. Αν αρχίσω ν’ ασχολούμαι με το πώς θα τα βάλω στο Instagram και πώς θα ποστάρω στο Facebook και να ‘μαι σωστή, έχω χάσει τόσο πολύ χρόνο από το ταξίδι μου. Τελείωσε. Αυτά όλα θα γίνουν αφού γυρίσω και θα κάνω και την εκκαθάρισή μου και θα δω τι έζησα, τι ένιωσα κλπ. Χάνεις πάρα πολύ πολύτιμο χρόνο με τα social media την ώρα που τα ζεις. Βέβαια, μπορεί κάποιος να μου πει: «Ναι, αλλά, Έλενα, κάποιοι βγάζουν εκατομμύρια από αυτό το πράγμα». Ναι, αλλά μετά δεν είναι αυτό. Μετά είναι κάτι άλλο που δεν το θέλω. Δηλαδή, δεν είναι αυτό δουλειά. Υποτίθεται ότι αυτό είναι κάτι για σένα. Είναι η διασκέδαση. Είναι χαρά. Είναι αναζήτηση τέλος πάντων. Βρίσκεις το, ψάχνεις το νόημα της ζωής. Και πάντα, ας πούμε, στο ραδιόφωνο λέω: «Η ζωή είναι ωραία κι είναι και μικρή». Και σε κάθε ταξίδι μου αυτό ανακαλύπτω. Στη Νέα Ζηλανδία, για παράδειγμα, ήμουνα στο τρομοκρατικό χτύπημα που έγινε πριν τρία χρόνια. Που ήτανε στο Christchurch και ήμουνα ακριβώς στο σημείο που γινότανε. Την ίδια στιγμή. Και ήμουνα πάρα πολύ τυχερή-.

Σ.Ζ.:

Για πες λίγα παραπάνω-.

Ε.Α.:

Πες λίγα παραπάνω. Ναι, είναι τρελό γιατί βρισκόμουνα στο κέντρο του Christchurch. Μόλις είχα φτάσει. Ήτανε ο τελευταίος μου προορισμός της Νέας Ζηλανδίας και περπατούσα και ξαφνικά απ’ όλα τα μαγαζιά βγαίνανε κόσμος, κλείνανε, κλειδώνανε τα μαγαζιά. Και καθώς περπατάω στο κέντρο του Christchurch, φωνάζει ένα παιδί πάνω από ένα ξενοδοχείο: «Go away! Go to your hotel! Haven’t you heard the news?». Και να μου φωνάζει «Φύγε! Φύγε! Δεν άκουσες τα νέα;» και αυτά. Να λέω: «Τι λέει; Τι δεν άκουσα τα νέα;» και να, ο κόσμος να είναι σε μια κατάσταση τρελή. Να βλέπω οθόνες από τηλεοράσεις να μιλάνε για κάποια πράγματα τα οποία δεν κατανοούσα –δεν πήγαινε το μυαλό μου βασικά. Διότι στη Νέα Ζηλανδία είναι μια έτσι χώρα στην οποία δεν συμβαίνει τίποτα τέτοιο. Όλοι, ας πούμε, είναι πάρα πολύ ήρεμοι. Κοιμούνται χωρίς κουρτίνες στα σπίτια τους, δηλαδή είναι μια άλλη κατάσταση. Και ξαφνικά κι αντιλαμβάνομαι ότι είμαι ούτε ένα τετράγωνο, είμαι από πίσω ακριβώς από τη διαδικασία που ο άλλος είχε πάρει το όπλο και online στο Facebook έδειχνε πώς σκότωσε, γιατί μπήκε στο τέμενος και μετά μάλιστα άλλαξε και περιοχή κλπ. Και έχω φύγει να πάω στο ξενοδοχείο μου, στο οποίο ξενοδοχείο μου με έχουν κλειδώσει μέσα. Προσπαθώ να πάρω τηλέφωνο, να προλάβω τις καταστάσεις, για να μη μάθει η μαμά μου ξαφνικά απ’ τις ειδήσεις ότι έγινε αυτό και πάθει. Αλλά ευτυχώς είμαστε έντεκα ώρες διαφορά, οπότε είχα τον χρόνο να προετοιμάσω το έδαφος. Όμως δεν έχω ίντερνετ, δεν έχω… Έχουνε κλειδώσει τα πάντα και τελικά ήμουνα στην περιοχή που πήγε αυτός και βρέθηκε δίπλα ακριβώς απ’ το ξενοδοχείο μου, όπου εγώ προσπαθούσα να βρω γύρω απ’ το ξενοδοχείο να βρω Wi-Fi και τέτοια για να… Τρελές καταστάσεις!

Σ.Ζ.:

Πώς αισθανόσουνα εκείνην τη στιγμή;

Ε.Α.:

Ήτανε πάρα πολύ περίεργο. Αλλά επειδή γενικώς —εντάξει, όσοι με γνωρίζουν ξέρουνε ότι είμαι λίγο έτσι γκαντέμω και πάντα είμαι στη λάθος στιγμή σε κάτι τέτοια—, μάλλον το βρήκα αρκετά φυσιολογικό, ότι κάτι πάλι συμβαίνει σε ένα ταξίδι μου, ας πούμε. Αλλά σίγουρα ήτανε ανατριχιαστικό. Ήταν ανατριχιαστικό. Γιατί θα… Εντάξει, να το πω έτσι... Επειδή υπάρχει πάρα πολύς ρατσισμός και εγώ επειδή είμαι μελαχρινή, μακρυμαλλούσα και έτσι έχω αυτήν την περίεργη φάτσα να το πω, πολλές φορές έχω σκεφτεί ότι αν ήμουνα στο λάθος σημείο ή πολλές φορές είμαι στο λάθος σημείο, μπορεί να παρεξηγηθεί αυτό. Δηλαδή, εγώ αν ήμουνα κοντά στο τέμενος εντελώς ή απέξω ή πήγαινα να το δω, θα μπορούσα να ‘μαι ένα από τα θύματα, γιατί αυτός είχε, ήτανε στοχευμένο αυτό που έκανε. Είναι τρελό. Είναι τρελό. Και σκέφτομαι ότι κάθε φορά που αντιμετωπίζω τέτοια πράγματα στα ταξίδια μου, δεν θέλω να με αποτρέπουν στο να συνεχίσω να αναζητώ, να πηγαίνω, να βλέπω. Δηλαδή, δεν θέλω ο αρνητισμός ή κάποια συγκεκριμένα γεγονότα να με αποτρέπουν. Και κανέναν δεν θέλω να αποτρέπουν. Είναι πάρα πολύ λυπηρό. Πάντα θα υπάρχουν οι άνθρωποι οι οποίοι εντάξει, δεν στέκουν καλά στα μυαλά τους, έχουν επιθετικότητα κλπ. Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι γι’ αυτό. Σίγουρα όμως πρέπει να συνεχίσουμε να ζούμε, έτσι; Δεν μπορούμε να κλειστούμε σ’ ένα σπίτι και να φοβόμαστε να βγαίνουμε έξω.

Σ.Ζ.:

Ποια σκέψη λες στον εαυτό σου για να σου δίνει θάρρος μετά από τέτοιες, τέτοια σκηνικά;

Ε.Α.:

Εντάξει, εκείνην την ώρα απλά λέω: «Έλα, Έλενα, όλα θα πάνε καλά! Δεν πειράζει! Εντάξει, θα περάσει κι αυτό! Δεν είναι τίποτα!». Δηλαδή, πάντα σκέφτομαι ότι σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις είμαι πάρα πολύ τυχερή τελικά. Δεν είμαι άτυχη. Δεν μπορείς να το πεις άτυχη. Είμαι τυχερή. Δηλαδή, τη γλύτωσα. Θα μπορούσα να ‘μαι πιο εκεί. Βέβαια, θα μπορούσα να μην είμαι καθόλου εκεί. Αλλά τέλος πάντων, αφού βρέθηκα εκεί εκείνην τη στιγμή, δεν έπαθα κάτι. Οπότε, εντάξει. Κάπως κάτι με προστατεύει, να το πω έτσι. Κι αυτό παντού το σκέφτομαι, ας πούμε, όπου πηγαίνω ή σε περίεργα μέρη.

Ε.Α.:

Όταν είχα πάει στον Βόρειο Πόλο αποφάσισα ότι θέλω να περπατήσω για να βρω το μέρος στο οποίο φυλάσσονται όλοι οι σπόροι του πλανήτη –δεν ξέρω αν το γνωρίζεις αυτό. Λοιπόν, εκεί τελικά δεν είναι επισκέψιμο βέβαια απ’ ό,τι έμαθα μετά, γιατί προσπάθησα πάρα πολύ για να μπω. Αλλά ήθελα να πάω περπατιστά από το Longyearbyen σε αυτό το μέρος. Όμως έκανα λάθος —που γενικά σπάνια κάνω λάθος στο πού βρίσκεται κάτι τουλάχιστον σ’ έναν χάρτη—, γιατί ήτανε και πολύ μικρό το μέρος. Και ξεκίνησα να περπατάω έξω από το χωριό, όπου άρχισα να περπατάω κι έβλεπα από μακριά κάτι το οποίο τελικά ήταν ένα ορυχείο —γιατί εκεί έχει πάρα πολλά ορυχεία και πάρα πολλοί πήγαν να δουλέψουν εκεί στα ορυχεία—. Και έβλεπα αυτό και νόμιζα ότι είναι το Seed Vault και έλεγα: «Πηγαίνω στο σωστό μέρος». Εκεί, λοιπόν, στον Βόρειο Πόλο υπάρχει μια ιδιαιτερότητα: αυτό που βλέπεις και θεωρείς ότι με το μάτι σου, που είναι πάρα πολύ εξασκημένο, είναι κοντά ή μπορείς να ορίσεις πόσα χιλιόμετρα μπορεί να είναι, εκεί χάνεται αυτή η αίσθηση και τελικά αυτό που βλέπεις είναι πολύ πιο μακριά απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Οπότε, εγώ άρχισα να περπατάω και μετά από αρκετή ώρα άρχισα να νιώθω τρομερή κόπωση. Και, εντάξει, είχε αρκετό κρύο. Κρύο. «Τι κρύο μπορεί να έχει στον Βόρειο Πόλο;», γιατί πάντα με ρωτάνε. Εγώ πήγα καλοκαίρι, γιατί ήθελα να δω τον ήλιο του μεσονυχτίου. Δηλαδή, ήτανε όλη μέρα, είχε φως και σαφέστατα επειδή εμείς στη Θεσσαλονίκη έχουμε τρομερή υγρασία, το κρύο δεν με πείραξε τόσο πολύ εκεί που είμαι κρυουλιάρα. Είχε, ας πούμε, μηδέν βαθμούς ή μείον αλλά είναι αρκτική έρημος, οπότε δεν έχει υγρασία. Το αντέχεις το κρύο. Περπατώντας, λοιπόν, έτσι άρχισα να νιώθω μια κόπωση και καταλάβαινα ότι ίσως πρέπει να γυρίσω πίσω, γιατί τελικά αυτό που όλο προσπαθώ να προσεγγίσω δεν έρχεται κοντά μου.

Σ.Ζ.:

Μόνη σου εκεί, έτσι;

Ε.Α.:

Μόνη μου, μόνη μου. Μάλιστα, είχε και μία πινακίδα που έλεγε ότι από δω και πέρα έχει πολικές αρκούδες. Εκεί όταν φτάνεις σου λένε ότι πρέπει να πάρεις όπλο. Δεν γίνεται αλλιώς. Γιατί αν έρθεις αντιμέτωπος με μία πολική αρκούδα, δεν μπορείς να ξεφύγεις. Και εγώ λέω δεν παίρνω τώρα όπλο —γιατί σάμπως ποιος είμαι; ποια είμαι δηλαδή; — και πού θα μπορέσω και να χτυπήσω την αρκούδα αλλά να μη τη σκοτώσω, γιατί είναι και προστατευόμενο είδος, και τη χτυπήσω σωστά, και να τρέξω, δεν υπάρχει αυτό. Δηλαδή, εντάξει ελπίζω… Ήλπιζα τελικά να μη δω πολική αρκούδα. Κι έτσι πως περπατούσα κάποια στιγμή νιώθω τρομερή κόπωση κι επειδή εκεί δεν έχει καθόλου βλάστηση ή ένα παγκάκι να κάτσεις —είσαι στο πουθενά κι είναι όλα ξέρα, ας πούμε— έχω αρχίσει και σέρνομαι κανονικά. Λέω: «Ρε συ, δεν είναι δυνατόν!», λέω, «Γιατί τέτοια κόπωση ας πούμε;». Γιατί γενικά περπατάω χωρίς να νιώθω τόσο. Βλέπω, λοιπόν, με προσπερνάει ένα σαν νταλίκα που ερχότανε απ’ το ορυχείο. Αυτό ήτανε —καλά δεν έχει και πολλή κίνηση εκεί ούτε ταξί και τέτοια πράγματα— και ξαφνικά από μακριά βλέπω ένα σαν με καρότσα κλπ. αμάξι, λέω: «Τι να κάνω τώρα; Να τον κάνω να σταματήσει; Και πού ξέρω εγώ ποιος είναι τώρα στο πουθενά;». Δεν κάνω κάτι, αλλά έχω αρχίσει και ρετάρω. Σταματάει λοιπόν ο κύριος και μου λέει στα αγγλικά: «Where are you going?», «Πού πάτε;» κλπ. Λέω: «Να, πηγαίνω στο Seed Vault». Μου λέει: «Δεν είναι το Seed Vault απ’ δω». «Ωχ!», λέω, «Χαζομάρα». Λέει: «Απ’ δω είναι το ορυχείο». Λέει: «Συγγνώμη, πού πάτε μόνη σας από δω;». Λέω εγώ: «Καλά!», λέω, «Εντάξει!». «Θέλετε να μπείτε μέσα να σας πάω στο κανονικό ορυχείο;». Τώρα λέω εκεί μέσα —πρέπει να κάνεις τους υπολογισμούς σου [01:10:00]τώρα, εκείνην την ώρα ένστικτο— «Μπαίνω σε αυτόν να με πάει στο ορυχείο που ή στο Seed Vault μόνο ή δεν μπαίνω;». Ήτανε φοβερό αυτό. «Οk» λέω. Μπαίνω, κάθομαι πίσω. Βλέπω μπροστά ότι έχει δύο όπλα, ένα μεγάλο και ένα μικρό. Ναι, οk λέω, αυτός είναι λογικό εκεί να ‘χεις όπλο, αλλά πάλι ήτανε λίγο τρελό. Ο άνθρωπος, λοιπόν, αρχίζει να μου εξιστορεί ότι ήτανε απ’ τους πιο παλιούς, ήτανε συνταξιούχος που δούλευε στα ορυχεία. Είχε έρθει απ’ τη Νορβηγία και άρχισε να μου λέει όλην την ιστορία του μέρους και πώς λειτουργούσαν τα ορυχεία και πώς κλείσαν’ και κάποια λειτουργούν ακόμη και θα με πήγαινε στα παλιά ορυχεία να μου πει κλπ., θα με πήγαινε στο Seed Vault να το δω απέξω, να πάρω μόνο φωτογραφίες, γιατί δεν επιτρέπεται διαφορετικά. Κι αρχίζει και με κάνει γύρες με το αυτοκίνητο. Κι αρχίζει και με ρωτάει από πού είμαι κλπ. Αρχίζει να μου τραγουδάει, λοιπόν, ένα τραγούδι, το οποίο το παίζω και εγώ, αυτά που τραγουδούσαν στα ορυχεία. Και έπαθα πάρα πολύ μεγάλο σοκ. Και ήτανε μια τρομακτική εμπειρία το ότι ξαφνικά αυτός ο άνθρωπος άρχισε να μου λέει αυτό που ζούσε εκεί και ότι κάποια στιγμή θα έπρεπε να φύγει —γιατί μου αποκάλυψε ότι δεν μπορούν να σε θάψουν εκεί. Δεν επιτρέπεται να πεθάνεις σ’ αυτό το μέρος—. Ναι, πρέπει να επιστρέψεις από κει που έχεις έρθει. Καλά είναι πολύ τρελό μέρος αυτό. Είναι μεγάλη συζήτηση για το συγκεκριμένο. Λοιπόν, πάμε στο Seed Vault, το φωτογραφίζω και καθώς γυρνάμε με πηγαίνει και στο παλιό χωριό επάνω του Longyearbyen και φεύγοντας και σταματώντας μπροστά στο ξενοδοχείο μου λέει: «Έλενα, ποτέ μην ξαναβγείς έτσι χωρίς όπλο!». Κι έχω μείνει εγώ παγωτό. Και λέει: «Να προσέχεις από δω και πέρα!». Και φεύγει. Κι έχω μείνει εγώ σε σοκ, ότι «Εντάξει, αυτό που έκανες ήταν πολύ μεγάλη βλακεία» σαν να μου λέει. Είχα περπατήσει, λοιπόν, ήδη δέκα χιλιόμετρα και δεν το είχα καταλάβει. Γι αυτό είχα νιώσει αυτήν την κόπωση.

Σ.Ζ.:

Δεν είχε GPS εκεί, ε; Ή κάτι;

Ε.Α.:

Έχει. Εντάξει, δεν είχες τόσο μεγάλα... Δηλαδή, το ότι περπάτησα δέκα χιλιόμετρα και νόμιζα ότι είχα περπατήσει τρία-τέσσερα και κουράστηκα ήτανε τρομερό για τον εγκέφαλό μου, ότι δεν μπόρεσα να το ορίσω. Συνήθως κατανοώ τι κάνω, ας πούμε. Ήτανε πάρα πολύ περίεργο πράγμα. Και βέβαια πηγαίνοντας εκεί, ένιωσα μάλλον την πιο ωραία μου εμπειρία που μπόρεσα να δω τα Glaciers και παγετώνες κλπ. από κοντά, που αυτό ήταν και το όνειρό μου να τα δω από κοντά. Δηλαδή, έλεγα ή θα πάω Ανταρκτική ή θα πάω ψηλά, ας πούμε, να τα δω. Ήτανε ένα ταξίδι το οποίο είσαι εσύ και ο εαυτός σου, δηλαδή μέσα στο πουθενά. Και θεωρώ ότι είναι απ’ τις πιο ωραίες εμπειρίες μου. Και γνώρισα εκεί ανθρώπους οι οποίοι όλοι ασχολούνται με τη φύση, είναι ντοκιμαντερίστες. Μάλιστα, πήγα και στην εκκλησία, για να μπορέσω να βιώσω τι κάνουνε κάθε απόγευμα. Δεν είχε σημασία. Απλά έτσι, για να δω τι ακριβώς κάνουνε, ας πούμε, εκεί.

Σ.Ζ.:

Τι κάνουνε;

Ε.Α.:

Ψέλνουνε κι αυτοί. Μου είχανε δώσει κιόλας ένα βιβλιαράκι να ψάλλω αν θέλω κι εγώ μαζί τους και μετά —όπως έχουμε εμείς το αρχονταρίκι εδώ— κάτσανε μετά, πίνανε καφέδες, κάνανε κρέπες κλπ., και ο καθένας από κει ήτανε κάτι άλλο. Δηλαδή, ο ένας ήτανε μετεωρολόγος. Βρισκόντουσαν για διαφορετικό σκοπό. Οι περισσότεροι είναι επιστήμονες που βρίσκονται εκεί. Συνήθως δεν βρίσκεις κάτι άλλο. Μάλιστα, πήγα στη στοιχειωμένη πόλη, το παλιό ρωσικό ορυχείο, το οποίο ήτανε και πόλη, και μέσα σε μία βραδιά όλοι αναγκάστηκαν να το, να φύγουν από κει. Έχει τρομερά μέρη να δεις. Αλλά το πιο σοβαρό, ας πούμε, κατά τη γνώμη μου, που δεν έχει σχέση με φυσιολατρικό, είναι ότι από μακριά καθώς ήμουνα στο πλοιάριο και πήγαινα προς στα Glaciers, γύρισα προς τα πίσω να κοιτάξω και είδα κάτι τεράστιες μπάλες, οι οποίες ήταν πάνω στο βουνό, αλλά τεράστιες μιλάμε και πάρα πάρα πολλές. Που μόνο αν μπορούσες να ξεμακραίνεις απ’ το χωριό, μπορούσες να δεις αυτές τις μπάλες. Και ρώτησα εκεί να μάθω τι ακριβώς είναι αυτό και μου είπανε ότι είναι μια εταιρεία που ουσιαστικά αυτή λαμβάνει από δορυφόρο πληροφορίες και όλοι οι αρχηγοί κρατών ή γενικά τα κράτη πηγαίνουν από κει, για να αγοράζουν την πληροφορία. Δηλαδή, τρελά πράγματα. Που αν δεν πας εκεί μάλλον δεν θα το μάθεις και ποτέ ή αν δεν είσαι εμπλεκόμενος, πράκτορας ή ηγέτης κρατών, έτσι;

Σ.Ζ.:

Έχεις κάποια φωτογραφία που να ‘χει έτσι από πίσω μια μεγάλη ιστορία που να 'χεις τραβήξει εσύ;

Ε.Α.:

Ου! Δεν ξέρω, γιατί πλέον οι φωτογραφίες είναι… Ουφ! Μπορεί να είναι εκατομμύρια πια οι φωτογραφίες. Δεν ξέρω, γιατί είναι πολλά τα χρόνια. Πώς το εννοείς για να, ίσως να εστιάσω κάπου;

Σ.Ζ.:

Όχι, θα μπορούσες να ξεχωρίσεις μια φωτογραφία που έχεις τραβήξει; Να έχει μια αξία για σένα παραπάνω;

Ε.Α.:

Ου! Δεν ξέρω. Πρέπει να το σκεφτώ αυτό. Δεν μπορώ. Θέλω μέρες γι’ αυτό. Δεν ξέρω, όχι. Όχι! Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάτι δηλαδή. Έχω πολλές εικόνες που έρχονται, αλλά δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάτι. Καλή ερώτηση. Όχι. Δεν ξέρω. Ξέρεις, δεν ξέρω δεν απαντώ-.

Σ.Ζ.:

Μετά από τόσα ταξίδια, ναι-.

Ε.Α.:

Ναι, η αλήθεια είναι ότι … Ναι, γιατί δεν έχω κάνει ταξίδια ακόμα και μέσα στην Ελλάδα, ας πούμε. Δεν έχω μιλήσει καθόλου για Ευρώπη και ξέρω ότι μπορεί για άλλους να είναι ναι, ok, και η Ευρώπη είναι ταξίδια. Δεν χρειάζεται να πας τόσο μακριά. Απλά η Ευρώπη είναι πάλι μία άλλη κατάσταση που θυμίζει πολλές φορές και τη χώρα μας –βέβαια, σε πολύ πιο έτσι οργανωμένη μορφή, να το πω. Αλλά πάντα όταν έλεγα ταξίδι, πάντα θεωρούσα ότι το μακρινό είναι αυτό που έχει την αξία. Δεν ισχύει τόσο. Σίγουρα όμως οι πολιτισμοί είναι τόσο διαφορετικοί που εκεί ιντριγκάρεσαι και περισσότερο. Δηλαδή, σίγουρα το να πας στη Βραζιλία για άλλους είναι όνειρο ζωής, ας πούμε. Ναι, αλλά σίγουρα για μένα όταν πήγα στη Βραζιλία για παράδειγμα —που έχω πάει δύο φορές— βλέπεις, ναι… Ακούς τη μουσική, νιώθεις τη bossa nova, αλλά νιώθεις και τα παιδάκια όλα που εισπνέουνε κόλλα παπουτσιών, γιατί θέλουν να φτιαχτούν λόγω ανέχειας. Ξέρεις ότι στις φαβέλες γίνεται χαμός και οι μισοί έχουνε χαθεί μέσα σε μία μέρα, γιατί γίνεται μια, ξέρεις, συντριβή και μια έτσι εμπλοκή και των αστυνομικών κλπ. λόγω ναρκωτικών και… Άνθρωποι φεύγουν έτσι για πλάκα. Δηλαδή, δεν είναι μόνο η Βραζιλία οι παραλίες, τα παρεό και το καρναβάλι –που το καρναβάλι είναι έτσι μια ροκ κατάσταση ,γιατί είναι και επικίνδυνη η περίοδος να πας να μπλεχτείς σ’ αυτό. Κάθε μέρος θεωρώ ότι δεν είναι μόνο τα καρτ ποστάλ που βλέπουμε και πάντα λέω ότι οι καρτ ποστάλ πρέπει να ‘μαστε εμείς. Δηλαδή, να μπαίνουμε στο πλάνο και να είμαστε εμείς.

Σ.Ζ.:

Σε σχέση με τα ταξίδια θα ήθελες να προσθέσεις κάτι άλλο που δεν το καλύψαμε;

Ε.Α.:

Τι να σου πω; Καλή ερώτηση. Δεν ξέρω τι να πω για το ταξίδι άλλο. Υπάρχουνε πάρα πολλά που μπορούμε να πούμε. Είναι ατελείωτη αυτή η συζήτηση, ειδικά για τις εμπειρίες απ’ τα ταξίδια, για τους ανθρώπους που μπορεί να έχεις γνωρίσει εκεί. Δεν τελειώνει αυτό το πράγμα και πάντα είναι κάτι διαφορετικό. Θέλω απλά να ξαναέρθει αυτή η χαρά μου που είχα και το κίνητρο πριν, γιατί ουσιαστικά έχω χάσει πολλή από αυτήν τη μαγεία λόγω της πανδημίας. Δηλαδή, δεν είναι το ίδιο. Ναι… Το καλοκαίρι ήμουν με τον σύντροφό μου στην Κόστα Ρίκα, ας πούμε. Πήγαμε κι ήμασταν με τη μάσκα μέσα στην ζούγκλα. Είδαμε τα άγρια ζώα και μας είδανε με τις μάσκες. Θέλω να πω ότι ήτανε μια πολύ διαφορετική κατάσταση απ’ αυτό που έχω ζήσει. Θέλω πάρα πολύ να νιώσω ξανά αυτό το συναίσθημα της ελευθερίας. Να μη σκέφτομαι. Να μη σκέφτομαι. Όπως και παράδειγμα τώρα πας να βγάλεις μια φωτογραφία και θέλεις να σε βγάλουν φωτογραφία, γιατί πάντα μου λένε όλοι: «Καλά, πώς έχεις φωτογραφίες από τα ταξίδια σου και σε βγάζουνε να πετάς στον αέρα; Να πηδάς στον αέρα; Να κάνεις κάτι τέτοια;». Και πάντα φυσικά δεν βγαίνω ούτε μία φυσιολογική φωτογραφία. Δηλαδή, όταν τους λέω φωτογραφίστε με εννοώ να κάνω κάποιο έτσι αστείο, ας πούμε. Πλέον φοβόμαστε να ζητήσουμε από κάποιον να μας βγάλει μια φωτογραφία, γιατί φοβόμαστε μην πιάσουμε το κινητό του, τη φωτογραφική μας, λόγω Covid και μην κολλήσουμε κάτι, το οποίο αυτό θέλω πάρα πολύ να ξεπεραστεί. Γιατί κι αυτό είναι μία μορφή επικοινωνίας, το να πεις κάποιον να σε βγάλει μία φωτογραφίας, ας πούμε.

Σ.Ζ.:

Δεν φαίνονται τα χαμόγελα.

Ε.Α.:

Δεν φαίνονται τα χαμόγελα. Πολλές φορές, κάποιοι [Δ.Α.]: «Γιατί βάζεις φωτογραφίες με μάσκα;». «Ε μα», λέω, «αφού τη φορούσα». Αυτή η περίοδος έχει στιγματιστεί από τη μάσκα. Και τη φορούσαμε. Δεν θα τη βγάλω, για να βγάλω τη φωτογραφία. Θα τη φοράω, για να θυμάμαι ότι ήμασταν έτσι. Όσο κι αν αυτό μας λυπεί, είναι μία διαδικασία και μία περίοδος που την έχουμε περάσει. Και σίγουρα πρέπει να πω —γιατί λέμε για τα ταξίδια και η μουσική που είναι πάρα πολύ σημαντικό κομμάτι στη ζωή μου—, θεωρώ ότι αν δεν είχαμε τη μουσική η ζωή πραγματικά θα ήταν ένα τελείως διαφορετικό πράγμα. Και η μουσική κάνει όλα τα πράγματα να φαντάζουν διαφορετικά. Και σε αυτό παίζει ρόλο, σ’ ένα ταξίδι μπορεί να ακούσεις κάποιον μουσικό του δρόμου και να σου 'ρθει να κλάψεις. Αυτό δεν έχει σχέση ότι έχεις κάποια δικά σου προβλήματα και ξαφνικά συναισθηματικοποιείσαι. Κλαις για το ταλέντο του ή γι’ αυτό που μπορεί να σου βγάλει και ότι όλοι οι άνθρωποι μπορούμε να ενωθούμε μέσα απ’ αυτό. Και μπορεί να δεις να κοντοστέκονται άνθρωποι εκεί και να βιώνουν το ίδιο συναίσθημα με σένα και αυτό είναι ανατριχιαστικό. Κι αυτό κάνει, δίνει, ας πούμε, μια πινελιά σε έναν τόπο, σε μια στιγμή, σ’ ένα ταξίδι, σε όλα. Και θεωρώ ότι η μουσική πρέπει να είναι ενωμένη με το ταξίδι. Δηλαδή, εγώ παλιά κουβαλούσα όλα μου τα CD σε μια τσάντα. Στην Ινδία είχα μία έξτρα τσάντα την κουβαλούσα στην πλάτη, ήταν ασήκωτη, για να μπορώ έχω το discman, να μπορώ ακούω τα CD μου και τη μουσική που θέλω κατά τη διάρκεια που έκανα βόλτες και χιλιόμετρα και να το βιώνω διαφορετικά. Εντάξει, δεν είναι τυχαίο που έπαθα τη μέση μου μετά. Αλλά σίγουρα ήθελα να έχω τη μουσική μου. Τότε δεν υπήρχαν τα iPod να μπορείς να τα βάλεις όλα μέσα, οπότε έπρεπε να τα κουβαλάω μαζί μου. Η μουσική αλλάζει τα πάντα. Παράδειγμα στα θρίλερ. Άμα δεις ένα θρίλερ στο mute, δεν πρόκειται να νιώσεις κανέναν φόβο, όπως και σε μια ρομαντική κομεντί ή οτιδήποτε. Εκεί συναισθηματικοποιείσαι κατευθείαν. Οπότε, για μένα το ταξίδι είναι μουσική και η μουσική είναι ταξίδι. Κάπως έτσι.

Σ.Ζ.:

Αυτό πολύ ωραίο για κλείσιμο. Να το κρατήσουμε. Θες να προσθέσεις κάτι άλλο πριν ολοκληρώσουμε;

Ε.Α.:

Τι να σου πω; Φαντάζομαι θα μπορούσαμε να μιλάμε για ώρες για διάφορα πράγματα. 

Σ.Ζ.:

Ναι. Ωραία. Σ’ ευχαριστώ πολύ, Έλενα!

Ε.Α.:

Κι εγώ σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ!